text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 2278/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, περί αναιρέσεως της 1103/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 653.2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη 1103/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπώντας την εταιρία με την επωνυμία " Χ1, Ανώνυμη Μεταλλευτική- Εμπορική- Βιομηχανική και Ναυτιλιακή Εταιρία" και η μηνύτρια Ψ1 ως Πρόεδρος της εταιρίας με την επωνυμία " ΙΝΤΕR-ΜΙΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΑΕ", συμφώνησαν η πρώτη εταιρία και ο κατηγορούμενος να αναλάβει την εξόρρυξη μεταλλεύματος από το μεταλλείο του .... (περιοχής ....) έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής και να το μεταφέρουν στη ...και συγκεκριμένα στην πλατεία του εκεί ευρισκομένου εργοστασίου παραγωγής συμπυκνώματος μολύβδου και ψευδαργύρου. Την σχετική συμφωνία ανέλαβε ο κατηγορούμενος να την αποτυπώσει εγγράφως, πράγμα το οποίο και έπραξε. Έτσι η μηνύτρια πρώτη στο από 29/10/1996 ιδιωτικό συμφωνητικό έθεσε ως συμβαλλόμενη (εκπροσωπώντας την ως άνω εταιρία) και ως εγγυήτρια την υπογραφή της επί του ως άνω συμφωνητικού και αυτή συνέχεια από την ...το απέστειλε μέσω κούριερ στην ....(έδρα της πρώτης εταιρίας) προκειμένου να υπογραφεί από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του εκπροσώπου της τελευταίας. Και ενώ η σύμβαση άρχισε να λειτουργεί (εκτελείται) ο κατηγορούμενος δεν απέστειλε στην μηνύτρια το ως άνω συμφωνητικό υπογεγραμμένο, ως μεταξύ τους είχε συμφωνηθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, σε δίκες που ανοίχθηκαν με την μηνύτρια με αφορμή την ως άνω σύμβαση, και συγκεκριμένα στις 30/5/2002 ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 49764/2002 απόφασή του, στις 19/7/2002 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 191/2002 απόφαση του και στις 29/5/2003 στο ίδιο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την 7202/2003 απόφαση του, προσκόμισε και χρησιμοποίησε το από 29/10/1996 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, ως αναφερόμενο δήθεν στην προμνησθείσα σύμβαση που οι ως άνω κατήρτισαν, ως υπογραφόμενο από την μηνύτρια, στο οποίο ο κατηγορούμενος είχε προσθέσει ή αφαιρέσει μέρος των συμφωνηθέντων με την μηνύτρια, τα οποία περιλαμβάνοντο στο υπογραφέν ως άνω μόνον από την μηνύτρια από 29/10/1996 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα, στο ως άνω προσκομισθέν στα δικαστήρια ιδιωτικό συμφωνητικό από τον κατηγορούμενο με ημερομηνία επίσης 29/10/1996, πρόσθεσε την φράση "100-150 μέτρα", που δεν υπάρχει στο γνήσιο συμφωνητικό, αφαίρεσε την φράση "και πάντοτε ανάλογα με την δυναμικότητα του εργοστασίου εις την επεξεργασία του μεταλλεύματος", που υπήρχε στο γνήσιο και έθεσε την φράση "εντός τριμήνου", διέγραψε τη λέξη "μεταλλεύματος", που υπήρχε στο γνήσιο συμφωνητικό και έθεσε την φράση "συμπυκνώματος (CONCENTRATE)", αφαίρεσε από το γνήσιο τη λέξη "υποχρεούνται" και πρόσθεσε την φράση "εξαιρουμένης ανωτέρας βίας και καιρικών συνθηκών", πρόσθεσε παράγραφο που αναφέρει ότι "εάν οι εργασίες σταματήσουν υπαιτιότητα της INTER- MIN προ της εξορύξεως και της μεταφοράς 10.000 κυβικών μέτρων ο κ. Χ1 έχει το δικαίωμα να εισπράξει επιταγές των 15.000.000 ως αποζημίωση", η οποία παράγραφος δεν υπήρχε στο γνήσιο συμφωνητικό, και τέλος ο κατηγορούμενος κάτω από την ένδειξη "οι συμβαλλόμενοι" και η "εγγυήτρια" έθεσε αυθαίρετα, χωρίς την συναίνεση ή την έγκριση της μηνύτριας την υπογραφή της. Σκοπός δε του κατηγορουμένου με την αυθαίρετη και χωρίς την συναίνεση ή έγκριση της μηνύτριας πρόσθεση και αφαίρεση των προαναφερομένων φράσεων, στο ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί από την μηνύτρια- κατά τα συμφωνηθέντα- ήταν να παραπλανήσει τα δικαστήρια στα οποία αυτό "συμφωνητικό" προσκομίσθηκε και χρησιμοποιήθηκε για το ότι αυτό ήταν το γνήσιο και που διαλάμβανε τα πράγματι μεταξύ τους συμφωνηθέντα και όχι εκείνο που δεν περιείχε τις προαναφερθείσες προσθήκες και απαλείψεις. Περί της πλαστότητας δε του ως άνω συμφωνητικού που ο κατηγορούμενος ως άνω έκανε χρήση αυτού, ρητώς απεφάνθη και ο γραφολόγος- πραγματογνώμονας Γ1, ο οποίος διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου ότι οι ως άνω προσθήκες, απαλείψεις και υπογραφές της μηνύτριας έγιναν από τον πατέρα της μετά από συνεννόηση, είναι απορριπτέος ως παντελώς αβάσιμος. Οι ως άνω επεμβάσεις στο συμφωνητικό που η μηνύτρια είχε υπογράψει και απέστειλε στον κατηγορούμενο για υπογραφή, ήσαν λίαν επαχθείς γι' αυτή, και αντιστοίχως ήταν επωφελείς για τον κατηγορούμενο, και αντιβαίνει στη στοιχειώδη λογική ο πατέρας της μηνύτριας, επιστήμων (καθηγητής ΑΕΙ) και με άριστες σχέσεις με αυτή, να προβαίνει σε ρυθμίσεις καταστρεπτικές των οικονομικών και όχι μόνον συμφερόντων της θυγατέρας του. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου(άρθρο 216 παρ. 2 του ΠΚ). Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν οι επί μέρους παραδοχές της απόφασης, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, ήτοι αυτή του άρθρου 216 παρ.2 του ΠΚ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, και που συνίστανται ειδικότερα στο ότι αυτή στηρίχθηκε μόνο στην γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Γ1, την οποία μάλιστα, όπως ισχυρίζεται, δέχθηκε αποσπασματικά, δεν έλαβε δε υπόψη της τις άλλες δύο πραγματογνωμοσύνες που έγιναν από τους γραφολόγους Γ3 και την Γ2, που επισημαίνουν, όπως διατείνεται, ότι πρόκειται για πλαστό μεν συμφωνητικό, αλλά δεν αποδίδουν την πλαστότητα των υπογραφών στον κατηγορούμενο, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Και τούτο διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας- υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει ειδικότερα τι προέκυψε από το καθένα), έλαβε δε υπόψη του, όχι μόνο την πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού γραφολόγου Γ1 (την οποία ρητά εξαίρει ,γιατί έδωσε σε αυτή ιδιαίτερη βαρύτητα, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διενεργηθείσα κατά τα άρθρα 183 επ. του ΚΠΔ,) αλλά και τα άλλα έγγραφα τα οποία ανέγνωσε, μεταξύ δε αυτών και τις εκθέσεις γραφολογικής εξέτασης των δικαστικών γραφολόγων Γ2 και Γ3 που διενεργήθηκαν κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, οι οποίες σημειωτέον δεν φέρουν τον χαρακτήρα πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 επ. του ΚΠΔ, και είναι απλά έγγραφα που εκτιμώνται ελεύθερα, και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέχετο το συμπέρασμά τους, ούτε να αιτιολογήσει γιατί δεν εξαίρονται. Ρητά δε η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι "περί της πλαστότητας" του ιδιωτικού συμφωνητικού απεφάνθη και ο πραγματογνώμων Γ1 και όχι ποιος έκανε αυτή (πλαστογραφία). Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κηρύχθηκε ένοχος για χρήση πλαστού εγγράφου (άρθρο 216 παρ.2 του ΠΚ), και όχι για πλαστογραφία μετά χρήσεως, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην πρώτη σελίδα της προσβαλλομένης απόφασης στη στήλη όπου χαρακτηρίζεται η πράξη.
Κατά την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλομένη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής.
Κατά τα άρθρα 63 και 64 του ΚΠΔ η πολιτική αγωγή μπορεί να ασκηθεί στο Ποινικό Δικαστήριο από τον δικαιούμενο σε αποζημίωση κατά τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή από τον ζημιωθέντα αμέσως από το έγκλημα, σύμφωνα με το άρθρο 914 επ. του Α.Κ., δυνάμενο να ζητήσει επίσης, εκτός από αποζημίωση, και χρηματική ικανοποίηση, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. Επί της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστού εγγράφου αμέσως ζημιωθείς είναι και αυτός που πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του και έγινε χρήση του πλαστού εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε στην μηνύτρια Φ1 που παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα για την εις βάρος της διαπραχθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου (και όχι της πλαστογραφίας, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση) χρηματική ικανοποίηση 40 ευρώ, σε βάρος του κατηγορουμένου, κατά παραδοχή της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά τούτου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Προς τούτο νομιμοποιείτο η πολιτικώς ενάγουσα ως αμέσως παθούσα από την ως άνω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου σε βάρος της και δεν ήταν παράνομη η παράστασή της στη διαδικασία του ακροατηρίου για να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Α' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/3/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1103/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία εγγράφου και χρήση πλαστού εγγράφου. Δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή και έγινε χρήση του πλαστού εγγράφου. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την παράστασή του. Γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διενεργηθείσα κατά τα άρθρα 183 επ. ΚΠΔ και ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που είναι απλό έγγραφο και εκτιμάται ελεύθερα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 2277/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13, 20 και 26 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ1, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννόπουλο, κατά της υπ'αριθμ. 2/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 6-7-2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Αρχιεισαγγελέα Ρίτζερ της Εισαγγελίας Πάσσαου Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την από 31 Αυγούστου 2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αιγαίου Ελευθερίας Μάϊνα και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1248/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 § 1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κτλ", "Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών", στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως η κρινομένη, υπ' αριθμ. 41/2009, νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, ενώπιον του γραμματέως Εφετών Αιγαίου, έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με την οποία τούτο απεφάσισε την εκτέλεση του από 6/7/2009 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Αρχιεισαγγελέως του Passau Γερμανίας κατά του εκκαλούντος Χ1, Έλληνος υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004 "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να ... εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφάλειας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που "περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α)ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β)όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ)μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος", κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ιδίου νόμου, όπως προανεφέρθη κατά της ανωτέρω "οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον "τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, "η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου χωρίς, ήτοι προηγουμένως να ελεγχθεί το αξιόποινο της πράξεως κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών", ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και, για στοιχ. Κ' απάτη. Περαιτέρω με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων και οι περιπτώσεις "δ)αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και η)αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", με δε το άρθρο 12 καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι με βάση το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004). Εντεύθεν καθιερώνεται απαγορευτική διάταξη για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος και όταν η πράξη για την οποίαν καλείται η δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, και, στην προκειμένη περίπτωση οι ελληνικές δικαστικές αρχές, έχει υποκύψει σε παραγραφή σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Δικαιολογητικός λόγος της ρυθμίσεως αυτής είναι η ανακοπή του μέτρου της εκδόσεως του εκζητουμένου στην περίπτωση, που κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παρελεύσεως του χρόνου της παραγραφής. Τούτο διότι σε διαφορετική περίπτωση κατά την οποίαν παρά την πάροδο του χρόνου της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ο χρόνος παραγραφής για το συγκεκριμένο αδίκημα είναι μεγαλύτερος κατά τους νόμους της χώρας, η οποία επιδιώκει την εκτέλεση του εντάλματος, τότε θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά, ότι ακόμη και στην περίπτωση που έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, είναι υποχρεωμένες οι ελληνικές δικαστικές αρχές να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης. Επιπρόσθετα διότι σε διαφορετική περίπτωση κατά την οποίαν, ενώ έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εκτελεστεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τότε αναμφισβήτητα ο θεσμός της παραγραφής ως θεσμός δημοσίας τάξεως θα τίθεται εκ ποδών και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση, ότι υφίσταται ταυτότητα του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως, ως πλημμελήματος ή κακουργήματος. Τέλος σημειώνεται ότι η άρνηση των ελληνικών αρχών να εκτελέσουν το συγκεκριμένο ένταλμα τελεί πάντοτε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, της συνδρομής και της υπό στοιχ. β' του άρθρου 11 εδ. δ' του Ν. 3251/2004 περιπτώσεως, του ότι δηλαδή η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η εκτέλεση του άνω εντάλματος υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Ούτως αν ο εκζητούμενος είναι έλλην πολίτης που τέλεσε έγκλημα στην αλλοδαπή και υποτεθεί ότι θα εδικάζετο στην Ελλάδα θα εφηρμόζοντο οι ελληνικού ποινικοί νόμοι με βάση την αρχή της ενεργητικής προσωπικότητος (άρθρο 6 Π.Κ.). Μετά πάντα ταύτα προκειμένης εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για την άσκηση ποινικής διώξεως (και όχι για εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας) εναντίον του εκζητουμένου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται και εάν ακόμη αυτός είναι ημεδαπός εάν δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, υπό την έννοιαν ότι δεν έχει ασκηθεί πράγματι εις βάρος του ποινική δίωξη από τις ελληνικές δικαστικές αρχές για την ίδια πράξη, τουλάχιστον έως την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως στο εφετείο και όχι σε περίπτωση δυνατότητος (άρθρα 6 και 8 Π.Κ) κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ασκήσεως τοιαύτης διώξεως και μόνον εάν διασφαλισθεί "διαμεταγωγή" του στην Ελλάδα για να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Η διασφάλιση "διαμεταγωγής" του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή δεν προϋποθέτει εγγύηση δικαστικής αρχής, αλλ' εγγύηση της αρμοδίας αρχής, που μπορεί να είναι και διοικητική. Στην κρινομένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης που ανεγνώσθησαν σε συνδυασμό με όσα ο εκκαλών - εκζητούμενος και ο συνήγορός του εξέθεσαν προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με την προσβαλλομένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. ... από 6/7/2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας Πάσσαου Γερμανίας, βάσει του εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου Πάσσαου ... από 15/6/2009, κατά του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ1 Έλληνος υπηκόου. Το άνω ένταλμα εξεδόθη, προκειμένου να ασκηθεί κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για απάτη κατά το άρθρο (παράγραφο) 263 του Ποινικού Κώδικα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που τιμωρείται υπ' αυτού με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε (5) ετών και είναι πλημμέλημα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... τηλεομοιοτυπικό σήμα της Δ/νσεως Αστυν. Συνεργασίας 3ο Τμήμα SCENGEN-SIRENE προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου. Ειδικότερα στον εκζητούμενο αποδίδεται η κατηγορία ότι: "Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε στις 09.08.2007 την αντιπροσωπεία αυτοκινήτων Leebmann - Traminerstrabe 1,94036 Passau, όπου μίσθωσε με σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως ένα καινούργιο όχημα μάρκας Mini Cooper με κωδικό ... αξίας 24.310,00 ΕΥΡΩ. Η χρηματοδότηση διενεργήθηκε μέσω της εταιρίας BMW Leasing GmbH. Ο κατηγορούμενος για να επιτύχει τη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, απέστειλε στην εταιρία BMW Leasing GmbH εκκαθαριστικά σημειώματα μισθού, σύμφωνα με τα οποία επιτύγχανε ένα μηνιαίο καθαρό εισόδημα ύψους 3.374,42 ΕΥΡΩ εργαζόμενος στην εταιρία Thomas Maier Kieintransporte, Am Forsthaus 19,87490 Haldenzwang. Στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος δεν εργάσθηκε ποτέ σε αυτή την εταιρία και δεν ελάμβανε από αυτή καμμία αμοιβή. Εμπιστευόμενη στην ορθότητα των στοιχείων του κατηγορούμενου η εταιρία BMW Leasing GmbH σύναψε με τον κατηγορούμενο την προαναφερόμενη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως και στη συνέχεια του παρέδωσε το επιβατηγό όχημα αξίας 24.310,00 ΕΥΡΩ. Από το Φεβρουάριο του έτους 2008 άρχισε - όπως σκόπευε από την αρχή ο κατηγορούμενος - να μην εξοφλεί τις δόσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης. Κατ' αυτό τον τρόπο προέκυψε σημαντική οικονομική ζημία εις βάρος της ζημιωμένης εταιρίας". Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως ονοματεπώνυμο και υπογραφή δικαστού (εισαγγελέως) που το εξέδωσε, περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν. 3251/2004 και δη ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, νομικό χαρακτηρισμό της αξιοποίνου πράξεως το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται γι' αυτή κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος, την περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως ως και ακριβή τόπο και χρόνο τελέσεως της πράξεως υπ' αυτού ως αυτουργού και πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητός του κατά τον νόμον αυτόν, για την οποία δεν απαιτείται και η αναφορά του χρόνου της παραγραφής της πράξεως, όπερ είναι διάφορον του ελέγχου της παραγραφής του εγκλήματος σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η οποία εάν διαπιστωθεί, καθιερώνει απαγόρευση της εκτελέσεως του εντάλματος, κατά τ' άνω εκτεθέντα. Η πράξη για την οποία κατηγορείται ο εκζητούμενος έχει τελεσθεί στη Γερμανία, κράτος μέλος της Ε.Ε και γι' αυτή ζητείται η προσαγωγή του στις Γερμανικές Αρχές σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του Γερμανικού Ποινικού Κώδικος, εμπίπτει δε σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περ. κ' Ν3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως τούτου η εν λόγω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται ως πλημμέλημα και από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 26 § 1, 27 § 1, 386 § 1 ΠΚ). Εξ άλλου κατά του εκζητουμένου έλληνος υπηκόου (ημεδαπού) δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, η δε διαμεταγωγή του στην Ελλάδα για να εκτίσει την ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί, διασφαλίζεται από την από 27/8/2009 "εγγύηση" του Αρχιεισαγγελέως Ρίτζερ της Εισαγγελίας της πόλεως Πάσσαου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, επί πλέον δε ουδεμία συντρέχει υποχρεωτική απαγόρευση εις την προκειμένη περίπτωση εκ των περιπτώσεων του άρθρου 11 και δη δεν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο και η πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με αυτό, η δυνητική τοιαύτη εκ των του άρθρου 12 μη εκτελέσεως του ενδίκου εντάλματος σύλληψης.
Συνεπώς συντρέχουν εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και εντεύθεν το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεσή του δεν έσφαλε και ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε, χωρίς να δικαιούται να εξετάσει την βασιμότητα της κατηγορίας κατά του εκζητουμένου ειμή μόνο την νομιμότητα του εντάλματος αυτού. Κατ' ακολουθίαν οι σχετικοί λόγοι εφέσεως υποστηρίζοντες τα αντίθετα και δη ότι κατά λέξη "δεν εκτιμήθηκαν ορθά από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως όπως προέκυψαν από την διαδικασία και έτσι το Συμβούλιο απεφάσισε υπέρ της έκδοσής του, χωρίς να έχει διαπράξει την πράξη για την οποία κατηγορείται στη Γερμανία, διότι το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν αναφέρει με ακρίβεια α)τόπο και χρόνο τέλεσης της πράξης και β)χρόνο παραγραφής του αδικήματος", είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, απορριπτομένου και του αιτήματος περί αναβολής της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως. Μετά ταύτα η κρινομένη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει, κατ' ουσίαν την από 31 Αυγούστου 2009 και υπ' αριθμ. 41 έφεση του ... κατά της υπ' αριθμ. 2/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με την οποίαν απεφασίσθη η εκτέλεση του υπ' αριθμ. ... από 6/7/2009 ευρωπαϊκού εντάλματος Σύλληψης του Αρχιεισαγγελέως Ρίτζερ της Εισαγγελίας Πάσσαου Γερμανίας με τους εις αυτήν διατηθέντας περιοριστικούς όρους του Αντεισαγγελέως Εφετών Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ν. 3251/2004. Τι περιέχει, τι αφορά, τι είναι το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Πότε επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 10 §§ 1 και 2). Πότε απαγορεύεται και πότε δέχεται να απαγορευθεί η εκτέλεση (άρθρο 11 στοιχ. δ΄ και η΄ Ν. 3251/04, άρθρο 12). Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του Εισαγγελέως της Γερμανίας προς προσαγωγή Έλληνος υπηκόου για να του ασκηθεί δίωξη για απάτη (άρθρο 263 Γ.Π.Κ.). Έφεση κατ' αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε την εκτέλεσή του. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2276/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 387/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα Αριστοτέλη Μπουντόπουλο του Αδάμ, κάτοικο Π. Πεντέλης Αττικής.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 625/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 217/22.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την αριθμ. 84/23-4-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Δουβαρά, δυνάμει της από 21-4-2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 387/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 130/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο καθώς και τους συγκατηγορουμένους του Φ και Ω, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Kακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ο ήδη αναιρεσείων και ο Φ για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και ο Ω για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση (άρθρα 13 εδ. γ', 45, 98, 216 παρ. 1β-3α ΠΚ, όπως το εδ. α' της παραγ. 3 του άρθρου 216 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικατ. με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν.2721/1999).
Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο ήδη αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενος του Φ άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το αριθμ. 1753/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος οι παραπάνω δύο κατηγορούμενοι άσκησαν τις αριθμ. 253/10-9-2007 και 257/12-11-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες έγιναν δεκτές με την αριθμ. 2247/2008 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε το αριθμ. 1753/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και διατάχθηκε η παραπομπή της υποθέσεως για νέα κρίση ενώπιον του αυτού Δικαστικού Συμβουλίου. Μετά την νέα κρίση της υποθέσεως εκδόθηκε επί των ως άνω εφέσεων των κατηγορουμένων Χ και Φ το αριθμ. 387/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 13-4-2009, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 23-4-2009 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 84/2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε.
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (ΑΠ 217/2003 Π.Χρ. ΝΓ, 929, ΑΠ 1224/2001 Π.Χρ., ΝΒ, 426).
Επίσης, κατά τη διάταξη του εδ. α' της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 216 ΠΚ, όπως προστέθηκε στην παράγ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικατ. μέ το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παραγ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧ, ΝΔ, 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο ΠΧ, ΝΒ, 898).
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή του περιεχομένου των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 387/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων με τα σχετικά υπομνήματα, εκθέσεις εφέσεων και έγγραφα που συνοδεύουν τις εφέσεις) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ ήταν κύριος μέτοχος των ασφαλιστικών εταιριών με τις επωνυμίες "ΠΕΙΡΑΪΚΗ Α.Ε.Γ.Α." και "ΒΕΡΓΙΝΑ" αρχικά και εν συνεχεία της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." με έδρα την ... (οδός ... αριθμ. ...), στην οποία είχε την ιδιότητα του Διευθυντή ζημιών. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Φ ήταν εταίρος αυτού στην εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." και είχε σύμφωνα με το καταστατικό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής. Κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2001, οι ως άνω εκκαλούντες ζήτησαν από τον Ψ, με τον οποίο ο εκκαλών Χ συνδεόταν με φιλία από πολλών ετών, δάνειο 42.000.000 δραχμών (123.257,52 ευρώ), για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, επικαλούμενοι πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εταιρίας των, επειδή την περίοδο εκείνη το Υπουργείο Εμπορίου είχε ζητήσει από την εταιρία τους να συμπληρώσει τα αποθεματικά της καταβαλλοντας σε μετρητά το ποσό των 181.000.000 δραχμών. Προς εξασφάλιση του ποσού του δανείου των 42.000.000 δραχμών, το οποίο ο Ψ χορήγησε στους εκκαλούντες, αυτοί παρέδωσαν στον δανειστή ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ανάλογης αξίας, τα οποία και θα ρευστοποιούσε ο Ψ σε περίπτωση μη επιστροφής των χρημάτων. Συγχρόνως υπεγράφη από τον ως άνω εκκαλούντα Φ, με την ιδιότητα αυτού ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω εταιρίας, η από 12.10.2001 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, με την οποία υποσχέθηκε να αποδώσει το παραπάνω ποσό του δανείου το αργότερο μέχρι την 20.1.2002, οπότε και θα του επιστρέφονταν οι τίτλοι, άλλως παραχωρούσε στον ως άνω αναφερόμενο δανειστή το δικαίωμα να περιέλθουν αυτοί στην κυριότητα του. Τα παραδοθέντα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ήσαν τα υπό στοιχεία ... αξίας 1.000.000 δραχμών, ... αξίας 1.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας ποσού 5.000.000 δραχμών, με ημερομηνία ενάρξεως 2.10.1995 και λήξεως 2.10.2002, συνολικής αξίας 42.000.000 δραχμών (123.257,52 ευρώ). Η παράδοση των ομολόγων στον δανειστή Ψ, από τους εκκαλούντες έλαβε χώρα κατά την 12.10.2001 στο γραφείο του εν λόγω δανειστή στην ..., στον Οργανισμό Δημοσιογραφικού Χάρτου. Το γεγονός δε της κατοχής των ομολόγων αυτών και της παραδόσεως των στον δανειστή και από τους δύο εκκαλούντες κατά την ως άνω αναφερομένη ημεροχρονολογία συνάγεται σαφώς τόσον από το κοινό αυτών απολογητικό υπόμνημα, στο οποίο αναφέρουν ότι: "... ούτος δέχθηκε και του παραδώσαμε τα εν λόγω ομόλογα μαζί με μία υπεύθυνη δήλωση που ζητούσε και μας κατέβαλε το εν λόγω ποσόν με την υπ' αριθμόν ... επιταγή της Τραπέζης Πειραιώς.......επειδή τα χρήματα τα δανειζόταν η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία η άνω υπεύθυνη δήλωση υπεγράφη μόνο από των πρώτο εξ ημών, ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας", όσον και από την κατάθεση της μάρτυρα ΑΑ, γραμματέα του Ψ. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες όταν πλησίαζε η ημερομηνοχρονολογία κατά την οποία έπρεπε να επιστρέψουν το ποσό του δανείου (20.1.2002), δήλωσαν στον ως δανειστή Ψ ότι είχαν αδυναμία να επιστρέψουν το παραπάνω χρηματικό ποσό και του ανακοίνωσαν ότι μπορούσε κατά την συμφωνία τους να κρατήσει στην κυριότητα του τα παραπάνω ομόλογα και να προβεί στην ρευστοποίηση αυτών. Κατά την 2.10.2002, (ημερομηνοχρονολογία λήξεως των ομολόγων) ο δανειστής Ψ εμφάνισε τους ως άνω τίτλους στην Τράπεζα Πειραιώς (Κατάστημα οδού ... αριθμ. ..., ...) και ρευστοποίησε αυτούς εισπράττοντας την συνολική τους αξία, δηλαδή 123.257,52 ευρώ, καθώς και τα συνημμένα σ'αυτούς τοκομερίδια αξίας 7.074,98 ευρώ. Αρχικά, η πληρώτρια Τράπεζα αναγνώρισε ως γνήσια τα εν λόγω ομόλογα, κατόπιν όμως και δη μετά από σχετική αλληλογραφία με την αρμόδια Υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος από την οποία προέκυψε ότι τα ομόλογα ήσαν εξ ολοκλήρου πλαστά και ότι είχαν καταρτισθεί κατ' απομίμηση γνησίων τοιούτων, τα οποία είχαν εξοφληθεί κατά την 2.10.2002 σε κατάστημα της Τράπεζας ALPHA BANK, η Τράπεζα Πειραιώς ειδοποίησε σχετικά με το γεγονός αυτό τον Ψ, κατά την 21.2.2003. Η πλαστότητα των ομολόγων είχε διακριβωθεί μετά από εξειδικευμένη εκτίμηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών της Τράπεζας της Ελλάδος. Το εισπραχθέν από τα ομόλογα ποσά ο Ψ είχε καταθέσει κατά την 2.10.2002 στον ... τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (Υποκατάστημα ...), όταν δε πληροφορήθηκε ούτος τα περί της πλαστότητας των ομολόγων, έδωσε στην Τράπεζα Πειραιώς το δικαίωμα να δεσμεύσει το εισπραχθέν ποσό από τον ως άνω λογαριασμό. Ο Ψ ισχυρίζεται ότι μετά την αποκάλυψη της πλαστότητος των ομολόγων προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους εκκαλούντες, ανεπιτυχώς αρχικά, κατόπιν δε ο εκκαλών Φ τον ενημέρωσε ότι τα ομόλογα δεν ήταν πλαστά καθόσον ούτος τα είχε παραλάβει από την Τράπεζα, στην οποία ήταν δεσμευμένα για ασφαλιστικά αποθεματικά της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ και είχαν αποδεσμευθεί μετά από έγκριση της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες, δεν επέστρεψαν το ποσό του δανείου στον Ψ. Από το με ημεροχρονολογία 22-7-1998 έγγραφο της Τραπέζης CITIBANK προς το Υπουργείο Εμπορίου προκύπτει πράγματι τοιαύτη αποδέσμευση ομολόγων συνολικού ποσού 42.000.000 δραχμών, εκδόσεως 2.10.1995, μετά από αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΑΖ". Και ενώ ο Ψ καλούσε τους εκκαλούντες να καλύψουν την ζημία που αυτός είχε υποστεί, οι τελευταίοι αρνούνταν να πράξουν αυτό επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες. Κατόπιν αυτών, ο Ψ με την από 11.3.2003 επιστολή του προς την Τράπεζα Πειραιώς αφού εξήγησε την κατάσταση και την θέση στην οποία είχε περιέλθει λόγω των παραπάνω ενεργειών των εκκαλουντων έδωσε στην τράπεζα αυτή το δικαίωμα να δεσμεύσει το ποσό που είχε εισπράξει κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την εξόφληση των ομολόγων από τον λογαριασμό του. Στο διάστημα δε που ακολούθησε και αφού ο Ψ ασκούσε έντονες πιέσεις στους παραπάνω δανειολήπτες, οι παραπάνω εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν για πρώτη φορά και ισχυρίζονται ακόμη ότι δεν κατήρτισαν οι ίδιοι τα πλαστά αυτά ομόλογα και ότι τα είχαν παραλάβει από τον ασφαλιστικό τους πράκτορα Ω, τελούντες εν αγνοία της πλαστότητας αυτών. Ισχυρίζονται δε ειδικότερα ότι ο Ω όφειλε στην εταιρία των από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2000 το ποσό των 50.000.000 δραχμών από εισπραχθέντα για λογαριασμό τους ασφάλιστρα και προς εξασφάλιση της οφειλής του αυτής τους είχε παραχωρήσει ως εγγύηση τα παραπάνω ομόλογα. Από τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες (βλ. το ... πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Κλώνη-Καράλη, την από 20.1.2000 σύμβαση πρακτορεύσεως, την συναφθείσα μεταξύ της εταιρίας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" και του Ω, των τραπεζικών επιταγών ... ποσού 4.000.000 δραχμών, ... ποσού 4.000.000 δραχμών, ... ποσού 4.650.000 δραχμών, ... ποσού 3.350.000 δραχμών, τις οποίες μεταβίβασε ο Ω με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΉ ΑΕΑΖ", την εκδοθείσα από την ασφαλιστική εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" συγκεντρωτική εκκαθάριση λογαριασμού ασφαλίστρων, το αντίγραφο της κατάστασης με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των πρακτόρων της άνω εταιρίας από την οποία προκύπτει ότι ο Ω είχε την επαγγελματική του διεύθυνση επί της οδού ... αριθμ. ... στο ..., την από 21.5.2001 βεβαίωση εγγραφής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Πειραιώς για την άσκηση του επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορος του Ω, φωτοτυπίες των εφημερίδων ΕΞΠΡΕΣ και ΝΕΑ της 29.8.2002), προκύπτει ότι πράγματι ο Ω, παρέδωσε στους εκκαλούντες ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 42.000.000 δραχμών με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά, τα οποία δηλαδή κατείχε ο Ω και παρέδωσε στους εκκαλούντες, ήσαν πλαστά. Αντιθέτως, πλαστά ήσαν τα έγγραφα ομόλογα τα οποία κατείχαν οι εκκαλούντες και παρέδωσαν στον Ψ. Οι εκκαλούντες είχαν στην κατοχή τους τα παραδοθέντα σε αυτούς από τον Ω ομόλογα, μέχρις ότου παραδώσουν αυτά στον Ψ, επί ένα έτος, γεγονός που σημαίνει ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχαν την άνεση να προβούν και όντως προέβησαν στην κατάρτιση πλαστών τοιούτων δια της χρήσεως καταλλήλων μηχανικών μέσων. Η άποψη περί του ότι οι εκκαλούντες προέβησαν στην κατάρτιση των πλαστών ομολόγων ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν προεξόφλησαν αυτά καίτοι η εταιρία τους αντιμετώπιζε πιεστικό οικονομικό πρόβλημα, δεν επέστρεψαν το ποσό των 42.000.000 δραχμών στον δανειστή, απέφευγαν να επικοινωνήσουν μαζί του, ενώ ο εξ αυτών εκκαλών Χ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο στην δικογραφία αντίγραφο φύλλου ποινικού του μητρώου έχει καταδικασθεί για διάφορα εγκλήματα (απάτη, έκδοση ακαλύπτων επιταγών, ψευδή καταμήνυση). Το γεγονός, εξάλλου, ότι αμφότεροι κατείχαν τα πλαστά ομόλογα και αμφότεροι παρέδωσαν αυτά στον Ψ, καταδεικνύει ότι ενήργησαν από κοινού προβαίνοντες στην κατάρτιση των πλαστών ομολόγων δια της χρήσεως καταλλήλου μηχανικού μέσου, οι ίδιοι ή δια παρενθέτων προσώπων. Οι εκκαλούντες σκόπευαν να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο ποσό των 123.257,52 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η συνολική αξία των πλαστών ομολόγων. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε τις από αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 130/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εφέσεις ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού συμπλήρωσε αυτό ως προς το ομόλογο με αριθμό ... ονομαστικής αξίας ποσού 5.000.000 δρχ., το οποίο δεν αναφερόταν στο εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ γ, 45, 98, 216 παρ. 1β-3α ΠΚ, όπως το εδ. α' της παραγράφου 3 του άρθρου 216 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/96 και στη συνέχεια αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν.2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού αυτού και του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος, επειδή στο μεν σκεπτικό δέχεται ότι τα ομόλογα τα οποία κατείχε ο Ω και παρέδωσε στους εκκαλούντες δεν προκύπτει ότι ήταν πλαστά και ότι οι εκκαλούντες είχαν στην κατοχή τους τα παραδοθέντα σε αυτούς από τον Ω ομόλογα μέχρις ότου παραδώσουν αυτά στον Ψ, επί ένα έτος και κατά το χρονικό αυτό διάστημα προέβησαν στην κατάρτιση των πλαστών με τη χρήση καταλλήλων μηχανικών μέσων, τα οποία παρέδωσαν στον Ψ, ενώ με το διατακτικό του παραπεμπτικού με αριθμό 130/2007 βουλεύματος παραπέμφθηκε και ο Ω ότι κατήρτισε από κοινού με τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Φ τα επίδικα πλαστά ομόλογα, τα οποία αυτοί (αναιρεσείων-Φ) παρέδωσαν στη συνέχεια στον Ψ, με αποτέλεσμα να μην έχει αυτό (προσβαλλόμενο βούλευμα) νόμιμη βάση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα δέχεται ότι ο Ω συμμετείχε, ως συναυτουργός μαζί με τον αναιρεσείοντα και τον Φ στην κατάρτιση των πλαστών ομολόγων και όχι ότι ήταν πλαστά τα παραδοθέντα από αυτόν ομόλογα στον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του Φ. Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία παραπέμφθηκε φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος και όχι κακουργήματος, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ο αναιρεσείων με την κατάρτιση των πλαστών ομολόγων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του Ψ και το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 123.257,52 ευρώ. Οι λοιπές αναφερόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1β-δ Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμ. 84/23-4-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., οδ. ... αριθμ. ..., κατά του αριθμ. 387/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 29 Μαΐου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 εδ. α του ΠΚ, όπως προστέθηκε στην παρ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996 και αντικ. με το άρθρο 14 παρ.2α του ν. 2721/1999 προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματι-κής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη 73.000 ευρώ, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου.
Εξάλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετ'αναίρεση του 1753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που είχε απορρίψει έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά του 130/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο νέο με αριθμό 387/2009 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο και πάλι απέρριψε την έφεση του, για κακουργηματική πλαστογραφία, παραπεμπομένου κατηγορουμένου ως αβάσιμη.
Με το πρωτόδικο 130/2007 βούλευμα παραπέμφθηκαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του Φ και Ω, για να δικαστούν, ως υπαίτιοι του ότι: "Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση κατάρτισαν από κοινού πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε οι δύο πρώτοι εξ αυτών έκαναν και χρήση αυτών των εγγράφων. Με τις πράξεις τους δε αυτές σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών [73.000 €] ευρώ. Συγκεκριμένα στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 έως την 12η Οκτωβρίου του έτους 2001, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία .κατάρτισαν έχοντας κοινό δόλο και ενωμένες τις δυνάμεις τους τα υπό στοιχεία ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... ομόλογα επταετούς διάρκειας του Ελληνικού Δημοσίου, με ημερομηνία έκδοσης την 2/10/1995, ονομαστικής αξίας συνολικά ύψους εκατόν είκοσι τριών χιλιάδων διακοσίων πενήντα επτά ευρώ και πενήντα δύο λεπτών [123.257,52 €, καθενός των δύο πρώτων αξίας 1.000.000 δρχ. και καθενός των υπολοίπων αξίας 5.000.000 δρχ. και συνολικά αξίας 42.000.000 δρχ.], καθώς και τα συνημμένα σ' αυτά τοκομερίδια αξίας επτά χιλιάδων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα οκτώ [7.074,98 €]. Περαιτέρω οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι [Φ και Χ] έκαναν χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων παραδίδοντας αυτά στις 12 Οκτωβρίου του έτους 2001 στον Ψ ως εξασφάλιση του δανείου που χορήγησε σ' αυτούς αυθημερόν, ύψους 42.000.000 δρχ. Με την πράξη τους δε αυτή οι εν λόγω κατηγορούμενοι σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Ψ ανερχόμενη συνολικά στο ύψος των 130.332,50 ευρώ, ήτοι ίση με τη συνολική ονομαστική αξία των πλαστών ομολόγων μετά των τοκομεριδίων τους, καθόσον ο τελευταίος εμφάνισε εν αγνοία του τους πλαστούς αυτούς τίτλους την 2α/10/2002 στην Τράπεζα Πειραιώς, στο υποκατάστημα της οδού ... στην ..., όπου αφού αρχικά τα εξαργύρωσε εκ των υστέρων πληροφορήθηκε την πλαστότητά τους με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να επιστρέψει όλα τα χρήματα στην Τράπεζα".
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 387/2009 βούλευμά του, δέχθηκε με δικές του σκέψεις, τα εξής:
"Στη προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και δη τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα περιεχόμενα στην δικογραφία έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων, με τα σχετικά υπομνήματα, τις εκθέσεις των εφέσεών των, καθώς και των εγγράφων που συνοδεύουν τις εφέσεις αυτές, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ ήταν κύριος μέτοχος των ασφαλιστικών εταιριών με τις επωνυμίες "ΠΕΙΡΑΪΚΗ Α.Ε.Γ.Α." και "ΒΕΡΓΙΝΑ" αρχικά και εν συνεχεία της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." με έδρα την ... (οδός ... αριθμ. ...), στην οποία είχε την ιδιότητα του Διευθυντή ζημιών. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Φ ήταν εταίρος αυτού στην εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." και είχε σύμφωνα με το καταστατικό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής. Κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2001 οι ως άνω εκκαλούντες ζήτησαν από τον Ψ, με τον οποίο ο εκκαλών Χ συνδεόταν με φιλία από πολλών ετών, δάνειο 42.000.000 δραχμών (123.257,52 ευρώ), για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, επικαλούμενοι πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εταιρίας των, επειδή την περίοδο εκείνη το Υπουργείο Εμπορίου είχε ζητήσει από την εταιρία τους να συμπληρώσει τα αποθεματικά της καταβάλλοντας σε μετρητά το ποσό των 181.000.000 δραχμών. Προς εξασφάλιση του ποσού του δανείου των 42.000.000 δραχμών, το οποίο ο Ψ χορήγησε στους εκκαλούντες, αυτοί παρέδωσαν στον δανειστή ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ανάλογης αξίας, τα οποία και θα ρευστοποιούσε ο Ψ σε περίπτωση μη επιστροφής των χρημάτων. Συγχρόνως υπεγράφη από τον ως άνω εκκαλούντα Φ, με την ιδιότητα αυτού ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω εταιρίας, η από 12.10.2001 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, με την οποία υποσχέθηκε να αποδώσει το παραπάνω ποσό του δανείου το αργότερο μέχρι την 20.1.2002, οπότε και θα του επιστρέφονταν οι τίτλοι, άλλως παραχωρούσε στον ως άνω αναφερόμενο δανειστή το δικαίωμα να περιέλθουν αυτοί στην κυριότητα του. Τα παραδοθέντα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ήσαν τα υπό στοιχεία ... αξίας 1.000.000 δραχμών, ... αξίας 1.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας 5.000.000 δραχμών, ... αξίας ποσού 5.000.000 δραχμών, με ημερομηνία ενάρξεως 2.10.1995 και λήξεως 2.10.2002, συνολικής αξίας 42.000.000 δραχμών (123.257,52 ευρώ). Η παράδοση των ομολόγων στον δανειστή Ψ, από τους εκκαλούντες έλαβε χώρα κατά την 12.10.2001 στο γραφείο του εν λόγω δανειστή στην ..., στον Οργανισμό Δημοσιογραφικού Χάρτου. Το γεγονός δε της κατοχής των ομολόγων αυτών και της παραδόσεως των στον δανειστή και από τους δύο εκκαλούντες κατά την ως άνω αναφερομένη ημεροχρονολογία συνάγεται σαφώς τόσον από το κοινό αυτών απολογητικό υπόμνημα, στο οποίο αναφέρουν ότι: "... ούτος δέχθηκε και τοπ παραδώσαμε τα εν λόγω ομόλογα μαζί με μία υπεύθυνη δήλωση που ζητούσε και μας κατέβαλε το εν λόγω ποσόν με την υπ' αριθμόν ... επιταγή της Τραπέζης Πειραιώς επειδή τα χρήματα τα δανειζόταν η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία η άνω υπεύθυνη δήλωση υπεγράφη μόνο από των πρώτο εξ ημών, ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας", όσον και από την κατάθεση της μάρτυρα ΑΑ, γραμματέα του Ψ. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες όταν πλησίαζε η ημερομηνοχρονολογία κατά την οποία έπρεπε να επιστρέψουν το ποσό του δανείου (20.1.2002), δήλωσαν στον ως δανειστή Ψ ότι είχαν αδυναμία να επιστρέψουν το παραπάνω χρηματικό ποσό και του ανακοίνωσαν ότι μπορούσε κατά την συμφωνία τους να κρατήσει στην κυριότητα του τα παραπάνω ομόλογα και να προβεί στην ρευστοποίηση αυτών. Κατά την 2.10.2002, (ημερομηνοχρονολογία λήξεως των ομολόγων) ο δανειστής Ψ εμφάνισε τους ως άνω τίτλους στην Τράπεζα Πειραιώς (Κατάστημα οδού ... αριθμ. ..., ...) και ρευστοποίησε αυτούς εισπράττοντας την συνολική τους αξία, δηλαδή 123.257,52 ευρώ, καθώς και τα συνημμένα σ'αυτούς τοκομερίδια αξίας 7.074,98 ευρώ. Αρχικά, η πληρώτρια Τράπεζα αναγνώρισε ως γνήσια τα εν λόγω ομόλογα, κατόπιν όμως και δη μετά από σχετική αλληλογραφία με την αρμόδια Υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος από την οποία προέκυψε ότι τα ομόλογα ήσαν εξ ολοκλήρου πλαστά και ότι είχαν καταρτισθεί κατ1 απομίμηση γνησίων τοιούτων, τα οποία είχαν εξοφληθεί κατά την 2.10.2002 σε κατάστημα της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, η Τράπεζα Πειραιώς ειδοποίησε σχετικά με το γεγονός αυτό τον Ψ, κατά την 21.2.2003. Η πλαστότητα των ομολόγων είχε διακριβωθεί μετά από εξειδικευμένη εκτίμηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών της Τράπεζας της Ελλάδος. Το εισπραχθέν από τα ομόλογα ποσά ο Ψ είχε καταθέσει κατά την 2.10.2002 στον ... τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (Υποκατάστημα ...), όταν δε πληροφορήθηκε ούτος τα περί της πλαστότητας των ομολόγων, έδωσε στην Τράπεζα Πειραιώς το δικαίωμα να δεσμεύσει το εισπραχθέν ποσό από τον ως άνω λογαριασμό. Ο Ψ ισχυρίζεται ότι μετά την αποκάλυψη της πλαστότητος των ομολόγων προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους εκκαλούντες, ανεπιτυχώς αρχικά, κατόπιν δε ο εκκαλών Φ τον ενημέρωσε ότι τα ομόλογα δεν ήταν πλαστά καθόσον ούτος τα είχε παραλάβει από την Τράπεζα, στην οποία ήταν δεσμευμένα για ασφαλιστικά αποθεματικά της ασφαλιστικής εταιρίας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ και είχαν αποδεσμευθεί μετά από έγκριση της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης. Οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες, δεν επέστρεψαν το ποσό του δανείου στον Ψ. Από το με ημεροχρονολογία 22-7-1998 έγγραφο της Τραπέζης CΙTYBΑΝΚ προς το Υπουργείο Εμπορίου προκύπτει πράγματι τοιαύτη αποδέσμευση ομολόγων συνολικού ποσού 42.000.000 δραχμών, εκδόσεως 2.10.1995, μετά από αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠIΣΤΗ ΑΕΑΖ". Και ενώ ο Ψ καλούσε τους εκκαλούντες να καλύψουν την ζημία που αυτός είχε υποστεί, οι τελευταίοι αρνούνταν να πράξουν αυτό επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες. Κατόπιν αυτών, ο Ψ με την από 11.3.2003 επιστολή του προς την Τράπεζα Πειραιώς αφού εξήγησε την κατάσταση και την θέση στην οποία είχε περιέλθει λόγω των παραπάνω ενεργειών των εκκαλούντων έδωσε στην τράπεζα αυτή το δικαίωμα να δεσμεύσει το ποσό που είχε εισπράξει κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την εξόφληση των ομολόγων από τον λογαριασμό του. Στο διάστημα δε που ακολούθησε και αφού ο Ψ ασκούσε έντονες πιέσεις στους παραπάνω δανειολήπτες, οι παραπάνω εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν για πρώτη φορά και ισχυρίζονται ακόμη ότι δεν κατήρτισαν οι ίδιοι τα πλαστά αυτά ομόλογα και ότι τα είχαν παραλάβει από τον ασφαλιστικό τους πράκτορα Ω, τελούντες εν αγνοία της πλαστότητας αυτών. Ισχυρίζονται δε ειδικότερα ότι ο Ω όφειλε στην εταιρία των από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2000 το ποσό των 50.000.000 δραχμών από εισπραχθέντα για λογαριασμό τους ασφάλιστρα και προς εξασφάλιση της οφειλής του αυτής τους είχε παραχωρήσει ως εγγύηση τα παραπάνω ομόλογα. Από τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες (βλ. το ... πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών η Ανδρομάχης Κλώνη-Καράλη, την από 20.1.2000 σύμβαση πρακτορεύσεως, την συναφθείσα μεταξύ της εταιρίας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" και του Ω, των τραπεζικών επιταγών ... ποσού 4.000.000 δραχμών, ... ποσού 4.000.000 δραχμών, ... ποσού 4.650.000 δραχμών, ... ποσού 3.350.000 δραχμών, τις οποίες μεταβίβασε ο Ω με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", την Εκδοθείσα από την ασφαλιστική εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" συγκεντρωτική εκκαθάριση λογαριασμού ασφαλίστρων, το αντίγραφο κατάστασης με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των πρακτόρων της εταιρίας από την οποία προκύπτει ότι ο Ω είχε επαγγελματική του διεύθυνση επί της οδού ... αριθμ. ... στο ..., την από 21.5.2001 βεβαίωση εγγραφής Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Πειραιώς για την άσκηση του επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορος του Ω, φωτοτυπίες των εφημερίδων ΕΞΠΡΕΣ και ΝΕΑ της 29.8.2002), προκύπτει ότι πράγματι ο Ω, παρέδωσε στους εκκαλούντες ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 42.000.000 δραχμών με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά, τα οποία δηλαδή κατείχε ο Ω και παρέδωσε στους εκκαλούντες, ήσαν πλαστά. Αντιθέτως, πλαστά ήσαν τα έγγραφα ομόλογα τα οποία κατείχαν οι εκκαλούντες και παρέδωσαν στον Ψ. Οι εκκαλούντες είχαν στην κατοχή τους τα παραδοθέντα σε αυτούς από τον Ω ομόλογα, μέχρις ότου παραδώσουν αυτά στον Ψ, επί ένα έτος, γεγονός που σημαίνει ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχαν την άνεση να προβούν και όντως προέβησαν στην κατάρτιση πλαστών τοιούτων δια της χρήσεως καταλλήλων μηχανικών μέσων. Η άποψη περί του ότι οι εκκαλούντες προέβησαν στην κατάρτιση των πλαστών ομολόγων ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν προεξόφλησαν αυτά καίτοι η εταιρία τους αντιμετώπιζε πιεστικό οικονομικό πρόβλημα, δεν επέστρεψαν το ποσό των 42.000.000 δραχμών στον δανειστή, απέφευγαν να επικοινωνήσουν μαζί του, ενώ ο εξ αυτών εκκαλών Χ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο στην δικογραφία αντίγραφο φύλλου ποινικού του μητρώου έχει καταδικασθεί για διάφορα εγκλήματα (απάτη, έκδοση ακαλύπτων επιταγών, ψευδή καταμήνυση). Το γεγονός, εξάλλου, ότι αμφότεροι κατείχαν τα πλαστά ομόλογα και αμφότεροι παρέδωσαν αυτά στον Ψ, καταδεικνύει ότι ενήργησαν από κοινού προβαίνοντες στην κατάρτιση των πλαστών ομολόγων δια της χρήσεως καταλλήλου μηχανικού μέσου, οι ίδιοι ή δια παρενθέτων προσώπων. Οι εκκαλούντες σκόπευαν να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο ποσό των 123.257,52 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η συνολική αξία των πλαστών ομολόγων.
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, υφίστανται κατά των εκκαλούντων αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, από κοινού, κατ'εξακολούθηση (άρθρα 1,13 περ.γ, 14, 16,17, 18 εδ. α, 26 παρ.1α,27 παρ.1, 45, 51,52, 60, 63,79,98, 216 παρ.1, 3α ΠΚ όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.2α του Ν. 2721/1999) και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τους εκκαλούντες Φ και Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την πράξη αυτή.
Συνεπώς τα όσα υποστηρίζουν με τις ένδικες εφέσεις οι παραπάνω κατηγορούμενοι είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθούν οι ένδικες εφέσεις, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του, να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού, αφού συμπληρωθεί όμως το βούλευμα αυτό ως προς το ομόλογο ... ονομαστικής αξίας ποσού 5.000.000 δραχμών, το οποίο δεν αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα και δη στο φύλλο έβδομο, στο διατακτικό αυτού".
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας ομολόγων με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ (123.257,52 ), για το οποίο διώχθηκε και κρίθηκε ο αναιρεσείων, μετά των συγκατηγορουμένων του Φ και Ω, παραπεμπτέος, κατά συναυτουργία με αυτούς, στο Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 13 περ. γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,45 , 98, 216 παρ.1β-3α ΠΚ, όπως το εδ. α της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996 και ισχύει ήδη μετά την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ενώ εξ άλλου δεν περιέχει στο αιτιολογικό του ασάφειες και αντιφάσεις, ώστε να στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε, δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τα ομόλογα που παρέδωσε ο Ω στους Φ και Χ "δεν προκύπτει ότι ήταν πλαστά" και της παραδοχής, στην παραπεμπτική διάταξη του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο πρωτοδίκου βουλεύματος, κατά την οποία παραπέμφθηκαν και οι τρείς ως άνω ως συναυτουργοί της πλαστογραφίας των ομολόγων, καθόσον δεν γίνεται δεκτό ότι τα ομόλογα για τα οποία η παραπομπή για πλαστογραφία ήταν τα παραδοθέντα από τον Ω στους συγκατηγορουμένους του για τα οποία η πρώτη ως άνω παραδοχή, με το να δεχθεί δε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "οι δύο εκκαλούντες προέβησαν από κοινού στην κατάρτιση των πλαστών ομολόγων, δια της χρήσεως καταλλήλων μηχανικών μέσων", κάνει λόγο μόνο για τους δύο παραπεμπομένους κατηγορουμένους, διότι μόνο αυτοί οι δύο άσκησαν εφέσεις, τις οποίες και έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, όχι και ο συμπαραπεμπόμενος Ω, β) το προσβαλλόμενο βούλευμα δε δέχεται στο σκεπτικό του ότι τα ομόλογα για τα οποία η παραπομπή είχαν παραδοθεί στους εκκαλούντες από τον Ω με σκοπό να τα ενεχυριάσουν και να τα δεσμεύσουν υπέρ της ασφαλιστικής τους εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", της οποίας ήταν κύριος μέτοχος ο αναιρεσείων και εταίρος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο Φ, αλλά αντίθετα, δέχεται, προς ενίσχυση του αναφερόμενου και αιτιολογούμενου δόλου των εκκαλούντων, ότι αυτοί μπορούσαν να τα προεξοφλήσουν για κάλυψη των πιεστικών οικονομικών προβλημάτων της παραπάνω ασφαλιστικής τους εταιρείας και δεν το έπραξαν, γιατί οι ίδιοι τα είχαν πλαστογραφήσει και ουδεμία αντίφαση προκύπτει ως προς το θέμα αυτό, γ) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία παραπέμπεται φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος και όχι κακουργήματος, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, με την κατάρτιση των παραπάνω πλαστών ομολόγων και τη χρήση τους, με παράδοση στο δανειστή τους Ψ, με δικαίωμα ρευστοποιήσεώς τους κατά τη λήξη τους, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του άνω δανειστή, κατά την λήξη των ομολόγων, του αντιστοιχούντος σε αυτά ποσού, ύψους 123.257,52 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος το ποσό των 73.000 ευρώ, αρχικά μάλιστα ο Ψ είχε εισπράξει το ποσό αυτό από την παραπλανηθείσα και ρευστοποιήσασα αυτά Τράπεζα Πειραιώς και μετά την αποκάλυψη της πλαστογραφίας τα επέστρεψε, δ) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν ήταν μέτοχος της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας, ότι τα πλαστά αυτά ομόλογα, ο Ψ, παρέλαβε μόνο από τον Φ, ο οποίος και μόνον έκανε χρήση, ότι δεν γνώριζε ο ίδιος την πλαστότητα των ομολόγων και ότι αυτά δε δόθηκαν στον δανειστή τους Ψ με δικαίωμα ρευστοποιήσεως, πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 84/23-4-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του με αριθ. 387/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενο βούλευμα που απέρριψεν ουσία εφέσεις 2 κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων κατά πρωτοβαθμίου βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπεμπτικού για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 § 1β, δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 2274/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουλό, περί αναιρέσεως της 874/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1202/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Επίσης, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η αναφορά του χρόνου αυτού είναι αναγκαία, όταν ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 874/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα παραβίασης κατασχέσεως και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, η παραβίαση κατασχέσεως συνίστατο στο ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη σε απροσδιόριστη ημερομηνία, πάντως εντός του 2001, ενώ με την υπ` αριθ. 8/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης) επικυρώθηκε η κατάσχεση του με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας SUBARU M 80 SDX, με αριθμό κινητήρα ... ιδιοκτησίας της, το οποίο είχε κατασχεθεί με την από ... έκθεση κατασχέσεως και για το οποίο (πράγμα) είχε ορισθεί φύλακας υπό μεσεγγύηση, υφαίρεσε το πράγμα, προβαίνοντας στην πώληση του άνω αυτοκινήτου. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα ουσιώδη έγγραφα που διαβάστηκαν από τη δικογραφία και απ` όλη τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη εντός του έτους 2001 πώλησε και παρέδωσε σε τρίτο το κατασχεθέν με την από 25.9.2000 έκθεση κατασχέσεως του ... του Λ.Σ. ..., αυτοκίνητο, του οποίου ορίσθηκε η ίδια ως μεσεγγυούχος".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης δεν διέλαβε στην απόφασή του την προβλεπομένη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν καθορίζει ακριβώς το χρόνο τελέσεως της πράξης, η αναφορά του οποίου ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία, γιατί αυτός, στην κρινόμενη περίπτωση, ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής και συγκεκριμένα γιατί δεν μπορεί να καθορισθεί αν η πράξη είχε τελεσθεί πριν από τις 14.5.2001, οπότε στις 14.5.2009 που εκδικάστηκε θα είχε ήδη παραγραφεί λόγω παρελεύσεως οκταετίας, ή μετά. Έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις για την παραγραφή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν η πράξη έχει παραγραφεί ή όχι και να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρέλκει δε, μετά από αυτά, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 874/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παραβίαση κατασχέσεως. Αναίρεση για ελλιπή αιτιολογία, γιατί δεν καθορίζεται ακριβώς ο χρόνος τελέσεως, και για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων για την παραγραφή και παραπομπή. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Χρόνος τέλεσης πράξης, Κατασχέσεως παραβίαση.
| 0
|
Αριθμός 2275/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ συζ Ν κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της ΑΤ316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 514/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκείται εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό αυτού ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που το ασκεί και το άγνωστο της διαμονής και κατά συνέπεια η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Πρέπει επίσης να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για απόρριψη της εφέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 περ. δ, 329, 331, 333 παρ. 2, 358,364 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της κρίσεώς του (ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου), έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως διότι κατά τον τρόπο αυτόν αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, διότι δεν αποτελούν έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Ως διαδικαστικά έγγραφα που δεν υπάγονται στην αποδεικτική διαδικασία θεωρούνται μεταξύ άλλων τα αποδεικτικά επίδοσης της κλήσεως προς εμφάνιση ή του κλητηρίου θεσπίσματος η ίδια η πρωτόδικη απόφαση, η έγκληση ή η αναφορά ή αίτηση για την άσκηση της ποινικής διώξεως ή το κλητήριο θέσπισμα και το αποδεικτικό επίδοσης αυτού καθώς και οι επισυναπτόμενες στα αποδεικτικά επιδόσεως βεβαιώσεις των οργάνων που ενεργούν την επίδοση ότι ο μάρτυρας και γενικότερα το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση έχει μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΑΤ 316/2009 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της την από 8/5/2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ΑΜ 10896/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 ν. 3016/2002 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 § 1 του ν. 3220/2004, αφού δέχθηκε τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του μάρτυρα Ν που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από όλη τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα κατηγορουμένη με την υπ' αριθμ. ΑΜ 10896/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, καταδικάσθηκε ερήμην, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 ν.2523/1997. Η απόφαση αυτή, όπως αποδεικνύεται από το από 2-3-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού φρουρού που υπηρετεί στο Α' Α/Τ Γλυφάδας ... επιδόθηκε στην κατηγορουμένη, ως αγνώστου διαμονής, στις 2-3-2007, διότι σύμφωνα με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία βεβαίωση του επιδόσαντος ειδικού φρουρού ήταν άγνωστο πρόσωπο στη διεύθυνση ... και η ίδια (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της) άσκησε κατ' αυτής έφεση στις 8/5/2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά συνέπεια, η ένδικη έφεση είναι εκπρόθεσμη. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται στην υπό κρίση έφεσή της ότι "....για πρώτη φορά έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης από το Αστυνομικό Τμήμα της Γλυφάδας, γιατί ουδέποτε ήταν πρόσωπο αγνώστου διαμονής, καθότι μόνιμη αστική της κατοικία κατά το χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως ήταν η αναφερθείσα ....). Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Και τούτο διότι ως τόπος κατοικίας της κατηγορουμένης στην από 5-9-2005 αίτηση ποινικής δίωξης του Ζ' τελωνείου Πειραιά αναφέρεται η ..., ενώ δεν δηλώθηκε άλλος τόπος κατά την προανάκριση αφού η κατηγορουμένη δεν απολογήθηκε διότι δεν ανευρέθη (βλ. από 15-11-2005 βεβαίωση του Αστυφύλακα ...). Στη διεύθυνση αυτή ...) αναζητήθηκε στις 2-1-2006 προκειμένου να της επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα, πλην όμως δεν ανευρέθη διότι σύμφωνα με την από ... βεβαίωση του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πειραιώς ... στην προαναφερθείσα διεύθυνση τυγχάνει άγνωστη και τελικά της επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής (βλ. από 2-1-2006 αποδεικτικό επίδοσης του παραπάνω επιμελητή). Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άλλος γνωστός τόπος κατοικίας της κατηγορουμένης για τη δικαστική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης, δηλαδή για την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και δη αυτήν που αναφέρει στην έφεσή της, ...". Περαιτέρω κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για το ότι σε περίπτωση που δεν ενεργήθηκε προανάκριση θεωρείται ως τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση κρίθηκε ότι ήταν νομίμως αδιάφορο το εάν η κατηγορουμένη είχε γνωστό σε τρίτους τόπο κατοικίας όπως στην ... για τον ΟΤΕ, κατά τα προκύπτοντα από τον αναγνωσθέντα λογαριασμό τηλεφώνου και περαιτέρω στην ... όπως προέκυπτε από την αναγνωσθείσα από 30/10/2008 κλήση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά προς την κατηγορουμένη και ότι κατ' ακολουθίαν η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη και από την επίδοση αυτής άρχιζε η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως εκ μέρους της και ότι ήταν απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της κατηγορουμένης.
Μετά ταύτα που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εκπρόθεσμη και ως και τούτου ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας διέλαβε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και ήταν αναγκαία για την πληρότητα της εκτείνεται δε αυτή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως του (Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προέκυπτε και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την αναφερομένη στην έφεση διεύθυνση κατοικίας της είναι αόριστη δε η μνεία στην έφεση της ότι η μόνιμη αστική κατοικία της κατά τον χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως ήταν η αναφερόμενη στην έκθεση εφέσεως. Κατά συνέπεια, νομίμως αναζητήθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, χωρίς να ανευρεθεί, στη μόνη γνωστή διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, στην ..., που ήταν η διεύθυνση επαγγελματικής δραστηριότητας της που αναφερόταν στην παραδεκτώς ληφθείσα υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αίτηση της Τελωνειακής Αρχής για άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της κατηγορουμένης καθόσον δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση για να δηλώσει αυτή κατ' άρθρο 273 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ την κατοικία της και ακολούθως λόγω μη ανεύρεσής της εκεί της ιδίας ή κάποιου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. πρόσωπα η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε με τοιχοκόλληση στο Δημαρχείο Γλυφάδας Αττικής κατά τα αναφερόμενα στο αναγνωσθέν από 2-3-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ενεργήσαντος την επίδοση ειδικού φρουρού και την κάτωθι αυτού υπό την αυτή ημερομηνία βεβαίωση για τοιχοκόλληση της αρμοδίας υπαλλήλου του άνω δήμου. Στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται τα μνημονευόμενα στα πρακτικά της δίκης αποδεικτικά μέσα δηλαδή η κατάθεση του μάρτυρα που πρότεινε και εξετάσθηκε στην κατ' έφεση δίκη η εκκαλούσα δια του εκπροσωπήσαντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου της και το από 2-3-2007 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης αγνώστου διαμονής κατηγορουμένη του ειδικού φρουρού του Α' Α/Τ Γλυφάδας ..., η από 8-5-2008 έκθεση εφέσεως της εκκαλούσας το φωτοαντίγραφο του λογαριασμού του ΟΤΕ έτους 2007 και η από 30-10-2008 κλήση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς προς την κατηγορουμένη, μετά από αξιολόγηση των οποίων κατέληξε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αλλού γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή και στο όργανο επιδόσεως κατοικία της κατηγορουμένης κατά τον χρόνο που έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ότι ήταν έγκυρη η επίδοση αυτής ως αγνώστου διαμονής και περαιτέρω ότι ασκήθηκε εκπροθέσεως η έφεση και ότι έπρεπε να απορριφθεί. Η αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτός των άνω αποδεικτικών μέσων και των διαδικαστικών εγγράφων που ήταν στη δικογραφία και συγκεκριμένα της από 5/9/2005 αίτησης ποινικής δίωξης του Ζ' τελωνείου Πειραιά της από 15-11-2005 βεβαίωσης του Αστυφύλακα ... περί μη ανευρέσεως της κατηγορουμένης για να επιδοθεί σ' αυτήν κλήση για να απολογηθεί προανακριτικώς και του από 2-1-2006 αποδεικτικού επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., έγινε για να επισημανθεί κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, ότι μόνη γνωστή διεύθυνση της κατηγορουμένης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς και τα όργανα επιδόσεως ήταν η αναφερόμενη στην αίτηση της τελωνειακής Αρχής για δίωξη εναντίον της όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας της και ότι εφόσον δεν ανευρέθη η κατηγορουμένη κατά την προανάκριση για να απολογηθεί και δεν δήλωσε άλλον τόπο κατοικίας της επιδόθηκε σ' αυτήν το κλητήριο θέσπισμα για την πράξη που της απεδίδετο, ως αγνώστου διαμονής. Δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα άνω έγγραφα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και περιέχονταν στο φάκελο της δικογραφίας για την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στην κατηγορουμένη εφόσον ήταν διαδικαστικού χαρακτήρα αυτά και δεν ετίθετο κατ' ακολουθία ζήτημα αποστερήσεως της κατηγορουμένης του δικαιώματος να προβεί δια του εκπροσωπούντος αυτήν στην κατ' έφεση δίκη σε δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα άνω διαδικαστικά έγγραφα κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Αναφέρεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του άνω δικαστηρίου για την κατ' έφεση δίκη ότι μετά την εξέταση του προταθέντος μάρτυρα υπεράσπισης και μετά τα όσα ο πληρεξούσιος της εκκαλούσας είπε για λογαριασμό της δόθηκε η δυνατότητα από την διευθύνουσα τη συζήτηση στον άνω συνήγορο της κατηγορουμένης που την εκπροσωπούσε για συμπληρωματικές εξηγήσεις και διασαφήσεις ως προς την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως και ότι αυτός απήντησε αρνητικώς. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/3/2009 αίτηση της Χ, συζύγου Ν, για αναίρεση της ΑΤ 316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως για λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας από την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την επίδοση της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής και απόρριψη του ισχυρισμού του στην κατ' έφεση δίκη ότι ήταν πάντοτε γνώστης διαμονής, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση και έτσι στερήθηκε ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του ως προς τα αποδεικτικά μέσα και να προβεί σε παρατηρήσεις. Απόρριψη ως αβασίμου του λόγου αναιρέσεως. Στα αναγνωστέα έγγραφα, που πρέπει να αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, δεν συμπεριλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα που είναι στο φάκελο της δικογραφίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2273/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Πιτσινή, περί αναιρέσεως της 946/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 688/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα, στοιχείο του αδικήματος της απειλής είναι όχι η άσκηση βίας αλλά η απειλή ασκήσεως βίας ή τελέσεως άλλης παράνομης πράξεως, η οποία (απειλή) μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις και περαιτέρω η εκδήλωση αυτή της απειλής να περιήγαγε τον άλλο σε τρόμο ή ανησυχία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ίδιου Κώδικα, όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γ' αυτόν από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος "τιμή" λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση να μη τυγχάνει το άτομο από κάποιον άλλο αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας που να δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 946/2008 αποφάσεως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "α) Στην ..., στις 17.11.2005,οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 λόγω μακροχρόνιων διαφορών με την οικογένεια Ζ, απηύθυναν εκ προθέσεως προς τον Ψ τις πρόσφορες να προσβάλουν την τιμή και υπόληψή του φράσεις "τι κοιτάς ρε κωλόπαιδο, θες να σε γαμήσω;", ο δεύτερος και "θες να σε γαμήσω, έχετε φάει ψωλή στον κώλο σας, θα σας γαμήσω όλους οικογενειακώς", ο πρώτος και ούτω προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή του. β) στον αυτό τόπο και χρόνο, οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν εκ προθέσεως τρόμο και ανησυχία στο Ψ, ο μεν πρώτος απευθύνοντας προς αυτόν τις απειλητικές φράσεις "θα σας γαμήσω όλους οικογενειακώς...σας έχω κάνει τρεις καταγγελίες, θες να σε γαμήσω;" ενώ κινούνταν εναντίον του κραδαίνοντας ένα σιδηρολοστό, ο δε δεύτερος απηύθυνε προς τον εγκαλούντα τις φράσεις "με κοιτάς ακόμη; Δεν έβαλες μυαλό; Θες να σε γαμήσω;" και "εσύ θες πολλές κλοτσιές, δεν ξέρεις ποιος είμαι εγώ". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της εξυβρίσεως, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 333 και 361 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρονται με λεπτομέρεια οι φράσεις τις οποίες απηύθυναν οι αναιρεσείοντες προς τον εγκαλούντα, με τις οποίες προσεβλήθη οι τιμή και η υπόληψή του, καθώς και εκείνες οι οποίες προξένησαν σ' αυτόν τρόμο και ανησυχία, με αναφορά στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και εκτίμησε. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο, την ημέρα του επεισοδίου αυτοί απουσίαζαν, δεν ευσταθούν, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εν τούτοις το Δικαστήριο, εμμέσως πλην σαφώς απάντησε, αφού στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι ήσαν οι αναιρεσείοντες παρόντες και τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες προβάλλεται ότι δεν έγινε σωστή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών περιήλθε σε τρόμο και ανησυχία, είναι απαράδεκτη, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος ειδική και εμπεριστατωμένη είναι και η αιτιολογία ως προς την ποινή, η οποία επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες, αφού εκτίθεται ότι για την επιμέτρηση αυτής έλαβε υπόψη το Δικαστήριο τη βαρύτητα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν, όπως ειδικά και εμπεριστατωμένα και με λεπτομέρειες περιγράφηκαν, σύμφωνα με τα παραπάνω και όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις που απαιτούνταν για την επιβολή των ποινών που επιβλήθηκαν. Επομένως, ο μοναδικός, με τις ανωτέρω αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/4 Απριλίου 2008 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της 946/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον κάθε αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απειλή και εξύβριση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ότι απουσίαζαν από τον χώρο που έγιναν οι πράξεις δεν είναι αυτοτελής, ώστε να χρειάζεται ειδική απάντηση, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και στο σκεπτικό εμμέσως, πλην σαφώς απαντάται, αφού γίνεται δεκτό ότι ήσαν παρόντες και τέλεσαν τις πράξεις. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Εξύβριση, Απειλή.
| 1
|
Αριθμός 2272/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη, περί αναιρέσεως της 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα και ιδρύεται ο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, αφού τον κήρυξε ένοχο του ότι "στο ..., στους παρακάτω χρόνους τέλεσε τις πιο κάτω αξιόποινες πράξεις: Α.- Στις 24.11.2002, 29.11.2002 και 22.12.2002, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, εντός της επί της ... οικίας τους, επιτέθηκε στις 24.11.2002 και 29.11.2002 στην εγκαλούσα σύζυγό του Ζ και με τα χέρια του την χτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της, προξενώντας σ' αυτήν μώλωπες και κακώσεις, επίσης στις 22.12.2002 επιτέθηκε στην ίδια ως άνω εγκαλούσα, την άρπαξε από τους ώμους, της χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο, στη συνέχεια την έσυρε στο πάτωμα και με κλοτσιές τη χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός της και την τραυμάτισε, προξενώντας της εκδορές στην έσω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, οίδημα μαλακών μορίων τριχωτού κεφαλής στην ινιακή χώρα. Οι πράξεις του αυτές, από τον τρόπο τελέσεώς τους και του σημείου καταφοράς των πληγμάτων, μπορούσαν να προκαλέσουν στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματικής της βλάβη". Προκειμένου να οδηγηθεί το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στην ως άνω καταδικαστική κρίση, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχτηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 24.11.2002, 29.11.2002 και 22.12.2002, εξακολουθητικά εντός της οικίας τους επί της οδού ... με τα χέρια του χτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της τη σύζυγό του Ζ, προξενώντας σ' αυτήν μώλωπες και κακώσεις και ειδικότερα στις 22.12.2002 της κτύπησε το κεφάλι στον τοίχο, αφού την άρπαξε από τους ώμους, στη συνέχεια την έσυρε στο πάτωμα και με κλοτσιές την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός της, προκαλώντας σ' αυτήν εκδορές στην έσω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, οίδημα μαλακών μορίων τριχωτού κεφαλής, στην ινιακή χώρα. Από το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, του τρόπου τέλεσης, με άκρατη βιαιότητα και της εν γένει νευρολογικής ευαισθησίας της παθούσας οι πράξεις αυτές μπορούσαν να της προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 του Ποινικού Κώδικα, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, γίνεται ειδική αναφορά, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου ότι με την περιγραφόμενη στην απόφαση συμπεριφορά του η σωματική κάκωση που προκάλεσε στη σύζυγό του θα μπορούσε με τον τρόπο που τελέστηκε να της προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη. Δηλαδή εξειδικεύεται στην απόφαση και καθορίζεται με σαφήνεια ποία από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού έγινε δεκτό ότι πρόκειται για βαριά σωματική βλάβη, το γεγονός δε ότι στο διατακτικό αναφέρονται και οι δύο περιπτώσεις διακινδυνεύσεως οφείλεται σε προφανή παραδρομή, συνισταμένη στη μη διαγραφή της περιπτώσεως του κινδύνου για τη ζωή, που είχε γραφεί αρχικώς στο κατηγορητήριο κατά τρόπο διαζευκτικό με την βαριά σωματική βλάβη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον με αυτές προβάλλεται ότι δεν έγινε σωστή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εν όψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. ΚΠοινΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτονται οι δύο λόγοι της αναιρέσεως, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι είναι μεν απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη, πλην εν προκειμένω καθορίζεται σαφώς στο αιτιολογικό πρόκειται για βαριά σωματική βλάβη, η δε διαζευκτική αναφορά στο διατακτικό οφείλεται σε προφανή παραδρομή.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 2271/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κουφάκη, περί αναιρέσεως της 20250/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 369/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 εδ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απόλυτη ακυρότητα που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, χωρίς να προσδιορίζει τα έγγραφα αυτά, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, παραδεκτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου και από την ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της από τα οποία αποδεικνύεται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, όπως αυτά προσδιορίζονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, εξατομικευμένα, κατά τρόπο που καθιστά δυνατή τη διάγνωση ότι αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν απαιτείται δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία αναφέρεται στην απόφαση ότι ο δράστης ενήργησε από πρόθεση, ειδικότερη αιτιολόγηση των στοιχείων της γνώσεως, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972. Εξ άλλου, η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιο Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, "...ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι την 15.4.2002, στην Αθήνα, εξέδωσε την στο διατακτικό αναφερόμενη επιταγή, ποσού 70.000.000 δρχ. εις διαταγήν τού εγκαλούντος, η οποία όταν παρουσιάστηκε την 22.4.2002 στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχε αντίκρισμα". Ακολούθως το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα του ότι στην ... την 15.4.02 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή της γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμ. ... για να πληρωθεί από την ...ΤΡΑΠΕΖΑ για δραχμές 70.000.000 σε διαταγή Ψ και αφού παρουσιάστηκε την 22.4.2002 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα" και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €). Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινές διατάξεις που εφάρμοσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επίμαχης επιταγής, είναι αβάσιμη, αφού όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, για την οποία αρκεί η μνεία ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση. Περαιτέρω, η αιτίαση που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με τον αυτόν ως άνω λόγο αναιρέσεως ότι η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν αναφέρεται το όνομα εκείνου που εμφάνισε την επιταγή, αλλά ούτε και το κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας, στο οποίο εμφανίσθηκε η επιταγή για την πληρωμή της, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού με την ως άνω παραδοχή, ότι δηλαδή η επιταγή είχε εκδοθεί εις διαταγή του εγκαλούντος και ότι αφού παρουσιάστηκε στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή από τον εγκαλούντα στην πληρώτρια Τράπεζα, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται και σε ποιο κατάστημα της ως άνω πληρώτριας Τράπεζας εμφανίσθηκε, αφού το νομικό πρόσωπο της πληρώτριας Τράπεζας είναι ένα και το αυτό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 82 παρ.2 εδ. τελευταίο του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Εξ άλλου, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απόρριψη ειδικώς και εμπεριστατωμένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διαφορετικά, αν αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, ήτοι εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί η μετατροπή για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων πράξεων και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως, που προβλέπει τη μετατροπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, μετά την περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου "ζήτησε το ελάχιστο όριο της ποινής, μετατροπής και χρηματικής ικανοποίησης". Το αίτημα αυτό της μετατροπής της ποινής, έτσι που προβλήθηκε, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι η μετατροπή της ποινής αρκεί για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, είναι αόριστο.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό και νομίμως το απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς να αποφανθεί για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Β' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επομένως, και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου Αθηνών για αναίρεση της 20.250/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Α) Απόλυτη ακυρότητα διότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει ποια ήταν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται διότι γίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία ότι πρόκειται για τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν τότε. Β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν περιλαμβάνονται όλα τα περιστατικά που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και ειδικότερα η γνώση του κατηγορουμένου ως προς την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται διότι στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως, σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Γ) Έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα για μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των τριών ετών. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, διότι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφού το αίτημα ήταν αόριστο. Απορρίπτεται η αίτηση στο σύνολό της.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ακροάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 2270/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Βαλσαμίδη, για αναίρεση της 8500/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 350/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 370 Α παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1291/1982, "όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση. Η χρησιμοποίηση από το δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών, που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από αυτή έγκλημα της παραβιάσεως των τηλεφωνημάτων δύναται να πραγματοποιηθεί με παγίδευση ή με παρέμβαση σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή κατά οποιοδήποτε τρόπο γενόμενη, η δε γνώση του περιεχόμενου της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως ή μαγνητοφώνηση αυτής να γίνεται κατά τρόπο αθέμιτο, δηλαδή χωρίς σχετικό δικαίωμα του δράστη, παρεχόμενο από τη διάταξη νόμου ή τη συναίνεση εκείνου που ομιλεί. Στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού περιλαμβάνεται υπαλλακτικώς η "παγίδευση ή η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρέμβαση" του δράστη. Ως "παγίδευση" νοείται ή χρησιμοποίηση τεχνικού ακουστικού μέσου σε άμεση επαφή με την τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή, ενώ ο δεύτερος τρόπος πραγματώσεως της εγκληματικής συμπεριφοράς περιλαμβάνει κάθε άλλη προσβολή της τηλεφωνικής επικοινωνίας, που δεν απαιτεί κατ' ανάγκη άμεση επαφή του τεχνικού ακουστικού μέσου με τη σύνδεση ή συσκευή. Υποκειμενικώς απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι πρόκειται για συνδιάλεξη μεταξύ τρίτων και τη θέληση της παγιδεύσεως ή επεμβάσεως σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή, με σκοπό να πληροφορηθεί ο δράστης το περιεχόμενο της συνομιλίας ή να το μαγνητοφωνήσει. Το έγκλημα είναι τελειωμένο από τη στιγμή που θα συντελεστεί η παγίδευση ή η κατά οποιοδήποτε τρόπο παρέμβαση του δράστη και δεν απαιτείται και η πραγμάτωση του σκοπού του. Το αθέμιτο της παγιδεύσεως ή της παρεμβάσεως προκύπτει από την παγίδευση ή την παρέμβαση, αν δε ο δράστης προβάλλει το θεμιτό αυτής, όπως στην περίπτωση συναινέσεως των τηλεφωνικώς συνδιαλεγόμενων ή νόμιμης επεμβάσεως του, κατά διάταξη νόμου, οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό, που αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα. Και η μαγνητοφώνηση συνομιλίας αποτελεί μορφή της πληροφορήσεως του δράστη για την τηλεφωνική συνδιάλεξη τρίτων, αφού και αυτή τελικά καταλήγει στην "ακρόαση" της συνομιλίας τούτων, η οποία "ακρόαση" αποδίδεται στην ως άνω διάταξη με τον όρο "πληροφόρηση". Εξάλλου, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και που έχει σαν συνέπεια την δημιουργία λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν στην απόφαση δεν περιέχονται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ότι προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης 8500/2007 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχτηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ στο ..., στις 16.12.2004, κατελήφθη στη συμβολή των οδών ..., να έχει ανοίξει το ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ και να έχει συνδέσει στο κεντρικό καλώδιο 37, το οποίο αντιστοιχεί στην τηλεφωνική σύνδεση ..., που ανήκει στην ενάγουσα Ψ, στη διεύθυνση..., ένα καλώδιο με βύσμα για μαγνητόφωνο, με σκοπό να συνδέσει ένα μαγνητόφωνο μάρκας ..., καθώς επίσης και στο κεντρικό καλώδιο 82, που αντιστοιχεί στην τηλεφωνική σύνδεση ..., που ανήκει στη ... και χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τους ενοικιαστές της -εγκαλούντες ... και ..., να έχει συνδεδεμένο με βύσμα και μαγνητόφωνο με κασέτα σε λειτουργία, με σκοπό να μαγνητοφωνεί και να πληροφορεί το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αυτών με τρίτους. Όταν ο ανωτέρω κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι έγινε αντιληπτός, έφυγε, κλείνοντας το ΚΑΦΑΟ. Εντοπίσθηκε από αστυνομικούς της Αμέσου Δράσεως, μετά από υπόδειξη του .... Στην κατοχή του και συγκεκριμένα εντός τσάντας ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν καλώδια, εργαλεία, ακουστικό τ/φ με πληκτρολόγιο μετά καλωδίων και βυσμάτων, αντικλείδι (πασπαρτού) ΚΑΦΑΟ. Μετά από τηλεφώνημα στο Κέντρο της ΑΔ για σταθμευμένη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, στην ... 58 β', μετέβησαν αστυνομικοί της ΑΔ, όπου βρήκαν την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου και εντός κράνους, που ήταν τοποθετημένο πάνω σ' αυτή, ανευρέθη πλαστική σακούλα, που περιείχε μαγνητόφωνο, με εντοιχισμένο ασύρματο με κασέτα εντός αυτού και κασέτες κασετοφώνου. Τα παραπάνω ενισχύονται από τις καταθέσεις του ..., αστυνομικού και του ..., τεχνικού υπαλλήλου του ΟΤΕ και των από 16.12.2004 εκθέσεων παραδόσεως και κατασχέσεως. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι επεδίωκε την παγίδευση του τηλεφώνου του ... κρίνεται αβάσιμος καθόσον και ο ίδιος εθεάθη στο χώρο του ΚΑΦΑΟ και τα αντικείμενα που βρέθηκαν αμέσως στο χώρο του ΚΑΦΑΟ και τα αντικείμενα που βρέθηκαν αμέσως μετά στο χώρο του κατανεμητή στην τσάντα του και στο κράνος που δείχνουν την τέλεση από αυτόν της αξιόποινης πράξης, για την οποία κατηγορείται". Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών με τριετή αναστολή. Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, για το τετελεσμένο της πράξεως απαιτείται η συντέλεση της παγιδεύσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο παρέμβαση του δράστη στην τηλεφωνική σύνδεση άλλου, χωρίς τη συγκατάθεση του, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω και η πραγμάτωση του σκοπού του δράστη να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως. Επομένως, οι σχετικοί περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και συγκεκριμένα ότι έπρεπε να εφαρμοσθούν οι περί απόπειρας διατάξεις του Ποινικού Κώδικα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και η αναίρεση στο σύνολό της, καθόσον οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση και εκτίμηση των αποδείξεων που εκφεύγουν από τον αναιρετικό έλεγχο, ο δε αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 41/11 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8500/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για το τετελεσμένο της πράξεως απαιτείται η συντέλεση της παγιδεύσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο παρέμβαση του δράστη στην τηλεφωνική σύνδεση άλλου, χωρίς τη συγκατάθεσή του, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω και η πραγμάτωση του σκοπού του δράστη να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραβίαση απορρήτου προφορικής συνομιλίας, Παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών.
| 0
|
Αριθμός 2269/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 1233/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 5 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο των πλημμελειοδικών αποτελείται από τρεις τακτικούς δικαστές. Επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός μόνο δικαστή από πάρεδρο στο πρωτοδικείο, από πταισματοδίκη ή από ειρηνοδίκη, όταν για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύνθεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ' και άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. δ' και παρ. 2 τού Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988), το τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, αναπληρώνονται κατ' αρχαιότητα ένας πρωτοδίκης από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειας του. Περαιτέρω, στο κεφάλαιο Β' του άρθρου 17 § 1 του ίδιου ν. 1756/1988, όπως ισχύει, ορίζεται: "Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 17, "Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα στα πρωτοδικεία α) όλων των προέδρων πρωτοδικών β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων, δ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη στις συνθέσεις τριμελών πλημμελειοδικείων. Κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 17, "Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς. Κατά τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 17 παρ. 7 περ. β', όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής και ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως. Τέλος, κατά την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου 17, η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι και στα δικαστήρια των οποίων οι ποινικές συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση, δεν είναι δυνατή η μετά την κλήρωση αναπλήρωση μέλους τής συνθέσεως από άλλο δικαστή με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, παρά μόνο από δικαστή ο οποίος περιελήφθη στον πίνακα που καταρτίζεται και κληρώνεται ως αναπληρωτής. Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν αποκλείεται, σύμφωνα με τα παραλλήλως ισχύοντα άρθρα 5 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 5 παρ.1 εδ. δ' τού ν. 1756/1988, σε περίπτωση που και επί δικαστηρίων στα οποία διενεργείται κλήρωση, δεν είναι δυνατή για οποιοδήποτε λόγο η συγκρότηση των ποινικών συνθέσεων των δικαστηρίων αυτών από τον αριθμό των υπηρετούντων σ' αυτό δικαστών, να τεθούν στην κληρωτίδα και κληρωθούν και ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες υπηρετούντες στην περιφέρεια του δικαστηρίου, ύστερα από πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, η οποία θα μνημονεύει την αδυναμία συγκροτήσεως των συνθέσεων. Στη τελευταία περίπτωση, όταν δηλαδή στη σύνθεση του δικαστηρίου λαμβάνει μέρος ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης, τού οποίου το όνομα είχε τεθεί στην κληρωτίδα και κληρώθηκε, δεν απαιτείται στην απόφαση του δικαστηρίου να αναφέρεται η πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, βάσει της οποίας συμπεριελήφθη το όνομα τούτου στην κληρωτίδα, αφού από τη γενόμενη κλήρωση δεν στερείται ο κατηγορούμενος του φυσικού του δικαστή, το όνομα του οποίου μπορούσε να πληροφορηθεί από τα πρακτικά της κληρώσεως, τα οποία αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου, να προβάλει δε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας τυχόν ακυρότητες από τη μη τήρηση των παραπάνω διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση, εάν στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετάσχει κάποιος από τους παραπάνω δικαστές, τυχόν αναφορά στην απόφαση πράξεως του διευθύνοντος το δικαστήριο, δεν γίνεται με την έννοια ότι με αυτή ορίζεται ο ως άνω δικαστής ως μέλος της συνθέσεως του δικαστηρίου, αλλά με την πρόδηλη έννοια ότι, λόγω αδυναμίας συγκροτήσεως του δικαστηρίου, με την πράξη αυτή ο Ειρηνοδίκης ή Πταισματοδίκης περιελήφθη στον πίνακα δικαστών από τον οποίο διενεργήθηκε η κλήρωση και κληρώθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με σχετικό λόγο αναιρέσεως, που προβάλλεται με το υπόμνημα, ως λαμβανόμενον υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη 1233/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου, ήτοι για λόγο προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με την αιτίαση ότι στην σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετείχε η Ειρηνοδίκης Χρυσή Παπαδοπούλου, με τη μνεία ότι κωλύονται οι τακτικοί δικαστές χωρίς να μνημονεύεται η σχετική πράξη του Διευθύνοντος το Δικαστήριο για την ως άνω αναπλήρωση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί στο Πρωτοδικείο Πατρών, όπου υπηρετούν περισσότεροι από δεκαπέντε δικαστές γίνεται κλήρωση των δικαστών που συγκροτούν κατά μήνα τα ποινικά Δικαστήρια, όπως δε προκύπτει από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 3178/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης τής Διευθύνσεως της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πατρών, στην κλήρωση για τη συγκρότηση των ποινικών δικαστηρίων για τον μήνα Μάρτιο του έτους 2007 συμμετείχαν και ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες της περιφέρειας ντου Πρωτοδικείου Πατρών, όπως δε προκύπτει από τα 2/12.2.2007 πρακτικά συνεδριάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών με αντικείμενο την "κλήρωση των δικαστών και των εισαγγελέων που θα συγκροτήσουν τα ποινικά δικαστήρια για τον μήνα Μάρτιο του έτους 2007" κληρώθηκε η ως άνω ειρηνοδίκης Χρυσή Παπαδοπούλου ως αριστερό μέλος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, ως εκ περισσού δε και πλεοναστικώς γίνεται μνεία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι συμμετέχει επειδή κωλύονται οι τακτικοί δικαστές.. Σε κάθε πάντως περίπτωση, τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της παραπάνω προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ακυρότητα όσον αφορά την σύνθεση του δικαστηρίου. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003 το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, τον χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΟλΑΠ 6/94 και 4/95). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση εκ μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη 1233/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9147/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για φοροδιαφυγή σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετατράπηκε προς 1500 δραχμές ημερησίως. Από την σχετική από 15 Νοεμβρίου 2006 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου τού λόγου τής αναιρέσεως, ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, εκθέτει επί λέξει τα ακόλουθα: "Η έφεση του αυτή ασκείται εμπρόθεσμα, καθόσον έλαβε γνώση αυτής της απόφασης μόλις την 9.11.2006, όπου συνελήφθη με βάση αυτή από το Α.Τ. Κηφισιάς, της οποίας (απόφασης) ουδέποτε είχε λάβει γνώση πριν από την ημερομηνία αυτή, διότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε ή του παρεδόθη το κλητήριο θέσπισμα για να παρουσιασθεί κατά την εκδίκαση της ως άνω κατηγορίας εις βάρος του ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, φέρεται δε να έχει επιδοθεί στην επί της ..., κατοικία, στην οποία διέμενε μέχρι του έτους 1991, έκτοτε δε συνεχώς και μέχρι σήμερα διαμένει επί της ..., μετά της οικογενείας του, αποτελούμενης από τη σύζυγο του, ... και τη θυγατέρα του ..., σε κατοικία ιδιοκτησίας τής θυγατρός του και ουδέποτε επίσης του κοινοποιήθηκε η ως άνω πρωτόδικος απόφαση ή έλαβε γνώση αυτής, ώστε να ασκήσει τα ένδικα μέσα και ως εκ τούτου, μη έχοντας γνώση του πρωτόδικου δικαστηρίου, όσο και της αποφάσεως που εκδόθηκε δεν κατέστη δυνατό και από λόγους πέραν της δικής μου θελήσεως και σε κάθε περίπτωση από λόγους ανωτέρας βίας να ασκήσει ενωρίτερα τα ένδικα μέσα, περαιτέρω δε δεν γνώριζε ότι είχε ασκηθεί σε βάρος του δίωξη για τα αδικήματα αυτά, ώστε μα υποχρεούται να δηλώσει την αλλαγή της διεύθυνσης της κατοικίας του". Προέβαλε, δηλαδή, με την έφεση ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, ανέφερε δε όλως αορίστως και λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Η προσβαλλόμενη απόφαση στην αιτιολογία της αναφέρει τόσο τη χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης ως άνω ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών ως άγνωστης διαμονής, στην τελευταία γνωστή κατοικία του, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, (15-15-2006), δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, όσα υποστήριξε ο κατηγορούμενος και απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλούμενη καταδικαστική υπ' αριθμ. 9147/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής στις 6 Μαΐου 1999 στο Δήμο ..., αφού αυτός δεν ανευρέθηκε στον τελευταίο γνωστό στην εισαγγελική αρχή τόπο της κατοικίας του επί της ..., που αναφέρεται στην 13397/123/25.5.1998 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου Β' ΔΟΥ Πατρών, όπου και αναζητήθηκε όπως αποδεικνύεται από το από ... αποδεικτικό επίδοσης απόφασης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .... Η επίδοση αυτή της εκκαλουμένης απόφασης στον κατηγορούμενο ήταν καθόλα έγκυρη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 ΚΠΔ με συνέπεια η ασκηθείσα στις 15.11.2006 έφεση αυτού, δηλαδή μετά πάροδο έξι και πλέον ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης, να είναι εκπρόθεσμη και συνακόλουθα απαράδεκτη. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής επί της ως άνω οδού, όπου αναζητήθηκε, αφού από το έτος 1991 και μετά διαμένει επί της ... Η διεύθυνση όμως αυτή δεν ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που έκανε την επίδοση της εκκαλουμένης ούτε είχε δηλωθεί στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 273 ΚΠΔ. Επομένως η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως του Δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι η απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, αναφέρεται δε και στα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της παραπάνω κρίσεως του. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 1233/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατ' αποφάσεως η οποία απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της εφεσιβαλλόμενης αποφάσεως από εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως είναι και η επίδοση ως ¨άγνωστης διαμονής¨, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε ¨γνωστή διαμονή. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Η αναπλήρωση τακτικού δικαστή από ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη δεν αποκλείεται σε περίπτωση που και επί δικαστηρίων στα οποία διενεργείται κλήρωση, δεν είναι δυνατή για οποιοδήποτε λόγο η συγκρότηση των ποινικών συνθέσεων των δικαστηρίων αυτών από τον αριθμό των υπηρετούντων σ' αυτό δικαστών, να τεθούν στην κληρωτίδα και κληρωθούν και ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες υπηρετούντες στην περιφέρεια του δικαστηρίου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 2268/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου, για αναίρεση της 8691/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 414/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 222 του Ποινικού Κώδικα, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο, έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) ο δράστης να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) ο δράστης να ενήργησε προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα τούτο είναι αφηρημένης διακινδυνεύσεως, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή, αλλά αρκεί και η δικονομική, λόγω δυσχεράνσεως της αποδείξεως με άλλα μέσα και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 8691/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ως υπαίτιος του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Ειδικότερα το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "στην ..., στις 16 Απριλίου 2002, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν είναι κύριος, και ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, αν και η εγκαλούσα ..., επιδίδοντας του την από 11.4.2002 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση της, τον καλούσε να της παραδώσει, εντός πενθημέρου από της επιδόσεως, τα εμπορικά βιβλία της ατομικής επιχείρησης της, με έδρα την ... (...), μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και τα βιβλία απογραφών, ισολογισμού της εταιρείας και τα μηνιαία ισοζύγια τεταρτοβαθμίων λογαριασμών από Ιανουάριο του έτους 1999, και των οποίων η εγκαλούσα ήταν κυρία, αυτός, αν και ήταν λογιστής της εν λόγω επιχείρησης, τα απέκρυψε και αρνήθηκε να παραδώσει στην εγκαλούσα, με σκοπό να την βλάψει". Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 8691/2007 αποφάσεως του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του λογιστή, είχε αναλάβει να παρέχει αντί αμοιβής τις λογιστικές και φοροτεχνικές του γνώσεις στην ατομική επιχείρηση που ασκούσε η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα, ..., που είχε αντικείμενο την εμπορία ειδών υγιεινής. Η συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι το τέλος του 2001. Τον Απρίλιο του 2002, η εγκαλούσα πληροφορήθηκε από την Δ.Ο.Υ. ..., ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε υποβάλει περιοδικές μηνιαίες δόσεις Φ.Π.Α. από το Δεκέμβριο του 2000, ούτε εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. για τα έτη 2000 και 2001. Μετά από αυτά, η εγκαλούσα με την από 11.4.2002 έγγραφη δήλωση της ζήτησε από τον κατηγορούμενο να ρυθμίσει τις παραπάνω παραλείψεις του, συγχρόνως δε τον καλούσε να της αποδώσει μέσα σε ένα πενθήμερο τα εμπορικά βιβλία της επιχείρησης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν το βιβλίο απογραφών, το βιβλίο ισολογισμού της επιχειρήσεως της και τα μηνιαία ισοζύγια τεταρτοβαθμίων λογαριασμών από τον Ιανουάριο του 1999, των οποίων αυτή ήταν κυρία. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την απόδοση των βιβλίων αυτών, τα οποία απέκρυψε, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος αυτής". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι δεν καθορίζεται ο σκοπός της βλάβης της εγκαλούσας, την οποία (εγκαλούσα) εκείνος καλούσε επανειλημμένως να παραλάβει τα έγγραφα και ότι την είχε ενημερώσει ότι διέκοψε την παροχή των υπηρεσιών του προς αυτήν, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθ' όσον ανάγονται στη μη αιτιολόγηση του σκοπού της βλάβης της εγκαλούσας, αφού με σαφήνεια αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων με σκοπό τη βλάβη της τελευταίας δεν της απέδωσε τα ως άνω έγγραφα, καθ' όσον δε ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μοναδικός λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 47/14 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 8691/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2267/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδης, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 2131/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 484/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του νόμου 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω τής εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Από τα ανωτέρω ακολουθεί ότι, αν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ώστε να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία της εφέσεως, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 4/1995), υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Την προβολή των στοιχείων αυτών ενώπιον του εφετείου πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένη και παραδεκτή και η αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του αναιρεσείοντος να θεωρηθεί για τους λόγους αυτούς εμπρόθεσμη η έφεση του. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο τής επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και τής επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2131/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό τον αναιρεσείοντα και εκκαλούντα - κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 29.336/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και συνολική χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €). Από τη σχετική με αριθμό πρωτοκόλλου 7442/2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και τού βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών δήλωσε ότι την έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι η εκκαλουμένη δεν τού επιδόθηκε ποτέ, άλλως δεν τού επιδόθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλουμένη τού επιδόθηκε στην οδό ... (χωρίς αριθμό) με την οποίαν δεν είχε οποιαδήποτε σχέση από το έτος 1999, οπότε δεν αναφέρει οτιδήποτε η εκεί επιχείρησίς του έκλεισε λόγω τού σεισμού του Σεπτεμβρίου 1999. Αποτέλεσμα των ανωτέρω παρατυπιών ήταν να λάβω την 24.5.2007 για πρώτη φορά γνώση τής υπάρξεως της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου. Περαιτέρω, διότι από το χρόνο τής επίδοσης της εκκαλουμένης μέχρι και σήμερα συνέτρεχαν στο πρόσωπο του λόγοι ανώτερης βίας, που τον απέτρεπαν και τον εμπόδιζαν να επιμεληθεί ακόμα και τις πιο απλές υποθέσεις του. Συγκεκριμένα, λόγω τής οικονομικής και επαγγελματικής καταστροφής που υπέστη από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του, υπέστη σύμφωνα και με το από 18.10.2005 σημείωμα - πιστοποιητικό τού Ψυχιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας Αγία Όλγα, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην παρούσα, "άγχος και στενοχώρια....έντονο καταθλιπτικό συναίσθημα με αίσθημα απελπισίας, αναξιότητας και ενοχής,....διακεκομμένο ύπνο και οργανωμένο αυτοκτονικό ιδεασμό (εμφανιζόμουν δε ως) μελαγχολικός με καταθλιπτικό προσωπείο, πτωχή βλεμματική επαφή, ολιγομίλητος (και διαγνώσθηκε) ...κατάθλιψη". Αποτέλεσμα των ανωτέρω καταστάσεων ήταν να ανανήψω για πρώτη φορά την 24.4.2007 και να χορηγήσω πλέον έγγραφη εντολή σε δικηγόρο να ασκήσει την παρούσα έφεση, γνώση τής υπάρξεως της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, οδηγήθηκε στην απόρριψη της εφέσεως, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, όπως προκύπτει από το από 7.6.2006 αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αρχιφύλακα του Α.Τ. Ν. Ηρακλείου, η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε νομότυπα στον τόπο εργασίας τού εκκαλούντος (εστιατόριο το ...) και παραλήφθηκε από τη σύνοικο ... και δεδομένου ότι ο εκκαλών άσκησε την έφεση του την 31.5.2007, δηλαδή μετά την πάροδο τής κατ' άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. δεκαήμερης προθεσμίας, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω τού εκπροθέσμου τής άσκησης της". Δηλαδή, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης 29.336/2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 7 Ιουνίου 2006, προκύπτουσα από το μνημονευόμενο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..., όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 31 Μαΐου 2007, δηλαδή μετά την παρέλευση (αναφέρεται στην αιτιολογία), της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Επομένως, η αιτιολογία αυτή τής αποφάσεως του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού περί ανωτέρας βίας, αφού τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, ανεξάρτητα από το ότι δεν συνιστούν αυτά καθ' εαυτά λόγο ανώτερης βίας, ενόψει και του ότι δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι παρέλαβε ο ίδιος την εκκαλούμενη απόφαση, αλλά η ..., ως σύνοικος αυτού, εξέλιπαν ήδη, από τις 24 Απριλίου 2007, οπότε αυτός "ανένηψε", όπως ισχυρίστηκε, έκτοτε δε παρήλθε και πάλι άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, η οποία τελικά ασκήθηκε στις 31 Μαΐου 2007. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 2131/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2266/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 280/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ..., 2. Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο, 3.Ψ3, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε, 4.Ψ4 και 5. Ψ5, κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 616/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη τού άρθρου 259 τού Ποινικού Κώδικα, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την για το γενικότερο συμφέρον ομαλή και χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης τού οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του Ποινικού Κώδικα απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από τον νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες τής προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση τής υπηρεσίας τού υπαλλήλου, β) δόλος τού δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Με την έννοια αυτή τού υπηρεσιακού καθήκοντος διαχωρίζεται τούτο από το απλό υπηρεσιακό καθήκον, του οποίου η παράβαση, άσχετα με τις κυρώσεις (πειθαρχικές κλπ) που μπορεί να συνεπάγεται, δεν στοιχειοθετεί το έγκλημα που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη, για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείται και ειδικός δόλος, δηλαδή σκοπός τού υπαλλήλου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Είναι δε παράνομη η ωφέλεια όταν δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης αξιώσεως του υπαλλήλου ή τού τρίτου. Για να συντρέχει ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του, αφού ο όρος "με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον" λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από τον δράστη, μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επιπλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ1 αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 280/2007 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία για παράβαση καθήκοντος. Ειδικότερα το Δικαστήριο, με βάση τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου έκρινε αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Ιανουάριο του έτους 2003, όντας Πρόεδρος της Κοινότητας Ευκαρπίας, κατά παράβαση των καθηκόντων του, έδωσε εντολή για διάνοιξη και ασφαλτόστρωση οδού στο βόρειο τμήμα του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου των Ψ1, Ψ2,Ψ3, Ψ4 και Ψ5, και δη κατά μήκος της πλευράς, μήκους 80 μέτρων που συνορεύει με τους υπ' αριθμ. ... και ... αγρούς, με μέσο πλάτος υπόβασης αυτής 6,65 μέτρων (χαλικόστρωση με θραυστό λατομείου από 6,10 έως 7,20 μέτρα) καταλαμβάνοντας έτσι έκταση (6,85 Χ 80) 532 τετραγωνικών μέτρων και με μέσο πλάτος της επίστρωσης της ασφάλτου 4,40 μέτρων (από 3,80 έως 5 μέτρα) καταλαμβάνοντας έτσι έκταση (4,40 Χ 80) 352 τετραγωνικών μέτρων, παρότι στο σχετικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Γεωργίας δεν υφίσταται αγροτικός δρόμος μεταξύ των υπ' αριθμ. ..., ... και ... αγρών και παρότι δεν είχε εκδοθεί καμία πράξη δημόσιας αρχής (ούτε καν του Κοινοτικού Συμβουλίου) για τη διάνοιξη και την ασφαλτόστρωση τέτοιας οδού. Στην ως άνω πράξη του προέβη με σκοπό να βλάψει τις προαναφερόμενες εγκαλούσες αφού με τη διάνοιξη της νέας αγροτικής οδού αποκλειστικά και μόνο στο ακίνητο τους (χωρίς να θιγούν καθόλου τα σύνορα των ομόρων υπ' αριθμ. ... και ... αγροκτημάτων) έχει μειωθεί η συνολική έκταση του αγρού τους, δίχως να τις εξυπηρετεί σε οτιδήποτε η νέα διαμορφωθείσα κατάσταση ενόψει του ότι ο αγρός τους είχε ήδη πρόσοψη σε άλλον προϋπάρχοντα αγροτικό δρόμο, αλλά και σε κοινόχρηστη οδό, ενώ παράλληλα με την ενέργεια του αυτή ήθελε να ωφελήσει άλλους ιδιοκτήτες όμορων με αυτό των εγκαλουσών ακινήτων. Τα ανωτέρω με σαφήνεια και κατηγορηματικά κατατέθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας που ήταν καθ' όλα πειστικές και ενισχύονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν αναιρούνται δε καθόλου από τις ασαφείς και εν μέρει αντιφατικές καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και την απολογία του κατηγορουμένου. Άλλωστε, η πρόθεση του κατηγορουμένου προκύπτει από το γεγονός ότι ενώ έλαβε γνώση, πριν τη διάνοιξη του επίδικου αγροτικού δρόμου και την ασφαλτόστρωση του, του τοπογραφικού διαγράμματος της περιοχής που υπήρχε στην Κοινότητα του, στο οποίο δεν απεικονίζονταν αγροτικός δρόμος, αλλά ιδιόκτητο αγροτεμάχιο των εγκαλουσών, εν τούτοις και χωρίς τη σχετική απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου και μάλιστα χωρίς ενημέρωση των ιδιοκτητών του ακινήτου προέβη στην παραπάνω ενέργεια, εν γνώσει του ότι θίγονται τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα στο επίδικο ακίνητο. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της παράβασης του καθήκοντος, που του αποδίδεται". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν τόσο την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και περιέχει τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Το γεγονός εξάλλου ότι ο αναιρεσείων, όντας Πρόεδρος της Κοινότητας Ευκαρπίας ενήργησε αναρμοδίως και χωρίς προηγούμενη πράξη ή απόφαση δημόσιας αρχής και ειδικότερα του Κοινοτικού Συμβουλίου Ευκαρπίας, συνάπτεται προς το παράνομο της υπηρεσιακής του ενέργειας και δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πράξη του τελέστηκε κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από της ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά και με την πρόθεση του αναιρεσείοντος να βλάψει τις εγκαλούσες ιδιοκτήτριες ακινήτων και να ωφελήσει άλλους ιδιοκτήτες ακινήτων που ήταν όμορα προς εκείνα των εγκαλουσών. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναίρεσείων ότι το Τριμελές Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ) και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγουσών, οι οποίες παρέστησαν στη δίκη του παρόντος βαθμού (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.)
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 9/20 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 280/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €) και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2283/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζέλλη, περί αναιρέσεως της ΒΤ3318/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1642/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την από 4 Ιουνίου 1996 ισχύ του Ν. 2408/1996, ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής , η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της ΒΤ 3318/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον Πειραιά, στις 31.12.2002, 31.1.2003 και 28.2.2003, ως διαχειριστής της εταιρείας "..." εξέδωσε τις υπ' αριθμ. .. επιταγές της ... ποσού 20.000 €, 20.000 € και 15.000 € αντίστοιχα σε διαταγή του Ζ, οι οποιες όταν εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή στις 8.1.2003, 31.1.2003 και 5.3.2003 αντίστοιχα δεν πληρώθηκαν, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου, της μη πληρωμής βεβαιωθείσης με σφράγιση των επιταγών. Την έλλειψη επαρκούς υπολοίπου γνώριζε ο κατηγορούμενος, τόσο κατά την έκδοση, όσο και κατά την πληρωμή των επιταγών. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ποιος ήταν ο κομιστής των ανωτέρω επιταγών, ο οποίος εμφάνισε αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα ούτε εάν συνέπιπτε το πρόσωπο του τελευταίου κομιστή με το πρόσωπου που υπέβαλε την έγκληση, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι εάν υποβλήθηκε η έγκληση από άλλο πρόσωπο εκτός από αυτό του τελευταίου κομιστή, θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη, είναι αβάσιμες, διότι τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ενόψει του ότι σε έγκληση δικαιούται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι προέβαλε ισχυρισμό αναφορικά με το νομότυπο της εγκλήσεως που υποβλήθηκε, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να ερευνήσει αν αυτή υποβλήθηκε από τον κομιστή της επιταγής (τελευταίο ή εξ αναγωγής).
