text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 2161/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αποστολίδη, περί αναιρέσεως της ΒΤ2545/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΠΤΑ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο Πέραμα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την από 4 Ιουνίου 1966 ισχύ του Ν. 2408/1966, ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 2545/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα πλαίσια αποπληρωμής τιμήματος για αγορά καυσίμων (πετρελαίου κινήσεως) από την εταιρεία με την επωνυμία "ELENCOE MARITAIM SA", προς εφοδιασμό σε καύσιμα, στον ...., τον Μάρτιο 1997, του πλοίου της "Μ...", ο κατηγορούμενος ..., εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον σχετικό τραπεζικό λογαριασμό, από τον οποίο εκδόθηκαν οι κατωτέρω δύο επιταγές, εξέδωσε στον ..., στις 23.4.97 και 26.4.1997, εις διαταγήν της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "SEVEN SEAS SA", τις υπ' αριθ..... και ... επιταγές της Τράπεζας Κρήτης, ΑΕ για ποσό δρχ. 3.708.000 (ήτοι 10.882 ευρώ) η πρώτη και 3.500.000 δρχ. (ήτοι 10.271 ευρώ) η δευτέρα, οι οποίες όμως, όταν εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως (29.4.1997) στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν, διότι όπως αναγράφεται επί του σώματος αυτών, είχαν ανακληθεί, αν και υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο σχετικό τραπεζικό λογαριασμό. Πλην όμως, ενόψει του ότι η μη πληρωμή λόγω ανακλήσεως εξομοιούται προς τη μη πληρωμή ελλείψει υπολοίπου, δεν αίρεται η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, διότι η τραπεζική επιταγή, σύμφωνα με το όλο πνεύμα του ν. 5960/1933, είναι μέσον πληρωμής, δηλαδή μετρητό χρήμα και όχι μέσο πιστώσεως. Σε κάθε περίπτωση δε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκ μέρους του ανακλήσεως των επίδικων επιταγών εξ αιτίας της ελαττωματικότητας του πωληθέντος καυσίμου από την εγκαλούσα και περί μη οφειλής του σ' αυτήν λόγω της πολύ μεγαλυτέρας του ποσού των επιταγών επισυμβάσας ζημίας του, οφειλομένης στο προαναφερθέν ελαττωματικό καύσιμο, δεν αποδείχθηκε, τόσον μάλλον, όσον όταν έγινε η πετρέλευση του ως άνω πλοίου ("Μ...") στον ..., ήδη υπήρχε ποσότητα καυσίμων στις δεξαμενές του και συνεπώς δεν προκύπτει ότι το συγκεκριμένο καύσιμο που του χορήγησε η εγκαλούσα ήταν βαρύτερο και άρα ελαττωματικό, αφ' ετέρου δε το ανωτέρω πλοίο συνέχισε να προμηθεύεται πετρέλαιο από την εγκαλούσα, γεγονός το οποίο αναιρεί την βασιμότητα του προεκτεθέντος ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Κατά συνέπειαν, ο τελευταίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της διαπράξεως του αδικήματος της κατ' εξακολούθηση εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή των επιταγών αφού ο ίδιος ανακάλεσε τις επιταγές αυτές,. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με όσα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρονται, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ως υπόχρεος εξ αναγωγής νομιμοποιούνταν να υποβάλει την έγκληση, βάσει της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του η ποινική δίωξη για το ως άνω έγκλημα, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέα. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την παραπάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1500 €) παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις, το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή. Πρέπει ως εκ τούτου, ενόψει και των εν γένει οικονομικών όρων του κατηγορουμένου, να υπολογιστεί η κάθε ημέρα φυλακίσεως προς 4,40 ευρώ την ημέρα". Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων αναιρέσεως, τους οποίους το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ερευνά αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί εν μέρει την 2545/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτονται οι δύο λόγοι της αναιρέσεως, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής δικαιούχος. Αναιρείται εν μέρει ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ποινής μετατροπή.
2
Αριθμός 2162/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Βασιλείου, περί αναιρέσεως της 5117/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο - Αλέξανδρο Μαζαράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρος, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και ότι όσα ενόρκως κατέθεσε είναι επίσης ψευδή. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική φυλάκιση έξι (6) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος. Προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχτηκε, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος στο ... στις 13.6.1999, μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα ... και κατεμήνυσε ψευδώς την εγκαλούσα πρώην σύζυγό του και βεβαίωσε ενόρκως ψευδώς ότι παραβίασε το διατακτικό της υπ' αριθμ. 15616/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, ας σημειωθεί είχε μεταρρυθμισθεί με την υπ' αριθμ. 16759/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και με την οποία είχε ρυθμισθεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι στις 13.6.1999 μετέβη στην οικία της εγκαλούσας, προκειμένου να παραλάβει το τέκνο του και ότι η τελευταία τον εξεδίωξε, αρνούμενη να συμμορφωθεί με το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης. Το παραπάνω όμως περιστατικό ήταν ψευδές και ο ίδιος το γνώριζε, αφού, όπως βεβαίωσε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας και πατέρας της εγκαλούσας, δεν μετέβη στην οικία της, όπως αναληθώς ισχυρίστηκε. Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι κατά της εγκαλούσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 232 Α Π.Κ. Όμως, με την υπ' αριθμ. 133075/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η τελευταία κηρύχθηκε αθώα. Κατόπιν τούτων πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α και 2, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία κατεμήνυσε την εγκαλούσα και για τα οποία ορκίσθηκε, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, θεμελιώνεται στη δική του παράλειψη, δηλαδή της μη μεταβάσεώς του στην οικία της εγκαλούσας, οπότε είναι αυτονόητη και η σχετική γνώση του. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι για τον λόγο αυτό απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί η παραβίαση του δεδικασμένου, η οποία, κατά το άρθρο 57 του ίδιου Κώδικα, η οποία υφίσταται εάν κάποιος υποβληθεί εκ νέου σε δίωξη για την ίδια πράξη για την οποία αμετακλήτως καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατ' αυτού. Τέτοιο δεδικασμένο δεν παράγεται όταν δεν επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον μηνυτή και το Δικαστήριο αποφαίνεται σχετικά περί αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 585 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι η μήνυση δεν ήταν εντελώς ψευδής η δεν υποβλήθηκε από δόλο ή βαριά αμέλεια, ώστε για τον λόγο αυτό να αποκλείεται η δίωξη του εγκαλούντος για ψευδή καταμήνυση. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο διότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την απόφαση 133075/2003, με την οποία αθωώθηκε η εγκαλούσα από την κατηγορία που της αποδόθηκε με την μήνυσή του, έκρινε στη σχετική διάταξή του για την επιβολή των δικαστικών εξόδων ότι δεν πείστηκε ότι ο αναιρεσείων έχει καταγγείλει δολίως ή από βαριά αμέλεια την εγκαλούσα, απαλλάσσοντας αυτόν από τα δικαστικά έξοδα της δίκης εκείνης. Όμως, ενόψει των ανωτέρω που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η ως άνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 82 Π.Κ., όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 1419/1984). Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς 4,40 ευρώ". Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση (κατ' άρθρο 511 του ΚΠΔ) και παραδοχή του ως άνω μη προταθέντος λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως. Αναιρεί την 5117/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η επιβολή των εξόδων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την ψευδορκία και την ψευδή καταμήνυση. Αναιρείται εν μέρει η απόφαση για το αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπόψη λόγο της υπερβάσεως εξουσίας μόνον ως προς την μετατροπή της ποινής, διότι δεν αιτιολογήθηκε η μη αναστολή αυτής.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ψευδής καταμήνυση, Ποινής μετατροπή.
0
Αριθμός 2165/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 80947/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που δεν παρέστη και με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/4.07.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αγγελικής Ανυφαντή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1216/2007 Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με το άρθρο 1251 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία", ενώ με το άρθρο 1255 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής - κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ενώ ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαιτήσεως από αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του (Ολ.Α.Π. 18/2004). Από τα προαναφερόμενα και σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του Ν. 5960/1933, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 2408/1996, με τις οποίες ορίζεται ότι "παρ. 1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού, παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών... και παρ. 5. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως για την από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσίβλητος κατηγορούμενος Χ1 εξέδωσε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2004, 6 Νοεμβρίου 2004 και 13 Νοεμβρίου 2004 τις με αριθμούς ..., ... και ...επιταγές αντίστοιχα, ποσών 40.000 ευρώ η καθεμία σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας "ΘΡΑΚΗ ΑΕ", πληρωτέες από την "Γενική Τράπεζα ΑΕ", Οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, προς την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ". Έτσι, η ενεχυρούχος δανείστρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος απέκτησε με την ως άνω οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της οπισθογράφου εταιρείας "ΘΡΑΚΗ ΑΕ", η οποία ενεχύρασε τις επιταγές, συνιστάμενη, με βάση το ενέχυρο, στο δικαίωμα εισπράξεως των εν λόγω επιταγών και μάλιστα στο όνομά της. Γι' αυτό, η ενεχυρούχος δανείστρια Τράπεζα, ως νόμιμη κομίστρια των εν λόγω επιταγών εμφάνισε αυτές αντιστοίχως στις 18 Οκτωβρίου 2004, 8 Νοεμβρίου 2004 και 15 Νοεμβρίου 2004, ήτοι εμπροθέσμως στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν στην τελευταία αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Μετά από αυτά η ενεχυρούχος δανείστρια Εθνική Τράπεζα, ως νόμιμη κομίστρια των προαναφερόμενων επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής των, δικαιούνταν σε υποβολή εγκλήσεως για παράβαση από τον αναιρεσίβλητο κατηγορούμενο Χ1 του ως άνω άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, την οποία και υπέβαλε αυτή νομοτύπως και με την οποία δήλωσε νομοτύπως επίσης, παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την παραπάνω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 80.947/2006 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, με το ακόλουθο αιτιολογικό: "Με το άρθρο 4 παρ. 1 α' Ν. 2408/96, προσετέθη στο άρθρο 79 ν. 5960/33 η παρ. 5, σύμφωνα με την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Βάσει αυτής της διατάξεως, καθιερώθηκε το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ως κατ' έγκληση διωκόμενο, υπαγόμενο στις διατάξεις των άρθρων 117 παρ. 1 και 118 παρ. 1 του Π.Κ., σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη. Όπως έχει κριθεί σε νομολογιακό επίπεδο (Α.Π. 1427/2003, Πραξ. Λογ. ΠΔ 2003, 450) όταν επιταγές μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση προς ενεχύραση απαιτήσεως δανείστριας Τράπεζας ("λόγω ενεχύρου") η Τράπεζα αποκτά ενέχυρο στις ενσωματωμένες στις επιταγές απαιτήσεις και συγχρόνως και οιονεί νομή επ' αυτών, ενώ ο ενεχυράσας εξακολουθεί να έχει την κυριότητα τους και το δικαίωμα στις απαιτήσεις από τις επιταγές, με αποτέλεσμα αυτός να θεωρείται ότι ζημιώνεται από τη μη πληρωμή τους και είναι ο δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως και όχι η Τράπεζα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 1251 είναι δυνατή η ενεχύραση επιταγής σε δανείστρια Τράπεζα δι' οπισθογραφήσεώς της. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα δεν αποκτά την κυριότητα επί του τίτλου και τα απορρέοντα από αυτόν δικαιώματα. Η ρήτρα "λόγω ενεχύρου" επιβάλλεται προκειμένου να προστατευθεί ο ενεχυραστής - οπισθογράφος από τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι η οπισθογράφηση μεταβιβάζει τον τίτλο κατά πλήρες δικαίωμα. Αυτός Παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικά δικαιούχος της εξ αυτού απαιτήσεως (βλ. Δελούκα Αξιόγραφα παρ. 72). Στην κρινόμενη υπόθεση ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση σε βάρος του κατηγορουμένου συνεπεία της εγκλήσεως της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Της ΕΛΛΑΔΟΣ", στην οποία μεταβιβάσθηκαν λόγω ενεχύρου. Συνεπώς, εφ' όσον στην εγκαλούσα Τράπεζα οι άνω επιταγές, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σωμάτων των επιταγών, περιήλθαν ως ενεχυρούχου δανείστριας χωρίς αυτή να έχει εκ τού λόγου τούτου αποκτήσει κυριότητα επ' αυτών και δικαίωμα στις εξ αυτών πηγάζουσες απαιτήσεις. Συνεπώς είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη ως προς το κατ' έγκληση διωκόμενο αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, εφόσον δεν υποβλήθηκε νομότυπα έγκληση και παρήλθε το τρίμηνο από την γνώση για την τέλεση της πράξεως και για το πρόσωπο που φέρεται ότι την τέλεσε (άρθρο 117 παρ. 1 Π.Κ. - ΑΠ 1427/2003). Με τις παραδοχές του αυτές το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, και πρέπει κατά παραδοχή του βάσιμου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.- ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 80.947/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.- Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ο ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του. Γίνεται δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, διότι η έγκληση υποβλήθηκε από την ενεχυρούχο δανείστρια.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Απαράδεκτο ποινικής δίωξης.
0
Αριθμός 2165/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" (πρώην Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ") που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο και κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/7/2004 κύρια και 12/4/2005 παρεμπίπτουσα αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30936/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2330/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/12/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 20/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, είναι η λήξη της μισθώσεως και η μετά ταύτα παράνομος παρακράτηση του μισθίου, χωρίς δηλαδή δικαίωμα από τον νόμο, την σύμβαση ή δικαστική απόφαση, χωρίς να ερευνάται αν ο μισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως. Εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση χρήσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει, για την παρακράτηση του μισθίου, και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτου (άρθρο 343 επ. Α.Κ.), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του οφειλέτου-μισθωτού, το οποίο όμως, τεκμαίρεται και την ανυπαρξία που οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, και να αποδείξει ο οφειλέτης, ώστε να απαλλαγεί. Μόνη, όμως, η δικαστική διένεξη μεταξύ των διαδίκων σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι ελέγχονται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα, που φέρεται ότι είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων αλλά το δικαστήριο δεν εξήτασε ή δεν δέχθηκε. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταβολής περαιτέρω αποζημιώσεως, για παράνομο παρακράτηση του μισθίου από την μισθώτρια- ήδη αναιρεσείουσα, έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω: Εν σχέσει προς την αγωγή:..." Η μίσθωση αυτή, καταληφθείσα από τις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις για τις εμπορικές μισθώσεις και έχοντας υπερβεί τη χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, παρατάθηκε αναγκαστικώς- αρχικώς έως 31-8-1997 και στη συνέχεια έως 31-8-2001, αφού οι ενάγοντες- εκκαλούντες εκμισθωτές δεν άσκησαν εντός εννέα μηνών από την λήξη της μισθώσεως αγωγή για την απόδοση του μισθίου. Εν όψει δε του ότι μετά τις 31-8-2001 η εναγομένη- εφεσίβλητη μισθώτρια εξακολούθησε να παραμένει στη χρήση του μισθίου, χωρίς εναντίωση των μισθωτών, η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες- εκκαλούντες άσκησαν στις 30-12-2003 ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 45568/2003 αγωγή τους κατά της εναγομένης, με την οποία ζήτησαν την απόδοση της χρήσης του μισθίου. Η ως άνω αγωγή ίσχυσε ως καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης και επέφερε τη λήξη της αορίστου χρόνου ένδικης μίσθωσης, στις 31-1-2004 (άρ. 609 Α.Κ.). Παρά, όμως, τη ρητή εναντίωση των εναγόντων στην εξακολούθηση της μίσθωσης μετά την λήξη της, που κατά τα προεκτεθέντα επήλθε την 31-1-2004, η μισθώτρια συνέχισε να κάνει χρήση του μισθίου καταστήματος και μετά την 1-2-2004, ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να είχε παραδόσει το μίσθιο... Έτσι αποδείχθηκε ότι η εναγομένη- μισθώτρια.... Παρακράτησε παράνομα το μίσθιο για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-2-2004 έως 31-5-2005, οπότε και περιήλθε το μίσθιο και πάλι στην κατοχή των εκμισθωτών. Επομένως, η εναγομένη- μισθώτρια είναι υπόχρεη σε αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων- εκμισθωτών...". Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφέροντας ότι η δικαστική διαμάχη των διαδίκων, εν σχέσει προς την απόδοση του μισθίου, συνεχίσθηκε, δέχθηκε ότι "η αγωγή, με την 11114/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε την 11-5-2004, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δεχθείσα ότι η αγωγή δεν περιείχε καταγγελία της αορίστου χρόνου ένδικης μίσθωσης. Κατόπιν άσκησης έφεσης από τους εκμισθωτές εκδόθηκε η 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε την 23-3-2005, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεχθείσα δε ότι η ένδικη μίσθωση έληξε την 31-1-2004 έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στους ενάγοντες, όμως, κατά το διατακτικό της, "με την προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης για την άϋλη εμπορική αξία ύψους 84.504 €". Οι ενάγοντες.... Στο μεταξύ άσκησαν αναίρεση κατά της 822/2005 απόφασης... επί της οποίας εκδόθηκε η 1349/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που δημοσιεύθηκε στις 21-6-2006 και αναίρεσε την απόφαση ως προς το σκέλος του όρου της καταβολής άϋλης αξίας.... Τελικώς, εκδόθηκε η 64/2007 απόφαση (του Εφετείου Θεσσαλονίκης), που δημοσιεύθηκε την 19-1-2007 και αποφάνθηκε, ότι οι εκμισθωτές δεν υποχρεούνται να καταβάλουν στην μισθώτρια αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου...". Ως προς τον ισχυρισμό δε της εναγομένης- μισθώτριας, περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της, το Εφετείο δέχθηκε... "Η εναγομένη μισθώτρια εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι δεν την βαρύνει υπαιτιότητα για την μη απόδοση του μισθίου μετά την λήξη της μίσθωσης, α) διότι, εφ' όσον οι εκμισθωτές είχαν υποχρέωση προηγούμενης καταβολής αποζημιώσεως της άϋλης εμπορικής αξίας, σύμφωνα με την 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ίδια είχε δικαίωμα επίσχεσης, ήτοι να μη παραδόσει τη χρήση του μισθίου μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης και β) διότι είχε την πεποίθηση από τον χρόνο κοινοποίησης της αγωγής των εναγόντων για απόδοση της χρήσης του μισθίου ότι η μίσθωση δεν είχε λήξει. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της για την παρακράτηση του μισθίου, μετά την λήξη της μισθωτικής σύμβασης, ο οποίος ... συνιστά νόμιμα ένσταση στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του, ως άνω, ισχυρισμού, η απόφαση 822/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή των εκμισθωτών για απόδοση του μισθίου υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής αποζημίωσης εκ μέρους των εκμισθωτών για την άϋλη αξία (που στη συνέχεια αναιρέθηκε ως εσφαλμένη.. και η εκδοθείσα μετ' αναίρεση 64/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση τέτοια υποχρέωση των εκμισθωτών) δημοσιεύθηκε μόλις την 23-3-2005 δεν εκτελέσθηκε από τους εκμισθωτές και η μισθώτρια την 1-6-2005 έστειλε εξώδικο, με το οποίο προσφερόταν οικειοθελώς να παραδώσει το μίσθιο, υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής της αποζημίωσης για την άϋλη αξία του μισθίου. Πλην, όμως ακόμα και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η μισθώτρια, βασισμένη στην εσφαλμένη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αρνήθηκε την απόδοση του μισθίου, ασκώντας δικαίωμα επίσχεσης ... τούτο έγινε μετά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι μόλις την 1-6-2005, γεγονός που δεν αίρει την υπαιτιότητά της για την από τη λήξη της μίσθωσης (1-2-2004) και μέχρι την 31-5-2005 παράνομη παρακράτηση του μισθίου. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού σε καμία περίπτωση η εσφαλμένη πεποίθηση της μισθώτριας ότι η μίσθωση δεν είχε λήξει και επομένως δεν είχε υποχρέωση απόδοσης του μισθίου, δεν μεταβάλλει τον πραγματικό χρόνο λήξης της μίσθωσης και δεν αίρει την υπαιτιότητά της για την παράνομη παρακράτηση του μισθίου, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται εντελώς αορίστως, χωρίς να περιέχονται στοιχεία τυχόν νομικής πλάνης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων περί ελλείψεως υπαιτιότητός των, για την παρακράτηση του μισθίου και έκανε δεκτές τις συνεκδικαζόμενες αγωγές των αναιρεσιβλήτων. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 601, 342 ΑΚ, επειδή το Εφετείο, "ενώ η μισθώτρια ήδη αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί ότι η επίδικη μίσθωση δεν είχε λήξει, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 11114/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την αγωγή αποδόσεως του μισθίου και επομένως δεν είχε υποχρέωση αποδόσεως, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν υποχρέωση προηγουμένης καταβολής αποζημιώσεως άυλης εμπορικής αξίας που δέχθηκε η υπ' αριθμ. 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παρά ταύτα απέρριψε τους ισχυρισμούς του και θεώρησε ότι βαρύνεται με υπαιτιότητα και ότι την πεποίθησή της για μη υπαιτιότητα βάσισε σε λανθασμένες δικαστικές αποφάσεις." Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφ' όσον σ' αυτόν δεν προσδιορίζεται το, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερον, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, που έγκειται το σφάλμα, το οποίο καθιστά φανερή την παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, εφ' όσον, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων. Και τούτο, διότι το Εφετείο εδέχθη την λήξη της συμβάσεως μισθώσεως από 1-2-2004, με την υπ' αριθμ. 45568/2003 αγωγή που ίσχυσε ως καταγγελία (κατά παραδοχή της οποίας διετάχθη η απόδοση του μισθίου), την παράνομο παρακράτηση του μισθίου μέχρι την 31-5-2005 και την μη ύπαρξη λόγου άρσεως της τεκμαιρομένης υπαιτιότητος της αναιρεσείουσας, εφ' όσον μόνη η εσφαλμένη πεποίθηση αυτής ότι η μίσθωση δεν είχε λήξει δεν αναιρεί την υπαιτιότητά της, όπως δεν την αναιρεί και το επικαλούμενο δικαίωμα επισχέσεως, το οποίο, βασιζόμενο σε αναιρεθείσα απόφαση, ασκήθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε χρόνο εκτός του επιδίκου χρονικού διαστήματος, καθώς και η μεταξύ των διαδίκων δικαστική διένεξη. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι "στερείται νομίμου βάσεως και έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν μπορούν να θεμελιώσουν την δικανική πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα βαρύνεται με υπαιτιότητα για την παρακράτηση του μισθίου". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, εφ' όσον στηρίζεται σε ελλείψεις ή αντιφάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με όσα δέχθηκε το Εφετείο αναφορικώς με το προεκτεθέν ζήτημα, δεν στέρησε την απόφασή του της νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, ως άνω, κανόνων που εφαρμόσθηκαν, τους οποίους δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Όσο αφορά δε στην επί μέρους αιτίαση του αυτού λόγου, ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα απέρριψε τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, περί νομικής πλάνης, "ως αόριστο", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφ' όσον η πλημμέλεια αυτή δεν ελέγχεται με τον προβλεπόμενο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο, που προϋποθέτει την κατ' ουσίαν έρευνα του ισχυρισμού. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, στο σύνολό της, καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-12-2007 αίτηση της Ομόρρυθμης Εταιρείας, υπό την επωνυμία "...Ο.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2330/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προυποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, κατ΄ άρθρο 601 Α.Κ. Η αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας προυποθέτει πταίσμα του οφειλέτη, το οποίο τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεσθεί, κατ΄ ένσταση, και να αποδείξει ο οφειλέτης, ώστε να απαλλαγεί. Στοιχεία για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
null
null
0
Αριθμός 2166/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΙΛΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αθανασά και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΤΑΠΙΤ)" ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ (Τ.Α.Π.Π.Ε.Λ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2166/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 503/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 2166/2003 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/1/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση αμφοτεροβαρή ή ετεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από τον νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε στο δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως. Επομένως, και επί εμπορικής μισθώσεως, στην οποία κατ' άρθρο 44 του Π.Δ 34/1995 εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει και την αναπροσαρμογή του οφειλομένου μισθώματος, αρχικού ή μετά από συμβατική ή νόμιμη αναπροσαρμογή, με βάση την διάταξη αυτή, εφ' όσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβητήσεως τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτού στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτείται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφαλείας των συναλλαγών ή οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται), η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από τη αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριζε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο στη απόφαση εκτίθεται σαφώς. Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και ειδικότερα εν σχέσει προς την επικουρική βάση αυτής, περί καθορισμού της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος της εις αυτή μισθώσεως, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ: " Με το από 15-3-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, μετά από δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, το εφεσίβλητο Ταμείο εκμίσθωσε στην εκκαλούσα-ενάγουσα ένα νεόδμητο πολυώροφο σταθμό αυτοκινήτων, με 114 εγκεκριμένες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας του, κείμενο στην..., επί της οδού .... Το μίσθιο αποτελείται α) από το κυρίως κτίριο με ωφέλιμο εμβαδόν 3.518,50 τ.μ, το οποίο συγκροτείται από τρεις (3) υπόγειους χώρους, ημιόροφο, τρεις (3) υπέρ το ισόγειο πλήρεις ορόφους και τρεις (3) εσοχές και β) από βοηθητικό κτίσμα εμβαδού 27 τ.μ κείμενο στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής. Το κτίριο διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και τον αναγκαίο εξοπλισμό για τη λειτουργία και την ασφάλεια του, όπως ανελκυστήρες, ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος, σύστημα αερισμού υπογείων χώρων, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις φωτισμού και κινήσεως, στεγανά φωτιστικά σώματα κ.λ,π. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για πέντε έτη, ήτοι από 15-3-1994 έως 15-3-1999 και το μηνιαίο μίσθωμα σε 5.847.000 δρχ, για το πρώτο μισθωτικό έτος (στο οποίο ανήλθε η προσφορά της πλειοδότιδος μισθώτριας), αυξανόμενο αυτομάτως κάθε έτος κατά ποσοστό 15% επί του μηνιαίου μισθώματος του προηγούμενου έτους. Τη μισθώτρια εβάρυνε και ολόκληρο το νόμιμο χαρτόσημο, ενώ με τον όρο υπό στοιχ. XXX, του μισθωτηρίου, η κατά την υπογραφή αυτού πραγματική αξία του μισθίου, με τον μηχανολογικό του εξοπλισμό, ανερχόταν σε 500.000.000 δρχ. Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, η μίσθωση, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικά για εννέα (9) και στη συνέχεια για δώδεκα (12) έτη (άρθρ 5 παρ. 1 π.δ. 34/1995). Ο πληθωρισμός το Μάιο του 1992 ανερχόταν σε 17,3%, το Μάρτιο του 1993 σε 15,2%, τον Μάρτιο 1994, ότε συνήφθη η μίσθωση, σε 10,9%, το έτος 1995 σε ποσοστό 9,3%, το έτος 1996 σε ποσοστό 8,5%, το έτος 1997 σε ποσοστό 5,5%, το έτος 1998 σε ποσοστό 4,8% και το έτος 1999, που έληγε ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, σε ποσοστό 3,2%. Το ως άνω αρχικό μίσθωμα των 5.847.000 δρχ. επετεύχθη σε πλειοδοτικό διαγωνισμό, ήταν το ανώτατο των Αθηνών για σταθμούς αυτοκινήτων, αφού αναλογούσε μηνιαίο μίσθωμα ανά θέση στάθμευσης σε δρχ. 51.300 (5.847.000: 114 θέσεις) και ανά τετραγωνικό μέτρο σε δρχ. 1.650 (5.847.000 : 3.545 τ.μ.). Η συμφωνημένη προσαύξηση σε ποσοστό 15% κάθε έτος ήταν υψηλότερη από τον ετήσιο προϋπολογισμό, ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές συνθήκες του χρόνου εκείνου και δη κάλυπτε τον πληθωρισμό και άφηνε ένα λογικό περιθώριο κέρδους αποδόσεως ακινήτων. Όμως, λόγω της συνδρομής των ειδικών συνθηκών, ήτοι σημαντική ετησίας μείωσης του πληθωρισμού, στον οποίο κυρίως στηρίχτηκαν τα μέρη, μεταβλήθηκε η εναρμόνιση και αναλογία της προσαύξησης του μισθώματος με τον ετήσιο πληθωρισμό, ο οποίος παρείχε και στη μισθώτρια τη δυνατότητα αντίστοιχης αύξησης της αμοιβής της. Έτσι ενώ το αρχικό μίσθωμα είχε οριστεί σε 5.847.000 δρχ., στο πέμπτο έτος της μισθώσεως (Απρίλιος 1998 - Μάρτιος 1999) ανήλθε σε 10.266.640 δρχ., αν δε συνεχιστεί η προσαύξηση του μισθώματος με ποσοστό 15%, τότε μισθωτικό έτος Απριλίου 1999 - Μαρτίου 2000 ανέρχεται σε 11.760.636 δρχ. Εξάλλου η εκκαλούσα, προς υποστήριξη του -αιτήματος της για μείωση του μισθώματος στον εκάστοτε ετήσιο πληθωρισμό, επικαλείται και προσκομίζει τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία, που επιβεβαιώνονται και από τους μάρτυρες της, σύμφωνα με τα οποία ,για σταθμούς αυτοκινήτων στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας καταβάλλεται μίσθωμα α) δρχ. 9,300.000 μηνιαίως από 15-12-2000, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως, για τον ευρισκόμενο επί των οδών ... στη ..., επιφανείας 10.018 τ.μ., με 334 θέσεις στάθμευσης, από τις οποίες οι 30 διατίθενται δωρεάν, β) δρχ. 5.220.000 μηνιαίως, από 12-6-2001 με ετήσια αναπροσαρμογή ίση με το ποσοστό του πληθωρισμού, πλέον 1,5%, για τον ευρισκόμενο επί της οδού .... επιφανείας 3.011 τ.μ. με 100 θέσεις στάθμευσης, γ) δρχ. 3.041.750 μηνιαίως, από 31-12-1997 αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 15% ετησίως και από 1-1-1999 κατά ποσοστό 11% ετησίως, για τον ευρισκόμενο επί της οδού ..., με 320 περίπου θέσεις στάθμευσης. Το παραπάνω πρώτο συγκριτικό στοιχείο είναι εντελώς απρόσφορο προς σύγκριση, γιατί βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το επίδικο μίσθιο και σε υποβαθμισμένη περιοχή. Τα άλλα δύο συγκριτικά στοιχεία είναι αντιφατικά μεταξύ τους ως προς το ύψος της προσαύξησης, σε σχέση με τον πληθωρισμό, ενώ και τα τρία ως άνω συγκριτικά στοιχεία δεν προσφέρονται επαρκώς προς σύγκριση γιατί δεν προκύπτει, ότι είναι της ίδιας κατασκευής και αν διαθέτουν τον ίδιο εξοπλισμό με το επίδικο μίσθιο, το οποίο κατά τη σύναψη της μίσθωσης ήταν καινουργές και πλήρως εξοπλισμένο για τη χρήση που προορίζεται. Εν όψει όλων αυτών και με βασικό κριτήριο τη σημαντική, όπως προαναφέρθηκε, μείωση του πληθωρισμού και την εντεύθεν δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ήτοι λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της συμβατικής προσαύξησης, σε ποσοστό 15%, είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε και πρέπει να γίνει περιστολή της συμφωνημένης προσαύξησης από το ποσοστό 15% σε ποσοστό 6% ετησίως, με κρίσιμο χρόνο την επίδοση της αγωγής...". Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση και, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, καθόρισε το ποσοστό της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος του επίδικου μισθίου ακινήτου σε ποσοστό 6% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος του προηγουμένου έτους, από της επιδόσεως της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε, εφ' όσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ανελέγκτως, ήτοι η σημαντική μείωση του πληθωρισμού, στον όποιο κυρίως στηρίχθηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη, στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια της δυσαναλογίας μεταξύ της παροχής και αντιπαροχής, που επέβαλλε, σύμφωνα με την καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη, την περιστολή της συμφωνημένης ετήσιας προσαυξήσεως του μισθώματος από 15% (που είχε συμφωνηθεί) σε ποσοστό 6%. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την, καλά τα ανωτέρω, παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής, ως βάσιμης (και όχι εξ ολοκλήρου), διότι αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που αναλύονται ανωτέρω και απαιτούνται για την αναπροσαρμογή του μισθώματος στα επίπεδα που δέχθηκε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ύπαρξη ή μη των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ενώ: α) οι υπό στοιχείο 1 έως 5 αιτιάσεις που περιέχονται στον λόγο αυτό, δεν συνιστούν αντίφαση της αιτιολογίας, ως προς το απρόσφορο του συγκριτικού στοιχείου που αναφέρεται στον ευρισκόμενου επί των οδών ..., στη ...., σταθμό αυτοκινήτων, για το οποίο το Εφετείο δέχθηκε κυρίως ότι είναι "εντελώς" απρόσφορο προς σύγκριση γιατί βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το επίδικο μίσθιο και σε υποβαθμισμένη περιοχή", εφ' όσον η δευτέρα αιτιολογία, κατά το μέρος που αναφέρεται σ' αυτό, ήτοι ότι "δεν προσφέρονται επαρκώς προς σύγκριση, γιατί δεν προκύπτει ότι είναι της ίδιας κατασκευής και αν διαθέτουν του ίδιο εξοπλισμό με το επίδικο μίσθιο..." είναι πλεοναστική και βασίζεται σε άλλα πραγματικά περιστατικά. β) οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως, στην απόφαση εκτίθεται σαφώς. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 9 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, η μη εκδίκαση της οποίας ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης ή κάθε μη αυτοτελής αίτηση αυτών στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, που προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού, επί της αιτήσεως. Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή, αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και δέκατο καθώς και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, αντιστοίχως, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που ο αναιρεσείων είχε προτείνει παραδεκτώς, με προσθέτους λόγους της εφέσεώς του και τις προτάσεις του, έλαβε δε υπ' όψη τον μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμό ότι "το επίδικο μίσθιο.... ήταν καινουργές κατά την σύναψη της μισθώσεως...". Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά τα μεν συγκροτούντα τους τέταρτο και δέκατο λόγους αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος (έστω και αν προτάθηκαν με τους προσθέτους λόγους της εφέσεώς του), τα δε συγκροτούντα τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως συνιστούν περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις. Ωσαύτως, με τους έκτο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί του αποδεικτικού πορίσματος, τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής του. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί του αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπόψη και "...όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από την βεβαίωση δε αυτή, και την αιτιολογία και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων. Εξάλλου, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα της αγωγής του, σύμφωνα με το οποίο ζήτησε "επικουρικώς να καθοριστεί από τους μηνός Απριλίου 1999 προσαύξηση (του μισθώματος) ίση με τον εκάστοτε ετήσιο πληθωρισμό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, στον οποίο εστηρίζετο το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος και αποτελούσε την επικουρική, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, βάση της αγωγής του, και απεφάνθη επ' αυτού, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή και καθορίζοντας την προσαύξηση, του μισθώματος σε ποσοστό 6% επί του μισθώματος του προηγουμένου έτους, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι "η συμφωνημένη προσαύξηση σε ποσοστό 15% κάθε έτος ήτο υψηλότερη από τον ετήσιο πληθωρισμό, ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές συνθήκες του χρόνου εκείνου και δη κάλυπτε τον πληθωρισμό και άφηνε ένα λογικό περιθώριο κέρδους αποδόσεως ακινήτου", επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε στο αναιρεσίβλητο, άλλως επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου δεν αφορά σε "αίτηση" του ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος αρνήθηκε την αγωγή, ούτε περιέχει αναγνωριστική διάταξη υπέρ αυτού, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-1-2008 αίτηση της Α.Ε., υπό την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΙΛΗΣ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της 1597/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 Α.Κ. και επί των εμπορικών μισθώσεων. Αναπροσαρμογή του μισθώματος, με βάση την διάταξη αυτή, όταν επήλθε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου. Προυποθέσεις. Αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1,19,8,9 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Προυποθέσεις για την ίδρυση αυτών.
null
null
1
Αριθμός 2169/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., 2) ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζαχαρούλα Βαρβέρη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27275/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1320/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 24/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, ενώ ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε. Επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως από τον απολιπομένο δεν προκύπτει, ούτε εξάλλου αποδεικνύεται, ότι ο τελευταίος έχει κλητευθεί, με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, που εμφανίστηκαν, για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1-7-2008 αιτήσεως του ... για αναίρεση της 1320/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Eρημοδικία. Επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε αρνητική περίπτωση, όπως στην προκείμενη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
null
null
0
Αριθμός 2170/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3α) Χ3-Α, 3β) Χ3-Β, 3γ) Χ3-Γ, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, Χ7, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 869/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/2/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 19/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την διάταξη δε του άρθρου 96 του αυτού Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με συμβολαιογραφική πράξη. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητος και την υπέρβασή της. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 § 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και την καθιερουμένη από την τελευταία αρχή ότι, για την συζήτηση της υποθέσεως στον 'Αρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει την συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι : α στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητος, την οποία το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, επί τη βάσει της οποίας εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει την συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 § 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι και β) αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει την συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα έστω και ενός από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν την συζήτηση, είτε αυτός παρίσταται είτε δεν παρίσταται, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν αυτός δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ή από τους επισπεύδοντες την συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, οι εκ των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν την συζήτηση, Χ4 (4ος), Χ5 (5ος), Χ6 (6ος) και Χ7, φέρεται, ότι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη. Ο τελευταίος, όμως, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητος προς τούτο και επομένως οι ανωτέρω αναιρεσείοντες θεωρείται ότι δεν παρίστανται, ενώ δεν είναι νόμιμος η κλήση, επί τη βάσει της οποίας αυτοί φέρεται ότι επισπεύδουν την συζήτηση. Και τούτο διότι : α) για τους εκ των ανωτέρω αναιρεσειόντων Χ4 (4ο) και Χ7 (7ο) δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφική πράξη, με δήλωση τούτων για χορήγηση πληρεξουσιότητος στον προαναφερόμενο δικηγόρο, προκειμένου να τους εκπροσωπήσει κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. β) Το προσκομιζόμενο, για τον πέμπτο αναιρεσείοντα (Χ5), υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Νικολάου Γκουτζαμάνη, δεν αφορά αυτόν αλλά τον ... και γ) Το προσκομιζόμενο, για τον έκτο αναιρεσείοντα (Χ6), πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λαγκαδά, Σταυρούλας Αναστασοπούλου - Καζά, δεν αφορά αυτόν, αλλά τους ..., ... και ... . (Από το πληρεξούσιο δε αυτό συνάγεται, ότι προφανώς ο ανωτέρω αναιρεσείων απεβίωσε. Όμως, για την περίπτωση αυτή, δεν δηλώθηκε ο θάνατος τούτου στο ακροατήριο, με σύγχρονη δήλωση, ότι οι αμέσως ανωτέρω αναφερόμενοι συνεχίζουν την δίκη, ως κληρονόμοι αυτού, ούτε προσκομίζεται σχετική ληξιαρχική πράξη, ώστε να ελεγχθεί και το παραδεκτό της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως επ' ονόματί του). Επομένως, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται, ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες επέσπευσαν νομίμως την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε ότι αυτοί κλητεύθηκαν από το αναιρεσίβλητο ή από τους επισπεύδοντες την συζήτηση λοιπούς ομοδίκους των, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 14-2-2008 αιτήσεως των Χ1 κ.λ.π. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 869/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς όλους τους διαδίκους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει την συζήτηση, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, επί τη βάσει της οποίας εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει την συζήτηση. Αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίζεται γι΄ αυτούς δεν έχει πληρεξουσιότητα έστω και ενός, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους.
Πληρεξουσιότητα
Πληρεξουσιότητα.
2
Αριθμός 2173/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 2380/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/2/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 19/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 7§1 εδ. α' του Ν. 2882/2001, η οποία ταυτίζεται με την διάταξη του άρθρου 7§1 του προϊσχύσαντος Ν.Δ 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με την δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης, ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά το επόμενο άρθρο 8. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 9§4 του αυτού νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση. Εξ άλλου, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής, εφ' όσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις λοιπές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτή. Αν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από τον βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν. 2882/2001, εν όψει του ότι από τον προϊσχύσαντα Ν. 797/1971 δεν προβλέπετο προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος ενάρξεως είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προεβλέπετο τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν. 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001. Επομένως, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα προ της ενάρξεως της ισχύος του Ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξιώσεως για τον καθορισμό μεγαλύτερης αποζημιώσεως εκείνου που δεν έλαβε μέρος, ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι έχει λάβει γνώση είναι εξάμηνη και αρχίζει πάλι από 7-5-2001, εκτός εάν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά την χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως (Ολ. ΑΠ 17/2006). Όμως, η ανωτέρω αυτοτελής προθεσμία, προς άσκηση της αιτήσεως, για τον καθορισμό μεγαλύτερης αποζημιώσεως, ισχύει σε κάθε περίπτωση. Επομένως, η εξάμηνη προθεσμία, από της γνώσεως του καθορισμού της αποζημιώσεως, προς άσκηση της αιτήσεως, ισχύει μόνον στην περίπτωση που δεν παρήλθε πενταετία από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως ή από της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2882/2001(7-5-2001), κατά τα ανωτέρω. Τούτο έχει την έννοια ότι, αν ο αιτών έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως προ του χρόνου συμπληρώσεως της πενταετούς προθεσμίας, η αίτηση όμως ασκήθηκε μετά την συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής, τότε η άσκησή της είναι εκπρόθεσμος. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία έκρινε επί αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος, περί καθορισμού μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9 και 21 του Ν. 2882/2001, επειδή δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη του καθορισμού της αποζημιώσεως, για την απαλλοτρίωση του εις αυτή ακινήτου του, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, όπως προκύπτει από αυτή, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της:"...Για το απαλλοτριούμενο αυτό ακίνητο, στο οποίο αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ο αιτών ... (επίδικο) καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 23559/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης και με την υπ' αριθμ. 2611/2000 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, στις σχετικές δε δίκες ο αιτών δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος. Η προσωρινώς καθορισθείσα αποζημίωση κατατέθηκε στις 23-12-1997 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης...". Για την παρακατάθεση αυτή δημοσιεύθηκε στο προσκομιζόμενο ΦΕΚ 88/18-2-1978 Τεύχος Δ' η υπ' αριθμ. Δ1 2α/φ- 11/0/30524/4-12-1998 ειδοποίηση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και συνεπώς στις 18-2-1998 συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου. Όμως, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 23-5-2006 και επιδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο του καθ'ου Ελληνικού Δημοσίου στις 30-5-2006, δηλαδή, ασκήθηκε μετά την πάροδο πέντε (5) και πλέον ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 2882/2001 (7-5-2001). Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφή και πλήρη αιτιολογία, περί όλων των αναγκαίων προϋποθέσεων εφαρμογής των αυτών διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Σε κάθε δε περίπτωση, οι περιεχόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, που αφορούν στον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, ότι έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως προ τριμήνου από της ασκήσεως της αιτήσεως και ειδικότερα την 10-2-2006, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε ζήτημα που δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αίτηση, ασκήθηκε μετά την συμπλήρωση της πενταετούς προθεσμίας, από την 7-5-2001. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-2-2008 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2380/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Ν.2882/2001. Προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως, περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, από αυτόν που δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 21 του αυτού Νόμου. Για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση της απαλλοτριώσεως έλαβε χώρα προ της ενάρξεως της ισχύος του Ν.2881/2001, η προθεσμία για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001. Στην περίπτωση, κατά την οποία αποδεικνύεται, ότι ο αιτών έλαβε γνώση του καθορισμού τηε αποζημιώσεως, η προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως είναι εξάμηνη και αρχίζει από 7-5-2001, εκτός αν έλαβε γνώση σε χρόνο μετά την ημερομηνία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως. Η εξάμηνη, όμως, προθεσμία ισχύει μόνο στην περίπτωσηπου δεν παρήλθε πενταετία από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως ή από της ενάρξεως ισχύος του Ν.2882/2001.
null
null
0
Αριθμός 2157/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως τροποποιήθηκε η ονομασία της ασφαλιστικής εταιρίας "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Στεφανάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2373/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6694/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 19/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μόνος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 930 Α.Κ., η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων (928 και 929) που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφ' άπαξ. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση των άρθρων 928,929 του αυτού Κώδικα, η οποία αναφέρεται στο μέλλον, ήτοι η αποζημίωση για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών και αυτή για απώλεια εισοδήματος ή στέρηση υπηρεσιών, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης της υγείας ή του σώματος προσώπου, καταβάλλεται κατά κανόνα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφ' άπαξ, αν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, τα περιστατικά του οποίου πρέπει αυτός να επικαλεσθεί με την αγωγή του. Σπουδαίος λόγος υπάρχει, όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υποχρέου της αποζημιώσεως. Η έννοια δε του σπουδαίου λόγου είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ανελέγκτως, συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, εν σχέσει προς την αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής αποζημιώσεως για την απώλεια του εισοδήματός του στο μέλλον, συνεπεία βλάβης του σώματός του, από το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: " ... Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι από την ένδικη σύγκρουση, ο ενάγων υπέστη πολλαπλά κατάγματα πλευρών, κάταγμα λεκάνης, θλάση πνευμόνων άμφω, σπληνεκτομή, κάκωση θώρακος, υπεβλήθη σε τραχειοστομία και παρέμεινε στην εντατική μονάδα θεραπείας του νοσοκομείου "...", μέχρι 5-8-05, εξήλθε δε του νοσοκομείου την 14-8-05. Την 14-5-05 εισήχθη εκτάκτως στην κλινική "...", πάσχων από κατάκλιση αριστερού γλουτού και απόστημα. Κατά τον χρόνον του τραυματισμού του, ο ενάγων, εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος - τεχνικός ΟΤΕ με μηνιαίες αποδοχές 2.300 €. Λόγω του τραυματισμού του παρέμεινε ανίκανος για εργασία από 4-7-05 μέχρι 31-12-05, δηλαδή για χρονικό διάστημα έξι μηνών, με αποτέλεσμα να απωλέσει εισοδήματα 13.800.... Το αγωγικό κονδύλιο για καταβολή ποσού 111.569,62 € εφάπαξ, για διαφορές επιδομάτων τεχνικών τις οποίες θα απωλέσει μέχρι το έτος 2028 οπότε και θα συνταξιοδοτηθεί (ήτοι 170 € για εξαιρέσιμα επενδύσεων, 124,07 για υπερωρίες εκμετάλευσης, 67,87 € για ανθυγιεινό, ήτοι συνολικά 362,24 € μηνιαίως- πρέπει να γίνει δεκτό ως κατ' ουσία βάσιμο, αφού από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... βεβαίωση της υπηρεσίας του (ΟΤΕ) διαμέρισμα ..., προκύπτει ότι ο ενάγων μετά το ένδικο ατύχημα που υπέστη, εργάζεται σε θέση γραφείου, με αποτέλεσμα την απώλεια επιδομάτων τεχνικών και υπερωριών (βλ....). Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή λόγου της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή αυτού, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της και, δεχόμενο αυτή, επεδίκασε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο εφ' άπαξ το συνολικό ποσό των 111.569, 62 Ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια του εισοδήματός του στο μέλλον. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 930§1 του Α.Κ., εφ' όσον επεδίκασε "εφ' άπαξ" το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως, για την απώλεια εισοδήματος του ενάγοντος στο μέλλον, χωρίς την ύπαρξη "σπουδαίου λόγου", αρκούμενο μόνο στην ύπαρξη της ζημίας. Παραλλήλως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, εφ' όσον δεν διέλαβε σ' αυτή καθόλου αιτιολογία, εν σχέσει προς το ανωτέρω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την εφ' άπαξ επιδίκαση του ποσού της αποζημιώσεως, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που τον συνιστούν, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν υφίσταντο, στην παρούσα περίπτωση, οι όροι εφαρμογής της αυτής, ως άνω, διατάξεως. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6694/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για την επιδίκαση αποζημιώσεως των άρθρων 928 και 929 του Α.Κ., που αφορά στο μέλλον, κατ΄ άρθρο 930 Α.Κ., εφ΄άπαξ, απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Αναίρεση της αποφάσεως, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 930 Α.Κ., επειδή επιδίκασε αποζημίωση που αφορά στο μέλλον, εφ΄άπαξ, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2156/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 297/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Απριλίου 2009 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 524/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 204/10.6.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., τις αριθμ. 61/1-4-2009 και 62/1-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., και 2) Χ2, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομα τους και για λογαριασμό τους από το δικηγόρο Αθηνών Πέτρο Κουφάκη, δυνάμει των από 31-3-2009 προσαρτημένων στις αιτήσεις και νομίμως θεωρημένων εξουσιοδοτήσεων και στρέφονται κατά του υπ'αριθμ. 297/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 1597/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα κατ'επάγγελμα και συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεών των αυτών εξεδόθη το αριθμ. 297/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσαβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες-κατηγορούμένους στις 20-3-2009 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Ποιν.Δ. Στη συνέχεια, στις 24-3-2009, επιδόθηκε στη διορισθείσα αντίκλητό τους δικηγόρο Αθηνών Σταματία Κουφάκη-Κατσίκη, οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν την 1-4-2009 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου, συνετάγησαν δε από εκείνη οι υπ'αριθμ. 61/1-4-2009 και 62/1-4-2009, αντίστοιχα, εκθέσεις στις οποίες διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 484 παρ. 1, στοιχ. β-δ Κ.Π.Δ.). Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. Α.Π. 625/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 21, Α.Π. 382/2006 ΠΧ, ΝΣΤ, 898, Α.Π. 573/2003 ΠΧ, ΝΔ, 123, Α.Π. 1975/2001 ΠΧ, ΝΒ, 639, Α.Π. 692/2000 ΠΧ, ΝΑ, 47 κ.λ.π.). Ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη (ΑΠ 1081/2007, ΑΠ 278/2007, ΑΠ 2418/2005 Ποιν.Δ. 2006, 672). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. με τον όρο από κοινού, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη δύο ή περισσότερων προσώπων στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση της ώστε να ενώσουν την δράση τους. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται είτε στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε στο ότι το έγκλημα συντελείται με επί μέρους συγκλίνουσες πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.Π. 1388/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ 620). Ακόμα από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. 'Ετσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ., τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ'εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. (ΑΠ 840/2007, ΑΠ 641/2003 ΠΧ, ΝΔ, 136). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτικά παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1057/2008, ΑΠ 1155/2000 ΠΧ, ΝΑ, 398). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 297/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, σε συνδυασμό με το διατακτικό του επικυρωθέντος με αριθμό 1597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι στην ..., στις 13-4-1998 και 16-4-1998 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, με διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές, έβλαψαν ξένη περιουσία με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Η ζημία που προξενήθηκε από κάθε μερικότερη πράξη και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ενώ διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα το Συμβούλιο Εφετών, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος, ανωμοτί εξέταση των εγκαλουμένων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, απολογίες των κατηγορούμένων με όλα τα σχετικά υπομνήματα αυτών), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου 1998 οι κατηγορούμενοι και μάλιστα η πρώτη Χ1, εκμεταλλευόμενη τη συγγενική της σχέση με τον εγκαλούντα (αφού η μητέρα της είναι πρώτη εξαδέλφη του) πρότειναν σ' αυτόν να επενδύσει τις οικονομίες του - ύψους τότε 95.000.000 δραχμών, γεγονός πού' γνώριζαν οι κατηγορούμενοι - σε κάποια αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "HERZOG INTERNATIONAL HOLDING INC". Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι, εμφανιζόμενοι ως κατ' επάγγελμα έγκυροι σύμβουλοι και με πλούσιες γνώσεις διαμεσολαβητές σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές επενδύσεις, παρέστησαν στον εγκαλούντα ότι έχουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των χρημάτων που αυτός διέθετε και ότι η εταιρεία αυτή είναι πρόσφορη για ασφαλή επένδυση και απολύτως φερέγγυα με παγκόσμια οικονομική εμβέλεια και εισηγμένη στο χρηματιστήριο αξιών της Ν. Υόρκης. Οι παραπάνω κατηγορούμενοι παρέστησαν σ' αυτόν ότι τόσο το κεφάλαιο όσο οι αποδόσεις (τόκοι) από την επένδυση ( στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία) ήταν απολύτως εγγυημένα και μάλιστα πρόκειται να αποφέρουν (ως επιτόκια) ποσοστά 18,5 % για ετήσιας διάρκειας επένδυση ή 8,5 % για εξάμηνης διάρκειας. Έτσι, ο εγκαλών πείστηκε και αρχικά κατά την 13.4.1998 κατέβαλε στην πρώτη κατηγορούμενη ποσό 51.000.000 δραχμών, που ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα (όπου διατηρούσε λογαριασμό) με ισόποση επιταγή της εν λόγω Τράπεζας. Ως απόδειξη η κατηγορουμένη του εγχείρισε επιστολή, φερόμενη ως προερχόμενη από την ως άνω εταιρεία, στην οποία αναφερόταν -στην αγγλική γλώσσα - οι προαναφερθείσες παραστάσεις (περί αποδόσεων κ.λ.π της επενδύσεως) και στην οποία η κατηγορούμενη ανέγραψε ιδιογράφως ότι παρέλαβε την επιταγή ποσού 51.000.000 δρχ, και ότι "η απόδοση και το κεφάλαιο είναι εγγυημένα", καθώς και ότι υπάρχει σχετική καταχώριση (της καταβολής) στα βιβλία της εταιρείας στη Γερμανία. Ακολούθως,- κατά την 16.4.1998, ο εγκαλών κατέβαλε εκ νέου στην πρώτη κατηγορούμενη ποσό 40.000.000 δρχ. με ισόποση επιταγή της Εγνατίας Τράπεζας, ως απόδειξη δε παρέλαβε νέα επιστολή φερόμενη ως προερχόμενη από την εταιρεία, στην οποία η ως άνω κατηγορούμενη ανέγραψε ιδιογράφως ότι παρέλαβε την επιταγή ως επένδυση στην εταιρεία, ότι η απόδοση και το κεφάλαιο είναι εγγυημένα και ότι για περίοδο 180 ημερών η επένδυση θα επιφέρει "εγγυημένο τόκο 8,5 %", Ένα έτος μετά, όμως, ο εγκαλών ουδόλως έλαβε τα φερόμενα ως επενδεδυμένα χρήματα του και τις προαναφερθείσες "εγγυημένες" αποδόσεις και άρχισε να προβαίνει σε έντονες διαμαρτυρίες προς τους κατηγορούμενους. Τότε, περί τις αρχές Μαΐου 1999, ο δεύτερος κατηγορούμενος του προσκόμισε νέα επιστολή της εταιρείας, υπό ημεροχρονολογία 3.5.1999, με την οποία επιχειρούσε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση ως οφειλόμενη σε εσωτερικές διεργασίες στην εταιρεία, ενώ, περί το τέλος του ίδιου μήνα, του προσκόμισε και νεώτερη επιστολή ("μήνυμα εμπιστευτικό") φερόμενη επίσης ως προερχόμενη από την εταιρεία, που τον καθησύχαζε για την καθυστέρηση της απόδοσης των χρημάτων του και τον διαβεβαίωνε ότι αυτή η καθυστέρηση είναι επικερδής γι' αυτόν (τον εγκαλούντα) διότι του επιφέρει καθημερινά επιπλέον τόκους. Ωστόσο, ο χρόνος παρερχόταν και τα χρήματα (με τις "εγγυημένες" αποδόσεις) δεν επιστρέφονταν στον εγκαλούντα. Ενόψει αυτού, κατόπιν έντονων πιέσεων αυτού ο δεύτερος κατηγορούμενος, στις αρχές του έτους 2000, του ανέφερε - για πρώτη φορά - ότι τα χρήματα είχαν διατεθεί για προεγγραφή αγοράς μετοχών της εταιρείας "HERZOG INTEPNATIONAL HOLDINGS INC" και το Μάρτιο του ίδιου έτους του προσκόμισε έγγραφα της εταιρείας σύμφωνα με τα οποία ο εγκαλών φερόταν να έχει αγοράσει 124.586 μετοχές, ονομαστικής αξίας 0,001 δολλαρίων η καθεμία, δηλαδή συνολικής αξίας 1.245 δολλαρίων. Ο εγκαλών δήλωσε εξαρχής ότι δεν αποδέχεται την αγορά αυτή και ενέτεινε τις διαμαρτυρίες του προς τους κατηγορούμενους, με αποτέλεσμα ο δεύτερος κατηγορούμενος ν'αναγκαστεί να συντάξει και να υπογράψει την από 24.4.2000 υπεύθυνη δήλωση με την οποία αναλάμβανε την υποχρέωση να αγοράσει τις προαναφερθείσες μετοχές με τίμημα που θα καλύπτει το κεφάλαιο (91.000.000 δραχμές) που είχε καταβάλει ο εγκαλών καθώς και τους οικείους τόκους. Στη συνέχεια δε ο δεύτερος κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον εγκαλούντα πέντε επιταγές της "ALFA BANK" συνολικού ποσού 98.000.000 δραχμών, που όμως αποδείχθηκαν ακάλυπτες. Τελικά, μετά από πολλές πιέσεις και δικαστικές ενέργειες εκ μέρους του εγκαλούντος, οι κατηγoρούμενοι του απέδωσαv σταδιακά ποσό μόνον 22.000.000 δραχμών από το ποσό των 91.000.000 δραχμών (πλέον τόκων) που απέσπασαν από αυτόν με την παραπάνω αναφερόμενη απάτη, και απέμεινε υπόλοιπο 69.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, όλες οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα (περί φερεγγυότητας της αλλοδαπής εταιρείας, εγγυημένων αποδόσεων των χρημάτων του εγκαλούντα) ήταν εν γνώσει τους ψευδείς και απατηλές, γενόμενες με σκοπό να του αποσπάσουν τα χρήματα που είχε αποταμιευμένα και να ωφεληθούν έτσι παράνομα. Ειδικότερα, η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα, υπάρχουσα μόνο τυπικά με μη διαπραγματεύσιμες μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών της Νέας Υόρκης, τα οποία αν γνώριζε ο εγκαλών δεν θα κατέβαλε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν οι κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρω, ανερχόμενη σε 202.494,49 ευρώ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο εγκαλών ήταν εξαρχής ενήμερος ότι τα χρήματα που κατέβαλε θα διετίθεντο για προεγγραφή αυτού σε αγορά μετοχών της αλλοδαπής εταιρείας και ότι το εν λόγω γεγονός επαγόταν αυξημένους επενδυτικούς κινδύνους δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος καταμήνυσε τον νυν εγκαλούντα για κακουργηματική απάτη ενώπιον δικαστηρίου και επίσης κακουργηματική πλαστογραφία, διατεινόμενος ότι νόθευσε τις ανωτέρω πέντε επιταγές της "ALFA BANK" και κατάρτισε ως πλαστή την ανωτέρω από 24.4.2000 υπεύθυνη δήλωση, θέτοντας κατ' απομίμηση και την υπογραφή αυτού (του νυν δεύτερου κατηγορουμένου), στη συνέχεια δε εξαπάτησε το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο εμφάνισε τις επιταγές για την έκδοση διαταγών πληρωμής. Ωστόσο, επί της υποθέσεως αυτής - αφού ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του νυν εγκαλούντα και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση για τις προαναφερθείσες πράξεις - ήδη εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1458/06 (αμετάκλητο πλέον) Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο (μόνον) απαλλάχθηκε ο νυν εγκαλών από τις σχετικές κατηγορίες. Τέλος, οι παραπάνω κατηγορούμενοι ενεργώντας όχι ευκαιριακά, αλλά επί τη βάσει σχεδίου προέβησαν στην παραπάνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (εμφανιζόμενη η πρώτη κατηγορούμενη ως σύμβουλος επενδύσεων κεφαλαίων και ο δεύτερος ως σύμβουλος και διαμεσολαβητής σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές επενδύσεις)., αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος τόσο σε βάρος του εγκαλούντα (δύο φορές), όσο και σε βάρος του ΒΒ (σχετ. από 28-3-2005 ένορκη κατάθεση αυτού) προς τον οποίο απηύθυναν ανάλογες απατηλές παραστάσεις αναφορικά με την ίδια αλλοδαπή εταιρεία προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή προς την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Περαιτέρω, από την εν λόγω δε επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, δηλαδή η σταθερή ροπή τους στη διάπραξη απατών, ως στοιχείο των προσωπικοτήτων τους. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση τελεσθείσα κατ'επάγγελμα και συνήθεια από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε τις απ'αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 1597/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, στέρησε την απόφαση του από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμενων, ή μήπως, συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο παθών προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ'εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τη διαλαμβανόμενη στα αναιρετήρια αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές. Οι λοιπές αναφερόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 61/1-4-2009 και 62/1-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους α) Χ1, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ... και β) Χ2, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., αντίστοιχα, κατά του υπ'αριθμ. 297/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 25-5-2009 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Οι 61 και 62/1-4-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 297/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 1597/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης από κοινού, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, (άρθρα 13 στ', 45, 98, παρ.1 και 386 παρ. 1 και 3 α ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές. 2. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 α και β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, και έγινε ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, κατά την πρώτη των δύο κατωτέρω περιπτώσεων ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως και δη πριν τη θέση σε ισχύ στις 3-6-1999 του τελευταίου νόμου (ΑΠΟλ5/2008), η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.), β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000€]. Συνεπώς, σε περίπτωση τελέσεως της πράξεως κατ εξακολούθηση, για να προσλάβει αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, το συνολικό ποσό των μερικότερων περιουσιακών διαθέσεων πρέπει να υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 € και αν ακόμη η πράξη έχει τελεσθεί πριν τις 3-6-1999, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ` του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ` επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι, κατ' εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ` εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 297/2009 βούλευμά του, επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 1597/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι αναιρεσείοντες για να δικασθούν για από κοινού και κατ εξακολούθηση απάτη, που τελέσθηκε κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε προκληθείσα ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 €. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Συμβούλιο Εφετών, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως κατά λέξη αναφέρει, ''το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος, την ανωμοτί εξέταση των εγκαλουμένων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, καθώς και την απολογία των κατηγορουμένων με όλα τα σχετικά υπομνήματα αυτών''. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με δικές του σκέψεις, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατά τα ανωτέρω αναλυτικά, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Περί το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου 1998 οι κατηγορούμενοι και μάλιστα η πρώτη Χ1 εκμεταλλευόμενη τη συγγενική της σχέση με τον εγκαλούντα (αφού η μητέρα της είναι πρώτη εξαδέλφη του) πρότειναν σ' αυτόν να επενδύσει τις οικονομίες του - ύψους τότε 95.000.000 δραχμών, γεγονός πού γνώριζαν οι κατηγορούμενοι - σε κάποια αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "ΗΕRZOG ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL HOLDING ΙΝC". Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι, εμφανιζόμενοι ως κατ' επάγγελμα έγκυροι σύμβουλοι και με πλούσιες γνώσεις διαμεσολαβητές σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές επενδύσεις, παρέστησαν στον εγκαλούντα ότι έχουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των χρημάτων που αυτός διέθετε και ότι η εταιρεία αυτή είναι πρόσφορη για ασφαλή επένδυση και απολύτως φερέγγυα με παγκόσμια οικονομική εμβέλεια και εισηγμένη στο χρηματιστήριο αξιών της Ν. Υόρκης. Οι παραπάνω κατηγορούμενοι παρέστησαν σ' αυτόν ότι τόσο το κεφάλαιο όσο οι αποδόσεις (τόκοι) από την επένδυση (στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία) ήταν απολύτως εγγυημένα και μάλιστα πρόκειται να αποφέρουν (ως επιτόκια) ποσοστά 18,5% για ετήσιας διάρκειας επένδυση ή 8,5 % για εξάμηνης διάρκειας. Έτσι, ο εγκαλών πείστηκε και αρχικά κατά την 13.4.1998 κατέβαλε στην πρώτη κατηγορούμενη ποσό 51.000.000 δραχμών, που ανέλαβε από την Εμπορική Τράπεζα (όπου διατηρούσε λογαριασμό) με ισόποση επιταγή της εν λόγω Τράπεζας. Ως απόδειξη η κατηγορουμένη του εγχείρισε επιστολή, φερόμενη ως προερχόμενη από την ως άνω εταιρεία, στην οποία αναφερόταν - στην αγγλική γλώσσα - οι προαναφερθείσες παραστάσεις (περί αποδόσεων κ.λ.π. της επενδύσεως) και στην οποία η κατηγορούμενη ανέγραψε ιδιογράφως ότι παρέλαβε την επιταγή ποσού 51.000.000 δρχ., και ότι "η απόδοση και το κεφάλαιο είναι εγγυημένα", καθώς και ότι υπάρχει σχετική καταχώριση (της καταβολής) στα βιβλία της εταιρείας στη ... . Ακολούθως, κατά την 16.4.1998, ο εγκαλών κατέβαλε εκ νέου στην πρώτη κατηγορουμένη ποσό 40.000.000 δρχ. με ισόποση επιταγή της Εγνατίας Τράπεζας, ως απόδειξη δε παρέλαβε νέα επιστολή φερόμενη ως προερχόμενη από την εταιρεία, στην οποία η ως άνω κατηγορούμενη ανέγραψε ιδιογράφως ότι παρέλαβε την επιταγή ως επένδυση στην εταιρεία, ότι η απόδοση και το κεφάλαιο είναι εγγυημένα και ότι για περίοδο 180 ημερών η επένδυση θα επιφέρει "εγγυημένο τόκο 8,5 %", Ένα έτος μετά, όμως, ο εγκαλών ουδόλως έλαβε τα φερόμενα ως επενδεδυμένα χρήματα του και τις προαναφερθείσες "εγγυημένες" αποδόσεις και άρχισε να προβαίνει σε έντονες διαμαρτυρίες προς τους κατηγορούμενους. Τότε, περί τις αρχές Μαΐου 1999, ο δεύτερος κατηγορούμενος του προσκόμισε νέα επιστολή της εταιρείας, υπό ημεροχρονολογία 3.5.1999, με την οποία επιχειρούσε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση ως οφειλόμενη σε εσωτερικές διεργασίες στην εταιρεία, ενώ, περί το τέλος του ίδιου μήνα, του προσκόμισε και νεώτερη επιστολή ("μήνυμα εμπιστευτικό") φερόμενη επίσης ως προερχόμενη από την εταιρεία, που τον καθησύχαζε για την καθυστέρηση της απόδοσης των χρημάτων του και τον διαβεβαίωνε ότι αυτή η καθυστέρηση είναι επικερδής γι' αυτόν (τον εγκαλούντα) διότι του επιφέρει καθημερινά επιπλέον τόκους. Ωστόσο, ο χρόνος παρερχόταν και τα χρήματα (με τις "εγγυημένες" αποδόσεις) δεν επιστρέφονταν στον εγκαλούντα. Ενόψει αυτού, κατόπιν έντονων πιέσεων αυτού ο δεύτερος κατηγορούμενος, στις αρχές του έτους 2000, του ανέφερε - για πρώτη φορά - ότι τα χρήματα είχαν διατεθεί για προεγγραφή αγοράς μετοχών της εταιρείας "HERZOG INTERNATIONAL HOLDINGS INC" και το Μάρτιο του ίδιου έτους του προσκόμισε έγγραφα της εταιρείας σύμφωνα με τα οποία ο εγκαλών φερόταν να έχει αγοράσει 124.586 μετοχές, ονομαστικής αξίας 0,001 δολλαρίων η καθεμία, δηλαδή συνολικής αξίας 1.245 δολλαρίων. Ο εγκαλών δήλωσε εξαρχής ότι δεν αποδέχεται την αγορά αυτή και ενέτεινε τις διαμαρτυρίες του προς τους κατηγορούμενους, με αποτέλεσμα ο δεύτερος κατηγορούμενος ν' αναγκαστεί να συντάξει και να υπογράψει την από 24.4.2000 υπεύθυνη δήλωση με την οποία αναλάμβανε την υποχρέωση να αγοράσει τις προαναφερθείσες μετοχές με τίμημα που θα καλύπτει το κεφάλαιο (91.000.000 δραχμές) που είχε καταβάλει ο εγκαλών καθώς και τους οικείους τόκους. Στη συνέχεια δε ο δεύτερος κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον εγκαλούντα πέντε επιταγές της "ΑΚΡΑ ΒΑΝΚ" συνολικού ποσού 98.000.000 δραχμών, που όμως αποδείχθηκαν ακάλυπτες. Τελικά, μετά από πολλές πιέσεις και δικαστικές ενέργειες εκ μέρους του εγκαλούντος, οι κατηγορούμενοι του απέδωσαν σταδιακά ποσό μόνον 22.000.000 δραχμών από το ποσό των 91.000.000 δραχμών (πλέον τόκων) που απέσπασαν από αυτόν με την παραπάνω αναφερόμενη απάτη, και απέμεινε υπόλοιπο 69.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, όλες οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα (περί φερεγγυότητας της αλλοδαπής εταιρείας, εγγυημένων αποδόσεων των χρημάτων του εγκαλούντα) ήταν εν γνώσει τους ψευδείς και απατηλές, γενόμενες με σκοπό να του αποσπάσουν τα χρήματα που είχε αποταμιευμένα και να ωφεληθούν έτσι παράνομα. Ειδικότερα, η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα, υπάρχουσα μόνο τυπικά με μη διαπραγματεύσιμες μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών της Νέας Υόρκης, τα οποία αν γνώριζε ο εγκαλών δεν θα κατέβαλε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν οι κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ανερχόμενη σε 202.494,49 ευρώ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο εγκαλών ήταν εξαρχής ενήμερος ότι τα χρήματα που κατέβαλε θα διετίθεντο για προεγγραφή αυτού σε αγορά μετοχών της αλλοδαπής εταιρείας και ότι το εν λόγω γεγονός επαγόταν αυξημένους επενδυτικούς κινδύνους δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος καταμήνυσε τον νυν εγκαλούντα για κακουργηματική απάτη ενώπιον δικαστηρίου και επίσης κακουργηματική πλαστογραφία, διατεινόμενος ότι νόθευσε τις ανωτέρω πέντε επιταγές της "ΑLΡHΑ ΒΑΝΚ" και κατάρτισε ως πλαστή την ανωτέρω από 24.4.2000 υπεύθυνη δήλωση, θέτοντας κατ' απομίμηση και την υπογραφή αυτού (του νυν δεύτερου κατηγορουμένου), στη συνέχεια δε εξαπάτησε το αρμόδιο, δικαστήριο, στο οποίο εμφάνισε τις επιταγές για την έκδοση πληρωμής. Ωστόσο, επί της υποθέσεως αυτής - αφού ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του νυν εγκαλούντα και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση για τις προαναφερθείσες πράξεις - ήδη εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1458/06 (αμετάκλητο πλέον) Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο (μόνον) απαλλάχθηκε ο νυν εγκαλών από τις σχετικές κατηγορίες. Τέλος, οι παραπάνω κατηγορούμενοι ενεργώντας όχι ευκαιριακά, αλλά επί τη βάσει σχεδίου προέβησαν στην παραπάνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (εμφανιζόμενη η πρώτη κατηγορούμενη ως σύμβουλος επενδύσεων κεφαλαίων και ο δεύτερος ως σύμβουλος και διαμεσολαβητής σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές επενδύσεις), αλλά και από την επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος τόσο σε βάρος του εγκαλούντα (δύο φορές), όσο και σε βάρος του ΒΒ (σχετ. από 28-3-2005 ένορκη κατάθεση αυτού) προς τον οποίο απηύθυναν ανάλογες απατηλές παραστάσεις αναφορικά με την ίδια αλλοδαπή εταιρεία προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή προς την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Περαιτέρω, από την εν λόγω δε επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει και η κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, δηλαδή η σταθερή ροπή τους στη διάπραξη απατών, ως στοιχείο των προσωπικοτήτων τους. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις πως οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε και από τους δύο από κοινού, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια με προκληθείσα στον εγκαλούντα περιουσιακή ζημία μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών ή 15.000€ και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που αποφάνθηκε ομοίως και τους παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 1597/2008 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις κατά του βουλεύματος αυτού, το οποίο και επικύρωσε, εφέσεις τους (319 παρ. 3 ΚΠΔ). Κατά το διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτόδικου βουλεύματος, που ενσωματώθηκε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβει και από το συνδυασμό του σκεπτικού αυτού με το ως άνω διατακτικό προκύπτει αν η αιτιολογία αυτού είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως λέχθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο ως άνω Δικαστήριο, για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ..., στις 13-4-1998 και 16-4-1998, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, με διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές, έβλαψαν ξένη περιουσία με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Η ζημία που προξενήθηκε από κάθε μερικότερη πράξη και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ενώ διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατιτί συνήθεια. Συγκεκριμένα α) στην ..., στις 13-4-1998, από κοινού ενεργώντας, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν, εν γνώσει τους, ψευδώς στον εγκαλούντα, Ψ, ότι είχαν τη δυνατότητα να "επενδύσουν το χρηματικό ποσό των 51.000.000 δραχμών, που τότε διέθετε ο τελευταίος στην εταιρεία "ΗΕRΖΟG ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΗΟLDΙΝGS ΙΝC" σε ασφαλή επένδυση με επιτόκιο 18,5% ετησίως β) στην ..., στις 16-4-1998, από ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ίδιο εγκαλούντα, Ψ, ότι είχαν τη δυνατότητα να επενδύσουν το χρηματικό ποσό των 40.000.000 δραχμών, που τότε διέθετε ο τελευταίοις στην εταιρεία "ΗΕRΖΟG ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΗΟLDΙΝGS ΙΝC", σε ασφαλή επένδυση με επιτόκιο 8,5% για έξι μήνες. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισαν τον εγκαλούντα να τους παραδώσει τα ανωτέρω ποσά των 51.000.000 και 40.000.000 δραχμών, τα οποία παρακράτησαν κι ενσωμάτωσαν στην ατομική τους περιουσία χωρίς νόμιμη αιτία ζημιώνοντας αυτόν κατά τα ανωτέρω ποσά, και συνολικά κατά το ποσό των 91.000.000 δραχμών από το οποίο του επέστρεψαν μόνο τα 22.000.000 δραχμές. Όλα όμως τα παραπάνω που παρέστησαν στον μηνυτή ήταν ψευδή, αφού δεν είχαν την δυνατότητα να επενδύσουν σε ασφαλείς επενδύσεις με τα παραπάνω επιτόκια, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που τους παρέδωσε ο εγκαλών, η δε εταιρία "ΗΕRΖΟG ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΗΟLDΙΝGS ΙΝC" ήταν εντελώς αφερέγγυα, υπάρχουσα μόνο τυπικά με μη διαπραγματεύσιμες μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών της Νέας Υόρκης, τα οποία αν γνώριζε ο εγκαλών ουδέποτε θα κατέβαλε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωκαν να αποκομίσουν με τις παραπάνω πράξεις και η ζημία που προκλήθηκε στον εγκαλούντα υπερβαίνουν για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) και διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (εμφανιζόμενη η πρώτη ως σύμβουλος επενδύσεων κεφαλαίων στο εξωτερικό, και ο δεύτερος συνεργαζόμενος με τις ίδιες αλλοδαπές εταιρίες), προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή προς την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε από κοινού, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45, 98 και 386 παρ. 1, 3 εδαφ. α ΠΚ, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, η οποία εφαρμόζεται στο σύνολό της, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ως ευμενέστερη, και επί της πράξεως αυτής που τελέσθηκε πριν την ισχύ της, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Την ίδια αιτιολογία διέλαβε το Συμβούλιο, κατά την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, και ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα οι εκκαλούντες, προς υποστήριξη της εφέσεως τους, με την οποία αρνήθηκαν την σε βάρος τους κατηγορία, και προς επίρρωση των αρνητικών ισχυρισμών τους επικαλέστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών με τις με αριθμούς εκθέσεων 324/4-7-2008 και 323/4-7-2008 εφέσεις τους, αντίστοιχα, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, τα εξής έγγραφα: α) Την από 20-9-2007 επιστολή της δικηγορικής εταιρίας MTC LAW, που εδρεύει στο ..., προς την μητέρα της κατηγορουμένης ΑΑ, β) την από 5-10-2007 επιστολή της ΑΑ προς το ως άνω δικηγορικό γραφείο και την από 30-10-2007 απαντητική επιστολή του τελευταίου και γ) έγγραφα αφορώντα την μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε η ανωτέρω της εταιρίας HERZOG αντί τιμήματος 0,50 $ ανά μετοχή (από 28-11-2007 δήλωση της ανωτέρω πρί μεταβιβάσεως των 17.312 μετοχών της, πιστοποιητικό κατάστασης αλλοδαπού δικαιούχου, το από 6-12-2007 μήνυμα της Τράπεζας για κατάθεση στον λογαριασμό της ανωτέρω ποσού 8.566 $ και από 3-12-2007 έγγραφο της Τράπεζας HSBC για κατάθεση στο λογαριασμό του κατηγορουμένου από το ανωτέρω δικηγορικό γραφείο ποσού 30.152,48 £). Ενόψει όμως της ανωτέρω αναφοράς του πληττομένου βουλεύματος στα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, εκτίμησε και αξιολόγησε και τα υποβληθέντα με τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, παραπάνω έγγραφα, τα οποία, κατά την άποψη τους, ήταν κρίσιμα για την σε βάρος τους κατηγορία, αφού από αυτά προέκυπτε ότι η ανωτέρω εταιρία ήταν υπαρκτή και εισηγμένη στο Nasdaq, και ότι η αξία της μετοχής της, τουλάχιστον κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο (Οκτώβριος 2007), ανερχόταν σε Ο,50 $. Ειδικότερα, εκ της μη αναφοράς στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, των εγγράφων αυτών και της μη συναξιολόγησής τους και της συγκριτικής στάθμισής τους μετά των αναφερομένων στο σκεπτικό του βουλεύματος εγγράφων, δεν μπορεί να συναχθεί επιχείρημα υπέρ του αντιθέτου, όπως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως. Τούτο δε διότι, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, κατά τον ως άνω χρόνο της τελέσεως της πράξεως, που τοποθετείται στο έτος 1998 (Απρίλιος), η ως άνω εταιρία και αν ήταν υπαρκτή ήταν εντελώς αφερέγγυα και υπήρχε μόνον τυπικά με μη διαπραγματεύσιμες μετοχές στο Χ.Α. Ν. Υόρκης. Ο εγκαλών δεν είχε επενδύσει σε μετοχές της εταιρίας, αλλ αντιθέτως, όταν, μετά από πολλές πιέσεις, ο κατηγορούμενος του δήλωσε για πρώτη φορά ότι τα χρήματά του (91.000.000 δραχμές) είχαν διατεθεί, όχι για επένδυση που εξασφάλιζε το κεφάλαιο με επιτόκιο 18% ετησίως για τα 51.000.000 δραχμές και 8,5% για έξι μήνες για τα 40.000.000 δραχμές, όπως του είχαν παραστήσει ψευδώς οι κατηγορούμενοι και πεπλανημένα, εκ του λόγου αυτού, πίστευε, αλλά για αγορά μετοχών αξίας, κατά το έτος 2000 (Μάρτιος), 0,001 $, απέκρουσε αμέσως την αγορά αυτή και ζήτησε επιμόνως το κεφάλαιο του και τις, κατά τα άνω, αποδόσεις που αναλογούσαν σ αυτό. Δεν χρειαζόταν δε να αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδικά και να αξιολογεί και τα έγγραφα αυτά, από το ως άνω περιεχόμενο των οποίων δεν προκύπτει κάτι το εντελώς αντίθετο από αυτά που, κατά τα ανωτέρω, αναφέρονται στο σκεπτικό του, ούτε ανατρέπονται οι παραδοχές του Συμβουλίου. Τούτο δε διότι το ζήτημα που έπρεπε να κρίνει το Συμβούλιο, δεν ήταν αν η εταιρία ήταν υπαρκτή, ή είχε μετοχές διαπραγματεύσιμες στον Nasdaq, αν αυτές είχαν την αξία που αναφέρει το βούλευμα 0,001 $ το 2000 ή 0,50 $ μετά 7 χρόνια, όπως προέκυπτε από τα έγγραφα, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ή αν είχαν προβεί σε αγορά και στη συνέχεια πώληση αυτών το ανωτέρω συγγενικό πρόσωπο της κατηγορουμένης, ή και ο κατηγορούμενος, άλλα αν ήταν διαπραγματεύσιμες στο χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης τον χρόνο που έγιναν οι ψευδείς παραστάσεις (Απρίλιος 1998) και κάτι τέτοιο δεν ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι προέκυπτε από τα εν λόγω έγγραφα, κυρίως όμως αν διαβεβαίωσαν ψευδώς τον εγκαλούντα οι κατηγορούμενοι ότι είχαν την δυνατότητα να επενδύσουν τα ανωτέρω ποσά, που τους έδωσε, σε επένδυση που εξασφάλιζε το κεφάλαιο και την απόδοση αυτού από 18% ετησίως και 8,5%, εξαμηνιαίως, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, κάτι βέβαια το οποίο δεν εγγυάτο η αγορά μετοχών, αν μετά από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις πείσθηκε ο παθών και τους παρέδωσε σε δύο δόσεις τα χρήματα, τα οποία και δεν του επιστράφηκαν, ούτε του καταβλήθηκαν οι αναλογούσες με τα ανωτέρω επιτόκια αποδόσεις, με αποτέλεσμα να υποστεί συνολική ζημία ίση με το καταβληθέν συνολικό ποσό των 91.000.000, μειωμένο κατά τα 22.000.000 δραχμές, το οποίο τελικά του απέδωσαν σταδιακά, ή, αντιθέτως, αν τα χρήματα αυτά τους τα παρέδωσε αυτοβούλως ο εγκαλών και θα τα διέθεταν, όπως ζήτησε αυτός, για αγορά μετοχών της εταιρίας. Το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις ανωτέρω πλήρεις αιτιολογίες, έκρινε ότι συνέτρεχε η πρώτη περίπτωση. Συγκεκριμένα, όπως δέχθηκε ανέλεγκτα το Συμβούλιο Εφετών, οι κατηγορούμενοι, από κοινού, κατά την προαναφερθείσα έννοια, του παρέστησαν ψευδή γεγονότα, δηλαδή ότι είχαν δυνατότητα να επενδύσουν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στην ως άνω εταιρία κατά τρόπο που το κεφάλαιο που επένδυε και η απόδοσή του με τα επιτόκια που αναφέρθηκαν 18% ετησίως (51 εκατομ.) και 8,5% εξαμηνιαίως (40 εκατομ.) ήταν εγγυημένα, φροντίζοντας, με τις ενέργειες που αναφέρονται λεπτομερώς του καθένα, τόσο στην πρόκληση, όσον και στην διατήρηση της πλάνης του, πράγμα το οποίο ήταν ψευδές, διότι, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, τέτοια δυνατότητα δεν είχαν και τελικά με τα χρήματα που επενδύθηκαν, όπως πίστευε πεπλανημένως, ο παθών κατά τον τρόπο που ψευδώς, κατά τα ανωτέρω, του παρέστησαν, αγοράσθηκαν απαξιωμένες μετοχές της εταιρίας συνολικής αξίας το έτος 2000 1.245 $. Με τις ψευδείς δε αυτές παραστάσεις τους έπεισαν τον εγκαλούντα και τους παρέδωσε το ως άνω ποσό των 91.000.000 δραχμών συνολικά, κατά το οποίο, μειωμένο κατά 22.000.000 δραχμές, που τελικά του επέστρεψαν μετά τις αναφερόμενες πιέσεις του και τις ως άνω ενέργειές του, ζημιώθηκε η περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο δικό τους όφελος. Δέχθηκε λοιπόν το βούλευμα συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, όπως αυτά αναλύθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος του εγκαλούντος, με προξενηθείσα σ αυτόν συνολική (εσφαλμένως γίνεται αναφορά στο βούλευμα για ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, λόγω εσφαλμένης, όπως λέχθηκε, εφαρμογής της διατάξεως της παραγ. 3 άρθρου 386 ΠΚ όπως είχε πριν την τροποποίηση με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999) περιουσιακή ζημία κατά πολύ μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 €. Περαιτέρω, ως προς την στοιχειοθέτηση της πράξεως σε βαθμό κακουργήματος και δη την επιβαρυντική περίσταση της κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της, στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι οι ψευδείς παραστάσεις έλαβαν χώρα το πρώτο δεκαήμερο Απριλίου 1998, ενώ στο πρωτόδικο βούλευμα τον Απρίλιο του 1998. Στη συνέχεια όμως αναφέρεται (στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών) και με τον τρόπο αυτό εξειδικεύονται οι επί μέρους δύο ψευδείς παραστάσεις, με το κατωτέρω περιεχόμενο, που προκάλεσαν τις εκεί αναφερόμενες επιζήμιες για τον εγκαλούντα περιουσιακές διαθέσεις, ότι η κατηγορουμένη στις 13-4-1998, λαμβάνοντας το ποσό των 51.000.000 δραχμών, με την απόδειξη που αναφέρεται και εγχειρίσθηκε σ αυτόν, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, για την συγκεκριμένη επένδυση, ότι κεφάλαιο και η απόδοσή του με επιτόκιο 18% ετησίως ήταν εγγυημένα και στη συνέχεια, στις 16-4-1998, λαμβάνοντας τα ποσό των 40.000.000 δραχμών, επανέλαβε, με τον ίδιο τρόπο, την ψευδή παράσταση, ότι και για την εν λόγω επένδυση, το κεφάλαιο και η απόδοση με επιτόκιο 8,5% για 6 μήνες (180 ημέρες) ήταν εγγυημένα. Στο διατακτικό δε του πρωτόδικου βουλεύματος το οποίο επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Εφετών, αφού δεν το μετέβαλε, αναφέρεται, σε συνέπεια με τις ανωτέρω παραδοχές, ότι: α) στις 13-4-1998 προέβησαν (οι κατηγορούμενοι), από κοινού, σε ψευδείς παραστάσεις για ασφαλή επένδυση των 51.000.000 δραχμών με επιτόκιο 18% ετησίως και β) στις 16-4-1998 ότι προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις για ασφαλή επένδυση των 40.000.000 δραχμών με επιτόκιο 8,5% για 6 μήνες. Προκύπτει λοιπόν σαφώς από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του επικυρωθέντος βουλεύματος, και κατ ακολουθία και του προσβαλλομένου, ότι έλαβε χώρα 2 φορές (το αναφέρει ρητά στο 10ο φύλλο α') παράσταση ψευδών γεγονότων, με τα οποία προκλήθηκε και διατηρήθηκε η πλάνη του εγκαλούντος, ως προς το εγγυημένο του κεφαλαίου και της αποδόσεως των επενδύσεων, τις οποίες δήθεν είχαν την δυνατότητα να κάνουν οι κατηγορούμενοι. Αλλά και περαιτέρω δέχθηκε το βούλευμα ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις και έτσι τέλεσαν την αυτή πράξη σε βάρος και του κατονομαζόμενου προσώπου (αναφέρεται στο ίδιο φύλλο), γεγονός το οποίο καταδεικνύει, κατά μείζονα λόγο, την κατ επανάληψη τέλεση της πράξεως της απάτης και θεμελιώνει την κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά τα κατωτέρω, τέλεσή της, ούτε περαιτέρω γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι η πράξη για την οποία παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες, τελέσθηκε επανειλημμένα και όχι άπαξ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αν και ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή για την κατ επάγγελμα και συνήθεια τέλεση της πράξης, διότι το βούλευμα δέχεται, ανελέγκτως, ότι την ίδια πράξη τέλεσαν οι αναιρεσείοντες σε βάρος και τρίτου προσώπου, που κατονομάζεται. Πάνω στην παραδοχή αυτή, αλλά και στην αναφερόμενη στο προσβαλλόμενο βούλευμα υποδομή, που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι, με σκοπό επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, και συνίστατο στο ότι εμφανιζόταν, η μεν κατηγορούμενη ως σύμβουλος επενδύσεων κεφαλαίων, ο δε κατηγορούμενος ως σύμβουλος και διαμεσολαβητής σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές επενδύσεις, στήριξε το Συμβούλιο την κρίση της κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της απάτης, αφού δέχθηκε ότι προέκυψε σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ορθώς λοιπόν με βάση τις παραδοχές αυτές, που δεν είναι ασαφείς ή αντιφατικές, ούτε παρουσιάζουν λογικά κενά, το προσβαλλόμενο βούλευμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 386 παρ 1 και 3 α, 98, 45 και 13 στ' ΠΚ και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (484 παρ. 1 δ'ΚΠΔ), αλλά και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (484 παρ. 1 β ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος των αναιρέσεων πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις 61 και 62/1-4-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του αυτού Βουλεύματος 297/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220)€. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Έννοια γεγονότος. Πότε είναι κακούργημα. Ευμενέστερη η διάταξη της παρ. 3 άρθρου 386 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999 (ΑΠ Ολ 5/2008). Κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση. Έννοια. Πότε κατ' εξακολούθηση. Αν η πλάνη του θύματος που οδήγησε σε περισσότερες περιουσιακές διαθέσεις προκλήθηκε από άπαξ και όχι από χωριστή κάθε φορά απατηλή συμπεριφορά, δεν υπάρχει κατ' εξακολούθηση τέλεση (ΑΠ 425/2009, ΑΠ 11/2009, ΑΠ 74/2009, ΑΠ 149/2009, ΑΠ 153/2009). Συναυτουργία. Έννοια. Πότε υπάρχει από κοινού τέλεση της πράξεως (ΑΠ 412/2009). Αιτιολογία βουλεύματος. Τι απαιτείται για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 11/2009, ΑΠ 67/2009). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εκ πλαγίου παράβαση. Πότε (ΑΠ 67/2009). Δύο αιτήσεις αναιρέσεως με τους αυτούς λόγους. (484 παρ. 1 δ' και β' ΚΠΔ). Αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2152/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, 3. Χ3, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο και 4. Χ4, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαΐου 2008 και 23 Μαΐου 2008 τέσσερις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 384/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 93 από 19.5.2008 και 97, 98, 99 από 23-5-2008 αιτήσεις των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, και δ) Χ4, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η υπ'αριθμ. 506/21.9.2007 έφεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμόν 1832/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και προσέτι κηρύχθηκαν απαράδεκτες οι υπ'αριθμόν 455, 453 και 457 από 7-9-2007 εφέσεις των Χ2, Χ3 και Χ4, αντιστοίχως, κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν η Χ1 για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από την οποίαν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, ο Χ2 για χρήση πλαστού εγγράφου και για απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη αξία και οι Χ3 και Χ4 για απλή συνέργεια σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 93/19-5-2008 αίτηση της Χ1: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.) ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Βασίλειο Τσίπρα, δυνάμει της από 16-5-2008 εξουσιοδότησης. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλείται συνίσταται στο ότι α) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό της και δεν διέταξε την άρση του απορρήτου του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της ALPHA BANK καθόσον η ανάλυση του λογαριασμού αυτού μπορούσε να έχει επιρροή στη κρίση των δικαστών και θα ανατρέπονταν οι ισχυρισμοί της μηνύτριας, β) δεν προέβη σε συγκριτική αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, γ) δεν αξιολόγησε το υπ'αριθμόν 2927/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Όσον αφορά στις υπ'αριθμόν 97/08, 98/08 και 99/08 αιτήσεις των λοιπών αναιρεσειόντων Χ2, Χ3 και Χ4: Οι αιτήσεις των έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως από την πληρεξουσία αυτών δικηγόρο Σοφία Ψυλλάκου, νομίμως εξουσιοδοτηθείσας. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλούνται είναι η παράνομη απόρριψη της έφεσής των κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτης και επικουρικώς η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών παρανόμως απέρριψε ως απαράδεκτες τις από 7-9-2007 εφέσεις των κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατ'αυτού. Ούτω οι άνω αιτήσεις είναι τυπικά δεκτές και ερευνητέες κατ'ουσίαν και επ'αυτού επάγομαι τα ακόλουθα: 1) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για τη πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τί αποδείχτηκε από το καθένα αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των (Α.Π. 1304/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 517). Δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, "από όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, το από 7-11-2007 υπόμνημα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ1, σε συνδυασμό με την απολογία της" δέχτηκε ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου, από τα οποία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την αποδιδομένη σ'αυτή αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και συνεπώς ορθά η άνω κατηγορουμένη παραπέμφθηκε να δικαστεί για την άνω πράξη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Από το ιστορικό του άνω βουλεύματος και δη τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση, όπου παραπέμπει το Συμβούλιο, πέρα των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται, τούτο ασχολείται λεπτομερώς και στην απόρριψη του αιτήματος της πρώτης αναιρεσείουσας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου του υπ'αριθμόν ... λογαριασμού της στην ALPHA BANK προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος των εμβασμάτων που έγιναν από το λογαριασμό αυτού στο λογαριασμό της εγκαλούσας. Επίσης από το ίδιο ιστορικό προκύπτει ότι αξιολογήθηκε πλήρως και το υπ'αριθμόν 2927/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα ότι οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλείται η πρώτη αναιρεσείουσα και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν. Το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τις αποδείξεις που θεμελίωσαν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και κατά συνέπεια έχει την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 317 παρ. 1, 476, 481 παρ. 1 και 484 παρ. 1 εδ. στ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως, ως λόγοι της οποίας δεν μπορούν να προβληθούν αιτιάσεις που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο η αιτίαση ότι η απόρριψη της εφέσεως κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι παράνομη. Αν υπάρχουν στην αίτηση αναιρέσεως και λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες και δη στην ουσία της υπόθεσης, η προβολή τους είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1304/2003 Π.Χ. ΝΔ/2004 σελ. 517). Εξ άλλου το κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ. επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δεν χορηγείται, διότι η διάταξη 469 του Κ.Π.Δ. δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σ'αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του ανωτέρω δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο που άσκησε παραδεκτώς το ένδικο μέσο (Α.Π. 1383/1990 Π.Χ. ΜΑ σελ. 580). Στην υπό κρίση περίπτωση οι αναιρεσείοντες Χ2, Χ3 και Χ4, με το υπ'αριθμόν 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν οι μεν Χ3 και Χ4 για τις πράξεις της απλής συνέργειας κατ'εξακολούθηση και μη, σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και ο Χ2 για τη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ'εξακολούθηση και μη και της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, δηλαδή για πράξεις που προβλέπονται από τα άρθρα 386 παρ. 1β και 216 παρ. 2-1 ΠΚ ήτοι για πλημμελήματα . Κατά το άρθρο 478 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα....". Ούτω ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν οι ανωτέρω κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος. Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα το επεκτατικό αποτέλεσμα που προβλέπει το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., δεν καθιστά το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο σε παραδεκτό. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω αβάσιμος είναι ο λόγος που προβάλλουν οι άνω αναιρεσείοντες ότι ουχί ορθώς το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν και οι αιτήσεις αυτών και να καταδικασθούν ούτοι στα έξοδα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α------------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 93/19-5-2008, 97/23-5-2008, 98/23-5-2008 και 99/23-5-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντας.- Αθήνα 4 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι κρινόμενες με αρ. 93, 97, 98 και 99/2008 αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά του αυτού με αρ. 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1 και ως απαράδεκτες οι εφέσεις των λοιπών τριών αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, κατά του με αρ. 1832/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τους παρέπεμψε όλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων), Αθηνών για να δικασθούν, για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση η πρώτη Χ1, για χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ο Χ2 και για απλή συνέργεια σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία οι λοιποί δύο αναιρεσείοντες Χ3 και Χ4. 1. Επί των αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ4, Χ2 και Χ3: Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με το με αριθ. 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν να δικασθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, οι τρεις αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ3, Χ2 και Χ4, για τα σε αυτό πλημμελήματα, η δε τετάρτη αναιρεσείουσα Χ1 για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες όμως, με το με αριθ. 394/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν, α) κατ'ουσίαν η έφεση της Χ1 και β) ως απαράδεκτες, οι τρεις εφέσεις ως προς τους άνω λοιπούς τρεις εκκαλούντες, για το λόγο ότι κατ'άρθρο 478 παρ.1 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο της εφέσεως επιτρέπεται στους κατηγορούμενους, μόνο κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παραπέμπει για κακούργημα ή για κακούργημα και για συναφές πλημμέλημα τον ίδιο τον παραπεμπόμενο κατηγορούμενο και όχι σε συγκατηγορούμενους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, που παραπέμπονται αποκλειστικά για συναφή πλημμελήματα. Εξάλλου, το κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δε χορηγείται από το νόμο, διότι η διάταξη 469 ΚΠοινΔ, δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σε αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο . Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των άνω τριών αναιρεσειόντων, αφού ο ορισθείς κοινός αντίκλητος δικηγόρος αυτών Ιωάννης Μαρκουλάκος, μετά την έκδοση της 1256/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, περί αποχής από την προηγηθείσα συζήτηση για να ειδοποιηθούν και εκθέσουν τις απόψεις τους περί του άνω απαραδέκτου οι αναιρεσείοντες ή ο αντίκλητος δικηγόρος τους, ειδοποιήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ'άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β του ΚΠοινΔ, για να εκθέσει τις απόψεις του περί του άνω απαραδέκτου, προ 24 ωρών, πριν από την επανεισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο) τούτο, κατά την παραπάνω νέα συνεδρίαση της 14-10-2009, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του οικείου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, πλην δεν παραστάθηκε, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. 2. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ειδικά για το δόλο, που ως υποκειμενικό στοιχείο, ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα και στην οποία αναφέρονται κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: " Η Ψ (εγκαλούσα) από το έτος 1967 διατηρούσε στο ..., επιχείρηση εμπορίας επωνύμων γυναικείων ενδυμάτων. Με την πρώτη εκκαλούσα (Χ1) διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις, λόγω άριστης γειτνίασης. Η γνωριμία της με την πρώτη εκκαλούσα εξελίχθηκε αρχικά σε σχέση, ενώ οι ψηλοί τζίροι που έκανε η τελευταία στο κατάστημά της και ο συνεπής τρόπος πληρωμής των εμπορευμάτων που αγόραζε για προσωπική της χρήση είχαν οικοδομήσει μία σχέση εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό της. Η πρώτη εκκαλούσα εμφανιζόταν ως υψηλόβαθμο στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρίας και για να διευκολύνεται, όπως της έλεγε, ζητούσε από τη μηνύτρια να την εφοδιάζει με λευκά φύλλα επιταγών από τραπεζικούς της λογαριασμούς, που έφεραν μόνο την υπογραφή της, τα οποία η πρώτη εκκαλούσα θα συμπλήρωνε και θα τοποθετούσε σε κάποιο πλαφόν στο χρηματιστήριο όπως τη διαβεβαίωνε, και μετά το τέλος της συγκεκριμένης συναλλαγής θα τα εξοφλούσε όπως και έπραττε. Η πιστοληπτική ικανότητα της εγκαλούσας και οι άριστες σχέσεις που διατηρούσε με τις συνεργαζόμενες τράπεζες της έδιναν αυτή την ευχέρεια. Το Μάϊο του έτους 2002 η Α' εκκαλούσα της ζήτησε να της παραδώσει τρία σώματα επιταγών λευκά, φέροντα μόνο την υπογραφή της προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως πλαφόν στο χρηματιστήριο, με τη συμφωνία να της τα επιστρέψει σε δύο μήνες. Πλέον συγκεκριμένα η Α' εκκαλούσα εκμεταλλευόμενη τότε την εμπιστοσύνη της εγκαλούσας και αποκρύπτοντας την άθλια οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει της ζήτησε να την διευκολύνει επικαλούμενη προσωρινή οικονομική δυσπραγία και να της δώσει τρία σώματα επιταγών λευκά για δύο μήνες για να τα τοποθετήσει στη θυρίδα της στο χρηματιστήριο, και έτσι την έπεισε να της παραδώσει τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., οι οποίες σύρονταν στον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό της και έφεραν μόνον την υπογραφή της και τη σφραγίδα της ατομικής της επιχείρησης στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου. Κατά τη συνάντηση αυτή ήταν παρούσα η μάρτυρας ..., λογίστρια της εγκαλούσας. Η συνεργασία αυτή γινόταν χωρίς επιπλοκές και η Α' εκκαλούσα κινούνταν πλέον ελεύθερα στο κατάστημα της εγκαλούσα, του οποίου γνώριζε όλους τους χώρους. Ετσι, ενώ δεν είχαν επιστραφεί ακόμη οι ανωτέρω επιταγές, η Α' εκκαλούσα στις αρχές Ιουλίου του έτους 2002, εκμεταλλευόμενη τη γνώση των χώρων του καταστήματός της και την ολιγόλεπτη απουσία της από το κατάστημα, όπου αυτή ήδη βρισκόταν, της αφαίρεσε παράνομα από το συρτάρι του γραφείου της τρία ακόμη σώματα επιταγών υπογεγραμμένα και σφραγισμένα, αλλά λευκά κατά τα λοιπά στοιχεία, τα οποία προορίζονταν για την εξόφληση προμηθευτών της, λόγος για τον οποίο δεν είχαν συμπληρωθεί κατά το ποσό και την ημερομηνία και δη της αφαίρεσε τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., οι οποίες σύρονταν στον ως άνω λογαριασμό της. Μόλις η εγκαλούσα αντιλήφθηκε τι συνέβη ζήτησε από την Α' εκκαλούσα να της επιστρέψει τις επιταγές, αυτή αποδέχθηκε το διαπραχθέν αδίκημα, αλλά την παρακάλεσε να μην την καταγγείλει και την καταστρέψει υποσχόμενη την εντός ολίγων ημερών επιστροφή και των έξι επιταγών. Μάλιστα η Α' εγκαλούσα παραδέχθηκε την κλοπή των επιταγών και υποσχέθηκε να τις εξοφλήσει παρουσία και της μάρτυρος ..., φίλης και γειτόνισσας της εγκαλούσας. Όλες οι ανωτέρω επιταγές έφεραν την υπογραφή και τη σφραγίδα της εγκαλούσας στη θέση του εκδότη, καθώς και την υπογραφή και την σφραγίδα της εγκαλούσας στη θέση οπισθογράφου. Ο χρόνος πέρασε και αντί της επιστροφής που ανέμενε η εγκαλούσα πληροφορήθηκε ότι η Α' εκκαλούσα, χωρίς τη συγκατάθεσή της, αφενός μεν είχε συμπληρώσει τις παραπάνω έξι επιταγές, ως προς τα ελλείποντα στοιχεία (ποσό, ημερομηνία και τόπο έκδοσης, πρόσωπο σε διαταγή του οποίου εξεδόθησαν), αφετέρου δε τις είχε κυκλοφορήσει σε τρία πρόσωπα με τα οποία ουδεμία σχέση συνέδεε την εγκαλούσα. Συγκεκριμένα η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (5-11-2002), το ποσό (20.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (εμού του ιδίου), η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (6-11-2002), το ποσό (22.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (εμού του ιδίου), η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (30-5-2003) το ποσό (45.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (Χ1) και η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (30-4-2003), το ποσό (45.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (Χ1). Στις 11-6-2003 επιδόθηκε στην εγκαλούσα η σε βάρος της με αριθμό κατάθεσης 86867/10-6-2003 αγωγή του Θ, ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 20.000 ευρώ, σε συνέχεια προηγούμενης τηλεφωνικής όχλησης αυτού, με την οποία της είχε ζητήσει να πληρώσει την επιταγή. Σημειωτέον ότι ο ως άνω Θ είναι τραπεζικός υπάλληλος και είναι ο ίδιος ο οποίος εμφάνισε στις 5-11-2002, στο κατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας. Η εγκαλούσα αρνήθηκε να την πληρώσει και έτσι η επιταγή σφραγίσθηκε. Στις 5-5-2004 συζητήθηκε η ανωτέρω αγωγή ερήμην της εγκαλούσας, προσκομίσθηκε από τον Θ η ως άνω επιταγή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2219/23-6-2004 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Στις 23-2-2003 επιδόθηκε στην εγκαλούσα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 1318/4-2-2003 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μον. Πρωτ. Αθηνών, με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 23.934 ευρώ, η οποία είχε εκδοθεί με βάση την υπ' αριθμ. ... επιταγή και την από 8-1-2003 αίτηση του ..., που την είχε εμφανίσει στις 6-1-2002 προς πληρωμή στο κατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα τη σφράγισή της. Ισχυρίζεται δε η εγκαλούσα ότι η Α' εκκαλούσα άσκησε για λογ/σμό της, αλλά και για λογ/σμό της ιδίας ανακοπή και αίτηση αναστολής, υπέβαλε δε για λογ/σμό της τελευταίας και μείωση με εφευρεθείσες αιτιολογίες, χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεσή της. Την ύπαρξη αυτών των δικογράφων πληροφορήθηκε η εγκαλούσα όταν επιτεύχθηκε με την μεσολάβηση της Α' εκκαλούσας συμβιβασμός και ειδικότερα όταν η εγκαλούσα κατέβαλε στον Ξ 10.000 ευρώ και στη συνέχεια 14.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία 20-5-2003 και της εγχειρίστηκε η από 20-3-2003 δήλωση προς την ALPHA BANK. Στην περίπτωση δε που δεν θα έπραττε όπως προεκτέθηκε είχε δηλωθεί από τον Ξ στην εγκαλούσα ότι η επιταγή και η υπ' αριθμ. 1318/2003 Διαταγή Πληρωμής θα καταχωρούνταν στα Τραπεζικά συστήματα με τις γνωστές σε βάρος της συνέπειες. Στις αρχές Μαΐου του 2003 η εγκαλούσα πληροφορήθηκε από την ALPHA BANK ότι είχε σφραγιστεί η επιταγή με αριθμό ..., με ημερομηνία 30-4-2003, ποσού 45.000 ευρώ, σε διαταγή της Α' εκκαλούσας που την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην εκκαλούσα Χ4, συζ. Χ3, αυτή στον Χ3, υπό την εταιρική επωνυμία "...." και αυτός στον εκκαλούντα Ζ, υπό την φίρμα "...", ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή στις 7-5-2003 στο υποκ/μα ... της Εθνικής Τράπεζας. Υπό την απειλή των εκκαλούντων Χ3 και Ζ ότι θα προβούν σε έκδοση Διαταγής Πληρωμής και έτσι θα καταχωρηθεί στα Τραπεζικά συστήματα και με τη μεσολάβηση της Α' εκκαλούσας, η εγκαλούσα συνυπέγραψε την από 28-5-2003 Δήλωση - Βεβαίωση, κατέβαλε στον ... (ο οποίος απηλλάγη με το προσβαλλόμενο βούλευμα) το ποσό των 12.000 ευρώ και του εγχείρισε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας για το υπόλοιπο ποσό των 33.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-9-2003. Την επιταγή αυτή δεν είχε οπισθογραφήσει ποτέ ο ..., ως εκπρόσωπος της εταιρίας "....", όπως εσφαλμένα θεώρησε η εγκαλούσα, αλλά αναμίχθηκε μόνο στο ζήτημα της εισπράξεως της επιταγής ως υπάλληλος της εταιρίας του θείου του Χ3. Στις 6-6-2003 η ALPHA BANK ειδοποίησε την εγκαλούσα ότι είχε εμφανιστεί σε κατάστημα της... η υπ' αριθμ. ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 30-5-2003, ποσού 45.000 ευρώ, η οποία οπισθογραφήθηκε από την Α' εκκαλούσα και παραδόθηκε στον Χ3 (ήδη β' εκκαλούντα), υπό την εταιρική επωνυμία "... L.T.D. (International Transport)" και από αυτόν στον Χ2 (ήδη δ' εκκαλούντα) ο τελευταίος ζήτησε από την εγκαλούσα να εξοφλήσει την επιταγή και επειδή αυτή δεν το έπραξε την εμφάνισε προς πληρωμή και την σφράγισε στις 6-6-2003 στο υποκ/μα ... της ALPHA BANK, μολονότι η ανωτέρω τον ειδοποίησε και προφορικά και με την από 8-6-2003 εξώδικη γνωστοποίηση κλήση, πως η επιταγή ήταν προϊόν κλοπής. Η εγκαλούσα ισχυρίζεται επίσης συμπληρώθηκαν: 1) η επιταγή με αριθμό ... ως προς την ημερομηνία έκδοσης (10-1-2003), το ποσό (10.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης και τον δικαιούχο και 2) η επιταγή με αριθμό ... ως προς την ημερομηνία έκδοσης (20-11-2002), το ποσό (6.500 ευρώ), τον τόπο έκδοσης και τον δικαιούχο. Ανέφερε επίσης ότι στις 15-1-2003 πρόσωπο με το επώνυμο ..., άγνωστο σε αυτής, την ειδοποίησε τηλεφωνικά ότι είχε στην κατοχή του την υπ' αριθμ. ... επιταγή, μεταβιβασθείσα σε αυτόν από την Α' εκκαλούσα και της ζήτησε να την πληρώσει και ότι, μετά την έντονη αντίδρασή της προς την πρώτη εκκαλούσα, η τελευταία δήλωσε ότι θα αναλάμβανε να εξοφλήσει την επιταγή. Όσον αφορά την υπ' αριθμ. .... επιταγή η εγκαλούσα ανέφερε πως έλαβε ανώνυμη τηλεφωνική ειδοποίηση ότι κυκλοφορεί στην περιοχή της .... Το συνολικό ποσό των ανωτέρω έξι (6) επιταγών ανέρχεται σε 148.000 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχονται το συνολικό όφελος της Α' εκκαλούσας και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η Α' εκκαλούσα βρίσκεται σε αντιδικία και με τη μάρτυρα κατηγορίας Φ, η οποία υπέβαλε την με ΑΒΜ Α 2003/325 μείωσή της μεταξύ άλλων και κατά των άνω κατηγορουμένων - εκκαλούντων Χ1 και Χ3 αλλά και κατά των Ξ, Θ και Χ4, καταγγέλοντας ότι η πρώτη κατηγ/νη την εξαπάτησε, της απέσπασε επιταγές της και της κυκλοφόρησε σε κύκλωμα τοκογλύφων. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ότι η ίδια η Α' εκκαλούσα της είπε κατά το έτος 2002 πως ο Χ3 τον εκβίαζε, την έκλεισε μέσα στο γραφείο του και την απειλούσε να συμπληρώσει σε επιταγή που είχε πάρει από την Ψ (εγκαλούσα) ένα μεγάλο χρηματικό ποσό περί τα 45.000 ή 55.000 ευρώ και ότι η Α' εκκαλούσα ήταν πολύ φίλη με τους Θ, Χ3 και Ξ και ότι εν λόγω Α' κατηγ/νη δανειζόταν από αυτούς μικρά χρηματικά ποσά και τους παρέδιδε επιταγές πολύ μεγαλύτερης αξίας. Παρά ταύτα οι κατηγ/νοι αρνούνται τους παραπάνω ισχυρισμούς της εγκαλούσας και διατείνονται ότι η έκδοση και η παράδοση των προαναφερόμενων επιταγών της μέσω της Α' κατηγ/νης σ' αυτούς είναι προϊόν νομίμου συναλλαγής, καθόσον δέχθηκαν να χρηματοδοτήσουν την επιχείρησή της με τον ισχύοντα συμβατικό τόκο. Έτσι κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2002 η εγκαλούσα όφειλε στην Α' εγκαλούσα τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές, με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2003 και 30-5-2003 αντίστοιχα, τις οποίες συμφώνησαν από κοινού να συμπληρώσουν κατά το οφειλόμενο ποσό των 45.000 ευρώ εκάστη. Ότι τις δύο αυτές επιταγές η Α' κατηγ/νη κυκλοφόρησε και τις παρέδωσε στον κατηγ/νο Χ3. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι από την άνοιξη του έτους 2002 η Α' κατηγ/νη του ζήτησε να της δανείσει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε με νόμιμο τόκο, θέλοντας να επενδύσει στο χρηματιστήριο. Ετσι άρχισε να της εμβάζει είτε διά χειρός του, είτε διά χειρός της συζύγου του, που ενεργούσε για λογ/σμό του, διάφορα χρηματικά ποσά, στον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό της στην ALPHA BANK. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Ιούλιο του ιδίου έτους, δάνεισε στην ανωτέρω το συνολικό χρηματικό ποσό των 300.000 με 350.000 ευρώ και ότι προς εξασφάλιση του δανείου αυτού του παρέδωσε τις υπ' αριθμ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές και άλλες δύο ακόμη επιταγές ποσού 45.000 ευρώ εκάστη, όλες εκδόσεως της εγκαλούσας, τις οποίες όλες η Α' κατηγ/νη οπισθογράφησε στην εταιρία του "..." όλες αυτές οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από τους κομιστές τους στους οποίους κυκλοφόρησαν, όπως συνέβη και με τον εκκαλούντα Χ2, με τον οποίο είχε συμφωνήσει να του μεταβιβάσει έως ισόγειο κατάστημα στη ... στο εμπορικό κέντρο "...", αντί τιμήματος 275.000 ευρώ. Τέλος ο εκκαλών Ζ διατείνεται ότι προσκόμισε στην πληρώτρια τράπεζα την υπ' αριθμ. .... επιταγή της εγκαλούσας, για λογ/σμό του φίλου και ήδη κατηγ/νου Χ3 προκειμένου να τον διευκολύνει, καθόσον θα έφευγε στο ... και ότι όταν επέστρεψε από το ... του παρέδωσε το σώμα της επιταγής και ότι δεν γνωρίζει τίποτα άλλο για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Επιπροσθέτως οι εκκαλούντες διατείνονται στους λόγους εφέσεως και στο υπόμνημά τους το οποίο προσκόμισαν στην δικογραφία ότι δεν έγινε ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθόσον 1) δεν έγινε άρση του τραπεζικού απορρήτου για το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το 2003, του υπ' αριθμ. ... λογ/σμού της Α' εκκαλούσας, από τον οποίο φαίνεται το μέγιστο μέρος των εμβασμάτων της προς τον λογ/σμό της εγκαλούσας, 2) ότι δεν είναι δυνατόν η εγκαλούσα να υπέγραφε και να είχε στο συρτάρι της λευκές κατά τα άλλα επιταγές, ότι κατάγγειλε ψευδώς κλοπή μόνον του υπ' αριθμ. ... φύλλου επιταγής και ότι με την από 28-5-2003 δήλωση - βεβαίωσή της ομολόγησε ότι εξέδωσε η ίδια σε διαταγή της Α' εκκαλούσας την υπ' αριθμ. ... επιταγή, 2) ο εκκαλών Χ3 διατείνεται ότι η μηνύτρια διευκολυνόταν από την Χ1 ή μέσω αυτής από τρίτους με διάφορα χρηματικά ποσά γιατί διαφορετικά δεν εξηγείται να είναι τόσο οικονομικά εύρωστη να παραδίδει επιταγές προς είσπραξη και να μην διαμαρτύρεται ότι αυτές είναι προϊόν κλοπής ή υπεξαίρεσης. Τέλος υποστηρίζουν ότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2927/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών αθωώθηκαν από όλες τις κατηγορίες τις οποίες τους είχε προσάψει η ήδη βασική μάρτυρας κατηγορίας Φ (για παρεμφερείς κατηγορίες), δεδομένου ότι η τελευταία ανήκει στην "παρέα των ψευδομαρτύρων" στους οποίους στηρίχθηκε η παραπομπή τους με το εκκαλούμενο βούλευμα, το δε ιστορικό της υποθέσεως είναι το ίδιο ακριβώς από κοινού καταστρωμένο σχέδιο των δύο μηνυτριών, οι οποίες αντάλλαξαν ψευδείς καταθέσεις σε βάρος τους, η μία στην υπόθεση της άλλης και αντιστρόφως. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εκκαλούντων - κατηγορουμένων είναι κατά την άποψή μας αβάσιμοι κατ' ουσίαν καθόσον: 1) η Α' εκκαλούσα θα μπορούσε να προσκομίσει αντίγραφο της κίνησης του λογ/σμού της στην ALPHA BANK κατά το ένδικο διάστημα από το οποίο να εμφαίνονται τα εμβάσματα αυτού προς τον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό της εγκαλούσας. 2) όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας η ίδια η Α' εκκαλούσα ζήτησε από την μηνύτρια να μην την καταγγείλει για την κλοπή των επιταγών, 3) ότι η μηνύτρια εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή στο όνομα της Α' εκκαλούσας υπό την απειλή της ύπαρξης χρέους της προς την Χ4 και το σύζυγό της Χ3 και ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθεί θα καταχωρηθεί στα Τραπεζικά συστήματα 2) ο εκκαλών Χ3 δεν είναι δυνατόν να έχει δανείσει την Α' εκκαλούσα, με το προαναφερόμενο ποσό των 300.000 με 350.000 δρχ., προκειμένου αυτή να διευκολύνει την εγκαλούσα, η οποία αντιμετώπιζε οικονομική δυσπραγία στην επιχείρησή της, χωρίς ποτέ να έλθει σε προσωπική επαφή με την ίδια την εγκαλούσα, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαιτέρως μεγάλου χρηματικού ποσού με το οποίο την δάνεισε. Άλλωστε ο ίδιος υποστηρίζει ότι δάνεισε στην Α' εκκαλούσα το ποσό αυτό για να το επενδύσει αυτή στο χρηματιστήριο. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι η βασική μάρτυρας κατηγορίας στην προκειμένη υπόθεση είναι ψευδομάρτυρας, γι' αυτό και αθωώθηκαν στη δική της υπόθεση η μήνυση είναι κατά την άποψή μας αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον αυτοί αθωώθηκαν δεδομένου η εν λόγω μάρτυρας δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στην υπόθεσή της και δεν πρότεινε ως μάρτυρες τα μέλη της οικογενείας της, επειδή φοβόταν για την ασφάλειά τους, λόγω του φόβου που της είχαν εμποιήσει οι κατηγορούμενοι. Με τα δεδομένα αυτά προφανές καθίσταται ότι υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την στήριξη δημόσια στο ακροατήριο κατηγορίας σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, που αναφέρονται στην αρχή γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθούν οι εφέσεις τους ως ουσιαστικά αβάσιμες, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση που άσκησε η κατηγορούμενη Χ1 κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτια της πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, από την οποίαν το συνολικό όφελος αυτής και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 386 παρ.1 β και 216 παρ. 1, 2, 3 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση με συνολικό όφελος αυτής και αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας, από την κυκλοφορία στην αγορά των πλαστογραφηθεισών έξι τον αριθμό τραπεζικών επιταγών αυτής, συνολικού ποσού 148.000 ευρώ και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης, Χ1, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον της κατηγορία, για την σε βαθμό κακουργήματος πράξη αυτή. Το βούλευμα επίσης, προκύπτει ότι: α) αξιολογεί πλήρως την από 28-5-2003 Δήλωση- Βεβαίωση της εγκαλούσας Ψ, δεχόμενο ότι η με αριθ. ... επιταγή της εγκαλούσας, εκδόθηκε υπό την απειλή της υπάρξεως του χρέους αυτής, από την κυκλοφορία και σφράγιση προηγούμενης κλαπείσας και πλαστογραφημένης από την κατηγορουμένη επιταγής της, οπισθογραφηθείσας παράνομα από την κατηγορουμένη προς το ζεύγος των συγκατηγορουμένων συνεργών της Χ3 και Χ4, για να μη καταχωρηθεί στα τραπεζικά συστήματα το όνομά της, β) αξιολογεί και το με αριθ. 2927/2007 απαλλακτικό της κατηγορουμένης βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (βλ. φύλλο 10), που αφορούσε παρεμφερείς κατηγορίες με άλλη παθούσα την νυν μάρτυρα κατηγορίας Φ, ενώ γ) διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της άνω κατηγορουμένης για την άρση του τραπεζικού απορρήτου τραπεζικού της λογαριασμού, προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος των εμβασμάτων που έγιναν από το λογαριασμό αυτής, τα έτη 2001-2003, στο λογαριασμό της εγκαλούσας, αφού μπορούσε η ιδία να προσκομίσει έγγραφο για την κίνηση του δικού της λογαριασμού και τυχόν αποδεικτικά έγγραφα - εμβάσματα αυτής προς το τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας και επομένως οι συναφείς αιτιάσεις της άνω αναιρεσείουσας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της Χ1, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απορριφθούν δε και οι λοιπές απορριπτέες ως παραπάνω αιτήσεις των λοιπών τριών αναιρεσειόντων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 93/19-5-2008, 97/23-5-2008, 98/23-5-2008 και 99/23-5-2008 αντίστοιχες αιτήσεις των κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) της Χ4, για αναίρεση του με αριθμό 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με ζημία άνω των 73,000 €. Χρήση πλαστών επιταγών, απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απλή συνέργεια σε απάτη. Απορρίπτει αίτηση. Οι τρεις αναιρέσεις κατά του βουλεύματος που απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του πρωτοβαθμίου βουλεύματος ως απαράδεκτες, για το λόγο ότι παραπέμπονται μόνο για πλημμελήματα, είναι απορριπτέες, κατ' άρθρον 476 παρ.2 ΚΠΔ, μετά την τροποποίηση του δια άρθρου 38 Ν. 3160/2003, ως απαράδεκτες, διότι πλέον δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά τέτοιων βουλευμάτων. Απορριπτέα κατ' ουσία η για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αίτηση αναιρέσεως της τετάρτης αναιρεσείουσας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
Αριθμός 2150/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καπόλλα, περί αναιρέσεως της 246/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 395/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 246/2008 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της αρπαγής, της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας και, αφού αναγνώρισε σ' αυτόν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 δ' και ε' του ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως έξι ετών και οχτώ μηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, η συνήγορος του κατηγορουμένου κατέθεσε και ανέπτυξε και προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, ο οποίος και έγινε δεκτός κατά τα άνω από το Δικαστήριο. Δεν προκύπτει όμως ότι προβλήθηκε ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν αυτουργός των ανωτέρω πράξεων, όπως είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, αλλά απλός συνεργός. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, οι οποίοι συνίστανται στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε και απέρριψε σιωπηρώς τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απλής συνέργειας και όχι αυτουργίας, είναι αβάσιμοι, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε, πέραν από το ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και έτσι, ακόμη και αν είχε προβληθεί, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει ειδικώς επ' αυτού, εν προκειμένω όμως το Δικαστήριο έλαβε θέση επί του θέματος αυτού, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτουργός των εν λόγω πράξεων. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει την απόδοση σ' αυτόν της εγγυήσεως που κατέβαλε προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, δεν υπάγεται σε κάποιον λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ και έτσι είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.3.2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 246/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είναι αυτουργός της πράξεως, αλλά απλός συνεργός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν. Η παράλειψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να διατάξει την απόδοση εγγυήσεως, δεν συνιστά αναιρετικό λόγο. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Εγγυήσεως απόδοση.
2
Αριθμός 2149/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 273/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 574/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 208/12.06.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. την αριθμ. 46/16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατοίκου..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 273/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 1107/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και απάτη κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενος του Χ2 άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων των αυτών εξεδόθη το αριθμ. 273/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον αναιρεσείοντα στις 5-3-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο στις 3-3-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως) η δε αίτηση ασκήθηκε την 16-3-2009 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 46/16-3-2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β-δ Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Επειδή από τη διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου 386 του Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως ή και σιωπηρώς με συνολική συμπεριφορά που κατευθύνεται, στη δημιουργία πλάνης, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και εκ της παραπλανήσεως να προέβη ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή ζημία στον παραπλανηθέντα ή τρίτο (ΑΠ 93/1999 ΠΧ, ΜΘ 413). Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (ΑΠ 217/2003 ΠΧ, ΝΓ, 929, ΑΠ 1224/2001 ΠΧ, ΝΒ, 426). Επίσης, κατά τη διάταξη του εδ. β' της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 216 Π.Κ., όπως προστέθηκε στην παράγ. 3 με το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. β' Ν.2721/1999, η πλαστογραφία έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. Α.Π. 625/2005 ΠΧ, ΝΣΤ, 21, Α.Π. 382/2006 ΠΧ, ΝΣΤ, 898, Α.Π. 573/2003 ΠΧ, ΝΔ, 123, Α.Π. 1975/2001 ΠΧ, ΝΒ, 639, Α.Π. 692/2000 ΠΧ, ΝΑ, 47 κ.λ.π.). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτικά παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1057/2008, ΑΠ 1155/2000 ΠΧ, ΝΑ, 398). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (τις χωρίς όρκο καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των κατηγορουμένων κατά την προκαταρκτική εξέταση, τις ενώπιον του Ανακριτή ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν) προέκυψαν τα εξής: Ο μηνυτής Ψ1 που κατοικεί σήμερα στην Αγγλία (...) γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα και έμεινε με τους γονείς του στην οδό ... μέχρι το 1993, οπότε έφυγε για το εξωτερικό. Είναι μηχανολόγος ηλεκτρολόγος και με την ειδικότητα του αυτή εργαζόταν από την αρχή της καριέρας του μέχρι σήμερα σε διάφορες επιχειρήσεις ως υπεύθυνος τεχνολογικών υπηρεσιών πληροφορικής, δεν είχε δε ποτέ σχέση με επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα οποιασδήποτε μορφής. Την 13.2.2003 κοινοποιήθηκαν στην κατοικία των γονέων του στην Αθήνα -... δύο δικόγραφα: α) μία αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί συντηρητικής κατασχέσεως της περιουσίας του, η οποία εκδικάσθηκε στο Μον. Πρωτ/κείο Αθηνών την 26.3.2003, με αιτούσα την εταιρεία ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Η αίτηση στρεφόταν κατά του Ψ1 ως δήθεν εκπροσώπου, δ/ντος συμβούλου της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", με την οποία ο μηνυτής δεν είχε καμία σχέση. Στο δικόγραφο αναγραφόταν ότι ο Ψ1 ως δ/νων σύμβουλος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." εξέδωσε στην Αθήνα την ..., ... δύο ακάλυπτες επιταγές, με αριθμό ... και ... της Τράπεζας Εργασίας και της Γενικής Τράπεζας αντίστοιχα, ποσού 7.119,37€ και 3.005,176 με χρέωση αντίστοιχα των ... και ... λογαριασμών, β) μία αγωγή της ίδιας ανωτέρω εταιρείας ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" κατά του ανωτέρω ως δήθεν δ/ντος συμβούλου και εκπροσώπου της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." περί καταβολής στην ενάγουσα εταιρεία και με προσωπική του κράτηση του συνόλου των δύο ανωτέρω αναφερομένων στο δικόγραφο των ασφαλιστικών μέτρων ακαλύπτων επιταγών, 10.124,54 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, με δικάσιμο 29.4.04. Ερευνώντας το θέμα ο μηνυτής, που επέστρεψε για το λόγο αυτό αμέσως στην Ελλάδα, έλαβε από την Τράπεζα Εργασίας (EUROBANK), στην οποία είχε απευθυνθεί μέσω του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού επ' ονόματι του ή επ' ονόματι της εταιρείας "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", της οποίας φερόταν ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος, το από 19.3.2003 έγγραφο της, με το οποίο του έθετε υπόψη το καταστατικό της εταιρείας αυτής. Το καταστατικό είχε καταρτιστεί την ... με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη-Κερχουλά. Το πρώτο Δ. Σ της εταιρείας φερόταν να απαρτίζεται από 1) τον Ψ1 ιδιωτικό υπάλληλο, κάτοικο ..., κάτοχο του ... δελτίου αστυν. ταυτότητας του ... Τ.Α Αθηνών, 2)τον Φ1 επιχειρηματία, κάτοικο ..., κάτοχο του .... δελτίου αστυν. ταυτότητας του Α.Τ ..., 3)τον Χ2 οικονομολόγο, κάτοικο ...., κάτοχο του .... δελτίου αστυν. ταυτότητας του Ι. Παρ/τος Ασφ. Αθηνών. Ο μηνυτής δεν εγνώριζε ούτε τη συμβολαιογράφο Πετυχάκη-Κερχουλά, με την οποία δεν είχε έρθει ποτέ σε επαφή για οποιοδήποτε λόγο, ούτε τα πρόσωπα που εφέροντο να απαρτίζουν το ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας. Αποδείχθηκε δε ότι το ... δελτίο αστυν. ταυτότητας του ...' Τ.Α. Αθηνών ήταν πλαστό, γιατί 1) ο αριθμός ... αντιστοιχούσε στον αριθμό της ισχύουσας αστυνομικής ταυτότητας του Ψ1 που εκδόθηκε από το ...' Α.Τ. Αθηνών το έτος 1993 και η οποία λόγω γάμου του με τη Τ1 αντικατέστησε την πρώτη του αστυνομική ταυτότητα που είχε εκδώσει ως μαθητής το έτος 1971. Συγκεκριμένα ο αριθμός της ισχύουσας αστυνομικής ταυτότητας του μηνυτή είναι ..., εκδόθηκε δε από το ... ΤΑ Αθηνών, 2)όμως ενώ ο αριθμός της πλαστής ταυτότητας αντιστοιχούσε στον αριθμό της από του έτους 1993 εκδοθείσας δικής του πραγματικής αστυνομικής ταυτότητας (...), εν τούτοις το φερόμενο ως έτος έκδοσης της πλαστής ταυτότητας δεν ήταν το 1993, αλλά το έτος 1971. Κατά την εκδίκαση της ανωτέρω αναφερομένης αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, ο μηνυτής παριστάμενος δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του αρνήθηκε το περιεχόμενο αυτής, έκανε ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως και κατονόμασε ως πλαστογράφους τους Φ1, Χ2 και Χ1 με τον οποίο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της αιτούσας εταιρείας, έγιναν οι συναλλαγές και συμφωνίες μεταξύ της αιτούσας και της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." παρουσιαζόταν δε ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και δεν έμοιαζε καθόλου με τον μηνυτή, του οποίου του επεδείχθη φωτογραφία. Στο μεταξύ συνεχιζόταν η επίδοση και άλλων δικογράφων σε βάρος του μηνυτή. Έτσι α)την 19.2.2003 του επιδόθηκε η 8493/2003 Δ/γή Πληρωμής του Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών κατόπιν αιτήσεως της "Α.Ε. ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ", διότι αυτός (ο Ψ1) ως δήθεν εκπρόσωπος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." είχε εκδώσει τρεις ακάλυπτες επιταγές, μία της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. και δύο της ASPIS BANK, συνολικού ποσού 14.250,62€ (2,954,46€ + 8.000 + 3.296,16). β)Την 14.4.2003 του επιδόθηκε η 2809/2003 Δ/γη Πληρωμής Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών κατόπιν αιτήσεως της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", διότι αυτός ως δήθεν εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." είχε εκδώσει μία ακάλυπτη επιταγή της ASPIS BANK ποσού 13.564,16 ευρώ. γ)Τη ν 14.4.2003 του επιδόθηκε η 685/2003 Δ/γή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατόπιν αίτησης της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", διότι αυτός ως δήθεν εκπρόσωπος της άνω εταιρείας είχε εκδώσει μία ακάλυπτη επιταγή της EUROBANK ERGASIAS Α.Ε. ποσού 2.706,04€. δ)Την 8.5.2003 του επιδόθηκε η 3385/2003 Δ/γή Πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών κατόπιν αίτησης της "Α.Ε. Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ", διότι ως δήθεν εκπρόσωπος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." είχε εκδώσει μία ακάλυπτη επιταγή της Γενικής Τράπεζας Ελλάδος ποσού 8.773,59€. Ο Ψ1 άσκησε ανακοπές κατά των ανωτέρω διαταγών πληρωμής, οι οποίες δεν εκδικάστηκαν, γιατί στη συνέχεια παραιτήθηκε των σχετικών δικογράφων για τυπικούς δικονομικούς λόγους (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως) και την 22/7/2003 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 15/7/2003 μήνυση του κατά των Φ1, Χ2, Χ1 και κατά παντός άλλου υπαιτίου, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε η προκειμένη ποινική δίωξη, που επεκτάθηκε και κατά των Χ3 κατοίκου .... και Π1 (κατοίκου εν ζωή ....). Για τα ανωτέρω άτομα που φέρονται εμπλεκόμενα με την "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε", πρέπει να αναφερθούν ειδικότερα τα εξής: Ο Χ2 που δηλώνει οικονομολόγος, δέχθηκε τη συμμετοχή του στη σύσταση της εταιρείας "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε", ισχυρίστηκε δε ότι, λόγω του ότι είχε εμπειρία στην ίδρυση και τη δημιουργία ανωνύμων εταιρειών, πράγμα που γνώριζε ο πελάτης του Χ3 ο τελευταίος και ο γνωστός του Π1 τον έφεραν σε επαφή με κάποιο άτομο ονόματι Ψ1 (το οποίο, μετά από επίδειξη φωτογραφίας του μηνυτή, δήλωσε ότι δεν έχει σχέση με αυτόν), που του πρότεινε να εισέλθει για κάποιους μήνες με αμοιβή ως μέλος στο Δ. Σ της εταιρείας, την οποία επρόκειτο να συστήσει αυτός, για να τον βοηθήσει διαδικαστικά στη σύσταση της. Έκανε όλη τη σχετική διαδικασία, συνόδευσε μάλιστα τον Ψ1 σε Τράπεζες για να ανοίξει αυτός τραπεζικούς λογαριασμούς και για να πραγματοποιήσει διάφορες συναλλαγές. Δεν είναι όμως καθόλου πειστικός όταν διατείνεται, ότι αν και είχε εμπειρία στην ίδρυση και δημιουργία ανωνύμου εταιρείας και επομένως γνώση των συνεπειών της συμμετοχής στο Δ. Σ αυτής, δέχθηκε την πρόταση ενός αγνώστου σ' αυτόν ατόμου να εισέλθει στην ανωτέρω εταιρεία για κάποιους μήνες ως μέλος του Δ. Σ αυτής, έστω και με αμοιβή, χωρίς να γνωρίζει την προέλευση του κεφαλαίου της, ούτε και τα υπόλοιπα άτομα που μετείχαν στο Δ.Σ αυτής. Τον Χ1 ο μηνυτής γνώριζε απλά ως συνάδελφο από την εποχή που εργαζόταν στην Τράπεζα CITIBANK στην Αθήνα και ειδικά στο Τμήμα .... που διατηρούσε η Τράπεζα στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1985 και 1990. Ο ανωτέρω, όπως κατέθεσαν τόσο ο μηνυτής όσο και η Ν1, ήταν υπεύθυνος προσωπικού του ανωτέρω τμήματος της CITIBANK τότε και ως εκ τούτου είχε πρόσβαση σε όλα τα προσωπικά στοιχεία και στα δελτία ταυτότητας του προσωπικού της Τράπεζας. Υπό την ιδιότητα του αυτή λοιπόν φαίνεται πως πληροφορήθηκε τα στοιχεία του μηνυτή, που είχε καταθέσει αντίγραφα των ταυτοτήτων του στην Τράπεζα, καθώς και το γεγονός ότι αυτός είχε εγκατασταθεί στο εξωτερικό. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ1, εκπροσώπου της ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", Λ1 πωλητή της εταιρείας Ε.Ι ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ, Γ1, γενικού διευθυντή κατά το έτος 2002 της εταιρείας ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΕ και του Δ1 πωλητή της ίδιας τελευταίας εταιρείας, προκύπτει ότι οι ανωτέρω εταιρείες συνηλλάγησαν με την "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ", μέσω του Χ1. Αυτός στον Μ1 συστήθηκε ως εκπρόσωπος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ", στον Λ1 αρχικά ως υπεύθυνος του καταστήματος της ανωτέρω εταιρείας στη ..., πράγμα που αρνήθηκε στην συνέχεια και τον παρέπεμψε στους υπευθύνους της εταιρείας, χωρίς να τους κατονομάσει, στα κεντρικά δήθεν γραφεία αυτής επί της.... στην Αθήνα, όπου όμως, όπως εξακριβώθηκε, δεν είχε γραφεία η εταιρεία. Τέλος στον Δ1 ο ανωτέρω ανέφερε ότι ήταν απλός υπάλληλος της εταιρείας και του σύστησε άτομο ονόματι Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, το οποίο μάλιστα υπέγραψε παρουσία του μάρτυρα αυτού επιταγή της "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε", που δεν πληρώθηκε και το οποίο, όπως καταθέτει ο ανωτέρω μάρτυρας δεν έχει φυσιογνωμικά σχέση με τον μηνυτή. Οι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών, καθώς και της εταιρείας"ΡLΙΑS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", έχοντας την πεποίθηση ότι η "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε" έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείται από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, συνηλλάγησαν με την εταιρεία αυτή και δέχθηκαν τις πιο κάτω πλαστές επιταγές της, που βρέθηκαν ακάλυπτες, εστράφησαν δε για το λόγο αυτό κατά της εταιρείας "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε" και πέτυχαν την έκδοση των ανωτέρω αναφερομένων διαταγών πληρωμής, τις οποίες κοινοποίησαν στον μηνυτή ως δήθεν εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλο της ανωτέρω Α.Ε., όπως προεκτέθηκε. Συγκεκριμένα: α)οι εκπρόσωποι της ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε." δέχθηκαν τις .... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, ποσού 7.119,37 ευρώ και την ...επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 3.005,17 ευρώ, β)οι εκπρόσωποι της "ΜΥΛΟΙ ΑΠΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε" τις .... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, ποσού 2.954,46 ευρώ, την ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 8000 ευρώ και την ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 3.296,16 ευρώ, γ) οι εκπρόσωποι της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, ποσού 2.706, 04 ευρώ και την ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 13.564,16 ευρώ και δ) οι εκπρόσωποι της"Α.Ε. Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ" την ... επιταγή της. Γενικής Τράπεζας, ποσού 8.773,59 ευρώ. Ο Χ1 αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι στο ... χιλ. της Ν.Ε.Ο. ... η σύζυγος του και η Σ1 διατηρούσαν επιχείρηση τροφίμων με την επωνυμία ".... Ε.Ε", την οποία έκλεισαν γιατί δεν βρήκαν πωλητές και κατά συνέπεια δεν έχει καμία σχέση με την "ΠΡΟΤΥΠΟ-ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε". Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, είναι αυτός που πρωτοστατούσε στις συναλλαγές και συμφωνίες της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α. Ε" με κάθε τρίτο συναλλασσόμενο εμφανιζόμενος άλλοτε ως εκπρόσωπος και άλλοτε ως υπάλληλος της εταιρείας αυτής, είναι δε εκείνος που λόγω της ιδιότητος του για ένα διάστημα ως διευθυντή προσωπικού στην Τράπεζα CITIBANK είχε πρόσβαση στα στοιχεία ταυτότητας του μηνυτή, εργαζόμενου τότε στην ίδια Τράπεζα. Αναφορικά τέλος με τους Φ1, για τον οποίο το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, τον Π1 για τον οποίο το ανωτέρω βούλευμα αποφάνθηκε ότι θεωρεί ως μη γενομένη την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη και τον μη ασκήσαντα έφεση Χ3 και για τον σχηματισμό ολοκληρωμένης εικόνας για την υπόθεση λεκτέα τα εξής: ο Φ1 ενεπλάκη στην υπόθεση, όταν, κατόπιν προτροπής του ήδη θανόντος Π1 ο οποίος του είχε βρει δουλειά σε σούπερ μάρκετ του Χ1 που, όπως του είπε, θα εκμεταλλευόταν ο ίδιος μετά από μεταβίβαση του, σε συνεργασία με τον Χ3 και επειδή είχε μεγάλη ανάγκη να εργαστεί, δέχθηκε να συμμετάσχει τυπικά στο Δ.Σ της εταιρείας "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε", για λογαριασμό του Π1 ο οποίος, όπως του δήλωσε, δεν ήθελε να εμφανιστεί στην επιχείρηση για φορολογικούς λόγους. Έτσι την 15/4/2002 συνοδευόμενος από τον Π1 προσήλθε στο γραφείο της Συμβολαιογράφου Παρασκευής Πετυχάκη, όπου συνάντησε κάποιον Ψ1 που, όπως τον είχε ενημερώσει ο Π1 ενεργούσε για λογαριασμό του Χ3 ο οποίος επίσης δεν ήθελε να εμφανίζεται στην επιχείρηση για φορολογικούς λόγους και υπέγραψαν, αυτός και ο εμφανιζόμενος ως Ψ1 ως ιδρυτές την 26094/2002 πράξη συστάσεως ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Στη συνέχεια και αφού ο Φ1 έμεινε για πολύ καιρό απληροφόρητος σχετικά με τη λειτουργία της επιχείρησης λόγω της έκτακτης εισαγωγής του Π1 στο νοσοκομείο τον Μάιο του 2002 και της σοβαρής κατάστασης της υγείας του, έμαθε κάποια στιγμή από αυτόν ότι η συνεργασία δεν θα συνεχιζόταν και η επιχείρηση δεν θα λειτουργούσε. Πλην όμως και ενώ εν τω μεταξύ ο Π1 είχε αποβιώσει ο Φ1 ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες προκειμένου να αποδείξει ότι δεν είχε σχέση με την έκδοση επιταγών που εφέρετο να έχει εκδώσει ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας. Με το 2283/2006 δε βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατόπιν μηνύσεως του Φ1 παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Χ3 και ο Χ1 για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία, πράξη που αφορά την πλαστογραφία μιας τέτοιας επιταγής που φέρεται πως έχει εκδώσει ο ανωτέρω ως εκπρόσωπος της εταιρείας "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.". Εξ άλλου ο Χ2 την 17.3.2006 κατέθεσε στον 22° Τακτικό Ανακριτή Αθηνών ότι από την ανάμειξη του στην εταιρεία έχει καταλήξει ότι ο Φ1 δεν είχε καμία ενεργό συμμετοχή. Για τους ανωτέρω λόγους το εκκαλούμενο βούλευμα απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ1. Να σημειωθεί ότι, όταν επιδείχθηκε στον Φ1 φωτογραφία του μηνυτή, ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό είναι διαφορετικό από αυτό που εκείνος είχε γνωρίσει ως Ψ1 καθώς και ότι μετά από επίδειξη φωτογραφιών, όπως αναφέρεται στο ... σήμα-φαξ προς ΔΑΑ/ΥΔΟΕΑΗ/ΤΜ 1°, "αναγνώρισε, όπως δήλωσε, σαν δράστη της σε βάρος του Ψ1 απάτης, πλαστογραφίας, που έλαβε χώρα από αρχές Απριλίου 2002 έως την 14.9.2003 στην Αθήνα, τον Χ3. Επομένως ουσιαστικά η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε", της οποίας η άδεια σύστασης ανακλήθηκε με την 14361/2004 απόφαση του Νομάρχη, διότι ουδέποτε υποβλήθηκαν τα δικαιολογητικά σχετικά με την καταβολή του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου αφορούσε ουσιαστικά τους Χ2, Χ3, Χ1 και Π1 (για τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε ότι θεωρεί ως μη γενομένη την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Χ2. και ο Χ1 μαζί με τον μη ασκήσαντα έφεση Χ3 κατάρτισαν την ... πλαστή αστυνομική ταυτότητα, που φέρεται ως εκδοθείσα από το ...' Τ.Α. Αθηνών το έτος 1971, με στοιχεία Ψ1 κάτοικος .... συρράπτοντας τα πραγματικά στοιχεία του μηνυτή Ψ1 από δύο αστυνομικές του ταυτότητες. Δηλ. αυτή αναγράφει ως αριθμό της τον αριθμό της ισχύουσας ταυτότητας του μηνυτή (...), η οποία εκδόθηκε το έτος 1993 από το ...' Τ.Α. Αθηνών και ως έτος έκδοσης της αναγράφει το έτος έκδοσης της προγενέστερης ταυτότητας του, που είχε εκδοθεί το 1971. Στη θέση δε της υπογραφής έθεσαν εν αγνοία του μηνυτή και χωρίς τη θέληση του κατ' απομίμηση την υπογραφή του. Την πλαστή ταυτότητα προσκόμισαν στην συμβολαιογράφο Αθηνών Παρασκευή Πετυχάκη-Κερχουλά και την χρησιμοποίησαν για να συστήσουν, δυνάμει της ...συμβολαιογραφικής πράξεως την εταιρεία "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." με έδρα την Αθήνα,.... Την χρησιμοποίησαν επίσης την 12.6.2002 και 9.8.2002 για να ανοίξουν στην EUROBANK ERGASIAS, στην Γενική Τράπεζα και στην ASPIS BANK τους ..., ...και ...λογαριασμούς αντίστοιχα. Κατάρτισαν εξάλλου το 15.4.2002 πλαστό καταστατικό της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." με σκοπό την εμπορία μηχανολογικού, ηλεκτρονικού, ηλεκτρολογικού, οικοδομικού υλικού, καθώς και την εμπορία παντός είδους νωπών και κατεψυγμένων τροφίμων και ποτών με έδρα την Αθήνα, .... Έθεσαν δε επ' αυτού εν αγνοία του μηνυτή και κατ' απομίμηση της την υπογραφή του, εμφανίζοντας τον ως ιδρυτή της Α.Ε., μέλος του πρώτου Δ. Σ. Το ανωτέρω καταστατικό προσκόμισαν την 29.4.2002 στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Αθηνών προς έγκριση από τον Νομάρχη και με την 9707/2002 απόφαση του καταχωρήθηκε η Α. Ε. στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών με αριθμό ..... Την δε 9. 8.2002 το προσκόμισαν στην ASPIS BANK για ν' ανοιχθεί ο ... λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας. Περαιτέρω την 25.4.2002 κατάρτισαν το από 25.4.2002 πρακτικό συνεδρίασης Δ. Σ. με αριθμό 1, με το οποίο εμφανίζεται να έχει εκλεγεί ως πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." ο μηνυτής Ψ1 ο Φ1 ως αντιπρόεδρος και ο Χ2 ως μέλος του Δ.Σ. της Α.Ε. Έθεσαν δε στη θέση του προέδρου εν αγνοία του μηνυτή και χωρίς τη θέληση του κατ' απομίμηση της την υπογραφή του. Αυτό το πλαστό έγγραφο προσκόμισαν την 12.6.2002 στην EUROBANK ERGASIAS σε ακριβές αντίγραφο για να ανοίξουν τον ... λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Την 27.5.2002 επίσης κατάρτισαν το από 27.5.2002 πρακτικό συνεδρίασης Δ.Σ. υπ' αριθμό 1, με το οποίο εμφανίζεται να έχει εκλεγεί ως πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος της ανωτέρω Α.Ε. ο μηνυτής Ψ1 , ο Φ1 να έχει εκλεγεί αντιπρόεδρος και ο Χ2 μέλος του Δ.Σ. Στη θέση δε του προέδρου του Δ.Σ. έθεσαν κατ' απομίμηση, εν αγνοία του μηνυτή και χωρίς τη θέληση του την υπογραφή του. Το πλαστό αυτό πρακτικό προσκόμισαν την 9.8.2002 στην ASPIS BANK σε ακριβές αντίγραφο για να ανοίξουν τον ...λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Περαιτέρω κατόπιν συναπόφασης ο Χ2, ο Χ1 και ο Χ3 προέβησαν σε έκδοση επιταγών στο όνομα της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", θέτοντας τη σφραγίδα της εταιρείας αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή Ψ1 ως προέδρου και δ/ντος συμβούλου της εταιρείας, εν αγνοία του και χωρίς τη θέληση του, σε διαταγή τρίτων προσώπων συναλλασσομένων με την εταιρεία. Ειδικότερα εξέδωσαν στην Αθήνα: α) την .... την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, συρόμενη επί του ...λογαριασμού, ποσού 7.119,37 ευρώ και την 30.12.2002 την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 3.005,17 ευρώ, συρόμενη επί του ... λογαριασμού, πληρωτέες σε δ/γή της ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.". Σ'αυτές έθεσαν κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του μηνυτή Ψ1 ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, την υπογραφή του. Οι επιταγές σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες και η κομίστρια εταιρεία στράφηκε κατά του εκδότη β) την .... την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS ποσού 2954,46€, την .... την ...επιταγή της ASPIS BANK ποσού 8.000 ευρώ και την .... την ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 3.296,16 ευρώ, πληρωτέες σε δ/γή "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε." και έθεσαν σ' αυτές κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του μηνυτή την υπογραφή του ως εκπροσώπου της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.". Οι επιταγές βρέθηκαν ακάλυπτες και σφραγίστηκαν και η κομίστρια εταιρεία των επιταγών αυτών στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 8943/2002 Δ/γής Πληρωμής Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε στον μηνυτή την 19.2.2003 ως δήθεν εκπρόσωπο της ανωτέρω Α.Ε. γ) την ... την ...επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 13.564,16 ευρώ, συρόμενη επί του .... λογαριασμού, στην οποία έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, πληρωτέα σε διαταγή της εταιρείας "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", η οποία ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Η κομίστρια εταιρεία της επιταγής στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 2809/2003 Δ/γής Πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε στον μηνυτή ως εκπρόσωπο της Α.Ε. την 14.4.2003 δ) την ... την .... επιταγή της EUROBANK ERGASΙAS ποσού 2.706,04€, στην οποία έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή Ψ1 ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, πληρωτέα σε δ/γή της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", η οποία ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Η κομίστρια εταιρεία της επιταγής στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 685/2003 Δ/γής Πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε στον μηνυτή ως εκπρόσωπο της Α.Ε. την 14.4.2003 ε) την ... την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 8.773,59 ευρώ, στην οποία έθεσαν κατ' απομίμηση και εν αγνοία του μηνυτή Ψ1 την υπογραφή του, ως εκπροσώπου της ανωτέρω Α.Ε., πληρωτέα σε δ/γή της εταιρείας "Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", η οποία ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Η παραπάνω κομίστρια των επιταγών στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 3385/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε την 8.5.2003 στον μηνυτή ως εκπρόσωπο της Α.Ε. Τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση αυτών τους συναλλασσόμενους με την "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." ότι αυτά ήταν γνήσια , και ότι εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας ήταν ο μηνυτής. Εξ άλλου οι Χ2, Χ1, Χ3 κατόπιν συναπόφασης στην Αθήνα, την 30.10.2002 και την 30.12.2002, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" ότι η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείτο από τον μηνυτή Ψ1 ως δ/ντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και ως πρόεδρο του Δ.Σ., διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας του τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερόμενη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της πρώτης εταιρείας να συναλλαγούν με την δεύτερη εταιρεία και να δεχθούν τις υπό στοιχ. α' πλαστές επιταγές, που είχαν εκδώσει και οι οποίες ήταν ακάλυπτες, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτών, 10.124, 54 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε". Την 31.10.2002, 25.11.2002 και 5.12.2002 εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε." ότι η "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείται από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και εν συνεχεία ως πρόεδρο του Δ.Σ., δ/ντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερομένη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της δεύτερης εταιρείας να συναλλαγούν με την πρώτη εταιρεία και να δεχθούν τις ανωτέρω υπό στοιχ. β' πλαστές επιταγές που είχαν εκδώσει και οι οποίες ήταν ακάλυπτες, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτών, δηλ. 14.492,32 ευρώ (8.000+2954,46+3296,16), με αντίστοιχη ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.". Επίσης την 31.12.2002 εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." ότι η "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείτο από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και στη συνέχεια ως πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερόμενη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της πρώτης εταιρείας να συναλλαγούν με την εταιρεία "ΠΡΟΤΎΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." και να δεχθούν την προαναφερόμενη υπό στοιχ. γ' πλαστή επιταγή που είχαν εκδώσει και ήταν ακάλυπτη, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτής, 13.564, 16 ευρώ, με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟMARKET Α.Ε.". Την 30.10.2002 παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." ότι η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείτο από τον μηνυτή Ψ1 ως δ/ντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και στη συνέχεια ως πρόεδρο του Δ.Σ. διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερόμενη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." να συναλλαγούν με την "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." και να δεχθούν την υπό στοιχ. δ' πλαστή επιταγή που είχαν εκδώσει και ήταν ακάλυπτη, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτής, 2.706,04 ευρώ, με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.". Την 27.11.2002 εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε." ότι η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείται από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και εν συνεχεία ως πρόεδρο Δ.Σ., διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην ανωτέρω εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της "Ε.Ι.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε." να συναλλαγούν με την "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." και να δεχθούν την υπό στοιχ. ε' πλαστή επιταγή που είχαν εκδώσει (οι κατ/νοι) και ήταν ακάλυπτη ζημιώνοντας το μηνυτή κατά το ποσό αυτής, 8.773, 59 ευρώ, με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ A.E. Αναφορικώς δε με την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως των ως άνω πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με την οργάνωση και την ετοιμότητά τους για την τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, το δε συνολικό όφελός τους και η αντίστοιχη ζημία του μηνυτή υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού ανέρχεται στο ποσό των 49418,95 € με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή Ψο οποίος ως δήθεν νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω ΑΕ ευθύνεται για το ποσό των 49.418,95 ευρώ. Με βάση δε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορούμενων για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. και για το λόγο αυτό απέρριψε τις απ'αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 1107/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα περιγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε ο αναιρεσείων ως συναυτουργός. Επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατ'επάγγελμα τέλεση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και της απάτης κατ'εξακολούθηση. Ακόμα δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων α) η μη αιτιολογημένη απάντηση στα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή ουδέποτε εργάστηκε με οιαδήποτε εργασιακή σχέση στην τράπεζα CITIBANK ή σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, αφού πρόκειται για αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των οποίων η απόρριψη δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας και β) η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεδομένου ότι η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με την από το άρθρο 177 του Κ.Ποιν.Δ. καθιερούμενη αρχή της ηθικής αποδείξεως. Εξάλλου, εφόσον, όπως έγινε δεκτό, το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, δεν στερείται τούτο νόμιμης βάσεως και το Συμβούλιο που το εξέδωσε δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1β-α-3περ. α, 216 παρ. 1, 3 εδ. β', 13 στ, 45, 98 Π.Κ. Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1β-δ Κ.Ποιν.