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλον λόγο αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Ζ, κατά της 3318/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Λόγος αναιρέσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής δικαιούχος. Η αυτεπάγγελτη έρευνα της υποβολής εγκλήσεως ή της συνδρομής των προϋποθέσεων της αυτεπάγγελτης διώξεως ερευνάται από το Δικαστήριο μόνο αν είχε υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορό του αυτοτελής ισχυρισμός για έλλειψή της, οπότε θα όφειλε το Δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2265/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Μπούνα και 2.Χ2, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Διονύσιο Μπουλούκο και Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 3001Α, 3098/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2008 και 21 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, νομίμως φέρονται προς συνεκδίκαση οι από 28.1.2008 και 21.1.2008 αιτήσεις των Χ1,Χ2 αντιστοίχως, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου η πρώτη και με σύνταξη εκθέσεως ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, η δεύτερη, με τις οποίες πλήττεται η 3001 Α, 3098/20074 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α) ... β') πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές και γ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), ο συνήγορος του αναιρεσείοντος Χ1, ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων και εκείνους που συνιστούν ελαφρυντικές περιστάσεις, τις οποίες ζήτησε να του αναγνωριστούν. Ειδικότερα, οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί, κατά το αίτημα της αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων έχουν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως ακολούθως: "Αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων ντου άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', δ' και ε' Π.Κ. Ανεξάρτητα προς τα ανωτέρω και σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει το Δικαστήριο Σας να μου αναγνωρίσει τις ακόλουθες ελαφρυντικές περιστάσεις: Α. Του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, του ότι δηλαδή έζησα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Μέχρι τη στιγμή της σύλληψης του (15.3.2004) και σε ηλικία 44 ετών δεν είχε δώσει καμία αφορμή για τέλεση έκνομης ενέργειας. Έχει λευκό ποινικό μητρώο, είναι έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών, 18 και 14 ετών αντίστοιχα. Όλα αυτά τα χρόνια δούλευε συνεχώς, όπως και η γυναίκα του, για να συντηρήσει την οικογένεια του. Έχει άδεια εργασίας και παραμονής και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές, η διαγωγή του, λοιπόν, πάντα υπήρξε άριστη και θεωρεί ότι όλα τα παραπάνω θα πρέπει να οδηγήσουν στην χορήγηση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης για να έχει μία ελπίδα μέσα του. Β. Του άρθρο 84 παρ. 2 δ' Π.Κ., του ότι δηλαδή επέδειξα ειλικρινή μετάνοια. Η ειλικρινής μετάνοια αναφέρεται, κατ' αρχήν, στο περιεχόμενο ντου συναισθήματος της μεταμέλειας και προϋποθέτει έμπρακτη έκδηλη συμπεριφορά, εκούσια και αυθόρμητη, η οποία υπερβαίνει την προηγηθείσα παράνομη ενέργεια ή τουλάχιστον εξισορροπεί τις δύο αντιτιθέμενες τάσεις. Από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του, ο κατηγορούμενος οδήγησε τους Αστυνομικούς στο σπίτι του, δεν αντιστάθηκε, τους υπέδειξε πού ήταν οι ποσότητες των ναρκωτικών και τους εξιστόρησε με λεπτομέρεια πώς ήρθε στα χέρια του. Έχει μετανιώσει πικρά για την εμπλοκή του στην υπόθεση και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση της υπόθεσης, Αναγνώρισε το μέγα λάθος, έχει πλήρη συναίσθηση του τι έκανε, ανέλαβε τις ευθύνες του και ζήτησε ειλικρινά συγγνώμη από τους δικούς του ανθρώπους και το Δικαστήριο Σας. Γ) Του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, του ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Είναι στην φυλακή από τις 15.3.2004 δηλαδή επί τρία (3) χρόνια και εννέα (9) μήνες, χρονικό διάστημα σημαντικό και υπό καθεστώς κράτησης και όχι ελεύθερης διαβίωσης και από την πρώτη στιγμή επέδειξε διαγωγή πολύ καλή, χωρίς να υποπέσει στο παραμικρό πειθαρχικό παράπτωμα. Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι εφόσον ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση χορήγησης του ελαφρυντικού αυτού την ελεύθερη κοινωνική δραστηριότητα, δεν θα πρέπει να αφαιρείται αυτό από τον κατηγορούμενο - κρατούμενο. Η υπακοή, μάλιστα, μέσα σε ένα σύστημα με αντίξοες συνθήκες και σκληρούς κανονισμούς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπαίτιο της πράξεις και να διαμορφώνει κριτήρια καλής συμπεριφοράς. Η επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα πολύ καλή διαγωγή δεν οφείλεται στην εξαναγκασμένη και οφειλόμενη στους αυστηρούς κανόνες της φυλακής, αλλά προέρχεται και είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης μου, είναι αυθόρμητη και ειλικρινής και προοιωνίζει με βεβαιότητα και την μελλοντική μου διαγωγή". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όργανα της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών είχαν πληροφορίες ότι οι ... υπήκοοι Χ1 (1ος κατηγορούμενος) και Χ2 (2ος κατηγορούμενος), πωλούσαν ηρωίνη σε διάφορα άτομα και περιοχές της Αττικής και κινούνταν με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Αξιοποιώντας τις παραπάνω πληροφορίες, από τα στοιχεία του αυτοκινήτου, διαπίστωσαν ότι αυτό ανήκε στον δεύτερο, και αφού εντόπισαν τη διεύθυνση κατοικίας του, στην ..., την έθεσαν υπό παρακολούθηση επί 4 - 5 ημέρες. Διαπιστώθηκε ότι τον δεύτερο κατηγορούμενο επισκέπτονταν διάφορα άτομα και κυρίως ο πρώτος και ανέμεναν την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να επέμβουν. Τελικά, τις νυκτερινές ώρες τις 15.3.2004 αντιλήφθηκαν να καταφθάνει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και οδηγούσε ένα τρίτο άτομο, ο Κ. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 εξήλθε του αυτοκινήτου και με προφυλάξεις μπήκε στο σπίτι του δεύτερου, και μετά από λίγη ώρα εξερχόμενος κατευθύνθηκε τρέχοντας προς το αυτοκίνητο, το οποίο τον ανέμενε. Την στιγμή εκείνη επενέβησαν τα παρακολουθούντα αστυνομικά όργανα και παρά την προσπάθεια του να διαφύγει, τον συνέλαβαν. Κατά την σωματική έρευνα που έγινε, βρέθηκε να έχει κρυμμένο σε εσωτερική τσέπη του μπουφάν του ένα αυτοσχέδιο δέμα με ποσότητα ηρωίνης 525 γραμμαρίων και το ποσό των 5.800 ευρώ. Την άνω ποσότητα ηρωίνης, επρόκειτο από κοινού με το δεύτερο, να πωλήσει (είχε προεισπράξει το άνω χρηματικό ποσό) στον Κ, η πράξη όμως δεν ολοκληρώθηκε γιατί εν τω μεταξύ, συνελήφθη. Επακολούθησε έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου, όπου βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη σε ηλεκτρική σκούπα, στο πατάρι του διαμερίσματος και σε ράφι στο σαλόνι, ποσότητα ηρωίνης συσκευασμένη σε είκοσι (20) ανισομερείς συσκευασίες, ως ειδικότερα εξειδικεύονται στο διατακτικό, συνολικού βάρους 6.671 γραμμαρίων. Η παραπάνω ποσότητα είναι πέραν εκείνης των 525 γραμμαρίων που κατασχέθηκε στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου, κατά την απόπειρα πώλησης, που προαναφέρθηκε. Επίσης βρέθηκε στην ως άνω οικία σε ντουλάπα και το ποσό των 3.600 ευρώ. Η ποσότητα των 7.196 γραμμαρίων που αναφέρθηκε (6.671 + 525) είναι μέρος ποσότητας 10.500 γραμμαρίων, την οποία άγνωστος συνεργός των κατηγορουμένων και μετά συνεννόηση με αυτούς είχε αποστείλει από την Αλβανία για να διατεθεί από τους κατηγορουμένους στην ελληνική αγορά. Οι κατηγορούμενοι είχαν από κοινού την κατοχή της άνω ποσότητας, μέρος της οποίας, και δη τα ελλείποντα 3.304 γραμμάρια, (10.500 - 7.196) το τελευταίο πριν την σύλληψη τους χρονικό διάστημα του ενός μηνός, είχαν πωλήσει σε διάφορα άγνωστα πρόσωπα, αντί τιμήματος 3-6 ευρώ ανά γραμμάριο. Επακολούθησε έρευνα των αστυνομικών οργάνων σε οικία, στην ..., όπου τους οδήγησε ο 1ος κατηγορούμενος, όπου δεν ανευρέθηκε τίποτα και στη συνέχεια σε οικία στην ... που ανήκε σε συγγενικά του πρόσωπα, όπου και ανευρέθηκε σάκος με τα είδη ένδυσης του και ένα τετράδιο με σημειώσεις διαφόρων χρηματικών ποσών και ονομάτων. Από την ποσότητα ηρωίνης που κατασχέθηκε κατά την απόπειρα πώλησης (525 γραμ.), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κατασχεθείσες 20 συσκευασίες αφορούν ποσότητες από 100 έως και 540 γραμμαρίων, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν διακινητές μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι έναντι αμοιβής που του κατέβαλε ο ομοεθνής του στην Αλβανία με το όνομα ... είχε την εντολή για λογαριασμό του τελευταίου να εισπράττει και να αποστέλλει στην Αλβανία διάφορα οφειλόμενα σε εκείνον χρηματικά ποσά δεν κρίνεται πειστικός και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επ' Αυτοφώρω σύλληψη του με τα 525 γραμμάρια ηρωίνης και το ποσό των 5.800 ευρώ, ούτε την ανεύρεση στην κατοικία του τετραδίου σημειώσεων, όπου καταχωρούσε τις δοσοληψίες του με τον δεύτερο, καθώς και με άλλα άτομα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται σε αυτό. Ομοίως δεν είναι πειστικοί και οι ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου ότι δέχθηκε την φύλαξη του σάκου με την ηρωίνη από κάποιον εξ .... Η κατοχή της συνολικής κατά τα άνω ποσότητας ηρωίνης των 10.500 κιλών (6.671 κιλά + 3.304 κιλά + 525 γραμ). προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, στον οποίο δήλωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι ένας ... του είχε στείλει ποσότητα 10.500 κιλών (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα Ζ τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου). Εξάλλου, από την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα προκύπτει και η πώληση της παραπάνω ποσότητας ηρωίνης, καθόσον όπως κατέθεσε τους δήλωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έπαιρνε κάθε φορά από αυτόν διάφορες ποσότητες ηρωίνης και τις διέθετε. Επομένως, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι τέλεσαν δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα, λόγω της επανειλημμένης τέλεσης αυτών και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει (σημειωματάριο, κρύπτη στο πατάρι, ηλεκτρική σκούπα) προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας των δραστών". Στη συνέχεια το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 233 του ΠΚ, ήτοι της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεις (2004) διήγε το 19° έτος της ηλικίας του, ως γεννηθείς το έτος 1985. Στον δεύτερο κατηγορούμενο, πρέπει να αναγνωρισθεί, επίσης κατά πλειοψηφία, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ., καθόσον μέχρι του χρόνου τέλεσης των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Ομόφωνα το δικαστήριο απορρίπτει λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς και λοιπά ελαφρυντικά που ζήτησαν οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, λόγω και της αοριστίας τους, καθόσον δεν εξειδικεύθηκαν οι λόγοι που δικαιολογούν την χορήγηση αυτών, ενώ καθόσον αφορά τον δεύτερο δεν αποδείχθηκε μεταμέλεια στο πρόσωπο του. Εξάλλου, το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. που ζήτησαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο ότι η χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού προϋποθέτει καλή συμπεριφορά μετά την πράξη στην κοινωνία η οποία να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή εξαναγκασμού, περιστατικά που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, αφού οι κατηγορούμενοι όλο αυτό το διάστημα βρίσκονται στη φυλακή και η συμπεριφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 27 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και 4 παρ. 1 και 3 ΠΙΝ Α' περ. 5, 6 και 5 παρ. 1 β' και ζ' του Ν.1729/1987 όπως ισχύει, που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα Α) με την αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως αιτιάται ο ως άνω αναιρεσείων ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφορικά με το κεφάλαιο της απορρίψεως των αυτοτελών του ισχυρισμών για την αναγνώριση υπέρ αυτού των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και ιδίως εκείνης της ειλικρινούς μετανοίας ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από της διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πέραν του ότι είναι αόριστος και γενικός, αφού δεν αναφέρονται στην έκθεση τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν και το τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι και αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο απάντησε εκθέτοντας τα αντίθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκανε δεκτά, ότι δηλαδή μετά τη σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος Χ2), επακολούθησε έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Χ1), όπου βρέθηκαν κρυμμένες επιμελώς οι ανωτέρω αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών, ο δε αναιρεσείων δήλωσε ότι ένας ... του είχε στείλει ποσότητα 10,500 κιλών. Βάσει των περιστατικών αυτών, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία κατ' είδος αναφέρει, αιτιολογημένα δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε μεταμέλεια στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Β) Με την αίτηση αναιρέσεως του Χ2, αιτιάται ο ως άνω αναιρεσείων με τους πρώτο και με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους αναιρέσεως ότι η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον πρώτο λόγο και αναφέρονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Επειδή, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων Χ2 αιτιάται ότι χωρίς την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας,ειδική και περιστατομένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε "σωρηδόν" τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για την αναγνώριση υπέρ αυτού αφ' ενός μεν της μη συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων και αφ' ετέρου της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 83 παρ. 2 α', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν ανέπτυξε τους ως άνω ισχυρισμούς, αλλ' όλως αορίστως ζήτησε "την επιείκεια του Δικαστηρίου για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις και να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά των άρθρων 84 παρ. 2 α, δ, ε και 133 Π.Κ." και επομένως και σύμφωνα με όσα παραπάνω, στη νομική σκέψη εκτίθενται το δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς.
Επειδή, κατά το άρθρο 211 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ.2 και 171 παρ.1 ΚΠΔ), καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του τρίτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγου, αιτιάται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά στην κατάθεση του αστυνομικού Ζ, την εξαίρεση του οποίου είχε ζητήσει, με τον ισχυρισμό ότι ο μάρτυς αυτός είχε συμπράξει προανακριτικώς στην έκθεση κατασχέσεως, η οποία αποτελεί ανακριτική πράξη και ότι με την απόρριψη της ενστάσεως αυτής από το Πενταμελές Εφετείο, επήλθε ακυρότητα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο απάντησε στην προβληθείσα ως άνω ένσταση ως εξής: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 15.3.2004 έκθεση σύλληψης που αφορά τον 1° κατηγορούμενο, καθώς και την υπό αυτή ημεροχρονολογία έκθεση σύλληψης που αφορά τον 2° κατηγορούμενο, οι σχετικές εκθέσεις σύλληψης συντάχθηκαν ενώπιον ντου Αρχ. Π.Σ. ..., ως ανακριτικού υπαλλήλου, παρόντος και του Ανθυπαστυνόμου ..., προσληφθέντος ως 2ου Ανακριτικού Υπαλλήλου.
Συνεπώς στις εν λόγω εκθέσεις δεν έχει συμπράξει ως ανακριτικός υπάλληλος ο μάρτυρας Ζ, του οποίου η μη εξέταση ζητείται και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. Τα παραπάνω ισχύουν και καθόσον αφορά και τις από 15.3.2004 εκθέσεις κατάσχεσης ναρκωτικών και αυτοκινήτου, καθόσον αυτές συντάχθηκαν από τους προαναφερθέντες δύο Ανακριτικούς Υπαλλήλους και όχι από τον μάρτυρα του οποίου η μη εξέταση ζητείται". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογημένα απέρριψε την παραπάνω ένσταση, δεχόμενο ότι στις προαναφερόμενες προανακριτικές εκθέσεις δεν συνέπραξε ο ως άνω μάρτυς που εξετάσθηκε στο ακροατήριο. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει με τον ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 28.1.2008 και 21.1.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της 3001 Α, 3098/2007 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως. Λόγοι αναιρέσεως πρώτης αίτησης: έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη ισχυρισμών ελαφρυντικών περιστάσεων. Λόγοι αναιρέσεως δεύτερης αίτησης: έλλειψη αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης και απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτονται και οι δύο αιτήσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2264/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ράϊκο, περί αναιρέσεως της 2049/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1664/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών" και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με τη νέα αυτή ρύθμιση, καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνο η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικώς έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικές στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεση του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές, με την εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μίας πραγματικής καταστάσεως από μόνη τη διενέργεια εκ μέρους του, ανάλογων πράξεων, οπότε πρόκειται για διαχειριστή "εν τοις πράγμασι". Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που τελέσθηκε μετά την 3η Ιουνίου 1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Νόμου 2721/1999 και ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δ' αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, τα οποία εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία έχει καταρτίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/85 και του Π.Δ. 298/1986, σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι προμηθείας να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και τη εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, διότι, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπορικού Νόμου, 713 επ. του Αστικού Κώδικα και 3 Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της, καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως, ήτοι νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως. Βέβαια, στο άρθρο 3 παρ.1 του Π.Δ. 298/1986, που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Όμως η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση φέρει το χαρακτήρα μικτής συμβάσεως, η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κύριας (πρακτορικής) συμβάσεως. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα, κρίσιμη είναι η ιδιότητα όχι του θεματοφύλακα, αλλά του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτοριακής συμβάσεως και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπορικού Νόμου και 713 επ. του Αστικού Κώδικα. Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2049/2007 απόφαση του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ως υπαίτιο του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και των οποίων η συνολική αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ. Ειδικότερα, υπό την ιδιότητα του ως ασφαλιστικού πράκτορα, με την από 4.5.99 σύμβαση πρακτόρευσης συμφώνησε με την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία "... Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών" να αναλάβει, έναντι προμήθειας, τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της παραπάνω εταιρείας και του κοινού στην περιφέρεια του Νομού Αττικής και συγκεκριμένα στους κλάδους πυρός και συνδυασμένων κινδύνων, αυτοκινήτων, προσωπικών ατυχημάτων και αστικής ευθύνης με την ειδικότερη υποχρέωση να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας τα ασφάλιστρα των συμβολαίων που καταρτίζονταν με τη μεσολάβηση του και να αποδίδει στην εταιρεία στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου, το ποσό των ασφαλίστρων που είχε εισπράξει κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, μετά την παρακράτηση της προμήθειας του, κι ενώ κατά το διάστημα της ισχύος της παραπάνω σύμβασης πρακτόρευσης εισέπραξε με την προαναφερόμενη ιδιότητα του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της εγκαλούσας το ποσό των 44.056.487 δρχ., οφείλοντας να αποδώσει στην εγκαλούσα, μετά την αφαίρεση της προμήθειας του εκ δρχ. 7.234.921, το ποσό των 36.821.566 δρχ. απέδωσε στην ως άνω εντολέα του εταιρεία μόνο το ποσό των 4.081.334 δρχ. ιδιοποιούμενος παρανόμως το υπόλοιπο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 32.740.232 δρχ. και ενσωματώνοντας αυτό στην ατομική του περιουσία" και αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών. Προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να οδηγηθεί στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, διέλαβε στην απόφαση του την παρακάτω αιτιολογία: " ...Στην προκειμένη περίπτωση, από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την εν γένει διαδικασία, αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως πρακτορεύσεως που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 4.5.1999 μεταξύ του κατηγορουμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία έχει ήδη τεθεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση μετά την ανάκληση της λειτουργίας της, ο κατηγορούμενος ανέλαβε να αντιπροσωπεύει την ενάγουσα ως ασφαλιστικός πράκτορας, ήτοι να μεσολαβεί έναντι προμηθείας, για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του Νομού Αττικής. Βάση της σύμβασης αυτής, ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει το πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου αναλυτικό κατά συμβόλαιο λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων του προηγουμένου διμήνου και να καταθέτει αυτά (ασφάλιστρα), μετά την παρακράτηση της προμήθειας του, στο ταμείο του καταστήματος της τελευταίας στο ..., άλλως, σε περίπτωση δηλαδή που δεν κατέβαλε τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα μέχρι το τέλος του μήνα, να θεωρούνται ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις της. Στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο 1999 μέχρι Οκτώβριο του ιδίου έτους, ο κατηγορούμενος μεσολάβησε για την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων στους κλάδους πυρός και συνδυασμένων κινδύνων αυτοκινήτων, προσωπικών ατυχημάτων και αστικής ευθύνης και εισέπραξε συνολικά για λογαριασμό της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας το ποσό των 44.056.487 δρχ., όφειλε δε με βάση τους όρους της σύμβασης να αποδώσει μετά την αφαίρεση της προμήθειας του (7.234.921) το ποσό των 36.821.566 δρχ. πλην όμως ο κατηγορούμενος απέδωσε στην εταιρεία μόνο το ποσό των 4.081.334 δρχ. και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 32.740.232 δρχ., αρνούμενος να το αποδώσει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα, ουδέν ποσό έχει αποδώσει σ' αυτήν έναντι των οφειλομένων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, αφού εισέπραξε για λογαριασμό και κατ' εντολήν της ασφαλιστικής εταιρείας το παραπάνω ποσό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και άνω τω ν 25.000.000 δρχ. και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, αρνούμενος να το αποδώσει και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός του δε, ότι η πράξη του αυτή φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, γιατί το εισπραχθέν ποσό κατείχε ως θεματοφύλακας και όχι ως εντολοδόχος, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να έχει την υποχρέωση να προσδιορίζει τι ακριβώς προκύπτει από τον καθένα και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 375 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κακώς δέχεται ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας γενικότερα και εκείνος (αναιρεσείων) ειδικότερα δεν συνδέεται με σχέση εντολής με την ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και είναι διαχειριστής αυτής, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι ευθύνεται μόνο ως θεματοφύλακας, είναι αβάσιμες, ενόψει των όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω και η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση και ασάφεια μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της αποφάσεως, ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτηρισμό της πράξεως, αφού στην κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη η αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, εφ' όσον αυτές έχουν τελεσθεί μετά την 3η Ιουνίου 1999, είναι αβάσιμη, διότι από την αλληλοσυμπλήρωση του διατακτικού με το αιτιολογικό, σαφώς προκύπτει ότι στο διατακτικό αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως το χρονικό διάστημα "από τον Αύγουστο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 1999", ήτοι μετά την 3η Ιουνίου 1999, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μεσολαβούσε για την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και εισέπραττε από τους ασφαλισμένους τα ασφάλιστρα, ήτοι από "Μάιο 1999 μέχρι Οκτώβριο του ίδιου έτους" και επομένως δεν υπάρχει καμία απολύτως αντίφαση ή ασάφεια.
ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 108/21.9.2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2049/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ο πράκτωρ είναι και διαχειριστής ξένης περιουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2263/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζή, περί αναιρέσεως της 5711/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1573/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, με σκοπό την πρόσκτηση παράνομης ωφέλειας στον αυτουργό ή τρίτο, με δόλια παραπλάνηση η οποία επιτυγχάνεται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών. Δηλαδή, για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης και τιμωρούμενης από την ως άνω διάταξη πράξεως της απάτης, απαιτείται, εκτός των άλλων στοιχείων και δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως αυτής. Ο δόλος πρέπει να αιτιολογείται στην καταδικαστική απόφαση, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με περιστατικά που να δικαιολογούν τη γνώση και τη θέληση από τον κατηγορούμενο των στοιχείων της απάτης. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 τταρ.1 στοιχείο Δ' ΚΠΔ. Η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη αληθινών συνιστούν η κάθε μία περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η παρασιώπηση συνιστά περίπτωση απάτης που τελείται δια παραλείψεως, αφού προϋποθέτει υποχρέωση του δράστη σε ανακοίνωση όσων φέρεται ότι αποσιώπησε, η οποία πηγάζει από τον νόμο, τη σύμβαση ή από προηγηθείσα ενέργεια του. Απάτη μπορεί τα τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή όταν υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενο τους (κατάθεση ψευδομάρτυρος κ.λ.π.), από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε απόφαση συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία αντιδίκου του. Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5711/2007 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία για απάτη επί δικαστηρίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο, με βάση τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου έκρινε αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ είχε τελέσει γάμο με τη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα το 1995, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, κατά τον κατωτέρω δε κρίσιμο χρόνο (27.11.2002) τελούσαν σε διάσταση ως σύζυγοι. Εξ αιτίας των συζυγικών προβλημάτων, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της συζύγου (ήδη πολιτικώς ενάγουσας) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8178 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η μετοίκηση του καθού συζύγου (ήδη κατηγορουμένου) από τη συζυγική οικία, επί της οδού ... στα ..., που ανήκε στην αποκλειστική και πλήρη κυριότητα του συζύγου (ήδη κατηγορουμένου), καθώς επίσης διατάχθηκε, μεταξύ και άλλων, η παραχώρηση της ως άνω οικογενειακής στέγης στην ως άνω σύζυγο (ήδη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα) και στα ανήλικα τέκνα τους κατά χρήση. Όμως ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της άνω απόφασης και δημιουργούσε διάφορα προβλήματα στη σύζυγο του, από την οποία ζητούσε επιμόνως να εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη που της είχε παραχωρηθεί από το Δικαστήριο κατά χρήση. Επειδή η σύζυγος του, παρά τις έντονες πιέσεις του δεν έφευγε από την οικογενειακή στέγη, κατέστρωσε μαζί με τον πατέρα του Χ το ακόλουθο σχέδιο για να εξαναγκασθεί η σύζυγος του να φύγει: Συγκεκριμένα, ο άνω πατέρας του κατηγορουμένου άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 20.11.2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του κατηγορουμένου γιου του, με την οποία, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι είναι πλήρης κύριος και νομέας της παραπάνω κατοικίας (οικογενειακής στέγης του κατηγορουμένου και της μηνύτριας μετά των τέκνων τους), που πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, ανήκε στον κατηγορούμενο κατά πλήρη κυριότητα και νομή και επικαλούμενος με την εν λόγω αίτηση ότι δήθεν ο καθού γιος του αντιποιείται τη νομή του επί της άνω κατοικίας (η οποία όπως προαναφέρθηκε είχε παραχωρηθεί κατά χρήση στη σύζυγο και τα τέκνα του κατηγορουμένου), ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί ο καθού γιος του (κατηγορούμενος) καθώς και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα απ' αυτόν (καθού) να του αποδώσει τη νομή του παραπάνω ακινήτου. Κατά τη δικάσιμο της άνω ψευδούς αιτήσεως στις 27.11.2002, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας, ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του με πρόθεση παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή εν γνώσει τους, δηλαδή ότι δήθεν ο πατέρας του κατηγορουμένου ήταν πράγματι ο νομέας (προσωρινώς) της παραπάνω κατοικίας και ότι δήθεν ο κατηγορούμενος γιος αντιποιείτο την ως άνω νομή (ενώ δήθεν του είχε παραχωρηθεί από τον πατέρα του η χρήση της κατοικίας αυτής) και ανέλαβε ο κατηγορούμενος, ως καθού, την υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση της εν λόγω οικίας στον πατέρα του (αιτούντα). Όλα τα ως άνω ψευδή γεγονότα τα αποτύπωσαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του στο από 27.11.2002 εικονικό πρακτικό συμβιβασμού, δηλαδή ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου δήθεν ήταν ο προσωρινός νομέας του άνω ακινήτου και ότι δήθεν ο κατηγορούμενος (τότε καθού) αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του εν λόγω ακινήτου στον αιτούντα πατέρα του το αργότερο μέχρι την 28.11.2002, το οποίο πρακτικό είναι ψευδές κατά περιεχόμενο, εφόσον τόσο η πλήρης κυριότητα, όσο και η νομή του ακινήτου αυτού ανήκε στον κατηγορούμενο, αποτελούσε δε το ακίνητο αυτό την οικογενειακή στέγη της οικογένειας του κατηγορουμένου και είχε παραχωρηθεί, όπως προαναφέρθηκε με δικαστική απόφαση κατά χρήση στη σύζυγο του (ήδη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα) και τα ανήλικα τέκνα τους, αληθινά γεγονότα που αποσιώπησαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του από τον Ειρηνοδίκη Κρωπίας, μη αναφέροντας αυτά ούτε στο ως άνω ψευδές κατά περιεχόμενο "πρακτικό συμβιβασμού". Έτσι, με το παραπάνω εικονικό και ψευδές "πρακτικό συμβιβασμού", που κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας, εξαπατήθηκε ο Δικαστής του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και βασιζόμενος στο πρακτικό αυτό εξέδωσε την υπ' αριθμ.926/2002, επιζήμια για τη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα απόφαση του (πρακτικά συμβιβασμού), που αποτελούν εκτελεστό τίτλο για την εκδίωξη της μηνύτριας από την οικογενειακή στέγη, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια, που αποσιώπησαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του, οι οποίοι, σημειωτέον, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, δεν θα υπέγραφε την εν λόγω απόφαση - πρακτικά συμβιβασμού. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε την πλήρη κυριότητα και νομή της άνω κατοικίας από το 1998 με βάση την υπ' αριθμ. 3216/1997 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εγγραφεί νόμιμα στο Κτηματολόγιο Σπάτων την ... (τόμος .., αριθμ. ...), προέβη στα προεκτεθέντα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας με δολιότητα για να εκδιωχθεί η σύζυγος του από την οικογενειακή στέγη και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από τη χρήση του ακινήτου αυτού, που θα ήταν πλέον ελεύθερο ή και από την εκμετάλλευση του. Είναι δε παράνομο το περιουσιακό όφελος που επιδίωκε, διότι αντίκειται στην προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (8178/2002), με την οποία θεμελιώθηκε το ως άνω δικαίωμα χρήσης του ακινήτου αυτού (οικογενειακής στέγης) στη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα και τα τέκνα που απέκτησε με τον κατηγορούμενο. Εξ αιτίας των παραπάνω, η μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα έξοδα του δικαστικού αγώνα που ενεπλάκη, καθώς αναγκάσθηκε να καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 18.12.2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - ανακοπή 583 Κ.Πολ.Δ. κατά της άνω απόφασης του (926/27.11.2002) και αίτηση αναστολής εκτέλεσης αυτής. Επομένως αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της απάτης επί δικαστηρίου και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο το Δικαστήριο κατά λέξη αναφέρεται". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν τόσο την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και περιέχει τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από της ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά και με τον δόλο του αναιρεσείοντος να βλάψει την πολιτικώς ενάγουσα πρώην σύζυγο του με την ως άνω παράσταση ψευδών γεγονότων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας, τον οποίο έπεισε με την κατάθεση στο Ειρηνοδικείο του αναφερόμενου παραπάνω εικονικού πρακτικού συμβιβασμού να εκδώσει την 926/2002 απόφαση (πρακτικό συμβιβασμού). Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Τριμελές Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5711/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη επί δικαστηρίου. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2262/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.226/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5 ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ..., 10. ... και 11. ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 212/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 209/12-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το με αριθμό 226/2008 βούλευμα, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, μεταξύ των άλλων και τον κατηγορούμενο Χ, για να δικασθεί ως υπαίτιος α) απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 150.000 ΕΥΡΩ (386 § 1 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 § 1-3 Ν. 1608/1950), β) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που περιήλθε στην κατοχή του με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, γ) απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από την οποία η προξενηθείσα βλάβη υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ και δ) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους σε άλλον και παράνομης βλάβης τρίτου, δηλαδή βλάβης του Γενικού Προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά το ποσόν των 579.290,13 ΕΥΡΩ και ισόποσου αθέμιτου οφέλους του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος Χ άσκησε με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, την με αριθμό 12/2008 αίτηση αναιρέσεως (βλ. σχετική έκθεση).
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 § 1 εδ. 3.4 Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 5 § 7 του Ν. 1737/1987 "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του συμβουλίου εφετών, να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το συμβούλιο κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά, που κατά την κυριαρχική εκτίμηση του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο για να δικασθεί για την πράξη αυτή, το δε σχετικό βούλευμα που θα εκδοθεί δεν υπόκειται σε αναίρεση (βλ. ΑΠ 541/2008, 2240/2006, 1389/2006).
IV. Στη προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο με αριθμό 226/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του αναιρεσείοντα μεταξύ των άλλων και για την πράξη της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν συνολικό το ποσόν των 150.000 €, δηλαδή με την συνδρομή του Ν. 1608/1950. Ως εκ τούτου το προσβαλλόμενο βούλευμα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση. Κατ'ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφομένη κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.), απορριπτομένου του σχετικού αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Σας, ως άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι αυτός θα κληθεί να εκθέσει τις απόψεις του κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 12/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμό 226/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 3 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη της §1 εδ. γ' και δ' άρθρου 308 Κ.Π.Δ "Στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα" και συνεπώς και για ελαφρότερα κακουργήματα έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διάφορος τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Εκ της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί εις την ταχεία περάτωση-εκκαθάριση των προβλεπομένων στον άνω Νόμο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν προκληθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 1 του Ν. 1608/1950, η οποία επερατώθη με παραπεμπτικό βούλευμα του συμβουλίου εφετών, δεν επιτρέπεται να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του βουλεύματος αυτού, και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα που συμπίπτει ως προς την παραπομπή με το άνω κακούργημα, είτε βαρύτερο, είτε ελαφρότερο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η στέρηση του δικαιώματος αυτού δεν αντίκειται στο άρθρο 6§1 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου" (ΕΣΔΑ), (που εκυρώθη με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ), το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα ακωλύτου προσβάσεως στη δικαιοσύνη, διότι το τοιούτο δικαίωμα του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου πλήρως εξασφαλίζεται, αφού παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότης να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο και να υποβάλει τα αιτήματα και τις αντιρρήσεις του, ούτε (αντίκειται) στο άρθρο 2 του εβδόμου πρωτοκόλλου αυτής (ΕΣΔΑ) (Ν. 1705/1987), ούτε στο άρθρο 14§5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές ως άνω, αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως με την οποίαν επεβλήθη ποινή στον κατηγορούμενο. Τέλος η άνω απαγόρευση δεν αντίκειται ούτε στα άρθρα 4§1, 8 εδ. α', 20§1 και 25§1 του Συντάγματος, αφού οι δικονομικές αυτές διατάξεις ως αυτή του άρθρου 308§1 ΚΠΔ αποτελούν νόμους δημοσίου χαρακτήρος, που εκφράζουν άμεσα γενικά και δημόσια συμφέροντα και εκτός εναντίας διατάξεως έχουν άμεση από της ισχύος τους εφαρμογή. Περαιτέρω κατ' άρθρο μεν 476§1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", κατά δε το άρθρο 513§1 εδ. α' ΚΠΔ "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476 το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ...".
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 226/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας επερατώθη η κυρία ανάκριση και κατά του Χ, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, και παρεπέμφθη αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, εκτός άλλων πράξεων, και για απάτη εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 150.000 €, (άρθρο 386§1 Π.Κ σε συνδυασμό με το άρθρο 1§1-3 του Ν. 1608/1950, όπως το ποσόν αναπροσαρμόσθη με το άρθρο 4§3 α Ν. 2408/1996). Το βούλευμα αυτό, κατά τ' άνω εκτεθέντα, δεν υπόκειται εις αναίρεση και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκουμένη εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 513§1 εδ. α' ΚΠΔ), παρελκούσης της ερεύνης του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, αφού η έρευνα τοιούτου αιτήματος προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση. Μετά ταύτα ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1, 583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 12/17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 226/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η κύρια ανάκριση για τα εγκλήματα του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 κηρύσσεται περαιωμένη από το Συμβούλιο των Εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα και συνεπώς και για ελαφρότερα κακουργήματα (άρθρ. 308 § 1 εδ. γ' & δ' ΚΠΔ). Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έγκλημα του Ν. 1608/1950 ως και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα, ελαφρότερο ή βαρύτερο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 2260/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τουριστική Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μικρουλέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2178/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1063/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία/ αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος -εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 κα 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή. Στις περιπτώσεις μόνο αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. Τέλος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω: Με την από 20-1-2006 (αριθ. εκ. κατ. 4739/2006) αγωγή της η ενάγουσα επικαλείται ότι προσλήφθηκε στις 1-4-1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη ξενοδοχειακή εταιρία "ΟΛΥΜΠΟΣ ΖΕΥΣ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΑΣ" για να εργαστεί στο ξενοδοχείο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΑΣ, ως καμαριέρα, το Νοέμβριο δε του έτους 2005 διαδέχθηκε την παραπάνω εργοδότρια εταιρία η εναγομένη, χωρίς καμία διακοπή της σύμβασης εργασίας της, η οποία συνέχισε να εργάζεται κανονικά υπό τις ίδιες συνθήκες και όρους εργασίας. Ότι, έκτοτε, απασχολήθηκε στην εν λόγω επιχείρηση υπό την ανωτέρω ιδιότητα, μέχρι την 30-11-2005, οπότε καταγγέλθηκε η ως άνω σύμβαση εργασίας από την εναγομένη. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη: Α)Γιατί δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της, και Β}ως καταχρηστική, γιατί έγινε για λόγους εκδίκησης διότι απαίτησε την δικαιούμενη υπερωριακή της αμοιβή, την πλήρη ασφάλιση της στο αρμόδιο ασφαλιστικό ταμείο και τη μη συμψήφιση των ημερών απουσίας της λόγω ασθενείας με τις ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Επίσης, καθ' υποφορά, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος είτε οικονομοτεχνικός είτε υπηρεσιακός που να αφορά το πρόσωπο της και να δικαιολογεί την άσκηση του δικαιώματος αυτής εκ μέρους της εναγομένης, ενόψει του ότι η ίδια πρόσφερε τις υπηρεσίες της κατά τον προσήκοντα τρόπο και ουδέποτε εκφράστηκαν παράπονα από την εναγομένη. Ότι, ακόμη και αν συνέτρεχαν τέτοιοι λόγοι (οικονομικοτεχνικής φύσεως), η εναγομένη θα έπρεπε να απολύσει άλλους εργαζομένους της, με λιγότερα προσόντα και μικρότερη προϋπηρεσία από τη δική της, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας. Ότι, για το λόγο αυτό, η τελευταία κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της και της οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυση της μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης. Ζητούσε δε, αναγνωριζομένης της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία της, να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της παράνομης καταγγελίας της εργασιακής της συμβάσεως και της προσβολής της προσωπικότητα της. Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ότι με το παραπάνω περιεχόμενο η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, "κατά το αίτημα της για επαναπρόσληψη της ενάγουσας από την εναγόμενη, διότι στο δικόγραφο της δεν γίνεται επίκληση περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η άρνηση της εργοδότιδάς της να αποδεχθεί τις προσφερόμενες εκ μέρους της υπηρεσίες, γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ ή συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ή ότι εκ προθέσεως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας της και της συμμετοχής της στην οικονομική ζωή, στοιχεία απαραίτητα για τη νομική θεμελίωση του", εφόσον δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημα της και στη συνέχεια την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για το λόγο δε αυτό, κατ ' αυτεπάγγελτη έρευνα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα της επαναπρόσληψης. Τέλος, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, κινούμενη από ταπεινά ελατήρια και προς εκφοβισμό των υπολοίπων εργαζομένων, διότι η ενάγουσα διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή της αμοιβής της για την υπερωριακή εργασία της και το συμψηφισμό των ημερών της εβδομαδιαίας αναπαύσεως με εκείνες κατά τις οποίες δεν μετέβαινε στην εργασία της από λόγους υγείας και γιαυτό η απόλυση της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τίθενται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος της εφεσίβλητης (αρθρ. 281 Α.Κ) και είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174,180,Α.Κ), η δε εφεσίβλητη περιήλθε έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότου (άρθρα 349,656 Α.Κ) και υποχρεούται να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από την άκυρη απόλυση της μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως από το σύνολο των παραδοχών της προκύπτει, με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη και συνεπώς η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη και οφείλει μισθούς υπερημερίας σ' αυτήν. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι μεταξύ των παραδοχών της απόφασης, που αναφέρονται 1)στην απόρριψη του αιτήματος επαναπρόσληψης και 2)στην ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία της, υπάρχει αντίφαση δεν είναι βάσιμη διότι, όπως προκύπτει από αυτές, η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στη νομιμότητα του πρώτου αιτήματος με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όπως στην αρχή της απόφασης αυτής αναφέρεται, είναι διαφορετικά από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται το δεύτερο και η δεύτερη αποτελεί επί της ουσίας πόρισμα του δικαστηρίου, ως προς τα ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που αφορά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας και την υπερημερία της, αποδίδει σε αυτήν πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-1-2009 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τουριστική Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εταιρεία", για αναίρεση της 1063/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 και 656 Ακ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις υατές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υ πηρεσιών είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας ( άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ( άρθρο 919 ΑΚ), ή προσβάλλεται το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι μεταξύ των παραδοχών της απόφασης, που αναφέρονται στηνα πόρριψη του αιτήματος επαναπρόσληψης και στην ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία της, υπάρχει αντίφαση δεν είναι βάσιμη διότι η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στη νομιμότητα του πρώτου αιτήματος με βάση τα εκτιθέμενα στηνα γωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι διαφορετικά από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται το δεύτερο και η δεύτερη αποτελεί επί της ουσίας πόρισμα του δικαστηρίου, ως ρπος τα ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που αφορά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορρίπτεται η αναίρεση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2259/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα ΕΦΕΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ και εγκαλούμενο τον Ζ Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά. Η αίτηση αυτή με αριθμό 1871/10-11-2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 837/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 283/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά, με το υπ'αριθμ. πρωτ.1871/10-11-08 έγγραφο, υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη συνημμένη, από 23-7-08 μήνυση του Χ, κατά του Ζ, Αντ/λέα Πρωτοδικών Πειραιά, για παράβαση καθήκοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.ε' Κ.Π.Δ. το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 112-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 137§1 Κ.Π.Δ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου Κατά τη διάταξη αυτή την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο των Πλημ/κών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, β) το Συμβούλιο των Εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από Πλημ/κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία, αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του νόμου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (Α.Π.1902/2007). Επειδή στην κρινόμενη περίπτωση ο μηνυόμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτ/κών Πειραιά, του μόνου Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στην Εισαγγελία Πρωτ/κων Αθηνών, προκειμένου η Εισαγγελική αυτή Αρχή και τα αντίστοιχα δικαστικά συμβούλια να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να παραπεμφθεί η υπόθεση που αφορά την από 23-7-08 μήνυση του Χ κατά του Ζ, Αντ/λέα Πρωτοδικών Πειραιώς, στην Εισαγγελία Πρωτ/κών Αθηνών. Αθήνα, 18-9-2009 Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελλόμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 137 παρ. 1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης β) το Συμβούλιο των Εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων και άνω και γ) ο Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν της από 23-7-2008 μηνυτήριας αναφοράς του Χ, κατά του Ζ, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, για παράβαση καθήκοντος, έχει σχηματισθεί κατά του εν λόγω εισαγγελικού λειτουργού σχετική δικογραφία, η οποία εκκρεμεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς. Ενόψει όμως του ότι ο μηνυόμενος υπηρετεί, όπως αναφέρθηκε, στην εν λόγω Εισαγγελία και στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας για τον παραπάνω εισαγγελικό λειτουργό, κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα της υποθέσεως από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές και συγκεκριμένα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την από 23-7-2008 μηνυτήρια αναφορά του Χ, κατά του Ζ, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις ίδιες Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Δικαστικοί λειτουργοί.
| null | null | 2
|
Αριθμός 2258/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 234/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 138/10.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. την υπ'αριθμ. 18/3-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από τη δικηγόρο Αθηνών Ιωάννα Λιόντου, δυνάμει της από 3-2-2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 2301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του παρέπεμψε, μεταξύ άλλων και τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απόπειρας απάτης από κοινού και κατ'εξακολούθηση στρεφόμενη κατά νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ και δη κατά Τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή, από την οποία το όφελος που επιδίωξε και πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ -(άρθρα 45, 98 παρ. 1, 386 παρ. 1 εδάφ. α ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ. 1 Ν.1608/1950, όπως αυτό αντικ. με άρθρο 4 παρ. 5 Ν.1738/87 και τροπ. με άρθρα 2 Ν.1877/90, 36 Ν.2172/93 και 4 παρ. 3 εδ. α' και β' του Ν.2408/96).
Με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 Ν.1738/87, ορίζεται ότι στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν.1608/50, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 Ν.2408/96, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως, μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον Εισαγγελέα Εφετών ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο Εφετών το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα- Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του Ν.1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στην διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημόσιου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους, ως κακουργήματα ή πλημμελήματα (ΑΠ 863/2005 Ποιν.Δικ. 2005, 1244, ΑΠ 1722/2007 Ποιν.Δικ. 2007, 393, ΑΠ 309/2004 ΛΧ, ΝΕ, 121).
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν.1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 18/3-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., για αναίρεση του αριθμ. 2301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 24-3-2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη διάταξη του άρθρου 308 § 1 εδ. β' ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 § 7 του ν. 1738/1987, ορίζεται ότι στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 3 του ν. 2408/1996, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως, μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον Εισαγγελέα Εφετών ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγεται με πρότασή του στο συμβούλιο Εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για συναφή πλημμελήματα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα, αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένη διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημόσιου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους ως κακουργήματα ή πλημμελήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, και τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απόπειρας απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση στρεφόμενη κατά νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ και δη κατά Τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή, από την οποία το όφελος που επεδίωξε και πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο νομικό πρόσωπο υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) Ευρώ (άρθρα 45, 98 § 1, 386 § 1 εδαφ. α ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1608/1950 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 5 του ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 2 του ν. 1877/1990, 36 του ν. 2172/1993 και 4 § 3 εδαφ. α' και β' του ν. 2408/1996).
Συνεπώς, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία, για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον κατηγορούμενο και πρέπει εφόσον ειδοποιήθηκε η αντίκλητος και πληρεξουσία δικηγόρος του Ιωάννα Λιόντου για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις της (άρθρ. 476 § 1εδαφ. β' ΚΠΔ), να κηρυχθεί απαράδεκτη και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 18/3-2-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2301/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εγκλήματα προβλεπόμενα από το νόμο 1608/1950. Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλευμάτων που παραπέμπουν τέτοια βουλεύματα.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2256/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 227/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 771/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 255/29.7.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Η Χ καταδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 227/14-1-2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε φυλάκιση 7 μηνών για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Η άνω απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία της κατηγορουμένης, δεδομένου ότι εκπροσωπήθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου και δη του Λεονάρδου Μωραΐτη (βλ. οικεία πρακτικά) - άρθρα 340 παρ. 2, 502 παρ. 1 ΚΠΔ- δημοσιεύτηκε δε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ στις 18-3-2009 (βλ. την από 20-5-2009 βεβαίωση της γραμματέα).
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η καταδικασθείσα δια του παραστάντος δικηγόρου της στις 21-4-2009 με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου (βλ. μόνο την βεβαίωση της δικαστικής Επιμελήτριας) την από 30-3-2009 αίτηση αναίρεσης και για τους εκεί αναφερόμενους λόγους και χωρίς να γίνεται σ'αυτή κάποιος λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που εμπόδισαν την αναιρεσείουσα να ασκήσει αυτή (αναίρεση) εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Ενόψει των ανωτέρω, και του άρθρου 473 ΚΠΔ η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την νόμιμη προθεσμία (τόσο της παρ. 1, όσο και της παρ. 2 του άρθρου 473 ΚΠΔ), και ως τέτοια είναι απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η από 30-3-2009 αίτηση αναίρεσης της Χ κατά της υπ'αριθμ. 227/14-1-2009 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 20 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 507 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα. Η προθεσμία αυτή είναι 20 ημερών όταν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου του Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Βέβαια, κατά την συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος κατ` άρθρον 513 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (ΑΠ 886/2008). Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 227/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε με την παρουσία της αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 18-3-2009 με αριθμό καταχωρήσεως 1872 (βλ. από 20-5-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών ...). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 21-4-2009 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και έλαβε αριθ. πρωτοκ. 3353 (βλ. επισημειωματική πράξη του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητού και επισημείωση Γραμματείας Εισαγγελίας Αρείου Πάγου), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 20ημερης προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει με την αίτηση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατά της με αριθ. 227/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία 10 ημερών για υποβολή αίτησης αναίρεσης. Αρχίζει από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Προθεσμία 20 ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα. Πως και πότε προβάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση (ΑΠ 411/2003). Απόρριψη απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2249/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 717/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ψ.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 500/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 169/6-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § ια ΚΠΔ, την με αριθμό 1/18-3-2009 αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του με αριθμό 717/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του Χ, για την αξιόποινη πράξη της ψευδής ανώμοτης κατάθεσης που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 9/12/2003 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 482 § 1 Κ.Π.Δ. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 § 1 Ν.3160/2003, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων που παύουν οριστικά την ποινική δίωξη.
Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ασκηθείσα από πρόσωπο μη δικαιουμένου στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (476 § 1-2, 513 § 1, 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 1/2009 αίτηση αναίρεσης του Ψ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του με αριθμό 717/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στην καταβολή των δικαστικών εξόδων.
Αθήνα 30 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων. Επομένως η με αριθμό 1/2009 αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του 717/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Χ, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, γι' αυτό και θα πρέπει, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος και πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Κελαϊδής για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ.β' ΚΠΔ), να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1-2, 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την με αριθμό 1/2009 αίτηση του Ψ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 717/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλεύματος. Δεν επιτρέπεται αναίρεση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2250/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ ΑΕ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ μετατροπής καθολικής διαδόχου του εδρεύοντος στην Πάτρα Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου.
Του αναιρεσιβλήτου: .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 17-9-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 790/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Ν 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, μπορούν αν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία τους και αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από τον εργοδότη τους λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη. Για την αποζημίωση που χορηγείται, κατά τα ανωτέρω, στους μισθωτούς που αποχωρούν ή απομακρύνονται, εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στα άρθρα 1,2,4,5,6,7,8 και 9 του Ν. 3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και στο Β.Δ. της 16/18-7-1920, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν.2112 και το ΒΔ της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, καταρχήν, ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο εργαζόμενος απευθείας από το Ν.2112 ή το ΒΔ της 16/18-7-1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται βάσει άλλων διατάξεων νόμου, ΣΣΕ ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στον άνω Ν.2112/ ΒΔ μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως. Στην περίπτωση όμως της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τους, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του Ν. 435/1976, οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν.2112 και του ΒΔ της 16/18-7-1920, αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν.3198/1955".
Συνεπώς η αξίωση για την καταβολή ή συμπλήρωση της εν λόγω αποζημιώσεως υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.2 του πιο πάνω νόμου αποσβεστική προθεσμία. Βέβαια, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2556/199 7 ορίζεται ότι "οι εργαζόμενοι στα Κ.Τ.Ε.Λ.(αστικά-υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν.173/1967 ...". Όμως η διάταξη αυτή θεσπίστηκε αποκλειστικά και μόνο για να επιλύσει νομοθετικώς το ζήτημα της μη εφαρμογής αναφορικά με τους εργαζομένους στα Κ.Τ.Ε.Λ. των περιορισμών του α.ν.173/1967 και ως εκ τούτου η αναφορά σ' αυτήν "της αποζημιώσεως του ν.2112/1920" γίνεται μόνο με την έννοια του καθορισμού του μεγέθους της οφειλόμενης αποζημιώσεως, η οποία έτσι οφείλεται υπό όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος αυτός σε συνδυασμό του με τις ως άνω διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.435/1976,με περαιτέρω αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτήν η ως άνω διάταξη του άρθρου β παρ.2 του ν.3198/1955 (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 46/2005, 19/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσελήφθη το έτος 1966 από το εναγόμενο ΚΤΕΛ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε αρχικά ως εισπράκτορας και στη συνέχεια ως ελεγκτής μέχρι τις 21.7.1996, οπότε έπαυσε να εργάζεται λόγω ασθενείας. Για το λόγο αυτό με απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ χορηγήθηκε στον ενάγοντα προσωρινή σύνταξη αναπηρίας. Το εναγόμενο, το οποίο ήταν διαρκώς ενήμερο για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όταν του γνωστοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ, στις 20.10.2003, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 13.000 ευρώ. Ο ενάγων δικαιούται την από το Ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση, η οποία δεν υπόκειται σε περιορισμό, ούτε στον προβλεπόμενο από το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 και υπολογίζεται βάσει των ετών υπηρεσίας από της προσλήψεως του μέχρι τις 20.10.2003, οπότε συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της απολύσεως του και βάσει του συνόλου των τακτικών αποδοχών του κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2003, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, που ανέρχονταν στο ποσό των 1.336 ευρώ. Το εναγόμενο ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως προς απόκρουση της αγωγής και ισχυρίζεται και τώρα με τις προτάσεις αυτής της συζητήσεως ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ασκήθηκε μετά την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 Ν. 3198/1955 και ειδικότερα την 1-3-2005. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί και πάλι ως αβάσιμος, διότι η διάταξη αυτή αφορά αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός ευθέως από τον νόμο 2112/1920 και όχι από άλλη αιτία, όπως από ισχύοντα κανονισμό, ο οποίος παραπέμπει στον ως άνω νόμο μόνο για τον ποσοτικό καθορισμό της αποζημιώσεως, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η αγωγή του αναιρεσίβλητου μισθωτού (εισπράκτορα) κατά της αναιρεσείουσας (ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ Α.Ε), που ασκήθηκε μετά την πάροδο της από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 προθεσμίας, την οποία ακολούθως δέχθηκε και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 24.408 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του ν.2556/1997 και 6 παρ.2 του ν.3198/1955,εφόσον,με βάση τις παραδοχές του, πράγματι, η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου ήταν απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.2 του ν.3198/1955,ως έχουσα ασκηθεί μετά την πάροδο της από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας. Επομένως ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 790/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112 και το ΒΔ της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, διότι οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν. 2112 και του ΒΔ της 16/18-7-1920, αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955".
| null | null | 1
|
Αριθμός 2251/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, περί αναιρέσεως της 1094/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 105/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 § 1 και 369 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί παραβιάζεται η άσκηση του παρεχομένου από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος εκείνου να προβεί σε δηλώσεις και επεξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλ' αρκεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της ανέγερσης αυθαίρετου κτίσματος, έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ρητώς, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της και η ... έκθεση αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου ... . Στο αιτιολογικό της απόφασης αναφέρεται "Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την 10-10-2001 έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας ..., στο συγκεκριμένο έργο, διενεργήθηκαν εσκαφές. Επί πλέον, στην ίδια έκθεση το ύψος του επίδικου τοίχου προσδιορίζεται σε 1,20 μέτρα, ενώ το συνολικό ύψος του τοίχου, όπως ήδη αναφέρθηκε, έφθασε τα 2 μέτρα μετά τις εργασίες που διενήργησε σ'αυτόν ο κατηγορούμενος". Το ότι η έκθεση αυτοψίας αναφέρεται με ημερομηνία 10-10-2001, αντί του ορθού 24-10-2001, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού τα όσα αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ταυτίζονται απόλυτα με το περιεχόμενο της ... έκθεση αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου ..., που αναγνώστηκε στο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της τελευταίας. Επομένως δεν δημιουργήθηκε η από το άρθρο 510 στοιχ. Α' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο αναιρεσείων άσκησε τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του. Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 216/12-1-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της 1094/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανάγνωση εγγράφων. Λήψη υπόψη. Αρκεί να προκύπτει το έγγραφο από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών.
|
Πρακτικά συνεδρίασης
|
Έγγραφα, Πρακτικά συνεδρίασης.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2257/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 630/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 972/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 260/4-8-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 513 παρ.1 εδ. α ΚΠΔ, την 4822/10-6-09 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Κορίδη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών, που άσκησε δια δηλώσεως και επιδόσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της 630/09 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση και εξύβριση δια του τύπου,[άρθρα 361 παρ.1,362-363 ΠΚ και 1,2 Ν.1092/38,1 του Ν.10/75,Μόνο του Ν.2.243/94], και εκθέτω τα ακόλουθα:
2- Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 Κ.Π.Δ. κατά της αποφάσεως ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Στην περίπτωση αυτή οι κατά το άρθρο 510 Κ.Π.Δ. ( προκειμένου περί αποφάσεως ) λόγοι της αναίρεσης, είναι επιτρεπτοί μόνον εφόσον αναφέρονται στην κήρυξη του απαραδέκτου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος (στην άσκηση ενδίκου μέσου) δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, περιπτώσεις όμως για τις οποίες δεν πρόκειται. Προκειμένου όμως για εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ( 5 ) ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 3 του ν. 2243 / 1994. Το ενδεχόμενο κλάσμα, συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Η διάταξη αυτή που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, συντέμνει στο ήμισυ γενικώς τις θεσπιζόμενες από τον Κ.Π.Δ. προθεσμίες επομένως και την εικοσαήμερη προθεσμία του αρθ. 473 παρ. 2,, για την άσκηση της κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία περιορίζεται στο ήμισυ, ήτοι σε δέκα ημέρες, η οποία αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου [ΑΠ. 109/03 Πρ.Λογ. 03/28, ΑΠ. 818/02, ΑΠ. 1662/01, ΑΠ. 136/00, Π.ΧΡ. Ν/ 412, ΑΠ. 109/03].
3- Στη προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την πλησσόμενη 630/09 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε με την παρουσία του, αφού δέχθηκε τυπικώς την ασκηθείσα έφεσή του κατά της 3924/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κήρυξε ένοχο αυτόν των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμισης και της εξύβρισης δια του τύπου και του επέβαλε τη συνολική ποινή της φυλακίσεως των επτά μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη σ' αυτήν βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο τηρούμενο από την Γραμματεία ειδικό βιβλίο στις 28 Μαΐου 2009 και ο κατηγορούμενος άσκησε την εν λόγω αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποία επέδωσε σ' αυτόν στις 10 Ιουνίου 2009, ήτοι εκπροθέσμως, μετά την πάροδο δηλ. των δέκα ημερών από τη χρονολογία της καταχώρισής της στο ειδικό βιβλίο, η οποία έληγε στις 9 Ιουνίου, λόγω του ότι η τελευταία ημέρα της 7-6-09 και η επομένη της 8-6-09 είναι οι εξαιρετέες ημέρες της Κυριακής αργίας και της Δευτέρας του Αγίου Πνεύματος, αντίστοιχα, χωρίς εντωμεταξύ να προβάλλει κανένα λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της.
4- Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε.
Για τούτο προτείνω
Α- Να απορριφθεί η 4822/10-6-09 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά της 630/09 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς Και
Β- Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ, προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης... Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών... αρχίζει δε από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου για τα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, προθεσμίες, που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 3 του ν. 2243/1994. Το ενδεχόμενο κλάσμα, συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Η διάταξη αυτή που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, συντέμνει στο ήμισυ γενικώς τις θεσπιζόμενες από τον ΚΠΔ προθεσμίες, επομένως και την εικοσαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 παρ.2 για την άσκηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 630/2009 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε παρουσία του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε τυπικώς την ασκηθείσα έφεσή του κατά της 3924/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κήρυξε ένοχο αυτόν των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμισης και της εξύβρισης δια του τύπου και του επέβαλε τη συνολική ποινή της φυλακίσεως των επτά μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη σ' αυτήν βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο τηρούμενο από την γραμματεία ειδικό βιβλίο στις 28 Μαΐου 2009 και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος άσκησε την εν λόγω αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου πάγου, την οποία επέδωσε σ'αυτόν στις 10 Ιουνίου 2009, ήτοι εκπροθέσμως, μετά την πάροδο δηλ, των δέκα ημερών από τη χρονολογία της καταχώρησής της στο ειδικό βιβλίο, η οποία έληγε στις 9 Ιουνίου, λόγω του ότι η τελευταία ημέρα της 7-6-2009 και η επομένη της 8-6-2009 είναι εξαιρετέες ημέρες της Κυριακής αργίας και της Δευτέρας του Αγίου Πνεύματος, αντίστοιχα, χωρίς να προβάλλεται κανένας λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της. Κατά συνέπεια, εφόσον ειδοποιήθηκε η αντίκλητος και πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος Αρτεμισία Κομπάρου για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις της (άρθρ. 476 παρ.1 εδάφ.β' ΚΠΔ), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1-2, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την με αριθμό 4822/10-6-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της 630/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία ενδίκων μέσων. Εγκλήματα τύπου. Σύντμηση προθεσμιών.
|
Τύπος
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 2257/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ... και 9) ..., κατοίκων όλων ..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι το όνομα του 9ου αναιρεσιβλήτου είναι "...", αντί του εσφαλμένου "...", που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στην αγωγή και ακολούθως στο αναιρετήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 7-9-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 79/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-5-2009 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 28-2-2007 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη, που κωλύεται να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και το βάσιμο των λόγων αυτής προσκομίζεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η 1244/2004 θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, που ισχύουν για τις εκκρεμείς δίκες και μετά το ν. 3790/2009.
Στο άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, ορίζονται τα εξής: "1.Για την ενίσχυση της οικογενείας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των, ως εξής: α. Για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων, χωρίς ή με ενήλικα τέκνα, δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές. β. Για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η ανωτέρω παροχή προσαυξάνεται κατά έξι χιλιάδες (6.000) δραχμές για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα, κατά δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές για το τρίτο, κατά δεκαέξι χιλιάδες (16.000) δραχμές για το τέταρτο και κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές για καθένα από το πέμπτο τέκνο και άνω ...". Εξάλλου, στο άρθρο 9 του ίδιου νόμου, ορίζονται τα εξής: "1.Το επίδομα Εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος μετά του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας και του επιδόματος εξομάλυνσης. Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται στις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2.Το επίδομα Εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.Το επίδομα Αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων ποσών του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος και των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας και εξομάλυνσης και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου κάθε έτους. 4.Τα παραπάνω επιδόματα υπολογίζονται στο μισθό που έχει ο υπάλληλος, κατά τις οριζόμενες στις προηγούμενες παραγράφους ημερομηνίες. 5.Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο προς αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η οικογενειακή παροχή καθορίζεται στο προαναφερόμενο συγκεκριμένο ποσό, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, χωρίς να προσαυξάνεται περαιτέρω από το επίδομα Εορτών Χριστουγέννων, το επίδομα Εορτών Πάσχα και το επίδομα Αδείας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει στους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στην οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001, και ακολούθως επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της παραπάνω παροχής δέχτηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση του, ότι η οικογενειακή παροχή που δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι (το όνομα του εξ' αυτών ενάτου, παραδεκτά, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, διορθώθηκε από το εσφαλμένο ... στο ορθό ...), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προσαυξάνεται με τα προαναφερόμενα επιδόματα και ακολούθως προσδιόρισε την παροχή αυτή για κάθε έτος, πολλαπλασιάζοντας το ποσό της μηνιαίας παροχής, που εδικαιούτο καθένας, επί 14 μήνες. Με την κρίση του αυτή παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικασθούν στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του αναίρεσε ιόντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου αυτού (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 346/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα περιοριζόμενα μερικώς δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η οικογενειακή παροχή καθορίζεται σε συγκεκριμένο ποσό, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, χωρίς να προσαυξάνεται περαιτέρω από το επίδομα Εορτών Χριστουγέννων, το επίδομα Εορτών Πάσχα και το επίδομα Αδείας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η οικογενειακή παροχή που δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι προσαυξάνεται με τα προαναφερόμενα επιδόματα και ακολούθως προσδιόρισε την παροχή αυτή για κάθε έτος, πολλαπλασιάζοντας το ποσό της μηνιαίας παροχής, που εδικαιούτο καθένας, επί 14 μήνες. Με την κρίση του αυτή παραβίασε τις σχετικές ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος, είναι βάσιμος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2258/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2432/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6481/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Περαιτέρω με τη 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες των εν λόγω νοσηλευτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου του εργατοτεχνίτη (ημερομίσθιο ασφαλείας) για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών). Το νομικό καθεστώς της προαναφερόμενης 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως μεταβλήθηκε, με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους στους εργαζομένους -πλην ιατρών- με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ. Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ ΑΠ 3/2003, 10/2002). Στην προκείμενη υπόθεση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναίρεσε ίων, που εργάζεται από το έτος 1977 στο υπαγόμενο στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, ως καθαριστής, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε με την από 20-6-1989 προηγούμενη αγωγή του να του καταβληθούν οι διαφορές αποδοχών που ισχυριζόταν ότι δικαιούται κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-5-1989, λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτόν αποδοχών, με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 8085/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι και μετά τη 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η ανωτέρω ΕΣΣΕ, ο αναίρεσε ίων έπρεπε να αμείβεται με τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις και ότι, σύμφωνα με τον όρο 28 της Δ.Α. 42/1981, το ημερομίσθιο αυτού, με βάση το οποίο υπολογίστηκαν τα επιδόματα και οι λοιπές αμοιβές και προσαυξήσεις, ήταν ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη (ημερομισθίου ασφαλείας), το οποίο έγινε δεκτό ότι ανερχόταν, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, σε 645 δραχμές πλέον προσαυξήσεως 15%. Με την ένδικη από 1-12-1998 αγωγή ο αναίρεσε ίων ζήτησε διαφορές των αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 μέχρι 30-11-1998, με βάση το κατώτατο όριο ημερομισθίου εργατοτεχνίτη των ΕΓΣΣΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το διάστημα αυτό, αλλά με το προηγούμενο σύστημα προσδιορισμού τους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί τη 1-7-1988, με την εφαρμογή όμως διαφορετικών διατάξεων (ήτοι των ΕΓΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το ήδη επίδικο διάστημα) και προσδιόρισε το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη σε ποσά μεγαλύτερα εκείνων που καταβάλλονταν τη 1-7-1988. Τις διαφορές αυτές ζήτησε Α)λόγω μη υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου του με βάση το εκάστοτε ημερομίσθιο των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ (με οκτάωρη εργασία) και μη χορηγήσεως, με βάση τον υπολογισμό αυτό, των επιδομάτων τριετιών (α' γενικού όρου της 42/1981 αποφ. του ΔΔΔΔ Πειραιώς) και της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 και ως εκ τούτου λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και Β) λόγω μη χορηγήσεως, με βάση τον ίδιο υπολογισμό, της αμοιβής του για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του και των προσαυξήσεων της αμοιβής για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με τη 2432/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφενός απορρίφθηκε η αγωγή λόγω παραγραφής των αντίστοιχων αξιώσεων για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 μέχρι 31-12-1995 και αφετέρου επιδικάστηκε σ' αυτόν το ποσό των 1.532.384 δραχμών, για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 μέχρι 30-11-1998. Με την ένδικη αγωγή δεν ζητείται η διαφορά αποδοχών μεταξύ εκείνων που ο αναιρεσείων λάμβανε πριν από τη 1-7-1988 και εκείνων που διαμορφώθηκαν μετά ταύτα με την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, την οποία διαφορά και εδικαιούτο ο αναιρεσείων μέχρι που οι μεταγενέστερες αποδοχές θα κάλυπταν σε ύψος τις βάσει των προϊσχυσασών της 1-7-1988 διατάξεων αποδοχές. Ζητείται η διαφορά αποδοχών μεταξύ αφενός των καταβαλλόμενων τη 1-7-1988 αποδοχών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αυτό, με βάση το μέχρι τότε ισχύον σύστημα προσδιορισμού τους, με την εφαρμογή όμως και των νεότερων διατάξεων των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ, ως ευνοϊκότερων, για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και στο μέλλον, ήτοι και κατά το επίδικο διάστημα (1-6-1994 έως 30-11-1998) και αφετέρου των καταβληθεισών μικρότερων με βάση την άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Με το περιεχόμενο όμως που προεκτέθηκε, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι με αυτή ζητείται η εφαρμογή συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών, διαφόρου του καθιερωθέντος με την ως άνω ΕΣΣΕ συστήματος, το οποίο και μόνο εφαρμόζεται από την ισχύ της, διατηρούμενης μόνο της αξιώσεως για καταβολή της προσωπικής διαφοράς, ήτοι των ανώτερων των καταβαλλομένων, βάσει της τελευταίας, αποδοχών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι από την 8085/1991 απόφαση παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι αυτός έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και με βάση υπολογισμού των αποδοχών του, ημερομίσθιο ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη (645 δρχ. πλέον προσαυξήσεως 15%) και όχι με βάση υπολογισμού το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη, όπως αυτό καθορίστηκε με τις ΕΓΣΕΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το ήδη επίδικο χρονικό διάστημα. Το δεδικασμένο, όμως, της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως περιορίζεται στο κριθέν ζήτημα για τη χρονική περίοδο από 1-1-1985 έως 31-5-1989 και δεν καλύπτει τις αξιώσεις του ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (1-6-1994 έως 30-11-1998), αφού, κατά το διάστημα αυτό, ίσχυαν οι από 21-3-1994, 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες επικαλείται και ο αναίρεσε ίων για τον προσδιορισμό των αντίστοιχων αποδοχών του και με τις οποίες μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, που ίσχυε για τις αξιώσεις που κρίθηκαν με την προαναφερόμενη 8085/1991 απόφαση. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της ΔΑ 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, διότι η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες. Πολύ περισσότερο όταν, πέραν των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, η διαμόρφωση του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος θα κριθεί στη νέα αγωγή και από το αν, υπό την ισχύ των νέων διατάξεων, εξακολουθούν να είναι ανώτερες ή όχι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος υπό το προϊσχύον ή υπό το νέο καθεστώς αμοιβής του, όπως αυτό διαμορφώνεται από 1-6-1994 υπό την ισχύ των ρυθμίσεων των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ. Από την προμνημονευόμενη επομένως τελεσίδικη απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι αυτός κατά το επίδικο διάστημα έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και με βάση υπολογισμού των αποδοχών του, ημερομίσθιο ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη (645 δρχ. πλέον προσαυξήσεως 15%) και συνεπώς το Εφετείο, που δέχθηκε το αντίθετο, υπέπεσε, καταρχήν, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ. Παρά ταύτα, αν ληφθεί υπόψη ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, το Εφετείο εσφαλμένα την απέρριψε λόγω δεδικασμένου, ως προς το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών, λόγω μη υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου του αναίρεσε ιόντος, με βάση το εκάστοτε ημερομίσθιο των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ (με οκτάωρη εργασία) και μη χορηγήσεως, με βάση τον υπολογισμό αυτό, των επιδομάτων τριετιών (α' γενικού όρου της 42/1981 αποφ. του ΔΔΔΔ Πειραιώς), της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, της αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και των προσαυξήσεων της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες. Παρά την εσφαλμένη όμως αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και γιαυτό, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν οι εκτιμώμενοι ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθμό 16 (και όχι και 1 και 19 που επικαλείται ο αναίρεσε ίων) του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι από την 8085/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο και για τις ένδικες αξιώσεις, που διέπονται από διαφορετικό νομικό καθεστώς. Συνακόλουθα με αυτά πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και όλοι οι λοιποί, από τους αριθμούς 1,8 16 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, είτε διότι η ευδοκίμηση αυτών έχει ως αναγκαία προϋπόθεση τη νομιμότητα της αγωγής είτε διότι, ως προς τα φερόμενα με αυτούς ως απορριφθέντα αιτήματα, δεν γίνεται μνεία στην αγωγή ότι τα αντίστοιχα ποσά ήσαν από εκείνα που δεν καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα έναντι των ποσών που κατά την αγωγή εδικαιούτο αυτός. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2003 αίτηση του ... για αναίρεση της 6481/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορσιμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. ΤΟ Εφετείο, που δέχθηκε το αντίθετο, υπέπεσε, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. Αν ληφθει όμως υπόψη ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, εσφαλμένα την απέρριψε λόγω δεδικασμένου, ως προς το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών, λόγω μη υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου του αναιρεσείοντος, με βάση το εκάστοτε ημερομίσθιο των προαναφερομένων ΕΓΣΣΕ ( με οκτάωρη εργασία) και μη χορηγήσεως, με βάση τον υπολογισμό αυτό, των επιδομάτων τρειτιών ( α' γενικού όρου της 42/1981 αποφ. του ΔΔΔΔ Πειραιώς), της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, της αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και των προσαυξήσεων της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες. Παρά την εσφαλμένη όμως αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και γι' αυτό, πρέπει να απορριφθούν οι από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως. Συνακόλουθα πρέεπι να απορριφθούν ως αβάσιμοι και όλοι οι λοιποί, λόγοι της αναιρέσεως, είτε διότι η ευδοκίμηση αυτών έχει ως αναγκαία προϋπόθεση τη νομιμότητα της αγωγής είτε διότι, ως προς τα φερόμενα με αυτούς ως απορριφθέντα αιτήματα, δεν γίνεται μνεία στην αγωγή ότι τα αντίστοιχα ποσά ήσαν από εκείνα που δεν καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα έναντι των ποσών, που , κατά την αγωγή εδικαιούτο αυτός. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2259/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Σοχό Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20240/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1745/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτός προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β', 666 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. Ιδ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ. ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν:1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2)γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3)συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Το απαράδεκτο δε της προβολής αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α)όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, β)στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γ)στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνον εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-3-2005 αγωγή του ζήτησε α)να αναγνωριστεί ως άκυρη η από 8-2-2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσείουσα να του καταβάλει τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν, ως μισθούς υπερημερίας, διαφορές νόμιμων αποδοχών, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή εργασίας κατά το Σάββατο και την Κυριακή, διαφορά τακτικών αποδοχών και χρηματική ικανοποίηση. Από τα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις από 17-11-2006 προτάσεις της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ότι η τελευταία πρόβαλε στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις της την ένσταση ότι ο ενάγων δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπλήρωνε αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει, προκειμένου αυτός να εισπράξει την αποζημίωση. Ειδικότερα στα πρακτικά του δικαστηρίου καταχωρήθηκε μόνο η φράση "πρόβαλε ένσταση συντέλεσης του ενάγοντα στην απόλυση, όπως η ένσταση αυτή αναλύεται ειδικότερα στις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις" και στις τελευταίες δεν γίνεται επίκληση ότι η οποιαδήποτε συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, σχετιζόμενη με την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, οφείλεται στην πρόθεση του να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα να προβεί στην απόλυση του. Με την προσθήκη των προτάσεων, που έγινε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συμπλήρωσε απαραδέκτως το ισχυρισμό αυτό. Με την 20.240/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την οποία εξαφανίστηκε κατά ένα μέρος η παραπάνω απόφαση και έγινε κατά τα λοιπά, δεκτή η αγωγή. Στο Εφετείο η αναιρεσείουσα επανέφερε την ίδια ένσταση, χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή λόγου δικαιολογούντος τη βραδεία προβολή της. Το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη και δεν επικαλείται ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την βραδεία προβολή της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648,653,656 και 281 του ΑΚ. Ακόμη, για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, εφόσον υποβλήθηκε απαραδέκτως. Κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, στο σύνολο του, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 ν.2112/1920, 6 παρ. 2 β.δ. 16/18-7-1920 και 7 ν. 3198/1955 ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει χωρίς προθεσμία την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, αν εναντίον του υπαλλήλου ή εργάτη υπεβλήθη μήνυση, για αξιόποινη πράξη, η οποία διεπράχθη κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του, ή απαγγέλθηκε κατ ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος. Η καταγγελία δε της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού και της εξαιτίας αυτής διαταράξεως της εργασιακής σχέσης, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυση του είναι άκυρη, γιατί προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ. Αν όμως επακολούθησε η απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, οι διατάξεις του ν. 3198/1955 έχουν εφαρμογή και ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στο μισθωτό την οφειλόμενη λόγω της καταγγελίας αποζημίωση, εντός ευλόγου χρόνου από της εις αυτόν κοινοποιήσεως του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως. Επομένως από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης όταν η καταγγελία έγινε ύστερα από υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού για αξιόποινη πράξη του, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:" Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ιστορεί με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεση της η εναγομένη, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος στις 8-2-2005, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, για αξιόποινες πράξεις (απάτη υπεξαγωγή εγγράφων), που τελέστηκαν από τον ενάγοντα κατά την εξάσκηση της εργασίας του, ενώ στις 23-2-2005 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης σχετική έγκληση εναντίον του, ώστε η υπ' αυτής καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έστω και αν δεν καταβλήθηκε η νόμιμη του αποζημίωση του, είναι έγκυρη. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος και τούτο διότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα προηγήθηκε της υποβολής της έγκλησης και συνεπώς για να είναι έγκυρη, με δεδομένο ότι αυτή δεν επικαλείται άλλο λόγο καταγγελίας που να δίδεται η δυνατότητα σ' αυτήν να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, έπρεπε να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση του λόγω απόλυσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία και αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και όσα υποστηρίζει η εναγομένη με τον τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, τρίτος στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσία, όταν βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και αυτά. Επομένως, ο δεύτερος, από την διάταξη αυτή, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα ενώπιον του, είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μάλιστα αναφέρει, ειδικά, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό με τις ειδικότερες αιτιολογίες της, προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η απόφαση και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ουδόλως προσδιορίζεται με αυτόν σε τι αναφέρεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ ΑΕ.", για αναίρεση της 1745/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή πραγματικών ισχυρισμών μόνο εάν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 569 του ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος. Το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκε, παραδεκτά, στην πρωτόδικη δίκη και δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 656 και 281 του ΑΚ. Ακόμη, για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, εφόσον υποβλήθηκε απαραδέκτως. Ο εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης όταν η καταγγελία έγινε ύστερα από υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού για αξιόποινη πράξη, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος στις 8-2-2005, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, για αξιόποινες πράξεις, που τελέστηκαν από τον ενάγοντα κατά την εξάσκηση της εργασίας του, ενώ στις 23-2-2005 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης σχετική έγκληση εναντίον του, ώστε η υπ΄ αυτής καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έστω και αν δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωσή του, είναι έγκυρη. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ισχυρισμός της εναγομένης δεν είναι νόμιμος διότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας προηγήθηκε της υποβολής της έγκλησης. Ο, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ΄ αυτόν έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα ενώπιόν του, είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μάλιστα αναφέρει, ειδικά, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό με τις ειδικότερες αιτιολογίες της, προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται η αναίρεση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 2261/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 194/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγoντες τους 1) Ψ1, κάτοικο ... και 2) Ψ2, κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Μαρτίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 480/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 267/5.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 13-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 194/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ'ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων, κατά του υπ'αριθμ. 1954/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν δι'απόπειρα απάτης και άμεση συνέργεια σ'αυτή εις βαθμό κακουργήματος, αντιστοίχως. Προβάλλουν δε, ως λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επειδή, έλλειψη της από τα άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. Ολ. ΑΠ 1/2005, εις ΠΧ/ΝΕ'/781). Η ως άνω απαιτουμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω η εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου. Όταν, όμως, ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει μεν την δυνατότητα, για να στηρίξη τις δικές του σκέψεις, να παραπέμπη συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, αλλά δεν συγχωρείται το συμβούλιο εφετών να μη διαλαμβάνη τίποτε για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε, απλώς αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Με τον τρόπο τούτο εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται αυτό της προβλεπομένης από τον νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας για την αντιμετώπιση των αιτιάσεων του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, το βούλευμα του συμβουλίου εφετών να στερήται της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (βλ. ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 807/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με εξ ολοκλήρου αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής: Την 4/3/2002 και 5/3/2003 αγοράσθηκαν και παρελήφθησαν από το επί της ... κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" ιδιοκτησίας του Ψ1 δύο συσκευές φορητών τηλεφώνων, μάρκας ..., συνολικής αξίας 1.393,00 € και έξι συσκευές φορητών τηλεφώνων, μάρκας ..., συνολικής αξίας 1.345,00 €. Για τις αγορές αυτές δεν κατεβλήθησαν τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά αλλά το τίμημα χρεώθηκε στον πελάτη και νυν β' κατηγορούμενο και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με καταναλωτικά δάνεια, τα οποία συνήφθησαν μετά από την υποβολή των υπ' αριθμ. ... αιτήσεων χορήγησης αντιστοίχων καταναλωτικών δανείων, διάρκειας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών που χορήγησε η συνεργαζόμενη, με το προαναφερόμενο κατάστημα του Ψ1, Τράπεζα, με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.". Περί των αιτήσεων αυτών ο β' κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι υπεβλήθησαν εν αγνοία του και μετά από καταχρηστική συμπλήρωση των στοιχείων ταυτότητας του και της υπογραφής του και αποδίδει την πλαστογραφία τόσο στην λογίστρια όσο και στον ιδιοκτήτη του καταστήματος. Επί τη βάσει αυτής του της θέσεως ο β' κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική Διαδικασία) σε βάρος του Ψ1 και της Β την από 14-1-2004 αγωγή (με γενικό αριθμό κατάθεσης ... και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 911/9-2-2004) με αίτημα την καταδίκη του Ψ1 στην καταβολή ποσού 80.000,00 ευρώ, σ'αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και εξήτασε σαν μάρτυρα τον πατέρα του , ο οποίος βεβαίωσε τις θέσεις του χωρίς να έχει προσωπική αντίληψη των γεγονότων. Την 2/6/2005, κατά την ορισθείσα επ' ακροατηρίω συζήτηση της αρχικά καταψηφιστικής αγωγής του νυν κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) το αίτημα της αγωγής μετεβλήθη σε αναγνωριστικό. Εν τω μεταξύ ο Χ1 6-5-2003 είχε δηλώσει άρνηση του χρέους του στο Τραπεζικό Διαμεσολαβητή και την 2-8-203 είχε μεταβεί στο Α/Τα Καματερού και εξέφρασε παράπονα σε βάρος της Β, σχετικά με τη προκειμένη υπόθεση και η τελευταία αποδέχθηκε ότι του οφείλει 3.000 ευρώ. Η αποδοχή αυτή εκ μέρους της Β δεν αποδεικνύει την πλαστογράφηση της υπογραφής του κατηγορουμένου αλλά απλώς ότι μεταξύ τους είχε υπάρξει κάποια συμφωνία, το περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει να ερευνηθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Επίσης ο Χ1 είχε υποβάλλει τις κάτωθι εγκλήσεις: α) με την από 15/11/2003, έγκληση του, που έλαβε ... και ... κατήγγειλε τον εν προκειμένω εγκαλούντα Ψ1 και την Βως συναυτουργούς της εις βάρος του πλαστογραφίας και απάτης σχετικές με την κατά την θέση του παράνομη χρήση των υπογραφών του προς δανειοληψίαν και β) με την από 15/6/2005 έγκληση του, που έλαβε ... και ΕΓ 16-06/51 κατήγγειλε τους Ψ1 και Ψ2, υπάλληλο του πρώτου, ισχυριζόμενος, ότι στην ... την 2/6/2005 ο Ψ2, ενεργώντας, μετά από αξιόποινη προτροπή του Ψ1 κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Χ1 επεσκέφθη ο ίδιος την 4/3/2003 και 5/3/2003 το κατάστημα του Ψ1 και προέβη ο ίδιος προσωπικά στις υπογραφές των εγγράφων που απετέλεσαν την βάση της δανειοδότησης του . Επί των καταγγελθέντων με την πρώτη ως άνω έγκληση μετά την άσκηση ποινικής δίωξης οι κατηγορίες, που απαγγέλθηκαν σε βάρος των Ψ1 και Β, για απάτης από κοινού και κατά συρροή και πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και κατά συρροή ήδη οδήγησαν σε απαλλαγή με το αμετάκλητο υπ' αριθμ. 166/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που ήδη κατέστη αμετάκλητο (οράτε το υπ'αρ. πρωτ. 2918/19-7-2006 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Το εν λόγω βούλευμα δέχτηκε ότι η Β, την 4/3/2003 και 5/3/2003, επισκέφθηκε το επί της ... κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ", ιδιοκτησίας Ψ1 συνοδευόμενη, από τον κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος και επέδειξε τη ταυτότητα του και υπέγραψε τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα. Ο μάρτυς Ψ2, υπάλληλος του καταστήματος ,του οποίου η αξιοπιστία δεν κλονίσθηκε από άλλα στοιχεία, αναγνώρισε κατά τη διάρκεια της προδικασίας στο πρόσωπο του Χ1. τον πελάτη που εξυπηρέτησε την 4/3/2003 και 5/3/2003. Επίσης επί της από 15/6/2005, δεύτερης έγκλησης του Χ1 (με ΑΒΜ: Δ-2005/2579 και ΕΓ 16-06/51) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΕΓ 1606/51/1Δ/3-1-2007 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερόμενη έγκληση και επί της οποίας δεν προέκυψε άσκηση προσφυγής. Ο κατηγορούμενος Χ1 αρνείται την κατηγορία και κυρίως προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας του δεν είχε δόλο τέλεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο. Ωστόσο ο δόλος θα πρέπει να εκτιμηθεί δια ζώσης στο ακροατήριο δοθέντος μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος αυτός κατέθεσε επί θεμάτων που δεν γνώριζε από προσωπική αντίληψη. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορίας δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων . Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να επικυρωθεί απορριπτόμενης της υπό κρίσιν εφέσεως. Επειδή όλα τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις ορθές και αιτιολογημένες σκέψεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Σχετικά με το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια γραφολογικής εξέτασης, που υπεβλήθη εμμέσως πλην σαφώς στην έφεση θα πρέπει να απορριφθεί, διότι από την απλή επισκόπηση υπ'αρ. 2060371834 αίτησης που φέρει την μονογραφή του Χ1 συγκρινόμενη με την γνησία υπογραφή του, που ετέθη στην από 12-11-1999 σύμβαση εργασίας του με την εταιρεία με την επωνυμία ... δεν μπορούν να συσχετισθούν ως εντελώς ετερόκλητες αφού η μία είναι μονογραφή δυσανάγνωστη ενώ η άλλη δεν αποτελεί καν υπογραφή αλλά απλώς αναγράφει το επώνυμο του κατηγορουμένου χωρίς όνομα. Εξ άλλου εις το άνω μέρος της τελευταίας αυτής ατελούς υπογραφής υπάρχει μικρή μονογραφή ομοιάζουσα με εκείνην της επίμαχης αιτήσεως η φύσις και ο λόγος ύπαρξης της οποίας μένει να διερευνηθεί από το δικαστήριο. Επίσης η υπογραφή του κατηγορουμένου στο από 6-5-2003 έγγραφο του προς τον Τραπεζικό Διαμεσολαβητή είναι καταφανώς εντελώς διάφορη όλων των υπολοίπων.
Συνεπώς ακόμη και από τα έγγραφα που ο ίδιος προσκομίζει φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος υπέγραφε με περισσότερους του ενός τρόπους και συνεπώς η διάγνωση της γνησιότητας της υπογραφής του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε εάν το δικαστήριο που θα επιληφθεί της υπόθεσης έχει αμφιβολίες μπορεί πάντοτε να διατάξει εκείνο γραφολογική εξέταση.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και επεκύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Όμως, με τις ως άνω παραδοχές, εκτός του ότι το εν λόγω Συμβούλιο ουδεμία δική του σκέψη εκθέτει επί της υποθέσεως, η εισαγγελική πρόταση, στην οποία αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου, ουδέν πραγματικό περιστατικό που προέκυψε από την ανάκριση, εν σχέσει προς τις αξιόποινες πράξεις της αποπείρας απάτης και της αμέσου συνεργείας σ'αυτή, διά τις οποίες παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, διαλαμβάνει, αλλά και δεν διατυπώνει με σαφήνεια σκέψη περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή αυτών στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1138/1991, εις ΠΧ/ΜΒ'/124). Αναφερομένη δε στο πρωτόδικο βούλευμα, αρκείται μόνο στην αναφορά: "Επειδή όλα τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις ορθές και αιτιολογημένες σκέψεις του προσβαλλομένου βουλεύματος".
Αλλ' υπό τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στερείται της απαιτουμένης υπό του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Όμως, η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην απόλυτη κρίση του συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, η δε αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος πραγματογνωμοσύνης δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο (βλ. ΑΠ 874/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/414). Επίσης, καθό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ. .
Για τους λόγους αυτούς
- Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 194/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήναι 24 Απριλίου 2009. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 41 και 40/13 Μαρτίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2αντιστοίχως, στρεφόμενες κατά του αυτού υπ' αριθμ. 194/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του παραπεμπτικού δι' αμφοτέρους βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών υπ' αριθμ. 1954/2008 έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω τις μεταξύ των συναφείας. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ιδίου ως αμέσως ανωτέρου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ησκήθη κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν οι άνω ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών ή η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών. Η επιβαλλομένη υπό των άνω διατάξεων αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέως εφετών, αφού η τελευταία αυτή αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι στην εισαγγελική πρόταση εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν στην παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών, περαιτέρω δε η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος σε συνδυασμό με το διατακτικό του. Όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την δυνατότητα, για να στηρίζει τις δικές του σκέψεις, να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα. Δεν συγχωρείται όμως, το συμβούλιο εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτε για τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε (ούτε να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη από εισαγγελική πρόταση). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 194/2009 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθμ. 1954/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκύρωσε το τελευταίο, με το οποίο παραπέμπονται ούτοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ο Χ1 για "απόπειρα απάτης από την οποία το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη επιδιωχθείσα ζημία επρόκειτο να υπερβούν συνολικώς το ποσό των 73.000 Ευρώ και δη έχοντας αποφασίσει με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 Ευρώ να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και επιφέροντας ισόποση ζημία στην ξένη περιουσία, επιχείρησε πράξη που συνιστά τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ανωτέρω αποφασισθέντος κακουργήματος" και ο Χ2 για "άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της απόπειρας απάτης, από την οποία το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη επιδιωχθείσα ζημία υπερέβαινε συνολικώς το ποσό των 73.000 Ευρώ, την οποία ούτος τέλεσε". Ταύτα έπραξε χωρίς ουδεμία δική του σκέψη, αλλά με καθολική αναφορά στην πρόταση του εισαγγελέως εφετών Αθηνών, η οποία ενσωματώνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και η οποία έχει ως εξής: "Από τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων προέκυψαν τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά: Την 4/3/2003 και 5/3/2003 αγοράσθηκαν και παρελήφθησαν από το επί της οδού ... κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" ιδιοκτησίας ταυ Ψ1 δύο συσκευές φορητών τηλεφώνων, μάρκας ..." συνολικής αξίας 1.393,00 € και έξι συσκευές φορητών τηλεφώνων, μάρκας .... τύπου "6610" και "7210", συνολικής αξίας 1.345, 00 €. Για τις αγορές αυτές δεν κατεβλήθησαν τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά αλλά το τίμημα χρεώθηκε στον πελάτη και νυν β' κατηγορούμενο και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με καταναλωτικά δάνεια, τα οποία συνήφθησαν μετά από την υποβολή των υπ' αριθμ. ...αιτήσεων χορήγησης αντιστοίχων καταναλωτικών δανείων, διαρκείας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών που χορήγησε η συνεργαζόμενη, με το προαναφερόμενο κατάστημα του Ψ1, Τράπεζα, με την επωνυμία "Τράπεζα EFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε.". Περί των αιτήσεων αυτών ο β' κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι υπεβλήθησαν εν αγνοία του και μετά από καταχρηστική συμπλήρωση των στοιχείων ταυτότητάς του και της υπογραφής του και, αποδίδει την πλαστογραφία τόσο στην λογίστρια όσο και στον ιδιοκτήτη του καταστήματος. Επί τη βάσει αυτής του της θέσεως ο β' κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική Διαδικασία) σε βάρος του Ψ1 και της Β την από 14-1-2004 αγωγή (με γενικό αριθμό κατάθεσης 18609/9-2-2004 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 911/9-2-2004) με αίτημα την καταδίκη του Ψ1 στην καταβολή ποσού 80.000,00 ευρώ, σ'αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και εξήτασε σαν μάρτυρα τον πατέρα του , ο οποίος βεβαίωσε τις θέσεις του χωρίς να έχει προσωπική αντίληψη των γεγονότων. Την 2/6/2005, κατά την ορισθείσα επ' ακροατηρίω συζήτηση της αρχικά καταψηφιστικής αγωγής του νυν κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) το αίτημα της αγωγής μετεβλήθη σε αναγνωριστικό.
Εν τω μεταξύ ο Χ1 την 6-5-2003 είχε δηλώσει άρνηση του χρέους του στο Τραπεζικό Διαμεσολαβητή και την 2-8-2003 είχε μεταβεί στο Α/Τα Καματερού και εξέφρασε παράπονα σε βάρος της Β, σχετικά με τη προκειμένη υπόθεση και η τελευταία αποδέχθηκε ότι του οφείλει 3.000.- ευρώ. Η αποδοχή αυτή εκ μέρους της Β δεν αποδεικνύει την πλαστογράφηση της υπογραφής του κατηγορουμένου αλλά απλώς ότι μεταξύ τους είχε υπάρξει κάποια συμφωνία, το περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει να ερευνηθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Επίσης ο Χ1 είχε υποβάλλει τις κάτωθι εγκλήσεις: α) με την από 15/11/2003, έγκληση του, που έλαβε Α... κατήγγειλε τον εν προκειμένω εγκαλούντα Ψ1 και την Β ως συναυτουργούς της εις βάρος του πλαστογραφίας και απάτης σχετικές με την κατά την θέση του παράνομη χρήση των υπογραφών του προς δανειοληψίαν και β) με την από 15/6/2005 έγκλησή του, που έλαβε ... κατήγγειλε τους Ψ1 και Ψ2, υπάλληλο του πρώτου, ισχυριζόμενος, ότι στην ... την 2/6/2005 ο Ψ2, ενεργώντας, μετά από αξιόποινη προτροπή του Ψ1 κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Χ1 επεσκέφθη ο ίδιος την 4/3/2003 και 5/3/2003 το κατάστημα του Ψ1και προέβη ο ίδιος προσωπικά στις υπογραφές των εγγράφων που απετέλεσαν την βάση της δανειοδότησής του. Επί των καταγγελθέντων με την πρώτη ως άνω έγκληση μετά την άσκηση ποινικής δίωξης οι κατηγορίες, που απαγγέλθηκαν σε βάρος των Ψ1 και Β, για απάτη από κοινού και κατά συρροή και πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και κατά συρροή ήδη οδήγησαν σε απαλλαγή με το αμετάκλητο υπ' αριθμ. 166/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που ήδη κατέστη αμετάκλητο (οράτε το υπ'αρ. πρωτ. 2918/19-7-2006 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Το εν λόγω βούλευμα δέχτηκε ότι η Β, την 4/3/2003 και 5/3/2003, επισκέφθηκε το επί της ... κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ", ιδιοκτησίας Ψ1 συνοδευόμενη, από τον κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος και επέδειξε τη ταυτότητά του και υπέγραψε τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα. Ο μάρτυς Ψ2, υπάλληλος του καταστήματος, του οποίου η αξιοπιστία δεν κλονίσθηκε από άλλα στοιχεία, αναγνώρισε κατά τη διάρκεια της προδικασίας στο πρόσωπο του Χ1τον πελάτη που εξυπηρέτησε την 4/3/2003 και 5/3/2003. Επίσης επί της από 15/6/2005, δεύτερης έγκλησης του Χ1 ... εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΕΓ 1606/51/1Δ/3-1-2007 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προαναφερόμενη έγκληση και επί της οποίας δεν προέκυψε άσκηση προσφυγής.
Ο κατηγορούμενος Χ1 αρνείται την κατηγορία και κυρίως προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας του δεν είχε δόλο τέλεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο. Ωστόσο ο δόλος θα πρέπει να εκτιμηθεί δια ζώσης στο ακροατήριο δοθέντος μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος αυτός κατέθεσε επί θεμάτων που δεν γνώριζε από προσωπική αντίληψη. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να
μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορίας δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων . Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και
πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς εξετίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να επικυρωθεί απορριπτόμενης της υπό κρίσιν εφέσεως. Επειδή όλα τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις ορθές και αιτιολογημένες σκέψεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Σχετικά με το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια γραφολογικής εξέτασης, που υπεβλήθη εμμέσως πλην σαφώς στην έφεση θα πρέπει να απορριφθεί, διότι από την απλή επισκόπηση υπ'αρ. ...αίτησης που φέρει την μονογραφή του Χ1 συγκρινόμενη με την γνησία υπογραφή του, που ετέθη στην από 12-11-1999 σύμβαση εργασίας του με την εταιρεία με την επωνυμία "..." δεν μπορούν να συσχετισθούν ως εντελώς ετερόκλητες αφού η μία είναι μονογραφή δυσανάγνωστη ενώ η άλλη δεν αποτελεί κάν υπογραφή αλλά απλώς αναγράφει το επώνυμο του κατηγορουμένου χωρίς όνομα. Εξ άλλου εις το άνω μέρος της τελευταίας αυτής ατελούς υπογραφής υπάρχει μικρή μονογραφή ομοιάζουσα με εκείνην της επίμαχης αιτήσεως η φύσις και ο λόγος ύπαρξης της οποίας μένει να διερευνηθεί από το δικαστήριο. Επίσης η υπογραφή του κατηγορουμένου στο από 6-5-2003 έγγραφό του προς τον Τραπεζικό Διαμεσολαβητή είναι καταφανώς εντελώς διάφορη όλων των υπολοίπων.
Συνεπώς ακόμη και από τα έγγραφα που ο ίδιος προσκομίζει φαίνεται άτι ο κατηγορούμενος υπέγραφε με περισσότερους του ενός τρόπους και συνεπώς η διάγνωση της γνησιότητας της υπογραφής του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε εάν το δικαστήριο πού θα επιληφθεί της υπόθεσης έχει αμφιβολίες μπορεί πάντοτε να διατάξει εκείνο γραφολογική εξέταση". Ούτω το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδόλως έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά τ' άνω, αφού δεν περιέχει ούτε αναφορά πραγματικών γεγονότων που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της ανακρίσεως ούτε υπαγωγή των πραγματικών αυτών γεγονότων στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 46 παρ.1β, 386 παρ.1 και 3 Π.Κ., ούτε διατυπώνει με ακρίβεια και σαφήνεια σκέψη για την παραδοχή της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων προς στήριξη της κατά των κατηγορουμένων κατηγορίας και της παραπομπής αυτών στο ακροατήριο. Ειδικότερα μάλιστα δεν αναφέρει τα στοιχεία του δόλου του κατηγορουμένου Χ2 για την άμεσο συνέργεια στην απόπειρα απάτης, αλλ' εκθέτει ότι "ο δόλος θα κριθεί δια ζώσης στο ακροατήριο", δεν αναφέρει ποία τα "μη σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίζονται οι θέσεις της υπερασπίσεως" ώστε "να μη μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος των κατηγορία, η οποία είναι απόλυτα θεμελιωμένη", ενώ το ότι αναφέρει ότι "όλα τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις ορθές και αιτιολογημένες σκέψεις του προσβαλλόμενου" (ήτοι πρωτοδίκου) "βουλεύματος", δεν αποτελεί συμπληρωματική παραπομπή σ' αυτό. Τέλος η απορριπτική σκέψη του αιτήματος διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ιδία εκ του ότι "η διάγνωση της γνησιότητας της υπογραφής του αιτούντος είναι σχεδόν αδύνατη και εάν το δικαστήριο που θα επιληφθεί της υποθέσεως έχει αμφιβολίες μπορεί να διατάξει εκείνο γραφολογική εξέταση" δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού και για την απόρριψη, ενός τοιούτου παρεμπίπτοντος αιτήματος απαιτείται και η οία για την παραπομπή επαρκής και πλήρης αιτιολογία.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, εκ των ανωτέρω ελλείψεων, είναι βάσιμος και πρέπει, δεκτού γενομένου, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο άνω συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων οι οποίοι απεφάνθησαν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1, 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 194/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και πως έγινε η υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Πρέπει να αιτιολογείται η απορριπτική διάταξη παρεμπίπτοντος αιτήματος. Μπορεί να γίνει παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση που ενσωματώνεται στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εφόσον αυτή είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2245/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Αποστολόπουλο, περί αναιρέσεως της 6695/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2017/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., "1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του". Και κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας) που είναι σχετικό με την υπηρεσία, προϋποθέτει υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του Π.Κ., αρμόδιο καθ` ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, που ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή και υπάλληλο μη αρμόδιο, στον οποίο όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό, ως εκ της υπηρεσίας του, έγγραφο δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 13γ' του Π.Κ. και 438 του Κ.Πολ.Δ., που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, για ότι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του και βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς γεγονότος που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως εκείνο που αναφέρεται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης και όχι σε κρίσεις ή γνώμες, ακόμη και αν αυτές αφορούν περιστατικά που έχουν έννομες συνέπειες. Το κύρος του εγγράφου είναι χωρίς σημασία, όπως είναι χωρίς επιρροή και η εξολοκλήρου ή μη συμπλήρωσή του. Δεν είναι όμως έγγραφο, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, εκείνο που δεν έχει εξωτερική κυκλοφορία και προορίζεται και αφορά μόνο την εσωτερική υπηρεσία των Αρχών (όπως ο κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας, η παροχή εγγράφων οδηγιών σε υπαλλήλους κ.λ.π.). Και το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος είναι σχετικό με την υπηρεσία και έχει χαρακτήρα "επικουρικό", τιμωρείται δηλαδή εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ειδικότερη διάταξη και υποκειμενική υπόσταση υπερχειλή (έγκλημα σκοπού). Προϋποθέτει δε επίσης υπάλληλο, κατά την ίδια έννοια που αναφέρθηκε, παράβαση των καθηκόντων του υπαλλήλου, θεωρούμενων ως τέτοιων των επιβαλλόμενων από το νόμο ή διαγραφόμενων από διοικητικές πράξεις και ιδιαίτερες εγκυκλίους οδηγίες των προϊσταμένων ή ενυπαρχόντων στη φύση της υπηρεσίας και ορισμένο σκοπό, συνιστάμενο στην περιποίηση παράνομου οφέλους του ιδίου ή άλλου ή βλάβης του κράτους ή άλλου. Το όφελος δε ή η βλάβη που σκοπήθηκε και που δεν περιορίζεται στο περιουσιακό, δεν είναι αναγκαίο και να επιτεύχθηκε. Τα δύο ως άνω εγκλήματα συρρέουν αληθώς, εφόσον με καθένα απ αυτά προστατεύεται διαφορετικό έννομο αγαθό που προσβάλλεται από κάθε μία από τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα, όσον αφορά το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, που είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία του ΠΚ και αποτελεί γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, είναι η γενική εμπιστοσύνη στην υποχρέωση αλήθειας των υπαλλήλων που εκδίδουν δημόσια έγγραφα. Όσον δε αφορά το της παραβάσεως καθήκοντος, που είναι ενταγμένο στο αυτό κεφάλαιο του ΠΚ και αποτελεί της αυτής κατηγορίας έγκλημα, είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να υπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ` αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 6696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα έξι μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν, ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής, όσον αφορά το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης: Η κατηγορουμένη, υπάλληλος της Νομαρχίας ..., υπηρετούσε στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών αυτής, ως προϊσταμένη του τμήματος αδειών οδήγησης με το βαθμό του τμηματάρχη. Στα υπηρεσιακά της καθήκοντα ανάγονταν ο έλεγχος των δικαιολογητικών που απαιτούνται, σύμφωνα με τις 70041/820/1325/1998 και 58930/480/1999 αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, για την μετατροπή σε ελληνικές των αδειών οδήγησης που είχαν εκδοθεί στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Κατά το χρονικό διάστημα από 24-10-2000 έως 29-12-2000 η κατηγορουμένη, κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών των υπό κρίση περιπτώσεων, δηλαδή των ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίοι ήσαν συγκατηγορούμενοί της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς ότι τα δικαιολογητικά, που αυτοί υπέβαλαν στην Νομαρχία και δη στην αρμόδια υπηρεσία της, για την μετατροπή των αδειών τους οδήγησης σε ελληνικές, είχαν πληρότητα, υπογράφοντας και θέτοντας την σφραγίδα της στις πέντε παρακάτω αιτήσεις χορήγησης άδειας ικανότητας των παραπάνω προσώπων, ενώ το αληθές ήταν ότι υπήρχαν πολλές παρατυπίες και πλαστότητες, τις οποίες η κατηγορουμένη διαπίστωσε κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών που διενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων που της είχαν ανατεθεί, εκδίδοντας παρά ταύτα τις ψευδείς βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν ως έννομη συνέπεια την έκδοση με βάση αυτές των ..., ..., ..., ..., ... αδειών οδήγησης στο όνομα των ανωτέρω πέντε ατόμων, κατά τις ημερομηνίες 24-10-2000, 12-12-2000, 15-12-2000, 28-12-2000 και 29-12-2000, αντίστοιχα. Στην συνέχεια το Δικαστήριο παραθέτει λεπτομερώς τις παρατυπίες και πλαστότητες των υποβληθέντων δικαιολογητικών σε κάθε μία περίπτωση των ανωτέρω αδειών, αιτιολογώντας την περί παρατυπιών και πλαστότητας των υπό εξέταση δικαιολογητικών και γνώση των γεγονότων αυτών από μέρους της κατηγορουμένης, κρίση του. Ειδικότερα η προσβαλλομένη αναφέρει στο αιτιολογικό της ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, για κάθε μία από τις περιπτώσεις των εν λόγω αδειών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΑΑ, που εκδόθηκε την 24-10-2000: α) Στη υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην άδεια παραμονής του, που επίσης περιέχονταν στα δικαιολογητικά του, αναφέρονταν ως τόπος κατοικίας του ο ..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση της άδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών. β) Κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών έλλειπε το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., το οποίο τελικά εκδόθηκε μεταγενέστερα (την 9-2-2001), δηλαδή μετά την έκδοση της άδειας οδήγησης 2) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΒΒ, που εκδόθηκε την 12-12-2000: α) Η ξένη άδεια οδήγησης ήταν πλαστή, διότι φέρεται ότι εκδόθηκε την 12-12-1999, δηλαδή μετά την είσοδο του ενδιαφερόμενου στην Ελλάδα την 2-5-1996, όπως το τελευταίο προκύπτει από την συνυποβαλλόμενη άδεια παραμονής του, στην οποία ως ημερομηνία εισόδου του στην Ελλάδα αναγράφεται η παραπάνω ημερομηνία (2-5-1996). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών. β) Η μετάφραση της ξένης άδειας οδήγησης ήταν ανυπόγραφη. γ) Έλλειπε κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., το οποίο εκδόθηκε μετά 15 ημέρες από την έκδοση της άδειας οδήγησης. δ) Στην υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην άδεια παραμονής του, που επίσης περιέχονταν στα δικαιολογητικά του, αναφέρονταν ως τόπος κατοικίας του ..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση της άδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών.
3) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΓΓ, που εκδόθηκε την 15-12-2000, στην υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην αστυνομική του ταυτότητα, την οποία επίσης είχε προσκομίσει, αναφέρονταν ως τόπος κατοικίας του η ..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση τηςάδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών.
4) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΔΔ, που εκδόθηκε την 28-12-2000: α) Το πιστοποιητικό γέννησης του ενδιαφερομένου, που προσκομίστηκε, δεν ήταν θεωρημένο, όπως απαιτείτο ως προς τη γνησιότητα του. β) Η ξένη άδεια οδήγησης, η οποία εκδόθηκε την 15-9-1994, φέρει θεώρηση της γνησιότητας της την 24-2-1999 από το Γεν. Προξενείο της Ελλάδας στο ... και όχι από την οικεία προξενική Αρχή, που ήταν, σύμφωνα με το ... έγγραφο της Γεν. Δ/νσης Μεταφορών του Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνιών, το προξενικό γραφείο της Ελλάδας στην ..., το οποίο λειτουργεί από 20-9-1996, γεγονός το οποίο γνώριζε η κατηγορούμενη διότι υπήρχε σχετική ενημέρωση στην υπηρεσία της από το Υπουργείο Εξωτερικών, γ) Υπήρχε διαφορά μεταξύ του αριθμού της ξένης άδειας οδήγησης με εκείνου που αναγράφονταν στη μετάφραση της ξένης άδειας οδήγησης, δηλαδή στην άδεια αναγράφεται ... και στη μετάφραση ... . δ) Στην υπεύθυνη δήλωση του ως άνω αιτούντος ΔΔ δεν αναφέρεται ο αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ). ε) Κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών έλλειπε το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., το οποίο εκδόθηκε μετά 1 1/2 μήνα από την έκδοση της άδειας οδήγησης. στ) Στην υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην άδεια παραμονής του, που επίσης προσκομίστηκε, αναφέρονταν ως διεύθυνση κατοικίας του η οδός ...-..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση της άδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών.
5) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΕΕ, που εκδόθηκε την 29-12-2000: α) Η θεώρηση της ξένης άδειας οδήγησης ήταν πλαστή, διότι φέρεται να την θεωρεί ο Πρόξενος ... την 11-3-1998, ενώ η άδεια εκδόθηκε την 15-8-1998, δηλαδή 5 μήνες αργότερα, γεγονός το οποίο μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη. β) Έλειπε κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο εκδόθηκε μεταγενέστερα (την 5-1-2001), δηλαδή μετά την έκδοση της άδειας οδήγησης. γ) Η αίτηση και η υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του ενδιαφερόμενου δεν έφεραν ημερομηνία.
Τα παραπάνω δικαιολογητικά, όπως προαναφέρθηκε, απαιτούνταν από τις προαναφερόμενες δύο Υπουργικές αποφάσεις, ενώ η 73239/903/1998 Υ.Α. για την αρμοδιότητα του προξενείου της ... ήταν γνωστή στην κατηγορούμενη, όπως αυτό προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος ..., επιθεωρήτριας στο Υπουργείο Μεταφορών, η οποία με κατηγορηματικότητα κατέθεσε "όφειλε η κατηγορούμενη να το γνωρίζει αυτό, διότι υπήρχε σχετικό έγγραφο του ΥΠΕΞ".
Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν αντιλήφθηκε τις παραπάνω παρατυπίες και πλαστότητες δεν κρίνεται πειστικός, αφενός μεν διότι οι περισσότερες μπορούσαν να διαπιστωθούν με απλό έλεγχο των υποβληθέντων δικαιολογητικών ή με παραβολή των δικαιολογητικών μεταξύ τους, αφετέρου δε διότι επρόκειτο για έμπειρη υπάλληλο.
Οι παραπάνω πράξεις, που τέλεσε η κατηγορούμενη, αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη, ως προς το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, τα ακόλουθα:
Η ως άνω κατηγορούμενη ενώ ήταν υπάλληλος της Νομαρχίας ... με πρόθεση παρέβη εξακολουθητικά τα καθήκοντα της υπηρεσίας της με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα στον άνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 24-10-2000 έως 29-12-2000 εξακολουθητικά παρέβη με πρόθεση τις διατάξεις των υπ' αριθμ. 70041/820/13-8-1998 (ΦΕΚ 928/Β/27-8-1998) και 58930/480/3-5-1999 (ΦΕΚ 526/Β/3-5-1999) αποφάσεων του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών "περί μετατροπής αδειών οδήγησης αυτοκινήτου ή μοτοσικλετών που εκδόθηκαν από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης", σύμφωνα με τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι για μετατροπή της αδείας τους έπρεπε να υποβάλουν στη Νομαρχία (Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών) τα παρακάτω δικαιολογητικά: α) αίτηση, β) υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, στην οποία, μεταξύ άλλων, ο δηλών πρέπει να δηλώνει τη διεύθυνση κατοικίας του, η οποία πρέπει να βρίσκεται στην περιοχή της υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, γ) φωτοαντίγραφο διαβατηρίου, επί του οποίου να υπάρχει υποχρεωτικά θεώρηση της εκεί προξενικής αρχής με την ένδειξη "παλιννόστηση" ή "επαναπατρισμός" κατά περίπτωση, δ) πιστοποιητικό γέννησης μαζί με τη μετάφραση του, ε) φωτοαντίγραφο της ισχύουσας άδειας διαμονής ή παραμονής ή κάρτας προσωρινής άδειας παραμονής ή κάρτα παραμονής περιορισμένης χρονικής ισχύος, στ) φωτοαντίγραφο Δ.Α.Τ, αν ο ενδιαφερόμενος είναι κάτοχος Ελληνικού Δελτίου Ταυτότητας, ε) άδεια οδήγησης της αλλοδαπής (πρώην ΕΣΣΔ ), ζ) μετάφραση ξένης άδειας, η) ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και ότι δεν είναι κάτοχος άλλης άδειας θ) πρόσφατη φωτογραφία ι) δύο πιστοποιητικά υγείας (παθολόγου και οφθαλμιάτρου), ια) παράβολο Δημόσιου Ταμείου, ιβ) αποδεικτικό Δημόσιου Ταμείου για την είσπραξη παγίου τέλους χαρτοσήμου και εισφορών υπέρ τρίτων ποσών, ανά κατηγορία ή υποκατηγορία, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά. Η κατηγορούμενη δε προέβη στην έκδοση πέντε αδειών οδήγησης Ελληνικών επ' ονόματι των ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ (συγκατηγορουμένων της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δηλαδή των με αριθμ. ..., ..., ..., ... και ... αδειών της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας ... κατά μετατροπή των αντίστοιχων αδειών από τις χώρες της Ε.Σ.Σ.Δ., κατά παράβαση των οριζομένων από τις ως άνω αποφάσεις και των καθηκόντων της υπηρεσίας της, αφού γνώριζε ότι τα υποβληθέντα δικαιολογητικά των πέντε ως άνω προσώπων δεν πληρούσαν όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις κατά τη νομιμότητα σύνταξης και έκδοσης και ορισμένα ήσαν πλαστά ως λεπτομερώς περιγράφονται παραπάνω ή υπήρχαν παρατυπίες. Στις ως άνω δε πράξεις της προέβη εξακολουθητικά με σκοπό να ωφελήσει τους παραπάνω, εκδίδοντας κατά παράνομο τρόπο τις άνω άδειες οδήγησης.
Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση και για τις δύο πράξεις που του αποδίδονταν και του επέβαλε την αναφερόμενη συνολική ποινή φυλάκισης.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ`αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων δύο εγκλημάτων, της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος, που, όπως λέχθηκε, συρρέουν αληθώς, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 1 και 259 του Π.Κ., όπως αυτές αναλύθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Συγκεκριμένα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, που αναλύθηκαν στην νομική σκέψη για την πλήρη στοιχειοθέτηση των εκεί αναφερομένων δύο εγκλημάτων, για την τέλεση των οποίων κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, ως προς την άδεια του ΒΒ, η παραδοχή ότι η αλλοδαπή άδεια ήταν πλαστή, διότι, μεταξύ άλλων, φερόταν να έχει εκδοθεί μετά από 3 χρόνια και 7 μήνες από την είσοδο του εν λόγου ατόμου στην Χώρα (είσοδος 2-5-1996, έκδοση αδείας 12-12-1999), αιτιολογεί πλήρως μαζί με όλα τα άλλα παρατιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία, την περί πλαστότητας παραδοχή, αλλά και την γνώση της αναιρεσείουσας περί της πλαστότητας, και δεν χρειαζόταν να αιτιολογήσει η προσβαλλομένη, όπως υποστηρίζεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αυτονόητο ότι δηλαδή η ξένη άδεια της οποίας αιτήθηκε η μετατροπή σε ελληνική θα είχε εκδοθεί προγενέστερα της εισόδου του ομογενούς στη Χώρα, δηλαδή αυτός εισερχόμενος από την Χώρα προελεύσεως του στην Ελλάδα, θα ήταν ήδη εφοδιασμένος με την άδεια οδηγήσεως της οποίας και εκ του λόγου αυτού ζητούσε την μετατροπή σε ελληνική. Την γνώση δε της αναιρεσείουσας περί της πλαστότητος της αλλοδαπής αδείας την αιτιολόγησε πλήρως η προσβαλλομένη απόφαση και με τις λοιπές εμφανείς και αμέσως αντιληπτές παρατυπίες των δικαιολογητικών που συνόδευαν την αίτηση, τις οποίες ανελέγκτως δέχθηκε το Δικαστήριο και παραθέτει στο αιτιολογικό, που αφορά την συγκεκριμένη άλλα και τις λοιπές άδειες, τις παρέβλεψε δε η αναιρεσείουσα, στην κρινόμενη, αλλά και σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις και βεβαίωσε ψευδώς ότι τα δικαιολογητικά ήταν εντάξει, παραβιάζουσα τα υπηρεσιακά της καθήκοντα που καθορίζονταν από τις ανωτέρω Υπουργικές αποφάσεις, προκειμένου να επιτύχει, όπως και ήθελε, αλλά και επέτυχε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, να μετατραπούν οι άδειες σε ελληνικές και να προσπορίσει στον συγκεκριμένο, αλλά και στους λοιπούς ως άνω ενδιαφερομένους, παράνομο όφελος. Περαιτέρω, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η απόφαση, σε όλες, εκτός της υπ αριθ. 5, τις κριθείσες περιπτώσεις δηλώθηκε κατοικία του ενδιαφερομένου οι Αχαρνές και έτσι θεμελιώθηκε αρμοδιότητα της Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας και αυτής της ίδιας για την μετατροπή των αδειών, η οποία (κατοικία) ήταν διαφορετική από αυτή που προέκυπτε και γινόταν αμέσως αντιληπτή από άλλα πιστοποιητικά που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι και επί της παραδοχής αυτής στήριξε την κρίση της περί πλαστότητας των δικαιολογητικών και γνώσεως αυτής από την αναιρεσείουσα, χωρίς να χρειάζεται να διαλάβει κάτι επιπλέον για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής. Τέλος η κρίση της αναιρεσειβαλλομένης περί της γνώσεως της αναιρεσείουσας ότι αρμόδιο για την θεώρηση της αλλοδαπής αδείας του ΔΔ, ήταν η Προξενική αρχή της ... και όχι του ..., το οποίο και παρανόμως φερόταν να την έχει θεωρήσει, δεν στηρίχθηκε μόνον στο ... έγγραφο της Γεν Δ/νσης Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, που αναφέρεται στη σελίδα 20 της απόφασης, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, αλλά κυρίως στην κατάθεση της μάρτυρος ..., επιθεωρήτριας του Υπουργείου Μεταφορών, όπως αναφέρεται στη σελ. 21 της απόφασης, όπου και το έγγραφο χαρακτηρίζεται, από προφανή παραδρομή, ως Υπουργική Απόφαση (Υ.Α.). Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού λόγου της αναιρέσεως, πλήττουν, υπό την κάλυψη της ελλείψεως ειδικής και εμπριστατωμένης αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι, γι' αυτό το λόγο, απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ'' ΚΠΔ,) τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Απορριπτέος, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, τυγχάνει και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για κακή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (242 παρ.1 και 259 ΠΚ) και εκείνης του άρθρου 94 ΠΚ (510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ), διότι κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα και για τις δύο ανωτέρω πράξεις, ενώ έπρεπε να την κηρύξει ένοχη μόνον για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως (242 παρ.1 ΠΚ), λόγω του επικουρικού χαρακτήρα εκείνης της παραβάσεως καθήκοντος (259 ΠΚ). Ειδικότερα, εφόσον οι δύο αυτές πράξεις, όπως λέχθηκε ανωτέρω, συρρέουν αληθώς, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το Δικαστήριο την κήρυξε ένοχη και των δύο πράξεων.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του Κ.Π.Δ., σε παρατηρήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση όταν το έγγραφο αναφέρεται στο σκεπτικό διηγηματικά και δεν στηρίχθηκε επ' αυτού η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως λέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, παρατίθεται στη σελίδα 20 και το ... έγγραφο της Γεν Δ/νσης Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το οποίο, στη σελ. 21 της απόφασης, χαρακτηρίζεται, από προφανή παραδρομή, ως Υπουργική Απόφαση (Υ.Α.). Το έγγραφο αυτό αναφέρεται στα ανωτέρω σημεία του σκεπτικού της απόφασης διηγηματικά, προκειμένου το Δικαστήριο να επιχειρηματολογήσει υπέρ της κρίσης του, την οποία συνήγαγε από όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραθέτει στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη, σκεπτικό του, ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση της πλαστογραφίας των αλλοδαπών αδειών οδηγήσεως και των λοιπών δικαιολογητικών που μαζί με αυτές υπέβαλαν οι εκεί ενδιαφερόμενοι για την έκδοση, κατά μετατροπή αυτών, επ' ονόματί τους, αντιστοίχων ελληνικών αδειών και παρόλα αυτά βεβαίωσε ψευδώς ότι όλα είχαν υποβληθεί σύμφωνα με τις ανωτέρω Υπουργικές αποφάσεις. Το επιχείρημά του αυτό (θεώρηση της συγκεκριμένης αδείας από άλλο ελληνικό Προξενείο και όχι το της ... που ήταν αρμόδιο), που ήταν ένα από τα περισσότερα που, κατά τα ανωτέρω, παρέθεσε στο σκεπτικό της η προσβαλλομένη απόφαση για να αιτιολογήσει την καταδικαστική κρίση της για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, το θεμελίωσε κυρίως στην κατάθεση της μάρτυρος ..., επιθεωρήτριας του Υπουργείου Μεταφορών (βλ. σελ 22).
Συνεπώς προεχόντως, η αναιρεσιβαλλομένη δεν στήριξε την καταδικαστική κρίση της για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, αλλά και της παραβάσεως καθήκοντος, στο εν λόγω έγγραφο, άλλα στο πλήθος των αποδεικτικών στοιχείων που παραθέτει, από την αξιολόγηση των οποίων και κατέληξε σ αυτήν, διηγηματικώς δε στο σκεπτικό της αναφέρεται και το εν λόγω έγγραφο. Κατ ακολουθία τούτων, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, εκ του ότι το εν λόγω έγγραφο δεν παρατίθεται στα πρακτικά μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι αναγνώσθηκε, δεν παράγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 Α' σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-12-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 6695/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση. Παράβαση καθήκοντος. Έννοια. Στοιχεία. Αληθής συρροή μεταξύ τους (ΑΠ 2056/2008, ΑΠ 820/2008, ΑΠ 811/2008, ΑΠ 696/2007, ΑΠ 130/2006, ΑΠ 2154/2005). Λήψη υπόψη και αξιολόγηση εγγράφου μη αναγνωσθέντος. Απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 2154/2005). Δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν το έγγραφο αναφέρεται ιστορικώς στο σκεπτικό ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (ΑΠ 2526/2008). Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη - Πότε έχει τέτοια η απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - Πότε υπάρχει. Εκ πλαγίου παράβαση - Έννοια. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 2244/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 741-742/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.9.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1331/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 115-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 595 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανιστεί ο αναιρεσείων και δεν εμφανίσει κάποιος από τους άλλους διαδίκους, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από ημερομηνία 9-10-2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., ο πολιτικώς ενάγων Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 10-11-2009, κατά την οποία συζητήθηκε η από 18-9-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 741-742/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πολιτικώς ενάγων όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίσθηκε και παρέστη νόμιμα η αναιρεσείουσα. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προβεί στην συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματικό ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτόν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφήμησης, πρέπει να εκτείνεται και σ' αυτό. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή της, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή της. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις σε έγγραφα δημόσιας αρχής... και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά όπως συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνον όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρθρ. 361 παρ. 1 ΠΚ), όχι όμως και όταν οι προαναφερόμενες κρίσεις, εκφράσεις ή εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 Π.Κ., δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 741-742/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη (η οποία τον Ιούνιο του 2006 ήταν υποψήφια Δήμαρχος, δημοτική σύμβουλος και επικεφαλής του συνδυασμού της τότε αντιπολίτευσης "...", στη ...), στις 9-6-2006, χρησιμοποιώντας τον τύπο ως μέσο τέλεσης της πράξης της και με κατάχρηση του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας, ενώπιον τρίτου, ήτοι στο αναγνωστικό κοινό της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας της ... "Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ..." και σε άρθρο της που δημοσίευσε στην εφημερίδα αυτή με τίτλο "Όταν διοικούν οι "Άριστοι"", ισχυρίσθηκε εν γνώσει της ψεύδη. Ειδικώτερα, στο εν λόγω άρθρο αντιπαρέβαλε την τότε Διοίκηση του Δήμου, στην οποία προΐστατο ο τότε Δήμαρχος ..., με τους "Αρίστους" (ευπατρίδες) που αποτελούσαν μορφή εξουσίας (τύπου ολιγαρχίας) στην αρχαία Ελλάδα και εμμέσως, πλην σαφώς, ισχυρίσθηκε για τον τότε Δήμαρχο ... Ψ ότι χρησιμοποίησε το αξίωμά του για να βολέψει την σύζυγό του και τους οικείους του ανθρώπου, ότι βόλεψε σε θέσεις του Δημοσίου την σύζυγό του, τις θυγατέρες του, συγγενείς και άλλους δικούς του, ότι για ιδιοτελείς λόγους συνήψε τραπεζικά δάνεια, δίνοντας "γην και ύδωρ" (υπονοώντας μεταξύ άλλων και την εκμίσθωση καταστήματος) στην πιστοδότρια Τράπεζα Πειραιώς, με επαχθείς για τον Δήμο όρους και με αντιστάθμισμα τον διορισμό του τότε αντιδημάρχου ... στην εν λόγω Τράπεζα Πειραιώς. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι εν γένει χρησιμοποίησε τον Δήμο ως "σωσίβιο" της προσωπικής του επαγγελματικής σωτηρίας, καθώς και αυτής των συγγενών και δικών του ανθρώπων. Μ' αυτόν τον τρόπο έθιξε σκόπιμα την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα ενώπιον των δημοτών της ..., αφού τον εμφάνισε ως καταχραστή του δημοτικού του αξιώματος προς ίδιον όφελος και επί ζημία των δημοτών. Η κατηγορουμένη έπραξε αυτά παρ' όλο που γνώριζε ότι οι ως άνω ισχυρισμοί ήταν ψευδείς, αφού τα αληθή ήταν ότι α) η εκμίσθωση του ισογείου ορόφου του ξενοδοχείου "..." προς την Τράπεζα Πειραιώς αποφασίσθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της επιχείρησης του ξενοδοχείου (που αποτελεί αυτοδιοικούμενη δημοτική επιχείρηση) με όρο την καταβολή μηνιαίου μισθώματος 1.500 €, που αποτελούσε το υψηλότερο μίσθωμα που είχε συμφωνηθεί για αντίστοιχο κατάστημα στον Δήμο, β) ο εγκαλών δεν προέβη σε χαριστικές πράξεις στην Τράπεζα Πειραιώς, ενώ οι όροι του δανείου που συνήφθη μεταξύ του Δήμου ... και της Τράπεζας Πειραιώς ήταν οι ίδιοι με τους όρους αντιστοίχων δανείων με άλλους ΟΤΑ, γ) κανένα προσωπικό όφελος δεν απεκόμισε ο εγκαλών απ' τη σύναψη του εν λόγω δανείου και η προαναφερόμενη πρόσληψη - διορισμός του πρώην αντιδημάρχου στην Τράπεζα Πειραιώς έγινε ένα χρόνο μετά τη σύναψη του δανείου, χωρίς να έχει καμμία σχέση με το δάνειο αυτό, δ) ότι τόσον ο ίδιος ο εγκαλών, που είναι πτυχιούχος μηχανολόγος - μηχανικός και εταίρος της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", όσο και η σύζυγός του, που είναι πτυχιούχος Παντείου και διατηρεί από ετών λογιστικό γραφείο στη ..., ήταν επαγγελματικά αποκατεστημένοι και δεν χρειάζονταν σχετική υποστήριξη, ε) ότι, τέλος, οι τρεις θυγατέρες τους ήταν ανήλικες και δεν είχαν, αυτές ή οι γονείς τους, βλέψεις για πρόσληψη στο Δημόσιο μέσω του Δημάρχου πατέρα τους. Παρά το αδιαμφισβήτητα ψευδές των ανωτέρω ισχυρισμών και παρ' όλο που η κατηγορουμένη γνώριζε την αλήθεια, αυτή καταγράφει στο προαναφερόμενο άρθρο της ότι η δημοτική αρχή έπραξε τα παραπάνω, στην οποία δημοτική αρχή ανήκει, και συνάγεται σαφώς από το άρθρο ότι συμπεριλαμβάνεται και ο δήμαρχος (ίσως και κάποιοι άλλοι υπεύθυνοι της δημοτικής αρχής, αλλά πάντως οπωσδήποτε περιλαμβάνεται και ο δήμαρχος), ο οποίος είναι ο πρώτος άρχων του Δήμου και τον οποίο "φωτογραφίζει", και από την όλη διατύπωση του άρθρου, ο κάθε μέσος συνετός πολίτης μπορεί ν' αντιληφθεί ότι όσα γράφονται στο άρθρο αυτό αναφέρονται στον μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντα. Αφού λοιπόν κανένα στοιχείο δεν υπάρχει ότι η τότε δημοτική αρχή βόλεψε συγγενικά της πρόσωπα, δηλαδή ότι παράνομα και κακόπιστα διορίσθηκε οποιοσδήποτε, κανένα επαχθές δάνειο δηλαδή δάνειο με επαχθείς όρους, δεν απεδείχθη ότι έγινε και καθόλου δεν απεδείχθη ότι ο Δήμος ήταν σωσίβιο για τον Δήμαρχο και τους δικούς του ανθρώπους για να λύσουν τα προσωπικά και τα οικονομικά τους προβλήματα, και αφού επί πλέον αποδεικνύεται ότι ο λόγος της κατηγορουμένης στο άνω άρθρο εκφεύγει των ορίων της ευπρέπειας και της καλώς νοούμενης κριτικής, και δεν πρόκειται περί απλών αξιολογικών κρίσεων, αποδεικνύεται (ενόψει όλων όσων προεκτέθηκαν) ότι η κατηγορουμένη είχε πρόθεση και άμεσο δόλο προς τέλεση της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ο οποίος δόλος σαφώς αποδεικνύεται και πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη, απορριφθεί δε ο περί του αντιθέτου αυτοτελής ισχυρισμός της, όπως ανωτέρω κατεγράφη, να διαταχθούν δε όσα αναφέρονται στο διατακτικό". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απορρίπτοντας τον από το άρθρο 367 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κήρυξε ένοχη αυτήν της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης και μετά την παραδοχή ως βασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, περί συνδρομής στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ (πρότερης έντιμης ζωής της), της επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ* αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 362, 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και του πολιτικώς ενάγοντος. Ακόμη, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα γεγονότα που είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης) της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των ισχυρισθέντων γεγονότων, επιδιώκοντας να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ως κοινωνικού συνόλου και δημάρχου της πόλης ..., με το να δημοσιεύσει στις 9-6-2006, στην τοπική εφημερίδα της ... "Η ΦΩΝΗ Της ...", άρθρο με τον τίτλο "Όταν διοικούν οι "Άριστοι"", στο οποίο περιείχε αναληθή περιστατικά για τη δραστηριότητα του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, σχετικά με την εκμίσθωση ακινήτου (του ξενοδοχείου ..., στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, τη σύναψη σύμβασης δανείου μεταξύ του Δήμου ... και της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ και την επαγγελματική αποκατάσταση της συζύγου και οικείων του και δεν συνιστούν απλή έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση της δράσης ή των ενεργειών του πολιτικώς ενάγοντος, στην οποία προέβη δια του τύπου η αναιρεσείουσα για καλόπιστη ενημέρωση των δημοτών του Δήμου ..., κατά αντιπαράθεση των μεταξύ τους θέσεως στον αγώνα αυτόν (αναιρεσείουσας και πολιτικώς ενάγοντος) για την κατάκτηση των σχετικών δημοτικών αξιωμάτων (δημοτικού συμβούλου - δημάρχου). Επίσης, δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του από το άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ προβληθέντος από την κατηγορουμένη ισχυρισμού, αφού, όπως έχει προεκτεθεί, το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ. 2α ΠΚ), αξιόποινης πράξης που έγινε δεκτό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα μόνον στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 741-742/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης. Όχι εφαρμογή του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφήμισης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόρριψη ισχυρισμού από το άρθρο 367 § 1 ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2243/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ. Με εγκαλούμενη την Ζ, Αντεισαγγελέα Εφετών Λάρισας.
Η αίτηση αυτή με αριθμ.378/24 Απριλίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 659/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 250/20.7.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 14-4-2008 έγκληση και την εν συνεχεία αυτής υπ'αριθ. 2/2009 προσφυγή του Χ, κατά της Ζ, Αντεισαγγελέα Εφετών Λάρισας, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 § ιγ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού γι'αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 766/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Χ, με την από 14-4-2008 έγκλησή του κατήγγειλε την παραπάνω Αντεισαγγελέα Εφετών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.).
Με την υπ'αριθ. ΕΓ 7-08/265/5/5-3-2009 διάταξη της Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας Κωνσταντίνας Ε. Μελισσάρη, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η πιο πάνω έγκληση.
Κατά της διατάξεως αυτής άσκησε ο προσφεύγων την υπ'αριθ. 2/26-3-2009 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Με το υπ'αριθ.πρωτ. 378/24-4-2009 έγγραφό του, ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, αφού αναφέρει ότι η εγκαλούμενη Αντεισαγγελέας Εφετών υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Λάρισας, ζητεί τον καθορισμό αρμοδιότητας κατ'άρθρο 136 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, αφού η εγκαλούμενη είναι δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Λάρισας, να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως, όχι σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, αφού κατά της εγκαλουμένης δεν έχει ασκηθεί καν ποινική δίωξη, αλλά στις Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές άλλου δικαστηρίου και ως τέτοιες πρέπει να ορισθούν αυτές της Εισαγγελίας Εφετών Λαμίας και του Εφετείου Λαμίας.
Για τους λόγους αυτούς------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να παραπεμφθεί η από 14-4-2008 έγκληση και η εν συνεχεία αυτής υπ'αριθ. 2/26-3-2009 προσφυγή του εγκαλούντος Χ, κατά της Αντεισαγγελέα Εφετών Λάρισας Ζ, από τις Εισαγγελικές και λοιπές Ανακριτικές Δικαστικές Αρχές Λάρισας, σ'αυτές του Εφετείου Λαμίας.
Αθήνα 29-6-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν εγκαλών ή ζημιωθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14-4-2008 έγκληση του Χ, κατά της Ζ, Αντεισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, ζητήθηκε η ποινική δίωξή της, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ). Την ως άνω έγκληση, μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απέρριψε ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών με την υπ' αριθμ. ΕΓ 7-08/265/5 διάταξή του ως αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης την υπ` αριθμ. 2/26-3-2009 προσφυγή του, για την οποία είναι αρμόδιος να αποφανθεί ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας Εφετών. Ο τελευταίος με το υπ' αριθμ. 378/24-4-2009 έγγραφό του αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προμνημονευομένη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω του ότι η εγκαλούμενη είναι Αντεισαγγελέας Εφετών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Λαρίσης. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερομένης προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Λαμίας, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση που αναφέρεται στο υπ` αριθμ. πρωτ. 378/24-4-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης και αφορά την εγκαλούμενη Ζ, η οποία υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Λαρίσης, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας και στις δικαστικές αρχές του Εφετείου Λαμίας, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Κανονισμός αρμοδιότητας. Αιτών ο Εισαγγελέας Εφετών Λαρίσης. Εγκαλούμενος δικαστικός λειτουργός (Αντεισαγγελέας Εφετών) του Εφετείου Λαρίσης. Εκκρεμεί στον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης, προσφυγή κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ, κατά της απορριπτικής, κατ' άρθρο 47 του ίδιου Κώδικα, διατάξεως της εγκλήσεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λαρίσης. Παραπέμπεται η υπόθεση στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Λαμίας (ΑΠ 29/2009 και 948/2008) -.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 2242/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 272/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30.3.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 492/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 192/21.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 481 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ' αριθμ. 54/30-3-2009 και 55/30-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ2, κατοίκου ... και Χ1, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 272/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το αίτημα του πρώτου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2426/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν, για υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο, τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (αρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 98 και 375 παρ. 2 εδ. α'- 1 Π.Κ., όπως ισχύει). Μετά από εφέσεις που άσκησαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 272/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις αυτών και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες με τις υπό κρίση αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν από τους ίδιους στις 30-3-2009 ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον μεν πρώτο στις 20-3-2009 στη δε δεύτερη, με θυροκόλληση, στις 17-3-2009 και στον αντίκλητο αυτής δικηγόρο Αθηνών Θεμιστοκλή Σκούρα στις 18-3-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ), ενώ το βούλευμα αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375§1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται τα εξής: 1) ξένο κινητό πράγμα, ολικά ή εν μέρει, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που ανήκει σε ξένη προς τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται από το αστικό δίκαιο, 2) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και να είναι κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, 3) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη. Παράνομη είναι η ιδιοποίηση όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και χωρίς άλλο, παρεχόμενο από το νόμο, δικαίωμα, και 4) δολία προαίρεση του δράστη, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα που ευρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία (ΑΠ 580/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 53, ΑΠ 372/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σ. 1081, ΑΠ 1596/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ'σ. 639, ΑΠ 134/1998 Ποιν. Χρον. ΜΗ' σ. 772, ΑΠ 1336/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ'σ. 823, ΑΠ 1624/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ'σ. 1029, ΑΠ 1408/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ'σ. 657, ΑΠ 1054/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' σ. 91, ΑΠ 1182/1994 Ποιν.Χρον. ΜΔ'σ. 978, ΑΠ 992/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ'σ. 936 κ.ά, Ι. Μανωλεδάκη Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, 2002, σ. 223 επομ.).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του αρθ. 375 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 §9 του Ν. 2408/1996, αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις κατάχρησης εμπιστοσύνης όπως και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευση του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας καν λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση, πρέπει όμως το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του αυτής (ΑΠ 1120/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 419, ΑΠ 1600/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ' σ. 645, ΑΠ 1307/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ' σ. 535). Αλλά ως διαχειριστής νοείται και ο εν τοις πράγμασι (de facto) ασκών τη διαχείριση (ΑΠ 1786/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ' σ. 594).
Περαιτέρω, με το αρθ. 14 § 11 του νόμου αυτού (2721/1999) προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο αρθ. 98 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Επομένως, σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του αντικειμένου (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπ' όψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (Ολ.ΑΠ 5/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ'σ. 697, ΑΠ 974/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ' σ. 334, ΑΠ 765/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ' σ. 13).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ειδικότερα επί υπεξαίρεσης υπάρχει συναυτουργία όταν το υλικό αντικείμενο της πράξης περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών οι οποίοι ενεργούν από κοινού λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνθηκών (ΑΠ 1604/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 732, ΑΠ 1388/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 620, ΑΠ 163/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σ. 917, ΑΠ 1317/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ' σ. 435, ΑΠ 692/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ'σ. 179, ΑΠ 1028/94 Ποιν. Χρον. ΜΔ' σ. 823 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων στο βούλευμα κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζωής Κοροβήλου-Οικονόμου συνεστήθη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", με έδρα το ... και με κύριο αντικείμενο την αγορά, επεξεργασία και εμπορία μαρμάρων. Μέτοχοι της εταιρίας ήταν ο ΑΑ, κατά ποσοστό 55% (κατείχε 11.000 μετοχές) και ο μηνυτής Ψ, αδελφός της συζύγου του πρώτου, κατά ποσοστό 45% (κατείχε 9.000 μετοχές). Με την από 25-6-2001 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας και το από 26-6-2001 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτής, που καταχωρήθηκαν στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών και δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 10403/22-11-2001), εκλέχθηκαν ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής α) ο ΑΑ, διευθύνων σύμβουλος, β) η Χ1, μέλος του Δ.Σ. και γ) ο Χ2, πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας. Η θητεία του προαναφερόμενου Δ.Σ. της εταιρίας αυτής ορίσθηκε για το μέχρι την 30-6-2006 χρονικό διάστημα. Επίσης, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρίας ανατέθηκε στον Χ2 η ενάσκηση όλων των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. της εταιρίας και παράλληλα προβλέφθηκε ότι αυτός θα εκπροσωπεί την εταιρία αυτή δικαστικά και εξώδικα χωρίς κανένα περιορισμό. Την 8-2-2003, απεβίωσε ο ΑΑ. Ακολούθως, συγκλήθηκε εκ νέου η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, την 31-3-2003 και αποφάσισε την εκλογή νέου Δ.Σ. αποτελούμενου από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους Χ2 και Χ1 καθώς και τη μητέρα τους ΒΒ, η θητεία του οποίου ορίστηκε για το μέχρι την 30-6-2008 χρονικό διάστημα. Επίσης, με το από 1-4-2003 πρακτικό του Δ.Σ. ο Χ2 ορίστηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, η ΒΒ ορίσθηκε αντιπρόεδρος και η Χ1 ορίσθηκε μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας και συνδιευθύνουσα σύμβουλος, ενώ, παράλληλα, ανατέθηκε στους Χ2 και Χ1 η ενάσκηση όλων των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. της εταιρίας και προβλέφθηκε ότι αυτοί θα εκπροσωπούν την εταιρία δικαστικά και εξώδικα χωρίς κανένα περιορισμό είτε από κοινού είτε χωριστά ο καθένας. Η προαναφερόμενη από 31-3-2003 απόφαση της Γ.Σ. και το από 1-4-2003 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής καταχωρήθηκαν στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών την 8-7-2003 και δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 7.297/11-7-2003). Ήδη όμως μεταξύ των ως άνω κληρονόμων του ΑΑ και του μηνυτή ανέκυψαν διαφορές και προστριβές οι οποίες εξελίχθηκαν σε αντιδικία. Για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας η ως άνω ανώνυμη εταιρία διατηρούσε κατάστημα στο ..., επί της οδού ... αριθ. ..., στο οποίο είχε αποθηκευμένα τα μάρμαρα και δεχόταν τις παραγγελίες των πελατών της. Κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-2003 έως 2-4-2003 οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι πώλησαν σε διάφορους πελάτες της εταιρίας ποσότητες μαρμάρων και εισέπραξαν το τίμημα, χωρίς όμως να αναγραφεί στα σχετικά παραστατικά (τιμολόγια - αποδείξεις) της εταιρίας το πράγματι εισπραχθέν τίμημα, αλλά διαφορετικό και μάλιστα πολύ μικρότερο από το πραγματικό. Στο ταμείο δε της εταιρίας εισήχθη μόνο το μέρος εκείνο του τιμήματος που ανεγράφη στα παραστατικά αυτά, ενώ το υπόλοιπο παρακρατήθηκε από τους εκκαλούντες Χ2 και Χ1 οι οποίοι το ιδιοποιήθηκαν παρανόμως. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τις διαπραγματεύσεις με τους πελάτες της εταιρίας αυτής για τον καθορισμό του τιμήματος, τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής αυτού, διεξήγαγε ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 ο οποίος κατέγραψε λεπτομερώς τις πωλήσεις αυτές και τις επί μέρους πραγματικές συμφωνίες για το τίμημα και τους όρους καταβολής του, σε ανεπίσημες χειρόγραφες σημειώσεις που έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία και η γνησιότητα τους ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους. Σημειώνεται εξάλλου, ότι ο Χ2 ήταν καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας με δικαίωμα δικαστικής και εξωδικαστικής εκπροσώπησης της. Παράλληλα, και η Χ1, η οποία μέχρι την 31-3-2003 ήταν μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής και στη συνέχεια συνδιευθύνουσα σύμβουλος με δικαίωμα δικαστικής και εξωδικαστικής εκπροσώπησης της εταιρίας, συμμετείχε στη διαχείριση των οικονομικών της εταιρίας αυτής, γνώριζε τις συναλλαγές της με τους τρίτους-πελάτες, ενώ παράλληλα λάμβανε γνώση και υπέγραφε τις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις.
Ειδικότερα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα έλαβαν χώρα και οι ακόλουθες πωλήσεις μαρμάρων προς τρίτους, πελάτες της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.":
1) Την 9-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 451,70 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν.ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 22,57 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα την 30-12-2002, οπότε ο ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 100,00 ευρώ. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 9-1-2003, ήτοι λίγες μόνο ημέρες μετά την αρχική συμφωνία, αφού ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν ο αναγκαίος για την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε ο αγοραστής.
2) Την 14-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 58,26 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν.ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 4,27 ευρώ.
3) Την 20-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 755,40 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ| αριθμ. ... δελτίο αποστολής - λιανικής πώλησης της ως άνω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 43,60 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα την 8-1-2003, οπότε ο ... έδωσε ως προκαταβολή στην εταιρία το ποσό των 50,00 ευρώ. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 20-1-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε ο πιο πάνω αγοραστής.
4) Την 30-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 477,94 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής της ως άνω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 17,96 ευρώ.
5) Την 3-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "... και ΣΙΑ Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 18.946,01 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... τιμολόγια της ως άνω εταιρίας, στα οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 5.195,16 ευρώ.
6) Την 5-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 27.762,83 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποδείξεις λιανικής πώλησης της ως άνω εταιρίας, στις οποίες αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το συνολικό ποσό των 1.297,70 ευρώ.
7) Την 18-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 331,15 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 15,28 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 29-1-2003. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 18-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που αυτός ζήτησε.
8) Την 18-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "...- ... Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, πραγματικής αξίας 5.477,63 ευρώ, ποσόν το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... τιμολόγια της ως άνω εταιρίας, στα οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 1.316,93 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 25-1-2003, οπότε η αγοράστρια εταιρία έδωσε ως προκαταβολή το ήμισυ του συμφωνηθέντος τιμήματος. Τα πωληθέντα μάρμαρα παραδόθηκαν την 18-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε η αγοράστρια εταιρία.
9) Την 18-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 450,68 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής - απόδειξης της ανωτέρω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 12,88 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 11-2-2003, οπότε η ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 100,00 ευρώ. Τα πωληθέντα μάρμαρα παραδόθηκαν την 18-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε η αγοράστρια.
10) Την 24-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 1.471,35 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής - απόδειξη λιανικής πώλησης της ως άνω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 685,74 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 30-1-2003, οπότε ο ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 300,00 ευρώ. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν την 24-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε ο αγοραστής.
11) Την 4-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 468,77 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας, στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 84,15 ευρώ.
12) Την 18-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 435,55 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας, στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 24,89 ευρώ.
13) Την 20-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 532,66 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής της ανωτέρω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 61,43 ευρώ.
14) Στις 24-3-2003 και 1-4-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στη ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 7.144,33 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ...και ... αποδείξεις λιανικής πώλησης της ανωτέρω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στις οποίες αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το συνολικό ποσό των 1.080,70 ευρώ.
15) Την 27-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 5.228,97 ευρώ, ποσό το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποδείξεις λιανικής πώλησης της ανωτέρω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στις οποίες αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 195,83 ευρώ.
16) Την 29-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στη ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 2.419,76 ευρώ, ποσό το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. ... απόδειξη λιανικής πώλησης της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν.ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στην οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 990,27 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα λίγες ημέρες πριν την παράδοση των επιδίκων μαρμάρων, οπότε η η ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 800,00 ευρώ.
17) Την 2-4-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 1.201,50 ευρώ, ποσόν το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόδειξη λιανικής πώλησης της ανωτέρω εταιρίας, στην οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 417,60 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα την 28-3-2003. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 2-4-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που αυτός ζήτησε.
Έτσι, κατά τα προαναφερόμενα, το τίμημα το οποίο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 εισέπραξαν για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε." από τις πιο πάνω πωλήσεις μαρμάρων, ανήλθε συνολικά στο ποσό των 73.614,49 ευρώ. Πλην, όμως, από το συνολικό αυτό ποσό μόνο ένα μικρό μέρος, ανερχόμενο σε 11.466,96 ευρώ, εισήγαγαν στο ταμείο της εταιρίας αυτής και το υπόλοιπο ποσό, ήτοι συνολικά (73.614,49 - 11.466,96)= 62.147,53 ευρώ, το παρακράτησαν ενσωματώνοντας το στην ατομική τους περιουσία, χωρίς να έχουν σχετικό δικαίωμα και έτσι το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Στις ανεπίσημες σημειώσεις που κρατούσε ο Χ2 καταγράφονται όλα τα σχετικά με τις επίδικες πωλήσεις στοιχεία, όπως τα ακριβή μέτρα, οι διαστάσεις, το σχήμα, η ποιότητα του πωλουμένου μαρμάρου, ο χρόνος παράδοσης και το ύψος του τιμήματος, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο χρόνος και ο τρόπος εξόφλησης του τιμήματος. Επίσης, στις χειρόγραφες αυτές σημειώσεις ο Χ2 κατέγραφε και κάθε μεταβολή της αρχικής παραγγελίας των πελατών-αγοραστών ως προς τις διαστάσεις ή την ποιότητα των μαρμάρων. Πλην όμως, στις υπό κρίση περιπτώσεις, καμία εγγραφή δεν υπάρχει, από την οποία να προκύπτει ότι η αρχική παραγγελία των πιο πάνω πελατών της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε." τροποποιήθηκε στη συνέχεια. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η προκαταβολή που οι πελάτες έδωσαν για την αγορά των επιδίκων μαρμάρων υπερβαίνει κατά πολύ το αναγραφόμενο στα αντίστοιχα τιμολόγια και αποδείξεις τίμημα της πώλησης, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι απέβλεπαν κατά την τέλεση κάθε επιμέρους πράξης στο συνολικό ποσό της επίδικης υπεξαίρεσης, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεδομένου ότι ενήργησαν βάσει σχεδίου, με μέθοδο και τεχνάσματα που επινόησαν και εφήρμοσαν για μακρό χρονικό διάστημα.
Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων κατηγορουμένων ότι η διαφορά μεταξύ των ιδιόχειρων εγγραφών του Χ2 και των τιμολογίων και αποδείξεων οφείλεται είτε σε εκπτώσεις που έγιναν από την πωλήτρια εταιρία είτε σε υπαναχώρηση των αγοραστών δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο διότι η διαφορά στην τιμή πραγματικής πώλησης και στην αναγραφόμενη στα πιο πάνω τιμολόγια και αποδείξεις δεν οφείλεσαι σε εκπτώσεις, αλλά στο ότι στα τιμολόγια και στις αποδείξεις εμφανιζόταν να έχει πωληθεί η ίδια μεν ποσότητα μαρμάρων, αλλά, δήθεν, διαφορετική και πολύ φθηνότερη ποιότητα. Εξάλλου, η τιμή που αναγράφεται στα τιμολόγια είναι η τιμή που προβλέπεται στον τιμοκατάλογο της πωλήτριας εταιρίας και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εκπτώσεων. Αλλά και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι στις επίδικες περιπτώσεις οι αγοραστές υπαναχώρησαν από την αρχική τους παραγγελία και τελικά ζήτησαν διαφορετική (πολύ φθηνότερη) ποιότητα μαρμάρων είναι αβάσιμος, αφού η συνολική τιμή των πωληθέντων μαρμάρων ήταν γνωστή στους αγοραστές ήδη από το χρόνο της παραγγελίας και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις είχε δοθεί από τους αγοραστές προκαταβολή έναντι του συνολικού τιμήματος, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερέβαινε το αναγραφόμενο στα τιμολόγια και στις αποδείξεις τίμημα. Το πιο πάνω συμπέρασμα δεν ανατρέπεται ούτε από τις καταθέσεις ορισμένων από τους αγοραστές των μαρμάρων, δεδομένου ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ανέφεραν καθόλου την ύπαρξη αρχικής συμφωνίας για μεγαλύτερο τίμημα και το λόγο που τους οδήγησε στην παραλαβή διαφορετικής ποιότητας μαρμάρων, ούτε τι απέγινε η μεγαλύτερη προκαταβολή που είχαν ήδη καταβάλει σε ορισμένες περιπτώσεις. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η διενεργηθείσα κατά την κυρία ανάκριση πραγματογνωμοσύνη, ότι δηλαδή δεν προέκυψε υποτιμολόγηση για το έτος 2003, δεδομένου ότι οι πραγματογνώμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό ελέγχοντας αποκλειστικά τις λογιστικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", χωρίς να λάβουν υπόψη τις ανεπίσημες λεπτομερείς σημειώσεις του Χ2 και θεωρώντας αληθή την ποιότητα που αναγράφηκε στα παραστατικά ότι πωλήθηκε.
Τέλος, στις εκθέσεις των εφέσεων τους, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον θάνατο του ΑΑ, την 8-2-2003, μέχρι την 31-3-2003, οπότε εκλέχθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο, δεν είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας επειδή δεν υπήρχε διοικητικό συμβούλιο και επομένως, τα εκδοθέντα κατά το χρονικό αυτό διάστημα τιμολόγια (υπ' αριθμ. 7 έως 16), δεν έπρεπε να περιληφθούν στην κατηγορία και το ποσό των 18.992,75 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται ότι υποτιμολογήθηκαν συνολικά τα τιμολόγια αυτά, πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των 62.147,63 ώστε να απομείνει υπόλοιπο 43.154,88 ευρώ. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και το ποσό αυτό, των 43.153,88 ευρώ, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, επομένως, είναι πρόσφορο για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, ο ως άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι οι κατηγορούμενοι και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εξακολούθησαν να ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας όπως αβίαστα προκύπτει από τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις κατά το διάστημα αυτό.
Από τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας.
Επομένως, ορθά εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ορθά παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98 παρ. 1, 2 και 375 παρ. 2 εδ. α'- 1 ΠΚ (όπως προστ. η παρ. 2 του αρ. 98 με το αρ. 14 παρ. 11 του ν. 2721/99 και αντικ. η παρ. 2 του αρ. 375 με το αρ. 1 παρ. 9 του ν. 2408/96) τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι αναιρεσείοντες. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως ότι οι αναιρεσείοντες είχαν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ ΑΕ", την οποία και εκπροσωπούσαν, και ότι ενώ εισέπραξαν από τρίτους για λογαριασμό της τελευταίας συνολικά 73.614,49 ευρώ, εισήγαγαν στο ταμείο της εταιρείας αυτής μόνο 11.466,96 ευρώ, ιδιοποιηθέντες από κοινού παράνομα το υπόλοιπο ποσό, ήτοι συνολικά 62.147,53 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στο οποίο και απέβλεπαν κατά την τέλεση κάθε μερικότερης πράξης, αφού δέχεται αιτιολογημένα ότι ενήργησαν βάσει σχεδίου, με μέθοδο και τεχνάσματα που επινόησαν και εφήρμοσαν για μακρό χρονικό διάστημα.
Επίσης αιτιολογημένα απέκρουσε το πόρισμα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων στο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Επομένως, οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ποινικών διατάξεων και για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτες.
Συνακόλουθα, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις του και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας.
Α) να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 54/30-3-2009 και 55/30-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ2, κατοίκου ... και Χ1, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 272/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 11 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις κρινόμενες υπ' αρ. 54/30-3-2009 και 55/30-4-2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 272/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επιπλέον με την πρώτη αυτών η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του πρώτου αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου του Αρείου Πάγου. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τα άρθρα 485 παρ. 1 και 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το Ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάσσει, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, την αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνισή του, εάν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου με την αναίρεση βουλεύματος, ή αν οι προβαλλόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν δικαιολογούν ως εκ της φύσεώς τους αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου, ή αν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται εντελώς αορίστως χωρίς προσδιορισμό των σημείων του προσβαλλόμενου βουλεύματος, τα οποία, ενόψει της κρινόμενης αναίρεσης, έχουν ανάγκη προφορικής ανάπτυξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Επομένως, το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2, που υποβάλλει με την παραπάνω κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, για εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του, χωρίς να προσδιορίζονται σ' αυτό τα σημεία τα οποία, σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης, θέλει να αναπτύξει αυτός προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου, αναφέροντας για την παραδοχή του εν λόγου αιτήματός του κατά λέξη μόνο "για την παροχή διευκρινίσεων ως προς τις ιδιομορφίες των μαρμάρων και της τιμής που διαμορφώνεται με βάση τις ιδιομορφίες αυτές", είναι απορριπτέο προεχόντως ως αόριστο, ανεξαρτήτως του ότι οι αποδιδόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προφορικής ανάπτυξης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αντο αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται τα εξής: 1) ξένο κινητό πράγμα, ολικά ή εν μέρει, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που ανήκει σε ξένη προς τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται από το αστικό δίκαιο, 2) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και να είναι κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, 3) παράνομη ιδιοποίηση από τον δράστη. Παράνομη είναι η ιδιοποίηση όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και χωρίς άλλο, παρεχόμενο από το νόμο, δικαίωμα, και 4) δολία προαίρεση του δράστη, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα που ευρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία.
Εξάλλου, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις κατάχρησης εμπιστοσύνης, όπως και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευση του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση, πρέπει όμως το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Αλλά ως διαχειριστής νοείται και ο εν τοις πράγμασι (de facto) ασκών την διαχείριση. Περαιτέρω, με το αρθ. 14 § 11 του νόμου αυτού (2721/1999) προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο αρθ. 98 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε. Επομένως, σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του αντικειμένου (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπ' όψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (Ολ. ΑΠ 5/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ'σ. 697).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ειδικότερα, επί υπεξαίρεσης υπάρχει συναυτουργία αν το υλικό αντικείμενο της πράξης περιέχεται στη συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δ' εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτήν υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος, ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίσθηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα άρθρα 309, 310 και 313 ΚΠΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν. Εάν, όμως, κατά την έρευνα και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεχθεί το συμβούλιο ως αληθινά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, δεν υπερβαίνει την εξουσία του, εφόσον οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων (Ολ. ΑΠ 9/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 272/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις υπ' αριθμ. 468/6-10-2008 και 469/6-10-2008 εφέσεις των αναιρεσειόντων Χ1, κατοίκου ..., και Χ2, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2426/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχουν παραπεμφθεί αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτούς στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-2003 έως 2-4-2003. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζωής Καραβάλου-Οικονόμου συνεστήθη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν ΜΑΛΤΕΖΟΣ ΑΕ", με έδρα το ... και με κύριο αντικείμενο την αγορά, επεξεργασία και εμπορία μαρμάρων. Μέτοχοι της εταιρίας ήταν ο ΑΑ, κατά ποσοστό 55% (κατείχε 11.000 μετοχές) και ο μηνυτής Ψ, αδελφός της συζύγου του πρώτου, κατά ποσοστό 45% (κατείχε 9.000 μετοχές). Με την από 25.6.2001 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας και το από 26-6-2001 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτής, που καταχωρήθηκαν στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών και δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 10403/22-11-2001), εκλέχθηκαν ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής α) ο ΑΑ, διευθύνων σύμβουλος, β) η Χ1, μέλος του Δ.Σ. και γ) ο Χ2, πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας. Η θητεία του προαναφερόμενου Δ.Σ. της εταιρίας αυτής ορίσθηκε για το μέχρι την 30-6-2006 χρονικό διάστημα. Επίσης, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρίας ανατέθηκε στον Χ2 η ενάσκηση όλων των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. της εταιρίας και παράλληλα προβλέφθηκε ότι αυτός θα εκπροσωπεί την εταιρία αυτή δικαστικά και εξώδικα χωρίς κανένα περιορισμό. Την 8-2-2003, απεβίωσε ο ΑΑ. Ακολούθως, συγκλήθηκε εκ νέου η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, την 31-3-2003, και αποφάσισε την εκλογή νέου Δ.Σ. αποτελούμενου από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους Χ2 και Χ1 καθώς και τη μητέρα τους ΒΒ, η θητεία του οποίου ορίστηκε για το μέχρι την 30-6-2008 χρονικό διάστημα. Επίσης, με το από 1-4-2003 πρακτικό του Δ.Σ. ο Χ2 ορίστηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, η ΒΒ ορίσθηκε αντιπρόεδρος και η Χ1 ορίσθηκε μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας και συνδιευθύνουσα σύμβουλος, ενώ, παράλληλα, ανατέθηκε στους Χ2 και Χ1 η ενάσκηση όλων των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. της εταιρίας και προβλέφθηκε ότι αυτοί θα εκπροσωπούν την εταιρία δικαστικά και εξώδικα χωρίς κανένα περιορισμό, είτε από κοινού είτε χωριστά ο καθένας. Η προαναφερόμενη από 31-3-2003 απόφαση της Γ.Σ. και το από 1-4-2003 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής καταχωρήθηκαν στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών την 8-7-2003 και δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 7.297/11-7-2003). Ήδη όμως μεταξύ των ως άνω κληρονόμων του ΑΑ και του μηνυτή ανέκυψαν διαφορές και προστριβές, οι οποίες εξελίχθηκαν σε αντιδικία. Για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας η ως άνω ανώνυμη εταιρία διατηρούσε κατάστημα στο ..., επί της οδού ..., αριθ. ..., στο οποίο είχε αποθηκευμένα τα μάρμαρα και δεχόταν τις παραγγελίες των πελατών της. Κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-2003 έως 2-4-2003, οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι πώλησαν σε διάφορους πελάτες της εταιρίας ποσότητες μαρμάρων και εισέπραξαν το τίμημα, χωρίς όμως να αναγραφεί στα σχετικά παραστατικά (τιμολόγια - αποδείξεις) της εταιρίας το πράγματι εισπραχθέν τίμημα, αλλά διαφορετικό και μάλιστα πολύ μικρότερο από το πραγματικό. Στο ταμείο δε της εταιρίας εισήχθη μόνο το μέρος εκείνο του τιμήματος που ανεγράφη στα παραστατικά αυτά, ενώ το υπόλοιπο παρακρατήθηκε από τους εκκαλούντες Χ2 και Χ1, οι οποίοι το ιδιοποιήθηκαν παρανόμως. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι τις διαπραγματεύσεις με τους πελάτες της εταιρίας αυτής για τον καθορισμό του τιμήματος, τον τρόπο και τον χρόνο πληρωμής αυτού, διεξήγαγε ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, ο οποίος κατέγραψε λεπτομερώς τις πωλήσεις αυτές και τις επί μέρους πραγματικές συμφωνίες για το τίμημα και τους όρους καταβολής του, σε ανεπίσημες χειρόγραφες σημειώσεις που έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία και η γνησιότητά τους ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους. Σημειώνεται εξάλλου, ότι ο Χ2 ήταν καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας, με δικαίωμα δικαστικής και εξωδικαστικής εκπροσώπησής της. Παράλληλα και η Χ1, η οποία μέχρι την 31-3-2003 ήταν μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής και στη συνέχεια συνδιευθύνουσα σύμβουλος με δικαίωμα δικαστικής και εξωδικαστικής εκπροσώπησης της εταιρίας, συμμετείχε στη διαχείριση των οικονομικών της εταιρίας αυτής, γνώριζε τις συναλλαγές της με τους τρίτους-πελάτες, ενώ παράλληλα ελάμβανε γνώση και υπέγραφε τις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις. Ειδικότερα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, έλαβαν χώρα και οι ακόλουθες πωλήσεις μαρμάρων προς τρίτους, πελάτες της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν.ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.": 1) Την 9-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 451,70 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν.ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 22,57 ευρώ. Για την πώληση αυτή, οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα την 30-12-2002, οπότε ο ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 100,00 ευρώ. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 9-1-2003, ήτοι λίγες μόνον ημέρες μετά την αρχική συμφωνία, αφού ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν ο αναγκαίος για την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε ο αγοραστής. 2) Την 14-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 58,26 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν.ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 4,27 ευρώ. 3)Την 20-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 755,40 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής - λιανικής πώλησης της ως άνω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 43,60 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα την 8-1-2003, οπότε ο ... έδωσε ως προκαταβολή στην εταιρία το ποσό των 50,00 ευρώ. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 20-1-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε ο πιο πάνω αγοραστής. 4) Την 30-1-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 477,94 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής της ως άνω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 17,96 ευρώ. 5) Την 3-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "... Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 18.946,01 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... τιμολόγια της ως άνω εταιρίας, στα οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 5.195,16 ευρώ. 6) Την 5-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 27.762,83 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποδείξεις λιανικής πώλησης της ως άνω εταιρίας, στις οποίες αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το συνολικό ποσό των 1.297,70 ευρώ. 7) Την 18-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 331,15 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 15,28 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 29-1-2003. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 18-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που αυτός ζήτησε. 8) Την 18-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "...-... Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, πραγματικής αξίας 5.477,63 ευρώ, ποσόν το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... τιμολόγια της ως άνω εταιρίας, στα οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 1.316,93 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 25-1-2003, οπότε η αγοράστρια εταιρία έδωσε ως προκαταβολή το ήμισυ του συμφωνηθέντος τιμήματος. Τα πωληθέντα μάρμαρα παραδόθηκαν την 18-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε η αγοράστρια εταιρία. 9) Την 18-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 450,68 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής - απόδειξης της ανωτέρω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 12,88 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 11-2-2003, οπότε η ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 100,00 ευρώ. Τα πωληθέντα μάρμαρα παραδόθηκαν την 18-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε η αγοράστρια. 10) Την 24-2-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 1.471,35 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής - απόδειξη λιανικής πώλησης της ως άνω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 685,74 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έγιναν την 30-1-2003, οπότε ο ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 300,00 ευρώ. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν την 24-2-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που ζήτησε ο αγοραστής. 11) Την 4-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 468,77 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας, στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 84,15 ευρώ. 12) Την 18-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην εταιρία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ποσότητα μαρμάρου, αξίας 435,55 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας, στο οποίο όμως αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 24,89 ευρώ. 13) Την 20-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 532,66 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής της ανωτέρω εταιρίας, στο οποίο αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 61,43 ευρώ. 14) Στις 24-3-2003 και 1-4-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 7.144,33 ευρώ, η οποία πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποδείξεις λιανικής πώλησης της ανωτέρω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ - ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στις οποίες αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το συνολικό ποσό των 1.080,70 ευρώ. 15) Την 27-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 5.228,97 ευρώ, ποσό το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποδείξεις λιανικής πώλησης της ανωτέρω εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στις οποίες αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 195,83 ευρώ. 16) Την 29-3-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στην ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 2.419,76 ευρώ, ποσό το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. ... απόδειξη λιανικής πώλησης της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ - ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", στην οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 990,27 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα λίγες ημέρες πριν την παράδοση των επιδίκων μαρμάρων, οπότε η η ... έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 800,00 ευρώ. 17) Την 2-4-2003 πωλήθηκε και παραδόθηκε στον ... ποσότητα μαρμάρου, αξίας 1.201,50 ευρώ, ποσόν το οποίο πράγματι καταβλήθηκε και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόδειξη λιανικής πώλησης της ανωτέρω εταιρίας, στην οποία αναγράφηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των 417,60 ευρώ. Για την πώληση αυτή οι σχετικές διαπραγματεύσεις και η τελική συμφωνία ως προς το τίμημα έλαβαν χώρα την 28-3-2003. Τα μάρμαρα αυτά παραδόθηκαν στον αγοραστή την 2-4-2003, μετά την κατάλληλη επεξεργασία και κοπή τους στο σχέδιο και τα μέτρα που αυτός ζήτησε. Έτσι, κατά τα προαναφερόμενα, το τίμημα το οποίο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 εισέπραξαν για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε." από τις πιο πάνω πωλήσεις μαρμάρων, ανήλθε συνολικά στο ποσό των 73.614,49 ευρώ. Πλην, όμως, από το συνολικό αυτό ποσό μόνο ένα μικρό μέρος, ανερχόμενο σε 11.466,96 ευρώ, εισήγαγαν στο ταμείο της εταιρίας αυτής και το υπόλοιπο ποσό, ήτοι συνολικά (73.614,49 - 11.466,96) = 62.147,53 ευρώ, το παρακράτησαν ενσωματώνοντάς το στην ατομική τους περιουσία, χωρίς να έχουν σχετικό δικαίωμα και έτσι το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Στις ανεπίσημες σημειώσεις που κρατούσε ο Χ2 καταγράφονται όλα τα σχετικά με τις επίδικες πωλήσεις στοιχεία, όπως τα ακριβή μέτρα, οι διαστάσεις, το σχήμα, η ποιότητα του πωλουμένου μαρμάρου, ο χρόνος παράδοσης και το ύψος του τιμήματος, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο χρόνος και ο τρόπος εξόφλησης του τιμήματος. Επίσης, στις χειρόγραφες αυτές σημειώσεις ο Χ2 κατέγραψε και κάθε μεταβολή της αρχικής παραγγελίας των πελατών-αγοραστών ως προς τις διαστάσεις ή την ποιότητα των μαρμάρων. Πλην όμως, στις υπό κρίση περιπτώσεις, καμία εγγραφή δεν υπάρχει, από την οποία να προκύπτει ότι η αρχική παραγγελία των πιο πάνω πελατών της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ - ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε." τροποποιήθηκε στη συνέχεια. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η προκαταβολή που οι πελάτες έδωσαν για την αγορά των επιδίκων μαρμάρων υπερβαίνει κατά πολύ το αναγραφόμενο στα αντίστοιχα τιμολόγια και αποδείξεις τίμημα της πώλησης, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι απέβλεπαν κατά την τέλεση κάθε επιμέρους πράξης στο συνολικό ποσό της επίδικης υπεξαίρεσης, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεδομένου ότι ενήργησαν βάσει σχεδίου, με μέθοδο και τεχνάσματα που επινόησαν και εφήρμοσαν για μακρό χρονικό διάστημα. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων κατηγορουμένων ότι η διαφορά μεταξύ των ιδιόχειρων εγγραφών του Χ2 και των τιμολογίων και αποδείξεων οφείλεται είτε σε εκπτώσεις που έγιναν από την πωλήτρια εταιρία είτε σε υπαναχώρηση των αγοραστών δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο διότι η διαφορά στην τιμή πραγματικής πώλησης και στην αναγραφόμενη στα πιο πάνω τιμολόγια και αποδείξεις δεν οφείλεσαι σε εκπτώσεις, αλλά στο ότι στα τιμολόγια και στις αποδείξεις εμφανιζόταν να έχει πωληθεί η ίδια μεν ποσότητα μαρμάρων, αλλά, δήθεν, διαφορετική και πολύ φθηνότερη ποιότητα. Εξάλλου, η τιμή που αναγράφεται στα τιμολόγια είναι η τιμή που προβλέπεται στον τιμοκατάλογο της πωλήτριας εταιρίας και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εκπτώσεων. Αλλά και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι στις επίδικες περιπτώσεις οι αγοραστές υπαναχώρησαν από την αρχική τους παραγγελία και τελικά ζήτησαν διαφορετική (πολύ φθηνότερη) ποιότητα μαρμάρων είναι αβάσιμος, αφού η συνολική τιμή των πωληθέντων μαρμάρων ήταν γνωστή στους αγοραστές ήδη από το χρόνο της παραγγελίας και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις είχε δοθεί από τους αγοραστές προκαταβολή έναντι του συνολικού τιμήματος, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερέβαινε το αναγραφόμενο στα τιμολόγια και στις αποδείξεις τίμημα. Το πιο πάνω συμπέρασμα δεν ανατρέπεται ούτε από τις καταθέσεις ορισμένων από τους αγοραστές των μαρμάρων, δεδομένου ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ανέφεραν καθόλου την ύπαρξη αρχικής συμφωνίας για μεγαλύτερο τίμημα και τον λόγο που τους οδήγησε στην παραλαβή διαφορετικής ποιότητας μαρμάρων, ούτε τι απέγινε η μεγαλύτερη προκαταβολή που είχαν ήδη καταβάλει σε ορισμένες περιπτώσεις. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η διενεργηθείσα κατά την κυρία ανάκριση πραγματογνω-μοσύνη, ότι δηλαδή δεν προέκυψε υποτιμολόγηση για το έτος 2003, δεδομένου ότι οι πραγματογνώμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό ελέγχοντας αποκλειστικά τις λογιστικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", χωρίς να λάβουν υπόψη τις ανεπίσημες λεπτομερείς σημειώσεις του Χ2 και θεωρώντας αληθή την ποιότητα που αναγράφηκε στα παραστατικά ότι πωλήθηκε. Τέλος, στις εκθέσεις των εφέσεών τους, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον θάνατο του ΑΑ, την 8-2-2003, μέχρι την 31-3-2003, οπότε εκλέχθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο, δεν είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, επειδή δεν υπήρχε διοικητικό συμβούλιο και επομένως, τα εκδοθέντα κατά το χρονικό αυτό διάστημα τιμολόγια (υπ' αριθμ. 7 έως 16), δεν έπρεπε να περιληφθούν στην κατηγορία και το ποσό των 18.992,75 ευρώ, κατά το οποίο φέρεται ότι υποτιμολογήθηκαν συνολικά τα τιμολόγια αυτά, πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των 62.147, 63 ώστε να απομείνει υπόλοιπο 43.154,88 ευρώ. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και το ποσό αυτό, των 43.153,88 ευρώ, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, επομένως, είναι πρόσφορο για την στοιχειοθέτηση της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, ο ως άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι κατηγορούμενοι και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εξακολούθησαν να ασκούν εν τοις πράγμασι την διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας, όπως αβίαστα προκύπτει από τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις κατά το διάστημα αυτό. Από τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας. Επομένως, ορθά εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμά του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ορθά παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών".
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά του στην αντίστοιχη εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Ακολούθως, το ως άνω Συμβούλιο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτόδικου υπ' αριθμ. 2426/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του προαναφερομένου Δικαστηρίου για να δικασθούν για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, αφού εκτίθενται σ' αυτά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογική κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, παραθέτει δε, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45, 98 παρ. 1 και 2 και 375 παρ. 1 και 2 εδ. α του ΠΚ (όπως η παρ. 2 του άρθρου 98 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999 και αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 375 με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996), τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων των περιστάσεων εκείνων της σε βαθμό κακουργήματος τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία που τους αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερα αναφορές για το τι προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατ' είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, έκθεση τεχνικού συμβούλου, λοιπά έγγραφα, χωρίς όμως εξέταση και αιτιολογίες των κατηγορουμένων). Πλέον συγκεκριμένα το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με αναφορά του στην Εισαγγελική πρόταση, ορθά εφήρμοσε το νόμο περί της τέλεσης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης από τους αναιρεσείοντες σε βαθμό κακουργήματος, ενόψει της μεγάλης αξίας του αντικειμένου που φέρονται ότι υπεξαίρεσαν (ακόμη και στην εκδοχή ότι αυτό είναι ύψους 43.153,88 ευρώ), με την υποτιμολόγηση των τιμολογιών της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ Ν. ΜΑΛΤΕΖΟΣ Α.Ε.", και την ιδιοποίηση των ποσών που εισέπραξαν πλέον των αναγραφομένων σ' αυτά, όντας αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 9-1-2003 έως 2-4-2003 ουσιαστικά διαχειριστές ξένης περιουσίας (της ως άνω εταιρίας) και έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσης του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή αμφοτέρων των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, την ιδιαίτερα μνημονευόμενη λογιστική πραγματογνωμοσύνη που είχε νόμιμα διαταχθεί και διενεργηθεί, συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας την με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (βλ. αρχή 22ης σελίδας πληττομένου βουλεύματος). Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι δε λοιπές αιτιάσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων (με όμοιο περιεχόμενο), με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 30 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις του Χ2, κατοίκου ... και της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 272/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία. Στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω κακουργήματος. Παραπεμπτικό βούλευμα. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβάσιμων και για τον ίδιο λόγο των σχετικών αιτήσεων αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 2241/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 338/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 54/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 140/13.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., μαζί με τη δικογραφία, την αριθμ. 197/9-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 338/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών προκειμένου να δικασθεί για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1-3β ΠΚ, όπως η παράγραφος 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2121/1999) και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ως προς τα βουλεύματα, όπου ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση εκείνων, ειδικά δε η προθεσμία για την αίτηση αναιρέσεως δεν αρχίζει πριν από την λήξη της προθεσμίας για το ένδικο μέσο της εφέσεως. Εκ τούτων παρέπεται ότι αναίρεση κατά βουλεύματος, το οποίο υπόκειται σε έφεση, αν ασκηθεί πριν να λήξει η προθεσμία της εφέσεως, είναι απαράδεκτη, γιατί η άσκησή της είναι πρόωρη, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος, μη υποκειμένου σε αυτήν κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ, σε περίπτωση θυροκολλήσεως του εγγράφου στην κατοικία του κατηγορουμένου, γιατί αυτός και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγρ. 1 εδ. β' και γ' αυτού απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου που θυροκολλήθηκε στον διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, οπότε στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων (473 παρ. 1, 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και εκείνων των άρθρων 154 και 162 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων άρα και της εφέσεως κατά βουλεύματος για τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομίμως εις αυτόν και αν η επίδοσή του έγινε δια θυροκολλήσεως στην κατοικία του, από τότε που επιδόθηκε νομίμως στον αντίκλητο, που αυτός έχει διορίσει -Χωρίς την επίδοση αυτή στον αντίκλητο δεν αρχίζει η εν λόγω προθεσμία -(ΑΠ 235/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 20-11-2008, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ..., πλην όμως δεν επιδόθηκε και στον διορισμένο από αυτόν (βλ. απολογία του από 8-2-2008 ενώπιον του Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Πατρών) αντίκλητό του δικηγόρο Πατρών Δημήτριο Αραβαντινό, η δε αίτηση αυτού για αναίρεση του ως άνω βουλεύματος ασκήθηκε την 9-12-2008, όπως προκύπτει από την οικεία έκθεση της δικ. Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθήνας, δηλαδή πριν καν αρχίσει η δεκαήμερη προθεσμία της εφέσεως, στην οποία υπέκειτο το προσβαλλόμενο βούλευμα από μέρους του, σύμφωνα με το άρθρο 478 παρ. 1α ΚΠοινΔ, αφού με αυτό παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για κακούργημα, δηλαδή, για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος.
Κατά συνέπεια εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του ως άνω κατηγορουμένου Χ ασκήθηκε πρόωρα, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η αριθμ. 197/9-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ... κατά του αριθμ. 338/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, ως απαράδεκτη και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 26 Μαρτίου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 473 παράγραφος 1 ΚΠΔ, ως προς τα βουλεύματα, όπου ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση εκάστου, ειδικά δε η προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης δεν αρχίζει πριν από την λήξη της προθεσμίας για το ένδικο μέσο της έφεσης. Από αυτά παρέπεται ότι αναίρεση κατά βουλεύματος, το οποίο υπόκειται σε έφεση, αν ασκηθεί πριν να λήξει η προθεσμία της έφεσης, είναι απαράδεκτη, γιατί η άσκησή της είναι πρόωρη, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος, μη υποκειμένου σε αυτήν κατά τον χρόνο της άσκησής της (άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 παράγραφος 2 ΚΠΔ, σε περίπτωση θυροκόλλησης του εγγράφου στην κατοικία του κατηγορουμένου, γιατί αυτός και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφος 1 εδ. β' και γ' αυτού απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου που θυροκολλήθηκε στον διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, οπότε στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων (473 παράγραφος 1, 155 παράγραφος 2 ΚΠΔ) και εκείνων των άρθρων 154 και 162 παράγραφος 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, άρα και της έφεσης, κατά βουλεύματος για τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομίμως εις αυτόν και αν η επίδοσή του έγινε με θυροκόλληση στην κατοικία του, από τότε που επιδόθηκε νομίμως στον αντίκλητο, που αυτός έχει διορίσει. Χωρίς την επίδοση αυτήν στον αντίκλητο δεν αρχίζει η εν λόγω προθεσμία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 20.11.2008, όπως προκύπτει από το οικείο και με την προαναφερομένη ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ..., που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, χωρίς όμως να ακολουθήσει και επίδοση αντιγράφου αυτού στον διορισμένο από αυτόν (αναιρεσείοντα) διορισμένο αντίκλητό του δικηγόρο Πατρών Δημήτριο Αραβαντινό (βλ. την 8.2.2008 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του Α' Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Πατρών). Περαιτέρω, η αίτηση αυτού για αναίρεση του προσβαλλομένου υπ' αριθ. 338/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών ασκήθηκε την 9.12.2008, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 197/9.12.2008 έκθεση αναίρεσης της δικαστικής γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών ..., δηλαδή πριν καν αρχίσει η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, στην οποία υπέκειτο το ως άνω βούλευμα από μέρους του, σύμφωνα με το άρθρο 478 εδ. α ΚΠΔ, αφού με αυτό παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για κακούργημα και συγκεκριμένα για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Κατά συνέπεια, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ως άνω κατηγορουμένου Χ ασκήθηκε πρόωρα, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ), μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος από τον Εισαγγελέα να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 338/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος υποκειμένου όμως σε έφεση. Επίδοση βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών μόνο στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση, όχι όμως και στον διορισμένο αντίκλητό του. Απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω της πρόωρης άσκησής της (μη παρέλευση της προθεσμίας για άσκηση έφεσης) -.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 2240/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, περί αναιρέσεως της 2989/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών., με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 843/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, της οποίας κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή σε μία παράλειψη). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 314 παρ.1 εδ.α' και 315 παρ.1 εδ.β' του ΠΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια δεν απαιτείται έγκληση όταν η αξιόποινη αυτή πράξη τελέσθηκε κατά την εκτέλεση υπηρεσίας ή άσκηση του επαγγέλματος, ο δε υπαίτιος, δηλ. αυτός που εκτελεί την υπηρεσία ή το επάγγελμα, είναι υποχρεωμένος, συνέπεια αυτών, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως υπηρεσία δε ή επάγγελμα, νοούνται εκείνες οι ενοχλήσεις, οι οποίες, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα τους, προϋποθέτουν ιδιαίτερες γνώσεις, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση τους εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τη σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτούν, για την αποφυγή του κινδύνου αυτού, ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις ενασχολήσεις. Ακόμη η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2989/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης αορίστου χρόνου ο μηνυτής (....) εργαζόταν από αρχές 2001 ως εργάτης στην εταιρία με την επωνυμία "Ν.ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ STAR- KAMIN ABETE" με αντικείμενο εργασιών κατασκευή τζακιών, πυρότουβλων, φούρνων κλπ, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ως πρόεδρος του Δ.Σ. αυτής είναι ο κατηγορούμενος. Στις 19-1-2002 και περί ώρα 14.30 μέσα στα πλαίσια των εργασιών του έπλενε με λάστιχο νερού μία μπετονιέρα κατασκευής μπετόν και είχε θέση το δεξιό του χέρι μέσα στον αναδευτήρα, όταν αιφνιδιαστικά και ανεξέλεγκτα τέθηκε σε λειτουργία, χωρίς να ενεργοποιήσει κάποιος τη λειτουργία της με το πάτημα του σχετικού κουμπιού, με αποτέλεσμα να εγκλωβισθεί το χέρι του και να υποστεί κατάγματα 2ης, 3ης, 4ης και 5ης μετακαρπιοφόρα λαγγικών αρθρώσεων και διατόμων τενόντων αγγείων και νεύρων της δεξιάς άκρας χειρός. Ο τραυματισμός θα είχε αποφευχθεί αν προηγουμένως είχε συντηρηθεί η έναρξη λειτουργίας του μηχανήματος μόνο με το πάτημα του σχετικού κουμπιού, καθόσον οι μάρτυρες (..., ..., ..., καταθέτουν ότι το κουμπί ήταν χαλασμένο και η λειτουργία του μηχανήματος ήταν ελαττωματική, δηλαδή πολλές φορές άρχιζε τη λειτουργία ή σταματούσε από μόνη της, υπεύθυνος δε για τη καλή λειτουργία του μηχανήματος ήταν ο κατηγορούμενος ως εργοδότης (άρθρα 2 παρ.1, 3 παρ.1, παράρτημα πειρ.2,5 του ΠΔ 395/19940. Με βάση τα προεκτεθέντα ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 28, 314 παρ.1 και 315 παρ.1 ΠΚ, 2 παρ.1 και 3 περ.1 παρ.2 του ΠΔ/τος 399/1994 και 2, 7 παρ.1 του ΠΔ 97/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας .... και .... και τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ... και ... (οι τελευταίες αναγνώσθηκαν λόγω του ανέφικτου της κλήτευσης και εκφώνησης των αλλοδαπών αυτών στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ως προσώπων αγνώστου διαμονής). Επίσης διαλαμβάνεται με πληρότητα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, πως είχε υποχρέωση ο αναιρεσείων λόγω της ιδιότητάς του ως νόμιμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΠΥΡΙΜΑΧΑ ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΥΛΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΒΕΤΕ" για την καλή λειτουργία του μηχανήματος (μπετονιέρας) της εν λόγω επιχείρησης και τεχνική αποκατάσταση της βλάβης της, ήτοι της αυτόματης έναρξης της λειτουργίας της, λόγω του ότι ο μηχανισμός (κομβίον) ενάρξεως λειτουργίας και διακοπής αυτής ήταν ελαττωματικός, και ότι απ'αυτήν την παράλειψη επήλθε ο τραυματισμός του εγκαλούντος εργαζόμενου στην ως άνω εταιρία ..., καθόσον κατά την ημέρα και ώρα που αναφέρεται σ'αυτήν (απόφαση) τέθηκε αυτόματα σε λειτουργία όταν ο παθών προέβαινε στο πλύσιμο αυτής, που περιλαμβανόταν στις ανατιθέμενες σ'αυτόν εργασίες. Γι'αυτό η σχετική αιτίαση με την οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2989/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο (επαγγελματία). Ευθύνη νομίμου εκπροσώπου εργοδότριας (κατασκευάστριας πυρότουβλων κ.λ.π. εταιρείας). Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2237/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μπαμπά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2321/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και Ψ2.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 807/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 232/26.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 2321/18-3-2009 απόφαση καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών τον κατηγορούμενο Χ, για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή δια του τύπου. Ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και η παραπάνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 24-4-2009 (βλ. απόφαση και από 20-5-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση). Στις 13-5-2009 επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου η από 13-5-2009 δήλωση με την οποία ο κατηγορούμενος Χ, άσκησε αναίρεση κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως (βλ. αναίρεση και σχετική βεβαίωση χρόνου επίδοσης).
ΙΙ. Η παραπάνω αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ'άρθρον 476 § 1 Κ.Π.Δ., ως εκπρόθεσμη. Γιατί από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 473 ΚΠΔ και του άρθρου μόνου παράγραφος 3 του Ν.2243/1994, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για αδίκημα που διαπράχθηκε δια του Τύπου είναι δεκαήμερη και αρχίζει, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την έκδοση της απόφασης, από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο (βλ. ΑΠ 294/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η αναίρεση ασκήθηκε στις 13-5-2009, ενώ η καταχώρηση έγινε στις 24-4-2009 και ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ήταν παρών κατά την έκδοση της απόφασης. Είναι λοιπόν σαφές ότι η αναίρεση ασκήθηκε μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, αφού η καταδίκη αφορούσε έγκλημα που τελέστηκε δια του Τύπου και δεδομένου ότι στην αναίρεση δεν αναφέρεται οτιδήποτε που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η αναίρεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον εγκαλούντα (άρθρα 476 § 1, 485 § 1, 583 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω
Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 13-5-2009 αναίρεση του κατηγορουμένου Χ, κατά της με αριθμό 2321/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 22 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΒασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1, 2 και 507 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα, αν δε η αναίρεση ασκηθεί με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η προθεσμία αυτή είναι 20 ημέρες, η οποία, προκειμένου περί εγκλήματος που τελέσθηκε δια του τύπου, συντέμνεται στο ήμισυ (άρθρο μόνο παρ. 3 Ν 2243/1994) και αρχίζει από την κατά τα άνω καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 του Κ.Π.Δ., να διαλάβει στη έκθεση ή δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεώς του περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σ αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εκ του λόγου όμως αυτού δεν παραβιάζεται το, κατ άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και δη της ασκήσεως ενδίκου μέσου και προσφυγής σε ανώτερου βαθμού δικαστήριο, αφού η απαίτηση να διαλαμβάνονται οι λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου επιβάλλεται από λόγους ορθού χειρισμού της υποθέσεως και συγκεκριμένα για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα περί του παραδεκτού ή μη της ασκήσεως αυτού, η έρευνα του οποίου και προηγείται της κατ ουσία κρίσεως των λόγων του και να δυνηθεί ο Εισαγγελέας να εκτιμήσει τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και να προτείνει σχετικώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρθηκε του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Εάν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο αγνοούσε, κατά την άσκησή του, το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μπορεί να τον προτείνει και μεταγενεστέρως μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο και, όταν το δικαστήριο συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 476 παρ.2 του Κ.Π.Δ., ενώπιόν του αν εμφανισθεί σ` αυτό ή με υπόμνημα (ΑΠ 411/2003).
ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 2321/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος και κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως που τελέσθηκε δια του τύπου. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 24-4-2009 με αριθμό καταχωρήσεως 2828 (βλ. από 20-5-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 13-5-2009 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. επισημείωση επί του αντιγράφου της του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή και καταχώρηση επ αυτής του 4006/13-5-2009 αριθμού πρωτοκόλλου της Εισαγγελείας του Αρείου Πάγου), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης εν προκειμένω, κατά τα λεχθέντα στην νομική σκέψη, προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο οικείο βιβλίο. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, με τη δήλωση αναιρέσεως, κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Το πρώτο, κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την οποία και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, προφορικώς, αλλά και με το υπόμνημά του, ισχυρίζεται ότι, από λόγο ανωτέρας βίας και δη αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που επισυνέβη στις 30-4-2009 και τον υποχρέωσε να παραμείνει κλινήρης επί 10ήμερο, δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την αναίρεση. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα του αν αποτελεί ή όχι λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, η ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου, ενόψει του ότι ο επικαλούμενος ως άνω λόγος, ήταν γνωστός κατά τον χρόνο που ασκήθηκε η αναίρεση, έπρεπε, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, να προβληθεί με την δήλωση αναιρέσεως, απαραδέκτως δε προβλήθηκε μεταγενέστερα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της με αριθ. 2321/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξη συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου. Αίτηση αναιρέσεως. Προθεσμία 10ήμερη. Αρχίζει από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Ειδικά όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα είναι 20ήμερη. Συντέμνεται στο ήμισυ όταν το έγκλημα τελείται δια του τύπου. Πώς και πότε προ-βάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 411/2003, ΑΠ 886/2008). Απόρριψη απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας. Η μεταγενέστερη προβολή του, ενώ ήταν γνωστός όταν ασκήθηκε η αναίρεση, είναι απαράδεκτη.
|
Τύπος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2236/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1461-1462/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ..., 2. Ψ2, κάτοικο ... και 3. Ψ3, κάτοικο ... .
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 176/13.5.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 2-3-2009 αναίρεση του Χ, κατοίκου ..., κατά της 1461-1462/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών για κακουργηματική υπεξαίρεση και κακουργηματική πλαστογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1,2 και 3 Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 1 του τελευταίου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν.1653/1986 και η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν.968/1979, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δέκα ημέρες και, αν η δημοσίευση της απόφασης έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν δε πρόκειται για καταδικαστική απόφαση η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, επί του σώματος της απόφασης η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αριθμό 1461-1462/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ'έφεση και η οποία απαγγέλθηκε παρουσία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Εφείου Θεσσαλονίκης στις 11-2-2009. Η κρινομένη αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-3-2009 (βλ. σχετική βεβαίωση αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή επί της δηλώσεως). 'Ετσι όμως η άσκησή της έγινε μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας τόσο των δέκα, όσο και των είκοσι ημερών από της καταχωρίσεως της απόφασης στο ειδικό βιβλίο και για τον λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη. Μετά ταύτα και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο για την δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της, πρέπει η αναίρεση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1, 485 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ., να κηρυχθεί απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου Φυλακής Τρικάλων, για αναίρεση της με αριθμό 1461-1462/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-3-2009.
ΙΙ. Να διαταχθεί η εκτέλεση της παραπάνω απόφασης και
ΙΙΙ. Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε 210 Ευρώ.
Αθήνα 11 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1, 2 και 507 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα, αν δε η αναίρεση ασκηθεί με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η προθεσμία αυτή είναι 20 ημέρες και αρχίζει από την κατά τα άνω καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Βέβαια, κατά την συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος κατ` άρθρον 513 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 1461-1462/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 11-2-2009 με αριθμό καταχωρήσεως 66 (βλ. από 11-2-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 17-3-2009 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. επισημείωση επί του αντιγράφου της του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή και καταχώρηση επ αυτής του 2377/17-3-2009 αριθμού πρωτοκόλλου της Εισαγγελείας του Αρείου Πάγου), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 20ημερης προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο οικείο βιβλίο. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της.
Κατ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της με αριθ. 1461-1462/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξη συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου. Αίτηση αναιρέσεως. Προθεσμία 10ήμερη. Αρχίζει από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Ειδικά όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα είναι 20ήμερη. Συντέμνεται στο ήμισυ όταν το έγκλημα τελείται δια του τύπου. Πώς και πότε προβάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 411/2003, ΑΠ 886/2008). Απόρριψη απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας. Η μεταγενέστερη προβολή του, ενώ ήταν γνωστός όταν ασκήθηκε η αναίρεση, είναι απαράδεκτη.
|
Τύπος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2234/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μπριάννη, περί αναιρέσεως της 94183/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1998/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο δε 121 παρ. 1 ΠΚ, το οποίο εντάσσεται στο όγδοο κεφάλαιο του ΠΚ, με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τους ανηλίκους", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 Ν. 3189/2003, στο εν λόγω κεφάλαιο, με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ του ογδόου και δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 113 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την παραγ. 3 άρθρου 4 Ν. 3189/2003, τα δικαστήρια ανηλίκων δικάζουν τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, ηλικίας από δεκατριών μέχρι και του δεκάτου ογδόου έτους συμπληρωμένου, με τις παρακάτω διακρίσεις. Α) Το μονομελές δικαστήριο δικάζει α) τις πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, εκτός από εκείνες που δικάζονται από το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων β) τα πταίσματα που τελούνται από ανηλίκους στην έδρα του πρωτοδικείου.... Β) Το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους για τις οποίες η ποινή περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα που πρέπει να επιβληθεί σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα είναι τουλάχιστον πέντε (5) ετών και τέτοιες, κατά το άρθρο 54 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3189/2003, είναι εκείνες, για τις οποίες ο νόμος απειλεί ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από 10 έτη. Τέλος, κατά το άρθρο 120 παρ.1 ΚΠΔ, το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ` ύλη αρμοδιότητα του σε κάθε στάδιο της δίκης.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων εισήχθη να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δια παράβαση του άρθρου 94 παρ. 1, 3 και 5 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), και δη για το ότι: "Στην ... στις 7-10-2005 κατελήφθη στην οδό ... να οδηγεί την ...δίκυκλη μοτοσυκλέτα χωρίς να έχει την απαιτούμενη κατά νόμο, κατά περίπτωση και κατηγορία άδεια ικανότητας οδηγού", ήτοι δια πράξη χαρακτηριζομένη ως πλημμέλημα και τιμωρουμένη δια φυλακίσεως 1-12 μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 200 €. Με την προσβαλλομένη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος ερήμην και επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών και ΧΠ 200 €. Η απόφαση, ενόψει της καταγνωσθείσης ποινής, είναι ανέκκλητη (489 παρ. 1 β ΚΠΔ). Όπως όμως προκύπτει από το αντίγραφο του Δ.Α.Τ του αναιρεσείοντος, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου 1988. Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε με την ανέκκλητη ως άνω απόφαση ένοχος τελέσθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2005.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, είχε συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, όχι όμως και το 18ο, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο προς εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας ήταν το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων. Κατ ακολουθία τούτων ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για καθύλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου που την εξέδωσε (510 παρ.1 στοιχείο Ζ ΚΠΔ), πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών (516 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 94183/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πλημ/κείο Ανηλίκων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Καταδίκη για παράβαση 94 ΚΟΚ σε φυλάκιση 1 μηνός + Χ.Π. 200 €. Ανέκκλητη (489 § 1β ΚΠΔ). Ποιοι είναι ανήλικοι κατά το 8ο Κεφάλαιο του ΠΚ, διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν και τροποποιήθηκαν από το άρθρο 1 Ν.3189/2003. Ανήλικοι δράστες υπαγόμενοι στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων ανηλίκων. Ποιοι θεωρούνται. Ανήλικος ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (Γέννηση 16-8-1988 - Τέλεση 7-10-2005). Διωκόμενη πράξη η της παράβασης άρθρου 94 §§ 1, 3, 5 ΚΟΚ (Ν.2696/1999). Αναρμόδιο το δικάσαν Μονομελές Πλημμελειοδικείο (άρθρ. 113 § 1 Αα, Β ΚΠΔ σε συνδυασμό με 54 ΠΚ). Αναιρεί. Παραπέμπει στο αρμόδιο Μονομελές Ανηλίκων (ΑΠ 1786/2003 & ΑΠ 1107/2003) -.
|
Κ.Ο.Κ.
|
Ανήλικοι εγκληματίες, Κ.Ο.Κ., Αναρμοδιότητα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2232/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 197/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 936/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 286/17.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την με αριθμό 208/23-3-2009 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 197/13-3-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ'ακολουθίαν για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ'αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 197/13-3-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 13 ετών και χρηματική ποινή 15.000 € για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών. Από την συνταγείσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως έκθεση ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ...προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως "παραγραφή του αδικήματος 20 έτη 3 μήνες", χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, για τον οποίο ζητεί την αναίρεσή της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 208/23-3-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου ... κατά της με αριθμό 197/13-3-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και
2) Να καταδικασθεί ο ως άνω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 17 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από το με ημερομηνία ... αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέως του Καταστήματος Κράτησης ..., ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 23/3/2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 197/13/3/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών. Από την συνταγείσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως έκθεση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ... προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για "παραγραφή του αδικήματος 20 έτη 3 μήνες", χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, για τον οποίο ζητεί την αναίρεση της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/3/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 197/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ναρκωτικά. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη αιτιολογίας: είναι παντελώς αόριστος. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 2248/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας - Ανώνυμη Μεταφορική, Τουριστική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 566/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1023/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικαστικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (την έννομη σχέση που διαγνώστηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου). Αυτά ισχύουν και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξιώσεως. Ειδικότερα, όταν από το μισθωτό ζητούνται μισθοί υπερημερίας ή ασκείται δικαίωμα για την επαναπρόσληψη του, εξαιτίας ακυρότητας της καταγγελίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, όπως για την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, καθώς και ως προς τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ και που είναι ανατρεπτικές της υπερημερίας, όπως η επαναπρόσληψη του μισθωτού ή δήλωση του εργοδότη ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Δεν καλύπτεται όμως από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, όπως και για επαναπρόσληψη, η οποία θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, προκειμένου να λάβει το μισθό του χωρίς να εργαστεί, με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη του, αποφεύγει αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας, την οποία δύναται με ευχέρεια ν' ανεύρει σε άλλον εργοδότη, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 Α.Κ. κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ότι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Πάτρα κατά το έτος 1975, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από το ΚΤΕΛ Ν. Αχαϊας, στη νομική θέση του οποίου υπεισήλθε κατά το έτος 2003 η αναιρεσίβλητη, ως εφεδρικός οδηγός λεωφορείων ενταγμένων στη δύναµή του. Κατά τα μέσα Μαΐου του έτους 1986 το ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας περιόρισε την απασχόλησή του και τις αποδοχές του και έτσι επέφερε μονοµερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, την οποία (μεταβολή) δεν αποδέχτηκε, µε αποτέλεσµα το ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας να περιέλθει σε υπερηµερία ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτού (αναιρεσείοντος) και την καταβολή των μισθών υπερηµερίας. Με την 563/1987 τελεσίδικη απόφαση του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, κρίθηκε ότι το ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας περιήλθε σε υπερηµερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε να του καταβάλει τους μισθούς υπερηµερίας για το χρονικό διάστημα από τον lούνιο του έτους 1986 μέχρι το Σεπτέµβριο του ίδιου έτους. Μετά από αλλεπάλληλες αγωγές του τελευταίου έχουν επιδικαστεί σ' αυτόν οι μισθοί υπερηµερίας, για τελευταία φορά δε του επιδικάστηκαν για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 1991 μέχρι το Μάιο του έτους 1992 µε την 1068/1992 απόφαση του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, η οποία όμως εξαφανίστηκε, μετά την ευδοκίμηση της έφεσης του ΚΤΕΛ Ν. Αχαϊας, µε την 151/1993 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την 1020/1994 απόφαση του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, η οποία έχει τελεσιδικίσει, απορρίφθηκε η από 14-7-1994 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή των μισθών υπερηµερίας από το Μάιο του έτους 1992 μέχρι το Σεπτέµβριο του έτους 1994, λόγω της ευδοκίµησης της ένστασης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώµατός του, την οποία προέβαλε το εναγόµενο. Περαιτέρω, µε την 331/1997 απόφαση του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε, λόγω της ευδοκίµησης της ίδιας ένστασης, η από 15-9-1996 αγωγή του εκκαλούντος, µε την οποία ο τελευταίος είχε ζητήσει να αναγνωριστεί ότι το εναγόµενο µε αυτήν ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας του οφείλει τους μισθούς υπερηµερίας του χρονικού διαστήµατος από τον Οκτώβριο του έτους 1994 (προφανώς) μέχρι το Δεκέµβριο του έτους 1996 και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να αποδέχεται την εργασία του. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών άσκησε την από 30-7-1997 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιµη κατ' ουσίαν, µε τη 239/1998 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την απόφαση αυτήν έγινε δεκτό ότι η άσκηση του δικαιώµατος του εκκαλούντος τόσο για καταβολή των μισθών υπερηµερίας του χρονικού διαστήµατος από τον Οκτώβριο του έτους 1994 μέχρι το Δεκέµβριο του έτους 1996 όσο και για την επαναπρόσληψη του αναιρεσείοντος, δηλαδή την αποδοχή της εργασίας αυτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονοµικό σκοπό αυτού (δικαιώµατος) και, συνεπώς, είναι καταχρηστική. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι µε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι το ουσιαστικό ζήτηµα της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης, που έχει υπεισέλθει στη νοµική θέση του ΚΤΕΛ Ν. Αχαϊας, να απασχολεί τον αναιρεσείοντα έχει κριθεί τελεσίδικα µε τις προαναφερόµενες αποφάσεις 331/1997 του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου και 239/1998 του εν λόγω Εφετείου, το οποίο δέχτηκε ότι πράγµατι η προαναφερόµενη υπ' αριθµ. 239/1998 απόφασή του παράγει δεδικασµένο ως προς το δικαίωµα του αναιρεσείοντος για αποδοχή από την αναιρεσίβλητη της εργασίας του, εφόσον το σχετικό αίτηµα απορρίφθηκε τελεσίδικα, µε την ένδικη δε αγωγή του επαναφέρει το ίδιο αίτηµα, ανάµεσα στους ίδιους διαδίκους, µε την ίδια ιδιότητα, χωρίς την επίκληση πραγµατικών περιστατικών που να υπάγονται σε διαφορετικό κανόνα δικαίου. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε και ότι α)οι αποφάσεις 331/1997 του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 239/1998 του ίδιου Εφετείου αφορούν όχι µόνο το ζήτηµα των αποδοχών υπερηµερίας του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστηµα από τον Οκτώβριο του έτους 1994 µέχρι το Δεκέµβριο του έτους 1996, αλλά και το ζήτηµα της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσείοντος και β) το δεύτερο από τα αιτήµατα της από 15-9-1996 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 331/1997 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δεν θεµελιώθηκε µόνο στη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, αλλά και σ' εκείνη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982 και, συνεπώς, δεν διαφοροποιείται η νομική βάση της ένδικης από 15-12-2003 αγωγής του αναιρεσείοντος, έναντι εκείνης (νομικής βάσης) της από 15-9-1996 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόµενη 331/1997 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Πατρών και έτσι δεν ανατρέπεται η ταυτότητα της νομικής αιτίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η από τον αναιρεσείοντα άσκηση της νέας ένδικης αγωγής από 15-12-2003 προσκρούει στο δεδικασμένο που προκύπτει από την ως άνω υπ' αριθ. 239/1998 απόφαση του, με την οποία επικυρώθηκε η εκκληθείσα υπ' αριθ. 331/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και ακολούθως απέρριψε τον μεν λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο, την δε έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την 566/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, λόγω δεδικασμένου. Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο προκλήθηκε από τις παραπάνω αποφάσεις, ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για την επαναπρόσληψη του από την αναιρεσίβλητη και την απασχόληση του ως εφεδρικού οδηγού και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 του ΚΠολΔ, την οποία προβάλλει ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1023/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια(1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, όπως και για επαναπρόσληψη, η οποία θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, προκειμένου να λάβει το μισθό του χωρίς να εργαστεί, με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη του, αποφεύγει αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας, την οποία δύναται με ευχέρεια ν΄ ανεύρει σε άλλον εργοδότη, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 Α.Κ. κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου.
| null | null | 2
|
Αριθμός 2229/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζίμα, περί αναιρέσεως της 35902/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1001/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως στην έκθεση αναιρέσεως διατυπούμενος λόγος να συμπληρωθεί με στοιχεία εκτός της δηλώσεως αναιρέσεως ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, αφού η αυτεπάγγελτη, σύμφωνα με το άρθρο 511 του ίδιου κώδικα έρευνά του, και εφόσον μόνον πρόκειται για τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Γ', Δ', Ε', ΣΤ', και Η' του ΚΠΔ λόγους, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως.
Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, εφόσον υπάρχει αιτιολογία και προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως. Ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ) για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζεται στην έκθεση αυτής σε τι συνίσταται ειδικότερα η παράβαση της συγκεκριμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, έτσι ώστε, να παρέχεται η δυνατότητα ελέγχου από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, στη δήλωση περί ασκήσεως αναιρέσεως που υποβλήθηκε στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ως λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται "ότι ασκείται αναίρεση για τον λόγο ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη παρά το νόμο, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και στερείται νομίμου βάσεως". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας, δεν προσδιορίζεται η ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, εσφαλμένως εφαρμόσθηκε ή το σφάλμα του δικαστηρίου κατά την εφαρμογή συγκεκριμένης διατάξεως (στέρηση νομίμου βάσεως). Ούτε είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αιτήσεως ή η διασαφήνιση των αορίστων ή ασαφών λόγων της αιτήσεως με το υπόμνημα που υπέβαλε ο αναιρεσείων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/6/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35902/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης (ασκηθείσα κατά καταδικαστικής απόφασης για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο). Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψης νομίμου βάσεως: είναι παντελώς αόριστοι. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2226/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση τον αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 1997/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπακόλα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1118/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, ώστε με τον αναιρετικό αυτό λόγο να διασφαλίζεται η εφαρμογή από τα δικαστήρια της ουσίας του άρθρου 57 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός άλλων στοιχείων, και η ταυτότητα της πράξεως, δηλαδή του αυτού ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το απ' αυτή αξιόποινο αποτέλεσμα, είτε τούτο συνάπτεται αμέσως με τη δράση (τυπικό έγκλημα), είτε επακολουθεί αυτήν (ουσιαστικό έγκλημα).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αιτιάται ο αναιρεσείων κατά της προσβαλλόμενης 1997/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για πλαστογραφία με χρήση του πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ (5€) ημερησίως, ότι καταδικάσθηκε για πράξη που καλύπτονταν από το δεδικασμένο, αφού για την ως άνω πράξη είχε κηρυχθεί αμετακλήτως αθώος με την 1749/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της, ο αναιρεσείων πρόβαλε κατά τη συζήτηση της εφέσεως του την σχετική ένσταση (αυτοτελή ισχυρισμό), την οποία το Δικαστήριο απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται μεταξύ άλλων ταυτότητα ιστορικής αιτίας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει, αφού η υπ' αριθμ. 1749/07 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου αφορά την υπ' αριθμ. 1640157/9 επιταγή, η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των επιδίκων τοιούτων. Κατόπιν τούτου, ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Δηλαδή προέκυψε ότι με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αμετάκλητη 1749/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτός αθωώθηκε για την πλαστογράφηση άλλης επιταγής, η οποία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων, για την πλαστογράφηση των οποίων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν παράγεται από την προηγούμενη απόφαση δεδικασμένο για την πλαστογραφία με χρήση κατά συρροή, που συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά για την οποία και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλομένη απόφαση. Μετά από αυτά ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 221 περ. δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Η ένορκη όμως εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίαση της. Επομένως είναι απαράδεκτος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της ορκίσεως της πολιτικώς ενάγουσας.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, που παρέστη στη δίκη, λόγω της ολικής του ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 1997/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Λόγοι αναιρέσεως: 1) παραβίαση του δεδικασμένου, 2) Ακυρότητα της διαδικασίας, διότι ορκίσθηκε στο ακροατήριο η πολιτικώς ενάγουσα. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2225/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Δήμα, περί αναιρέσεως της 5558/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1526/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ1 αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 5558/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος -κατηγορούμενου, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, κατά της 18336/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας), σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική. Από τη σχετική 3352/4-5-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλλει δια του συνηγόρου του, ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, μολονότι αυτός είχε, από του έτους 2002 γνωστή διαμονή, επί της οδού ... στον ... και δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου που του κοινοποιήθηκε στην οδό ..., όπου διέμενε εκεί μέχρι το έτος 2002 και είναι η κατοικία του πατέρα του, ο οποίος το περισσότερο χρονικό διάστημα ζει στην .... Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και από το γεγονός τούτο μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεση του αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει καθ1 οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως και περιορίζεται στην αόριστη αναφορά ότι δεν συνέτρεχε λόγος να γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία την αλλαγή διευθύνσεως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 5558/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ1 είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, η οποία έχει αριθμό 18.336/14.3.2006. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 11.4.2007, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα ... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 4.5.2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Περαιτέρω, από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, δεν αποδείχθηκε ότι εσφαλμένως επιδόθηκε με θυροκόλληση στις 11.4.2007 η εκκαλούμενη απόφαση στην οδό ... στον ..., όπου η πατρική οικία του κατηγορουμένου και στην οποία κατά τους ισχυρισμούς του και ο ίδιος διέμενε μέχρι το έτος 2002, αντί της οδού ... στον ..., αφού η ανωτέρω διεύθυνση (...) όπου μέχρι σήμερα εξακολουθεί να διαμένει ο πατέρας του κατηγορουμένου, ήταν η μοναδική διεύθυνση, η οποία ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση αρχή, κατά τον χρόνο της επιδόσεως, προέκυπτε δε από την σφραγίδα του ιδίου του κατηγορουμένου, υπό την υπογραφή του στο από 31.5.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό έργου, μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος, που αναγνώσθηκε, η δε απουσία του πατέρα του κατηγορουμένου σε διακοπές στην ... δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας (σχετ. Α.Π. 110/04 ΠΧρ. ΝΔ' 875).
Συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε τη ν έφεση, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα έξοδα (άρθρο 476 ΚΠΔ). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση ως εκπρόθεσμη, περιέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τους δύο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, που βρίσκεται στη δικογραφία, όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Αν και δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής ή τους λόγους ανωτέρας βίας, για τους οποίους ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, αφού ο ισχυρισμός του εκκαλούντος με την έφεση του, για γνωστή στις Αρχές διαμονή του, χωρίς όμως αναφορά ότι αυτός είχε δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, στην αναφερόμενη διεύθυνση της κατοικίας του, ήταν εντελώς αόριστος και απαράδεκτος, στον ισχυρισμό δε αυτό, δεν διαλαμβανόταν όπως αναφέρθηκε και επίκληση λόγων ανωτέρας βίας, αλλ' απλώς ότι ο πατέρας του δεν μπόρεσε να παραλάβει την επιδοθείσα απόφαση λόγω απουσίας του στην ..., γεγονός που δεν αποτελεί ανώτερη βία, ώστε να είναι αναγκαία η αιτιολογία και επί του ζητήματος αυτού, εν τούτοις το Δικαστήριο αιτιολογημένα απάντησε και επ' αυτών. Η αιτίαση του κατηγορουμένου, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην ως άνω κρίση λαμβάνοντας μόνον ορισμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το αναφερόμενο συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος και όχι όλα όσα εκείνος προσκόμισε είναι αβάσιμη, αφού το Εφετείο αναφέρεται σε όλα τα αποδεικτικά μέσα ήτοι στα αναγραφόμενα στα πρακτικά έγγραφα και στην εξέταση του μάρτυρος, η δε ειδική αναφορά στο ως άνω συμφωνητικό δε σημαίνει, σύμφωνα με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Περαιτέρω και η αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι δεν περιγράφεται επαρκώς στο αιτιολογικό ο τρόπος της επιδόσεως με ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού επιδόσεως είναι αβάσιμη, αφού όπως προαναφέρεται στο αιτιολογικό περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για το έγκυρο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως (ο αριθμός της αποφάσεως, ο χρόνος της επιδόσεως, το αποδεικτικό επιδόσεως και το όργανο που επέδωσε την απόφαση). Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν εκτίμησε το Δικαστήριο ορθώς τα αποδεικτικά μέσα είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται έτσι η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 17ης Μαΐου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 5558/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου, για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2224/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραβαγγέλη, περί αναιρέσεως της 576/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 358 του Ποινικού Κώδικα, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την είχε επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί τη βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή, απαιτείται παράλειψη του δράστη να καταβάλει τη διατροφή που οφείλει από τον νόμο και έχει αναγνωριστεί σε βάρος του, έστω και προσωρινά, με δικαστική απόφαση, από κακοβουλία, δηλαδή από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, για να στερήσει τον δικαιούχο από τα μέσα για την ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών, παρ' όλον ότι έχει τη δυνατότητα καταβολής της διατροφής. Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 576/2008 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική φυλάκιση δύο (2) μηνών (που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή), για παραβίαση υποχρεώσεως του για διατροφή. Ειδικότερα το Δικαστήριο, με βάση τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου έκρινε αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 245/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία δημοσιεύθηκε την 14.3.2006 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 22.3.2006, αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην εν διαστάσει σύζυγο του ..., ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους: α) ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους ... το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως και β) ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους ... το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 450 ευρώ μηνιαίως μέσα στις πρώτες πέντε ημέρες κάθε μήνα, ενώ για την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος διατροφής των ανηλίκων ήδη έχει ασκηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας η από 10.4.2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 804 Δτρ15/10.4.2006 τακτική αγωγή. Πλην όμως ο κατηγορούμενος αν και είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τα ποσά διατροφής που επιδικάσθηκαν για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του, των τέκνων του, καθόσον αποκόμιζε από την εργασία του εισοδήματα υπερκαλύπτοντα τις σε χρήμα διατροφικές αξιώσεις των ανηλίκων, από κακοβουλία δεν κατέβαλε την διατροφή κατά το χρονικό διάστημα από 23.3.2006 έως 10.11.2006 (8 μήνες Χ 450 ευρώ μηνιαίως ), συνολικού ποσού 1850 ευρώ (3600 € - 1750 € καταβληθέντα), με αποτέλεσμα τα ανήλικα τέκνα να περιέλθουν σε στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων και συγκεκριμένα των γονέων της μητέρας τους, σημειουμένου ότι για το χρονικό διάστημα από 10.1.2006 έως 22.3.2006, που αφορά τον προ της εκδόσεως της απόφασης χρόνο, η μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου με την υποχρέωση του για την καταβολή της διατροφής δεν επιφέρει καμία ποινική κύρωση αυτού. Τα δε προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκαν σε μεταγενέστερο από το επίδικο χρονικό διάστημα, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας αυτών περιήλθε σε οικονομική δυσπραγία μη επιτρέπουσα την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών διατροφής. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παραβίασης της προς διατροφή υποχρεώσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, με το ελαφρυντικό όμως του άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ., που αναγνωρίσθηκε σε αυτόν πρωτοδίκως, ώστε να μη καταστεί χειρότερη η θέση του εκκαλούντος". Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό Δικαστήριο διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν τόσο την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, όσο και στην υποκειμενική αυτής υπόσταση, με την μορφή της "κακοβουλίας", υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα γεγονότα στις οικείες ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Πλημμελειοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την συνδρομή των στοιχείων της "κακοβουλίας" στο πρόσωπο του και ότι παρέλειψε να προβεί σε αναφορά εκείνων των αποδεικτικών μέσων και των περιστατικών από τα οποία συνήγαγε ότι αυτός, αφενός ήταν σε θέση κατά το επίδικο διάστημα να καταβάλλει την οφειλόμενη διατροφή, αφετέρου ότι η μη καταβολή αυτής οφειλόταν στην κακοβουλία του είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος οι οποίες πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Επομένως, και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 5 Ιουνίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 576/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διατροφή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
Αριθμός 2222/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, περί αναιρέσεως της 214-215/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ με τον τίτλο "Ο.Ε.Ε.Κ.", που εδρεύει στην Νέα Ιωνία και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.4.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρ. 372 παρ. 1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της και εφόσον αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Περαιτέρω, κατά το αρ. 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 374 περ. θ' του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους, που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές η ληστείες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία δεν καθιερώνεται προσωπικός λόγος επιτάσεως της ποινής του βασικού εγκλήματος της κλοπής, αλλά η προβλεπόμενη από αυτή περίπτωση, καθώς και οι λοιπές στο ανωτέρω αρ. 374 αναφερόμενες περιπτώσεις, ανάγεται στην αντικειμενική υπόσταση της διακεκριμένης κλοπής, που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, για τη συνδρομή της ενδιαφέρουσας αυτής επιβαρυντικής περίστασης απαιτείται η ένωση δύο ή περισσότερων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη απροσδιόριστης σειράς κλοπών ή ληστειών, κατ' εξακολούθηση ή όχι, γνώση καθενός από αυτούς ότι είναι ενωμένοι για τον ανωτέρω σκοπό και θέληση για τη διάπραξη κλοπών ή ληστειών. Η ένωση δύο ή περισσότερων προσώπων, με σκοπό τη διάπραξη απροσδιόριστου αριθμού κλοπών ή ληστειών, αντιδιαστέλλεται εννοιολογικά από την περιστασιακή συναυτουργική δράση περισσότερων προσώπων, οι οποίοι, κατά την έννοια του αρ. 45 του ΠΚ, κατ' αληθή πραγματική ομοειδή συρροή, συμπράττουν στην από κοινού τέλεση μιας ή περισσότερων μερικότερων πράξεων κλοπής (άρ. 45, 98 παρ. 1, 372 παρ. 1 του ΠΚ), είτε πραγματώνοντας καθένας την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής, είτε διαπράττοντας ως συναυτουργοί με ενότητα δόλου συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, κατατείνουσες στην πραγμάτωση του εγκλήματος της κλοπής. Επίσης, κατά το αυτό άρθρο (374) εδ. ε' του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ειδικότερα από το αρ. 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της κλοπής κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στα σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα, απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων κατ' άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αρ. 21 παρ.1 στοιχ. α' και β' του Ν. 2331/1995, σε περίπτωση εγκλήματος του αρ. 5 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, ως και σε περίπτωση εγκλήματος που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον τα εγκλήματα αυτά έχουν τελεσθεί από πρόσωπο που απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, η υποβολή του δράστη αυτών, που έχει την ιδιότητα του τοξικομανούς, σε θεραπευτική αγωγή εγκεκριμένου από τον νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης αποτελεί σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, κατά την έννοια του αρ. 349 του ΚΠΔ, κατά τo χρονικό διάστημα της θεραπευτικής αγωγής, κατά το οποίο αναστέλλεται και η παραγραφή οποιουδήποτε εγκλήματος του θεραπευομένου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η παραδοχή του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω υποβολής του σε θεραπευτική αγωγή ψυχικής απεξάρτησης από την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην χωρίς διακοπή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος απεξάρτησης, έτσι ώστε να επιτευχθεί ταχύτερα η κοινωνική επανένταξη των προσώπων αυτών, ο σκοπός δε αυτός συνάγεται από το όλο πλέγμα των διατάξεων του αρ. 21 Ν. 2331/1995. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία η παρακολούθηση του θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης γίνεται από τον εξαρτημένο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών όχι με πραγματικό σκοπό την απεξάρτησή του από τις ουσίες αυτές, αλλά προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για να αποφύγει αυτός την εκδίκαση της υποθέσεώς του, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η εγγραφή στο πρόγραμμα γίνεται ενόψει εκδικάσεως της υποθέσεως και στη συνέχεια, ο εξαρτημένος στη χρήση ναρκωτικών κατηγορούμενος, αφού επιτύχει τη χορήγηση της προβλεπόμενης από το νόμο υποχρεωτικής αναβολής της δίκης, κατ' αρ. 349 ΚΠΔ, εγκαταλείπει την παρακολούθηση του προγράμματος για να την αρχίσει και πάλι με τον ίδιο πιο πάνω σκοπό, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην επιτυγχάνεται ο σκοπός της πιο πάνω διατάξεως, δηλαδή η ταχύτερη η κοινωνική επανένταξη του εξαρτημένου στη χρήση ναρκωτικών κατηγορουμένου, αλλά, αντίθετα, να επιτυγχάνονται αντίθετα με τον σκοπό αυτόν αποτελέσματα. Τούτο δε, διότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, μη έχοντας διάθεση απεξαρτήσεως, χρησιμοποιεί την τοξικομανία του επικαλούμενος τις πιο πάνω διατάξεις, προκειμένου να επιτύχει την ατιμωρησία του την οποία θεωρεί εξασφαλισμένη όσο αυτός εξακολουθεί να είναι τοξικομανής. Ενόψει αυτών, στην προαναφερόμενη περίπτωση προσχηματικής παρακολούθησης προγράμματος απεξάρτησης, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής η διάταξη του αρ. 21 του Ν. 2331/1995 για τη χορήγηση υποχρεωτικής αναβολής, κατ' αρ. 349 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 214-215/2008 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδ. προς άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2331/95, υποβληθέν από τον συνήγορό της και συγκεκριμένα, όπως ακριβώς αναφέρεται στα πιο πάνω πρακτικά: "Ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης Χ, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ζητάει τον χωρισμό της δίκης της προκειμένης υπόθεσης κατά της πελάτισσάς του από αυτή του συγκατηγορουμένου της και την αναβολή της εκδίκασης κατ' άρθρο 21 §1α του 2331/95 επειδή παρακολουθεί το Πρόγραμμα Εναλλακτικής Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων του ΚΕΘΕΑ "ΙΘΑΚΗ" και προσκόμισε στο Δικαστήριο την με αριθμ. πρωτ. 333/135/28-1-2008 Βεβαίωση του Ειδικού Βοηθού Δ/ντή του ΚΕΘΕΑ "ΙΘΑΚΗ" ..., την από 1-2-2008 Ιατρική Γνωμάτευση του ιατρού ... Ψυχιάτρου-Ψυχοθεραπευτη, και την αριθμ. ... Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης του Ληξιάρχου Θεσσαλονίκης, τα οποία ανέγνωσε ο Πρόεδρος δημόσια στο ακροατήριο".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής της κατηγορουμένης, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Επειδή, κατά το άρθρο 21 παρ.1 εδ. β' του Ν. 2331/1995, η υποβολή χρήστη ναρκωτικών ουσιών σε θεραπευτική αγωγή εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης αποτελεί σημαντικό αίτιο κατά την έννοια του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δικ., το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εν λόγω θεραπευτική αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανάγνωση των προσκομισθέντων εγγράφων και ειδικότερα από την με αριθμ. πρωτ. 333/135/28-1-2008 Βεβαίωση του Ειδικού βοηθού Δ/ντή του ΚΕΘΕΑ "ΙΘΑΚΗ" ..., την από 1-2-2008 Ιατρική Γνωμάτευση του ιατρού ..., Ψυχιάτρου - Ψυχοθεραπευτή, και την αριθμ. ... Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης του Ληξιάρχου Θεσσαλονίκης που αναγνώσθηκαν δημοσία στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία γενικά, προέκυψαν τα εξής: η κατηγορουμένη Χ είναι χρήστης ναρκωτικών, στις 6.3.2002 προσήλθε στο ΚΕΘΕΑ "ΙΘΑΚΗ" και πραγματοποίησε ατομικό ραντεβού και από τις 7.3.02 έως τις 15.4.02 συμμετείχε στο Πρόγραμμα Εναλλακτικής Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων όπου και διέκοψε οικειοθελώς, στις 10.5.02 και 19.7.02 πραγματοποίησε ξανά ατομικό ραντεβού και από 21.7.05 έως τις 21.9.05 συμμετείχε στο εν λόγω πρόγραμμα όπου και διέκοψε οικειοθελώς, στις 23.9.05 πραγματοποίησε εκ νέου ατομικό ραντεβού και από τις 11.10.05 έως και 10.11.05, όπου και διέκοψε και πάλι οικειοθελώς την ολοκλήρωση του προγράμματος. Στις 17.12.07 και 22.01.08 πραγματοποίησε εκ νέου, για τετάρτη φορά, ατομικό ραντεβού και συμμετέχει έως και σήμερα στο πρόγραμμα. Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι για την εν λόγω κατηγορουμένη δεν συντρέχουν οι παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του σημαντικού αιτίου, καθόσον αν και εισήχθη επί τέσσερις φορές δεν συμμετείχε με συνέπεια στο Πρόγραμμα Εναλλακτικής Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων του ΚΕΘΕΑ "ΙΘΑΚΗ" και οικειοθελώς διέκοπτε το πρόγραμμα χωρίς να δείξει θέληση να το ολοκληρώσει. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το περί αναβολής αίτημα της κατηγορουμένης". Στην συνέχεια το Δικαστήριο, μετά την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος αναβολής, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του. Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική, περί της αιτήσεως αναβολής, κρίση του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός κατά το τρίτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Με τα λοιπά σκέλη του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και ο ΚΠΔ και ζητεί να αναιρεθεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ η απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 214-215/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η δεύτερη των κατηγορουμένων και αναιρεσείουσα, Χ και ο, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, πρώτος κατηγορούμενος, ..., κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "στη ... και κατά τους παρακάτω αναφερθησομένους χρόνους ετέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις των διακεκριμένων κλοπών κατ' εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας, τετελεσμένες και σε απόπειρα που τους αποδίδονται. Ειδικώτερον, απεδείχθη ότι αυτοί ενεργώντας από κοινού ή κατά μονάς έκαστος δια της μεθόδου της διάρρηξης των θυρών εισόδου διαμερισμάτων των ιδιοκτητών που θα αναφερθούν παρακάτω, αφήρεσαν από την κατοχή αυτών τα παρακάτω ξένα εν όλω κινητά πράγματα προς το σκοπό να ιδιοποιηθούν αυτά παρανόμως, και σε άλλες περιπτώσεις έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν κλοπές επεχείρησαν πράξεις που περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, χωρίς όμως οι πράξεις τους αυτές να ολοκληρωθούν όχι από δική τους θέληση αλλά από εξωτερικά αίτια, ενώ είναι πρόσωπα που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα α) Στις 30-3-2004 και κατά τις ώρες 17.00-19.00, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, παραβιάζοντας την κλειδαριά, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των (200) ευρώ, μία ψηφιακή φωτογραφική μηχανή μάρκας OLYMPUS, ένα φορτιστή μπαταριών, οκτώ (8) επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, την τσάντα της άνω μηχανής, ένα δερμάτινο πορτοφόλι που περιείχε το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ, συνολικής αξίας περίπου (2.000) ευρώ, καθώς και την επαγγελματική ταυτότητα TEE. β)στις 14-4-2004 και κατά τις ώρες 10.30-15.00, στην οδό ..., διέρρηξαν με αιχμηρό αντικείμενο την κύρια είσοδο διαμερίσματος 4ου ορόφου, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των (300) ευρώ. γ) Την 31-3-2004 και κατά τις ώρες 13.30-19.30, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 8ου ορόφου, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, ένα εξωτερικό DVD, καθώς και έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο Η/Υ συνολικής αξίας (4.800) ευρώ. δ) Στις 30-3-2004 και κατά τις ώρες 24.00- 07.00, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο ιατρείο 5ου ορόφου με σπρώξιμο, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν την οθόνη και το πληκτρολόγιο του Η/Υ του ιατρείου συνολικής αξίας περίπου (700) ευρώ. ε) Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2003 και κατά τις νυχτερινές ώρες, σε ανεξακρίβωτη ειδικότερα, ημέρα, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο ισογείου καταστήματος "είδη αξεσουάρ", παραβιάζοντας την κλειδαριά, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των (50) ευρώ σε κέρματα από την ταμειακή μηχανή, γυναικείες τσάντες, γάντια, καπέλα, σκούφους, συνολικής αξίας περίπου (600) ευρώ, καθώς και μία τσάντα με φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης. στ) στις 17/18-4-2004 και κατά τις νυχτερινές ώρες, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 4ου ορόφου, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν ένα διαμαντένιο σταυρό αξίας 2500 ευρώ, ένα κολιέ μαργαριταρένιο αξία 500 ευρώ, ένα χρυσό περιδέραιο αξίας 500 ευρώ, ένα περιδέραιο χρυσό με διαμαντάκια αξίας 500 ευρώ, ένα βραχιόλι αξίας 500 ευρώ, τρεις χρυσές καδένες αξίας 300 ευρώ, μια αντίκα πορτατίφ, ένα χρυσό κόσμημα αξίας 200 ευρώ και ένα παιδικό σταυρό αξίας 100 ευρώ. ζ) στις 2/3-4-2004 και κατά τις ώρες 19.00-12.00, στην ενταύθα οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν έναν Η/Υ, μία οθόνη, ένα MODEM συνολικής αξίας (2.700) ευρώ και ένα φορητό ραδιοκασετόφωνο με SD PLAYER αξίας 200 ευρώ. η) Κατά το χρονικό διάστημα από 25 έως 29-4-2004, σε ανεξακρίβωτη ειδικότερα ημερομηνία, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, παραβιάζοντας την κλειδαριά, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν ένα κινητό τηλέφωνο, (64) χρυσές λίρες Αγγλίας, ένα χρυσό σταυρό με εννέα μεγάλα διαμάντια, ένα δακτυλίδι χρυσό με διάφορα πολύτιμα πετράδια, ένα βραχιόλι χρυσό με πολύτιμη πέτρα, δύο βραχιόλια χρυσά, ένα ανδρικό χρυσό δακτυλίδι μονόπετρο, πέντε χρυσά γυναικεία δακτυλίδια με πολύτιμες πέτρες, ένα χρυσό γυναικείο σταυρό, ένα χρυσό σταυρό ανδρικό, μία γυναικεία καδένα από λευκόχρυσο και χρυσό, μία αλυσίδα χρυσή, τρεις ασημένιες καρφίτσες, ένα συλλεκτικό χρυσό νόμισμα, συνολικής αξίας 20, 000, 00 ευρώ. θ) περί τα μέσα Μαρτίου 2004, σε ανεξακρίβωτη ειδικότερα ημερομηνία, στην οδό ..., διέρρηξαν διαμέρισμα 7ου ορόφου ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσε ένα DVD. ι) Στις 16/17-5-2004 και κατά τις νυχτερινές ώρες, στην οδό ..., διέρρηξαν την κυρία είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν είδη ένδυσης, εργόχειρα και ένα σερβίτσιο συνολικής αξίας περίπου (1.500) ευρώ. α)Στις 6-2-2004 και κατά τις ώρες 15.00-18.00, στην οδό ..., διέρρηξαν γραφεία 3ου και 4ου ορόφου του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.), παραβιάζοντας τις κύριες εισόδους και αφαίρεσαν μία τηλεόραση και ένα βίντεο. ιβ) στις 29-5-2004 και περί ώρα 20.00, στην οδό ...6, διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, με ισχυρή πίεση, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν ένα περιδέραιο με μαργαριτάρια και ζιργκονάκια, 10 ζεύγη σκουλαρίκια στρας, μαργαριτάρια με μπλε κύκλους και δουλεμένο κοράλι, μία καρφίτσα επίχρυση, ένα δακτυλίδι, χρυσό με μπλε πέτρα και μαργαριτάρια, ένα κολλιέ με ασημένιες βέργες, ένα κολλιέ από αχάτι, τυρκουάζ, κοράλι και αμέθυστο, τρία κοραλλένια κολιέ, ένα ρολόγι τετράγωνο, μία σακούλα γεμάτη με ημιπολύτιμες ακατέργαστες πέτρες, ένα ασημένιο βραχιόλι, ένα ζεύγος σκουλαρίκια από μαύρο μαργαριτάρι, ένα δακτυλίδι ασημένιο, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ERICSSON με θήκη, μία επαγγελματική τσάντα καφέ χρώματος μαζί με έγγραφα και έντυπα και ένα ακουστικό βαρηκοΐας, καθώς και το διαβατήριο της συζύγου αυτού ..., ιγ) Στις15/16-5-2004, στην οδό ..., έχοντας συναποφασίσει να διαπράξουν κλοπή, διέρρηξαν το διαμέρισμα του 6ου ορόφου, ιδιοκτησίας του ..., εισήλθαν στο εσωτερικό αυτού, ερεύνησαν τους χώρους πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την άνω πράξη, όχι από δική τους βούληση αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα διότι δεν βρήκαν τίποτα να αφαιρέσουν. Η δεύτερη κατηγορουμένη Χ, ενεργώντας μόνη της στις 27-7-2004 και κατά τις ώρες 12, 45- 16.15, στην οδό ..., διέρρηξε την κύρια είσοδο διαμερίσματος 4ου ορόφου ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ περίπου και δύο μπιζουτιέρες με κοσμήματα χρυσαφικά συνολικής αξίας 1.300 ευρώ περίπου. Όλα τα ανωτέρω κινητά πράγματα τα αφαίρεσαν ή αποπειράθηκαν να τα αφαιρέσουν, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα είτε από μόνος του ο καθένας, είτε από κοινού, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, είναι δε άτομα που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει τόσο σκοπός πορισμού εισοδήματος, όσο και σταθερή ροπή τους για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό απεδείχθη ότι οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα της υπ' αυτών τέλεσης των ως άνω πράξεων τους ήσαν εξαρτημένοι από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και ευρίσκοντο σε πολύ κακή κατάσταση και δεν ενδιαφέροντο για τίποτε άλλο παρά μόνο για την ανεύρεση και κατανάλωση ναρκωτικών, ενώ η δεύτερη από αυτούς δεν ενδιεφέρετο για την διατροφή και ανάπτυξη της εξώγαμης θυγατέρας της. Λόγω της τοξικομανίας τους είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά τους προς καταλογισμό. Επί τη βάσει τούτων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ως άνω πράξεών τους, αναγνωρισμένης της συνδρομής ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό στο πρόσωπό τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 Π.Κ., απορριπτομένου ως αβασίμου κατ' ουσίαν του ισχυρισμού της δεύτερης κατηγορουμένης περί του ότι η όλη συνδρομή της στην τέλεση των από κοινού τελεσθεισών ως άνω πράξεων εξικνείτο μέχρι της απλής συνέργειας. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι και μετά την τέλεση των ως άνω πράξεών τους επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια προσπαθήσαντες να αποτοξινωθούν και να μειώσουν τις συνέπειες των ως άνω πράξεών τους (αρθρ. 84§2 εδ. δ' Π.Κ.). Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε συνδρομή περαιτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και δη περί ωθήσεως αυτής στην τέλεση των ως άνω πράξεων από μεγάλη ένδεια ως και περί επίδειξης υπ' αυτής καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους (αρθρ. 84§2 εδ. β' & ε' Π.Κ.) και τα αντίθετα υπ' αυτής υποστηριζόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, αφού η υπ' αυτής διάπραξη των ως άνω αδικημάτων δεν οφειλόταν στην ένδεια αυτής αλλά στο πάθος της τοξικομανίας τους, προς δε δεν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ως άνω πράξη τους".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας την πιο πάνω κατηγορουμένη, Χ κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων των διακεκριμένων κλοπών από κοινού με τον προεκτεθέντα συγκατηγορούμενό της και μεμονωμένα, κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ειδικότερα του ότι: "στη ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας είτε μόνοι τους, είτε από κοινού έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, και μετά από συναπόφασή τους να τελέσουν κλοπές, σε άλλες περιπτώσεις αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, και σε άλλες περιπτώσεις έχοντας αποφασίσει να τελέσουν κλοπές επεχείρησαν πράξεις που περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, χωρίς όμως οι πράξεις τους αυτές να ολοκληρωθούν όχι από δική τους βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια, ενώ είναι πρόσωπα που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, Συγκεκριμένα: Α) Ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφασή τους, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές; α) Στις 30-3-2004 και κατά τις ώρες 17.00-19.00, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, παραβιάζοντας την κλειδαριά, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των (200) ευρώ, μία ψηφιακή φωτογραφική μηχανή μάρκας OLYMPUS, ένα φορτιστή μπαταριών, οκτώ (8) επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, την τσάντα της άνω μηχανής, ένα δερμάτινο πορτοφόλι που περιείχε το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ, συνολικής αξίας περίπου (2.000) ευρώ, καθώς και την επαγγελματική ταυτότητα TEE. β) στις 14-4-2004 και κατά τις ώρες 10.30-15.00, στην οδό ..., διέρρηξαν με αιχμηρό αντικείμενο την κύρια είσοδο διαμερίσματος 4ου ορόφου, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των (300) ευρώ. γ) Την 31-3-2004 και κατά τις ώρες 13.30-19.30, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 8ου ορόφου, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, ένα εξωτερικό DVD, καθώς και έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο Η/Υ συνολικής αξίας (4.800) ευρώ. δ) Στις 30-3-2004 και κατά τις ώρες 24.00-07.00, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο ιατρείο 5ου ορόφου με σπρώξιμο, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν την οθόνη και το πληκτρολόγιο του Η/Υ του ιατρείου συνολικής αξίας περίπου (700) ευρώ. ε) Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2003 και κατά τις νυχτερινές ώρες, σε ανεξακρίβωτη ειδικότερα ημέρα, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο ισογείου καταστήματος "είδη αξεσουάρ", παραβιάζοντας την κλειδαριά, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των (50) ευρώ σε κέρματα από την ταμειακή μηχανή, γυναικείες τσάντες, γάντια, καπέλα, σκούφους, συνολικής αξίας περίπου (600) ευρώ, καθώς και μία τσάντα με φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης. στ) στις 17/18-4-2004 και κατά τις νυχτερινές ώρες, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 4ου ορόφου, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν ένα διαμαντένιο σταυρό αξίας 2500 ευρώ, ένα κολιέ μαργαριταρένιο αξία 500 ευρώ, ένα χρυσό περιδέραιο αξίας 500 ευρώ, ένα περιδέραιο χρυσό με διαμαντάκια αξίας 500 ευρώ, ένα βραχιόλι αξίας 500 ευρώ, τρεις χρυσές καδένες αξίας 300 ευρώ, μια αντίκα πορτατίφ, ένα χρυσό κόσμημα αξίας 200 ευρώ και ένα παιδικό σταυρό αξίας 100 ευρώ. ζ) στις 2/3-4-2004 και κατά τις ώρες 19.00-12.00, στην ενταύθα οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν έναν Η/Υ, μία οθόνη, ένα MODEM συνολικής αξίας (2.700) ευρώ και ένα φορητό ραδιοκασετόφωνο με SD PLAYER αξίας 20U ευρώ. η) Κατά το χρονικό διάστημα από 25 έως 29-4-2004, σε ανεξακρίβωτη ειδικότερα ημερομηνία, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6°" ορόφου, παραβιάζοντας την κλειδαριά, ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσαν ένα κινητό τηλέφωνο, (64) χρυσές λίρες Αγγλίας, ένα χρυσό σταυρό με εννέα μεγάλα διαμάντια, ένα δακτυλίδι χρυσό με διάφορα πολύτιμα πετράδια, ένα βραχιόλι χρυσό με πολύτιμη πέτρα, δύο βραχιόλια χρυσά, ένα ανδρικό χρυσό δακτυλίδι μονόπετρο, πέντε χρυσά γυναικεία δακτυλίδια με πολύτιμες πέτρες, ένα χρυσό γυναικείο σταυρό, ένα χρυσό σταυρό ανδρικό, μία γυναικεία καδένα από λευκόχρυσο και χρυσό, μία αλυσίδα χρυσή, τρεις ασημένιες καρφίτσες, ένα συλλεκτικό χρυσό νόμισμα, συνολικής αξίας 20000, 00 ευρώ. θ)περί τα μέσα Μαρτίου 2004, σε ανεξακρίβωτη ειδικότερα ημερομηνία, στην οδό ..., διέρρηξαν διαμέρισμα 7ου ορόφου ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσε ένα DVD. ι) Στις 16/17-5-2004 και κατά τις νυχτερινές ώρες, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν είδη ένδυσης, εργόχειρα και ένα σερβίτσιο συνολικής αξίας περίπου (1.500) ευρώ. ια)Στις 6-2-2004 και κατά τις ώρες 15, 00-18, 00, στην οδό ..., διέρρηξαν γραφεία 3ου και 4ου ορόφου του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.), παραβιάζοντας τις κύριες εισόδους και αφαίρεσαν μία τηλεόραση και ένα βίντεο. Ιβ) στις 29-5-2004 και περί ώρα 20.00, στην οδό ..., διέρρηξαν την κύρια είσοδο διαμερίσματος 6ου ορόφου, με ισχυρή πίεση, ιδιοκτησίας του ... και αφαίρεσαν ένα περιδέραιο με μαργαριτάρια και ζιργκονάκια, 10 ζεύγη σκουλαρίκια στρας, μαργαριτάρια με μπλε κύκλους και δουλεμένο κοράλλι, μία καρφίτσα επίχρυση, ένα δακτυλίδι, χρυσό με μπλε πέτρα και μαργαριτάρια, ένα κολλιέ με ασημένιες βέργες, ένα κολλιέ από αχάτι, τυρκουάζ, κοράλλι και αμέθυστο, τρία κοραλλένια κολιέ, ένα ρολόγι τετράγωνο, μία σακούλα γεμάτη με ημιπολύτιμες ακατέργαστες πέτρες, ένα ασημένιο βραχιόλι, ένα ζεύγος σκουλαρίκια από μαύρο μαργαριτάρι, ένα δακτυλίδι ασημένιο, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ERICSSON με θήκη, μία επαγγελματική τσάντα καφέ χρώματος μαζί με έγγραφα και έντυπα και ένα ακουστικό βαρηκοΐας, καθώς και το διαβατήριο της συζύγου αυτού ..., ιγ) Στις 15/16-5-2004, στην οδό ..., έχοντας συναποφασίσει να διαπράξουν κλοπή, διέρρηξαν το διαμέρισμα του 6ου ορόφου, ιδιοκτησίας του ..., εισήλθαν στο εσωτερικό αυτού, ερεύνησαν τους χώρους, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την άνω πράξη, όχι από δική τους βούληση αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα διότι δεν βρήκαν τίποτα να αφαιρέσουν.
Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη Χ, ενεργώντας μόνη της στις 27-7-2004 και κατά τις ώρες 12.45- 16.15, στην οδό ..., διέρρηξε την κύρια είσοδο διαμερίσματος 4ου ορόφου ιδιοκτησίας της ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ περίπου και δύο μπιζουτιέρες με κοσμήματα χρυσαφικά συνολικής αξίας 1.300 ευρώ περίπου. Όλα τα ανωτέρω κινητά πράγματα τα αφαίρεσαν ή αποπειράθηκαν να τα αφαιρέσουν, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα είτε από μόνος του ο καθένας, είτε από κοινού, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, είναι δε άτομα που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει τόσο σκοπός πορισμού εισοδήματος, όσο και σταθερή ροπή τους για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι κατά την τέλεση των πράξεών τους είχαν σημαντικά μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό εξαιτίας διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών και της συνείδησής τους λόγω τοξικομανίας (αρθρ.36 Π.Κ.).
Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους (άρθρο 84§2 δ' ΠΚ)".
Ακολούθως, το δικάσαν Δικαστήριο, που κήρυξε ένοχο την πιο πάνω κατηγορουμένη για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, αφού αναγνώρισε σε αυτήν τα ελαφρυντικά της μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό και ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά τις πράξεις της, επέβαλε σε αυτήν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 34, 36, 42, 45, 83, 84 παρ. 2δ', 98, 372 παρ. 1α' και 374 περ. δ' και ε' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 214-215/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., καθώς και την εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα άνω πρακτικά, εξετάσθηκε χωρίς όρκο στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1) το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι όχι μόνον το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, αλλά και διότι αυτό και μόνον το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της απόφασης, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. Η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του διατακτικού αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. Ειδικότερα: α) με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός, σύμφωνα με τα άνω εκτεθέντα, εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος και, επομένως, εξυπακούεται από αυτά, β) επαρκώς επίσης αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω πράξεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει, αφενός σκοπός πορισμού εισοδήματος, αφετέρου σταθερή ροπή της για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Ο ισχυρισμός της περί χαρακτηρισμού της πράξεως ως απλής συνέργειας στις κλοπές, διότι πουθενά στην απόφαση δεν θεμελιώνεται ότι αυτή ήταν φυσική αυτουργός των πράξεων που της αποδίδονται, δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, ανεξάρτητα του ότι η αιτιολογία για τον αρνητικό αυτόν ισχυρισμό, εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή αλλά και ειδικά στο σκεπτικό της αποφάσεως για την ενοχή αλλά και ειδικά στο σκεπτικό της αποφάσεως. Και 2) με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προέβαλε στο ακροατήριο δια του συνηγόρου της να της αναγνωρισθούν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις: α) ότι ωθήθηκε στην τέλεση των κλοπών από μεγάλη ένδεια και β) ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις. Για τους ισχυρισμούς αυτούς, που είναι αυτοτελείς, σημειώνεται ότι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιον, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία β' και ε', ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κλπ (στοιχ. β), και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός της εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' και ε' του του ΠΚ. Σχετικά με το ελαφρυντικό του εδ. β', εξέθεσε ότι "δεν τέλεσα τις πράξεις μου από ταπεινά ελατήρια, αλλά ένεκα της αρρώστιας μου και του πάθους μου για τα ναρκωτικά και της εξάρτησής μου από τον συγκατηγορούμενό μου για την εξασφάλιση αυτών", για δε το ελαφρυντικό του εδ. ε' της αυτής διατάξεως του ΠΚ, εξέθεσε ότι "συμπεριφέρθηκα καλά μετά τις πράξεις μου, καθώς εμφανίστηκα αυθορμήτως για να δικασθώ πρωτόδικα, η διαγωγή μου στη Δικαστική Φυλακή ... κατά την διάρκεια του εγκλεισμού μου σε αυτήν ήταν καλή, τήρησα ανελλιπώς τους περιοριστικούς όρους με τους οποίους αποφυλακίστηκα και προσπαθώ να αποτοξινωθώ παρακολουθώντας το πρόγραμμα απεξάρτησης". Το δικάσαν Δικαστήριο, αφού χορήγησε στην αναιρεσείουσα τα ελαφρυντικά του μειωμένου καταλογισμού και του προτέρου εντίμου βίου (ΠΚ 36 και 84 παρ. 2α' αντίστοιχα), απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα για χορήγηση των άνω δύο (2) ελαφρυντικών με την αιτιολογία ότι η κατηγορουμένη κατά τον χρόνο τελέσεως των κλοπών ευρίσκετο σε πολύ κακή κατάσταση και δεν ενδιαφερόταν για τίποτε άλλο παρά μόνον για την ανεύρεση και κατανάλωση ναρκωτικού και δεν ενδιαφερόταν για την διατροφή και ανάπτυξη της εξώγαμης θυγατέρας της. Ανεξάρτητα του ότι ως προς τη χορήγηση του πρώτου ελαφυντικού, ο ισχυρισμός της ήταν αόριστος, αφού δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά, ως προς το δεύτερο δ, της καλής συμπεριφοράς, δεν αναφέρονται επίσης πραγματικά περιστατικά, ούτε η χρονική διάρκεια αυτής, χωρίς να αρκεί η καλή διαγωγή στις φυλακές, διότι η διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή της στην κοινωνία, το άνω Δικαστήριο έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απορριπτική των άνω ισχυρισμών απόφασή του.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον είναι παραδεκτός ο άνω λόγος, έτερος λόγος από το ίδιο άρθρο και παράγραφο, περ. Ε', εξεταζόμενος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 6/2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης) αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 214-215/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διακεκριμένες κλοπές από κοινού με άλλο δράστη και μεμονωμένα κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ελαφρυντικά ελαττωμένου καταλογισμού και πρότερου έντιμου βίου. Απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω θεραπείας σε κέντρο απεξάρτησης. Έννοια όρων. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος της ορθής ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Κλοπή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2220/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 3112/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 564/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, λόγω τοξικομανίας, κατά τα άρθρα 36 ΠΚ και 30 παρ.4β του ΚΝΝ (ν. 3459/2006) ή και λόγω άλλων νόσων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, μόνον όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, ήτοι εκείνα επί των οποίων θεμελιώνεται κάθε περίπτωση νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή της συνειδήσεως, ενώ δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστός ο αυτοτελής ισχυρισμός στη νομική ορολογία ή τη νομική επιστήμη, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Ο κατ' άρθρο 36 του ΠΚ ισχυρισμός ελαττωμένου καταλογισμού, προβάλλεται όταν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 34 ΠΚ και η ικανότητα προς καταλογισμό λόγω κάποιας ψυχικής πάθησης, δεν έχει εκλείψει εντελώς, αλλά μειώθηκε όμως σημαντικά, οπότε και επιβάλλεται μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ, όπως π.χ. λόγω επήρειας ληφθέντων ναρκωτικών. Η τοξικομανία από μόνη της, δεν οδηγεί σε έλλειψη ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, στο κατ' έφεση δικάζον Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κατηγορούμενος για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και για παράνομη κατοχή όπλων, δια του συνηγόρου του, πρόβαλε, ανέπτυξε προφορικά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως από αυτά προκύπτει, τον αυτοτελή ισχυρισμό τοξικομανίας, κατ' άρθρο 31 παρ.1 του ΚΝΝ, και τον ισχυρισμό, κατά λέξη, "να αναγνωρισθεί η κατ' άρθρον 36 ΠΚ ηλαττωμένη ικανότης προς καταλογισμό, να αναγνωρισθεί ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, η άνω αδυναμία μου συνιστά και κατάσταση συνεπεία της οποίας μειώθηκε ουσιωδώς η ικανότητά μου να αντιληφθώ τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και να συμμορφωθώ προς την περί αδίκου αντίληψη και αφορά οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, πρέπει να μου αναγνωρισθεί σε κάθε περίπτωση ότι καθόν χρόνο τέλεσα τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι, λόγω νοσηράς διαταράξεως των πνευματικών μου λειτουργιών, ήτις οφείλεται εις ολιγοφρένεια και χρονία χρήση τοξικών ουσιών, αλλά και της συνειδήσεως, ήτοι χωρίς να έχει εκλείψει εντελώς, είχε μειωθεί ουσιωδώς η ικανότης μου να αντιληφθώ (νοητικό στοιχείο) τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς μου, πράγμα που και εάν δεν συνέβαινε και πάλιν δεν είχα δυνατότητα να συμμορφωθώ (βουλητικό στοιχείο), προς την περί αδίκου αντίληψή μου και να ενεργήσω σύμφωνα με αυτήν, αφού η εκ του συνδρόμου βιοανατροφοδοτουμένης στέρησης σωματοψυχική παρορμητικότης, δεν μου επέτρεπε να έχω πλήρη την ποιοτικώς πρόσφορο κατανόηση των τεκταινομένων".
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε δεύτερο βαθμό, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, όντας τοξικομανής, και για παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών, σε συνολική ποινή καθείρξεως 12 ετών και σε συνολική χρηματική ποινή 31.000 ευρώ, γενομένου δεκτού του ισχυρισμού περί τοξικομανίας, ενώ αντίθετα απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο δεύτερος ως άνω προβληθείς, ορισμένος και νόμιμος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, κατ' άρθρον 36 του ΠΚ, με την εξής αιτιολογία :
"Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι αυτός όντας τοξικομανής, 1) συνελήφθη στις ..., στο ..., ενώ κατείχε, με σκοπό την εμπορία, α) εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγού οχήματός του, 7 γραμμάρια κοκαΐνης, σε συσκευασίες και 8 γραμμάρια ηρωΐνης, σε συσκευασίες, β) εντός της οικίας του, στην οδό ..., 192 γραμμάρια ηρωΐνης, 61 γραμμάρια, επί πλέον ηρωΐνης σε μικροσυσκευασίες (ήτοι συνολικά 253 γραμμάρια ηρωΐνης), 2 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 53 δισκία Λεξοτανίλ των 6 mg και 34 δισκία μεθαδόνης, 20 σε προγενέστερες της συλλήψεώς του ημεροχρονολογίες, αγόρασε, με σκοπό την εμπορία, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, από τρίτα άτομα, ειδικότερα αγόρασε συνολικά (τουλάχιστον) 263 γραμμάρια ηρωΐνης, 7 γραμμάρια κοκαΐνης, 2 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 53 δισκία Λεξοτανίλ και 34 δισκία μεθαδόνης. Οι παραπάνω ποσότητες δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι τα καταναλώνονταν για αποκλειστικά δική του χρήση και συνεπώς σε συνδυασμό με το ότι κατασχέθηκαν και 2 ζυγαριές ακριβείας, ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του (αλλά και αυτός περί του ότι δεν απέβλεπε στην εμπορία των ναρκωτικών) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Επισημαίνεται ότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα τοξικομανία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου επέφερε μειωμένο καταλογισμό σ' αυτόν και ως εκ τούτου ο αυτοτελής ισχυρισμός του, περί του ότι πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί. Απορριπτέοι επίσης, ως αναπόδεικτοι, είναι και οι ισχυρισμοί του, περί του ότι πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 δ'και ε'ΠΚ, 3).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αυτός, κατά την ημεροχρονολογία της συλλήψεως του, κατελήφθη να κατέχει παράνομα, α) εντός της προαναφερθείσης οικίας του, ικανό αριθμό όπλων (οπλοπολυβόλο Σκόρπιο, δύο πιστόλια, ένα στιλέτο, δύο μαχαίρια, ένα αναισθητικό σπρέϋ) και φυσιγγίων, β) εντός του ως άνω οχήματός του, ένα περίστροφο με 10 φυσίγγια.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις ως άνω πράξεις.
Τουναντίον όμως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε πώληση ναρκωτικών ουσιών σε τρίτα πρόσωπα, πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τη πράξη αυτή, αφού γίνει δεκτή ο σχετικός ισχυρισμός του".
Η παραπάνω αιτιολογία δεν είναι πλήρης και ειδική. Ενώ το δικαστήριο δέχεται τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί τοξικομανίας, ουδέν διαλαμβάνει περαιτέρω για τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 36 του ΠΚ. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό, ποία πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν, σχετικά με την επικληθείσα, συνεπεία της τοξικομανίας αυτής και ολιγοφρενείας και συνδρόμου βιοανατροφοδοτούμενης στερήσεως και χρονίας χρήσεως τοξικών ουσιών και συνεπεία τούτων ψυχοσωματικής παρορμητικότητας, νοσηρά διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και της συνειδήσεως του κατηγορουμένου, σε σημείο που να μην του επιτρέπεται να έχει πλήρη κατανόηση των πράξεών του και να έχει μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του προς καταλογισμό, όπως επικαλέστηκε.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987 (άρθρο 23 ΚΝΝ - ν. 3459/2006), ο δράστης των παραπάνω παραβάσεων του άρθρου 5, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, εκτός των άλλων, και όταν ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ', κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις.
Στην παραπάνω εκτεθείσα όμως αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδέν πραγματικό περιστατικό διαλαμβάνεται ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών, της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, εκ μέρους του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όντος μάλιστα τοξικομανούς, όπως δέχθηκε, ενώ στο διατακτικό της αποφάσεως, παρατίθεται μόνο η ορολογία του νόμου, χωρίς να γίνεται οιαδήποτε μνεία περιστατικών τα οποία να την δικαιολογούν, ώστε να συμπληρωθεί το ελλιπές αιτιολογικό με το διατακτικό, άρα η αιτιολογία αυτή δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, κατά τις διατάξεις της που αφορούν, α) τη συνδρομή των ως άνω δύο επιβαρυντικών περιστάσεων στις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, β) την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και γ) των διατάξεων περί επιβολής ποινής για όλες τις πράξεις και εκείνη περί επιβολής συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3112/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της, α) περί συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως στο αδίκημα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και β) περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και γ) περί επιβολής των επί μέρους ποινών και της συνολικής ποινής. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση ως προς παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβάσεις του Ν. Περί Ναρκωτικών. 1) Αγορά και κατοχή από τοξικομανή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 2) Παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών. Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχε. Δ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό ελαττωμένου καταλογισμού και ως προς τη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων, για την αγορά και κατοχή των ναρκωτικών ουσιών Πότε είναι ορισμένος ο άνω ισχυρισμός (ΑΠ 1176/2009, 1794/2009, 2317/2007). Τοξικομανία από μόνη της δεν αποτελεί στοιχείο για να θεωρηθεί ο δράστης ως ελαττωμένου καταλογισμού (ΑΠ 1837/2006). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Καταλογισμού ικανότητα.
| 0
|
Αριθμός 2218/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9.3.2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 414/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 229/25.6.2009, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 229α/5.11.2009, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 36 και 37/9-3-2009 αιτήσεις αναίρεσης των α) Χ1 και β) Χ2, (δυνάμει της από 5-3-2009 εξουσιοδότησής τους προς τον πληρεξούσιό τους Δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Βέμμο) κατά του υπ' αριθμ. 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 289/13-6-08 και 290/13-6-08, αντιστοίχως εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση και β) της Απάτης κατά συναυτουργία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 13 εδ. γ', 14 §1, 45, 94 §1, 98, 216 §§1,3 εδ. β', 386 §§3-1 εδ. α' Π.Κ.).
Β) Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 §§1 και 3 ΚΠΔ, με δηλώσεις στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι προαναφερθείσες εκθέσεις, ενώ το εκκαλούμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αντίκλητο του 1ου κατηγορουμένου την 26-2-2009 και στην 2η κατηγορουμένη την 25-2-2009. Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτές.
Με τις κρινόμενες αιτήσεις οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' άρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ' είδος, τ' αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη πρώτος εκκαλών, εργαζόταν προ ετών στη ... των ... ως ηλεκτρολόγος και ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης και όταν συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε χρήση των σχετικών δικαιωμάτων του από την αντίστοιχη ασφαλιστική σύμβαση και μεταξύ άλλων, κατά το διάστημα από το έτος 2002 μέχρι τον Οκτώβριο του 2005, ο ίδιος και η συγκατηγορούμενη σύζυγός του - που ήταν έμμεσα ασφαλισμένη, ως σύζυγός του, στο ίδιο Ταμείο - υπέβαλαν δικαιολογητικά για δαπάνες νοσηλείας και των δύο στο Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ (Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού) ύψους 118.976,50 ευρώ, προσκομίζοντας παραστατικά του ΝΙΜΙΤΣ. Το Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης κατέβαλε το αναφερθέν ποσό και στις 3-10-2005 απευθύνθηκε με επιστολή του προς το ΝΙΜΙΤΣ για την επαλήθευση των παραστατικών. Από την έρευνα των αρχείων του ΝΙΜΙΤΣ αποκαλύφθηκε ότι από τα επτά (7) παραστατικά (δελτία παροχής υπηρεσιών) που φέρονταν να εκδόθηκαν από το ίδιο (το ΝΙΜΙΤΣ), μόνο το ένα, με αριθμό 12894/30-7-2002 είχε μεν πράγματι εκδοθεί από το Νοσοκομείο, αλλά το ποσό που αναγραφόταν σ' αυτό - για το πραγματικό ποσό των 129,14 ευρώ είχε αλλοιωθεί και αναγραφόταν σ' αυτό το (αναληθές) ποσό των 12.129,14 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα έξι (6) δελτία παροχής υπηρεσιών ήσαν εξ υπαρχής πλαστά και δεν είχαν εκδοθεί από τις υπηρεσίες του ΝΙΜΙΤΣ, το οποίο δεν προσέφερε τις αναφερόμενες σ' αυτά υπηρεσίες, ούτε εισέπραξε τα αναγραφόμενα σ' αυτά ποσά. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι κατηγορούμενοι μαζί με τα έξι αυτά πλαστά και το ένα νοθευμένο παραστατικά υπέβαλαν στο Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης και τη μετάφρασή τους στην αγγλική γλώσσα, με τα ποσά του καθενός να αναγράφονται σε δολλάρια ΗΠΑ, στην εκάστοτε ισοτιμία ευρώ και δολλαρίου.
Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν αρνούνται τα περιστατικά αυτά, επικαλούνται όμως έλλειψη καταλογισμού στο πρόσωπό τους, καθώς και ότι βρίσκονταν σε κατάσταση νομικής πλάνης, γιατί δεν γνώριζαν τις έννομες συνέπειες που επισύρουν οι πράξεις τους και πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα να εισπράξουν τα ποσά αυτά από το Ταμείο της Νέας Υόρκης που τα κατέβαλε σ' αυτούς. Οι παραπάνω ισχυρισμοί τους όμως αποδεικνύονται αβάσιμοι γιατί από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η ύπαρξη κάποιας νοσηρής διατάραξης των πνευματικών τους λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησής τους που απέκλεισε ή μείωσε σημαντικά την ικανότητά τους να αντιληφθούν το άδικο της πράξης τους ή να ενεργήσουν σύμφωνα με την αντίληψή τους για το άδικο αυτό, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για το ενδεχόμενο εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση των άρθρων 34 ή 36 §1 του ΠΚ. Άλλωστε οι πράξεις τους αποκαλύπτουν υψηλό βαθμό ευφυΐας και επινοητικότητας, που αποκλείουν την εκδοχή της άγνοιας των νομίμων συνεπειών τους ή την διατάραξη των πνευματικών τους λειτουργιών ή της συνείδησής τους.
Οι αναφερθείσες ενέργειές τους στοιχειοθετούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των αποδιδομένων στους κατηγορουμένους αξιοποίνων πράξεων, που συρρέουν μεταξύ τους αληθώς, συντρέχουν δε και οι επιβαρυντικές περιστάσεις που προσδίδουν σ' αυτές τον χαρακτήρα κακουργήματος, αφού οι πράξεις τους τελέσθηκαν μεθοδευμένα και κατ' επανάληψη, σύμφωνα με τις ορθές και βάσιμες αιτιολογίες που περιέχονται στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος.
Με τις κρινόμενες εφέσεις τους οι κατηγορούμενοι επαναλαμβάνουν τους αναφερθέντες ισχυρισμούς τους και προσθέτουν ότι ο πρώτος από αυτούς, πριν ασκηθεί η εναντίον τους ποινική δίωξη, συμφώνησε με το αναφερθέν Ταμείο της Νέας Υόρκης να παρακρατεί αυτό από τον Δεκέμβριο 2005 τη μηνιαία σύνταξη του ύψους 506 ευρώ, μέχρι να εξοφληθεί το αναφερθέν ποσό και το γεγονός αυτό αποκλείει το αξιόποινο, σύμφωνα με το δίκαιο της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός παραμένει αναπόδεικτος, ενώ η ενδεχόμενη μερική ικανοποίηση του παθόντος δεν ασκεί οποιαδήποτε επίδραση στον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία τα διωκόμενα εγκλήματα αποτελούν κακουργήματα. Ο άλλος ισχυρισμός ότι η δεύτερη κατηγορουμένη και εκκαλούσα αγνοούσε τις ενέργειες του συζύγου της και "ουδεμία σχέση είχε" με αυτές, δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη εδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ' άρθρ. 484 §1 στοιχ. β' και δ' είναι αβάσιμες.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 216 §1 του Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του δύναμης, με μεταβολή του περιεχομένου του, με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επιπλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, να παραπλανήσει άλλον αναφορικά με γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του Π.Κ. που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως", προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος. Επί πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, δεν απαιτείται να καθορίζονται στην απόφαση ή στο βούλευμα ειδικώς οι ενέργειες του καθ' ενός, αδιάφορο αν το έγκλημα τελείται από τον ένα μόνο ιδιοχείρως και αρκεί η αναφορά της σύμπτωσης της θέλησης όλων στην κατάρτιση ή τη νόθευση κ.λ.π. (βλ. Ολομ. Α.Π. 50/1990 Ποιν. Χρ. Μ' 949 Α.Π. 1827/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' 716).
ΙΙ) Κατά το άρθρ. 6 §1 Π.Κ. "οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα".
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για την τιμώρηση ημεδαπών για πράξεις που τελέστηκαν στην αλλοδαπή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:α) ο δράστης να ήταν ημεδαπός κατά το χρόνο της πράξης, β) η πράξη να φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και γ) η πράξη να είναι, απλώς, αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας όπου διαπράχθηκε.
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 6 §3 Π.Κ. "στα πλημμελήματα, για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της παραγρ. 1 απαιτείται έγκληση του παθόντα ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το πλημμέλημα".
Συνεπώς για τη δίωξη ημεδαπού για κακούργημα (κατά τον Ελληνικό νόμο) στην αλλοδαπή δεν απαιτείται έγκληση ή αίτηση της ξένης κυβέρνησης (Α.Π. 1374/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ' 647).
Στην προκειμένη περίπτωση, η σε βαθμό κακουργήματος πράξη της απάτης, για την οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες, είναι αξιόποινη και κατά το δίκαιο της πολιτείας της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ (παράγρ. 155.05 του Ποινικού Κώδικα της πολιτείας αυτής), όπως προκύπτει από το σχετικό υπ' αριθμ. 274/16-5-2006 έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, που υπάρχει στη δικογραφία.
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το παραπεμπτικό βούλευμά του, ορθώς ερμήνευσαν και ορθώς εφάρμοσαν το άρθρ. 6 του Π.Κ. και αβάσιμες είναι οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, Χ1.
Η) Με βάση τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι δύο συνεκδικαζόμενες ως άνω αιτήσεις των αναιρεσειόντων και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 36/9-3-2009 και 37/9-3-2009, αντιστοίχως αιτήσεις αναίρεσης των α) Χ1 και β) Χ2, κατά του υπ' αριθμ. 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους παραπάνω αναιρεσείοντες.
Αθήνα 22-4-2009 Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 36 και 37/9-3-2009 αιτήσεις αναίρεσης των α) Χ1 και β) Χ2 (δυνάμει της από 5-3-2009 εξουσιοδότησής τους προς τον πληρεξούσιό τους Δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Βέμμο) κατά του υπ' αριθμ. 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 289/13-6-08 και 290/13-6-08, αντιστοίχως εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση και β) της Απάτης κατά συναυτουργία, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 13 εδ. γ', 14 §1, 45, 94 §1, 98, 216 §§1,3 εδ. β', 386 §§3-1 εδ. α' Π.Κ.).
Β) Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 §§1 και 3 ΚΠΔ, με δηλώσεις στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι προαναφερθείσες εκθέσεις, ενώ το εκκαλούμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αντίκλητο του 1ου κατηγορουμένου την 26-2-2009 και στην 2η κατηγορουμένη την 25-2-2009. Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτές.
Με τις κρινόμενες αιτήσεις οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' άρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ' είδος, τ' αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη πρώτος εκκαλών, εργαζόταν προ ετών στη ... των ... ως ηλεκτρολόγος και ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης και όταν συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε χρήση των σχετικών δικαιωμάτων του από την αντίστοιχη ασφαλιστική σύμβαση και μεταξύ άλλων, κατά το διάστημα από το έτος 2002 μέχρι τον Οκτώβριο του 2005, ο ίδιος και η συγκατηγορούμενη σύζυγός του - που ήταν έμμεσα ασφαλισμένη, ως σύζυγός του, στο ίδιο Ταμείο - υπέβαλαν δικαιολογητικά για δαπάνες νοσηλείας και των δύο στο Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ (Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού) ύψους 118.976,50 ευρώ, προσκομίζοντας παραστατικά του ΝΙΜΙΤΣ. Το Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης κατέβαλε το αναφερθέν ποσό και στις 3-10-2005 απευθύνθηκε με επιστολή του προς το ΝΙΜΙΤΣ για την επαλήθευση των παραστατικών. Από την έρευνα των αρχείων του ΝΙΜΙΤΣ αποκαλύφθηκε ότι από τα επτά (7) παραστατικά (δελτία παροχής υπηρεσιών) που φέρονταν να εκδόθηκαν από το ίδιο (το ΝΙΜΙΤΣ), μόνο το ένα, με αριθμό 12894/30-7-2002 είχε μεν πράγματι εκδοθεί από το Νοσοκομείο, αλλά το ποσό που αναγραφόταν σ' αυτό - για το πραγματικό ποσό των 129,14 ευρώ είχε αλλοιωθεί και αναγραφόταν σ' αυτό το (αναληθές) ποσό των 12.129,14 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα έξι (6) δελτία παροχής υπηρεσιών ήσαν εξ υπαρχής πλαστά και δεν είχαν εκδοθεί από τις υπηρεσίες του ΝΙΜΙΤΣ, το οποίο δεν προσέφερε τις αναφερόμενες σ' αυτά υπηρεσίες, ούτε εισέπραξε τα αναγραφόμενα σ' αυτά ποσά. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι κατηγορούμενοι μαζί με τα έξι αυτά πλαστά και το ένα νοθευμένο παραστατικά υπέβαλαν στο Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης και τη μετάφρασή τους στην αγγλική γλώσσα, με τα ποσά του καθενός να αναγράφονται σε δολλάρια ΗΠΑ, στην εκάστοτε ισοτιμία ευρώ και δολλαρίου.
Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν αρνούνται τα περιστατικά αυτά, επικαλούνται όμως έλλειψη καταλογισμού στο πρόσωπό τους, καθώς και ότι βρίσκονταν σε κατάσταση νομικής πλάνης, γιατί δεν γνώριζαν τις έννομες συνέπειες που επισύρουν οι πράξεις τους και πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα να εισπράξουν τα ποσά αυτά από το Ταμείο της Νέας Υόρκης που τα κατέβαλε σ' αυτούς. Οι παραπάνω ισχυρισμοί τους όμως αποδεικνύονται αβάσιμοι γιατί από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η ύπαρξη κάποιας νοσηρής διατάραξης των πνευματικών τους λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησής τους που απέκλεισε ή μείωσε σημαντικά την ικανότητά τους να αντιληφθούν το άδικο της πράξης τους ή να ενεργήσουν σύμφωνα με την αντίληψή τους για το άδικο αυτό, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για το ενδεχόμενο εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση των άρθρων 34 ή 36 §1 του ΠΚ. Άλλωστε οι πράξεις τους αποκαλύπτουν υψηλό βαθμό ευφυΐας και επινοητικότητας, που αποκλείουν την εκδοχή της άγνοιας των νομίμων συνεπειών τους ή την διατάραξη των πνευματικών τους λειτουργιών ή της συνείδησής τους.
Οι αναφερθείσες ενέργειές τους στοιχειοθετούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των αποδιδομένων στους κατηγορουμένους αξιοποίνων πράξεων, που συρρέουν μεταξύ τους αληθώς, συντρέχουν δε και οι επιβαρυντικές περιστάσεις που προσδίδουν σ' αυτές τον χαρακτήρα κακουργήματος, αφού οι πράξεις τους τελέσθηκαν μεθοδευμένα και κατ' επανάληψη, σύμφωνα με τις ορθές και βάσιμες αιτιολογίες που περιέχονται στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος.
Με τις κρινόμενες εφέσεις τους οι κατηγορούμενοι επαναλαμβάνουν τους αναφερθέντες ισχυρισμούς τους και προσθέτουν ότι ο πρώτος από αυτούς, πριν ασκηθεί η εναντίον τους ποινική δίωξη, συμφώνησε με το αναφερθέν Ταμείο της Νέας Υόρκης να παρακρατεί αυτό από τον Δεκέμβριο 2005 τη μηνιαία σύνταξη του ύψους 506 ευρώ, μέχρι να εξοφληθεί το αναφερθέν ποσό και το γεγονός αυτό αποκλείει το αξιόποινο, σύμφωνα με το δίκαιο της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός παραμένει αναπόδεικτος, ενώ η ενδεχόμενη μερική ικανοποίηση του παθόντος δεν ασκεί οποιαδήποτε επίδραση στον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία τα διωκόμενα εγκλήματα αποτελούν κακουργήματα. Ο άλλος ισχυρισμός ότι η δεύτερη κατηγορουμένη και εκκαλούσα αγνοούσε τις ενέργειες του συζύγου της και "ουδεμία σχέση είχε" με αυτές, δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη εδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ' άρθρ. 484 §1 στοιχ. β' και δ' είναι αβάσιμες.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 216 §1 του Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του δύναμης, με μεταβολή του περιεχομένου του, με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επιπλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, να παραπλανήσει άλλον αναφορικά με γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του Π.Κ. που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως", προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος. Επί πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, δεν απαιτείται να καθορίζονται στην απόφαση ή στο βούλευμα ειδικώς οι ενέργειες του καθ' ενός, αδιάφορο αν το έγκλημα τελείται από τον ένα μόνο ιδιοχείρως και αρκεί η αναφορά της σύμπτωσης της θέλησης όλων στην κατάρτιση ή τη νόθευση κ.λ.π. (βλ. Ολομ. Α.Π. 50/1990 Ποιν. Χρ. Μ' 949 Α.Π. 1827/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' 716).
ΙΙ) Κατά το άρθρ. 6 §1 Π.Κ. "οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα".
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για την τιμώρηση ημεδαπών για πράξεις που τελέστηκαν στην αλλοδαπή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:α) ο δράστης να ήταν ημεδαπός κατά το χρόνο της πράξης, β) η πράξη να φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο και γ) η πράξη να είναι, απλώς, αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας όπου διαπράχθηκε.
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 6 §3 Π.Κ. "στα πλημμελήματα, για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της παραγρ. 1 απαιτείται έγκληση του παθόντα ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το πλημμέλημα".
Συνεπώς για τη δίωξη ημεδαπού για κακούργημα (κατά τον Ελληνικό νόμο) στην αλλοδαπή δεν απαιτείται έγκληση ή αίτηση της ξένης κυβέρνησης (Α.Π. 1374/95 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ' 647).
Στην προκειμένη περίπτωση, η σε βαθμό κακουργήματος πράξη της απάτης, για την οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες, είναι αξιόποινη και κατά το δίκαιο της πολιτείας της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ (παράγρ. 155.05 του Ποινικού Κώδικα της πολιτείας αυτής), όπως προκύπτει από το σχετικό υπ' αριθμ. 274/16-5-2006 έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, που υπάρχει στη δικογραφία.
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το παραπεμπτικό βούλευμά του, ορθώς ερμήνευσαν και ορθώς εφάρμοσαν το άρθρ. 6 του Π.Κ. και αβάσιμες είναι οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, Χ1.
Η) Με βάση τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι δύο συνεκδικαζόμενες ως άνω αιτήσεις των αναιρεσειόντων και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 36/9-3-2009 και 37/9-3-2009, αντιστοίχως αιτήσεις αναίρεσης των α) Χ1 και β) Χ2, κατά του υπ' αριθμ. 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους παραπάνω αναιρεσείοντες.
Αθήνα 22-4-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης Ι. Με την 229/25-6-2009 πρότασή μας προς το Δικαστήριό σας σε Συμβούλιο προτείναμε, εκτός των άλλων, να απορριφθεί ως αβάσιμη η 36/9-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμη η 289/2008 έφεσή του κατά του 1393/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο αυτός είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για πλαστογραφία και απάτη από κοινού , κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημιά και όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ.
ΙΙ. Επειδή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ..., απεβίωσε στις 30-6-2009 και το Δικαστήριό Σας δεν έχει εκδώσει σχετικό βούλευμα ανακαλούμε την παραπάνω πρότασή μας ως προς τον αναιρεσείοντα αυτό και προτείνουμε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον του, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β, 318 και 484 παρ. 2 του ΚΠΔ .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 για πλαστογραφία και απάτη από κοινού , κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημιά και όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα από 30/7/2002 μέχρι 20/5/2005.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από την διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ακεραιότητας και ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Η κατάρτιση πλαστού εγγράφου συντελείται με την εκ μέρους του δράστη έκδοση εγγράφου στο όνομα άλλου, ως εάν είχε από τον άλλον καταρτισθεί ή εκδοθεί ή με την κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε έγγραφο που υπάρχει ή τέλος με την κατάχρηση της εν λευκώ τεθείσης υπογραφής άλλου. Αντιθέτως, η νόθευση συνίσταται στην αλλοίωση του περιεχομένου γνησίου εγγράφου είτε από τρίτο, πλην του εκδότη, πρόσωπο, είτε από τον ίδιο τον εκδότη, όταν δεν έχει πλέον εξουσία μεταβολής του εγγράφου, διότι προέκυψε δικαίωμα τρίτου στη διατήρηση του αρχικού περιεχομένου. Κάθε μορφή είναι χωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι και οι δύο αφορούν έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος. Το έγκλημα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ είναι σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, ήτοι η κατάρτιση εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνησίου δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως που διακρίνεται σαφώς από την άλλη. Σε περίπτωση δε συνδρομής και των δύο τρόπων τελέσεως, υπόκεινται δύο εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά. Από την διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, με σαφήνεια προκύπτει ότι για την ύπαρξη εγκλήματος κατ' εξακολούθηση απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως οι μερικότερες πράξεις είναι όμοιες, κάθε μία δηλαδή να περιέχει τα συστατικά στοιχεία της ίδιας νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος. Η ομοιότητα, κατά την παραπάνω έννοια, διαπιστώνεται όταν οι πράξεις είναι φυσικώς ομοειδείς, δηλαδή συνίστανται στην ίδια υλική συμπεριφορά και όχι απλώς νομικώς ομοειδείς, δηλαδή όταν αξιολογούνται ως συνιστώσες το ίδιο έγκλημα. Επομένως, δεν υπάρχει κατ' εξακολούθηση έγκλημα μεταξύ περισσοτέρων πράξεων από τις οποίες άλλες αφορούν νόθευση εγγράφου και άλλες κατάρτιση πλαστών εγγράφων, διότι πρόκειται για εγκλήματα με διαφορετική αντικειμενική υπόσταση και κατ' ακολουθίαν για ομοειδή πραγματική συρροή αυτών, εκτός εάν για το έγκλημα που νοθεύθηκε καταρτίστηκε από τον υπαίτιο άλλο πλαστό έγγραφο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος με τον ζημιωθέντα, η δε βλάβη υπάρχει και σε περιπτώσεις μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός δεν έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας του. Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Μεταξύ των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης τετελεσμένης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιμοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεδομένου ότι καθένα από αυτά τα εγκλήματα είναι αυτοτελές, η αντικειμενική υπόστασή των αποτελείται από διαφορετικά περιστατικά και η μία πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης.
Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση αυτού. Κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ και να διαλαμβάνονται σαφώς και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον κανόνα που εφάρμοσε και δεν αρκεί η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως. Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού, αντικειμενικώς νοείται σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, με την έννοια ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ από τον Άρειο Πάγο, πρέπει στην απόφαση ή το βούλευμα να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, επί τη βάσει των οποίων το δικαστήριο ή το συμβούλιο δέχεται ότι στην τέλεση του εγκλήματος συμμετείχε ο δράστης ως συναυτουργός.
Από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι, προκειμένου περί εγκλήματος τελεσθέντος στην αλλοδαπή από ημεδαπό, το οποίο φέρει χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος, επιβάλλεται για να εφαρμοσθούν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι να είναι η πράξη αυτή αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή να διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα, δεδομένου ότι διαφορετικά προσβάλλεται η κυριαρχία του ξένου κράτους στο έδαφός του και είναι ανεπίτρεπτη η επέμβαση από αλλοδαπό. Η πρόβλεψη αυτή εφαρμογής του ελληνικού ποινικού νόμου κατά την εκδίκαση ποινικού αδικήματος που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, υπό τον όρο ότι το χαρακτηριζόμενο ως κακούργημα ή πλημμέλημα είναι αξιόποινο και κατά τους νόμους της χώρας, στο έδαφος της οποίας τελέσθηκε, συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, δεδομένου ότι κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του προβλεπομένου από τον ελληνικό ποινικό νόμο, δεν περιλαμβάνεται δε ούτε στον άδικο χαρακτήρα ή στον καταλογισμό, εντάσσεται δε στην έννοια των θετικών προϋποθέσεων του εγκλήματος και ανάγεται στην ενοχή του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη δε της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, κατά την οποία στα πλημμελήματα, για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων αυτού, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα, προκύπτει ότι ως δικονομική προϋπόθεση για την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων για πράξη που διαπράχθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό και χαρακτηρίζεται από αυτούς ως πλημμέλημα, απαιτείται η έγκληση του παθόντος ή η αίτηση της κυβερνήσεως της χώρας όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα, ενώ προκειμένου περί κακουργημάτων που τελούνται από ημεδαπούς στην αλλοδαπή και είναι αξιόποινες πράξεις και κατά το δίκαιο της χώρας όπου τελέσθηκε, δεν απαιτείται για την δίωξή τους έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέσθηκαν.
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις αυτές απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και ποία περιστατικά προέκυψαν από καθένα, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεσή των υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό αρχική και συμπληρωματική εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από την συνεκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ανωμοτί εξετάσεις των κατηγορουμένων και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και επισυνάφθηκαν στην δικογραφία μαζί με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματά τους), προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο. Ειδικότερα δέχθηκε το βούλευμα του άνω Συμβουλίου ότι από τους κατηγορουμένους ο πρώτος εργαζόταν προ ετών στη ... των ... ως ηλεκτρολόγος και ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης και όταν συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε χρήση των σχετικών δικαιωμάτων του από την αντίστοιχη ασφαλιστική σύμβαση. Ότι, μεταξύ άλλων, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2005, ο πρώτος κατηγορούμενος και η συγκατηγορουμένη σύζυγός του, η οποία ήταν έμμεσα ασφαλισμένη, υπό την ιδιότητά της αυτή στο ίδιο Ταμείο, υπέβαλαν δικαιολογητικά για δαπάνες νοσηλείας αμφοτέρων στο Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ (Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού), ύψους 118.976,50 ευρώ, προσκομίζοντας παραστατικά του άνω νοσοκομείου. Ότι το Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης απευθύνθηκε με την από 3.10.2005 επιστολή του στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και ζήτησε την επαλήθευση των συνημμένων λογαριασμών του νοσοκομείου αυτού, το ποσό των οποίων αναφερόταν ότι πλήρωσε στον πρώτο κατηγορούμενο το εν λόγω Ταμείο (Κοινό Βιομηχανικό Συμβούλιο της Ηλεκτρικής Βιομηχανίας Νέας Υόρκης). Ότι από την έρευνα των αρχείων του Νοσηλευτικού Ιδρύματος του Μετοχικού Ταμείου Στρατού αποκαλύφθηκε ότι. από τα επτά παραστατικά που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από το ίδιο, μόνο το ένα, με αριθμό 12894/30.7.2002, είχε μεν πράγματι εκδοθεί από το Νοσοκομείο αυτό, αλλά το πραγματικό ποσό που αναγραφόταν σ' αυτό, των 129,14 ευρώ, είχε αλλοιωθεί και αναγραφόταν σ' αυτό το αναληθές ποσό των 12129,14 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα παραστατικά, ήτοι τα δελτία παροχής υπηρεσιών 14494/27.3.2003 αξίας 24.732,36 ευρώ, 5005/10.1.2004, αξίας 26.743 ευρώ, 5453/16.6.2004 αξίας 24.872 ευρώ, 5198/27.6.2005 αξίας 8.210 ευρώ, καθώς και τα τιμολόγια 1932/16.6.2005 αξίας 14.080 ευρώ και 1989/27.6.2005 αξίας 8210 ευρώ δεν είχαν σχέση με το ΝΙΜΙΤΣ, το οποίο δεν προσέφερε τις αναφερόμενες σ' αυτά υπηρεσίες ούτε εισέπραξε τα αναγραφόμενα σ' αυτά ποσά, αλλά ήταν εξ υπαρχής πλαστά. Ότι οι κατηγορούμενοι, μαζί με τα έξι αυτά πλαστά και το ένα νοθευμένο παραστατικά, υπέβαλαν στο άνω Ταμείο της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης καταρτίζοντας πλαστά έγγραφα και τη μετάφρασή τους στην αγγλική γλώσσα, με τα ποσά του καθενός να αναγράφονται σε δολλάρια ΗΠΔ, ανάλογα με την εκάστοτε ισοτιμία ευρώ και δολλαρίου. Ότι οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν τα περιστατικά αυτά, επικαλέστηκαν όμως έλλειψη καταλογισμού στο πρόσωπό τους, καθώς και ότι βρίσκονταν σε κατάσταση νομικής πλάνης, γιατί δεν γνώριζαν τις έννομες συνέπειες που επισύρουν οι πράξεις τους και πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα να εισπράξουν τα ποσά αυτά από το Ταμείο της Νέας Υόρκης, που τους τα κατέβαλε. Ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί τους αποδεικνύονταν αβάσιμοι, γιατί από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η ύπαρξη κάποιας νοσηρής διατάραξης των πνευματικών τους λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησής τους, που απέκλειε ή μείωσε σημαντικά την ικανότητά τους να αντιληφθούν το άδικο της πράξης τους ή να ενεργήσουν σύμφωνα με την αντίληψή τους για το άδικο αυτό, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για το ενδεχόμενο εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση των άρθρων 34 ή 36 παρ. 1 του ΠΚ και ότι οι πράξεις των κατηγορουμένων αποκάλυπταν υψηλό βαθμό ευφυΐας και επινοητικότητας, που απέκλειαν την εκδοχή της άγνοιας των νομίμων συνεπειών τους ή την διάταξη των πνευματικών τους λειτουργιών ή της συνείδησής των. Ότι οι αναφερθείσες ενέργειές τους στοιχειοθετούσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων, που συρρέουν μεταξύ τους αληθώς, συνέτρεχαν δε και οι επιβαρυντικές περιστάσεις που προσδίδουν σ' αυτές τον χαρακτήρα κακουργήματος, αφού οι πράξεις τους τελέσθηκαν μεδοθευμένα και κατ' επανάληψη, σύμφωνα με τις ορθές και βάσιμες αιτιολογίες που περιέχονται στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος. Ότι οι κατηγορούμενοι επανέλαβαν με τις υπό κρίση εφέσεις των τους άνω ισχυρισμούς των και επιπροσθέτως ότι ο πρώτος από αυτούς, πριν ασκηθεί η εναντίον τους ποινική δίωξη, συμφώνησε με το αναφερθέν Ταμείο της Νέας Υόρκης να παρακρατεί αυτό από τον Δεκέμβριο 2005 τη μηνιαία σύνταξή του, ύψους 506 ευρώ, μέχρι να εξοφληθεί το αναφερθέν ποσό, και το γεγονός αυτό αποκλείει το αξιόποινο, σύμφωνα με το δίκαιο της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ. Ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός παρέμενε αναπόδεικτος, ενώ η ενδεχόμενη μερική ικανοποίηση του παθόντος δεν ασκεί ουδεμία επίδραση στον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξεως στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία τα διωκόμενα εγκλήματα έχουν χαρακτήρα κακουργήματος. Ότι ο έτερος ισχυρισμός, κατά τον οποίο η δεύτερη κατηγορουμένη και εκκαλούσα δεν γνώριζε τις ενέργειες του συζύγου της και ουδεμία σχέση είχε με αυτές δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Με τις παραδοχές αυτές, το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε τις υπ' αριθμούς 289/13.6.2008 και 290/13.6.2008 εφέσεις των κατηγορουμένων και επικύρωσε το υπ' αριθ. 1393/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα για τις αξιόποινες πράξεις κατά συναυτουργία, πλαστογραφίας τελεσθείσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατά συναυτουργία τελεσθείσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα, περιέλαβε την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας Χ2 στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 β', 386 παρ. 3-1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Όσον αφορά την, κατά τις παραδοχές του παραπεμπτικού βουλεύματος, σε βαθμό κακουργήματος πράξη της απάτης από κοινού από τους κατηγορουμένους, με τόπο τελέσεως την Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, αυτή είναι αξιόποινη και κατά το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ (παρ. 155.05 του Ποινικού Κώδικα της Πολιτείας αυτής), όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 274/16.5.2006 έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, που υπάρχει στην δικογραφία και επισκοπείται. Επομένως, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 6 του ΠΚ, με το να μη δεχθεί ότι για την δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, που είναι ημεδαποί, για την άνω κακουργηματική πράξη ως τελεσθείσα στην αλλοδαπή, ήταν απαραίτητη η έγκληση του παθόντος ταμείου της Ένωσης Ηλεκτρολόγων Νέας Υόρκης, είτε η αίτηση της αμερικανικής κυβερνήσεως. Αιτιολογείται ακόμη στο προσβαλλόμενο βούλευμα η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως των αποδιδομένων πράξεων. Από τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο σκεπτικό και το διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, στο οποίο γίνεται αναφορά με την ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, αλλά και από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην πρόταση αυτή, συνάγονται τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης και από την αναιρεσείουσα Χ2 και από τον συγκατηγορούμενο σύζυγό της. Γίνεται δηλαδή αναφορά ότι οι πράξεις τελέσθηκαν από τους κατηγορουμένους μεθοδευμένα και κατ' επανάληψη και ότι οι κατηγορούμενοι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής των, είχαν σκοπό να πορισθούν εισόδημα από αυτές και σταθερή ροπή για την διάπραξη των κακουργημάτων αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Είναι αβάσιμη η αιτίαση που προβάλλεται με τις αναιρέσεις, ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη αιτιολογία από τη μη παράθεση των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να δικαιολογείται ότι η αναιρεσείουσα Χ2 συμμετείχε στην τέλεση των αποδιδομένων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης ως συναυτουργός. Κατά τις ορθές παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος και από τον συνδυασμό των αναφερομένων στο σκεπτικό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό του, οι κατηγορούμενοι ήταν σύζυγοι, διέμεναν στην ίδια κατοικία, προήλθαν δε με πρόθεση στην τέλεση των άνω πράξεων, πραγματώνοντας από κοινού, όπως προέκυπτε από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, την αντικειμενική υπόσταση τόσο της νοθεύσεως του πρώτου χρονολογικά από τα δελτία παροχής υπηρεσιών του ΝΙΜΤΣ και της καταρτίσεως των πλαστών λοιπών παραστατικών δαπανών νοσηλείας των, αλλά και της χρήσεως αυτών με την αποστολή των ταχυδρομικών στο ασφαλιστικό ταμείο της Ενώσεως Ηλεκτρολόγων της Νέας Υόρκης ταχυδρομικώς, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο συνολικά σε 118.976,50 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη του άνω ασφαλιστικού Ταμείου, όσο και της απάτης με τις ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προήλθαν προς τους αρμοδίους υπαλλήλους του άνω ασφαλιστικού Ταμείου στη Νέα Υόρκη, ότι ήταν δήθεν γνήσια αυτά τα παραστατικά και ότι αντιπροσώπευαν τα ποσά δαπανών νοσηλείας και εξετάσεων που είχαν καταβάλει πράγματι οι κατηγορούμενοι στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, προκειμένου να παραπλανήσουν αυτούς και να επιτύχουν παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του άνω ασφαλιστικού οργανισμού, η ζημία του οποίου συνίστατο στα τμηματικώς καταβληθέντα ποσά που αθροίζονταν σε 86.422 ευρώ και με γνώση της προθέσεως καθενός κατηγορουμένου για την τέλεση της ίδιας πράξεως και από τον άλλο κατηγορούμενο. Δεν ήταν απαραίτητο δε, για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, να γίνει περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου συμμετοχής καθενός των κατηγορουμένων ως προς την τέλεση κάθε μίας των άνω αξιοποίνων πράξεων, με την αναφορά των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός των συναυτουργών (Ολ. ΑΠ 50/1990).
Οι αιτιάσεις που περιέχονται στις ένδικες αιτήσεις των αναιρεσειόντων και ανάγονται στην ανυπαρξία στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως τελέσεως των αποδιδομένων αξιοποίνων κακουργηματικών πράξεων από την δεύτερη κατηγορουμένη ως συναυτουργό, εν όψει της επικαλουμένης συντάξεως πλαστογραφημένων αποδείξεων για τη νοσηλεία του από τον πρώτο κατηγορούμενο τρία έτη πριν νοσηλευθεί πράγματι η ίδια, δεν στοιχειοθετούν τον λόγο αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά υπό την επίφαση της επικαλουμένης ελλείψεως πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, ως προς την εκτίμηση των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτιμώνται διαφορετικά από τους αναιρεσείοντες και επομένως είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα και δοθέντος ότι, όσον αφορά τον εκ των αναιρεσειόντων Χ1, από την υποβληθείσα με την από 10.7.2009 αίτηση του πληρεξουσίου του δικηγόρου υπ' αριθ. ... Τόμος.. έτους 2009 από 2.7.2009, συνταχθείσα ενώπιον της ληξιάρχου του Δήμου ..., ληξιαρχική πράξη θανάτου, αποδεικνύεται ότι ο άνω αναιρεσείων απεβίωσε στις 30.6.2009 στο Νοσοκομείο ... στα ... και ο θάνατός του βεβαιώθηκε από την ιατρό ..., πρέπει ως προς αυτόν, μετά και την συμπληρωματική σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου (ΚΠοινΔ 310 παρ. 1 εδ. β), ενώ η αίτηση αναιρέσεως της Χ2 πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ1, λόγω θανάτου αυτού για πλαστογραφία από κοινού και απάτη από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσες κατ' εξακολούθηση, με ζημία και όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ.
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 37/9.3.2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθ. 166/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη επιβαλλόμενης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου παραπεμπτικού βουλεύματος για κατάρτιση πλαστών εγγράφων και νόθευση γνησίου με σκοπό το όφελος και με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση στην ημεδαπή και για απάτη κοινού υπό τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις τελεσθείσα στις Η.Π.Α κατ' εξακολούθηση. Δεν είναι απαραίτητη υποβολή εγκλήσεως από το παθόν νομικό πρόσωπο που είχε την έδρα του στην Νέα Υόρκη, ούτε αίτηση της αμερικάνικης κυβερνήσεως εφόσον οι δράστες ήταν ημεδαποί και αρκούσε το ότι κατά το δίκαιο της πολιτείας της Νέας Υόρκης είναι αξιόποινη η πράξη της απάτης. Για την κατά συναυτουργία τέλεση την άνω πράξεων αρκούσε η μνεία των διαλαμβανόμενων στο παραπεμπτικό βούλευμα πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία συμμετείχε κάθε δράστης στα εγκλήματα ως συναυτουργός όπως η από κάθε δράστη πραγμάτωση της όλης αντικειμενικής υποστάσεως κάθε εγκλήματος με πρόθεση χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου συμμετοχής καθενός των κατηγορουμένων ως προς την τέλεση καθεμίας των αξιόποινων πράξεων με την αναφορά των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός των συναυτουργών. ΠΟΠΔ για δεύτερο αναιρεσείοντα λόγω θανάτου και απορρίπτει αίτηση για πρώτη αναιρεσείουσα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Συναυτουργία, Κατηγορούμενου θάνατος .
| 0
|
Αριθμός 2219/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 138/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και παρεμβαίνουσα - ιδιοκτήμονα την Θ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.3.2009 και 4.3.2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του Χ1, για το κεφάλαιο της απόρριψης του μειωμένου καταλογισμού και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και β)να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον σε σχέση με τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 §2 και 333 §2 Κ.Ποιν.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να κάνει δεκτούς ή να απορρίψει αυτούς, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμού, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του, έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής. Κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 36 ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν έχει εκλείψει εντελώς αλλά μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται από το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η διάταξη της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της υπαίτιας μέθης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητάς του προς καταλογισμό λόγω μέθης πρέπει απαραιτήτως να προβάλλεται εκτός των άλλων, και ότι η μέθη δεν είναι υπαίτια, ότι δηλαδή δεν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη αλλά σε τυχηρό γεγονός ή ανώτερη βία και να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η άνω έλλειψη υπαιτιότητάς του. Ακόμη από τα άρθρα 35, 36 §2, 193 ΠΚ, προκύπτει ότι η υπαίτια μη πλήρης μέθη, ήτοι εκείνη που δεν επιφέρει το κατά το άρθρο 34 του ίδιου Κώδικα αποτέλεσμα του αποκλεισμού της προς καταλογισμό ικανότητας του δράστη, δεν ασκεί καμία επιρροή στον καταλογισμό. Επίσης η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', β', δ' και ε', ήτοι α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, ... δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Με τις ένδικες αιτήσεις των οι αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 επιδιώκουν την αναίρεση της 138/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία ο Χ1 κηρύχθηκε ένοχος παραχάραξης (παραποίησης) χαρτονομισμάτων με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ και ο Χ2 κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων και της κατ' εξακολούθηση παράνομης κατοχής όπλων και καταδικάσθηκε σε κάθειρξη δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για την πρώτη και σε φυλάκιση τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) για τη δεύτερη από τις άνω πράξεις και συνολικά σε κάθειρξη ένδεκα (11) ετών και σε χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
α) Επί της από 6-3-2009 αιτήσεων αναιρέσεων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο άνω αναιρεσείων, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2 εδάφ. α', β', δ' και ε' ΠΚ, και, ακόμη, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό, η παραδοχή δε αυτών οδηγούσε στην επιβολή μειωμένης ποινής. Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι ήταν ήσσονος σημασίας και ελαφράς φύσεως τα αδικήματα που αναγράφονταν στο δελτίο Ποινικού Μητρώου του, τα οποία απέδιδε στην εξάρτησή του από το αλκοόλ καθώς και ότι από αυτά δεν προέκυπτε σημαντική διατάραξη της έννομης τάξης, επιπρόσθετα δε ότι διέμενε αυτός μονίμως στον ... εργαζόμενος είτε σε μονάδα ζωοτροφών ως εργάτης είτε εκτελώντας αγροτικές εργασίες και με τα λίγα χρήματα που ποριζόταν προσπαθούσε να συντηρήσει και τη μητέρα του μαζί με την οποία έμενε και να ενισχύσει οικονομικά τις θυγατέρες του. Δεν θεμελιωνόταν στα άνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση, ούτε η τέλεση αξιόποινων πράξεων μικρής βαρύτητας και απαξίας μέχρι να διαπράξει τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέχθηκε από τις αρμόδιες ............... και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί επίσης για τη θεμελίωση του πρότερου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της χειρονακτικής εργασίας του είτε σε επιχείρηση στην περιοχή όπου διέμενε είτε σε γεωργικές εργασίες προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεώς του και το ενδιαφέρον του να βοηθεί ορισμένα από τα μέλη της οικογενείας του, όπως ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού από το εδάφιο α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδαφ. α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ. Από το Εφετείο παρά την επίκληση μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού του άνω αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, εκ περισσού, με ειδική αιτιολογία το αίτημα συνδρομής υπέρ αυτού του άνω ελαφρυντικού από το εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδεικνυόταν ο πρότερος έντιμος βίος του αναιρεσείοντος, καθόσον αυτός είχε σχέσεις και συναναστρεφόταν με άτομα που ασχολούνταν με την παραχάραξη χαρτονομισμάτων μεταξύ των οποίων και κάποιος αγνώστου ταυτότητας Γερμανός και από αυτά τα άτομα προμηθεύθηκε ο αναιρεσείων τα τεχνικά μέσα και έμαθε τον τρόπο παραγωγής παραχαραγμένων νομισμάτων. Τα εκτιθέμενα προς στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδαφίου β' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ κατά το μέρος που σχετίζονται με τα παθολογικά προβλήματα σε ζωτικά όργανα του αναιρεσείοντος από την παρατεταμένη και άλογη χρήση αλκοόλ εκ μέρους του και το ότι ενεργούσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως που του αποδίδεται υπό καθεστώς μέθης χωρίς να μπορεί να ενεργήσει λογικά ή να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του, δεν συνιστούν περιστατικά που να εμπίπτουν στην έννοια της άνω διατάξεως αλλά αφορούν στην επίκληση υπάρξεως ψυχικής καταστάσεως από το άρθρο 36 ΠΚ προς επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέρος που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ότι είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και αδυνατούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τον ίδιο και τη μητέρα του με την οποία συμβιούσε και τις δύο θυγατέρες του και ότι δεχόταν οικονομική βοήθεια και από το φιλόπτωχο ταμείο στο χωριό όπου διέμενε, αυτά ήσαν περιστατικά για το ότι ελατήριο για την πράξη του ήταν η μεγάλη ένδεια και όχι για το ότι ωθήθηκε αυτός στην άνω αξιόποινη πράξη από μη ταπεινά αίτια περί των οποίων αορίστως γίνεται λόγος στο τέλος του κειμένου του σχετικού ισχυρισμού του, όπως καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του άνω ισχυρισμού μόνο ως προς τον εάν από μεγάλη ένδεια ωθήθηκε στην πράξη του ο αναιρεσείων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον άνω ισχυρισμό με αιτιολογία αναφερόμενη στα συγκεκριμένα περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση από τον άνω αναιρεσείοντα και εκθέτοντας αρνητικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ειδικότερα ως προς το ότι δεν είχε περιέλθει ο υπαίτιος σε μεγάλη ένδεια και ότι δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την παραχάραξη χαρτονομισμάτων αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ το γεγονός ότι αντιμετώπιζε κάποιες οικονομικές δυσκολίες αυτός. Αρκούσαν τα άνω περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της απορριπτικής κρίσεώς του. Ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 αυτός προέβαλε "ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν προέκυπτε ότι έδειξε την ειλικρινή μετάνοιά του από το ότι συνεργάστηκε με τις αρχές και ομολόγησε ευθέως τις πράξεις του και ότι τούτο αναγνωρίζεται από την με αριθμό πρωτοκόλλου 5084/16-5-2008 βεβαίωση της δικαστικής φυλακής ... στην οποία αναφέρεται ότι από τις κατ' ιδίαν συναντήσεις δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει την βαρύτητα της πράξης του, ανεξάρτητα από τα αίτια που τον οδήγησαν σε αυτή και την κατάσταση της ψυχικής υγείας που τέλεσε το αδίκημα και φαίνεται ότι έχει συνειδητοποιήσει τις συνέπειες του αδικήματος, αναγνωρίζει τα λάθη του και καταβάλλει καθημερινή προσπάθεια να ξεπεράσει τις δυσκολίες".
Για να αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως από το εδάφιο δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να συνδυάζεται με περιστατικά του τόπου, χρόνου και τρόπου εκδηλώσεως αυτής και με περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως (ως προς τους παθόντες). Δεν θεμελιώνεται στα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ο περί συνδρομής ελαφρυντικού από την άνω διάταξη σχετικός ισχυρισμός. Δεν αρκούσε η μετά τη σύλληψή του διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών αρχών με την ομολογία του ούτε η επανάληψη στο ακροατήριο του δικαστηρίου και στην αρμόδια υπηρεσία των φυλακών κράτησής του, σχετικών δηλώσεων ότι αναγνωρίζει το λάθος του και ότι ζητεί συγνώμη καθώς και η καλή διαγωγή του στην φυλακή. Επομένως δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει με την παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στον άνω ισχυρισμό προκειμένου να τον απορρίψει εκ περισσού δε διέλαβε το Εφετείο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία περί του ότι δεν κρίθηκε ειλικρινής η έκφραση συγνώμης εκ μέρους του άνω κατηγορουμένου. Όσον αφορά την αναγνώριση ελαφρυντικού από το άρθρο 84 §2 εδάφ. ε' ΠΚ, επικαλέσθηκε ο άνω αναιρεσείων ότι η μετά την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, διαγωγή του κατά το χρόνο κράτησής του είναι άριστη όπως προέκυπτε από το από 11-11-2000 έγγραφο της δικαστικής φυλακής ... και από τα από 16-5-2008 και από 15-11-2007 έγγραφα της Δικαστικής φυλακής ... ως προς το ότι η συμπεριφορά του κατά την παραμονή του στη φυλακή ήταν υποδειγματική χωρίς να έχει υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα και ότι συμμετείχε σε δραστηριότητες από τις οποίες προέκυπταν θετικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά και στη ζωή του, εργαζόμενος έχοντας πραγματοποιήσει 256 ημέρες ευεργετικού υπολογισμού λόγω εργασίας και επιδεικνύοντας συνέπεια, πειθαρχία και εργατικότητα, γνωρίζοντας να φροντίζει τον εαυτό του και δείχνοντας ότι έχει επιτύχει καλό επίπεδο ωριμότητας και σωφρονισμού επαναξιολογώντας τη συμπεριφορά του και τις κακές επιλογές που έκανε κατά το παρελθόν και δηλώνοντας έτοιμος να θέσει νέους στόχους για τη στήριξη της ζωής του σε νέες πιο υγιείς βάσεις και προσπαθώντας να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του στο διάστημα που ήταν στο πιο πάνω κατάστημα κράτησης.
Η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Εξάλλου η εργασία του καταδίκου στη φυλακή κατά το διάστημα έκτισης της ποινής του συνεκτιμάται προκειμένου να χορηγηθεί από το αρμόδιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής απόλυση υπό όρο κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 105 ΕΠ. ΠΚ. Δεν θεμελιώνονταν στα επικληθέντα από τον άνω αναιρεσείοντα περιστατικά ο ισχυρισμός του για αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένο το Πενταμελές Εφετείο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτόν και να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του την επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Το Εφετείο πλεοναστικώς διέλαβε ως αιτιολογία προς απόρριψη του άνω ισχυρισμού ότι η καλή συμπεριφορά επιδείχθηκε από τον κατηγορούμενο αυτόν όσο βρισκόταν στη φυλακή και δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησής του αλλά να υπαγορεύθηκε εν όψει της δίκης και για να μην του επιβληθούν πειθαρχικές ποινές και έτσι δεν αποδεικνυόταν ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως του άνω αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 §2 εδάφια α', β', δ' και ε' ΠΚ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Όσον αφορά τον έτερο αυτοτελή ισχυρισμό του άνω αναιρεσείοντος περί ελαττωμένης ικανότητάς του για καταλογισμό, υπό τα άνω αναφερόμενα περιστατικά που επικαλέσθηκε και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης, δεν ήταν ορισμένος για να είναι υποχρεωμένο το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να περιλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του. Κατά το μέρος που προβλήθηκε δια του συνηγόρου του από τον άνω αναιρεσείοντα ότι κατά το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξεως ενεργούσε όλη την ημέρα υπό καθεστώς οξείας μέθης, ήταν αόριστος ο ισχυρισμός αυτός, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε ότι η μέθη δεν ήταν υπαίτια ενώ κατά το μέρος που προβλήθηκε ότι ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος ενεργούσε τελώντας υπό την επίδραση συνδρόμου στέρησης δεν εξετέθησαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σε τι συνίστατο ακριβώς αυτό καθώς και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν οφείλεται η μέθη σε δόλο ή αμέλεια του ενώ λόγω κατηγορουμένου (Ολ. ΑΠ 1198/1990, Ολ. ΑΠ 1716/1990). Το Εφετείο απορρίπτοντας χωρίς να διαλάβει στο σκεπτικό του ουδεμία αιτιολογία τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Χ1, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. της αναιτιολόγητης απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού, η παραδοχή του οποίου οδηγούσε στην επιβολή μειωμένης ποινής και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Για την ύπαρξη της απαιτούμενης κατά το άρθρο 93 §3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από απόψεως των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για σχηματισμό της κρίσεώς του, απαιτείται και αρκεί η γενική κατ' είδος αναφορά τούτων και δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία καθενός χωριστά και του τι προέκυψε από το καθένα ούτε ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός μεταξύ αυτών, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Εξάλλου η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως διότι αυτή ως αναγόμενη στα πράγματα ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Στα έγγραφα δε που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο περιλαμβάνονταν και τα αναφερόμενα στις σελίδες 21 και 22 των πρακτικών της δίκης έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων. Από την αναφορά επομένως στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο αποδείχθηκαν, προέκυψαν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της δίκης στον πρώτο βαθμό. Και από την απολογία των κατηγορουμένων προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία από τον συνήγορο του άνω αναιρεσείοντος και τα οποία αναγνώσθηκαν δημόσια και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει διάκριση των ανωτέρω εγγράφων, που λήφθηκαν υπόψη μεταξύ εκείνων που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι και των λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. με τον οποίο προβάλλεται από τον άνω αναιρεσείοντα ότι παρέλειψε το Δικαστήριο της ουσίας να αναφέρει ρητώς τα έγγραφα που προσεκόμισε ο συνήγορός του κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας στο σκεπτικό της αποφάσεώς του και τα οποία έτσι κατά τον αναιρεσείοντα, ενώ αναγνώσθηκαν, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη προς συνεκτίμηση για τον σχηματισμό της κρίσεώς του.
Β) Επί της από 4-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο άνω αναιρεσείων, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2 εδάφ. α', β' και ε' ΠΚ η παραδοχή των οποίων οδηγούσε στην επιβολή μειωμένης ποινής. Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου α' της παραγράφου 2 ο άνω αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι από το δελτίο του Ποινικού του μητρώου προέκυπτε ότι δεν είχε επιβληθεί σ' αυτόν καμία ποινή και ότι "όποιες καταδίκες του δεν υπερέβαιναν τους έξι μήνες, ότι ήταν ουσιαστικά ο προστάτης της συζύγου του και των δύο ηλικίας 20 και 18 ετών τέκνων του καθώς και των γονέων του που αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας. Ακόμη επικαλέσθηκε ότι εργαζόταν πριν συλληφθεί, ως σερβιτόρος προκειμένου να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα και ότι η όλη διαγωγή του μέχρι τη δίκη, ήταν άριστη και ουδέποτε είχε δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του και για συμμετοχή σε δραστηριότητες παράνομες. Δεν αρκούσαν τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση του ισχυρισμού του άνω αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είτε η καταδίκη του σε μικρής διάρκειας στερητικές της ελευθερίας ποινές για προηγουμένως τελεσθέντα αδικήματα και η απουσία άλλης παραβατικής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε καθώς και η δημιουργία οικογένειας και η άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό δεν στοιχειοθετούν παρά μόνο την συνήθη ανθρώπινη συμπεριφορά ενώ για να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και έντιμη συμπεριφορά που να αναφέρεται σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην διάταξη του εδαφίου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Παρά ταύτα από το Εφετείο απερρίφθη κατ' ουσία ο εν λόγω ισχυρισμός του άνω αναιρεσείοντος με την πλεοναστικώς παρατεθείσα ειδική αιτιολογία ότι αυτός είχε συνάφεια και συναναστροφές με άτομα του κυκλώματος της παραχάραξης και της κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων καθώς και με άτομα που κυκλοφορούν με όπλα όπως αυτά που κατείχε ο ίδιος και έτσι δεν ήταν έντιμος ο βίος του μέχρι τότε που τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε. Όσον αφορά τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου δ' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ, ο άνω αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι όπως και στο πρωτόδικο δικαστήριο αναγνωρίζει το σφάλμα του που διέπραξε σε βάρος του εαυτού του, της οικογενείας του και της έννομης τάξης, αναγνωρίζοντας ότι θα παρέδιδε το πακέτο με τα πλαστά χαρτονομίσματα που του έδωσε ο συγκατηγορούμενός του στον Γερμανό που ανέφερε, αλλά ότι ενήργησε ως άνω διότι τελούσε σε απόγνωση εξαιτίας της άθλιας οικονομικής κατάστασης της οικογένειας και ήταν άνεργος εκείνη την εποχή έχοντας να αντιμετωπίσει υποχρεώσεις που αφορούσαν φροντιστηριακά μαθήματα των παιδιών του, υποχρεώσεις σε τράπεζες και προβλήματα υγείας. Ακόμη, δήλωσε ότι είχε μετανιώσει ειλικρινά για τις πράξεις του και κατέθεσε την αλήθεια επιδιώκοντας να μειώσει τις συνέπειες της πράξης, οδηγώντας και συνδράμοντας το δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση, προσκόμισε δε προς ενίσχυση του ισχυρισμού του αυτού την 11549/14-11-2008 βεβαίωση της Κοινωνικής Υπηρεσίας της Δικαστικής Φυλακής ... στην οποία όπως εξέθεσε, αναφερόταν ότι έδειχνε να είχε συνειδητοποιήσει την βαρύτητα της πράξης του ανεξάρτητα από τα αίτια που τον οδήγησαν σ' αυτήν και από την κατάσταση της ψυχικής του υγείας όταν τέλεσε το αδίκημα και φαινόταν ακόμη να έχει συνειδητοποιήσει τις συνέπειες του αδικήματος και ότι κατέβαλε προσπάθεια να ξεπεράσει τις δυσκολίες και ότι έδειχνε να έχει επιτύχει ένα καλό επίπεδο ωριμότητας και σωφρονισμού επαναξιολογώντας τη συμπεριφορά του και τις κακές επιλογές που έκανε στο παρελθόν και ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική η προσπάθεια που είχε καταβάλει για να αλλάξει τον τρόπο ζωής του στο διάστημα που βρισκόταν στο κατάστημα εκείνης της φυλακής και γινόταν εκτίμηση για την ευαισθησία του και για το ότι θα διήγε πειθαρχημένη οικογενειακή επαγγελματική και κοινωνική συμβίωση μετά την αποφυλάκισή του. Δεν θεμελιωνόταν στα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο άνω αναιρεσείων ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 §2 εδάφ. δ' ΠΚ. Δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού η ομολογία τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται στο ακροατήριο του δικαστηρίου και ότι αναγνωρίζει το λάθος του και ζητεί συγνώμη και την επιείκεια του δικαστηρίου ούτε η καλή διαγωγή στη φυλακή. Για να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό πρέπει να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο εκδήλωσης από τον υπαίτιο της ειλικρινούς μετάνοιας και της ειλικρινούς προσπάθειας άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της τελέσεως από αυτόν αξιοποίνου πράξεως κυρίως έναντι των παθόντων.
Επομένως δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει με την παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στον άνω ισχυρισμό προκειμένου να τον απορρίψει, εκ περισσού δε διέλαβε το Εφετείο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία ότι δεν κρίθηκε ειλικρινής η έκφραση συγνώμης εκ μέρους του άνω κατηγορουμένου.
Όσον αφορά την αναγνώριση ελαφρυντικού από το άρθρο 84 §2 εδάφ.ε' ΠΚ επικαλέσθηκε ο άνω αναιρεσείων ότι η διαγωγή του ήταν αόριστη κατά τη διάρκεια που εκρατείτο στο κ.κ. ..., ότι η συμπεριφορά του ως κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ... μέχρι 14-11-2008 ήταν υποδειγματική και ότι ήταν συνεργάσιμος και φιλικός προς τα στελέχη της υπηρεσίας και τους συγκρατούμενούς του, συνεργαζόμενος σταθερά με την κοινωνική και την ψυχολογική υπηρεσία του καταστήματος επιδεικνύοντας πειθαρχία και εργατικότητα και έχοντας πραγματοποιήσει 511 ημερομίσθια στο κατάστημα κράτησής του σε σιδηρουργικές εργασίες, συμβάλλοντας με τις γνώσεις στην κατασκευή κιγκλιδώματος της φυλακής και αναφέρθηκε εκ νέου σε όσα διαλαμβάνονταν στην 11549/14-11-2008 βεβαίωση της Κοινωνικής Υπηρεσίας της Δικαστικής Φυλακής ... και σε όσα για εκτιμήσεις σχετικά με βελτίωση της συμπεριφοράς του εξετίθεντο σ' αυτήν, που είχε επικαλεσθεί και προκειμένου να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό ειλικρινούς μεταμέλειας κατά τα προαναφερθέντα, καθώς και σε όσα αναφέρονταν στην αναγνωσθείσα επίσης με αριθμό πρωτ. 11782/24-11-2008 βεβαίωση του κ.κ. .... Δεν θεμελιώνονταν στα επικληθέντα από τον άνω αναιρεσείοντα περιστατικά ο ισχυρισμός του για αναγνώριση του ελαφρυντικού από το άρθρο 84 §2 εδάφ. ε' ΠΚ, διότι δεν αφορούν σε συμπεριφορά του υπαιτίου που να εκδηλώθηκε υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Η εργασία του καταδικασθέντος κατηγορούμενου κατά το διάστημα έκτισης της ποινής του στο κατάστημα κράτησής του, συνεκτιμάται προκειμένου να χορηγηθεί από το αρμόδιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, απόλυση υπό όρο κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 105 επ. του ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν, το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό και να αιτιολογήσει ειδικώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του την επ' αυτού απορριπτική κρίση του, εκ περισσού δε διέλαβε στο σκεπτικό της αποφάσεως ως αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε ο κατηγορούμενος αυτός καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού βρισκόταν στη φυλακή και η καλή διαγωγή που επέδειξε δεν ήταν προϊόν ελεύθερης απόφασής του αλλά υπαγορεύθηκε από σκοπιμότητα εν όψει της δίκης του και του φόβου του για την επιβολή πειθαρχικών κλπ ποινών. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως του άνω αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του για αναγνώριση υπέρ αυτού ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 §2 εδάφ. α' δ' και ε' ΠΚ , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως ο άνω αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και συγκεκριμένα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από το συνήγορό του από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του προκύπτει από την απόφαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που κρίθηκε απορριπτέος ο ταυτοσήμου περιεχομένου λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1 με τα ταύτα ελλείψει ετέρου λόγου πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση του Χ1 και την από 4-3-2009 αίτηση του Χ2 για αναίρεση της 138/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ισχυρισμοί κατηγορουμένων για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. α, β, δ, ε, ΠΚ και συνδρομής καταστάσεως μειωμένου καταλογισμού από το άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τους ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών από τα εδάφια α, δ, ε καθόσον δεν έγινε η προ-βολή των σαφώς και ορισμένως και με έκθεση επαρκών περιστατικών που να τους θεμελιώνουν και απόρριψη λόγου αναιρέσεως για αναγνώριση ελαφρυντικού ότι τελέσθηκε η πράξη από μεγάλη ένδεια κατ' ουσία ως αβάσιμου διότι από το δικαστήριο παρατίθενται στην απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και το οδήγησαν στην αρνητική κρίση του. Απόρριψη ως αορίστου του ισχυρισμού περί ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό λόγω οξείας μέθης ή στερητικού συνδρόμου διότι δεν γίνεται επίκληση ότι η μέθη είναι ανυπαίτια και δεν εκτίθεται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αυτή δεν οφείλεται σε πρόθεση η αμέλεια του υπαιτίου. Απόρριψη ως αβασίμου λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την μη αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας ότι έλαβε υπόψη του και τα προσκομισθέντα από το συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο αφού αρκούσε η γενική κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικαστήριο μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η μνεία όλων των εγγράφων που αναγνώσθηκαν.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Παραχάραξη, Καταλογισμού ικανότητα.
| 0
|
Αριθμός 2220/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δάρα.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 291/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3826/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 13-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τI αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδίως του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιστάσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και οι λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία (εναγομένη) προβάλλει, ότι, αν και από τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, δηλ. τις εκδοθείσες απ' αυτήν βεβαιώσεις για τις αποδοχές που έλαβε η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που περιέχουν τα επιμέρους καταβληθέντα ποσά, την αιτία και τον χρόνο καταβολής τους, αποδεικνύεται η πλήρης εξόφληση όλων των επιδικασθέντων στην αναιρεσίβλητη με την προσβαλλομένη απόφαση κονδυλίων για τις μηνιαίες αποδοχές της, επιδόματα(δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αποδοχές αδείας κλπ., εντούτοις το Εφετείο: (Α) Παρά τις αδιαμφισβήτητες αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και δη τα ως άνω έγγραφα καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, που δεν έλαβε υπόψη, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε το αγωγικό αυτό αίτημα, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρ.559 ΚΠολΔ, ενώ με βάση τ' αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα έπρεπε να το απορρίψει. Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω Α'σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του, στην πραγματικότητα πλήττει την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης και δη την εκτίμηση των αποδείξεων και κυρίως του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων. (Β) Απέρριψε σιωπηρά την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ενώπιον αυτού, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένσταση πλήρους εξόφλησης των ως άνω αγωγικών αξιώσεων και με τον τρόπο αυτόν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, αφού δεν κάνει μνεία για το πραγματικό περιστατικό της εξόφλησης και δέχεται την οφειλή των κονδυλίων αυτών. Ο λόγος αυτός κατά το ερυνώμενο εδω Β'σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως στο ίδιο το αναιρετήριο εκτίθεται αλλά και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σ' αυτήν περιέχονται παραδοχές αντίθετες με την ένσταση αυτή, ότι δηλ. η αναιρεσείουσα (εναγομένη) οφείλει τα ποσά, στα οποία αφορά η ένσταση αυτή, ο ως άνω δηλ. ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. II. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται κατ' αρθ. 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα κατά την έννοια των αρθ. 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι' αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές. Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής και στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων και προσκομίζονται με επίκληση κατά την συζήτηση άλλης αγωγής, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλ' απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και επομένως δεν απαιτείται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 20 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχθέν πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των αρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. ,περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, όχι, όμως, και όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ. σε αποδεικτική αξιολόγηση του, και συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, ενώ, όπως από την διατύπωση της προκύπτει, η διάταξη αυτή αφορά μόνο αποδεικτικά έγγραφα και όχι μαρτυρικές καταθέσεις ή ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν εξ αφορμής της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία (εναγομένη) προβάλλει ότι το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), επί αγωγής της τελευταίας με αντικείμενο αξιώσεις για επιδόματα εορτών Πάσχα-Χριστουγέννων, αποδοχές κλπ. αδείας, υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες από την απασχόληση της σε κατάστημα (αναψυκτήριο κλπ.) της αναιρεσείουσας, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 3826|2008 απόφαση του τις αξιώσεις αυτές, αιτιάται δε την απόφαση αυτή : (1) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νόμιμα με επίκληση προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα με αριθ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των . ..., ... και ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ληφθείσες ύστερ' από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου της, τις οποίες ουδόλως αναφέρει και οι οποίες αφορούν και στην πλήρη εξόφληση των επιδικασθέντων γενικά με την προσβαλλομένη απόφαση κονδυλίων για αποδοχές του διαστήματος από 1-10-2001 έως 13-11-2001 αλλά και ειδικότερα των αξιώσεων για υπερεργασία και υπερωριακή (ιδιόρρυθμη και παράνομη) απασχόληση της αναιρεσίβλητης καθώς και στο πραγματικό γεγονός της μη πραγματοποίησης απ' αυτήν υπερωριακής εργασίας (2) Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ότι, αν και από (α) τις προαναφερθείσες ..., ...και ... ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων επιλεκτικά αποσπάσματα παρατίθενται στο αναιρετήριο (β) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ... στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση με αριθ. 291/2007 πρακτικά συνεδρίασης του, απόσπασμα της οποίας, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου ημερήσιας απασχόλησης της ενάγουσας παρατίθεται στην αίτηση αναίρεσης (γ) τα νομίμως προσκομισθέντα φορολογικά έγγραφα και δη (i) τα ενδεικτικά και τυχαίως επιλεγέντα, για το επίμαχο χρονικό διάστημα των ετών 1996-2001, ημερήσια συγκεντρωτικά κλεισίματα της ταμειακής μηχανής (τα λεγόμενα "Ζ") του καταστήματος όπου εργαζόταν η αναιρεσίβλητη και (ii) τα αντίγραφα αποδείξεων λιανικής πώλησης, όπως αυτά έχουν εκτυπωθεί στην παραμένουσα στην ταμειακή μηχανή ταινία, αποδείχθηκε ότι το ωράριο απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας ήταν το νόμιμο οκτάωρο από 09.00 μέχρι 17.00 καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι ήταν από 08.30-18.30 καθημερινά και έτσι (Α) δέχθηκε προς δικαιολόγηση της εσφαλμένης παραδοχής για την πραγματοποίηση από την ενάγουσα υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας κλπ. πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα πλήρως αποδειχθέντα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και στην συνέχεια δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και επεδίκασε σ' αυτήν τα σχετικά αγωγικά κονδύλια υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αριθ. 20 του αρθ. 559 ΚΠολΔ και (Β) δεν έλαβε υπόψη τις ως άνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις και έτσι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα περιεχόμενα σ' αυτές, ενώ, εάν τις είχε λάβει υπόψη, θα είχε δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και συνακόλουθα θ' απέρριπτε την αγωγή κατά την σχετική αξίωση, υπέπεσε δηλ. στην πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ. Από τις ενώπιον του Εφετείου από 5-11-2007 προτάσεις της αναιρεσείουσας (αρθ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι πραγματικά αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις με αριθ. ..., ... και ...|2006 ένορκες βεβαιώσεις των ..., ... και ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν αναφέρονται μεν ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, όπου γίνεται ρητή μνεία μόνο της .../2005 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας που προσκόμισε η τώρα αναιρεσίβλητη, λήφθηκαν, όμως, όπως επίσης προκύπτει από τις ως άνω προτάσεις, στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ άλλων εν μέρει διαδίκων και δη για παρόμοια αγωγή του συζύγου της εδώ αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια στην κρινόμενη υπόθεση δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις, αλλά απλά αποδεικτικά έγγραφα που συνεκτιμώνται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα οι σωρευτικώς ασκούμενοι λόγοι αναίρεσης δεύτερος, από τον αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον μέρος του αφορά την μη λήψη υπόψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων ως προς την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος της μη υπέρβασης από την αναιρεσίβλητη του νομίμου οκταώρου καθημερινής εργασίας, τρίτος κατά το Α' σκέλος του από τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθρου και καθόσον αυτό αναφέρεται στην παραμόρφωση των αυτών ενόρκων βεβαιώσεων ως προς την πραγματοποίηση από την αναιρεσίβλητη υπερεργασίας καθώς και ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ο αυτός δε τρίτος κατά το Β' σκέλος του επίσης από τον αριθ. 11 γ' του ιδίου άρθρου για μη λήψη υπόψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων ως προς το αποδεικνυόμενο μ' αυτές γεγονός της μη υπέρβασης του νομίμου ωραρίου και άρα της μη πραγματοποίησης από την αναιρεσίβλητη υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (ιδιόρρυθμης και παράνομης), δηλ. ως προς το ίδιο μέρος των εγγράφων αυτών, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως, καθόσον η παραμόρφωση εγγράφου προϋποθέτει κατ' ανάγκην την λήψη υπόψη αυτού και την αποδεικτική αξιολόγηση του, ενώ αντίστοιχα η μη λήψη υπόψη αυτού δεν μπορεί κατά λογική αναγκαιότητα να οδηγήσει στην παραμόρφωση του. Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο αυτός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το Α' σκέλος του, καθόσον μέρος του και κατ' εκτίμηση αυτού αναφέρεται σε παραμόρφωση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσης της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, διότι η πλημμέλεια αυτή αφορά μόνον αποδεικτικά έγγραφα. Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για την μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων, θεωρουμένων ως αποδεικτικών εγγράφων, ως προς την πλήρη εξόφληση των επιδικασθέντων κονδυλίων για αποδοχές της αναιρεσίβλητης του χρονικού διαστήματος 1|10-13|11|2001 αλλά και των κονδυλίων για την πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (ιδιόρρυθμης και παράνομης), πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
III. Τέλος, ο περιεχόμενος στο αναιρετήριο ισχυρισμός, ότι ως προς το ζήτημα του ωραρίου λειτουργίας του καταστήματος της εναγομένης και συνακόλουθα της ημερήσιας απασχόλησης της ενάγουσας δημιουργούνται αντιφατικά δεδικασμένα από την προσβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα εσφαλμένα ότι αυτό διαρκούσε από 08.30-18.30, και την 8612|2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που εκδόθηκε για παρόμοια αγωγή του συζύγου της εδώ ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) κατά της εναγομένης (αναιρεσείουσας) που δέχθηκε ότι το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος ήταν από 09.00-17.00, εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πέραν της έλλειψης ταυτότητας διαδίκων η δημιουργία αντιφατικών δεδικασμένων αντιμετωπίζεται στα πλαίσια της διαδικασίας αναψηλάφησης (αρθ. 544 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2009 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3826|2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε
χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 559 αριθ. 19 Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτολογίες ελλείψεις ανγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. Αριθ. 8: έννοι α"πραγμάτων", δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός για μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων εαν ο ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το δικασ΄τηριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσαστικό,λ τούτο δεν συμβαίνει και όταν η απ΄φοαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Αριθ. 11 περ. γ'. οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι'αυτό πρέπει ν' αναφέρεται ρητά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, δεν απαιτείται, όμως, ρητή μνεία τους, όταν έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών ΄΄η άλλων διαδίκων, καθόσον στην περίπτωση αυτή αποτελούν απλά αποδεικτικά έγγραφα. Αριθ. 20: παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει. Λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' και 20 αρθ. 559 Κ.πολ.Δ. που αφορούν τα ίδια έγγραφα είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και επομένως απαράδεκτοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2221/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαριδάκη, περί αναιρέσεως της 67043/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 612/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρ. 1 του α.ν. 86/1967, τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομέvους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλεί ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το αρ. 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το αρ. 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το αρ. 1 παρ. 1 και αρ. 2 του α.ν. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4043/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στην ..., ήταν εργοδότης και ειδικ'τοερα διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "IMPERIAL CLOTHING ΕΠΕ", η οποία διατηρούσε επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ειδών ένδυσης, στην οποία απασχόλησε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2002 έως τις 31.3.2002 εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας και έναντι μισθού, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ. Έτσι ο κατηγορούμενος, ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, δεν απέδωσε ούτε κατέβαλε, αντίστοιχα, αυτές, μέσα στο μήνα κατά τον οποίοα αυτές έγιναν απαιτητές, δηλαδή μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία. Ειδικότερα, αυτός δεν κατέβαλε 22.563,33 ευρώ στο ΙΚΑ για εργοδοτικές εισφορές, που αναλογούσαν στην παρασχεθείσα εργασία των ως άνω εργαζομένων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και δεν απέδωσε στο ΙΚΑ, αν και είχε παρακρατήσει, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 11.281,66 ευρώ για εργατικές εισφορές των ιδίων εργαζομένων, για το ίδιο χρονικό διάστημα".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της μη καταβολής στο ΙΚΑ των: α) εργοδοτικών και ) εργατικών εισφορών και παρακρατήσεως (υπεξαιρέσεως) αυτών και ειδικότερα, του ότι: "στην ... την 8 Ιουνίου 02 τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "IMPERIAL CLOTHING ΕΠΕ" είδος επιχείρησης ΠΑΡΑΓΩΓΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ, μαζί με τους ως ανωτέρω κατηγορουμένους και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 1.1.02 έως 31.3.02 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 33.844,99 μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 22.563,33 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στov άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού δρχ 11.281,66, με σκοπό να τις αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 23611 Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών συνολικά. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, καθορίζοντας το ποσό για την κάθε ημέρα φυλακίσεως σε τέσσερα και σαράντα λεπτά (4,40) ευρώ, καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 ΠΚ και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 86/1967, σε συνδ. με το άρθρο 378 παρ. 1 ΠΚ, 31 ν.δ. 1160/72, 1 του ν. 362/76 και 26 παρ. 3 α.ν. 1846/51 που κυρώθηκε από τον ν. 2113/52 και τα άρθρα 16 παρ. 1, 2 της υπ' αριθ. 55575/1479 από 18/11.7.1965 απ. Υπ. Εργασίας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 67043/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - ωσεί παρών ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ..., καθώς και της μάρτυρος υπερασπίσεως, ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο άνω ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και, συγκεκριμένα, ότι: ουδέποτε αναμίχθηκε στη διαχείριση και εκπροσώπηση της εργοδότου εταιρείας, ούτε υπέγραψε έγγραφο ή καταγγελία συμβάσεως εργασίας, επίσης, δεν παρέλαβε ή υπέγραψε κλήση εμφανίσεώς του ενώπιον δικαστηρίου, διότι η βιοτεχνία ανήκε στο ..., ο οποίος ήταν ο εργοδότης και, ως τέτοιον, τον θεωρούσαν οι εργαζόμενοι, αυτός δε ήταν ουσιαστικά ο διαχειριστής της ΕΠΕ, αυτός προσλάμβανε και πλήρωνε τους εργαζομένους και αυτός απέλυε τούτους και αυτός κατάρτιζε και υπέγραφε τις περιοδικές προς το ΙΚΑ καταστάσεις προσωπικού. Ανεξάρτητα του ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και αφενός, δεν υποχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει με ειδική μάλιστα αιτιολογία, αφετέρου, δεν υποπίπτει στον αναιρετικό έλεγχο. Δεν αποτελεί δε στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/67, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και επί πόσο χρόνο εργάσθηκαν ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε επίσης οι τακτικές αποδοχές καθενός από αυτούς. Επίσης, για όσα έχουν παραπάνω εκτεθεί, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του, τους οποίους χαρακτηρίζει ως αυτοτελείς, που υπέβαλε στο δικάσαν Δικαστήριο ότι η σχετική διάταξη του α.ν. 86/67 αφορά τα πρόσωπα που πραγματικά και όχι τυπικά ασκούν την διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχειρήσεως και κατά συνέπεια δεν είχε τον απαιτούμενο δόλο. Επομένως, οι άνω Δικαστήριο δεν παρέλειψε να απαντήσει, αφού προς τούτο δεν είχε υποχρέωση. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2529/23.3.2009) αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 67043/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 2213/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κωτσιγιάννη, περί αναιρέσεως της 18597/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 634/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 "Για την επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες, οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή σε χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους ή σε χρηματική ποινή από διακόσιες χιλιάδες (200.000) μέχρι δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο δε 22 του ν. 1577/1985 αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας είτε καθ' υπέρβασή της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συνάγεται ότι ο δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ήτοι είτε από δόλο είτε από αμέλεια υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μια από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολεύς, μηχανικός, μελετητής, εργολάβος). Ο προσδιορισμός της αξίας του αυθαιρέτου έργου και ο τυχόν υπάρχων βαθμός υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο, αποτελούν στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά την επιμέτρηση κάθε μιας από τις απειλούμενες διαζευκτικώς στην άνω διάταξη ποινές. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νόμιμες σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η επιβαλλόμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς, εκείνοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, που πρέπει να έχει προβληθεί νομοτύπως και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ενώ η μη απάντηση σε τέτοιο ισχυρισμό αλλά η απόρριψή του σιγή συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. που ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Β Κ.Ποιν.Δ. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι'αυτό το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 18597/4.3.2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έγιναν δεκτά κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (κατάθεση μάρτυρα υπερασπίσεως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που επίσης αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι στη ... στις 21.2.2003 με πρόθεση προέβη ως ιδιοκτήτρια στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος ήτοι με την ιδιότητά της αυτή προέβη στην κατασκευή κλειστού στεγαστικού χώρου, στην πρασιά του καταστήματός της, χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Λαμβανομένων ωστόσο υπόψη των εν γένει προσωπικών οικονομικών και οικογενειακών της συνθηκών αναγνωρίσθηκε στην εκκαλούσα - κατηγορουμένη το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων από το άρθρο 84 παρ. 2β του Π.Κ.". Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα κήρυξε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών την κατηγορουμένη ένοχο της αποδιδόμενης σ'αυτή παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 1, 8 του ν. 1337/1983 από πρόθεση και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης της από πρόθεση ανεγέρσεως αυθαιρέτου κτίσματος για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν αυτά τα περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόσθηκαν (26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ. και 17 παρ. 8 ν. 1337/1983) και τις οποίες ορθώς εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προσβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις παρατηρείται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ρητώς κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση του περιεχομένου και η αξιολόγηση της κατάθεσης του μάρτυρα ή των υπολοίπων αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατ' έφεση επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο συνήγορος που εκπροσώπησε την ήδη αναιρεσείουσα στη δίκη εκείνη υπέβαλε προς καταχώρηση στα πρακτικά γραπτό σημείωμα που να περιείχε αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και σε προφορική ανάπτυξη των οποίων να προήλθε ο άνω συνήγορός της (Ολ. Α.Π. 2/2005) για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Αναφέρεται στα άνω πρακτικά της κατ' έφεση δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης αφού έλαβε τον λόγο μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής της κατηγορουμένης ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την αθώωσή της. Εξ άλλου ο ισχυρισμός που φέρεται ότι προβλήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσώπησε την κατηγορουμένη στην κατ' έφεση δίκη και κατά τον οποίο δεν προέβη η ίδια στην κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος αλλά ο αδελφός της ΑΑ, που ήταν συνιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του καταστήματος και λειτουργούσε την στεγαζόμενη σε αυτό επιχείρηση δεν είχε αυτοτελή υπόσταση και προβλήθηκε προς απόκρουση της κατηγορίας που βάρυνε την ήδη αναιρεσείουσα με την επίκληση της αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλου προσώπου. Ο ισχυρισμός αυτός ως αποτελών άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και επομένως της κατηγορίας δεν ήταν αυτοτελώς με την πιο πάνω έννοια και το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη αιτιολογίας για τις άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997 "αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι, κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να ελέγξει και χωρίς αίτημα την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε την αναιρεσείουσα για την άνω πράξη στην προαναφερθείσα ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών την οποία στη συνέχεια μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ανά ημέρα αν και η άνω στερητική της ελευθερίας ποινή ήταν κατώτερη των δύο ετών. Παρέλειψε, εν τούτοις, το δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής ή μη της εκτελέσεως της ποινής αυτής η οποία είναι κατώτερη του ορίου των δύο ετών, ώστε να προκύψουν τα προς θεμελίωσή της τυχόν απορριπτικής κρίσεώς του πραγματικά περιστατικά. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, οπότε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξη αυτής και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δικάσανε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 18597/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη διάταξή της για την μετατροπή της ποινής της καταδικασθείσης αναιρεσείουσας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ανωτέρω δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους από τους δικαστές που την δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο περί ενοχής της αναιρεσείουσας για παράβαση του άρθρου 17 § 8 Ν.1337/1983 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 § 13 Ν. 2242/1994, αφού εκτίθενται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς της τελεσθείσης αξιόποινης πράξης και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε το δικαστήριο για τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Αναίρεση της αποφάσεως κατά το μέρος περί της ποινής που επιβλήθηκε και ήταν μικρότερη της φυλάκισης δύο ετών διότι καθ' υπέρβαση της εξουσίας τους το δικαστήριο δεν ερεύνησε αυτεπάγγελτα αν έπρεπε να ανασταλεί η επιβληθείσα ποινή (ΠΚ 99) αλλά την μετέτρεψε σε χρηματική.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
Αριθμός 2217/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου), Ιωάννη Γιαννακόπουλου και Ανδρέα Ξένου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη, για αναίρεση της 1974/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2008, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2009/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. Β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο που είναι στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμος, με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ. (ήδη 2.900 ευρώ έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος εκτός των άλλων, πωλεί αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους 513 του Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητος των ναρκωτικών στον αγοραστή που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Κατά το άρθρο 8 του ιδίου νόμου ο δράστης των παραπάνω πράξεων τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29412-588235 ευρώ αντίστοιχα), αν εκτός των άλλων ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται αντίστοιχα στις διατάξεις του άρθρου 13 εδαφ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει όταν από την επανειλημμένοι τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη. Ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρεί την αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που αποτελεί αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83). Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας, απαιτείται πράξη, την οποία επιχειρεί ο δράστης με το δόλο τελέσεως ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία, αν δεν ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο, οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Ειδικότερα για το έγκλημα της αγοράς και πώλησης ναρκωτικών, για την τέλεση των οποίων απαιτούνται ως προϋποθέσεις η κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ κατάρτιση σχετικής ενοχικής σύμβασης και η κατ' ακολουθίαν αυτής της συμβάσεως μεταβίβασης της κυριότητος της ναρκωτικής ουσίας, από τον πωλητή στον αγοραστή, εάν ο δράστης συλληφθεί τη στιγμή που ετοιμάζεται να παραδώσει ποσότητα ναρκωτικών ουσιών σε έτερο πρόσωπο στοιχειοθετείται μόνον απόπειρα πώλησης ή απόπειρα αγοράς. Στην περίπτωση αυτή αρχή εκτελέσεως αγοραπωλησίας υφίσταται με την έναρξη και πριν την ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας. Μόνη η κατάρτιση συμβάσεως σχετικής με την πώληση των ναρκωτικών με το έτερο πρόσωπο δεν συνιστά αρχή εκτελέσεως του σχετικού εγκλήματος διότι δεν οδηγεί αμέσως σ' αυτό, αφού η σύμβαση είναι υποσχετική, αλλά απαιτείται περαιτέρω υλική ενέργεια που να συνιστά αρχή εκτελέσεως όπως είναι η εκποιητική δικαιοπραξία. Εξάλλου κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 8 εδάφ. α' του ν. 2168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα και πυρομαχικά κλπ", με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή διακοσίων χιλιάδων δραχμών (590 ευρώ) τιμωρείται όποιος καταλαμβάνεται να κατέχει όπλα και λοιπά αντικείμενα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του ιδίου νόμου, χωρίς να έχει άδεια της αρμόδιας αρχής του τόπου της κατοικίας του. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' του ν. 2168/1993 όπλο θεωρείται μηχάνημα το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο εκτοξεύει βλήμα ή .... και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο .... και κατά την περ. 5 της αυτής παραγράφου του άνω άρθρου πυρομαχικά είναι τα πάσης φύσεως εφόδια βολής, ιδίως τα φυσίγγια πολεμικών τυφεκίων, αυτομάτων, πυροβόλων.