Δ. πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 46/16-3-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 κάτοικο ..., κατά του αριθμ. 273/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 1 Ιουνίου 2009 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως ή και σιωπηρώς, με συνολική συμπεριφορά που κατευθύνεται στη δημιουργία πλάνης, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και εκ της παραπλανήσεως να προέβη ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή ζημία στον παραπλανηθέντα ή τρίτο. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και, επιπροσθέτως, σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Κατά δε τη διάταξη του εδ. β' της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε στην παράγ. 3 με το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. β' Ν.2721/1999, η πλαστογραφία έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (τις χωρίς όρκο καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των κατηγορουμένων κατά την προκαταρκτική εξέταση, τις ενώπιον του Ανακριτή ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν) προέκυψαν, επί λέξει, τα εξής: "Ο μηνυτής Ψ1 που κατοικεί σήμερα στην Αγγλία (...), γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα και έμεινε με τους γονείς του στην οδό ... μέχρι το 1993, οπότε έφυγε για το εξωτερικό. Είναι μηχανολόγος ηλεκτρολόγος και με την ειδικότητά του αυτή εργαζόταν από την αρχή της καριέρας του μέχρι σήμερα σε διάφορες επιχειρήσεις ως υπεύθυνος τεχνολογικών υπηρεσιών πληροφορικής, δεν είχε δε ποτέ σχέση με επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα οποιασδήποτε μορφής. Την 13.2.2003 κοινοποιήθηκαν στην κατοικία των γονέων του στην Αθήνα - ..., δύο δικόγραφα: α) μία αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί συντηρητικής κατασχέσεως της περιουσίας του, η οποία εκδικάσθηκε στο Μον. Πρωτ/κείο Αθηνών την 26.3.2003, με αιτούσα την εταιρεία ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Η αίτηση στρεφόταν κατά του Ψ1 ως δήθεν εκπροσώπου, δ/ντος συμβούλου της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", με την οποία ο μηνυτής δεν είχε καμία σχέση. Στο δικόγραφο αναγραφόταν ότι ο Ψ1 ως δ/νων σύμβουλος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." εξέδωσε στην Αθήνα την 30.10.2002, 30.12.2002 δύο ακάλυπτες επιταγές, με αριθμό ... και ...της Τράπεζας Εργασίας και της Γενικής Τράπεζας αντίστοιχα, ποσού 7.119,37 € και 3.005,17 € με χρέωση αντίστοιχα των ... και ... λογαριασμών, β) μία αγωγή της ίδιας ανωτέρω εταιρείας ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" κατά του ανωτέρω ως δήθεν δ/ντος συμβούλου και εκπροσώπου της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." περί καταβολής στην ενάγουσα εταιρεία και με προσωπική του κράτηση του συνόλου των δύο ανωτέρω αναφερομένων στο δικόγραφο των ασφαλιστικών μέτρων ακαλύπτων επιταγών, 10.124,54 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, με δικάσιμο 29.4.04. Ερευνώντας το θέμα ο μηνυτής, που επέστρεψε για το λόγο αυτό αμέσως στην Ελλάδα, έλαβε από την Τράπεζα Εργασίας (EUROBANK), στην οποία είχε απευθυνθεί μέσω του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού επ' ονόματί του ή επ' ονόματι της εταιρείας "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." της οποίας φερόταν ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος, το από 19.3.2003 έγγραφό της, με το οποίο του έθετε υπόψη το καταστατικό της εταιρείας αυτής. Το καταστατικό είχε καταρτιστεί την 15.4.2002 με την 26094 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη -Κερχουλά. Το πρώτο Δ.Σ. της εταιρείας φερόταν να απαρτίζεται από 1) τον Ψ1 ιδιωτικό υπάλληλο, κάτοικο Αθηνών, ..., κάτοχο του ... δελτίου αστυν. ταυτότητας του.... Τ.Α. Αθηνών, 2)τον Φ1 επιχειρηματία, κάτοικο ...,κάτοχο του .... δελτίου αστυν. ταυτότητας του Α.Τ. ..., 3)τον Χ2 οικονομολόγο, κάτοικο Αθηνών, ..., κάτοχο του ....δελτίου αστυν. ταυτότητας του Ι. Παρ/τος Ασφ. Αθηνών. Ο μηνυτής δεν γνώριζε ούτε τη συμβολαιογράφο Πετυχάκη - Κερχουλά, με την οποία δεν είχε έρθει ποτέ σε επαφή για οποιοδήποτε λόγο, ούτε τα πρόσωπα που εφέροντο να απαρτίζουν το ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας. Αποδείχθηκε δε ότι το ...δελτίο αστυν. ταυτότητας του ....' Τ.Α. Αθηνών ήταν πλαστό, γιατί 1) ο αριθμός ....αντιστοιχούσε στον αριθμό της ισχύουσας αστυνομικής ταυτότητας του Ψ1 που εκδόθηκε από το ...' Α.Τ. Αθηνών το έτος 1993 και η οποία λόγω γάμου του με τη Τ1 αντικατέστησε την πρώτη του αστυνομική ταυτότητα που είχε εκδώσει ως μαθητής το έτος 1971. Συγκεκριμένα ο αριθμός της ισχύουσας αστυνομικής ταυτότητας του μηνυτή είναι ..., εκδόθηκε δε από το ... ΤΑ Αθηνών, 2)όμως ενώ ο αριθμός της πλαστής ταυτότητας αντιστοιχούσε στον αριθμό της από του έτους 1993 εκδοθείσας δικής του πραγματικής αστυνομικής ταυτότητας (...), εν τούτοις το φερόμενο ως έτος έκδοσης της πλαστής ταυτότητας δεν ήταν το 1993, αλλά το έτος 1971. Κατά την εκδίκαση της ανωτέρω αναφερομένης αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, ο μηνυτής παριστάμενος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του αρνήθηκε το περιεχόμενο αυτής, έκανε ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως και κατονόμασε ως πλαστογράφους τους Φ1 , Χ2 και Χ1 με τον οποίο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της αιτούσας εταιρείας, έγιναν οι συναλλαγές και συμφωνίες μεταξύ της αιτούσας και της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", παρουσιαζόταν δε ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και δεν έμοιαζε καθόλου με τον μηνυτή, του οποίου του επεδείχθη φωτογραφία. Στο μεταξύ συνεχιζόταν η επίδοση και άλλων δικογράφων σε βάρος του μηνυτή. Έτσι α) την 19.2.2003 του επιδόθηκε η 8493/2003 Δ/γή Πληρωμής του Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών κατόπιν αιτήσεως της "Α.Ε. ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ", διότι αυτός (ο Ψ1) ως δήθεν εκπρόσωπος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." είχε εκδώσει τρεις ακάλυπτες επιταγές, μία της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias ΑΕ και δύο της ASPIS ΒΑΝΚ, συνολικού ποσού 14.250,62 € (2,954,46 € + 8.000 + 3.296,16). β)Την 14.4.2003 του επιδόθηκε η 2809/2003 Δ/γη Πληρωμής Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών κατόπιν αιτήσεως της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", διότι αυτός ως δήθεν εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." είχε εκδώσει μία ακάλυπτη επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ ποσού 13.564,16 ευρώ. γ)Την 14.4.2003 του επιδόθηκε η 685/2003 Δ/γή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατόπιν αίτησης της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", διότι αυτός ως δήθεν εκπρόσωπος της άνω εταιρείας είχε εκδώσει μία ακάλυπτη επιταγή της EUROBANK ERGASIAS Α.Ε. ποσού 2.706,04 €. δ)Την 8.5.2003 του επιδόθηκε η 3385/2003 Δ/γή Πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών κατόπιν αίτησης της "Α.Ε. Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ", διότι ως δήθεν εκπρόσωπος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." είχε εκδώσει μία ακάλυπτη επιταγή της Γενικής Τράπεζας Ελλάδος ποσού 8.773,59 €. Ο Ψ1 άσκησε ανακοπές κατά των ανωτέρω διαταγών πληρωμής, οι οποίες δεν εκδικάστηκαν, γιατί στη συνέχεια παραιτήθηκε των σχετικών δικογράφων για τυπικούς δικονομικούς λόγους (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως) και την 22/7/2003 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 15/7/2003 μήνυσή του κατά των Φ1, Χ2, Χ1 και κατά παντός άλλου υπαιτίου, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε η προκειμένη ποινική δίωξη, που επεκτάθηκε και κατά των Χ3 (κατοίκου ...) καιΠ1 (κατοίκου εν ζωή ...). Για τα ανωτέρω άτομα που φέρονται εμπλεκόμενα με την "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", πρέπει να αναφερθούν ειδικότερα τα εξής: Ο Χ2 που δηλώνει οικονομολόγος, δέχθηκε τη συμμετοχή του στη σύσταση της εταιρείας "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", ισχυρίστηκε δε ότι, λόγω του ότι είχε εμπειρία στην ίδρυση και τη δημιουργία ανωνύμων εταιρειών, πράγμα που γνώριζε ο πελάτης του Χ3 ο τελευταίος και ο γνωστός του Π1 τον έφεραν σε επαφή με κάποιο άτομο ονόματι Ψ1 (το οποίο, μετά από επίδειξη φωτογραφίας του μηνυτή, δήλωσε ότι δεν έχει σχέση με αυτόν), που του πρότεινε να εισέλθει για κάποιους μήνες με αμοιβή ως μέλος στο Δ. Σ. της εταιρείας, την οποία επρόκειτο να συστήσει αυτός, για να τον βοηθήσει διαδικαστικά στη σύστασή της. Έκανε όλη τη σχετική διαδικασία, συνόδευσε μάλιστα τον Ψ1 σε Τράπεζες για να ανοίξει αυτός τραπεζικούς λογαριασμούς και για να πραγματοποιήσει διάφορες συναλλαγές. Δεν είναι όμως καθόλου πειστικός όταν διατείνεται, ότι αν και είχε εμπειρία στην ίδρυση και δημιουργία ανωνύμου εταιρείας και επομένως γνώση των συνεπειών της συμμετοχής στο Δ. Σ αυτής, δέχθηκε την πρόταση ενός αγνώστου σ' αυτόν ατόμου να εισέλθει στην ανωτέρω εταιρεία για κάποιους μήνες ως μέλος του Δ. Σ αυτής, έστω και με αμοιβή, χωρίς να γνωρίζει την προέλευση του κεφαλαίου της, ούτε και τα υπόλοιπα άτομα που μετείχαν στο Δ.Σ. αυτής. Τον Χ1 ο μηνυτής γνώριζε απλά ως συνάδελφο από την εποχή που εργαζόταν στην Τράπεζα CITIBANK στην Αθήνα και ειδικά στο Τμήμα .... που διατηρούσε η Τράπεζα στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1985 και 1990. Ο ανωτέρω, όπως κατέθεσαν τόσο ο μηνυτής όσο και η Ν1, ήταν υπεύθυνος προσωπικού του ανωτέρω τμήματος της CITIBANK τότε και ως εκ τούτου είχε πρόσβαση σε όλα τα προσωπικά στοιχεία και στα δελτία ταυτότητας του προσωπικού της Τράπεζας. Υπό την ιδιότητά του αυτή λοιπόν φαίνεται πως πληροφορήθηκε τα στοιχεία του μηνυτή, που είχε καταθέσει αντίγραφα των ταυτοτήτων του στην Τράπεζα, καθώς και το γεγονός ότι αυτός είχε εγκατασταθεί στο εξωτερικό. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ1 εκπροσώπου της ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", Λ1 πωλητή της εταιρείας Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ, Γ1, γενικού διευθυντή κατά το έτος 2002 της εταιρείας ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΕ και του Δ1 πωλητή της ίδιας τελευταίας εταιρείας, προκύπτει ότι οι ανωτέρω εταιρείες συνηλλάγησαν με την "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", μέσω του Χ1. Αυτός στον Μ1 συστήθηκε ως εκπρόσωπος της "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", στον Λ1 αρχικά ως υπεύθυνος του καταστήματος της ανωτέρω εταιρείας στη ...., πράγμα που αρνήθηκε στην συνέχεια και τον παρέπεμψε στους υπευθύνους της εταιρείας, χωρίς να τους κατονομάσει, στα κεντρικά δήθεν γραφεία αυτής επί της ....στην Αθήνα, όπου όμως, όπως εξακριβώθηκε, δεν είχε γραφεία η εταιρεία. Τέλος στον Δ1 ο ανωτέρω ανέφερε ότι ήταν απλός υπάλληλος της εταιρείας και του σύστησε άτομο ονόματι Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, το οποίο μάλιστα υπέγραψε παρουσία του μάρτυρα αυτού επιταγή της "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", που δεν πληρώθηκε και το οποίο, όπως καταθέτει ο ανωτέρω μάρτυρας, δεν έχει φυσιογνωμικά σχέση με τον μηνυτή. Οι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών, καθώς και της εταιρείας "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", έχοντας την πεποίθηση ότι η "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείται από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, συνηλλάγησαν με την εταιρεία αυτή και δέχθηκαν τις πιο κάτω πλαστές επιταγές της, που βρέθηκαν ακάλυπτες, εστράφησαν δε για το λόγο αυτό κατά της εταιρείας "ΠΡΟΤΥΠΟ EUROΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχαν την έκδοση των ανωτέρω αναφερομένων διαταγών πληρωμής, τις οποίες κοινοποίησαν στον μηνυτή ως δήθεν εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλο της ανωτέρω Α.Ε., όπως προεκτέθηκε. Συγκεκριμένα: α)οι εκπρόσωποι της "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" δέχθηκαν τις ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, ποσού 7.119,37 ευρώ και την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 3.005,17 ευρώ, β)οι εκπρόσωποι της "ΜΥΛΟΙ ΑΠΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε." τις ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, ποσού 2.954,46 ευρώ, την... επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ, ποσού 8000 ευρώ και την ... επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ, ποσού 3.296,16 ευρώ, γ) οι εκπρόσωποι της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, ποσού 2.706, 04 ευρώ και την ... επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ, ποσού 13.564,16 ευρώ και δ) οι εκπρόσωποι της "Α.Ε. Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ" την ... επιταγή της. Γενικής Τράπεζας, ποσού 8.773,59 ευρώ. Ο Χ1 αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίστηκε ότι στο .... χιλ. της Ν.Ε.Ο. .... στη .... η σύζυγός του και η Σ1 διατηρούσαν επιχείρηση τροφίμων με την επωνυμία ".... Ε.Ε.", την οποία έκλεισαν γιατί δεν βρήκαν πωλητές και κατά συνέπεια δεν έχει καμία σχέση με την "ΠΡΟΤΥΠΟ-ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.".Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, είναι αυτός που πρωτοστατούσε στις συναλλαγές και συμφωνίες της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." με κάθε τρίτο συναλλασσόμενο εμφανιζόμενος άλλοτε ως εκπρόσωπος και άλλοτε ως υπάλληλος της εταιρείας αυτής, είναι δε εκείνος που λόγω της ιδιότητος του για ένα διάστημα ως διευθυντή προσωπικού στην Τράπεζα CITIBANK είχε πρόσβαση στα στοιχεία ταυτότητας του μηνυτή, εργαζόμενου τότε στην ίδια Τράπεζα... Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Χ2 και ο Χ1 μαζί με τον μη ασκήσαντα έφεση Χ3 κατάρτισαν την ... πλαστή αστυνομική ταυτότητα, που φέρεται ως εκδοθείσα από το ...' Τ.Α. Αθηνών το έτος 1971, με στοιχεία Ψ1 κάτοικος ..., συρράπτοντας τα πραγματικά στοιχεία του μηνυτή Ψ1 από δύο αστυνομικές του ταυτότητες. Δηλ. αυτή αναγράφει ως αριθμό της τον αριθμό της ισχύουσας ταυτότητας του μηνυτή (....) η οποία εκδόθηκε το έτος 1993 από το ...' Τ.Α. Αθηνών και ως έτος έκδοσής της αναγράφει το έτος έκδοσης της προγενέστερης ταυτότητάς του, που είχε εκδοθεί το 1971. Στη θέση δε της υπογραφής έθεσαν εν αγνοία του μηνυτή και χωρίς τη θέλησή του κατ' απομίμηση την υπογραφή του. Την πλαστή ταυτότητα προσκόμισαν στην συμβολαιογράφο Αθηνών Παρασκευή Πετυχάκη-Κερχουλά και την χρησιμοποίησαν για να συστήσουν, δυνάμει της .... συμβολαιογραφικής πράξεως την εταιρεία "CASH AND CARRY ΠΡΟΤΥΠΟΝ EUROMARKET ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." με έδρα την Αθήνα, .... Την χρησιμοποίησαν επίσης την 12.6.2002 και 9.8.2002 για να ανοίξουν στην EUROBANK ERGASIAS, στην Γενική Τράπεζα και στην ASPIS ΒΑΝΚ τους ..., ... και ... λογαριασμούς αντίστοιχα. Κατάρτισαν εξάλλου το 15.4.2002 πλαστό καταστατικό της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." με σκοπό την εμπορία μηχανολογικού, ηλεκτρονικού, ηλεκτρολογικού, οικοδομικού υλικού, καθώς και την εμπορία παντός είδους νωπών και κατεψυγμένων τροφίμων και ποτών με έδρα την Αθήνα, ... . Έθεσαν δε επ' αυτού εν αγνοία του μηνυτή και κατ' απομίμησή της την υπογραφή του, εμφανίζοντάς τον ως ιδρυτή της Α.Ε., μέλος του πρώτου Δ. Σ. Το ανωτέρω καταστατικό προσκόμισαν την 29.4.2002 στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Αθηνών προς έγκριση από τον Νομάρχη και με την 9707/2002 απόφασή του καταχωρήθηκε η Α. Ε. στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών με αριθμό..... Την δε 9.8.2002 το προσκόμισαν στην ASPIS ΒΑΝΚ για ν' ανοιχθεί ο ...λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας. Περαιτέρω την 25.4.2002 κατάρτισαν το από 25.4.2002 πρακτικό συνεδρίασης Δ. Σ. με αριθμό 1, με το οποίο εμφανίζεται να έχει εκλεγεί ως πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." ο μηνυτής Ψ1 ο Φ1 ως αντιπρόεδρος και ο Χ2 ως μέλος του Δ.Σ. της Α.Ε. Έθεσαν δε στη θέση του προέδρου εν αγνοία του μηνυτή και χωρίς τη θέλησή του κατ' απομίμηση της την υπογραφή του. Αυτό το πλαστό έγγραφο προσκόμισαν την 12.6.2002 στην EUROBANK ERGASIAS σε ακριβές αντίγραφο για να ανοίξουν τον ...λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Την 27.5.2002 επίσης κατάρτισαν το από 27.5.2002 πρακτικό συνεδρίασης Δ.Σ. υπ' αριθμό 1, με το οποίο εμφανίζεται να έχει εκλεγεί ως πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος της ανωτέρω Α.Ε. ο μηνυτής Ψ1 , ο Φ1 να έχει εκλεγεί αντιπρόεδρος και ο Χ2 μέλος του Δ.Σ. Στη θέση δε του προέδρου του Δ.Σ. έθεσαν κατ` απομίμηση, εν αγνοία του μηνυτή και χωρίς τη θέλησή του την υπογραφή του. Το πλαστό αυτό πρακτικό προσκόμισαν την 9.8.2002 στην ASPIS ΒΑΝΚ σε ακριβές αντίγραφο για να ανοίξουν τον ... λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Περαιτέρω κατόπιν συναπόφασης ο Χ2, ο Χ1 και ο Χ3 προέβησαν σε έκδοση επιταγών στο όνομα της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", θέτοντας τη σφραγίδα της εταιρείας αυτής και κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή Ψ1 ως προέδρου και δ/ντος συμβούλου της εταιρείας, εν αγνοία του και χωρίς τη θέλησή του, σε διαταγή τρίτων προσώπων συναλλασσομένων με την εταιρεία. Ειδικότερα εξέδωσαν στην Αθήνα: α) την ... την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS, συρόμενη επί του ...λογαριασμού, ποσού 7.119,37 ευρώ και την ...την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 3.005,17 ευρώ, συρόμενη επί του ... λογαριασμού, πληρωτέες σε δ/γή της "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Σ' αυτές έθεσαν κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του μηνυτή Ψ1 ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, την υπογραφή του. Οι επιταγές σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες και η κομίστρια εταιρεία στράφηκε κατά του εκδότη, β) την ... την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS ποσού 2954,46 €, την ... την ... επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ ποσού 8.000 ευρώ και την ... την ...επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ ποσού 3.296,16 ευρώ, πληρωτέες σε δ/γή "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε." και έθεσαν σ' αυτές κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του μηνυτή την υπογραφή του ως εκπροσώπου της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.". Οι επιταγές βρέθηκαν ακάλυπτες και σφραγίστηκαν και η κομίστρια εταιρεία των επιταγών αυτών στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 8943/2002 Δ/γής Πληρωμής Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε στον μηνυτή την 19.2.2003 ως δήθεν εκπρόσωπο της ανωτέρω Α.Ε., γ) την ...την ...επιταγή της ASPIS ΒΑΝΚ, ποσού 13.564,16 ευρώ, συρόμενη επί του ... λογαριασμού, στην οποία έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, πληρωτέα σε διαταγή της εταιρείας "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", η οποία ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Η κομίστρια εταιρεία της επιταγής στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 2809/2003 Δ/γής Πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε στον μηνυτή ως εκπρόσωπο της Α.Ε. την 14.4.2003, δ) την ... την ... επιταγή της EUROBANK ERGASIAS ποσού 2.706,04 €, στην οποία έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή Ψ1 ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, πληρωτέα σε δ/γή της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", η οποία ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Η κομίστρια εταιρεία της επιταγής στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 685/2003 Δ/γής Πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε στον μηνυτή ως εκπρόσωπο της Α.Ε. την 14.4.2003, ε) την ... την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ποσού 8.773,59 ευρώ, στην οποία έθεσαν κατ' απομίμηση και εν αγνοία του μηνυτή Ψ1 την υπογραφή του, ως εκπροσώπου της ανωτέρω Α.Ε., πληρωτέα σε δ/γή της εταιρείας "Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", η οποία ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Η παραπάνω κομίστρια των επιταγών στράφηκε κατά της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και πέτυχε την έκδοση της 3385/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή Μον. Πρωτ/κείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε την 8.5.2003 στον μηνυτή ως εκπρόσωπο της Α.Ε. Τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση αυτών τους συναλλασσόμενους με την "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." ότι αυτά ήταν γνήσια, και ότι εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας ήταν ο μηνυτής....Εξάλλου οι Χ2, Χ1 , Χ3 κατόπιν συναπόφασης στην Αθήνα, την... και την ..., εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" ότι η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείτο από τον μηνυτή Ψ1 ως δ/ντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και ως πρόεδρο του Δ.Σ., διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας του τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερόμενη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της πρώτης εταιρείας να συναλλαγούν με την δεύτερη εταιρεία και να δεχθούν τις υπό στοιχ. α' πλαστές επιταγές, που είχαν εκδώσει και οι οποίες ήταν ακάλυπτες, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτών, 10.124,54 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.". Την ..., ... και ... εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε." ότι η "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείται από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και εν συνεχεία ως πρόεδρο του Δ.Σ., δ/ντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερομένη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της δεύτερης εταιρείας να συναλλαγούν με την πρώτη εταιρεία και να δεχθούν τις ανωτέρω υπό στοιχ. β' πλαστές επιταγές που είχαν εκδώσει και οι οποίες ήταν ακάλυπτες, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτών, δηλ.14.492,32 ευρώ (8.000+2954,46 + 3296,16), με αντίστοιχη ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.". Επίσης την 31.12.2002 εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." ότι η "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείτο από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και στη συνέχεια ως πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερόμενη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της πρώτης εταιρείας να συναλλαγούν με την εταιρεία "ΠΡΟΤΎΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." και να δεχθούν την προαναφερόμενη υπό στοιχ. γ' πλαστή επιταγή που είχαν εκδώσει και ήταν ακάλυπτη, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτής, 13.564, 16 ευρώ, με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.". Την 30.10.2002 παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." ότι η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείτο από τον μηνυτή Ψ1 ως δ/ντα σύμβουλο, ενώ η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και στη συνέχεια ως πρόεδρο του Δ.Σ. διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην προαναφερόμενη εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." να συναλλαγούν με την "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." και να δεχθούν την υπό στοιχ. δ' πλαστή επιταγή που είχαν εκδώσει και ήταν ακάλυπτη, ζημιώνοντας τον μηνυτή κατά το ποσό αυτής, 2.706,04 ευρώ, με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.". Την 27.11.2002 εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους εκπροσώπους της "Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής "Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε." ότι η εταιρεία "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." έχει συσταθεί νόμιμα και εκπροσωπείται από τον μηνυτή Ψ1 ως διευθύνοντα σύμβουλο, η αλήθεια ήταν ότι κατάρτισαν πλαστό καταστατικό θέτοντας ως ιδρυτή και εν συνεχεία ως πρόεδρο Δ.Σ., διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας τον μηνυτή, ο οποίος δεν είχε ανάμειξη στην ανωτέρω εταιρεία. Έτσι έπεισαν τους εκπροσώπους της "Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε." να συναλλαγούν με την "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε." και να δεχθούν την υπό στοιχ. ε' πλαστή επιταγή που είχαν εκδώσει (οι κατ/νοι) και ήταν ακάλυπτη ζημιώνοντας το μηνυτή κατά το ποσό αυτής, 8.773, 59 ευρώ, με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια δική τους και της "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε."". Αναφορικώς δε με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των ως άνω πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι "από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της πλαστογραφίας και απάτης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με την οργάνωση και την ετοιμότητά τους για την τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, το δε συνολικό όφελός τους και η αντίστοιχη ζημία του μηνυτή υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού ανέρχεται στο ποσό των 49418,95 € με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή Ψ1 ο οποίος ως δήθεν νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω ΑΕ ευθύνεται για το ποσό των 49.418,95 ευρώ". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορούμενων Χ2 και Χ1 (αναιρεσείοντος) και του μη ασκήσαντος έφεση Χ3 για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των15.000 ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε τις απ' αυτούς ασκηθείσες, κατά του υπ` αριθμ. 1107/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1,3 εδ. β και 386 παρ. 1β-α,3 περ. α του Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται, όσον αφορά το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, λεπτομερώς οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος και των συναυτουργών του προς τους νομίμους εκπροσώπους των εταιριών ".... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε.", "PLIAS ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." και "Ε. Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων, ως παραγωγού αιτίας, παραπλανήθηκαν οι τελευταίοι και προέβησαν σε επιζήμια για τον μηνυτή Ψ1 συμπεριφορά, ως και η βλάβη που υπέστη ο τελευταίος, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Όσον δε αφορά το έγκλημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας, προσδιορίζεται η ταυτότητα των δώδεκα πλαστών εγγράφων (αστυνομικής ταυτότητας, καταστατικού της εταιρίας "ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΙΟΥΡΟΜΑΡΚΕΤ Α.Ε.", δύο πρακτικών συνεδρίασης του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας και 8 επιταγών) που κατάρτισε ο αναιρεσείων και οι συναυτουργοί του, η χρήση των πλαστών, την οποία έκαναν, και η βλάβη που υπέστη ο ανωτέρω μηνυτής, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ Αιτιολογείται, ακόμη, πλήρως η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, η οποία προσδίδει σ' αυτές την κακουργηματική τους μορφή, με την αναφορά τόσο της επανειλημμένης τέλεσής τους, όσο και την αναφορά στοιχείων που υποδηλώνουν ότι ο αναιρεσείων και οι συναυτουργοί του είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους (οργάνωση και ετοιμότητα για την τέλεση των πράξεων αυτών). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να απορρίψει με ειδική αιτιολογία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αυτός ουδέποτε εργάσθηκε με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση στην Τράπεζα CITIBANK ή σε οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα, αφού πρόκειται για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, η απόρριψη του οποίου δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 46/16 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ` αριθ. 273/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη και κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση (με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης κατ' επάγγελμα) και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
2
Αριθμός 2148/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφαλιάκο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 626/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 438/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 161/5-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 20-3-2009 αίτηση του Χ, με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 626/28-5-2002 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση (άρθρ. 46 παρ. 1α, 98, 216 παρ. 1 ΠΚ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507, ΑΠ 1490/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ'701).). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 626/28-5-2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 1741/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, έκανε δεκτά τα εξής: Επειδή από τις καταθέσεις του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής και τον μάρτυρα του κατηγορητηρίου και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι Α) Οι πρώτος (Κ) και δεύτερη (Λ) στην ... στις 4 Οκτωβρίου 1995, 31 Οκτωβρίου 1995 και 10 Ιουνίου 1996, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και έκαναν χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, συγκεκριμένα δε ενώ εργάζονταν αμφότεροι στην επιχείρηση επιμεταλλώσεων και πολύφωτων που διατηρούσε ο Ζ και ήδη ..., στη Βιομηχανική Περιοχή ... και ειδικότερα, ενώ εργάζονταν ο πρώτος γενικός υπεύθυνος και η δεύτερη (σύζυγος του πρώτου) ως λογίστρια στην πιο πάνω επιχείρηση, εκμεταλλευόμενοι απουσία του Ζ στο εξωτερικό, χωρίς να έχουν δικαίωμα ή αρμοδιότητα και χωρίς τη συγκατάθεση και μάλιστα εν αγνοία του Ζ, στις 4-10-1995, 31-10-1995 και 10-6-1996 συμπλήρωσαν όλα τα στοιχεία και έθεσαν υπογραφή φερόμενη ως τεθείσα από τον Ζ, στα υπ'αριθμ. 384/4-10-1995, 387/31-10-1995, και 390/10-6-1996 αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω επιχείρησης του Ζ, φερόμενα ως εκδοθέντα, αφενός μεν τα υπ'αριθμ.384/4-10-1995 και 390/10-6-1996 τιμολόγια αξίας αντίστοιχα 8.274.750 δραχμών (περιλαμβανομένων Φ.Π.Α. 1.262.250 δραχμών) και 4.183.100 δραχμών (περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. 638.100 δραχμών) προς την εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρία με την επωνυμία "ΝΙRΟ ΗΕLLAS ΑΒΕΤΕ", αφετέρου δε το υπ'αριθμ.387/31-10-1995 τιμολόγιο, αξίας 8.593.704 δραχμών (περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. 1310.904 δραχμών) προς την εδρεύουσα στην ... εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε." και τα οποία (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ) αφορούσαν εργασίες Επιμετάλλωσης, σωληνώσεων, κάδων, αναβατορίων εξαρτημάτων και άλλων αντικειμένων με χρωμονικέλιο, ενώ ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν από την επιχείρηση του Ζ) οι αναφερόμενες στα πιο πάνω τιμολόγια εργασίες, με σκοπό, με την προσκόμιση στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. των πιο πάνω πλαστών τιμολογίων εκ μέρους των πιο πάνω εταιριών που τα αποδέχθηκαν, να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους σχετικά με την πραγματοποίηση εκ μέρους των πιο πάνω εταιριών των αντίστοιχων δαπανών, γεγονός που θα είχε επιπτώσεις στη φορολόγηση των εταιριών αυτών, έκαναν δε περαιτέρω χρήση των πλαστών αυτών τιμολογίων παραδίδοντας τα μεν υπ'αριθμ. 384/4-10-1995 και 390/10-601996 τιμολόγια κατά τις αναγραφόμενες σ' αυτά ημερομηνίες στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "ΝΙRΟ ΗΕLLAS ΑΒΕΤΕ", Χ, κάτοικο ..., το δε υπ'αριθμ. 387/31-10-1995 τιμολόγιο κατά την αναγραφόμενη σ' αυτό ημερομηνία στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε." Ξ. Β) Ο τρίτος (Χ) στην ... στις 4 Οκτωβρίου 1994 και στις 10 Ιουνίου 1996 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προξένησε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και συγκεκριμένα, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στην ... εταιρία με την επωνυμία NIRO ΗELLAS ΑΒΕΤΕ", με πειθώ φορτικότητα και συνεχείς προτροπές έπεισε τόσο τον Κ (1ο κατηγορούμενο) όσο και την Λ (2η κατηγορούμενη) να συμπληρώσουν τα στοιχεία και θέσουν υπογραφή φερομένη ως τεθείσα από τον Ζ, χωρίς να έχουν δικαίωμα ή αρμοδιότητα και χωρίς τη συγκατάθεση και μάλιστα εν αγνοία του Ζ, στο υπ'αριθμ.384/4-10-1995 και 390/10-6-1996 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω επιχείρησης του Ζ και να παραδώσουν αυτά σ' αυτόν (κατηγορούμενο) κατά τα ειδικότερα παραπάνω αναφερόμενα και να διαπράξουν έτσι το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, το οποίο αυτοί διέπραξαν όπως ειδικότερα περιγράφεται πιο πάνω. Γ) Ο τέταρτος (Ξ) στην ... στις 31 Οκτωβρίου 1995 με πρόθεση προξένησε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και, συγκεκριμένα, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στην ... εταιρίας με την επωνυμία ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε.", με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς προτροπές έπεισε τόσο τον Κ (1° κατηγορούμενο) όσο και την Λ (2η κατηγορούμενη) να συμπληρώσουν τα στοιχεία και θέσουν υπογραφή φερόμενη ως τεθείσα από τον Ζ, χωρίς έχουν δικαίωμα ή αρμοδιότητα και χωρίς τη συγκατάθεση και μάλιστα εν αγνοία του Ζ, στο υπ' αριθμ.387/31-10-1995 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω επιχείρησης του Ζ και να παραδώσουν αυτό σ' αυτόν (κατηγορούμενο) κατά τα ειδικότερα παραπάνω αναφερόμενα και να διαπράξουν έτσι το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία, το οποίο αυτοί διέπραξαν, όπως ειδικότερα περιγράφεται πιο πάνω. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα-μηνυτή Ζ ο οποίος βεβαιώνει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι α) κατάρτισαν τα επίμαχα τιμολόγια χωρίς τη συναίνεσή του, β) ότι στο εργοστάσιό του δεν υπάρχει η κατάλληλη τεχνική υποδομή ώστε να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί τόσο σοβαρές επιμεταλλώσεις, γ) ότι δεν πήρε χρήματα για τέτοιες εργασίες. Την απόφαση στους εν λόγω κατηγορουμένους να διαπράξουν την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση προκάλεσαν όσον μεν αφορά το υπ'αριθμ. 95 τιμολόγιο ο τρίτος κατηγορούμενος το δε υπ'αριθμ. 95 ο τέταρτος κατηγορούμενος, που ήλθαν σε επαφή με τους δύο πρώτους για το σκοπό αυτό, καθόσον ο μάρτυρας ... λέγει ότι ήλθαν σε επαφή ο τρίτος κατηγορούμενος (εργοδότης του) με συνεργάτες του μηνυτή δεν μπορεί, όμως, να βεβαιώσει ότι ήλθε σε επαφή με τον ίδιο το μηνυτή, ο δε τέταρτος παραδέχεται στην απολογία του ότι το εργοστάσιό του με αυτό του μηνυτή είναι σε πολύ κοντινή απόσταση και γνώριζε τον πρώτο κατηγορούμενο. Επομένως οι κατηγορούμενοι έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται. Ο αιτών, για τη στήριξη της κρινόμενης αίτησής του, επικαλείται ως νέα στοιχεία και προσκομίζει τα εξής: 1. Η υπ'αρ. 327/8.3.2007 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης (ΣΧΝ 1). 2. Η υπ'αρ. 626/28.5.2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (ΣΧΝ 2) 3. Η υπ'αρ. 1741/6.5.2003 απόφαση Αρείου Πάγου (ΣΤ') (ΣΧΝ 3) 4. Το υπ'αρ. 384/4.10.1995 τιμολόγιο (ΣΧΝ 4) 5. Το υπ'αρ. 390/10.6.1996 τιμολόγιο (ΣΧΝ 5) 6. Η από 25-7-2002 αγωγή (ΣΧΝ 6) 7. Πρακτικά της υπ'αρ. 17/2004/1468/ΤΠ101/7-8-2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (ΣΧΝ 7) 8. Η υπ' αρ. 17/2004/1468/ΤΠ101/7-8-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (ΣΧΝ 8) 9. Η από 15-12-2004 Έφεση (ΣΧΝ 9) 10. Η υπ'αρ. 636/2007 απόφαση Εφετείου Θράκης (ΣΧΝ 10) 11. Εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ (ΣΧΝ 11) 12. Δήλωση φορολογίας εισοδήματος 1996 (Ε1) (ΣΧΝ 12) 13. Αναλυτικά στοιχεία φορολογίας εισοδήματος 1996 (Ε3) (ΣΧΝ 13) 14. Η από 28/7/1997 έκθεση κατάσχεσης μετά της από 28/7/1997 έκθεσης επίδοσης (ΣΧΝ 14 + 15) 15. Η από 25/7/2002 αγωγή (ΣΧΝ 16) 16. Πρακτικά της υπ'αρ. 18/2004/1469/ΤΠ102/7.8.2002 απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (ΣΧΝ 17) 17. Η υπ'αρ. 18/2004/1469/ΤΠ102/7.8.2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (ΣΧΝ 18) 18. Η υπ'αρ. 637/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης (ΣΧΝ 19) 19. Η υπ'αρ. ... επιταγή Θ (ΣΧΝ 20) 20. Η υπ'αρ. ...επιταγή Θ (ΣΧΝ 21) 21. Το από 1/9/1993 ιδιωτικό συμφωνητικό (ΣΧΝ 22) 22. Υπεύθυνη δήλωση Θ (ΣΧΝ 23) 23. Η υπ'αρ. ... επιταγή ... (ΣΧΝ 24) 24. Κλητήριο θέσπισμα (ΣΧΝ 25) 25. Η υπ'αρ. 257/2006 απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης (ΣΧΝ 26) 26. Κλήση (ΣΧΝ 27). Τα παραπάνω στοιχεία ουδόλως κατατείνουν στην άποψη ότι ο αιτών κατηγορούμενος είναι αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε. Το αντίθετο μάλιστα, με την υπ'αριθμ. 17/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κρίθηκαν για άλλη μία φορά οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, ενώ το δικαστήριο αυτό (Πολυμελές Πρωτοδικείο) κατέληξε στις ίδιες παραδοχές στις οποίες κατέληξε και το Τριμελές Εφετείο Θράκης, το οποίο τον καταδίκασε. Απλώς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης απέρριψε, εν τέλει, την αγωγή του Ζ, λόγω παραγραφής της εξ αδικοπραξίας απαίτησής του (βλ. αντίγραφο της απόφασης αυτής στη δικογραφία). Εξ άλλου οι ισχυρισμοί ότι ο παθών Ζ, όχι απλώς γνώριζε, αλλά είχε ο ίδιος βάλει την υπογραφή του στα επίμαχα πλαστά τιμολόγια είχαν προβληθεί ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου (βλ. σελ. 8 και 9 των πρακτικών) και δεν έγιναν δεκτοί απ'αυτό. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ --------------------- Α) Να απορριφθεί η από 20-3-2009 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 626/28-5-2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 15 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάναν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά, έπρεπε να είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που ελήφθη υπόψη από τους δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως στρεφομένη κατά αμετακλήτου αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου η από 20/3/2009 αίτηση του κατηγορουμένου για επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμό 626/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη και φέρεται αρμοδίως και παραδεκτώς κατά τα άρθρα 527 παρ. 1, 3, και 528 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ ενώπιον του Συμβουλίου τούτου πρέπει συνεπώς να εξετασθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η απόφαση 626/2002 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης με την οποία κηρύχθηκε ο αιτών ένοχος για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης από τον αιτούντα αιτήσεως αναιρέσεως με την 1741/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι στην ... στις 4 Οκτωβρίου 1994 και στις 10 Ιουνίου 1996 με περισσότερες από μία πράξη που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση προξένησε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και συγκεκριμένα, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στην ... εταιρίας με την επωνυμία "NIRO ΗELLAS ABETΕ", με πειθώ και φορτικότητα και συνεχείς προτροπές έπεισε τόσο τον Κ (1ο κατηγορούμενο) όσο και την δεύτερη κατηγορουμένη Λ αν συμπληρώσουν τα στοιχεία και να θέσουν υπογραφή φερομένη ως τεθείσα από τον Ζ, χωρίς να έχουν δικαίωμα ή αρμοδιότητα και χωρίς τη συγκατάθεση και μάλιστα εν αγνοία του Ζ και να παραδώσουν αυτά σ' αυτόν (κατηγορούμενο) κατά τα ειδικότερα παραπάνω αναφερόμενα και να διαπράξουν έτσι το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, το οποίο αυτοί διέπραξαν όπως ειδικότερα περιγράφεται παραπάνω. Στο σκεπτικό δε της ίδιας αποφάσεως διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα άνω αναφερόμενα στο διατακτικό της και επιπροσθέτως ότι τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα μηνυτή Ζ, ο οποίος βεβαιώνει α)ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατάρτισαν τα επίμαχα τιμολόγια χωρίς τη συναίνεσή του β)ότι στο εργοστάσιό του δεν υπάρχει η κατάλληλη τεχνική υπόθεση ώστε να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί τόσο σοβαρές επιμεταλλώσεις γ)ότι δεν πήρε χρήματα για τέτοιες εργασίες. Την απόφαση στους εν λόγω κατηγορουμένους να διαπράξουν την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση προκάλεσαν όσον μεν αφορά το υπ' αριθμ. 387/1995 (τιμολόγιο) ο τέταρτος κατηγορούμενος, που ήλθαν σε επαφή με τους δύο πρώτους για το σκοπό αυτό, καθόσον ο μάρτυρας ... λέγει ότι ήλθαν σε επαφή ο τρίτος κατηγορούμενος (εργοδότης του) με συνεργάτη του μηνυτή, δεν μπορεί, όμως, να βεβαιώσει ότι ήλθε σε επαφή με τον ίδιο το μηνυτή, ο δε τέταρτος παραδέχεται στην απολογία του ότι το εργοστάσιό του με αυτό του μηνυτή είναι σε πολύ κοντινή απόσταση και γνώριζε τον πρώτο κατηγορούμενο. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται. Ακόμη στο σκεπτικό και στο διατακτικό της άνω αποφάσεως με την οποία περατώθηκε η ποινική διαδικασία της οποίας ζητείται η επανάληψη προς το συμφέρον του αιτούντος διαλαμβάνονται για τους κηρυχθέντες ενόχους δύο πρώτους από τους κατηγορουμένους ότι αυτοί Κ και Λ στην ... στις 4/10/1995, 31/10/1995 και 10/6/1996, ενεργώντας από κοινού με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και έκαναν χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, συγκεκριμένα δε ενώ εργάζονταν αμφότεροι στην επιχείρηση επιμεταλλώσεων και πολυφώτων που διατηρούσε ο Ζ, κάτοικος... και ήδη .... Στη βιομηχανική περιοχή ... και ειδικότερα ενώ εργαζόταν ο πρώτος ως γενικός υπεύθυνος και η δεύτερη (σύζυγος του πρώτου) ως λογίστρια στην πιο πάνω επιχείρηση εκμεταλλευόμενοι απουσία του Ζ στο εξωτερικό, χωρίς να έχουν δικαίωμα ή αρμοδιότητα και χωρίς τη συγκατάθεση και μάλιστα εν αγνοία του Ζ, στις 4/10/1995, 31/10/1995 και 10/6/1996 συμπλήρωσαν όλα τα στοιχεία και έθεσαν υπογραφή φερομένη ως τεθείσα από τον Ζ, στα υπ' αριθμ. 384/4-10-1995, 387/31-10-1995 και 390/10-6-1996 αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω επιχείρησης του Ζ φερόμενα ως εκδοθέντα, αφ' ενός μεν τα υπ' αριθμ. 384/4-10-1995 και 390/10-6-1996 τιμολόγια αξίας αντίστοιχα 8.274.750 δραχμών (περιλαμβανομένου ΦΠΑ 1.262.250 δραχμών) και 4.183.100 δραχμών (περιλαμβανομένου ΦΠΑ 638.100 δραχμών) προς την εδρεύουσα στην ... εταιρεία με την επωνυμία "NIRO ΗELLAS ABETΕ" αφετέρου δε το υπ' αριθ. 387/31-10-1995 τιμολόγιο αξίας 8.539.704 δραχμών (περιλαμβανομένου ΦΠΑ 1.310.904 δραχμών) προς την εδρεύουσα στην ... εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε" και τα οποία (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών) αφορούσαν εργασίες επιμετάλλωσης σωληνώσεων, κάδων, αναβατορίων εξαρτημάτων και άλλων αντικειμένων με χρωμονικέλιο, ενώ ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν από την επιχείρηση του Ζ οι αναφερόμενες στα πιο πάνω τιμολόγια εργασίες, με σκοπό, με την προσκόμιση στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ των πιο πάνω πλαστών τιμολογίων εκ μέρους των πιο πάνω εταιριών που τα αποδέχθηκαν, να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους σχετικά με την πραγματοποίηση εκ μέρους των πιο πάνω εταιριών των αντιστοίχων δαπανών, γεγονός που θα είχε επιπτώσεις στην φορολόγηση των εταιριών αυτών, έκαναν δε περαιτέρω χρήση των πλαστών αυτών τιμολογίων παραδίδοντας τα μεν υπ' αριθμ. 384/4-10-1995 και 390/10-6-1996 τιμολόγια κατά τις αναγραφόμενες σ' αυτά ημερομηνίες στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "NIRO ΗELLAS ABETΕ", Χ, κάτοικο ..., το δε υπ' αριθμ. 387/31-10-1995 τιμολόγιο κατά την αναγραφόμενη σ' αυτό ημερομηνία στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε" Ξ", Για τον τελευταίο που ήταν ο τέταρτος των κατηγορουμένων αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως επί πλέον τα εξής "Ο τέταρτος (Ξ) στην ... στις 31-10-1995 με πρόθεση προξένησε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και συγκεκριμένα, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στην ... εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε" με πειθώ φορτικότητα και συνεχείς προτροπές έπεισε τόσο τον Κ (1ο κατηγορούμενο) όσο και την Λ (2η κατηγορουμένη) να συμπληρώσουν τα στοιχεία και θέσουν υπογραφή φερόμενη ως τεθείσα από τον Ζ και να παραδώσουν αυτό στον κατηγορούμενο αυτόν κατά τα ειδικότερα πιο πάνω αναφερόμενα και να διαπράξουν έτσι το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία, το οποίο αυτοί διέπραξαν όπως πιο πάνω περιγράφεται". Ο αιτών προς υποστήριξη της κρινόμενης αιτήσεως του επικαλείται και προσκομίζει τα εξής έγγραφα: 1)την υπ' αριθμό 327/8-3-2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, που ήταν η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί της οποίας εξεδόθη, κατόπιν εφέσεων των κατηγορουμένων, η 626/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση που αποδίδονται στους κατηγορουμένους. 2)Την 626/2002 άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που είναι αυτή με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών και με την οποία περατώθηκε η διαδικασία της οποίας ζητεί αυτός την επανάληψη. 3)Την υπ' αριθμό 1741/6-5-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απερρίφθησαν οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Κ και Λ, Χ και Ξ κατά της άνω καταδικαστική αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. 4)Τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών υπ' αριθμ. 384/4-10-1995 και 390/1-6-1996 εκδόσεως Ζ με πελάτη την τεχνική εταιρεία NIRO ABETE, με διεύθυνση θέση ..., συνολικού ποσού, το πρώτο 7.012.500 δρχ. πλέον ΦΠΑ 18% από 1.262.250 δρχ. και αναφερόμενο είδος παρασχεθείσης υπηρεσίας. Για την επιμετάλλωση με χρωμονικέλιο 18/8 σωληνώσεων εξαρτημάτων-κάδων διαφόρων διαστάσεων για την προστασία τους από την οξείδωση άλατα κλπ. Χημικά στο εργοστάσιο της ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΕΠΕ στο ... συνολικού βάρους 8.250 Kgr X 850 δρχ.". και συνολικού ποσού, το δεύτερο τιμολόγιο, 3.545.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 18 % από 638.100 δρχ. και αναφερόμενο είδος παρασχεθείσης υπηρεσίας "Για την επιμετάλλωση με ψυχρό χρωμονικέλιο (CHRNI) 18/8 αναβατορίων και αναστροφέων συνολικού βάρους 3.700 Kgr X 850 δρχ. ως ο ένας ατμολέβητας κατ' αποκοπή 1 Χ 400.000 δρχ. για προστασία τους από άλατα και χημικά στο εργοστάσιο του Συνεταιρισμού ΜΕΛΙΚΑΣ Ν. ΗΜΑΘΙΑΣ. 5)Την από 25-7-2002 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης απευθυνόμενη αγωγή του Ζ υπ' αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 1468/ΤΟ 101/7-8-2002 με την οποία ο άνω ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Κ και Λ, η ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "NORO HELLAS ABETE" και ο Χ διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω τεχνικής ανώνυμης εταιρείας, καθένας εις ολόκληρο να του καταβάλουν και με προσωπική τους κράτηση το ποσό των 334967,79 ευρώ, από το οποίο ποσό 41526,93 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του για την σε βάρος του αδικοπραξία πλαστογραφίας με χρήση και ηθική αυτουργία σε αυτήν όσον αφορά τα εκδοθέντα από τους δύο πρώτους εναγομένους από κοινού, εν αγνοία του και χωρίς τη συγκατάθεση του στις 4/10/95 και στις 10/6/96 αντίστοιχα άνω υπ' αριθμούς 384 και 390 πλαστά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της επιχείρησής του. 6)Την υπ' αριθμό 17/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με την οποία απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η κριθείσα νόμιμη ως στηριζομένη στα άρθρα 295, 299, 346, 481 επ. 914, 926, 932 ΑΚ άνω αγωγή του Ζ κατά των Κ, Λ, ανώνυμης τεχνικής εταιρείας "NIRO HELLAS ABETE", και Χ (αιτούντος) κατά παραδοχή της προβληθείσης από τους εναγομένους ενστάσεως ότι η αξίωση για αποζημίωση από αδικοπραξία και για χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος είχε υποπέσει στην πενταετή από το άρθρο 937 ΑΚ παραγραφή δοθέντος ότι εκείνος είχε λάβει γνώση της ζημίας και των υποχρέων σε αποζημίωση από τις 24/5/1996 χωρίς να συντρέξει κάποιος λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής και η ένδικη αγωγή του είχε ασκηθεί στις 13/8/2002 δηλαδή μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης στο νόμο προθεσμίας. 7)Τα ταυτάριθμα με την άνω απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κατά τη συνεδρίαση του στις 5/11/2003 όταν συνεζητήθη η από 25/7/2002 αγωγή του Ζ κατά των εναγομένων με αυτή με το απομαγνητοφωνημένο κείμενο των καταθέσεων των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων ... και ... (του ενάγοντος), ... (των δύο πρώτων εναγομένων) και ... (των τρίτης και τετάρτου των εναγομένων) και τις εξηγήσεις που έδωσε ο ίδιος ο ενάγων Ζ απαντώντας χωρίς να ορκισθεί σε ερωτήσεις μελών του δικαστηρίου. 8)Την από 15/12/2004 κατατεθείσα στις 17/12/2004 με αριθμό εκθέσεως 169/2004 έφεση του ενάγοντος Ζ ενώπιον του Εφετείου Θράκης κατά των εναγομένων Κ και Λ εταιρείας NIRO HELLAS ABETE και Χ με την οποία παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και μη ορθή εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη 17/2004 απόφαση σχετικά με την παραδοχή ότι αυτός γνώριζε από 24/5/1996 τη ζημία και τα πρόσωπα των υπόχρεων προς αποζημίωση χωρίς απλώς να είναι σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσο το ύψος και την έκταση της ζημίας του και για την κατά παραδοχή της ενστάσεως των εναγομένων απόρριψη της αγωγής του λόγω παραγραφής της αξιώσεως του ενώ αυτός (εκκαλών) στην πραγματικότητα έλαβε γνώση για τα πλαστά τιμολόγια και την ζημία που υπέστη από την άδικη πράξη των αντιδίκων του εφεσιβλήτων και για την υποχρέωση των προς αποζημίωση από την 8/10/1997 και μετά οπότε απαγορεύθηκε η έξοδος του από τη χώρα. 9)Την υπ' αριθμό 636/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης με την οποία απερρίφθη η έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος Ζ ως αβάσιμη κατ' ουσία. Σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του ενάγοντος Ζ για το λόγο ότι αυτός από 24/5/1996 (ημερομηνία υποβολής της συγκεντρωτικής καταστάσεως πελατών της επιχείρησης του) έλαβε αυτός γνώση της επωνυμίας και της έδρας της τρίτης εναγομένης εταιρείας με την οποία δεν είχε συναλλαγή άλλως και σε κάθε περίπτωση από 28/7/1997 οπότε ο ίδιος παρέλαβε από την αρμοδία υπάλληλο της Δ.Ο.Υ Κομοτηνής την 1053/22-7-1997 έκθεση κατασχέσεως ακινήτου του, η οποία αφορούσε σε οφειλές του στη Δ.Ο.Υ ύψους 19.466.043 δραχμών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η οφειλή του από το επίδικο τιμολόγιο, μετά δε από έρευνα της υποθέσεως είχε τη δυνατότητα αυτός να πληροφορηθεί την αιτία της οφειλής του και η αγωγή του επιδόθηκε στους εναγομένους στις 12/8/2002 και στις 13/8/2002 με συνέπεια η ασκουμένη με αυτή αξίωση του ενάγοντος να υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, δεδομένου ότι για την έναρξή της δεν απαιτούνταν να είναι σε θέση ο ενάγων να προσδιορίσει κατά πόσο το ύψος και την έκταση της ζημίας του και δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή για τον λόγο αυτόν καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθώς εφάρμοσε το νόμο, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους λόγους εφέσεως ήταν αβάσιμα και απορριπτέα. 10)Την εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ έτους 1995 που υπεβλήθη από τον Ζ ως υποκείμενο στο φόρο στην Δ.Ο.Υ Κομοτηνής και παρελήφθη στις 28/6/1996 από την αρμόδια υπάλληλο αυτής στην οποία αναφέρονται τα με βάση τα βιβλία και στοιχεία του ΚΒΣ μετά την αφαίρεση εκπτώσεων και επιστροφών ποσά εκροών από πωλήσεις προϊόντων και παροχή υπηρεσιών και τα ποσά εισροών από αγορές εμπορευμάτων-πρώτων υλών από το εσωτερικό απόληψη υπηρεσιών και από δαπάνες - γενικά έξοδα χρήσης χωρίς ΦΠΑ, τον πίνακα με τα ποσά του φόρου επί των εκροών και εισροών κάθε επί μέρους φορολογικής περιόδου και τα ποσά των προκυπτόντων χρεωστικών ή πιστωτικών υπολοίπων και τα συνολικά ποσά φόρου επί του συνόλου των εκροών και εισροών καθώς και το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο, τον πίνακα με τα ποσά φορολογητέων εκροών και εισροών μετ' αφαίρεση των επιστροφών εκπτώσεων και το σύνολο του φόρου εισροών καθώς και τα προστιθέμενα στο φόρο εισροών ποσά όπως και τον πίνακα με εκκαθάριση του φόρου και πίνακα με την αξία χονδρικών πωλήσεων χωρίς ΦΠΑ και με τον ΦΠΑ χονδρικών πωλήσεων. 11)Την περιοδική εκκαθάριση ΦΠΑ για το πέμπτο δίμηνο 1995 σε ακριβές φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο που υπεβλήθη στη Δ.Ο.Υ Κομοτηνής χωρίς υπογραφή του Ζ με πίνακα με τα ποσά φορολογημένων εκροών και φορολογητέων εισροών μετά του αναλογούντος φόρου, τα προστιθέμενα ποσά στο φόρο εισροών και τον πίνακα εκκαθάρισης του φόρου με πιστωτικό ποσό 797.400 δρχ. 12)Την από 10-3-1996 δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1996 (εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1-1995 έως 31-12-1995) την οποία υπέβαλε ως φορολογούμενος ο ίδιος ο Ζ στην Δ.Ο.Υ Κομοτηνής και παρελήφθη στις 22/3/1996 από τον αρμόδιο υπάλληλό στην οποία περιλαμβάνονται ως ακαθάριστα έσοδα ατομική επιχείρηση του ποσό 17.956.183 δραχμών. 13)Το υπό ημερομηνία 10/3/1996 έντυπο Ε3 ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ Κομοτηνής ο Ζ για την βιοτεχνία του Φωτιστικών με αντικείμενο επιμεταλλώσεως - αξεσουάρ μπάνιου στο ... για την χρονική περίοδο 1/1/95-31/12/95 με μνεία α)των τηρουμένων βιβλίων στοιχείων του Κ.Β.Σ., μεταξύ των οποίων τιμολόγιο πωλήσεων και τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών υπ' αριθμ. πράξεως θεωρήσεως 764/1990 και με εκδοθέντα από αυτό στοιχεία από εκείνο με αριθμό 370 έως και εκείνο με αριθμό 387, β)των στοιχείων για ενοίκια που καταβλήθηκαν στον εκμισθωτή του ακινήτου της επιχείρησης του γ)των γενικών εξόδων της επιχείρησης του δ)τον προσδιορισμό των καθαρών φορολογητέων κερδών της επιχείρησης του για την περίοδο από 1/1/95 έως 31/12/95 με βάση τις πωλήσεις και τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. 14)Την υπ' αριθμ. 1053/22-7-1997 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητού Καβάλας ... κατόπιν της 11003/4/27-5-1997 έγγραφης παραγγελίας της Δ.Ο.Υ Κομοτηνής επί οικοπέδου έκτασης τμ 580 με επ' αυτού κτισμένη ισόγεια οικία επιφανείας 70 τμ στο Ο.Τ 25 του συνοικισμού ... της ομώνυμης Κοινότητας εκτιμηθέντος αντί ποσού 5.000.000 δρχ. με τιμή πρώτης προσφοράς 2.500.000 δρχ. με επισπεύδουσα την Δ.Ο.Υ Κομοτηνής οφειλέτη τον Ζ και το από 28/7/1997 αποδεικτικό της εφοριακού της άνω Δ.Ο.Υ ... περί επιδόσεως στον ίδιο τον άνω οφειλέτη Ζ της άνω εκθέσεως κατασχέσεως. 15)Η από 25-7-2002 υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 146/ΤΟ 102/7-8-2002 αγωγή του Ζ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κατά των Κ, Λ συζ. Κ, της εδρεύουσας στην Βιομηχανική Περιοχή ... ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε" και του Ξ με την οποία ζητούσε ο ενάγων να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι καθένας εις ολόκληρο να του καταβάλλουν το ποσό των 339.133,98 ευρώ από το οποίο ποσό 43.693,12 ευρώ ως αποζημίωση από αδικοπραξία και ποσό 293440,86 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την εκ μέρους του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων ως εργαζομένων στην επιχείρηση του κατά την διάρκεια της απουσίας του στο εξωτερικό έκδοση από κοινού εν αγνοία του και χωρίς τη συγκατάθεσή του στις 31/10/1995 του υπ' αριθμ. 387/31-10-1995 πλαστού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της επιχείρησής του αξίας, μετά του ΦΠΑ, 8.593.704 δραχμών επ' ονόματι της τρίτης εναγομένης εταιρίας που αφορούσε εικονικές εργασίες επιμεταλλώσεως ύστερα από διαρκείς φορτικές προτροπές του τετάρτου εναγομένου διευθύνοντος συμβούλου της τρίτης εναγομένης, στον οποίο παρέδωσαν το εν λόγω τιμολόγιο προκειμένου με την προσκόμισή του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους σχετικά με την πραγματοποίηση εκ μέρους της τρίτης εναγομένης των αντίστοιχων δαπανών γεγονός που θα είχε επίπτωση στη φορολόγηση αυτής της εταιρίας. 16)Την υπ' αριθμό 18/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με την οποία απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η άνω νόμιμη και στηριζόμενη στα άρθρα 298, 299, 346, 481 επ., 914, 926, 932 ΑΚ αγωγή του ενάγοντος Ζ κατά των εναγομένων Κ και Λ της εταιρείας ΒΙΜΕΚΑΤ ΑΕ και του Ξ κατά παραδοχή ως βάσιμης της από το άρθρο 937 ΑΚ ενστάσεως των εναγομένων ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή δοθέντος ότι ο ενάγων είχε λάβει γνώση της ζημίας και των υπόχρεων σε αποζημίωση από τις 24/5/1996 (ημερομηνία υποβολής στη Δ.Ο.Υ συγκεντρωτικής καταστάσεως πελατών απλώς δε αυτός δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει κατά ποσό το ύψος και την έκταση της ζημίας αν και θα μπορούσε ερευνώντας κατά το χρόνο εκείνο να πληροφορηθεί τι ακριβώς συνέβη εφόσον γνώριζε ότι στις φορολογικές υποθέσεις του τις χειριζόταν ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων και επί πλέον διαπίστωσε κατά τον παραπάνω χρόνο την επωνυμία και την έδρα της τρίτης εναγομένης με την οποία δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή και δεν συνέτρεξε λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής η δε αγωγή του ασκήθηκε στις 13/8/2002 μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης στο νόμο προθεσμίας. 17)Τα πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης στις 5/11/2003 που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση της άνω από 25/7/2002 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 18/2004 απόφαση του άνω δικαστηρίου με το απομαγνητοφωνημένο κείμενο των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων ... και ... (του ενάγοντος) Θ (των τρίτης και τετάρτου των εναγομένων) και όσα ανωμοτί κατέθεσαν εξεταζόμενοι οι εκ των διαδίκων τέταρτος των εναγομένων και ο ενάγων. 18)Την υπ' αριθμό 637/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 17/12/2004 έφεση του ενάγοντος Νικολάου Ζ κατά της υπ' αριθμό 18/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και κρίθηκε ότι κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και ύστερα από σωστή εκτίμηση των αποδείξεων απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η από 7/8/2002 αγωγή του εκκαλούντος-ενάγοντος, κατά παραδοχή της ενστάσεως των εφεσιβλήτων - εναγομένων ότι η αξίωση του ενάγοντος υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση αυτή του Εφετείου Θράκης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και των υπόχρεων σε αποζημίωση από της 24/5/1996 και σε κάθε περίπτωση από τις 28/7/1997 οπότε παρέλαβε αυτός από την αρμόδια υπάλληλο της Δ.Ο.Υ Κομοτηνής την 1053/22-7-1997 έκθεση κατασχέσεως ακινήτου του, η οποία αφορούσε σε οφειλές του στη Δ.Ο.Υ ύψους 19.466.043 δραχμών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η οφειλή από το πλαστό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών 387/31-10-1995, που εξέδωσαν οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος στις 31/10/1995 εν ονόματι της τρίτης εναγομένης εταιρείας ΒΙΜΕΚΑΤ ΑΕ ως αφορών σε εργασίες επιμεταλλώσεως που δεν πραγματοποιήθηκαν. Κατά τις παραδοχές της ιδίας αποφάσεως απερρίφθη ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του πλαστού τιμολογίου για πρώτη φορά στις 8/10/1997 ημερομηνία επιδόσεως σ' αυτόν της αποφάσεως απαγορεύσεως εξόδου του από τη χώρα και εφόσον η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 12/8/2002 και δεν αποδείχθηκε λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή η αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του λόγω ηθικής βλάβης. 19)Την υπ' αριθμό ... τραπεζική επιταγή πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα (κατάστημα ...) ποσού οκτακοσίων δέκα χιλιάδων εννιακοσίων τεσσάρων (810904) δραχμών, με τόπο εκδόσεως ... ημερομηνία εκδόσεως 25/1/1996 σε διαταγή Ζ εκδόσεως της εταιρείας ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΡΟΔΟΠΗΣ Α.Ε ΒΙ.ΜΕ.ΚΑΤ. ΑΕ, με υπογραφή στη θέση πρώτης οπισθογραφήσεως και σφραγίδα της επιχείρησης βιοτεχνίας φωτιστικών και αξεσουάρ μπάνιου-επιμεταλλώσεις στο ... του Ζ και δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση δεύτερης οπισθογράφησης, η οποία κατά τον εξετασθέντα ως μάρτυρα Θ κατά τη συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης της από 25/7/2002 αγωγής του Ζ κατά των Κ και Λ και κατά της εταιρείας ΒΙΜΕΚΑΤ Α.Ε και του Ξ ετέθη από τον αδελφό του άνω μάρτυρα Η και στη θέση του εμφανίσαντος αυτήν στις 25/1/1996 προς πληρωμή στην Τράπεζα κομιστού υπογραφή υπό την επωνυμία της εδρεύουσας στην ... επί της οδού ... ομόρρυθμης εταιρείας ΑΦΟΙ ... Ο.Ε, για την οποία (υπογραφή) ο ίδιος μάρτυρας είπε ότι ήταν δική του. 20)Την υπ' αριθμό ... τραπεζική επιταγή πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα (κατάστημα ...) με τόπο εκδόσεως ...., ημερομηνία εκδόσεως 31/12/1995, ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) σε διαταγή Ζ εκδόσεως της εταιρείας ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΡΟΔΟΠΗΣ ΒΙ.ΜΕ.ΚΑΤ ΑΕ με υπογραφή στη θέση πρώτης οπισθογράφησης και σφραγίδα της επιχειρήσεως του Ζ και υπογραφή στη θέση δεύτερης οπισθογράφησης υπό τον όρο πληρώσατε σε διαταγή Εμπορικής Τράπεζας καταστήματος ... Αξία σε πίστωση λογαριασμού υπό ημερομηνία 2/1/1996 του Φ. 21)Το από 1/9/1995 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφεται από τους Κ, Φ και Ζ ως συμβαλλομένους και στο οποίο αναφέρεται ότι συμφώνησαν όσον αφορά ποσό των 5.115.000 δραχμών για το οποίο εδήλωσε ο Κ ότι όφειλε στον Φ από δάνειο, ότι αναλάμβανε να εξοφλήσει το δάνειο αυτό σαν πρωτοφειλέτης παραιτούμενος από κάθε ένσταση ο Ζ, ο οποίος για το σκοπό αυτό εξέδωσε και παρέδωσε στον Φ την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του για το παραπάνω ποσό 5.115.000 δρχ. με ημερομηνία 15/10/1995. Κατά τα συμφωνηθέντα και αναφερόμενα περαιτέρω στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό το χρέος θεωρείται ότι εξοφλήθηκε μόνο αν καταβληθεί το ποσό είτε με είσπραξη της επιταγής είτε μετρητοίς οπότε πρέπει να επιστρέψει η επιταγή. Μόνη η παράδοση της παραπάνω επιταγής δεν αποτελεί εξόφληση και το παραπάνω ποσό ο Κ το όφειλε στον Ζ ο οποίος καθίστατο δανειστής του και υπόσχεται να το εξοφλήσει μέχρι 14/10/1995 και επίσης για ασφάλεια του δανείου αυτού και της διευκολύνσεως που γινόταν ο Κ θα παραχωρούσε δεύτερη προσημείωση υπέρ αυτού η οποία θα εγγραφόταν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1995 το αργότερο σε ακίνητο (μονοκατοικία) της μητέρας του ... ευρισκόμενο στην οδό ... στο Δήμο ... εμβαδού (του οικοπέδου) 156 τμ. Περίπου και για ποσό 6.000.000 δρχ. για κάλυψη του δανείου και των τυχόν εξόδων. 22)Την υπογραφόμενη από τον Η με βεβαίωση στις 14/11/2003 του γνησίου της υπογραφής του από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τ.Α Κομοτηνής υπεύθυνη δήλωση επί εντύπου του ν. 1599/1986 με την οποία δήλωσε ότι την υπ' αριθμό ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος καταστήματος .... εκδοθείσης μεταχρονολογημένα υπό ημερομηνία 25-11-1996 από την Εταιρεία ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΡΟΔΟΠΗΣ Α.Ε ΒΙ.ΜΕ.ΚΑΤ ΑΕ με έδρα την ΒΙ.ΠΕ ... ποσού 810904 δρχ. πληρωτέα σε διαταγή Ζ, παρέλαβε προσωπικά ο ίδιος από τον λήπτη και πρώτο οπισθογράφο Ζ και την μεταβίβασε με δεύτερη οπισθογράφηση προς την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ΑΦΟΙ ... Ο.Ε, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον αδελφό του Θ, ο οποίος και υπό την άνω ιδιότητα του, την κατέθεσε στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ... την 6/11/1995 και δια της Γενικής Τραπέζης εξοφλήθηκε προς την άνω τελευταία κομίστρια και ότι η ήδη με αδράνεια υπ' αυτού εκπροσωπούμενη εταιρεία K.S. HELLAS A.E με έδρα την ΒΙ.ΠΕ ... και αντικείμενο εργασιών την κατασκευή ειδών κρουνοποιΐας και επινικελώσεων κατά το έτος 1995 είχε εκμισθώσει επαγγελματική εγκατάσταση στην ΒΙ.ΠΕ ... με μισθώτρια την ατομική επιχείρηση του Ζ. 23)Την υπ' αριθμό ... τραπεζική επιταγή πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς με τόπο εκδόσεως ..., ημερομηνία εκδόσεως 10-12-1995 ποσού ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων δεκαέξι χιλιάδων (1.416.000) δραχμών σε διαταγή της εταιρείας "NIRO HELLAS ABETE" εκδόσεως της εταιρείας ... Ο.Ε υπογραφόμενη από εκπρόσωπο της υπό την εταιρική επωνυμία, με υπογραφή στη θέση πρώτης οπισθογράφησης από εκπροσώπους της εταιρείας "NIRO HELLAS ABETE" υπό την εταιρική της επωνυμία και υπογραφή στη θέση δεύτερης οπισθογράφησης της Λ με σφραγίδα της επιχείρησης της ΠΟΛΥΕΣΤΕΡΙΚΟΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ από την οποία ως κομίστρια εμφανίσθηκε στην πληρώτρια Τράπεζα στις 11/12/1995 στην ... οπότε και εξοφλήθηκε. 24)Το υπ' αριθμ. ΕΓ 3-05/51/3-11-2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ροδόπης με το οποίο εκκαλείτο ο Ζ να εμφανισθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης στις 19 Ιανουαρίου 2006 για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο με όσα ισχυρίσθηκε με την κατατεθείσα στις 7/8/2002 αγωγή του εναντίον του εγκαλούντα Χ καθώς και κατά των Κ και Λ και με όσα ανέφερε στις κατατεθείσες στις 29/1/203 προτάσεις του για τη συζήτηση της άνω αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και ακόμη με αυτά που ανέφερε στις 29-10-2003 κατά την κατάθεση της προσθήκης αντίκρουσης στις προτάσεις του μετά τη συζήτηση της άνω αγωγής ως προς το ότι έλαβε γνώση αυτός των υπόχρεων προς αποζημίωση του στις 8/10/1997 και πολύ αργότερα εντός του έτους 1998 έλαβε γνώση της ζημίας που υπέστη και ως προς 2004 το αποκομισθέν όφελος των εναγομένων ανάμεσα στους περιλαμβάνεται και ο εγκαλών συνίστατο στην από μέρους αυτών κατ' ισομοιρία απολαβή χρηματικών ποσών ίσων με το ΦΠΑ ενός εκάστου τιμολογίου τα οποία ισχυρίσθηκε ότι εξεδόθησαν εν αγνοία του και πλαστογραφήθηκαν και ως προς την υπογραφή του και ότι γνώριζαν οι εναγόμενοι την πλαστότητα των τιμολογίων και ότι ήταν εικονικές οι αναφερόμενες σ' αυτά εργασίες και ότι δεν θα δήλωναν τα τιμολόγια επιχειρώντας να παραπλανήσει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και την εισηγήτρια δικαστή αυτού ότι πράγματι έλαβε γνώση της άδικης συμπεριφοράς των εναγομένων και του ήδη εγκαλούντος από το έτος 1997 και ότι καρπώθηκαν οι τελευταίοι όφελος σε βάρος της περιουσίας του συνισταμένου στη μη καταβολή του ΦΠΑ από συναλλαγές που είχαν μεταξύ τους χωριστά πληρωθεί η ενέργεια του δεδομένου ότι οι άνω ισχυρισμοί του προς υποστήριξη των οποίων κατέθεσαν ψευδώς οι εξετασθέντες μάρτυρες αποδείχθηκαν ψευδείς κατά τη διαδικασία στο Πολυμελές Ροδόπης και δεν πείσθηκε η εισηγήτρια δικαστής με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. 25)Την υπ' αριθμό 257/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης με την οποία κρίθηκε αυτό αναρμόδιο καθ' ύλη προς εκδίκαση της άνω υποθέσεως με κατηγορούμενο τον Ζ και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο λόγω του πλέον των 73.000 ευρώ ποσού του οφέλους που φερόταν ότι επιδίωκε να αποκομίσει ο δράστης. 26)Την υπ' αριθμ. Β.Τρ.Κακ. 141/2006/26-2-2007 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης με την οποία εκαλείτο ο Χ να εμφανισθεί στις 6/12/2007 στο Τριμελές Εφετείο Θράκης για να εξετασθεί ως μάρτυρας στη κατά του Ζ ποινική δίκη. Δεν είναι νέες αποδείξεις από τα στοιχεία που επικαλείται ο αιτών τα υπ' αριθμούς 384/4-10-1995 και 390/10-6-1998 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ούτε το από 1-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό με συμβαλλόμενους τους Κ, Φ και Ζ, αλλά περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο Θράκης που εξέδωσε την 626/2002 απόφαση με την οποία κατεδίκασε τους κατηγορουμένους μεταξύ των οποίων και τον αιτούντα. Εξάλλου δεν περιέχονται νέες αποδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ στην 1741/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απερρίφθησαν οι από 10/9/2002 αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος και οι από 14/9/2002 και από 19/9/2002 αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών κατηγορουμένων Κ και Λ και Ξ κατά της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Στην άνω απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρεται ότι το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην απόφαση του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση που διέπραξαν οι πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων και τον τρόπο και χρόνο της τέλεσης του πιο πάνω εγκλήματος και ότι η έκδοση των άνω τιμολογίων επ' ονόματι της επιχειρήσεως του πολιτικώς ενάγοντος και η υπογραφή τους κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του έγιναν χωρίς την εντολή και συναίνεση του και ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν ικανά να επιφέρουν έννομες συνέπειες εφόσον με την προσκόμιση τους από τις εταιρείες υπέρ των οποίων είχαν εκδοθεί μπορούσαν να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ σχετικά με την πραγμάτωση από μέρους των αντίστοιχων δαπανών, γεγονός που θα είχε επιπτώσεις στη φορολόγηση τους. Επίσης αναφέρεται στην 1741/2009 άνω απόφαση του Αρείου Πάγου ότι με όσα δέχτηκε το Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι κατηγορούμενος Χ (ήδη αιτών) ως διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στην Φ με την επωνυμία "NIRO HELLAS ABETE" με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς προτροπές έπεισε τόσο τον Κ όσο και την Λ να θέσουν υπογραφή φερομένη ως τεθείσα από τον Ζ στα αναφερόμενα τιμολόγια πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος αυτός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στους φυσικούς αυτουργούς της πλαστογραφίας την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και ότι δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει αιτιολογημένα στον αρνητικό της κατηγορίας που τους αποδόθηκε ισχυρισμό των δύο πρώτων κατηγορουμένων ότι προέβησαν στην έκδοση και υπογραφή των επίμαχων τιμολογίων κατ' εντολή του πολιτικώς ενάγοντος. Δεν προκύπτουν διαφορετικά περιστατικά από αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θράκης που κατεδίκασε τον αιτούντα και τους λοιπούς κατηγορουμένους από τις αποφάσεις 17/2004 και 18/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης επί των από 7/8/2002 αγωγών του παθόντος Ζ κατά των κατηγορουμένων και τις αποφάσεις 636/2007 και 637/2007 του Εφετείου Θράκης που εκδόθηκαν κατόπιν εφέσεων του ενάγοντος, όσον αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Κατά τα γενόμενα δεκτά με τις άνω αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και του Εφετείου Θράκης οι δύο πρώτοι εναγόμενοι με κοινό δόλο εξέδωσαν χωρίς εντολή ή συναίνεση του ενάγοντος ενόσω ήταν αυτός στο εξωτερικό για επαγγελματικές του υποχρεώσεις από το στέλεχος των τιμολογίων της επιχειρήσεως του τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών 384/4-10-1995 αξίας 8.274.750 δρχ. περιλαμβανομένου ΦΠΑ 1.262.250 δρχ. και 390/10-6-1996 αξίας 4.183.100 δρχ. (περιλαμβανομένου ΦΠΑ 638.100 δρχ.) και 387/31-10-1995 αξίας 8.593.704 δρχ. (περιλαμβανομένου ΦΠΑ 1.310.904 δρχ.) επ' ονόματι της εταιρίας "NIRO HELLAS ABETE" τα δύο πρώτα και επ' ονόματι της εταιρείας ΒΙΜΕΚΑΤ ΑΕ το τρίτο, ως αφορώντα σε εργασίες επιμεταλλώσεις που φέρονται ότι παρασχέθηκαν από τη βιοτεχνία του ενάγοντος χωρίς αυτές οι εργασίες να πραγματοποιηθούν και έθεσαν οι δύο άνω κατηγορούμενοι αφού συμπλήρωσαν όλα τα στοιχεία στα τιμολόγια αυτά υπογραφές σε καθένα που φέρονταν ότι ετέθη από τον Ζ εμφανίζοντας τον να έχει εισπράξει τα ποσά που ανέγραψαν στα τιμολόγια για τις αντίστοιχες εργασίες καθώς και ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι παρέδωσαν τα τιμολόγια 384/1995 και 390/1996 στον εναγόμενο Χ νόμιμο εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης εταιρείας NIRO HELLAS ABETE και το τιμολόγιο 387/1995 στον εναγόμενο Ξ, πρόεδρο του Δ.Σ και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης εταιρείας ΒΙΜΕΚΑΤ ΑΕ, οι οποίοι τα παρέλαβαν εν γνώσει της πλαστότητας τους με σκοπό προσκομίζοντάς τα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ να παραπλανήσει τις φορολογικές αρχές εμφανίζοντας τα πλαστά τιμολόγια ως γνήσια και προκειμένου να ωφεληθούν οι εταιρείες των οποίων ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι και να δύνανται να απολαύσουν φορολογικών εκπτώσεων λόγω των αυξημένων δαπανών κόμη δε να τύχουν επιδοτήσεως υψηλού ποσού οι εταιρίες των. Με τις ίδιες άνω προσκομιζόμενες πολιτικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και του Εφετείου Κομοτηνής κρίθηκε απορριπτέος ως απαναπόδεικτος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο Ζ γνώριζε την έκδοση των άνω πλαστών τιμολογίων και ότι οι αναφερόμενες στα τιμολόγια αυτά εργασίες πραγματοποιήθηκαν και ότι έλαβε την αμοιβή και απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εταιρείας ΒΙΜΕΚΑΤ ΑΕ και του συνεναγομένου Ξ ότι απέδωσαν στον Ζ την αξία του ΦΠΑ του τιμολογίου 387/1995 με δύο επιταγές εκδόσεως της άνω εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με δικαιούχο τον Ζ εν όψει όσων ανέφερε ο μάρτυρας Θ ότι δεν εγνώριζε την αιτία έκδοσης της προς είσπραξη ως τελευταίος οπισθογράφος. Από τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ως νέες αποδείξεις έγγραφα όπως η ... εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ που υπογράφεται από τον Ζ ως υπόχρεο και υπεβλήθη στις 28/2/1996 στη Δ.Ο.Υ Κομοτηνής για υπολογισμό του ΦΠΑ με βάση τα αναφερόμενα ακαθάριστα φορολογητέα έσοδα από πωλήσεις εμπορευμάτων και παροχή υπηρεσιών από την επιχείρηση του φωτιστικών κατά τη χρήση έτους 1995 και η από 23/3/1996 υποβληθείσα από τον ίδιο ως φορολογούμενο δήλωση φόρου εισοδήματος οικονομ. Έτους 1996 στη Δ.Ο.Υ Κομοτηνής για τα ηττηθέντα κατά το έτος 1995 εισοδήματα του με την συνημμένη σ' αυτήν από 10/3/2006 κατάσταση αναλυτικών στοιχείων εισοδήματος της επιχείρησης του κατά το έτος 1995 και με αναφερόμενα ως εκδοθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών από το με α.α 380 έως το με α.α 387 δεν αποδεικνύεται ότι ο Ζ εγνώριζε την έκδοση των τιμολογίων αυτών από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και ότι δέχθηκε να αναγραφούν σ' αυτά ότι είχαν γίνει οι αναφερόμενες επί μέρους εργασίες από εργαζομένους και με υλικά της επιχείρησης του και να εμφανίζεται ο ίδιος ως έχων εισπράξει το σε καθένα από αυτά αναγραφόμενο ποσό αμοιβής και τον ΦΠΑ που αναλογούσε. Τα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης του Ζ ήταν στα χέρια των κατηγορουμένων Κ και Λ μέχρι το έτος 1998 όπως προκύπτει από όσα ανέφεραν στις απολογίες τους στο τριμελές εφετείο Θράκης που εξέδωσε την 626/2002 απόφαση ο κατηγορούμενος Κ και αυτός και η συγκατηγορουμένη Λ που ήταν πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς είχαν συντάξει καταστάσεις αποδόσεως ΦΠΑ έτους 1995 στις οποίες δήλωναν ανακριβώς μικρότερη την καθαρή αξία των τιμολογίων 384/1995 και 387/1995 και η άνω κατηγορουμένη όπως παραδέχθηκε στην απολογία της είχε συντάξει τη δήλωση για το ΦΠΑ και την δήλωση φόρου εισοδήματος του Ζ για την χρήση έτους 1995. Δεν συνιστούν περαιτέρω νέες αποδείξεις υπό την έννοια που προαναφέρθηκε τα λοιπά επικαλούμενα προσκομιζόμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων τα φωτοαντίγραφα των πληρωτέων στην Εμπορική Τράπεζα επιταγών ... ποσού 810.904 δρχ και ... ποσού 500.000 δρχ. εκδόσεως της εταιρείας ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΡΟΔΟΠΗΣ-ΒΙ.ΜΕ.ΚΑΤ ΑΕ υπό ημερομηνίες 25/1/1996 και 31/12/1995 σε διαταγή του Ζ και είχαν προσκομισθεί από τον τέταρτο εναγόμενο στην δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης επί της εναντίον του (Ξ) και των λοιπών εναγομένων από 25/7/2002 αγωγής του Ζ. Ούτε από τις άνω επιταγές ούτε από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ... επιταγή ποσού 1.416.000 δρχ. υπό ημερομηνία 10/12/1995 εκδόσεως της εταιρείας ... Ο.Ε σε διαταγή της εταιρείας "NIRO HELLAS ABETE", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο αιτών μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει και αν συνεκτιμηθεί και η τεθείσα υπόψη του Τριμελούς Εφετείου Κομοτηνής που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση συγκεντρωτική κατάσταση πελατών της επιχείρησης του Ζ για το έτος 1995 που υπεβλήθη στη Δ.Ο.Υ Κομοτηνής στις 24/5/2006 και στην οποία συμπεριλαμβανόταν ως πελάτης του και η εταιρεία NIRO HELLAS ABETE ότι η επιταγή ... που ήταν πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς οπισθογραφήθηκε και παραδόθηκε από τους εκπροσώπους της εταιρείας NIRO HELLAS ABETE στην Λ που την εισέπραξε για να πληρωθεί στον Ζ ο ΦΠΑ που αναλογούσε στο ποσό αμοιβής στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών 384/1995 και 390/1996 για ηθική αυτουργία στην εξ υπαρχής κατάρτιση των οποίων ως πλαστών κατά συναυτουργία από τους συγκατηγορουμένους του έχει κριθεί ένοχος ο αιτών. Η υποβολή της άνω καταστάσεως πελατών της επιχείρησης του για το έτος 1995 από τον Ζ στην Δ.Ο.Υ Κομοτηνής υποδηλώνει ότι από την 24/5/2006 που την υπέβαλε αυτός γνώριζε σε σχέση με το 384/1995 πλαστό τιμολόγιο και το 387/1995 τη ζημία του και τα πρόσωπα των υπόχρεων (ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας) αφού από τότε έλαβε γνώση της επωνυμίας και της έδρας της εταιρείας NIRO HELLAS ABETE και ΒΙΜΕΚΑΤ ΑΕ με τις οποίες δεν είχε συναλλαγή για εκτέλεση εργασιών επιμετάλλωσης για λογαριασμό τους εντός του έτους 1995. Εξ άλλου οι πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων Κ και Λ θα ελάμβαναν για την έκδοση των δύο άνω πλαστών τιμολογίων που παρέδωσαν στον αιτούντα ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας NIRO HELLAS ABETE χρηματικά ποσά αντίστοιχα με το ΦΠΑ καθενός των άνω τιμολογίων και κατά τις παραδοχές της 636/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης τα ποσά αυτά κατέβαλε η εταιρεία NIRO HELLAS ABETE στους δύο πρώτους εναγομένους ως αμοιβή για την άνω "εξυπηρέτησή τους" προς αυτήν. Η οπισθογράφηση της επιταγής που προσκομίζει σε αντίγραφο ο αιτών και είχε εκδοθεί από την εταιρία ... Ο.Ε έγινε προς την κατηγορουμένη Λ από την οποία και εμφανίσθηκε στην Τράπεζα για να εξοφληθεί από την εταιρία NIRO HELLAS ABETE και όχι προς τον Ζ όπως θα έπρεπε εάν αιτία περαιτέρω οπισθογράφησης της ήταν η πληρωμή του ΦΠΑ των επίμαχων τιμολογίων και εγνώριζε τότε αυτός ότι είχαν εκδοθεί από στέλεχος τιμολογίων της επιχειρήσεώς του με πελάτη την εταιρεία NIRO HELLAS ABETE. Εξάλλου από το Τριμελές Εφετείο Θράκης που εξέδωσε την καταδικαστική για τους κατηγορουμένους απόφαση είχε αντιμετωπισθεί και είχε απορριφθεί ο ισχυρισμός που είχε προβληθεί στην ποινική δίκη από τους πρώτο και δεύτερη των κατηγορουμένων ότι στα άνω τιμολόγια είχε τεθεί από τον ίδιο τον Ζ η υπογραφή του. Συνεπώς δεν καθίσταται φανερό σε βαθμό που να εγγίζει την βεβαιότητα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα νέα έγγραφα δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά συνεδρίασης των πολιτικών δικαστηρίων με τις καταθέσεις των εξετασθέτων μαρτύρων και τις διευκρινίσεις του Ζ ως ενάγοντος και του Ξ ως εναγομένου σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψιν από τους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που εξέδωσαν την άνω καταδικαστική απόφαση αποδεικτικά μέσα, ότι η έκδοση των υπ' αριθμούς 384/1995 και 390/1996 τιμολογίων παροχής υπηρεσιών έγινε εν γνώσει του παθόντος Ζ και ότι ο αιτών είναι αθώος της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάσθηκε ή ότι έχει καταδικασθεί για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας της άνω αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 20/3/2009 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την 626/28-5-2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα από ευρώ διακόσια είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Απορρίπτεται κατ' ουσία η αίτηση για επανάληψη διαδικασίας κατά αμετάκλητη καταδικαστικής απόφασης για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Από τις νέες αποδείξεις που επικαλείται ο αιτών δεν καθίσταται προφανές ότι ο αιτών είναι αθώος.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 2147/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8/1996 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1504/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 532/18.11.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την από 9-9-2008 αίτηση του Χ, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 8/1996 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 527 του Κ.Π.Δ., η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, μεταξύ των οποίων είναι και οι εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού, το συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από το Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως, όταν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, το οποίο είναι Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα δικαστικό συμβούλιο. Περιέχει δε η αίτηση αυτή τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Προς το συμφέρον του καταδικασμένου επιτρέπεται επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως "κάνουν φανερό" ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα, με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων, οι οποίες τέθηκαν υπ'όψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κ.τ.λ., με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο να κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η φράση "κάνουν φανερό" αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο, η οποία είχε ερμηνευθεί ότι είχε την έννοια ότι τα νέα στοιχεία πρέπει να "εγγίζουν την βεβαιότητα" περί αθωώτητας (ΑΠ 1546/1984 Π.Χρ. ΛΕ'/491). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 9-9-2008 αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθ. 8/1996 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αρχιλοχίας Ζ γιος του αιτούντος, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών για θανατηφόρο σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται ο αιτών 1) την από 6-2-2006 επιστολή του ..., αναπληρωτού καθηγητού του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 2) την από 13-7-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστού ... αναπληρωτού καθηγητού του ιδίου Πανεπιστημίου και 3) την υπ'αριθ. 1131/30-1-2008 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Φαίδωνος Γραμματικοπούλου. Από την επιστολή και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των παραπάνω ιατροδικαστών δεν προκύπτουν νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς Ζ δεν επιδίωξε την πρόκληση βαρειάς σωματικής βλάβης, αλλά ένα ελαφρό πλήγμα που βρισκόταν μέσα στα νόμιμα όρια της άμυνας όπως διατείνεται ο αιτών. Η δε μεταφερόμενη με την υπ'αριθ. 1.131/30-1-2008 ένορκη κατάθεση του αιτούντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γραμματικοπούλου απάντηση του μάρτυρα Ξ, σε σχετική ερώτησή του, ότι δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι τέτοιο τότε, αν δηλαδή ο παθών Φ προσπάθησε να βγάλει κάτι από την τσέπη του, όπως ο καταδικασθείς ανέφερε στην απολογία του, αφενός λόγω της ταχύτητας με την οποία εκινείτο το χέρι του Φ και αφετέρου διότι η παρατήρησή του περιοριζόταν επειδή έβλεπε τα εξελισσόμενα διά μέσου του οπισθίου "παρμπρίζ" του αυτοκινήτου του, δεν αποτελεί νέο άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονός ή απόδειξη το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς γιος του αιτούντος, καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η απάντηση δε αυτή του μάρτυρα Ξ κατ'ουσία ταυτίζεται με το περιεχόμενο της κατάθεσής του ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου που κήρυξε ένοχο τον γιο του αιτούντος Ζ για την μνημονευόμενη παραπάνω αξιόποινη πράξη. Τα δε λοιπά εκτιθέμενα στην αίτηση του αιτούντος ανάγονται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, η οποία όμως δεν συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, καθόσον με αυτά επιδιώκεται ο από ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικο που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές. Δεν αποτελεί δε η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί κατ'ουσία η από 9-9-2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθ. 8/1996 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 27 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε ο αιτών Χ, ούτε ο καταδικασθείς υιός του Ζ, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογία 27 Φεβρουαρίου 2009 δύο αποδεικτικά επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κλητεύθηκαν προς τούτο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 513 παρ. 1, 525 παρ.2, 155 παρ. 1, 166 ΚΠοινΔ), για την μετ'αναβολή ορισθείσα συνεδρίαση της 14-10-2009, από την αρχικά ορισθείσα συνεδρίαση της 11-2-2009, ότε και μετά από αποσταλέν με τηλεομοιοτυπία έγγραφο αίτημα του αιτούντος, αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ'άρθρο 515 παρ.1 του ΚΠοινΔ. Όμως, ο αιτών, χωρίς να εμφανισθεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεώς του από το οικείο πινάκιο, απέστειλε και πάλι με τηλεομοιοτυπία, απευθυνόμενος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νέο έγγραφο αίτημα και ζήτησε για δεύτερη φορά την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, " λόγω σοβαρού προβλήματος της υγείας του", όπως σημειώνει στην αναγνωσθείσα αίτησή του αυτή. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αναβολή. Ειδικότερα, ο αιτών ζήτησε εγγράφως αναβολή, χωρίς να εμφανισθεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 11-2-2009 και με το αναγνωσθέν 373/2009 πρακτικό του δικαστηρίου τούτου, δόθηκε αναβολή της υποθέσεως, λόγω ασθενείας του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Η νυν αορίστως επικαλούμενη ασθένεια του αιτούντος, χωρίς αποστολή κάποιου σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού και μη συνδυαζόμενη με ισχυρισμό ότι εξαιτίας της αδυνατεί αυτός να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο προς υποστήριξη της ένδικης αιτήσεώς του, δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Κατ' ακολουθία, πρέπει, το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής να απορριφθεί, αλλά η ένδικη αίτηση, που είναι νόμιμη και παραδεκτά υποβάλλεται από τον πατέρα του αμετάκλητα καταδικασθέντος, στο δικαστήριο τούτο, κατ'άρθρο 527 παρ.1 και 528 παρ.1 ΚΠοινΔ, πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσία, παρά τη μη εμφάνιση του καταδικασθέντος, ερήμην του αιτούντος, μη εφαρμοζομένου επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, του άρθρου 514 του ΚΠοινΔ, δυνάμει του οποίου απορρίπτεται η αίτηση ως ανυποστήρικτη, καθόσον δεν πρόκειται περί ενδίκου μέσου. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται στα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές γεγονότα, όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του συλλογισμού του δικαστηρίου, το οποίο αφορά στην ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 8/1996 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, δια της οποίας καταδικάστηκε ο υιός του Ζ, Αρχιλοχίας τότε Πεζικού, για θανατηφόρα σωματική βλάβη ιδιώτη, του Φ, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία μαχαιριού, σε συνολική ποινή καθείρξεως 10 ετών, αφού έγινε δεκτό ότι ο καταδικασθείς υπερέβη με πρόθεση το αναγκαίο μέτρο της επικαλεσθείσας υπ'αυτού άμυνας. Ως λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, στηρίζεται στο άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, ο αιτών προβάλλει με την αίτηση, κατ' εκτίμηση, ότι ανακύπτουν νέα στοιχεία περί των συνθηκών τελέσεως του άνω εγκλήματος. Και δη, 1) δύο Εκθέσεις Πραγματογνωμοσύνης των ιατροδικαστών ... και ..., 2) από 6-2-2006 επιστολή του άνω ιατροδικαστή ..., αναπληρωτή καθηγητή του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και 3) υπ'αριθ. 1131/30-1-2008 ένορκη βεβαίωση του ιδίου του αιτούντος ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γραμματικοπούλου. Οι δύο ως άνω επικαλούμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ιατροδικαστών, του έτους 2004, (προσκομίζεται μόνον η από 13-7-2004 του ...), συνεκτιμήθηκαν από το δικάσαν δικαστήριο. Περαιτέρω, α) από το περιεχόμενο της παραπάνω από 6-2-2006 επιστολής του ιατροδικαστή ..., που αναφέρει, έκφραση απόψεως και δη ότι " η κατεύθυνση της μάχαιρας δεν είχε στόχο το σώμα του θύματος, αλλά το αριστερό χέρι του Φ, το οποίο του είχε επιφέρει τις κακώσεις της κεφαλής και πιθανώς να του επέφερε ακόμη έναν γρόνθο, με προφανή πρόθεση να εξουδετερώσει δια τραυματισμού το χέρι του επιτιθέμενου και να αποτρέψει περαιτέρω κακοποίηση της κεφαλής του και η μεταφορά της δυνάμεως της κινουμένης χειρός του θύματος επί του καρπού της δεξιάς χειρός του καταδικασθέντος, είχεν ως αποτέλεσμα να εκτραπεί προς τα έσω η δεξιά χείρα του και να πολλαπλασιασθεί η δύναμη της κινουμένης δεξιάς χειρός του, ώστε να καταστεί δυνατή η τρώση του ευένδοτου χόνδρου της 4ης πλευράς, όσον και των μαλακών μορίων του πνεύμονος του θύματος..", όσον και β) από το περιεχόμενο της επικαλούμενης ένορκης βεβαίωσης του αιτούντος, σχετικά με εκμυστηρεύσεις που του παρείχεν προφορικώς ο εξετασθείς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνάδελφος του υιού του αυτόπτης μάρτυρας κατηγορίας Ξ, σχετικά με τις συνθήκες του θανατηφόρου πλήγματος του θύματος, δεν προκύπτουν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο δικάσαν δικαστήριο, κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς υιός του αιτούντος Ζ, Αρχιλοχίας Πεζικού τότε, στις 9-7-1992, στη ..., με αφορμή διαπληκτισμό και συμπλοκή του στην Εθνική οδό ..., για τον τρόπο οδηγήσεως του αυτοκινήτου του, με κτύπημα δις με μαχαίρι στο αριστερό χέρι και στον αριστερό μαστό, δεν επεδίωξε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα ιδιώτη Φ, ο οποίος και απεβίωσε μετ'ολίγον, από τα πλήγματα αυτά, λόγω αποκοπής του πνεύμονα και ενδοθωρακικής αιμορραγίας, σύμφωνα με τις ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας, αλλά ότι επεδίωκε την πρόκληση ελαφρού πλήγματος, μέσα στα πλαίσια των ορίων νόμιμης άμυνας, λόγω επιθέσεως του θύματος και σοβαρών κτυπημάτων αυτού με χέρια και πόδια. Ειδικότερα, η με την άνω επικαλούμενη ένορκη κατάθεση του ιδίου του αιτούντος, μεταφερόμενη από αυτόν, απάντηση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας Επιλοχία Ξ, σε σχετική μεταγενέστερη ερώτηση του αιτούντος, που είχε καταθέσει στο ακροατήριο ότι "... δεν είδε να κρατάει κάτι ο Ζ, είδα το χέρι του Φ να διαγράφει τόξο με σφυγμένη τη γροθιά ..." και ότι "δε μπορούσε τότε να διακρίνει αν ο παθών Φ προσπάθησε να βγάλει κάτι από την τσέπη του, όπως ο καταδικασθείς ανέφερε στην απολογία του, αφενός λόγω της ταχύτητας με την οποία εκινείτο το χέρι του Φ και αφετέρου διότι η παρατήρησή του περιοριζόταν επειδή έβλεπε τα εξελισσόμενα δια μέσου του οπισθίου παρμπρίζ του αυτοκινήτου του", δεν αποτελούν νέο άγνωστο στοιχείο στους δικαστές που τον καταδίκασαν με υπέρβαση των ορίων άμυνας, δηλαδή γεγονός ή απόδειξη, η οποία από μόνη της ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο δικάσαν δικαστήριο, κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς υιός του αιτούντος βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας τη στιγμή που τραυμάτισε ως παραπάνω θανάσιμα με μαχαίρι τον θανόντα και ότι καταδικάστηκε επομένως άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το Αναθεωρητικό δικαστήριο, που επίσης δεν συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα αναβολής. Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 8/1996 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που καταδίκασε τον υιό του Ζ. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009.- H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα αναβολής ως αβάσιμο. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
2
Αριθμός 2146/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη, περί αναιρέσεως της 155/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 358 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ'αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της παραβιάσεως της προς διατροφήν υποχρεώσεως απαιτούνται υποχρέωση του δράστη προς διατροφήν άλλου, επιβεβλημένη από το νόμο, αναγνώριση της υποχρεώσεως με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής από κακοβουλία, ήτοι από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, για να στερήσει το δικαιούχο των μέσων προς ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών και όχι απλώς από λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία και περιέλευση εντεύθεν του δικαιουμένου σε κατάσταση στερήσεων ή ανάγκης να δεχτεί τη βοήθεια άλλων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι σαφής και ορισμένος κατά τα άνω και δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψή του, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ'αυτόν συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίοι είναι ορισμένοι όταν παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 155/2009 απόφασή του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Με την με αριθμό 372/9-1-2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην εγκαλούσα ..., σύζυγό του, το ποσό των 500 Ευρώ, κάθε μήνα. Παρά το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα να καταβάλει το ποσό αυτό, αφού πέραν των χρημάτων που πήρε από την πώληση του 50% εξ αδιαιρέτου ενός λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ... έχει, απασχολούμενος στο ίδιο ΚΤΕΛ, μηνιαίο μισθό 1.200,00 €, από διάθεση εκδίκησης προς την πρώην σύζυγό του και για να την φέρει σε δύσκολη οικονομικά θέση, να υποστεί στερήσεις και να προστρέξει στη βοήθεια τρίτων παρέλειψε την υποχρέωσή του και δεν της κατέβαλε τη διατροφή για τους μήνες Νοέμβριο 2006 έως και Απρίλιο 2007, που αντιστοιχεί στο συνολικό χρηματικό ποσό των (6 Χ 500) = 3.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο πιο πάνω χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, παραβίασε την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει το δικαστήριο, με τέτοιο τρόπο ώστε η δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Ακολούθως και μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισής του κατέθεσε τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά: "Αυτοτελής ισχυρισμός αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων. Ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο του κατά το κατηγορητήριο αδικήματος (2006), αλλά και μέχρι σήμερα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. δημιούργησε οικογένεια, ανέθρεψε δύο παιδιά, τα οποία αποκατέστησε εργαζόμενος έντιμα και συνεχώς, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή με το νόμο και μη υπαρχούσης οποιασδήποτε ποινικής καταδίκης στο ποινικό του μητρώο, έχοντας τούτος λευκό ποινικό μητρώο. Παραλλήλως, στο χώρο όπου διαβιώνει (...) απολαμβάνει του κοινωνικού σεβασμού. Ζητείται συνεπώς σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η αναγνώριση σε αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ.". Το Δικαστήριο, τον ανωτέρω ισχυρισμό, ο οποίος προβλήθηκε με τρόπο σαφή και ορισμένο, απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Η εκ προθέσεως τέλεση του προαναφερομένου αδικήματος, με σκοπό την υλική και ψυχολογική ταλαιπωρία της πρώην συζύγου του, αποδεικνύει ότι η έλλειψη καταγραφής, στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου οποιαδήποτε ποινής είναι τυχαία και συμπτωματική και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός - αίτημά του για αναγνώριση σε αυτόν συντρέχουσας ελαφρυντικής περίστασης". Στη συνέχεια το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο προκειμένου να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 358 του Π.Κ., την οποία εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει την υποχρέωση του κατηγορουμένου για διατροφή της συζύγου του, τη δικαστική απόφαση που αναγνώρισε την υποχρέωση αυτή, την οικονομική δυνατότητα του κατηγορουμένου να καταβάλει την επιδικασθείσα διατροφή, την από μέρους του κατηγορουμένου παραβίαση της ανωτέρω υποχρέωσης από κακοβουλία, δηλαδή με διάθεση εκδίκησης προς τη σύζυγό του για να την φέρει σε δύσκολη οικονομικά θέση, να υποστεί στερήσεις και να προστρέξει στη βοήθεια τρίτων και την περιέλευση εντεύθεν της δικαιούχου σε κατάσταση στερήσεων και ανάγκης να δεχτεί τη βοήθεια άλλων. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το ανωτέρω μέρος που αφορά στην κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου. Αντίθετα το Δικαστήριο σε σχέση με τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., τον οποίο απέρριψε, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τελέσεως των επιμέρους πράξεων παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής, αλλά μόνο περιστατικά που συνοδεύουν τις ίδιες τις πράξεις. Επομένως ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού. Συνεπώς πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού. καθώς και ως προς τη διάταξη περί της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 155/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της αποφάσεως αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10-4-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της προαναφερθείσης αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβίαση της υποχρέωσης για διατροφή (άρθρ. 358 ΠΚ). Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου, ο οποίος έχοντας την οικονομική δυνατότητα καταβολής της επιδικασθείσης διατροφής δεν την κατέβαλε από κακοβουλία. Αναιτιολόγητη απόρριψη ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ (πρότερου έντιμου βίου), γιατί δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της τελέσεως της πράξεως, αλλά μόνο περιστατικά που συνοδεύουν την ίδια την πράξη. Αναιρείται εν μέρει η καταδικαστική απόφαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναίρεση μερική, Διατροφής υποχρέωση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2145/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ζαχόπουλο, περί αναιρέσεως της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γκαργκούδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 24 Σεπτεμβρίου 2009 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 407/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία. Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο. Επομένως το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Έτσι και το έγγραφο αυτό, παρ' ότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Εξάλλου από την ίδια διάταξη του άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια, δεν συμπίπτει κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια, στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο (Ολ. ΑΠ 2/2000). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5181/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης και πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Ψ και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος 1) για απάτη σε βάρος του Ψ, η οποία συνίστατο στο ότι, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με αναληθείς προς τον μηνυτή παραστάσεις, έπεισε τον τελευταίο να συστήσουν αφανή εταιρία, με την οποία θα εκμεταλλεύονταν από κοινού το υπ` αριθ. 1003148 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και την οποία θα χρηματοδοτούσε ο μηνυτής με 70.000 €, ποσό που ο τελευταίος κατέβαλε ως συνεισφορά, με συνέπεια να το ζημιωθεί γιατί δεν ήταν δυνατή η εκμετάλλευση του διπλώματος επειδή ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε εκχωρήσει τα εξ αυτού δικαιώματα στον Ζ και 2) για πλαστογραφία με χρήση σε βάρος του ιδίου, που συνίσταται στο ότι κατήρτισε ιδιωτικό συμφωνητικό αναμεταβίβασης δικαιωμάτων, στο οποίο έθεσε κατ` απομίμηση την υπογραφή του Ζ χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά λέξη, ήτοι: "Ο πολιτικώς ενάγων (Ψ) διατηρεί στη ... κατάστημα ναυτιλιακών ειδών. Τον Μάιο του 2003 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο παραπάνω κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντος ως κάτοχος, ιδιοκτήτης και δικαιούχος του με αριθμό ...διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τίτλο "ΠΛΩΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΑΠΟ ΣΤΕΡΕΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΗ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ". Με το ανωτέρω δίπλωμα διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι ανοίγονταν μεγάλες προοπτικές για τον κατ' αποκλειστικότητα καθαρισμό και προστασία ακτών και θαλασσών καθώς και την εμπορία φραγμάτων καθόσον το πελατολόγιο τους θα ήταν Δήμοι, Νομαρχίες αλλά και μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες. Έτσι έπεισε αυτόν (εγκαλούντα) να συστήσουν αφανή εταιρία για την από κοινού εκμετάλλευση του παραπάνω διπλώματος. Συγκεκριμένα με ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει ημερομηνία 1-2-2003, υπογράφηκε όμως από τους συμβαλλομένους στις 13-5-2003, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα σε αυτό θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής τους από την Λιμενική αρχή Θεσσαλονίκης, συμφωνήθηκε ο μεν αφανής εταίρος (κατηγορούμενος) να εισφέρει τα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας τα οποία αποτιμήθηκαν σε 70.000 ευρώ, ο δε εμφανής εταίρος (πολιτικώς ενάγων) 70.000 ευρώ σε μετρητά, συμμετέχοντας έτσι, κατά κοινή συμφωνία, ο καθένας κατά 50%. Η διάρκεια της εταιρίας συμφωνήθηκε να είναι 15 χρόνια (δηλαδή από 1-2-2003 έως 31-1-2018) όσο χρόνο διαρκεί και τα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του αφανούς εταίρου, απαγορεύτηκε δε ρητά σε όλη τη διάρκεια της αφανούς εταιρίας η διάθεση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, έναντι οποιουδήποτε ανταλλάγματος, τόσο από τον αφανή, όσο και από τον εμφανή εταίρο. Με την πρώτη συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος σε διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης στις 13-5-2003, αυτός (πολιτικώς ενάγων) διαπίστωσε ότι υπάρχει ένσταση σε βάρος του από την εταιρία "... ΕΠΕ". Η ενιστάμενη εταιρία επικαλούνταν ότι τα δικαιώματα από το προαναφερόμενο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ανήκαν στον Ζ (συμφερόντων του οποίου ήταν η ίδια) κατόπιν εκχωρήσεώς τους από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος κατόρθωσε να πείσει τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τα δικαιώματα του εν λόγω διπλώματος ευρεσιτεχνίας είχε μεταβιβάσει στον Ζ το έτος 1999 μόνο όμως για ένα έργο στο ... και ότι ο Ζ με ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε και από τους δύο συμβαλλόμενους (δηλαδή τον κατηγορούμενο και τον Ζ) του αναμεταβίβασε τα δικαιώματα από το πιο πάνω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ο πολιτικώς ενάγων πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και πιστεύοντας ότι θα ευδοκιμήσει η συνεργασία τους άρχισε να καταβάλει διάφορα ποσά στον κατηγορούμενο που αφορούσαν τη συμφωνηθείσα συνεισφορά του για τη λειτουργία της αφανούς εταιρίας και συνολικά το ποσό των 70.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα κατέβαλε σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνει αποδείξεις, εκτός από την τελευταία καταβολή των 8.800 ευρώ που έγινε στις 3-7-2003 για την οποία έλαβε απόδειξη. Όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα τα προαναφερόμενα γεγονότα ως αληθινά εν γνώσει της αναλήθειάς τους και τούτο διότι με το από 8-9-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης δικαιωμάτων είχε εκχωρήσει στον Ζ το σύνολο των δικαιωμάτων που απορρέουν από το παραπάνω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και όχι μόνο για ένα έργο που αφορούσε το .... Τη μεταβίβαση αυτή προς τον Ζ ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) την καταχώρησε νόμιμα στα μητρώα του και τη δημοσίευσε στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας που αυτός τηρεί, όπως δε προκύπτει από το με αριθμό 4210/9-9-2003 έγγραφο του Ο.Β.Ι. η αίτηση του Ζ προς τον Οργανισμό για εγγραφή της παραπάνω μεταβίβασης έγινε στις 3-8-2000 και η μεταβίβαση καταχωρήθηκε στα μητρώα του Οργανισμού στις 4-9-2000 με αποτέλεσμα από αυτή την ημερομηνία της καταχώρησης η μεταβίβαση να ισχύει έναντι πάντων. Αποτέλεσμα αυτής της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να ζημιωθεί ο πολιτικώς ενάγων το ποσό των 70.000 ευρώ καθόσον μετά την προαναφερόμενη ένσταση του Ζ ήταν αδύνατη η εκμετάλλευση των δικαιωμάτων του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κανένα δε έργο δεν ανέλαβε ο πολιτικώς ενάγων στα πλαίσια της λειτουργίας της αφανούς εταιρίας. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος στις 13-5-2003 κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες κάνοντας χρήση του εγγράφου. Ειδικότερα, κατάρτισε ένα ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΑΝΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, στο οποίο φέρεται ότι υπέγραψαν τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο Ζ. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτού του συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος είχε εκχωρήσει στις 8-9-1999 τα δικαιώματα του προαναφερομένου διπλώματος ευρεσιτεχνίας στον Ζ για την ανάληψη ενός μόνου έργου στο ... και ότι ήδη ο Ζ αναμεταβιβάζει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα αυτά. Στο συμφωνητικό αυτό ο κατηγορούμενος αφού έθεσε αυθαίρετα και χωρίς τη συναίνεση του Ζ κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, στο τέλος του συμφωνητικού (κάτω από το όνομά του), το επέδειξε στον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου να τον πείσει ότι έχει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και ότι τα έχει εκχωρήσει και σε αυτόν (Ψ) νόμιμα...". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: 1) Ως προς την απάτη παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, είχε τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως του ως άνω διπλώματος ευρεσιτεχνίας, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο συμπεριφορά, στη σύσταση, δηλαδή, της αφανούς εταιρίας και στη χρηματοδότηση αυτής με το ποσό των 70.000 € και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, πέραν των ως άνω διεξοδικά αναφερομένων, να απορρίψει με ιδιαίτερη αιτιολογία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αυτός, ως αφανής εταίρος, δεν μπορούσε κατά νόμο, να είναι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο καταδικάσθηκε, σε βάρος του μηνυτή εμφανούς εταίρου, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός (που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, εμπεριέχεται στην απολογία του κατηγορουμένου και δεν προτάθηκε από την υπεράσπιση) είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και η απόρριψή του ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι νόμιμος, αφού ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της απάτης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε με πρόθεση παραπλανά άλλον και του προκαλεί βλάβη στην περιουσία του για δική του ωφέλεια. Και 2) ως προς την πλαστογραφία, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο (το ανωτέρω ιδιωτικό αναμεταβίβασης δικαιωμάτων) με σκοπό την παραπλάνηση άλλου (του μηνυτή), με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, είχε όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το δίπλωμα και ότι τα είχε εκχωρήσει και στον μηνυτή νόμιμα), καθώς και σε τι συνίστατο η πλαστογραφία (κατάρτιση του εγγράφου και θέση κατ` απομίμηση της υπογραφής του Ζ χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου). Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η προσκομισθείσα φωτοτυπία του φερομένου ως πλαστού εγγράφου θεωρείται έγγραφο και δέχθηκε ότι πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο παραδεκτώς ασκηθείς με το από 24/28.9.2009 δικόγραφο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (του άρθρου 216 §1 ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Φεβρουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 1466/2009) αίτηση του Χ μετά του από 24/28 Σεπτεμβρίου 2009 προσθέτου λόγου αυτής για αναίρεση της υπ` αριθ. 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση αφανούς εταίρου αφανούς εταιρείας για απάτη και πλαστογραφία με χρήση και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην έννοια του εγγράφου του άρθρου 13 περ. γ΄ ΠΚ περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου. Απόρριψη προσθέτου λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2143/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γίτσα, περί αναιρέσεως της 5141/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1343/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6, 7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια, όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξης καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5141/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 33737/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, ερήμην, για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και του είχε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών που μετετράπη προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Από τη σχετική με αριθμό 2109/6.3.2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και της απόφασης, αφού αυτή κοινοποιήθηκε στη ..., οδός ..., στην οποία δεν διέμενε, και όχι στην τότε γνωστή διαμονή του, η οποία ήταν στον ..., Λεωφ. ..., ότι από το 1997 έως και τον Αύγουστο του 2002 διέμενε στην οδό ...., στον ...., εν συνεχεία μετακόμισε στη .... στη ... και σήμερα διαμένει στη ...., ότι φορολογικά υπάγεται τα τελευταία τουλάχιστον 6 χρόνια στη Δ.Ο.Υ. ... και ότι αστυνομική ταυτότητα εξέδωσε το Α.Τ.... τον Ιούλιο του 2001. Επικαλέσθηκε, δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και, ως εκ τούτου, μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στη ... στη ... είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "...ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 33737/2002. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 25/02/2004 όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ... του ΑΤ Ν. Ιωνίας, που βρίσκεται στη δικογραφία, και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 06/03/2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε την έφεση μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε, για επίδοση της ερήμην του εκδοθείσας αποφάσεως, επί της οδού .... στη ..., που ήταν η αναγραφομένη στη μήνυση διεύθυνση, όπου αυτός διέμενε. Αυτός ισχυρίζεται, χωρίς όμως να το αποδεικνύει με την προσκομιδή αποδεικτικών εγγράφων, όπως π.χ. μισθωτηρίου, ότι μετώκησε από την επί της προαναφερθείσας οδού ιδιόκτητη οικία του τον Σεπτέμβριο του 1997. Ο ισχυρισμός του αυτός αποδεικνύεται ψευδής, καθόσον ο μηνυτής, όταν διαπίστωσε ότι η δηλωθείσα από τον κατηγορούμενο επαγγελματική διεύθυνση επί της ... (μάνδρα αυτοκινήτων) δεν ανταποκρινόταν στα πράγματα, αφού ο κατηγορούμενος δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν, εξακρίβωσε ότι αυτός τον Ιούνιο του 1998 διέμενε στην προαναφερθείσα διεύθυνση (...) και την ανέγραψε στην υποβληθείσα στις 11-6-1998 μήνυσή του. Ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στο Α/Τ Νέας Ιωνίας, κληθείς προς τούτο στις 26-6-1999, 7-7-1999 και 14.7.1999, ώστε να του γνωστοποιηθεί η κλήση του για προανάκριση για την ένδικη υπόθεση. Αντίθετα αυτός μετά τις εν λόγω κλήσεις και προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της παραβατικής ως προς τον μηνυτή συμπεριφοράς του, μετώκησε σε περισσότερα του ενός μισθωμένα σπίτια στον ... και ήδη, κατά το εφετήριο, διαμένει στο .... Ενόψει τούτων, αυτός για τις Αρχές ήταν αγνώστου διαμονής, αφού απέφυγε να προσέλθει στην προανάκριση και μετώκησε χωρίς να δηλώσει στην Αστυνομία την αλλαγή της διευθύνσεώς του, όπως είχε υποχρέωση, αφού γνώριζε την εμπλοκή του στην ένδικη υπόθεση και το ότι θα αναζητείτο από τις Αρχές, πράγμα το οποίο όμως αυτός ήθελε να αποφύγει. Ενόψει τούτων, η επίδοση της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη και κίνησε την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατά της ερήμην του εκκαλούντος - κατηγορουμένου εκδοθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, αφού ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και, ως εκ τούτου, απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε, με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της ιδιόκτητης κατοικίας του, στην οδό ... στη ..., όπου ο μηνυτής διαπίστωσε ότι διέμενε και ανέγραψε στη μήνυσή του και από όπου αυτός, όπως ισχυρίζεται, είχε μετοικήσει από το 1997 (ένα έτος πριν από την υποβολή της μήνυσης), ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ, την κατοικία του. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' του ΚΠοινΔ, τρίτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία ως προς την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να γνωστοποιήσει την αλλαγή διεύθυνσης και ως προς την μη απόδειξη της γνωστής διαμονής του και ότι η διαδικασία στο ακροατήριο ήταν απολύτως άκυρη, λόγω της παραβίασης του δικαιώματος υπερασπίσεώς του ως κατηγορουμένου γιατί απορρίφθηκε η έφεσή του ως εκπρόθεσμη παρά το ότι αυτός δεν είχε λάβει γνώση της πρωτόδικης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Τριμελές Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι "...Αντίθετα αυτός μετά τις εν λόγω κλήσεις και προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της παραβατικής ως προς τον μηνυτή συμπεριφοράς του, μετώκησε σε περισσότερα του ενός μισθωμένα σπίτια στον ... και ήδη, κατά το εφετήριο, διαμένει στο ......", υπερέβη την εξουσία του κατά την κρίση του παραδεκτού της εφέσεως, γιατί, για να κρίνει τη νομιμότητα της επιδόσεως σ` αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη στοιχεία που αναφέρονται στην ουσία της κατηγορίας. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί τα ανωτέρω αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της αιτιολογίας για την κρίση για το εκπρόθεσμο της έφεσης και δεν επρόκειτο για ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 266/21.7.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ` αριθ. 5141/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημά-των) Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση με τη οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και απόρριψη του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα σε σχέση με την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής. Ποιοι θεωρούνται ως άγνωστης διαμονής. Απόρριψη και των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Η΄ ΚΠΔ.
Ακυρότητα απόλυτη
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2144/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου .. και ήδη κρατουμένου στο Ε.Α.Κ.Κ.Ν. ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Ξενίδη, περί αναιρέσεως της 1226-1227/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1804/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 5 του ν. 3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 171 Κ.Π.Δ., ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται: 1) αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων ... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεώς του, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά δε το άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, που συνάδει και προς το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1226 - 1227/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για αγορά ναρκωτικών κατ` εξακολούθηση, κατοχή ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και μεταφορά ναρκωτικών παρά τοξικομανούς από υπότροπο σε ποινή καθείρξεως 6 ετών και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, τούτο συνετέθη από τους "Παναγιώτη Θεοδωρόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτη Αγγελόπουλο, Νικόλαο Τσάκο (σε αντικατάσταση της εφέτη Βασιλικής Πούρα που κωλύεται), Σουλτάνα Ανθή και Αναστασία Κυριαζή, Εφέτες". Πλην, από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης υπ` αριθ. 1095/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνετέθη από τους Κωνσταντίνο Βαμβακίδη, Προεδρεύοντα Εφέτη, Παναγιώτη Αγγελόπουλο και Στυλιανή Πανταζή, Εφέτες. Ο εφέτης, λοιπόν, Παναγιώτης Αγγελόπουλος, που είχε συμπράξει στην έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συμμετείχε και στη σύνθεση του Δικαστηρίου, το οποίο δίκασε την έφεση του κατηγορουμένου και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου λόγω κακής σύνθεσης αυτού, που καθιστά την απόφασή του αναιρετέα και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Κατά συνέπεια και εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε', Δ' και Α' ΚΠΔ, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λόγων αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1226 - 1227/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναιρέσεως εξεταζόμενοι αυτεπαγγέλτως αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης. Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (συμμετοχής στη σύνθεση δικαστή που είχε συμπράξει στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης). Αναιρεί και παραπέμπει.
Δικαστηρίου σύνθεση
Δικαστηρίου σύνθεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2151/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 211, 273, 429/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ... . Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 924/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό εδάφιο ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στην φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Ήτοι η εργασία, η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία και δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας εκτός της φυλακής και όχι με εξαναγκασμένη συμπεριφορά προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή η οποία και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για ληστεία από κοινού και για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή, σε συνολική ποινή καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε του ΠΚ και σχετικά με το ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω : "'Οσον αφορά στο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ' επισημαίνεται ότι μετά την τέλεση της πράξης, από τη στιγμή της σύλληψής του, στις 15-3-2000, και της φυλάκισής μου στις Δικαστικές Φυλακές... επέδειξα εξαίσια και άριστη συμπεριφορά όπως αυτό προκύπτει από τη βεβαίωση του Διευθυντή Φυλακών ..., βάσει της οποίας δεν υπέπεσα σε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, συμμορφώθηκα και τήρησα πιστά τους σωφρονιστικούς κανόνες, συνεργάστηκα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια και τήρησα θετική στάση και συμπεριφορά απέναντι στους συγκρατούμενούς του. Πρέπει να σημειωθεί ότι έχω οκτώ (8) παιδιά που περιμένουν να ζήσουν από εμένα. Μετά την τέλεση της πράξης που κατηγορούμαι δεν επέδειξα και ως ελεύθερη παραβατική συμπεριφορά αντιθέτως εργαζόμουν και απέδειξα καλή συμπεριφορά. Ως εκ τούτου πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού". Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε κατ'ουσία τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε ΠΚ, αφού δέχθηκε, όσον αφορά την ως άνω ελαφρυντική περίσταση, για την οποία και μόνο αποδίδεται πλημμέλεια ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, τα εξής: "...Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών και του αιτήματος για τη χορήγηση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΚ, αφού ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση των πράξεων παραμένει στις φυλακές κρατούμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα". Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με επαρκή αιτιολογία, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο αναιρεσείων παρέμειναν στις φυλακές κρατούμενος από της τελέσεως των πράξεών του. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος της τούτο, της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 470 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Η χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος από το Δικαστήριο που δίκασε την έφεσή του συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του, ότι με την πρωτόδικη 999/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 9 ετών και με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν εφέσεώς του, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών, αλλά καθ' υπέρβαση εξουσίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν αφαίρεσε το χρόνο της προσωρινής του κρατήσεως, από 22-8-2000 μέχρι 12-1-2001, όπως είχε πράξει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έτσι το δικάσαν, κατ' έφεσή του, δικαστήριο, κατέστησε χείρονα τη θέση του υπερβαίνοντας την εξουσία του και υπέπεσε σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Όμως, ανεξάρτητα του ότι από τα πρακτικά των αποφάσεων των δικαστηρίων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι δεν αφαιρέθηκε ο χρόνος προσωρινής κρατήσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ούτε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η παράλειψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να αφαιρέσει, κατά το άρθρο 87 παρ.1 του ΠΚ, το χρόνο προσωρινής κρατήσεώς του, από την ποινή που του επιβλήθηκε, δε συνιστά κάποιον από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, αλλά κατά τη διάταξη του άρθρου 371 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, χωρεί διόρθωση του σφάλματος και συμπλήρωση της αποφάσεως, μετά από αίτηση του καταδίκου ή του Εισαγγελέα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 2408/1996 και το άρθρο 6 του ν. 3090/2002, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού, που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα... Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι ο αλλοδαπός που καταδικάστηκε και βρίσκεται παράνομα στο Ελληνικό έδαφος, υπόκειται σε απέλαση, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της τέλεσης εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της Ελληνικής επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης. Το δικαστήριο έχει δυνατότητα να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της απέλασης, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο Ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ληστείας από κοινού και επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως έξι ετών και έξι μηνών, ενώ, στη συνέχεια διέταξε την απέλαση αυτού από τη χώρα, χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, οποιαδήποτε αιτιολογία για το ζήτημα απέλασης. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε και αποφάσισε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καθόσον αφορά τη διάταξη περί απέλασης του αναιρεσείοντος που επιβλήθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού, κατά την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 ΠΚ και κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την απέλαση ή μη του αναιρεσείοντος, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν αναφέρει κανένα περιστατικό, που να δικαιολογεί την κρίση του για το αναγκαίο αυτής (απελάσεως), από εκείνα που ανάγονται στη βαρύτητα και στο είδος του εγκλήματος, στο χρόνο παραμονής του αναιρεσείοντος στο Ελληνικό έδαφος, στην εν γένει συμπεριφορά αυτού, στο επάγγελμά του και στην ύπαρξη ή μη οικογένειας αυτού στην Ελλάδα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, σχετικός τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, περί απέλασης του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 211,273,429/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη διάταξή της περί απέλασης από τη Χώρα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ... Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21 Μαρτίου 2008 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της ως παραπάνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ληστεία και δύο επικίνδυνες σωματικές βλάβες - Ελαφρυντικά άρθρ. 84 παρ. 2 ε ΠΚ και απέλαση. Α. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΚ (ΑΠ 13/2009, 131/2008, 792, 807, 1327/2007). Β. Ανεξάρτητα του ότι από τα πρακτικά των αποφάσεων, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι δεν αφαιρέθηκε ο χρόνος προσωρινής κρατήσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ούτε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ώστε να ανακύπτει κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ θέμα χειροτέρευσης της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, η παράλειψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να αφαιρέσει, κατά το άρθρο 87 παρ. 1 του ΠΚ, το χρόνο προσωρινής κρατήσεως του από την ποινή που του επιβλήθηκε, δε συνιστά κάποιον από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, αλλά κατά τη διάταξη του άρθρου 371 παρ. 4 του ΚΠΔ, χωρεί διόρθωση του σφάλματος και συμπλήρωση της αποφάσεως μετά από αίτηση του καταδίκου ή του Εισαγγελέα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Γ. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, καθόσον αφορά τη διάταξη περί απέλασης του αναιρεσείοντος που επιβλήθηκε, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού, κατά την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 ΠΚ και κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την απέλαση ή μη του αναιρεσείοντος, το δίκασαν Δικαστήριο δεν αναφέρει κανένα περιστατικό που να δικαιολογεί την κρίση του για το αναγκαίο αυτής (απελάσεως), από εκείνα που ανάγονται στη βαρύτητα και στο είδος του εγκλήματος, στο χρόνο παραμονής του αναιρεσείοντος στο Ελληνικό έδαφος, στην εν γένει συμπεριφορά αυτού, στο επάγγελμα του και στην ύπαρξη ή μη οικογένειας αυτού στην Ελλάδα. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική, Ληστεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
0
Αριθμός 2155/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκων [ήδη] ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαρελά. Το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Μαρτίου 2009, αντιστοίχως ασκηθείσες, δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 482/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 16 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, με τους αριθμούς 101 και 100/2009, που ασκήθηκαν, αντιστοίχως, από τους αναιρεσείοντες -κατηγορούμενους α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκους [ήδη] ... και στρέφονται κατά της 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Οι λόγοι τους είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, ενός εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό περιεχόμενο αυτού (εγγράφου). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της κρίσεώς του ότι οι εφέσεις αυτών κατά της 75350/2005 ερήμην αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ήσαν απαράδεκτες, ως εκπροθέσμως ασκηθείσες, έλαβε υπόψη τις δηλώσεις τους περί της κυρίας κατοικίας αυτών, οι οποίες είχαν συμπεριληφθεί στις ανωμοτί καταθέσεις που είχαν δώσει κατά την προδικασία ενώπιον του Πταισματοδίκη Ιλίου, εξεταζόμενοι για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν με την [τότε] εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς οι καταθέσεις αυτές να αναφέρονται ως αναγνωσθέντα έγγραφα στην οικεία θέση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης. Η αιτίαση αυτή, όμως, είναι αβάσιμη, διότι οι εν λόγω καταθέσεις αναγνώσθηκαν κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία, γεγονός που βεβαιώνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, αναφέρεται στην αιτιολογία της απόφασης η φράση "Την ως άνω διεύθυνση κατοικίας δήλωσαν και οι δυο εκκαλούντες, σύζυγοι, ως πραγματική διεύθυνση κύριας κατοικίας τους (κοινή συζυγική κατοικία), κατά τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο ανωμοτί καταθέσεις τους ενώπιον της Πταισματοδίκου Ιλίου, εξεταζόμενοι ..." κλπ. Από την περικοπή αυτή προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, διότι αρκεί η μνεία του γεγονότος τούτου σε οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη και στην αιτιολογία αυτής, χωρίς να απαιτείται όπως η σχετική αναφορά περιλαμβάνεται οπωσδήποτε στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου καταχωρούνται συλλήβδην τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 609/2009). 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2, 105 και 273 παρ.1 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, κατά την ποινική προδικασία, ο εξεταζόμενος είτε ως ύποπτος είτε ως κατηγορούμενος έχει την υποχρέωση να δηλώσει την ενεστώσα διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής αυτού, την οποία, μαζί με όλα τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητάς του, οφείλει ο επιλαμβανόμενος ανακριτικός υπάλληλος να καταχωρήσει στην έκθεση, την οποία συντάσσει σχετικώς. Και ότι, ωσότου η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη και εκτελεσθεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως και η καταδικαστική απόφαση, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, εάν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός εάν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει νομοτύπως τη μεταβολή της, πριν από την επίδοση. Εξ άλλου, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι εάν η ως άνω εξέταση του υπόπτου έγινε ενόρκως ή ανωμοτί μεν, αλλά χωρίς να δοθεί σ' αυτόν η δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, τότε η σχετική έκθεση δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά πρέπει να παραμείνει στο αρχείο της εισαγγελίας. Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην εξασφάλιση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ειδικότερα του δικαιώματος σιωπής και μη "αυτοενοχοποίησης" αυτού, ως εκδήλωση του ευρύτερου δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που αναγνωρίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (έτσι και ΚΠοινΔ 223 παρ.4, καθώς και άρθρο 14 παρ.3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, βλ. ΟλΑΠ 1/2004 και 2/1999). Τέλος, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με τον ως άνω σκοπό αυτών, συνάγεται ότι η απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης της εκθέσεως εξετάσεως του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, που έγινε στην προδικασία χωρίς τη δυνατότητα ασκήσεως των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, περιορίζεται στο επί της ουσίας περιεχόμενο της εκθέσεως και δεν επεκτείνεται στα όσα ο εξετασθείς έχει δηλώσει ως προς τα στοιχεία της ταυτότητας και τη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής αυτού, τα οποία είναι χρήσιμα για την τυπική πρόοδο της ποινικής διαδικασίας και δεν συντελούν στην "αυτοενοχοποίησή" του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του, έλαβε υπ' όψη τις προαναφερθείσες ανωμοτί καταθέσεις αυτών ενώπιον του Πταισματοδίκου Ιλίου, οι οποίες δεν θα έπρεπε να αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Η αιτίαση, όμως, είναι αβάσιμη, διότι δεν ελήφθη υπ' όψη το επί της ουσίας περιεχόμενο των καταθέσεων, αλλά οι εμπεριεχόμενες δηλώσεις περί της κατοικίας των αναιρεσειόντων, οι οποίες, δυνάμενες και να απομονωθούν, ουχί παρανόμως αποτελούσαν μέρος της δικογραφίας. 4. Από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών προκύπτουν οι εξής παραδοχές, στις οποίες το δικαστήριο κατέληξε ύστερα από συνεκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρα ..., των αναγνωσθέντων εγγράφων και των απολογιών [= προφορικών διευκρινίσεων επί του παραδεκτού των εφέσεων] των κατηγορουμένων : Ότι οι εκκαλούντες [ήδη αναιρεσείοντες] κατά την εξέτασή τους στην προδικασία, είχαν δηλώσει ως κοινό τόπο κατοικίας την οικοδομή επί της οδού ..., στην περιοχή ... . Ότι οι ίδιοι, που καταδικάσθηκαν ερήμην από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την προανακριτική εξέτασή τους και μέχρι την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως ούτε είχαν δηλώσει, νομοτύπως, τη μεταβολή της εν λόγω κατοικίας ούτε και επικαλέσθηκαν, με τις εφέσεις τους, τέτοια δήλωση. Ότι η εκκαλούμενη, ερήμην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε επιδοθεί προς αυτούς, νομοτύπως, με θυροκόλληση στην ως άνω διεύθυνση, την 30-3-2007, από τον αρχιφύλακα ... του ΑΤ ... . Ότι οι εκκαλούντες είχαν ασκήσει τις υπό κρίση [τότε] εφέσεις την 2-12-2008 [ο Χ2] και 15-12-2008 [η Χ1], ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Ότι ο πρώτος, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση, επικαλέσθηκε το περιστατικό ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η επίδοση αυτής είχε γίνει με θυροκόλληση και αυτός πληροφορήθηκε το γεγονός μόλις την προηγούμενη της ασκήσεως ημέρα, από την οικεία αστυνομική αρχή. Ότι μόνη η επίκληση της θυροκόλλησης δεν αρκεί για τη θεμελίωση ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, μη οφειλόμενου σε υπαιτιότητα του εκκαλούντος, για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Ότι η δεύτερη, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση, επικαλέσθηκε το περιστατικό ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, διότι κατά το χρόνο της επίδοσης διέμενε επί της οδού ... αρ. ..., στην περιοχή ... . Ότι μόνη η επίκληση του περιστατικού αυτού, χωρίς παράλληλο ισχυρισμό περί νομοτύπου γνωστοποιήσεως μεταβολής της αρχικώς δηλωθείσας διεύθυνσης και αναφορά των σχετικών αποδεικτικών μέσων, δεν αρκεί για την κατάφαση του παραδεκτού της εφέσεως. Και τέλος, ότι όλα αυτά ήσαν αντιφατικά προς τα κατατεθέντα στο ακροατήριο από τη μάρτυρα αποδείξεως και τους εκκαλούντες [σύμφωνα με τα οποία, που προκύπτουν από την επισκόπηση των πρακτικών, τα επιδοθέντα αντίγραφα παραλήφθηκαν από τη μητέρα και πεθερά των εκκαλούντων, η οποία λόγω ασθενείας λησμόνησε να τους τα παραδώσει], των οποίων επίκληση δεν είχε γίνει στις εκθέσεις εφέσεως. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε [= κήρυξε] τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτες. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς τη νομιμότητα της επίδοσης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με θυροκόλληση όσο και ως προς τη μη επίκληση και συνδρομή λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εμπρόθεσμη άσκηση αυτών. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζονται, αντιστοίχως, με τους τέταρτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα. 5. Κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και καταδικάζει εκείνον που το άσκησε στην πληρωμή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, το ύψος των οποίων προκαθορίζεται στο νόμο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως αιτιολογία, για την καταδίκη του ασκήσαντος το ένδικο μέσο στην πληρωμή των εξόδων, είναι επαρκής η ολοσχερής κήρυξη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, διότι δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ούτε η καταδίκη καθ' εαυτή ούτε ο προσδιορισμός του ύψους των εξόδων. Εν προκειμένω, το Εφετείο καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, αφού προηγουμένως δέχθηκε, με τις εκτενείς αιτιολογίες που αναφέρονται στη σκέψη αρ.4 της παρούσας, ότι οι εφέσεις τους έπρεπε να απορριφθούν [= κηρυχθούν απαράδεκτες] στο σύνολό τους. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζονται στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο αυτό, είναι αβάσιμα. 6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι από 16 Μαρτίου 2009 συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 16 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις των: α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκων [ήδη] ..., περί αναιρέσεως της 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών.- Και Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κήρυξη εφέσεως απαραδέκτου. Αίτηση αναίρεσης εκκαλούντος. Για να ληφθεί εγκύρως υπ' όψη έγγραφο, αρκεί να αναφέρεται ως αναγνωσθέν ακόμη και στο σκεπτικό της αποφάσεως. Η δήλωση κατοικίας, που διατυπώνεται στην έκθεση ανωμοτί εξέτασης του υπόπτου, παραδεκτώς λαμβάνεται υπ' όψη προς έλεγχο της νομιμότητας της προς αυτόν επίδοσης που έγινε στην εν λόγω διεύθυνση, της οποίας δεν γνωστοποιήθηκε νομίμως μεταβολή. Για την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα αρκεί ως αιτιολογία αυτή με την οποία το ένδικο μέσο κηρύσσεται ολοσχερώς ως απαράδεκτο. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2156/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως τροποποιήθηκε η ονομασία της αρχικά αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 384/2006 μη οριστική και 169/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της159/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και της 169/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/6/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 553§1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 159/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, εφ' όσον η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Θράκης, το οποίο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως. Κατά την διάταξη του άρθρου 300§1 του ΑΚ, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής". Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και ο ζημιωθείς να συνετέλεσε, από δικό του πταίσμα, στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία του. όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο δικαστής έχει την διακριτική ευχέρεια είτε να απαλλάξει τον ζημιώσαντα, είτε να μειώσει την ευθύνη του και να επιμερίσει την ζημία ή να του καταλογίσει πλήρη την ευθύνη. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Η από την διάταξη αυτή προβλεπόμενη παράβαση ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Περί ώρα 14.00 της 26ης Μαΐου του έτους 2003 ο καλών-ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο... και έβαινε με αυτό επί της επαρχιακής οδού ..., μέσα στα όρια του δήμου..., απ' όπου διέρχεται η οδός αυτή και συγκεκριμένα ευρίσκετο στο τμήμα της, το οποίο φέρει ονομασία οδός ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενες με συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και κατευθύνετο προς .... Πριν από αυτόν εκινείτο η Ε1 επιβαίνουσα στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, ήτοι προπορεύονταν, ακολουθώντας κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου αυτού ομόρροπη πορεία (προς ...) και όταν έφθασε στο σημείο όπου η οδός επί της οποίας έβαινε διασταυρώνεται, αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση της πορείας που ακολουθούσε, κάθετα με την οδό ... στην οποία ήθελε να εισέλθει, ακολουθώντας επιτρεπόμενη πορεία, μείωσε προοδευτικά την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ανάβοντας και συγχρόνως αριστερό δείκτη πορείας (φλας) και ακινητοποίησε αυτό (αυτοκίνητο) κοντά στη διαχωριστική γραμμή των αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας, στο ρεύμα της πορείας της, σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες κυκλοφορίας. Τότε ο ενάγων, ο οποίος ευρίσκετο πίσω από το όχημα που οδηγούσε η Ε1 ακολουθώντας ομόρροπη πορεία διέκοψε την κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε και ανέμενε αυτή να πραγματοποιήσει στροφή προς τ' αριστερά, ώστε να συνεχίσει την πορεία του, αφού το πλάτος του οδοστρώματος στο χώρο εκείνο επιτρέπει τη διέλευση ενός μόνο αυτοκινήτου σε κάθε ρεύμα πορείας και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει υπέρβαση (προσπέρασμα) νόμιμα από δεξιά του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου. Τότε, όμως αιφνίδια ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στην οποία αυτός εργαζόταν και το οποίο ήταν ασφαλισμένο τότε για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εκ της λειτουργίας του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " ΦΟΙΝΙΞ -ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ", κινούμενος στην ίδια οδό με τα ανωτέρω αυτοκίνητα και με την ίδια κατεύθυνση, λόγω της έλλειψης της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, όπως ενεργεί κάθε μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τα ακινητοποιημένα πιο πάνω αυτοκίνητα έμπροσθεν της πορείας του, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να σταματήσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε πριν από αυτά και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου αυτού στο πίσω τμήμα του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, το οποίο λόγω της πρόσκρουσης αυτής ωθήθηκε προς τα εμπρός και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο πίσω μέρος του επίσης ακινητοποιημένου αυτοκινήτου της Ε1. Με βάση τα εκτεθέντα παραπάνω αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος... Από την προπεριγραφείσα σύγκρουση των τριών οχημάτων και παρότι τα δύο αυτοκίνητα, τα οποία οδηγούσαν ο ενάγων και η Ε1 δεν υπέστησαν σοβαρές βλάβες και φθορές ο ενάγων τραυματίσθηκε σοβαρά στον αυχένα, αφού κατά τον χρόνο της πρόσκρουσης ήταν ανυποψίαστος και υπέστη εκτίναξη (ταλάντωση) του αυχένα απότομη και αιφνίδια. Συγκεκριμένα υπέστη κάκωση της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης-βραχυαλγία αυχένα... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενώ από αυτήν, η οποία δεν ήταν πολύ σφοδρή, αυτός δεν υπέστη κακώσεις στο κεφάλι αφού δεν κτύπησε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Η αιφνίδια κίνηση (ταλάντωση) του αυχένα δεν θα μπορούσε ν' αποφευχθεί λόγω του νόμου της βαρύτητας και θα συνέβαινε ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων φορούσε ζώνη ασφαλείας, αφού αυτή δεν κρατά ακίνητο το κεφάλι, απλά εμποδίζει την μετακίνηση του σώματος. Συνεπώς, η μη πρόσδεση του ενάγοντος με τη ζώνη ασφαλείας δεν επέδρασε σε κάποιο βαθμό στην έκταση του παραπάνω τραυματισμού του...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου είναι ο πρώτος εναγόμενος-ήδη πρώτος αναιρεσείων και απέρριψε την προταθείσα από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες, ένσταση περί συνυπαιτιότητος του παθόντος ενάγοντος στο μέγεθος της βλάβης του. Έτσι που έκρινε (το Εφετείο), σε σχέσει προς την, ως άνω, ένσταση, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν στα αποτελέσματα από την πρόσδεση του οδηγού με ζώνη ασφαλείας, εφ' όσον, με βάση τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά (ήτοι ότι, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, το αυτοκίνητο του ενάγοντος ευρίσκετο σε στάση, αναμένοντας την κίνηση του, προ αυτού, ευρισκομένου σε στάση, αυτοκινήτου της Ε1 ότι το αυτοκίνητο που ωδήγει ο α' εναγόμενος επέπεσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του ιδίου, το οποίο ωθήθηκε προς τα εμπρός και προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προ αυτού ακινητοποιημένου αυτοκινήτου της ανωτέρω αναφερομένης και ότι ο ενάγων δεν τραυματίσθηκε στο κεφάλι αλλά στον αυχένα από την αιφνίδια ταλάντωση), γενικώς και αντικειμενικώς λαμβανόμενα, η μη πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας, δεν αποτελεί πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος και επομένως η παράλειψη αυτή του ενάγοντος δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός συντρέχει, ειδικότερα, όταν το δικαστήριο δέχεται τέτοια πράγματα, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύει. Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που περιέχεται στην έφεσή των, σύμφωνα με τον οποίο ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την αγωγή του, είχε δηλώσει πολλές ανακρίβειες, αναφορικώς με την, συνεπεία του τραυματισμού του, απώλεια των εισοδημάτων του, ως κουρέα στο Στρατόπεδο "..." και ως απασχολουμένου στο κομμωτήριο που διατηρεί η σύζυγός του στην ..., τις οποίες και απέδειξαν με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται όχι σε πράγμα, υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά αφ' ενός μεν σε άρνηση της αγωγής, εν σχέσει προς την ανωτέρω αξίωση του αναιρεσιβλήτου, αφ' ετέρου δε σε επιχειρήματα από τις αποδείξεις, έστω και αν απετέλεσαν λόγο της εφέσεως. Περαιτέρω, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, περί της απωλείας των, ως άνω, εισοδημάτων του, χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπ' όψη τα μνημονευόμενα στην προσβαλλομένη απόφασή του αποδεικτικά μέσα, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς. Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, να προσδιορίζεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ήτοι ποια είναι τα ελλείποντα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την επάρκεια της, ενώ, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, μη αρκούσης της αναφοράς "για ανεπάρκεια αιτιολογίας ή για αντιφατικότητα". Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή: α) δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί δεν ευθύνεται ο αναιρεσίβλητος για τον τραυματισμό του, καθώς δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 300 Α.Κ. και β) δεν αιτιολογείται πως οδηγήθηκε να αναγνωρίσει ως εισόδημα του ίδιου αναιρεσιβλήτου τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ποσά, " χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου που επικαλείται". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την πρώτη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο πού έγκειται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας και ειδικότερα ποια είναι τα ελλείποντα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την επάρκειά της. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, εν σχέσει προς το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στο μέγεθος της βλάβης του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που κατά το μέρος αυτό εκτίθεται ανωτέρω, το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αναφορικώς με όλα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, ως προς την δευτέρα αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί, επίσης ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε σχέση προς το συγκεκριμένο ζήτημα των διαφυγόντων κερδών του ήδη αναιρεσιβλήτου, συνεπεία της εκ του ατυχήματος σωματικής βλάβης του, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό ποια είναι τα ελλείποντα τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία, εν σχέσει προς το ζήτημα αυτό, για την πληρότητα της αιτιολογίας, καθώς και πού έγκειται η αντίφαση της αιτιολογίας, ώστε να δύναται να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου αυτού. Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-6-2008 αίτηση των ... κ.λ.π., περί αναιρέσεως της 169/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης (καθώς και της 159/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας).-. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος στο μέγεθος της βλάβης του (αρ. 300 Α.Κ.). Παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας. Πότε επέρχεται. Μή πρόσδεση, με ζώνη ασφαλείας, του παθόντος από τροχαίο ατύχημα. Στοιχεία για το ορισμένο των λόγων αναιρέσεως από τον αριθμό 19,8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
null
null
2
Αριθμός 2137/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της 165/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 24 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 191/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη υπ' αριθμ. έκθ. 7/29-12-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 και 474 ΚΠΔ). Μαζί με αυτή θα συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης τους οποίους προτείνει με το από 24-4-2009 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α' και β' και 4 του ν. 2696/1999 ορίζεται ότι "Αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον (των όσων ορίζει η παραγ. 1 του ίδιου άρθρου): α)Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β)να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της, εκτός αν είναι αναγκαία. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α' και β' του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά το άρθρο 59 παρ. 1 του ΚΠΔ "όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή η αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στην δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Εξάλλου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' τον ίδιο Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε ίσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος (ως είναι και αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 59 του ΚΠΔ). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και επομένως η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Συνεπώς ο από το τελευταίο τούτο αντίθετος δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης και ταυτάριθμος των πρόσθετων λόγων για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναβολής της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το ότι εξηρτάτο από άλλη εταιρική δίκη με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα από το ίδιο τροχαίο ατύχημα που αφορά την κατηγορία του της δευτεροβάθμιας δίκης, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (επικαλούμενος άμα ότι εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 347/9-3-2009 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς εφετείου Ναυπλίου), τυγχάνει απαράδεκτος (αφού δεν εμπίπτει σε κάποιες από τις οριζόμενες από το νόμο (άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ) περιπτώσεις της υποχρεωτικής αναστολής) και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσει αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 165/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9/2/2001 και περί ώρα 05.00 ο ΑΑ οδηγώντας του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και ο νυν κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, έβαιναν στην Ε.Ο ...-..., η οποία είναι ευθεία σε μήκος 2,5 χ/μ με κατεύθυνση προς ... . Φτάνοντας στο μέσο περίπου της ευθείας ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας το αυτοκίνητο του ΑΑ. Καθώς όμως εκινείτο παράλληλα με αυτό, μείωσε την ταχύτητα που είχε αναπτύξει, με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να ακολουθήσουν παράλληλη πορεία για δευτερόλεπτα διανύοντας εκατό περίπου μέτρα. Με την ενέργειά του αυτή, ο κατηγορούμενος ήθελε να προκαλέσει τον πρώτο οδηγό να πραγματοποιήσουν αυτοσχέδιο αγώνα, καθόσον, καίτοι είχε τη δυνατότητα να προσπεράσει ακωλύτως και με ασφάλεια το αυτοκίνητο του τελευταίου, προτίμησε να κινηθεί παράλληλα με αυτό, παραμένοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, μέχρι τελικά να πραγματοποιήσει την υπέρβαση και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας του. Ο πρώτος οδηγός, διαπιστώνοντας την ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου, επιτάχυνε το αυτοκίνητό του αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψιν ότι ήταν νύκτα, επικρατούσε σκοτάδι, διότι ο τεχνητός φωτισμός ήταν σβηστός, και διερχόντουσαν από κατοικημένη περιοχή στην οποία το όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα, και τελικά κατάφερε και τον προσπέρασε, πλησιάζοντας, όμως, προς το τέλος της ευθείας. Επειδή, όμως, τα δύο αυτοκίνητα είχαν παραπλήσιες επιδόσεις (Citroen του πρώτου οδηγού, Alfa Romeo του κατηγορουμένου), ο πρώτος οδηγός, ευρισκόμενος προφανώς και σε κατάσταση ευθυμίας λόγω του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,80 γρ. ανά λίτρο, συνέχισε να αναπτύσσει ταχύτητα, έτσι ώστε να απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, το οποίο τον ακολουθούσε από κοντινή απόσταση και που στόχευε στην προσπέραση αυτού, και να είναι αυτός ο τελικός νικητής του αυτοσχέδιου αγώνα. Αποτέλεσμα ήταν τα δύο αυτοκίνητα να εισέλθουν με ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (50 χλμ/ώρα) σε αριστερή ως προς την πορεία του στροφή και έτσι το αυτοκίνητο του πρώτου οδηγού να εκτραπεί της ανωτέρω επαρχιακής οδού δεξιά σε σχέση με την πορεία του και να προσκρούσει σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα αφενός μεν τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος ΒΒ, αφετέρου δε τον τραυματισμό του ιδίου (ΑΑ). Η παραπάνω δε οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα η συμμετοχή του στον αυτοσχέδιο οδικό αγώνα, συνιστά εμπλοκή του στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, δεδομένου ότι προκάλεσε την προπεριγραφόμενη επικίνδυνη οδική συμπεριφορά του οδηγού του πρώτου οχήματος (λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούσαν), συνεπεία της οποίας ο τελευταίος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και προσέκρουσε σε παρακείμενη οικία, προκαλώντας τον τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος ΒΒ. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του γεγονότος εάν η εν λόγω οδική συμπεριφορά του συνιστά προσθέτως το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πληρουμένων των προϋποθέσεων που ο νόμος θέτει για την πλήρωση της ειδικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εισερχόμενος στην παραπάνω στροφή και αντιλαμβανόμενος την αμέσως προηγηθείσα πρόσκρουση του προπορευομένου οχήματος και ακινητοποίησή του στο εν λόγω σημείο, δεν στάθμευσε το αυτοκίνητό του προκειμένου να δώσει την αναγκαία βοήθεια στους επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο, ούτε ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνομική αρχή παραμένοντας στον τόπο ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, όπως ήταν υποχρεωμένος κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2696/1999, αλλά συνέχισε κανονικά την πορεία του. Έπραξε δε τα παραπάνω, καίτοι, λόγω της μεγάλης σφοδρότητας της πρόσκρουσης, των εκτεταμένων ζημιών και παραμόρφωσης του αυτοκινήτου στο εμπρόσθιο τμήμα αυτού και του γεγονότος ότι οι επιβαίνοντες δεν είχαν εξέλθει απ' αυτό, αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός και συνοδηγός (με βάση τα σημεία της σύγκρουσης) είχαν υποστεί τραυματισμό, ανεξαρτήτως του ότι δεν εγνώριζε το είδος και την σοβαρότητα των τραυμάτων τους. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος συνομολογεί ότι είδε το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, το οποίο είχε προσπαθήσει να προσπεράσει σε προγενέστερο χρονικό σημείο, και ότι αντιλήφθηκε τη μεγάλη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Τα όσα δε αυτός απολογούμενος ισχυρίζεται, περί μη δυνατότητας ασφαλούς στάθμευσης του αυτοκινήτου του στο σημείο της σύγκρουσης ενόψει της υφισταμένης στροφής, δεν αναιρούν την ευθύνη του, δεδομένου ότι μπορούσε να είχε σταθμεύσει στο αμέσως επόμενο ασφαλές κατά την κρίση του σημείο και να επιστρέψει στο σημείο της σύγκρουσης πεζός, προκειμένου να προβεί στις ενδεδειγμένες εκ του νόμου ενέργειες. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ δεν συντρέχει, καθόσον ουδέν σχετικό προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, μόνον δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την παροχή του ελαφρυντικού αυτού. Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, μετά τις προαναφερόμενες παραδοχές του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α και β και 4 του ν. 2696/1999 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 43 παρ. 2 περ. α και β και 4 του ν. 2696/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στ πρακτικά του δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α και β και 4 του ΚΟΚ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και όχι ιστορικά και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο" (βλ. αρχή σκεπτικού προσβαλλομένης αποφάσεως). Μεταξύ αυτών ήταν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας απόφασης, και τα αναφερόμενα με τους αριθμούς 4 και 5 έγγραφα και ειδικότερα με τον αριθμό 4 "υπόμνημα" και με τον αριθμό 5 "έντεκα (11) εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων". Όμως, τόσο από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και από τα πρακτικά της, δεν προκύπτει ποιο συγκεκριμένα ήταν το υπόμνημα και ποιες ήταν οι έντεκα εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων, που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με τα άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, διότι δεν αναφέρεται ούτε το πρόσωπο που υπέβαλε το υπόμνημα ούτε η ημερομηνία αυτού, ούτε ο χρόνος και ο τύπος, ούτε η αρχή ενώπιον της οποίας έγιναν οι εξετάσεις των μαρτύρων και τέλος και κυρίως δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εξετασθέντων μαρτύρων. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στερήθηκε το δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, να γίνουν δεκτοί οι ταυτόσημοι πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, ως βάσιμοι, να αναιρεθεί εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 165/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 43 παρ. 2 α, β και 4 του ν. 2695/1999 (ΚΟΚ). Αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ. Απόρριψη αιτήματος αυτού. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Ο μη προσδιορισμός αναγνωσθέντων εγγράφων συνιστά απόλυτη ακυρότητα. Αναίρεση απόφασης για το λόγο αυτό και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε για νέα συζήτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Κ.Ο.Κ..