Εξάλλου η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε τούτο, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντ. και του άρθρου 139 Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες του άρθρου 8 ν. 1729/1987 και του άρθρου 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ και δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων που επιτείνουν την τιμώρηση του δράστη. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν από το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε στο αιτιολογικό του, (για τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του) κατά πλειοψηφία, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η αστυνομία είχε πληροφορία ότι δύο άτομα πρόκειται να μεταφέρουν μεγάλη ποσότητα χαπιών "ΕΚΣΤΑΣΗ" από τη ... και να τα διαθέσουν σε κέντρα διασκεδάσεως σε πολίτες-χρήστες ναρκωτικών. Προς τούτο παρακολουθούσαν δύο άτομα με το όνομα "..." και "...". Από στενή παρακολούθηση του "..." που αποδεικνύεται ότι είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ, ο οποίος διατηρούσε σπίτι στην ... και κυκλοφορούσε με ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW. Τις απογευματινές ώρες της δευτέρας 3-1-2005 και από ώρα 19.30 έως 20.00 έφυγε από το σπίτι του και κατευθύνθηκε στην περιοχή ... όπου είναι το κέντρο διασκεδάσεως "...", στην οδό .... Τότε χωρίς ν α κατεβεί από το αυτοκίνητο πήγε στο αυτοκίνητο ένα άτομο με μαύρα ρούχα, που όπως αποδεικνύεται είναι ο τρίτος των κατηγορουμένων Χ συζήτησαν για 15 λεπτά περίπου και αφού έλαβε άγνωστο πράγμα, το οποίο έβαλε στο σακάκι του έφυγε και επέστρεψε μέσα στο κέντρο διασκεδάσεως, στο οποίο όπως αποδεικνύεται είναι υπεύθυνος λειτουργίας του και αντικαθιστούσε τον ιδιοκτήτη του κέντρου, ο οποίος την περίοδο εκείνη νοσηλευόταν σε νοσοκομείο. Την επομένη ημέρα ο Ζ έφυγε περί ώρα 14.00 από το σπίτι του και λαμβάνοντας μέτρα προφύλαξης χρησιμοποιώντας ΤΑΞΙ πήγε και πάλι στο ως άνω κέντρο διασκεδάσεως φέροντας μαζί του μία μαύρη βαριά τσάντα από πλαστικοποιημένο ύφασμα. Κατά την γενόμενη έφοδο των αστυνομικών κατελήφθη να έχουν τοποθετήσει πάνω σε ένα τραπέζι το περιεχόμενο της τσάντας που ήταν δισκία XTC (έκσταση) και καταμετρήθηκαν και βρέθηκαν 15.960. Ο δε Ζ φώναξε, μόλις αντιλήφθηκε την αστυνομία "μας πιάσανε". Μετά από έρευνα στο σπίτι του Χ όπου έμενε με τη Ξ και τη Θ βρέθηκαν, μετά από έλεγχο ποσότητες ναρκωτικών και δη ακατέργαστη κάνναβη συνολικού βάρους 4 κιλών και 120 γραμμαρίων την κατοχή των οποίων είχε όμως μόνο ο Χ και όχι η Θ, που δεν γνώριζε την ύπαρξη αυτών, τα οποία είχε επιμελώς κρύψει αυτός στο πατάρι. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί αυτή αθώα της άνω πράξεως της κατοχής των 4 κιλών και 120 γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων ..., που κατά τις πληροφορίες της αστυνομίας ήταν ο εγκέφαλος της εισαγωγής και διακίνησης των χαπιών, δεν φαίνεται να είχε καμμία ανάμειξη πλην ενός τηλεφωνήματος προς τον Ζ, που έγινε κατά τη στιγμή της συλλήψεως του τελευταίου. Όμως αυτός την επομένη, όταν συνελήφθη δέχθηκε αμέσως να γίνει έλεγχος στο σπίτι του, όπου δεν βρέθηκε τίποτα, δικαιολόγησε δε το τηλεφώνημα ως έχον σχέση με κάποιο αυτοκίνητο που είχε δώσει στον Ζ, δεν γνώριζε δε καθόλου τον Χ. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και δη μόνο το τηλεφώνημα στο κινητό του Ζ, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ότι ενέχεται αυτός στην αγορά, μεταφορά στην Ελλάδα και διακίνηση με σκοπό την εμπορία των ως άνω χαπιών, ερμηνευομένων των ως άνω αμφιβολιών υπέρ του κατηγορουμένου και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος. Ως προς τον πέμπτο κατηγορούμενο ... αυτός κατελήφθη να έχει μέσα σε συρτάρι του καταστήματος ένα πιστόλι G2 MODEL 75 διαμετρήματος σειράς 36221 με γεμιστήρα φέροντα "φυσίγγια 9 mm. Όμως ο ανωτέρω κατείχε άδεια οπλοφορίας από το έτος 1990 που του είχε χορηγηθεί νομίμως και ανανεωνόταν συνεχώς σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3α του ν. 2168/1993 με τελευταία ανανέωση εκείνη που η ισχύς της έληξε την 16-1-2004, είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση σ' αυτόν ότι καλώς το κατείχε πιστεύοντας ότι η άδεια λήγει στις 16-1-2005 μετά ένα χρόνο και επομένως έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω συνδρομής της προϋπόθεσης της πραγματικής πλάνης. Ενόψει των ανωτέρω το δικαστήριο κρίνει κατά την πλειοψηφούσα άποψη πρέπει να κηρυχθεί ο πρώτος των κατηγορουμένων Ζ ένοχος αγοράς, μεταφοράς, κατοχής, απόπειρας πώλησης των χαπιών και για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος καθόσον το δικαστήριο κατά την ως άνω άποψη δέχεται ότι αυτός είχε προβεί στην αγορά των χαπιών, αφού ο ίδιος είχε σχέση και επαφές με την ... και διαπραγματευόταν την πώληση στον Χ με σκοπό την εμπορία αυτών και την περαιτέρω διάθεση σε ναρκομανείς.... Ο ανωτέρω κρίνεται τοξικομανής αφού από τα σχετικά έγγραφα και την πραγματογνωμοσύνη αυτός δεν μπορεί να αποβάλει την έξη από τα ναρκωτικά κρίνεται όμως ότι δεν είχε μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό (πρέπει δε) να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ που του είχε πρωτοδίκως αναγνωρισθεί και με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει και δη ως ενεργών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό πορισμού εύκολου και σταθερού εισοδήματος και με ροπή σταθερή προς διάπραξη εγκλημάτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία τους. Επίσης πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο τρίτος των κατηγορουμένων της αγοράς της κάνναβης (4 κιλά + 120 γραμ.) κατοχής αυτής, της απόπειρας αγοράς των χαπιών (κατά πλειοψηφία) και της οπλοκατοχής με την ως άνω επιβαρυντική περίσταση και με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ ως του είχε χορηγηθεί πρωτοδίκως, όπως ειδικότερα στο διατακτικό.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτής κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του ότι α)σε μη επακριβής διακριβωθέντα χρόνο οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο πριν τη σύλληψη του (4-1-2005) δεκαήμερο στην ... αγόρασε με σκοπό την εμπορία από άγνωστο στην ανάκριση Αλβανό υπήκοο άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών και συγκεκριμένα ακατέργαστη κάνναβη και πάντως όχι λιγότερη από ακατέργαστη κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 4 κιλών και 120 γραμμαρίων που βρέθηκε στην κατοχή και κατασχέθηκε αντί γνωστού χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος, τουλάχιστον όμως αντί ποσού 500 ευρώ το κιλό, με σκοπό την εμπορία, β)στην ... και εντός της επί της οδού ... κατοικίας των Θ και Ξ, εντός του χρονικού διαστήματος του προ της συλλήψεώς του δεκαημέρου κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης δηλαδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους, με σκοπό την εμπορία άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών και συγκεκριμένα κάνναβης όχι λιγότερες από ακατέργαστη κάνναβη συνολικού βάρους 4 κιλών και 120 γραμμαρίων, που βρέθηκε και κατασχέθηκε συσκευασμένη σε νάϋλον σακούλα την οποία είχε αποκρύψει επιμελώς στο πατάρι της πιο πάνω οικίας, γ)(κατά πλειοψηφία) έχοντας (αυτός) αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της αγοράς ναρκωτικών ουσιών επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του κακουργήματος αυτού και συγκεκριμένα στην ..., εντός του επί της οδού ... κέντρου διασκεδάσεως "..." την 4-1-2005, επιχείρησε να αγοράσει από τον συγκατηγορούμενο του Ζ ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή 15960 δισκία ECTASY που περιέχουν την απαγορευμένη ουσία MDMA που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος. Προς τούτο έχοντας προσυμφωνήσει με τον συγκατηγορούμενο του να αγοράσει την παραπάνω ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και ως τόπο παραδόσεώς τους το πιο πάνω κατάστημα παρευρίσκονταν εντός αυτού, όταν εισήλθε ο Ζ φέροντας μεθ' εαυτού μαύρη σακούλα εντός της οποίας είχε αποκρύψει τις ναρκωτικές ουσίες και άρχισε την καταμέτρηση τους ενώπιόν του με σκοπό την οριστική παράδοση και ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας. Τότε όμως επενέβησαν οι αστυνομικοί που είχαν θέση σε διακριτική παρακολούθηση το κατάστημα και τους συνέλαβαν ματαιώνοντας την ολοκλήρωση της πράξης της αγοράς ναρκωτικών όχι από δική του θέληση από λόγους ανεξαρτήτως της θελήσεώς του. Το Δικαστήριο δέχεται ότι τις παραπάνω πράξεις οι κατηγορούμενοι τελούν κατ' επάγγελμα δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (εισαγωγής, απόκρυψης, μεταφοράς) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων προκύπτει σκοπός τους για πορισμό σταθερού εισοδήματος και κατά συνήθεια δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους και οι περιστάσεις που τελέσθηκαν μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι καθόσον από τη βαρύτητα των πράξεων, τον τρόπο και συνθήκες τελέσεως τους, το ιδιαίτερα μεγάλο της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών που διακινούσαν προς εμπορία (ζυγαριά ακριβείας), τα αίτια που τους οδήγησαν σ'αυτή μαρτυρείται έντονη αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στρεφομένη ιδιαίτερα κατά της νεότητας. δ)(Ο ήδη αναιρεσείων) στην ... την 4-1-2005 παράνομα κατείχε όπλα και πυρομαχικά χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του και συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, εντός του επί της οδού ... κέντρου διασκεδάσεως με την επωνυμία "..." ιδιοκτησίας του ... στο οποίο εργαζόταν ο ίδιος (Χ) και ειδικότερα με δόλο κατελήφθη να κατέχει εντός του δώματος αυτός, μέσα σε μία ντουλάπα αυτού δύο υποπολυβόλα τύπου KALASNIKOV σπαστού κοντακίου, άγνωστης προελεύσεως, διαμετρήματος των 7,62 mm εκ των οποίων το ένα άνευ αριθμού σειράς και το άλλο με αριθμό σειράς 4681, ένα γεμιστήρα 30 φυσιγγίων, 72 φυσίγγια των 7,62 mm, που είναι όπλα και πυρομαχικά κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 2168/1993 χωρίς νόμιμη προς τούτο άδεια απαιτουμένη από την αστυνομική αρχή του τόπου κατοικίας ή διαμονής του". Καταδίκασε δε το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις πράξεις αυτές μετά την αναγνώριση της αναφερομένης ελαφρυντικής περιστάσεως σε συνολική ποινή κάθειρξη 12 ετών και 4 μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 25.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας όσον αφορά στον αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους και ως προς την τέλεση από αυτόν των πράξεων της αγοράς και κατοχής των τεσσάρων κιλών και 120 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και της απόπειρας αγοράς 15960 δισκίων XTC (ΕΚΣΤΑΣΗ) από μη τοξικομανή και της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων αυτά τα περιστατικά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1 ΠΚ και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α' περ. 6, 22, σε συνδυασμό και με την απόφαση Υπουργών Υγείας Πρόνοιας Κοινωνικών Ασφαλίσεως και Δικαιοσύνης Α6β/9568 Οικ/25.9 - 23.10.1987, 5 παρ. 1 εδαφ. β', ζ' ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και των άρθρων 1 παρ. 1 εδαφ. α, δ καθώς και των αυτεπαγγέλτως παρατιθεμένων κατ' άρθρο 514 εδαφ. δ' Κ.Ποιν.Δ., από τον Άρειο Πάγο παρά το ότι δεν είχαν παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση 7 παράγραφοι 1 και 8 εδαφ. α' του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με παραδοχή δηλαδή αντιφατικών ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι δεν στερείται η απόφαση αυτή νομίμου βάσεως. Ειδικότερα ως προς την πράξη της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για το ότι κατόπιν συμφωνίας του πρώτου κατηγορουμένου με τον αναιρεσείοντα, με την οποία ανέλαβε ο τελευταίος την υποχρέωση να αγοράσει αντί αγνώστου ανταλλάγματος ποσότητα δισκίων που περιείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία MDMA, τα οποία θα παραδίδονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο στον αναιρεσείοντα εντός του καταστήματος κέντρου διασκεδάσεως στην οδό ... στην ..., που είχε καθορισθεί ως τόπος συνάντησης των προς παράδοση αυτών των ναρκωτικών ουσιών, επιχειρήθηκε πράξη που συνιστούσε αρχή εκτελέσεως της εκποιητικής δικαιοπραξίας και ήταν η έναρξη καταμέτρησης των από τον αναιρεσείοντα ύστερα από την τοποθέτηση πάνω σε τραπέζι εντός του κέντρου διασκέδασης από τον πρώτο των κατηγορουμένων των συσκευασιών με τα δισκία XTC (έκσταση) που τα είχε βγάλει από την υφασμάτινη τσάντα μέσα στην οποία τα είχε φέρει ο ίδιος κατηγορούμενος στο άνω κατάστημα και την ολοκλήρωση της συναλλαγής για τα οποία επενέβησαν και διέκοψαν οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του πρώτου των κατηγορουμένων. Δεν ήταν απαραίτητο για την στοιχειοθέτηση της πράξεως της αγοράς αυτών των ναρκωτικών ουσιών σε απόπειρα και την συνακόλουθη αιτιολογία της καταδικαστικής γι' αυτήν αποφάσεως να αναφέρονται επιπλέον στοιχεία όπως η σύναψη οριστικής ενοχικής συμβάσεως σχετικά με την πώληση αυτών των ναρκωτικών αντί συγκεκριμένου τιμήματος διότι δεν οδηγεί αυτή αμέσως στην τέλεση του εγκλήματος της αγοράς των ναρκωτικών αλλά για την συντέλεση της συμβάσεως αγοραπωλησίας απαιτείται η μεταβίβαση της κυριότητας από τον πωλητή στον αγοραστή που γίνεται με την παραλαβή ορισμένης ποσότητος ναρκωτικών από τον τελευταίο αντί συμφωνηθέντος ανταλλάγματος το ύψος του οποίου δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θεωρήθηκε ότι οι παραπάνω μη ολοκληρωθείσες λόγω της επεμβάσεως των αστυνομικών που τους συνέλαβαν ενέργειες του αναιρεσείοντος σχετικά με την καταμέτρηση προς παραλαβή από τον ίδιο στις 4/1/2005 εντός του άνω κέντρου διασκεδάσεως των 15960 δισκίων XTC από τον συγκατηγορούμενό του Ζ που τα έφερε για να του τα μεταβιβάσει αποτελούσαν μη τιμωρητές προπαρασκευαστικές πράξεις στα πλαίσια μεταξύ των διαπραγματεύσεων, όσα δε αναφέρονται στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως για το ότι διαπραγματευόταν ο έτερος των κατηγορουμένων Ζ την πώληση των παραπάνω δισκίων με αυτή την ναρκωτική ουσία αναφέρονται σε όσα είχαν διαμειφθεί σε προγενέστερη ημερομηνία μεταξύ των και δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε ως προς την ορθή ερμηνεία και υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 Π.Κ και 5 παρ. 1 εδαφ. β' του ν. 1729/1987 που εφάρμοσε σε σχέση με την πράξη της απόπειρας αγοράς απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Επίσης ως προς την πράξη της παράνομης κατανομής όπλων και πυρομαχικών αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα από την εκτίμηση των οποίων οδηγήθηκε στην παραδοχή ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο εν λόγω κατηγορούμενος και για την άνω πράξη όπως ειδικότερα αναφερόταν στο διατακτικό και στο σκέλος αυτό της απόφασης το οποίο είναι λεπτομερές εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κατοχής όπλων και πυρομαχικών άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής από τον κηρυχθέντα ένοχο και καταδικασθέντα ως δράστη αυτού αναιρεσείοντα. Επομένως, στο πόρισμα της αποφάσεως του άνω δικαστηρίου της ουσίας, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος περιέχονται εκείνα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε με την αιτιολογία που επιβαλλόταν την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την άνω πράξη και δεν διαπιστώνονται ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να εμποδίζουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου όσα δε υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την παράνομη κατοχή από αυτόν όπλων και πυρομαχικών από το ότι τα περισσότερα από τα πραγματικά περιστατικά για την άνω πράξη εξειδικεύονται στο διατακτικό της δεν είναι βάσιμα και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Ως προς την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων που συνιστούν αγορά και κατοχή ινδικής κάνναβης και απόπειρας αγοράς δισκίων με ναρκωτική ουσία του πίνακα Α αριθμ. 22 του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 1729/1987 για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ως δράστης ιδιαίτερα επικίνδυνος από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τα περιστατικά που αποδείχθηκαν όπως εκτίθενται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με τα παρατιθέμενα στο διατακτικό, διαπιστώνεται ότι εκτός από την αναφορά των τυπικών στοιχείων των νομικών διατάξεων που προβλέπουν αυτές τις επιβαρυντικές περιστάσεις γίνεται έκθεση με σαφήνεια και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή υπαγωγή της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά την τέλεση αυτών των παραβάσεων νόμου περί ναρκωτικών στις νομικές έννοιες των άνω επιβαρυντικών περιστάσεων. Κατά τις άνω παραδοχές εντός του δεκαημέρου πριν από τη σύλληψη τους αγόρασε ο αναιρεσείων από άγνωστο Αλβανό άγνωστες ποσότητες ινδικής κάνναβης προς εμπορία που ήταν σημαντικές και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα 4 κιλά και 120 γραμμάρια που βρέθηκαν στην κατοχή του και τα είχε αποκρύψει στο πατάρι της κατοικίας της γυναίκας με την οποία αυτό έμενε μαζί χωρίς να το γνωρίζει η συνδεομένη με αυτόν γυναίκα και η συγκατοικούσα στην ίδια οικία Θ. Επιπλέον ο αναιρεσείων στις 4-1-2004 επιχείρησε να αγοράσει μεγάλη ποσότητα δισκίων με την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη (MDMA) από τον συγκατηγορούμενο του Ζ κατανεμημένα σε περισσότερα από ένα νάϋλον σακουλάκια. Ορθώς επομένως από το δικαστήριο της ουσίας έγινε δεκτό με βάση τα αναφερόμενα ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα ότι ο αναιρεσείων ήταν άτομο που σχετιζόταν με άτομα που διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες προς εμπορία και ότι είχε διαμορφώσει αυτός την υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αγοράς και κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών που απέκρυπτε και θα είχε υπό την κατοχή του σε διαφορετικούς χώρους σε κάποιον από τους οποίους και ειδικότερα στο κέντρο διασκέδασης του οποίου ήταν υπεύθυνος είχε στην κατοχή του και όπλα καθώς και πυρομαχικά μέχρι την περαιτέρω διάθεση των ναρκωτικών σε άτομα που διακινούσαν και έκαναν χρήση τέτοιων απαγορευμένων ουσιών. Αυτή δε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος έγινε δεκτό ότι από τα περιστατικά που αποδεικνύονταν κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη υπεδήλωνε ότι είχε διαμορφώσει αυτός ως δράστης υποδομή με πρόθεση του για επανειλημμένη και όχι εφάπαξ διάπραξη εκ μέρους του τέτοιων αξιοποίνων κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β', ζ' ν 1729/1987, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο διάστημα πράξεων που αφορούσαν διαφορετικού είδους μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών προς πορισμό σταθερού εισοδήματος και επί πλέον ήταν δηλωτική αυτή η τέλεση περισσοτέρων πράξεων σχετικά με αγορά ναρκωτικών σταθερής ροπής που είχε αυτός αποκτήσει ως προς τη διάπραξη εγκλημάτων σχετικών με τα ναρκωτικά και αποτελούσε χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τα εκτιθέμενα άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία προσδιορίζονταν επαρκώς η βαρύτητα των πράξεων αυτών που συνιστούν παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και οι συνθήκες τέλεσης των πέραν όσων αφορούσαν τον τρόπο δράσεως του συγκατηγορουμένου του και τα αίτια που τον ώθησαν και ήταν ενδεικτικές της τάσεως του αναιρεσείοντος στην διάπραξη παρομοίων εγκλημάτων.
Συνεπώς, και ως προς το σκέλος της σε σχέση με την τέλεση από τον αναιρεσείοντα των άνω παραβάσεων του άρθρου 5 του ν. 1729/1987 με συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 8 του ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 2 παρ. 15 εδ. β' ν. 2479/1997 που επανέφερε την έχουσα απαλειφθεί με το άρθρο 4 παρ. 2 εδαφ. α' ν. 2408/1996 περίπτωση της ενέργειας του παραβάτη του άρθρου 5 υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως για μη αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση συνδρομής αυτών των επιβαρυντικών περιστάσεων. Μετά ταύτα πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 3/12/2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, περί αναιρέσεως της 1974/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη λόγου αναιρέσεως κατηγορουμένου που καταδικάσθηκε για αγορά και κατοχή ινδικής κάνναβης και για απόπειρα αγοράς δισκίων XTC για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των παραβάσεων αυτών της νομοθεσίας ναρκωτικών και από δράστη, ιδιαίτερα επικίνδυνο διότι εξετίθεντο σαφώς στην απόφαση πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελίωναν την κρίση του Δικαστηρίου για την υπαγωγή της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατά την τέλεση των άνω πράξεων στις άνω επιβαρυντικές περιστάσεις. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στην απόπειρα αγοράς ναρκωτικών ουσιών καθόσον οι ενέργειες που έγιναν και αφορούσαν την κατόπιν προσυμφωνίας με συγκατηγορούμενο του συνάντηση του τελευταίου με τον αναιρεσείοντα σε τόπο καθορισθέντα από τον ίδιο και την έναρξη καταμέτρησης των συσκευασιών που περιείχαν τα χάπια με XTC ανήκαν στην αρχή εκτελέσεως πράξεων για την εκποιητική δικαιοπραξία και δεν αποτέλεσαν μη τιμωρητέες προπαρασκευαστικές πράξεις. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για κατοχή όπλων και πυρομαχικών, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας όπως περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό περιλαμβάνονταν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στήριξε το δικαστήριο την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Απόπειρα, Οπλοκατοχή.
| 0
|
Αριθμός 2217/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α) Οικονομίας και Οικονομικών και β) Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μαργώνη.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων με την επωνυμία "ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος αυτού ..., ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ευάγγελο Πανταζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1891/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου και 5ου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη (ως αλυσιτελούς) του έκτου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως. Επικουρικώς (και δη για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι οι πέντε πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι) εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του έκτου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως, την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και το βάσιμο των λόγων αυτής προσκομίζεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η 1577/2007 θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, που ισχύουν με τις εκκρεμείς δίκες και μετά το ν. 3790/2009. Το επαγγελματικό σωματείο µε την επωνυμία "ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, µε το από 31-10-2008 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31-10-2008 και επιδόθηκε στους αρχικούς διαδίκους στις 7-11-2008, πρόσθετη παρέµβαση υπέρ των αναιρεσίβλητης, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεµβάσεως η δικάσιμος της 18-11-2008, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ.2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3189/2003 παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον
του Αρείου Πάγου, αφού το παρεµβαίνον, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο εργαζομένων και μέλος του είναι η αναιρεσίβλητη, υπέρ της οποίας έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση. Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του ΠΔ 98/2000,συνάγεται ότι καταργείται το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (ΕΤΜΟΑ) και όλες οι δραστηριότητες αυτού, πλην εκείνων που σχετίζονται με τη διεύθυνση, συντήρηση και εκμετάλλευση του Άλσους Πεδίου του Άρεως, του Άλσους που περιβάλλει το Βυζαντινό Μουσείο και του
Αττικού
Άλσους, που μεταφέρονται στη διευρυμένη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς, ασκούνται από τη Δ.Κ.Ε.Σ.Ο./Γ.Γ.Δ.Ε./Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, το δε μόνιμο προσωπικό και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρεται αυτοδικαίως στη Γ.Γ.Δ.Ε/Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, με ταυτόχρονη μεταφορά των αντιστοίχων θέσεων. Όλες οι παραπάνω θέσεις είναι προσωρινές και καταργούνται μόλις κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Το μόνιμο προσωπικό εντάσσεται σε αντίστοιχους κλάδους και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν συστήνονται με την απόφαση µεταφοράς. Κατά δε το άρθρο 5 του ως άνω ΠΔ, η ισχύς του αρχίζει από τη δηµοσίευση του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 15-3-2000.Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι στην περίπτωση µεταφοράς του προσωπικού του ως άνω ΝΠΔΔ στη Γ.Γ.Δ.Ε./Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., εχώρησε εκ του νόµου µεταβολή του προσώπου του εργοδότη του μεταφερόμενου προσωπικού και η αυτόματη και υποχρεωτική μεταβίβαση σε αυτόν από (ημερομηνία μεταφοράς) στο σύνολο τους αμεταβλήτων των εργασιακών σχέσεων των μεταφερομένων υπαλλήλων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο μεταφοράς τους(15-3-2000). Η εν λόγω μεταβίβαση αφορά όλους τους όρους εργασίας, τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει οι µεταφερόµενοι, ανεξαρτήτως προελεύσεώς τους (νόµος, Ε.Σ.Σ.Ε,Δ.Α., Κανονισμός) και το καθεστώς επιδομάτων και μισθού, όπως αυτό (μισθολογικό καθεστώς), είχε διαμορφωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (15-3-2000). Εξάλλου α) με την παράγραφο 6 της υπ' αρ. 28/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αρ. 15049/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. τ. Β' 361/24-6-1981) ορίστηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στους μισθωτούς τους οποίους αφορά η εν λόγω διαιτητική απόφαση χορηγούνται ένα δερμάτινο σακάκι ανά τριετία, τύπου βραχείας, δύο χειμερινά παντελόνια τύπου 3 άλφα, ραφ. 75, μαζί με δύο πουλόβερ μάλλινα χρώματος πρασίνου, ετησίως, και δύο δερμάτινα ζεύγη γαντιών ετησίως εσωτερικής γούνας, δύο θερινά παντελόνια, χρώµατος γκρι, τεριλέν, 55/45 ή ντάκρον, µαζί µε δύο υποκάµισα φιλ-α-φιλ σύµµικτα ή βαµβακερά ετησίως, ένα κιλό σαπούνι µηνιαίως Α' ποιότητας, ένα πηλίκιο χειµερινό µε προφυλακτήρα και ένα θερινό µε γείσο ή από ψάθα, καθώς και ένα ευμέγεθες προσόψιο ανά τετράµηνο διαστάσεων 75Χ46 τύπου Ε.Σ., ότι τα ανωτέρω είδη θα πρέπει να παραδίδονται στους µισθωτούς, τα µεν της θερινής περιόδου µέχρι τις 10 Μαίου, τα δε της χειµερινής περιόδου µέχρι τις 10 Οκτωβρίου κάθε έτους η δε παραλαβή και παράδοση θα γίνεται από τη διοίκηση του Σωµατείου µε απόδοση λογαριασµού και ότι, σε περίπτωση αδυναµίας των υποχρέων υπηρεσιών εντός των τακτών προθεσµιών χορηγήσεων των ως άνω ειδών, καταβάλλεται εις ολόκληρον η αξία των ειδών αυτών µε απόδοση λογαριασµού σε χρήµα. Β)Με την υπ' αρ.60/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.16455/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.τ.Β' 475/12-8-1981), ορίστηκε, κατά συµπλήρωση της παρ.6 της ως άνω υπ' αρ. 28/1981 διαιτητικής αποφάσεως ότι στους παραπάνω µισθωτούς χορηγείται και ένα ζεύγος δερµατίνων υποδηµάτων ετησίως. Με την υπ'αρ.69/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.17190/1981 απόφαση του ιδίου Υπουργού (Φ.Ε.Κ.τ.Β'575/17-9-1981), ορίστηκε κατά συµπλήρωση της παρ.6 της ως άνω υπ'αριθµ.28/1981 Δ.Α, ότι στους παραπάνω µισθωτούς χορηγείται και ένα ζεύγος σκαρπινιών δερµατίνων, µε σόλα ραπτή, αδιάβροχα, ετησίως. Δ) Με την υπ'αρ.20/1984 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.12183/1984 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ τ.Β'150/16-3-1984),ορίστηκε και ότι στους παραπάνω µισθωτούς, που απασχολούνται στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ και Ο.Τ.Α (πλην Δήµων Αθηνών και Θεσσαλονίκης) χορηγούνται από 1-1-1984 500 γραµµάρια (1/2) κιλού γάλακτος κάθε ημέρα ή το αντίτιμο αυτού σε χρήμα. Ε)Με την υπ' αρ.96/1985 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.19477/1985 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ τ.Β'693/19-11-1985),ορίστηκε και ότι στους παραπάνω υπό το στοιχείο Α' µισθωτούς χορηγείται µία φιάλη γάλακτος 640 γραµµαρίων κάθε ηµέρα ή το αντίτιµο αυτού σε χρήµα. ΣΤ) Με την παρ.6 της υπ'αρ.31/1988 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (αρ. κατάθ. Υπ. Εργασίας 18057/11-11-1988-πράξη καταθέσεως Ειρηνοδικείου Αθηνών 159/2-12-1988) ορίστηκε ότι από την ισχύ της αποφάσεως αυτής (που άρχισε, κατά την παρ.8 της ίδιας αποφάσεως, από 23-3-1988), χορηγούνται και στις εργαζόµενες, που αφορά η εν λόγω απόφαση, δηλαδή σε εκείνες, που απασχολούνται ως δενδροανθοκηπουροί µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Δήµους και Κοινότητες όλης της Χώρας πλην Αθηνών και Θεσσαλονίκης, είδη ενδύσεως (γυναικεία), ανάλογα και αντίστοιχα κατά κατηγορία και ποιότητα προς εκείνα των εργαζομένων ανδρών, στον ίδιο αριθμό και κατά τις ίδιες περιόδους που χορηγούνται στους άνδρες συναδέλφους τους. Ζ)Με την παρ.9 της υπ'αρ.60/1989 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αρ. 19440/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.τ.Β'912/1989), στις διατάξεις της οποίας υπάγονται οι δενδροανθοκηπουροί του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πλην των εργαζομένων στους Δήμους Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ορίστηκε ότι από την ισχύ της αποφάσεως αυτής(που άρχισε, κατά την παρ. 12 της ίδιας αποφάσεως, από 27-4-1989) η χορηγούμενη από την παρ.4 της 96/85 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών ποσότητα γάλακτος αυξάνεται σε ένα λίτρο γάλακτος για κάθε ημέρα εργασίας. Η)Με την παρ.5 της υπ'αρ.6/1995 διαιτητικής απόφασης (πράξη κατ. Υπ. Εργασίας 8/3-5-1995)ορίστηκε ότι "το προβλεπόμενο σε προηγούμενες ρυθμίσεις ως χορηγούμενο ανά τριετία, στους υπαγομένους στην απόφαση αυτή (δενδροανθοκηπουρούς της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης Ελλάδος, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.) δερμάτινο σακάκι, θα χορηγείται εφεξής ανά διετία και στους νεοδιοριζόμενους με την έναρξη της εργασίας τους" Θ) Με το άρθρο 3 της υπ'αριθμ. 35/1997 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν.Ασφ.18/19-6-1997) ορίστηκε ότι "το χορηγούμενο ανά διετία δερμάτινο σακκάκι θα χορηγείται εφεξής ανά έτος με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. I) Με το άρθρο 5 της από 25-8-2000 Συλλογικής Συµβάσεως Εργασίας "για τους όρους αµοιβής και εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ και Ο.Τ.Α", η οποία νόµιµα κατατέθηκε στις 28-8-2000 στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (πρ.κατ.118/28-8-2000)και άρχισε να ισχύει κατά το άρθρο 7 από 1-1-2000,στην οποία υπάγονται κατά το άρθρο 1 οι δενδροανθοκηπουροί που είναι μέλη της δενδροανθοκηπουρικής ένωσης Ελλάδος και απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., και Ο.Τ.Α, ορίστηκε ότι α)χορηγείται σ'αυτούς ένα (1) λίτρο γάλα για κάθε ηµέρα εργασίας και β) εξακολουθούν να χορηγούνται τα είδη ένδυσης και υπόδησης καθώς και το σαπούνι που προβλέπονται από προηγούµενες Σ.Σ.Ε. και Διαιτητικές Αποφάσεις. ΙΑ') Με το άρθρο 3 της υπ'αρ. 40/2001 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφ. 31/21-9-2001), της οποίας η ισχύς άρχισε, κατά το άρθρο 6, από 1-1-2001, ορίστηκε ότι"στους υπαγομένους στην παρούσα μισθωτούς(δηλαδή στους πιο πάνω υπό στοιχείο Η αναφερομένους)χορηγείται ένα(1) λίτρο γάλα για κάθε ημέρα εργασίας" καθώς και ότι "σε περίπτωση αδυναμίας των υποχρέων υπηρεσιών να χορηγήσουν το ως άνω είδος καταβάλλεται η αξία αυτού σε χρήμα". ΙΒ') Με το άρθρο 3 της υπ'αρ.17/2002 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφαλ. 8/2-7-2002), ορίστηκε ότι "κατά τα λοιπά(δηλαδή και για την περίπτωση που ενδιαφέρει εδώ) εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της υπ'αριθ.40/2001 Διαιτητικής Απόφασης και των προηγουµένων συλλογικών ρυθµίσεων εφόσον δεν τροποποιούνται µε την παρούσα". ΙΓ') Με το άρθρο 3 της υπ'αρ. 43/2003 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφαλ. 33/22-7-2003), της οποίας η ισχύς άρχισε κατά το άρθρο 6 από 1-1-2003,ορίστηκε ότι σε περίπτωση αδυναµίας των υποχρέων υπηρεσιών µέσα στις τακτές προθεσµίες να χορηγούνται τα είδη ένδυσης και υπόδησης που προβλέπονται από προηγούµενες συλλογικές ρυθµίσεις και συγκεκριµένα τα µεν της θερινής περιόδου µέχρι 10 Μαΐοu, τα δε χειµερινής περιόδου µέχρι 10 Οκτωβρίου κάθε έτους, καταβάλλεται ολόκληρη η αξία αυτών σε χρήµα µε απόδοση λογαριασµού, εφαρµοζοµένης σε περίπτωση µη συµµόρφωσης και της διάταξης του άρθρου 21 του ν.1876/1990, στο δε άρθρο 4 αυτής ότι κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της υπ'αρ.17/2002 Δ.Α και των προηγουµένων συλλογικών ρυθµίσεων εφόσον δεν τροποποιούνται µε την παρούσα. Ενόψει τούτων οι δενδροανθοκηπουροί, που κατά το ενδιαφέρον ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2003, απασχολούνται µε την ιδιότητά τους αυτή µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο δικαιούνται τα είδη ενδύσεως και υποδήσεως, καθώς και ποσότητες γάλακτος, σαπουνιού και τα προσόψια που χορηγούνταν σ'αυτούς κατά τις ως άνω συνδυασμένες διατάξεις Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. κατά τον εν λόγω χρονικό διάστημα, δικαιούμενοι σε περίπτωση αδυναμίας της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν να χορηγήσει τα είδη αυτά, την αξία των σε χρήμα. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν συνάγεται, ούτε από την υπ' αριθ.201543/0022/2-3-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών και του Υφυπουργού Εργασίας, με την οποία ορίστηκε ότι χορηγούνται στο μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Ε.Τ.Μ.Ο.Α., που απασχολείται αποκλειστικά σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές εργασίες σε εξωτερικούς χώρους τα αναφερόμενα είδη ατομικής προστασίας. Αλλ' ούτε και από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.4 του ν.2470/1997, η οποία με την παρ.1 της υπ'αριθ.2026439/3480/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω ν. 2470/1997,επεκτάθηκε,έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997,στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., και με την οποία ορίστηκε ότι πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιανδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του παρόντος, και στην οποία παραπέµπει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 της από 25-8-2000 ΣΣΕ. Και αυτό γιατί η προαναφερόµενη αξίωση για παροχή στους δενδροανθοκηπουρούς, που απασχολούνταν υπό την ιδιότητά τους αυτή µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, των ως άνω ειδών δεν περιλαµβανόταν στα λοιπά επιδόµατα, αµοιβές και αποζηµιώσεις που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που ενέπιπταν στις διατάξεις του ν.2470/1997 κατά την έναρξη της ισχύος, αφού αποτελούσε ιδιαίτερη και ειδική αξίωση προβλεπόµενη από τις ανωτέρω διατάξεις των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ε και Δ.Α, από τις οποίες ορισµένες µάλιστα είναι µεταγενέστερες του ν.2470/ 1997.Αντιθέτως η ως άνω άποψη, περί εφαρµογής των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ε και Δ.Α στους δενδροανθοκηπουρούς όλης της χώρας που απασχολούνται µε αυτή την ιδιότητα, ως µέλη της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης Ελλάδος, στο Δηµόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ και στους Ο.Τ.Α, µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενισχύεται και από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν.1876/1990,από την οποία προκύπτει ότι µόνο σε αδυναµία υπογραφής συλλογικής σύµβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζοµένων, οι όροι εργασίας καθορίζονται µε κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών και του αρµοδίου Υπουργού, εφόσον πρόκειται για εργαζοµένους στο Δηµόσιο και του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού για εργαζομένους στα Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει στους απασχολουμένους στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την προεκτεθείσα ιδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του), δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 1-2-91 με την ειδικότητα της ανθοκηπουρού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (ΕΤΜΟΑ), το οποίο Ταμείο με το Π.Δ. 98/2000 (ΦΕΚ Α', φύλλο 85/15-3-2000) άρθρο 10 αυτού, καταργήθηκε, το δε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Π.δ. αυτού, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στη ΓΓΔΕ/Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Η ισχύς του Π.δ. αυτού άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλ. από 15-3-2000. Η αναιρεσίβλητη είναι από 11-4-1991 μέλος της ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και την ιδιότητα αυτή διατήρησε μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης. Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω ΠΔ/τος η εφεσίβλητος μεταφέρθηκε στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων (ΓΓΔΕ), σε υπηρεσιακές μονάδες της οποίας υπηρέτησε από 12-1-2000, μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης. Ανέκαθεν, αμειβόταν σύμφωνα με τις σ.σ.ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δενδροανθοκηπουρών των απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.", που εκάστοτε ίσχυαν και που καταρτίζονταν μεταξύ του Δημοσίου και της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης της Ελλάδος, καθώς και σύμφωνα με τις Διαιτητικές αποφάσεις, που ρύθμιζαν σχετικά με τις αμοιβές τους θέματα. Σε εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., το εκκαλούν αποδέχθηκε την υποχρέωσή του να παράσχει στους ανθοκηπουρούς α) ρουχισμό, β) γάλα και γ) είδη υπόδησης και όπου δεν είναι εφικτή η χορήγηση σε είδος να καταβάλλεται το αντίτιμο αυτών σε χρήμα. Έτσι με βάση την από 25-8-2000 Σ.Σ.Ε. η εφεσίβλητη δικαιούται: 1) ένα λίτρο γάλα για κάθε μέρα εργασίας, 2) ένα δερμάτινο σακάκι ανά έτος, 3) δυο χειμερινά παντελόνια, τύπου 3Α, Ραφ (75% μαλλί, 250% πολυεσ.) με δυο μάλλινα πουλόβερ, χρώματος πρασίνου ετησίως και δυο ζεύγη γάντια, δερμάτινα εσωτερικής γούνας, καθώς και ένα ζεύγος δερμάτινων υποδημάτων ανά έτος, 4) δυο (2) θερινά παντελόνια χρώματος γκρι, τεριλέν ή ντάκρον, με δύο πουκάμισα φιλ-α-φιλ ή βαμβακερά, ένα ζευγάρι δερμάτινα υποδήματα (σκαρπίνια με σόλα ράφτη, αδιάβροχα) και ένα πηλίκιο θερινό με γείσο ή ψάθινο ανά έτος 5) ένα ευμεγέθους προσόψιο (75Χ46) τύπου Ε.Σ. (βαμβακερό) ανά τετράμηνο και τέλος 6) ένα (1) κιλό σαπούνι μηνιαίως α' ποιότητας. 3/66). Τα είδη ένδυσης και υπόδησης έπρεπε να παραδίδονται κάθε φορά στην εφεσίβλητη, τα μεν της θερινής περιόδου μέχρι 10 Μαΐου, τα δε της χειμερινής μέχρι 10 Οκτωβρίου του ίδιου έτους και σε περίπτωση αδυναμίας των υπόχρεων υπηρεσιών να τα χορηγήσουν μέσα σε τακτές προθεσμίες, έπρεπε να καταβάλλεται η αξία αυτών σε χρήμα με απόδοση λογαριασμού. Από δε 23-3-88 χορηγούνται και στις εργαζόμενες γυναίκες, που αφορά η παραπάνω ΣΣΕ, είδη ενδύσεων γυναικεία ανάλογα και αντίστοιχα, κατά κατηγορία και ποιότητα με εκείνα των ανδρών, στον ίδιο αριθμό και κατά τις ίδιες περιόδους. Έτσι το Πολυµελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, µε βάση τις προαναφερθείσες Σ.Σ.Ε και Δ.Α, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται τα στην προσβαλλοµένη απόφαση ειδικότερα αναφερόµενα είδη ένδυσης και υπόδησης, καθώς και ποσότητες γάλακτος, σαπουνιού και αριθµό προσοψίων, από τα οποία τα είδη ένδυσης και υπόδησης θα έπρεπε να παραδίδονται κάθε φορά σ'αυτήν, τα µεν της θερινής περιόδου µέχρι 10 Μαΐου, τα δε της χειµερινής περιόδου µέχρι 10 Οκτωβρίου κάθε έτους και σε περίπτωση αδυναµίας της υποχρέου Υπηρεσίας να χορηγήσει τα ανωτέρω είδη µέσα στις τακτές προθεσµίες θα έπρεπε να καταβάλλεται η αξία αυτών σε χρήμα με απόδοση λογαριασμού. Το αναιρεσείον δεν χορήγησε στην αναιρεσίβλητη τα ανωτέρω είδη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31/12/2003, αλλ' ούτε και το αντίτιμο αυτών σε χρήμα και έτσι αυτή, με βάση το συνδυασμό των από 1-11-2001 προσφορών των... και ..., τις παραδοχές της υπ' αριθ. 723/2002 συναφούς αποφάσεως, που κατέστη τελεσίδικη με παραίτηση του αναιρεσείοντος από τα ένδικα μέσα και την τιμή που διαμορφώνεται δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.684,10 ευρώ, ως αντίτιμο των στην προσβαλλοµένη απόφαση αναφεροµένων ως άνω ειδών ένδυσης και υπόδησης, καθώς και ποσοτήτων σαπουνιού, γάλακτος και αριθµού προσοψίων για τα προαναφερόµενο χρονικό διάστηµα από 1-1-2001 έως 31-12-2003.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυµελές Πρωτοδικείο µε την προσβαλλοµένη απόφασή ταυ, απέρριψε την έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της υπ'άριθ.270/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, µε την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Κρίνοντας έτσι τα Πολυµελές Πρωταδικείο, δεν παρεβίασε (µε το να µη τις εφαρµόσει) τις ως άνω διατάξεις της υπ'αριθ. 2015043/1485/0022/2-3-1995 Κ.Υ.Α. και ταυ άρθρου 10 παρ. 4 ταυ ν. 2470/1997, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ούτε(με το να τις εφαρμόσει) τις διατάξεις των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. Ειδικότερα δεν παραβίασε και τις τελευταίες, διότι από τις παραδοχές της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη πράγματι απασχολούνταν στην Υπηρεσία του αναιρεσείοντος, όπου υπηρετούσε με την ιδιότητα της δενδροανθοκηπουρού, αφού, μεταξύ των άλλων, δέχεται και ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν μέλος της "ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και ότι αυτή αμοιβόταν σύμφωνα με τις Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δενδροανθοκηπουρών των απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο κλπ. και συνεπώς δικαιούται τα παραπάνω είδη. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και πέμπτος, λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ΣΣΕ και Δ.Α που διέπουν τους όρους αμοιβής των δενδροανθοκηπουρών που είναι μέλη της Δενδροανθοκηπουρικής και απασχολούνται στο Δηµόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ και στους Ο.Τ.Α µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε κατ' αυτού απ' ευθείας αξίωση για καταβολή του αντιτίµου των ανωτέρω παροχών σε είδος, αλλά αντιθέτως υφίσταται αξίωση από
αδικοπραξία κατά των αρµοδίων οργάνων του, εφόσον κριθεί όµως ότι αυτά παρέλειψαν παρανόµως να εφαρµόσουν όσα ορίσθηκαν µε τις παραπάνω Δ.Α. και συµφωνήθηκαν µε τις εκτεθείσες Σ.Σ.Ε. Πλην, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιµος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, αφού από τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. προκύπτει ότι δηµιουργείται αξίωση της αναιρεσίβλητης, ως εργαζοµένης να αξιώσει απ' ευθείας από το αναιρεσείον, ως εργοδότη της, την εκπλήρωση των εν γένει συµβατικών του υποχρεώσεων, µεταξύ των οποίων είναι και οι προεκτεθείσες παροχές σε είδος. Εξ' άλλου, απορριπτέος ως αβάσιµος είναι και ο αναιρετικός λόγος (τρίτος), επίσης από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλοµένη απόφαση η αιτίαση ότι κατ' εσφαλµένη εφαρµογή της υπ'αριθµ.43/2003 Δ.Α., το δευτεροβάθµιο δικαστήριο δέχθηκε το αγωγικό αίτηµα περί καταβολής των ειδών ένδυσης, υπόδησης, των προσοψίων και του σαπουνιού για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2001 έως και 17-7-2003 χρονικό σηµείο (το τελευταίο), κατά το οποίο κατατέθηκε η ως άνω Δ.Α και συνακόλουθα άρχισε η ισχύς της, ενόψει του ότι µέχρι το ως άνω χρονικό σηµείο (17-7-2003), η σχετική αξίωση δεν είχε έρεισµα σε κάποια Σ.Σ.Ε. ή σε κάποια Δ.Α. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση όλων των Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. που αφορούν στους όρους αµοιβής των δενδροανθοκηπουρών που είναι µέλη της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης Ελλάδος και απασχολούνται µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, οι παροχές αυτές σε είδος, και σε περίπτωση αδυναµίας αυτούσιας παράδοσης αυτών το αντίτιµό τους σε χρήµα, προβλέπονταν απ' αυτές, κάθε δε µεταγενέστερη Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. παραπέµπει στην αµέσως προγενέστερη. Τέλος, και ο (τέταρτος) λόγος αναίρεσης, οµοίως από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 K.Πoλ.Δ, µε τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλοµένη απόφαση, για το ότι, κατ' εσφαλµένη εφαρµογή του άρθρου 3 της υπ'αριθµ. 43/2003 ΔΑ έγινε δεκτή η ανωτέρω αξίωση της αναιρεσείουσας, για καταβολή του αντιτίμου της αξίας των ειδών ένδυσης, υπόδησης, του σαπουνιού και των προσοψίων, ανεξαρτήτως αν η αναιρεσίβλητη είχε ή όχι στη διάθεση της τα προσήκοντα παραστατικά της σχετικής δαπάνης στοιχεία, ενόψει του ότι η ως άνω διάταξη(άρθρο 3) ορίζει ότι καταβάλλεται η αξία αυτών των ειδών σε χρήμα με απόδοση λογαριασμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι η ρύθμιση αυτή της παραπάνω ΔΑ(43)2003), επαναλαμβάνεται και σε όλες τις προηγηθείσες ΣΣΕ και ΔΑ, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μεταγενέστερη παραπέμπει στις διατάξεις της αμέσως προγενέστερης, αρχής γενομένης από την υπ' αρ. 28/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αρ.15049/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, στην οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά η καταβολή σε χρήμα του αντιτίμου των ειδών ένδυσης και υπόδησης, με απόδοση λογαριασμού, η οποία όμως θα γίνεται από τη διοίκηση του σωματείου των εργαζομένων και όχι από αυτούς τους ίδιους τους εργαζομένους (βλ. άρθρ. 6 εδ. ι, κ της ως άνω ΔΑ).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ. α, και επομένως κατισχύει αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. α' του ως άνω νόμου, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στα δικαστήρια, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 94 του ίδιου νόμου η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα της παραγραφής, που ισχύει υπέρ του Δημοσίου, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου κοινωνικού δημόσιου συμφέροντος και έτσι ο σχετικός ισχυρισμός ανάγεται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό για παραγραφή των ως άνω απαιτήσεων κατά του Δημοσίου έστω και αν αυτός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέxτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.684,10 ευρώ ως αντίτιμo των στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενων ως άνω ειδών ενδύσεως και υποδήσεως, καθώς και ποσοτήτων γάλακτος και σαπουνιού για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2003.Η ένδικη από 22-12-2003 αγωγή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών αυθημερόν (22-12-2003),όπως αυτό προκύπτει από την κάτω από αυτήν σxετική υπ'αριθ.2139/22-12-2003 πράξη καταθέσεως, συζητήθηκε δε ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου κατ' αντιμωλίαν του αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) στις 26-2-2004.Ενόψει τούτων πράγματι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που αφορούν το αντίτιμο των ως άνω χειμερινών και θερινών ειδών του έτους 2001 (και μόνον του έτους αυτού) υπέκυψαν στην προαναφερόμενη διετή παραγραφή, εφόσον από τη γένεση τους (11 Οκτωβρίου 2000 για τα είδη της στη συνέχεια χειμερινής περιόδου,11 Μαΐου 2001 για τα είδη της θερινής περιόδου του ίδιου έτους και 11 Οκτωβρίου 2001 για τα είδη της στη συνέχεια χειμερινής περιόδου) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (που σε κάθε περίπτωση η άσκηση της οπωσδήποτε ολοκληρώθηκε το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή μέχρι τις 26-2-2004) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών. Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να μη κρίνει και δη αυτεπαγγέλτως με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως παραγεγραμμένες τις αμέσως πιο πάνω αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από 1-1 έως 31-12-2001 παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 94 παρ. 3 του v.2362/1995.Με τον έκτο (και τελευταίo) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να μην κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφαση του και δη αυτεπαγγέλτως ως παραγεγραμμένες τις αμέσως πιο πάνω ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι συνεπώς βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, έστω και αν δεν προτάθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, εφόσον πρόκειται, σύμφωνα με τα παραπάνω, για την εξαιρετική, κατά το άρθρο 562 παρ.2 στοιχ. γ' ΚΠολΔ, περίπτωση ισχυρισμού που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον έκτο λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ. β' ν.3693/1957).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 17-9-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1891/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 31-10-2008 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση.
Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την παραπάνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι δενδροανθοκηπουροί, που κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2003, απασχολήθηκαν με την ιδιότητά τους αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, δικαιούνται τα είδη ενδύσεως και υποδήσεως, καθώς και ποσότητες γάλακτος, σαπουνιού και τα προσόψια που χορηγούνταν σ΄ αυτούς κατά τις συνδυασμένες διατάξεις Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, δικαιούμενοι σε περίπτωση αδυναμίας της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν να χορηγήσει τα είδη αυτά, την αξία των σε χρήμα. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ. Δέχεται λόγο για παραγραφή μέρους της αξίωσης της αναιρεσίβλητης σε βάρος του Δημοσίου, αρχομένη από τότε που γεννήθηκε, αν και ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι η ένσταση αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2214/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αβραμίδη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 51/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 370/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 227/24.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
I) Με την υπ'αριθμ. 6812/13-5-1997 απόφασή του το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά καταδίκασε τον Χ1 σε φυλάκιση 4 ετών (και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών) για παράβαση του άρθρου 79 § 1 ν.5960/33, ήτοι έκδοση ακαλύπτων επιταγών, κατεξακολούθηση και δη των υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ... σε διαταγή της εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ...." (οι 1, 3, 4) και "ΒΟΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΑΕ" (η β), ποσών 600.000, 4.900.000, 7.300.000 και 9.700.000 δραχμών αντίστοιχα, που τέλεσε στις 26-4-93, 4-5-93, 5-5-93 και 6-5-93.
Κατά της άνω απόφασης -που εκδόθηκε ερήμην- άσκησε την υπ'αριθμ. 2072/24-6-97 έφεση -με λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς συγκεκριμένη αιτίαση- την έφεση αυτή απέρριψε το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά ως ανυποστήρικτη με την υπ'αριθμ. 2187/99 απόφασή του. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης -η οποία καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. στις 26-4-99 και επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 13-5-99 και δη στον ίδιο (βλ. το από 13-5-99 αποδεικτικό της επιμελήτριας των δικαστηρίων ...) - άσκησε αυτός στις 24-10-2008 την υπ'αριθμ. 136/2008 αίτηση ακυρώσεως (άρθρο 341 Κ.Ποιν.Δ.), η οποία απερρίφθη από το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την υπ'αριθμ. 17041/24-10-2008 απόφασή του ως εκπρόθεσμη - Η απόφαση αυτή είναι από της εκδόσεώς και δημοσιεύσεως της αμετάκλητη (άρθρο 341 § 2 Κ.Ποιν.Δ.).-Κατά της άνω 2187/97 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο εκκαλών δεν άσκησε κάποιο άλλο ένδικο μέσο και δη αναίρεση, αλλ'ούτε και εισαγγελέας.
-Να σημειωθεί εδώ ότι η άνω επιβληθείσα ποινή μετατράπηκε ήδη σε χρηματική ποινή με την υπ'αριθμ. 18246/2008 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατ'εφαρμογή του άρθρου 16 ν.3727/2008-'Ηδη ο ανωτέρω άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά στις 21-11-2008 δια πληρεξουσίου (και δη του Ιωάννη Αβραμίδη με βάση την από 27-10-2008 εξουσιοδότηση, στην οποία το γνήσιο της υπογραφής του βεβαιώνεται από δικηγόρο) την από 19-11-2008 αίτηση επανάληψης της σε βάρος ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την ρηθείσα καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς προβάλλων νέες αποδείξεις, οι οποίες (όπως ισχυρίζεται) ανακαλύφθησαν μετά το αμετάκλητο της καταδίκης του και δια την .../5-11-2008 ένορκη κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ......" Ν1 και την .../18-11-2008 ένορκη κατάθεση του Ν2 - που δόθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά 'Αννας Καλίτση-Παναγοπούλου από τις οποίες προκύπτει -κατά τον αιτούντα- ότι είχε από Μαρτίου 1997 (τις 1,3,4) και από Ιανουαρίου 1997 (την 2) -ήτοι προ της εκδόσεως της καταδικαστικής απόφασης- εξοφλήσει τις ρηθείσες επιταγές.
Να σημειωθεί εδώ ότι ρητά στην άνω αίτηση γίνεται αναφορά ότι ο αιτών είχε εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τις επίδικες επιταγές. 'Ετσι ισχυρίστηκε ότι καταδικάστηκε άδικα ενώ ήταν αθώος.
Το συμβούλιο Εφετών Πειραιά (ως αρμόδιο) με το υπ'αριθμ. 51/2-2-2009 βούλευμά του απέρριψε την άνω αίτηση ως αβάσιμη και δη δέχθηκε ότι:
"ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία αποδεικνύοντα την εξόφληση των επιταγών μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή τους, τις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας Καλλίτση-Παναγοπούλου υπ'αριθμ. .../5-11-2008 και .../18-11-2008 ένορκες βεβαιώσεις των Ν1 και Ν2 αντίστοιχα. Ειδικότερα στην πρώτη εξ'αυτών ο Ν1, ως διαχειριστής, κατά δήλωση του, τόσο κατά τον επίμαχο χρόνο ( 1997) όσο και μέχρι σήμερα, της κομίστριας των 1ης, 2ης και 4ης επιταγών εταιρείας με την επωνυμία " ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΩΝ ΕΠΕ ", βεβαιώνει ότι ο αιτών έχει εξοφλήσει αυτές ολοσχερώς από 26-3-1997, ενώ στην δεύτερη ο Ν2, φίλος του αιτούντος, βεβαιώνει ότι ο τελευταίος εξόφλησε την 2η επιταγή της κομίστριας εταιρείας με την επωνυμία " ΒΟΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ" τον Ιανουάριο του έτους 1997 και τις λοιπές της προαναφερόμενης εταιρείας τον Μάρτιο του έτους 1997. Κατ'αρχή και σε σχέση με την ιδιότητα του Ν1 ως διαχειριστή της εταιρείας " ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΕΠΕ" κατά το έτος 1997 πρέπει να λεχθεί ότι από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον αιτούντα υπ'αριθμ. ...συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Βαμπούλη- Βέλλη, που περιέχει την τελευταία τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού της, σε συνδυασμό και με το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι η διάρκεια της εταιρείας έληγε στις 31-12-1996 (άρθρ. 4ο), ομοίως δε και ο διορισμός του ανωτέρω διαχειριστή της ( αρθρ. 18°), χωρίς να αποδεικνύεται από άλλο στοιχείο η προβλεπόμενη με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων παράταση της. Περαιτέρω οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είναι εμφανή, κατά την κρίση του Συμβουλίου, ότι αποβλέπουν στην απεμπλοκή του αιτούντος από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη για την ανωτέρω πράξη, δεν μπορούν να οδηγήσουν μετά βεβαιότητος στην αποδοχή του ισχυρισμού του ανωτέρω ότι η εξόφληση των επίμαχων επιταγών έλαβε χώρα κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 1997, ήτοι προ της εκδόσεως της υπ'αριθμ. AM 6812/13-5-1997 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αλλά και πριν αυτή καταστεί αμετάκλητη. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή ο αιτών θα είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου και οπωσδήποτε, ενόψει του ύψους και του αμετατρέπτου της επιβληθείσας ποινής, θα είχε αναμφίβολα εμφανισθεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να εκθέσει και αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί εξοφλήσεως, τους οποίους δεν διαλαμβάνει ούτε στο δικόγραφο της από 24-6-1997 εφέσεως του. Τέλος, τόσο οι ανωτέρω Ν1 και Ν2, όσο και ο αιτών ουδέν αναφέρουν περί της τύχης των σωμάτων των επιταγών, ενώ δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο τελευταίος εξόφλησε επιταγές, συνολικού ύψους 21.960.000 δραχμών χωρίς να απαιτήσει την επιστροφή των σωμάτων αυτών ή αντίστοιχη εξοφλητική απόδειξη, ώστε με την προσκομιδή τους στο Δικαστήριο να τύχει εφαρμογής η προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 2408/1996 περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως. Ενόψει των εκτεθέντων, δεν επιβεβαιώνεται η ουσιαστική βασιμότητα των επικαλούμενων από τον αιτούντα λόγων και στοιχείων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη εκ του άρθρου 525 ΚΠΔ αίτηση και να επιβληθούν εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα ( αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ)".
Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον αιτούντα, στις 16-2-2009 (με θυροκόλληση) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 23-2-2009 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του εφετείου Πειραιά την υπ'αριθμ. 1/2009 αναίρεση, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης ότι: Το προσβαλλόμενο βούλευμα Α) στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι α) με το να δεχθεί ότι ο αιτών "θα είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οπωσδήποτε θα είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ενόψει του ύψους και του αμετατρέπτου της επιβληθείσης ποινής για να εκθέσει και αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί εξοφλήσεως τους οποίους δεν διαλαμβάνει ούτε στο δικόγραφο της από 24-6-1997 εφέσεώς του" περιέχει αντιφατική αιτιολογία και "καθιστά ανανεργή τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 σε περίπτωση εκδόσεως ερήμην αποφάσεων κατά τον πρώτο και δεύτερο βαθμό" β) με το να δεχθεί τα αναφερόμενα σε σχέση με την ιδιότητά του Ν1 ως διαχειριστή της εταιρείας Καταναλωτική Κρεάτων ΕΠΕ..... συνιστούν "απλή παράθεση σκέψεων επί εγγράφων χωρίς να οδηγεί σε ένα συμπέρασμα" και συνεπώς δεν συνιστούν αιτιολογία για την απόρριψη της αιτήσεώς του.
γ) με το να δεχθεί αφενός μεν ότι η εξόφληση των επιταγών συνεπάγεται την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως και αφετέρου ότι τούτο το δηλώνει εδώ ο κομιστής, αντιφατικά δεν δέχεται τη βασιμότητα της αιτήσεως και με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι απαιτείται η προσκομιδή των σωμάτων στο δικαστήριο. Β) Με το να δεχθεί ότι βασική προϋπόθεση για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως είναι η προσκομιδή των επιταγών (όχι και με την κατάθεση του τελευταίου κομιστή, όπως εδώ) εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 79 § 3 ν.5960/33 (όπως αντικ. με το άρθρο 4 § 1 ν.2408/96).
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 528 § 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ. κατά του βουλεύματος (=απόφασης) του συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την αίτηση επανάληψης παρέχεται το δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατ'αυτού κατά τα άρθρα 484, 485 ιδίου κώδικα, ήτοι για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 484 αυτού. 'Ετσι λόγοι αναίρεσης είναι εδώ και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (βλ. και ΑΠ 706/2005, ΑΠ 1708/2004, ΑΠ 528/2004 κ.α.) και η εσφαλμένη εφαρμογή - ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφάρμοσε -ερμήνευσε το προσβαλλόμενο βούλευμα (βλ. και ΑΠ 661/97 κ.α.).
'Όμως, όπως και στο άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ., έτσι και εδώ (αφού πρόκειται για αναίρεση) δεν συνιστά λόγον αναίρεσης του άνω βουλεύματος η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη των επικαλούμενων νέων γεγονότων - αποδείξεων (σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες αποδείξεις) ότι αυτά δεν αναιρούν την ενοχή του αιτούντος, αφού πρόκειται για κρίση περί πράγματος που δεν ελέγχεται αναιρετικά (βλ. και ΑΠ 1353/2002, ΑΠ 132/60, ΑΠ 1295/2003 κ.α.).
Εξ άλλου τα επικαλούμενα νέα γεγονότα-αποδείξεις (σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα) πρέπει να κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος (άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), ήτοι τα νέα γεγονότα-αποδείξεις να πρέπει να κάνουν πρόδηλη την αθωότητα του καταδικασμένου και δη υπό την έννοια ότι θεμελιώνουν, κάποιο λόγο που αίρει το άδικο της πράξης ή τον καταλογισμό αυτής ή εξαλείφουν το αξιόποινο αυτής (βλ. Δαλακούρα- Η επανάληψη της διαδικασίας (2007) σελ. 20-6-7, ΑΠ 483/75 ΠΧρΚΕ 830, ΑΠ 148/77 Π Χρ ΚΖ 566, ΑΠ 1335/83 ΠΧρΛΔ 274 -ειδικά σε σχέση με λόγο που εξαλείφει το αξιόποινο). Πρέπει δηλ. prima facie το νέο γεγονός-απόδειξη να κατατείνει ή συντείνει στην αθώωση με την ανωτέρω έννοια του καταδικασθέντος και μετά γίνεται έλεγχος της προσφορότητας αυτού στο συγκεκριμένο επίπεδο (βλ. και Δαλακούρα ο.π σελ. 240) αφού εάν δεν συντρέχει η πρώτη περίπτωση είναι χωρίς νόημα η περαιτέρω έρευνα (πρβλ ΑΠ 703/82 ΠΧρΛΓ 125 κ.α.).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 79 § 3 ν.5960/33 -όπως ισχύει μετά το άρθρο 4 ν.2408/96-"το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Από την άνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου δεν αρκεί μόνη η πληρωμή της επιταγής αλλ' απαιτείται η "πλήρης αποζημίωση" του κομιστή (βλ. ΑΠ 683/2007, ΑΠ 1315/2001 Ποινικός Λόγος 2001 σελ. 1818, ΑΠ 1231/2005, Ποινικός Λόγος 2005 σελ. 1147, ΑΠ 1853/2001 Ποινικός λόγος 2001 σελ. 2356, ΑΠ 2047/2002, ΑΠ 2420/2003 Μάρκου -ΔΕΕ 1998 σελ. 349 επ, ΑΠ 739/90, ΑΠ 718/97 κα). Με άλλες λέξεις η πληρωμή της επιταγής δεν ταυτίζεται με την πλήρη αποζημίωση την οποία απαιτεί το άρθρο 79 § 3 ν.5960/33 για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της § 1, ήτοι της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (βλ. ad hoc ΑΠ 688/2004).
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι αβάσιμη και απαράδεκτη και δη διότι οι αναφερόμενοι λόγοι που συνιστούν την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων -αφετέρου ούτε καν συνιστούν την αναφερόμενη έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας- η δε υπό στοιχείο γ' αιτίαση- όπως και η αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής- ερμηνείας του άρθρου 4 § 1 ν. 2408/96 στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού το συμβούλιο εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν δέχεται αυτά που αναφέρει ο αναιρεσείων και δη ότι τούτο απαιτεί την προσκόμιση των σωμάτων των επιδίκων επιταγών για την εφαρμογή του άνω άρθρου αλλά τούτο απορρίπτει ως αβάσιμο , επί της ουσίας δηλαδή τον ισχυρισμό του αιτούντος περί εξοφλήσεως των επιδίκων επιταγών και διότι δεν προσκόμισε τα σώματα αυτών, ήτοι όχι μόνο επειδή δεν προσκόμισε τα σώματα αλλά και γι'αυτό. 'Όμως, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος -463 Κ.Ποιν.Δ. αφού και αν ήθελε γίνει δεκτόν ότι ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν βάσιμος και πάλιν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 525 § 1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αφού το νέο τούτο γεγονός -απόδειξη δεν συνεπάγεται την αθώωση αυτού κατά το άρθρο 79 § 3 ν.5960/33, το οποίο απαιτεί "πλήρη αποζημίωση" και όχι μόνο εξόφληση των επιταγών -πράγμα που και μόνο επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/2009 αναίρεση του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 51/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος αυτού.
Αθήνα 6 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες τέσσερις περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και "η μετά την οριστική καταδίκη του, αποκάλυψη νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότων ή αποδείξεων, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 528 παρ. 1 εδ. α' και γ' του ΚΠοινΔ, "αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα... κατά της απόφασης του Συμβουλίου των Εφετών, επιτρέπεται αναίρεση στον Εισαγγελέα και τον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι εκείνος, του οποίου η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών, έχει δικαίωμα αναιρέσεως, για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, επομένως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει δε έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας του βουλεύματος, με το οποίο απορρίπτεται η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, εκ της οποίας (ελλείψεως) ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν περιέχονται σ' αυτό, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως από το Δικαστικό Συμβούλιο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο κατέληξε στην απορριπτική του κρίση. Όμως, δε συνιστά λόγο αναιρέσεως του άνω βουλεύματος η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη των επικαλουμένων νέων γεγονότων - αποδείξεων, ότι αυτές, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες αποδείξεις, δεν αναιρούν την ενοχή του αιτούντος, ούτε συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, αφού πρόκειται για κρίση περί πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.3 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του δια του άρθρου 4 του ν. 2408/1996, "το αξιόποινο της πράξεως της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και την αθώωση του εκδότη κατηγορουμένου, δεν αρκεί μόνη η πληρωμή της επιταγής, αλλά απαιτείται η "πλήρης αποζημίωση" του κομιστή. Δηλαδή η πλήρης αποζημίωση που απαιτεί ο νόμος, δεν ταυτίζεται με την πληρωμή ή εξόφληση των επιταγών, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνεται την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή ή εξόφληση της επιταγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 51/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, απορρίφθηκε η από 19-11-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 6812/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη και με την οποία ο αιτών είχε καταδικαστεί, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών. Η επανάληψη της διαδικασίας είχε ζητηθεί, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, για αποκάλυψη μετά την οριστική καταδίκη του αιτούντος, νέων άγνωστων στο δικαστή που τον είχε καταδικάσει γεγονότων ή αποδείξεων, τα οποία μόνα τους και σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, έκαναν φανερό ότι είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο και αυτός (αιτών) έπρεπε να κηρυχθεί αθώος. Ειδικότερα ο αιτών είχε καταδικαστεί ερήμην, με την αναφερόμενη παραπάνω απόφαση, γιατί στην Αθήνα και στον Πειραιά στις 20-4-1993, 29-4-1993, 29-4-1993 και 30-4-1993, εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ...τραπεζικές επιταγές ποσού 600.000 δρχ., 4.300.000 δρχ., 7.300.000 δρχ. και 9.700.000 δρχ. αντίστοιχα, πληρωτέες από την INTERBANK 0005, σε διαταγή της εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΩΝ ΕΠΕ" τις από αυτές 1η, 3η και 4η και σε διαταγή της εταιρείας "ΒΟΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ", τη 2η επιταγή, επιταγές οι οποίες αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα, στις 26-4-1993, 4-5-1993, 5-5-1993 και 6-5-1993 αντίστοιχα στην ανωτέρω πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρύσματος στο λογαριασμό του εκδότη. Με την 2187/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ασκηθείσα έφεση του άνω καταδικασθέντος απορρίφθηκε ερήμην του ως ανυποστήρικτη, ενώ και αίτησή του περί ακυρώσεως της άνω κατ' έφεση διαδικασίας, απορρίφθηκε με την 7041/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Τα φερόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, που ο καταδικασθείς αιτών είχε επικαλεσθεί, για τη στήριξη της από 19-11-2008 αιτήσεώς του στο Συμβούλιο Εφετών, για επανάληψη της διαδικασίας, ήταν: 1) η υπ' αριθμ. .../5-11-2008 ένορκη βεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου της κομίστριας εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΩΝ ΕΠΕ", Ν1 και 2) η υπ' αριθμ..../18-11-2008 ένορκη βεβαίωση του Ν2, που και οι δύο δόθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου και από τις οποίες προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ότι αυτός καταδικάστηκε άδικα για την έκδοση των παραπάνω τεσσάρων ακάλυπτων επιταγών, αφού προ της καταδίκης του, τις είχε όλες εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς και έτσι, λόγω πλήρους αποζημιώσεως των κομιστών, εξαλείφθηκε κατά το νόμο το αξιόποινο των παραπάνω πράξεών του και θα 'πρεπε να αθωωθεί.
Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε όπως αναφέρθηκε, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 51/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το εξής αιτιολογικό:
Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. ΑΜ 6812/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο αιτών καταδικάσθηκε, ερήμην του, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 79 ν. 5960/1993, 98 ΠΚ) και ειδικότερα για το ότι στην Αθήνα και στον Πειραιά στις 20-4-1993, 29-4-1993, 29-4-1993 και 30-4-1993 εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... επιταγές, ποσού 600.000 δραχ. 1η, 4.300.000 δρχ. η 2η 7.300.000 δρχ. η 3η και 9.700.000 δρχ. η 4η, πληρωτέες από την ΙΝΤΕΚΒΑΝΚ 0005, εις διαταγήν της εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΩΝ ΕΠΕ" οι 1η, 3η και 4η και της εταιρείας "ΒΟΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ" η 2η, οι οποίες αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως, στις 26-4-1993, 4-5-1993, 5-5-1993 και 6-5-1993 αντίστοιχα, στην ανωτέρω πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρύσματος. Με την υπ' αριθμ. ΒΤ 2187/26-3-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η ασκηθείσα από τον νυν αιτούντα έφεση κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη λόγω της νέας ερημοδικίας του, ακολούθως δε με την υπ' αριθμ. ΑΤ 7041/24-10-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η από 24-10-2008 αίτηση του περί ακυρώσεως κατ'άρθρο 341 ΚΠΔ της διαδικασίας της ανωτέρω υπ' αριθμ. 2187/26-3-1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με συνέπεια να καταστεί μετά ταύτα αμετάκλητη η προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (ΑΜ 6812/1997). Ήδη ο επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία αποδεικνύοντα την εξόφληση των επιταγών μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή τους, τις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας Καλλίτση - Παναγοπούλου υπ' αριθμ. .../5-11-2008 και .../18-11-2008 ένορκες βεβαιώσεις των Ν1 και Ν2 αντίστοιχα. Ειδικότερα στην πρώτη εξ' αυτών ο Ν1, ως διαχειριστής, κατά δήλωση του, τόσο κατά τον επίμαχο χρόνο (1997) όσο και μέχρι σήμερα, της κομίστριας των 1ης, 2ης και 4ης επιταγών εταιρειας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΩΝ ΕΠΕ", βεβαιώνει ότι ο αιτών έχει εξοφλήσει αυτές ολοσχερώς από 26-3-1997, ενώ στην δεύτερη ο Ν2, φίλος του αιτούντος, βεβαιώνει ότι ο τελευταίος εξόφλησε την 2η επιταγή της κομίστριας εταιρείας με την επωνυμία "ΒΟΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ" τον Ιανουάριο του έτους 1997 και τις λοιπές της προαναφερόμενης εταιρείας τον Μάρτιο του έτους 1997. Κατ' αρχή και σε σχέση με την ιδιότητα του Ν1 ως διαχειριστή της εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΕΠΕ" κατά το έτος 1997 πρέπει να λεχθεί ότι από το επικαλούμενο και Προσκομιζόμενο από τον αιτούντα υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Βαμπούλη - Βέλλη, που περιέχει την τελευταία τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού της, σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι η διάρκεια της εταιρείας έληγε στις 31-12-1996 (άρθρ. χωρίς να αποδεικνύεται από άλλο στοιχείο η προβλεπόμενη με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων παράταση της. Περαιτέρω οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είναι εμφανές, κατά την κρίση του Συμβουλίου, ότι αποβλέπουν στην απεμπλοκή του αιτούντος από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη για την ανωτέρω πράξη, δεν μπορούν να οδηγήσουν μετά βεβαιότητος στην αποδοχή του ισχυρισμού του ανωτέρω ότι η εξόφληση των επίμαχων επιταγών έλαβε χώρα κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 1997, ήτοι προ της εκδόσεως της υπ'αριθμ. ΑΜ 6812/13-5-1997 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αλλά και πριν αυτή καταστεί αμετάκλητη. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή ο αιτών θα είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου και οπωσδήποτε, ενόψει του ύψους και του αμετατρέπτου της επιβληθείσας ποινής, θα είχε αναμφίβολα εμφανισθεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να εκθέσει και αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί εξοφλήσεως, τους οποίους δεν διαλαμβάνει ούτε στο δικόγραφο της από 24-6-1997 εφέσεως του. Τέλος, τόσο οι ανωτέρω Ν1 και Ν2, όσο και ο αιτών ουδέν αναφέρουν περί της τύχης των σωμάτων των επιταγών, ενώ δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο τελευταίος εξόφλησε επιταγές, συνολικού ύψους 21.960.000 δραχμών χωρίς να απαιτήσει την επιστροφή των σωμάτων αυτών ή αντίστοιχη εξοφλητική απόδειξη, ώστε με την προσκομιδή τους στο Δικαστήριο να τύχει εφαρμογής η προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 2408/1996 περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως. Ενόψει των εκτεθέντων, δεν επιβεβαιώνεται η ουσιαστική βασιμότητα των επικαλούμενων από τον αιτούντα λόγων και στοιχείων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη εκ του άρθρου 525 ΚΠΔ αίτηση και να επιβληθούν εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ)".
Από την παραπάνω αιτιολογία προκύπτει σαφώς ότι, το Συμβούλιο Εφετών, αποφαίνεται ότι από τα προσκομισθέντα νέα στοιχεία δεν αποδεικνύεται το γεγονός της εξοφλήσεως των τεσσάρων επιταγών για τις οποίες έχει καταδικασθεί αμετακλήτως ο αιτών και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται πλήρης αποζημίωση, που απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 3 του Ν.5960/1933, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως και επομένως, τα όσα υποστηρίζει ο αιτών και τα στοιχεία που προσκόμισε δε συνιστούν "νέες αποδείξεις", άγνωστες στους δικάσαντες δικαστές, από τις οποίες, εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, να καθίσταται πρόδηλη και όχι πιθανή η αθωότητα αυτού λόγω της επικαλούμενης εξάλειψης του αξιοποίνου ή να καταδεικνύεται ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Η αιτιολογία αυτή, που διέλαβε το Συμβούλιο Εφετών στο απορριπτικό της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας βούλευμά του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εμπεριέχει με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε το Συμβούλιο υπόψη του, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε ο αιτών, καθώς και τους συλλογισμούς και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο κατέληξε στην απορριπτική του κρίση.
Ειδικότερα σχετικά με τις μερικότερες αιτιάσεις του αιτούντος, α) αναφέρεται, με επαρκή αιτιολογία, ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, τις δύο ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, δεν προκύπτει πλήρης και ολοσχερής εξόφληση των τεσσάρων ακάλυπτων επιταγών, για τις οποίες καταδικάστηκε, επομένως ούτε και πλήρης αποζημίωση των κομιστριών των επιταγών αυτών δύο εταιρειών, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 3 του Ν.5960/1933, όπως τροπ. με το άρθρο 4 του ν. 2408/1996, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, β) η αναφορά στο αιτιολογικό, ότι οι δύο ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες, ουδέν αναφέρουν περί της τύχης των σωμάτων των επιταγών και ότι δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αιτών έχει εξοφλήσει τις επιταγές, συνολικού ύψους 21.960.000 δρχ., χωρίς να απαιτήσει την επιστροφή των σωμάτων ή αντίστοιχη εξοφλητική απόδειξη, ώστε με την προσκομιδή τους στο δικαστήριο να τύχει εφαρμογής η διάταξη περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνιστά απλή επιχειρηματολογία για στήριξη της κρίσεώς του Συμβουλίου περί μη πλήρους εξοφλήσεως και μη αποζημιώσεως των κομιστριών των ακαλύπτων επιταγών εταιρειών και δε σημαίνει ότι το Συμβούλιο θεώρησε ότι η παραπάνω διάταξη του νόμου, απαιτεί, για την εξάλειψη του αξιοποίνου, αποκλειστικά την προσκόμιση στο δικαστήριο των σωμάτων των εξοφλημένων επιταγών, γ) η αναφορά στο αιτιολογικό, ότι η διάρκεια της κομίστριας των τριών επιταγών εταιρείας "ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΚΡΕΑΤΩΝ ΕΠΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής ο ενόρκως βεβαιώσας την εξόφληση μάρτυρας Ν1, έληγε στις 31-12-1996, χωρίς να αποδεικνύεται παράτασή της, ότι ο έτερος μάρτυρας Ν2, ο οποίος κατέθεσε ότι εξοφλήθηκαν και οι τέσσερις επιταγές, χωρίς προσκόμιση των σωμάτων αυτών, είναι φίλος του αιτούντος (και όχι εκπρόσωπος της άλλης κομίστριας της 2ης επιταγής ανώνυμης εταιρείας), ακόμα δε η αναφορά ότι ο αιτών δεν εμφανίστηκε στο δικάσαν αυτόν πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να εκθέσει και να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί εξοφλήσεως, τον οποίον ούτε στο δικόγραφο της από 24-6-1997 εφέσεώς του διαλαμβάνει, γίνεται αφηγηματικά και δε συνιστούν οι παραπάνω σκέψεις αντιφατική αιτιολογία, ούτε σημαίνουν, ότι το Συμβούλιο δεν ερεύνησε τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αιτούντα έγγραφα στοιχεία των δύο ενόρκων βεβαιώσεων, στα οποία και σαφώς γίνεται πλήρης αναφορά, ανάλυση και εκτίμηση και το Συμβούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά που κατατέθηκαν ενόρκως από τους δύο μάρτυρες, δε μπορούν να το οδηγήσουν μετά βεβαιότητας στην αποδοχή του ισχυρισμού του αιτούντος για εξόφληση των τεσσάρων επίδικων επιταγών, για τις οποίες αυτός έχει καταδικασθεί αμετάκλητα. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' και β' του ΚΠοινΔ, λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. εκθ. 1/23-2 2009 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμό 51/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως αβάσιμος αίτηση αναιρέσεως κατά Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε αίτηση για επανάληψη διαδικασίας. Η πλήρης αποζημίωση που απαιτεί ο νόμος, στο άρθρο 79 § 3 του Ν.5960/1933, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του δια του άρθρου 4 του Ν.2408/1996, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και την αθώωση του εκδότη, δεν ταυτίζεται με την πληρωμή ή εξόφληση των επιταγών, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνεται την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή ή εξόφληση της επιταγής (ΑΠ 699/2004). Απορρίπτει αίτηση.
|
Τραπεζική επιταγή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Επανάληψη διαδικασίας, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 2216/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα, για αναίρεση της 51713/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 21/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ` αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδάφια α` και δ` του ίδιου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα, κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε, και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ` αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της.
Συνεπώς σε περίπτωση επιταγής μεταχρονολογημένης, κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα κεφάλαια στον πληρωτή, είναι και εκείνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού λόγω της φύσης της ως μέσου άμεσης πληρωμής, η μεταχρονολόγηση δεν μεταθέτει την ευθύνη του εκδότη. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο και την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 € ημερησίως, για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς την αιτιολογία, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο εκκαλών - κατηγορούμενος, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς, εξέδωσε στην..., περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2002, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GEOCHIM S.A." της υπ' αριθμ. ..., ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές με ημεροχρονολογίες φερομένης εκδόσεώς τους ..., ... και ...2 αντίστοιχα, για χρηματικό ποσό 19.980,98 ευρώ εκάστη, οι οποίες ήταν πληρωτέες από την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε. (Κατάστημα ...) σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, ενώ γνώριζε κατά τον πιο πάνω χρόνο της πραγματικής εκδόσεως τους ότι δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα για την πληρωμή αυτών. Η γνώση του αυτή συνάγεται από τη μεταχρονολόγηση των επιταγών για χρονικό διάστημα 7-8 μηνών και την μη πληρωμή τούτων. Κατά τον χρόνο επομένως εκείνο, (στον οποίον πρέπει να μεταβληθεί επιτρεπτώς ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, αφού από την μεταβολή αυτή δεν παραλλάσσει η διωχθείσα πράξη, ούτε επηρεάζεται επελθούσα ήδη παραγραφή), δεν διαπιστώνεται ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρίας στην πληρώτρια τράπεζα και επομένως η γνώση του κατηγορουμένου, νομίμου εκπροσώπου τότε της εκδότριας εταιρίας, περί της ανυπαρξίας αυτής στοιχειοθετεί και υποκειμενικά την κατηγορία σε βάρος του. Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός του τελευταίου, κατά το σκέλος του συνιστά άρνηση της υποκειμενικής υπόστασης της ένδικης κατηγορίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το σκέλος του με το οποίο επιχειρείται να προβληθεί πραγματική πλάνη του κατά το μεταγενέστερο χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής των επίδικων επιταγών, αλυσιτελώς προβάλλεται αφού το αδίκημα είχε ήδη τελεσθεί κατά την παραπάνω έκδοση των εν λόγω μεταχρονολογημένων επιταγών ακαλύπτων. Περαιτέρω, η εγκαλούσα εταιρία, ως νόμιμη κομίστρια των ως άνω επιταγών, τις εμφάνισε προς πληρωμή στις ...,... και ... αντίστοιχα, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας προς εμφάνισης τους, οπότε και δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως υπολοίπου (αντικρίσματος), όπως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα που αποτυπώθηκε στο σώμα τους με μηχανικό μέσο. Εξάλλου, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ότι οι επίδικες επιταγές είναι άκυρες για το λόγο ότι έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και δεν φέρουν την ονομασία "επιταγή" στη γλώσσα αυτή ("cheque") δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που αναπτύχθηκαν λεπτομερώς παραπάνω και αφορούν στην απόρριψη του ως άνω συναφούς προβληθέντος ισχυρισμού του περί η νομότυπου υποβολής της εγκλήσεως επειδή δεν προσαρτήθηκε σε αυτήν μετάφραση των επίδικων ξενόγλωσσων κατ' αυτόν (κατηγορούμενο) τίτλων στην ελληνική γλώσσα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο της πιο πάνω πράξης της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση, και, ειδικότερα, του ότι: "στην Αθήνα, κατά τον Μάρτιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (έκδοση ακάλυπτης επιταγής), εξέδωσε με πρόθεση επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν από τον πληρωτή, διότι δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως των επιταγών αλλά και της πληρωμής τους, αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας GEOCHIM S.A., εξέδωσε με πρόθεση: α) Στις ..., την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκ ποσού δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (19990,98-), πληρωτέα, στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (Κατάστημα...), σε διαταγή της εταιρίας MAISANGEVIN, β) στις ..., την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκ ποσού δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (19990,98-), πληρωτέα στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (Κατάστημα ...), σε διαταγή της εταιρίας MAISANGEVIN και γ) στις ..., την υπ' αριθμ.... επιταγή εκ ποσού δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (19990,98-), η οποία ήταν πληρωτέα στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (Κατάστημα ...), σε διαταγή της εταιρίας MAISANGEVIN, οι επιταγές όμως αυτές δεν πληρώθηκαν, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα ούτε κατά το χρόνο εκδόσεώς τους, ούτε κατά την ..., την ... και την ..., οπότε και εμφανίσθηκαν αντίστοιχα εμπρόθεσμα προς πληρωμή από το νόμιμο κομιστή τους. Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της ελλείψεως των αναγκαίων κεφαλαίων προς πληρωμή των επιταγών, κατά τον χρόνο που, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω αναφερομένης εταιρίας, πραγματικά εξέδωσε τις αναφερόμενες εκεί μεταχρονολογημένες τρεις επιταγές, τον οποίο ανελέγκτως δέχθηκε (...), δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι στον λογαριασμό που τηρούνταν στο αναφερόμενο στο σώμα αυτών Κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πραγματικής εκδόσεως των και όλο το χρονικό διάστημα από τότε και μέχρι της επικληθείσης απ αυτόν και μη αμφισβητηθείσης αποχωρήσεως του από το ΔΣ της εταιρίας και της απώλειας της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της (...). Συγκεκριμένα δεν αναφέρει αν προσκομίσθηκε βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας περί της υπάρξεως ή μη στον λογαριασμό αυτό των αναγκαίων προς πληρωμή των τριών επιταγών κεφαλαίων καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, γεγονός με το οποίο συνδέεται άμεσα και το στοιχείο της, κατά την αναφερομένη στην νομική σκέψη έννοια, γνώσεως του κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, περί της ανυπαρξίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, των κεφαλαίων αυτών. Η αιτιολογία της αποφάσεως ότι η ανυπαρξία των αναγκαίων κεφαλαίων, κατά τον χρόνο της πραγματικής εκδόσεως των επιταγών, και η περί αυτής γνώση του κατηγορουμένου συνάγεται από το γεγονός του ότι αυτές ήσαν μεταχρονολογημένες κατά 7-8 μήνες, δεν τυγχάνει ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της κατά τα τελευταία έτη παγίας τακτικής της μεταβολής της επιταγής από μέσο πληρωμής σε μέσο παροχής πιστώσεως, δεν καταδεικνύει άνευ ετέρου την ανυπαρξία των αναγκαίων προς πληρωμή τους κεφαλαίων, κατά τον χρόνο εκδόσεως τους, αφού τούτο μπορεί να αποδοθεί σε οικονομικό προγραμματισμό του εκδότη και πληρωτή των επιταγών και σε επιθυμία διατηρήσεως χρηματικής ρευστότητας, ως και σε βάθος χρόνου ρύθμιση των υποχρεώσεων του. Επίσης η προσβαλλομένη απόφαση ουδεμία διαλαμβάνει αιτιολογία περί του αν προέκυψε και πως η ανυπαρξία κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα από της πραγματικής εκδόσεως των επιταγών μέχρι της κατά τα άνω απώλειας της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της πληρώτριας εταιρίας και της με την ανωτέρω έννοια γνώσεως από τον αναιρεσείοντα της ανυπαρξίας των κεφαλαίων αυτών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χρόνο εκδόσεως των επίμαχων επιταγών και συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό και την αρχή του διατακτικού αναφέρεται, ως πραγματικός χρόνος της κατ εξακολούθηση εκδόσεως των τριών μεταχρονολογημένων επιταγών, ο Μάρτιος του 2002, στη συνέχεια αναφέρεται ότι αυτές εκδόθηκαν, από τον κατηγορούμενο, με την ανωτέρω ιδιότητά του, στις ..., ... και ..., ημερομηνίες οι οποίες στο σκεπτικό αναφέρονται ως φερόμενος χρόνος εκδόσεως τους. Οι ασάφειες και αντιφάσεις αυτές καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 και, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, στερούν την προσβαλλομένη απόφαση νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια, αφού γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 (άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 51713/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Έννοια - Στοιχεία. Επί επιταγής μεταχρονολογημένης πρέπει για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος να αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή της στον οικείο λογαριασμό το χρονικό διάστημα από την πραγματική έκδοση της και την εμφάνιση προς πληρωμή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η καταδικαστική απόφαση για το ανωτέρω έγκλημα, προκειμένου να αιτιολογηθεί η στοιχειοθέτηση, υποκειμενικώς η πράξη της εκδόσεως μεταχρονολογημένης ακάλυπτης επιταγής. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Έννοια. Πότε υπάρχει (ΑΠ 1/2009, ΑΠ 562/2002, ΑΠ 708/2007). Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, εκ πλαγίου παράβαση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2215/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1. Χ1, 2.Χ2, 3. Χ3, 4.Χ4, 5. Χ5 και 6. Χ6. Με εγκαλούντα τον Ψ1. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 215/12-6-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 890/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 234/29-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1γ ΚΠΔ, την με αριθμό 215/12-6-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1γ ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, ιδίως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στη προκείμενη περίπτωση ο Ψ1 υπέβαλε την με αριθμό Δ06/2968 από 26/6/2006 έγκλησή του σε βάρος των 1) Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών, 2) Χ2 Προέδρου Πρωτοδικών, 3) Χ3, δικαστικής υπαλλήλου, 4) Χ4, δικαστικής υπαλλήλου, 5) Χ5 Προέδρου Πρωτοδικών και 6) Χ6. Η έγκληση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε και 137 ΚΠΔ παραπέμφθηκε στις αρμόδιες Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με το με αριθμό 2885/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με την με αριθμό 11/2009 διάταξή του απέρριψε την έγκληση αυτή, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης, ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 6/2009 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλουμένων.
Επειδή ο πρώτος των εγκαλουμένων Εισαγγελικός Λειτουργός Χ1, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την από 2/6/2009 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση), δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας για τους λοιπούς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να διατάξει το Δικαστήριό σας την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η με αριθμό 6/2009 προσφυγή του Ψ1 κατά της με αριθμό 11/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς.
Αθήνα 19 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 136 περ.ε' ΚΠοινΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελλόμενος, όταν η υπόθεση ευρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρετήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ.1, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου και για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ψ1, υπέβαλε την με αριθμό Β06/2968 από 26/6/2006 έγκληση του σε βάρος των 1) Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών, 2) Χ2 Προέδρου Πρωτοδικών, 3)Χ3 δικαστικής υπαλλήλου, 4) Χ4, δικαστικής υπαλλήλου, 5) Χ5, Προέδρου Πρωτοδικών και 6) Χ6. Η έγκληση αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ.ε και 137 ΚΠοινΔ παραπέμφθηκε στις αρμόδιες ανακριτικές και εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας με το 2885/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Στη συνέχεια η άνω έγκληση του Ψ1 απερρίφθη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με την 11/2009 διάταξη του ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 6/2009 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλουμένων. Ο πρώτος από τους μηνυομένους ήταν εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετούσε κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής αυτής στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών όπως προκύπτει από την από 2/6/2009 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση. Την προσφυγή του εγκαλούντος που στρέφεται κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απέρριψε την έγκληση του είναι αρμόδιος να κρίνει ο Εισαγγελέως Εφετών (άρθρο 48 ΚΠοινΔ) και η υπόθεση στο στάδιο που βρίσκεται υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρα 111 παρ.7, 112 παρ.2, 119 παρ.1, 122 παρ.1, 130 παρ.1 ΚΠοινΔ). Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως εξαιτίας της ιδιότητος του πρώτου των εγκαλουμένων και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με τα άρθρα 48 σε συνδυασμό με τα άρθρα 43 παρ.2 και 476 ΚΠοινΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της ποινικής δικογραφίας επί της οποίας η από 12-2-2009 υπ'αριθμό 6/2009 προσφυγή του Ψ1 κατά της υπ'αριθμό 11/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με την οποία απερρίφθη η με ΑΒΜ B06/3435/26-6-2006 έγκληση του παραπάνω προσφεύγοντος κατά των : 1)Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών, 2) Χ2, Προέδρου Πρωτοδικών, 3) 'Χ3, δικαστικής υπαλλήλου, 4) Χ4, δικαστικής υπαλλήλου, 5) Χ5, Προέδρου Πρωτοδικών, 6) Χ6, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, και του Πρωτοδικείου Πειραιώς αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας αρθρ. 136 ΚΠΔ. Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών κατόπιν υποβολής εγκλήσεως σε βάρος δικαστικών λειτουργών και άλλων και στο στάδιο της προδικασίας όταν πρόκειται να κρίνει επί προσφυγής του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απέρριψε ως αβάσιμη την έγκληση του ο Εισαγγελέας Εφετών της ίδιας Εισαγγελίας Εφετών στην οποία υπηρετούσε κατά το χρόνο της προσφυγής εκ των μηνυόμενων εισαγγελικός λειτουργός. Καθορισμός ως αρμοδίου του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και λοιπών δικαστικών και Εισαγγελικών αρχών Εφετείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2223/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γρηγορίου, περί αναιρέσεως της 585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1647/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις του άρθρου 365 παρ. 1 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 6 παρ. 3 εδ. δ' της Συμβάσεως της Ρώμης "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 συνάγεται ότι δεν επάγεται ακυρότητα η ανάγνωση στο ακροατήριο ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων που λήφθηκαν στην προδικασία και η εκτίμηση αυτών ως αποδεικτικού μέσου ενόψει μάλιστα και του κατ' άρθρον 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του εισαγγελέως και των διαδίκων να προβαίνουν, εφόσον το ζητήσουν, σε έλεγχο του περιεχομένου τους και δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Τέλος, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του Νόμου 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεση του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μια τέτοια μαρτυρική κατάθεση που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 224 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπεται, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε ακυρότητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως που ελήφθη στην προδικασία και στην οποία η μάρτυς δεν αναφέρει την πηγή της γνώσεως της και εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, από το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Ποινικού Κώδικα, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 585/2008 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ, περί ώρα 02.30' της 27ης Σεπτεμβρίου 2002 στην ..., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, ο ως άνω κατηγορούμενος, κατά τον παραπάνω χρόνο και τόπο, βρισκόταν σε μπαρ της ..., με το διακριτικό τίτλο "...", όπου συζητούσε με μία αλλοδαπή κοπέλα, ονόματι ..., η οποία την ημέρα εκείνη ήταν πολύ στενοχωρημένη. Κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος μετέβη στην τουαλέτα του καταστήματος, επιστρέφοντας δε από αυτή βρήκε τον Ψ, ο οποίος μόλις είχε φθάσει στο ίδιο μπαρ, να κάθεται δίπλα στην προαναφερόμενη αλλοδαπή κοπέλα. Ο κατηγορούμενος, μόλις αντελήφθη τον Ψ να έχει καταλάβει τη δική του θέση, ζήτησε από τον τελευταίο να απομακρυνθεί από εκεί. Όμως, εκείνος (ΑΨ) αρνήθηκε να σηκωθεί και τότε ο κατηγορούμενος, κρατώντας ένα σπασμένο γυάλινο μπουκάλι, του επιτέθηκε και τον κτύπησε στο πρόσωπο, προκαλώντας σ' αυτόν "διατομή κατά την μεσότητα της ρινός, συνεπεία της οποίας ο παθών υπεβλήθη σε επανορθωτική πλαστική χειρουργική ρινικού οστού, διαφράγματος και άνω χόνδρου". Με τα δεδομένα και λαμβανομένου υπόψη, τόσο της επικινδυνότητας του μέσου που χρησιμοποιήθηκε (σπασμένο γυάλινο μπουκάλι), όσο και του ευαίσθητου σημείου (πρόσωπο), στο οποίο επλήγη ο παθών, το δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι η επίδικη σωματική κάκωση φέρει τον χαρακτήρα της "επικίνδυνης σωματικής βλάβης", άρθρο 309 Π.Κ.), καθόσον μπορούσε να προκληθεί σ' εκείνον (παθόντα) κίνδυνος για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τη διωκόμενη και αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη "της επικίνδυνης σωματικής βλάβης", κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ.. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκε η σωματική κάκωση στον παθόντα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (σπασμένο γυάλινο μπουκάλι) και το σημείο στο οποίο επλήγη ο παθών (κεφάλι) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με τον οποίον τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος του παθόντος, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτόν, βαριά σωματική βλάβη ή και κίνδυνος για τη ζωή του. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Απόλυτη ακυρότητα. Δεν επέρχεται ακυρότητα από την ανάγνωση μαρτυρικής καταθέσεως που ελήφθη στην προδικασία και στην οποία δεν γίνεται μνεία της πηγής της γνώσεως της μάρτυρος. 2) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 2212/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή ΜΙΧΑΛΗ, περί αναιρέσεως της 7245/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 6364/1934 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1027/1980 "Εις το Ταμείον (Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος - ΤΕΒΕ), ασφαλίζονται υποχρεωτικώς πάντες οι άνω των 18 ετών επαγγελματίαι και βιοτέχναι, οι διατηρούντες επαγγελματική ή βιοτεχνικής στέγη. Ως επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη νοείται κατά τον παρόντα νόμο και η οικία ή οποιοσδήποτε χώρος ένθα ασκείται επάγγελμα ή βιοτεχνία". Στο άρθρο μόνο παρ. 1 εδαφ. 2 του ν.δ. 4521/1966, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 1 του ν.δ. 4435/1964, ορίζεται ότι από της ισχύος του παρόντος εξακολουθούν υπαγόμενοι υποχρεωτικώς στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ, ασχέτως υπαγωγής των ή μη στην ασφάλιση του ΟΓΑ οι επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι οπωσδήποτε ασκούντες ασφαλιστέο παρά του ΤΕΒΕ επάγγελμα εις πόλεις, κωμοπόλεις με πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων". Κατά το άρθρο 4 του ν. 6364/1934 "περί ιδρύσεως Ταμείου Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος" οι πόροι του ταμείου απαρτίζονται, εκτός των άλλων από τις προβλεπόμενες ατομικές εισφορές των ασφαλισμένων όπως έχουν αναπροσαρμοσθεί με τον Κανονισμό του ΤΕΒΕ περί τρόπου υπαγωγής στην ασφάλιση και είσπραξη εισφορών και, ακόμη, ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως των ατομικών εισφορών των ασφαλισμένων αυτά εισπράττονται κατά της περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967 όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3346/2005 που ορίζει ότι για την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 ευρώ προκύπτει ότι το όριο των 2000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσό των κατά περίπτωση εισφορών (εργοδοτικών ή εργατικών) και ότι το αν το συνολικώς και όχι ανά μήνα οφειλόμενο ποσό εισφορών εργοδοτικών είτε εργατικών είναι μικρότερο των 2000 ευρώ δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακράτησης εργατικών εισφορών καθώς και ότι η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη αφού προϋποθέτει όριο οφειλής άνω των 2.000 ευρώ και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση της σε ισχύ στις 17/6/2005 εν όψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 1941/1991 και αριθμήθηκε ως 3 μετά την κατάργηση της πρώην παραγράφου 4, "εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδαφ. β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για την πράξη μη έγκαιρης καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο τον υπαγόμενο στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ επαγγελματία ασφαλιστικών εισφορών που φέρεται τελεσθείσα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3346/2005, εφόσον η οφειλή των υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ, αν κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταδίκασε τον κατηγορούμενο, για την πράξη αυτήν είχε παρέλθει οκταετία από την τέλεσή της το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει, παρά την απουσία του εκκαλούντος, εάν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές. Διαφορετικά, αν απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, αντί να παύσει οριστικά ως προς αυτές τις πράξεις την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, υποπίπτει στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως όπως είναι και οι κανόνες περί παραγραφής (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε') καθώς και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ.) και η απόφασή του είναι αναιρετέα. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αφού απέρριψε αίτημα αναβολής που υπεβλήθη για τον απόντα ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο από τον ενόρκως εξετασθέντα ως μάρτυρα δικηγόρο Μιχαήλ Παντελή και μετά τη διαπίστωση ότι είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου στη δικάσιμο της 28.1.2009 για να υποστηρίξει την με αριθμό 16494/7.11.2008 έφεσή του κατά της 29648/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση αυτή του αναιρεσείοντος κατά της άνω αποφάσεως με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος μερικοτέρων πράξεων μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, με χρόνους τελέσεως από Φεβρουάριο 2000 μέχρι Δεκέμβριο 2000 συνολικού ποσού 2.365 ευρώ, στο ΤΕΒΕ και είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση τριών (3) μηνών και σε χρηματική ποινή 200 ευρώ. Σύμφωνα, όμως με τα προαναφερθέντα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έπρεπε, αφού πρώτα ερευνούσε το νομότυπο και παραδεκτό της ασκήσεως της εφέσεως και την έκρινε τυπικά δεκτή, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις επί μέρους πράξεις μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2000 έως Νοέμβριο 2000 λόγω παραγραφής. Κατά την 28.1.2009, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε συμπληρωθεί η από τα άρθρα 111 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 112 Π.Κ., πενταετής παραγραφή συνυπολογιζομένης και της αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η κύρια διαδικασία, που όταν πρόκειται για πλημμελήματα δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία χρόνια (άρθρο 113 παρ. 1, 3 Π.Κ.) για τις επί μέρους πράξεις μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ για το άνω χρονικό διάστημα. Ενεργώντας έτσι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και όχι όπως επιβαλλόταν από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ. ως προς τις επί μέρους πράξεις για τις οποίες είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο λόγω παραγραφής εσφαλμένως εφάρμοσε την άνω διάταξη κατά το μέρος που είναι και ουσιαστικού δικαίου και υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ. και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση εν όψει του ότι θα κριθεί και το παραδεκτό της έφεσης στο σύνολό της στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7245/28.1.2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτή αίτηση αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του από το δικαστήριο που δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ, παρά το ότι οι περισσότερες από τις επί μέρους πράξεις είχαν ήδη παραγραφεί κατά το χρόνο εκδίκασης της εφέσεώς του κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως και το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ως προς αυτές. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2211/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 428/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1 και 2. Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Αναστάσιος Βλ. Κολιόπουλος - Χαρτοποιΐα - Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 572/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 181/18-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό της κατηγορουμένης Χ, από 7 Απριλίου 2009 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 428/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι.Διά του πληττομένου βουλεύματος, που εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό της πολιτικώς εναγούσης Ψ1, κατά του υπ'αριθμ. 1991/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρεπέμφθη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη εις το ακροατήριον, διά να δικασθή διά νόθευσιν εγγράφων μετά χρήσεως, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η αντίστοιχος συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη η αναιρεσείουσα, προβάλλουσα τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β', γ' και δ' λόγους αναιρέσεως.
ΙΙ. Η περιεχομένη εις την αίτησιν αναιρέσεως φράσις "Ζητώ να παραστώ ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, εάν κριθή ότι συντρέχει λόγος να παράσχω και προφορικάς εξηγήσεις" συνιστά ευχήν και όχι αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως και συνεπώς δεν απαιτείται η έκδοσις διατάξεως περί αυτής (Α.Π. 1206/2006 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1475 κ.ά.).
ΙΙΙ. 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς, τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη. Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος διά το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Α.Π. 1187/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 317 κ.ά.).
IV. Εκ της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς θεμελίωσιν της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η εξ υπαρχής κατάρτισις πλαστού ή η νόθευσις γνησίου εγγράφου. Υποκειμεντικώς απαιτείται δόλος του δράστου, συνιστάμενος εις την γνώσιν και την θέλησιν των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξιν και συγχρόνως σκοπός αυτού, όπως διά της χρήσεως του πλαστού παραπλανηθή άλλος περί γεγονότος δυναμένου να έχη εννόμους συνεπείας, δηλαδή δημιουργίαν, κατάργησιν ή μεταβίβασιν εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Κατάρτισιν πλαστού εγγράφου συνιστά η εξ υπαρχής υπό του δράστου σύνθεσις εγγράφου που δεν υπήρχε προηγουμένως και το οποίον εμφανίζεται ότι προέρχεται υπ'άλλου προσώπου, ενώ νόθευσιν εγγράφου αποτελεί η μεταγενεστέρα της καταρτίσεως αυτού αλλοίωσις του περιεχομένου του (ολ Α.Π. 3/2008 Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 404). Κατά την παρ. 3 εδ. α' του άρθρου αυτού η πράξις προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν ο υπαίτιος εσκόπει να περιποιήση εις εαυτόν ή άλλον διά βλάβης τρίτου περιουσιακόν όφελος ή να βλάψη άλλον, εφ'όσον το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 25.000.000 δραχμών, ανεξαρτήτως εάν επετεύχθη τελικώς η παραπλάνησις και το περιουσιακόν όφελος ή'η βλάβη. Διά την στοιχειοθέτησιν της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίον η περιουσιακή μετακίνησις να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοιαν ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως διά μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθή εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν και εις το εν γένει με την πλαστογραφίαν παραπλανητικόν σχέδιον του δράστου και διά της καταρτίσεως του πλαστού ή της νοθεύσεως του γνησίου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και αι προϋποθέσεις διά να υπάρξη εν συνεχεία η δυνατότης έστω και διά της παρεμβολής άλλων ενεργειών του δράστου, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού ή της νοθεύσεως του γνησίου εγγράφου, να επέλθη το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (ολ. Α.Π. 3/2008 ενθ. ανωτ.).
V. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι εγκλήσεως της πολιτικώς εναγούσης, εφέσεως αυτής, του από 12/1/2006 υπομνήματος της προς το άνω Συμβούλιον, μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογίας της κατηγορουμένης και υπομνημάτων αυτής, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη εν σχέσει με την υπόθεσιν σημεία των έχουν ως εξής:
Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 27-11-2000 μέχρι 28-12-2000 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, του οποίου στη συνέχεια έκανε χρήση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το δε όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη, αφού νόθευσε επικυρωμένα αντίγραφα: α) της από 22-5-2000 και με αριθμό Α.Β.Μ. Β2000/2079 μήνυσης κατ' αγνώστων δραστών, που αυτή υπέβαλε στις 2-6-2000 στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ως προς την ώρα κατάθεσης της μήνυσης αυτής, από 10.33' π.μ. σε 12 π.μ., και β) της από 2-6-2000 ένορκης εξέτασης αυτής ως μηνύτριας ενώπιον του Εισαγγελέα που παρέλαβε τη μήνυση, ως προς την ώρα εξέτασης της, από 10.33' π.μ. σε 12, έκανε χρήση των πλαστών - νοθευμένων αυτών εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε ως αποδεικτικά μέσα: 1) Ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 20-2-2001 κατά τη συζήτηση της από 31-7-2000 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 412/2000 αγωγής αυτής (κατηγορουμένης) κατά: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αναστάσιος Βλ. Κολιόπουλος Χαρτοποιία - Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακαί επιχειρήσεις Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "Π.Α.ΚΟ Α.Ε.", 2) του Ζ και 3) της Ψ1, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εκ μέρους της ως άνω εταιρείας από 20-6-2000 καταγγελίας της από 4-11-1996 μεταξύ αυτών σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής εκ μέρους της κατηγορουμένης στην εταιρεία νομικών υπηρεσιών ως δικηγόρου αυτής, να της επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας συνολικού ύψους 3.584.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 30-6-2000 έως 30-6-2001, επιδόματα τριετίας επί των παγίων αμοιβών της για το χρονικό διάστημα από 30-11-1999 έως 31-5-2000 συνολικού ύψους 308.000 δραχμών και χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000.000 δραχμών, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των ως άνω εναγομένων, συνιστάμενη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στο ότι την 2-6-2000 και περί ώρα 14.30' ο τότε (ήδη αποβιώσας) πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ως άνω εταιρείας Ζ, εισήλθε στο γραφείο της, που βρισκόταν στο δεύτερο όροφο του κτιρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία της εταιρείας και εξοργισμένος από την ανακοινωθείσα σ' αυτόν πρόθεση της να διεκδικήσει δικαστικώς τις οφειλόμενες στον απολυθέντα από την εταιρεία πατέρα της Θ, αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης, της απηύθυνε τις προσβλητικές για αυτήν φράσεις "εσύ είσαι δικηγόρος;", "κάθαρμα", "να σηκωθείς να φύγεις από εδώ μέσα", "μην αγγίξεις τίποτα" και με τη συνδρομή της κόρης του Ψ1, επίσης νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας την εκδίωξε βίαια από τα γραφεία της τελευταίας. 2) Ενώπιον των δικαστών του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της ίδιας πιο πάνω υπόθεσης στις 29-1-2002 κατόπιν ασκηθείσης έφεσης από τους ανωτέρω εναγομένους κατά της υπ' αριθμ. 65/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προαναφερθείσας αγωγής της, η οποία (πρωτόδικη απόφαση) δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε την ακυρότητα της αναφερόμενης καταγγελίας και επιδίκασε σε αυτήν το ποσό του 1.310.666 δραχμών ή 3.846,42 ευρώ με τους νόμιμους τόκους, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 985.000 δραχμών ή 2.890,68 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6723/2002 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή. Ο σκοπός δε της κατηγορουμένης ήταν με τη χρήση των πιο πάνω δύο πλαστών - νοθευμένων εγγράφων ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων να παραπλανήσει τους δικαστές αυτών σχετικά με το γεγονός ότι η δια της άνω καταγγελίας της εταιρείας λύση της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής ήταν άκυρη και καταχρηστική, λόγω της ως άνω προηγηθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του Ζ και της Ψ1, εξαιτίας της οποίας υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έπρεπε να της επιδικασθεί το πιο πάνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση και λόγω του ότι η καταγγελία αυτή στηρίχθηκε στο ψευδές, κατά του αγωγικούς της ισχυρισμούς, γεγονός που, εν γνώσει του ψεύδους του, επικαλέστηκαν οι ως άνω εναγόμενοι-εκκαλούντες στις προαναφερθείσες δίκες και επιβεβαίωσαν ενόρκως οι μάρτυρες τους ..., ..., ... και ..., στις προσκομισθείσες στις δίκες αυτές από 27-11-2000 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ότι δηλαδή, περί την 12η μεσημβρινή ώρα της ίδιας πιο πάνω ημέρας 2-6-2000, μετά την ανακοίνωση από τον Ζ προς αυτήν εντός του ανωτέρω γραφείου της, της απόλυσης του πατέρα της Θ από την εταιρεία, προκάλεσε σε βάρος του επεισόδιο απευθυνόμενη σε αυτόν με τις φράσεις "παλιάνθρωπε, κάθαρμα, μας εκμεταλλεύεσαι, τα έχω υπολογίσει, ή δίνετε 35.000.000 δραχμές τώρα ή σας πάω στα δικαστήρια. Δεν θα μου γλυτώσετε. Μαζεύω τα πράγματα μου και φεύγω". Επιχείρησε δε να επιτύχει τούτο με την προσκομιδή των εν λόγω δύο πλαστών -νοθευμένων εγγράφων στις ανωτέρω ανοιγείσες δίκες, προκειμένου να πείσει τους ανωτέρω δικαστές, αφενός ότι ήταν αληθές το (ψευδές) σε βάρος της επεισόδιο και συνέβη στις 14.30 της 2-6-2000 και ότι ουδέποτε έλαβε χώρα το πιο πάνω σε βάρος του Ζ (αληθές) επεισόδιο, αφού περί τη 12η μεσημβρινή ώρα της ίδιας ημέρας 2-6-2000 αυτή (κατηγορουμένη) δεν ήταν στο γραφείο της στην άνω εταιρεία, αλλά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και κατέθετε την προμνησθείσα κατ' αγνώστων δραστών μήνυση της, ώστε να εκδώσουν απόφαση σύμφωνη με την προαναφερόμενη αγωγή της (και απορριπτική της προαναφερθείσας έφεσης) και να προσπορίσει έτσι στον εαυτό της περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα την επιδίκαση σ' αυτήν από τα ανωτέρω δικαστήρια των αγωγικών της απαιτήσεων που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχονται στο ποσό των 53.892.000 δραχμών ή 158.157 ευρώ, βλάπτοντας κατά το ποσό αυτό τη μηνύτρια εταιρεία Π.Α.ΚΟ Α.Ε., αλλά και ατομικά την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, κατά το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, αφού η από 31-7-2000 αγωγή της κατηγορουμένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την αναφερόμενη στην αγωγή αιτία, στρεφόταν και κατ' αυτής προσωπικά.