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2136/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 7204/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 24 Απριλίου 2009 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2023/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού εγγράφου, ήτοι κατάρτιση εγγράφου εξ υπαρχής καταρτισθέντος από τρίτο, ή νοθευμένου γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοιωμένου κατά το περιεχόμενό του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (TELEFAX), που διαβιβάζεται σε σταθμό λήψεως με πιστή αναπαραγωγή, από απόσταση, κειμένων, σχεδίων ή εικόνων, με τη βοήθεια καταλλήλων τερματικών διατάξεων, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, ενώ διαφέρουν κατά το ότι το φωτοτυπικό αντίγραφο αναπαράγεται από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα), ενώ το τηλεομοιότυπο αναπαράγεται, από απόσταση, αφού χρησιμοποιηθούν δύο συσκευές τηλεομοιοτυπίας, μία για τη μεταβίβαση και μία για τη λήψη, σε συνδυασμό με τηλεφωνική συσκευή. Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό τηλεομοιότυπο ή φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι και τα έγγραφα αυτά, παρ' ό,τι δεν είναι πρωτότυπα, είναι δυνατόν να καταστούν υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης) ή και χρήσεως πλαστού εγγράφου. Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την ίδια διάταξη του άνω άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ, βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο.(ΑΠ 1230/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι νόμιμος, ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο μη νόμιμο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτής το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και πολιτικής αγωγής, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα : "Ο κατηγορούμενος με την από 7-10-1997 αίτηση προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Ψ, ήτοι ως αποδέκτη των τελευταίων (9) συναλλαγματικών από 22-7-1994 ποσού 88000 δραχ. εκάστης, ήτοι συνολικά 792000 δρχ. Πράγματι εξεδόθη η υπ' αριθμ. 21600/8-10-1997 διαταγή πληρωμής η οποία επιδόθηκε προς τον καθού. Ο τελευταίος άσκησε την από 14/11/1997 ανακοπή κατά της ΔΠ στο Ειρηνοδικείο ΠΑΡΑΧΕΛΩΙΤΙΔΑΣ το οποίο εξέδωσε την 58/98 απόφαση και κατ' έφεση εξεδόθη η υπ' αριθ. 29/2002 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Μεσολογγίου που έκρινε κατά τόπο αναρμόδιο το Ειρηνοδικείο της περιφερείας του. Εν συνεχεία η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την από 18-6-2002 κλήση του κατηγορουμένου κατά την οποία ο ανωτέρω έκανε χρήση των επιδίκων εννέα συναλλαγματικών και επεδίωξε την απόρριψη της κρινόμενης ανακοπής. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε αυτή και ακύρωσε την 21600/1997 διαταγή πληρωμής. Κήρυξε πλαστά τα σώματα των εννέα συναλλαγματικών εκδόσεως 22-7-1994. Κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η 1947/2005 απόφαση το Πολ. Πρωτ. Αθ. που απέρριψε την έφεση του ήδη κατηγορουμένου. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι στις 7-6-1994 ο ανακόπτων και ήδη πολιτικώς ενάγων, αποδέχθηκε μεταξύ των άλλων και εννέα συναλλαγματικές ποσού 88.000 δρχ. η κάθε μία, λήξης 30-11-1994, 30-12-1994, 30-1-1995, 28-2-1995, 30-3-1995, 30-4-1995, 30-5-1995, 30-6-1995 και 30-7-1995, οι οποίες μαζί με άλλες ένδεκα (11) εκδόθηκαν την ημερομηνία αυτή από τον ..., έμπορο αυτοκινήτων, προς εξασφάλιση υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας ..., που ο ανακόπτων αγόρασε από τον ως άνω έμπορο πληρεξούσιο και αντίκλητο του τελευταίου. Οι ως άνω 20 συναλλαγματικές φέρουν την ίδια υπογραφή του εγκαλούντους, που είναι η ίδια με αυτή που έχει τεθεί απ' αυτόν στο υπ' αριθ. 7136 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Μανούσακα Μαύρου πώλησης του ως άνω αυτοκινήτου αναφερόν δε αυτός ως τελευταίο οπισθογράφο τρίτο πρόσωπο, διαφορετικό από τον κατηγορούμενο. Οι ως άνω 20 συναλλαγματικές πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους από τον εγκαλούντα και για το λόγο αυτό τα πρωτότυπά τους βρίσκονται στα χέρια του και επεδείχθησαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης με την σε ανύποπτο χρόνο από 4-4-1996 δοθείσα υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη του αγορασθέντος αυτοκινήτου, προκύπτει ότι έγινε εξόφληση του τιμήματος, με την καταβολή του ποσού των ως άνω συναλ/κών για την εκτέλεση της μεταβίβασης της κυριότητάς του στον εγκαλούντα. Όμως ο ως άνω ... εξέδωσε στις 22-7-1994 άλλες εννέα, τις ήδη επίδικες συναλλαγματικές ποσού 88.000 δρχ. η κάθε μία, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21660/1997 διαταγή πληρωμής, θέσας στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή του εγκαλούντος και στη θέση του εκδότη εκτός από τη δική του έντυπη σφραγίδα με υπογραφή και την έντυπη σφραγίδα της ... μαζί με την υπογραφή της, στη συνέχεια δε παρέδωσε τις ως άνω συν/κές στον κατηγορούμενο, προς κάλυψη μέρους του απαιτούμενου εκ μέρους του τελευταίου τιμήματος από συναλλαγές των, που κατέληξαν σε πλειστηριασμό ακινήτων της .... Μετά την επίδοση της διαταγής πληρωμής ο εγκαλών, μαζί με τον ..., που εξετάστηκε ως μάρτυρας στις 25-11-2002 ενώπιον δε Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήρθαν στην ... σε επαφή με τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν γνώριζαν, ούτε είχαν κάποια συναλλαγή μαζί του και αφού του έδειξαν τις 20 συναλλαγματικές που ήταν πληρωμένες και ότι πλέον δεν οφείλει ο εγκαλών τίποτα στον ..., δέχθηκε τελικά ο κατηγορούμενος και επέστρεψε τις εννέα (επίδικες) συναλλαγματικές και ζήτησε μόνο 100.000 δρχ. για τα έξοδα (δικαστικά) που είχε κάνει. Ο εγκαλών τα κατέβαλε δίδοντας 50.000 δρχ. την ημέρα αυτή και 50.000 δρχ. απέστειλε μέσω ΕΛΤΑ, παρά το ότι δήλωσε ότι δεν οφείλει. Έκτοτε σε κάθε περίπτωση έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος ότι οι συναλλαγματικές είναι πλαστές, της πλαστογραφίας γενομένης εκ μέρους του ... που είναι μεγάλος απατεώνας, όπως κατατίθεται υπό των μαρτύρων, πλην όμως παρά ταύτα έκανε και πάλι χρήση των ως άνω πλαστών εννέα συν/κών κατά τη δικάσιμο στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 25/11/2002 κατά τη συζήτηση της ανακοπής. Υπέβαλε δε και μηνυτήρια αναφορά κατά του ήδη εγκαλούντος ο οποίος εδιώχθη για απάτη, πλην όμως κηρύχθηκε αθώος αυτής, με φερόμενο χρόνο τελέσεως την 7-11-1997 έως 13-11-1997, ότε κατά τα ανωτέρω παρεδόθησαν τα πρωτότυπα των (πλαστών) εννέα (9) συναλλαγματικών όπως προκύπτει από την 39517/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που αναγνώσθηκε. Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι έκανε χρήση των εννέα συναλλαγματικών καίτοι γνώριζε από το έτος 1997 τουλάχιστον ότι αυτές είναι πλαστές (κατόπιν της ως άνω συναντήσεως με τον εγκαλούντα), δηλ. είχε τεθεί σε αυτές χωρίς νόμιμο δικαίωμα η υπογραφή του ως άνω εγκαλούντα με σκοπό να παραπλανήσει το δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να εμφανίσει αυτές ως έγκυρα αξιόγραφα των οποίων αυτός ήτο νόμιμος (καλόπιστος) κομιστής εξ οπισθογραφήσεως ώστε να μη γίνει δεκτή η ανακοπή κατά της 21600/1997 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Τέλος πρέπει ενόψει προσβολής ως πλαστής της από 2-10-2008 εκθέσεως επιδόσεως του δικ. Επιμελητή Αθηνών ... με αριθμό 7819/2008 δια της οποίας επιδόθηκε στον κατηγορούμενο γνωστοποίηση μαρτύρων πολιτικής αγωγής από 29-9-2008, ως προς τον φερόμενο ως μάρτυρα κατά τη θυροκόλληση ..., δικ. Επιμελητή, ... και κατονόμασε ως πλαστογράφο αυτής το δικαστικό επιμελητή ..., πρέπει κατ' άρθρο. 38, 338 ΚΠΔ να σταλεί επίσημο αντίγραφο της απόφασης αυτής, ως και επίσημο αντίγραφο της προσβαλλομένης εκθέσεως επιδόσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα ποινικής διώξεως για τις νόμιμες ενέργειες". Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο, σε βαθμό πλημμελήματος χρήσης πλαστών εγγράφων και δη εννέα αντιγράφων συναλλαγματικών στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την εκδίκαση σε βάρος του της από 14-11-1997 ανακοπής του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, φερομένου δήθεν ως αποδέκτου των άνω πλαστών συναλλαγματικών και στη συνέχεια το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλεν επί τριετία. Με βάση τα προεκτεθέντα και τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ.1, 2 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενου εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων, ήτοι ότι αυτός προσκόμισε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών φωτοαντίγραφα των εν λόγω πλαστών εννέα συναλλαγματικών, αποδοχής δήθεν του ανακόπτοντος πολιτικώς ενάγοντος, ισχυριζόμενος, με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ότι είναι νόμιμος από οπισθογράφηση κομιστής και δικαιούχος εισπράξεως της ενσωματωμένης στους τίτλους αυτούς απαιτήσεως, εν γνώσει του περί της πλαστότητας και του ότι τα πρωτότυπα που κατέχει τρίτος είναι πλαστά ως προς την υπογραφή του αποδέκτου αυτών πολιτικώς ενάγοντος και με σκοπό παραπλανήσεως του δικάζοντος Ειρηνοδίκη για γεγονός που έχει έννομη συνέπεια ήτοι περί της γνησιότητος των συναλλαγματικών και παράνομου οφέλους του ιδίου, με ζημία του καθού η διαταγή πληρωμής - ανακόπτοντος, πράγμα που ήταν δυνατόν να γίνει, αφού, όπως εκδόθηκε βάσει των προσκομισθέντων πλαστών αυτών αντιγράφων από τον Ειρηνοδίκη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, έτσι υπήρχε η δυνατότητα παραπλανήσεως του Ειρηνοδίκη και κατά την εκδίκαση της ανακοπής, ότε έγινε η χρήση των πλαστών αντιγράφων των συναλλαγματικών, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πραγμάτωση του αδικήματος και να παραπλανηθεί τελικά ο Ειρηνοδίκης. (ΑΠ 806/2000), β) αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος πριν προβεί σε χρήση των άνω εννέα αντιγράφων πλαστών συναλλαγματικών, έλαβε γνώση από το 1997 ότι αυτές είναι όλες πλαστές και του ονόματος του πλαστογράφου, (...), ο οποίος και τις παρέδωσε σε αυτόν, αλλά παρά ταύτα προέβη σε χρήση αυτών, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή και εκδώσει ευνοϊκή γιαυτόν απόφαση επί της ανακοπής και επικυρώσει τη διαταγή πληρωμής, γ) ορθά ερμηνεύθηκε η διάταξη του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ και θεωρήθηκαν έγγραφα οι πιο πάνω πλαστές εννέα συναλλαγματικές, που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο σε φωτοτυπικό αντίγραφο και όχι σε πρωτότυπο, αφού και τα φωτοτυπικά αντίγραφα αυτών, ως έχοντα αποδεικτική δύναμη και κατά του ΚΠολΔ ήταν πρόσφορα να αποδείξουν την ύπαρξη χρέους σε βάρος του αποδέκτου αυτών εγκαλούντος και να καταστούν υλικό αντικείμενο της αξιόποινης πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων, γ), αιτιολογείται επαρκώς, ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έδρασε στην τέλεση της πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων, δ) Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει και όσον αφορά το δόλο, ήτοι τη γνώση αυτού περί της πλαστότητας των χρησιμοποιηθέντων αντιγράφων των άνω εννέα συναλλαγματικών που παρέλαβε από τον πλαστογραφήσαντα αυτές, εκδότη ... και τον επιδιωκόμενο σκοπό με τη χρήση αυτών στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, συνιστάμενο στην παραπλάνηση του δικάζοντος Ειρηνοδίκη και την απόρριψη της κατ'αυτού ανακοπής κατά της με αριθ. 21660/1997 διαταγής πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος για το συνολικό ποσό του 1.632.500 δραχμών, που επεδίωκε να εισπράξει σε βάρος της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντος, ε) το Δικαστήριο, δε διέταξε μεν, όπως ζήτησε ο κατηγορούμενος, την προσκόμιση των πρωτοτύπων των επιδίκων εννέα πλαστών συναλλαγματικών, πλην ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ή έλλειψη ακροάσεως επήλθε, καθόσον η αναγκαιότητα ή μη ενός επικαλούμενου αποδεικτικού στοιχείου προς ανακάλυψη της αλήθειας, ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α, Β, Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ,(2ος, 3ος, 6ος, 8ος, 9ος, 18ος, 19ος, 20ος και 21ος), με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 216 του ΠΚ και ιδία ότι δε στοιχειοθετείται το εν λόγω αδίκημα, λόγω μη προσφορότητας των χρησιμοποιηθέντων φωτοαντιγράφων των πλαστών συναλλαγματικών προς παραπλάνηση του Ειρηνοδίκη, επίσης και οι αιτιάσεις για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως, για ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ, 20 και 28 του Συντάγματος, καθώς και για εκ πλαγίου παράβαση των ιδίων διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 423 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι εκείνος που διευθύνει τη συνεδρίαση ανακοινώνει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του να ζητήσει αναβολή της δίκης και το διορισμό συνηγόρου υπερασπίσεως. Όμως η άνω διάταξη ισχύει μόνον επί εκδικάσεως πλημμελημάτων κατά την αυτόφωρη διαδικασία των άρθρων 417 επόμ. ΚΠοινΔ και όχι στη διαδικασία της προκείμενης κατ' έφεση δίκης. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, από το ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά την απαγγελία της κατηγορίας, δεν του ανακοίνωσε τα κατά το άρθρο 423 ΚΠοινΔ δικαιώματα αυτού να ζητήσει αναβολή της δίκης και να διορίσει συνήγορο υπερασπίσεως και έτσι ο σχετικός 4 ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ.15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, δεδομένου ότι "το αντίτυπο" που επιδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτοτύπου εγγράφου, σύμφωνα και με την έννοια της λέξης "αντίτυπο" που χρησιμοποιείται στο νόμο. Άλλωστε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 εδ. ε' ΚΠοινΔ απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόχειρη τοιαύτη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, ενστάσεις ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρότητα της εκθέσεως επιδόσεως αυτού προς αυτόν, τις οποίες, μετά την απόρριψή τους με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφερε με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και διατύπωσε εκ νέου και ενώπιον αυτού, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν, με την παρακάτω αιτιολογία: "Κατόπιν εγκλήσεως του Ψ, ασκήθηκε ποινική δίωξη την 18-6-2005 κατά του κατηγορουμένου, κατόπιν παραγγελίας από 15-4-2005 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για χρήση πλαστού εγγράφου κατ' άρθρ. 216 παρ. 2 Π.Κ. Στον ως άνω κατηγορούμενο επιδόθηκε, όπως και στον αντίκλητο του δίκηγόρο, σύμφωνα με τα άρθ. 245, 320 και 321 Κ.Π,Δ. αντίγραφο του υπ' αριθμ. 53819/28-12-2005 κλητηρίου θεσπίσματος, στο οποίο αναφέρονται όλα τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία της διωκόμενης πράξεως, του χρόνου τελέσεως αυτής (25-11-2002) και του προβλέποντος αυτήν την πράξη άρθρα (αρ. 1, 14, 26παρ. 1α, 27 παρ. 1, 53, 216 παρ. 2-1 Π.Κ.), φέρει δε νομίμως υπογραφή της εκδοσάσης από Εισαγγελέα δια μηχανικού μέσου. Ήτοι δεν πάσχει τούτο από ακυρότητα αφού περιέχονται όλα τα αναγκαία για την εγκυρότητα του στοιχεία, σύμφωνα με το αρθρ. 321 ΚΠΔ, η δε υπογραφή του Εισαγγελέως με μηχανικό μέσο δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού. Επίσης το ως άνω κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε νομίμως στον κατηγορούμενο όπως προκύπτει από το από 19-1-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητρίας Δικαστηρίων ..., για τη δικάσιμο της 27-2-2006 και λόγω του ότι όπως αναφέρεται σ' αυτό, δεν ανευρέθη στην κατοικία του (...) έγινε νομίμως κατ' άρθρ. 155 ΚΠΔ θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος παρουσία του μάρτυρος ... (δικ. Επιμελητή) κατοίκου .... Νομίμως επίσης έγινε επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον αντίκλητο δικηγόρου του, όπως προκύπτει από το από 4-1-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω μη ανευρέσεως αυτού στην δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του, όπως και άλλων συνοίκων, έγινε θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος παρουσία της μάρτυρος .... Επομένως ετηρήθη "νόμιμη προδικασία" και δεν πάσχει ακυρότητας η προδικασία της εκδικάσεως για την εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο (αρθρ. 320, 321 ΚΠΔ) και επομένως είναι απορριπτέες οι σχετικές ενστάσεις, αφού περιέχεται το αρθρ. 155 ΚΠΔ που προσδιορίζει τη διαδικασία επιδόσεως, σε πρόσωπο γνωστής διαμονής. Περαιτέρω κατ' αρθρ. 111 παρ. 3 Π.Κ. τα πλημ/τα παραγράφονται μετά πέντε έτη, κατά το άρθρο 112 ΠΚ ο χρόνος αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ κατά το άρθρο 113 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, η οποία δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία (3) έτη για τα πλημ/τα. Εν προκειμένω χρόνος τελέσεως φέρεται η 25-11-2002 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε στις 19-1-2006, οπότε επήλθε αναστολή και έως το χρόνο συζητήσεως της κρινόμενης εφέσεως (29-10-2008) δεν έχει παρέλθει η ως άνω 8ετία (5+3 έτη) επομένως η ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Νομίμως επίσης παρίσταται ο ως άνω Ψ, ως πολιτικώς ενάγων αφού αυτός είναι αμέσως εκ της πράξεως παθών κατ' άρθρ. 63 ΚΠΔ, 914, 932 ΑΚ". Σύμφωνα με τις άνω παραδοχές και αφού με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αρκεί, για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος, η επίδοση και αντιγράφου - αντιτύπου αυτού, στον κατηγορούμενο, η δε υπογραφή του εισαγγελέα μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, χωρίς να επάγεται καμία εκ τούτου ακυρότητα (ΑΠ 1464/2006), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σύννομα, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 245,320, 321, 155 επομ. και με επαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ως παραπάνω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δεχθέν ότι είναι έγκυρο το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, ότι είναι έγκυρο το από 19-1-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας των Δικαστηρίων ..., περιέχοντος όλα τα αναγκαία τυπικά στοιχεία και συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων επιδόσεως στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση, με παρουσία της μάρτυρος .... Περαιτέρω, αφού κρίθηκε ως άνω νόμιμη η επίδοση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 19-1-2006, επήλθεν αναστολή της κύριας διαδικασίας, κατά το άρθρο 113 του ΠΚ, επί τριετία, με χρόνο τελέσεως του εν λόγω πλημμελήματος την 25-11-2002 και επομένως ορθά και με ειδική ως άνω αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψεν ως αβάσιμο την προβληθείσα ένσταση παραγραφής. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Η ΚΠοιν, λόγοι αναιρέσεως (9ος, 10ος,11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 16ος, 17ος και 18ος), που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα για ακυρότητα που επήλθε κατά τα παραπάνω κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, για υπέρβαση εξουσίας και για αναιτιολόγητη απόρριψη των άνω ισχυρισμών του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.3 του ν.2172/1993, απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63,64 και 68 του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή ασκείται από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα κατά το αστικό δίκαιο και αν είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία από το νόμιμο αντιπρόσωπό του. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, αυτός που δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τον Αστικό Κώδικα, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Η μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ποινικό Δικαστήριο δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής ως και εκείνη που γίνεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη και αν δεν απορριφθεί και δεν αποβληθεί ο πολιτικώς ενάγων πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια με αριθ. 64820/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, πρωτοδίκως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την επίμαχη αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων και δη εννέα αντιγράφων συναλλαγματικών στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την εκδίκαση σε αυτό ανακοπής αυτού κατά του κατηγορουμένου κομιστή από οπισθογράφηση, υπερού είχεν εκδοθεί διαταγή πληρωμής, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, ως δήθεν αποδέκτου των πλαστών αυτών συναλλαγματικών και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ. Κατά την εκδίκαση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη προσβαλλόμενη 7204/2008 απόφαση του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ίδιος ως άνω πολιτικώς ενάγων, δήλωσε παράσταση και παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του εναγομένου κατηγορουμένου και δήλωσε ότι ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο κατηγορούμενος 40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε το αδίκημα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά την προβληθείσα ένσταση του κατηγορουμένου, για αποβολή της πολιτικής αγωγής, για τους λόγους ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ο πλαστογράφος, αλλά διώκεται μόνο για χρήση των πλαστών συναλλαγματικών, ο δε πολιτικώς ενάγων δεν είναι άμεσα ζημιωθείς από το αδίκημα αυτό και δε νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής, με την προεκτεθείσα επαρκή αιτιολογία, απέρριψε την άνω ένσταση κατ'ουσία, δέχθηκε την άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, ως νόμιμη και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ. Έτσι που ασκήθηκε η δήλωση πολιτικής αγωγής ήταν σύννομη, ορθά κρίθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων ως αμέσως από το εν λόγω αδίκημα παθών, νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί και δεν αποβλήθηκε από την ποινική διαδικασία και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγοι αναιρέσεως (1ος και 15ος), με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ., στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το Δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας. Η εξέταση δε στο ακροατήριο μάρτυρα, που δεν γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο προ πέντε τουλάχιστον ημερών, κατά το άρθρο 326 παρ. 1,2 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί σχετική από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως σύμφωνα με τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να είναι και νομότυπη, αποδεικνύεται με προσαγωγή σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, αν δε προβληθεί ακυρότητα της γνωστοποιήσεως το Δικαστήριο κρίνει και το ζήτημα αυτό παρεμπιπτόντως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την 29-10-2008, την εξέταση και μαρτύρων πολιτικής αγωγής, με κατάλογο που έχει ήδη νόμιμα γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο, με την στη δικογραφία υπάρχουσα με αριθ. 7819/2-10- 2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .... Ο κατηγορούμενος, όμως σαφώς αντέλεξε στην εξέταση των μαρτύρων πολιτικής αγωγής, δηλώσας ότι η άνω έκθεση επιδόσεως της προς αυτόν γνωστοποιήσεως μαρτύρων είναι πλαστή, γιατί η έκθεση αυτή συνετάγη χωρίς την παρουσία του αναγραφομένου σε αυτή δευτέρου μάρτυρος ..., κατονόμασε δε ως πλαστογράφο τον επιδόσαντα .... Το Δικαστήριο στη συνέχεια, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να εξετάσει τους γνωστοποιηθέντες ως άνω μάρτυρες πολιτικής αγωγής, προχώρησε στην εξέταση δύο από αυτούς που βρέθηκαν παρόντες. Το Δικαστήριο ορθά προχώρησε στην εξέταση των άνω μαρτύρων πολιτικής αγωγής, χωρίς ειδικότερη αιτιολόγηση, απορρίψαν σιωπηρώς τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, καθόσον ο αντιλέξας κατηγορούμενος προέβαλε αορίστως τον άνω περί πλαστότητας της εκθέσεως επιδόσεως ισχυρισμό, αφού δεν επεκαλείτο τα αποδεικτικά της πλαστότητας μέσα (έγγραφα και μάρτυρες) και ουδεμία ακυρότητα εκ τούτου επήλθε. Ούτε επίσης δημιουργείται ακυρότητα εκ του γεγονότος ότι δεν αναγνώσθηκε η άνω έκθεση επιδόσεως, αφού ο άνω περί πλαστότητας αυτής ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, ( 5 ος, 6 ος και 7 ος), με τους οποίους ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση, ακυρότητας της διαδικασίας γιατί δεν αναγνώσθηκε η άνω έκθεση επιδόσεως του καταλόγου των μαρτύρων της πολιτικής αγωγής και για έλλειψη ακροάσεως, γιατί μετά ταύτα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, παρά τις αντιρρήσεις του, μάρτυρες του πολιτικώς ενάγοντος που δεν γνωστοποιήθηκαν σε αυτόν νομίμως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, κατά το άρθρο 17 κεφ. Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκείμενη περίπτωση με τον από 24-4-2009 πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται μεν η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), αλλά ενώ προήδρευσε ο εφέτης Δημήτριος Γεώργας, δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών του Εφετείου και οι αρχαιότεροι του άνω δικαστή εφέτες, ούτε και η πράξη του Αρεοπαγίτη Δικαστή που διευθύνει το Τριμελές Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός (προεδρεύων εφέτης) ορίστηκε ως αναπληρωτής των κωλυομένων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων του εφετών, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργήσουν κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ. Όμως, εκτός από το ότι στο Εφετείο Αθηνών, δεδομένου ότι προβλέπεται σε αυτό οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) δικαστών, σύμφωνα με το νόμο, η σύνθεση των δικαστών των ποινικών Δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στην απόφαση ούτε εκδίδεται πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1988) συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως (παρ. 10). Τέτοια όμως πρόταση ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι προβλήθηκε. Επομένως ο σχετικός ως άνω πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. (ΑΠ 327/2006,867/07). Συνεπώς, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά του προσθέτου λόγου αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση του Χ και τον από 24-4-2009 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 7204/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρήση Πλαστών εγγράφων - 216 παρ.1 ΠΚ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Η', Δ', Ε' ΚΠΔ και 6 ΕΣΔΑ λόγοι αναιρέσεως. Αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 περ. γ και 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ (ΑΠ 806/2000). Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α..
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2135/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη,Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της 2027/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 81/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση ή κατά αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν συγκεκριμένη ποινική υπόθεση εκδικάσθηκε και στους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, που είχε ασκηθεί. Ως εκ τούτου, κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου α) κατά τη δικάσιμο της 5-7-2005, όταν για πρώτη φορά είχε εισαχθεί η υπόθεση ενώπιον εκείνου και αναβληθεί η εκδίκαση της, παρέλειψε να απαντήσει στον προβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μη εμπροθέσμου κλητεύσεως αυτού (1ος λόγος αναιρέσεως), β) κατά τη δικάσιμο της 26-1-2007, όταν έγινε η εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον εκείνου, ανακάλεσε κατόπιν εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 19 παρ.1 και 21 παρ. 10 [ορθόν: παρ.3] του ν. 2523/1997 ή, άλλως, χωρίς αιτιολογία τις προεκδοθείσες, μη οριστικές αποφάσεις του ιδίου, με τις οποίες είχε διαταχθεί, κατ' επανάληψη, η αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής, την οποία ο κατηγορούμενος είχε ασκήσει κατά της ειδικής εκθέσεως ελέγχου και προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (7ος λόγος αναιρέσεως), γ) κατά την ιδία δικάσιμο, εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, με το να θεωρήσει τον μη αυτοπροσώπως εμφανισθέντα κατηγορούμενο ως εκπροσωπούμενο νομίμως από συνήγορο, παρά το γεγονός ότι ο τότε εμφανισθείς δικηγόρος είχε εντολή και πληρεξουσιότητα μόνο για να ζητήσει την εκ νέου αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως και όχι για να τον εκπροσωπήσει κατά την ουσιαστική εκδίκαση αυτής (2ος λόγος αναιρέσεως) και δ) κατά την ιδία δικάσιμο, παρέλειψε να κηρύξει την ακυρότητα της δι' απ' ευθείας κλήσεως του κατηγορουμένου εισαγωγής της υποθέσεως στο ακροατήριο για το λόγο ότι στην προδικασία, κατά παράβαση του δικαιώματος ακροάσεως αυτού, δεν είχαν εξετασθεί οι εκ μέρους του προταθέντες μάρτυρες υπερασπίσεως (4ος λόγος αναιρέσεως). Οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν τις αντιστοίχως εκδοθείσες αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, με δεδομένο το ότι η υπόθεση του αναιρεσείοντος εκδικάσθηκε στη συνέχεια κατ' έφεση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, κατά της αποφάσεως του οποίου στρέφεται κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως και ενώπιον του οποίου δεν είχε διατυπωθεί σχετικώς λόγος έφεσης, οι ήδη ερευνώμενοι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. 2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του νέα δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Για την ύπαρξη του δεδικασμένου απαιτείται, μεταξύ των άλλων, ταυτότητα του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η συγκεκριμένη πράξη, για την οποία προηγήθηκε η προς σύγκριση αμετάκλητη δικαστική κρίση. Δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπου, όταν η προηγούμενη δικαστική κρίση αναφέρεται σε διαφορετικό πρόσωπο, το οποίο συνέβη να έχει κατηγορηθεί υπό τις αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις. Εξ άλλου, στο άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών" και ότι "το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου". Ακόμη, στο άρθρο 21 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 12 παρ.3 του ν. 2753/1999 ορίζεται ότι "η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα [και] δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής", αλλ' ότι "κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995" και ότι "στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του κώδικα βιβλίων και στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού πρωτοδικείου". Η προθεσμία προς διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς συμπίπτει με την προθεσμία προς άσκηση προσφυγής κατά του πορίσματος ελέγχου ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου (άρθρο 70 παρ.3 του ν. 2238/1994). Η προσφυγή, πλην εξαιρέσεων περί των οποίων δεν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την επομένη της ημέρας που επιδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη. Η άσκηση της προσφυγής, όμως, δεν αποκλείεται να γίνει και πριν από την επίδοση της πράξης (άρθρο 66 παρ.1 και 3 του ν. 2717/1999 "κώδικας διοικητικής δικονομίας"). Η προσθήκη του ως άνω εδαφίου ["η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από κλπ"] τέθηκε στο άρθρο 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του 2753/1999, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις ως προς το αν η διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς στο σύνολο της θα αποτελούσε και στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 λόγο μη εφαρμογής των ποινικών διατάξεων αυτού, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 παρ.2 του ίδιου νόμου. Η αληθινή έννοια της προσθήκης, κατά συνέπεια, είναι ότι μόνο σε περίπτωση επιτεύξεως συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς η φορολογική παράβαση καθίσταται ανέγκλητη και εκλείπει ο λόγος υποβολής μηνυτήριας αναφοράς, ενώ, σε κάθε άλλη περίπτωση, το αρμόδιο όργανο της οικονομικής υπηρεσίας έχει την υποχρέωση υποβολής μηνυτήριας αναφοράς, ενεργώντας μέσα στο χρονικό πλαίσιο του ενός μηνός από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της διαφοράς. Ο καθορισμός του εν λόγω χρονικού πλαισίου έχει τεθεί εκ λόγων υπηρεσιακών, γι' αυτό και η καθυστέρηση υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς δεν έχει τεθεί επί ποινή απαραδέκτου της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1587/2008). Ως εκ τούτου, και η τυχόν υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς πριν από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς δεν καθιστά απαράδεκτη την βάσει αυτής ασκηθείσα ποινική δίωξη, χωρίς την επίκληση και απόδειξη του περιστατικού ότι μεσολάβησε επιτυχής συμβιβαστική επίλυση. Στην ερμηνεία αυτή συνηγορούν και οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με τις οποίες σε κάθε περίπτωση ποινικώς αξιόλογης παράβασης του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται "αυτεπαγγέλτως" και ειδικώς στην περίπτωση της αποδοχής πλαστών ή εικονικών τιμολογίων ασκείται "άμεσα" (ΑΠ 1355/2007), πράγμα το οποίο δεν καταλύεται από τον εκ μέρους του νομοθέτη καθορισμό χρονικού πλαισίου ενεργείας των οργάνων της διοίκησης. Τέλος, με νεότερη προσθήκη στο άρθρο 21 παρ.2 του ν. 2523/1997, ορίσθηκε ότι "ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου" (άρθρο 40 παρ.2 του ν. 3220/2004, που ισχύει από 28-1-2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2027/2008 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμη την, εκ μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, προταθείσα ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης για το έγκλημα της αποδοχής πλαστών και εικονικών τιμολογίων, με την αιτιολογία ότι, εφ' όσον επρόκειτο για παράβαση του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, δεν ήταν αναγκαία δικονομική προϋπόθεση για την κίνηση της ούτε η προηγούμενη, τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής, που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος κατά της συναφούς ειδικής εκθέσεως ελέγχου, ούτε η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της διαφοράς. Με ζήτημα δεδικασμένου δεν ασχολήθηκε, διότι δεν προέκυψε η προβολή σχετικού ισχυρισμού υπό την κρίση του. Με τον τρόπο αυτό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις προαναφερθείσες διατάξεις και ενήργησε μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Επομένως, ο πέμπτος και οι συναφείς προς αυτόν ένατος και δέκατος λόγοι αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το ως άνω Δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη εξ αιτίας του ότι α) η από 24-2-2004 μηνυτήρια αναφορά είχε υποβληθεί πριν από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς (5ος λόγος αναιρέσεως), β) το εκ του γεγονότος αυτού απαράδεκτο είχε γίνει δεκτό με δύναμη δεδικασμένου υπέρ του ..., υιού και συνεταίρου του κατηγορουμένου, που είχε δικασθεί προηγουμένως για την ίδια πράξη (9ος λόγος αναιρέσεως) και γ) η ποινική δίωξη έλαβε μορφή βαρύτερη από εκείνη, η οποία περιγραφόταν στη μηνυτήρια αναφορά (10ος λόγος αναιρέσεως), αλλά προχώρησε [το κατ' έφεση δίκασαν Δικαστήριο] στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και τον καταδίκασε για αποδοχή άλλοτε πλαστών και άλλοτε εικονικών τιμολογίων, κατά περίπτωση και κατ' εξακολούθηση, για ανύπαρκτες συναλλαγές συνολικού ύψους περίπου 700 εκατομμυρίων δραχμών (ήτοι άνω των 2 εκατομμυρίων ευρώ) επιβάλλοντας σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, είναι αβάσιμοι. 3. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Ακόμη, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που διατυπώνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α' του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α' για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, ισχύει και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ίδιου νόμου [αποδοχή πλαστών ή εικονικών τιμολογίων κλπ], έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ' του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση, όπως συμβαίνει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ. β' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, ως προς το οποίο δεν ισχύει η εν λόγω προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής, ώστε επ' αυτού [του αδικήματος του άρθρου 19] να ισχύουν ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής οι γενικές περί αυτής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η ρύθμιση αυτή, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19 από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής. Ως εκ τούτου, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001 (ΑΠ 1587/2008, 1560/2007). Εξ άλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ στη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβανόμενη υπ' όψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2027/2008 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη την, εκ μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, προταθείσα ένσταση παραγραφής του εις αυτόν αποδιδόμενου εγκλήματος της αποδοχής πλαστών και εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, αφού δέχθηκε ότι οι μερικότερες πράξεις, των οποίων ο απώτερος χρόνος τέλεσης είναι η 1-11-1999, διαπιστώθηκαν την 6-8-2003, ημέρα κατά την οποία ολοκληρώθηκε, υπογράφηκε και θεωρήθηκε αρμοδίως η σχετική έκθεση ελέγχου, η οποία έγινε από όργανα του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Νοτίου Αιγαίου και φέρει τους αριθμούς ΥΣΕ 841/02, 862/02, 431/03 και 443/03. Ότι από το εν λόγω χρονικό σημείο (6-8-2003), κατά το οποίο άρχισε να τρέχει ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία διεξήχθη την 26-1-2007 και κατά την οποία ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, δυνάμει της από 23-1-2007 εξουσιοδοτήσεως, οπότε και κηρύχθηκε ένοχος, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία. Και ότι ήτο μεν αληθές το ότι δεν υπήρχε δυνατότητα διαπιστώσεως του ακριβούς χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο, διότι το σχετικό αποδεικτικό έγγραφο αναζητηθέν δεν βρέθηκε στη δικογραφία, πλην, όμως, η επίδοση αυτή εκ των πραγμάτων είχε προηγηθεί. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής πλαστών και εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης της εκθέσεως [πορίσματος] του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο [περί της οποίας αυτός ουδεμία αμφισβήτηση προέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της ενώπιον αυτού διαδικασίας, παρά μόνον ενώπιον του Αρείου Πάγου, οψίμως και απαραδέκτως όπως προαναφέρθηκε], δεν είχε παρέλθει πενταετία, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 4. Σύμφωνα με το άρθρο 211 εδ. α' ΚΠοινΔ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία και όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (ΚΠοινΔ 170 παρ.2 και 171 παρ.1), καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211 ΚΠοινΔ, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία υπονοούνται και τα προανακριτικά. Η ανεπιτηδειότητα των προσώπων αυτών ως μαρτύρων οφείλεται στην προκατάληψη, την οποία ο νομοθέτης θεωρεί ότι ενδέχεται να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της προηγουμένης ασκήσεως των καθηκόντων τους. Ο λόγος για τον οποίο έχει επιβληθεί η απαγόρευση εκτείνεται και στους ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, κατά το άρθρο 34 ΚΠοινΔ, εφόσον ενήργησαν προς βεβαίωση πράξεων από εκείνες που είναι αρμόδιοι. Κατ' εξαίρεση, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 του ν. 2960/2001 "περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, Υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 23 του ν. 3296/2004, η προαναφερθείσα εξαίρεση εφαρμόζεται ανάλογα και για το σύνολο των υποθέσεων και του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΕΕ), η οποία αντικατέστησε το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκουν. Αυτή η τελευταία διάταξη έχει δικονομικό περιεχόμενο και, κατά συνέπεια, έχει εφαρμογή σε διαδικασίες που εξελίσσονται μετά την έναρξη της ισχύος της (14-12-2004), ανεξάρτητα από το χρόνο τέλεσης των πράξεων στις οποίες αυτές αναφέρονται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2027/2008 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμη την εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ενώπιον αυτού εξέταση ως μαρτύρων των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ ... και ..., οι οποίοι είχαν διενεργήσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση, με το να επιληφθούν του γενομένου οικονομικού ελέγχου και να υπογράψουν τη σχετική έκθεση. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και με δεδομένο το ότι επρόκειτο για φορολογική υπόθεση αρμοδιότητας του ΣΔΟΕ και οι ως άνω ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι υπηρετούσαν στην υπηρεσία αυτή, η εξέταση τους ως μαρτύρων στο ακροατήριο μετά την 14-12-2004 (ήτοι την 9-7-2008, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) ήταν κατά νόμο επιτρεπτή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με το να απορρίψει την εναντίωση του κατηγορουμένου και να επιτρέψει την εξέταση των ως άνω υπαλλήλων ως μαρτύρων ενώπιον του, εφάρμοσε ορθώς τις ως άνω διατάξεις και ουδεμία ακυρότητα επήγαγε. Επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 5. Τέλος, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης2027/2008 απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, προς διαμόρφωση της ουσιαστικής του κρίσης, έλαβε υπ' όψη όλα τα αναγνωσθέντα επ' ακροατηρίου έγγραφα, μεταξύ των οποίων, στην οικεία θέση, συγκαταλέγεται και η 32/2004 έκθεση ελέγχου του 54ου ΤΕΚ, της οποίας το περιεχόμενο ρητώς αξιολογείται στην επί της ενοχής αιτιολογία της απόφασης με τη φράση: "Η δε έκθεση ελέγχου του 54ου ΤΕΚ, που επικαλείται ο εκκαλών κατηγορούμενος, αφορά τη χρήση του 2002, αναφέρεται σε έλεγχο άλλης επιχείρησης (της Κυπριώτης ΑΕ) και, συνεπώς, δεν ασκεί καμιά επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση". Επομένως, ο όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 2027/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που δίκασε κατ' έφεση.- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή πλαστών ή εικονικών τιμολογίων. Επί αναιρέσεως στρεφόμενης κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λόγοι που αναφέρονται σε πλημμέλειες του πρωτοβάθμιου, μη προβληθείσες στο εφετείο, είναι απαράδεκτοι. Δεν καθιστά απαράδεκτη την ποινική δίωξη η τυχόν υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς του αρμοδίου οικονομικού υπαλλήλου πριν από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου. Επιτρεπτή η εξέταση των υπαλλήλων ΣΔΟΕ ως μαρτύρων στο ακροατήριο, ακόμη και αν εκτέλεσαν ανακριτικά καθήκοντα στην προδικασία. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Μάρτυρες.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2134/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Νικολακόπουλο. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, κάτοικο ..., 2. Χ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λαμπράκη, 3. Χ3, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, 4. Χ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη και 5. Χ5, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 4739/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργ. Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργ. Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον Ψ2 και να γίνει δεκτή ως προς τον Ψ3 και Ψ1 για υπέρβαση εξουσίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ.1 εδ. α' ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος ειδικά δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 468 παρ.1 περ.β' και 486 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, κατά της αθωωτικής αποφάσεως του τριμελούς εφετείου για κακουργήματα, έφεση μπορεί να ασκήσει [μόνο] ο εισαγγελέας εφετών, εφ' όσον η απόφαση δεν είναι ομόφωνη και το μέλος που μειοψήφησε είχε τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στην περίπτωση αυτή, έφεση δεν μπορεί να ασκήσει [και] ο πολιτικώς ενάγων, ακόμη και αν η πολιτική αγωγή έχει απορριφθεί επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 468 παρ.1 περ.β', 505 παρ.1 περ.γ' και 506 περ.γ' ΚΠοινΔ, ο πολιτικώς ενάγων, σε περίπτωση που δεν μπορεί να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως, επιτρέπεται να προσβάλει την απόφαση με αίτηση αναίρεσης, εφ' όσον είτε ως μηνυτής ή εγκαλών έχει καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα είτε ως πολιτικώς ενάγων έχει υποστεί απόρριψη της πολιτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι δεν στηριζόταν στο νόμο, αλλά πάντοτε ως προς μόνα τα κεφάλαια αυτά (ΑΠ 820/2006). Θεωρείται ότι η πολιτική αγωγή απορρίπτεται ως μη στηριζόμενη στο νόμο όχι μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων επίκληση γίνεται στη δήλωση εισαγωγής αυτής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την περιγραφή της πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο και φέρεται ως αξιόποινη και ζημιογόνος, δεν δικαιολογούν την άσκηση της αξιώσεως προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος σε βάρος του κατηγορουμένου ή του τυχόν υπάρχοντος αστικώς υπευθύνου, αλλά και όταν το ποινικό δικαστήριο απορρίπτει την πολιτική αγωγή δεχόμενο είτε ότι δεν συντρέχουν οι δικονομικές προϋποθέσεις εκδικάσεως αυτής κατά την ποινική διαδικασία (ΚΠοινΔ 63 ως 69, 89, 167 κλπ) είτε ότι επακολούθησαν λόγοι καταλυτικοί της ασκηθείσας αξίωσης. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4739/2008 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για θετική υπέρβαση εξουσίας (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 περ. Η'), ως εκ του ότι παρά το νόμο αποβλήθηκαν από την ποινική διαδικασία οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που είχε επιφέρει σ' αυτούς, κατά τους ισχυρισμούς τους, η αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα ζημία άνω των 5.000.000 δραχμών, η οποία αποδίδεται στους κατηγορουμένους, με την αιτιολογία ότι για την ίδια αξίωση είχε εκδοθεί οριστική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Παράλληλα, με αφορμή τα ιστορικώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο που ενεργοποιούν τον αυτεπάγγελτο αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 511 εδ.α' ΚΠοινΔ, η αναιρεσιβαλλόμενη προσβάλλεται και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 περ. Δ') ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι αυτοί, κατά την εκδίκαση της αξίωσής τους στο πολιτικό δικαστήριο, είχαν περιορίσει με τις προτάσεις το αίτημα της αγωγής κατά το ποσό των 44 ευρώ έκαστος, με ταυτόχρονη δήλωση ότι επιφυλάσσονται να εισαγάγουν την ίδια αξίωση κατά το εν λόγω ποσό ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κακουργημάτων, που δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση και ασκείται από πολιτικώς ενάγοντες, των οποίων η πολιτική αγωγή απορρίφθηκε ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Επομένως, είναι παραδεκτή. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο έχει υποχρέωση στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του. Εξ άλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου [μεταξύ άλλων και] ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίοι δικαιολογούν την ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου υποβολή των αστικών αξιώσεων αυτού εναντίον του κατηγορουμένου. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός, σύμφωνα με τον οποίο ο πολιτικώς ενάγων, αν και έχει εισαγάγει την αστική του αξίωση ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, όπου εκδόθηκε οριστική απόφαση (ΚΠοινΔ 66 παρ.1), δεν παρέλειψε να περιορίσει το χρηματικό μέγεθος της απαιτήσεώς του προκειμένου να δυνηθεί να ασκήσει την ίδια αξίωση, ως προς το ποσό του περιορισμού, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, όπου με τον τρόπο αυτό υποστηρίζει την ενοχή του κατηγορουμένου ως προϋπόθεση της δικής του αξίωσης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση (πρβλ. ΟλΑΠ 1/1997). Τέλος, κατά το άρθρο 223 εδ. β' ΚΠολΔ, ο περιορισμός αυτός είναι επιτρεπτό να γίνει και με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και δεν τελεί υπό τις προϋποθέσεις της παραιτήσεως από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής, που ως διάφορη διαδικαστική πράξη ρυθμίζεται στα άρθρα 294 επ. ΚΠολΔ. Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών διαδικασία, οι αναιρεσείοντες, απαντώντας στην ένσταση των αναιρεσίβλητων - κατηγορουμένων περί αποβολής αυτών ως πολιτικώς εναγόντων προς χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, για το λόγο ότι επί της αξιώσεως αυτής είχε εκδοθεί ήδη οριστική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, είχαν ισχυρισθεί εγγράφως τα εξής : "Η παράσταση πολιτικής αγωγής έχει δηλωθεί με την υποβληθείσα μήνυση την 15-11-1999, ενώ η αγωγή κατετέθη μετά από τη μήνυση, ήτοι την 3-2-2000. Με την αγωγή, είχε ζητήσει ο καθένας από εμάς ως αποζημίωση για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000.000 δραχμών από έκαστο των κατηγορουμένων. Αυτονόητο τυγχάνει ότι το ποσό αυτό ήταν επί πλέον εκείνου, το οποίο είχε δηλωθεί στη μήνυση ότι θα ζητηθεί από το Δικαστήριό σας, στο οποίο θα παρασταθούμε ως πολιτικώς ενάγοντες. Παρά ταύτα και προς άρση πάσης αμφιβολίας όλοι οι μηνυτές, με τις προτάσεις μας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ζητήσαμε να μειωθεί το ως άνω ποσό κατά 44 ευρώ, τα οποία θα ζητήσουμε να επιδικασθούν από το ποινικό δικαστήριο, στο οποίο θα παρασταθούμε ως πολιτικώς ενάγοντες". Το δικάσαν Δικαστήριο, με την προβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή την ένσταση των κατηγορουμένων και απέβαλε τους αναιρεσείοντες ως πολιτικώς ενάγοντες, αφού δέχθηκε τα εξής : "... όπως αποδεικνύεται από τις με αριθμό 4848, 4849 και 4850/2008 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν αντίστοιχα επί των αγωγών από 1-2-2000 του Ψ3, από 28-1-1999 του Ψ2 και από 1-2-2000 του Ψ1, που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο χωρίς αντίρρηση από κανένα, οι ενάγοντες είχαν εισάγει προς κρίση με τις εν λόγω αγωγές ολόκληρο το ποσό της αξίωσής τους για αναγνώριση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής τους βλάβης, την οποία υπέστησαν από την επικαλούμενη σε βάρος τους εν λόγω αδικοπραξία, καθώς και ολόκληρη την αξίωσή τους για αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν στην περιουσία τους. Η δε αξίωσή τους της χρηματικής ικανοποίησης ήδη κρίθηκε με οριστικές αποφάσεις ως βάσιμη κατά ένα μέρος (2.000 ευρώ) και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά ως αβάσιμη, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έγινε νόμιμη παραίτηση από μέρους της αξίωσής τους χρηματικής ικανοποίησης, για την εισαγάγουν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, ως αβασίμως ισχυρίζονται". Με τον τρόπο αυτό, το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Αθηνών στέρησε την απόφασή του από την επιβεβλημένη αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της απόρριψης του ισχυρισμού των πολιτικώς εναγόντων ότι είχαν περιορίσει την απαίτησή τους κατά την εκδίκαση αυτής υπό του πολιτικού δικαστηρίου, προκειμένου να την εισαγάγουν ενώπιον αυτού. Ειδικότερα, δεν εξέθεσε αφ' ενός εάν έλαβε ή όχι υπ' όψη του τις εν λόγω προτάσεις των πολιτικώς εναγόντων, στις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς αυτών, είχε διατυπωθεί ο περιορισμός του αιτήματος των αγωγών, που κρίθηκαν από το πολυμελές πρωτοδικείο και αφ' ετέρου το λόγο για τον οποίο ο υπό των πολιτικώς εναγόντων επικαλούμενος ως δια των προτάσεων αυτών δηλωθείς περιορισμός του αιτήματος ήταν μη νόμιμος ή παρέμεινε αναπόδεικτος. Και μετά ταύτα, με το να αποβάλει τους πολιτικώς ενάγοντες από την ποινική διαδικασία χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 66 παρ.1 ΚΠοινΔ, υπερέβη θετικά την εξουσία του. Επομένως, οι ερευνώμενοι λόγοι αναιρέσεως, από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' και 511 ΚΠοινΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. 3. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4739/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβολή πολιτικής αγωγής λόγω ασκήσεως της αυτής αξιώσεως ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, που εξέδωσε οριστική απόφαση. Αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς ενάγοντος. Παραδεκτή, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη αθωωτική απόφαση επί κακουργήματος δεν υπόκειται σε έφεση και η πολιτική αγωγή απορρίφθηκε ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Βάσιμη, διότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού του πολιτικώς ενάγοντος περί περιορισμού του αιτήματος ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και κατόπιν αυτού υπερέβη θετικά την εξουσία του με το να τον αποβάλει από την ποινική διαδικασία. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2132/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 211/16-6-2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αν τεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 476/2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 211/16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου Ν..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Αβραντίνη, δυνάμει της από 16-3-2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 2539/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της απάτης κατ'εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 229/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση, καθόσον αφορά την παραπεμπτική διάταξη για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος και διόρθωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την παραπάνω διάταξη απαλείφοντας από το αιτιολογικό τη φράση "κατ'εξακολούθηση" και δέχθηκε εν μέρει την έφεση ως προς την παραπεμπτική διάταξη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, μεταρρύθμισε ως προς τη διάταξη αυτή το εκκαλούμενο βούλευμα και αποφάνθηκε ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 24-3-2009 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠοινΔ, στο δε διορισθέντα αντίκλητο του δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Αβραντίνη την 9-3-2009, η δε αίτηση ασκήθηκε την 17-3-2009 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 47/17-3-2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α)..., β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων και επέλευση ζημίας στον παραπλανώμενο ή τρίτο που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη δόλια παραπλάνηση. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε (ΑΠ 982/2001 ΠΧ, ΝΒ 338). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσής του από το άρθρο 484 παρ. 1Β ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Το παραπεμπτικό για απάτη βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και όταν δεν αναφέρει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις σε τι συνίσταται και πως επήλθε η ζημία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την έγκληση, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και το σημείωμα παροχής εξηγήσεων αυτού κατά τη διάρκεια της προκαταρτικής εξέτασης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών τυγχάνει Διαχειριστής και Α' Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.- ΙΜΕC GmbH", η οποία εδρεύει στην ... . Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ Α.Ε.- ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", η οποία εδρεύει στην ... (12° χλμ. Εθνικής Οδού ...-..." και έχει ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ιατρικών ειδών, πώλησε με πίστωση ενενήντα ημερών στην ανωτέρω κοινοπραξία είκοσι ένα φορεία μεταφοράς ασθενών τα οποία παραδόθηκαν στην υπό κατασκευή πτέρυγα του Νοσοκομείου Βόλου και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα καθόσον ήταν κατάλληλα για τη χρήση που προορίζονταν. Πλην όμως όταν έφθασε η ημέρα καταβολής του τιμήματος, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 98.176 Ευρώ, η αγοράστρια δεν κατέβαλε τούτο. Στις 10-9-2004 και ενώ η εγκαλούσα εταιρεία είχε αποφασίσει να κινηθεί δικαστικά για την είσπραξη του τιμήματος, ο εκκαλών, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης ΑΑ, δικηγόρο Αθηνών και ζήτησε τη χορήγηση προθεσμίας τεσσάρων μηνών προκειμένου να δυνηθεί η κοινοπραξία να εξοφλήσει το ως άνω τιμολόγιο πώλησης καθόσον, ως ισχυρίσθηκε, αυτή αντιμετώπιζε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια. Μάλιστα ζήτησε να δεχθεί η εγκαλούσα εταιρεία τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες θα εξέδιδε η κοινοπραξία σε διαταγή της εγκαλούσης, με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005. Προκειμένου να γίνει αποδεκτή η πρόταση της κοινοπραξίας ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης εταιρείας ΑΑ και μέσω αυτού στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι η φερεγγυότητα και η καλή οικονομική κατάσταση της κοινοπραξίας, αλλά και των ιδίων των μελών της ("ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", "ΙΜΕC GmbΗ ") ήταν δεδομένη και ότι απλώς αντιμετώπιζε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια, η οποία θα παρήρχετο και θα εξοφλούσε την οφειλή της ενόψει και του ότι αυτή ανέμενε την είσπραξη εργολαβικών ανταλλαγμάτων. Την πρόταση αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρεία στις 23-9-2004. Έτσι ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα του στις 23-9-2004 εξέδωσε στην ..., σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας, τις με αριθ. ..., ... και ... τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005 αντίστοιχα, ποσού 33.000 , 33.000 και 32.176 Ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά ποσού 98.176 Ευρώ συρόμενες από τον με αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της κοινοπραξίας. Η εγκαλούσα εταιρεία μετεβίβασε τις επιταγές αυτές λόγω ενεχύρου στην "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", με οπισθογράφηση, όπως αυτό προκύπτει από την στην οπίσθια όψη αυτής ένδειξη "Πληρώσατε σε διαταγή της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.... ΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ" και την επ' αυτής υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 3-2-2005, 2-3-2005 και 4-4-2005 αντίστοιχα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της κοινοπραξίας. Ο εκκαλών προέβη στην έκδοση των προαναφερομένων επιταγών καίτοι γνώριζε ότι η κοινοπραξία δεν ευρίσκετο σε καλή οικονομική κατάσταση και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να διαθέτει και δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα τόσο κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επιταγών, όσο και κατά το χρόνο που φέρονταν αυτές εκδοθείσες και το χρόνο εμφάνισης αυτών. Από την ως άνω πράξη η εγκαλούσα εταιρεία υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσό των 98.176 Ευρώ, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της κοινοπραξίας. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, στην έκθεση έφεσης και στο υπόμνημα που συνοδεύει αυτήν και στις έγγραφες εξηγήσεις του κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης ισχυρίζεται ότι η μη πληρωμή των επιταγών οφείλεται στην μη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος από πλευράς της δημόσιας επιχείρησης "ΔΕΠΑΝΟΜ" μετά την εκτέλεση του έργου "Ολοκλήρωση Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βόλου", προσκομίζει δε σειρά φωτοαντιγράφων εντολών πληρωμής διαφόρων ποσών προς την κοινοπραξία. Πλην όμως από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι πράγματι δεν καταβλήθηκαν τα αναγραφόμενα στα έγγραφα ποσά και ότι αυτά εξακολουθούν να οφείλονται. Πέραν τούτου ο εκκαλών κατηγορούμενος διαβεβαίωσε κατηγορηματικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσης εταιρείας δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της περί της δυνατότητας πληρωμής των επιταγών και περί της οικονομικής επιφάνειας της κοινοπραξίας, χωρίς να εκφράσει οιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με την δυνατότητα αυτή της κοινοπραξίας προφανώς για να πείσει τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής να δεχθεί τις προαναφερθείσες επιταγές. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και για το λόγο αυτό απέρριψε ως προς την πράξη αυτή την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2539/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε, ως προς την πράξη αυτή, αφού το διόρθωσε απαλείφοντας από το αιτιολογικό τη φράση "κατ'εξακολούθηση" το εκκαλούμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν εκθέτει με σαφήνεια αν και ποια ζημία υπέστη στην περιουσία της η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" από την καθυστέρηση δικαστικής επιδίωξης της αξιώσεώς της, ποσού 98.176 ευρώ, κατά τέσσερις μήνες, δεν εκθέτει δηλαδή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την καθυστέρηση ασκήσεως αγωγής, σχετικής με την ως άνω αξίωσή της, κατά τέσσερις μήνες ματαιώθηκε εν όλω ή εν μέρει ή κατέστη καθ'οιονδήποτε τρόπο περισσότερο δύσκολη ή δαπανηρή η επιδίωξή της εξ αιτίας των φερομένων ως απατηλών διαβεβαιώσεων του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα εταιρεία, αλλά αναφέρει γενικά ότι από την πράξη της απάτης υπέστη η εγκαλούσα περιουσιακή ζημία ποσού 98.176 ευρώ, ίση δηλαδή προς την άνω αξίωσή της κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ - IMEC GmbH". Περαιτέρω δεν γίνεται σαφές από το βούλευμα αν με την παράδοση των επίδικων επιταγών απεσβέσθη η απαίτηση της εγκαλούσας εταιρίας, αν δηλαδή συνέτρεξε περίπτωση καταβολής αντί εξοφλήσεως ή αν οι επιταγές αυτές παρεδόθησαν χάριν εξοφλήσεως, ως πρόσθετη εγγύηση. Επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων και ασαφειών ως προς το στοιχείο της ζημίας στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, καθώς και νομίμου βάσεως, γιατί καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Κατά συνέπεια και κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βασίμων των σχετικών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρα 485 παρ. 1, και 519 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 47/17-3-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., κατά του αριθμ. 229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και, 2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 21 Μαΐου 2009 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη 47/17-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, στρεφόμενη κατά του 1229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, δηλ. σε βαθμό κακουργήματος, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α)..., β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων και επέλευση ζημίας στον παραπλανώμενο ή τρίτο που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη δόλια παραπλάνηση. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσής του από το άρθρο 484 παρ. 1Β ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Το παραπεμπτικό για απάτη βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και όταν δεν αναφέρει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις σε τι συνίσταται και πως επήλθε η ζημία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την έγκληση, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και το σημείωμα παροχής εξηγήσεων αυτού κατά τη διάρκεια της προκαταρτικής εξέτασης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών τυγχάνει Διαχειριστής και Α' Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.- ΙΜΕC GmbH", η οποία εδρεύει στην ... . Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ Α.Ε.-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", η οποία εδρεύει στην ... (12° χλμ. Εθνικής Οδού ...-..." και έχει ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ιατρικών ειδών, πώλησε με πίστωση ενενήντα ημερών στην ανωτέρω κοινοπραξία είκοσι ένα φορεία μεταφοράς ασθενών τα οποία παραδόθηκαν στην υπό κατασκευή πτέρυγα του Νοσοκομείου Βόλου και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα καθόσον ήταν κατάλληλα για τη χρήση που προορίζονταν. Πλην όμως όταν έφθασε η ημέρα καταβολής του τιμήματος, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 98.176 Ευρώ, η αγοράστρια δεν κατέβαλε τούτο. Στις 10-9-2004 και ενώ η εγκαλούσα εταιρεία είχε αποφασίσει να κινηθεί δικαστικά για την είσπραξη του τιμήματος, ο εκκαλών, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης ΑΑ, δικηγόρο Αθηνών και ζήτησε τη χορήγηση προθεσμίας τεσσάρων μηνών προκειμένου να δυνηθεί η κοινοπραξία να εξοφλήσει το ως άνω τιμολόγιο πώλησης καθόσον, ως ισχυρίσθηκε, αυτή αντιμετώπιζε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια. Μάλιστα ζήτησε να δεχθεί η εγκαλούσα εταιρεία τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες θα εξέδιδε η κοινοπραξία σε διαταγή της εγκαλούσης, με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005. Προκειμένου να γίνει αποδεκτή η πρόταση της κοινοπραξίας ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης εταιρείας ΑΑ και μέσω αυτού στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι η φερεγγυότητα και η καλή οικονομική κατάσταση της κοινοπραξίας, αλλά και των ιδίων των μελών της ("ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", "ΙΜΕC GmbΗ ") ήταν δεδομένη και ότι απλώς αντιμετώπιζε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια, η οποία θα παρήρχετο και θα εξοφλούσε την οφειλή της ενόψει και του ότι αυτή ανέμενε την είσπραξη εργολαβικών ανταλλαγμάτων. Την πρόταση αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρεία στις 23-9-2004. Έτσι ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα του στις 23-9-2004 εξέδωσε στην Κηφισιά, σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας, τις με αριθ. ..., ...και ... τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005 αντίστοιχα, ποσού 33.000 , 33.000 και 32.176 Ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά ποσού 98.176 Ευρώ συρόμενες από τον με αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της κοινοπραξίας. Η εγκαλούσα εταιρεία μετεβίβασε τις επιταγές αυτές λόγω ενεχύρου στην "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", με οπισθογράφηση, όπως αυτό προκύπτει από την στην οπίσθια όψη αυτής ένδειξη "Πληρώσατε σε διαταγή της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. ... ΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ" και την επ' αυτής υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 3-2-2005, 2-3-2005 και 4-4-2005 αντίστοιχα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της κοινοπραξίας. Ο εκκαλών προέβη στην έκδοση των προαναφερομένων επιταγών καίτοι γνώριζε ότι η κοινοπραξία δεν ευρίσκετο σε καλή οικονομική κατάσταση και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να διαθέτει και δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα τόσο κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επιταγών, όσο και κατά το χρόνο που φέρονταν αυτές εκδοθείσες και το χρόνο εμφάνισης αυτών. Από την ως άνω πράξη η εγκαλούσα εταιρεία υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσό των 98.176 Ευρώ, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της κοινοπραξίας. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, στην έκθεση έφεσης και στο υπόμνημα που συνοδεύει αυτήν και στις έγγραφες εξηγήσεις του κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης ισχυρίζεται ότι η μη πληρωμή των επιταγών οφείλεται στην μη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος από πλευράς της δημόσιας επιχείρησης "ΔΕΠΑΝΟΜ" μετά την εκτέλεση του έργου "Ολοκλήρωση Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βόλου", προσκομίζει δε σειρά φωτοαντιγράφων εντολών πληρωμής διαφόρων ποσών προς την κοινοπραξία. Πλην όμως από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι πράγματι δεν καταβλήθηκαν τα αναγραφόμενα στα έγγραφα ποσά και ότι αυτά εξακολουθούν να οφείλονται. Πέραν τούτου ο εκκαλών κατηγορούμενος διαβεβαίωσε κατηγορηματικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσης εταιρείας δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της περί της δυνατότητας πληρωμής των επιταγών και περί της οικονομικής επιφάνειας της κοινοπραξίας, χωρίς να εκφράσει οιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με την δυνατότητα αυτή της κοινοπραξίας προφανώς για να πείσει τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής να δεχθεί τις προαναφερθείσες επιταγές. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και για το λόγο αυτό απέρριψε ως προς την πράξη αυτή την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2539/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε, ως προς την πράξη αυτή, αφού το διόρθωσε απαλείφοντας από το αιτιολογικό τη φράση "κατ'εξακολούθηση" το εκκαλούμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν εκθέτει με σαφήνεια αν και ποια ζημία υπέστη στην περιουσία της η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" από την καθυστέρηση δικαστικής επιδίωξης της αξιώσεώς της, ποσού 98.176 ευρώ, κατά τέσσερις μήνες. Δεν εκθέτει δηλαδή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την καθυστέρηση ασκήσεως αγωγής, σχετικής με την αξίωσή της προς είσπραξη του τιμήματος της πωλήσεως, κατά τέσσερις μήνες, ματαιώθηκε εν όλω ή εν μέρει ή κατέστη καθ'οιονδήποτε τρόπο περισσότερο δύσκολη ή δαπανηρή η επιδίωξή της εξ αιτίας των φερομένων ως απατηλών διαβεβαιώσεων του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα εταιρεία, κατά την παράδοση σ'αυτήν των μεταχρονολογημένων επιταγών, αλλά αναφέρει γενικά ότι από την πράξη της απάτης υπέστη η εγκαλούσα περιουσιακή ζημία ποσού 98.176 ευρώ, ίση δηλαδή προς την άνω αξίωσή της κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ - IMEC GmbH". Περαιτέρω δεν γίνεται σαφές από το βούλευμα αν με την παράδοση των επίδικων επιταγών απεσβέσθη η απαίτηση της εγκαλούσας εταιρίας, αν δηλαδή συνέτρεξε περίπτωση υποσχέσεως αντικαταβολής ή αν οι επιταγές αυτές παρεδόθησαν χάριν καταβολής, ως πρόσθετη εγγύηση. Επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων και ασαφειών ως προς το στοιχείο της ζημίας στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, καθώς και νομίμου βάσεως, γιατί καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Κατά συνέπεια και κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βασίμων των σχετικών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρα 485 παρ. 1, και 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 229/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη. Στοιχεία του εγκλήματος. Επέλευση ζημίας. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν εκθέτει με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αν και ποία ζημία υπέστη η εγκαλούσα εταιρεία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2131/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάγου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αιγίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αιγίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 341/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 156/29.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 1/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 1023/3-12-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, και εκθέτω τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, με την υπ'αριθμ. 1023/3-12-2008 απόφασή του, κατεδίκασε, κατ'έφεση, τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία για έκδοση ακαλύπτου επιταγής (αρ. 79 παρ. 1 Ν. 5960/33). Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος Χ εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αιγίου Ιωάννη Καρβούνη, η δε απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αιγίου στις 15-1-2009 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση). Στις 20 Φεβρουαρίου 2009 εμφανίστηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αιγίου ο ανωτέρω κατηγορούμενος και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Αιγίου και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 1/2009 έκθεση αναίρεσης. Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1, 3 ΚΠΔ Δεδομένου, όμως, ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς---------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 1/2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 8 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία αυτής, είναι α) δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με δήλωση προς το γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή προς εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται ή β) είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρεί η γραμματεία του εκδόντος δικαστηρίου. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν μετά την επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠοινΔ 501 παρ. 3), εφόσον αυτή έγινε μετά την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, διότι, άλλως, αν η επίδοση προηγήθηκε της καταχωρίσεως, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από την καταχώρηση. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, όπως όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου που συνεδριάζει σε συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν και, πάντως, κατόπιν ειδοποίησης του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου αυτού προ 24 ωρών από το γραμματέα της εισαγγελίας, απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1). Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που τα επαληθεύουν. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 23-2-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης 1023/3-12-2008 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, που δίκασε κατ' έφεση, η οποία απαγγέλθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ, πλην, όμως, εκπροσωπούμενο νομίμως από ειδικώς εξουσιοδοτημένο συνήγορο, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του ως άνω Δικαστηρίου την 15-1-2009. Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος, η οποία έγινε προς το γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 20-2-2009, ήτοι την 36π ημέρα από την προηγηθείσα καταχώρηση αυτής στο ειδικό βιβλίο. Έτσι, όμως, η άσκηση της έγινε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της καταχωρίσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Ως εκ τούτου, είναι εκπρόθεσμη. 3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και δεδομένου του ότι στην προκειμένη περίπτωση α) για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν απαιτείτο επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα, αφού αυτός, κατά τη δημοσίευση αυτής θεωρήθηκε νομίμως παρών, εκπροσωπούμενος πλήρως από συνήγορο και β) ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό, που θα μπορούσε να συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, ως λόγο για την άρση της εκπρόθεσμης άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ασκήσαντα αυτήν. Σημειώνεται ότι ο αναιρεσείων, αν και ειδοποιήθηκε νομοτύπως δια του αντικλήτου δικηγόρου, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο έκθεμα (ΚΠοινΔ 476 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 20-2-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1023/3-12-2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου.- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως εκπρόθεσμη. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2129/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 88-89/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον ΑΑ. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνο Λαϊνά. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 644/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως διαδίκων που παραστάθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 258 περ. α` ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι` αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, η οποία κατά την περ. β' επαυξάνεται σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών όταν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 υπεξαίρεσης, με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α' του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι` αυτό. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η πράξη προσλαμβάνει χαρακτήρα κακουργήματος και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών κατά τη διάταξη της περ. γ του άρθρου 258, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999: i) αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή ii) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία (συνολικά) μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.)''. Η διάταξη αυτή, κατά το πρώτο σκέλος της, ως ευνοϊκότερη της προηγουμένης, αφού απαιτεί, εκτός από τα ιδιαίτερα τεχνάσματα, όπως και η προηγουμένη, η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 €), εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999). Ως "ιδιαίτερα τεχνάσματα", κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου, θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και μάλιστα των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου, οι οποίοι έτσι θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες. Δηλαδή τα ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι μέσα, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επιτήδεια για τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης. Περαιτέρω, το υπό του άρθρου 258 Π.Κ. προβλεπόμενο έγκλημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, περιλαμβανόμενο στο ΙΒ' κεφάλαιο του ίδιου Κώδικα "περί των εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία" είναι διάφορο του, από το άρθρο 375 του αυτού Κώδικα, καθοριζομένου εγκλήματος της κοινής υπεξαιρέσεως, που περιλαμβάνεται στο ΚΓ` κεφάλαιο του Π.Κ. "περί των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας". Το δε άρθρο 379 του αυτού Κώδικα, περιλαμβανόμενο στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο και θεσπίζον την εξάλειψη του αξιοποίνου σε περίπτωση αποδόσεως του κλαπέντος ή του ιδιοποιηθέντος πράγματος ή εντελούς ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος, έχει εφαρμογή, κατά την αληθινή έννοιά του, μόνο σε περίπτωση κλοπής ή υπεξαιρέσεως (άρθρα 372 και 375 Π.Κ.) και όχι και σε εκείνη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρο 258 Π.Κ.). Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθ.258 Α.Κ.), για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της παράνομης ιδιοποίησης. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτά πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά την πράξη που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα: Ο κατηγορούμενος Χ στην ... τον Απρίλιο 1999, με την ιδιότητα του Ταμία στην Δ.Ο.Υ ..., αφαίρεσε από το ταμείο της Υπηρεσίας του, στο οποίο είχε πρόσβαση λόγω της ιδιότητας του αυτής, το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 8.500.000 δραχμών, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, προκειμένου δε να διευκολύνει και να συγκαλύψει την πράξη του αυτή τοποθέτησε στο ταμείο της Δ.Ο.Υ. μια ισόποση με το αντικείμενο της υπεξαίρεσης που διέπραξε ακάλυπτη επιταγή εκδόσεως του ιδιώτη ΒΒ έτσι ώστε να μην εμφανίζεται το έλλειμμα των 8.500.000 δραχμών. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δεν υπήρξε πραγματικό έλλειμμα διότι το ελλείπον ποσό των 8.500.000 δραχμών που αποτελείτο από μετρητά και επιταγές είχε μεταφερθεί από αυτόν στο άλλο χρηματοκιβώτιο όπου φυλάσσονταν συναλλαγματικές και ότι η επίμαχη επιταγή που βρέθηκε στο πρώτο χρηματοκιβώτιο των μετρητών δεν αντιπροσώπευε το έλλειμμα του ταμείου αλλά αποσκοπούσε στο να δοκιμαστεί η φιλία μεταξύ αυτού και του αντικαταστάτη του στο ταμείο (ΓΓ) και η εντιμότητα του τελευταίου δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι και τούτο διότι: Πρώτον το έλλειμμα του ταμείου των 8.500.000 δραχμών που απεκάλυψε κατά το κλείσιμο του ταμείου την 22-4-1999 η υπάλληλος ΔΔ ήταν σύμφωνα και με το πόρισμα της επιθεώρησης μόνο σε μετρητά και όχι σε μετρητά κατά το μικρότερο ποσό και σε επιταγές όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, ενόψει και του γεγονότος ότι στο δεύτερο αυτό χρηματοκιβώτιο ετίθεντο μόνο συναλλαγματικές και άλλα γραμμάτια. Δεύτερον, εάν στο δεύτερο αυτό χρηματοκιβώτιο υπήρχε ποσό μετρητών και επιταγών που αντιπροσώπευε το έλλειμμα τούτο ευχερώς θα αποκαλύπτετο με το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου τούτου. Τρίτον καμία ισχυρά αιτιολογία πρόβαλε ο κατηγορούμενος για την υποτιθέμενη αυτή ενέργεια του, δηλαδή να μεταφέρει το συνολικό ποσό των 8.500.000 δραχμών (σε μετρητά και επιταγές) από το ένα χρηματοκιβώτιο στο άλλο. Τέταρτο, δεν προέκυψε ότι υπήρξε διατάραξη των προσωπικών σχέσεων μεταξύ του κατηγορουμένου και του ΓΓ και μάλιστα για διαφορά εκλογικού επιδόματος, όπως αορίστως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, που να δίνει στον τελευταίο αφορμή να συλλάβει τέτοιο σχέδιο με σκοπό δήθεν να δοκιμάσει την φιλία και εντιμότητα του άνω υπαλλήλου. Εξάλλου η επικαλούμενη τιμιότητα του παραπάνω υπαλλήλου μπορούσε να αποδειχθεί με επιταγή μικρότερου ποσού και όχι αυτού των 8.500.000 δραχμών, ποσό το οποίο μάλιστα ο κατηγορούμενος αρχικά έθεσε ως 8.000.000 δραχμών και μετά το διόρθωσε σε 8.500.000 δραχμών δείχνοντας όμως έτσι την πρόθεση του να καλύψει το πραγματικό έλλειμμα του ταμείου που ήταν 8.500.000 δραχμών. Κατ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης της υπεξαίρεσης στην Υπηρεσία ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές με ιδιαίτερα τεχνάσματα και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 α, 258 περ. γ' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' Ν. 2721/1999, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, παρότι η πράξη τελέσθηκε πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999, όπως λέχθηκε ανωτέρω, ως ευνοϊκότερη της προϊσχυσάσης, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του Ταμία στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ. δηλ. του δημοσίου υπαλλήλου, και λόγω της ιδιότητας αυτής είχε πρόσβαση στο Ταμείο της Δ.Ο.Υ. από το οποίο αφαίρεσε το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και μεγαλύτερο των 5.000.000 δραχμών ποσό, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα και δεν ήταν απαραίτητο, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος να αναφέρονται οι πράξεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η αφαίρεση του ποσού από το Ταμείο και στη συνέχεια η ενσωμάτωση του στην περιουσία του, δηλαδή η υπεξαίρεση, δεν ασκεί δε επίδραση το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, όταν αποκαλύφθηκε το έλλειμμα, το οποίο, όπως δέχθηκε ανέλεγκτα η αναιρεσιβαλλομένη, ήταν σε μετρητά, βρισκόταν σε άδεια και επανήλθε την επομένη στην Υπηρεσία και ούτε χρειαζόταν, να αιτιολογείται ειδικά η βούλησή του να υπεξαιρέσει το ποσό αυτό, δηλαδή ο δόλος του, αφού, όπως λέχθηκε ανωτέρω, η παραδοχή αυτού ενυπάρχει στην περί παράνομης ιδιοποίησης κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση παραθέτει τα, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία στοιχειοθετείται η χρησιμοποίηση από τον αναιρεσείοντα του συγκεκριμένου τεχνάσματος προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως, η οποία δεν θα αποκαλύπτονταν αν δεν προέκυπτε, όπως δέχεται, από το κλείσιμο του Ταμείου που διενήργησε στις 22-4-1999 η υπάλληλος ΔΔ. Απέρριψε μάλιστα, με τις ανωτέρω εκτενείς, πλήρεις και ουδόλως αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, ακόμη και τους αρνητικούς των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω πράξεως, όπως και της, προς συγκάλυψή της, χρησιμοποιήσεως του ως άνω τεχνάσματος, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Ορθώς δε, ενόψει του ότι, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ, δεν αξιολογήθηκε το γεγονός, επί του οποίου επιχείρησε ο αναιρεσείων να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του για μη αφαίρεση του ποσού από το Ταμείο και έλλειψη βουλήσεως ενσωματώσεως του στην περιουσία του, ότι την 23-4-1999, επομένη της αποκαλύψεως του ελλείμματος του Ταμείου και της υπεξαιρέσεώς του από τον αναιρεσείοντα, ο ακριβής χρόνος τελέσεως της οποίας δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί, το ποσό τοποθετήθηκε στο Ταμείο απ αυτόν, που την ημέρα εκείνη επέστρεψε από την άδεια. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Επίσης πρέπει να καταδικασθεί και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 13-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 88,89/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ τριακοσίων (300) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία ποσού μεγαλύτερου των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 € με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Έννοια. Πότε στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά σε βαθμό κακουργήματος. Όχι εφαρμογή 379 ΠΚ. Διαχρονικό δίκαιο. Η νέα ρύθμιση της περ. γ΄ του άρθρου 258 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 5 β΄ Ν. 2721/1999, κατά το πρώτο μέρος της είναι ευνοϊκότερη της προηγουμένης, ενώ κατά το δεύτερο μέρος της είναι δυσμενέστερη (ΑΠ 571/2008, ΑΠ 2645/2008, ΑΠ 407/2007, ΑΠ 196/ 2005). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τι πρέπει να περιέχει η απόφαση ως προς αυτήν. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πότε υπάρχει. Λόγοι 510 παρ. 1 Δ και Ε΄ ΚΠΔ αβάσιμοι.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2127/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 5133/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τάντση. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει κατ' αρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήγει την καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, κατά τον γενικό ορισμό του οποίου, υπέρβαση εξουσίας, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τυπικά την έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά της υπ' αριθμ. 21540/2007 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, αφού προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως, κατά συρροή, κατ επιτρεπτή μεταβολή της για συκοφαντική δυσφήμιση αρχικής κατηγορίας και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για κάθε μία από τις επί μέρους πράξεις και συνολική φυλάκιση τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στη με αριθμ. 1902/29-10-2007 έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, αναφέρεται, ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας "... ασκεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος (κατά πλειοψηφία), ο κατηγορούμενος Χ για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεδομένου ότι εσφαλμένα το δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά και έκανε την υπαγωγή αυτών στις αντίστοιχες διατάξεις του νόμου, ενώ κατ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έπρεπε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της ανωτέρω πράξης. Ειδικότερα, ο ανωτέρω κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή (αρθ. 363-362, 94 παρ. 2 ΠΚ), ενώ έπρεπε το Δικαστήριο ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις να τον κηρύξει ένοχο, λαμβάνοντας υπόψη του τις καταθέσεις των ΑΑ, Ψ και ΒΒ από τις οποίες προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στις 3.8.2003 στην περιοχή "..." ... απευθυνόμενους στους πελάτες της ξενοδοχειακής του επιχείρησης ισχυρίστηκε για τους εγκαλούντες ΑΑ και Ψ ότι αυτοί χρησιμοποιούν σε βάρος του αθέμιτα μέσα, ότι συνεχίζουν εναντίον του τον ίδιο "σιχαμένο" πόλεμο για να του κλείσουν την επιχείρηση, ότι "τον μαχαιρώνουν κάτω από το τραπέζι", εννοώντας ότι δεν έχουν καλές σχέσεις, λόγω του χαρακτήρα τους, ότι φιλοξενούσαν διάφορους τρίτους για να τους έχουν ως μάρτυρες εναντίον τους, γνωρίζοντας ο κατηγορούμενος ότι η ανακοίνωση των ανωτέρω ψευδών ισχυρισμών μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους. Οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ΓΓ και ΔΔ, οι οποίοι δεν προσδιορίζουν ποιες ώρες ήταν παρόντες στην ξενοδοχειακή μονάδα του κατηγορούμενου και πως ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι ο κατηγορούμενος στην προανακριτική απολογία του, δέχεται ότι απευθύνθηκε στους πελάτες της επιχείρησης του και μίλησε σε αυτούς για την αντιδικία του με τους εγκαλούντες, έστω και αν δίνει διαφορετική εκδοχή για το περιεχόμενο που είχε η εξιστόρηση των γεγονότων προς αυτούς. Έτσι όπως έχει η έκθεση αυτή της έφεσης, περιέχει την, από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων, των οποίων γίνεται συγκριτική αξιολόγηση και αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μνημονευομένων μαρτύρων κατηγορίας, με βάση τα οποία, σε συνδυασμό και με την προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου, στοιχειοθετείται η πράξη που αποδίδεται σ αυτόν, όπως εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία δικαιολογούταν η άσκηση αυτής για την, κατά την άποψη του ως άνω Εισαγγελέα, κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν παραπάνω αξιόποινη πράξη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως είναι παραδεκτή, το δε Τριμελές Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την δέχθηκε τυπικά και στη συνέχεια προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της εξυβρίσεως, κατ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση, δεν υπερέβη, εκ του λόγου αυτού, την εξουσία του, όπως αβασίμως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005, η οποία δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναγράφονται στην παράγραφο 5 (άρθρ. 358 ΠΚ, ν. 690/1945 και άρθρ. 377 Π.Κ. για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση): α) των πταισμάτων και β) υφ' όρο των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δυο ποινές. Στη ρύθμιση αυτή υπάγεται και η αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, εφόσον η απειλούμενη γι' αυτήν ποινή είναι φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και με τις δυο αυτές ποινές (άρθρ. 361 ΠΚ). Επομένως, εάν η πράξη της εξύβρισης έχει τελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του ν. 3346/2005, ήτοι μέχρι 17-6-2005, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει υφ' όρο η ποινική δίωξη αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης, η οποία υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Υπέρβαση δε εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο, όπως ήδη λέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5133/2008 απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για εξύβριση, κατά συρροή των δύο εγκαλούντων, κατ' ορθότερο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, νομικό χαρακτηρισμό, ο οποίος δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αρχικής ως άνω κατηγορίας και του επέβαλε για κάθε εξύβριση ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών και συνολικά τριών (3) μηνών. Εφόσον λοιπόν το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ανωτέρω πράξη του κατηγορουμένου φέρει το χαρακτηρισμό της εξύβρισης, η οποία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, και ότι η πράξη αυτή είχε τελεστεί (3-8-2003), πριν από τη δημοσίευση του ν. 3346/2005 (17-6-2005), συνέτρεχε περίπτωση παραγραφής του αξιοποίνου αυτής, κατά την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του νόμου αυτού, υπό τον αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη όρο, κατ εφαρμογή της οποίας και έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη υπό τον εν λόγο όρο. Επομένως, το δικαστήριο εκείνο, που δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη αυτή, την οποία και δεν εφάρμοσε, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Με το να προχωρήσει δε στη συνέχεια στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την ως άνω πράξη της εξυβρίσεως, κατά συρροή και να μην παύσει υφ' όρο την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, κατ' εφαρμογή της ίδιας άνω διάταξης του ν. 3346/2005, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Επομένως βασίμως με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η ως άνω απόφαση του Εφετείου για τις ανωτέρω πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση πσραπομπής της υποθέσεως κατ άρθρο 519 ΚΠΔ, να παύσει υφ' όρο η ποινική δίωξή του γι' αυτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5133/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει υφ' όρο την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Χ του ότι: Στην περιοχή "..." ... στις 3 Αυγούστου 2003 και ώρα 10.00 από τα μεγάφωνα του ξενοδοχειακού του συγκροτήματος στην περιοχή "..."- ..., απευθυνόμενος στους πελάτες της επιχείρησης του, ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες ΑΑ και Ψ, ιδιοκτήτες ομόρου ακινήτου με το δικό του, στο οποίο βρίσκεται το ως άνω τουριστικό συγκρότημα, ότι οι εγκαλούντες χρησιμοποίησαν σε βάρος του αθέμιτα μέσα, ότι συνεχίζουν εναντίον του τον ίδιο "σιχαμένο" πόλεμο για να του κλείσουν την επιχείρηση, ότι "τον μαχαιρώνουν κάτω από το τραπέζι" ότι επί 25 χρόνια οι δύο εγκαλούντες που είναι αδέλφια δεν έφαγαν στο ίδιο τραπέζι, εννοώντας ότι δεν είχαν καλές σχέσεις λόγω του χαρακτήρα τους, ότι φιλοξενούν διάφορους τρίτους για να τους έχουν ως μάρτυρες εναντίον τους με σκοπό να βλάψει τη τιμή και την υπόληψή τους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως. Πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Αντίθετα το δικαστήριο που την κάνει τυπικά δεκτή και κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. 1 Η΄ ΚΠΔ, ΑΠ 1540/2007, ΑΠ 209/2008, ΑΠ 1632/2007). Πλήρως αιτιολογημένη έφεση. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Μετατροπή κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμιση σε εξύβριση. Έπρεπε να παύσει υφ' όρο την ποινική δίωξη κατ' άρθρο 31 παρ. 1 Ν. 3346/2005, αφού η πράξη φέρεται τελεσθείσα στις 3-8-2003 δηλ. πριν τις 17-6-2005 που άρχισε η ισχύς του νόμου. Υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 146/2007, ΑΠ 851/2008). Αναιρεί. Παύει υφ' όρο την ποινική δίωξη.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Εξύβριση, Παραγραφή υφ' όρο.
2
Αριθμός 2124/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγγελική Αντωνέα, περί αναιρέσεως της 2431-2432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 285/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από το από 2-9-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αρχ/κα ΜΠΣ του Α.Τ ... η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε νόμιμα (155 παρ. 2 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα (166 παρ. 1 ΚΠΔ) για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία και δεν παρέστη. Συνεπώς πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της σαν να είναι κι αυτή παρούσα (515 παρ. 2 εδαφ. α'ΚΠΔ). ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τέτοιο τρόπο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεώς του προς την υποχρέωση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει, για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα, το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της δικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σαφώς και πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, επί των οποίων θεμελιώθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για την, κατά τα ανωτέρω, πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται ότι ο υπόχρεως είχε την οικονομική δυνατότητα να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ`αριθ. 2431,2432/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως του άρθρου 358 ΠΚ κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, η οποία ανεστάλη επί 3ετία, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ` είδος μνημονεύει. Ειδικότερα το δικαστήριο, για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2004 μέχρι Ιανουάριο 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κακόβουλα παραβίασε την υποχρέωση διατροφής που επιβάλλει ο νόμος και την έχει αναγνωρίσει το δικαστήριο, σε τρόπο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις και να αναγκασθεί να δεχθεί βοήθεια άλλων και συγκεκριμένα με την 2041/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην πρώην σύζυγό του το ποσό των 1.600 € μηνιαίως και στη συνέχεια με την 598/2005 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της τακτικής αγωγής, που επακολούθησε, υποχρεώθηκε να καταβάλλει σ αυτήν ως τακτική διατροφή το αυτό ως άνω ποσό μηνιαίως. Στη συνέχεια με τις 2712/2006 και 7541/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημ/κειου Ηρακλείου καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος για το αδίκημα του άρθρου 358 ΠΚ, που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2004 μέχρι Ιανουάριο 2005 και Φεβρουάριο 2005 μέχρι Ιανουάριο 2006, αντίστοιχα. Επί των εφέσεων που άσκησε ο κατηγορούμενος εκδόθηκαν οι 1619 και 1620/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου, οι οποίες τον κήρυξαν ένοχο της αυτής ως άνω πράξεως και του επέβαλαν συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν αναιρέσεις από τον κατηγορούμενο, με τον κατ άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο, οι οποίες και έγιναν δεκτές με τις 1370/2008 και 1503/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος πράγματι παραβίασε την υποχρέωσή του προς διατροφή απέναντι στη σύζυγό του - πολιτικώς ενάγουσα, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα από Αύγουστο 2004 έως Ιανουάριο 2006, ενεργώντας προς τούτο κακόβουλα, δεδομένου ότι, όπως προέκυψε, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα είχε την οικονομική δυνατότητα να συμμορφωθεί στις παραπάνω αποφάσεις του Πρωτοδικείου Ηρακλείου που τον υποχρέωσαν προς τούτο. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, έχοντας ενδιάθετη βούληση να μη συμμορφωθεί στην εν λόγω υποχρέωση, κατέβαλε σε αυτή, περιστασιακά, διάφορα χρηματικά ποσά που υπολείπονταν της επιβληθείσας υποχρέωσής του σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία. Συγκεκριμένα της κατέβαλε έναντι 500 και 400 € την 1-3- και 28-3-2005, αντίστοιχα, 750 € την 2-6-2005, 500 και 300 € την 20 και 25-10-2005, αντίστοιχα, 600 € την 23-11-2005, 850 € την 2-12-2005 και 550 € την 30-1-2006. Δεν προέκυψε όμως ότι, κατά τον παραπάνω χρόνο είχε οικονομική αδυναμία, δεδομένου ότι πρόκειται για ευκατάστατο άτομο με ιδιαίτερη οικονομική επιφάνεια, μέλος της οικογενείας ... (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΕΠΩΝΥΜΟ ΤΟΥ Χ), που δραστηριοποιείται στο ... επί πολλές δεκαετίες στον τομέα του τουρισμού, διαθέτοντας τις ξενοδοχειακές μονάδες "...", ως και βιομηχανία τούβλων και λοιπές επιχειρήσεις, λειτουργώντας υπό την μορφή ομίλου, στον οποίο ο κατηγορούμενος είναι μέτοχος με ποσοστό 20% μετά των μελών της οικογενείας του αποκερδαίνοντας σημαντικά χρηματικά ποσά που υπερέβαιναν τις 15.000 €, μηνιαία. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να καταβάλλει την επιδικασθείσα διατροφή προς τη σύζυγό του, η οποία πράγματι υφίστατο στερήσεις, δεδομένου ότι δεν ικανοποιούνταν οι βιοτικές της ανάγκες, καθόσον αυτή δεν είχε επαγγελματική ενασχόληση και βαρυνόταν με αυξημένες υποχρεώσεις σχετικά με την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας από τα οποία προέκυψε ότι έπασχε, οι οποίες δεν καλύπτονταν επαρκώς από την ασφάλιση υγείας ΤΣΜΕΔΕ, που επικαλείται ο κατηγορούμενος ότι της παρείχε, καθώς και τις καθημερινές δαπάνες που απαιτούνταν για τη συντήρηση της οικίας 355 τ.μ. μετά του περιβάλλοντος χώρου επί οικοπέδου 8 στρεμμάτων περίπου, πρώην συζυγική στέγη, όπου διέμενε, ελλείψει άλλης ιδιοκτησίας, η οποία δεν ανήκει στην κυριότητά της αλλά κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα δύο τους τέκνα. Εξάλλου δεν προέκυψε ότι διακινδύνευε η διατροφή του κατηγορουμένου και της νέας οικογένειας που δημιούργησε με την απόκτηση τριών ακόμη τέκνων με άλλη σύντροφο. Επομένως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή κατ εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2004 έως Ιανουάριο του 2006 όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι προβληθέντες από αυτόν αυτοτελείς ισχυρισμοί, δεδομένου ότι όσες καταβολές έγιναν από μέρους του για άλλη αιτία υπέρ των κοινών τέκνων τους δεν υποκαθιστούν την επίδικη υποχρέωσή του για διατροφή υπέρ της συζύγου του. Κατόπιν των παραδοχών αυτών τα Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 358 του ΠΚ. Ειδικότερα, περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως η παραδοχή ότι είχε ο αναιρεσείων την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει την οφειλόμενη στην σύζυγό του διατροφή, την οποία παρά ταύτα δεν κατέβαλε σ αυτήν. Συγχρόνως αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος του στοιχείου της υποκειμενικής υποστάσεως του πιο πάνω αδικήματος, που είναι η κακοβουλία, η οποία συνίσταται στην ενδιάθετη βούλησή του να μη συμμορφωθεί προς την παραπάνω υποχρέωση. Μάλιστα, για να θεμελιώσει την κρίση της περί της ενδιάθετης βούλησής του να μη συμμορφωθεί προς την υποχρέωση διατροφής της συζύγου του, δέχεται, ότι, ενόψει των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που παραθέτει του ομίλου της πολύ γνωστής την περίοδο εκείνη στους οικείους επιχειρηματικούς κύκλους οικογένειας του, στον οποίο μετέχει κατά ποσοστό 20%, τα μηνιαία εισοδήματά του, ανέρχονταν σε 15.000 € και συνακόλουθα είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει σ αυτήν το χρηματικό ποσό που της επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεώς της κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2004 μέχρι Ιανουάριο 2006, χωρίς να κινδυνεύει, ενόψει των ανωτέρω μηνιαίων εισοδημάτων του, η δική του διατροφή και της νέας οικογένειας που δημιούργησε με την απόκτηση τριών ακόμη τέκνων με άλλη σύντροφο. Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση ότι αποτέλεσμα τούτου υπήρξε η δικαιούμενη διατροφής σύζυγός του να υποστεί στερήσεις, για τους λόγους που εκτίθενται λεπτομερώς εκεί. Είναι αβάσιμες δε οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν δέχεται η πληττόμενη απόφαση ότι, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, έλαβε χώρα διανομή μερίσματος, διότι, αν από λόγους που αφορούν τους οικονομικούς προγραμματισμούς του οικογενειακού ομίλου, το Δ.Σ. αποφάσισε, όπως ισχυρίζεται, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, να μη διανεμηθεί μέρισμα, το γεγονός αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ύψος των καθαρών κερδών του οικογενειακού Ομίλου από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που, κατά τα άνω, ανέπτυσσε, στα οποία ο αναιρεσείων είχε ποσοστό συμμετοχής 20%. Oι επιχειρηματικές δε αυτές δραστηριότητες αποτελούν και τον καθοριστικό του ύψους των κερδών του ομίλου παράγοντα, στα οποία είχε το ανωτέρω ποσοστό συμμετοχής ο αναιρεσείων και συνακόλουθα των μηνιαίων εισοδημάτων του, τα στοιχεία δε αυτά αξιολόγησε η προσβαλλομένη απόφαση και με πλήρη αιτιολογία κατέληξε στην ως άνω κρίση. Ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1Δ, ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας δεν επιδικάζεται, λόγω του ότι δεν παρέστη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 2431,2432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως (358 ΠΚ) Έννοια - Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως και ειδικότερα ως προς το της κακοβουλίας του υπόχρεου. Αιτιολογία αποφάσεως. Έννοια. Ποιο το αναγκαίο περιεχόμενό της για να είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, ειδικότερα δε για την εν λόγω πράξη (ΑΠ 316/2007, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 1396/2006). Πλήρης αιτιολογία. Απορρίπτει μοναδικό λόγο αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Διατροφής υποχρέωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2130/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 310/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 139/13.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, που ασκήθηκε με δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ..., από τον ίδιο αυτοπροσώπως, κατά της αριθμ. 7179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 416/15-1-2008 έφεσή του κατά της αριθμ. 2945/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για κλοπή και πλαστογραφία με χρήση και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 113/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΔ, 981). Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (Α.Π. 429/2005 Ποιν.Δικ. 2005, σελ. 922 κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβληθείσα απόφαση που απαγγέλθηκε χωρίς να είναι παρών ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 14-11-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση) και επιδόθηκε σ'αυτόν στη διεύθυνση που είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως στις 30-1-2009 (βλ. το αριθμ. 1785/30-1-2009 αποδεικτικό επίδοσης του Ε.Φ. του Α.Τ. Κερατέας ...). Η δε κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 16-2-2009, ήτοι μετά την πάροδο της τασσομένης δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Στη σχετική έκθεση κανένας λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν αναφέρεται που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 62/16-2-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά της αριθμ. 7179/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24 Μαρτίου 2009Η Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΕυτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 507 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα, αν αυτή είναι μεταγενέστερη από την επίδοση προς εκείνον της απόφασης, αλλιώς από την εν λόγω επίδοση (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 179/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Βέβαια, κατά την συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος κατ' άρθρον 513 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (ΑΠ886/2008). Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 7179/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 14-11-2008 με αριθμό καταχωρήσεως 4929 (βλ. από 16-2-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών ...). Η απόφαση επιδόθηκε νομίμως (155 παρ. 1 εδάφ. β ΚΠΔ) στον αναιρεσείοντα στις 30-1-2009 (βλ. από 30-1-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού φρουρού του Α.Τ. Κερατέας) στην διεύθυνση κατοικίας που δήλωσε αυτός με την 416/15-1-2008 έκθεση εφέσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 16-2-2009 (βλ. 62/16-2-2009 έκθεση της ανωτέρω γραμματέως), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. 62/16-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της με αριθ. 7179/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως. Προθεσμία επί ερήμην αποφάσεως. Αρχίζει από επίδοση της καταχωρηθείσης στο ειδικό βιβλίο αποφάσεως (ΑΠ 619/2005). Αν η καταχώρηση μεταγενέστερη της επίδοσης από την επίδοση (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 179/2005). Πως και πότε προβάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση (ΑΠ 411/2003). Απόρριψη απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 2136/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο - Παπατσώρη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σμυρναίο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6044/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1199/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι . Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίοις αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη , που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου: (Α) Με το άρθρο 1 ν. 1098|1980 προστέθηκε στον κυρωθέντα με το νδ. 3024/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων άρθρο με τον αριθμό 63 Α, στην παρ. 6 του οποίου ορίσθηκε: "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ. 1 επί παγία περιοδική αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης άμα τη συμπληρώσει 35έτους συντάξιμης υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας των. Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτω αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του παρόντος Κωδικός αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Με το άρθρο 16 ν. 1366|1983 αντικαταστάθηκε ολόκληρο το άρθρο 63 Α του ως άνω Κώδικα και στην παρ. 5 αυτού ορίσθηκε: "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί, στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/ 1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβαση τους λύνεται υποχρεωτικά αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότηση τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου. Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπομένη κατά την αποχώρηση τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε την προβλεπομένη από την παρ. 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Κατά την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το αρθ. 10 παρ. 1 νδ. 3790/1957 "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως β) δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) δια πτωχεύσεως του εντολέοις δικαιούται να λαβή παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν περιοδικήν αμοιβήν....στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι' έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ' ανώτατον όριον. Δια τον υπολογισμόν της παγίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην λαμβάνεται υπόψιν μόνον παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ' υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως διά καταγγελίας του εντολεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι : 1) Η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους κατά την παρ. 1 του αρθ. 63 Α του ως άνω Κώδικα εντολείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εχούσης τον χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα τους 2) Η υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στον δικηγόρο μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης είναι μία παροχή ex lege προς τον δικηγόρο που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης, πρόκειται δηλαδή για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια κατ' άρθρο 339 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο, το πταίσμα, όμως, αυτό τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της αποζημίωσης, γίνεται δηλ. στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ο ζημιωθείς δικηγόρος δεν χρειάζεται ν' αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από την μη καταβολή πλήρους της αποζημίωσης κατά τον χρόνο αποχώρησης του δικηγόρου, μπορεί, όμως, ο εντολέας ν' ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και ν' απαλλαγεί, αν αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της. Η υποχρέωση του εντολέα για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης υφίσταται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ενόψει του επιδιωκομένου ως άνω σκοπού, όχι μόνο σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους αυτού της σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή αλλά και στην περίπτωση υποχρεωτικής αποχώρησης του δικηγόρου και αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης αυτής ή παραίτησης αυτού λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και της θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης. (Β) Περαιτέρω, κατά την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. Ι του Κώδικα περί Δικηγόρων, για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιανδήποτε μορφή και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση. Ως τακτικές αποδοχές κατά τα άρθρα 648 επ. ΑΚ θεωρούνται ο μισθός (πάγια μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Αλλά και η οικειοθελής εκ μέρους του εργοδότη παροχή, η παροχή δηλ. εκτός του μισθού ιδιαίτερης αμοιβής στην οποία προβαίνει σύμφωνα με τα άρθρα 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Σύμβασης 95 /1949 που κυρώθηκε με το ν. 3248|1955 και 119 παρ. 2 της ΣυνθΕΟΚ, που επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί ν' απολήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού, που δεν μπορεί να διακοπεί ελεύθερα από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός προέβη από την αρχή σε σχετική ρητή επιφύλαξη να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή ή αν η παροχή αυτή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας ή προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης που έπαυσαν να υπάρχουν ή να εξυπηρετούνται από τον μισθωτό, ο δε κατά τον τρόπο αυτόν προσδιοριζόμενος μισθός (με τον υπολογισμό και της οικειοθελούς παροχής) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατ' άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων ως άνω αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, επί αγωγής του αναιρεσείοντος δικηγόρου για την καταβολή οφειλομένης διαφοράς αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 63 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων κλπ., δέχθηκε με την προσβαλλομένη 1199|2008 απόφασή του, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", τότε ΝΠΔΔ και ήδη σύμφωνα με το ΠΔ 411/1998 ΝΠΙΔ, με την 123|4-7-1968 απόφαση του ΔΣ αυτής, εγκριθείσα με την 239866|24039/19-10-1968 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, και προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία μέχρι την 28-2-2005, όταν υποχρεώθηκε σε παραίτηση σύμφωνα με το αρθ. 63 Α του Κώδικα Δικηγόρων, έχοντας συμπληρώσει το 65° έτος της ηλικίας του, αλλά και δικαίωμα για πλήρη συνταξιοδότηση από το ΙΚΑ, ότι σύμφωνα με το αρθ. 94 του ως άνω Κώδικα ο ενάγων, έχοντας συμπληρώσει κατά τον χρόνο της αποχώρησής του από την εναγομένη 36 έτη υπηρεσίας, εδικαιούτο αποζημίωση ίση με τριάντα πάγιες αμοιβές, ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησης του ανέρχονταν στο ποσό των 2718,45 ευρώ, αποτελούμενες από τον βασικό μισθό 1.516 ευρώ και τα επιδόματα α) γάμου 35 ευρώ β) κινήτρου απόδοσης 150 ευρώ γ) επαγγελματικής κατάρτισης 293,47 ευρώ δ) εξόδων κίνησης 146,74 ευρώ ε) θέσης 139,1 ευρώ και στ) διαφοράς ειδικού λογαριασμού ( ν. 2332/1995 - ν. 2430|Ι996 με ν. 2470|1997) 438,14 ευρώ, ότι, εφόσον για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής (όσον αφορά την αποζημίωση που δικαιούται κατ' άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων λόγω συνταξιοδότησής του) λαμβάνεται υπόψη μόνο παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιαδήποτε μορφή όχι δε και τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές καθ' υπόθεση, στην πάγια περιοδική αμοιβή του για την ως άνω αποζημίωση λαμβάνονται υπόψη, ως κατά νόμο υποχρεωτικά καταβαλλόμενα, ο βασικός μισθός και τα επιδόματα γάμου, κινήτρου απόδοσης και επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα α) εξόδων κίνησης β) διαφοράς ειδικού λογαριασμού ( ν. 2332/1995, ν.2430|1996, ν. 2470/1997), τα οποία αποτελούν επιδόματα ειδικού σκοπού καταβαλλόμενα μόνο σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων που παρέχουν εργασία υπό ειδικές συνθήκες, και γ) θέσης, δηλ. η κατ' άρθρο 92 Α παρ. 3 Κώδικα περί Δικηγόρων προσαύξηση 10% των αποδοχών που δικαιούνται οι δικηγόροι που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, αφού ο ενάγων τοποθετήθηκε μεν (με την Α1-6960|88 ΚΥΑ Εμπορίου και Γεωργίας) προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου ήταν όμως και ο μοναδικός δικηγόρος με έμμισθη εντολή σύμφωνα με τον οργανισμό του εναγομένου και δεν νοείται ο κάτοχος της μίας αυτής θέσης να είναι και προϊστάμενος του ιδίου, τα οποία (ως άνω επιδόματα κίνησης, θέσης και διαφοράς ειδικού λογαριασμού) δεν προβλέπονταν από το νόμο αλλά καταβάλλονταν στον ενάγοντα οικειοθελώς και εξ ελευθεριότητας από την εναγομένη εργοδότριά του, ότι κατά συνέπεια η αποζημίωση που εδικαιούτο ο ενάγων κατά την αποχώρησή του από την εναγομένη λόγω συνταξιοδότησης ανέρχεται στο ποσό των [(1.516 β.μ. + 35 επίδομα γάμου + 150 επίδομα κινήτρου απόδοσης + 293,47 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης) Χ 30 + 7579,8 για αναλογία δώρων και επιδομάτων =] 67413,9 ευρώ, ότι η εναγομένη του κατέβαλε την 19-5-2005 ως αποζημίωση το ποσό των 69.199 ευρώ και ότι επομένως ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή, Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία α) είχε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων εδικαιούτο ως πλήρη αποζημίωση το ποσό των 89.133,6 ευρώ, συνυπολογίζοντας στις πάγιες μηνιαίες αποδοχές του και τα ως άνω επιδόματα β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 19934,6 ευρώ ως διαφορά αποζημίωσης και επίσης το ποσό των 8155,35 ευρώ για τις αποδοχές τριών μηνών λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης και γ) αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει στον ενάγοντα τις τακτικές αποδοχές του από τον Ιούνιο του 2005 μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης, και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασεν εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 Α παρ.5, 92 παρ.3 και 94 παρ. 1 του κυρωθέντος με το νδ. 3026|1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι τα επιδόματα κίνησης, θέσης και διαφοράς ειδικού λογαριασμού καταβάλλονταν τακτικά κατά μήνα στον ενάγοντα οικειοθελώς και εξ ελευθεριότητας, και μάλιστα χωρίς να διακρίνει μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών κατά την φύση τους παροχών, έκρινε ότι τα επιδόματα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλομένης σ' αυτόν αποζημίωσης, χωρίς συγχρόνως να δεχθεί- για την περίπτωση ειδικότερα που αυτά αποτελούσαν οικειοθελή παροχή-ότι η εναγομένη είχε επιφυλάξει ρητά από την αρχή το δικαίωμα να διακόψει ελεύθερα την καταβολή τους, πέραν δε τούτων δεν καθορίζει και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο καταβάλλονταν οι παροχές αυτές. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (αριθμούμενοι με τους αριθ. 2,3 και 4 στην αίτηση αναίρεσης) κατά το σκέλος τους από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας αυτών κατά το σκέλος τους από τον αριθμό 1 του αυτού ως άνω άρθρου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο περιεχόμενος, κατ' εκτίμηση, στις εμπροθέσμως κατατεθείσες προ 20 και πλέον ημερών προτάσεις της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός περί απαραδέκτων των λόγων αναίρεσης( αρθ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την 1252/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα επί προηγουμένης αγωγής του αναιρεσείοντος για την καταβολή των ως άνω επιδομάτων ότι το αίτημα αυτό είναι μη νόμιμο, είναι απορριπτέος, καθόσον στην απόφαση αυτή δεν υπάρχει παραδοχή ότι αυτά καταβάλλονταν τακτικά ως οικειοθελής παροχή. Επομένως και σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η 1199/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΙΙ. .Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ., εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται, σε περίπτωση διαφοράς με αντικείμενο χρηματική παροχή, η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τις επ' αυτής εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του υπέβαλε παραδεκτά αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο με την (αναιρουμένη ήδη) ως άνω απόφαση του και εφόσον απερρίφθη η αγωγή του στο σύνολο της υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα ενάγοντα να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη εναγομένη το ποσό των 23.799,67 €, το οποίο φέρεται ότι κατέβαλε η τελευταία σ' αυτόν με βάση την 6044|2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκδοθέντος του 134563/2007 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, και το οποίο (ποσό) ο αναιρεσείων ουδέποτε εισέπραξε, διότι , όπως αυτός δήλωσε στην ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ... προς την αναιρεσίβλητη εναγομένη, η πράξη παρακατάθεσης δεν ήταν νόμιμη και η κατάθεση δεν ήταν η προσήκουσα ως αφορούσα ποσό μικρότερο του επιδικασθέντος ποσού των 28.089,96 €. Το αίτημα αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλείται (ούτε, άλλωστε, προκύπτει κάτι τέτοιο) ότι κατέβαλε πραγματικά το ποσό που σύμφωνα με την αναιρουμένη απόφαση υποχρεούται να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη, δηλ. το ποσό των 23799,67€, ενώ με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του ζητεί την επιστροφή του προσωρινώς επιδικασθέντος με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ποσού των 28.089,96 €. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1199|2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ. Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δικηγόρος που προσφέρει νομικές ή δικηγόρικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή αποχωρεί υποχρεωτικά και η σύμβασή του, έχουσα τον χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, λύεται αυτοδίκαια, αφότου θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα του, δικαιούμενος και στην περίπτωση αυτή την κατ' αρθρ. 94 παρ. 1 Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση, ισουμένη προς αριθμό παγίων περιοδικών αμοιβών, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του. Για τον υπολογισμό της πάγιας περιοδικής αμοιβής ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο κάθε τι που καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετήσια ή μηνιαία σταθερά με οποιανδήποτε μορφή, άρα και οικειοθελείς παροχές, εκτός εάν υπάρχει εξαρχής ρητή επιφύλαξη εκ μέρους του εργοδότη (εντολέα). Μέχρι την ακταβολή της πλήρους αποζημίωσης ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή (αρθρ. 63 Α, 94 παρ. 1 κώδικα Δικηγόρων, 648 649, 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Σύμβασης 95/1949, 119 παρ. 2 της Συνθ ΕΟΚ). Αναιρεί την 1199/2008 απόφαση του Εφετείου θεσσαλονίκης για ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.ΠΟλ.Δ) Αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από τη εκτέλεση κατάσταση (αρθρ. 579 παρ. 2 Κ.ΠολΔ). Διατάσσεται η απόδοση μόνο του ποσού που πραγματικά καταβλήθηκε σε εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης.
null
null
2
Αριθμός 2122/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 7039/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λάμπρου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Γιώτσα και Λεωνίδα Κοτσαλή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 7039/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 64/11-12-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1972/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή δεν απαγγέλθηκε ανέκκλητα, και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτού, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την 7039/2008 προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία γενικά κατ'είδος μνημονεύει, ότι δεν αποδείχθηκαν τα σε βάρος του κατηγορουμένου δικηγόρου στοιχεία συγκροτήσεως του πλημμελήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως, ούτε των πράξεων της απλής δυσφήμισης και εξύβρισης, και για το λόγο αυτόν τον κήρυξε αθώο. Συγκεκριμένα για να καταλήξει στην εν λόγω αθωωτική του απόφαση, το Τριμελές Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Με την από 14.6.2003 αγωγή του κατηγορουμένου κατά των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" και β) ... δικηγόρου, ο κατηγορούμενος ζήτησε, λόγω αδικοπραξίας από εξυβριστική συμπεριφορά του δευτέρου των εναγομένων στο πρόσωπό του, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής που τον συνέδεε με την πρώτη εναγόμενη και ακόμη μισθούς υπερημερίας, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επικουρικά συμπληρωματική αποζημίωση καταγγελίας. Μέσα στο δικόγραφο της αγωγής εξιστορούσε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του προκειμένου να ενισχύσει την άποψη του για την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως της έμμισθης εντολής. 'Ετσι μεταξύ των άλλων στο δικόγραφο αναγράφονται τα δήθεν δυσφημιστικά για τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος ήταν και αυτός δικηγόρος της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας. Συγκεκριμένα αναγράφεται "...ανέλαβα, χωρίς καμία υπόδειξη από τον εναγόμενο (...) πρωτοβουλίες καλύτερης οργάνωσης του τμήματος και συνεργασίας με τα άλλα τμήματα της εταιρείας που ήσαν άγνωστες μέχρι τότε... οργάνωσα την παρακολούθηση μέσω υπολογιστή της εξέλιξης των δικαστικών υποθέσεων της εταιρείας, τις οποίες ανέθεταν σε εξωτερικούς δικηγόρους, η οποία μέχρι τότε γίνονταν με τρόπο πρωτόγονο.... συντόνιζα την διαδικασία επίλυσης των πιο σοβαρών περιπτώσεων, παραπόνων πελατών, ενώ ενεργούσα το νομικό έλεγχο όλων των συμβάσεων της εταιρείας με τρίτους... δεδομένου ότι η κατανομή των παρουσιαζομένων στο τμήμα υποθέσεων-εργασιών δεν γινόταν από το Νομικό Σύμβουλο στους υφισταμένους του δικηγόρους, αλλά ο χειρισμός τους επαφίονταν στην προθυμία και το φιλότιμο καθενός από εμάς, δεν δίστασα να αναλάβω τον χειρισμό πολλών τέτοιων υποθέσεων και να αποκαταστήσω καθημερινή επαφή με όλα ανεξαιρέτως τα τμήματα της εναγομένης...την πρωτόγνωρη μέχρι τότε και υψηλού επιπέδου συνεργασία με τα άλλα τμήματα της εταιρείας την αναγνώρισαν οι υπάλληλοι και οι προϊστάμενοι των τμημάτων αυτών...". Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αναφέρονται σε προσόντα που ισχυρίζεται ότι είχε ο κατηγορούμενος, και αν αυτά είναι αναληθή δεν έπεται ότι θέλησε να δυσφημίσει τους επτά συναδέλφους του στην εταιρεία, μεταξύ των οποίων και τον πολιτικώς ενάγοντα [παθόντα],τον οποίο έτσι και αλλιώς δεν κατονομάζει στην αγωγή, αλλά αποκλειστικό σκοπός του ήταν να εκθειάσει τα προσόντα του και να γίνει δεκτή η αγωγή του. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό δυσφήμησης, αλλά και εξύβρισης του πολιτικώς ενάγοντα, και πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ'αυτόν πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης και επικουρικά της απλής δυσφήμισης και εξύβρισης". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική του απόφαση για έλλειψη δόλου από μέρους του κατηγορουμένου για την τέλεση των παραπάνω πράξεων, αφού δέχθηκε ότι με την αγωγή που άσκησε αυτός κατά των προαναφερομένων ασφαλιστικής εταιρείας και δικηγόρου (νομικού συμβούλου της εταιρείας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση), αποκλειστικός σκοπός του ήταν να εκθειάσει τα προσόντα του προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής που τον συνέδεε ως δικηγόρο με την ασφαλιστική εταιρεία και όχι, ακόμη και αν ήσαν αναληθή τα πραγματικά αυτά περιστατικά, να δυσφημίσει τους συναδέλφους του δικηγόρους στο νομικό τμήμα της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και τον πολιτικώς ενάγοντα, τον οποίο και δεν κατονομάζει στην αγωγή του. Περαιτέρω δεν υπάρχει ενδοιαστική παραδοχή από το ότι στο σκεπτικό της απόφασης χαρακτηρίζονται τα όσα αναφέρονται στην αγωγή ως δήθεν δυσφημιστικά για τον πολιτικώς ενάγοντα, ενώ, τελικά, γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος, και αν ήσαν αναληθή τα όσα αναφέρονται στην αγωγή του, δεν είχε δόλο συκοφαντικής δυσφημίσεως του συγκεκριμένου πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως οι από τα άρθρα 510 παρ.1 περ.Δ' και Ε' λόγοι της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί ελλιπούς αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 362-363 και 366 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 64/11-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 7039/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας της απόφασης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια.
0
Αριθμός 2120/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 218-222/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιδέρη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1872/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α)εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως και β)ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και με τη χρήση σωματικής βίας και με την απειλή κατά τα εκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των άνω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 339 του Π.Κ που έχει ως σκοπό την προστασία της αξιότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς από οποιαδήποτε άποψη πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή έχει κριθεί ότι αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφόσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλαδή θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Ακόμη, όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός) αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη του παθόντος, τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 ΠΚ, αλλά περίπτωση αποπλάνησης παιδιού (άρθρο 339 ΠΚ). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 218-222/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η παθούσα Ψ, που γεννήθηκε στις 6 Μαΐου 1988 ήτοι κατά τον κρίσιμο χρόνο (20-11-2002) είχε συμπληρώσει το 13ο , όχι όμως και το 15ο έτος της ηλικίας της, ήταν (κατά τον κρίσιμο χρόνο) μαθήτρια της δευτέρας τάξεως του Γυμνασίου ... του Νομού.... Ήταν και είναι παιδί με ειδικές ανάγκες, αφού παρουσιάζει νοητική στέρηση με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης που κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης αντιστοιχούσε με αυτόν παιδιού οκτώ ετών, η δε σωματική της διάπλαση είναι γενικώς ισχνή. Ο κατηγορούμενος, ενήλικος, άνεργος και άγαμος είναι κάτοικος της ίδιας περιοχής και σύχναζε στην παρά το άνω Γυμνάσιο περιοχή. Λόγω δε των συχνών επισκέψεών του έξω από το Γυμνάσιο, γνώριζε την παθούσα και την εν γένει νοητική της κατάσταση. Στις 20 Νοεμβρίου 2002 και περί ώρα 14.10 όταν η παθούσα είχε περατώσει τα μαθήματά της, ο κατηγορούμενος την πλησίασε, έξω από το σχολείο και βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, γνωρίζοντας συνάμα ότι αυτή έχει ιδιαίτερη αδυναμία και αγάπη στην μάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών, την παραπλάνησε, γνωρίζοντας και το χαμηλό πνευματικό της επίπεδο, λέγοντάς της ότι θέλει να της κάνει επίδειξη ηλεκτρονικού υπολογιστή στο σπίτι του, όπου θα ήταν και άλλα παιδιά. Η παθούσα τον πίστεψε και μη μπορώντας να διαβλέψει τους άνομους σκοπούς του κατηγορουμένου λαμβανομένης υπόψη και της νοητικής της υστέρησης, αποδέχθηκε με χαρά την πρόσκληση και τον ακολούθησε στην οικία του (διαμέρισμα) που βρίσκεται στο ανώγειο της επί της οδού ... πολυωρόφου οικοδομής. Ο κατηγορούμενος όταν εισήλθαν στο διαμέρισμα, όπου δεν υπήρχαν άλλα παιδιά, όπως της είχε πει, αφού έκλεισε την εξώθυρα, κλείδωσε αυτήν και οδήγησε την παθούσα στο υπνοδωμάτιο. Εκεί ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την, κατά τα παραπάνω νοητική υστέρηση της παθούσας και την γενετήσια απειρία της, την πειθανάγκασε να ξεντυθεί, βγάζοντας το παντελόνι της, πράγμα που έκανε και ο ίδιος. Μετά την ξάπλωσε στο κρεβάτι, πέφτοντας δε επάνω της άρχισε να την φιλά. Η παθούσα, αντιλαμβανόμενη ότι κάτι κακό θα της συμβεί, προσπάθησε να αντιδράσει αποκρούοντας τον κατηγορούμενο με κινήσεις των χεριών και του σώματος της, πλην όμως ο τελευταίος, κάμπτοντας με τις υπέρμετρες δυνάμεις του τις αντιδράσεις της παθούσας, η οποία κατά τα παραπάνω είναι ασθενικής κράσεως και παρά τις κραυγές της, ζητώντας βοήθεια, που αυτός της έκλεινε το στόμα με τα χέρια του, ήλθε σε κατά φύσιν συνουσία, θέτοντας το εν στύσει πέος του, στο κόλπο της παθούσας, ολοκληρώνοντας την σεξουαλική πράξη και ικανοποιώντας την γενετήσια επιθυμία του. Αφού ολοκλήρωσε την πράξη του, επέτρεψε στην παθούσα να ντυθεί και την οδήγησε στην έξοδο του διαμερίσματος, επισημαίνοντας σε αυτή να μη πει τίποτε για το συμβάν, προεχόντως στην αστυνομία. Η παθούσα όμως, έχοντας βιώσει ένα γεγονός συγκλονιστικό γι' αυτή, το οποίο όχι μόνο δεν το επεδίωξε, όπως αβασίμως, μετά την προαναφερθείσα εκτενή περιγραφή των γεγονότων, ισχυρίζεται, δια του συνηγόρου του, ο κατηγορούμενος, αλλά αντίθετα προσπάθησε να το αποφύγει και αφού δεν το επέτυχε, θεώρησε σκόπιμο να απευθυνθεί αμέσως εκεί, όπου έκρινε ότι θα έχει άμεση και αποτελεσματική προστασία, δηλαδή την αστυνομική δύναμη. Πράγματι, αμέσως μετά την έξοδο της από την κατοικία του κατηγορουμένου μετέβη στο αστυνομικό . τμήμα της περιοχής και δη στο ΙΖ' τοιούτο, όπου εξιστόρησε με λεπτομέρεια τα συμβάντα, τα οποία περιελήφθησαν σε κατάθεση της, επέχουσα θέση εγκλήσεως, αφού εξεδήλωσε αμέσως την επιθυμία να διωχθεί ποινικά ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες σε βάρος της πράξεις του όπως έπραξε και η μητέρα της. Να σημειωθεί ότι η παθούσα δεν γνώριζε στοιχεία του ονοματεπώνυμο και γενικά της ταυτότητος του κατηγορουμένου, ούτε τη διεύθυνση κατοικίας του, περιέγραψε όμως με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα χαρακτηριστικά του στην κατά τα άνω κατάθεση της. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της καταθέσεως της, οι αστυνομικοί οδήγησαν την παθούσα στους γονείς της, οι οποίοι, διαπιστώνοντας ότι καθυστέρησε υπερβολικά να επιστρέψει στην κατοικία τους, είχαν εξέλθει προς αναζήτηση της. Η παθούσα εξιστόρησε, μετά ταύτα, στη μητέρα της τα συμβάντα, μαζί της δε την επομένη ημέρα περιήλθαν την παρά το Γυμνάσιο ... περιοχή, οπότε η ανήλικη παθούσα εντόπισε το διαμέρισμα του κατηγορουμένου, την αυτή δε ημέρα αυτή εξετάσθηκε από τον ιατροδικαστή .... της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος, στη σχετική έκθεση του διαπίστωσε ότι "φέρει πρόσφατη ρήξη του παρθενικού υμένα στην 6η ώρα, στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της σεξουαλικής κακοποιήσεως του θύματος (βιασμός), χωρίς να είναι δυνατόν με τα δεδομένα στοιχεία να εξακριβωθεί το όργανο με το οποίο προκλήθηκε η ρήξη του παρθενικού υμένα. Πάντως δεν αποκλείεται να προκλήθηκε από αντικείμενο ή ακόμη και από δάκτυλο". Εν συνεχεία, με τις περιγραφές της παθούσης και τον από μέρους της εντοπισμό της κατοικίας του κατηγορουμένου, αυτός εντοπίσθηκε, πλην όμως εξ αρχής προέβαλε σταθερή άρνηση της σεξουαλικής συνευρέσεώς του μετά της παθούσης, ισχυριζόμενος ότι πήγαν με δική της πρωτοβουλία στο διαμέρισμα του, όπου όμως ουδεμία σεξουαλικής φύσεως πράξη έλαβε χώρα, προς επίρρωση δε των ισχυρισμών του επικαλέσθηκε την εν γένει κακή ψυχοπνευματική και διανοητική του κατάσταση, περί της οποίας κατωτέρω, αλλά κυρίως την επίκτητη, ένεκεν σοβαρού τροχαίου ατυχήματος, αδυναμία του προς συνουσία. Τη στάση αυτή που τήρησε σταθερά κατά την προανάκριση και κυρία ανάκριση, μετέβαλε ενώπιον του ακροατηρίου, οπότε, δια του νομίμως εκπροσωπούντος αυτόν δικηγόρου, αποδέχεται πλέον ότι τελέσθηκε μεταξύ αυτού και της ανηλίκου συνουσία, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό εγένετο με την πρωτοβουλία συναίνεση και αποδοχή της ανηλίκου. Παρατηρείται όμως, έναντι του ισχυρισμού αυτού του κατηγορουμένου, ότι η προπεριγραφείσα άμεση, μετά το ένδικο γεγονός, αντίδραση της παθούσης, αλλά και το γεγονός ότι εξ αρχής, στην προαναφερθείσα κατάθεση της, η οποία δόθηκε αμέσως μετά το συμβάν και χωρίς ακόμη να έχει έλθει σε οποιαδήποτε επαφή με άλλο άτομο και μάλιστα εκ των οικείων της, το οποίο, θεωρητικά, θα μπορούσε να την καθοδηγήσει και να της υποβάλει το περιεχόμενο της καταθέσεως της, αλλά και σε όσες καταθέσεις έδωσε στη συνέχεια, κατά την προανάκριση και την κυρία ανάκριση και, εν τέλει, στο ακροατήριο, αυτή αναφέρεται σταθερά, με σαφήνεια και χωρίς κενά και αντιφάσεις, στην παραπλάνηση της από τον κατηγορούμενο και την ασκηθείσα σε βάρος της βία, την οποία δεν ήταν σε θέση ν' αποτρέψει, αποτελούν στοιχεία ιδιαιτέρως ενισχυτικά της ήδη εκφρασθείσης, κατά τα άνω, θέσεως του Δικαστηρίου, περί της ουσιαστικής αβασιμότητος του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι η κατά τα άνω ολοκληρωμένη σεξουαλική πράξη μεταξύ αυτού και της ανηλίκου έλαβε χώρα με τη θέληση της. Τελικώς, επί του ζητήματος αυτού, να σημειωθεί ότι η ανήλικη παθούσα ακολούθησε πράγματι οικειοθελώς τον κατηγορούμενο στην κατοικία του, όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή, όπως προαναφέρθηκε, παραπλανήθηκε, με τον εκεί σημειούμενο τρόπο, από μέρους του, έχοντος προσχεδιάσει λεπτομερώς τον τρόπο δράσεως του, εν συνεχεία όμως, όχι μόνο δεν συνήνεσε στη σεξουαλική πράξη που αυτός επεχείρησε σε βάρος της, αλλά εξ αρχής την απέκρουσε και προσπάθησε να την αποφύγει, πλην όμως ανεπιτυχώς, καμφθείσα εκ των υπέρτερων σωματικών δυνάμεων του κατηγορουμένου. Δηλονότι, παρά τη νοητική της υστέρηση, η παθούσα προσέλαβε ορθά το χαρακτήρα της επιχειρηθείσης σε βάρος της γενετησίου πράξεως από τη σκοπιά της κρατούσης ηθικής και αντελήφθη την ηθική της απαξία και τη βαρύτητα της προσβολής της γενετησίου ελευθερίας της και, με τον τρόπο που προπεριγράφηκε, σχημάτισε και εξωτερίκευσε βούληση αντιστάσεως, γεγονός που δεν αναιρείται από την αδυναμία της, εν όψει των καταφανώς κατωτέρων σωματικών της δυνάμεων έναντι αυτών του κατηγορουμένου, να προβάλει αντίσταση επαρκή για ν' αποτρέψει τον βιασμό της. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ότι πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να τύχει στην περίπτωση του εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 34 του Π.Κ., άλλως και όλως επικουρικώς αυτή του άρθρου, 36 του ιδίου Κώδικα, διατεινόμενος, όπως ο συναφής ισχυρισμός του προβλήθηκε από τον συνήγορο του και καταχωρήθηκε ανωτέρω, ότι κατά την τέλεση της πράξεως του, λόγω νοσηράς διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, οφειλομένης σε σοβαρές ψυχικές του παθήσεις ευρίσκετο σε κατάσταση ελλείψεως καταλογισμού, καθώς δεν μπορούσε να έχει ούτε συναίσθηση του αδίκου χαρακτήρα της ούτε δυνατότητα επιλογής, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είχε μειωθεί στο ελάχιστο, λόγω τον παραπάνω προβλημάτων, η αντίληψη του για τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Από τα προσκομισθέντα από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και αναγνωσθέντα, κατά τα ανωτέρω, ιατρικά πιστοποιητικά και λοιπά έγγραφα, αποδεικνύεται ότι πράγματι αυτός υπέστη, σε πολύ μικρή ηλικία, βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εμπίστευμα κρανίου, τραυματισμοί που κατέλιπαν σε αυτόν μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες, που είχαν ως αποτέλεσμα την ανώμαλη ψυχοδιανοητική του εξέλιξη και ως συνέπεια να λάβει, προ διμήνου από το εν προκειμένω συμβάν, προσωρινό απολυτήριο από το στράτευμα, κριθείς ακατάλληλος προς κατάταξη, ως πάσχων από διαταραχή προσωπικότητος, ενώ, σύμφωνα με περαιτέρω αναγνωσθέντα επίσης, κατά τα ανωτέρω, πιστοποιητικά, ο ίδιος εμφανίζει νοητική υστέρηση με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Πάντα ταύτα καταδεικνύουν βεβαίως άτομο με προβλήματα προσωπικότητος, τα οποία όμως σε κανένα σημείο της μέχρι τώρα διαδρομής του βίου του, οπωσδήποτε όχι και κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω, αυτόν της κατά τα άνω πράξεως του, χρόνο, δεν του αποστέρησαν τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται το δίκαιο ή άδικο των πράξεων του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, εξαγομένη εκ της συνεκτιμήσεως πάντων των εν αρχή αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων επικυρώνεται και εκ των ακολούθων σκέψεων: Παρά τα επικαλούμενα προβλήματα ψυχικής υγείας, οφειλόμενα στο κατά τα άνω ατύχημα, δεν προκύπτει ότι απαιτήθηκε, σε κάποιο στάδιο της μέχρι του άνω συμβάντος διαδρομής του βίου του, η ανάγκη ψυχιατρικής του παρακολουθήσεως, νοσηλείας ή λήψεως οιασδήποτε φαρμακευτικής αγωγής. Και αυτό γιατί δεν φέρεται να δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, τα οποία θα ήταν αναπόφευκτα, αν αυτός είχε, εκ των προαναφερομένων λόγων, αδυναμία διακρίσεως του αδίκου. Αντίθετα, τούτος φέρεται, παρά τα προβλήματα του να έχει κοινωνικές επαφές και σχέσεις και μάλιστα να έχει δημιουργήσει συναισθηματική - ερωτική σχέση και δη μακρόχρονη, κατά την οποία είχε, αν και αραιές, πλήρεις σεξουαλικές επαφές με την ερωτική του σύντροφο. Η κοινωνική του δηλονότι εμπειρία ήταν σημαντική και ήταν, μετά ταύτα, σε θέση να έχει, πλήρη επίγνωση του δικαίου και αδίκου και ειδικότερα εν προκειμένω, των σχετικών με τη γενετήσια ελευθερία και να διακρίνει, από την άποψη της κρατούσης ηθικής, την απαξία των προσβολών της. Τούτο καθίσταται εμφανές και εκ του τρόπου που ο κατηγορούμενος εν προκειμένω ενήργησε. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, τούτος έδρασε βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, συνισταμένου σε συλλογή, αρχικά, πληροφοριών περί του ατόμου της παθούσης και των προτιμήσεών της (αδυναμία στους Η/Υ) ακολούθως σε τακτική παραπλανήσεως της, προκειμένου να την παρασύρει και απομονώσει στην κατοικία του και, εν τέλει, σε προσπάθεια παραπλανήσεως των διωκτικών και ανακριτικών αρχών, με την εντέχνως προβαλλόμενη στυτική του δυσλειτουργία. Περαιτέρω η προειδοποίηση να μην μεταβεί η παθούσα στην Αστυνομία δεικνύει άτομο που έχει πλήρη επίγνωση των πράξεών του να ξεχωρίζει το δίκαιο και άδικο αυτών. Υπό πάντα τα δεδομένα αυτά παρίσταται απορριπτέος, ως αβάσιμος, και ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, κατά την κυρία και επικουρική βάση του. Απορριπτόμενων, μετά ταύτα, πάντων των κατά τα άνω ισχυρισμών του, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αμφοτέρων των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται, αφού, με βάση τις κατά τα άνω παραδοχές, πληρούνται στο πρόσωπο του τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως τόσο της αξιοποίνου πράξεως του βιασμού σε βάρος της ανηλίκου παθούσης (άρθρο 336 παρ. 1 του Π.Κ.), όσο και αυτής της παραπλανήσεως με πρόσωπο, που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο, όχι όμως και το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του (άρθρο 339 παρ. 1 γ' του Π.Κ.), αδικήματα τα οποία συρρέουν αληθώς μεταξύ τους (Α.Π. 660/1998, ΠοινΧρ ΜΘ' 230), με τη διευκρίνιση ότι ο κατηγορούμενος, όπως άλλωστε ομολόγησε και ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, όπου παρέστη για παροχή διευκρινίσεων, ήταν σε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι η ανήλικη παθούσα διήνυε ηλικία μικρότερα των δεκαπέντε ετών. Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 ε ΠΚ, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το 13ο έτος όχι όμως και το 15ο έτος της ηλικίας του και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και πέντε (5) μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια; πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ. 2α, 94, 336 παρ. 1 και 339 παρ. 1γ'του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικό που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με το υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτού περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 34 ΠΚ και επικουρικά του άρθρου 36 ΠΚ< δεν διέλαβε την απαιτουμένη προς τούτο (απόρριψη του ισχυρισμού αυτού) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τις συνεκτίμησε και τις αξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, καταλήγοντας ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος είχε πλήρη ικανότητα για καταλογισμό σ' αυτόν των πράξεων που τέλεσε, καθόσον δεν είχε νοσηρή διατάραξη (ολική ή μερική) των πνευματικών λειτουργιών του ή διατάραξη της συνείδησής του, όπως αποδείχθηκε κατά τις παραδοχές του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τη μέθοδο που ακολούθησε για την προσέγγιση της ανήλικης παθούσας και την όλη συμπεριφορά του κατά τη διάπραξη των εγκλημάτων και αμέσως μετά απ' αυτήν στην προσπάθεια του της μη αποκάλυψης τους. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, εκτός εκείνης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ που δέχθηκε ως βάσιμη, το δικαστήριο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός του, χωρίς την αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη για μεγάλο σχετικό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται και αυτό του εγκλησμού του στη φυλακή (βλ. 10η σελίδα της πληττόμενης σελίδας), ήταν αόριστος και εντεύθεν δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει γι' αυτό και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 218-222/2008 απόφασης, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α)στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και β)στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βιασμός και αποπλάνηση παιδιού. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Ισχυρισμοί κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 34, 36 και 84 παρ. 2 ε΄ ΠΚ. Ορισμένο των ισχυρισμών αυτών. Αιτιολογία απόρριψης αυτών. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας για την απόρριψη των εν λόγω ισχυρισμών. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης για το λόγο αυτό (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) -.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Βιασμός, Αποπλάνηση ανηλίκου, Καταλογισμού ικανότητα.
0
Αριθμός 2118/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καρπαθάκη, περί αναιρέσεως της 235/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που εμφανίστηκε ο δικηγόρος Χρήστος Οικονομάκης και δήλωσε ότι τους εκπροσωπεί. Το Τριμελές Εφετείου Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 499/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 § 6 ΚΠΔ, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι αν το δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις, χωρίς όμως να κρίνει αν η έφεση ήταν ή όχι τυπικά δεκτή, γεγονός το οποίο προκύπτει από τα πρακτικά - απόφαση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει δέσμευση του δικαστηρίου στην μετ' αναβολή συζήτηση να ερευνήσει το τύποις παραδεκτό της εφέσεως και να κηρύξει απαράδεκτη την έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη 235/2009 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, κατά τη δικάσιμο της 10-2-2009 ερευνώντας το τύποις παραδεκτό των εφέσεων των αναιρεσειόντων, κήρυξε αυτές απαράδεκτες. Προηγουμένως το ίδιο δικαστήριο με την 936/2-8-2008 απόφασή του είχε αναβάλλει την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να προσκομισθεί ιδιωτικό συμφωνητικό περί διευθετήσεως της οικονομικής διαφοράς. Από την τελευταία απόφαση και τα πρακτικά της προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέβαλε για κρείσσονες αποδείξεις για τον πιο πάνω λόγο, χωρίς όμως να ερευνήσει το τύποις παραδεκτό των εφέσεων. Επομένως ορθώς κατά νόμο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε το τύποις παραδεκτό των εφέσεων των αναιρεσειόντων και ο πρώτος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσίας που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμον όροι. (ΑΠ Ολ. 3/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του δέχθηκε ότι οι εφέσεις που άσκησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465 § 1, 96 § 2 και 42 § 2 εδ. β' και γ' ΚΠΔ, οι αναιρεσείοντες αδελφοί Χ1 και Χ2 κατά της 1873/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκαν αυτοί σε φυλάκιση 15 μηνών ο καθένας για απάτη ο πρώτος και για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή ο δεύτερος, ήσαν απαράδεκτες, διότι στις δοθείσες από αυτούς δύο εξουσιοδοτήσεις προς τη δικηγόρο Αθηνών Αρετή Κεχαγιαδάκη να ασκήσει έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως, ο μεν πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 υπέγραψε την εξουσιοδότηση του δευτέρου Χ2 και αντιστρόφως ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 υπέγραψε την εξουσιοδότηση του πρώτου Χ1. Το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε έλλειψη νομίμου πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο της παραπάνω δικηγόρου προς άσκηση των εφέσεων και τις απέρριψε. Από την επισκόπηση του κειμένου των εξουσιοδοτήσεων αυτών προκύπτει μεν η βούληση του καθένα από τους αναιρεσείοντες να εφεσιβάλλει την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, παρέχοντας εξουσιοδότηση προς τούτο στην προαναφερόμενη δικηγόρο, πλην όμως πέραν του ότι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τα εν λόγω έγγραφα, την κάθε εξουσιοδότηση την υπογράφει άλλος από τον παρέχοντας την εντολή, και ως προς την αναγκαία βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής που έγινε από τον δικηγόρο Αθηνών Εμμανουήλ Καρπαθάκη, κατά επιταγή της διάταξης του άρθρου 42 § 2 εδ. γ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην εξουσιοδότηση που έδωσε ο Χ1 βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του Χ2, ενώ στην εξουσιοδότηση που έδωσε ο Χ2 βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του, ενώ την εξουσιοδότηση την υπέγραψε ο Χ1. Επομένως ορθώς κατά νόμο το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι των αναιρέσεων για υπέρβαση εξουσίας από μέρους του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ενόψει του ότι τα λάθη αυτά οφείλονταν σε παραδρομή, και για παραβίαση της αρχής που καθιερώνει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). Η παράσταση των πολιτικώς εναγόντων δια συνηγόρου είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν προσκομίζεται έγγραφο πληρεξουσιότητας για την εκπροσώπησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 96 § 2 περ. β και 42 § 2 εδ. β' και γ' του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις 17 και 18/3-3-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 235/10-2-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έννοια άρθρου 502§6 ΚΠΔ. Ορθώς η προσβαλλομένη απόφαση στην μετ΄αναβολή δίκη απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη αφού η προγενέστερη αναβλητική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το τυπικά δεκτό της εφέσεως. Υπέρβαση εξουσίας. Ορθώς το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτες τις εφέσεις των δύο αναιρεσειόντων για έλλειψη πληρεξουσιότητας, αφού τις εξουσιοδοτήσεις που προσκομίσθηκαν και επισκοπήθηκαν προκύπτει ότι κάθε μία από αυτές δεν υπογράφηκε από εκείνον που πράγματι παρέσχε την εξουσιοδότηση.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Πληρεξουσιότητα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2115/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ και εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2, Προέδρους Πρωτοδικών Πειραιά, 3. Χ3, Πρωτοδίκη Ζακύνθου, 4. Χ4, 5. Χ5, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών Πειραιά και 6. Χ6, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 389/23-3-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 183/18-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ το υπ'αριθμ. 389/23-3-2009 έγγραφο του Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά Γεωργίου Κτιστάκη για κανονισμό αρμοδιότητος και εκθέτω τα εξής: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του επομένου άρθρου 137 § 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά την διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως. β) το Συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο 'Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση ο κρατούμενος της Κλειστής Φυλακής ..., Ψ, με την από 29-10-2007 έγκληση καταμήνυσε κατ'εκτίμηση του περιεχομένου της έγκληση για παράβαση καθήκοντος τους δικαστικούς λειτουργούς: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ6, 4) Χ3, 5) Χ5 και 6) Χ4. Από αυτούς η 1η και η 2η είναι Πρόεδρος Πρωτοδικών Πειραιά και Αθηνών αντίστοιχα, ο 3ος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρεθύμνης, η 4η Πρωτοδίκης Ζακύνθου και οι 5η και 6ος Αντεισαγελείς Πρωτοδικών Πειραιά. ΙΙΙ. Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, πρέπει η έγκληση αυτή να παραπεμφθεί, τόσον για τους υπηρετούντες στον Πειραιά, όσον και για τους υπολοίπους εγκαλουμένους λόγω συναφείας, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47, σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ και στα αντίστοιχα δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Να διαταχθεί η παραπομπή της από 29-10-2007 εγκλήσεως του Ψ, κρατουμένου Κλειστής Φυλακής ..., κατά των Προέδρων Πρωτοδικών Χ1 και Χ2, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χ6, της Πρωτοδίκου Χ3 και των Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών Χ5 και Χ4, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με τα άρθρα 47, σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και δικαστικές αρχές. Αθήνα 13 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ'εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ.γ' του ίδιου ως άνω Κώδικα, την παραπομπή αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου ο 'Αρειος Πάγος σε Συμβούλιο, και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά υποβλήθηκε η από 29-10-2007 έγκληση του Ψ, κρατουμένου στην κλειστή φυλακή ... κατά των Προέδρων Πρωτοδικών Πειραιώς Χ1 και Χ2, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνης Χ6, της Πρωτοδίκη Ζακύνθου Γεωργίας Χ3 και των Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών Πειραιώς Χ5 και Χ4, με την οποία ζητεί την ποινική δίωξή τους για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, φερόμενη ως τελεσθείσα από αυτούς κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με το υπ'αριθμ. 389/23-2-2009 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί να ορισθεί από τον 'Αρειο Πάγο σε Συμβούλιο άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές για την εξέταση της προαναφερόμενης έγκλησης του Ψ σε βάρος των ως άνω δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Πειραιώς, στο οποίο υπηρετούν οι δύο πρώτες εγκαλούμενες, ενώ στην Εισαγγελία αυτού υπηρετούν η πέμπτη και ο έκτος των εγκαλουμένων. Ενόψει αυτών, συντρέχει περίπτωση παραπομπής της ανωτέρω έγκλησης από τον κατά τόπο αρμόδιο για τους προμνημονευομένους τέσσερες δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς και λόγω συναφείας για τους λοιπούς δύο εγκαλουμένους Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών και Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της από 29 Οκτωβρίου 2007 έγκλησης του Ψ κατά των: 1) Προέδρων Πρωτοδικών Πειραιώς Χ1 και Χ2, 2) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνης Χ6, 3) Πρωτοδίκη Ζακύνθου Χ3 και 4) Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών Πειραιώς Χ5 και Χ4 από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών και Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπομπή από Πρωτοδικείο Πειραιώς στο Πρωτοδικείο Θηβών και Εφετείο Αθηνών για δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και αλλαχού λόγω συνάφειας.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2116/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 402/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 613/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 210/15-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 82/21-4-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., την οποία άσκησε αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του με αριθμό 402/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2003/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 402/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεσή του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα νομότυπα και παραδεκτά ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο και τον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του Ευστράτιο Βαρβιτσιώτη στις 9-4-2009 και 15-4-2009 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 21/4/2009 (εντός της νομίμου προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 82/2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1596/07, ΑΠ 1151/06, ΑΠ 501/06). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 572/05). Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 375 § 1 Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποιήση, ξένου ολικά, ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάθεται στον Αστικό Κώδικα. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον είναι εμπιστευμένο στον υπαίτιο με οποιοδήποτε, εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στην διάταξη αυτή καταστάσεων ή και ιδιοτήτων, όπως είναι και του διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 494/07, ΑΠ 1050/05, ΑΠ 1449/2004). ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορούμενου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το ΑΠ ... έγγραφο της Γεν.Δ/νσης ΕΟΕΣ της Γεν. Γραμματείας ΔΟΣ, ζητήθηκε από τις Δ/νσεις Διοικ. Υποστήριξης και Οικονομικού του τότε ΥΠΕΘΟ η εξασφάλιση πιστώσεων για την πραγματοποίηση της 3ης συνόδου της Ελληνοϊνδικής Επιτροπής, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της Γεν. Γραμματείας ΔΟΣ του ΥΠΕΘΟ, γνωρίστηκε στην Δ/νση Οικονομικού του ίδιου Υπουργείου η σύνθεση της Ελληνικής αντιπροσωπείας και ζητήθηκε η έγκριση δαπάνης 1.500 δολαρίων για την δεξίωση και ένα γεύμα, που θα παρέθετε στο ..., ο εκεί Πρέσβης μας. Με το ΑΠ ... έγγραφο της Ε5 Δ/νσης της Γεν. Γραμματείας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΔΟΣ) του τότε ΥΠΕΘΟ ζητήθηκε από τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ) να διευκολύνει το ΥΠΕΘΟ με ποσό 4.000.000 δραχμών για να πραγματοποιηθεί η προγραμματισμένη 3η Σύνοδος της Μικτής Ελληνοϊνδικής Επιτροπής, που θα συνήρχετο στο ... και στην ... . Με το ΑΠ ... τηλετύπημα του ΥΠΕΘΟ ορίστηκε ο κατηγορούμενος υπόλογος για τα 4.000.000 δραχμές που δάνεισε στο ΥΠΕΘΟ ο Οργανισμός Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ). Με το ΑΠ ... ένταλμα του ΟΠΕ εδόθη η εντολή πληρωμής στον κατηγορούμενο του ποσού των 4.000.000 δραχμών. Με την ΑΠ 32999/1-10-1996 απόφαση του Υπουργού Εθν. Οικονομίας εγκρίθηκε η μετάβαση στην ... (...-...) της Ελληνικής αποστολής για έξι (6) ημέρες. Επικεφαλής της Ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο Γεν. Γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΔΟΣ) ΑΑ, που συνοδευόταν από τον Χ, από τον Ειδικό Σύμβουλο του ΒΒ, από τον Τμηματάρχη ΓΓ και από τον υπάλληλο ΟΕΥ ΔΔ. Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε να δοθεί στον Πρέσβη μας στο ... ποσό 1.500 δολαρίων ΗΠΑ για την δεξίωση και ένα γεύμα, που θα παρέθετε στο ... προς τιμή των δύο αντιπροσωπειών. Η δαπάνη αυτή βαρύνει τις πιστώσεις του ΟΠΕ. Με την από 4-10-1996 εξουσιοδότηση του ΥΠΕΘΟ έγινε γνωστό στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι το ποσό των 1.500 δολαρίων που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση για να δοθεί στον Πρέσβη μας στο ... θα παρελάμβανε ο Χ. Με το από 4-10-1996 Σημείωμα της Δ/νσης οικονομικού του ΥΠΕΘΟ προς την Τράπεζα της Ελλάδος καθορίστηκε η ημερήσια αποζημίωση καθενός των μελών της Ελληνικής αντιπροσωπείας και ανερχόταν σε συνολικό ποσό των 176.582 δραχμών για τον ΑΑ, σε ποσό 147.152 δραχμές για τον Χ και τον ΒΒ αντίστοιχα, σε ποσό 132.437 δραχμές για τον ΓΓ και σε ποσό 117.122 για τον ΔΔ. Τα χρήματα αυτά ανελήφθησαν από την Τράπεζα της Ελλάδος από τον κατηγορούμενο και δόθηκαν σε καθένα από τα μέλη της Επιτροπής. Δαπάνες ξενοδοχείου δεν χρεώθηκαν, διότι συνηθίζεται το κράτος στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η Διυπουργική Σύνοδος να φιλοξενεί την αντιπροσωπεία που το επισκέπτεται και η ... γνωστοποίησε ότι θα φιλοξενούσε την ελληνική αντιπροσωπεία, πληρώθηκε όμως το αντίτιμο των εισιτηρίων Αθήνα-...-...- Αθήνα, μέσω Ζυρίχης, που ήταν για μεν τον Γ. Γραμματέα ΔΟΣ 510.000 δραχμές και 310.000 δραχμές για καθένα των υπολοίπων. Όλα τα χρήματα αυτά κατεβλήθησαν από το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Μετά την επιστροφή της Ελληνικής αντιπροσωπείας από την ... απεδόθη λογαριασμός από τα μέλη της στην Δ/νση Οικονομικού του ΥΠΕΘΟ η οποία εξέδωσε τα παρακάτω έγγραφα προς την Υπηρεσία Δημοσιονομικού ελέγχου του ιδίου Υπουργείου. 1. ΑΠ ... για τον ΒΒ, συνολικού ποσού 686.582 δραχμών. 2. ΑΠ ... για τον Χ, συνολικού ποσού 457.152 δραχμών. 3. ΑΠ ... για τον ΒΒ, συνολικού ποσού 457.152 δραχμών. 4. ΑΠ ... για τον ΓΓ, συνολικού ποσού 442.437 δραχμών και 5. ΑΠ ... για τον ΔΔ, συνολικού ποσού 427.722, το οποίο μετά το ΑΠ ... αυξήθηκε κατά δρχ. 14.715 και έτσι ανήλθε συνολικά σε 442.437 δραχμές. Η Δ/νση Οικονομικού του ΥΠΕΘΟ, έπρεπε να ορίσει ότι τα χρήματα αυτά θα τα εισέπραττε ο Χ, ως υπόλογος, αφού τα μέλη της αντιπροσωπείας είχαν λάβει, προ της αναχώρησης της Ελληνικής αντιπροσωπείας για την ... τις αποζημιώσεις τους και είχε πληρωθεί και το αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων, από τα 4.000.000 δραχμών. Όμως δεν όρισε κάτι τέτοιο. Έτσι το κάθε μέλος της αντιπροσωπείας εισέπραξε για δεύτερη φορά την αξία της ημερήσιας του αποζημίωσης και του αντιτίμου του εισιτηρίου του, που ανέρχεται, για τον καθένα, στο ποσό που ανωτέρω αναφέρεται. Ο ΒΒ, ο ΓΓ, ο ΔΔ και ο ΑΑ επέστρεψαν στον κατηγορούμενο τα ποσά που εισέπραξαν για δεύτερη φορά, ύψους 1.938.608 ( 457.152 + 442.437 + 442.437 + 686.582 ) δραχμών για να αποδώσει λογαριασμό και έλαβαν απόδειξη εξόφλησης. Στο ποσό των δραχμών πρέπει να προστεθεί και η αποζημίωση των 457.152 δραχμών που έλαβε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Οπότε το ποσό που είχε στα χέρια του ήταν 2.485.760 δραχμές. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε επανειλημμένα από τις αρμόδιες οικονομικές και διοικητικές υπηρεσίες του ΥΠΕΘΟ να τακτοποιήσει την οικονομική εκκρεμότητα των 4.000.000 ευρώ προς τον ΟΠΕ, ως υπόλογος διαχείρισης του σχετικού κονδυλίου (αρ. πρωτ. ... έγγραφο Δ/νσης Οικονομικού, ..., ... Δ/νσης Διοικητικού). Όμως, δεν έχει προβεί σε καμιά ενέργεια επ' αυτού. Ανάλογη όχληση δέχθηκε ο κατηγορούμενος και από τον ΟΠΕ με το από 7-7-2002 έγγραφο του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει δόλο να μην επιστρέψει τα χρήματα διότι δεν είναι υπόλογος του ΟΠΕ αλλά του ΥΠΕΘΟ και για το λόγο αυτό έχει προτείνει το συμψηφισμό με μεγαλύτερη απαίτηση του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στην δε περίπτωση που δε δικαιωθεί από τα Διοικητικά Δικαστήρια στα οποία έχει προσφύγει προτίθεται να επιστρέψει τα χρήματα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί καθόσον, κατά πρώτον, είναι ο κατηγορούμενος που οχλείται από την Υπηρεσία του να επιστρέψει τα χρήματα στον ΟΠΕ και κατά δεύτερον, κατέθεσε την αγωγή του και μάλιστα για απαιτήσεις του που ανάγονται στα έτη 1998 - 1999, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών στις 31-12-2003, δηλαδή σε χρόνο που γνώριζε ότι ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει τα χρήματα στον ΟΠΕ, αφού με το από 7-7-2002 έγγραφο του ΟΠΕ και με το ... όμοιο του ΥΠΕΘΟ είχε κληθεί για την τακτοποίηση της ως άνω οφειλής του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αμφισβητεί το ύψος του οφειλόμενου ποσού ισχυριζόμενος ότι από το ποσό των 4.000.000 δραχμών πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.500 δολαρίων ΗΠΑ ή 467.881 δραχμών για τα έξοδα δείπνου που θα παρέθετε ο Έλληνας Πρέσβης, τα οποία πιστώθηκαν στον ΟΠΕ. Από την άθροιση των κονδυλίων που δόθηκαν στα μέλη της αντιπροσωπείας ποσού 2.485.760 δραχμών και του αντιτίμου των εισιτηρίων τους ποσού 1.750.000 δραχμών, τα οποία συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 4.235.760 δραχμών, δε συμπληρώνεται το ποσό των 4.000.000 δραχμών, ακόμη και με την πρόσθεση του ποσού των 1.500 $ ή των 467.881 δραχμών ( 4.235.760 + 467.881 = 4.703.641), γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι το τελευταίο ποσό συμπεριλαμβάνεται σε αυτό των 4.000.000 δραχμών. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, δεν προκύπτει η ανάλωση του, αφού όπως προκύπτει από το ... έγγραφο του Διευθυντή της Δ/νσης Οικονομικού του ΥΠΕΘΟ δεν υπάρχουν παραστατικά στοιχεία διάθεσης του σχετικού κονδυλίου και συνεπώς ο κατηγορούμενος όφειλε να επιστρέψει και το ποσό αυτό στον ΟΠΕ. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι κατηγορούμενος παρακρατεί παράνομα και δεν αποδίδει στον ΟΠΕ ως όφειλε τα ποσά που του επέστρεψαν τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας και εισέπραξε και ο ίδιος για δεύτερη φορά (2.4850.000 δρχ.) καθώς και το ποσό των 467.881 δραχμών που εισέπραξε για το δείπνο που θα παρέθετε ο Έλληνας Πρέσβης και δεν αναλώθηκε ,δηλαδή συνολικά το ποσό των 2.953.641 δραχμών ή των 8.668 ευρώ, ενώ το ποσό του 1.750.000 ή των 5.135 ευρώ δεν παρακρατήθηκε με πρόθεση ιδιοποίησης από αυτόν αφού έχει αναλωθεί στα εισιτήρια των μελών της αντιπροσωπείας. Προκύπτει δε η πρόθεση ιδιοποίησης του ποσού 8.668 ευρώ, αφού παρά τις οχλήσεις που του έγιναν και το χρόνο που έχει μεσολαβήσει, ο κατηγορούμενος αρνείται να το επιστρέψει. Είναι δε το υπεξαιρεθέν ποσό των 8.668 ευρώ ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του το είχαν εμπιστευθεί ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Προκύπτουν, επομένως , επαρκείς ενδείξεις τέλεσης από τον κατηγορούμενο της πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν με την ιδιότητα του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3α, 2 παρ. 1, 27 και 75 παρ. 1β, 2α ΠΚ. Επομένως, ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος της παραπάνω πράξης. Ωστόσο θα πρέπει στο εκκαλούμενο βούλευμα να γίνει διόρθωση ως προς το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού από 9.714 ευρώ (3.313.418 δρχ) σε 8.668 ευρώ . Κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα σύμφωνα με την παραπάνω διόρθωση να απορριφθεί το αίτημα του εκκαλουντα, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. IV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 2003/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που αποδίδεται σ'αυτόν, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις , ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το παραπάνω έγκλημα για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Κατά συνέπεια οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας και ως εκ τούτου τυγχάνουν απορριπτέες δεδομένου ότι κατά βάση με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας στρέφονται κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του συμβουλίου. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε και την απαιτουμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του (ΑΠ 292/03, ΑΠ 960/2006). V. Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, η κρινομένη αίτηση αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα και να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον Σας, δεδομένου ότι με την αίτηση αναίρεσης του, πλήρως διευκρινίζει τις θέσεις του έναντι της κατηγορίας που του αποδίδεται και δεν χρήζουν περαιτέρω διασαφήσεων. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 82/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 402/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. 3) Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον Σας. Αθήνα 4 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ που εφαρμόζεται και στον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 ΚΠΔ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτική την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης "ότι επιθυμεί να λάβει γνώση της πρότασης του κ. Εισαγγελέως του Α.Π. προς το Συμβούλιο και την αυτοπρόσωπη παράσταση του ενώπιον του Συμβουλίου", παρεκτός της αοριστίας του ως προς το αίτημά του αυτό, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινίσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί με το δικόγραφο της αναίρεσης του ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναίρεσης του βουλεύματος, ώστε παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Εξάλλου, ως προς το αίτημα του αναιρεσείοντος να γνωρίσει το περιεχόμενο της Εισαγγελικής πρότασης προς το Συμβούλιο αυτό (άρθρα 308 παρ.2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ) έγινε ήδη δεκτό και αυτός έλαβε γνώση της σχετικής εισαγγελικής πρότασης (βλ. την από 16-6-2009 σχετική σημείωση στην αρχή της ανωτέρω εισαγγελικής πρότασης). Από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ.1 και 2, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με τον άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η ειδικότερη εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος δεν είναι στοιχείο αναγκαίο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, συνεπώς η αποδοχή ως κυρίου του πράγματος προσώπου διαφορετικού από εκείνο το οποίο αρχικώς είχε προσδιορισθεί, δεν μεταβάλει την ταυτότητα της πράξεως (Ολ. ΑΠ 1093/1991). Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγ. 2), όταν το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή του εντολοδόχου. Για να έχει ο δράστης της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση δηλαδή όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεως με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση ότι το πράγμα είναι εμπιστευμένο στον υπαίτιο, αλλά να προκύπτει τούτο από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως τα οποία δέχεται το δικαστήριο. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2408/1996, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον αναφερόμενες περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως, η νέα αυτή διάταξη έχει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμογή και για τις πράξεις, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ της. Με το άρθρο 14 παρ.3 εδ. β'του Ν. 2721/1999, προστέθηκε εδ. β' στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 κατά το οποίο, εάν το συνολικό αντικείμενο της πράξεως του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Η νέα αυτή προσθήκη εισάγει ρύθμιση δυσμενέστερη της προϋπάρχουσας στην παρ. 2 του άρθρου 375 που δεν υπήρχε μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν.2408/1996 και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί πράξεων που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν.2721/1999. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το υπ'αριθμ. 402/2009 πληττόμενο βούλευμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων της δικογραφίας, της απολογίας και του απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τ'ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το ΑΠ ... έγγραφο της Γεν.Δ/νσης ΕΟΕΣ της Γεν. Γραμματείας ΔΟΣ, ζητήθηκε από τις Δ/νσεις Διοικ. Υποστήριξης και Οικονομικού του τότε ΥΠΕΘΟ η εξασφάλιση πιστώσεων για την πραγματοποίηση της 3ης συνόδου της Ελληνοϊνδικής Επιτροπής, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της Γεν. Γραμματείας ΔΟΣ του ΥΠΕΘΟ, γνωρίστηκε στην Δ/νση Οικονομικού του ίδιου Υπουργείου η σύνθεση της Ελληνικής αντιπροσωπείας και ζητήθηκε η έγκριση δαπάνης 1.500 δολαρίων για την δεξίωση και ένα γεύμα, που θα παρέθετε στο ..., ο εκεί Πρέσβης μας. Με το ΑΠ ... έγγραφο της Ε5 Δ/νσης της Γεν. Γραμαμτείας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΔΟΣ) του τότε ΥΠΕΘΟ ζητήθηκε από τον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ) να διευκολύνει το ΥΠΕΘΟ με ποσό 4.000.000 δραχμών για να πραγματοποιηθεί η προγραμματισμένη 3η Σύνοδος της Μικτής Ελληνοϊνδικής Επιτροπής, που θα συνήρχετο στο ... και στην ... . Με το ΑΠ ... τηλετύπημα του ΥΠΕΘΟ ορίστηκε ο κατηγορούμενος υπόλογος για τα 4.000.000 δραχμές που δάνεισε στο ΥΠΕΘΟ ο Οργανισμός Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ). Με το ΑΠ ... ένταλμα του ΟΠΕ εδόθη η εντολή πληρωμής στον κατηγορούμενο του ποσού των 4.000.000 δραχμών. Με την ΑΠ 32999/1-10-1996 απόφαση του Υπουργού Εθν. Οικονομίας εγκρίθηκε η μετάβαση στην ... (...-...) της Ελληνικής αποστολής για έξι (6) ημέρες. Επικεφαλής της Ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο Γεν. Γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΔΟΣ) ΑΑ, που συνοδευόταν από τον Χ, από τον Ειδικό Σύμβουλο του ΒΒ, από τον Τμηματάρχη ΓΓ και από τον υπάλληλο ΟΕΥ ΔΔ. Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε να δοθεί στον Πρέσβη μας στο ... ποσό 1.500 δολαρίων ΗΠΑ για την δεξίωση και ένα γεύμα, που θα παρέθετε στο ... προς τιμή των δύο αντιπροσωπειών. Η δαπάνη αυτή βαρύνει τις πιστώσεις του ΟΠΕ. Με την από 4-10-1996 εξουσιοδότηση του ΥΠΕΘΟ έγινε γνωστό στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι το ποσό των 1500 δολαρίων που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση για να δοθεί στον Πρέσβη μας στο ... θα παρελάμβανε ο Χ. Με το από 4-10-1996 Σημείωμα της Δ/νσης οικονομικού του ΥΠΕΘΟ προς την Τράπεζα της Ελλάδος καθορίστηκε η ημερήσια αποζημίωση καθενός των μελών της Ελληνικής αντιπροσωπείας και ανερχόταν σε συνολικό ποσό των 176.582 δραχμών για τον ΑΑ, σε ποσό 147.152 δραχμές για τον Χ και τον ΒΒ αντίστοιχα, σε ποσό 132.437 δραχμές για τον ΓΓ και σε ποσό 117.122 για τον ΔΔ. Τα χρήματα αυτά ανελήφθησαν από την Τράπεζα της Ελλάδος από τον κατηγορούμενο και δόθηκαν σε καθένα από τα μέλη της Επιτροπής Δαπάνες ξενοδοχείου δεν χρεώθηκαν, διότι συνηθίζεται το κράτος στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η Διυπουργική Σύνοδος να φιλοξενεί την αντιπροσωπεία που το επισκέπτεται και η Ινδία γνωστοποίησε ότι θα φιλοξενούσε την ελληνική αντιπροσωπεία, πληρώθηκε όμως το αντίτιμο των εισιτηρίων Αθήνα-...-...- Αθήνα, μέσω Ζυρίχης, που ήταν για μεν τον Γ. Γραμματέα ΔΟΣ 510.000 δραχμές και 310.000 δραχμές για καθένα των υπολοίπων. Όλα τα χρήματα αυτά κατεβλήθησαν από το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Μετά την επιστροφή της Ελληνικής αντιπροσωπείας από την Ινδία απεδόθη λογαριασμός από τα μέλη της στην Δ/νση Οικονομικού του ΥΠΕΘΟ η οποία εξέδωσε τα παρακάτω έγγραφα προς την Υπηρεσία Δημοσιονομικού ελέγχου του ιδίου Υπουργείου. 1. ΑΠ ... για τον ΑΑ, συνολικού ποσού 686.582 δραχμών. 2. ΑΠ ... για τον Χ, συνολικού ποσού 457.152 δραχμών. 3. ΑΠ ... για τον ΒΒ, συνολικού ποσού 457pL52 δραχμών. 4. ΑΠ ... για τον ΓΓ, συνολικού ποσού 442.437 δραχμών και 5. ΑΠ ... για τον ΔΔ, συνολικού ποσού 427.722, το οποίο μετά το ΑΠ ... αυξήθηκε κατά δρχ. 14.715 και έτσι ανήλθε συνολικά σε 442.437 δραχμές. Η Δ/νση Οικονομικού του ΥΠΕΘΟ, έπρεπε να ορίσει ότι τα χρήματα αυτά θα τα εισέπραττε ο Χ, ως υπόλογος, αφού τα μέλη της αντιπροσωπείας είχαν λάβει, προ της αναχώρησης της Ελληνικής αντιπροσωπείας για την ... τις αποζημιώσεις τους και είχε πληρωθεί και το αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων, από τα 4.000.000 δραχμών. Όμως δεν όρισε κάτι τέτοιο. Έτσι το κάθε μέλος της αντιπροσωπείας εισέπραξε για δεύτερη φορά την αξία της ημερήσιας του αποζημίωσης και του αντιτίμου του εισιτηρίου του, που ανέρχεται, για τον καθένα, στο ποσό που ανωτέρω αναφέρεται. Ο ΒΒ, ο ΓΓ, ο ΔΔ και ο ΑΑ επέστρεψαν στον κατηγορούμενο τα ποσά που εισέπραξαν για δεύτερη φορά, ύψους 1.938.608 ( 457.152 + 442.437 + 442.437 + 686.582 ) δραχμών για να αποδώσει λογαριασμό και έλαβαν απόδειξη εξόφλησης. Στο ποσό των δραχμών πρέπει να προστεθεί και η αποζημίωση των 457.152 δραχμών που έλαβε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Οπότε το ποσό που είχε στα χέρια του ήταν 2.485.760 δραχμές. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε επανειλημμένα από τις αρμόδιες οικονομικές και διοικητικές υπηρεσίες του ΥΠΕΘΟ να τακτοποιήσει την οικονομική εκκρεμότητα των 4.000.000 ευρώ προς τον ΟΠΕ, ως υπόλογος διαχείρισης του σχετικού κονδυλίου (αρ. πρωτ. ... έγγραφο Δ/νσης Οικονομικού, ..., ... Δ/νσης Διοικητικού). Όμως, δεν έχει προβεί σε καμιά ενέργεια επ' αυτού. Ανάλογη όχληση δέχθηκε ο κατηγορούμενος και από τον ΟΠΕ με το από 7-7-2002 έγγραφο του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει δόλο να μην επιστρέψει τα χρήματα διότι δεν είναι υπόλογος του ΟΠΕ αλλά του ΥΠΕΘΟ και για το λόγο αυτό έχει προτείνει το συμψηφισμό με μεγαλύτερη απαίτηση του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στην δε περίπτωση που δε δικαιωθεί από τα Διοικητικά Δικαστήρια στα οποία έχει προσφύγει προτίθεται να επιστρέψει τα χρήματα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί καθόσον, κατά πρώτον, είναι ο κατηγορούμενος που οχλείται από την Υπηρεσία του να επιστρέψει τα χρήματα στον ΟΠΕ και κατά δεύτερον, κατέθεσε την αγωγή του και μάλιστα για απαιτήσεις του που ανάγονται στα έτη 1998 - 1999, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών στις 31-12-2003, δηλαδή σε χρόνο που γνώριζε ότι ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει τα χρήματα στον ΟΠΕ , αφού με το από 7-7-2002 έγγραφο του ΟΠΕ και με το ... όμοιο του ΥΠΕΘΟ είχε κληθεί για την τακτοποίηση της ως άνω οφειλής του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αμφισβητεί το ύψος του οφειλόμενου ποσού ισχυριζόμενος ότι από το ποσό των 4.000.000 δραχμών πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.500 δολαρίων ΗΠΑ ή 467.881 δραχμών για τα έξοδα δείπνου που θα παρέθετε ο Έλληνας Πρέσβης, τα οποία πιστώθηκαν στον ΟΠΕ. Από την άθροιση των κονδυλίων που δόθηκαν στα μέλη της αντιπροσωπείας ποσού 2.485.760 δραχμών και του αντιτίμου των εισιτηρίων τους ποσού 1.750.000 δραχμών, τα οποία συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 4.235.760 δραχμών, δε συμπληρώνεται το ποσό των 4.000.000 δραχμών , ακόμη και με την πρόσθεση του ποσού των 1.500 $ ή των 467.881 δραχμών (4.235.760 + 467.881 = 4.703.641), γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι το τελευταίο ποσό συμπεριλαμβάνεται σε αυτό των 4.000.000 δραχμών. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, δεν προκύπτει η ανάλωση του, αφού όπως προκύπτει από το ... έγγραφο του Διευθυντή της Δ/νσης Οικονομικού του ΥΠΕΘΟ δεν υπάρχουν παραστατικά στοιχεία διάθεσης του σχετικού κονδυλίου και συνεπώς ο κατηγορούμενος όφειλε να επιστρέψει και το ποσό αυτό στον ΟΠΕ. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι κατηγορούμενος παρακρατεί παράνομα και δεν αποδίδει στον ΟΠΕ ως όφειλε τα ποσά που του επέστρεψαν τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας και εισέπραξε και ο ίδιος για δεύτερη φορά (2.4850.000 δρχ.) καθώς και το ποσό των 467.881 δραχμών που εισέπραξε για το δείπνο που θα παρέθετε ο Έλληνας Πρέσβης και δεν αναλώθηκε, δηλαδή συνολικά το ποσό των 2.953.641 δραχμών ή των 8.668 ευρώ, ενώ το ποσό του 1.750.000 ή των 5.135 ευρώ δεν παρακρατήθηκε με πρόθεση ιδιοποίησης από αυτόν αφού έχει αναλωθεί στα εισιτήρια των μελών της αντιπροσωπείας. Προκύπτει δε η πρόθεση ιδιοποίησης του ποσού 8.668 ευρώ, αφού παρά τις οχλήσεις που του έγιναν και το χρόνο που έχει μεσολαβήσει, ο κατηγορούμενος αρνείται να το επιστρέψει. Είναι δε το υπεξαιρεθέν ποσό των 8.668 ευρώ ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του το είχαν εμπιστευθεί ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Προκύπτουν, επομένως, επαρκείς ενδείξεις τέλεσης από τον κατηγορούμενο της πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν με την ιδιότητα του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3α, 2 παρ. 1, 27 και 375 παρ. 1β, 2α ΠΚ. Επομένως, ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος της παραπάνω πράξης. Ωστόσο θα πρέπει στο εκκαλούμενο βούλευμα να γίνει διόρθωση ως προς το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού από 9.714 ευρώ (3.313.418 δρχ) σε 8.668 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη κατά του κατηγορουμένου επ'ακροατηρίου κατηγορίας για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, απέρριψε την υπ'αριθμ. 387/3-9-2008 έφεσή του ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το υπ'αριθμ. 2003/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί για την ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, απέρριψε δε το αίτημα του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου εκείνου (Εφετών Αθηνών). Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικό με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του ΠΚ, την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αξίας, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από τη συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου με την παραδοχή ότι το ποσό των 8.668 ευρώ που φέρεται ότι υπεξαίρεσε το 1996 είναι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα. Είναι αβάσιμη και γι'αυτό απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την παραδοχή ότι με δόλο παρακράτησε το ποσό των 8668 ευρώ που έλαβε στις 3-10-1996 από τον Ελληνικό Οργανισμό Εξωτερικού Εμπορίου για κάλυψη των οδοιπορικών εξόδων και εν γένει των δαπανών της οκταμελούς Ελληνικής Αποστολής που θα μετέβαινε στο ... της ... στο πλαίσιο της 3ης συνόδου της Μικτής Ελληνοϊνδικής Επιτροπής, αφού δεν το χρησιμοποίησε γι'αυτόν τον σκοπόν και δεν το επέστρεψε αν και του ζητήθηκε, αλλά παράνομα τα ιδιοποιήθηκε, προβάλλοντας ότι είχε απαίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπερκαλύπτουσα το ως άνω ποσό, για την οποία είχε καταθέσει ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-12-2003 αγωγή του (η οποία έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμότοκα από 16-1-2008, με την 2298/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου), καθόσον το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της υπεξαίρεσης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτόν ως διαχειριστή ξένης περιουσίας του μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1996, ενώ ο αναιρεσείων την απαίτησή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου πρόβαλε μετά το χρόνο της ιδιοποίησης απ'αυτόν του ποσού των 8.668 ευρώ. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, που διαλαμβάνουν τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της άνω ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος με το οποίο, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επίσης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην περιέχουσα ως προς το ζήτημα αυτό πλήρη αιτιολογία εισαγγελική πρόταση απέρριψε το αίτημα του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του ανωτέρω Συμβουλίου. Γι'αυτό και ως προς το ζήτημα αυτό η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 402/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αίτημα για εμφάνιση στα Συμβούλια (Εφετών και Αρείου Πάγου). Απόρριψη αιτήματος αυτού και αίτησης αναίρεσης για τους ως άνω λόγους.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
1
Αριθμός 2117/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κιαουλιά, περί αναιρέσεως της ΓΤ827/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 118/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 349 και 501 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του και από λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά κι εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του, σύμφωνα με το εδάφ. γ' του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996. Διαφορετικά ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. 'Ελλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, που απορρίπτει το περί αναβολής αίτημα, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 8143/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ύψους 135.315,83 ευρώ, σε φυλάκιση 4 ετών. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης άσκησε έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας στις 30-10-2008, δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο η ίδια η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αλλά η ..., η οποία για λογαριασμό της, ανήγγειλε αδυναμία αυτής να εμφανισθεί στο δικαστήριο, λόγω ασθενείας της, προσκόμισε δε την από 29-10-2008 ιατρική γνωμάτευση και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Ακολούθως εξετάστηκε ως μάρτυρας και κατέθεσε ότι "Είμαι φίλη της κατηγορουμένης. Ξαφνικά την έπιασαν ταχυκαρδίες. Είχε κάποια προβλήματα. 'Ισως ανησυχούσε για το δικαστήριο. Βρίσκεται στην κλινική. Προσωπικά δεν έχω πάει. Το έμαθα από συγγενικό της πρόσωπο. Θα μείνει για λίγε μέρες". Στη συνέχεια ζητήθηκε από τον Εισαγγελέα της έδρας να επικοινωνήσει ο αστυνομικός που αποτελούσε τη φρουρά στο ακροατήριο με την κλινική ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ για να διαπιστωθεί εάν πράγματι νοσηλευόταν η κατηγορουμένη και την ημέρα εκείνη που εκδικαζόταν η υπόθεσή της. Μετά τη σχετική έρευνα ο αστυνομικός ..., κατέθεσε ως μάρτυρας τα εξής: "Επικοινώνησα με την κλινική ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ και μου είπαν ότι δε νοσηλεύεται σήμερα η κατηγορουμένη. Εισήχθη στις 29-10-2008 και βγήκε. Της είπε ο γιατρός να μείνει κλινήρης στο σπίτι". Το δικαστήριο την προσβαλλόμενη 827/2008 απόφασή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης με την αιτιολογία, κατά λέξη, "Το αίτημα αναβολής της δίκης της εκκαλούσας (κατηγορουμένης) περί αναβολής της δίκης, που υποβλήθηκε μέσω τρίτου προσώπου, γιατί λόγω ασθενείας της, ταχυκαρδίες που την έπιασαν ξαφνικά, διότι ίσως ανησυχούσε για το δικαστήριο, όπως κατέθεσε η εν λόγω μάρτυρας, για τις οποίες ταχυκαρδίες πρέπει να νοσηλευθεί και να παραμείνει στην κλινική για λίγες ημέρες, πρέπει να απορριφθεί, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι υφίστατο κώλυμα στην εκκαλούσα κατηγορουμένη λόγω της κατάστασης της υγείας της να εμφανισθεί στο δικαστήριο, διότι δεν προσκομίζεται σχετικό έγγραφο από δημόσιο νοσοκομείο ή ιατρό που να βεβαιώνει το πρόβλημα της υγείας της και περαιτέρω ότι ήταν αδύνατη η εμφάνισή της στο δικαστήριο. Εξάλλου η κατάθεση της μάρτυρος ότι νοσηλεύεται και σήμερα η εκκαλούσα σε κλινική δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι από την κατάθεση του φρουρού του ακροατηρίου στον οποίο έδωσε εντολή το δικαστήριο να επικοινωνήσει με την κλινική ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ προκύπτει ότι η κατηγορουμένη εκκαλούσα επισκέφθηκε την κλινική μόλις χθες 29-10-2008, πλην όμως βγήκε και δεν νοσηλεύτηκε στην κλινική". Η παραπάνω, όμως, αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, διότι δεν αναφέρεται ότι λήφθηκε και αξιολογήθηκε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας και αναγνωσθείσας ιατρικής γνωμάτευσης, το οποίο και δεν προσδιορίζεται στο σκεπτικό της απόφασης, ούτε αναφέρεται αν λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού με το παραπάνω περιεχόμενο, προκειμένου να κριθεί αιτιολογημένη αν η εκκαλούσα ήταν σε θέση να εμφανισθεί στο δικαστήριο κατά την ημέρα που εκδικαζόταν η υπόθεσή της. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος αναβολής, ακολούθως δε να αναιρεθεί και ως προς την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτης,διότι, το δικαστίριο, εφόσον δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη την εξουσία του και άρα υπέπεσε σον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠοινΔ, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠοινΔ). Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρο 519), αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 827/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση ανυποστήρικτη. Αιτιολογία απορρίψεως αιτήματος αναβολής. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση ελλείψει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτολογίας, διότι δεν αναφέρεται σ΄αυτήν ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα ιατρική γνωμάτευση, καθώς και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2114/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3470/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 219/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 154/29-4-09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 3/19-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 3470/9-5-2008 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ'αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 του Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2/2002 σε ολομέλεια Ποιν. Χρ. ΝΒ/691). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 19-5-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 3470/9-5-2008 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις α) της αντίστασης και β) της κλοπής από κοινού (άρθρα 45, 372 § 1 και 167 § 1 Π.Κ.). Από τη συνταγείσα εξάλλου για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ..., υπ'αριθμ. 3/19-5-2008 σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ζητεί ο κρατούμενος στο Κατάστημα αυτό αναιρεσείων, τη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης "για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του", χωρίς να προσδιορίζει σε τί συνίσταται η ελλιπής αυτή αιτιολόγηση, ποιές είναι οι ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης κ.λ.π. Είναι κατόπιν τούτου φανερό, ότι δεν περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κάποιος σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 3/19-5-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 3470/9-5-2008 αποφάσεως του Β'Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης σε τι συνίσταται η έλλειψη, ποιες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 3/19-5-2008 έκθεση αναίρεσης που συντάχθηκε ενώπιον του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κ.Κ. Ιωαννίνων, ζητεί ο κρατούμενος στο κατάστημα αυτό κράτησης Χ την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3470/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προβάλλοντας ως μόνο λόγο αναίρεσης επί λέξει: "Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και τον Νόμο καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου" και ουδέν πέραν τούτου. Έτσι όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως μη περιέχουσα σαφώς και ορισμένα κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο συμβούλιο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2008, αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3470/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης ως μη περιέχουσας σαφώς και ορισμένα κάποιο λόγο αναίρεσης.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 2113/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη, Χριστόφορου Κοσμίδη), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελευθερία Ρίζου, περί αναιρέσεως της 221/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 511/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.β' και ζ'του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 του Κ.Ν.Ν. 3459/2006) τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, διαθέτει σε τρίτους με οποιονδήποτε τρόπο και κατέχει ναρκωτικά. Ειδικότερα το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση αυτών από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις εξουσιάζει πραγματικά. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 42 ΠΚ πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που αποφάσισε να κάνει ο δράστης, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη αν δεν ανακοπεί από οποιοδήποτε λόγο. Ακόμη κατά το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993 "όποιος για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά της δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους, ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση". Η παραπάνω διάταξη αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3189/2003 και ορίσθηκε ανώτατο όριο ποινής "φυλάκιση μέχρις ενός έτους". Η νέα αυτή διάταξη, καθόσον αφορά την απειλουμένη ποινή, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη και εφαρμόζεται αναδρομικά σύμφωνα με το άρθρο 2 ΠΚ. Στη συνέχεια στο ίδιο ως άνω άρθρο (12 παρ.1 του ν. 1729/1987 ορίζεται ότι "η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικής δικής του ανάγκης του κατόχου συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερομένων στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου...". Από το εδάφιο β της παρ.1 του ως άνω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτού απαιτούνται για την παραδοχή του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι "για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί τις δικές του ανάγκες..." και όχι αιτιολογία προς απόκρουση του ισχυρισμού αυτού. Τέλος, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 12 του ν. 1729/1987, μπορεί ο δράστης της παρ.1 του ίδιου άρθρου και νόμου και να κριθεί ατιμώρητος, αν κρίνει το δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και την προσωπικότητα του δράστη, ότι η αξιόποινη πράξη είναι τελείως συμπτωματική και δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί αυτή ή κάποια άλλη του παρόντος νόμου. Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί συμπτωματικής χρήσης της ναρκωτικής ουσίας από το χρήστη προϋποθέτει την παραδοχή του ισχυρισμού του περί κατοχής-προμήθειας της ποσότητας αυτής για δική του αποκλειστική χρήση, που αποκλείεται στην περίπτωση της παραδοχής της κατοχής της ναρκωτικής αυτής ουσίας με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή της σε τρίτους. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, για κατοχή ναρκωτικών ότι κατείχε αυτά για δική του αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 παρ.1 του νόμου 1729/1987), η παραδοχή του οποίου συνεπάγεται την ευνοϊκή γι'αυτόν ποινική μεταχείριση (φυλάκιση μέχρι ενός έτους), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 221/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (κατά το μέρος που πλήττεται η ως άνω απόφαση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης):Το Νοέμβριο 2001, ηΖ, που τότε ήταν ανήλικη, αλλά λόγω της πολύ καλής σωματικής της διάπλασης, και της εν γένει συμπεριφοράς της (ήταν υποψήφια σε καλλιστεία και κυκλοφορούσε αναλόγως) έδειχνε ενήλικη [όπως έγινε δεκτό και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο], είχε συλληφθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Όταν διαπίστωσε τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε και τη δυνατότητα να την ελαφρύνει, με το να καταδώσει τους προμηθευτές της, προσπάθησε στην αρχή να επικοινωνήσει με δύο Αλβανούς, με τους οποίους διατηρούσε σχέσεις. 'Οταν δεν στάθηκε δυνατό να στηθεί κάποια συνάντηση με αυτούς, θυμήθηκε τον κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε γνωρισθεί πριν από λίγον καιρό, είχαν μεταξύ τους μια εφήμερη ερωτική σχέση και για τον οποίο ήταν σίγουρη ότι, αν τον έπειθε να έχουν μια νέα ερωτική συνάντηση, θα έφερνε μαζί του κάποια μικροποσότητα ναρκωτικής ουσίας για να κάνουν από κοινού χρήση, στο πλαίσιο της συνεύρεσής τους. Του τηλεφώνησε, λοιπόν, παρουσία των αστυνομικών, που την είχαν υπό κράτηση και του υπέδειξε να τη συναντήσει σε κάποιο σπίτι στη ..., το οποίο ήταν η κατοικία κάποιου αστυνομικού οργάνου και είχε διατεθεί για το σκοπό αυτό. Ο κατηγορούμενος πείσθηκε και έσπευσε στο ραντεβού. Όταν μπήκε στην οικοδομή και κατευθύνθηκε στο διαμέρισμα, που του είχε υποδειχθεί τηλεφωνικώς από την Ζ, οι ενεδρεύοντες αστυνομικοί τον συνέλαβαν και στην έρευνα που επακολούθησε βρήκαν κρυμμένη στο παπούτσι που φορούσε μια μικρή ποσότητα ινδικής κάνναβης βάρους 1,5 γραμμαρίου. Ο κατηγορούμενος, κατά το Νοέμβριο 2001, ήταν αστυνομικός υπάλληλος, υπηρετούσε στην Άμεση Δράση Αττικής και, λόγω της ιδιότητας αυτής, ήταν επιφορτισμένος [μεταξύ άλλων και] με τη δίωξη των παραβατών της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Το περιστατικό ότι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, λόγω ατυχήματος που είχε υποστεί, δεν ήταν καταλυτικό της ιδιότητάς του ως αστυνομικού, αφού η υπαλληλική του σχέση με την ΕΛΑΣ εξακολουθούσε να υφίσταται. Ο ίδιος προέβαλε τον υπερασπιστικό ισχυρισμό ότι είχε προμηθευθεί την ναρκωτική ουσία, που βρέθηκε στην κατοχή του, για δική του αποκλειστικά χρήση, επειδή ήταν πολύ στεναχωρημένος αφ' ενός λόγω του ατυχήματός του και αφ' ετέρου λόγω της κακής εξέλιξης μιας άλλης, σοβαρής συναισθηματικής σχέσης που είχε προηγουμένως. Και ότι ξεκινώντας βιαστικά από τον ..., όπου η κατοικία του, για τη ..., ξέχασε μέσα στο υπόδημα του την εν λόγω ποσότητα. Ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι η Ζ προσκάλεσε τον κατηγορούμενο στο ερωτικό ραντεβού με τη βεβαιότητα ότι θα φέρει ναρκωτικά μαζί του, πράγμα πού έλπιζε ότι θα διευκολύνει τη θέση της και που επαληθεύτηκε στη συνέχεια. Και η βεβαιότητα αυτή υποδηλώνει ότι τόσο αυτή όσο και ο κατηγορούμενος γνώριζαν αμοιβαίως ότι κάνουν χρήση ινδικής κάνναβης. Επομένως, αποδεικνύεται πλήρως ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας την ιδιότητα του αστυνομικού, κατείχε όχι προς αποκλειστικά ιδία χρήση την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης και αποπειράθηκε να διαθέσει μέρος αυτής στην Ζ, προσερχόμενος στο ερωτικό τους ραντεβού. Η δε προσπάθειά του ανακόπηκε από τη σύλληψή του, που μεσολάβησε και όχι από δική του θέληση, αφού αν δεν συνέβαινε η σύλληψη, θα έμπαινε στο διαμέρισμα και θα ολοκλήρωνε τη διάθεση. Επομένως, για τις πράξεις αυτές [από τις οποίες η απόπειρα κατά μεταβολή της αρχικής κατηγορίας για τετελεσμένη πράξη] πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Πρέπει, όμως, να του αναγνωρισθεί ως ελαφρυντική περίπτωση το γεγονός ότι είχε προηγούμενο έντιμο βίο, πράγμα που βεβαιώθηκε από τους μάρτυρες υπερασπίσεως χωρίς να αποκλεισθεί από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πλην βέβαια, της ατυχούς συμπεριφοράς για την οποία καταδικάζεται. Περίπτωση αναγνώρισης και του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς δεν συντρέχει, διότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η όντως παρατηρηθείσα απουσία νεότερης εγκληματικής διαγωγής αυτού δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο, ενόψει της πρωτόδικης καταδίκης του και της δυσαναλόγως αυστηρής ποινής που είχε επιβληθεί σ' αυτόν". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της διακεκριμένης περίπτωσης λόγω της υπαλληλικής ιδιότητάς του κατοχής και της απόπειρας διάθεσης σε τρίτο ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης) και με την παραδοχή ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ και μετ' απόρριψη των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος (περί κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας ινδικής κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση, περί συμπτωματικής χρήσης της ναρκωτικής ουσίας και περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ) του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.α', 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42, παρ.1 και 84 παρ.2α ΠΚ, 4 παρ.1, 3 πιν. Α6, Β3, 5 παρ.1 περ. β και ζ, 6 παρ.1 εδ.β του ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με τους νόμους 2161/1993 και 2479/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης αδιακρίτως. Ειδικότερα είναι αβάσιμη και απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με ελλιπή αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί κατοχής της μικρής ποσότητας (1,5 γραμμαρίου) ινδικής κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση και μάλιστα συμπληρωματική, αφού, όπως σαφώς και ορισμένα προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η εν λόγω ποσότητα προορίζεται προς διάθεση στην τότε φίλη του μάρτυρα Ζ, την οποία έσπευσε να συναντήσει κατέχοντας, συσκευασμένη σε νάϋλον ζελατίνα και επιμελώς κρυμμένη την προαναφερόμενη ποσότητα ινδικής κάνναβης στο πάτο του αριστερού υποδήματός του (βλ. σελ. 31-32 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και ως προς τη μη συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 12 παρ.1 και 3 του ν. 1729/1987, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 δ, 329, 331 παρ.1, 333, 364 παρ.1, 369 και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκησή του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επιπλέον δε, παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ'αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπό από το Δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω, στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκαν, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα οποία άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. 'Ετσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητα του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων προς απόδειξη των αυτοτελών ισχυρισμών του: α) περί κατοχής της ποσότητας των 1,5 γραμμαρίου ινδικής κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση και 2) περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρα 12 παρ.1 του ν. 1729/1987 και 84 παρ.2 α του ΠΚ) προσκόμισε στο Δικαστήριο, όσον αφορά μεν τον πρώτο των ως άνω ισχυρισμών του την υπ'αριθμ. 1493/9-10-2001 Γνωμάτευση της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας (βλ. σελίδα 5η των ως άνω πρακτικών), όσον αφορά δε το δεύτερο ισχυρισμό οκτώ (8) επαίνους της Ελληνικής Αστυνομίας προς αυτόν για την εν γένει υπηρεσιακή δραστηριότητα και διαγωγή του ως αστυφύλακα (με ημερομηνία 31-8-1996, 1-1-1997, 5-5-1999, 28-12-1999, 26-1-2000, 10-3-2000, 15-6-2000 και 19-2-2001) (βλ. σελίδα 11η των ίδιων ως άνω πρακτικών) και "παρακάλεσε" την ανάγνωσή τους από το Δικαστήριο. Περαιτέρω από το περιεχόμενο του αιτιολογικού της πληττόμενης απόφασης και ειδικότερα το αρχικά μέρος αυτού, όπου γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος κρίσης του, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι δεν αναγνώσθηκαν τα προμνημονευόμενα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο και γνώριζε το περιεχόμενό τους, πλην όμως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την απόρριψη του πρώτου των ως άνω ισχυρισμό των, το ότι δηλαδή κατά το χρόνο τέλεσης των δύο εγκλημάτων (κατοχής και απόπειρας διάθεσης σε τρίτο ναρκωτικής ουσίας) βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια λόγω ατυχήματος που είχε υποστεί (περιστατικά που θα αποδεικνυόταν και από την προαναφερόμενη ιατρική γνωμάτευση), χωρίς όμως από αυτό και μόνο να καταλύεται η υπαλληλική του ιδιότητα ως αστυνομικού και ο δόλος του της κατοχής και διάθεσης της κατασχεθείσας ναρκωτικής ουσίας που έφερε μαζί του επιμελώς κρυμμένης. Εξάλλου, η αιτίαση του αναιρεσείοντος για μη ανάγνωση των οκτώ (8) επαίνων του που προσκόμισε στο Δικαστήριο προς στήριξη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον του και γι'αυτό είναι απορριπτέα, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος, με αποτέλεσμα να επιβληθεί σ'αυτόν μειωμένη ποινή κατ'άρθρο 83 του ΠΚ. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι όταν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ρώτησε τον κατηγορούμενο λίγο πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας αν χρειάζεται καμμιά συμπληρωματική εξέταση ή κάποια διασάφηση, σύμφωνα με το άρθρο 368 ΚΠΔ, αυτός απήντησε αρνητικά (βλ. σελ. 29 των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης), χωρίς να ζητήσει, όπως μπορούσε, την ανάγνωση των ως άνω εννέα (9) εγγράφων που τον αφορούσαν και ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε χώρα η ανάγνωσή τους. Συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο προσβάλλεται η ως άνω απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρα 171 παρ.1 περ.δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 221/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Κατοχή και απόπειρα διάθεσης σε τρίτους από υπάλληλο. Αυτοτελής ισχυρισμός προμήθειας - κατοχής για αποκλειστική δική του (δράστη) χρήση ως ισχυρισμός περί συμπτωματικής χρήσης. Απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Ανάγνωση εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος. Πως προκύπτει η ανάγνωση ή μη αυτών και πως δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
2
Αριθμός 2110/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αδριόπουλο, περί αναιρέσεως της 2197/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 124/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H κρινόμενη από 10-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2197/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 22-9-2008 με την παρουσία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 10-11-2008 (βλ. τη σχετική βεβαίωση στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης ως και την από 27-11-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών), οπότε αρχίζει και η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 465 και 473 ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Εξάλλου η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και την κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ακόμη κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου περί ναρκωτικών, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993, "όποιος για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους, ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογείται μόνο για δική του χρήση τιμωρείται με φυλάκιση" (ήδη με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3189/2003 ορίσθηκε ως ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης ενός έτους). Περαιτέρω στο ίδιο ως άνω άρθρο ορίζεται ότι "η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικά δικής του ανάγκης του κατόχου συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερομένων στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου ...". Από το εδάφιο β της παρ. 1 του ως άνω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτού απαιτούνται για την παραδοχή του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι "για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί τις δικές του ανάγκες ..." και όχι αιτιολογία προς απόκρουση του ισχυρισμού αυτού, δηλονότι το βάρος της απόδειξης του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού φέρει ο κατηγορούμενος που πρέπει να τον προβάλλει σαφώς και ορισμένα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για προμήθεια και κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικής ουσίας για δική του αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987), η παραδοχή του οποίου συνεπάγεται την ευνοϊκή γι'αυτόν ποινική μεταχείριση (φυλάκιση μέχρι ενός έτους), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2197/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-10-2000 και περί ώρα 10.30 κατελήφθη ο κατηγορούμενος στην περιοχή της ... (στη συμβολή των οδών ... και ...), από αστυνομικούς του Α.Τ. .. που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία (πεζή περιπολία), να έχει στην κατοχή του ένα (1) γραμμάριο ηρωΐνης, συσκευασμένο σε ένα φιξάκι και 17 δισκία VULBEGAL, δηλαδή απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες είχε αγοράσει με σκοπό την εμπορία, ενόψει και του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ήταν τοξικομανής και ότι τις παραπάνω ναρκωτικές ουσίες είχε αγοράσει και κατείχε για δική του αποκλειστική χρήση όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Επισημαίνεται ότι ο διορισθείς με την 611/2000 διάταξη της 20ης τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών πραγματογνώμων ..., δεν διενήργησε πραγματογνωμοσύνη επί του κατηγορουμένου, διότι αυτός δεν προσήλθε προς εξέταση. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία, αναγνωριζομένων σ'αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ) που του αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως, καθώς και της μετά τις ως άνω πράξεις του για μεγάλο διάστημα καλής συμπεριφοράς αυτού (άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ), καθόσον εργάζεται στην εταιρεία "HELLAS DUST CONΤROL ABEE" (είδη καθαρισμού) και η συμπεριφορά του είναι γενικά καλή". Με τις ως άνω σκέψεις το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του των ως άνω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, χωρίς να αποφανθεί επί της αναστολής ή μετατροπής αυτής (βλ. σελ. 9 και 10 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου παρατίθεται το σχετικό μέρος (ως προς την ποινή) του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2α και ε' ΠΚ, 4 και 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αυτά ισχύουν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... . Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το έγκλημα της αγοράς των ναρκωτικών ουσιών που καταλήφθηκε να κατέχει λόγω του μη επακριβούς προσδιορισμού του χρόνου τέλεσής του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον δεν απαιτείται τέτοιος καθορισμός, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής του εγκλήματος αυτού, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση στην ουσία ως χρόνος της τέλεσης του εγκλήματος της αγοράς των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα αναφέρεται "μη γνωστή ημερομηνία, πάντως πριν από τη σύλληψή του στις 14-10-2000". Επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την αγορά κάποιας ναρκωτικής ουσίας δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η ταυτότητα του πωλητή, ούτε το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος, αλλά αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου. Άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πληττόμενης απόφασης, ομολόγησε κατά την απολογία του ενώπιόν του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας την πράξη της αγοράς απ' αυτόν των ναρκωτικών ουσιών που καταλήφθηκε να κατέχει (βλ. αρχή 6ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης), ο δε αναφερόμενος ως τόπος τέλεσή του (άγνωστη περιοχή των Αθηνών) δεν δημιουργεί κάποια αμφισβήτηση ως προς την τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Αθηνών που εκδίκασαν την προκειμένη υπόθεση. Εντεύθεν ουδεμία ακυρότητα επήλθε κατά τη διαδικασία που συνέβη στο ακροατήριο και ειδικότερα ο κατηγορούμενος στερήθηκε κάποιο υπερασπιστικό του δικαίωμα προς απόκρουση των σε βάρος του κατηγοριών. Γι'αυτό η σχετική αιτίαση με την οποία διατείνεται ο αναιρεσείων ότι πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος για απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τον ισχυρισμό αυτόν απέρριψε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (δεν ήταν πλέον τοξικομανής και δεν προσήλθε να εξετασθεί σχετικά από τον νόμιμα ορισμένο πραγματογνώμονα), ενώ κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανωτέρω από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση που έχει επιβληθεί στον κατάδικο ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών για το έγκλημα της εμπορίας ναρκωτικών. Και τούτο διότι, η απαγόρευση της αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε για εμπορία ναρκωτικών με το άρθρο 2 του ν. 1941/1991, που αντικατέστησε το άρθρο 82 του Π.Κ. και όριζε στην παράγραφο 11 αυτού ότι "μετατροπή ή αναστολή της ποινής ... δεν επιτρέπεται για τις ποινές που επιβάλλονται για την εμπορία ναρκωτικών", δεν ισχύει πλέον, αφού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2207/1994 και πλέον δεν απαγορεύει η νέα διατύπωση της παραγράφου 11 του άρθρου 82 την αναστολή μιας τέτοιας ποινής. Εξάλλου, για τα ναρκωτικά ο ν. 1729/1987 δεν διαλαμβάνει απαγόρευση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, ενώ ο ν. 2331/1995, στο άρθρο 21 παρ. 1 ε' ρητώς αναφέρεται στις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου του Π.Κ. και επιφυλάσσει δυνατότητα "υποχρεωτικής αναστολής" ποινής εκτέλεσης στα άτομα που παρακολουθούσαν προγράμματα ψυχικής απεξάρτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει προαναφερθεί ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε φυλάκιση 2 ετών για τα εγκλήματα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία τους. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο αυτό αντί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής, η οποία είναι ίση με δύο (2) έτη, δεν προέβη σε καμμία τέτοια έρευνα, χωρίς να μετατρέψει την ποινή αυτή φυλάκισης σε χρηματική, εφαρμόζοντας ως προς το τελευταίο τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 11 του Π.Κ. (που αποκλείει τη μετατροπή της ποινής σε περιπτώσεις καταδίκης για το έγκλημα εμπορίας ναρκωτικών). Έτσι όμως ενεργώντας το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, ήτοι παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Συνεπώς, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ τρίτου λόγου της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι το μέρος που αφορά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στο αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το μέρος τούτο στο ανωτέρω Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν κρίνει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2197/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής των δύο (2) ετών που επιβλήθηκε με αυτήν στον αναιρεσείοντα. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση κατά το ως άνω μέρος στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά: Αγορά και κατοχή ναρκωτικών για εμπορία. Ισχυρισμός περί αποκλειστικής δίκης του (δράστη) χρήσης. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Ποινή 2 ετών. Υπέρβαση εξουσίας για μη αυτεπάγγελτη έρευνα περί αναστολής εκτέλεσης ποινής. Μερική παραδοχή αίτησης αναίρεσης και μερική αναίρεση (ως προς τη μη αναστολή της εκτέλεσης της ποινής) καταδικαστικής απόφασης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.
0
Αριθμός 2109/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 4935/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1987/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. 'Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, όπως στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος, δηλαδή, δόλος από μέρους του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παραπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική. Ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή ή των δικαστών που τις εξέδωσαν. 'Ετσι η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω της απουσίας μαρτύρων των οποίων η μαρτυρία φέρεται ότι είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας (άρθρο 352 ΚΠΔ), παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτώς, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4935/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, η κατηγορουμένη, ισχυρίσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, τα γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη ενώπιον της εγκαλούσας και περαστικών, ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα ότι "πηδιέται με τον ένα και τον άλλον", "γυρνάει στα μπαράκια και πάει με τον ένα και τον άλλο". Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως ήταν ψευδείς και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της, μπορούσαν δε οι ισχυρισμοί αυτοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Την κρίση του αυτή στηρίζει το δικαστήριο στην κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος η οποία δεν αναιρείται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία και επιβεβαιώνει πλήρης όσα σχετικά κατέθεσε η εγκαλούσα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όπου έχουν καταχωρηθεί και οι μαρτυρικές καταθέσεις της ... και του ..., το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθούν οι εν λόγω μάρτυρες, όπως αβάσιμα αιτείται η κατηγορουμένη. Ενόψει αυτών, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την ανωτέρω πράξη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε 95) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των πέντε (5) ευρώ, καθόσον είχε προηγούμενες ποινές φυλάκισης, που υπερέβαιναν συνολικά τους έξι (μήνες). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 362, 363 και 368 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του ως και εκείνων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περιέχονται στα υπ'αριθ. 6340/29-3-2007 πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το αίτημα της αναιρεσείουσας για αναβολή της δίκης για να κλητευθούν και προσέλθουν οι μάρτυρες υπεράσπισης ... κα ... που είχαν εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν ήταν αναγκαία για τη ανεύρεση της αλήθειας η εκ νέου εξέτασή τους, παρεκτός του ότι τους μάρτυρες αυτούς μπορούσε η αναιρεσείουσα με επιμέλεια της να προσαγάγει στο Δικαστήριο για εξέτασή τους. Γι'αυτό η περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Επίσης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό αυτό, σαφώς, και ορισμένα αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος που έλαβε χώρα η αξιόποινη πράξη που τέλεσε η αναιρεσείουσα ως και οι τρίτοι (περαστικοί), μεταξύ των οποίων και η μάρτυρας ..., που ασκούσαν τις φράσεις με τις οποίες προσέβαλε αυτή (αναιρεσείουσα) την τιμή και την υπόληψη της παθούσας .... Γι'αυτό είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας περί έλλειψης νόμιμης βάσης και περί αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σχηματισμό της περί ενοχής της κρίσης του δικαστηρίου και εντεύθεν απορριπτέα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4935/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμιση. Στοιχεία της πράξης αυτής. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αιτιολογία για απόρριψη αιτήματος αναβολής δίκης για εξέταση μάρτυρος. Απόρριψη αναίρεσης στο σύνολό της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Μάρτυρες.