VI. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν, σχετικώς με το ανωτέρω έγκλημα που αποδίδεται εις την αναιρεσείουσαν κατηγορουμένην, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διενεργηθείσαν κυρίαν ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν της αναιρεσειούσης εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις την προαναφερθείσαν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσε, την οποίαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασεν. Ειδικώτερον α) διά την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η γενική κατ'είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1148/2008 Ποιν Δικ 2009 σελ. 120 κ.ά.) και συνεπώς, εφ'όσον γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπ'όψιν τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ'όψιν και τα προσκομισθέντα υπό της κατηγορουμένης έγγραφα, β) ουδεμίαν ασκεί έννομον επιρροήν το γεγονός ότι εις το σκεπτικόν και δη εις την προσθίαν πλευράν του 29ου φύλλου του βουλεύματος αναφέρεται, ότι "η αναγραφή της ώρας έχει εμφανώς αλλοιωθή, μετατραπείσα από 10 εις 12", αντί της ορθής ώρας 10.33', αφού τούτο εγένετο διά τον εις ώρας, όχι και εις πρώτα λεπτά, χρονικόν προσδιορισμόν της υποβολής της εγκλήσεως της κατηγορουμένης και της ενόρκου εξετάσεως αυτής, ενώ κατά πάσαν περίπτωσιν η ώρα 10.00' όπως και 10.33' δεν συμπίπτει με την ώραν 12 μ., κατά την οποίαν η κατηγορουμένη φέρεται ευρισκομένη εις τα γραφεία της εταιρίας και όχι εις τα γραφεία της Εισαγγελίας, γ) ουδόλως έχει παρεισφρήσει εις το διατακτικόν του βουλεύματος η περιγραφή της αποπείρας απάτης, δ) ουδεμία αντίφασις υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και ε) διά την στοιχειοθέτησιν της κακουργηματικής πλαστογραφίας, ως ελέχθη ανωτέρω (ολ Α.Π. 3/2008 ενθ. ανωτ.), δεν είναι αναγκαίον η περιουσιακή μετακίνησις να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοιαν ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως διά μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου και συνεπώς τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, που εγένοντο δεκτά υπό του Συμβουλίου, ορθώς υπήχθησαν εις την διάταξιν της κακουργηματικής πλαστογραφίας του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ., μη υφισταμένης εν προκειμένω παραγεγραμμένης πλημμεληματικής πλαστογραφίας.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως α) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
VII. Εκ της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι το δεδικασμένον εξαντλείται όχι εις την ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά εις την ταυτότητα της αξιοποίνου πράξεως διά την οποίαν ησκήθη η ποινική δίωξις και δεν εμποδίζεται νέα δίωξις δι'άλλην αξιόποινον πράξιν που δεν εκρίθη, έστω και εάν εις τα στοιχεία της πράξεως αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης απετέλεσε στοιχείον του κριθέντος εγκλήματος. Δεν υφίσταται ταυτότης πράξεως και ως εκ τούτου δεδικασμένον, όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιάς φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλικήν υπόστασιν και αποτελούν εξωτερικώς έκαστον ίδιον έγκλημα που δεν ετέθη υπό την κρίσιν του δικαστηρίου (Α.Π. 1405/2008 Ποιν Δικ 2009 σελ. 260 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν η αναιρεσείουσα διά του υπ'αριθμ. 5493/2002 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών απηλλάγη των πράξεων α) αποπείρας εκβιάσεως υπό υπαιτίου μεταχειρισθέντος απειλήν βλάβης της επιχειρήσεως του εξαναγκαζομένου, συνισταμένης εις το ότι την 2 Ιουνίου 2000 με σκοπόν να αποκομίση ο πατήρ της Θ παράνομον περιουσιακόν όφελος, απευθυνομένη προς τους Ζ και Ψ1, πρόεδρον και αντιπρόεδρον αντιστοίχως του Δ.Σ. της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Αναστάσιος Βλ. Κολιόπουλος - Χαρτοποιΐα - Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Α.Ε." και τον διακριτικόν τίτλον "Π.Α.Κ.Ο. Α.Ε." και διευθύνοντας συμβούλους αυτής, προσεπάθησε να εξαναγκάση αυτούς με την απειλήν βλάβης της επιχειρήσεώς των, να καταβάλουν εις τον ως άνω πατέρα της το ποσόν των 35.000.000 δρχ., το οποίον δήθεν ώφειλεν η εταιρία εις αυτόν εκ της μεταξύ των εργασιακής σχέσεως και της απολύσεώς του υπό ταύτης, ειπούσα τας φράσεις "παλιάνθρωπε, κάθαρμα που μας εκμεταλλεύεσαι, σας έχω στο χέρι, τα έχω υπολογίσει ή τα δίνετε όλα 35.000.000 αμέσως ή σας πάω στα Δικαστήρια και σας καταστρέφω, ξέρω πολλά εδώ μέσα, εμένα δεν θα μου γλυτώσετε" και β) δυσφημήσεως ανωνύμου εταιρίας, συνισταμένης εις το ότι διά της από 31 Ιουλίου 2000 αγωγής της κατά της άνω εταιρίας, επιδοθείσης εις αυτήν την 19 Σεπτεμβρίου 2000, ισχυρίσθη περί των διευθυνόντων την εταιρίαν Ζ και Ψ1 γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας των δυνάμενα να βλάψουν την εμπιστοσύνην του κοινού προς την εταιρίαν και γενικώτερον τας επιχειρήσεις της και συγκεκριμένως ότι "ο Ζ με καθύβρισε με την λέξιν κάθαρμα, έχει αντικοινωνικήν συμπεριφοράν, ευρέως γνωστήν όχι μόνον εις τους εργαζομένους της εταιρίας, όπου επικρατεί κλίμα φόβου και δυσαρεσκείας από παρομοίους αντιδράσεις του κατά το παρελθόν, αλλά και γενικώτερον εις το κοινωνικόν και επαγγελματικόν περιβάλλον, ο ίδιος θεωρεί ότι δύναται να ελέγχη τους πάντας λόγω της οικονομικής του θέσεως και φέρεται σκαιότατα εις όποιον τολμά να προβάλη αξιώσεις, που έρχονται εις αντίθεσιν με το οικονομικόν του συμφέρον, τόσον δε αυτός όσον και η Ψ1 έχουν έλλειψιν ηθικών αναστολών".
Εν όψει όσων εξετέθησαν καθίσταται σαφές, ότι διά της εκδόσεως του ανωτέρω υπ'αριθμ. 5493/2002 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου τούτο απεφάνθη όπως μη γίνη κατηγορία κατά της άνω αναιρεσειούσης κατηγορουμένης, διά τας προαναφερθείσας αξιοποίνους πράξεις α) αποπείρας εκβιάσεως υπό υπαιτίου μεταχειρισθέντος απειλήν βλάβης της επιχειρήσεως του εξαναγκαζομένου και β) δυσφημήσεως ανωνύμου εταιρίας, δεν παρήχθη δεδικασμένον, εν σχέσει με την αξιόποινον πράξιν της νοθεύσεως εγγράφων μετά χρήσεως, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η αντίστοιχος συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί παραβιάσεως του δεδικασμένου.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α --------------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθή η από 7 Απριλίου 2009 αίτησις αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ'αριθμ. 428/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.- Αθήνα 9 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής, περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Περαιτέρω για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται επί πλέον κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως το εδάφιο α' αυτής συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ.7 α του ν. 2408/1996 και έχει αντικατασταθεί ήδη με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2721/1999, ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στο επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράση και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού ή της νόθευσης του γνησίου εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (Ολ.ΑΠ 3/2008), Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστότητας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί. Σε αντίθεση με την κατάρτιση πλαστού εγγράφου, που συντελείται με την εκ μέρους του δράστη έκδοση εγγράφου στο όνομα άλλου ή με την κατ'απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε υπάρχον έγγραφο, η νόθευση συνίσταται στην αλλοίωση του περιεχομένου γνησίου κατ'αρχήν εγγράφου, είτε από τρίτο, πλην του εκδότη, πρόσωπο, είτε από τον ίδιο τον εκδότη, όταν δεν έχει πλέον εξουσία μεταβολής του εγγράφου, διότι προέκυψε δικαίωμα τρίτου στη διατήρηση του αρχικού περιεχομένου. Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η ως άνω αιτιολογία αρκεί ότι περιέχεται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο, δηλαδή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών. Περαιτέρω ο, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ' Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν εσφαλμένως εφαρμόστηκε ή ερμηνεύτηκε στο βούλευμα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, όπως και όταν έγινε εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσης διατάξεως, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν το Συμβούλιο αποδίδει στην διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 7-4-2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης προσβάλλεται το 428/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε επί εφέσεως ασκηθείσης από την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 κατά του 1991/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και μετά την έκδοση της 57/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που ανήρεσε το προηγουμένως εκδοθέν 859/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς την παραπεμπτική για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως διάταξη.
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι την έγκληση της πολιτικώς ενάγουσας, την έφεση αυτής, το από 12-1-06 υπόμνημα της προς το άνω Συμβούλιο, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία της κατηγορουμένης και τα υπομνήματα αυτής, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που κατά τα ουσιώδη σημεία των με σχέση με την υπόθεση έχουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη δικηγόρος Αθηνών ανέλαβε και παρείχε δυνάμει συμβάσεως έμμισθης εντολής τις υπηρεσίες της ως δικηγόρου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αναστάσιος Βλ.Κολιόπουλος-Χαρτοποιΐα-Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις ΑΕ" με τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ ΑΕ" από 4/11/1996 αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας μέχρι 2-6-2000. Την ημέρα αυτών έγινε επεισόδιο μεταξύ του πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας Ζ που ήταν πρόεδρος της ανώνυμης εταιρείας στην οποία παρείχε τις νομικές υπηρεσίες της η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη και της τελευταίας εξ αφορμής της δηλώσεως του Προέδρου αυτής της εταιρείας προς την αναιρεσείουσα ότι δεν επρόκειτο να ικανοποιήσει η εταιρεία τις απαιτήσεις του πατέρα της μηνύτριας Θ για αποζημίωση απόλυσης, επιδόματα αδειών και εορτών για το διάστημα από 1-2-1987 μέχρι 31-5-2000 οπότε λύθηκε η σχέση παροχής των υπηρεσιών εκείνου προς την άνω εταιρεία αντί αμοιβής με ποσοστά επί των πωλήσεων και για την πρόθεση του οποίου να διεκδικήσει με προσφυγή στα δικαστήρια το ποσό των 35.000.000 δραχμών που κατά την άποψη του εδικαιούτο να λάβει από την εταιρεία είχε ενημερώσει προηγουμένως την ίδια ημέρα η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη την μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, η οποία ήταν αντιπρόεδρος της άνω ανώνυμης εταιρείας. Στις 12/6/2000 επιδόθηκε στην άνω ανώνυμη εταιρεία και στον πρόεδρο και την αντιπρόεδρο αυτής η από 5-6-2000 εξώδικη διαμαρτυρία δήλωση και πρόκληση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης με την οποία ισχυριζόταν ότι ο Ζ την είχε αποκαλέσει κάθαρμα και διαμαρτυρόμενη για άδικη σε βάρος της συμπεριφορά κάλεσε τους καθών η άνω εξώδικη δήλωση να της καταβάλουν 20.000.000 δραχμές ως χρηματική ικανοποίηση της λόγω της ηθικής βλάβης που της προξένησαν. Μετά από την κοινοποίηση αυτής της εξώδικης δήλωση η άνω ανώνυμη εταιρεία κατήγγειλε την μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας σύμβαση έμμισθης εντολής με την επίδοση στην τελευταία στις 20/6/2000 της από 19-6-2000 εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας και με την καταβολή συγχρόνως σ'αυτήν με τραπεζική επιταγή του ποσού των 3.918.000 δραχμών ως αποζημίωση. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών των από 31/7/2000 αγωγή της κατά της άνω ανώνυμης εταιρείας και κατά των νομίμων εκπροσώπων της Ζ και Ψ1 ζητώντας να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εντολής και να της επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας συνολικού ποσού 3.584.000 δραχμών, επιδόματα τριετίας συνολικού ποσού 3080.000 δραχμών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 50.000.000 δραχμών.
Επί της άνω αγωγής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης εξεδόθη η 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής και υποχρεώθηκε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στην κατηγορουμένη στο συνολικό ποσό των 1.310.666 δραχμών (3.846,42 ευρώ) για τις άνω αγωγικές απαιτήσεις της με τους νόμιμους τόκους. Επίσης με την ίδια απόφαση αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι (δηλαδή η άνω ανώνυμη εταιρεία, ο Ζ και η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1) οφείλουν να καταβάλουν στην ίδια (αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη) το ποσό των δραχμών 985.000 (2.890,68 ευρώ) με τους νόμιμους τόκους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία η οποία συνίστατο στο ότι την 2/6/2000 και περί ώρα 14.30 ο πρόεδρος της άνω εταιρείας Ζ εισήλθε στο γραφείο της, που της είχε παραχωρήσει η εταιρεία, την εξύβριση απευθύνοντας της τις προσβλητικές γι'αυτήν φράσεις "εσύ είσαι δικηγόρος:", "κάθαρμα" "να σηκωθείς να φύγεις από εδώ μέσα", "μην αγγίξεις τίποτα" και με τη συνδρομή της θυγατέρας του Ψ1, επίσης νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, την εξεδίωξε βιαίως από το γραφείο της. Η άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν εφέσεως των εναγομένων εξηφανίσθη με την 6723/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης. Κατά την εκδίκαση της από 31-7-2000 αγωγής της στις 20-2-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι εναγόμενοι, δηλαδή η άνω ανώνυμη εταιρεία, ο Ζ και η Ψ1 προέβαλαν με τις προτάσεις τους ότι η ενάγουσα, όταν ο Ζ της απηύθυνε την ερώτηση "τι δικηγόρος είσαι εσύ που έρχεσαι απειλητικά, προσχεδιασμένα και εκβιαστικά εναντίον μας" του απάντησε με τις φράσεις "παληάνθρωπε, κάθαρμα που μας εκμεταλλεύεσαι. Σα έχω στο χέρι, τα έχω υπολογίσει ή τα δίνετε όλα, 35.000.000 δρχ. αμέσως ή σας πάω στα δικαστήρια και θα σας καταστρέψω. Ξέρω πολλά εδώ μέσα. Εμένα δεν θα μου γλυτώσετε, μαζεύω τα πράγματα μου και φεύγω", οπότε την κάλεσε ο Ζ να μαζέψει τα πράγματα της και να φύγει, καταγγέλλοντας περαιτέρω την μεταξύ τους υφιστάμενη σχέση εντολής ή τους άνω ισχυρισμούς των εναγομένων αυτών είχαν βεβαιώσει ενόρκως οι μάρτυρες αυτών ..., ..., ... και ... με τις 21475/2000, 21476/2000, 21477/2000, 21478/2000 ένορκες βεβαιώσεις των, αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στις οποίες ανέφεραν ότι στις 2-6-2000 και περί ώρα 12.00 μεσημβρινή άκουσαν την ήδη αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη να απευθύνει οργισμένη τις ανωτέρω φράσεις στον Ζ, επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη υπαίτια συμπεριφορά της κατηγορουμένης συνεπεία της οποίας κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων απελύθη αυτή. Η ήδη αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη προς απόκρουση των άνω ισχυρισμών των εναγομένων και για να μειώσει την αξιοπιστία των ανωτέρω μαρτύρων και ότι ήταν ψευδή όσα ανεφέραν στις ένορκες βεβαιώσεις των ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της αγωγής της αυτής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι αυτή στις 2/6/2000 ημέρα Παρασκευή και ώρα 12.00 βρισκόταν στο Πρωτοδικείο Αθηνών για διάφορες υποθέσεις και ότι επέστρεψε στα γραφεία της εταιρείας περί ώρα 14.00 και ειδικότερα ότι ώρα 12.00 ακριβώς βρισκόταν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για κατάθεση μήνυσης της ιδίας κατ'αγνώστων δραστών. Ως αποδεικτικά μέσα του άνω ισχυρισμού της επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη και προσκόμισε επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-5-2000 και με αριθμό ΑΒΜ Β20000/2079 μήνυσης κατ'αγνώστων δραστών που αυτή υπέβαλε στις 2/6/2000 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στην πράξη εγχειρίσεως της οποίας και ώρα κατάθεσης της είχε αναγραφεί κατά διόρθωση ώρα 12 το μεσημέρι και επικυρωμένο αντίγραφο της από 2/6/2000 ένορκης εξέτασης αυτής με την οποία αυτή ως μηνύτρια επιβεβαίωνε την αλήθεια του περιεχομένου της μηνύσεώς της ενώπιον του Εισαγγελέα που παρέλαβε τη μήνυση και στην οποία ως ώρα εξέτασης της στις 2/6/2000 αναφερόταν 12 το μεσημέρι. Τον ίδιο ισχυρισμό προέβαλε η ήδη αναιρεσείουσα εκ νέου ενώπιον των δικαστών του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση στις 29/1/2002 της αυτής υποθέσεως κατόπιν της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τους ανωτέρω εναγομένους κατά της 65/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της αντεφέσεως της αναιρεσείουσας και επικαλέσθηκε και προσεκόμισε τα άνω επικυρωμένα αντίγραφα της από 2/6/2000 μηνύσεως της και της από 2/6/2000 ένορκης εξέτασης της ως μηνύτριας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Κατά τα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και ειδικότερα α) από το υπ'αριθμ. πρωτ.39699/17-4-2003 πιστοποιητικό του τμήματος μηνύσεων-Α' Ποινικής Δίωξης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών περί του ότι η άνω μήνυση υπό στοιχεία ΑΒΜ Β2000/20079 της αναιρεσείουσας κατά αγνώστων δραστών καταχωρίσθηκε στο υπολογιστικό σύστημα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών στις 2/6/2000 και ώρα 10.33 β) από το από 14/7/2003 έγγραφο του Προϊσταμένου του τμήματος Πληροφορικής της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών που απευθυνόταν προς την Εισαγγελέα Ποινικής δίωξης περί του ότι οποιαδήποτε ένδειξη για την ώρα που καταχωρήθηκε μία μήνυση κλπ θα είναι η ώρα του κεντρικού υπολογιστικού συστήματος (SERVER) εισαγγελίας εκεί δηλαδή που τηρούνται και τα ηλεκτρονικά αρχεία της υπηρεσίας των οποίων οι εργασίες έχουν μηχανογραφηθεί πράγματι η από 22/5/2000 μήνυση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης καταχωρήθηκε στο πληροφοριακό σύστημα της υπηρεσίας του κεντρικού υπολογιστικού συστήματος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών στις 9-6-2000 και ώρα 10:33:27 πρωϊνή ακριβώς και οπωσδήποτε κατατέθηκε πριν την ανωτέρω ώρα, αφού η καταχώρηση έπεται της καταθέσεως και όχι ώρα 12 το μεσημέρι όπως υποστήριζε η κατηγορουμένη και προσπάθησε να αποδείξει με την επίκληση και προσκόμιση των δύο ανωτέρω αντιγράφων της μήνυσης και της ένορκης εξέτασής της ως μηνύτριας, στα οποία η αναγραφή της ώρας έχει εμφανής αλλοιωθεί μετατραπείσα από 10 σε 12. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 27/11/2000 της 28/12/2000 νόθευσε τα άνω έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των άλλων σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και έκανε στη συνέχεια χρήση αυτών με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το δε όφελος ή η ζημία υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά τις ίδιες παραδοχές, η νόθευση από την αναιρεσείουσα ως της μόνης που είχε προς τούτο έννομο συμφέρον του επικυρωμένου αντιγράφου της από 22-5-2000 υπ'αριθμό Α.Β.Μ. Β2000/2079 μηνύσεως κατ'αγνώστων δραστών που αυτή υπέβαλε στις 2/6/2000 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ως προς την ώρα κατάθεσης της μήνυσης σε 12 π.μ. από 10.33 και του επικυρωμένου αντιγράφου της από 2/6/2000 ένορκης εξέτασης αυτής ως μηνύτριας ενώπιον του Εισαγγελέα που παρέλαβε τη μήνυση ως προς την ώρα εξέτασής της σε 12 από 10.33 π.μ. και η χρήση των νοθευμένων αυτών εγγράφων που προσκόμισε ως αποδεικτικά μέσα και τα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 20/2/2001 κατά τη συζήτηση της από 31-7-2000 αγωγής της κατά της ανώνυμης εταιρείας "Αναστάσιος Βλ. Κολιόπουλος Χαρτοποιΐ - Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις ΑΕ", και κατά των Ζ και Ψ1 και ενώπιον των δικαστών του Εφετείου Αθηνών στις 29-1-2002 κατά τη συζήτηση της εφέσεως των άνω εναγομένων και της αντεφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 65/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την προαναφερθείσα αγωγή της, έγινε, με σκοπό να παραπλανήσει τους άνω δικαστές, που αποτελούσαν τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων εκδικάσθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό η υπόθεση για τις αναφερόμενες στην άνω αγωγή της αναιρεσείουσας αξιώσεις της, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια και ειδικότερα για το ότι όσα συνέβησαν στις 2/6/2000 μεταξύ της αναιρεσείουσας και των εναγομένων με την από 31/7/2000 αγωγή της και απετέλεσαν την αιτία της καταγγελίας από την αντίδικο εταιρεία της μεταξύ αυτής και της ήδη αναιρεσείουσας συμβάσεως έμμισθης εντολής, δεν έγιναν όπως οι εναγόμενοι υποστήριξαν κατά τις άνω δίκες και όπως βεβαίωσαν οι μάρτυρες τους στις ένορκες βεβαιώσεις που έδωσαν αλλά ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί των αντιδίκων της και ότι την 12 μεσημβρινή ώρα της 2/6/2000 δεν ήταν αυτή στο γραφείο της στην έδρα της ανώνυμης εταιρείας ώστε να απευθύνει, όπως βεβαίωναν οι μάρτυρες ότι την άκουσαν, προς τον Ζ τις παραπάνω αναφερθείσες, υβριστικές φράσεις αλλά ότι βρισκόταν (όπως αυτή ισχυρίσθηκε) στην Εισαγγελία Αθηνών για να καταθέσει την εν λόγω μήνυση της κατά αγνώστων δραστών. Ο σκοπός δε της αναιρεσείουσας, όπως δέχεται τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα, ήταν, με την νόθευση των άνω επικουρικών αντιγράφων της μηνύσεως της και της εκθέσεως ένορκης εξέτασής της ως μηνύτριας ως προς την ώρα καταθέσεως και εξετάσεως και με τη χρήση αυτών ενώπιον των δικαστών των άνω πολιτικών δικαστηρίων, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις να γίνει δεκτή η από 31/7/2000 αγωγή της ως προς το ότι ήταν άκυρη και καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής με την οποία αυτή συνδεόταν με την ανώνυμη εταιρεία εν όψει των εκτιθεμένων στο δικόγραφο αυτής της αγωγής της ότι την 14.30 ώρα της 2/6/2000 εκδηλώθηκε στα γραφεία της έδρας της εταιρείας η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Ζ και της Ψ1 που συνιστούσε αδικοπραξία και ως προς την αναγνώριση οφειλής προς αυτήν από τους εναγομένους των ποσών των αναφερομένων χρηματικών απαιτήσεων της που υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ, βλάπτοντας έτσι την μηνύτρια εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο ΠΑΚΟ ΑΕ κατά το ποσό των 53.892.000 δραχμών (ευρώ 158.157) αλλά και ατομικά της πολιτικώς ενάγουσα κατά το ποσό των 50.000.000 δραχμών (ευρώ 146.735,14) αφού η από 31/7/2000 αγωγή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στρεφόταν και ατομικώς κατά της Ψ1 για το αξιούμενο να επιδικασθεί αναγνωριστικής, λόγω ηθικής βλάβης, άνω ποσό χρηματικής ικανοποίησης. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα και παρέπεμψε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για νόθευση εγγράφων μετά χρήσεως, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της νόθευσης εγγράφων σε βαθμό κακουργήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ.1α', 27 παρ.1, 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ όπως η παράγραφος 14 παρ.2 του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε η γενική κατ'είδος αναφορά των συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων. Γίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα μνεία ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στη δικογραφία προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, έτσι ώστε να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη. Επίσης από την παραδοχή του βουλεύματος αυτού, ότι η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη απαλλάχθηκε με αμετάκλητο βούλευμα από τις κατηγορίες για απιστία δικηγόρου, απόπειρα εκβίασης και συκοφαντική δυσφήμηση εταιρείας για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της κατόπιν της από 23-11-2000 μηνύσεως που είχε υποβληθεί εναντίον της από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη το απαλλακτικό βούλευμα 5493/2002 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το βούλευμα 208/2003 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και το 2054/2004 βούλευμα του Αρείου Πάγου. Είναι αβάσιμα όσα με τον τρίτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα για το ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη αιτιολογία από το ότι δεν γίνεται σ'αυτό καμία μνεία ότι έλαβε υπόψη του τις δικαστικές αποφάσεις που υπέβαλε με τα υπομνήματά της. Περαιτέρω υπό τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών η νόθευση των δύο επικυρωμένων αντιγράφων της από 2-6-2000 μηνύσεως της αναιρεσείουσας κατά αγνώστων δραστών και της από 2-6-2000 εκθέσεως ενόρκου εξετάσεώς της ως μηνύτριας όσον αφορά την ώρα εγχειρίσεως της μηνύσεως και την ώρα ενόρκου εξετάσεως της ήταν πρόσφορη ενέργεια για να παραγάγει έννομες συνέπειες. Με την μεταβολή του άνω στοιχείου στα έγγραφα αυτά επηρεαζόταν το περιεχόμενο αποδεικτικής ισχύος των ως προς την ακριβή ώρα καταθέσεως της μηνύσεως και βεβαιώσεως ενόρκως του περιεχομένου της. Η αλλοίωση αυτή μπορούσε αντικειμενικά να έχει έννομες συνέπειες και να αποδυναμώσει την αλήθεια των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εναγομένους προς απόκρουση της από 31-7-2000 αγωγής της ενάγουσας κατ'αυτών, ότι το επεισόδιο που οδήγησε στην απομάκρυνση της ενάγουσας από την άνω ανώνυμη εταιρία συνέβη ώρα 12 μεσημβρινή της 2-6-2000.
Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος η πράξη της νόθευσης των επικυρωμένων αντιγράφων της από 2-6-2000 μηνύσεως της κατ'αγνώστων και της από 2-6-2000 ενόρκου εξετάσεώς της ως μηνύτριας συνιστούσε γεγονός που συνεπαγόταν έννομες συνέπειες και έγινε στα πλαίσια επιδίωξης του σκοπού της κατηγορουμένης να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της κατά των εναγομένων με την από 31-7-2000 αγωγή της όπως αναφέρεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό του βουλεύματος αυτού χωρίς να υπάρχει ουδεμία αντίφαση μεταξύ των μερών αυτών του άνω βουλεύματος. Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το γεγονός ότι στο σκεπτικό του βουλεύματος (φύλλο2 29ο) αναφέρεται ότι στα αντίγραφα της μήνυσης και της ένορκης εξέτασης της η αναγραφή της ώρας έχει εμφανώς αλλοιωθεί μετατραπείσα από 10 σε 12 ενώ στο διατακτικό αναφέρεται (φύλλο 32ο) ότι η κατηγορουμένη νόθευσε τα επικυρωμένα αντίγραφα της άνω μηνύσεως της και της ένορκης εξέτασης αυτής ως μηνύτριας ενώπιον του Εισαγγελέα που παρέλαβε την μήνυση ως προς την ώρα εξέτασής της από 10.33 π.μ. σε 12 αφού προηγουμένως στο σκεπτικό του βουλεύματος διευκρινίζεται ότι η μήνυση αυτή της κατηγορουμένης κατά αγνώστων δραστών καταχωρήθηκε στο πληροφοριακό σύστημα της υπηρεσίας του κεντρικού υπολογιστικού συστήματος (SERVER) της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών στις 2-6-2000 και ώρα 10:33:27 πρωϊνή ακριβώς και οπωσδήποτε κατατέθηκε πριν την ανωτέρω ώρα και η καταχώρηση έπεται της καταθέσεως και όχι ώρα 12 όπως ισχυριζόταν η κατηγορουμένη. Με την παραδοχή δε αυτή στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά στην αλλοίωση των άνω εγγράφων σε σχέση με τον σε ώρες και όχι σε πρώτα λεπτά χρονικό προσδιορισμό της υποβολής της από 2-6-2000 μηνύσεως από την κατηγορουμένη και της ενόρκου εξετάσεως της και ότι δεν συνέπιπτε ούτε η ώρα 10:33 κατά την οποία καταχωρήθηκε η μήνυση αυτής στο πληροφοριακό σύστημα του κεντρικού υπολογιστικού συστήματος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ούτε η προ της ώρας καταχωρήσεως ώρα 10:00 της 2/6/2000 με την ώρα 12 μεσημβρινή κατά την οποία η κατηγορουμένη σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ευρίσκετο στα γραφεία της έδρας της εταιρείας "Αναστάσιος Β. Κολιόπουλος Χαρτοποιΐα - Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις ΑΕ" και όχι στα γραφεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Κατά τα προαναφερθέντα, στην κακουργηματική πλαστογραφία το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η βλάβη τρίτου δεν είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ίδια την πράξη της κατάρτισης του πλαστού ή τη νόθευση του γνησίου εγγράφου και τη χρήση του και πληρούται η υπόστασή του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τον άνω περαιτέρω σκοπό προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους του δράστη που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ με ισόποση ζημία άλλου, ακόμη και όταν για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να χωρήσει ενέργεια άλλου προσώπου ή αρχής, όπως του δικαστή προς παραπλάνηση του οποίου υποβάλλεται από τον δράστη το πλαστό ή νοθευθέν έγγραφο που υποστηρίζει ψευδείς ισχυρισμούς του προκειμένου να αιτιολογηθεί ότι το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος από την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας ανώνυμης εταιρείας και της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 κατά τα αναφερόμενα ποσά, που υπερέβαιναν τις 73.000 ευρώ, είχε ενταχθεί στο παραπλανητικό σχέδιο της υπαιτίου με την νόθευση των άνω εγγράφων έτσι ώστε να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα με την παρεμβολή ενεργειών και των δικαστών που θα έκριναν την από 31-7-2000 αγωγή της να επιτευχθεί το άνω περιουσιακό όφελος γινόταν λόγος και στο σκεπτικό και στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι ο σκοπός της κατηγορουμένης ήταν με τη χρήση των δύο άνω νοθευμένων εγγράφων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών να παραπλανήσει τους δικαστές των ανωτέρω δικαστηρίων σχετικά με το γεγονός ότι η διά της άνω καταγγελίας λύση της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής ήταν άκυρη και καταχρηστική λόγω της ως άνω προηγηθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των Ζ και Ψ1 εξ αιτίας της οποίας υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας έπρεπε να της επιδικασθεί το πιο πάνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση και λόγω του ότι η καταγγελία αυτή στηρίχθηκε στο ψευδές κατά τους ισχυρισμούς της γεγονός που, εν γνώσει του ψεύδους του επικαλέσθηκαν οι αντίδικοί της (εναγόμενοι-εκκαλούντες0 στις προαναφερθείσες δίκες και επιβεβαίωσαν οι αναφερόμενοι τέσσερις μάρτυρες τους στις από 27-11-2000 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών για το ότι περί ώρα 12 μεσημβρινή της 2-6-200 προκάλεσε η ήδη αναιρεσείουσα εντός του γραφείου της στην έδρα της εταιρείας, επεισόδιο, απευθυνόμενη στον Ζ, μετά την ανακοίνωση προς εκείνη της απόλυσης του πατέρα της Θ από την εταιρεία, με τις αναφερόμενες φράσεις "παλιάνθρωπε κάθαρμα, μας εκμεταλλεύεσαι τα έχω υπολογίσει η δίνεται 3.500.000 δραχμές τώρα ή σας πάω στα δικαστήρια, δεν θα μου γλυτώσετε. Μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγω. Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 216 παρ3 εδαφ. α ΠΚ και δεν επιχειρήθηκε θεμελίωση της κατηγορίας για την άνω αξιόποινη πράξη με την παράθεση περιστατικών που στοιχειοθετούσαν το έγκλημα της απόπειρας απάτης και εφόσον η κατηγορουμένη πράξη είχε κακουργηματικό χαρακτήρα υπόκειται στην δεκαπενταετή παραγραφή του άρθρου 111 παρ.2 (περ. β') ΠΚ, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί και δεν συντρέχουν οι περιστάσεις για να θεωρηθεί η πράξη αυτή ως πλημμέλημα και ότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής λόγω παρόδου της κατά το άρθρο 111 παρ.3 ΠΚ η πενταετίας. Εφόσον με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως που αποδίδεται στην κατηγορουμένη και ορθώς υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν και αναφέρονται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό χωρίς λογικά κενά και αντίφαση στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις κατά τρόπο ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ.1 και 3 ΚΠοινΔ αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στην πράξη. Το δεδικασμένο εξαντλείται στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνη που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του κριθέντος αδικήματος. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως και ως εκ τούτου δεδικασμένο, όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικώς καθένα ίδιο έγκλημα που δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που έκρινε άλλων αξιόποινη πράξη. Εξ άλλου η ταυτότητα πράξεως που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποτελείται και η κατηγορία, για την βασιμότητα ή μη της οποίας έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες της αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ή του βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου που καταδίκασε ή αθώωσε ή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για το ίδιο πρόσωπο που διώκεται εκ νέου για την ίδια πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το 5493/2000 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να κατηγορηθεί για τις πράξεις: α) απόπειρας εκβιάσεως από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε απειλή βλάβης της επιχειρήσεως του εξαναγκασμένου, η οποία συνίστατο στο ότι την 2/6/2000 με σκοπό να αποκομίσει ο πατέρας της Θ παράνομο περιουσιακό όφελος αυτή απευθύνθηκε προς τους Ζ και Ψ1, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντιστοίχως του Δ.Σ. της ανωνύμου εταιρείας από την επωνυμία "Αναστάσιος Βλ. Κολιόπουλος-Χαρτοποιΐα-Χαρτοβιομηχανία και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις ΑΕ" και διευθύνοντες συμβούλους της εν λόγω εταιρείας και προσπάθησε να εξαναγκάσει αυτούς με την απειλή βλάβης της επιχειρήσεώς των, να καταβάλουν στον άνω πατέρα της το ποσό των 35.000.000 δρχ. το οποίο δήθεν όφειλε η εταιρεία σε εκείνον από την μεταξύ των εργασιακή σχέση και από την απόλυσή του από την εταιρεία λέγοντας τις φράσεις "παλιάνθρωπε, κάθαρμα που μας εκμεταλλεύεσαι, σας έχω στο χέρι, τα έχω υπολογίσει ή τα δίνετε όλα 35.000.000 αμέσως ή σας πάω στα δικαστήρια και σας καταστρέφω ξέρω πολλά εδώ μέσα δεν θα μου γλυτώσετε" και β) της δυσφημήσεως ανωνύμου εταιρείας, η οποία συνίστατο στο ότι με την από 31 Ιουλίου 2000 αγωγή της κατά της άνω εταιρείας που επιδόθηκε σ'αυτήν την 19-9-2000, ισχυρίσθηκε για τους διευθύνοντες την ανώνυμη εταιρεία Ζ και Ψ1 γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας των, που μπορούσαν να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς την εταιρεία και γενικότερα τις επιχειρήσεις της και συγκεκριμένα ότι "ο Ζ με καθύβρισε με τη λέξη κάθαρμα, έχει αντικοινωνική συμπεριφορά, ευρέως γνωστή όχι μόνο στους εργαζόμενους της εταιρείας όπου επικρατεί κλίμα φόβου και δυσαρέσκειας από παρόμοιες αντιδράσεις του κατά το παρελθόν, αλλά και γενικότερα στο κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον, ο ίδιος θεωρεί ότι δύναται να ελέγχει τους πάντες λόγω της οικονομικής του θέσεως και φέρεται σκαιότατα σε όποιον τολμά να προβάλει αξιώσεις που έρχονται σε αντίθεση με το οικονομικό του συμφέρον, τόσο δε αυτός όσο και η Ψ1 έχουν έλλειψη ηθικών αναστολών". Οι πράξεις αυτές δεν ταυτίζονται κατά τα στοιχεία που τις θεμελιώνουν με την αξιόποινη πράξη της νοθεύσεως εγγράφων μετά χρήσεως από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επί νοθεύσεως, απαιτείται μεταγενέστερη της κατάρτισης γνησίου εγγράφου αλλοίωση του περιεχομένου του με την προώθηση, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων ή αριθμών ή άλλων στοιχείων του, ώστε να παρέχεται η εντύπωση ότι η δήλωση του εκδότη είχε εξ αρχής το περιεχόμενο που της προσδόθηκε με την αλλοίωση με τη θέληση του ενεργούντος αυτή να προκαλέσει πλάνη σε κάποιον άλλον για την γνησιότητα του εγγράφου και με αυτήν να τον οδηγήσει σε εννόμως σημαντική συμπεριφορά που προκλήθηκε από το περιεχόμενο της νοθεύσεως, χωρίς να ενδιαφέρει αν επιτεύχθηκε ή παραπλανήσει και με σκοπό του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ποσού άνω του προβλεπομένου ορίου. Τα περιστατικά για τα άνω στοιχεία που θεμελιώνουν την αξιόποινη πράξη της νοθεύσεως εγγράφων μετά χρήσεως από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ δεν κρίθηκαν από το άνω αμετάκλητο 5493/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών κατά την έρευνα των άλλων αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονταν στην ίδια κατηγορουμένη και για τις οποίες απεφάνθει να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της.
Συνεπώς δεν παρήχθη δεδικασμένο που να προέκυπτε από το άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς την αξιόποινη πράξη της νοθεύσεως εγγράφων μετά χρήσεως με σκοπό το συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ.1 εδάφ.γ' ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως. Η περιεχόμενη δε στην αίτηση φράση "ζητώ να παραστώ ενώπιον του Συμβουλίου Αρείου Πάγου εάν κριθεί ότι συντρέχει λόγος να παράσχω και προφορικές εξηγήσεις δεν συνιστά αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεως αλλά ευχή καθόσον όπως είναι διατυπωμένη εξαρτάται από την εξουσιαστική αίρεση αποδοχής της από το Συμβούλιο.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2009 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως του 428/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (νόθευση) επικυρωμένων αντιγράφων μηνύσεως και ένορκης εξέτασης της μηνύτριας ενώπιον του Εισαγγελέα που παρέλαβε τη μήνυση από την ίδια τη μηνύτρια, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ποσού άνω των 73.000 ευρώ. Για την κακουργηματική πλαστογραφία δεν είναι αναγκαίο να είναι συνδεδεμένα άμεσα με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση του γνησίου το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη αλλά αρκεί να έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη έστω και αν παρεμβληθούν και άλλες ενέργειες του δράστη ή τρίτων η αρχής που έπονται της πλαστογραφίας προκειμένου να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που παρέπεμψε την κατηγορουμένη για την άνω πράξη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου για κακουργήματα. Απόρριψη του περί παραβιάσεως του δεδικασμένου λόγου αναιρέσεως καθόσον δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση το καθένα και αποτελούν εξωτερικώς ξεχωριστό έγκλημα που δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου ή του Συμβουλίου που έκρινε άλλην αξιόποινη πράξη αμετακλήτως. Από το απαλλακτικό για την ίδια κατηγορούμενη για απόπειρα εκβιάσεως από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε απειλή βίας του εξαναγκαζόμενου και για δυσφήμιση ανώνυμης εταιρείας βούλευμα, δεν παράγεται δεδικασμένο για την αξιόποινη πράξη της νόθευσης από την κατηγορούμενη εγγράφου μετά χρήσεως από την οποία το σκοπηθέν συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ καθόσον τα περιστατικά που θεμελιώνουν την τελευταία αυτήν αξιόποινη πράξη δεν κρίθηκαν από το αμετάκλητο βούλευμα που απάλλαξε την κατηγορουμένη για τις άλλες άνω αξιόποινες πράξεις. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2209/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Χρονοπούλου, 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ράπτη, 4. Χ4, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Χρονοπούλου, 5. Χ5, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ράπτη, 6) Χ6, κατοίκου ... και 7. Χ7, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Χρονοπούλου, περί αναιρέσεως της 1684/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 356/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει.
Ενόψει όλων των παραπάνω, υπάρχει ποινική ευθύνη των νομίμων εκπροσώπων και διαχειριστών κοινοπραξίας κατασκευής του υπόγειου τεχνικού έργου σήραγγας οδού, του υπεύθυνου μηχανικού επιβλέψεως και του διευθυντή και επιστάτη του έργου, καθώς και του ορισθέντος υπεύθυνου τεχνικού των μέτρων ασφαλείας, για σωματική βλάβη εργαζομένων στο εργοτάξιό τους από αμέλεια, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτούς των παραπάνω κανόνων και μέτρων ασφαλείας που είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει ο καθένας τούτων αντίστοιχα και τα οποία ορίζονται από ειδικές νομικές διατάξεις.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου, και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1684/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν οι επτά αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων μηνών ο καθένας. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι στο σκεπτικό της, αφού παρατίθενται σκέψεις για την έννοια των διατάξεων των άρθρων 314, 15 και 28 ΠΚ, όμοιες με τις προπαρατεθείσες σχετικώς, διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα: Περαιτέρω το άρθρο 2 του Π.Δ. 225/1989 περί υγιεινής και ασφάλειας στα υπόγεια τεχνικά έργα ορίζει ότι "1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού θεωρούνται: α) Κύριος του έργου: Φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δίκαιου, ύστερα από εντολή του οποίου και για λογαριασμό του εκτελείται, το έργο. β) Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του τεχνικού έργου ή τμήματος του. γ) Υπεργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο ή άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του τεχνικού έργου ή τμήματος του. 2. ... 3. Ο υπεργολάβος τμήματος του έργου υποχρεούται: α) Να εφαρμόζει τις διατάξεις του παρόντος στο τμήμα του έργου που έχουν αναλάβει ... ε) Να γνωστοποιούν στους υπ' αυτούς εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους και να τους ενημερώνουν για τις διατάξεις της νομοθεσίας σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας, καθώς και για τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή τους ... . στ) Να ασκεί κατάλληλη εποπτεία για την ασφαλή εκτέλεση του τμήματος του έργου που έχουν αναλάβει, ώστε να μην κινδυνεύουν οι εργαζόμενοι σ' αυτό, αλλά ούτε και οι εργαζόμενοι σε άλλα τμήματα. Περαιτέρω η παράγραφος 4 του άρθρου 9 του προαναφερθέντος προεδρικού διατάγματος ορίζει ότι "... 4. Θέσεις εργασίας και διάδρομοι κυκλοφορίας πρέπει να ελέγχονται και να προστατεύονται έναντι πτώσης τμημάτων και εδάφους ή αποκόλλησης βράχων. Για την στερέωση των εδαφών και την συγκράτηση των πετρωμάτων πρέπει να εφαρμόζονται οι κατάλληλες κατά περίπτωση μέθοδοι ή συνδυασμοί μεθόδων (π.χ. ξεσκάρωμα, υποστύλωση, κοχλίωση, επένδυση, ενέσεις) από τα κατάλληλα άτομα, με τα κατάλληλα υλικά και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής", ενώ οι παράγραφοι 2,3,7,8,9 του άρθρου 10 ορίζουν αντίστοιχα ότι "... 2. Σε περίπτωση άμεσου και σοβαρού κινδύνου πρέπει οι εργαζόμενοι να απομακρύνονται άμεσα από την επικίνδυνη περιοχή. 3. Τμήματα υπογείων έργων για τα οποία διαπιστώνεται ότι είναι επικίνδυνα πρέπει να απομονώνονται, αποκλεισμένης της εισόδου σε αυτά ... . 7. Το εργατοτεχνικό προσωπικό του έργου πρέπει να εκπαιδεύεται με ευθύνη του εργολάβου, αρχικά προτού αναλάβει υπηρεσία, αλλά και μετά περιοδικά, τόσο στο αντικείμενο απασχόλησης του όσο και στα θέματα πρόληψης ατυχημάτων, υγιεινής εργασίας, πυρόσβεσης και στη σωστή χρήση όλων των διατιθεμένων μέσων, του εξοπλισμού γενικά και των μέσων ατομικής προστασίας. Η αλλαγή θέσης εργασίας πρέπει να αποτελεί αφορμή επανεκπαίδευσης του εργαζόμενου. 8. Επικεφαλής κάθε εργοταξίου υπογείου έργου πρέπει να είναι διπλωματούχος μηχανικός με σημαντική τεκμηριωμένη εμπειρία σε ανάλογα έργα. Επίσης επικεφαλής κάθε βάρδιας πρέπει να είναι διπλωματούχος μηχανικός ή τεχνικός γεωλόγος παρών επί τόπου του έργου με προηγούμενη εμπειρία σε παρόμοια έργα. Οι επικεφαλής εργοδηγοί κάθε βάρδιας πρέπει να έχουν τεκμηριωμένη εμπειρία παρόμοιου έργου και το ειδικευμένο προσωπικό που χρησιμοποιείται πρέπει να είναι έμπειρο στην κάθε ειδικότητα, εφοδιασμένο με αντίστοιχα πτυχία. 9. Το προσωπικό ασφάλειας του εργοταξίου πρέπει επί πλέον των απαιτήσεων του Π.Δ. 294/88 (ΦΕΚ 138/Α/21.6.88) να είναι τουλάχιστον ένα άτομο σε κάθε βάρδια με γνώσεις εργοδηγού υπογείων έργων.". Επίσης οι διατάξεις των άρθρων 111 και 112 του ΠΔ 1073/1981, ορίζουν ότι "'Αρθρον 111. Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π. Δ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρείται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ όσον έχει ειδικός γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας. Άρθρον 112. Οι απασχολούμενοι, ειδικώς δε οι νεοπροσλαμβανόμενοι, πρέπει να διαφωτίζονται μερίμνη των αμέσως προϊσταμένων των σχετικώς με τους κινδύνους τους συνυφασμένους με την εργασίαν των και γενικώτερον να ενημερώνονται επί των διατάξεων του παρόντος." Ακόμα οι διατάξεις του ν. 1418/1984 και δη το άρθρο 3 αυτού ορίζει ότι "Για την εφαρμογή του νόμου αυτού οι παρακάτω όροι, έχουν την ακόλουθη σημασία, α) "Εργοδότης" η "κύριος του έργου" είναι το Δημόσιο η άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο. β) "Φορέας κατασκευής του έργου" είναι η αρμόδια Αρχή ή Υπηρεσία που έχει την ευθύνη παραγωγής του έργου, γ) "Ανάδοχος εργολήπτης" ή, "ανάδοχος" είναι η εργοληπτική επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί με σύμβαση η κατασκευή του έργου ...", ενώ το άρθρο 34 του ΠΔ 609/1985 στην παράγραφο 4. ορίζει ότι "Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό του, ή στο προσωπικό του φορέα του έργου, ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λπ.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα. Κατά δε το νόμο 1568/1968 και δη των άρθρων 6 παρ. 2β, (συμβουλευτικές αρμοδιότητες του τεχνικού ασφαλείας) ορίζεται ότι "Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας: ... β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης" ενώ το άρθρο 7 του αυτού νόμου ορίζει ότι "1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση:α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας, γ) να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών του και να προτείνει μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων ατυχημάτων, δ) να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού και τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων. 2. Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, β) να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. 3. Η άσκηση του έργου του τεχνικού ασφάλειας δεν αποκλείει την ανάθεση σ' αυτόν από τον εργοδότη και άλλων καθηκόντων, πέρα από το ελάχιστο όριο ωρών απασχόλησης του ως τεχνικού ασφάλειας. 4. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει, κατά την άσκηση του έργου του, ηθική ανεξαρτησία απέναντι στον εργοδότη και στους εργαζόμενους. Τυχόν διαφωνία του με τον εργοδότη, για θέματα της αρμοδιότητας του, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της σύμβασης του. Σε κάθε περίπτωση η απόλυση του τεχνικού ασφάλειας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. 5. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση να τηρεί το επιχειρησιακό απόρρητο", ενώ το άρθρο 32 ορίζει ότι: Α. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση: 1. Να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και ο τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα ... 6. Να ενθαρρύνει την εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας ...". Τέλος το π.δ. 17/1996 ορίζει στο άρθρο 7 παρ.1 ότι: Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων και ειδικότερα κατά την παράγραφο 6: "α) Να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, β) Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, γ) Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, δ) Να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους. ε) Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, στ) Να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων ...", βάσει των ακόλουθων κατά την παράγραφο 7 γενικών αρχών πρόληψης, ήτοι: α) Αποφυγή των κινδύνων. β) Εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν. γ) Προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία. δ) Αντικατάσταση του επικίνδυνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο. ε) Προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία. στ) Καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους. ζ) Προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας. η) Προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και θ) Παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζόμενους. Στην προκειμένη περίπτωση από την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος που εξετάστηκε στο Δικαστήριο τούτο, από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν επίσης στο Δικαστήριο τούτο, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, από τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Η κοινοπραξία με την επωνυμία "Κοινοπραξία Κ/Ξ ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.-Κ.Ι. ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.-J&Ρ (ΕΛΛΑΣ) Α.Τ.Ε.-ΤΕΓΚΑ.Ε.-Κ.Ι. ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.-ΑΕΓΕΚ-ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.-ΟΔΩΝ & ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο ..., διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας είναι οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων, ανέλαβε την εκτέλεση του τμήματος Α του έργου ... ΟΔΟΣ τμήμα ...-... (5.1). Στα πλαίσια των εργασιών διάνοιξης της σήραγγας υπ' αριθμ. Σ10, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης-2-2001, ήτοι την προηγουμένη του κατωτέρου αναφερομένου ατυχήματος εντός αυτής, μετά την εκτέλεση ανατίναξης για το επόμενο βήμα εκσκαφής μήκους 2 μέτρων έλαβε χώρα αποκόλληση και κατάπτωση τμήματος θόλου ακριβώς πριν το μέτωπο, η οποία συμπαρέσυρε και περίπου τρία μέτρα ήδη υποστηριχθέντος με αγκυρώσεις τμήματος του θόλου της σήραγγας. Αμέσως αποφασίστηκε από τους υπευθύνους του έργου η άμεση εφαρμογή ενισχυμένων μέτρων υποστήριξης της σήραγγας με τοποθέτηση χαλύβδινων υποστηριγμάτων (μεταλλικών πλαισίων) κατά μήκος τμήματος της σήραγγας που υπερκάλυπτε την περιοχή της κατάπτωσης, εργασίες που έλαβαν χώρα από το μεσημέρι της προαναφερθείσας ημέρας (8-2-2001). Μέχρι δε την επομένη το πρωί, ήτοι στις 9-2-2001 είχαν τοποθετηθεί έξι μεταλλικά πλαίσια στα οποία είχε εκτοξευθεί ινοπλισμένο σκυρόδερμα. Την ημέρα εκείνη κλήθηκαν να εισέλθουν, προκειμένου να εργαστούν στην εν λόγω σήραγγα για την τοποθέτηση των μεταλλικών στηριγμάτων, μεταξύ άλλων και οι ΑΑ και Ψ, οι οποίοι είχαν προσληφθεί από την εν λόγω κοινοπραξία με την ειδικότητα ο μεν πρώτος οδηγού φορτηγού, ο δε δεύτερος βοηθού τοπογράφου, χωρίς κανείς από τους υπευθύνους του έργου να τους προειδοποιήσει για την αποκόλληση και κατάπτωση του τμήματος του θόλου της εν λόγω σήραγγας την προηγουμένη, ως όφειλαν, ενόψει του αυξημένου κινδύνου εργασίας εντός αυτής. Αμφότεροι δε οι προαναφερθέντες ΑΑ και Ψ, κλήθηκαν να παρέχουν την εργασία τους εντός της σήραγγας δίχως να έχουν την κατάλληλη ειδίκευση για εργασίες εντός σήραγγας ούτε να έχουν λάβει την κατάλληλη προς τούτο εκπαίδευση, πολλώ δε μάλλον να ενημερωθούν από τον υπεύθυνο ασφαλείας του έργου για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επιστάτης των εργασιών εντός της σήραγγας την ημέρα εκείνη ήταν ο πέμπτος των κατηγορουμένων Χ7, ο οποίος εργαζόταν στο έργο ως απλός εργάτης, δίχως να έχει την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση και ο οποίος βρισκόταν πίσω από τους δύο εργαζομένους και όχι στο μέτωπο της σήραγγας, επιτηρώντας ως όφειλε για πιθανή ύπαρξη κινδύνου. Λίγο πριν την τοποθέτηση του 8ου μεταλλικού πλαισίου εντός της σήραγγας και ενώ ο ΑΑ ήταν σκυμμένος στο κέντρο του άξονα αυτής κρατώντας το ένα άκρο της μετροταινίας στο έδαφος ενώ ο Ψμε κοντάρι που στην κορυφή του ήταν τοποθετημένο το άλλο άκρο της μετροταινίας μετρούσε ελέγχοντας την τελική θέση του 8ου μεταλλικού πλαισίου, αποκολλήθηκαν τεμάχια βράχων όγκου περίπου 2 m3 από τη δεξιά παρειά ακριβώς μπροστά από το πλαίσιο και προς το μέτωπο, τμήματα των οποίων κατρακυλώντας έφθασαν μέχρι το κέντρο του άξονα με αποτέλεσμα να τραυματιστούν οι μεν ΑΑ στο κεφάλι, στην κνήμη και στον αριστερό μηρό, και ειδικότερα να υποστεί εκδορές στο κεφάλι στην κνήμη και υπερκονδύλιο κάταγμα (ΑΡ) γόνατος, ο δε Ψ ενστικτωδώς κινούμενος προς την αριστερή παρειά προκειμένου να προστατευθεί από την πτώση των βράχων, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος, με συνέπεια, παρότι φορούσε κράνος, ως όφειλε, να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, (αρ) ωτοραγία, ρινοραγία, κάκωση αριστερού γόνατος και να μεταφερθεί σε κωματώδη κατάσταση στο Γ.Ν.Ν. Βέροιας. Ο παρευρισκόμενος εντός της σήραγγας επιστάτης του έργου πέμπτος κατηγορούμενος, δεν προειδοποίησε εγκαίρως, αν και ο ίδιος είχε προβλέψει την αποκόλληση των βράχων, ως καταθέτει, τους δύο τραυματισθέντες εργαζόμενους να απομακρυνθούν από τη σήραγγα, αν και κατά την έξοδο του από τη σήραγγα, στην προσπάθεια του να προστατευθεί ο ίδιος, προειδοποίησε τους λοιπούς εργαζομένους σε αυτήν να την εγκαταλείψουν. Τέλος αποδείχθηκε ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών εντός της σήραγγας ν. 10, και παρά την αυξημένη επικινδυνότητα λόγω της προηγηθείσας στις 8-2-2001 αποκολλήσεως του θόλου αυτής, την 9η-2-2001 δεν παρευρίσκονταν ο τέταρτος, έκτος και έβδομος των κατηγορουμένων. Ο τραυματισμός των προαναφερθέντων παθόντων οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια απάντων των κατηγορουμένων, εκ των οποίων οι μεν τρεις πρώτοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της κοινοπραξίας που είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου, ο τέταρτος εξ αυτών ως υπεύθυνος μηχανικός του έργου, ο πέμπτος εξ αυτών ως επιστάτης του έργου, ο έκτος εξ αυτών ως διευθυντής του έργου και ο έβδομος εξ αυτών ως υπεύθυνος τεχνικός των μέτρων ασφαλείας στο ως άνω έργο, ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να καταβάλλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, να προβλέψουν και να παρεμποδίσουν το αποτέλεσμα της πράξης τους, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από τις παραλείψεις τους και προξένησαν στους ανωτέρω παθόντες τις ως άνω σωματικές κακώσεις. Ειδικότερα ενώ όφειλαν σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω νομοθετήματα, ο πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος των κατηγορουμένων α) να εκπαιδεύσουν αρχικά και πριν την ανάληψη των καθηκόντων τους αλλά και περιοδικά κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών τους εργαζομένους στο έργο, και σε περίπτωση αλλαγής της θέσεως εργασίας να επανεκπαιδεύσουν τους εργαζόμενους, β) να τοποθετούν ως επικεφαλής βάρδιας διπλωματούχο μηχανικό ή τεχνικό γεωλόγο, ο οποίος, να είναι παρών επί τόπου κατά την εκτέλεση του έργου, γ) επιπλέον δε να τοποθετούν επικεφαλή εργοδηγό κάθε βάρδιας άτομο με τεκμηριωμένη εμπειρία σε παρόμοια έργα (υπόγειες σήραγγες) και δ) να χρησιμοποιούν ειδικευμένο προσωπικό έμπειρο σε εκάστη ειδικότητα που να είναι εφοδιασμένο με αντίστοιχα πτυχία, άπαντες δε των κατηγορουμένων ενώ όφειλαν να ασκούν κατάλληλη εποπτεία για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, ώστε να μην κινδυνεύουν οι εργαζόμενοι σε αυτό, να ελέγχουν επισταμένα και να προστατεύουν τις θέσεις εργασίας και τους διαδρόμους κυκλοφορίας έναντι πτώσεων τμημάτων και εδάφους ή αποκόλλησης βράχων και σε περίπτωση άμεσου κινδύνου να απομακρύνουν άμεσα τους εργαζόμενους από την επικίνδυνη περιοχή, σε τμήματα δε υπογείων έργων, όπως εν προκειμένου, να τα απομονώνουν, αποκλείοντας την είσοδο σε αυτά των εργαζομένων, οι κατηγορούμενοι δεν έπραξαν τα ανωτέρω ως όφειλαν, αλλά αντιθέτως στις 9-2-2001 στη ... και δη στη σήραγγα 10 όπου την προηγουμένη είχε σημειωθεί αποκόλληση βράχων του θόλου, με συνέπεια να αυξηθεί η επικινδυνότητα της εργασίας εντός αυτής, ανέθεσαν στους παθόντες την εκτέλεση εργασιών εντός της σήραγγας, προκειμένου οι τελευταίοι να τοποθετήσουν μεταλλικά πλαίσια στήριξης αυτής, εργασίας διάφορης των ειδικοτήτων τους, δεδομένου ότι ως προελέχθηκε ο μεν ένας ήταν οδηγός φορτηγού και ο έτερος βοηθός τοπογράφου, δίχως να τους έχουν εκπαιδεύσει προς τούτο και (χωρίς) να τους έχουν ενημερώσει για την επικινδυνότητα της εργασίας τους, ούτε φρόντισαν ώστε επικεφαλής της βάρδιας να είναι διπλωματούχος μηχανικός ή γεωλόγος παρά ανέθεσαν την εργασία αυτή στον πέμπτο των κατηγορουμένων που ήταν απλός εργάτη ο οποίος παρέλειψε να τους ειδοποιήσει εγκαίρως για τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν από την πτώση των βράχων, επιπροσθέτως δε οι τέταρτος, έκτος και έβδομος των κατηγορουμένων απουσίαζαν από το χώρο εργασίας όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, ενώ όφειλαν να παρίστανται, προκειμένου να ασκούν την κατάλληλη εποπτεία για την ασφαλή εκτέλεση του έργου και να ελέγχουν επισταμένα και προστατεύουν τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό των προαναφερθέντων παθόντων από αποκόλληση τμήματος βράχων κατά την εκτέλεση της εργασίας τους εντός της σήραγγας, ως ειδικότερα αναφέρεται και στο διατακτικό της παρούσας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1 β, 28, 94, 314 παρ.1 εδ. α και 315 παρ.1 εδ. β του ΠΚ, σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 3 ΒΔ. 25-8/1920, 2, 111, 112 ΠΔ 1073/1981, 3, 6 ν. 1418/1984, 28, 34 ΠΔ 609/1985, 6, 7, 32 Ν. 1568/1985, 2,9,10 ΠΔ 225/1989, 8 ΠΔ 305/1991, 25 παρ.1 του Ν. 2224/1994, 2, 7, 9, 12 ΠΔ 17/18-1-1995 και 7 πδ 17/1996, τις οποίες διατάξεις, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού, συμπληρούμενου και από το διατακτικό, που συνιστούν ενιαίο σύνολο, συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις, αναφέρονται οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εν λόγω εργατικό ατύχημα και αιτιολογείται η συνδρομή μη συνειδητής αμέλειας των κατηγορουμένων ως προς την επέλευση της σωματικής βλάβης στους δύο εργαζομένους, κατά τους αναφερόμενους διακριτούς ρόλους τους, και δη αμέλειας χωρίς συνείδηση ως προς το επελθόν αποτέλεσμα των σωματικών βλαβών, γιατί οι κατηγορούμενοι από έλλειψη της δέουσας προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν και από μη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, εκπαιδεύσεως του απασχολουμένου προσωπικού και επιβλέψεως του έργου, που είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν, ο καθένας στον ειδικότερο τομέα του, που εξειδικεύεται στο αιτιολογικό, δεν προέβλεψαν το εγκληματικό αποτέλεσμα και δη την πτώση τεμαχίων βράχων και τον τραυματισμό των δύο υπ'αυτούς εργαζομένων, ενώ θα μπορούσαν να το προβλέψουν και να το αποφύγουν αν κατέβαλαν την επιβαλλόμενη από το νόμο επιμέλεια και προσοχή, μη προκύπτουσας ασάφειας ως προς το είδος της αμελείας που δέχθηκε, της ιδιότητας και του ρόλου εκάστου στο κατασκευαζόμενο έργο και της πηγής της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως, για καθένα χωριστά από τους κατηγορουμένους, β) επαρκώς αιτιολογείται η αμελής συμπεριφορά του καθενός κατηγορουμένου, το νομοθετικό πλαίσιο, βάσει των προαναφερθέντων ειδικών κανόνων δικαίου, της επιβαλλόμενης σε καθένα από αυτούς επιμέλειας και προσοχής, η μη πρόβλεψη και η δυνατότητα αποτροπής του αποτελέσματος, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός από τους κατηγορουμένους και των επελθουσών δύο σωματικών βλαβών, γ) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά και ιδίως οι μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, το δε γεγονός ότι δεν αναφέρεται το δικαστήριο ειδικά και στο περιεχόμενο των αναγνωσθέντων, με αύξοντα αριθμό 21, 23, 24 και 25 στα πρακτικά, τεσσάρων εγγράφων, (τις από Ιουνίου 1999 τεχνικές προδιαγραφές σηράγγων, το ΠΟΛ/239/690, το 71506/400/5-1Χ6 και το ΠΟΛ 370/670/2ΓΓ ), για τα οποία παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν τα αξιολόγησε, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δε συνεκτίμησε το δικαστήριο και αυτά τα έγγραφα, αφού, από την προσβαλλόμενη απόφαση και δη από τη μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού "... καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο προς σχηματισμό της περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίσεώς του, όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα έγγραφα, άρα και αυτά και επομένως αβασίμως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες για μη συνεκτίμηση και των συγκεκριμένων τεσσάρων εγγράφων, δ) η επικαλούμενη απουσία των αναιρεσειόντων Χ2, Χ6 και Χ1 από το εργοτάξιο των ώρα του ατυχήματος, δεν επηρεάζει, ούτε αναιρεί τις αναφερθείσες παραλείψεις τους και την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να έχουν λάβει ενωρίτερα τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας και να αποτρέψουν τον τραυματισμό των δύο εργατών, ε) η αιτίαση των αναιρεσειόντων Χ5, Χ3 και Χ4, καταδικασθέντων, λόγω της ιδιότητας αυτών ως νομίμων εκπροσώπων - διαχειριστών της κατασκευάστριας και εργοδότιδος των παθόντων κοινοπραξίας - εταιρείας, ότι δεν υπέχουν αμέλεια και δεν ευθύνονται για τους άνω δύο τραυματισμούς των εργατών, διότι με σύμβαση είχαν ορίσει ως υπεύθυνο τεχνικό διευθυντή - εργοταξιάρχη, για το σχετικό έργο, τον συγκατηγορούμενό τους και συγκαταδικασθέντα Χ6, στον οποίο και είχαν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους σχετικά με το συγκεκριμένο έργο, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 και 22 παρ.3 του Κ.Ν. 2190/1920, είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως επαρκώς αιτιολογημένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταβίβαση των ποινικών ευθυνών δεν είναι δυνατή, ούτε προβλέπεται από τις άνω διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920, η δε ρύθμιση απαλλαγής από τη δίωξη των ιδιοκτητών της επιχειρήσεως που έχουν ορίσει τεχνικό διευθυντή, αφορά ειδικές παραβάσεις του ίδιου Β.Δ. 25-8/1920 και όχι την τέλεση από αυτούς άλλων αξιοποίνων πράξεων, όπως αυτές των σωματικών βλαβών εργαζομένων μισθωτών τους από αμέλεια, που προβλέπονται από τα άρθρα 314 και 315 του ΠΚ. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως των επτά αναιρεσειόντων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10-2-2009, επτά τον αριθμό, αιτήσεις των επτά αναιρεσειόντων αντίστοιχα, Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, περί αναιρέσεως της 1684/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική Βλάβη Εργατών. Άρθρο 314 § 1 εδ. α΄, 315 § 1 β, 15 και 28 ΠΚ. Έννοια. Οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των 7 κρινόμενων αιτήσεων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η απουσία του κατηγορουμένου από το εργοτάξιο την ώρα του εργατικού ατυχήματος, δεν ασκεί επιρροή στην προαναφερθείσα παράλειψή του να παρεμποδίσει την επέλευση του ατυχήματος. ΑΠ 1462/2004. Η με σύμβαση μετάθεση ποινικών ευθυνών δεν είναι επιτρεπτή, ο δε ορισμός υπεύθυνου τεχνικού διευθυντή, επόπτη έργου, επιβλέποντος μηχανικού ή εργοταξιάρχη, δεν αναιρούν την ποινική ευθύνη των ιδιοκτητών ή των διευθυντών της εργολήπτριας εταιρείας, η δε προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του β.δ. 25.8/5-9-1920, εξαίρεση στην περίπτωση αυτή των άνω προσώπων, αφορά τις ειδικές ποινικές παραβάσεις του άνω β.δ. και όχι τη διαφορετική αξιόποινη πράξη της παράβασης των άρθρων 314 περ. 1Α, 315 του ΠΚ (ΑΠ 685/2007) - (σωματική βλάβη από αμέλεια - αναιρέσεων συνεκδίκαση - νόμου εφαρμογή και ερμηνεία - αιτιολογίας επάρκεια). 210) 2210 - Δικαστήριο - Γιαννακόπουλος: Καταδικαστική απόφαση για κατοχή ναρκωτικών ουσιών (526 γραμ. ηρωίνης) παρά τοξικομανούς και απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Καταλογισμού ικανότητα.
| 0
|
Αριθμός 2208/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1119/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 643/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 223/24.06.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την 2.041/6-3-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Νικολακόπουλου, κατά της 1119/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτησή του για χορήγηση επεκτατικού αποτελέσματος στην έφεση του συγκατηγορουμένου του ΑΑ, καθόσο τούτο, δικάζοντας την έφεση του συγκατηγορούμενού του κατά της 492/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείο Θεσσαλονίκης, που καταδικάζει αμφότερους για ληστεία, κατά συναυτουργία, τον κήρυξε αθώο, και εκθέτω τα ακόλουθα:
2- Κατά μεν το άρθρο 476 παρ. 1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αυτός που καταδικάστηκε μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Από τη διάταξη αυτή σαφέστατα συνάγεται ότι αναφέρεται και αφορά μόνο όταν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική (βλ. ΑΠ 2062/2003, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 329/2000 κ.α.), και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιόποινης πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν σχετική ποινή (βλ. ΑΠ 5/2000 ολ, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 295/2001 κ.α.). Επομένως, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη (ή ως απαράδεκτη, ΑΠ 134/2004, ΑΠ 491/2002) δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση με επίδοση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη, διότι δεν τηρήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. αφενός και η διάταξη του άρθρου 474 Κ.Π.Δ. αφετέρου (βλ. ΑΠ 766/2001, ΑΠ 295/2001, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 669/2001, ΑΠ 155/2003, ΑΠ 817/2002 κ.ά.).
3- Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών ασκεί την 2041/09 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1119/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτησή του για χορήγηση επεκτατικού αποτελέσματος στην έφεση του συγκατηγορουμένου του ΑΑ, με την οποία τούτο, δικάζοντας την έφεση του συγκατηγορουμένου του κατά της 492/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείο Θεσσαλονίκης, που καταδικάζει αμφότερους για ληστεία, κατά συναυτουργία, τον κήρυξε αθώο. Την αίτηση αυτή την άσκησε όχι με δήλωση ενώπιον στο γραμματέα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό, και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει, όπως είχε δικαίωμα, αλλά με δήλωση που επέδωσε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο παραστάς στη δίκη, που κηρύσσει την αίτησή του ως ουσιαστικά αβάσιμη συνήγορός του, παρόλο ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της.
4- Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί η 2.041/6-3-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Νικολακόπουλου, κατά της 1119/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Β- Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 €.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί κατά την συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορό του παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Δεν είναι καταδικαστική υπό την άνω έννοια η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται αίτηση ενός των κατηγορουμένων, για έγκλημα που είχε τελεσθεί από περισσότερους ή του οποίου η ποινική ευθύνη κατά το νόμο εξαρτάται από την ευθύνη άλλου κατηγορουμένου, να επεκταθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δ. και ως προς αυτόν το επωφελές αποτέλεσμα από ένδικο μέσο το οποίο ασκήθηκε από έτερο κατηγορούμενο για την ίδια πράξη και το οποίο ένδικο μέσο δεν άσκησε ο αιτών ή το άσκησε αλλά τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή τον Προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό, και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος ενώ όταν πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αυτή είναι δυνατό να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα που οφείλει να ειδοποιήσει, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1119/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η από 2.7.2008 αίτηση και οι συναφείς αυτοτελείς ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος για χορήγηση και σ'αυτόν του επεκτατικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου της εφέσεως που είχε ασκήσει ο συγκατηγορηθείς μαζί του ΑΑ κατά της καταδικαστικής 492/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και επί της οποίας εφέσεως εκδόθηκε η 945-946/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αθώωσε τον άνω συγκατηγορούμενό του ΑΑ, για την αξιόποινη πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία, για την οποία και οι δύο είχαν κατηγορηθεί, ώστε να ωφεληθεί και ο ίδιος (ο ήδη αναιρεσείων) από το απαλλακτικό αποτέλεσμα της προαναφερθείσης αποφάσεως του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε ο παραστάς κατά τη δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συνήγορος, που εκπροσωπούσε τον αιτούντα, ασκήθηκε δε η αίτηση αυτή αναιρέσεως με την από 5.3.2009 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6/3/2009. Η κατά τον τρόπο αυτόν ασκηθείσα ένδικη αναίρεση δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε ως αβάσιμη αίτηση του κατηγορουμένου Χ για χορήγηση επεκτακτικού αποτελέσματος της εφέσεως που είχε ασκηθεί από συγκατηγορούμενό του και σε αυτόν, ως συμμέτοχο στην ίδια πράξη.
Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της και πρέπει, μετά και την σχετική ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/3/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1119/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε από παραστάντα, στη συζήτηση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνήγορο του κατηγορουμένου, με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτης καθόσον η αναίρεση δεν στρεφόταν κατά αποφάσεως καταδικαστικής αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε αίτηση για χορήγηση στον κατηγορούμενο επεκτατικού αποτελέσματος από έφεση που είχε ασκηθεί από έτερο κατηγορούμενο με τον οποίο ως συμμέτοχοι είχαν κατηγορηθεί και καταδικασθεί πρωτοδίκως για την ίδια αξιόποινη πράξη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επεκτατικό αποτέλεσμα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 2206/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της ΒΤ1057/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα με έδρα την ... και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Συμεών Χατζηπιέρα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 218/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ίδιου Κώδικα, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο άσκησής της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 68 παρ.2 του ΚΠΔ, αυτός που δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τον Αστικό Κώδικα, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Η μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ποινικό δικαστήριο παράσταση πολιτικής αγωγής, ως και εκείνη που γίνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι ανεπίτρεπτη και αν δεν απορριφθεί και δεν αποβληθεί ο πολιτικώς ενάγων πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1057/2007 απόφασή του καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για το έγκλημα της παράβασης του άρθρου 79 του Ν.5960/1933 κατ'εξακολούθηση. 'Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αποφάσεως, η Τράπεζα ... παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου υποβάλλοντας απαίτησή της κατ'αυτού ύψους 44 Ευρώ με επιφύλαξη για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η παράσταση αυτή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και επιδικάστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα το αιτηθέν ποσό. 'Όμως η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε παρασταθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της σχετικής υπ'αριθμ. 2625/2001 αποφάσεώς του. Επομένως η παράσταση της πολιτικώς εναγούσης για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι ανεπίτρεπτη σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν και εφόσον δεν απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή και δεν αποβλήθηκε η πολιτικώς ενάγουσα, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω και εφόσον οι μερικότερες πράξεις του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος έχουν τελεσθεί την 31-1-2000, 10-1-2000, 20-1-2000, 30-1-2000, 10-2-2000, 28-1-2000, 10-3-2000 και 22-1-2000 αντίστοιχα, έχει ήδη συμπληρωθεί γι'αυτές ο προβλεπόμενος από το νόμο χρόνος της πενταετούς παραγραφής και της τριετούς αναστολής αυτής, με αποτέλεσμα την εξάλειψη του αξιοποίνου των ανωτέρω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεων λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ.1 και 3, 112 και 113 παρ.2 και 3 του ΠΚ. Μετά από αυτά πρέπει κατά παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και περαιτέρω κατ'εφαρμογή του άρθρου 511 εδάφ. τρίτο του ΚΠΔ, να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως η παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και να παύσει οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις ανωτέρω πράξεις (άρθρο 370 περίπτ. β' του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 1057/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ... ποινική δίωξη για το ότι στον ..., στις 31-1-2000, 10-1-2000, 20-1-2000, 30-1-2000, 10-2-2000, 28-1-2000, 10-3-2000 και 22-1-2000, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στην Τράπεζα ... γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής και συγκεκριμένα τις επιταγές με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... για να πληρωθούν από την Τράπεζα ..., ποσού 3.500.000, 3.500.000. 2.500.000, 2.500.000, 3.000.000, 3.500.000, 3.000.000 και 3.500.000, αντίστοιχα, σε διαταγή του ιδίου, οι οποίες παρουσιάσθηκαν στις 25-1-2000, 12-1-2000, 24-1-2000, 24-1-2000, 25-1-2000, 25-1-2000, 25-1,-2000 και 26-1-2000, αντίστοιχα, στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παράσταση πολιτικής αγωγής για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι ανεπίτρεπτη και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δέχτηκε παράσταση πολιτικής αγωγής για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση και επειδή μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής επήλθε παραγραφή της πράξεως, παύει οριστικά την ποινική δίωξη.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 2204/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιάρκο, και 2. ... που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 8859/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 290/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α' Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ) Επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ανωτέρω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, για τη ζωή ή για τη βαριά σωματική βλάβη. Τούτο διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, μολονότι η πράξη τιμωρείται και στις δύο με την ίδια ποινή, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη περίπτωση προσβάλλεται έννομο αγαθό υπέρτερο της σωματικής υγείας και ακεραιότητας, γεγονός που έχει σημασία ενόψει των κριτηρίων καθορισμού της ποινής, κατά το όρθρο 79 ΠΚ. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο 'Αρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας εφήρμοσε σωστά ή όχι το νόμο, με αποτέλεσμα να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 8859/2008 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε ως προς το αποδιδόμενο στους αναιρεσείοντες έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-3-2006 οι κατηγορούμενοι με πρόθεση προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού. Συγκεκριμένα πυροβόλησαν με αεροβόλα όπλα και τραυμάτισαν τον εγκαλούντα, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν τραύμα στην κοιλιακή χώρα, η πράξη τους δε αυτή, από τον τρόπο της τέλεσής της και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού. Με βάση αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες του πλημμελήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και τους επέβαλε γι'αυτό ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών.
'Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο ως προς το έγκλημα αυτό, αναφέροντας διαζευκτικώς τόσος το σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της πρσοβαλλόμενης απόφασης, τα έννομα αγαθά του παθόντος, των οποίων επήλθε διακινδύνευση (δηλαδή και κίνδυνο ζωής και βαριά σωματική βλάβη), δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχτηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εντεύθεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες επικίνδυνης σωματικής βλάβης και τους επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, (κατά την οποία και μόνον πλήττεται η ως άνω απόφαση), καθώς και για τη διάταξή της για τη συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 8859/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις της περί ενοχής των αναιρεσειόντων για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και επιβολής σ'αυτούς ποινής για την πράξη αυτή, καθώς και ως προς τη διάταξή της για τη συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν στην καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη, δεν καθορίζεται ποια από τις δύο διακινδυνεύσεις συνέτρεξε (κίνδυνος για τη ζωή ή βαριά σωματική βλάβη), υπάρχει ασάφεια που ιδρύει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση γιατί αναφέρει διαζευκτικά και τα δύο είδη διακινδύνευσης.
|
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
|
Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 2202/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πολιτικό, περί αναιρέσεως της 45583/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1696/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλης έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 45583/2008 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθ. 83002/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ για παράβαση του ΑΝ. 86/1967. Ήδη με την κρινόμενη από 22-9-2008 αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι για λόγους υγείας δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στο δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να ζητήσει αναβολή της δίκης ώστε να προσκομίσει στοιχεία για εξόφληση των οφειλόμενων εισφορών, πράγμα που θα οδηγούσε σε εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως, κατόπιν δε τούτων προσβάλλει την απόφαση για απόλυτη ακυρότητα. Επειδή δεν ανεστάλη η ποινική δίωξη προς το σκοπό εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει κάποιον ορισμένο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος να πλήττει την κρίση της αποφάσεως περί απορρίψεως της εφέσεως ως ανυποστήρικτης και γιαυτό είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476, 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 45583/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση, με λόγο ότι από λόγους υγείας δεν μπόρεσε η ήδη αναιρεσείουσα να εμφανιστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να ζητήσει αναβολή της δίκης ώστε να προσκομίσει στοιχεία για την εξόφληση των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί απορρίψεως της εφέσεως ως ανυποστήρικτης και έτσι η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η αίτηση αναιρέσεως.
|
Εφέσεως ανυποστήρικτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 2201/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 1923/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Μαρτίου 2009 και 3 Μαρτίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 24 Σεπτεμβρίου 2009 και 28 Σεπτεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου ή οποιουδήποτε αιτήματος αυτού περί αναβολής της δίκης ή περί κατ' αντιπαράσταση εξετάσεως μαρτύρων. Λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι, ασκήθηκε κατά των δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και του αθωωθέντος στον πρώτο βαθμό ιατρού ΑΑ, ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν να δικασθούν για την πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως για δικαστική χρήση o άνω ιατρός, για χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποιήσεως η πρώτη αναιρεσείουσα και για ηθική αυτουργία στην παραπάνω χρήση της ψευδούς βεβαιώσεως ο δεύτερος αναιρεσείων (άρθρα 46 παρ. 1 α, 221 ΠΚ), ότι με την πρωτόδικη 551/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, αθωώθηκε ο ως άνω ιατρός για την ψευδή ιατρική πιστοποίηση, αλλά καταδικάστηκαν, κατά μεταβολή της κατηγορίας, η μεν πρώτη αναιρεσείουσα για χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως για δικαστική χρήση, ληφθείσα κατόπιν υφαρπαγής, ο δε δεύτερος αναιρεσείων για ηθική αυτουργία στην παραπάνω χρήση της πρώτης, όπως μεταβλήθηκε (άρθρα 46 παρ.1 α, 220 παρ.1 α ΠΚ). Κατόπιν εφέσεων των άνω καταδικασθέντων κατηγορουμένων, παραπονουμένων για εσφαλμένη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να προβάλλεται ειδικός λόγος εφέσεως για ανεπίτρεπτη μεταβολή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της εναντίον τους κατηγορίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, από την οποία προκύπτει ότι εμπεριέχει το εξής αιτιολογικό: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και κατωτέρω και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 23-5-2002, ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά επρόκειτο να εκδικασθεί, κατόπιν μηνύσεως του σωματείου με την επωνυμία "Συντεχνία Επιπλοποιών και Ξυλουργών Καταστηματαρχών Αθηνών και Προαστίων", η κατά του εκ των κατηγορουμένων Χ2 κατηγορία για υπεξαίρεση. Αμέσως μετά την εκφώνηση της υποθέσεως αυτής, ενεφανίσθη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου η κατηγορουμένη Χ1, αδελφή του ανωτέρω κατηγορουμένου και δήλωσε στο δικαστήριο ότι ο συγκατηγορούμενος αδελφός της αδυνατεί να εμφανισθεί λόγω ανυπερβλήτου κωλύματός του και ζήτησε την για τον λόγο αυτόν αναβολή της δίκης. Προς επιστήριξη δε του αιτήματος τούτου αναβολής κατέθεσε ως μάρτυς, ενόρκως εξεταζόμενη, επί λέξει τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι αδελφός μου. Θα ερχόμασταν μαζί στο Δικαστήριο και καθώς εγώ πήγα να ανεβώ στο μηχανάκι έπεσε το μηχανάκι και χτύπησε. Εισήχθη στο Νοσοκομείο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ. Σας προσκομίζω υπηρεσιακό σημείωμα νοσηλειών. Είμαι 41 ετών. Ιδιωτική υπάλληλος. 7.20 το πρωΐ έγινε το ατύχημα. Απογευματινή είμαι". Ακολούθως και προς επίρρωση της ανωτέρω καταθέσεώς της η ανωτέρω κατηγορουμένη προσεκόμισε και παρέδωσε στον δικάζοντα δικαστή το από 23-5-2002 έγγραφο έκτακτο εισιτήριο του ανωτέρω Νοσοκομείου, που υπέγραφε ως εξετάσας ιατρός ο αναπληρωτής διευθυντής της ορθοπεδικής κλινικής του ΑΑ, στο οποίον εξετίθετο ότι διεγνώσθη ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος Χ2 έπασχε από "αίμαρθρο ΔΕ γόνατος, πιθανή ρήξη χιαστού και μηνίσκου". Με βάση το έγγραφο τούτο και την ως άνω κατάθεση της κατηγορουμένης Χ2, το δικαστήριο, παρά την διατύπωση αντιρρήσεων του μηνυτή και επιφυλάξεών του ως προς την προβαλλόμενη πάθηση του κατηγορουμένου Χ2, προχώρησε, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος του τελευταίου, στην δια της υπ' αριθμ. ΒΜ-3880/23-5-2002 αποφάσεώς του, αναβολή της δίκης για την δικάσιμο της 24-9-2002. Μετά ταύτα και προκειμένου να διαπιστώσουν την κατ' ουσίαν βασιμότητα του προβληθέντος λόγου αναβολής της ως άνω δίκης, μέλη του μηνυτού σωματείου, μεταξύ των οποίων και ο επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου εξετασθείς ως μάρτυς ΒΒ, μετέβησαν στο προαναφερόμενο νοσοκομείο, όπου όμως διεπίστωσαν ότι δεν ευρίσκετο εκεί νοσηλευόμενος ο εν λόγω κατηγορούμενος και ότι αυτός είχε αποχωρήσει την ίδια ημέρα (23-5-2002), αφού προηγουμένως πράγματι είχε μεταβεί εκεί και δη στα εξωτερικά ιατρεία, όπου προσποιήθηκε στον ιατρό ΓΓ, ότι έχει κτυπήσει το γόνατό του και του ζήτησε να επισκεφθεί δήθεν προς εξέταση και τον γνωστό του ιατρό του ίδιου νοσοκομείου ΑΑ, από τον οποίον εν τέλει έλαβε την ανωτέρω ιατρική βεβαίωση, εξαπατώντας τον τελευταίο ότι πάσχει εκ της ανωτέρω παθήσεως. Σε συζήτηση δε που είχαν τα ως αν μέλη του μηνυτή με τον φερόμενο ως εξετάσαντα τον κατηγορούμενο αυτόν (Χ2) ιατρό ΑΑ, ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι δεν τον είχε εξετάσει και παρά τούτο είχε εκδώσει την εν λόγω ιατρική πιστοποίηση, απευθυνόμενος δε προς σ' αυτόν (Χ2), μόλις ο τελευταίος αντελήφθη ότι τον αναζητούν και προσέτρεξε εκεί, του είπε επί λέξει "εντάξει μην λες ψέματα, μην παίζεις θέατρο, ξέρουν", όπως τούτο αποδεικνύεται από την επ' ακροατηρίου κατάθεση του ως άνω μάρτυρος ΒΒ. Ειρήσθω ενταύθα ότι επειδή ο εν λόγω κατηγορούμενος Χ2 δεν ανευρέθη στην κλινική αυτή κατά την ανωτέρω ημερομηνία και κατά την αναζήτησή του εκεί από τα ειρημένα μέλη του σωματείου, συνετάγη προς τούτο το από 24-5-2002 πειθαρχικό εξιτήριο της ειρημένης κλινικής του προαναφερομένου νοσοκομείου. Ότι ο ανωτέρω ιατρός ΑΑ δεν εξήτασε τον κατηγορούμενο Χ2 αποδεικνύεται από την συνεκτίμηση (ΑΠ 987/2006 ΠΧρ ΝΖ'338, ΑΠ 854/2006 ΠΧρ ΝΖ.236, ΑΠ 721/2005 ΝοΒ 53.1862): α) της επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου ως άνω καταθέσεως του μάρτυρος ΒΒ, β) της επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παραδοχής του ιατρού αυτού (ΑΑ), ότι πράγματι δεν εξήτασε τον κατηγορούμενο αυτόν και ότι όταν τον ανεζήτησε σε δωμάτιο του νοσοκομείο δεν τον ανεύρε, με συνέπεια όταν τελευταίος ενεφανίσθη, κατά τα εκτεθέντα, να τον επιπλήξει λέγοντας του "που είσαι γιατί με εκθέτεις" και γ) της επίσης επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου καταθέσεως του μάρτυρος ΓΓ, ωσαύτως ιατρού της ανωτέρω κλινικής, ότι όταν, ως εφημερεύοντα ιατρό, τον επεσκέφθη κατά την ειρημένη ημερομηνία ο κατηγορούμενος αυτός διεπίστωσε μεν ότι αυτός είχε εκδορές στο γόνατο, ότι δεν υπήρχε κάταγμα αλλά αιμάτωμα και επειδή ήταν γόνατο του είπε ότι χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος και ότι μέχρι του σημείου αυτού είχε ασχοληθεί ο ίδιος, σαφώς συναγομένου εκ τούτων, ότι και ο ιατρός αυτός δεν εξήτασε κατά τον ιατρικώς ενδεδειγμένο τρόπο τον κατηγορούμενο αυτόν και ούτε εξέδωσε ο ίδιος την ειρημένη και προσκομισθείσα στο δικαστήριο ως άνω ιατρική βεβαίωση. Επομένως εκ των ανωτέρω, ως αποδειχθέντων γενομένων δεκτών περιστατικών, αποδεικνύεται αναντιρρήτως τον μεν ότι η ανωτέρω από 23-5-2002 ιατρική πιστοποίηση, δεν είχε συνταχθεί μετ' ιατρικήν εξέταση και διάγνωση της ανωτέρω παθήσεως, ούτε υπό του ιατρού ΓΓ, ούτε ειδικώς υπό του ανωτέρω αρμοδίου προς τούτο και υπογράφοντος αυτήν ιατρού ΑΑ, αλλά είχε συνταχθεί υπό του τελευταίου τούτου ιατρού άνευ εξετάσεώς του υπ' αυτού και κατόπιν εξαπατήσεώς του από τον εν λόγω κατηγορούμενο (Χ2) ότι έπασχε εκ της ανωτέρω παθήσεως. Επομένως, η ιατρική αυτή βεβαίωση, η οποία ως εκ το ότι εξεδόθη υπό του αρμοδίου προς τούτο ως άνω υπαλλήλου - ιατρού του ανωτέρω δημοσίου, ως υπαγομένου στο Υπουργείο Υγείας νοσοκομείου είναι δημόσιο έγγραφο, ήταν ψευδής ως προς την ειρημένη γνωμάτευση - βεβαίωση της παθήσεως του κατηγορουμένου αυτού. Το δε ότι τόσον ο ανωτέρω κατηγορούμενος Χ2, ως αφορώσα στο πρόσωπό του, όσον και η συγκατηγορουμένη αδελφή του Χ1 ως συνοδεύουσα αυτόν, κατά τα υπό της ιδίας εκτεθέντα κατά την εξέτασή της ως μάρτυρος στο ανωτέρω Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιώς και έχουσα συνεπώς ιδίαν γνώση και αντίληψη των προπαρατεθέντων περιστατικών αυτών, εγνώριζαν το ψευδές της (βεβαιώσεως αυτής), αφού ο πρώτος τούτων δεν είχε εξετασθεί από τον εκδόσαντα αυτήν ιατρό ΑΑ ώστε ο τελευταίος να διαγνώσει και να βεβαιώσει την εν λόγω πάθησή του. Παρά ταύτα ο μεν εκ των κατηγορουμένων Χ2 με την ηθελημένη υπ' αυτού δόση της σχετικής εντολής στην συγκατηγορουμένη αδελφή του, αλλά και με παροτρύνσεις, πειθώ, φορτικότητα, υποσχέσεις, προτροπές και συμβουλές προς αυτήν, την έπεισε να προσκομίσει στο ανωτέρω δικαστήριο την εν λόγω ψευδή ιατρική βεβαίωση προς επιστήριξη, ως προσφόρου προς τούτο, του αιτήματός του για αναβολή της δίκης δι' εξαπατήσεώς του (ανωτέρω δικαστηρίου), δημιούργησε σε αυτήν την βούληση και την απόφαση να την προσκομίσει γνωρίζοντας, κατά τα εκτεθέντα, ότι είναι ψευδής, πράγμα που και αυτή έπραξε, επίσης με την αυτή βούληση και θέληση, αφού την προσεκόμισε ενώπιον του ειρημένου Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιώς προς επιστήριξη του εν λόγω αιτήματος του συγκατηγορουμένου της για αναβολή της δίκης, την οποίαν και επέτυχε. Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι πληρούνται τόσον κατά την υποκειμενική όσον και κατά την αντικειμενική τους υπόσταση οι αξιόποινες πράξεις των κατά τα άρθρα 46 παρ.1 εδ. α' και 220 παρ. 1 του ΠΚ χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως κατόπιν υφαρπαγής και της ηθικής αυτουργίας στην χρήση ψευδούς βεβαιώσεως κατόπιν υφαρπαγής, για τις οποίες, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως και ηθική αυτουργία σε αυτήν που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο, πρέπει, ως και πρωτοδίκως, να κηρυχθούν αντιστοίχως ένοχοι οι κατηγορούμενοι, απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμού και αιτήματος του εξ αυτών Χ2 περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας λόγω ανεπίτρεπτου κατά τα ανωτέρω μεταβολής της κατηγορίας και κατ' αντιπαράσταση εξέταση του μάρτυρος ΓΓ με τους λοιπούς ως άνω μάρτυρες. Και τούτο καθ' όσον μεν αφορά τον πρώτο γιατί οι πράξεις αυτές για τις οποίες και πρωτοδίκως κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αυτοί, δεν είναι ουσιωδώς διάφορες κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις από τις ανωτέρω για τις οποίες ασκήθηκε η εναντίον τους ποινική δίωξη, ώστε να αποτελούν εντελώς διαφορετικά εγκλήματα. Ωσαύτως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του αυτού κατηγορουμένου (Χ2) ότι δεν του ανακοινώθηκε η ως άνω μετατροπή της εναντίον του κατηγορίας πριν την πρωτόδικη καταδίκη μου για να μπορεί έτσι να απολογηθεί, αφού τούτο (απολογία του), ενόψει της αποδεικνυομένης από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως ερημοδικίας του, δεν μπορούσε να γίνει. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι επί μεταβολής της κατηγορίας δεν υπάρχει, κατ' ουδεμίαν διάταξη νόμου, υποχρέωση ανακοινώσεώς της στον κατηγορούμενο και ακολούθως κλήσεως του ήδη απολογηθέντος αυτού σε συμπληρωματική απολογία. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά το αίτημά του για κατ' αντιπαράσταση εξέταση του μάρτυρος ΓΓ με τους λοιπούς ως άνω μάρτυρες είναι επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο, γιατί από τα ειρημένα αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη, σαφή και ασφαλή γνώση και αντίληψη των κρισίμων για την υπόθεση αυτή περιστατικών". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, ενόχους, για την πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως κατόπιν υφαρπαγής την πρώτη Χ1 και για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη της πρώτης, τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 και ειδικότερα: "την πρώτη κατηγορουμένη Χ1 ένοχη του ότι στον ..., χρησιμοποίησε ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα την 23-5-2002 προσεκόμισε την από 23-5-2002 ψευδή πιστοποίηση του Αν. Δ/ντή του Π. Γ. Ν. Νίκαιας "Αγ. Παντελεήμων", ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά, όπου δικαζόταν κατόπιν μηνύσεως του σωματείου με την επωνυμία "Συντεχνία Επιπλοποιών και Ξυλουργών Καταστηματαρχών Αθηνών και Προαστίων" για υπεξαίρεση ο αδελφός της Χ2, καταθέτοντας ότι τη στιγμή που επέβαιναν του δικύκλου μοτοποδηλάτου αυτού, με σκοπό να μεταβούν στο δικαστήριο, ο αδελφός της έπεσε και χτύπησε και στη συνέχεια εισήχθη στο παραπάνω νοσοκομείο, με αποτέλεσμα, να πετύχει εξ αυτού του λόγου την αναβολή της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 24-9-2002, αν και γνώριζε ότι η ως άνω βεβαίωση ήταν ψευδής, αφού ο αδελφός της, ούτε τραυματίστηκε ούτε εισήχθη στο νοσοκομείο αυτό για νοσηλεία και τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 ένοχο του ότι στις 23-5-2002 προκάλεσε με πρόθεση στη συγκατηγορούμενη Χ1 (αδελφή του) την απόφαση να εκτελέσει την πιο πάνω διαπραχθείσα από αυτήν άδικη πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως κατόπιν υφαρπαγής και συγκεκριμένα με εντολή προς αυτήν αλλά και με πειθώ, φορτικότητα, υποσχέσεις, προτροπές και συμβουλές, παρότρυνε και έπεισε αυτήν να προσκομίσει ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά, την προαναφερομένη ψευδή βεβαίωση, προκειμένου να επιτύχει την αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεώς του, στην οποία κατηγορείτο για υπεξαίρεση, ενώ εγνώριζε τόσον αυτός, όσον και η συγκατηγορούμενή του, την αναλήθεια του περιεχομένου της". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1 α, 220 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς ο δόλος των αναιρεσειόντων και δη τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση και των δύο, ότι δεν είχε εξετασθεί ο δεύτερος ποτέ από τον βεβαιούντα ιατρό και περί του ψευδούς περιεχομένου της, κατόπιν υφαρπαγής του δευτέρου, ληφθείσας από τον παραπλανηθέντα γνωστό τους ιατρό ΑΑ, ψευδούς ιατρικής βεβαιώσεως και δη ο δόλος της πρώτης αναιρεσείουσας που κατ'εντολή του αδελφού της έκανε χρήση της ψευδούς αυτής ιατρικής βεβαιώσεως στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς και πέτυχε αναβολή ποινικής δίκης του δευτέρου αναιρεσείοντος για σημαντικό αίτιο στο πρόσωπό του, ως δήθεν ασθενήσαντος κατηγορουμένου, αιτιολογείται ειδικά και ο δόλος του τελευταίου ηθικού αυτουργού και δη ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε (πειθώ, φορτικότητα, υποσχέσεις, προτροπές και συμβουλές) προς την πρώτη αδελφή του, να μεταβεί αυτή και να κάνει χρήση στο ποινικό δικαστήριο, όπου αυτή κατέθεσε και ως μάρτυρας, της ψευδούς αυτής ιατρικής βεβαιώσεως, ζητήσασα με τη βεβαίωση αυτή τη για λογαριασμό του αδελφού της αναβολή της δίκης, την οποία και πέτυχε, β) αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού περί ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και του υποβληθέντος αιτήματος της κατ' αντιπαράσταση εξετάσεως του ιατρού ΓΓ με τους υπόλοιπους μάρτυρες, γ) τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, ορθά υπήχθησαν στην προσήκουσα ως άνω νομική διάταξη και συνιστούν τα αδικήματα της χρήσης σε δικαστήριο, από την πρώτη αναιρεσείουσα, ψευδούς ιατρικής βεβαιώσεως, ληφθείσας κατόπιν υφαρπαγής και ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω χρήση ψευδούς βεβαιώσεως, ληφθείσας κατόπιν υφαρπαγής, του δευτέρου αναιρεσείοντος, (άρθρα 220 παρ. 1 και 46 παρ.1 του ΠΚ), αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ακριβώς καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δ) δεν υπάρχει ασάφεια ούτε αντίφαση σκεπτικού και διατακτικού, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ενιαίο σύνολο, και σαφώς προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάζονται για χρήση σε δικαστήριο ψευδούς ιατρικής βεβαιώσεως, ληφθείσας κατόπιν υφαρπαγής και ηθική αυτουργία στη χρήση αυτή αντίστοιχα (άρθρο 220 παρ.1, 46 παρ.1 ΠΚ) και όχι για χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως του άρθρου 221 παρ. 1 και 2 του ΠΚ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, των αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των παρεμπιπτουσών αυτής και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 και 220 ΠΚ.
Περαιτέρω, από τις περί ασκήσεως της ποινικής διώξεως διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43 και 49 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ., 246 επ., 250 και 321 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο μπορούν να αποφαίνονται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη, έστω και συναφή, γιατί διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ. Όταν δε η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε να δικασθεί, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές συνθήκες, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα, αντικειμενικά διαφορετικό, υφίσταται μεταβολή κατηγορίας, η οποία ιδρύει λόγο εφέσεως, αλλά και αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ για απόλυτη ακυρότητα. Όμως, κατά το άρθρο 504 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα, πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής, και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως των καταδικασθέντων, για απόλυτη ακυρότητα, κατ'άρθρο 171 παρ.1 δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ και για παραβίαση των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, διότι, α) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα και ανεπίτρεπτα μετέβαλε την κατηγορία, από χρήση ψευδούς πιστοποιήσεως για δικαστική χρήση και ηθική αυτουργία στην παραπάνω χρήση (221 ΠΚ) που είχαν παραπεμφθεί με κλητήριο θέσπισμα, σε χρήση ψευδούς ιατρικής βεβαιώσεως, κατόπιν υφαρπαγής και ηθική αυτουργία σε αυτή τη χρήση (220 ΠΚ), β) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έδωσε το λόγο στο συνήγορο των κατηγορουμένων, ως προς το ζήτημα της παραπάνω μεταβολής της κατηγορίας που προέβη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ενόψει δε του ότι στις εκθέσεις εφέσεων που άσκησαν οι κατηγορούμενοι, κατά της άνω πρωτοβάθμιας αποφάσεως, που μετέβαλε ως παραπάνω την κατηγορία, δεν προτάθηκε, με ειδικό λόγο εφέσεως, η άνω κατά τους αναιρεσείοντες ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε εξουσία πλέον να κρίνει μόνο για το αδίκημα του άρθρου 220 ΠΚ, για το οποίο και είχαν καταδικασθεί, και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας για απόλυτη ακυρότητα και της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10-3-2009 και από 3-3-2009 αιτήσεις - δηλώσεις της Χ1 και του Χ2, μετά των προσθέτων από 24-9-2009 και 28-9-2009 αντίστοιχων λόγων αυτών, περί αναιρέσεως της 1923/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση Ψευδούς Βεβαίωσης και υφαρπαγής η 1η και Ηθική Αυτουργία ο 2ος αναιρεσίβλητοι. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α, Δ, Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρόσθετος λόγος, για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής, και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος (ΑΠ 784/2008) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 2197/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. ... και 2. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2...., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 55/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Μαΐου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως για τον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 21/5.5.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 55/13.3.2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 21/5-52008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων, μετά την κατά τούτο παραίτηση από του δικογράφου αυτής με δήλωση των αναιρεσειόντων, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά (ΚΠολΔ 294 εδ. 1, 295 παρ.1 εδ. 1, 297, 299), προσβάλλεται η 55/13-3-2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Στη συνέχεια, πρέπει να ερευνηθεί η υπό κρίση αναίρεση ως προς το τυπικά παραδεκτό αυτής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 και 120 ΚΠολΔ. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται και η υπογραφή του δικηγόρου, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο (ΚΠολΔ 118 περ. 6) όπως στον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 94). Η παράβαση των διατάξεων αυτών, που ρυθμίζουν την προδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως, συνεπάγεται ακυρότητα και το Δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 και 159 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 44 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων), ο δικηγόρος έχει δικαίωμα ν' ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του συλλόγου που είναι μέλος πλην των εξαιρέσεων των άρθρων 56 και 57. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ο δικηγόρος, που είναι διορισμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, δικαιούται να καταθέτει το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μόνο στην γραμματεία των Εφετείων Αθηνών και Πειραιώς, ενώ για την κατάθεση αυτού στην γραμματεία των άλλων Εφετείων απαιτείται η σύμπραξη δικηγόρου διορισμένου στο δικαστήριο που κατατίθεται η αναίρεση, διαφορετικά η διαδικαστική αυτή πράξη της καταθέσεως είναι άκυρη και το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (ΑΠ 819/2008, 368, 1332/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου της ερευνώμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτωθι αυτής υπ' αριθμ. 21/5-5-2008 πράξη κατάθεσής της στη Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου Αικατερίνη Διακοκολιού, προκύπτει ότι τούτο υπογράφεται από τους δικηγόρους Σάββα Τσάμπη και Ελευθέριο Παπαδημητρίου, διορισμένους στους Δικηγορικούς Συλλόγους Δωδεκανήσου και Αθηνών, αντίστοιχα, κατατέθηκε όμως στη γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου μόνο από τον τελευταίο, δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Δωδεκανήσου, με άμεση δικονομική συνέπεια το απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η 21/5-5-2008 αίτηση για αναίρεση της 55/13-3-2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (...).
ΙΙ. Απορρίπτει την 21/5-5-2008 αίτηση για αναίρεση της 55/13-3-2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά την κατεύθυνσή της κατά της δεύτερης των αναιρεσίβλητων (...). Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικόγραφο αναίρεσης. Στοιχεία για το ορισμό και παραδεκτό αυτού. Δικαίωμα δικηγόρου προς άσκηση του λειτουργήματός του. Περιορισμοί σ΄ αυτό. Περίπτωση απαραδέκτου αιτήσεως για αναίρεση λόγω κατάθεσής της από δικηγόρο μη διορισμένο στην περιφέρεια του δικαστηρίου που κατέθεσε.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2196/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Αρβανιτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20901/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2450/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντα Ιωάννη Τέντε , με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 175/5-5-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2450/31-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 8957/17-3-2004 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι με την προφορικώς συνομολογηθείσα στις 28-3-1994 με τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο σύμβαση, εδάνεισε στον τελευταίο το ποσό των 149.689,45 γερμανικών μάρκων, αποδοτέο στις 28-4-1994, εδίωκε την καταψήφιση, με βάση την κατ' εκείνο τον χρόνο (28-3-1994) ισοτιμία μάρκου-δραχμής, την καταψήφιση του εντεύθεν προκύπτοντος ποσού των [(149.689) X (146,71) 21.960.939 δρχ] 64.449,00 Ευρώ. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 20901/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 3246/4-8-2006 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2450/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κρίση, με την αξιολόγησή της ως μη νόμιμης, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι το αιτούμενο προς καταψήφιση ποσό Ευρώ προσδιορίζεται με βάση την ισοτιμία Μάρκου-Ευρώ κατά τον Χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως δανείου αντί εκείνου της ημέρας της εξοφλήσεως. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δε εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' ολ ΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά την προδιαληφθείσα αυτού έννοια, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά την προϊσχύσασα εξαιρετική νομισματική νομοθεσία (άρθρα 4 παρ. 1, 11 παρ. 2 του ν. 5422/1932, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14-7-1932 που κυρώθηκε με το ν. 5665/1932,6 του α.ν.800/1937, 4 του α.ν. 362/1945 και 1 του α.ν. 33/1936) κάθε δικαιοπραξία υπέρ προσώπου διαμένοντας στην Ελλάδα, που περιέχει ρήτρα συνομολογήσεως αξιώσεων ή υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, είναι κατά την εν λόγω ρήτρα άκυρη. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 4 παρ/φοι 1 και 2 του α.ν. 362/της 4/4.6.1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΕισΝ αυτού, "πάσα δικαιοπραξία έγγραφος ή προφορική εξ ης πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις προς καταβολήν τιμήματος ή μισθώματος πράγματος ή αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντας εν Ελλάδι δύναται να συνομολογήται μόνον εις δραχμάς. Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι' ης, παρά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα ή συνάλλαγμα, ή εις δραχμάς μεν ων όμως το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμαρίθμου, είναι άκυρος. Εν τη περίπτωση ταύτη, το αρμόδιον δικαστήριον προσδιορίζει κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός την δικαίαν αντιπαροχήν, ήτις όμως δεν δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος επί τη βάσει της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών κατά την ημέραν της συνομολογήσεως της δικαιοπραξίας, εφ' όσον και το ούτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον". Οι διατάξεις αυτές έχουν, κατά τη διασταλτική τους ερμηνεία εφαρμογή σε κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα, επομένως και σε σύμβαση δανείου, ως και σε περίπτωση αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους. Μερική απόκλιση του προαναφερόμενου απαγορευτικού κανόνα, αποβλέποντας στην προστασία του εθνικού νομίσματος απετέλεσε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 7 της 267/9.4.1953 Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου, που κυρώθηκε με το ν. 2415/1953, στην οποία ορίζεται ότι "από της ισχύος της παρούσης επιτρέπεται η μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, πλην των Τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων, συνομολόγησις δανείων με την ρήτρα δολλαρίου ή άλλου ξένου νομίσματος, εξαιρέσει των χρυσών νομισμάτων. Νοείται ότι η πληρωμή των εκ των δανείων τούτων υποχρεώσεων ενεργείται δια της καταβολής του οφειλομένου ποσού επί τη βάσει της επισήμου τιμής του ξένου συναλλάγματος κατά την ημέραν της εξοφλήσεως". Έτσι με τη διάταξη αυτή, επετράπη κατ' εξαίρεση και μόνο προκειμένου περί συμβάσεων δανείου, η συνομολόγηση της ρήτρας σε ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα), πλην χρυσού, κατά την οποία συμφωνείται η αυτουσία καταβολή ορισμένης ποσότητας ξένων νομισμάτων. Η ρήτρα αυτή διαφοροποιείται από τη ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος, σύμφωνα με την οποία η καταβολή γίνεται σε δραχμές και ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει σε δραχμές και πάλι αλλά κατά την τρέχουσα αξία που θα έχει το ξένο νόμισμα κατά τον χρόνο της πληρωμής (Ολ ΑΠ 21/1990). Επακολούθησε ο ν. 2842/2000, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή με το Ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου Ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την εντεύθεν ομαλοποίηση της οικονομικής καταστάσεως στην Ελλάδα, με παράλληλη κατάργηση με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού της προϊσχύουσας εξαιρετικής νομοθεσίας και γενικά κάθε διατάξεως που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, Χρυσό ή Χρυσά νομίσματα. Για τις συμβάσεις, που εγκύρως συνομολογήθηκαν υπό το προϊσχύσαν νομισματικό καθεστώς σε ξένο νόμισμα συμμετέχοντος κράτους μέλους, ενδιαφέρουσες είναι οι ακόλουθες διατάξεις, κατά τους ορισμούς των οποίων Ι. Κανονισμός 974/1998 "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ως συμμετέχοντα κράτη νοούνται το Βέλγιο, η Γερμανία - ως νομικές πράξεις νοούνται οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, οι διοικητικές πράξεις, οι συμβάσεις - ως τιμές μετατροπής νοούνται οι αμετάκλητα καθορισμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες που θεσπίζονται από το Συμβούλιο για το νόμισμα κάθε συμμετέχοντος κράτους μέλους... ως εθνικές νομισματικές μονάδες νοούνται οι μονάδες των νομισμάτων των συμμετεχόντων κρατών μελών, όπως ορίζονται την παραμονή της ημέρας έναρξης του τρίτου σταδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης..", ως μεταβατική περίοδος νοείται η περίοδος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1999 και τελειώνει στις 31 Δεκεμβρίου 2001..", (άρθρο 1) "Από 1ης Ιανουαρίου 1999, το νόμισμα των συμμετεχόντων κρατών μελών είναι το ευρώ. Νομισματική μονάδα είναι το ευρώ. Ένα ευρώ υποδιαιρείται σε εκατό cent (άρθρο 2). "To ευρώ αντικαθιστά το νόμισμα κάθε συμμετέχοντος κράτους μέλους, σύμφωνα με την τιμή μετατροπής" (άρθρο 3) "Το ευρώ είναι η λογιστική μονάδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών" (άρθρων 4) "Από 1ης Ιανουαρίου 2002, η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες των συμμετεχόντων κρατών μελών θέτουν σε κυκλοφορία τραπεζογραμμάτια σε ευρώ. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, τα τραπεζογραμμάτια αυτά είναι τα μόνα που έχουν την ιδιότητα νόμιμου χρήματος σε όλα τα εν λόγω κράτη μέλη" (άρθρο 10) "Όταν σε νομικές πράξεις που υφίστανται στο τέλος της μεταβατικής περιόδου γίνεται αναφορά σε εθνικές νομισματικές μονάδες, οι αναφορές αυτές θεωρούνται αναφορές στο ευρώ, σύμφωνα με τις αντίστοιχες τιμές μετατροπής" (άρθρο 14) "O παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1999" (άρθρο 17). II Κανονισμός 1103/1997 "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού (1103/1997) - ως νομικές πράξεις νοούνται οι συμβάσεις και άλλες πράξεις παράγουσες έννομες συνέπειες - ως συμμετέχοντα κράτη μέλη νοούνται τα κράτη μέλη τα οποία υιοθετούν το ενιαίο νόμισμα, σύμφωνα με τη συνθήκη - ως μονάδα ευρώ νοείται η μονάδα του ενιαίου νομίσματος, όπως ορίζεται στο κανονισμό του Συμβουλίου για την καθιέρωση του ευρώ που θα τεθεί σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης του τρίτου σταδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Επιτροπής" (άρθρο 1) "Η καθιέρωση του ευρώ δεν μεταβάλλει τους όρους των νομικών πράξεων ούτε απαλλάσσει ούτε δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει νομικών πράξεων, ούτε παρέχει μονομερώς το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να μεταβάλει ή να καταργήσει μια νομική πράξη". (άρθρο 3) "Οι τιμές μετατροπής θα θεσπίζονται ως ένα ευρώ εκπεφρασμένο κατ' αντιστοιχία με κάθε εθνικό νόμισμα των συμμετεχόντων κρατών μελών, θα θεσπίζονται με έξι χαρακτηριστικά ψηφία" (άρθρο 4) "Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα της δημοσίευσής του στη Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός, ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος" (άρθρο 6). ΙΙΙ. ν.2842/2000 "Από την 1η Ιανουαρίου 2001 το ευρώ αντικαθιστά τη δραχμή ως νόμισμα της Χώρας, σύμφωνα με τους όρους των κανονισμών (ΕΚ 1103/1997 (EEL 162/1997), 974/1998 (EEL 13/1998), 2866/1998 (EEL 359/1998) του Συμβουλίου, όπως ισχύουν και τις διατάξεις του παρόντος", "Το ευρώ ως μέσο εξόφληση υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε στην ονομαστική του αξία". (άρθρο 1 παρ. παρ. 1 εδ α', 2) "Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο σε δραχμές που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε ευρώ μετατρέπεται και στρογγυλοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Κανονισμού (EK) 1103/1997 του Συμβουλίου", "Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο σε ευρώ που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε δραχμές μετατρέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1103/1997 του Συμβουλίου.." (άρθρο 2 παρ. παρ. 1,2) "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2001, εκτός αν, άλλως ορίζεται στις διατάξεις του παρόντος"(άρθρο 21). Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, προκείμενης αξιώσεως που απορρέει από (εγκύρως) συνομολογηθείσα υπό το προϊσχύσαν νομισματικό καθεστώς σύμβαση δανείου με αναφορά στην εθνική νομισματική μονάδα συμμετέχοντος κράτους μέλους, γιά τη νομική επάρκεια της διωκούσης την διάγνωση αυτής αγωγής αρκεί η διατύπωση του αγωγικού αιτήματος σε Ευρώ, χωρίς αναφορά της εφάπαξ, και αμετακλήτως καθορισθείσης ισοτιμίας του ξένου νομίσματος κατά τον χρόνο της πληρωμής, διάφορο δε είναι το θέμα, αναφερόμενο στην ουσία της υποθέσεως, αν το αιτούμενο ποσό σε Ευρώ υπερβαίνει το προκύπτον από την εφάπαξ καθορισθείσα ισοτιμία του ξένου νομίσματος με εκείνο, η οποία είναι η αυτή και κατά τον χρόνο εξοφλήσεως και με την έννοια αυτή, ελλείψει διαφοροποιήσεώς της, δεν ασκεί επιρροή στη νομική βασιμότητα της αγωγής, ως αναγκαίο αυτής κατά νόμο στοιχείο. Σε συνέπεια, με τις νομικές αυτές παραδοχές η υπό το εκτιθέμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο αγωγή, με ιστορική βάση εγκύρως συνομολογηθείσα σύμβαση δανείου σε γερμανικά μάρκα και διατυπούμενου δι' αυτής αίτημα την καταψήφιση της απορρέουσας από την εν λόγω σύμβαση δανείου Χρηματικής αξιώσεως σε ευρώ, ήταν νόμιμη, με θεμελίωσή της στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις. Κατ' εσφαλμένη επομένως εφαρμογή των άνω διατάξεων αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη βάσιμη διατυπούμενη περί τούτου με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Tέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2450/31-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει το ποσό των δύο χιλιάδων (2000,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΚΠολΔ 559 Αρ. 1) Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί ως περιεχόμενο, πλήν άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως νόμιμη σύμφωνα με τον κανόνα δικαίου που φάιρεται ότι παραβιάσθηκε. ΝΟΜΙΣΜΑ. Εγκύρως συναμολογήθηκε σύμβαση δανείου σε γερμανικά μάρκα υπό το προϊσχύσαν του ν. 2842/2000 νομισματικό καθεστώς. Για τη νομική επάρκεια της αγωγής προς διάγνωση της απορρέουσας από την εν λόγω σύμβαση αξιώσεως αρκεί η διατύπωση του σχετικού αυτής αιτήματος σε ευρώ, χωρίς αναφορά της ισοτιμίας του ξένου νομίσματος προς εκείνο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2198/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαΐου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/1997 μη οριστική, 17/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 161/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Απριλίου 2007 αίτησή του ως και τους από 1 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και εκείνου του προσθέτου της 77/16-4-2007 αιτήσεως, με τον με ιδιαίτερο, 29/1-2-2008, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 161/9-2-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις (i) ..., (ii) ... και (iii) ... εκθέσεως επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ... [με στοιχ. (i) και (iii)] και ... [(με στοιχ. (ii)] προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Χριστοφόρου Σαράκη, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 77/16-4-2007 αίτηση, με τον με ιδιαίτερο, 29/1-2-2008, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, γιά αναίρεση της 161/9-2-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και του προσθέτου αυτής δικογράφου ως και της από 14-11-2008 κλήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου με την τελευταία για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (2-11-2009), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (12-11-2009). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 77/16-4-2007 αίτηση αναιρέσεως και τον με ιδιαίτερο, 29/1-2-2008, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο προσβάλλεται η 161/9-2-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 108/21-5-1996 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξιώσεις του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, απορρέουσες α) από την κοινωνία αυτών επί των περιγραφόμενων επίκοινων μηχανημάτων και β) από την μεταξύ αυτών συνομολογηθείσα σύμβαση για την από κοινού εκτέλεση υπεργολαβικώς του αναφερόμενου δημόσιου έργου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 147/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των διαταχθεισών δι' αυτής αποδείξεων, κατά παραδοχή της κατά τούτο, η 17/2005 οριστική αυτού απόφαση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος με την 52/1-4-2005 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας με την εκδοθείσα επ' αυτής 161/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της καταθέσεως, απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος (ενάγων) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: ι) Με στοιχ. (α) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται, ως παραβίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντηρήσεως, της διοικήσεως και της χρησιμοποιήσεως του κοινού, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό αφενός με τις άλλες για την κοινωνία διατάξεις των άρθρων 786-790, που έχουν εφαρμογή και στη συγκυριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, και αφετέρου με τις διατάξεις των άρθρων 730, 904 επ. και 1101 έως 1107 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι τα έξοδα και τα βάρη του κοινού πράγματος, τα οποία κατέβαλε ο συγκύριος επί πλέον της αναλογίας του, δικαιούται να τα αναζητήσει από τους λοιπούς συγκύριους κατ' αναλογία της μερίδας τους, απευθείας με βάση τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, όταν πρόκειται για χρέη που δημιουργήθηκαν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788 - 790 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη της προηγούμενης αποφάσεως όλων των κοινωνών. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Προς θεμελίωση εν προκειμένω της εν λόγω και με στοιχ. (α) χαρακτηριζόμενης αξιώσεώς του ο ήδη αναιρεσείων διετείνετο με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή επισκόπησή της, ιδία, ότι κατά το από Ιούνιο έως Δεκέμβριο του έτους 1992 χρονικό διάστημα ετύγχανε συγκύριος μετά του αναιρεσιβλήτου των περιγραφόμενων μηχανημάτων και ότι με την ιδιότητά του αυτή κατέβαλε για μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας και βαρύνουσες τον εργοδότη ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού που πρόσφερε τις υπηρεσίες του για κοινό λογαριασμό των διαδίκων, το συνολικό ποσό των 7.950.269 δραχμών, και επιπρόσθετα 433.565 δρχ. στη ΔΕΗ για δαπάνη καταναλώσεως ρεύματος από την χρήση των εν λόγω συγκροτημάτων μηχανημάτων από 30-6 έως 31-10-1992, πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία εδίωκε την καταψήφιση του αναιρεσιβλήτου σε καταβολή της βαρύνουσας τον τελευταίο μερίδας επί των δαπανών αυτών από την χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των εν λόγω επίκοινων μηχανημάτων. Το ιστορικό αυτό της αγωγής δικαιολογεί την εκτίμηση ότι πρόκειται για δαπάνες που προέκυψαν από την από κοινού χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των επίκοινων αυτών συγκροτημάτων, που πραγματοποιήθηκαν, κατόπιν αποφάσεως των κοινωνών διαδίκων, διαλαμβάνοντας στο δικόγραφο αυτής "του προσωπικού που εργάζονταν για κοινό λογαριασμό". Τον τελευταίο αυτό αγωγικό ισχυρισμό, που αρκούσε για τη νομική επάρκεια της αγωγής, σύμφωνα και με την ΚΠολΔ 216 παρ. 1 περ. α', δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτοντας κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη με την αιτιολογία "ειδικότερα δεν διευκρινίζει εάν τα κονδύλια αυτά αφορούν έξοδα για τη συντήρηση της διοίκησης ή τη χρησιμοποίηση των κοινών πραγμάτων, αλλά όμως αορίστως αναφέρει ότι τα παραπάνω κονδύλια αφορούν μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλε αυτός στους εργαζόμενους που εργάζονταν στο εργοτάξιο", κατά την βάσιμα διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου του κυρίου δικογράφου και εκείνου του προσθέτου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Αντίθετα δεν προσήκει η προβαλλόμενη για την αυτή πλημμέλεια με το δεύτερο σκέλος των λόγων αυτών αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. ii) Με στοιχείο (β) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως:
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει κατά νόμο, όπως η δικαστική ομολογία, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί. Το δικαστήριο, επομένως, της ουσίας, μη προσδίδοντας στην δικαστική ομολογία την αυξημένη αυτή κατά νόμο αποδεικτική της δύναμη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαστικής ομολογίας, ο παραδεκτά προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος δι' αυτής αποδεικνύεται, ποια επίδραση θα ασκούσε αυτός στην έκβαση της δίκης καθώς και ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Και τούτο για τον λόγο ότι, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του. Για την θεμελίωση της εν λόγω και με στοιχ. (β) χαρακτηριζόμενης αξιώσεώς του ο αναιρεσείων διατύπωσε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι με τον αναιρεσίβλητο ανέλαβε την από κοινού εκτέλεση υπεργολαβικώς του δημοσίου έργου "ασφαλτόστρωση της οδού ...προς ..." αντί συνομοληγηθείσης εργολαβικής αμοιβής ποσού 1.800.000 δρχ., την οποία σε εισέπραξε ο τελευταίος από τον ανάδοχο του έργου Ε1, αρνούμενος την απόδοση της αναλογούσης εις εκείνον μερίδας, ποσού 900.000 δρχ. την καταψήφιση του οποίου και εδίωκε.
Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να προσδώσει την κατά νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην περιεχόμενη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του αναιρεσιβλήτου δικαστική ομολογία του τελευταίου ότι "Η εργολαβική εκτέλεση του έργου "ασφαλτόστρωση του δρόμου από ...προς ..." έγινε από κοινού από εμένα και τον αντίδικο (ίσως το μοναδικό έργο που έγινε από κοινού), όπως από κοινού έγινε και η συμφωνία με τον εργολάβο Ε1 αντί τιμήματος 1.800.000 δρχ. τίμημα, όμως, που μέχρι σήμερα εγώ τουλάχιστον δεν έχω λάβε από τον Ε1" δεχθείσα αντιθέτως, αιτιολογούσα την απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση της επί της εν λόγω απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε τέτοια συμφωνία". Ο αναιρεσείων, όμως, παραλείπει να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι την ισχύουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σύνθετη αυτή ομολογία, στην οποία το ωφέλιμο για τον φερόμενο ως ομολογούντα αναιρεσίβλητο δεν είναι αυτοτελείς, εκτιμώμενη εντεύθεν ελεύθερα (ΚΠολΔ 353), επικαλέσθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται, προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει, κατ' αποδοχή κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και εκείνου του προσθέτου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το Χαρακτηριζόμενο με στοιχείο (α) κεφάλαιο αυτής και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πατρών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 161/9-2-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το Χαρακτηριζόμενο με στοιχείο (α) κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πατρών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Αξιώσεις κοινωνού για τις δαπάνες που εκείνος πραγματοποίησε επί του επίκοινου ΑΟΡΙΣΤΙΑ. Νομική και ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής και αναιρετικός αυτής έλεγχος. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ. Για το ορισμένο του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, με την έννοια της μη λήψεώς της υπόψη, απαιτείται η επίκλησή της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2204/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Των αναιρεσειόντων:1. ... και 2. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 133/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του αυτεπαγγέλτως προτεινόμενου στο σκεπτικό της παρούσης λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που διατυπώνονται στην 41/14-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 133/1-7-2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη 41/14-10-2008 αίτηση αναιρέσεως με την οποία προσβάλλεται η 133/1-7-2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό αυτής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 566§1 Κ.Πολ.Δ., το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 και 120 Κ.Πολ.Δ. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται και η υπογραφή του δικηγόρου, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο (Κ.Πολ.Δ. 118 περ. 6), όπως στον Άρειο Πάγο (Κ.Πολ.Δ. 94). Η παράβαση των διατάξεων αυτών, που ρυθμίζουν την προδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως συνεπάγεται ακυρότητα και το Δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 και 159 §1 Κ.Πολ.Δ., λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 44 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Περί Δικηγόρων), ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα ν' ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου που είναι μέλος, πλην των εξαιρέσεων των άρθρων 56 και 57. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ο δικηγόρος, "παρ' Αρείω Πάγω" που είναι διορισμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, δικαιούται να καταθέτει το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μόνο στην γραμματεία των Εφετείων Αθηνών και Πειραιώς, ενώ για την κατάθεση αυτού στη γραμματεία των άλλων εφετείων απαιτείται η σύμπραξη δικηγόρου διορισμένου στο δικαστήριο που κατατίθεται η αναίρεση, διαφορετικά η διαδικαστική αυτή πράξη της καταθέσεως είναι άκυρη και το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (ΑΠ 819/2008, 368, 1332/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επετρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της ερευνώμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι τούτο υπογράφεται και κατατίθεται στη Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου Αικατερίνη Διακοκολιού μόνο από τον Ελευθέριο Παπαδημητρίου, δικηγόρο διορισμένο στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και "παρ' Αρείω Πάγω" χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Δωδεκανήσου (βλ. την υπ' αριθ. 41/14.10.2008 Έκθεση κατάθεσης του άνω δικογράφου).Αυτή η χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Δωδεκανήσου κατάθεση έχει ως άμεση δικονομική συνέπεια το απαράδεκτο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 41/14-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 133/1-7-2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικόγραφο αναίρεσης. Στοιχεία για το ορισμό και παραδεκτό αυτού. Δικαίωμα δικηγόρου προς άσκηση του λειτουργήματός του. Περιορισμοί σ΄ αυτό. Περίπτωση απαραδέκτου αιτήσεως για αναίρεση λόγω κατάθεσής της από δικηγόρο μη διορισμένο στην περιφέρεια του δικαστηρίου που κατέθεσε.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2205/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Παϊπέτης και δήλωσε ότι τον εκπροσωπεί, περί αναιρέσεως της 813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 490/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 96, 42 παρ. 2, 474 παρ. 1, 465, 513 παρ. 1 και 3 και 514 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ενώπιον του Αρείου Πάγου συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως με συνήγορο, ο οποίος μπορεί να διοριστεί και με απλή έγγραφη δήλωση του διαδίκου, του οποίου η υπογραφή βεβαιώνεται και από δικηγόρο. Ο κατά τα άνω διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν παρασταθεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, θεωρείται μη εμφανιζόμενος και η αίτησή του απορρίπτεται, εφόσον βεβαίως αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο δικηγόρος Αθηνών Ευστάθιος Τσιτσιπής, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την από 20-3-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 813/30-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Για την αίτηση αυτή συντάχθηκε η υπ' αριθ. 111/2009 έκθεση του ανωτέρω Γραμματέα, στην οποία επισυνάφθηκε το από 19-3-2009 πληρεξούσιο θεωρημένο για το γνήσιο της υπογραφής από δικηγόρο. Με το πληρεξούσιο αυτό ο αναιρεσείων εξουσιοδοτούσε τους δικηγόρους Αθηνών Νικόλαο Παϊπέτη και Ευστάθιο Τσιτσιπή για να ασκήσουν για λογαριασμό του την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να παρέχει σ'αυτούς την εξουσία να τον εκπροσωπήσουν και κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω από τα υπό χρονολογία 15-4-2009 και 4-5-2009 αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση με τον ίδιο τρόπο στον νομίμως διορισμένο αντίκλητο δικηγόρο Νικόλαο Παϊπέτη για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση αυτή ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω δικηγόρο Νικόλαο Παϊπέτη, ο οποίος όμως δεν είχε διοριστεί με το προαναφερθέν πληρεξούσιο για να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα και κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε προσκόμισε μέχρι τη διάσκεψη της υποθέσεως σχετικό πληρεξούσιο, αν και ειδοποιήθηκε προς τούτο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και γιαυτό πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί αυτός στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για τη νόμιμη εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση αναιρέσεως απαιτείται ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορος να έχει εξουσιοδοτηθεί και για την παράσταση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως και δεν αρκεί εξουσιοδότηση για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως λόγω μη εμφανίσεως του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, αφού ο εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορος δεν είχε ούτε προσκόμισε μέχρι τη διάσκεψη της υποθέσεως σχετικό πληρεξούσιο για την εκπροσώπηση στην συζήτηση της αιτήσεως.
|
Πληρεξούσιος Δικηγόρος
|
Πληρεξούσιος Δικηγόρος, Αναιρέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2207/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 12018/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 633/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο την αναιρεσείουσα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 273 παρ. 1 γ του ιδίου Κώδικα, "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ...". Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και, τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του Δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 12018/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της η με αριθμό εκθέσεως 6750/6-5-2008 έφεση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης, εκπροσωπηθείσας στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, κατά της 129918/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί η κατηγορουμένη, ερήμην, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και σε χρηματική ποινή 800 ευρώ, για παραβάσεις του ΑΝ. 86/1967. Στην ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναιρέσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως στην εκκαλούσα της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αυτό που διαλαμβάνεται σχετικώς στην έκθεση εφέσεως, ότι δηλαδή "η προς αυτήν επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στη διεύθυνση ... αριθ. ... στο ..., είναι άκυρη, διότι κατά την 14-7-2006 που έγινε η επίδοση διέμενε επί της οδού ... αριθ. ... στο ..., διεύθυνση που ήταν γνωστή στις Αρχές και ότι η εκκαλούσα δεν έχει λάβει γνώση της ύπαρξης αποφάσεως με την οποία καταδικάσθηκε", δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συνιστά ή ενέχει επίκληση νομίμου λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στην εκκαλούσα, αφού δεν εκθέτει πότε και με ποίο τρόπο γνωστοποίησε αυτή στις Αρχές τη νέα ως άνω διεύθυνση της, ανεξάρτητα του ότι δεν πρότεινε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπταν τα παραπάνω, οπότε ο ισχυρισμός αυτός ήταν προεχόντως και απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Περαιτέρω, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται κατά λέξη τα εξής:
Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου της μάρτυρος και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής:
Η κρινόμενη έφεση της εκκαλούσας κατά της με αριθμό 129918/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε στις 6.5.2008. Όπως προκύπτει από το από 14.7.2006 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... η εκκαλουμένη απόφαση νομοτύπως επιδόθηκε κατ' άρθρο 273 παρ. 1γ ΚΠΔ, στην εκκαλούσα κατά την ως άνω ημεροχρονολογία στην οδό ... αρ. ... στο ..., όπου ήταν και ο τόπος της γνωστής στις Αρχές κατοικίας της, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δήλωσε αρμοδίως την μεταβολή της κατοικίας της στην οδό ... . Ενόψει δε του ότι από την κατά τα προεκτεθέντα έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην εκκαλούσα έως το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερη προθεσμία, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της".
Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, δηλαδή, η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στην εκκαλούσα (14-7-2006), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (6-5-2008), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση της, κατά τα ανωτέρω, ούτε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συγκεκριμένη ακυρότητατης επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν υποχρεούτο το κατ' έφεσηδίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση του άλλη, πλέον της ανωτέρω, ικανής για την στήριξη του διατακτικού της, αιτιολογία.
Επομένως, οι προβαλλόμενοι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 273 παρ.1 γ του ΚΠοινΔ, με παραδοχή άκυρης επιδόσεως ως έγκυρης, και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 23/10-4-2009 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 12018/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθείσας της κατηγορουμένης με θυροκόλληση. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η έφεσή της, ως εκπρόθεσμη, για το λόγο ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί είναι άκυρη η επίδοση της ερήμην αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στην κατηγορουμένη, αφού της επιδόθηκε στην επί της οδού ... διεύθυνση, ενώ αυτή διέμενε επί της οδού …, διεύθυνση γνωστή στις Αρχές, διότι ο προβληθείς με την έκθεση εφέσεως λόγος αυτός ακυρότητας της επιδόσεως, προβλήθηκε αορίστως, αφού δεν εκθέτει από πού προκύπτει ότι η νέα αυτή διεύθυνσή της ήταν γνωστή στις Αρχές (ΑΠ 1173/2008) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 2207/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Χατζηγεωργίου
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, 2. Ψ2, 3.Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Θωμόπουλο και 4. Ψ4, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6500/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2293/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 18 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντα Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως και την από 12 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του με ιδιαίτερο, 47/18-2-2009, δικόγραφο πρόσθετου λόγου της 255/26-2-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 2293/24-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων , ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Παύλου Χατζηγεωργίου, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 255/26-2-2008 αίτηση, με τον με ιδιαίτερο, 47/18-2-2009, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 2293/24-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (23-3-2008) νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (23-3-2008), κατά την οποία, απολιπομένου αυτού, αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (2-11-2009), με αντίστοιχη εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση αυτού κατά τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο (Κ.Πολ.Δ. 575 εδ. 2, 226§4 εδ. β, γ). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573§1, 242§2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 255/26-2-2008 αίτηση αναιρέσεως και τον με ιδιαίτερο, 47/18-2-2009 δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η 2293/24-3-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 110942/9340/2-11-2002 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα διετείνετο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής "ότι οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι (και ήδη αναιρεσίβλητοι) δολίως επεχείρησαν αναγκαστικήν εκτέλεση εις βάρος της διά της επιβολής αναγκαστικής κατασχέσεως επί ακινήτων της. επί τη βάσει της οποίας διενηργήθη την 18.12.1996 πλειστηριασμός προς ικανοποίησιν χρηματικής απαιτήσεως, με εκτελεστόν τίτλον το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριον συμβόλαιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης συζ. Δημητρίου Κασκαρέλη.
Ότι κατόπιν ασκήσεως, εκ μέρους της, ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ηκυρώθη εν μέρει (κατά την έκθεσιναναγκαστικής κατασχέσεως) αμετακλήτως η εις βάρος τηςαναγκαστική εκτέλεσις με επισπεύδοντες τους τρεις άνω εναγομένους Ψ1, Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι ενήργησαν δολίους και την εζημίωσαν ενώ ο τέταρτος Ψ4 (και ήδη τέταρτος των αναιρεσιβλήτων) είναι ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος κατά την διαδικασίαν της αναγκαστικής εκτελέσεως, ενήργησεν παρανόμως και υπαιτίως (δολίως), εις βάρος της και την εζημίωσεν.
Ειδικώτερον ότι η ενάγουσα ήτο συγκυρία, κατά το 1/2 εξαδιαιρέτου, εξ αγοράς παρά των άνω επισπευδόντων (τριών πρώτων εναγομένων) και αληθών κυρίων, ενός διαμερίσματος πολυκατοικίας κειμένης εις τον ..., επί της οδού ... αριθμός ... και δη του υπ' αριθ. (Δ-2) διαμερίσματος, επιφανείας 104,50 τ.μ., εις τον τέταρτον όροφον, υπέρ την πυλωτήν του κτιρίου Α', με τον χώρον σταθμεύσεως αυτοκινήτου, υπό στοιχεία (Σ-10), εις την πυλωτήν του κτιρίου Α' και την αποθήκην, υπό στοιχεία (Υ-4). εις το υπόγειον με τίτλον κτήσεως το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιον αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης συζ. Δημητρίου Κασκαρέλη, νομίμως έκτοτε μεταγραφέν. Ότι οι ανωτέρω πωληταί, ισχυριζόμενοι ότι διατηρούν ληξιπρόθεσμον απαίτησιν κατά της εναγούσης δια το τίμημα πωλήσεως του διαμερίσματος, εις εκτέλεσιν πρώτου εκτελεστού απογράφου του άνω συμβολαίου με εντολήν προς τον άνω δικαστικόν επιμελητήν, επέσπευσαν αναγκαστικήν εκτέλεσιν εις βάρος της. Ότι το άνω αντικείμενον της εκτελέσεως (ιδανικόν μερίδιον εις το άνω διαμέρισμα, με τον χώρον σταθμεύσεως αυτοκινήτου και την αποθήκην) κατεσχέθη, δια της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του άνω δικαστικού επιμελητού και, εν τέλει, εξεπλειστηριάσθη δημοσία αναγκαστικώς, την 18.12.1996, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αννας Κων. Παντελού, ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, συνταγείσης της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτής, εξεδόθη περίληψις αυτής υπέρ του υπερθεματιστού, η οποία και μετεγράφη νομίμως εις τα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ότι ο άνω δικαστικός επιμελητής, δολίως και από κοινού δόλου μετά των λοιπών ενεργών, την 7.11.1995. επέδωσε περίληψιν της υπ' αριθμ. .. εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως δια την ενάγουσαν, ως οφειλέτιδα - καθ' ης η εκτέλεσις, η οποία ήτο απούσα κατά την κατάσχεσιν, εις την εξαδέλφην της ..., ως δήθεν σύνοικον αυτής εις την διεύθυνσιν επί της οδού ... αριθμός ..., εις ... εις το υπό στοιχεία (Δ-2) διαμέρισμα του τετάρτου, υπέρ την πυλωτήν, ορόφου της εκεί κειμένης πολυορόφου οικοδομής συνταγείσης της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως επιδόσεως. Ότι η επίδοσις αυτή ήτο άκυρος, διότι η ενάγουσα την 7.11.1995 δεν είχεν νυκτερινόν ή ημερήσιον κατάλυμα, έστω και προσωρινόν, εις την άνω κατοικίαν και η άνω εξαδέλφη της ... ήτο, τότε, μισθώτρια του διαμερίσματος, άπαντες δε οι εναγόμενοι εγνώριζον ότι η ενάγουσα, κατά τον κρίσιμον χρόνον (7.11.1995) δεν είχεν εκεί κατοικίαν, ο δε τέταρτος εναγόμενος παρέπεισεν την μισθώτριαν ... ότι επρόκειτο δια μίαν "τυπικήν επίδοσιν", ώστε να δεχθή να παραλαβή ως δήθεν σύνοικος το προς επίδοσιν αυτό έγγραφον. Ότι η ενάγουσα ήσκησεν κατά της ακυρωθείσης πράξεως εκτελέσεως την από 22ας Φεβρουαρίου 1996 υπ' αριθ. 1851/1996 κατ' αρθρ. 933 ΚΠολΔ ακυρωτικήν ανακοπήν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα την ακύρωσιν της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως δι" ακυρότητα της επιδόσεως της, αυτή (έκθεσις αναγκαστικής κατασχέσεως) ηκυρώθη δια της υπ' αριθμ. 5324/1999 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητος.
Ότι από την άνω δολίαν συμπεριφοράν των εναγομένων εζημιώθη, κατά τα ποσά των: α) 33.750.000 δραχμών, όση η πραγματική αξία του αντικειμένου της εκτελέσεως, το οποίον εξεπλειστηριάσθη (36.750.000 δρχ.) απομειωμένον κατά το ποσόν, το οποίον θα της επιστραφή (3.000.000 δραχμές) από το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα", (θετική ζημία), β) 2.934.000 δραχμών, "όσα τα απωλεσθέντα μισθώματα από την εκμίσθωση σε τρίτους του αντικειμένου της εκτελέσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 μέχρι 31.10.2000" (αποθετική ζημία), και υπέστη ηθικήν βλάβην της οποίας η εύλογος χρηματική ικανοποίησις ανέρχεται στο ποσό των 20.000.000 δραχμών", με προκύπτον εντεύθεν συνολικό ποσό 56.434.000 δρχ, την εις ολόκληρο καταψήφιση του οποίου και εδίωκε κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της κατά την αξίωσή της χρηματικής ικανοποιήσεως, η 6500/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των 10286/21-11-2003 (αναιρεσείουσα), 1178/16-2-2004 (τρείς πρώτοι των αναιρεσιβλήτων) και 1180/16-2-2004 (τέταρτος τούτων) εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2293/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη κατά την απεύθυνσή της κατά των τριών πρώτων των εναγομένων, ελλείψει αιτιώδους συνδέσμου, κατά τις αιτιολογίες της, μεταξύ της αμετακλήτως ακυρωθείσης αναγκαστικής κατασχέσεως και της επελθούσης ζημίας από τον μη προσβληθέντα αναγκαστικό πλειστηριασμό, δεχόμενη παράλληλα ότι δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο ορισμένο η ζημία της από την ακύρως διενεργηθείσα αναγκαστική κατάσχεση, προϋπόθεση για την από την αιτία αυτή αξίωσή της χρηματικής ικανοποιήσεως κατά δε την κατεύθυνσή της κατά του τετάρτου των εναγομένων, ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι, φέρουσα κατά τούτο τον χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας, (ΕισΝ ΚΠολ.Δ. 73§1), υπέπεσε η φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 73§5 ΕισΝ Κ.Πολ.Δ., εξάμηνη αποσβεστική παραγραφή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα-ενάγουσα με την ένδικη αίτηση, με διατυπούμενους δι' αυτής λόγους αναιρέσεως που πλήττουν τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που συνδέουν τις αξιώσεις της με την απώλεια της κυριότητας του διαμερίσματός της με τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό αυτού, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια. Ειδικότερα: (i) Κύριο δικόγραφο.
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559§1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ.ΑΠ 7/2006). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών εις αυτούς. Με την έννοια αυτή ελέγχεται η κρίση περί του ζητήματος αν τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση περιστατικά μπορούν να θεωρηθούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικώς ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, όχι όμως και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη προκάλεσε το αποτέλεσμα αυτό. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και κατά την προδιαληφθείσα αυτού έννοια, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στο ουσιαστικό δίκαιο ανήκει και το άρθρο 940 Κ.Πολ.Δ., το οποίο καθορίζει ειδικές προϋποθέσεις χορηγήσεως δικαιώματος αποζημιώσεως, με θεμελίωση με τον τρόπο αυτό στα θέματα που καταλαμβάνει μιας ιδιαίτερης μορφής αδικοπραξίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 940§3 Κ.Πολ.Δ., αν κατόπιν ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, ακυρωθεί αμετακλήτως η αναγκαστική εκτέλεση που έγινε με βάση δικαστική απόφαση ή άλλο εκτελεστό τίτλο, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αφενός του λόγου της ευθύνης, ήτοι της άκυρης εκτελέσεως που υπαιτίως εχώρησε, και αφετέρου της ζημίας. Η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως όχι μόνον του συνόλου της πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επί μέρους πράξεων, όπως της κατασχέσεως περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές. Έτσι, αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (Ολ ΑΠ 49/2005). Ειδικότερα στην περίπτωση που αμετακλήτως ακυρώθηκε η αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου πράγματος του οφειλέτη, επιβληθείσα με βάση συμβολαιογραφικό έγγραφο, για τον λόγο ότι ακύρως επιδόθηκε η έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, ως δολίως παραδοθείσα σε πρόσωπο που θεωρήθηκε σύνοικος του οφειλέτη σε κατοικία στην οποία αυτός δεν είχε νυκτερινό ή ημερήσιο κατάλυμα έστω και προσωρινό, αν εν τω μεταξύ εχώρησε αναγκαστικός πλειστηριασμός, που δεν προσβλήθηκε με ανακοπή, ο οφειλέτης δεν δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση την πραγματική αξία του αντικειμένου της εκτελέσεως το οποίο εκπλειστηριάσθηκε, καθώς και απωλεσθέντα μισθώματα, ελλείψει αιτιώδους συνδέσμου. Η απώλεια του πράγματος αυτού δεν μπορεί να αποδοθεί αμέσως στην κατά τα άνω ακυρότητα, έτσι ώστε να υπάρχει αυτονόητη αιτιώδης σχέση εκ της αμεσότητας της ζημίας, αφού, κατά το σύστημα του ΚΠολΔ, οι διαδοχικές πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως έχουν αυτοτέλεια έναντι αλλήλων, με την έννοια ότι η ακύρωση μιας εξ αυτών δεν επάγεται την αυτόματη ακύρωση των επομένων, παρά μόνο δίδει ανακοπή προς ακύρωση και αυτών. Επομένως, η απώλεια πράγματος δια της εκπλειστηριάσεώς του δεν μπορεί να αποδοθεί αμέσως σε ακυρότητα ενδιάμεσης πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι η κατάσχεση ακινήτου. Ο αιτιώδης σύνδεσμος διακόπτεται με τον επακολουθήσαντα, χωρίς να προσβληθεί, αναγκαστικό πλειστηριασμό. Από το ίδιο άρθρο 940 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται παράλληλα ότι η ευθύνη εκείνου που επέσπευσε την εκτέλεση προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση εκείνου κατά του οποίου έγινε η ακυρωθείσα αμετακλήτως εκτέλεση για τις ζημίες, περιουσιακές ή μη, που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, συνιστώντας ευθύνη από αδικοπραξία ιδιαίτερης μορφής, ρυθμίζεται ειδικά ή αποκλειστικά από αυτό το άρθρο ή και από άλλες διατάξεις, μόνο όμως στο μέτρο που οι τελευταίες προβλέπονται από το άρθρο αυτό. Παρέπεται ότι δεν μπορεί κατά νόμο να θεμελιωθεί η εν λόγω ευθύνη αποκλειστικά στις λοιπές διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι γενικές περί ευθύνης από αδικοπραξία διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Από τη φύση και τη τελεολογία των σχετικών ρυθμίσεων προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη με βάση την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, θα μπορούσε να σταθμισθεί μόνον υπό τους όρους του άρθρου 940 §3 Κ.Πολ.Δ. Η διάταξη του άρθρου 940 §3 Κ.Πολ.Δ., αξιώνει υπαιτιότητα, έστω και από αμέλεια, ως προς το κύρος ή την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας ή του εκτελεστού τίτλου, υπό την προϋπόθεση της αμετάκλητης ακυρώσεώς της, προς την οποία συνδέεται και εκείνη της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσης ζημίας. Η άποψη αυτή περί εφαρμογής των γενικών περί αδικοπραξιών διατάξεων στα πλαίσια και υπό τους όρους του άρθρου 940 Κ.Πολ.Δ., επιβεβαιώνεται και από τις λοιπές διατάξεις αυτού, οι οποίες αξιώνουν δόλο ή βαρεία αμέλεια ως προς την ύπαρξη του ουσιαστικού δικαιώματος, προς ικανοποίηση του οποίου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, σε περίπτωση εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως αποφάσεως κηρυχθείσης προσωρινής εκτελεστής (§1) και δόλο σε περίπτωση τελεσίδικης αποφάσεως, που εξαφανίσθηκε κατά παραδοχή ασκηθέντος κατ' αυτής ένδικου μέσου (§2). Επομένως ορθώς αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε κατά την κατεύθυνσή της κατά των τριών πρώτων κατά σειρά εναγομένων και κατά συνέπεια ο πρώτος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ..Δ., προσάπτεται εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με την κρίση της περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμετακλήτως ακυρωθείσης αναγκαστικής κατασχέσεως και των αξιώσεων αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, περιουσιακών και μη, που συνδέονται με την απώλεια της κυριότητας του διαμερίσματός της κατά τον επακολουθήσαντα, πλην μη προσβληθέντα, αναγκαστικό αυτού πλειστηριασμό, ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Με την διάταξη του άρθρου 73§5 ΕισΝ Κ.Πολ.Δ., προβλέπεται εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή, η έναρξη της οποίας πρέπει να τοποθετηθεί στο χρόνο γνώσεως εκ μέρους του ενάγοντος της ζημιογόνου συμπεριφοράς των ως άνω λειτουργών (Ολ.ΑΠ 20/2000). Εξάλλου, με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ καθιερώνεται το δικαίωμα της αποτελεσματικής προσφυγής του ατόμου, τα δικαιώματα του οποίου παραβιάσθηκαν, ενώπιον εθνικών δικαστηρίων ή αναλόγων αρχών εξοπλισμένων με δικαιοδοτική εξουσία. Η διάταξη όμως αυτή δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση αγωγής με την οποία ζητείται δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία, δικαιολογούμενη από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των ως άνω δημοσίων λειτουργών, προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (βλ. και Ολ.ΑΠ 20/2000). Όπως προαναφέρθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας αξιολογήθηκε (και ορθώς) ως αγωγή κακοδικίας κατά την απεύθυνσή της κατά του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω παρελεύσεως της οριζομένης στην διάταξη του άρθρου 73§5 ΕισΝ Κ.Πολ.Δ., εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, νομοθετική ρύθμιση η οποία, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, δεν αντιβαίνει στο άρθρο 13 της ΕΣΔΑ και δεν αναιρεί το καθιερούμενο δι' αυτού δικαίωμα της αποτελεσματικής προσφυγής του ατόμου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όπως αντιθέτως υποστηρίζεται με την προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του εν λόγω άρθρου της ΕΣΔΑ. Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως είναι εσφαλμένη, δοθέντος ότι και κατά τούτο η αγωγή είναι ομοίως μη νόμιμη λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας κατά την προδιαληφθείσα έννοια, η δε παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία, οι οποίες προϋποθέτουν νόμιμες και γεγεννημένες κατά νόμο αξιώσεις (ΑΚ 247, 279), εξετάζονται μετά την θετική αξιολόγησή τους από νομική άποψη. Το ορθό κατά τούτο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς νομική δυνατότητα αντικαταστάσεως της εσφαλμένης αιτιολογίας, εφόσον δεν δημιουργεί δυσμενές σε βάρος της αναιρεσείουσας δεδικασμένο, δικαιολογεί προεχόντως την αρνητική αξιολόγηση, ως αβασίμου, του λόγου αυτού αναιρέσεως. Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως απαράδεκτη η προβαλλόμενη με τον επόμενο και τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η οποία προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και με την έννοια αυτή δεν στοιχειοθετείται όταν απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 520§1 Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρο 118 έως 120, και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Σε περίπτωση δε ελλείψεως λόγου εφέσεως σαφούς και ορισμένου η έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω οι πλημμέλειες της αποφάσεως συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία προσδιορίζεται επαρκώς από τη μνεία ότι από αυτή οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των περί την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων. Στην περίπτωση αυτή, με βάση το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως (Κ.Πολ.Δ. 522) το Εφετείο επανεκτιμά από την αρχή της ουσία της υποθέσεως να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (Κ.Πολ.Δ. 534), με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση, χωρίς να περιορίζεται ως προς αυτή, στα προβαλλόμενα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Επομένως ο τέταρτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την έφεση του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του μοναδικού αυτής λόγου, συνισταμένου, κατά την διατύπωσή του, στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, συνεπεία της οποίας εσφαλμένως οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε μερική παραδοχή της κατ' αυτού απευθυνομένης αγωγής, ενώ η ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δικαιολογούσε την κατ' ουσίαν απόρριψή της, ελέγχεται ως αβάσιμος.
(ii) Πρόσθετο δικόγραφο
Με το άρθρο 25 §1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 6/2009). Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (ΑΚ 914 επ) και ειδικότερα στο θέμα της αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Και τούτο για τον λόγο ότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Κατά την διατύπωση όμως της σχετικής νομικής κρίσεώς του δεν καταλείπονται περιθώρια εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Επομένως η προβαλλόμενη με το πρόσθετο δικόγραφο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 25§1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος και της καθιερούμενης δι' αυτής αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 940§3 Κ.Πολ.Δ., 914, 919, 297, 298, 330 ΑΚ, με την απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του των δια της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας φερομένων προς διάγνωση αξιώσεών της θετικής και αποθετικής ζημίας, ως μη νομίμων, ελλείψει αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών και του θεμελιωτικού τους γεγονότος της αμετάκλητης ακυρώσεως της αναγκαστικής κατασχέσεως του ακινήτου της αναιρεσείουσας, που επέσπευσαν οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και για την οποία συντάχθηκε η ... έκθεση του τέταρτου τούτων, δικαστικού επιμελητή, ελέγχεται ως αβάσιμη. Οι λοιποί κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με την εφαρμογή των οποίων συνδέεται η παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αυτοτελώς προσβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως, σε κάθε δε περίπτωση ορθή αξιολογείται η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής και η απόρριψη ως μη νομίμων των φερομένων δι' αυτής προς διάγνωση αξιώσεων της ήδη αναιρεσείουσας θετικής και αποθετικής ζημίας ως μη νομίμων, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το θεμελιωτικό αυτών γεγονός της απώλειας της κυριότητας του διαμερίσματός της οφείλεται στον επακολουθήσαντα, πλην μη προσβληθέντα και εντεύθεν εγκύρως διενεργηθέντα, δημόσιο αναγκαστικό αυτού πλειστηριασμό. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 255/26-2-2008 αίτηση, με τον με ιδιαίτερο, 47/18-2-2009, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 2293/24-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών (3) πρώτων κατά σειρά αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΕΚΤΕΛΕΣΗ. Προϋποθέσεις αποζημιώσεως του καθού η εκτέλεση σε περίπτωση ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως. Αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημιά που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 5 Εισ. Ν. ΚΠολΔ. εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία δεν αντιβαίνει στο αρθρο 13 της ΕΣΔΑ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ-ΑΠΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ.Ερευνάται μετά την θετική αξιολόγηση από νομική άποψη της αγωγής. ΑΡΧΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ. Δεν καταλείπονται περιθώρια εφαργογής της στην κρίση περί αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεως και ζημιάς ΕΦΕΣΗ.Αρκεί η επίκληση της εφετειακή εκτιμήσεως των αποδείξεων, που οδήγησε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, για το ορισμένο αυτής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2191/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου, περί αναιρέσεως της 3029/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 303/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 139, 331, 333, 334 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α* ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π.) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας, με την προσβαλλομένη 3029/2008 απόφαση που εξέδωσε, κρίνοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση για εικονικότητα του εκδοθέντος από την υπεράκτια "CHESTERTON ENTERPRISES LTD" την 3-1-2002 με αριθμό ... υπερτιμολογημένου με αναφερόμενη σ'αυτό αξία μηχανημάτων 512.831,21 ευρώ τιμολογίου, το οποίο αποδέχθηκε με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΟΥΡΙΚΑΣ ΑΒΕΕ" ο αναιρεσείων δέχθηκε ότι η πραγματική αξία των μηχανημάτων που επιδείχθηκαν στους διενεργήσαντες τον έλεγχο υπαλλήλους της ΣΔΟΕ ... σύμφωνα με την προσφορά της εταιρείας ... ανερχόταν σε 12.396,10 ευρώ, θέτοντας εντός παρενθέσεως τον αριθμό της προσφοράς αυτής (... προφόρμα). Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης το ως άνω έγγραφο δεν αναφέρεται ως αναγνωσθέν, όμως στην οικεία θέση των πρακτικών φέρεται ως αναγνωσθείσα με αύξοντα αριθμό 10, η με αριθμό πρωτ. ... έκθεση ελέγχου, στη σελίδα 21 της οποίας διαλαμβάνεται ότι το μηχάνημα που τιμολόγησε η CHESTERTON LTD στην ελεγχόμενη, τιμολογήθηκε σ'αυτήν από την εταιρεία ... , με το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο αξίας 2.062.532 PTAS ή 12.396,10 EURO βάση του υπ' αριθμ. ... proforma της ίδιας εταιρείας. Σύμφωνα συνεπώς με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη εφόσον κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο αναγνώσθηκε η ως άνω έκθεση ελέγχου, στην οποία ρητά μνημονεύεται το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου της εταιρείας ..., ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε το δικαίωμά του να ασκήσει το δικαίωμά του, να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσης του έλαβε υπόψη το πιο πάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπιση του. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ. 4). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδας που υπάρχει στη δικογραφία, παραδεκτά επισκοπούμενο προς έλεγχο της βασιμότητας ή όχι αναιρετικού λόγου, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορία συνίστατο στο ότι αποδέχθηκε τα αναφερόμενα σ'αυτό τιμολόγια της εταιρείας CHESTERTON ENTREPRISES LTD, τα οποία ήταν εικονικά ως προς την αξία τους (in voice), της εικονικότητας προσδιοριζόμενης στη διαφορά μεταξύ της αξίας που αναγράφεται στα τιμολόγια της ως άνω εταιρείας και της πραγματικής αξίας του μηχανολογικού εξοπλισμού που προμηθεύθηκε, με βάση τα τιμολόγια των κατασκευαστικών οίκων. Με το παραπάνω περιεχόμενο το κλητήριο θέσμπισμα δεν στερείτο των αξιουμένων στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της προβλεπόμενης από το άρθρο 19 § 1, 5 του Ν. 2523/1997, αξιόποινης πράξης, αφού για την συγκρότηση αυτής αρκούσε η μνεία σ'αυτό ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ της αναγραφόμενης στα χαρακτηρισθέντα ως εικονικά τιμολόγια αξίας και της πραγματικής αξίας των εμπορευμάτων που προμηθεύθηκε ο αναιρεσείων και δεν ήταν αναγκαίος για την εγκυρότητα αυτού ο ακριβής προσδιορισμός του ύψους της διαφοράς αυτής, αφού σε οποιοδήποτε ποσό κι αν ανερχόταν αυτή το τιμολόγιο δεν έπαυε να είναι εικονικό. Το Τριμελές επομένως Πλημ/κείο το οποίο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω μη προσδιορισμού του ύψους της ως άνω διαφοράς που πρόβαλε αυτός με λόγω έφεσης και επανέλαβε στο ακροατήριό του δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 40 § 2 του Ν. 3220/2004 προστίθεται στη παράγραφο 2 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 εδάφιο, ως εξής: Ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου. Η παραπάνω δικονομικού χαρακτήρα διάταξη η οποία άρχισε να ισχύει από 29 Ιανουαρίου 2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 του ως άνω νόμου και η οποία δεν εφαρμόζεται μόνο επί των από την παρ. 1 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 το πρώτο προβλεπομένων και τιμωρουμένων με ποινή καθείρξεως εγκλημάτων των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2523/1997, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, αλλά καταλαμβάνει και τις αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 2523/1997, κατά τις διατάξεις του οποίου η έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων συνιστούσε μόνο πλημμέλημα ανεξαρτήτως του ύψους της συνολικής αξίας αυτών και συνεπώς επί των πράξεων αυτών δεν απαιτείται πλέον μετά την θέση σε ισχύ της ως άνω διατάξεως για το παραδεκτό της άσκησης της ποινικής δίωξης να προηγηθεί η προβλεπόμενη από την εδ. δ' του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας ή μη αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι κατά του κατηγορουμένου υποβλήθηκε από την αρμόδια ΣΔΟΕ ... μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας στις 4-5-2006 που αφορούσε την κατ' εξακολούθηση διάπραξη του πλημ/τος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά την 5-10-1998, 1/4/1999 και 3/1/2002, με βάση δε την μηνυτήρια αυτή αναφορά ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 § 1, 4 του Ν. 2527/1997 για τις σ' αυτή αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν υπό την ισχύν του ανωτέρω νόμου. Με την προσβαλλόμενη δε απόφασή του το Τριμελές Εφετείο έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά την 5-10-1998 και 2/4/1999 και κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικού τιμολογίου την 3/1/2002, αξίας 512.826,11 ευρώ.
Συνεπώς το Τριμελές Πλημ/κείο, το οποίο προχώρησε στην κατ' ουσία εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί απαραδέκτου της σε βάρος του ασκηθείσας ποινικής δίωξης για το λόγο ότι όταν ασκήθηκε αυτή δεν είχαν καν επιδοθεί σ'αυτόν οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου για τα φερόμενα ως εικονικά τιμολόγια αφού αυτές επιδόθηκαν σ'αυτόν στις 3-7-2006, και συνεπώς δεν είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία επίλυσης της διαφοράς από τις αποφάσεις αυτές, η οποία και προβλέπεται από το εδ. δ' του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, το οποίο, (κατ' αυτού, αναιρεσείοντος) είχε στην περίπτωσή του εφαρμογή, εφόσον η κατ' αυτού κατηγορία, αφορούσε πράξεις πλημμεληματικού χαρακτήρα, δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ίδιο δικαστήριο, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορούμενης. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να προβεί χωρίς καμιά αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη ποινής των δυο (2) ετών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμό 3029/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη ποινής φυλακίσεως των δύο (2) ετών. Και
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ι. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μη αναγνωσθείσα έγγραφη προσφορά, αφού το περιεχόμενο αυτής αναφέρεται στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο έκθεση ελέγχου. ΙΙ. Δεν στερείται το κλητήριο θέσπισμα των αξιουμένων στοιχείων της αξιόποινης πράξης και παράβασης του άρθρου 19 §§ 1, 5 Ν. 2523/1997 από τον μη ακριβή προσδιορισμό του ύψους της διαφοράς μεταξύ της αναγραφόμενης στο χαρακτηρισθέν ως εικονικό τιμολόγιο αξίας και της πραγματικής αξίας των εμπορευμάτων που προμηθεύτηκε ο αναιρεσείων. ΙΙΙ. Για τις αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του άρθρου 40 § 2 Ν. 3220/2004, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 δρχ, δεν απαιτείται για το παραδεκτό της άσκησης ποινικής δίωξης να προηγηθεί η προβλεπόμενη από την εδ. δ' του άρθρου 21 Ν. 2123/1997 διαδικασία. IV. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας λόγω μετατροπής της ποινής χωρίς προηγουμένως να ερευνηθούν οι προϋποθέσεις αναστολής της ποινής.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Κλητήριο θέσπισμα, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 2191/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 31 ΟΝΟΜΑΤΑ). Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 21η, 22ος, 23ος, 24η, 25ος, 26η και 29ος και 31η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπυρίδων. Οι 27η και 30η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και ο 28ος δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)" ως καθολικού διαδόχου του εδρεύοντος στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καγκελάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη παραστάντων αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2509/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-8-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εφόσον δε οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω απ' αυτούς, που επιμελήθηκαν τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2-8-2007 ( αρ. καταθ. 86/5-6-2008) αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 2507/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Aπό την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή ..., προκύπτει ότι την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους (το όνομα του οποίου δεν μνημονεύεται στην έκθεση επιδόσεως), κατά παραγγελία του οποίου ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής επέδωσε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ κυρωμένο αντίγραφο αυτής μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατ'αυτήν όμως δεν παρέστη ο 28ος αναιρεσείων, ο οποίος ούτε από την αναιρεσίβλητη, ούτε από κάποιον από τους λοιπούς αναιρεσείοντας, που παρίστανται νόμιμα, προκύπτει ότι κλητεύθηκε. Επίσης, δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων είχε χορηγήσει και αυτός πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των λοιπών αναιρεσειόντων Παναγιώτη Σπυρίδωνα, ή σε άλλον, για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως. Από τα προσκομιζόμενα δε ... και ... ειδικά πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Βάρδας και Νέας Ιωνίας Αττικής, αντίστοιχα, Γεωργίου Μπακογιάννη και Ελευθερίας Δήμα, προκύπτει ότι έχει δοθεί πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο μόνο από τους 27η και 30η και οι υπόλοιποι, εξ αυτών, παρέστησαν στο ακροατήριο και τον διόρισαν, ενώ ο 28ος τούτων (...) δεν παρέστη στο ακροατήριο για να τον διορίσει. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 97, 104 και 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 2509/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Κλήτευση διαδίκων. Ερημοδικία ορισμένων. Εφόσον οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω απ'αυτούς, κυρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2190/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπαμπίλη, περί αναιρέσεως της 39463/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1671/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το αληθές ονοματεπώνυμο του αναιρεσείοντος είναι Χκαι όχι, ως αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, Χ-1. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του κατηγορουμένου στη δικαστική απόφαση δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως αυτής, κατά το άρθρο 510 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά ζήτημα επιλυόμενο κατά τις διατάξεις των άρθρων 564 επ. του ίδιου Κώδικα.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε με απόντα τον εκκαλούντα, τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 39.463/2008 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ κατά της 126.528/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960/1933 σε φυλάκιση 12 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για να καταλήξει στην ως άνω απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα "Από το από 19.4.2006 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα (Α.Τ. ...) ... προκύπτει ότι επεδόθη στον Χ η 126.528/2002 ερήμην του εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η επίδοση έγινε ως αγνώστου διαμονής, διότι στην οδό Ανδρομέδας 50 που φέρεται ως τελευταία γνωστή διαμονή του ως άνω κατηγορουμένου, αυτός ετύγχανε άγνωστο πρόσωπο (βλ. την από 19.4.2006 βεβαίωση του ιδίου Αρχιφύλακα, αλλά και την από 12.7.2002 βεβαίωση της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., η οποία τον αναζήτησε στην ίδια διεύθυνση, προκειμένου να του επιδώσει την Β99/476 για να εμφανισθεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Εξάλλου, προκύπτει ότι η εις βάρος του Χ υποβληθείσα μήνυση είχε ως διεύθυνσή του την οδό ... στο ..., διότι η επιταγή για την οποία υπεβλήθη η μήνυση είχε υπογραφεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ΣΤΥΓΑ ΑΕ, της οποίας ο Χ ήτο Διευθύνων Σύμβουλος (βλ. το 5743/6.8.97 ΦΕΚ) και έδρα της ο Δήμος ... (βλ. 6843/1.12.95 ΦΕΚ), η επιταγή φέρει ως χρόνο εκδόσεως την 10.2.1999 και δεν προκύπτει δημοσίευση αλλαγής της έδρας της Α.Ε. Εξάλλου, ο εκκαλών με την έφεσή του όλως αορίστως ισχυρίζεται ότι κακώς του επεδόθη η εκκαλούμενη απόφαση ως αγνώστου διαμονής, διότι ήτο γνωστής και δεν όριζε τον νέο τόπο κατοικίας του ή ασκήσεως της επιχειρήσεώς του και τον ακριβή χρόνο αλλαγής. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη, διότι ασκήθηκε την 24.10.2007 ήτοι μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους από την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως". Με τις παραπάνω παραδοχές, διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην ως άνω απόφαση, αναφέρονται μεταξύ άλλων, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δηλαδή η 19η Απριλίου 2006, η οποία προκύπτει από το μνημονευόμενο αποδεικτικό επιδόσεως του αναφερόμενου αστυνομικού υπαλλήλου, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως την 24 Οκτωβρίου 2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Στο έγγραφο της εφέσεως ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε, δικαιολογώντας το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, τον ισχυρισμό της ακυρότητας της επιδόσεως σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής και συγκεκριμένα ανέφερε ότι ουδέποτε μέχρι την ημέρα της ασκήσεως της εφέσεως του επιδόθηκε κλήση να παραστεί στο Δικαστήριο, ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως την προηγουμένη της ασκήσεως της εφέσεως, δηλαδή στις 23 Οκτωβρίου 2007. Στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, απάντησε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του και βεβαιώθηκε το άγνωστο της διαμονής του, οπότε και επιδόθηκε η απόφαση στον αρμόδιο Δήμαρχο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αβάσιμοι είναι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τους οποίους αιτιάται ο αναιρεσείων ότι όλως αυθαιρέτως και καθ' υπέρβαση εξουσίας δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι η έδρα της εταιρείας της οποίας ο αναιρεσείων ήταν εκπρόσωπος ήταν στην οδό ... στον ..., ενώ η έδρα της εταιρείας ήταν στην Κοινότητα ... της Επαρχίας ... του Νομού ..., διότι το Δικαστήριο αιτιολογημένα και όχι αυθαίρετα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων δέχθηκε ότι η έδρα της εταιρείας ήταν στην οδό ..., στον ..., πράγμα το οποίο προέκυπτε α) από το γεγονός ότι η επιταγή είχε υπογραφεί στην ως άνω διεύθυνση και β) από το αναφερόμενο στην απόφαση 6843.21995 ΦΕΚ. Επίσης και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο δεν δόθηκε ο λόγος στον δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να απολογηθεί ως κατηγορούμενος, αλλ' ούτε μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού α) ενώπιον του Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, δεν υπήρξε ζήτημα απολογίας του κατηγορουμένου και β) ως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για το ζήτημα της τυπικής παραδοχής της εφέσεως δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 39.463/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση. Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 2188/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζημιχάλη, περί αναιρέσεως της 93/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1757/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα, και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από τον δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά όμως για την αιτιολογία στην περίπτωση του εγκλήματος της κλοπής, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου, εφόσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξή του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά, και δεν εμφανίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και η μορφή ενδεχομένου δόλου, αφού αυτός (ο δόλος) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδάφ. Α' και 27 § 1 του Ποινικού Κώδικα, ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως για την αξιόποινη πράξη της κλοπής. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (την ανάγνωση των εγγράφων, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος και την απολογία του κατηγορουμένου), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 93/2008 αποφάσεώς του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... την 9.6.2006 είχε αποδράσει ο κατηγορούμενος από το A.T. ... . Την 10.6.2006, δηλαδή την επομένη, η μάρτυρας κατηγορίας ..., οικιακή βοηθός, ενώ βρισκόταν περί ώρα 19.30' μόνη στο σπίτι, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή ..., αντιλήφθηκε την είσοδο σ' αυτό άγνωστου άνδρα. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο εν λόγω άνδρας, κρατώντας πυροβόλο όπλο, την οδήγησε σε μία γωνία του σπιτιού και, ακολούθως, αφού εισήλθε στους υπόλοιπους χώρους, αφαίρεσε το ποσό των 4.000 ευρώ, δύο βιβλιάρια καταθέσεων και διάφορα κοσμήματα (χρυσή βέρα, σκουλαρίκια και ένα δακτυλίδι χρυσό με πέτρες μπριγιάν). Μετά την αποχώρηση τούτου, ειδοποίησε τον ιδιοκτήτη και από την έρευνα που επακολούθησε, διαπιστώθηκε η έλλειψη των ανωτέρω πραγμάτων. Στο μεταξύ συνελήφθη ο δραπέτης αλλοδαπός και κλήθηκε η ανωτέρω μάρτυρας, η οποία, όπως εκθέτει, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου έβρισκε πολλά στοιχεία ομοιότητας με αυτά του δράστη. Ο συνήγορος της υπεράσπισης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συντάχθηκε με την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος απλής κλοπής.
Συνεπώς, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του ότι: Στον ..., στις 10.6.2006 και περί ως 19.30' αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο εισήλθε στην εξοχική οικία του ..., που βρίσκεται στην περιοχή ..., και αφαίρεσε από την ανωτέρω οικία: α) το ποσό των 4.000 ευρώ, β) δύο τραπεζικά βιβλιάρια καταθέσεων της Alpha Bank και γ) κοσμήματα και συγκεκριμένα μία χρυσή βέρα, δύο ζευγάρια σκουλαρίκια χρυσά με κρίκους, ένα δακτυλίδι χρυσό με μικρές πέτρες μπριγιάν, μία αλυσίδα λαιμού με το όνομα "..." και διάφορα άλλα κοσμήματα συνολικής αξίας 3.500 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή ότι η αφαίρεση από τον αναιρεσείοντα των ανωτέρω αναφερόμενων κινητών πραγμάτων έγινε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, ήτοι με σκοπό την ενσωμάτωσή τους στην περιουσία του αναιρεσείοντος, (άρθρο 372 παρ. 1α ΠΚ), χωρίς να γίνει ειδική αιτιολογία στον δόλο, αφού αυτό δεν ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη αναγκαίο, ούτε δε το πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή "η αναιρεσιβαλλομένη α) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ στην απόφαση αιτιολογείται ειδικά η καταδίκη του αναιρεσείοντος στην κατάθεση της μοναδικής μάρτυρος κατηγορίας, η μάρτυς κατέθεσε στο ακροατήριο ότι δεν αναγνωρίζει τον παρόντα κατηγορούμενο ως τον κλέφτη και β) η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον στην απόφαση αιτιολογείται ειδικά η καταδίκη του αναιρεσείοντος στην ομολογία του αυτεπαγγέλτως διορισμένου συνηγόρου του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος είχε ζητήσει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος απλής κλοπής, κατά μετατροπή του κατηγορητηρίου από ληστεία", που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 93/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην καταδικαστική για κλοπή απόφαση δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ειδικού δόλου. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλοπή, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 2187/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ 3449/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1519/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 349 παρ. 1 και 501 παρ. 1 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι σε περίπτωση υποβολής από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας εμφανίσεως αυτού στο ακροατήριο του δικαστηρίου από ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα και απορρίψεως από το δικαστήριο (κατά την ανέλεγκτη κρίση του) του αιτήματος αυτού και στη συνέχεια της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, είναι επιτρεπτή κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου η άσκηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, επομένως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η αιτιολογία, προβλεπομένη στα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, απαιτείται τόσο για την κυρία απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, όσο και για την προπαρασκευαστική (παρεμπίπτουσα), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής. Η πληρότητα της δε προϋποθέτει, για μεν την κυρία απόφαση αναφορά της προβλεπομένης από το άρθρο 500 εδ. γ' του ΚΠΔ, εμπρόθεσμης κλητεύσεως του εκκαλούντος (και όταν αυτή γίνεται με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο, μνεία μόνο της αναβλητικής αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία και η γνωστοποίηση του χρόνου αναβολής), για δε την προπαρασκευαστική, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και των αποδείξεων και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της AM. 514/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε χρηματική ποινή εξακοσίων ευρώ (600 €) για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, ύστερα από απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων (ασθένειά του). Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στις 28 Μαΐου 2008, δεν εμφανίσθηκε, εμφανίσθηκε όμως ως άγγελος ο δικηγόρος Αθηνών Αντώνιος Μαλεβίτης και ζήτησε αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, λόγω ασθενείας τού εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, λέγοντας "ζητώ την αναβολή τής δίκης, γιατί ο Χ είναι στην ... . Χάθηκε και βρέθηκε σήμερα το πρωί σε κακή κατάσταση. Όπως ενημερώθηκα από συνάδελφο είναι στο Νοσοκομείο τής Σπάρτης αυτή τη στιγμή". Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τον αστυνομικό τής φρουράς ... να επικοινωνήσει με το Νοσοκομείο Σπάρτης, προκειμένου να διαπιστώσει αν ο εκκαλών νοσηλεύεται εκεί. Ακολούθως, αφού ο αστυνομικός επανήλθε κατέθεσε ορκισθείς επί του Ιερού Ευαγγελίου τα ακόλουθα: "Επικοινώνησε η Εισαγγελία με την υπάλληλο ..., η οποία μας είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο τους, αλλά δεν γνωρίζει για τα έκτακτα περιστατικά". Ακολούθως, ο εμφανισθείς ως άγγελος δικηγόρος, αφού έλαβε τον λόγο είπε: "Επικοινώνησα με το νοσοκομείο και αυτή τη στιγμή ο κατηγορούμενος εξετάζεται από τον κύριο ..., τον πνευμονολόγο και τον κύριο ..., τον οφθαλμίατρο, στα επείγοντα περιστατικά". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα για αναβολή της δίκης, με την παρακάτω αιτιολογία: "Το αίτημα αναβολής της δίκης, που προέβαλε ο συνήγορος Μαλεβίτης Αντώνιος, ως άγγελος, για λογαριασμό τού κατηγορουμένου, αναφερόμενος ότι έχει πληροφορίες ότι ο τελευταίος νοσηλεύεται, κατά την ημέρα τής δικασίμου, στο Νοσοκομείο Σπάρτης, αποδεικνύεται ως ουσία αβάσιμο και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί, διότι όπως προέκυψε από την έρευνα που έκανε το δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο της Σπάρτης την ως άνω ημέρα (28.5.2008) και συνεπώς αποδεικνύεται ψευδές το ότι αυτός νοσηλευόταν εκεί.
Συνεπώς, το αίτημα αυτό αποβλέπει στην παρέλκυση της δίκης και πρέπει να απορριφθεί". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύει ότι για να καταλήξει στην ως άνω κρίση έλαβε υπόψη και αξιολόγησε εκείνα που προέκυψαν από την έρευνα την οποία το Δικαστήριο διέταξε, αναθέτοντας στον αστυνομικό τής φρουράς να επικοινωνήσει με το νοσοκομείο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος Αθηνών Αντώνιος Μαλεβίτης, που εμφανίστηκε ως άγγελος, δήλωσε απλώς ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο κατά την ώρα που εκδικαζόταν η έφεσή του, χωρίς να αναφέρει αν ο τελευταίος ήταν ασθενής, από ποια ασθένεια έπασχε και αν αδυνατούσε να προσέλθει στο δικαστήριο. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πιο η πάνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, δοθέντος μάλιστα ότι η παραπάνω κρίση του Πλημμελειοδικείου, που είναι αποτέλεσμα εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία προέκυψαν από την έρευνα του, δεν ελέγχεται αναιρετικά, η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, καθώς και με τον δεύτερο λόγο, ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 της ΕΣΔΑ, διότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του για δίκαιη δίκη, δικαστική ακρόαση και υπεράσπισή του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η παραβίαση της αρχής τής δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Μετά την κατά τα άνω αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, ως ανυποστήρικτη. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή του, χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπερβαίνοντας έτσι την εξουσία του. Όμως, η προσβαλλόμενη παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου με την παρεμπίπτουσα διάταξή της, στη συνέχεια, αφού εξέτασε το νόμιμο της κλητεύσεώς του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεχόμενη τα εξής: "Από το από 18.3.2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ... του Α.Τ. ... στον εκκαλούντα και από το από 18.1.2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ... στον αντίκλητο δικηγόρο, που βρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος κλητεύτηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και να υποστηρίξει την έφεση που έχει ασκήσει κατά της με αριθμό AM.514/06 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Επίσης του έχει κοινοποιηθεί και ο κατάλογος των μαρτύρων που πρόκειται να εξεταστούν. Δεδομένου δε ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του ΚΠοινΔ να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν εις βάρος του τα έξοδα της δίκης όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". Η ως άνω απόφαση έχει την προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, γίνεται με σαφήνεια αναφορά της απαιτούμενης από το άρθρο 500 εδ. γ' του ΚΠΔ, εμπρόθεσμης και νομότυπης κλητεύσεως του εκκαλούντος και ειδικότερα αναφέρονται η κλήτευση αυτού και του αντίκλητου δικηγόρου του από το ως άνω μνημονευόμενο όργανο επιδόσεως και τα οικεία αποδεικτικά από τα οποία προκύπτει η κλήτευσή του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, μετά δε την απόρριψη αυτών και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 19/22.9.2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της ΒΤ.3449/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια η έφεσή του ως ανυποστήρικτη.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 2187/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 31 ΟΝΟΜΑΤΑ). Οι 1ος, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 21η, 22ος, 23η, 24η, 25ος, 26η, 29ος, και 31η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπυρίδων. Οι 27η και 30η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και ο 28ος δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)" ως καθολικού διαδόχου του εδρεύοντος στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καγκελάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη παραστάντων αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2507/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-8-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εφόσον δε οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω απ' αυτούς, που επιμελήθηκαν τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2-8-2007 ( αρ. καταθ. 86/5-6-2008) αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 2507/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Aπό την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή ..., προκύπτει ότι την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ( το όνομα του οποίου δεν μνημονεύεται στην έκθεση επιδόσεως), κατά παραγγελία του οποίου ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής επέδωσε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ κυρωμένο αντίγραφο αυτής μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατ' αυτήν όμως δεν παρέστη ο 28ος αναιρεσείων, ο οποίος ούτε από την αναιρεσίβλητη, ούτε από κάποιον από τους λοιπούς αναιρεσείοντας, που παρίστανται νόμιμα, προκύπτει ότι κλητεύθηκε. Επίσης, δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων είχε χορηγήσει και αυτός πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των λοιπών αναιρεσειόντων Παναγιώτη Σπυρίδωνα, ή σε άλλον, για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως. Από τα προσκομιζόμενα δε ... και ... ειδικά πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Βάρδας και Νέας Ιωνίας Αττικής, αντίστοιχα, Γεωργίου Μπακογιάννη και Ελευθερίας Δήμα, προκύπτει ότι έχει δοθεί πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο μόνο από τους 27η και 30η και οι υπόλοιποι, εξ αυτών, παρέστησαν στο ακροατήριο και τον διόρισαν, ενώ ο 28ος τούτων (...) δεν παρέστη στο ακροατήριο για να τον διορίσει. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 97, 104 και 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 2507/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση.Κλήτευση διαδίκων. Ερημοδικία ορισμένων. Εφόσον οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίστθηκε γι' αυτόυς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω απ' αυτούς, κυρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2186/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Πτολεμαΐδος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 467/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Αικατερίνη Ημέλλου και Έμμα Αντωνιάδου.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 983/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη πού πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 467/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα είχε αναθέσει στην εργοληπτική επιχείρηση "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" την κατασκευή του έργου "MELITI - ACHLADA S.E.S, UNITI, CONTRAKT No DMTK - 00128" της ΔΕΗ που εκτελείτο στη ..., τμήμα του οποίου και συγκεκριμένα, την κατασκευή της αποχέτευσης, όπως περιγραφόταν στα σχέδια του έργου, η τελευταία ανέθεσε, με το από 19.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό και τις αναγραφόμενες σ' αυτό τιμές και όρους, στην εταιρεία με την επωνυμία TENΑ ΑΤΒΕ, ως υπεργολάβο, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος. Μετά την αποχώρηση της εταιρείας οδών και οδοστρωμάτων ΑΕ από το έργο, λόγω αδυναμίας της να συνεχίσει, η εγκαλούσα συμφώνησε τη συνέχιση του έργου που είχε ήδη αναλάβει με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό η εταιρεία ΤΕΝΑ ΑΤΒΕ με απευθείας ανάθεση σ' αυτήν, με τους αυτούς όρους και τιμές που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της τελευταίας και της αποχωρήσασας εταιρείας και είχαν περιληφθεί στο άνω συμφωνητικό. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να παραπλανήσει τους νόμιμους εκπροσώπους της εγκαλούσας και να επιτύχει μεγαλύτερη αμοιβή, προς όφελος της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν εταιρείας, αφού η εγκαλούσα ανέλαβε, με βάση τη συμφωνία τους, να καταβάλει τη συμφωνηθείσα κατά τα άνω αμοιβή, υπογράφοντας σχετικό συμφωνητικό, νόθευσε το περιεχόμενο του συμφωνητικού και συγκεκριμένα, αφού αφήρεσε τις υπ' αριθμ. 4, 5 και 6 σελίδες αυτού, στις οποίες αναγράφονται οι επί μέρους εργασίες και η κατά μονάδα αμοιβή, στη θέση τους έθεσε νέες, εκτυπωμένες με διαφορετική γραμματοσειρά και χωρίς αρίθμηση, στις οποίες, και ειδικότερα στο άρθρο 6 του συμφωνητικού, αντικατέστησε τις αναγραφόμενες και συμφωνηθείσες τιμές με την αποχωρήσασα εταιρεία αμοιβές, με άλλες υψηλότερες, όπως αυτές αναγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό, στη συνέχεια δε, στις νέες αυτές σελίδες έθεσε κατ' απομίμηση τις μονογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" ΑΑ και του ΒΒ, που εκπροσωπούσε νόμιμα την εταιρεία "ΤΕΝΑ ΑΤΒΕ", χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν. Στην πράξη του αυτή προέβη προκειμένου να παραπλανήσει τους εκπροσώπους της εγκαλούσας, σχετικά με το γεγονός ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν υψηλότερη, το οποίο θα είχε έννομες συνέπειες σε βάρος της τελευταίας, αφού κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα η εγκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να υπογράψει συμφωνητικό για συνέχιση του έργου με τους ίδιους όρους και αμοιβή, που είχε προηγηθεί με την εταιρεία "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", με συνέπεια την αποκόμιση επί πλέον οφέλους από την ΤΕΝΑ ΑΤΒΕ, επί ζημία της εγκαλούσας. Πρέπει, συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη (πλαστογραφία με χρήση) και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4, 40 ευρώ ημερησίως. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "στην ... την 25.4.2002 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση του νοθευμένου αυτού εγγράφου. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, νόθευσε το από 19.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εδρεύουσα στο ... εργοληπτική επιχείρηση ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ, που είχε αναλάβει την κατασκευή των Έργων Πολιτικού Μηχανικού του Έργου MELITI -ACHLADA S.E.S. UNIT CONTRACT No DMTK - 00128 της ΔΕΗ, που εκτελείτο στη ..., μεταξύ των οποίων και την κατασκευή της αποχέτευσης όπως περιγραφόταν στα σχέδια του Έργου, ανέθεσε στην εργοληπτική επιχείρηση ΤΕΝΑ ΑΤΒΕ, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος, την κατασκευή της αποχέτευσης της μονάδος. Ειδικότερα, αφαίρεσε τις υπ' αριθμ. 4, 5 και 6 σελίδες του ανωτέρω συμφωνητικού και στη θέση τους προσέθεσε νέες, εκτυπωμένες με διαφορετική γραμματοσειρά και χωρίς αρίθμηση, αναγράφοντας παράλληλα στις νέες αυτές σελίδες, χωρίς οι εκπρόσωποι της εδρεύουσας στο ... εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ -ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" να το γνωρίζουν και να συναινούν προς τούτο, στο 6° άρθρο του παραπάνω συμφωνητικού που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του Υπεργολάβου για την εκτέλεση των υπ' αυτού αναλαμβανομένων εργασιών, διαφορετικές τιμές από τις αναγραφόμενες αρχικά στο συμφωνητικό αυτό. Συγκεκριμένα, υπό το στοιχείο Α. ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΑ ΕΡΓΑ και παραπλεύρως του στοιχείου 1 εξάλειψε την τιμή των 700 δρχ./m3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για εκσκαφή σε έδαφος γαιώδες σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 900 δρχ./m3, παραπλεύρως του στοιχείου 2 εξάλειψε την τιμή των 400 δρχ./m3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για επίχωση με προϊόντα εκσκαφής, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 500 δρχ./m3, παραπλεύρως του στοιχείου 3 εξάλειψε την τιμή των 2.000 δρχ./m3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την επίχωση με φυσικό αμμοχάλικο σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 2.500 δρχ./m3, παραπλεύρως του στοιχείου 4 εξάλειψε την τιμή των 2.300 δρχ./m3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την επίχωση με φυσικό θραυστικό υλικό 3Α, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 2.700 δρχ./m3, παραπλεύρως του στοιχείου 5 εξάλειψε την τιμή των 2.720 δρχ./m3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την επίχωση με ορυκτή άμμο, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 3.000 δρχ./m3. Περαιτέρω, υπό το στοιχείο Β. ΤΣΙΜΕΝΤΟΣΩΛΗΝΕΣ και παραπλεύρως του στοιχείου 1 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά -τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, ονομαστικής διαμέτρου Φ50 εκ., εξάλειψε την τιμή των 9.520 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 12.300 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 2 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτιση τσιμεντοσωλήνων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, ονομαστικής διαμέτρου Φ60 εκ., εξάλειψε την τιμή των 12.070 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 15.700 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, ονομαστικής διαμέτρου Φ80 εκ., εξάλειψε την τιμή των 17.170 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 22.300 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 4 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, ονομαστικής διαμέτρου Φ100 εκ., εξάλειψε την τιμή των 26.095 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 33.900 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 5 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, ονομαστικής διαμέτρου Φ120 εκ., εξάλειψε την τιμή των 37.570 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 48.800 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 6 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, ονομαστικής διαμέτρου Φ140 εκ., εξάλειψε την τιμή των 50.320 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 65.400 δρχ./mm. Επίσης, υπό το στοιχείο Γ. ΠΛΑΣΤΙΚΟΙ ΣΩΛΗΝΕΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ PVC και παραπλεύρως του στοιχείου 1, που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτηση πλαστικών σωλήνων αποχέτευσης ΡVC σειράς Σ41, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, εσωτερικής διαμέτρου Φ200, εξάλειψε την τιμή των 2.500 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 3250 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 2, που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια - μεταφορά - τοποθέτηση πλαστικών σωλήνων αποχέτευσης PVC σειράς Σ41, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, εσωτερικής διαμέτρου Φ250, εξάλειψε την τιμή των 3.500 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 4.550 δρχ./mm, παραπλεύρως του στοιχείου 3, που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την προμήθεια -μεταφορά - τοποθέτηση πλαστικών σωλήνων αποχέτευσης PVC σειράς Σ41, σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, εσωτερικής διαμέτρου Φ315, εξάλειψε την τιμή των 5.500 δρχ./mm και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 7.150 δρχ./mm. Προσέτι δε, υπό το στοιχείο Δ. ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΑ και παραπλεύρως του στοιχείου 1 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για τη διάστρωση σκυροδέματος εγκιβωτισμού σωλήνων σύμφωνα με τα σχέδια και τις προδιαγραφές, εξάλειψε την τιμή των 3.500 m3 και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 4.500 δρχ./m3, παραπλεύρως του στοιχείου 2 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την κατασκευή φρεατίων όμβριων χυτών διαστάσεων 2μΧ2μμ περίπου ύψους 2, 5 μ, εξάλειψε την τιμή των 300.000 δρχ./τεμ. και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 400.000 δρχ./τεμ. και παραπλεύρως του στοιχείου 3 που αφορούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου για την κατασκευή φρεατίων ακαθάρτων προκατασκευασμένων διαστάσεων Φ120, οπλισμένων, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές, ύψους 2, 2 μ περίπου, εξάλειψε την τιμή των 170.000 δρχ./τεμ. και ανέγραψε στην αντίστοιχη θέση, ολογράφως και αριθμητικώς την τιμή των 220.000 δραχμών. Ακολούθως, στις σελίδες 4, 5 και 6, τις οποίες προσέθεσε στο νοθευμένο πιο πάνω συμφωνητικό και στη θέση των μονογραφών του ΑΑ, ο οποίος εκπροσωπούσε νομίμως την εταιρεία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ Α.Ε., για την υπογραφή του πιο πάνω συμφωνητικού και του ΒΒ, ο οποίος εκπροσωπούσε νομίμως την εταιρεία ΤΕΝΑ ΑΤΒΕ, για την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού, έθεσε κατ' απομίμηση τις υπογραφές των τελευταίων, χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν και να συναινούν προς τούτο. Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εν λόγω συμφωνητικού τους εκπροσώπους και τους αρμοδίους υπαλλήλους της προαναφερθείσας εγκαλούσης εταιρείας, σχετικά με το γεγονός ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του υπεργολάβου αντιστοιχούσε στις προαναφερθείσες τιμές που ανέγραψε στο ανωτέρω από 19.11.2001 νοθευμένο από τον ίδιο συμφωνητικό και ότι, συνεπώς, οι τιμές αυτές αντιστοιχούσαν στην αμοιβή της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε ΤΕΝΑ ΑΤΒΕ για την εκτέλεση του παραπάνω έργου, στην οποία και είχε ανατεθεί από την εγκαλούσα εταιρεία η κατασκευή του έργου αυτού, Στη συνέχεια δε, του κατά τα πιο πάνω νοθευμένου ιδιωτικού συμφωνητικού έκανε χρήση, στις 25.4.2002, παραδίδοντάς το και εμφανίζοντάς το έτσι στους αρμόδιους υπαλλήλους της εγκαλούσης εταιρείας". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π Κ την οποία εφάρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν νόθευση εγγράφου, με τη χρήση των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι είχαν συμφωνηθεί οι ανωτέρω αναφερόμενες τιμές. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως και δη η γνώση του κατηγορουμένου και ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους ως προς το προαναφερόμενο γεγονός. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, και ότι δεν διευκρινίζεται εάν το επίμαχο νοθευμένο συμφωνητικό ήταν προορισμένο ή πρόσφορο να παραπλανήσει την εγκαλούσα, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον με αυτές προβάλλεται ότι δεν έγινε σωστή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτη, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εν όψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσα, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 467/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 § 1 του Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 2184/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεβαστιανό Διαμαντίδη, περί αναιρέσεως της 70/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1346/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος που τον εκπροσώπησε στη δίκη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε γραπτώς τον κατωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό: "Κατηγορούμαι με το υπ' αριθμόν 161/11.11.04 κλητήριο θέσπισμα του κ. Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου για Α) αγορά ναρκωτικών ουσιών, Β) κατοχή ναρκωτικών ουσιών, Γ) κλοπή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, Δ) κατοχή όπλου, χωρίς άδεια. Ι. Σχετικά με τις Α και Β πράξεις του κατηγορητηρίου, προβάλλω τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ποσότητα ναρκωτικών που αγόρασα και βρέθηκε στην κατοχή μου ήταν αποκλειστικά για δική μου χρήση και το γεγονός αυτό φαίνεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα Α) η ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή μου, ήτοι 21,03 και 1,36 γραμμάρια είναι συνήθης για χρήστες χασίς και φτάνει για μια βδομάδα χρήσεως περίπου, την αγόρασα δε και την αγοράζουμε οι χρήστες γενικά σε ποσότητες 20 έως 30 γραμμαρίων κάθε φορά, προκειμένου να αποφεύγουμε τη συχνή επαφή με τους εμπόρους ναρκωτικών και να τρέχουμε δηλαδή κάθε μέρα στις πιάτσες που γίνεται εμπόριο ναρκωτικών. Β) από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, την έκθεση κατασχέσεως, την έκθεση έρευνας και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει αβίαστα ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην κατοχή μου ήταν πρόχειρα συσκευασμένα, δεν ήταν επιμελώς κρυμμένα, μία μικρή ποσότητα ήταν συσκευασμένη σε τσιγαριλίκι για τη δική μου χρήση. Επίσης, από τις έρευνες αποδείχθηκε ότι δεν είχα δημιουργήσει καμία υποδομή για περαιτέρω διάθεση της ποσότητας που βρέθηκε στην κατοχή μου, αφού από την έρευνα που έγινε στο σπίτι μου προέκυψε ότι ούτε ζυγαριά υπήρχε ούτε κάποια άλλη ποσότητα ναρκωτικών ούτε οποιαδήποτε υποδομή για εμπορία ναρκωτικών. Επίσης δεν βρέθηκαν χρήματα, πλην αυτών που είχα στην τσέπη μου, από τα οποία να δικαιολογείται εμπορία. Περαιτέρω, οι εξετασθέντες αστυνομικοί βεβαιώνουν ότι δεν είχαν καμία πληροφορία για μένα ότι είχα διασυνδέσεις με άλλους χρήστες και γενικά δεν είχαν καμία πληροφορία για το άτομο μου ότι μπορεί να συμμετέχω σε διακίνηση ναρκωτικών. Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούμαι δεν εμπίπτουν στην διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β', ζ' του Ν. 1729/1987 αλλά εμπίπτουν στην αφηρημένη νομοτυπική μορφή του άρθρου 12, αφού τις ποσότητες κάνναβης, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αγόρασα και κατείχα για δική μου αποκλειστικά και μόνο χρήση και ως εκ τούτου ζητώ με όλο το σεβασμό προς το δικαστήριο σας, την εφαρμογή του άρθρου 12, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της εις βάρος μου κατηγορίας". Τα περιστατικά αυτά, όπως τα εξέθεσε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, και έχουν εκτεθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμο τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με την ακόλουθη αιτιολογία: "... Εξάλλου, ο κατηγορούμενος συνομολόγησε την ιδιότητα των ουσιών αυτών ως ναρκωτικών ... και ισχυρίσθηκε ότι τις προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση, δεδομένου ότι τυγχάνει χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Όμως, το τελευταίο εξ ουδενός στοιχείου απεδείχθη. Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός που είναι πλήρης και ορισμένος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο γιατί αν ληφθεί υπόψη το ότι ο κατηγορούμενος είναι άνεργος, το ότι αν και είναι κάτοικος ..., εν τούτοις εκινείτο χωρίς κάποια πειστική αιτία έξωθι του Στρατοπέδου ..., το είδος, η ποσότητα της επίμαχης ναρκωτικής ουσίας, που χαρακτηρίζεται σημαντική, η αξία της και η σε υψηλό βαθμό καθαρότητά της και τα αναφερόμενα στο άρθρο διαγνωστικά στοιχεία, δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν απεδείχθη ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και οπωσδήποτε δεν ήταν τοξικομανής, ενώ δεν είχε τη δυνατότητα με τα πενιχρά οικονομικά μέσα που διέθετε να την αγοράσει εφάπαξ, συνάγεται ότι η επίμαχη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε κάθε περίπτωση, υπερέβαινε ουσιωδώς τις ανάγκες του και δεν προοριζόταν για δική του αποκλειστικά χρήση, αλλά για εμπορία ... . Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ότι η επίμαχη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας σε κάθε περίπτωση, υπερέβαινε ουσιωδώς τις ανάγκες του αναιρεσείοντος και δεν προοριζόταν για δική του αποκλειστικά χρήση, αλλά για εμπορία, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, κατ' ουσίαν. Εξάλλου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι: α) αποδείχθηκε ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών όπως κατέθεσε ο μάρτυς αστυνομικός και ο μάρτυς υπερασπίσεως, β) δεν είναι άνεργος, αλλ' έχει επαρκή εισοδήματα, γ) η κίνησή του έξω από το Στρατόπεδο της ... είχε λογική αιτία, διότι γεννήθηκε στην ... και εκεί είναι οι φίλοι του, δ) το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας είναι συνήθης για χρήστες ναρκωτικών και ε) αποδείχθηκε ότι είναι χρήστης, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 70/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοτελής ισχυρισμοί. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2179/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 96/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 689/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 287/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 5/21-4-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., την οποία άσκησε αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του με αριθμό 96/2009 διορθωτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Η απόφαση με την οποία το δικαστήριο διατάσσει είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με αίτηση του Εισαγγελέα ή ενός των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 145 ΚΠΔ για διόρθωση ή τη συμπλήρωση προηγουμένης απόφασής του καθώς και η απορρίπτουσα τέτοια αίτηση για διόρθωση ή συμπλήρωση προηγούμενης απόφασης, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, ως μη υπαγομένη σε καμία από τις κατηγορίες των αποφάσεων κατά των οποίων επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης, αλλά ενσωματώνεται σ'αυτή που διορθώνει ή συμπληρώνει και συμπροσβάλλεται μ'αυτήν (ΑΠ 1137/02, 988/2002).
Η διάταξη αυτή του άρθρου 145 ΚΠΔ, εφαρμόζεται και για τα βουλεύματα, αφού τα βουλεύματα είναι οι αποφάσεις των συμβουλίων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 2114/2004). Ως εκ τούτου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, βούλευμα συμπληρωματικό ή διορθωτικό δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση αλλά συμπροσβάλλεται με αυτό που συμπληρώνει ή διορθώνει.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το με αριθμό 61/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών για παράβαση του Ν. 3213/2003 (παράλειψη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης). Το βούλευμα αυτό διορθώθηκε με το με αριθμό 96/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ως προς την εσφαλμένη αναγραφή του επιθέτου του αναιρεσείοντος αντί Χ-1 στο ορθό Χ. Κατά του τελευταίου αυτού και μόνο διορθωτικού βουλεύματος άσκησε ο ανωτέρω την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ. Όπως όμως προαναφέρθηκε, το βούλευμα αυτό δεν προσβάλλεται με το ένδικο μέσο αυτοτελώς και ως εκ τούτου η κρινομένη κατ'αυτού αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι. Να κηρυχθεί απαράδεκτη, η με αριθμό 5/21-4-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμό 96/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και
ΙΙ. Να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 19 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διατάσσει είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση ενός των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 145 του ΚΠΔ, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση προηγούμενης απόφασής του καθώς και η απορρίπτουσα τέτοια αίτηση για διόρθωση ή συμπλήρωση προηγούμενης απόφασης, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, ως μη υπαγόμενη σε καμία από τις κατηγορίες των αποφάσεων κατά των οποίων επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης. Επομένως, αν με την κατ' άρθρο 145 του ΚΠΔ εκδοθείσα απόφαση διατάχθηκε η διόρθωση ή η συμπλήρωση άλλης, τότε η απόφαση αυτή ενσωματώνεται με την διορθωθείσα ή συμπληρωθείσα και αποτελεί ένα όλο με αυτή, υπόκειται δε σε αναίρεση μόνο μαζί με την απόφαση που διορθώθηκε ή συμπληρώθηκε, υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία δύναται να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Η διάταξη αυτή του άρθρου 145 του ΚΠΔ, εφαρμόζεται και για τα βουλεύματα, τα οποία είναι αποφάσεις των Δικαστικών Συμβουλίων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το υπ'αριθμ. 61/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών για παράβαση του Ν. 3213/2003 (παράλειψη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης). Το βούλευμα αυτό διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 96/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ως προς την εσφαλμένη αναγραφή του επωνύμου του αναιρεσείοντος από Χ-1 στο ορθό Χ. Κατά του τελευταίου αυτού και μόνο διορθωτικού βουλεύματος άσκησε ο ανωτέρω την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Όπως όμως προαναφέρθηκε, το βούλευμα αυτό, ως διορθωτικό-συμπληρωματικό, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, και συνεπώς η κρινομένη κατ' αυτού αίτηση αναίρεσης του Χ, ο οποίος ειδοποιήθηκε μέσω του αντικλήτου δικηγόρου του για να προσέλθει στο Συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του (άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 5/21/4/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ. 96/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά διορθωτικού βουλεύματος. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση.
|
Αποφάσεως διόρθωση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποφάσεως διόρθωση.
| 0
|
Αριθμός 2179/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μπύρου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΟΣ Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σεργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7/4/2005 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2553/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6252/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 25/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του...". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρανόμου και υπαιτίας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή την μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος. Ως τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς, με πιθανότητα, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιπτώσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που χουν ληφθεί. Επομένως, για την ευδοκίμηση αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση του παθόντος από την σύγκρουση οχημάτων, για διαφυγόντα κέρδη, αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή και να αποδεικνύεται, εκτός άλλων, η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, που υπέστη από το ατύχημα, καθώς και η εργασία ή επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία, με πιθανότητα, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εκτελούσε ο παθών, έναντι συγκεκριμένης αμοιβής, κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτός, συνεπεία της παθήσεώς του, περιήλθε σε ανικανότητα να απασχοληθεί με την εργασία του αυτή. Αναφορά και απόδειξη του συγκεκριμένου εργοδότου, στον οποίο θα προσέφερε την εργασία του, δεν απαιτείται (ΑΠ 150/2002). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δε εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος, για διαφυγόντα κέρδη:".. Με την υπ' αριθμ. 1256/1998 oριστική απόφαση του Εφετείου τούτου, που εκδόθηκε επί της πρώτης από 10-6-1995 αγωγής του και ήδη ενάγοντος και κατά της ήδη εναγομένης, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου και ως προς την ήδη εναγομένη εταιρεία, ότι ο ..., οδηγώντας στις 22-2-2004, στο ..., το υπ' αριθμ.... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρείας, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, τη σύγκρουση του αυτοκινήτου αυτού με την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγων. Ότι εξαιτίας της συγκρούσεως αυτής τραυματίσθηκε ο ενάγων, ο οποίος υπέστη επιπεπλεγμένο κάταγμα δεξιά κνήμης και μετεγχειρητικά εμφάνισε εικόνα οστεομυελίτιδας. Ότι εξαιτίας του τραυματισμού του αυτού κατέστην ανίκανος για την μέχρις αυτού νυκτερινή εργασία αυτού ως ελεγκτή εισερχομένων στο νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως με τον τίτλο "..." προσώπων, καθ' όλο το επίδικο από την αγωγή εκείνη χρονικό διάστημα από 22-2-1994 έως 22-10-1995. Και ότι εξαιτίας της ανικανότητας του αυτής ζημιώθηκε κατά το ποσό των 4.000.000 δραχμών, το οποίο, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εισέπραττε από την ως άνω εργασία του στο προαναφερόμενο νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως, αν δεν είχε τραυματισθεί. Ακολούθησαν και άλλες αγωγές, για αποζημίωση του ενάγοντος από την ίδια αιτία, που αναφέρονταν στο μεταγενέστερο μέχρι 30-6-2004 χρονικό διάστημα, χωρίς να προκύπτει αν οι επ' αυτών αποφάσεις έχουν καταστεί τελεσίδικες ως προς την ήδη εναγόμενη εταιρία. Όσον αφορά, όμως, το από την ένδικη αγωγή, επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-7-2004 έως 30-6-2005), από την προσκομιζόμενη, με επίκληση, από την εναγόμενη, από 19-12-2005 βεβαίωση του Ι.Κ.Α. (Υποκατάστημα ...) αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση του προαναφερόμενου νυχτερινού κέντρου διασκέδασης "...", στο ..., έχει διαλυθεί από το 1997. Επομένως, από το έτος αυτό δεν θα είχε ο ενάγων αντικειμενικά τη δυνατότητα να εργαστεί στην προαναφερόμενη επιχείρηση και, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να εισπράξει από αυτήν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ενόψει αυτού και του ότι ο ενάγων δεν αναφέρει, ούτε και αποδεικνύεται, συγκεκριμένη άλλη επιχείρηση στην οποία θα μπορούσε να εργασθεί σε περίπτωση διαλύσεως αυτής στην οποία εργαζόταν κατά το χρόνο του τραυματισμού του, έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή...". Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, μετά εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή, απέρριψε αυτή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 929, 298 Α.Κ., διότι, κατά την εφαρμογή αυτών, απαίτησε στοιχείο, το οποίο δεν ήταν αναγκαίο, ήτοι την δυνατότητα του ενάγοντος να εργασθεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως ελεγκτής εισερχομένων, σε νυχτερινό κέντρο, προσώπων, σε συγκεκριμένη εργοδότη και την αναφορά στην αγωγή συγκεκριμένου εργοδότου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη εφαρμογή, των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). Αναιρουμένης δε της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τον ανωτέρω λόγο, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6252/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αποζημίωση, σε περίπτωση παρανόμου και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, περιλαμβάνει την θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος. Για την ευδοκίμηση αγωγής αποζημιώσεως, για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας προς εργασία, δεν είναι αναγκαία η αναφορά και η απόδειξη συγκεκριμένου εργοδότου, στον οποίο ο ενάγων θα προσέφερε την εργασία του. Αξίωση από το δικαστήριο και του στοιχείου αυτού ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2178/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Τσάκωνα, που ανακάλεσε την από 7/10/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1764/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1648/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/9/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 17/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ και 1α ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, σύμφωνα με το άρθρο 650 παρ. 1 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο, στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά και στη δευτεροβάθμια δίκη, μόνο εάν έχει συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγουμένη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, που επικαλείται τη σύνταξη αυτής, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες από τη λήψη της. Η ένορκη αυτή βεβαίωση αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται, νομότυπα ληφθείσα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικώς στην απόφαση ότι το αποδεικτό αυτό μέσο (ένορκη βεβαίωση) έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, για να μη υπάρχει αμφιβολία περί του αν αυτό λήφθηκε ή όχι υπόψη (ΑΠ 454/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αιτιάται ότι, με τις προτάσεις της, που κατάθεσε στο Εφετείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτές (προτάσεις) προκύπτει, επικαλέσθηκε προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της και προσκόμισε, εκτός των άλλων, και την .../2006 ένορκη βεβαίωση του ..., που λήφθηκε, με την επιμέλειά της, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου, κατά την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του την παραπάνω αναφερομένη ένορκη βεβαίωση, ενόψει ότι δεν την μνημονεύει καθόλου στην απόφασή του, ενώ μνημονεύει πλήθος άλλων ενόρκων βεβαιώσεων, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 εδάφ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο σχετικός, από τον αριθμό αυτό, πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1648/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση για παράβαση του συζητητικού συστήματος ως προς τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός λογος του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν δεν λήφθηκε υπόψη ένορκη βεβαίωση την οποία επικαλέστηκε ο διάδικος, με προσκόμιση και της εκθέσεως επιδόσεως, από την οποία προκύπτει ο χρόνος κλητεύσεως.
|
Αποδεικτικά μέσα
|
Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2177/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 1172, 1188 και 1219/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 927/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 369§1 Κ.Π.Δ. "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα....έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα... ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο" και §3 ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με την του άρθρου 333§3 ιδίου Κώδικος, κατά την οποίαν.... "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι", προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δίδεται ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον εισαγγελέα και τους διαδίκους με την άνω κεκανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο τέλος περί της ενοχής και μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως στον ίδιο ή τον συνήγορό του περί της ποινής ακόμη και αν δεν ζητήσουν αυτοί τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., διότι αφορά εις την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, για την παράβαση των οποίων ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος κατά το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1172, 1188 και 1219/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής "οι συνήγοροι του δευτέρου κατηγορουμένου" (είναι ο εδώ ο αναιρεσείων ...) "αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο διαδοχικά και ανέπτυξαν την υπεράσπιση ζήτησαν την απαλλαγή του. Οι κατηγορούμενοι όταν ρωτήθηκαν από την Πρόεδρο, αν έχουν να προσθέσουν τίποτα για την υπεράσπισή τους απάντησαν αρνητικά". Ούτως ο σχετικώς πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, κατά το οποίον ο αναιρεσείων παραπονείται ότι "η διευθύνουσα την συζήτηση, μετά την κήρυξη από την ίδια της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση του εισαγγελέα επί της ενοχής....δεν έδωσε το λόγο σ' εμένα και τον συνήγορό μου προκειμένου να αναπτύξουμε την υπεράσπιση..." και, εντεύθεν, υπέπεσε στη πλημμέλεια των διατάξεων των άρθρων 171§1 στοιχ. δ' και 510§1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 , 333§2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171§1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγον αναιρέσεως διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ., δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως δημιουργείται, διότι παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο και όταν στα πρακτικά της αποφάσεως δεν αναγράφονται τα προσδιοριστικά στοιχεία των εγγράφων που φέρονται ότι έχουν αναγνωσθεί διότι τότε δεν μπορεί να διαγνωσθεί χωρίς αμφιβολία ποίον εγγράφον ανεγνώσθη και εις ποίον έγγραφον εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του, ενώ τα στοιχεία που το προσδιορίζουν δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ούτως ο προσδιορισμός της ταυτότητος του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο εκβιάσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και παθητικής δωροδοκίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2α ε' Π.Κ. και επέβαλε εις αυτόν ποινή φυλακίσεως συνολικώς τριών (3) ετών και έξι μηνών. Δια την κρίση του αυτή, το δικαστήριο, και δη την περί ενοχής τοιαύτη, έλαβεν υπ' όψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ άλλων εγγράφων, που ανεγνώσθησαν και "1) φωτοτυπία εθνοκάρτας υπ' αριθμ. (αναγνωσθέντων) 5, 2) την από 20/5/2001 έκθεση εγχειρίσεως εγγράφων (υπ' αριθμ. 3), 3) το από...πιστοποιητικό σπουδών της Ελληνικής Αστυνομίας (υπ' αριθμ. 12), 4)το από .../1987 μέχρι ...1988 αναμνηστικό δίπλωμα (υπ' αριθμ. 13), 5) την από ...2007 -ιατρική γνωμάτευση- βεβαίωση του Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν (υπ' αριθμ. 15), και 6) τις από ...και ... αποδείξεις εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (υπ' αριθμ. 16)". Η ούτω γενομένη καταχώριση επαρκώς προσδιορίζει την ταυτότητα των άνω εγγράφων και ουδεμία γεννάται αμφιβολία περί αυτής, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ως άνω προσδιορισμόν έκαστον δεν ανεγνώσθησαν και ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, εφ' όσον, εις πάσα περίπτωση, κατά την ανάγνωσή των έλαβε γνώση (της ταυτότητος) αυτών.
Συνεπώς ο σχετικός (πρώτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το έτερον σκέλος του κατά το οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται ότι "από τα πρακτικά δεν προκύπτει ποία συγκεκριμένα ήταν τα άνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν....διότι δεν αναφέρεται ο συντάκτης και σε ποιόν απευθύνονται αυτά", και εντεύθεν το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 171§1 στοιχ. δ' και 510§1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510§1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφηρμόσθη καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξ άλλου κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' εδ. α' Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Η περίπτωση της διατάξεως αυτής αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος. Ούτω για την συνδρομή της τοιαύτης επιβαρυντικής περιστάσεως, της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστου, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένως τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επανειλημμένη δε τέλεση υπάρχει και επί του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. Εντεύθεν και για την τέλεση του εγκλήματος κατ' επάγγελμα μπορεί να δεχθεί το δικαστήριο ότι συντρέχει τόσον η επανειλημμένη τέλεση αυτού όσον και η υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση τοιαύτης τελέσεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και δη το σκεπτικό αυτής, υπ' αριθμ. 1172, 1118 και 1219/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη., κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη "(από) τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως καθώς και του προκύψαντος από τη διαδικασία και προταθέντος από τον εισαγγελέα μάρτυρα, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής, όσον αφορά την τέλεση της πράξεως της κατ' επάγγελμα εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση: " Οι κατηγορούμενοι ενεργούν την πιο πάνω πράξη της εκβιάσεως και της απόπειρας εκβιάσεως κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, προϋπόθεση η οποία συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1074/2006 σε συμβ. Π.Χρ. ΝΖ. 405, Α.Π. 1174/2005 σε συμβούλιο Π. Χρ. ΝΣΤ. 155) αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως αυτής (όπως η κατανομή των ρόλων κατά την τέλεση των πράξεων αυτών και οι προφυλάξεις τις οποίες λάμβαναν για να μη συλληφθούν επ' αυτοφώρω) προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Τα πιο πάνω προκύπτουν ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας... και ... ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ...ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία περιέχεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της εκκαλουμένης, παρά το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι (παθόντες), είτε από φόβο είτε λόγω της παλαιάς γνωριμίας τους με τους κατηγορουμένους, απέφυγαν να αναφερθούν αναλυτικά στην απειλητική συμπεριφορά των τελευταίων....". Με αυτά που εδέχθη το άνω εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την κατ' επάγγελμα τέλεση της εκβιάσεως, τετελεσμένης και εν αποπείρα και δη τον σκοπό πορισμού εισοδήματος που προκύπτει τόσο από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής όσο και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως και συνεπώς ορθώς εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 385§1 β' και 13 στοιχ. στ' εδ. α' Π.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε εκ πλαγίου. Εντεύθεν και οι σχετικοί δεύτερος λόγος αναιρέσεως (ως) και τρίτος κατά το εν σκέλος του, υποστηρίζοντες τα αντίθετα και δη ο μεν ότι ουχί νομίμως εδέχθη η απόφαση και επανειλημμένη τέλεση και υποδομή με τοιαύτη πρόθεση, ο δε ότι εδέχθη την κατ' επάγγελμα τέλεση της εκβιάσεως χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών, λόγοι εκ του άρθρου 510§1 Ε' και Δ' Κ.Π.Δ., αντιστοίχως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2, 476§1, 484§1, 509§1 και 510 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρο 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που βρίσκονται, σε άλλα έγγραφα (ή με την άσκηση προσθέτων λόγων με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου κατ' άρθρου 509§2 Κ.Π.Δ.). Και τούτο διότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων είναι η ύπαρξη ενός τουλάχιστον παραδεκτού κυρίου λόγου αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002). Επίσης δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ούτε αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ'(και ήδη Η') του άρθρου 510§1 Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών, που προβλέπεται από το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα, και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγον αναιρέσεώς του κατά το έτερον σκέλος του, αφού εκθέτει στην αίτησή του το μεν τις διατάξεις των άρθρων 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. και τι απαιτούν, το δε τό διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την πράξη της παθητικής δωροδοκίας του άρθρου 235 ΠΚ (δωροληψίας) αιτιάται ότι " με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την επιβαλλομένη από τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κρίση του ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της δωροδοκίας για νόμιμες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκα, αφού δεν παραθέτει και τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία θεμελίωσε την κρίση του και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος και τέλος τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ. α και 235 ΠΚ και του άρθρου 17 παρ. 8 Ν 1337/1983". Ούτως όμως ο λόγος αυτός περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας το μεν είναι αόριστος και ασαφής και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν προσδιορίζει εις τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας ή από ποίες συγκεκριμένες παραδοχές προκύπτει η έλλειψη αυτή ή ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές (πιθανόν) αιτιολογίες της αποφάσεως, το δε είναι αβάσιμος, εις το σημείο που αναφέρει ότι δεν παραθέτει η απόφαση "τα αποδεικτικά στοιχεία", αφού όπως προαναφέρθη, από τα πρακτικά προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψη αποδεικτικά μέσα για την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου και δια την παθητική δωροδοκία και τέλος ο αναιρεσείων δεν κατεδικάσθη για παράβαση του άρθρου 17§8 Ν. 1337/1983, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ούτος, και, επομένως ο λόγος ως προς αυτό είναι και αλυσιτελής. Δι' ο και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/5/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1172-1188-1219/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 369 παρ. 1, 333 παρ. 3 ΚΠΔ Ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του μιλούν πάντοτε τελευταίοι, έστω και αν δεν το ζητήσουν άλλως ακυρότης κατ' άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου.
| 0
|
Αριθμός 2180/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Σχινά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Καλπούζο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2540/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1074/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/10/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 25/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων, της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιτελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Εξ άλλου, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, όχι, όμως, αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Για την αναίρεση, όμως, της αποφάσεως, πρέπει το σφάλμα να επέδρασε στο διατακτικό της. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, εν σχέσει προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, εδέχθη, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω, πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και περί ώρα 12.20 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας του ιδίου και του δεύτερου εναγομένου... με το οποίο εκτελούσε το δρομολόγιο ...-... και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που προκαλούσε σε τρίτους από τη λειτουργία στον τρίτο εναγόμενο αλληλοασφαλιστικό οργανισμό και κινούμενος με κανονική ταχύτητα (περί τα 30 χιλιόμετρο ανά ώρα) στην προορισμένη αποκλειστικά για την κίνηση λεωφορείων δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ...στην Αθήνα, με κατεύθυνση από τη λεωφόρο ...προς τη λεωφόρο ..., έφθασε στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό .... Η οδός ...είναι μονής κατευθύνσεως και έχει έξι λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων η πρώτη από δεξιά σε σχέση με πορεία των οχημάτων είναι λεωφορειακή, η δε οδός ..φθάνει μέχρι την οδό ...με την οποία έχει το σχήμα Τ ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Όταν ο οδηγός αυτός έφθασε στο παραπάνω σημείο κινήθηκε ελαφρώς προς τα αριστερά, χωρίς να εισέλθει στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, για να αποφύγει ένα επιβατικό αυτοκίνητο που είχε σταθμεύσει στη δεύτερη γωνία των ως άνω οδών και κατελάμβανε κατά το ήμισυ μέρος του το πεζοδρόμιο της οδού ...και κατά υπόλοιπο ήμισυ το οδόστρωμα της δεξιάς λωρίδας της οδού αυτής και εμπόδιζε την ευθύγραμμη πορεία του λεωφορείου. Την ίδια στιγμή ο ενάγων οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ... πίσω από το ως άνω υπεραστικό λεωφορείο. Πλησιάζοντας στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό ..., πραγματοποίησε υπέρβαση από τα δεξιά του Λεωφορείου, τη στιγμή που ο οδηγός του είχε ανοιχθεί προς τα αριστερά και ετοιμαζόταν να διέλθει παραπλεύρως του ως άνω σταθμευμένου αυτοκινήτου. Όταν ο ενάγων έφθασε στο ύψος του εμπρόσθιου τμήματος του λεωφορείου, βλέποντας ότι το σταθμευμένο αυτοκίνητο εμποδίζει την ευθύγραμμη πορεία του και σκοπεύοντας να το παρακάμψει και ταυτόχρονα να ολοκληρώσει την υπέρβαση του λεωφορείου, επιχείρησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, μπροστά ακριβώς από το λεωφορείο, που συνέχιζε την πορεία του. Εξαιτίας όμως του ελιγμού αυτού έχασε την ισορροπία της μοτοσικλέτας και στην προσπάθειά του να την επαναφέρει στην πορεία της πραγματοποίησε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα ήταν να ανατραπεί η μοτοσικλέτα και να πέσει στο οδόστρωμα με τη δεξιά της πλευρά μαζί με τον αναβάτη της. Αμέσως μετά η πεσμένη στο οδόστρωμα μοτοσικλέτα παρασύρθηκε από το λεωφορείο, ο οδηγός του οποίου λόγω της αιφνιδιαστικής κίνησης της μοτοσικλέτας στην πορεία του και της μικρής απόστασης που τον χώριζε από αυτή, δεν μπόρεσε, να ακινητοποιήσει έγκαιρα το λεωφορείο. Τα σημεία επαφής των δυο οχημάτων είναι, του μεν λεωφορείου το κάτω δεξιό μέρος, του εμπρόσθιου προφυλακτήρα, της δε μοτοσικλέτας το πλαϊνό αριστερό μέρος και ειδικότερα το πίσω γρανάζι της αλυσίδας. Αυτή έπαθε φθορές και βλάβες στη δεξιά της πλευρά από το σύρσιμό της στο οδόστρωμα. Περαιτέρω συνέπεια ήταν να τραυματισθεί ο ενάγων, ο οποίος υπέστη κάταγμα σκαφοειδούς οστού δεξιού άκρου ποδός και κάκωση ποδοκνημικής. Οι παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας ...και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των δυο οχημάτων και του τόπου του ατυχήματος. Ο πρώτος από τους ως άνω μάρτυρες κατέθεσε ότι ο ενάγων είχε μπροστά του το σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο, που καταλάμβανε μέρος του οδοστρώματος της δεξιάς λωρίδας και εμπόδιζε την ευθύγραμμη πορεία της μοτοσικλέτας και ότι αυτή κτυπήθηκε από το λεωφορείο στο αριστερό της τμήμα και ειδικότερα στο γρανάζι της αλυσίδας. Εξάλλου ο δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έκανε ελιγμό μπροστά από το λεωφορείο στην προσπάθειά του να αποφύγει το σταθμευμένο όχημα και η μοτοσικλέτα ανατράπηκε πριν έρθει σε επαφή με το λεωφορείο. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι διέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας του, λόγω πυκνής κίνησης, μπροστά από το ακινητοποιημένο λεωφορείο των εναγομένων και ότι αυτό ξεκίνησε ξαφνικά, παρόλο που όλα τα οχήματα εξακολουθούσαν να είναι ακινητοποιημένα, και επέπεσε με τον εμπρόσθιο προφυλακτήρα του στο πίσω τμήμα της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα την προς τα δεξιά ανατροπή της, δεν ευσταθεί, καθόσον αναιρείται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και δεν ενισχύεται από κάποια από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις. Άλλωστε, η μοτοσικλέτα δεν έχει υποστεί βλάβες στο πίσω τμήμα της ούτε υπάρχουν βλάβες ή ίχνη από το οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στο εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι η μοτοσικλέτα παρασύρθηκε από το λεωφορείο μετά την ανατροπή της στο οδόστρωμα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα σύρθηκε στο οδόστρωμα επί 2,40 μέτρα, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, αποδεικνύει ότι το λεωφορείο βρισκόταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος και δεν υπήρχε ακινητοποίηση των οχημάτων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Τούτο ενισχύεται και από τον ταχογράφο του λεωφορείου, από τον οποίο προκύπτει ότι το όχημα αυτό κατά το χρόνο του ατυχήματος (12.20 ώρα) είχε αναπτύξει ταχύτητα λίγο μεγαλύτερη των 30 χιλιομέτρων την ώρα. Σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας (ενάγοντος), η οποία συνίσταται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι εκινείτο σε λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία είχε καθοριστεί να κυκλοφορούν μέσα δημόσιας οδικής μαζικής μεταφοράς προσώπων, ότι στη λωρίδα αυτή προπορευόταν αυτού ένα τέτοιο μέσο και ότι τμήμα της εν λόγω λωρίδας κατελάμβανε σταθμευμένο αυτοκίνητο (άρθρα 12 παρ. 1 ΚΟΚ, 330 ΑΚ) και μπορούσε να καταβάλει και έπί πλέον πραγματοποίησε προσπέραση του προπορευόμενου λεωφορείου προς τα δεξιά, πράγμα που δεν επιτρέπεται (άρθρο 17 παρ. 2 ΚΟΚ), ενώ στη συνέχεια πραγματοποίησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, μπροστά από το κινούμενο κανονικά λεωφορείο, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως, όπως ήταν υποχρεωμένος (άρθρο 21 παρ. 1, 2 ΚΟΚ) αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών τροχοφόρων, με αποτέλεσμα λόγω του απότομου ελιγμού να χάσει την ισορροπία και να ανατραπεί στο μέσο και προς τα αριστερά της λωρίδας κυκλοφορίας που ακολουθούσε. Αντίθετα, ο οδηγός του λεωφορείου δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα γιατί οδηγούσε αυτό κανονικά στη λωρίδα της οδού που είχε καθοριστεί να κυκλοφορούν λεωφορεία και με κανονική ταχύτητα, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το ατύχημα οσηδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, καθόσον η μοτοσικλέτα, μετά την αντικανονική προσπέραση του λεωφορείου από δεξιά, εισήλθε στην πορεία του με απότομο ελιγμό προς τα αριστερά και ανατράπηκε μπροστά του εντελώς αιφνιδιαστικά και απρόβλεπτα και σε ελάχιστη απόσταση από το λεωφορείο. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο ενάγων-αναιρεσείων και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικο απόφαση, κατά παράδοχήν της εφέσεως των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή τούτου, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το Πρωτόδικο δικαστήριο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 550 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι της υπαιτιότητας ή μη των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ύπαρξη ή μη των όρων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Οι αντίθετες δε αιτιάσεις υπό στοιχ. α, β, γ, δ, στ', ζ, η' κρίνονται απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη των αποδείξεων, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Ωσαύτως, η αντίθετος αιτίαση, υπό στοιχείο ε' κρίνεται αβάσιμος, διότι το Εφετείο αιτιολογεί την προς τα δεξιά ανατροπή της μοτοσικλέτας, δεχόμενο, ανελέγκτως, ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αναιρεσείων, "...επιχείρησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, μπροστά ακριβώς από το λεωφορείο, που συνέχιζε την πορεία του. Εξ αιτίας όμως του ελιγμού αυτού έχασε την ισορροπία της μοτοσικλέτας και την προσπάθειά του να την επαναφέρει στην πορεία της, πραγματοποίησε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα ήταν να ανατραπεί η μοτοσικλέτα και να πέσει στο οδόστρωμα με την δεξιά της πλευρά".. Εξ άλλου, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο αναιρεσείων "εκινείτο σε λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία είχε καθορισθεί να κυκλοφορούν μέσα δημοσίας οδικής μαζικής μεταφοράς προσώπων και στη λωρίδα αυτή προπορευόταν ένα τέτοιο μέσο....", παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4, 52 ΚΟΚ 914 ΑΚ, εν συνδυασμώ προς την υπ' αριθμ. Α57439/ 4306/17-10-2003 ΚΥΑ ΠΕΧΩΔΕ και ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, με την οποία μεταφέρθηκε η λωρίδα αποκλειστικής κυκλοφορίας ΜΜΜ από το κέντρο της οδού ... στη δεξιά πλευρά της οδού (στο τμήμα μεταξύ της Λ. ...και ...) και ορίσθηκε ότι επιτρέπεται η κίνηση σ' αυτή και δικύκλων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής. Και τούτο, διότι τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τα ανωτέρω, δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, το Εφετείο, προς στοιχειοθέτηση της υπαιτιότητος του αναιρεσείοντος, στην επέλευση του ατυχήματος (ήτοι υπέρβαση από δεξιά του λεωφορείου, απότομος ελιγμός προς τα αριστερά προκειμένου να παρακάμψει το σταθμευμένο αυτοκίνητο και ολοκληρώσει την υπέρβαση του λεωφορείου), αρκούν για την θεμελίωση της τοιαύτης υπαιτιότητας αυτού. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2008 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1074/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προυποθέσεις ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος. Οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή των για την επέλευση της ζημίας, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ. Προυποθέσεις για την ίδρυση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2182/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., ατομικά και ως συνασκούντος μετά της ΑΑ, την γονική μέριμνα των ανηλίκων υιών του Χ3-Α και Χ3-Β, 4) Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 6/10/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Ακολούθως, δήλωσε ότι οι α) Χ3-Α και β) Χ3-Β, ενηλικιώθηκαν και συνεχίζουν πλέον ατομικά την παρούσα δίκη. Εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., 2) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αμπελιώτου-Αϊδαρίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35210/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/5/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 9/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του, (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, τη γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με τη συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, (αν ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του), είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο. Στην παρούσα περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 5-5-2008 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2184/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε, εκτός από τους άλλους, και τους υπ' αριθ. "3. Χ3, και ΑΑ, του μεν πρώτου ατομικά, μετά της δευτέρας δε ως συνασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων υιών του Χ3-Α και Χ3-Β", με την κατάθεσή της, την 9-5-2008, στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου. Οι Χ3-Α και Χ3-Β, με δήλωσή τους, στα πρακτικά του δικαστηρίου, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ιωάννη Καραγκούνη, γνωστοποίησαν στους αναιρεσιβλήτους το γεγονός της ενηλικιώσεώς τους και ότι συνεχίζουν πλέον ατομικά την παρούσα δίκη, η οποία επαναλαμβάνεται στο πρόσωπο αυτών. Ειδικότερα, ο Χ3-Β, γεννηθείς στις 19-8-1991, ήταν, κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανήλικος και αντιπροσωπευόταν από τους γονείς του. Ο Χ3-Α, ως γεννηθείς την 13-7-1988, κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε ενηλικιωθεί και επομένως η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να ασκηθεί στο όνομά του. Παρά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που αγνοούσε την ενηλικίωσή του, είναι παραδεκτή, εφόσον ο ίδιος ο Χ3-Α, με το υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Παγώνας Πατσιά-Πεπονίδου, "δηλωτικό εγκρίσεως", ενέκρινε αυτή, όπως την ενέκρινε και ο Χ3-Β, και επομένως νομίμως η δίκη συνεχίζεται στο όνομά τους.
ΙI. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσής, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-9-2003 και περί ώρα 00:30, ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE Α.Ε.Α.Ζ.", κινούνταν επί της οδού ... , στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς έξοδο πόλεως. Η άνω οδός είναι μονής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 21 μέτρων και πλάτος πεζοδρομίου 4,50 μετρά, με έξι (6) λωρίδες κυκλοφορίας, είναι ευθεία, χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα, η κατάσταση της οδού ήταν καλή, (το οδόστρωμα ξηρό), η κυκλοφορία, των οχημάτων αραιή, ενώ επικρατούσε σκοτάδι, με επαρκή τεχνητό φωτισμό νυκτός. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα (βλ. έκθεση αυτοψίας). Την ίδια στιγμή, ο ΑΑ, ηλικίας 76 ετών, επιχείρησε να διέλθει κάθετα την ανωτέρω οδό ..., στο ύψος του ξενοδοχείου "...", την οποία και είχε διασχίσει, κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής, οπότε, μόλις έφθασε, στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινούνταν, ο πρώτος εναγόμενος και είχε φθάσει, από το έναντι πεζοδρόμιο, σε ελάχιστη απόσταση την οποία και έμελλε να διαδράμει, προκειμένου ν 'ανέλθει σ' αυτό, (πεζοδρόμιο), ο τελευταίος (α' εναγόμενος), οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητό του, επέπεσε με το δεξιό πλάγιο τμήμα του οχήματός του, στο ύψος του δεξιού καθρέπτη, επί του άνω πεζού, τον οποίο παρέσυρε, με αποτέλεσμα να τον εκτινάξει επί του οδοστρώματος και να τραυματισθεί αυτός (πεζός) θανάσιμα σε διάφορα μέρη του σώματός του, ενώ το όχημα του πρώτου εναγομένου, αφού πραγματοποίησε, μετά την πρόσκρουση, αναστροφή επί τόπου, τελικά ακινητοποιήθηκε επί του οδοστρώματος, με κατεύθυνση αντίστροφη προς την πορεία του, όπως αναφέρει και στην από 8-9-2003 έκθεση ένορκης εξέτασης, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, ο αυτόπτης μάρτυρας ... . Ο άνω πεζός υπέστη αιμορραγικές διηθήσεις υπό την επικράνιο απονεύρωση, τα οστά, του κρανίου έφεραν κατάγματα, (κάταγμα ινιακού σε σχήμα V), ενώ ο εγκέφαλος έφερε διάχυτο υπαραχνοειδή αιμορραγία-αιμορραγία πλαγίων κοιλιών, με βαρεία θλάση μετωπιαίων ελίκων, από τα τραύματά του δε αυτά, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του (βλ. την από 8-9-2003 ιατροδικαστική έκθεση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Το άνω ατύχημα, οφείλεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου και του θανόντα πεζού. Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγομένου οδηγού, συνίσταται στο ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν επέδειξε την επιμέλεια κάθε συνετού και ευσυνείδητου οδηγού και δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του (άρθρ. 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα, όπως όφειλε και είχε δυνατότητα, τον άνω πεζό, αλλά έβαινε με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, μολονότι κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή, (άρθρ. 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην πορεία του, ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε πράσινο φως κυκλικής μορφής, με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να ακινητοποιήσει το όχημα, που οδηγούσε, με το σύστημα πέδησης αυτού, ή έστω να πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αφού υπήρχε ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, για τη διενέργεια παρομοίου ελιγμού, ώστε έτσι ν' αποτρέψει την πρόσκρουση του οχήματός του, επί του άνω πεζού, τον οποίο παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα, πραγματοποιώντας εσφαλμένα αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά. Και τούτο διότι κατά την προσβαλλομένη, ο πρώτος εναγόμενος είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί έγκαιρα τον τελευταίο (πεζό}, αφού η οδός είναι ευθεία, η ορατότητα δεν περιορίζονταν, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, και ναι μεν επικρατούσε σκότος, με επαρκή όμως τεχνητό φωτισμό, ο δε πεζός είχε διασχίσει, κατά το μεγαλύτερο μέρος το οδόστρωμα της οδού, στο οποίο κινούνταν, συνολικού πλάτους 21 μέτρων, χωρίς να εμπλακεί κατά τη διέλευσή του από αυτό (οδόστρωμα), σε τροχαίο ατύχημα, με άλλο κινούμενο, επί της ίδιας οδού όχημα. Άλλωστε, ότι ο πρώτος εναγόμενος έβαινε με υπερβολική, λόγω κατοικημένης περιοχής, ταχύτητα, προκύπτει από το ότι, αμέσως μετά την πρόσκρουση, έχασε τον έλεγχο τον οχήματος, που οδηγούσε, το οποίο πραγματοποίησε, επί τόπου, αναστροφή επί του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε, με κατεύθυνση αντίθετη προς την αρχική πορεία του. Σημειωτέον, ότι ο άνω οδηγός και πρώτος εναγόμενος, στο αίμα του οποίου, μετά από σχετική εξέταση, βρέθηκε ποσοστό αλκοόλης, από 0,05% (βλ. την από 16-9-2003 έκθεση-εξέταση αίματος της Διεύθυνσης Εγκλημ/κών Ερευνών, Υποδ/νη Εγκλημ/κων Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, Τμήμα Χημείου), που δεν επηρεάζει την ικανότητα προς οδήγηση, κατ' άρθρο 42 του Κ.Ο.Κ., όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 43 του ν.2963/23-11-2001, αμέσως μετά το ατύχημα, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και ανευρέθη, στη συνέχεια, από τα όργανα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής (βλ. την ίδια κατάθεση τον αυτόπτη μάρτυρα ...). Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος είναι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 70% . Για το ίδιο ατύχημα, όμως συνυπαίτιος είναι και ο θανών πεζός και μάλιστα, κατά ποσοστό 30%, ο οποίος προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, εκτός διαβάσεως πεζών (άρθρ. 38 παρ. 4 εδ. α' του Κ.Ο.Κ.), μολονότι, έστω και σε αρκετή απόσταση επί του οδοστρώματος, (130 μέτρων περίπου), υπάρχουν διαβάσεις πεζών και επιπλέον, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι με την ενέργειά του αυτή, δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και δεν θα διακινδυνεύσει και ο ίδιος, ενόψει μάλιστα και της ηλικίας του, που προφανώς τον εμπόδιζε να επιταχύνει το βηματισμό του, σε οδό, της οποίας αφενός το πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 21 μέτρα και αφετέρου παρατηρείται συνεχής ροή οχημάτων, οι οδηγοί των οποίων, ως επί το πλείστον, αναπτύσσουν ταχύτητα, κατά τη διέλευσή τους από αυτήν (οδό). Το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, για τις συνθήκες του ατυχήματος, από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ..., ο οποίος, ως τρίτος, ουδεμία έχει σχέση με τα διάδικα μέρη και για αυτό το Δικαστήριο δεν έχει λόγο ν' αμφιβάλει για την αξιοπιστία του και ο οποίος, μετά από προσωπική αντίληψη και γνώση περιγράφει απόλυτα πειστικά και εξιστορεί, ως παρατηρητής τις συνθήκες του ατυχήματος, αλλά και από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει, στο οποίο απεικονίζεται η κίνηση του άνω οχήματος, η πορεία του πεζού και το πιθανό σημείο πρόσκρουσης αυτού (οχήματος) επί του τελευταίου (πεζού), και τα οποία (έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα), ως δημόσια έγγραφα, παρέχουν πλήρη απόδειξη, αφού για το περιεχόμενό τους δεν αντιλέγουν οι διάδικοι... Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί κατά ένα μέρος, δυνάμει των ανωτέρω σκέψεων, την αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθεται με αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, και χωρίς να απαιτείται η παράθεση ετέρων πραγματικών γεγονότων, τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, οι συνθήκες του ατυχήματος αναφορικά με τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα, κατά ποσοστό 70%, του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και κατά 30% του πεζού και η ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του πεζού.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναγόμενες στην επιχειρηματολογία του Εφετείου και σε γεγονότα αρνητικά απλώς του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος.
ΙII. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 6/2009). Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος, διότι τα επιδικασθέντα ποσά, για κάθε αδελφό, είναι υπέρμετρα ασυνήθη σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Ως προς το θέμα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα εξής? "Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιφνίδιος θάνατος του ΑΑ, ετών 76, συζύγου της πρώτης ενάγουσας, πατέρα των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, και παππού των ανηλίκων Χ3-Α και Χ3-Β, που εκπροσωπούνται από τους γονείς τους Χ3 και ΑΑ, προξένησε σ' αυτούς, εγγύτερους συγγενείς του και στενά συνδεόμενους με αυτόν, έντονο ψυχικό πόνο, αφού η πρώτη σύζυγός του στηριζόταν σ' αυτόν, τόσο ηθικά, όσο και συναισθηματικά, αλλά και οικονομικά, ενώ τα τέκνα του, μολονότι είχαν δημιουργήσει δική τους οικογένεια, διατηρούσαν ιδιαίτερα στενή επαφή και έτρεφαν αισθήματα αγάπης και στοργής, για το θανόντα πατέρα τους, ο τρίτος (ενάγων) μάλιστα διέμενε μαζί με τους γονείς του, αναφορικά δε με τα ανήλικα εγγόνια του Χ3-Α και Χ3-Β, ηλικίας ήδη 16 ετών και 14 ετών, αντίστοιχα, τα οποία διέμεναν μαζί του, υπήρχε έντονος συναισθηματικός δεσμός, με το θανόντα παππού τους, ενόψει και της ηλικίας τους. Επίσης, ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη και οδύνη και στον τέταρτο ενάγοντα, αδερφό του, λόγω της πολύ στενής συγγένειάς του και του ψυχικού δεσμού του, με το θύμα. Επομένως, στους προαναφερόμενους ενάγοντες, για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν, από το θάνατο του Χ3-Α, πρέπει να επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου οδηγού, των συνθηκών και περιστάσεων κάτω από τις οποίες επήλθε το θανατηφόρο γεγονός, του βαθμού ευαισθησίας, καθενός από τους δικαιούχους, η οποία είναι ανάλογη με την εγγύτητα της συγγένειας και τον οικογενειακό δεσμό με το θανόντα, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης και θέσης των διαδίκων μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, καθορίζεται, για την πρώτη ενάγουσα Χ1, σύζυγό του, στο ποσό των 30.000 ευρώ, για το δεύτερο ενάγοντα Χ2, τέκνο του, στο ποσό των 20.010 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 10 ευρώ, προκειμένου να παραστεί αυτός, ως πολιτικός ενάγων, στην ποινική δίκη, για τον τρίτο ενάγοντα Χ3, τέκνο του, για τον εαυτό του ατομικά, στο ποσό των 20.000 ευρώ, για τα ανήλικα εγγόνια του Χ3-Α και Χ3-Β, τα οποία εκπροσωπούνται, από τους Χ3 και ΑΑ, που ασκούν τη γονική μέριμνά τους, στο ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα και για τον τέταρτο ενάγοντα Χ4, αδερφό του, στο ποσό των 14.000 ευρώ. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε για την άνω αιτία διαφορετικά ποσά και συγκεκριμένα αυτά των 14.673,51 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, των 11 .738,81 ευρώ, για τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, των 2.934,70 ευρώ για τον καθένα από τα ανήλικα και των 4.402,05 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, έσφαλε στην κρίση του και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της από 10-1-2006 εφέσεως και να απορριφθεί, αντίστοιχα, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 7-9-2006 εφέσεως". Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας ή εκ πλαγίου σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2008 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 2184/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ικανότητα δικαστικής συμπαράστασης ενηλικιωθέντος. ΄Εγκριση αναιρέσεως με το ειδικό πληρεξούσιο. Αυτοκινητικό ατύχημα. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νομικής βάσης. Άρθρο 932 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 2183/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξη Μπορόβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 2) Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, υπό την ιδιότητα του εποπτεύοντος τις υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων γενικά καταλειπόμενες περιουσίες, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Παρασκευή Κερχουλά, η οποία αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο πρώτος των ως άνω αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 28/1/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Δράμας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού α) Ψ1Α, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις και β) Ψ1Β ο οποίος παραστάθηκε μετά της ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, την από 14/11/2006 κύρια παρέμβαση του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 20/11/2006 παρέμβαση του δευτέρου των ως άνω αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 6285/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/10/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 17/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δράμας, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ1 απεβίωσε στη ..., στις 28-1-2009, και από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως νομιμοποιητικά έγγραφα προκύπτει, ότι κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τα παιδιά του Ψ1Α και Ψ1Β. Ακολούθως, στις 22-4-22009 απεβίωσε η ... χα Ψ1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα δύο ως άνω τέκνα της Ψ1Α και Ψ1Β, οι οποίοι παραδεκτά δήλωσαν στο ακροατήριο το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους και ότι συνεχίζουν τη δίκη γι' αυτούς (άρθρα 287 και 290 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 825 του ΚΠολΔ, που έχει αντικαταστήσει το άρθρο 5 του ΑΝ 2039/1939, κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομία, κληροδοσία, δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, που συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση και από το σκοπό της θεσπίσεώς της, το Εφετείο καθίσταται αρμόδιο να κρίνει, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όταν πρόκειται για ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία έχει διατεθεί περιουσιακό στοιχείο για τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 του ΑΝ 2039/1939 κοινωφελείς σκοπούς, αποκλειστικώς και μόνο όταν προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα που έχουν σχέση με τον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης καταληφθέντος περιουσιακού στοιχείου για κοινωφελή σκοπό και όχι όταν αυτή ανάγεται και σε άλλα θέματα. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 2039/1939, οι διατάξεις του οποίου έχουν, επί κοινωφελών ιδρυμάτων, παράλληλη εφαρμογή με εκείνες του Αστικού Κώδικα, ορίζεται ότι "Κοινωφελής σκοπός κατά την έννοια του παρόντος είναι, κατ' αντίθεσιν με τον ιδιωτικόν, κρατικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εν γένει δ' επωφελής εις το κοινόν εν όλω ή εν μέρει σκοπός". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται, ότι είναι επαρκώς ορισμένος ο σκοπός συνιστώμενου ιδρύματος, όταν ορίζεται στη συστατική πράξη ότι η τασσόμενη περιουσία θα διατίθεται για την ικανοποίηση "φιλανθρωπικών σκοπών", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του συγκεκριμένου φιλανθρωπικού ή κοινωνικού τομέα, χάριν του οποίου θα διατεθεί η περιουσία του ιδρύματος. Διότι με τον όρο "φιλανθρωπικός σκοπός" νοείται κάθε φιλάλληλη συμπαράσταση, με την οποία καλύπτονται βασικές βιοτικές ανάγκες ατόμων, τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να τις αντιμετωπίσουν με δικά τους μέσα. 'Ετσι, ίδρυμα, οι σκοποί του οποίου ορίζονται ως "φιλανθρωπικοί", διακρίνεται από άλλα, με άλλους σκοπούς, ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με την αληθινή βούληση του ιδρυτή, ως προς τη φύση των αναγκών, που αυτός καθόρισε να εξυπηρετούνται από τη διατιθέμενη με την ιδρυτική πράξη περιουσία του. Ο ειδικότερος δε προσδιορισμός του φιλανθρωπικού τομέα ή των συγκεκριμένων προσώπων που θα ωφελούνται από το ίδρυμα, θα γίνεται είτε από τα πρόσωπα που τυχόν ο ιδρυτής όρισε είτε από τη διοίκηση του ιδρύματος, η κρίση των οποίων μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς (ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της από 17-7-2006 αιτήσεως (του αναιρεσείοντος), ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, διαλαμβάνεται, ότι στις... απεβίωσε στη ... ο Θ1, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε δύο δημόσιες διαθήκες. Τη με αριθμό ..., της συμβολαιογράφου Δράμας Χρυσούλας Πετρίδου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 55/2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, και τη με αριθμό ... του συμβολαιογράφου Δοξάτου Δράμας Θωμά Βογιατζή, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 51/2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Με την πρώτη πιο πάνω διαθήκη ορίζει, ότι τα περιγραφόμενα σ' αυτή "ακίνητά μου επιθυμώ μετά το θάνατό μου να περιέλθουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο υπό σύσταση φιλανθρωπικό σωματείο με την επωνυμία "Θ1'' και έδρα τη ..., καθώς επίσης οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά μου στοιχεία (κινητά και ακίνητα), οπουδήποτε και αν βρίσκονται, επιθυμώ μετά το θάνατο μου να περιέλθουν στο άνω υπό σύσταση φιλανθρωπικό σωματείο". Στη συνέχεια ο διαθέτης, με τη δεύτερη (...) διαθήκη του, ανακάλεσε τη διάταξη της προηγούμενης διαθήκης του ως προς κινητή του περιουσία και όρισε, "όλη η κινητή μου περιουσία, που ήθελε βρεθεί κατά την ημέρα θανάτου μου και αφορά κινητά πράγματα και χρήματα που τυχόν θα υπάρχουν (μετρητά), χρήματα σε λογαριασμούς τραπεζών, ομόλογα, ρέπος, μετοχές κ.λ.π., αυτά δεν επιθυμώ να περιέλθουν ... (αναφέρει τους συγγενείς του), αλλά από κοινού διαιρετά και κατ' ισομοιρία στον έμπιστο δικηγόρο μου Χ1... και στον πολύ καλό μου φίλο Ψ1, ράπτη ..., και σε περίπτωση προγενεστέρου θανάτου αυτού τη θέση του να πάρει ο γιος του Ψ1Β, οι οποίοι και ευελπιστώ ότι θα τα διαχειριστούν από κοινού μέσα στα πλαίσια που έχω θέσει με την προγενέστερη διαθήκη μου, προσφέροντας βοήθεια στο συνάνθρωπο που έχει ανάγκη". Ζήτησε δε με την ένδικη αίτηση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου και του αιτήματος, αφενός μεν να ερμηνευθεί η ... δημόσια διαθήκη του, στις ... αποβιώσαντος, διαθέτη Θ1, ως προς τη μορφή που θα λάβει το νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ακινήτων, που για κοινωφελή σκοπό κατέλειπε ο παραπάνω, για το λόγο ότι υφίσταται αμφιβολία και αφετέρου να ερμηνευθεί η διάταξη της δεύτερης .... δημόσιας διαθήκης του ίδιου διαθέτη ως προς τη νομική θέση των αναφερομένων σ' αυτή (διαθήκη) προσώπων, σε σχέση με την καταληφθείσα για κοινωφελή σκοπό περιουσία. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αυτή αίτηση είναι πράγματι αίτηση περί την ερμηνεία διαθηκών, με τις οποίες έχουν διατεθεί περιουσιακά στοιχεία υπέρ κοινωφελούς (φιλανθρωπικού) σκοπού, και τον προσδιορισμό της νομικής θέσης των αναφερομένων στη δεύτερη διαθήκη προσώπων ως εκαθαριστών-διαχειριστών. Επομένως, το Εφετείο, στο οποίο ο ίδιος προσέφυγε, που δέχθηκε ότι ήταν, κατ' άρθρο 825 ΚΠολΔ, καθ' ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της αιτήσεως αυτής, την οποία στη συνέχεια δίκασε κατ' ουσία, δεν δέχθηκε εσφαλμένα καθ' ύλη αρμοδιότητά του και γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 5 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται τον αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Στις ... απεβίωσε στη ... ο Θ1, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, άφησε δύο δημόσιες διαθήκες. Τη με αριθμό ..., της συμβολαιογράφου Δράμας Χρυσούλας Πετρίδου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 55/2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, και τη με αριθμό ..., του συμβολαιογράφου Δοξάτου Δράμας Θωμά Βογιατζή, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 51/2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας,..." (με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω). "Από τη γραμματική διατύπωση των πιο πάνω όρων των διαθηκών αυτών υφίσταται αμφιβολία ως προς την αληθή βούληση του διαθέτη, σε σχέση με τον τρόπο εκτελέσεώς τους για τον κοινωφελή σκοπό, που ο διαθέτης αυτός όρισε και χρήζουν ερμηνείας, προκειμένου να ανεβρεθεί η αληθινή βούλησή του, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (ΑΚ 172 και 1781). Από το περιεχόμενο των πιο πάνω διαθηκών συνάγεται ότι, ο διαθέτης ήθελε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία να διατεθούν για την εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών, στην πόλη της καταγωγής του, τη ..., φοβούμενος δε ότι τα ευρισκόμενα κατά το χρόνο θανάτου του χρήματα ήταν δυνατόν να περιέλθουν στους συγγενείς του, προέβη στη σύνταξη της δεύτερης διαθήκης, με την οποία απέκλεισε αυτούς (συγγενείς) από το κληρονομικό τους δικαίωμα, και όρισε τους Χ1 και Ψ1 να διαχειριστούν την κινητή του περιουσία. Η αληθής βούληση του διαθέτη, ορθώς ερμηνευόμενη, οδηγεί αναντίρρητα στην πεποίθηση ότι επιθυμία του ήταν: α) αφού δεν συστάθηκε από τον ίδιο φιλανθρωπικό σωματείο πριν το θάνατό του και με διάταξη τελευταίας βούλησης δεν μπορεί να συσταθεί (78 ΑΚ) σωματείο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν γνώριζε τις διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939, να διατεθεί η περιουσία του για τη σύσταση αυτοτελούς ιδρύματος, κατά τις διατάξεις του πιο πάνω Α.Ν. και β) τα οριζόμενα, με τη δεύτερη διαθήκη, φυσικά πρόσωπα να είναι εκτελεστές της διαθήκης του. Με τον πιο πάνω τρόπο θα είναι επωφελέστερος, αλλά και δυνατός ο σκοπός του διαθέτη να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των κατοίκων της γενέτειράς του, και τα παραπάνω αυτός θα ήθελε για την κατά το δυνατόν με καλύτερο τρόπο αξιοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας και τη διασφάλιση αυτής με την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών". Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1710 έως 1715, 1784 και 173 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ερμηνείας των ως άνω διαθηκών, είναι δε αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 1 (ο 1ος) και 19 (ο 3ος), που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Ειδικότερα, αιτιολογείται, ότι με την τελευταία διαθήκη ο Θ1 όρισε τον αναιρεσείοντα και τον Ψ1 εκτελεστές της διαθήκης, "οι οποίοι και ευελπιστώ ότι θα διαχειριστούν από κοινού μέσα στα πλαίσια που έχω θέσει με την προγενέστερη διαθήκη μου". Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση των, ως άνω, αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως ότι "δεν ορίζεται εκτελεστής, αλλά κληρονόμος της κινητής περιουσίας του διαθέτη, την οποία απλώς οφείλει ηθικά να διαχειριστεί για φιλανθρωπικούς σκοπούς", πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, τα οποία, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσίβλητο Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, θα είναι μειωμένο κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 6285/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει ξεχωριστά για τους Ψ1Α και Ψ1Β σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ και σε τριακόσια (300) ευρώ υπέρ του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διάταξη διαθήκης υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο ο αναιρεσείων προσέφυγε, είναι αρμόδιο καθ΄ύλη να κρίνει όταν πρόκειται για ερμηνεία διαθηκών, με τις οποίες είχαν διατεθεί περιουσιακά στοιχεία υπέρ κοινωφελούς (φιλανθρωπικού) σκοπού, και τον προσδιορισμό της νομικής θέσης των αναφερομένων στη δεύτερη διαθήκη προσώπων ως εκκαθαριστών-διαχειριστών, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2185/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανώλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 2145/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του Ι ΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2.145/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος από το 12/2000 έως το 5/2001 ήταν ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΥΙΟΙ ... ΟΕ", που ασκούσε επιχείρηση εστιατορίου - ψητοπωλείου στο ... . Παρότι δε 1) είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ίδιων ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών ποσού 25.862,75 ευρώ και 2) είχε παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές στην εταιρεία του (εργατικές) ποσού 12.931,38 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, ούτε τις έχει καταβάλει μέχρι σήμερα". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, του ότι "στην ... την 20 Νοεμβρίου 2003 εργοδότης τυγχάνων της επιχείρησης με την επωνυμία "ΥΙΟΙ ... ΟΕ", είδος επιχείρησης "Εστιατόριο Ψητοπωλείο" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 12/2000 έως 5/2001 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οφειλές για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 13.219.100 δρχ. (38.794,13 €) μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ), ποσού δρχ. 8.812.733 (25.862,75 €) δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού δρχ. 406.367 (12.931,38 €) με σκοπό να τις αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του Π Κ και 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/52 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για κάθε πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προ 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφαλίσεως που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως ομόρρυθμου εταίρου, διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ ... ΟΕ", από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή εισφορών. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται για την επάρκεια της αιτιολογίας και το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε ο καθένας από αυτούς, το είδος της παρεχόμενης εργασίας, το ύψος των αποδοχών τους, τα καταβληθέντα ποσά των εισφορών και το απομένον υπόλοιπο, καθώς και άλλα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσεως με την επιχείρηση του εργοδότη τους και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω καταδικαστική απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, "αφού δέχεται αντιφατικά ως χρόνο τελέσεως των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων την 20η Νοεμβρίου 2003, ενώ οι προς το ΙΚΑ εισφορές κατέστησαν απαιτητές μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία (Δεκέμβριο 2000 έως και Μάιο 2001)". Η ανωτέρω αιτίαση προβάλλεται αβασίμως, διότι από τον συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι η εργασία των εργασθέντων στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, παρασχέθηκε από τον Δεκέμβριο του έτους 2000 έως και τον Μάιο του έτους 2001, πράγμα το οποίο και ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται, η δε αναγραφή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως χρόνου τελέσεως των πράξεων της 20ής Νοεμβρίου 2003, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεδομένου ότι είτε ληφθεί ως χρόνος τελέσεως της πράξεως ο αναφερόμενος στο σκεπτικό (τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του επομένου μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία - Δεκέμβριος 2000 έως και Μάιος 2001) είτε ο αναφερόμενος στο διατακτικό (20 Νοεμβρίου 2003), τούτο, όπως και στη μείζονα σκέψη εκτίθεται, δεν συνεπάγεται καμία έννομη συνέπεια, αφού δεν επηρεάζεται ο χρόνος της παραγραφής του αξιοποίνου των ως άνω πράξεων.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συναφείς δύο λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2145/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Α.Ν.86/1967. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιόποινων πράξεων είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι είναι αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 2185/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., ενεργούσας εν προκειμένω το μεν ατομικά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος ..., το δε ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των τριών ανηλίκων τέκνων της: α) ..., β) ... και γ) αβάφτιστου άρρενος τέκνου του ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές ... και ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αχιλλέα Τσιχτή ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6895/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5803/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 15/9/2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 672/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5803/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4492/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/1/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 25/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 591 ΑΚ "Ο εκμισθωτής αποδίδει στο μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν ο μισθωτής κατά την διάρκεια της μισθώσεως πρόσθεσε στο μίσθιο κατασκευάσματα, για τα οποία δεν προτιμά ή δεν μπορεί να ζητήσει από τον εκμισθωτή τα δαπανηθέντα ποσά, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου τούτου, έχει δικαίωμα, κατά την απόδοση του μισθίου, να προβεί σε αφαίρεση των κατασκευασμάτων αυτών, εκτός αν οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν με άλλον τρόπο την τύχη των, πράγμα που δεν αποκλείεται από τις ανωτέρω διατάξεις, εφ' όσον αυτές είναι ενδοτικού χαρακτήρα. Η διάταξη, όμως, αυτή έχει εφαρμογή οσάκις πρόκειται να κριθεί η τύχη "κατασκευασμάτων" στο μίσθιο, δηλαδή κινητών πραγμάτων, τα οποία συνδέθηκαν προς το κύριο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, κατά τρόπον ώστε και μετά την σύνδεση να είναι ευδιάκριτα, ανεξαρτήτως αν απετέλεσαν συστατικό ή αν φέρουν προσωρινό χαρακτήρα. Αντικείμενο της ενοχικής αξιώσεως του μισθωτού βάσει της διατάξεως του άρθρου 591 ΑΚ, είναι τα ίδια κινητά πράγματα, τα οποία αποτελούν "κατασκευάσματα", που έχουν προστεθεί στο μίσθιο και την αφαίρεση των οποίων είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί ο εκμισθωτής, αν δε ο τελευταίος αρνείται να ανεχθεί την αφαίρεση, η ενοχική αξίωση του μισθωτού για αυτούσια παραλαβή των, δεν υφίσταται καμία αλλοίωση, αλλά εξακολουθεί κατευθυνόμενη στο ίδιο αντικείμενο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών γενικής, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν, και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι ανωτέρω διατάξεις, όταν, καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία των, στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως. Οι αυτοί δε ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξία, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνα προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη ήτοι οι συνήθειες και τρόποι ενέργειας που επικρατούν στις συναλλαγές. Ωσαύτως, παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν η απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. (ΑΠ 79/1996). Το δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων, διαπιστώνει κυριαρχικώς την βούληση των μερών, στην κρίση του δε αυτή δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β', η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση ελέγχεται μόνον αν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας. Εξ άλλου, ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριζε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν η ανεπάρκεια ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς το δεύτερο επικουρικό αίτημα της αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου, περί υποχρεώσεως των εναγομένων-αναιρεσειόντων να ανεχθούν την αφαίρεση των επί του μισθίου ακινήτου κατασκευασμάτων, που αναφέρονται στην αγωγή: "Δυνάμει του από 20-2-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, οι αρχικά εναγόμενοι ..., ... και ... εκμίσθωσαν στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία "... Ο.Ε.", για το χρονικό διάστημα από 1-3-97 έως 28-2-2003, ένα ισόγειο κατάστημα, κυριότητάς τους, επιφανείας 58 τ.μ., που βρίσκεται στον... επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί απ' αυτή προς άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και ειδικότερα προς άσκηση σ' αυτό επιχείρησης καφετέριας. Η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία παρέλαβε τη χρήση του μισθίου ακινήτου από την έναρξη της μίσθωσης και έκτοτε χρησιμοποιούσε αυτό, ως καφετέρια, συνεχώς, έως τις 16-5-2000, οπότε αυτή αποβλήθηκε, αναγκαστικά, από το μίσθιο ακίνητο, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 1893/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε καταστεί τελεσίδικη (βλ. την υπ' αρ. 473/16-5-2000 έκθεση αποβολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι η ενάγουσα εκμισθώτρια εταιρεία, κατά την έναρξη της μίσθωσης και προκειμένου να λειτουργήσει στο μίσθιο η επιχείρηση καφετέριας, εισήγαγε και τοποθέτησε στο μίσθιο ακίνητο, τις παρακάτω κατασκευές, που αποτελούν τον εξοπλισμό της καφετέριας: (α) ένα ξύλινο, από ξύλο μασίφ λουστραρισμένο απλικέ έπιπλο-μπάρα, διαστάσεως 7Χ0,5 γωνία και 2Χ0,5 περίπου μέτρων με μαρμάρινη επιφάνεια, (β) μία ανοξείδωτη κατασκευή, που περιλαμβάνει ψυγείο υγράς ψύξεως με βιτρίνα, διαστάσεων 2Χ0,75Χ0,85 μέτρων, ψυγείο αναψυκτικών διαστάσεων 2Χ0,70Χ0,85 μέτρων, ψυγείο παγωτού διαστάσεων 2Χ0,70Χ0,85 μέτρων, με τα αντίστοιχα μοτέρ, η οποία (ανοξείδωτη κατασκευή) καλύπτεται από το ξύλινο έπιπλο-μπάρα, που περιγράφεται στο στοιχείο (α) του παρόντος, (γ) μία ξύλινη λυόμενη κατασκευή, διαστάσεων 6,5 μέτρων περίπου, που περιλαμβάνει μπουκαλοθήκη, 8 ντουλάπια αποθήκευσης από μασίφ λουσταρισμένο ξύλο και βιτρίνες με γυάλινα ράφια, με πλάτη από κρύσταλλο αμμοβολής και κρυφό φωτισμό, (δ) 3 ντουλάπες αποθήκευσης, διαστάσεων 5Χ2,5 μέτρων, λυόμενης κατασκευής με εξωτερική επένδυση από μασίφ λουστραρισμένα απλικέ φύλλα "γαλλικά", με κρυφό φωτισμό διακόσμησης,(ε) διακοσμητικές λυόμενες ξυλοκατασκευές από μασίφ λουστραρισμένα ξύλα, με "κίονες" κατά διαστήματα, με ξύλινο διακοσμητικό απλικέ λουστραρισμένο αέτωμα και καθρέπτες ενδιάμεσα στους κίονες, συνολικής διάστασης 6Χ6 μέτρων περίπου, (στ) διακοσμητικές λυόμενες ξυλοκατασκευές από μασίφ λουστραρισμένα ξύλα, με "κίονες" κατά διαστήματα, με ξύλινο διακοσμητικό απλικέ λουσταρισμένο αέτωμα και κρύσταλλο αμμοβολημένο ενδιάμεσα στους κίονες, με κρυφό φωτισμό διαστάσεων 6Χ2,5 μέτρων. (ζ) 4 γυάλινες προθήκες, διαστάσεων 0,90Χ0,90 μέτρων με κρυστάλλινα ράφια, (η) ένα πάγκο ανοξείδωτο, διαστάσεων 6,5Χ0,70 μέτρων, με δύο γούρνες πλυσίματος, (θ) ένα σύστημα κλιματισμού, τύπου YORK, αποτελούμενο από (2) μονάδες 50.000 BTU και 40.000 BTU αντίστοιχα, με τα αντίστοιχα εξωτερικά μοτέρ, (ι) ένα σύστημα εξαερισμού με τα αντίστοιχα μοτέρ,(ι) ένα σύστημα εξαερισμού με τα αντίστοιχα μοτέρ,(κ) ένα σύστημα συναγερμού, μάρκας KATRANTZOS SECURITY, αποτελούμενο από 2 ραντάρ εσωτερικού χώρου, εξωτερική σειρήνα, τηλεχειριστήριο και τις αντίστοιχες επαφές, (λ) 80 σποτ αλογόνου με τις αντίστοιχες λάμπες. Όλες οι ως άνω κατασκευές, που είναι προκατασκευασμένα και λυόμενα κινητά αντικείμενα, προσαρμόστηκαν στο μίσθιο ακίνητο προκειμένου να εξυπηρετήσουν εντελώς παροδικό σκοπό, ήτοι αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης καφετέριας, που η ενάγουσα θα ασκούσε στο μίσθιο ακίνητο μέχρι τη λήξη της ένδικης μίσθωσης. Ειδικότερα, οι κατασκευές αυτές προσδέθηκαν στους τοίχους, στην οροφή και στο δάπεδο του μισθίου ακινήτου, με απλές βίδες ή κόλλα και δεν προκάλεσαν στο μίσθιο μόνιμη αλλοίωση ή οποιαδήποτε άλλη μη επισκευάσιμη βλάβη, μπορούν δε να αποχωριστούν ευχερώς από το μίσθιο ακίνητο (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του εσωτερικού χώρου του μισθίου με τις ως άνω κατασκευές).
Συνεπώς, οι ως άνω προσαρμοσθείσες στο μίσθιο ακίνητο κατασκευές δεν έχουν συνδεθεί με αυτό, κατά τρόπο μόνιμο, ώστε να εξυπηρετούν διαρκώς τον οικονομικό σκοπό αυτού καθ' εαυτού του μισθίου ακινήτου, αλλά μπορούν ευχερώς να αποχωριστούν από το μίσθιο ακίνητο, χωρίς βλάβη αυτού. Ύστερα απ' αυτά, οι κατασκευές αυτές αποτελούν "κατασκευάσματα", κατά την έννοια του άρθρου 591 παρ. 3 Α.Κ. και δεν έχουν καταστεί συστατικά ή παραρτήματα του μισθίου ακινήτου. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 1057 του Α.Κ. ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι πρωτόδικα και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους στην παρούσα δίκη, με την οποία (ένσταση) ισχυρίζονται ότι οι ως άνω κατασκευές έχουν καταστεί συστατικά του μισθίου ακινήτου, του οποίου αυτοί είναι συγκύριοι. Με τον υπ' αριθμ. (10) του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία και οι αρχικοί εναγόμενοι-εκμισθωτές συμφώνησαν, πλην των άλλων, και τα εξής: "Οι εκμισθωτές δεν υποχρεούνται σε καμία επισκευή, διόρθωση ή προσθήκη στο μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, κάθε δε τυχόν γενησομένη τοιαύτη από τη μισθώτρια, ακόμη και πολυτελής δαπάνη, παραμένει υπέρ του μισθίου, κατά τη λήξη της μίσθωσης, εάν το επιθυμούν οι εκμισθωτές, υποχρεουμένης, άλλως της μισθώτριας να επαναφέρει τούτο στην κατάσταση που το παρέλαβε, με δικές της δαπάνες". Υπάρχει, όμως, ασάφεια στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, σχετικά με την έννοια του προαναφερθέντος ειδικοτέρου όρου "προσθήκη". Γι' αυτό, πρέπει να αναζητηθεί η αληθής βούληση αυτών, ως προς το ως άνω θέμα. Από τον υπ' αρ. (10) όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, που ερμηνεύεται, λόγω της ασάφειάς του, ως προς τον ειδικότερο όρο "προσθήκη", κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να παραμείνουν, προς όφελος του μισθίου ακινήτου, μετά την λήξη της μίσθωσης, μόνο οι γενόμενες από τη μισθώτρια κατασκευές, που θα προσαρτώντο στο μίσθιο ακίνητο, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, προς διαρκή εξυπηρέτηση αυτού καθ' εαυτού του μισθίου ακινήτου και όχι και οι προκατασκευασμένες και λυόμενες κατασκευές που θα προσαρτώντο στο μίσθιο, προσωρινά, και θα χρησιμοποιούντο αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης καφετέριας, που θα ασκούσε η ενάγουσα στο μίσθιο ακίνητο. Επομένως, οι προαναφερθείσες προκατασκευασμένες και λυόμενες κατασκευές, που η ενάγουσα τοποθέτησε και προσάρτησε στο μίσθιο ακίνητο, προς εξυπηρέτηση της επιχείρησης καφετέριας ("κατασκευάσματα"), δεν αποτελούν "προσθήκες" με την έννοια του όρου 10 του μισθωτηρίου συμφωνητικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία, πέραν των ως άνω κατασκευασμάτων, είχε προβεί και σε άλλες κατασκευές στο μίσθιο ακίνητο, και ειδικότερα στην κατασκευή παταριού και σκάλας, που οδηγεί σ' αυτό καθώς και στην κατασκευή τουαλέτας στο πατάρι, οι οποίες (κατασκευές) είναι μόνιμες και εξυπηρετούν, κατά τρόπο διαρκή, αυτό καθ' εαυτό το μίσθιο ακίνητο, των οποίων (κατασκευών) την αφαίρεση δεν αξίωσε η ενάγουσα μετά τη λήξη της μίσθωσης, θεωρώντας, προφανώς, αυτές, ως "προσθήκες", οι οποίες, παραμένουν προς όφελος του μισθίου, σύμφωνα με τον όρο 10 του συμφωνητικού μισθώσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 361 του Α.Κ. ένσταση των εναγομένων, την οποία πρόβαλαν πρωτόδικα και επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις τους, και με την οποία ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει την αφαίρεση των ως άνω κατασκευών, διότι αυτές αποτελούν "προσθήκες" και έχουν παραμείνει προς όφελος του μισθίου ακινήτου, βάσει του υπ' αρ. 10 όρου του συμφωνητικού μισθώσεως. Ύστερα απ' όσα προαναφέρθηκαν, η ενάγουσα δικαιούται, κατ' άρθρο 591 παρ. 3 του Α.Κ., να αφαιρέσει τα προαναφερθέντα κατασκευάσματα από το μίσθιο κατάστημα, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο..." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων, εν σχέσει προς τον ειδικότερο όρο "προσθήκη", που περιέχεται στον 10ο όρο του μεταξύ αυτών καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν να παραμείνουν προς όφελος του μισθίου καταστήματος μόνον οι γενόμενες από τον μισθωτή κατασκευές, προς διαρκή εξυπηρέτηση αυτού καθ' εαυτού και όχι οι προκατασκευασμένες, λυόμενες κατασκευές που θα προσαρτώντο προσωρινώς στο μίσθιο προς εξυπηρέτηση της επιχειρήσεως που θα ασκείτο σ' αυτό, και (αφού απέρριψε την προταθείσα από τους εναγομένους ένσταση ιδίας κυριότητος επί των κατασκευασμάτων) δέχθηκε την αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος της, και υποχρέωσε τους εναγομένους-αναιρεσείοντες να ανεχθούν την αφαίρεση από τον μισθωτή ενάγοντα των κατασκευασμάτων που αναφέρονται στην απόφασή του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173, 200 ΑΚ, εφ' όσον, μετά την διαπίστωση από αυτό, ανελέγκτως, της υπάρξεως κενού ως προς τον, ως άνω, όρο "προσθήκη", προέβη σε ερμηνεία αυτού, με βάση την καλή πίστη, λαμβάνοντας υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι παραδοχές του δε εκφράζουν την αντίληψη του συνετού και έντιμου κοινωνικού ανθρώπου και δεν προσκρούουν σε συναλλακτικά ήθη, αφού δεν είναι αντίθετη, αλλά συνηθισμένη η περίπτωση να γίνεται διαχωρισμός από τους συμβαλλομένους, επί μισθώσεως, των μονίμων κατασκευασμάτων που γίνονται από τον μισθωτή και εξυπηρετούν το μίσθιο, ώστε να παραμένουν σ' αυτό (με την έννοια της αδυναμίας του τελευταίου να αξιώσει αποζημίωση) και αυτών που αποτελούν τον εξοπλισμό του καταστήματος για την άσκηση της προβλεπομένης επιχειρήσεως (όταν μάλιστα αυτά αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσό). Εξ άλλου, στην απόφασή του το Εφετείο διαλαμβάνει περιστατικά και διευκρινίζει ότι στην μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση υπάρχει κενό και ειδικότερα ως προς τον όρο "προσθήκη", που περιέχεται στον δέκατο όρο του από 20-2-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού και εντεύθεν ότι υπάρχει ανάγκη ερμηνείας, με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 Α.Κ., στις οποίες και προσέφυγε, αναζητώντας, κατά τις παραδοχές του, την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε περιστατικά τα οποία, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, απεδεικνύοντο και οδηγούσαν σε αντίθετη κρίση από αυτή στην οποία κατέληξε το Εφετείο και επομένως στην εκτίμηση των αποδείξεων, οι αιτιάσεις δε που περιέχονται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς, εν όψει του ότι ως καλή πίστη νοείται η εντιμότητα και η ευθύτητα στις συναλλαγές του χρηστού και έμφρονα ανθρώπου, ενώ τα συναλλακτικά ήθη αποτελούν προσδιοριστικά στοιχεία της καλής πίστεως και όχι αυτοτελές στοιχείο της ερμηνείας. Ο αυτός δε λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το αυτό άρθρο και αριθμό, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπάρκεια της αιτιολογίας, εν σχέσει προς τον προταθέντα από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων κατασκευασμάτων, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάσθηκαν, πού ακριβώς έγκειται η ανεπάρκεια και τι έπρεπε να περιληφθεί στην απόφαση, ώστε η αιτιολογία να είναι επαρκής. Άλλως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικλήσεως της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο παραβίασε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ως διδάγματα της κοινής πείρας, "για την ερμηνεία της δικαιοπραξίας". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται όχι στην ερμηνεία των, ως άνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρ. 173, 200 Α.Κ.) ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία της δικαιοπραξίας.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Προκειμένου περί ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, η οποία θεμελιώνεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη όλα τα πραγματικά περιστατικά. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη τον αυτοτελή ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί επί πλέον, προς θεμελίωση της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα, που είχαν προτείνει νομίμως ενώπιον του Εφετείου. Με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της: "... Με την από 26-7-2000 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στους εναγομένους την 1η Αυγούστου 2000, η ενάγουσα ζήτησε απ' αυτούς να της επιτρέψουν να αφαιρέσει από το μίσθιο τα κατασκευάσματα αυτά, εντός τριών ημερών από την επίδοση της εξώδικης όχλησης. Γνωστοποίησε μάλιστα σ' αυτούς, με την ίδια εξώδικη πρόσκληση, ότι έχει ήδη πωλήσει τα ως άνω κατασκευάσματα σε τρίτο, αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παραλαβής τους, αυτή θα υποστεί ισόποση ζημιά. Οι εναγόμενοι, με την από 18-9-2000 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην ενάγουσα, στις 29-9-2000, απαντώντας στην ως άνω πρόσκλησή της, αρνήθηκαν να της επιτρέψουν την παραλαβή των κατασκευασμάτων, πλην των ψυγείων, ισχυριζόμενοι ότι όλα τα λοιπά κατασκευάσματα αποτελούν "προσθήκες" που έχουν παραμείνει προς όφελος του μισθίου, σύμφωνα με τον υπ' αρ. 10 όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με την από 13-10-2000 νέα εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στους εναγομένους, στις 16-10-2000, κάλεσε και πάλι τους εναγομένους να της επιτρέψουν να παραλάβει όλα τα ως άνω κατασκευάσματα συμπεριλαμβανομένων και των ψυγείων, στις 19-10-2000. Οι εναγόμενοι, όμως, αρνήθηκαν και πάλι να της επιτρέψουν να παραλάβει όλα τα κατασκευάσματα καθώς και τα ψυγεία, προβάλλοντας τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό... Περαιτέρω από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η αφαίρεση των ως άνω "κατασκευασμάτων" από το μίσθιο ακίνητο θα προκαλέσει σ' αυτά (κατασκευάσματα) σοβαρές φθορές ή ολική καταστροφή και στο μίσθιο ακίνητο σοβαρές φθορές. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η αφαίρεση των ως άνω "κατασκευασμάτων" είναι ευχερής, αφού αυτά είναι προσαρτημένα στο μίσθιο με βίδες ή κόλλα. Έτσι, αυτά δεν θα υποστούν φθορές κατά την αφαίρεσή τους, ούτε θα μειωθεί η αξία τους, αλλά θα παραμείνουν λειτουργικά και μετά την αφαίρεσή τους, δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν ξανά, κατά τον προορισμό τους. Οι δε μικρές φθορές που θα προκληθούν στο μίσθιο ακίνητο από την αφαίρεσή τους, μπορούν, ευχερώς, να αποκατασταθούν, με μικρή δαπάνη και σε μικρό χρονικό διάστημα. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το χρηματικό ποσό που θα απαιτηθεί για τις δαπάνες που θα υποβληθεί η ενάγουσα για την αποξήλωση των κατασκευασμάτων καθώς και για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου που θα προκληθούν από την αφαίρεση αυτών, υπερβαίνει την αξία που θα έχουν τα κατασκευάσματα μετά την αποξήλωσή τους.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι είναι οικονομικά ασύμφορη, για την ενάγουσα, η αφαίρεση των κατασκευασμάτων από το μίσθιο ακίνητο. Ύστερα απ' αυτά, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας προς αφαίρεση των κατασκευασμάτων, δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνο δε το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την αφαίρεση των κατασκευασμάτων και για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, θα είναι αδύνατον να λειτουργήσει η επιχείρηση (καφετέρια), που διατηρεί στο μίσθιο ακίνητο ο νέος μισθωτής αυτού και ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να παρέχουν ακώλυτη τη χρήση του μισθίου στο νέο μισθωτή, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας για αφαίρεση των κατασκευασμάτων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 281 του Α.Κ. σχετική ένσταση των εναγομένων, που πρόβαλαν πρωτόδικα και στην παρούσα κατ' έφεση δίκη... "Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, δεχόμενο, με την προηγούμενη κρίση του, τα αντίθετα, ήτοι ότι οι εναγόμενοι οχλήθηκαν επανειλημμένως από την ενάγουσα (από 1-8-2000 εγγράφως, ενώ η έξωση αυτής έγινε την 16-5-2000), προκειμένου να της επιτρέψουν να παραλάβει τα επίδικα κατασκευάσματα και αυτοί αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι αυτά έχουν παραμείνει προς όφελος του μισθίου, απέρριψε δε την προβληθείσα ένσταση, ως αβάσιμη. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' λόγο αναιρέσεως. Για την ίδρυση, όμως, του λόγου αυτού, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι νόμιμο και παραδεκτό. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1298/2008). Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 115/2007). Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη της, ως αποδεικτικό μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη, την δικαστική ομολογία της ενάγουσας ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στο δικόγραφο της ενδίκου αγωγής της και την οποία οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί, νομίμως, προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελίωναν την προταθείσα από αυτούς, νομίμως, ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα και ειδικότερα ότι, "με την αποξήλωση των ξύλινων επενδύσεων, αυτές θα καταστρέφοντο ή θα υφίσταντο σημαντικές βλάβες, ώστε τελικά η αξία τους θα ήταν τόσο μικρή, σε σύγκριση με τις δαπάνες που θα έπρεπε να υποβληθεί η τελευταία τόσο για την αποξήλωση όσο και κυρίως για την επαναφορά του μισθίου στην κατάσταση που το παρέλαβε, ώστε το οικονομικό της συμφέρον επέβαλε να αφήσει τις επενδύσεις αυτές στο μίσθιο.! Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ενδίκου αγωγής, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τα φερόμενα ως ομολογηθέντα πραγματικά περιστατικά αποτελούσαν τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της κυρίας βάσεως και του κυρίου αιτήματος της αγωγής, που απερρίφθη, αμετακλήτως, με την προηγηθείσα 5803/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου, ως μη νόμιμος, "περί καταβολής αποζημιώσεως", συνεπεία μη εκπληρώσεως της παροχής από τους εναγομένους, με την απόδοση στην ενάγουσα των κατασκευασμάτων επί του μισθίου (εφ' όσον μετά την υπαναχώρηση του νέου αγοραστού ... από την σύμβαση της πωλήσεως αυτών, ως ενιαίου συνόλου, καθίσταται ανέφικτη η ανεύρεση νέου αγοραστού), ενώ η προβληθείσα από τους εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα, αφορά στο δεύτερο επικουρικό αίτημα της αγωγής", περί αποδόσεως αυτουσίων των κατασκευασμάτων", με τη υποχρέωση των εναγομένων να ανεχθούν την αφαίρεση αυτών, που αποτελούσε και το μόνον αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Εφετείου, για την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση (μετά και την υπ' αριθμ. 672/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου). Επί τη βάσει τούτων, δεν υφίσταντο εν προκειμένω οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για το νόμιμο και παραδεκτό της δικαστικής ομολογίας, εφ' όσον αφ' ενός μεν δεν προκύπτει ομολογία με σκοπό αποδοχής των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αφ' ετέρου δε δεν έλαβε χώρα στην συγκεκριμένη δίκη, που δίκασε το Εφετείο και προτάθηκε η δικαστική ομολογία ως αποδεικτικό μέσο. Επομένως, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπ' όψη την επικαλουμένη δικαστική ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο ανωτέρω πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείου παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου της αυτής δικαστικής ομολογίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2008 αίτηση των ... κ.λ.π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4492/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αφαίρεση κατασκευασμάτων, κατά το άρθρο 591 Α.Κ. Ερμηνεία δικαιοπραξίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173,200 Α.Κ. Πότε συντελείται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Έννοια "πραγμάτων", κατ΄ άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ. Προυποθέσεις για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559, είναι το αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε με επίκληση να είναι νόμιμο και παραδεκτό. Η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξηκατά του ομολογήσαντος, όταν γίνεται με πρόθεση τούτου προς αναγνώριση του επιβλαβούς γι΄ αυτόν γεγονότος, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την συγκεκριμένη δίκη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2188/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 28 ΟΝΟΜΑΤΑ). Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 21η, 22ος, 23ος, 24η, 26ος και 28ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπυρίδων. Η 25η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και ο 27ος δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)" ως καθολικού διαδόχου του εδρεύοντος στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καγκελάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη παραστάντων αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 319/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2510/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-8-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εφόσον δε οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω απ' αυτούς, που επιμελήθηκαν τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2-8-2007 ( αρ. καταθ. 87/5-6-2008) αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 2507/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Aπό την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή..., προκύπτει ότι την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου (το όνομα του οποίου δεν μνημονεύεται στην έκθεση επιδόσεως), κατά παραγγελία του οποίου ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής επέδωσε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ κυρωμένο αντίγραφο αυτής μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατ'αυτή όμως δεν παρέστη ο 27ος αναιρεσείων, ο οποίος ούτε από την αναιρεσίβλητη, ούτε από κάποιον από τους λοιπούς αναιρεσείοντας, που παρίστανται νόμιμα, προκύπτει ότι κλητεύθηκε. Επίσης, δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων είχε χορηγήσει και αυτός πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των λοιπών αναιρεσειόντων Παναγιώτη Σπυρίδωνα, ή σε άλλον, για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως. Από τα προσκομιζόμενα δε ... ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Βάρδας Γεωργίου Μπακογιάννη , προκύπτει ότι έχει δοθεί πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο μόνο από την 25η και οι υπόλοιποι, εξ αυτών, παρέστησαν στο ακροατήριο και τον διόρισαν, ενώ ο 27ος τούτων (...) δεν παρέστη στο ακροατήριο για να τον διορίσει. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 97, 104 και 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 2510/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση.Κλήτευση διαδίκων. Ερημοδικία ορισμένων. Εφόσον οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίστθηκε γι' αυτόυς δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω απ' αυτούς, κυρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς όλους, αν ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του.
| null | null | 1
|
Αριθμός 2189/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπουτσάκη, περί αναιρέσεως της 957/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1567/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 957/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη των επίδικων επιταγών και συγκεκριμένα η υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 11.613,41 €, εκδόθηκε στην ... από τον κατηγορούμενο με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ και σε χρέωση του σ' αυτήν τηρούμενου υπ' αριθ. ... λογαριασμού και σε διαταγή του εγκαλούντος Ψ, ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ -Κατάστημα ...) την 2.3.2005, χωρίς προηγουμένως να έχει καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής της.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής". Στη συνέχεια, με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι "στην ... στις 28.2.2005 από πρόθεση εξέδωσε επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε γιατί δεν είχε καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, είτε κατά το χρόνο της εκδόσεως είτε κατά το χρόνο της πληρωμής της. Συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ ποσού 11.613,41 €, που έπρεπε να πληρωθεί από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (κατάστημα ...) την 2.3.2005, χωρίς προηγουμένως να έχει καταθέσει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής της". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εγκαλών ήταν ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, ο οποίος εμφάνισε την επιταγή προς είσπραξη στην Τράπεζα, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, διότι ο εγκαλών, ως εξ αναγωγής υπόχρεος δεν νομιμοποιούνταν στην υποβολή της εγκλήσεως, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένηςπροϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι ο εγκαλών ήταντελευταίος κομιστής και όχι εξ αναγωγής υπόχρεος. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ως άνω εγκαλων ήταν εξ αναγωγής υπόχρεος, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και τότε, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, ο εγκαλών, είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΟλΑΠ 23/2007). Για τον ίδιο λόγο, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη απαράδεκτη και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 1/7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 957/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 2190/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 54 ΟΝΟΜΑΤΑ). Οι 1ος, 4ος, 6ος, 7η, 8ος, 10ος, 13ος, 14ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος, 21ος, 23ος, 25ος, 26ος, 29ος, 30η, 31ος, 37ος, 43η, 44ος, 49ος, 50ος και 54η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σιμιτσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καβάλας", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-1995 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/1999 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-1-2002 αίτησή τους καθώς και με τους από τους 27-4-2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας διάβασε την από 12-9-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των β', γ', ε', στ', λόγων του κυρίου δικογράφου και του προσθέτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 568§4 και 576§§i και 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους. Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (ΑΠ (Ολ) 4/1994 και 2/1992) κατά τα άρθρ. 94§1, 96§1 και 97§3 του Κ.Πολ.Δ., γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 110§2, 576§3 και 75§2 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή της αίτησης αναίρεσης για συζήτηση μόνο για μερικούς από τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, ακόμη και αν πρόκειται για απλή ομοδικία. Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση η από 23-1-2002 αίτηση και οι από 27-4-2005 πρόσθετοι λόγοι πενήντα τεσσάρων (54) αναιρεσειόντων κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καβάλας" για αναίρεση της 25/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της είκοσι πέντε (25) αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρ. 242§2 του Κ.Πολ.Δ., από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σιμιτσή, ο οποίος προσκόμισε σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, επίσης δε και το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρ. 242§2 του Κ.Πολ.Δ., από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ζαχαριάδη, που προσκόμισε το ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου-Κυράζογλου. Οι υπόλοιποι διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε με δήλωση του άρθρ. 242§2 του Κ.Πολ.Δ. Ούτε προκύπτει ότι κλητεύθηκαν νόμιμα για να παραστούν με επιμέλεια των παραπάνω αναιρεσειόντων ομοδίκων τους (οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση με την από 20-8-2008 κλήση) ή του αναιρεσιβλήτου ούτε ότι έγινε κάποια δήλωση παραιτήσεώς τους από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και μάλιστα κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 299 σε συνδυασμό με το άρθρ. 297 του Κ.Πολ.Δ., νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-1-2002 αιτήσεως και των από 27-4-2005 πρόσθετων λόγων των ... κ.λ.π. για αναίρεση της 25/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση, ερημοδικία, αυτεπάγγελτη έρευνα επίσπευσης της δίκης. Απαράδεκτη η εισαγωγή της αναίρεσης προς συζήτηση για μερικούς από τους διαδίκους, ακόμη και αν πρόκειται για απλή ομοδικία (άρθρ. 576 Κ.Πολ.Δ.)
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2172/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Καργιώτη, περί αναιρέσεως της 2735/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1003/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της εκκαλουμένης απόφασης, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης είτε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος εξ αιτίας των οποίων απωλέσθηκε η προθεσμία άσκησης της έφεσης (άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη προυπόθεση ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 2735/2009 απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, που την εξέδωσε, απέρριψε, ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. 2002/1/2/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης, με την οποία είχε καταδικασθεί για χρήση πλαστού εγγράφου και απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε(5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "όπως προκύπτει από το από 26/2/2008 αποδεικτικό επιδόσεως (απόφασης κατηγορουμένου γνωστής διαμονής), που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης επιδόθηκε νομότυπα, κατ' άρθρο 156 παρ.2 του ΚΠΔ στον κατηγορούμενο στις 26/2/2008. Η υπό κρίση υπ' αριθμ. εκθ. κατάθ. 1230 έφεση κατά της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο στις 23/7/2008, ήτοι ασκήθηκε μετά παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ημερών και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ'του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλομένη, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτή αν παρέλαβε ο ίδιος την εκκαλουμένη απόφαση ή αν επιδόθηκε σε κάποιον σύνοικο ή αν θυροκολλήθηκε, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το οικείο αποδεικτικό επιδόσεως που επισκοπείται παραδεκτά, γιατί συνάπτεται με τον ανωτέρω λόγο, προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα με θυροκόλληση. Σημειωτέον ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρότητας της γενομένης επίδοσης.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απορρίπτοντας το λόγο εφέσεώς του ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά ούτε και του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι του επιδόθηκαν στην Ελληνική γλώσσα που του ήταν άγνωστη, διέλαβε τα εξής: "Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με την επίδοση σ'αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, που περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Κατά δε το άρθρο 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου της 4/11/1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί στην πιο σύντομη προθεσμία, λεπτομερώς στη γλώσσα την οποία εννοεί, την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας και να τύχει δωρεάν παραστάσεως διερμηνέα αν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί τη γλώσσα που χρησιμοποιεί το δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση βασικών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που εισάγεται σε δίκη σε ξένη χώρα και αγνοεί τη γλώσσα που ομιλείται στη χώρα αυτή, προκύπτει ότι μόνο επί κλητηρίου θεσπίσματος ή παραπεμπτικού βουλεύματος απαιτείται με ποινή ακυρότητας( άρθρο 171 παρ.1δ'του ΚΠΔ)μαζί με αυτά να επιδίδεται και επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που εννοεί ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι μόνον τα παραπάνω έγγραφα περιέχουν την κατηγορία. Η συνεπίδοση μετάφρασης αυτών δεν είναι απαραίτητη όταν ο κατηγορούμενος έλαβε έγκαιρα γνώση της εναντίον του κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και προετοίμασε την υπεράσπισή του. Συνακόλουθα επί άλλων εγγράφων της ποινικής διαδικασίας δεν απαιτείται η επίδοση αυτών να συνοδεύεται από επίσημη μετάφρασή του σε γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος προς τον οποίο αυτά επιδίδονται, και ως εκ τούτου δεν καθίσταται άκυρη η επίδοση του εγγράφου όταν δεν επιδίδεται ταυτόχρονα επίσημη μετάφραση αυτού. Εν όψει αυτών, δεν είναι άκυρη η γενομένη κατά τα ανωτέρω επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον εκκαλούντα, ούτε το γεγονός της επίδοσης της απόφασης χωρίς μετάφρασή του, συνιστά λόγο ανωτέρας βίας που εμπόδισε τον εκκαλούντα να ασκήσει την υπό κρίση έφεση εμπροθέσμως, αφού αυτός μπορούσε να ζητήσει να γίνει διερμήνευση του περιεχομένου αυτής ή να συμβουλευθεί την αντίκλητο δικηγόρο του, την οποία είχε διορίσει κατά την άσκηση της έφεσής του κατά της προαναφερθείσας καταδικαστικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση όμως από τα αναγνωσθέντα έγγραφα (κυρίως εξουσιοδοτήσεις προς τους δικηγόρους και αίτηση για έκδοση ΕΛΤΟ, που έχουν συνταχθεί στην Ελληνική γλώσσα και υπογράφονται από τον κατηγορούμενο), αποδεικνύεται ότι αυτός γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα και έλαβε πλήρη γνώση της εκκαλούμενης απόφασης που θυροκολλήθηκε στην διεύθυνση της κατοικίας του που προσδιορίζει στην έφεσή του. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις παραπάνω νομικές σκέψεις θα πρέπει, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν έλαβε ακριβή γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, λόγω ελλειπούς γνώσης της Ελληνικής γλώσσας και συνεπεία αυτής της ελλείψεως ακυρότητας της επίδοσης, να απορριφθεί η έφεση ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης απόφασης και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, γι'αυτό και είναι απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο της αναίρεσής του. Ειδικότερα δε οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης διότι του επιδόθηκε στην Ελληνική γλώσσα την οποία αγνοεί, αλλά και ότι το κλητήριο θέσπισμα του επιδόθηκε επίσης στην Ελληνική γλώσσα που αγνοεί, είναι απορριπτέες, όχι μόνον διότι δεν απαιτείτο όπως μαζί με την πρωτόδικη απόφαση να επιδοθεί και επίσημη μετάφρασή της στην γλώσσα που εννοεί ο κατηγορούμενος, αλλά και διότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της, ότι κατηγορούμενος γνώριζε καλά την Ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά και της εναντίον του κατηγορίας. Επίσης οι αιτιάσεις του ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έπρεπε, πριν απορρίψει την έφεσή του ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, να διαγνώσει, αυτεπαγγέλτως, αν η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν έγκυρη, λόγω της άγνοιας της Ελληνικής Γλώσσας, είναι επίσης απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού το Εφετείο πρώτα ερευνά το εμπρόθεσμο της εφέσεως και μετά την τυχόν ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία ως σχετική ακυρότητα ναι μεν δεν καλύπτεται όταν ο κατηγορούμενος δεν παρίσταται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως πρέπει να προτείνεται με σχετικό λόγο εφέσεως. Ανεξαρτήτως όμως αυτών η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως προεξετέθη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτο περί τα πράγματα κρίση της, ότι ο αναιρεσείων, κατά τον χρόνο επιδέσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, γνώριζε καλά την Ελληνική γλώσσα και έλαβε γνώση της εναντίον του κατηγορίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/6/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2735/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - Απορριπτέος. 2) Ακυρότητα της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης και του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι αγνοούσε την Ελληνική γλώσσα - Απορριπτέος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Κλητήριο θέσπισμα, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2166/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 και 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ1 Έλληνος υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραγκακάκη, κατά της 76/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 25/8/2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την Αλεξάνδρα Κ. Λυκούργου, Επαρχιακή Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 183/2009 και ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Μαρίας Βακονδίου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1404/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελεστεί το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 22 § 1 Ν. 3251/2004 Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.τ.λ. "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών", στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η κρινομένη από 9/10/2009 υπ'αριθμ. 183/'09, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα έφεση κατά της υπ'αριθμ. 76/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του από 25/8/2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Επαρχιακής Δικαστού του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Λευκωσίας Αλεξάνδρας Κ. Λυκούργου κατά του εκκαλούντος Χ1 Έλληνος υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Στο άρθρο 2 του ιδίου νομού ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που "περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος", κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ιδίου νόμου κατά της ανωτέρω "οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νομού τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, "η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών", ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για τις υπό στοιχ. α, στ, θ' και ιδ' πράξεις (της παρ. 2 του άρθρου αυτού, 10). Περαιτέρω με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων και οι περιπτώσεις "ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία Ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας..." και "η) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κρότος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", με δε το άρθρο 12 καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό τους ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι με βάση το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004). Η απαγόρευση της εκδόσεως ή παραδόσεως των ημεδαπών σε άλλο κρότος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προκύπτει από το Σύνταγμα, ούτε έχει πλέον σήμερα κανένα λόγο υπάρξεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απαγόρευση του άρθρου 438 περ. α' του ΚΠΔ καθόσον η ρύθμιση του νέου νόμου είναι ειδική και στους κύκλους της τελευταίας (Ε.Ε.) έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της αρχής αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι' αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντεύθεν προκειμένης εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, για την άσκηση ποινικής διώξεως (και όχι για εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας) εναντίον του εκζητουμένου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται και εάν ακόμη αυτός είναι ημεδαπός, α) με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, υπό την έννοια ότι δεν έχει ασκηθεί πράγματι σε βάρος του ποινική δίωξη από τις ελληνικές δικαστικές Αρχές, για την ίδια πράξη. Αντίθετα, δεν εμποδίζεται η έκδοση από τη δυνατότητα ασκήσεως τέτοιας δίωξης κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 6 και 8 του Π.Κ.), για την τελεσθείσα στην αλλοδαπή πράξη και β) με την επιφύλαξη της διασφάλισης "διαμεταγωγής" του στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Η διασφάλιση "διαμεταγωγής" του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή δεν προϋποθέτει εγγύηση δικαστικής Αρχής, αλλά εγγύηση της αρμοδίας Αρχής, που μπορεί να είναι και διοικητική. Η αναφερομένη, εξ άλλου, ρύθμιση δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, και δη του άρθρου 5 §§ 2 εδ. α' και 4 εδ. α', αφού, οι διατάξεις αυτές, κατά την πρώτη των οποίων "όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων..." και κατά την δευτέρα απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιοδήποτε Έλληνα πολίτη την ελεύθερη κίνηση και εγκατάσταση στη χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ'αυτή..." δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεσπίζουν τοιαύτη απαγόρευση, αλλά ούτε και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε μπορεί να γίνει λόγος για συνταγματικό έθιμο που απαγορεύει σε κάθε περίπτωση την έκδοση ημεδαπού. Στην προκείμενη περίπτωση από όλα τα έγγραφα, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης τα οποία ανεγνώσθησαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσεν ο εκκαλών και ο παραστάς συνήγορός του προφορικώς στο ακροατήριο και με τα υποβληθέντα υπομνήματά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπ'αριθμ. 76/2009, διέταξε την εκτέλεση του από 25/8/2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίον εξεδόθη από την Αλεξάνδρα Κ. Λυκούργου Επαρχιακή Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά του εκκαλούντος Χ1 'Ελληνος υπηκόου. Το άνω ένταλμα εξεδόθη προκειμένου να ασκηθεί κατά του εκκαλούντος εκζητουμένου ποινική δίωξη για τις εξής πράξεις: 1) Συνωμοσία προς διάπραξη φόνου εκ προμελέτης κεφ. 154 άρθρ. 217, 2) φόνον εκ προμελέτης Κεφ. 154 άρθρ. 203, 204, 20, 3) Απόπειρα φόνου Κεφ. 154 άρθρ. 214, 20, 4) περί εκρηκτικών υλών Νόμο Κεφ. 54 άρθρ. 4 (4) (δ), 5) περί πυροβόλων όπλων Νόμο 113 (1) 2004 άρθρα 4 (1) και 51, 6) περί παρεμπόδισης και καταπολέμησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμο του 2007 (άρθρα 3, 4, 5, Ν. 188 (1) 2007) οι οποίες φέρεται ότι διεπράχθησαν κατά ή περί το έτος 2009 και 17/7/2009 στη Λεμεσό Κύπρου. Οι πράξεις αυτές τιμωρούνται κατά τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα και τους Κυπριακούς Ποινικούς Νόμους, η συνωμοσία προς διάπραξη φόνου εκ προμελέτης με φυλάκιση δεκατεσσάρων (14) χρόνων, ο φόνος εκ προμελέτης, με ισόβια ποινή φυλακίσεως, η απόπειρα φόνου επίσης με ισόβια ποινή φυλακίσεως, η παράβαση Νόμου περί εκρηκτικών υλών με ποινή φυλακίσεως δέκα (10) ετών, η παράβαση του Νόμου περί πυροβόλων όπλων με ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) ετών και η παράβαση του νόμου περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Ν. 188 (1)/2007) με ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) ετών. Η ειδικοτέρα περιγραφή των άνω πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο με τις περιστάσεις τελέσεως μιας εκάστης, σύμφωνα με το ένταλμα συλλήψεως είναι οι εξής: "Στις ... και περί ώρα 0015, ο Μ1, 67 ετών, συνταξιούχος, τέως από την Λεμεσό, καθόταν στη βεράντα του καφεστιατορίου με την ονομασία ... που βρίσκεται στην οδό ..., και έπαιζε τάβλι με τον ιδιοκτήτη του καφεστιατορίου. Σε κάποια στιγμή ένα πρόσωπο, περπατώντας στο πεζοδρόμιο, προσέγγισε το θύμα από πίσω και τον πυροβόλησε τέσσερις φορές. Τα βλήμματα τον έπληξαν θανάσιμα. Το θύμα μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε από τους επί καθήκοντι ιατρούς ο θάνατος του. Ακολούθως ο δολοφόνος απομακρύνθηκε από τη σκηνή τρέχοντας. Επίσης από τους πυροβολισμούς τραυματίστηκε ο Θ1, τουρίστας από την Ρωσία ο οποίος περπατούσε κατά τον ίδιο χρόνο μαζί με 3 ομοεθνείς φίλους του στο πεζοδρόμιο έξω από την εν λόγω καφετέρια. Αυτός μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε διαμπερές τραύμα από βλήμμα πυροβόλου όπλου στον αριστερό γλουτό. Έτυχε θεραπείας και στις ... πήρε εξιτήριο από το Γ.Ν.Λ/σού. Στη σκηνή ανευρέθηκαν πέντε κάλυκες, πιστολιού μάρκας Browning και δύο βολίδες διαμέτρου 9mm. Σύμφωνα με μαρτυρία πολίτη, στις ... λίγα λεπτά πριν το φόνο και την απόπειρα φόνου, θεάθηκε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού στην οποία επέβαιναν δύο πρόσωπα φορώντας προστατευτικά κράνη, να είναι σταθμευμένη και σε λειτουργία, σε χώρο στάθμευσης δυτικά του ... πολύ κοντά στη σκηνή του φόνου και της απόπειρας φόνου. Ο συνεπιβάτης κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα, έβγαλε το κράνος του και θεάθηκε να φορά ένα καπελάκι τύπου τζόκευ και με γρήγορες κινήσεις να κατευθύνεται πεζός προς τη περιοχή που βρίσκεται το ... . Από επιτόπιες εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι, μέρος των κινήσεων του δράστη κατά την ώρα που μετέβαινε πεζός προς το ..., κατεγράφησαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ATM συγκεκριμένης τράπεζας που γειτνιάζει με το ... ως επίσης και κατά την ώρα που εγκατέλειπε τη σκηνή του φόνου τρέχοντας, κρατώντας στο δεξί χέρι του ένα πιστόλι. Μετά από επεξεργασία του σχετικού βίντεο έγινε κατορθωτό να διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του δράστη. Από τις εξετάσεις που έγιναν προέκυψε ότι, ο φόνος του Μ1 διαπράχθηκε κατ' εντολή του Ε1, με αρ. ...., ο οποίος εκτίει εικοσαετή ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές για υπόθεση ναρκωτικών, στην οποία συγκατηγορούμενός του ήταν το θύμα, το οποίο όμως αθωώθηκε και απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Κύρια αιτία για την καταδίκη του, ο Ε1 θεώρησε τη μαρτυρία του θύματος. Από περαιτέρω εξετάσεις προέκυψε ότι, ο Ε1 έδινε οδηγίες από τη φυλακή μέσω κινητών τηλεφώνων με συγκεκριμένους αριθμούς καρτών προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας. Από τις κλήσεις που εξασφαλίστηκαν με βάση τον Περί Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων νόμο διαπιστώθηκε ότι, οι πιο πάνω κάρτες είχαν επικοινωνία με συγκεκριμένους αριθμούς κλήσεων που ανήκουν σε δύο συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία έχουν ήδη συλληφθεί και βρίσκονται υπό κράτηση για την ίδια υπόθεση. Πρόκειται για τους: (1) Υ2 κάτοχο του ... από τη .... (2) Υ1 κάτοχο του ... από τη .... Το πρώτο πρόσωπο ήταν αυτό που μετέφερε το δολοφόνο στη σκηνή του εγκλήματος με τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού ενώ το δεύτερο είχε το ρόλο του παρατηρητή κοντά στη σκηνή του φόνου τόσο πριν όσο και κατά την ώρα που διαπράχθηκε ο φόνος. Σημειώνεται ότι, το δεύτερο πρόσωπο είναι στενός συγγενής με το κατάδικο Ε1, δηλαδή είναι παιδί της αδελφής του. Από τις εξετάσεις της Αστυνομίας Κύπρου εξακριβώθηκε ότι, ο κατάδικος σε συνεργασία με άγνωστο πρόσωπο έφερε από την Ελλάδα επαγγελματίες δολοφόνους, οι οποίοι εξασφάλισαν το όπλο με τη βοήθεια του πρώτου προσώπου του βρίσκεται υπό κράτηση. Ο ένας επαγγελματίας δολοφόνος διέπραξε το φόνο ενώ οι άλλοι ανέλαβαν διάφορους ρόλους όπως παρακολούθησης του θύματος, παραμονή στη σκηνή για βοήθεια του δολοφόνου. Όλοι οι ξένοι πληρωμένοι εγκληματίες διέμεναν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Κύπρο στο ξενοδοχείο ..., από όπου αναχώρησαν για το εξωτερικό με οδηγίες όπως επανέλθουν για να συνεχίσουν τις δολοφονίες σύμφωνα με τον κατάλογο που τους έδωσε ο κατάδικος. Εξασφαλίστηκαν διατάγματα πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτών διαπιστώθηκε ότι κατά τον επίμαχο χρόνο τόσο πριν, κατά όσο και μετά το φόνο έγιναν κλήσεις από κινητά τηλέφωνα με κωδικό θέσης (κυψέλη) τις Κεντρικές Φυλακές, τα οποία κατείχε ο κατάδικος, προς τα τηλέφωνα των δύο προσώπων που βρίσκονται υπό κράτηση. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι, κατά τον πιο πάνω επίμαχο χρόνο οι αριθμοί των τηλεφώνων που σύμφωνα με εξετάσεις μας, κατείχαν και χρησιμοποιούσαν οι δύο πιο πάνω κρατούμενοι Υ2 και Υ1 κατά τον επίμαχο χρόνο του φόνου, λάμβαναν σήμα από τη περιοχή που βρίσκεται κοντά στο σημείο του φόνου. Επίσης από τα διατάγματα αποκάλυψης αριθμών τηλεφώνων προέκυψε ότι από τα κινητά τηλέφωνα που χρησιμοποιούσε ο κατάδικος είχε κληθεί μεγάλος αριθμός τηλεφώνων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό (Ελλάδα) κατά τον επίμαχο χρόνο πριν, κατά και μετά το φόνο και την απόπειρα φόνου του Θ1. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, συμφωνά με πληροφορία ο δράστης της δολοφονίας του Μ1 όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά το φόνο, χρησιμοποιούσε τον αριθμό τηλεφώνου ... . Οι Αστυνομικές έρευνες στράφηκαν στα σημεία εξόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου καθώς και στα οδοφράγματα. Από τις εξετάσεις που έγιναν στο Αεροδρόμιο Λάρνακας από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από το χώρο αναχωρήσεων στις ... το απόγευμα διαπιστώθηκε ότι, πρόσωπο που ομοιάζει με την περιγραφή του δολοφόνου, εισήλθε σε συγκεκριμένη ώρα στο χώρο αναχώρησης επιβατών και ταξίδεψε στο εξωτερικό. Από τις εξετάσεις που έγιναν στο ξενοδοχείο ..., διαπιστώθηκε ότι, εκεί διέμενε ο Κ1, κάτοχος του Ελληνικού Διαβατηρίου με αριθμό..., ο οποίος αναχώρησε από το ξενοδοχείο την ημέρα του φόνου ... και μετέβηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, απ'όπου εξασφάλισε αεροπορικό εισιτήριο στο όνομα του, από συγκεκριμένο γραφείο έκδοσης εισιτηρίων με προορισμό την Ελλάδα. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, εξασφαλίστηκε γραπτή μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, ο δεύτερος ύποπτος δηλαδή ο Υ1 προμηθεύτηκε το πιστόλι του φόνου μαζί με αριθμό σφαιρών από το ..., .... από τη Λεμεσό, ο οποίος συνελήφθηκε και βρίσκεται υπό κράτηση. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, ο δράστης του φόνου Κ1, κάτοχος του Ελληνικού Διαβατηρίου με αριθμό ...., είχε ως συνεργάτη του και άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη του εγκλήματος και συγκεκριμένα τον Χ1 κάτοχο του Ελληνικού Διαβατηρίου με αριθμό ... . Για τη διάπραξη του σοβαρού εγκλήματος, αυτοί εισέπραξαν το συνολικό χρηματικό ποσό των €30.000 εκ του οποίου οι €3.000, παρελήφθηκαν μέσω της Τράπεζας Western Union, πριν τη διάπραξη του εγκλήματος. Σύμφωνα με πληροφορία από αξιόπιστη πηγή, τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα, βρίσκονται στην Ελλάδα σε άγνωστη διεύθυνση. Το ένδικο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως ονοματεπώνυμα και υπογραφή του δικαστού που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται γι' αυτές κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος, την περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικές με αυτές και τις συνέπειές τους), πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητός του κατά τον Ν. 3251/2004. Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο εκζητούμενος έχουν τελεσθεί στην Κύπρο, κράτος - μέλος της Ε.Ε., και γι' αυτές ζητείται η προσαγωγή του στις αρμόδιες Κυπριακές Αρχές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των Κυπριακών Νόμων ως άνω και του Κυπριακού Ποινικού Κώδικος, που εμπίπτουν σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ. 2 περίπτ. α', στ, θ' και ιδ' Ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως τούτου οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται ως κακουργήματα και από το Ελληνικό Ποινικό δίκαιο (άρθρο 187, 299, 42 Π.Κ., Ν. 2168/1993, 3691/2008). Εξάλλου κατά του εκζητουμένου Έλληνος υπηκόου δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη για τις ίδιες πράξεις, περαιτέρω δε η διαμεταγωγή του στην ΅Ελλάδα, προκειμένου να εκτίσει την ποινή ή τις ποινές που ενδεχομένως θα του επιβληθούν, διασφαλίζεται με την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 "διαβεβαίωση" του Γενικού Εισαγγελέως της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, επί πλέον δε ουδεμία συντρέχει, εις την προκειμένη υπόθεση, των περιπτώσεων της υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 Ν. 3251/2004.
Κατά συνέπεια συντρέχουν στη προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και εντεύθεν, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω, εντάλματος ορθώς εξετίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο και τα υποστηριζόμενα αντίθετα με την έφεσή του είναι αβάσιμα και πρέπει ως αβάσιμοι να απορριφθούν και οι συναφείς (δύο) λόγοι εφέσεως του εκκαλούντος εκζητουμένου, (οι οποίοι εις την ουσίαν είναι ένας λόγος ο της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας). Τέλος η αιτίαση ότι ο εκκαλών - εκζητούμενος ουδέποτε ετέλεσε την πράξη κατά (του) ατόμου, του οποίου την ύπαρξη εντελώς αγνοεί και ότι δεν υπάρχει ένδειξη τελέσεως των αδικημάτων, για τα οποία ζητείται η έκδοση, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι το Συμβούλιο Εφετών ουδόλως ελέγχει την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου για τις πράξεις, δια τας οποίας εκζητείται, εφ'όσον τα άνω στοιχεία δεν αποτελούν περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατ' άρθρον 2 § 1 Ν. 3251/2004.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη έφεση, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσίαν την υπ'αριθμ. 183/9-10-2009 έφεση του Χ1 Έλληνος υπηκόου, κατά της υπ'αριθμ. 76/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποίαν απεφασίσθη η εκτέλεση του από 25/8/2009 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Αλεξάνδρας Κ. Λυκούργου, Επαρχιακής Δικαστού του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Λευκωσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανεβλήθη η προσαγωγή του εκζητουμένου μέχρις ότου ούτος εκτίσει στην Ελλάδα τις ποινές φυλακίσεως που του έχουν επιβληθεί, 15 μηνών και 10 ημερών, με την 27677/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 9 μηνών με την υπ'αριθμ. 24618/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 9 μηνών με την υπ'αριθμ. 307/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδοθέν από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λευκωσίας Κύπρου. Άρθρο 22 § 1 Ν. 3251/2004 - έφεση. Άρθρο 1 § 1, 2 Ν. 3251/2004 - περιεχόμενο εντάλματος - Έλληνα ζητεί η Κύπρος. Άρθρα 5, 9, 10 § 1 Ν. 3251/2004 - Πότε εκτελείται. Άρθρα 11, 12 Ν. 3251/2004. Περιπτώσεις που μπορεί να απαγορευθεί η εκτέλεση (άρθρο 12). Μπορεί να ζητηθεί και για αλλοδαπό και για ημεδαπό υπό τις εις τον Νόμο προϋποθέσεις. Εκτέλεση εντάλματος για να ασκηθεί ποινική δίωξη για συνωμοσία προς διάπραξη φόνου, φόνο εκ προμελέτης, απόπειρα φόνου, περί εκρηκτικών υλών, κτλ. Όχι λόγοι εφέσεως με τους οποίους αρνείται τις πράξεις, διότι το Συμβούλιο Εφετών δεν ελέγχει στοιχεία ενοχής. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 2164/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1722/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.
Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, 2) Χ2 που δεν παραστάθηκαν και 3) Χ3, που δεν παραστάθηκε και με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 60/28.11.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1899/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την 1722/2008 απόφασή του, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στις 14 Νοεμβρίου 2008, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους 1) Χ1, για α) ψευδή καταμήνυση, β) ψευδή ανώμοτη κατάθεση και γ) ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση αα) σε ψευδορκία, ββ) ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, γγ) ψευδή καταμήνυση, δδ) συκοφαντική δυσφήμηση και εε) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, 2) Χ2 για α) ψευδορκία και β) ψευδή καταμήνυση και 3) Χ3, για α) ψευδορκία και γ) ψευδή καταμήνυση. Για να στηρίξει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την αθωωτική του κρίση δέχθηκε ότι "αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Στις 21.6.1995 στον ... και με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας διενεργήθηκε πλειστηριασμός ενός ακινήτου (οικοπέδου) εμβαδού 250 τ.μ. περίπου μετά της επ' αυτού υπάρχουσας οικοδομής στον... του συζύγου και πατρός των δύο πρώτων κατηγορουμένων, για την ικανοποίηση οφειλής του τελευταίου προς την άνω Τράπεζα η οποία απέρρεε από την υπ' αριθμ. 77/1981 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Στον εν λόγο πλειστηριασμό πλειοδότησε η 82ετις Μ1, μητέρα της πρώτης κατηγορουμένης, εκπροσωπούμενη στον εν λόγω πλειστηριασμό από το Χ2. Η τιμή της τελευταίας προσφοράς στην οποία κατακυρώθηκε το άνω ακίνητο στην υπερθεματίστρια ανήλθε σε 16.002.000 δρχ., αυτή δε ζήτησε, όπως και εδικαιούτο εκ του νόμου, να καταβάλει το υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος εκ δραχμών 12.002.000 - αφού ήδη είχε προκαταβάλει ως εγγύηση για συμμετοχή της στον πλειστηριασμό 4.000.000 δρχ. εντός προθεσμίας 15 ημερών, αίτημα που εν τέλει έγινε αποδεκτό από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού Κωνσταντίνο Κατσούδα, συμβολαιογράφο Αταλάντης. Ο σύζυγος της άνω πρώτης κατηγορουμένης και η τελευταία, που ουσιαστικά υποκρύπτονταν υπό την άνω υπερθεματίστρια (πράγμα σύνηθες σε τέτοιους πλειστηριασμούς) έχοντας προθεσμία 15 ημερών από της επομένης της διενέργειας του άνω πλειστηριασμού, προσπάθησαν να βρουν το υπόλοιπο χρηματικό ποσό (των 12.002.000 δρχ.) για να καταθέσουν τούτο στον άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ώστε να σώσουν έτσι το μοναδικό ακίνητο που τους είχε απομείνει (από ικανή περιουσία που είχαν στο παρελθόν), εντός του οποίου άλλωστε και κατοικούσαν, στον ... . Αρχικά ζήτησαν πενθήμερη παράταση καταβολής του άνω ποσού από τον άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, αίτημα που έγινε αποδεκτό, με συνέπεια να ορισθεί ως τελευταία ημεροχρονολογία καταβολής τούτου η 14.7.1995. Ακολούθως εξασφάλισαν δανειοδότηση από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας, ύψους όμως μόνο 9.000.000 δρχ., η οποία τους δόθηκε με ισόποση τραπεζική επιταγή εκδόσεως της τελευταίας. Έτσι, τους απέμεινε υπόλοιπο ύψους 3.000.000 δρχ., το οποίο προθυμοποιήθηκε να τους καταβάλει ο εγκαλών, οδηγός ταξί, ο οποίος μάλιστα είχε μεταφέρει την πρώτη κατηγορουμένη και τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της από τον ..., προκειμένου να λάβουν το ανωτέρω δάνειο (ύψους 9.000.000 δρχ.) από την άνω Τράπεζα, κατά τη διάρκεια της ανωτέρω μεταβάσεως στη Λαμία. Ο τελευταίος μάλιστα είχε και κατά το παρελθόν προεξοφλήσει επιταγές του συζύγου της α' κατηγορουμένης (βλ. απολογία της). Για την εξασφάλισή του ο εγκαλών ζήτησε να καταρτισθεί εικονικό προσύμφωνο πωλήσεως του ανωτέρω ακινήτου υπό τον όρο της αναγραφής σ' αυτό ότι τμήμα του τιμήματος ανερχόμενο σε 8.000.000 δραχμές είχε ήδη προκαταβληθεί από αυτόν στην πωλήτρια Μ1. Μετά από τις αρχικές αντιρρήσεις της πρώτης κατηγορουμένης και του συζύγου της που αφορούσαν το ύψος της εν λόγω εικονικής προκαταβολής και (το ύψος) του εικονικού τιμήματος που θα υπογραφόταν (ο εγκαλών ζητούσε να αναγραφεί ως τέτοιο το ποσό των 2.000.000 δρχ.), οι οποίες εν τέλει κάμφθηκαν λόγω της πιεστικής προθεσμίας για την καταβολή του υπολοίπου εκπλειστηριάσματος και με τη μεσολάβηση του δικηγόρου Στεφάνου, καταρτίστηκαν διαδοχικά από τον άνω συμβολαιογράφο 1) η υπ' αριθμ. ... πράξη κατάθεσης υπολοίπου εκ του ανωτέρω εκπλειστηριάσματος (με την οποία κατατέθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού η άνω επιταγή εκδόσεως της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας, ποσού 9.000.000 δρχ. και σε μετρητά το δανεισθέν από τον εγκαλούντα ποσόν των 3.000.000 δρχ. και επί πλέον 2.000 δρχ.) και 2) το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο πώλησης του επίδικου ακινήτου, στο οποίο αναγράφεται ότι α) ποσό ύψους 8.000.000 δρχ. καταβλήθηκε εντός του γραφείου του άνω συμβολαιογράφου από τον εγκαλούντα στην πληρεξούσια, δυνάμει του υπ' αριθμ.... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Παπακωνσταντίνου, της άνω πωλήτριας άνω κατηγορουμένη, β) ότι παρέχεται στην πωλήτρια η δυνατότητα όπως μέχρι την 12η Δεκεμβρίου 1995 καταβάλει (επιστρέψει) την πιο πάνω προκαταβολή στον αγοραστή και γ) ότι σε περίπτωση που δεν συμβεί αυτό παρέχεται ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στον ίδιο να υπογράψει οριστικό συμβόλαιο πώλησης του επίδικου ακινήτου μόνος του, με την προϋπόθεση της προσκομίσεως στον συμβολαιογράφο που θα καταρτίσει τούτο γραμματίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από το οποίο θα αποδεικνύεται η καταβολή του υπολοίπου τιμήματος (ύψους 17.000.000 δρχ.) στην άνω πωλήτρια. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα καθίσταται φανερό ότι ενώ ο εγκαλών δάνεισε την άνω πωλήτρια και εμμέσως τον ... και την α' κατηγορουμένη με 3.000.000 δρχ. απαίτησε την εντός 5 περίπου μηνών είσπραξη ποσού ύψους 8.000.000 δρχ., το οποίο κατά το υπερβάλλον του άνω κεφαλαίου, ήτοι κατά το ποσό των 5.000.000 δρχ. αφορούσε τοκογλυφικούς τόκους (λαμβανομένης υπόψη και της άνω συμφωνίας περί άτοκης επιστροφής του σ' αυτόν). Η συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών τόκων εκ μέρους του εγκαλούντος για την οποία αυτός, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 1312/2006 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως της πρώτης κατηγορουμένης, έχει ήδη καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας (εκκρεμεί δε η συζήτηση της ασκηθείσας εφέσεώς του κατ' αυτής ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας) αποδεικνύεται από όσα προαναφέρθηκαν, τα οποία ενισχύονται α) από το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγός της δεν είχαν λόγο, τη δεδομένη χρονική στιγμή της λήψεως του ανωτέρω δανείου (14.7.1995), να δανεισθούν 8.000.000 δρχ. - και να επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο, έναντι ενός επιπλέον δανειστή - αλλά μόνον 3.000.000 δρχ. (για να αποπληρώσουν απλώς το πιο πάνω εκπλειστηρίασμα και να μην απολέσουν την οικία τους) όπως και έπραξαν, β) από τον "επαγγελματικό" τρόπο με τον οποίο ο εγκαλών, μέσω του ανωτέρω επαχθούς για την πρώτη κατηγορουμένη και τον σύζυγό της προσυμφώνου, επεδίωξε να κατοχυρώσει τη λήψη του ποσού των 5.000.000 δρχ. επιπλέον του κεφαλαίου του άνω δανείου, που προσιδιάζει σε άτομο έμπειρο σε τοκογλυφικές δραστηριότητες, γ) από τις πειστικές απολογίες των δύο πρώτων εκ των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατήγγειλαν ότι ο εγκαλών είναι γνωστός στην κοινωνία του ... για τις τοκογλυφικές του δραστηριότητες, ότι έχει δανείσει με τοκογλυφικό τόκο εκτός από τους ίδιους, τους ..., ..., ..., ..., ..., ..., αλλά και την τρίτη εκ των κατηγορουμένων, δ) από το γεγονός ότι παρά την εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης και του συζύγου της μη απόδοση του ποσού που δανείστηκαν από τον εγκαλούντα, το Δεκέμβριο του έτους 1995, ο τελευταίος επεδίωξε δικαστικά (μέσω των πολιτικών δικαστηρίων) την ικανοποίηση της εκ της άνω αιτίας απαιτήσεώς του, μόλις κατά το έτος 2001, τακτική που δεν συνάδει με δανειστή που σκοπεύει στην γρήγορη επιστροφή του χρηματικού ποσού που δάνεισε σε κάποιον υπερήμερο οφειλέτη, αλλά σε αντίστοιχη (τακτική) προσώπου που επιδιώκει τη χρονική επιμήκυνση της υπάρξεως της οφειλής, με απώτερο στόχο τη λήψη ωφελημάτων εκ της διαιωνίσεώς της.
Συνεπώς, η από 16.11.2002 μήνυση της πρώτης κατηγορουμένης και τα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα και συγκεκριμένα ότι ο εγκαλών για απαίτηση δανείου ποσού 3.000.000 δρχ. που της είχε χορηγήσει στις 14.7.1995 συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και απαίτησε την καταβολή 8.000.000 δρχ. μέσω του άνω από 14.7.1995 εικονικού προσυμφώνου πωλήσεως υπό το οποίο υποκρυπτόταν σύμβαση τοκογλυφικού δανείου ήταν αληθή και όχι ψευδή. Επιπλέον, όσα η ίδια κατέθεσε χωρίς όρκο στις 7.8.2002, στα πλαίσια της διεξαχθείσας κυρίας ανακρίσεως, μετά από ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (πράξη για την οποία όπως ήδη προεκτέθηκε κρίθηκε ένοχος στον πρώτο τουλάχιστον βαθμό δικαιοδοσίας) ήσαν επίσης αληθή.
Συνεπώς δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων σ' αυτήν πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Περαιτέρω, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα και με δεδομένο επιπλέον ότι το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την παρουσία του δεύτερου εκ των κατηγορουμένων στην κατάρτιση του από ... προσυμφώνου, εφόσον η περί τούτου αντίθετη κατάθεση του εγκαλούντος δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο άλλο πειστικό αποδεικτικό μέσο, όσα ενόρκως κατέθεσε ο άνω κατηγορούμενος την 1.2.1002 εξεταζόμενος ενώπιον του Πταισματοδίκη Αταλάντης και συγκεκριμένα ότι ο εγκαλών προθυμοποιήθηκε να δανείσει στη συγκατηγορουμένη μητέρα τούτο ποσό των 3.000.000 δρχ., ότι για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής ζήτησε την κατάρτιση του πιο πάνω προσυμφώνου πωλήσεως, υπό το οποίο όμως υποκρύπτονταν σύμβαση τοκογλυφικού δανείου ποσού 8.000.000 δρχ. ότι από το έτος 1999 ο εγκαλών άρχισε να απειλεί την πρώτη κατηγορουμένη και το σύζυγό της ότι θα πουλήσει το επίδικο ακίνητο σε τρίτους εάν δεν εξοφλήσουν την, κατά τους ισχυρισμούς του, οφειλή τους προς αυτόν και ότι ο τελευταίος διαπράττει κατ' επάγγελμα τοκογλυφικές πράξεις, με αποτέλεσμα και άλλοι συγχωριανοί του να έχουν απολέσει, από τοκογλυφικό δανεισμό τους από τον εγκαλούντα, περιουσιακά στοιχεία τους, δεν ήσαν ψευδή, αλλά, έστω και με κάποια δόση υπερβολής ως προς το τελευταίο από τα ανωτέρω γεγονότα, αληθή.
Συνεπώς δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων σ' αυτόν διά του κατηγορητηρίου πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της ψευδούς καταμηνύσεως. Σε κάθε δε περίπτωση ο άνω κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι πίστευε ότι όσα κατέθεσε ενώπιον του Πταισματοδίκη Αταλάντης την 1.2.2002 ήσαν αληθή και δεν είχε πρόθεση ούτε να ψευδορκήσει ούτε να καταμηνύσει εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα ως κατ' επάγγελμα τοκογλύφο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όσα κατέθεσε την 1.2.2002 και στις 7.8.2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αταλάντης και του Ανακριτή Λαμίας αντίστοιχα η τρίτη εκ των κατηγορουμένων και ειδικότερα ότι ενώ ο εγκαλών της δάνεισε το έτος 1992 3.000.000 δρχ. την εξανάγκασε να εκδώσει τραπεζικές επιταγές, συνολικού ύψους 7.610.000 δρχ. στις οποίες ενσωματώνονταν τοκογλυφικοί τόκοι, τις οποίες κατά καιρούς ανανέωνε, με αποτέλεσμα να έχει ο εγκαλών στην κατοχή του επιταγές συνολικού ποσού 6.050.000 δρχ., που ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους για τα έτη 1996 - 1997 και ότι ο ίδιος (εγκαλών) είχε δανείσει πάρα πολλούς ανθρώπους στην περιοχή του ..., ζητώντας από αυτούς υπερβολικούς τόκους, ήσαν επίσης αληθή και όχι ψευδή. Ειδικότερα, ως προς το πρώτο εκ των άνω καταγγελλομένων, σημειώνεται ότι με τις υπ' αριθμ. 279/1999, 316/1999 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και τις υπ' αριθμ. 1314/1997, 135/1998 και 1338/1998 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κρίθηκε ότι οι τραπεζικές επιταγές με βάση τις οποίες επέτυχε σε βάρος της τρίτης κατηγορουμένης και του συζύγου της ... την έκδοση των υπ' αριθμ. 610/1997, 515/1997 και 369/1998 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους και ότι ουδέποτε ο εγκαλών είχε δανείσει στην τρίτη εκ των κατηγορουμένων το έτος 1992 το ποσόν των 6.050.000 δρχ., όπως ισχυριζόταν ο εγκαλών, αλλά μόλις 3.000.000 δρχ. Μάλιστα με τις άνω οριστικές αποφάσεις κρίθηκε ότι η τρίτη εκ των κατηγορουμένων είχε καταβάλει στον εγκαλούντα σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα 1992 - 1996 το συνολικό ποσό των 7.610.000 δρχ., έχοντας εξοφλήσει ολοσχερώς κάθε απαίτηση του εγκαλούντος.
Συνεπώς δεν πληρούνται και ως προς την τρίτη εκ των κατηγορουμένων οι αντικειμενικές υποστάσεις των αξιόποινων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμηνύσεως που της αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Συνακόλουθα και η πρώτη εκ των κατηγορουμένων δεν τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς καταμηνύσεως που κατά τα ανωτέρω αποδίδονται διά του κατηγορητηρίου στους δεύτερο και τρίτο εκ των κατηγορουμένων, εφόσον δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των τελευταίων τέλεση της αντικειμενικής υποστάσεως των άνω αξιόποινων πράξεων. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς διά του κατηγορητηρίου αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, της ψευδορκίας μάρτυρος, της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι η απαιτούμενη και για την προκειμένη παρεμπίπτουσα απόφαση από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση και τα πρακτικά της, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν εκθέτει στο προοίμιο του σκεπτικού του ούτε με γενική κατ' είδος αναφορά του τα οποία έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και βάσει των οποίων οδηγήθηκε στην ως άνω αθωωτική κρίση του, αν και εξετάσθηκαν μάρτυρες, αναγνώστηκαν έγγραφα και απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι, αλλ' επικαλείται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μερικά μόνο από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τις απολογίες δύο από τους κατηγορουμένους και την κατάθεση του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει ότι εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την έκδοσή της.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 1722/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι 1) Χ1, για α) ψευδή καταμήνυση, β) ψευδή ανώμοτη κατάθεση και γ) ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση αα) σε ψευδορκία, ββ) ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, γγ) ψευδή καταμήνυση, δδ) συκοφαντική δυσφήμηση και εε) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, 2) Χ2 για α) ψευδορκία και β) ψευδή καταμήνυση και 3) Χ3, για α) ψευδορκία και γ) ψευδή καταμήνυση. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009 . Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Γίνεται δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως, διότι δεν αναφέρονται στο προοίμιο του αιτιολογικού τα αποδεικτικά μέσα, αλλά γίνεται στη συνέχεια επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνον από αυτά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 2164/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αχαρνών, που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Αποστολίδου-Ανδρικοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Οικονόμου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2006 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 959/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/9/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μόνου λόγου αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, για μη λήψη υπ' όψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο των και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή των ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, προσέτι δε να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα απεδεικνύετο με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο καθώς και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου τούτων, εκτός εάν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και συγκεκριμένα τις αιτιολογίες αυτής, καταλείπεται αμφιβολία, ως προς το θέμα αν λήφθηκε υπ' όψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε επί αιτήσεως της ήδη αναιρεσιβλήτου και ανταιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος, περί του καθορισμού της προσωρινής αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση του εις αυτή ακινήτου, προς διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αφ' ενός μεν έλαβε υπόψη την κατάθεση ανυπάρκτου, μη προταθέντος, μάρτυρος, αφ' ετέρου δε δεν έλαβε υπ' όψη τα έγγραφα τα οποία ο ήδη αναιρεσείων προσκόμισε, με επίκληση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται, ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπ' όψη τις καταθέσεις των μαρτύρων "οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά", από την επισκόπηση των οποίων, στην οποία επιτρεπτώς προβαίνει ο Άρειο Πάγος (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι σ' αυτά περιέχεται μόνο η κατάθεση του μάρτυρος ..., ο οποίος προτάθηκε από την αιτούσα. Από την βεβαίωση αυτή και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, στην οποία γίνεται ειδική αναφορά σε περικοπή της καταθέσεως του ρηθέντος μάρτυρος, καίτοι χρησιμοποιείται η φράση "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ...", χωρίς αμφιβολία συνάγεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη μόνο την κατάθεση του ρηθέντος μάρτυρος και όχι και την κατάθεση άλλου, ανυπάρκτου, μάρτυρος αποδείξεως ή ανταποδείξεως.
Κατά το δεύτερο μέρος του, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφ' όσον δεν εξειδεικεύονται τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας ο αναιρεσείων, ούτε προσδιορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα απεδεικνύετο με αυτά και η επιρροή του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει αν απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται, ότι το δικαστήριο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού συλλογισμού του, έλαβε υπ' όψη "όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται", ενώ από την βεβαίωση αυτή, εν συνδυασμώ προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα. Κατόπιν τούτων, πρέπει συνακόλουθα και η αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας, στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-07 αίτηση του Δήμου Αχαρνών περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 959/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρετικοί λόγοι περί λήψεως υπ΄ όψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση καθώς και μη λήψεως υπ΄ όψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Προυποθέσεις για την ίδρυση αυτών, κατ΄ άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2163/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 74877/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ..., που δεν παρέστη και με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 49/13.10.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1599/2008
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, ή και κατ' εκείνης που έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 74.877/2008 απόφαση του, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στις 12 Σεπτεμβρίου 2008, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έπαυσε "οριστικά την ποινική δίωξη λόγω μη νομότυπου της υποβολής της εγκλήσεως". Όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνεται σ' αυτήν ως αιτιολογία ότι "η από 8.8.05 έγκληση δεν υπεβλήθη νομίμως, αφού με την από 13.9.05 βεβαίωση της ΕΤΕ προς την εγκαλούσα ...προς υποβολή της εγκλήσεως δεν φέρεται να υφίσταται το γνήσιο της υπογραφής των εντολέων αυτής (ΕΤΕ) ... και ...". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο δεν περιέλαβε την κατά τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν διευκρινίζεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ανωτέρω βεβαιώσεως και ειδικότερα αν αυτή περιείχε εντολή προς υποβολή εγκλήσεως. Επίσης δεν διευκρινίζεται αν η εγκαλούσα ... είχε την ιδιότητα ή όχι του καταστατικού οργάνου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Τέλος, δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό και το έγκλημα για το οποίο υποβλήθηκε η ανακληθείσα στη συνέχεια έγκληση, αλλ' ούτε και το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 74877/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Γίνεται δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν, στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της, ούτε η αξιόποινη πράξη για την οποία έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη ούτε το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου, διαλαμβάνεται δε σ' αυτήν ως αιτιολογία ότι "η από 8-8-05 έγκληση δεν υπεβλήθη νομίμως, αφού με την από 13-9-05 βεβαίωση της ΕΤΕ προς την εγκαλούσα προς υποβολή της εγκλήσεως δεν φέρεται να υφίσταται το γνήσιο της υπογραφής των εντολέων αυτής (ΕΤΕ) ... και ...".
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 2160/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 30564/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 265/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 157/29.04.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 12/4-2-2009 αίτηση της κατηγορουμένης ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 30564/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, καταδίκασε, κατ'έφεση, την κατηγορουμένη ... σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης η κατηγορουμένη εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Τριαντάφυλλο Σπανό, η δε προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 15-1-2009 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Στις 4-2-2009 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο δικηγόρος Αθηνών Κων/νος Γκρέκος του Βασιλείου και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος της κατηγορουμένης, με βάση την από 2-2-2009 επισυναπτόμενη εξουσιοδότηση της τελευταίας, ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω 30564/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 12/4-2-2009 έκθεση αναίρεσης.
Από τα ανωτέρω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της καταχωρήσεως καθαρογραμμένης της ως άνω απόφασης στο ειδικό βιβλίο, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 3 ΚΠΔ.
Δεδομένου δε ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω να αποριφθεί η υπ'αριθμ. 12/2009 αίτηση της κατηγορουμένης ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 30564/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρ. 462, 473 παρ. 1 και 3 και 507 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ και είναι δέκα ημέρες από την επίδοσή της, εφ' όσον ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής. Εξάλλου σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί τα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρ. 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρ. 476 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την υπ' αριθμ. 12/4-2-2009 αίτηση της κατηγορουμένης ... ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 30564/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών" με την οποία καταδικάστηκε, κατ' έφεση η κατηγορουμένη ... σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Σημειώνεται ότι, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης η κατηγορουμένη εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αθηνών, Τριαντάφυλλο Σπανό, η δε προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 15-1-2009 (βλ. απόφαση και σχετική επ' αυτής επισημείωση). Στις 4-2-2009 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο δικηγόρος Αθηνών, Κων/νος Γκρέκος του Βασιλείου και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος της κατηγορουμένης, με βάση την από 2-2-2009 επισυναπτόμενη εξουσιοδότηση της τελευταίας, ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω 30.564/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έτσι, συντάχθηκε η με αριθμό 12/4-2-2009 έκθεση αναίρεσης. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της καταχωρήσεως καθαρογραμμένης της ως άνω απόφασης στο ειδικό βιβλίο, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, το ένδικο αυτό μέσο. Δεδομένου δε ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Σημειώνεται ότι, ο αντίκλητος δικηγόρος της διαδίκου, που άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, ειδοποιήθηκε σχετικά, κατ' άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την επί του φακέλλου της υποθέσεως, επισημείωση του γραμματέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 12/2009 αίτηση της κατηγορουμένης ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 30564/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναιρέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης) - ασκήθηκε μετά την παρέλευση του 10ημέρου. Η αναιρεσείουσα είχε δικαστεί ωσεί παρούσα. Δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας. Ειδοποιήθηκε για την απόρριψη ο αντίκλητός της (τηλεφωνικά από τον αρμόδιο γραμματέα) -.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
Αριθμός 2159/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 266/2007 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1074/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία και των 408/14-8-08 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την από 2-6-2008 αίτηση του Δημητρίου Κλ. Μπακόλα, Αναθεωρητή Α', Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 266/20-9-2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ορίζει, ότι η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις, τις αναφερόμενες περιοριστικώς στο ίδιο άρθρο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 527 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορρίπτεται αν στρέφεται κατ'αποφάσεως, η οποία δεν είναι καταδικαστική. Τέτοια δε απόφαση θεωρείται και εκείνη η οποία απορρίπτει την έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης ως ανυποστήρικτη (δείτε ΑΠ 1656/2000 Π.Χρ. ΝΑ/717).
Στην προκειμένη περίπτωση το Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την υπ'αριθ. 266/2007 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ'αριθ. 17/21-6-2006 έφεση του Χ, κατά της υπ'αριθ. 294/14-6-2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, Της αποφάσεως αυτής ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας κατά τρόπο σαφή ο παραπάνω Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και δη με τη φράση: "Επειδή, ως Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε (απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη), νομιμοποιούμαι να ζητήσω την επανάληψη της διαδικασίας (άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Π.Δ.)". Όμως η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 2-6-2008 αίτηση του Χ, Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 266/20-9-2007 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Αθήνα 6 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα αν στρέφεται κατά αποφάσεως μη καταδικαστικής, όπως είναι η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως που έχει ασκηθεί κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως ως ανυποστήρικτης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 405 του Στρατ. Ποιν. Κωδ., οι περί επαναλήψεως της δίκης διατάξεις του ΚΠΔ ισχύουν μετά την δι' αποφάσεως του Αρείου Πάγου απόρριψη του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, που ασκήθηκε κατ' αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ως καταδικαστική απόφαση, από την οποία θα κριθεί το παραδεκτό της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει εκδοθεί και από στρατιωτικό δικαστήριο.
- Στην προκειμένη περίπτωση το Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την υπ'αριθ. 266/2007 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ'αριθ. 17/21-6-2006 έφεση του Χ, κατά της υπ'αριθ. 294/14-6-2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας. Της αποφάσεως αυτής ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας κατά τρόπο σαφή ο παρακάτω Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και δη με τη φράση: "Επειδή, ως Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε (απέρριψε την έφεση του ως ανυποστήρικτη), νομιμοποιούμαι να ζητήσω την επανάληψη της διαδικασίας (άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Π.Δ.)". Όμως η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 2-6-2008 αίτηση του Δημητρίου Κλ. Μπακόλα, Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 266/20-9-2007 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση από Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση. Επανάληψη διαδικασίας κατά αποφάσεως Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη. Δεν είναι καταδικαστική απόφαση. Απαράδεκτη η αίτηση. Απορρίπτεται.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.