0
Αριθμός 2108/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου- Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σπαγαδώρο, περί αναιρέσεως της 24903/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 779/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αποριφθεί η προκείμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση δια θυροκολλήσεως, χωρίς στο αποδεικτικό επιδόσεως να αναφέρονται οι προϋποθέσεις αυτής' όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2, 155 παρ.1 και 2. 161 παρ.1 ΚΠΔ, σε περίπτωση επιδόσεως εγγράφου με θυροκόλληση πρέπει στο αποδεικτικό επιδόσεως να αναφέρονται η άρνηση ή μη ανεύρεση στον τόπο της επιδόσεως των προσώπων που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 155 ΚΠΔ, άλλως η επίδοση είναι άκυρη. Η τήρηση της διατυπώσεως αυτής επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος-σύμφωνα με το άρθρο 273 ΚΠΔ είχε προβεί κατά την προδικασία στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα ή στον πταισματοδίκη ή σε άλλον γενικό ή ειδικό ανακριτικό υπάλληλο, που ενεργεί την προανάκριση σε δήλωση της διευθύνσεως της κατοικίας ή διαμονής του, οπότε η δηλωθείσα αυτή διεύθυνση κατά πλάσμα νόμου θεωρείται ως η γνωστή διεύθυνσή του, μέχρι δε η απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο στην διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής που δηλώθηκε αρχικά. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικώς με την έφεση ο λόγος ανωτέρας βίας εκ της οποίας ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της εις την έννοια της οποίας όμως (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της δια θυροκολλήσεως επιδόσεως και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγον ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 24903/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 22330/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ούτος κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως τριάντα τεσσάρων (34) μηνών μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως για παράβαση του άρθρου 79 του Ν.5960/1933. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, ο αναιρεσείων ζήτησε: "Να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως την οποία δεν διέπραξε... δήλωσε δε ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής της απόφασης, ούτε της κλήσης (να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο)". Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, που τον εξεπροσώπησε εδήλωσεν ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ζήτησε την εξέταση μάρτυρος αποδείξεως περί του εκπροθέσμου της εφέσεως. Ούτως ο νυν αναιρεσείων δεν προέβαλε με την έφεσή του ούτε ακυρότητα της επιδόσεως, η οποία εν προκειμένω έγινε δια θυροκολλήσεως, ούτε και λόγους ανωτέρας βίας, συνεπεία των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, με την εξής αιτιολογία: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο νομίμως, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών-κατ/νος καταδικάσθηκε ερήμην με την υπ'αριθ. 22330/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση 34 μηνών και χρηματική ποινή 8.000 ευρώ για παράβαση του νόμου περί επιταγών. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από το νόμο 14-11-2006 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα Α.Τ. ..., η γνησιότητα του οποίου (αποδεικτικού) δεν αμφισβητείται, επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 14-11-2006 νομίμως με θυροκόλληση, στη διεύθυνση κατοικίας του ... Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του δεν ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης είχε μεταβληθεί ο τόπος κατοικίας του ούτε ότι είχε δηλώσει νομίμως οποιαδήποτε μεταβολή αυτής στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 10141/24-7-2007 έκθεση έφεσης του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο εκκαλών άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης την 24-7-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ.1β του ΚΠΔ προθεσμίας. Επομένως, αφού η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει τον χρόνον επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (14-11-2006), το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (από 14/11/2006 του Αστυφύλακος...) το οποίον ανεγνώσθη υπ'αύξοντα αριθμόν 3 των αναγνωσθέντων εγγράφων και στο οποίο με το σκεπτικό παραπέμπει η προσβαλλομένη και τον χρόνον ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (24-7-2007), χωρίς να απαιτούνται άλλα στοιχεία. Και τούτο διότι ο εκκαλών δεν είχε προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα του αποδεικτικού ή της επιδόσεως δια θυροκολλήσεως, ούτε και λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, η δε αναφορά στην τελευταία αυτή του ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής της απόφασης, ούτε της κλήσης"... δεν ισοδυναμεί με επίκληση ακυρότητος της επιδόσεως ή περιστατικών ανωτέρας βίας και, εντεύθεν, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία στην απόφασή του για την εγκυρότητα της επιδόσεως η δια την ύπαρξη ή όχι λόγου ανωτέρας βίας, για τα οποία ως εκ περισσού εξητάσθη στο ακροατήριο μάρτυς. Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι το μεν η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβεν υπ'όψη της την κατάθεση της μάρτυρος που εξητάσθη στο ακροατήριο σχετικά με το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του, το δε ότι το ενεργήσαν την θυροκόλληση αστυνομικό όργανο δεν ερεύνησε εάν ούτος κατοικούσε εκεί, ούτε φρόντισε να το διαπιστώσει, διότι ο αναιρεσείων πολύ προ της θυροκολλήσεως και δη την 1/2/2006 είχε πωλήσει το διαμέρισμά του και είχε μετακομίσει στη ..., ισχυρισμός που προβάλλεται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο, είναι απορριπτέες, η μεν πρώτη ως αβάσιμη, διότι η αιτιολογία σε σχέση με το ζήτημα που εξητάσθη ο μάρτυς, ήτο, όπως ανεφέρθη περιττή, η δε δευτέρα ως απαράδεκτη, διότι δεν είχε προβληθεί με την έφεση. Κατ'ακολουθίαν και ο σχετικός λόγος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι απορριπτέος. Περαιτέρω οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και ανυπαρξίας αξιοποίνου πράξεως κατ'άρθρον 518 παρ.1 ΚΠΔ εκ του ότι η επίδικη επιταγή ήτο άκυρη ως εικονική και περί υπερβάσεως εξουσίας εκ του ότι ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για έγκλημα, για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτουμένη έγκληση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αφορούν την ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, αλλ'αφορούν την ουσία της υποθέσεως, εις την οποία το (δικάσαν ως εφετείο) Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν ηδύνατο να προχωρήσει, μετά την απόρριψη ως εκπροθέσμου της εφέσεως. Μετά ταύτα πάντα πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την απο 11 Μαΐου 2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 24903/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της: Πρέπει να αναφέρει χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης εάν απηγγέλθη απόντος του εκκαλούντος, χρόνο ασκήσεως ενδίκου μέσου και αποδεικτικό επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται λόγος ακυρότητος ή ανωτέρας βίας, οπότε πρέπει να αιτιολογούνται και αυτά - άρθρα 154 § 2, 155 §§ 1 & 2, 161 § 1, 273 ΚΠΔ. Επίδοση δια θυροκολλήσεως. Με το να ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της απόφασης" δεν προβάλλει ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε λόγους ανωτέρας βίας. Εφ' όσον η έφεση απερρίφθη ορθώς ως εκπρόθεσμη, το Εφετείο δεν ησχολήθη με την ουσία της υποθέσεως και συνεπώς λόγοι αφορώντες ταύτην είναι απαράδεκτοι. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2105/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζέλλη, περί αναιρέσεως της 1430/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 788/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή" σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας εκ της οποίας ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγον ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 ΚΠΔ εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή ή το Δημόσιο, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως αγνώστου διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ.δ' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 1430/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ.89106/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν αυτή κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών μετατραπείσαν προς 4,40 ευρώ ημερησίως για χρήση πλαστού και απάτη. Με την έφεσή της, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναιρέσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (εκκαλούσα τότε) εζήτησε: "Να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί ο εντολέας του από την κατηγορία, διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως, την οποία δεν διέπραξε και για όσους θα εκθέσει κατά την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως, δήλωσε δε ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι ουδέποτε επεδόθη νομίμως η εκκαλουμένη απόφαση εις την γνωστήν μου εις τις Αρχές διαμονή μου, ώστε να αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατά τ'ανω". Ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, εδέχθη με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 30-7-2004, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ.... ΑΤ ...που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 2-7-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου, η κατηγορουμένη εφόσον ισχυρίζεται ότι άλλαξε διεύθυνση κατοικίας, δεν γνωστοποίησε αυτή στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τακτά χρονικά διαστήματα η κατηγορουμένη άλλαζε κατοικίες. Τα μισθωτήρια, που προσκομίζει η κατηγορουμένη δεν είναι στο δικό της ονοματεπώνυμο. Επομένως, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει τον χρόνον επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (30/7/2004), το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση του Αρχιφύλακος... (το οποίον ανεγνώσθη υπ'αυξ.αριθμό 3 των αναγνωσθέντων εγγράφων και στο οποίο παραπέμπει η προσβαλλομένη) ως και τον χρόνον ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (2/7/2008), ως εκ περισσού δε διαλαμβάνει επικουρική σκέψη ότι (η αναιρεσείουσα) δεν γνωστοποίησε την αλλαγή διευθύνσεως στο "αρμόδιο Αστυνομικό τμήμα"- έστω και εάν αυτή η σκέψη δεν είναι ορθή-, αφού δεν απητούντο άλλα στοιχεία, πλην των αμέσως ανωτέρω. Και τούτο διότι η νυν αναιρεσείουσα στην έκθεση εφέσεως ουδόλως αναφέρει την συγκεκριμένη διεύθυνση της κατοικίας της στην οποία έπρεπε να επιδοθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ούτε γιατί και με ποίο τρόπο ήτο αυτή γνωστή, στην, όπως απαιτείται κατά τ' άνω, εισαγγελική αρχή, την παραγγείλασα την επίδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η δε αναφορά στην έφεση, απλώς και μόνον του ότι "ουδέποτε επεδόθη νομίμως η εκκαλουμένη απόφαση εις την γνωστή στις Αρχές διαμονή μου" ουδόλως ισοδυναμεί με επίκληση ακυρότητος της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ή περιστατικών ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, με μόνον λόγον την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθ'όλα αυτού τα σκέλη και δη εκ του ότι δεν αναφέρει αυτή α)τα αποδεικτικά μέσα που έλαβεν υπ' όψη της για την διαμόρφωση της απορριπτικής της εφέσεως κρίσεώς της, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του ..., ο οποίος ως εκ περισσού εξητάσθη, β) εάν είχε δηλώσει η αναιρεσείουσα κατοικία κατά την έναρξη της προδικασίας, οπότε θα είχε υποχρέωση να προβεί σε δήλωση μεταβολής, γ) δια ποίον λόγον είχεν υποχρέωση να γνωστοποιήσει μεταβολή διευθύνσεως στο Αστυνομικό Τμήμα και δ) εάν επεδόθη η απόφαση ως γνωστής ή αγνώστου διαμονής και διατί κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπον, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2009 αίτηση της ...για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1430/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της. Τι πρέπει να περιέχεται στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση ήτοι ο χρόνος επιδόσεως της επικαλουμένης, ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό της επιδόσεως, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, εκτός εάν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας. Πότε η αιτιολογία εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά εφόσον με την έφεση έχουν προβληθεί ορισμένως. Πότε είναι ορισμένοι οι άνω λόγοι. Υπάρχει αιτιολογία στην απορριπτική της εφέσεως επίδοση ως αγνώστου διαμονής. Πότε είναι νόμιμη. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 2104/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο, για αναίρεση της με αριθμό 17195/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω, εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή" με συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Επίσης πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγον ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 Κ.Π.Δ. εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή ή το Δημόσιο, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως αγνώστου διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 17195/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (δικάσαντος εις δεύτερο βαθμό), απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγω του εκπροθέσμου της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 56030/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ούτος κατεδικάσθη εις συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, μετατραπείσα προς χιλίας πεντακοσίας (1.500) δραχμάς ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων (700.000) δραχμών, για παράβαση άρθρου 1 παρ. 1-2 Α.Ν. 86/1967 για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων (τότε εκκαλών) εζήτησε: "Να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία ... επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως την οποία δεν εκτέλεσε. Επίσης διότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης να εμφανισθεί στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου όσο και της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθ' ότι μέχρι το έτος 1999 κατοικούσε εις την οδό ..., έκτοτε δε μετώκησε εις την οδόν ..., τούτο δε ήτο γνωστό εις τις αρχές". Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του αυτών εζήτησε και κατέθεσεν ως μάρτυς στο ακροατήριο ο .... Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα παρόντος δια πληρεξουσίου του τότε εκκαλούντος, ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο εδέχθη τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τον εκκαλούντα μάρτυρα που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 17 Απριλίου 2000 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., που αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, η εκκαλουμένη με αριθμό ... ερήμην του εκκαλούντος εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής την 17 Απριλίου 2000, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα στην τελευταία γνωστή στην επιδούσα εισαγγελική αρχή διεύθυνση της κατοικίας του, κατά τα αναφερόμενα στην με αρ. πρωτ. 3086/17.10.96 μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ, στην οδό .... Όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. ... έκθεση εφέσεως, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος ασκήθηκε την 13.3.2008, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης κατ'άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ προθεσμίας άσκησής της και μάλιστα μετά την πάροδο οκτώ περίπου ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης. Ο εκκαλών ισχυρίζεται με την ως άνω έφεσή του ότι μέχρι το έτος 1999 κατοικούσε στην οδό ..., έκτοτε δε μετοίκησε στην οδό ... και τούτο το γνώριζαν οι αρχές και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης απόφασης. Τους ισχυρισμούς δε αυτούς επανέλαβε στο ακροατήριο ο συνήγορος υπεράσπισης του εκκαλούντος. Επικαλείται δηλαδή ο εκκαλών ακυρότητα της ως άνω επίδοσης σ' αυτόν της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής ισχυριζόμενος ότι είχε γνωστή διαμονή, αυτήν επί της οδού .... Όμως από κανένα στοιχείο αποδεικτικό δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών είχε γνωστή στην ως άνω επιδούσα αρχή διαμονή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησε την ως άνω αλλαγή της κατοικίας του στην ως άνω εισαγγελική αρχή για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Εξ άλλου ο εκκαλών, ούτε στην ως άνω έκθεση εφέσεώς του, ούτε ο συνήγορος υπεράσπισής του στο ακροατήριο, ισχυρίσθηκαν ότι γνωστοποίησαν στην Εισαγγελική αρχή για τη συγκεκριμένη υπόθεση την ως άνω διεύθυνση, γεγονός δε ότι ο εκκαλών στην με αρ. πρωτ. 125907 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αναφέρεται ως κάτοικος..., δεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατά τον ως άνω χρόνο, επίδοσης της εκκαλουμένης (17 Απριλίου 2000) είχε γνωστή διαμονή και μάλιστα επί της οδού ..., καθόσον με την ως άνω κλήση ο εκκαλών καλείται στο ακροατήριο του Α' Αυτοφ. Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για άλλη υπόθεση, προς υποστήριξη έφεσής του κατά της με αριθμό 51860/97 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθώς επίσης αφορά μεταγενέστερο χρόνο ήτοι την 6.11.2002. Ενόψει των ανωτέρω, ορθά επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής και εφόσον η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ)". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο, για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (17.4.2000), τον χρόνον ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (13.3.2008) και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, του Αρχιφύλακος ...., το οποίον ανεγνώσθη, υπ' αύξ. αριθμ. 2 των αναγνωσθέντων εγγράφων, και στο οποίο παραπέμπει η προσβαλλομένη απόφαση, ως εκ περισσού δε αναφέρει εν εκτάσει την σκέψη ότι ο αναιρεσείων δεν γνωστοποίησε την αλλαγή διευθύνσεως στην εισαγγελική αρχή αρμοδία για την συγκεκριμένη υπόθεση αφού άλλα στοιχεία, πλην των αμέσως ανωτέρω, δεν απητούντο. Και τούτο διότι ο αναιρεσείων στην έκθεση εφέσεως ουδόλως αναφέρει εις ποίαν αρχήν ήτο γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του και δη εάν εις την Εισαγγελικήν αρχήν την παραγγείλασα την επίδοση και με ποίον τρόπον (ήτο γνωστή). Η αναφορά αορίστως στην έφεση ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση για να εμφανισθεί στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και ....η εις ήν μετώκησε διεύθυνση ήτο "γνωστή εις τις αρχές", δεν δημιουργεί υποχρέωση στο (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν ο εκκαλών διέμενεν ή όχι στη γνωστή στην Εισαγγελία ως άνω διεύθυνση ... ως τελευταία γνωστή κατοικία του, (εις την οποίαν, ειρήσθω, νομίμως ανεζητήθη, χωρίς αποτέλεσμα) ως εκ περισσού δε εξητάσθη σχετικώς και μάρτυς στο ακροατήριο. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως με μόνο λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, καθ' όλα αυτού τα σκέλη και δη εκ του ότι ιδία δεν αναφέρει α) αν η διεύθυνση όπου ανεζητήθη από το αστυνομικό όργανο που ενήργησε την επίδοση της εκκαλουμένης υπήρξε κατοικία του αναιρεσείοντος ή αν αυτή ήτο η τελευταία γνωστή κατοικία του β) αν η διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή η όχι και στην εισαγγελική αρχή (γενικά), "αφού", κατά λέξη, "το άγνωστο της διαμονής του κατηγορουμένου κρίνεται από το αν η διαμονή του είναι άγνωστη γενικά και όχι προσωπικά στον Εισαγγελέα που παραγγέλλει την επίδοση", είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21/4/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 17195/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε αιτιολογία από απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Τι απαιτείται να αναφέρει η απορριπτική απόφαση. Πότε ο κατηγορούμενος είναι "αγνώστου διαμονής". Εάν υπάρχει λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, η αιτιολογία εκτείνεται και στον λόγο αυτό. Οι λόγοι πρέπει να προβάλλονται με την έφεση ορισμένως, άλλως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει. Απορρίπτεται αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2106/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσαγκαλίδη, περί αναιρέσεως της 2056/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 967/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως, θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ'αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.1α ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη πράξη η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση, χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή, προτροπή, κλπ. β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή η ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση την αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και των πλημμελημάτων που συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ.1 ιδίου Κώδικος στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή, ούτω δε δεν είναι αναγκαία ειδική αιτιολογία ως προς αυτήν, εκτός βέβαια εάν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Ούτω στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτουμένη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται σ'αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφασή του να τελέσει την πλαστογραφία με χρήση, με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με την τελευταία αυτή (χρήση). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση υπ'αριθμ. 2056/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε μετ' αναίρεση, δια της υπ' αριθμ. 144/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, της υπ'αριθμ. 3716/2007 αποφάσεως του άνω Τριμελούς Εφετείου, το δικαστήριο αυτό εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει λεπτομερώς τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγραφών που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση στο .... Κατά το μήνα Ιανουάριο του 2000 προσέλαβε και απασχολούσε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την εγκαλούσα Ψ1. Η σύμβαση της εν λόγω ήταν πλήρους απασχόλησης και διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 2002. Όταν η εγκαλούσα αξίωσε την ασφαλιστική της κάλυψη (ένσημα ΙΚΑ) για την ανωτέρω περίοδο, απευθύνθηκε στο λογιστή της επιχείρησης του κατηγορουμένου και εκεί πληροφορήθηκε εν τέλει ότι η σύμβασή της φερόταν ότι ήτο μερικής απασχόλησης και συγκεκριμένα ότι αυτή εργαζόταν από 23-1-2002 και μόνο τις ημέρες Δευτέρα και Παρασκευή, ενώ το αληθές είναι ότι αυτή είχε πλήρη απασχόληση από της προσλήψεώς της (Ιανουάριος 2000) κατά το προαναφερθέντα. Μάλιστα δε της επεδείχθη και σχετικό έντυπο συμβάσεώς της που είχε αποσταλεί στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 6.2.2002, το οποίο έφερε πλαστογραφημένη την υπογραφή της. Και ναι μεν δεν απεδείχθη ποιος τελικώς πλαστογράφησε το παραπάνω έγγραφο, ωστόσο όμως είναι προφανές αλλά και απεδείχθη ότι ο αυτουργός της παραπάνω πράξης ενήργησε κατά προτροπή και παραίνεση του κατηγορουμένου, προς το σκοπό περιποιήσεως στον τελευταίο ωφελημάτων από μη πλήρη επικόλληση ενσήμων για τις πράγματι πραγματοποιηθείσες ημέρες εργασίας της εγκαλούσας στην παραπάνω επιχείρηση, και τη μείωση της δαπάνης των για ασφαλιστικές εισφορές ποσών που τον βάρυναν και την εν γένει φαλκίδευση των εργασιακών δικαιωμάτων της. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου προσκομίζοντάς το στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας στις 6.2.2002 προς αναγγελία της προσλήψεώς της, ως λαβούσα χώρα (ψευδώς) στις 23.1.2002. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, μιας πράξεως, ήτοι της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση της παραπάνω πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού εγγράφου (ΠΚ 46 παρ.1α, 216 παρ.1)". Μετά ταύτα εκήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στο ... στις 6-2-2002 1) Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα την πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, όντας ο ίδιος ιδιοκτήτης επιχείρησης βιοτεχνίας σιδερωτήριου-συσκευαστηρίου, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε σε άγνωστο κατά την προανάκριση άτομο την απόφαση να θέσει κατ' απομίμηση την υπογραφή της εργαζόμενης στη βιοτεχνία Ψ1 στην αριθ. ...ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης εργοδότη. Με τη σύμβαση αυτή φέρονταν ψευδώς ότι η ανωτέρω εργαζομένη προσελήφθη στις 23-1-02 με όρους μερικής απασχόλησης ως συσκευάστρια ενδυμάτων, ενώ το αληθές είναι. ότι αυτή προσελήφθη την 26-1-00 ως συσκευάστρια με ωρομίσθια αμοιβή 2,05 € και εργασία 40 ωρών εβδομαδιαία ως συσκευάστρια ενδυμάτων. Στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου καταθέτοντάς το στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας στις 6-02-2002". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ'όψη της, ιδία δε τον τρόπο και τα μέσα ήτοι συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε την απόφαση στον αυτουργό να τελέσει την άδικο πράξη της πλαστογραφίας, χωρίς να απαιτείται άλλος ιδιαίτερος προσδιορισμός ως και τον σκοπό παραπλανήσεως της Επιθεωρήσεως εργασίας, όπου εγένετο υπ'αυτού χρήση του πλαστού εγγράφου. Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υποστηρίζων τα αντίθετα των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, απορριφθεί δε στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-6-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2056/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία πλαστογραφίας 216 παρ. 1 ΠΚ. Πότε χρήση (επιβαρυντική περίπτωση). Ηθική αυτουργία (άρθρα 6 παρ. 1α΄ΠΚ) στοιχεία αυτής . Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας. Ο δόλος ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά εκτός εάν ο νόμος απαιτεί εν γνώσει. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Δόλος.
0
Αριθμός 2111/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο, περί αναιρέσεως της 9167/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί, για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκα, αλλά αρνητικώς της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ειδικότερα για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9167/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με την 4003/30-3-2001 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας, η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε στην ... την 30-03-01 από την Επιτροπή Απαλλαγής Αθηνών, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι/5) ως πάσχων από καταθλιπτική συνδρομή σε πλαίσια διαταραχής προσωπικότητας μεθοριακού τύπου. Η γνωμάτευση αυτή ήταν πλαστή, αφού η γνήσια ταυτάριθμη γνωμάτευση είχε εκδοθεί από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών την 27-03-01 και αφορούσε τον στρατιώτη ..., ο δε κατηγορούμενος δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην επιτροπή απαλλαγών. Όπως το τελευταίο προκύπτει κυρίως από την κατάθεση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα ..., δ/ντή του 414 ΣΝΕΝ, ο οποίος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατέθεσε για τον κατηγορούμενο "φαίνεται ότι δεν πέρασε από την Επιτροπή Απαλλαγών", ενώ παρακάτω εξηγεί ότι το αναγραφόμενο στη βεβαίωση, που ο ίδιος έδωσε, ότι ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου την 22-3-2001 με διάγνωση καταθλιπτική συνδρομή σε έδαφος προσωπικότητας μεθοριακού τύπου, το ανέγραψε μετά από έλεγχο των βιβλίων, δηλαδή χωρίς να έχει ιδίαν αντίληψη. Την ως άνω δε πλαστή γνωμάτευση την κατήρτισε εξ υπαρχής ο κατηγορούμενος στην ... την 30η Μαρτίου 2001 προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσής του και έκανε χρήση αυτής, προσκομίζοντάς την αυθημερόν στο αρμόδιο στρατολογικό γραφείο ώστε να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους και να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσης. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά προηγούμενου έντιμου βίου αυτού που ανάγονται σε όλες της μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς του πριν από την τέλεση της πιο πάνω πράξης, για την οποία κρίθηκε ένοχος ώστε γα. του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 216 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρα και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης .... Ειδικότερα ως προς την πρώτη αιτίαση του αναιρεσείοντος (8ο λόγο της κρινόμενης αίτησής του) για την επιβολή των δικαστικών εξόδων σ'αυτόν, ύψους 220 ευρώ, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς προηγούμενα να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου αυτού, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται υποχρεωτικά στον κατηγορούμενο σε περίπτωση καταδίκης του και το ύψος τους είναι καθορισμένο από το νόμο (άρθρα 373 εδ.α' και 582 ΚΠΔ και 3 του ν. 663/1977, όπως το τελευταίο ισχύει με τις εκάστοτε τροποποιήσεις του), εκτός εάν συντρέχει περίπτωση μερικής καταδίκης του κατηγορουμένου σ'αυτά (άρθρο 587 ΚΠΔ), πράγμα που δεν επικαλείται ότι συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων που καταδικάσθηκε στα δικαστικά έξοδα της δευτεροβάθμιας δίκης ύψους 220 ευρώ (τα νόμιμα οριζόμενα), όπως πρότεινε ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου για την αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και την καταδίκη του κατηγορουμένου στα δικαστικά έξοδα (βλ. σχετικά 84 σελίδα των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, όπου από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ότι ζήτησε την καταδίκη του κατηγορουμένου στα δικαστικά έξοδα ο συνήγορός του, αντί να καταχωρισθεί στο αντίστοιχο για τα ζητήματα αυτά σημείο εισαγγελικής πρότασης. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί του ανεφίκτου να χρησιμοποίησε αυτός την πλαστή βεβαίωση που αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση λόγω του ότι πρόκειται για στρατιωτικό έγγραφο που αναστέλλεται υπηρεσιακώς, χωρίς την παρέμβαση τρίτου προσώπου, και ότι έτσι αποκλείεται να το προσκόμισε ο ίδιος στο αρμόδιο στρατολογικό γραφείο για να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσής του, είναι απορριπτέα, καθόσον με τον τρόπό αυτόν πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Ακόμη ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' του ΠΚ ως ουσιαστικά αβασίμου, η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην πληττόμενη απόφαση (3ος λόγος της κρινόμενης αίτησης) και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ως προς το ζήτημα αυτό ο λόγος στο συνήγορο που τον εκπροσωπούσε (4ος λόγος αναίρεσης της αίτησης) είναι απορριπτέα: α) από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης (πέμπτη σελίδα αυτών), προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στο συνήγορό του για το ως άνω ελαφρυντικό και ζήτησε την αναγνώρισή του χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξή του. Συνεπώς ως προς το σημείο αυτό η σχετική αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρα 171 παρ.1 εδ.δ' και 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ) είναι απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Αλλά και ως προς το δεύτερο σημείο της, δηλαδή της χωρίς ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απόρριψης του ως άνω ελαφρυντικού ως ουσιαστικά αβασίμου, είναι απορριπτέα, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός λόγω του επιγραμματικού τρόπου που προβλήθηκε "ο συνήγορος του κατηγορουμένου... ζήτησε.. την αναγνώριση ελαφρ. 84 παρ.2α ΠΚ" ήταν αόριστος και εντεύθεν δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει το Δικαστήριο γι'αυτόν, η δε απόρριψη αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. τέλος σκεπτικού προσβαλλόμενης απόφασης) έγινε εκ περισσού, χωρίς να έχει υποπέσει σε κάποια πλημμέλεια από την αιτιολογημένη απόρριψή του. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9167/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία με χρήση. Αιτιολογία απόφασης. Ισχυρισμός για ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α΄ ΠΚ. Ορισμένο προβολής αυτού. Επιβολή δικαστικών εξόδων στον κατηγορούμενο που καταδικάσθηκε. Λόγος για έλλειψη σχετικής Εισαγγελικής πρότασης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 2103/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 814/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 694/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 16 Ν. 1428/1984, όπως αντικατεστάθη από 7.4.1999 με το άρθρο 8 Ν. 2702/1999 "όποιος εκμεταλλεύεται ή εξορύσσει ή αποκομίζει αδρανή υλικά, μάρμαρα ή βιομηχανικά ορυκτά χωρίς να έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 5 του ν. 5895/1933 και με πρόστιμο από πέντε εκατομμύρια (5.000.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δρχ. που επιβάλλεται με απόφαση του Επιθεωρητή Μεταλλείων". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος του 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, λόγον αναιρέσεως συνιστά, κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 814/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη "την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάσθηκε στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής" - λόγος περί απολογίας του κατηγορουμένου δεν έγινε διότι ούτος παρέστη δια πληρεξουσίου - (εδέχθη) τα εξής: "Στην περιοχή του Δήμου ..., σε ημεροχρονολογία που δεν εξακριβώθηκε, μέσα όμως στο έτος 2003, ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" που εδρεύει στον ... προέβη μαζί με τους συνεργάτες του σε εργασίες εκμετάλλευσης αδρανών υλικών, δηλαδή σε εξόρυξη, μεταφορά και διάθεση αυτών από χώρο που βρίσκεται κοντά στην Παλαιά Εθνική Οδό ...-..., χωρίς να έχει για το σκοπό αυτό άδεια εκμεταλλεύσεως που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή (του Υπουργείου Ανάπτυξης). Τα ανωτέρω προέκυψαν με σαφήνεια τόσον από την κατάθεση του μάρτυρα ..., ο οποίος είναι Επιθεωρητής Μεταλλείων Β.Ε., όσο και από την από 12-11-2003 έκθεση αυτοψίας του ιδίου, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι στην προαναφερόμενη περιοχή δημιουργήθηκε εκσκαφή μήκους 500 και πλέον μέτρων και πλάτους πλέον των 100 μέτρων και ύψος πρανών 20 και πλέον μέτρων. Για τον λόγο αυτό, η Επιθεώρηση Μεταλλείων Βόρειας Ελλάδας αποφάσισε την επιβολή χρηματικού προστίμου 50.000 ευρώ στην εταιρία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", όπως αυτό προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. ... απόφασή της. Επομένως για όλους τους παραπάνω λόγους, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξεως". Μετά ταύτα, η προσβαλλομένη απόφαση στο διατακτικό της εκήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην περιοχή του Δήμου ..., κατ' άγνωστη ακριβή ημεροχρονολογία, εντός όμως του έτους 2003, εξόρυξε και αποκόμισε αδρανή υλικά, χωρίς να έχει προς τούτο σχετικό δικαίωμα. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στον ... ΑΕ με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΕ", προέβη δια των συνεργατών του σε εργασίες εκμετάλλευσης αδρανών υλικών, ήτοι σε εξόρυξη, φόρτωση, μεταφορά και διάθεσή τους από χώρο ευρισκόμενο πλησίον της Παλαιάς Εθνικής Οδού ...-..., χωρίς να διαθέτει προς τούτο άδεια εκμεταλλεύσεως, εκδοθείσα από την αρμόδια αρχή (Υπουργείο Ανάπτυξης)". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρει ιδία όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπόψη της η απόφαση, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, η δε ιδιαίτερη μνεία των συγκεκριμένων αυτών δεν έχει την έννοιαν ότι δεν έλαβεν υπόψη τα άλλα, όπως μάλιστα τα αναφέρει εν αρχή του σκεπτικού της ή ότι τα αγνόησε και δεν τα εξετίμησε συνδυαστικά, αλλ' ότι έδωσε έμφαση σ' αυτά, τα περιστατικά που συνιστούν την παράβαση του Ν. 1428/1984 και τα οποία δεν συνιστούν αντιγραφή του διατακτικού, καίτοι η αντιγραφή καθ' εαυτήν δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως, εφόσον το διατακτικόν είναι πλήρες, δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού ως προς την μορφή της συμμετοχής του κατηγορουμένου στην άνω πράξη, αφού αμφότερα την αυτήν μορφή δέχονται υπό διάφορον εκφοράν. Συνεπώς, οι σχετικοί μόνοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εις την απόφαση και ελλείψεως νομίμου βάσεως, εκ του ότι δεν έλαβεν υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα και (ότι) υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, απορριφθεί δε στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 814/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 16 Ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε από 7.9.1999 με άρθρο 8 Ν. 2702/1999. Εκμετάλλευση και εξόρυξη αδρανών υλικών. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε είναι εσφαλμένη η ερμηνεία ή η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λατομεία.
0
Αριθμός 2100/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλουμένους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, και εγκαλούντα τον Ψ. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 734/15.5.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 810/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 236/2.7.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ το υπ'αριθμ. πρωτ. 734/15-5-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για κανονισμό αρμοδιότητος και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του επομένου άρθρου 137 § 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά την διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει (α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως. (β) το Συμβούλιο των Εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και (γ) ο 'Αρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως. -Στην προκειμένη περίπτωση ο Ψ, υπέβαλε την από 11/1/2009 καταγγελία κατά των (1) Χ1, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και (2) Χ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Κυπαρισσίας, για παράβαση καθήκοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους κ.λ.π. Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, πρέπει η έγκληση αυτή να παραπεμφθεί από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση (ΑΠ 840/05 Ποιν. Δικ/νη 2005, σελ. 1241). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω να διαταχθεί η παραπομπή της από 11/1/2009 καταγγελίας του Ψ, κατά των (1) Χ1, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και (2) Χ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Κυπαρισσίας, για παράβαση καθήκοντος κ.λ.π., από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Αθήνα 14 Ιουλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του επομένου άρθρου 137 § 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατά την διάταξη αυτή, για την παραπομπή αποφασίζει (α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περίπτωση αδυναμίας συγκροτήσεως, (β) το Συμβούλιο των Εφετών, αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και (γ) ο Άρειος Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται, όχι μόνο για την κυρία διαδικασία, αλλά και για την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ψ, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την από 11/1/2009 καταγγελία - μήνυση κατά των (1) Χ1, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και (2) Χ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς και ήδη Κυπαρισσίας, για παράβαση καθήκοντος κλπ. Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, πρέπει η μήνυση αυτή να παραπεμφθεί από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδ. με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της από 11.1.2009 μήνυσης του Ψ, κατά των 1) Χ1, Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς και 2) Χ2, Αντιεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς και ήδη Κυπαρισσίας, για παράβαση καθήκοντος κλπ, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή (άρθρ. 136 ΚΠΔ) Παραπέμπεται μήνυση κατά εισαγγελικών λειτουργών από την αρμόδια Εισαγγελική Αρχή σε άλλη.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2099/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2770/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ... . Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 611/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 233/25.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 183/17-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 2770/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών η οποία μετατράπηκε προς 4,40 €υρώ. ημερησίως για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση (αρ. 13, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 ΠΚ) και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''& 1 'Οπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης .'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη , εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του , οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης ... και & 3. Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου ...'' κατά δε την δεύτερη ''Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα ημέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών και σαν παρών θεωρείται και εκείνος που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο κατά την εκδίκαση της κατ' αυτού κατηγορίας ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών , αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση , οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανωτέρας βίας , άλλως η ασκηθείσα Αναίρεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη, και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο την απορρίπτει σαν απαράδεκτη ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα αφού ακούσει τούς διαδίκους που θα εμφανιστούν και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος . και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1026/2004 ΠΧ ΝΕ 2005 - 436, ΑΠ 1876 Π.Χ ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976 /2004 ΠΧ ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 2005-930, ΑΠ 477/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 -988). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό 183/17-3-2009 αναίρεσή του κατά της με αριθμ. 2770/19-3-2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατά την οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χατζηντούνα (βλ. πρακτικά απόφασης) και με την οποία αφού έγινε τυπικά δεκτή η αριθμ. 4426/2006 έφεσή του κατά της με αριθμ. 41960/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών μετατραπείσα προς 4,40 €υρώ ημερησίως, για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση. Από την με αριθμ. 2770/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η απόφαση αυτή καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 17-4-2009 με αριθμό 2432 όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί της απόφασης αυτής, ο δε αναιρεσείων άσκησε την 17-4-2007 την υπό κρίση αναίρεση του, τουτέστιν μετά την πάροδο της δεκαήμερης νόμιμης προθεσμίας, αφού η προθεσμία αυτή άρχιζε την 19-3-2007, αφού ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1-2 και 501 παρ. 1-3 ΚΠΔ και θεωρείται παρών , και στην αίτηση αναίρεσης του δεν εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά ανωτέρας βίας ούτε προσκομίζει τα μέσα απόδειξης του λόγου αυτού (ΑΠ 848/05, ΑΠ 4/95, ΑΠ 1382/04, ΑΠ 679/04 και 1823/05) ώστε να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της άσκησης της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: (Α.) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 183/17-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ...κατά της με αριθμ. 2770/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. (Β.) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα την 25-6-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ, κατά την παρ.2 του άρθρου 473, η προθεσμία είναι 20 ημερών εάν ασκείται κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ ΑΠ 4/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 2770/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, για πλαστογραφία με χρήση κατ` εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, που μετετράπη προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 19.3.2007, με τον αναιρεσείοντα (εκπροσωπούμενο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χατζηντούνα), και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19 Απριλίου 2007 με αριθμό καταχωρίσεως 2432, όπως τούτο προκύπτει από την από 22.4.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Τμήματος Δημοσίευσης - Εκκαθάρισης - Ποινικών Ενδίκων Μέσων ... . Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη υπ` αριθ. 183/17.3.2009 αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση που ασκήθηκε στο Διευθυντή των Φυλακών ..., όπου ήταν κρατούμενος, μετά την πάροδο της ως άνω 10ήμερης προθεσμίας (μετά πάροδο 23 περίπου μηνών από την καταχώριση). Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, ισχυρίζεται στην έκθεση της αναιρέσεώς του ότι "ασκεί την παρούσα αναίρεση τώρα διότι όντας κρατούμενος στο Κ.Κ. της Κρ. Φ. ..., δι ο και εκπροσωπήθηκε στο Ακροατήριο κατά την διαδικασία, δεν ηδύνατο να παρακολουθεί τον χρόνο καταχώρησης της Απόφασης, η οποία και δημοσιεύθηκε καθυστερημένα, και έλαβε μόλις τώρα γνώση της εκδοθείσης τοιαύτης". Όμως, τα από αυτόν προβαλλόμενα δεν συνιστούν ούτε ανωτέρα βία ούτε ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού ο αιτών γνώριζε την έκδοση της καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, και μπορούσε, είτε μέσω του δικηγόρου του είτε και ο ίδιος με τηλεφωνική επικοινωνία με την αρμοδία Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών ή δια της Διευθύνσεως της Φυλακής, να παρακολουθεί την πορεία της υποθέσεώς του και να πληροφορηθεί ευχερώς πότε η απόφαση που τον αφορούσε καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο αντίκλητος του οποίου δικηγόρος Αθηνών Φώτιος Μήτσης ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 3.9.2009 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 183/17.3.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2770/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημά-των) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως εκ της ασκήσεως της εκπροθέσμως (μετά πάροδο 23 μηνών από την καταχώριση). Έννοια ανώτερης βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος. Το γεγονός της κράτησης του αναιρεσείοντος στη φυλακή δεν συνιστά ανώτερη βία ούτε ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση, αφού αυτός μπορούσε να πληροφορηθεί πότε η απόφαση καταχωρίστηκε.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
0
Αριθμός 2098/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1793/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 36/15.07.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1088/2009 Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 2 του ν. 3727/2008, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρου 14 του ν.3772/2009, "1. η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί ή καταγιγνώσκεται εντός εννέα μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της πενταετούς κάθειρξης, μετατρέπεται, με αίτηση του καταδικασθέντος, σε χρηματική. Η προθεσμία για την άσκηση τυχόν προβλεπομένων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ενδίκων μέσων αναστέλλεται κατά το διάστημα από της υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως μέχρι της εκδόσεως αποφάσεως του δικαστηρίου περί της μετατροπής ή μη της ποινής. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, το τυχόν ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως θεωρείται ως μη ασκηθέν. Δεύτερη αίτηση επιτρέπεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόρριψη της πρώτης. Η αίτηση υποβάλλεται εντός έξι μηνών στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και γίνεται δεκτή εκτός εάν, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, το δικαστήριο κρίνει, από την εν γένει συμπεριφορά του καταδικασθέντος, τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του, ότι η μετατροπή δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων, ανάλογης βαρύτητας, αξιόποινων πράξεων. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και για τα εγκλήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 11 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και για τις ήδη συγχωνευθείσες ποινές, από τις οποίες η βαρύτερη δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη φυλάκισης. 2. Το ελάχιστο ποσό της κατά την προηγούμενη παράγραφο μετατροπής ορίζεται, για κάθε ημέρα φυλάκισης, σε τρία (3) ευρώ. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα και της 50492/2008 (ΦΕΚ 1112 Β`) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του καταδικασθέντος σε ποινή στερητική της ελευθερίας που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη περί μετατροπής της ποινής του σε χρηματική, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την απόρριψη της αιτήσεως, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ως άνω ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ` αριθ. 1793/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, απορρίφθηκε αίτηση του Χ περί μετατροπής, κατά την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3727/2008, της ποινής φυλακίσεως των πέντε (5) ετών, που του είχε επιβληθεί με την υπ` αριθ. 417/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου για έκδοση εικονικών τιμολογίων, σε χρηματική. Της αποφάσεως αυτής ζητεί την αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για ελλιπή αιτιολογία (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ). Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά λέξη, ήτοι: "... αποδείχθηκε ότι ο αιτών Χ το 1998 αναμίχθηκε σε μεγάλης έκτασης υπόθεση που αφορούσε εικονικά τιμολόγια για την οποία συμμετοχή του του επιβλήθηκαν διοικητικά τα μνημονευόμενα πρόστιμα που από το έτος 2003 οπότε και βεβαιώθηκαν σύμφωνα με τον πίνακα χρεών μέχρι σήμερα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 6.957.056,26 ευρώ. Το έτος 1998 ο αιτών ήταν 52 ετών (γεννήθηκε 8-4-1946) και ήδη από το έτος 1992 είχε υποβληθεί σε αορτοστεφανιαία παράκαμψη (...) και ήδη είναι ασθενής με γνωστή στεφανιαία νόσο (...), κατά έτος 2005 υπεβλήθη και σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, χωρίς προβλήματα. Τα προβλήματα της υγείας του δεν είναι σοβαρά, ελέγχονται ιατρικά και εξάλλου χρονολογούνται από μακρόν, δεν τον εμπόδισαν να προβεί στην τέλεση σοβαρού αδικήματος, εξάλλου από την εν γένει συμπεριφορά του αιτούντος από το έτος 1998 μέχρι και σήμερα διαπιστώνεται ότι ο τελευταίος παρέλειψε να ενεργήσει προκειμένου να αντιμετωπίσει τις σοβαρές συνέπειες των πράξεών του (συμμετοχή σε κύκλωμα εικονικών τιμολογίων), δηλαδή να ρυθμίσει τις οφειλές του όταν αυτές γεννήθηκαν, αντίθετα άφησε τις υποθέσεις του να διογκωθούν δημιουργώντας σήμερα αδιέξοδα στον ίδιο, για τα οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, στοιχεία συμπεριφοράς που καταδεικνύουν και την εν γένει προσωπικότητα του αιτούντος. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό και με την βαρύτητα της πράξεώς του (παράβαση Ν 1882/1990 περί χρεών προς το Δημόσιο ποσού 6.957.056,26 ευρώ) και την εν γένει απαξία αυτής, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις δεν πληρούνται και συνεπώς η αίτηση είναι απορριπτέα". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου στέρησε την απόφασή του της προβλεπομένης από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την αρνητική κρίση του. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο αιτών έχει προβλήματα υγείας, δεν εξειδικεύει από ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αυτά δεν είναι σοβαρά, δεν παραθέτει δε κανένα περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι η μετατροπή της ποινής δεν αρκεί για να αποτρέψει τον αιτούντα από την τέλεση άλλων, ανάλογης βαρύτητας, αξιοποίνων πράξεων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1793/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση καταδικασθέντος για μετατροπή της ποινής του σε χρηματική (άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 3727/2008). Παραδοχή λόγου αναίρεσης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για ελλιπή αιτιολογία και παραπομπή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ποινής μετατροπή.
0
Αριθμός 2094/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1349/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με κατηγορουμένη την .... Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29.12.2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 176/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 162/5.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § ια Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθμ. 21 και 22/2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των πολιτικώς εναγόντων ... και .... κατά του υπ'αριθμ. 1349/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 § 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003, η οποία προβλέπει την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων από τους διαδίκους, προκύπτει ότι, 1. "Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Κατά δε την παράγραφο "2" του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 3346/2005, "Αν το συμβούλιο εφετών επιλήφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ. 1". Από το γράμμα των παραγράφων "1 και 2" του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 41 § 1 του Ν.3160/2003, σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται πλέον η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων στον πολιτικώς ενάγοντα, και στον κατηγορούμενο επιτρέπεται μόνον στις παραπάνω με στοιχεία "1α', 1β' και 2 περιπτώσεις του άρθρου 482 § 1 του Κ.Π.Δ.". Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της κατηγορουμένης ..., για τις αξιόποινες πράξεις α) της ηθικής αυτουργίας στη χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό το περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, που υπερβαίνει το συνολικό χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), την πλαστογραφία φέρεται ότι τέλεσε άγνωστο πρόσωπο, και β) της απάτης, που το ύψος του επιδιωκομένου οφέλους και της ζημίας που προκλήθηκε, υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες πολιτικώς ενάγοντες τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες δεν προβλέπονται πλέον, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 Κ.Π.Δ., με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, όπως παραπάνω εκτίθεται. Είναι συνεπώς οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 513 § ια, 476 § 1 και 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να κηρυχθούν απαράδεκτες οι υπ'αριθμ. 21 και 22/2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των πολιτικώς εναγόντων ... και ..., κατά του υπ'αριθμ. 1349/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 22 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/30.6.2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνονταν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση, όμως, του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον, από της ενάρξεως της ισχύος του (30.6.2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κρινόμενες υπ' αριθ. 21/2008 και 22/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) ... και 2) ..., αντίστοιχα, ασκούνται με την ιδιότητά τους ως πολιτικώς εναγόντων και στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 1349/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της κατηγορουμένης ... για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Οι αιτήσεις όμως αυτές, ασκούμενες από διαδίκους που δεν δικαιούνται πλέον, κατά τα άνω, να ασκήσουν το ένδικο αυτό μέσο κατά του ανωτέρω βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 21/29.12.2008 και 22/29.12.2008 αιτήσεις των: 1) ... και 2) ..., αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1349/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος (άρθ. 482, 483 ΚΠΔ). Απορρίπτονται ως απαράδεκτες αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων κατά απαλλακτικού βουλεύματος.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2093/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παρασκευόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1083/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 44/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 55/3.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησιν του καταδικασθέντος Χ, κατοίκου ..., περί α) επαναλήψεως της διαδικασίας, σχετικώς με την υπ'αριθμ. 1083/2008 αμετάκλητον απόφασιν του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης εις αυτόν ποινής και εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι'αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του κατδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον εις τας τέσσαρας περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς εις την διάταξιν αυτήν Κατά την δευτέραν από τας περιπτώσεις αυτάς, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστικήν καταδίκην τινός απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικάσαντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, αι οποίαι μόναι ή εν συνδυασμώ προς τας πρότερον προσκομισθείσας καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου, το οποίον πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά την διάταξιν αυτήν είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησις ή τροποποίησις ή συμπλήρωσις μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οιαιδήποτε άλλαι αποδείξεις, αι οποίαι δεν υπεβλήθησαν εις το δικαστήριον που εδίκασε και ήσαν άγνωστοι εις τους δικαστάς, εφ'όσον αυταί εκτιμώμεναι μόναι των ή εν συνδυασμώ με αυτάς που είχον προσκομισθή καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου που ετέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστικήν απόφασιν, αλλ'αντιθέτως ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου δεν θεωρούνται νέα άγνωστα γεγονότα, εκείνα διά των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, επί της βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβον υπ'όψιν των οι δικασταί που εξέδωσαν την απόφασιν, διότι η αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικον μέσον, αλλ'έκτακτον διαδικασίαν (Α.Π. 1490/2006 Ποιν Χρ ΝΖ' σελ. 701 κ.ά.). Περαιτέρω προϋπόθεσις της κατά το άρθρον 529 Κ.Π.Δ. αναστολής εκτελέσεως της ποινής, εις περίπτωσιν υποβολής αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι αφ'ενός μεν να είναι βάσιμος η αίτησις αυτή και αφ'ετέρου να εκτίεται η επιβληθείσα ποινή (Α.Π. 1938/2007 Π Λογ 2007 σελ. 1407 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο αιτών διά της ανωτέρω αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψιν της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η υπ'αριθμ. 1083/2008 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διά της οποίας κατεδικάσθη διά ψευδορκίαν μάρτυρος και επεβλήθη εις αυτόν ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, η οποία μετετράπη εις χρηματικήν ποινήν προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η απόφασις αυτή κατέστη αμετάκλητος, αφού δεν ησκήθη το ένδικον μέσον της αναιρέσεως. Η πράξις διά την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων συνίστατο εις το ότι εις την ... την 21 Μαΐου 2002 ως μάρτυς εξετασθείς ενόρκως ενώπιον αρμοδίας προς ένορκον εξέτασιν αρχής, εν γνώσει κατέθεσε ψευδή. Συγκεκριμένως, κατόπιν της από 21/12/2001 αγωγής την οποίαν ήσκησεν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Εδέσσης ο ΑΑ κατά του εγκαλούντος ΒΒ, διά της οποίας εζήτει να υποχρεωθή αυτός να καταβάλη εις τούτον το ποσόν των 5.869,40 ευρώ ως αξίωσιν αυτού εκ της συμμετοχής του εις αφανή εταιρίαν, την οποίαν είχον ιδρύσει από κοινού, την 21/5/2002, ημερομηνία συζητήσεως της άνω αγωγής, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εξητάσθη ενόρκως ως μάρτυς αποδείξεως του ενάγοντος, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Ο ΑΑ θέλησε να αποχωρήσει και ζήτησε 5.000.000 δρχ. 'Ετσι συμφώνησαν. Το ξέρω από συζητήσεις των δύο τους. Ο ΒΒ, από ότι έμαθα, έδωσε 3.000.000 δρχ. και τα υπόλοιπα λόγω οφειλών στην Εφορία και την Δ.Ε.Η. αδυνατούσε να τα καταβάλει. Δεν ξέρω ότι είχε άλλες υποχρεώσεις ο ΑΑ. Σε μία συνάντηση που είχαμε οι τρεις μας ο ΒΒ είπε ότι θα δώσει το υπόλοιπο των 2.000.000 δρχ. Μου έκανε ο ΑΑ πρόταση να πάρω το μερίδιο του για 5.000.000 δρχ. Από τον ίδιο το ΒΒ άκουσα ότι ο ΑΑ πούλησε στις 5.000.000 δρχ.". Τα προαναφερόμενα όμως δεν ήσαν αληθή και ο κατηγορούμενος το εγνώριζε. Η αλήθεια δε ήτο ότι ο ενάγων ποτέ δεν εζήτησε το ανωτέρω ποσόν των 5.000.000 δρχ. διά να αποχωρήση από την εταιρίαν, ούτε συνεφώνησε μετά του εγκαλούντος ΒΒ να καταβάλη εις αυτόν το εν λόγω ποσόν. Εξ άλλου ο κατηγορούμενος ουδέποτε ήτο παρών εις τας συζητήσεις που εγένοντο μεταξύ του εγκαλούντος εναγομένου ΒΒ και του ενάγοντος ΑΑ, ο δε εγκαλών ουδέποτε εδήλωσεν ότι θα δώση εις τον ενάγοντα το ποσόν των 2.000.000 δρχ., ούτε εδήλωσεν εις τον κατηγορούμενον αλλά και εις οιονδήποτε άλλον, ότι ο ενάγων επώλησε το μερίδιόν του εις το ποσόν των 5.000.000 δρχ. Το ανωτέρω δικαστήριον επεστήριξε την κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος εις τα αναγνωσθέντα υπ'αυτού έγγραφα, ήτοι εις 1) τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, τουτέστι της υπ'αριθμ. 302/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδέσσης, 2) το πρακτικόν συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Εδέσσης της 21/5/2002, 3) την υπ' αριθμ. 127/2002 απόφασιν του Ειρηνοδικείου Εδέσσης και 4) την υπ'αριθμ. 76/2003 απόφασιν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης. Εκ του περιεχομένου της εν λόγω αιτήσεως προκύπτει, ότι ο αιτών παραπονείται, ότι το δικαστήριον ήχθη εις την κρίσιν του περί της ενοχής του διά την ανωτέρω αξιόποινον πράξιν κατ'εσφαλμένην εκτίμησιν των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, που όμως δεν αποτελεί λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας. Το φερόμενον ως νέον αποδεικτικόν στοιχείον, ήτοι πιστοποιητικόν αμετακλήτου της ως άνω υπ'αριθμ. 76/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, μη προσκομιζόμενον πάντως υπό του αιτούντος και εάν ακόμη ήτο γνωστόν εις το καταδικάσαν αυτόν δικαστήριον, ουδόλως θα μετέβαλε την εξενεχθείσαν κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος διά την προδιαληφθείσαν αξιόποινον πράξιν, αφού αυτή δεν εξηρτήθη εκ του αμετακλήτου της αποφάσεως ταύτης. Κατ'ακολουθίαν καθίσταται σαφές, ότι δεν προέκυψαν νέαι αποδείξεις άγνωστοι εις τους δικάσαντας δικαστάς καθιστώσαι φανερόν, ότι ο αιτών είναι αθώος. Συνεπώς η ανωτέρω αίτησις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθή. Συνακολούθως πρέπει να απορριφθή και η αίτησις αναστολής της επιβληθείσης ποινής, κατά το άρθρον 529 Κ.Π.Δ., αφού η ικανοποίησις αυτής προϋποθέτει, αφ'ενός μεν να είναι βάσιμος η αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας και αφ'ετέρου να εκτίεται η επιβληθείσα ποινή, που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επειδή κατ'ακολουθίαν των εκτεθέντων, πρέπει κατά τα άρθρα 525 παρ. 1 και 2, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1, 529 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να απορριφθούν αι υπό κρίσιν αιτήσεις και να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθούν α) η από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησις του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, διά της υπ'αριθμ. 1083/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) η υπό την αυτήν ημερομηνίαν αίτησίς του περί αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης διά της ανωτέρω αποφάσεως εις αυτόν ποινής. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας ". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, ζητείται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1083/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στον αιτούντα ποινή φυλάκισης 10 μηνών, μετατραπείσα, για ψευδορκία μάρτυρα, με συναφές αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, συνίστατο στο ότι "στην ..., στις 21.5.2002, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, ήτοι μετά την από 21.12.2001 αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Έδεσσας ο ΑΑ κατά του μηνυτή ΒΒ με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο δεύτερος να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 5.869,40 Ευρώ, ως υπόλοιπο της συμμετοχής του σε αφανή εταιρία, την οποία είχαν ιδρύσει από κοινού, στις 21.5.2002, ημερομηνία κατά την οποία συζητήθηκε η ως άνω αγωγή, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας του ενάγοντος, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Ο ΑΑ θέλησε ν' αποχωρήσει και ζήτησε 5.000.000 δρχ. Έτσι συμφώνησαν. Το ξέρω από συζητήσεις των δύο τους. Ο ΒΒ, από ότι έμαθα, έδωσε 3.000.000 δρχ. και τα υπόλοιπα λόγω οφειλών στην εφορία και τη Δ.Ε.Η. αδυνατούσε να τα καταβάλλει. Δεν ξέρω ότι είχε άλλες υποχρεώσεις ο ΑΑ. Σε μία συνάντηση που είχαμε οι τρεις μας ο ΒΒ είπε ότι θα δώσει το υπόλοιπο των 2.000.000 δραχμών. Μου έκανε ο ΑΑ πρόταση να πάρω το μερίδιο του για 5.000.000 δρχ. Από τον ίδιο το ΒΒ άκουσα ότι ο ΑΑ πούλησε στις 5.000.000 δρχ.". Όμως τα προαναφερόμενα δεν ήταν αληθινά και αυτός το γνώριζε, η αλήθεια δε είναι ότι ο ενάγων ποτέ δεν ζήτησε το ποσό των 5.000.000 δρχ. για να αποχωρήσει από την εταιρία, ότι ποτέ δεν συμφώνησε με τον μηνυτή να του καταβάλει το ως άνω ποσό, ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν ήταν παρών σε συζητήσεις που έγιναν μεταξύ του μηνυτή και του ενάγοντος, ότι ποτέ ο μηνυτής δεν δήλωσε, ότι θα δώσει στον ενάγοντα το ποσό των 2.000.000 δρχ. και ότι ποτέ ο μηνυτής δεν δήλωσε στον κατηγορούμενο αλλά και σε οποιονδήποτε ότι ο ενάγων πούλησε το μερίδιο του στο ποσό των 5.000.000 δρχ". Το ανωτέρω δικαστήριο επιστήριξε την κρίση του για την ενοχή του αιτούντος στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, ήτοι 1) στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή της υπ' αριθμ. 302/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδέσσης, 2) στο πρακτικό συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Εδέσσης της 21/5/2002, 3) στην υπ' αριθμ. 127/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Εδέσσης και 4) στην υπ' αριθμ. 76/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης. Από το περιεχόμενο της εν λόγω αιτήσεως προκύπτει ότι ο αιτών παραπονείται ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του για την ενοχή του για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, που όμως δεν αποτελεί λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Το φερόμενο ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι πιστοποιητικό αμετακλήτου της ως άνω υπ' αριθμ. 76/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, και εάν ακόμη ήτο γνωστό στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, δεν θα μετέβαλε καθόλου την κρίση του για την ενοχή του αιτούντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, αφού αυτή δεν εξαρτήθηκε από το αμετάκλητο της αποφάσεως αυτής. Oι, ως έγγραφα θεωρούμενες, υπ` αριθ. 268/13.10.2009 και 273/15.10.2009 ένορκες ενώπιον της Ειρηνοδίκου Έδεσσας βεβαιώσεις των μαρτύρων ΑΑ (η πρώτη), και ΑΑ και ΓΓ (η δεύτερη), ανεξαρτήτως του ότι τα βεβαιούμενα στην πρώτη, και αν είχαν κατατεθεί στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, θα συνεκτιμώντο ελευθέρως μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών θα αθωωνόταν, στη δε δεύτερη βεβαιώνεται απλώς γιατί ο αιτών δεν προσήλθε στη δικάσιμο της 4.3.2008 που εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, απαραδέκτως προσκομίζονται εφόσον δεν έχουν ληφθεί πριν από την κατάθεση της αιτήσεως και δεν γίνεται επίκληση αυτών στην αίτηση (άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠΔ). Κατ' ακολουθίαν, είναι σαφές ότι δεν προέκυψαν νέες αποδείξεις άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, που να καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε, κατά το άρθρον 529 Κ.Π.Δ., αφού η ικανοποίηση αυτής προϋποθέτει αφενός να είναι βάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και αφετέρου να εκτίεται η επιβληθείσα ποινή, που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26.11.2008 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Χ κατά της υπ' αριθ. 1083/2008 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της απόφασης αυτής. Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας γιατί το φερόμενο ως νέο στοιχείο (πιστοποιητικό αμετακλήτου αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου) δεν θα μετέβαλε την κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του αιτούντος. Ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν μετά την κατάθεση της αιτήσεως και δεν γίνεται επίκληση αυτών στην αίτηση απαραδέκτως προσκομίζονται -.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 2091/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη, και πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "INFO-QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Καζιάνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 14/13.3.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 394/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση για κάθε απόφαση, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπέρβαση εξουσίας. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2408/4.6.1996, η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και συμπληρώθηκε με την προσθήκη παραγράφου 5 με το άνω άρθρο του ν. 2408/96, ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 46 του ιδίου Κώδικα. Στο άρθρο 42 παρ. 2, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι η μήνυση γίνεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικόν πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην μήνυση και μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα, στην τελευταία περίπτωση, πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημοσία, δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου ενεργούντος συλλογικώς", ενώ κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι έν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις" Το άρθρο 22 του ιδίου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, ότι "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες εκείνων των άρθρων 65, 67, 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, καθορίζοντας το όργανο που εκφράζει την βούληση αυτού του νομικού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 αλληλοσυμπληρώνονται και ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας κατά τρόπον ώστε αυτή να είναι νόμιμη, εφόσον διενεργείται με βάση κάποια από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας. Επιτρέπει να ορισθεί στο καταστατικό της εταιρείας ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή σε άλλα κατονομαζόμενα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν δικαστικώς ή εξωδίκως την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνον πράξεις. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3, το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα, για τα οποία είναι δυνατόν να αποφασισθεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνον προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας. Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπομένης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Στην περίπτωση που το διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό, αναθέτει την εκπροσώπηση της εταιρείας (δικαστικώς ή εξωδίκως), είτε την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία μπορεί να είναι μέλη του ή τρίτοι, ο οριζόμενος ως υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου (μέλος του ή τρίτος) ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, δηλαδή ως καταστατικό όργανο αυτής και δεν έχει ανάγκη άλλης ειδικής εγγράφου πληρεξουσιότητας ή δήλωσης εξουσιοδοτήσεως και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής του εντολέα, όπου, κατά νόμον, απαιτείται τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση, όπως έχει ανάγκη ο κατά το άρθρο 211 ΑΚ αντιπρόσωπος ή ο κατά το άρθρο 713 ΑΚ εντολοδόχος, για τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, όταν πρόκειται για υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά του δράστη αξιόποινης πράξης σε βάρος της εταιρείας. Στην περίπτωση του τρίτου, που είναι απλός πληρεξούσιος ή εντολοδόχος της ανώνυμης εταιρείας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, που περιέχει την σχετική απόφαση και προσαρτάται στη μήνυση ή έγκληση, πρέπει να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας που παρέχουν την πληρεξουσιότητα για την εντολέα εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 5/2006, Ολ. ΑΠ 6/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό, κατά νόμον, όροι. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς κρίση η με αριθμό 14/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 3655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Χ για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933, για τον λόγο ότι δεν υπεβλήθη νομότυπα η εναντίον αυτού έγκληση εκ μέρους της κομίστριας της μη πληρωθείσης επιταγής, εκδόσεως του κατηγορουμένου, εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία INFO-QUEST Ανώνυμης Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό διοικητικού συμβουλίου που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας (Ολ. ΑΠ 4/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το άρθρο 12 του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "INFO-QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών". Η εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίων και εξωδίκως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ενεργούντος συλλογικώς. Το ΔΣ έχει το δικαίωμα να αναθέτει εις έν ή πλείονα μέλη αυτού ή εις άλλα πρόσωπα την εκπροσώπηση της εταιρείας, γενικώς ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις, δικαστικάς ή εξωδίκους ...". Με βάση τα ανωτέρω οριζόμενα στο άρθρο 12 του καταστατικού, το ΔΣ της ως άνω εταιρείας κατά την συνεδρίαση της 8.4.2004, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και τα λοιπά τέσσερα (4) μέλη του, εξουσιοδότησε την δικηγόρο Αθηνών Θεοδώρα Καζιάνη, προκειμένου να εκπροσωπήσει την εταιρεία κατά την υποβολή και εκδίκαση της μήνυσης της εταιρείας κατά του Χ για την εν γνώσει του έκδοση ακαλύπτων επιταγών, και να υποστηρίζει αυτήν ενώπιον του ακροατηρίου. Έτσι, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (άρθρο 12), που επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο την κατά το άρθρο 22 παρ. 3 μεταβίβαση εξουσιών του, η ως άνω ορισθείσα δικηγόρος είχε την ιδιότητα του υποκαταστάτου του ΔΣ της εταιρείας, δηλαδή θα ενεργούσε ως καταστατικό όργανο εκπροσώπησης της εταιρείας κατά την υποβολή της από 20.5.2004 εγκλήσεως της τελευταίας κατά του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν ήταν απαραίτητη η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του ΔΣ, για την χορήγηση της εξουσιοδότησης αυτής. Πλην όμως, η πράξη του ΔΣ, με την οποία χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση αυτή δεν είναι επικυρωμένη, αφού το προσκομισθέν απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ δεν είναι επικυρωμένο από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν υπεβλήθη νομότυπα η έγκληση κατά του κατηγορουμένου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη". Με αυτά, όμως, που εδέχθη το δικαστήριο αυτό, υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα. Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα νομική σκέψη, η δικηγόρος Αθηνών Θεοδώρα Καζιάνη, η οποία υπέβαλε την έγκληση ως εκπροσωπούσα την άνω ανώνυμη εταιρεία ενήργησε όχι ως εντολοδόχος της αλλά ως καταστατικό όργανο αυτής. Διαπιστώνεται και από την παραδεκτή επισκόπηση του καταστατικού της εν λόγω μηνύτριας ανώνυμης εταιρείας, κατά το άρθρο 12 του όπου το ΔΣ δύναται να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρείας και σε ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα, μέλη του ή μη, γενικώς ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις, ότι η άνω δικηγόρος, που υπέβαλε την έγκληση κατά του άνω κατηγορουμένου για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933, ενεργούσε ως καταστατικό όργανο της ανώνυμης εταιρείας. Δεν απαιτείτο, συνεπώς, για την εγκυρότητα της εγκλήσεως να βεβαιωθεί από πρόσωπα αρμόδια για την έκδοση αντιγράφων, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την αποδεικτική ισχύ των ιδιωτικών εγγράφων η ακρίβεια του άνω πρακτικού, για την απόφαση του ΔΣ της εγκαλούσης ανώνυμης εταιρεία, κατά τη συνεδρίασή του στις 8.4.2004, να ανατεθεί στην δικηγόρο που υπέβαλε την έγκληση η εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας ως προς την συγκεκριμένη ενέργεια από το ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσαρτήθηκε στην υποβληθείσα έγκληση ως απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ της εταιρείας με τις ιδιόχειρες υπογραφές των πέντε μελών του διοικητικού συμβουλίου, η γνησιότητα των οποίων δεν ήταν απαραίτητο να βεβαιωθεί από δικηγόρο ή δημόσια αρχή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠοινΔ, προκειμένου για υποβολή μηνύσεως από ειδικό πληρεξούσιο του εντολέα μηνυτή. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3655/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση αρθρ. 79 ν. 5960/1933 κατά του δράστη της οποίας είχε υποβληθεί έγκληση από ανώνυμη εταιρεία που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και ανέθεσε την εκπροσώπηση της εταιρείας να υποβάλει την έγκληση σε τρίτο δικηγόρο με πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της Α.Ε. το καταστατικό της οποίας περιείχε σχετική ρύθμιση για την ανάθεση της εκπροσώπησης της εταιρείας ή για την ενέργεια ορισμένης πράξεως σε μέλη του ή τρίτους που ενεργούν ως υποκατάστατοι του Δ.Σ. δηλαδή ως καταστατικά όργανα της ανώνυμης εταιρείας και δεν ήταν συνεπώς απαραίτητο το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου που περιείχε τη σχετική απόφαση και το οποίο προσαρτάται στην χειριζόμενη έγκληση να φέρει και βεβαίωση γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, ήτοι των μελών Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας. Κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορούμενου από το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο για το λόγο μη υποβολής νομοτύπως της εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα από το ότι το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με το οποίο ανετέθη στην εξουσιοδοτούμενη δικηγόρο ως υποκατάστατο του άνω οργάνου της ανώνυμης εταιρείας η εντολή να υποβάλει την έγκληση δεν έφερε βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για υπέρβαση εξουσίας. Γίνεται δεκτή η αναίρεση διότι δεν απαιτείτο για την εγκυρότητα της εγκλήσεως, να βεβαιωθεί από πρόσωπα αρμόδια κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η ακρίβεια του πρακτικού του Δ.Σ. της άνω εγκαλούσας εταιρείας για την ανάθεση στην εξουσιοδοτούμενη δικηγόρο να υποβάλει ως εκπροσωπούσα αυτή, την άνω έγκληση και παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.
1
Αριθμός 2090/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Καραθανάση, περί αναιρέσεως της 76351/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 242/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παρισταμένους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεώς του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 76351/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στη δίκη κατά την οποία εκδικαζόταν η από 5.3.2008 υπ' αριθ. 3621/ 2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της επιδοθείσης σ' αυτόν με θυροκόλληση κατά το άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ 100456/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε φυλάκιση εννέα μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δρχ. για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1 και 6 ν. 2094/1992, που είχε τελεσθεί στις 18.7.1997 στην ... . Παρέλειψε, όμως, να δώσει τον λόγο στην συνήγορο του αναιρεσείοντος Καραθανάση, στην οποία είχε επιτραπεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών να εκπροσωπήσει αυτόν στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠοινΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεώς του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεώς του. Στα πρακτικά της δίκης κατ' έφεση του άνω δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι μετά την ανάγνωση των εγγράφων, η συνήγορος του κατηγορουμένου έλαβε τον λόγο και είπε ότι ο εντολέας της δεν έλαβε γνώση της επικαλούμενης αποφάσεως και ότι η οδός ... αριθμός ... δεν αφορά τον κατηγορούμενο, αλλά ότι αυτός έμενε από το έτος 1997 έως το έτος 2007 στην οδό ..., ότι μετά έλαβε τον λόγο η Εισαγγελέας, που πρότεινε τα παραπάνω, ότι μετά την αγόρευση της Εισαγγελέως η συνήγορος του εκκαλούντος κατηγορουμένου δεν έλαβε τον λόγο και ότι κατόπιν το Δικαστήριο διασκέφθηκε μυστικώς και δια της Προέδρου του δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την 3621/2008 έφεση του κατηγορουμένου κατά της άνω 100456/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα εκ νέου στην άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο η συνήγορός του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεώς του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Το γεγονός ότι δόθηκε από την Πρόεδρο του δικάζοντος την έφεση του κατηγορουμένου Δικαστηρίου, πριν δοθεί ο λόγος στην Εισαγγελέα, στην συνήγορο που εκπροσωπούσε τον απουσιάζοντα κατηγορούμενο που είπε όσα ανωτέρω και στα πρακτικά της δίκης εκείνης καταχωρήθηκαν, εμπίπτει στις κατά το άρθρο 368 ΚΠοινΔ συμπληρωματικές διευκρινίσεις, για τις οποίες ερωτώνται από τον Πρόεδρο ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι πριν από τις αγορεύσεις. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στην συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην δίκη κατ' έφεση πριν την απορρίψει ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, δοθέντος ότι, αν γίνει δεκτή αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ. ΑΠ 3/1996, Ολ. ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 76351/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 42 παρ. 1, 6 ν. 2094/1992. Αναίρεση κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Γίνεται δεκτή η αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παράλειψη του διευθύνοντος τη διαδικασία στην κατ' έφεση να δώσει το λόγο στη δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο μετά την πρόταση της Εισαγγελέως του δικαστηρίου επί του τύποις παραδεκτού της εφέσεως για να εκθέσει η άνω συνήγορος τις απόψεις του εκκαλούντος ως προς το παραδεκτό του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Παραπέμπεται η υπόθεση μετά την παραδοχή στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη για νέα κρίση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
Αριθμός 2089/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 8844/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μελέτιο Φώτση και πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 8844/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 175/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων κλπ) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και η αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτου και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα μόνον από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, η οποία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ειδικότερα μάλιστα όταν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας) ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 8844/2008 απόφασή του κήρυξε αθώο κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο ... για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της εγκαλούσας .... Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και επειδή η ανωτέρω εγκαλούσα είχε πεθάνει, παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων ο σύζυγός της και κληρονόμος της ..., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας χωρίς όρκο. Από το αιτιολογικό της ανωτέρω αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο", και περαιτέρω αιτιολογώντας την απαλλακτική του κρίση δέχτηκε ότι τα όσα κατήγγειλε ο κατηγορούμενος σε βάρος της εγκαλούσης με την από 28-5-2002 μηνυτήρια αναφορά του ήταν αναληθή, πλην όμως αυτός πίστευε ότι ήταν αληθινά και δεν είχε πρόθεση να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και η ανωτέρω ενέργειά του έγινε προκειμένου να υποστηρίξει τα νόμιμα δικαιώματά του, τα οποία πίστευε ότι θίγονταν και όχι με σκοπό εξύβρισης της εγκαλούσας. Από το ανωτέρω περιεχόμενο της αιτιολογίας προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και η κατάθεση του ανωμοτί εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος υποστήριξε την αναλήθεια των περιστατικών που διαλάμβανε η μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου, θέσεις με τις οποίες συντάσσονται οι ως άνω παραδοχές της αποφάσεως. Επομένως δεν υπάρχει η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνιστάμενη στο ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και γι'αυτό ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της προαναφερθείσας αποφάσεως. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 3-2-2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8844/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος αλλά και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και δεν απαιτείται να αναφέρεται ιδιαιτέρως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Από την αναφορά στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως, δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που εξετάστηκε χωρίς όρκο, αφού οι παραδοχές της αποφάσεως στηρίζονται στο περιεχόμενο της καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα.
Πολιτική αγωγή
Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πολιτική αγωγή, Μάρτυρες, Απόφαση αθωωτική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2087/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009 προκειμένου να αποφανθεί για τις τρεις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 160/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και oι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Ιανουαρίου 2009, 2 Ιανουαρίου 2009 και 19 Ιανουαρίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 184/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 173/8-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις αιτήσεις αναιρέσεως: α) από 15-1-2009 του κατηγορουμένου Χ1, β) από 2-1-2009 του κατηγορουμένου Χ2 και γ) από 19-1-2009 του κατηγορουμένου Χ3, κατά του υπ' αριθμ. 160/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθμ. 149/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου και, αφού διωρθώθη τούτο ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, επεκυρώθη κατά το μέρος που παραπέμπει τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν δι' απάτη από κοινού, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλουν δε αυτοί, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 386 § 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθη σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή μη στηριζόμενο σε νόμιμη αξίωση του υπαιτίου κατά του παθόντος (ΑΠ 265/1996), με δόλια παραπλάνηση επιτυγχανομένη με τρεις υπαλλακτικώς τρόπους, διαφέροντες μεταξύ των εννοιολογικώς. Ειδικότερα, η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθών γεγονότων συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώση σ' αυτόν, είτε από τον νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. 'Ετσι, η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι παραβιάζεται εκ πλαγίου η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρ. 386 § 1 ΠΚ και στερείται η απόφαση ή το βούλευμα νομίμου βάσεως (βλ. ΑΠ 826/2006, ΑΠ 1713/2003). Περαιτέρω, κατά την παράγρ. 2 του ιδίου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Τέλος, ως προκύπτει εκ της διατάξεως του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 418/1999, εις ΠΧ/Ν' /41). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιορισμένα, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΑΦΙΔΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και ειδικότερα ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1, αντιπρόεδρος του δ.σ., ο δεύτερος Χ2, πρόεδρος του δ.σ. και διευθύνων σύμβουλος και ο τρίτος Χ3, μέλος του δ.σ. που μετείχε ενεργά στη λειτουργία της εταιρείας και είχε άμεση ανάμιξη στη διαχείριση της. Μεταξύ αυτών ως νομίμων εκπροσώπων της παραπάνω εταιρείας και του εγκαλούντος ..., ο οποίος ήταν έμπορος αγροτικών προϊόντων με έδρα το ..., συνήφθη το έτος 1999 εμπορική συμφωνία, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε ως αντιπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας την υποχρέωση να αγοράζει από παραγωγούς στο όνομα του και για λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας ποσότητες σταφίδας (σουλτανίνας), τις οποίες όφειλε να πωλεί και να παραδίδει στη συνέχεια στην παραπάνω εταιρεία, που διατηρούσε μονάδα επεξεργασίας σταφίδας στο ... . Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών αγόρασε από παραγωγούς της Κρήτης ποσότητες σταφίδας σουλτανίνας συνολικής αξίας 34.000.000 δραχμών κατά το παραγωγικό έτος 1999 - 2000 και συνολικής αξίας 14.000.000 δραχμών κατά το παραγωγικό έτος 2000 - 2001, δηλαδή αγόρασε ποσότητες σταφίδας σουλτανίνας συνολικής αξίας 48.000.000 δραχμών, τις οποίες όφειλε να πωλήσει και να παραδώσει στην παραπάνω εταιρεία. Ενόψει της κατάρτισης των συμβάσεων αυτών, στο ... σε μη επακριβώς καθορισθέντα χρόνο, αλλά πάντως οπωσδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος από τον μήνα Οκτώβριο 1999 έως 30.6.2002, (όπως ο χρόνος αυτός προσδιορίστηκε και διευκρινίσθηκε κατά την διενεργηθείσα συμπληρωματική ανάκριση), οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η εταιρεία τους ήταν αξιόχρεη και σε καλή οικονομική κατάσταση (βλ. ιδίως κατάθεση ...). Επιπλέον, για την πληρωμή του τιμήματος της πώλησης των παραπάνω ποσοτήτων σουλτανίνας κατά το παραγωγικό έτος 1999 - 2000 οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν στο όνομα της παραπάνω εταιρείας τους και σε διαταγή του εγκαλούντος την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 100.000 ευρώ επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, που τηρούσε η παραπάνω εταιρεία στην πληρώτρια τράπεζα, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.6.2002, την οποία και παρέδωσαν στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αθέμιτα από τον τελευταίο ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο της έκδοσης της, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να του το ανακοινώσουν, βάσει των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και της προηγούμενης συμπεριφοράς τους, ενόψει της διαρκούς συνεργασίας τους με αυτόν από την 1.1.1999. Με τους τρόπους αυτούς οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισαν τον παραπάνω εγκαλούντα ότι η εταιρεία τους ήταν αξιόχρεη και σε καλή οικονομική κατάσταση και ότι η παραπάνω επιταγή είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της, γεγονότα τα οποία ήταν ψευδή, αφού η εταιρεία αντιμετώπιζε ήδη οικονομικά προβλήματα, τα οποία οδήγησαν σε σύντομο χρόνο στην παύση της λειτουργίας της, και δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα για την κάλυψη της παραπάνω επιταγής κατά το χρόνο της έκδοσης της. Έτσι, οι κατηγορούμενοι έπεισαν τον εγκαλούντα να τους πωλήσει με πίστωση του τιμήματος και να τους παραδώσει με τις παραπάνω ιδιότητες τους τις προαναφερόμενες ποσότητες σταφίδας σουλτανίνας, ενέργεια στην οποία ουδέποτε θα προέβαινε, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι προσπόρισαν στην εταιρία τους, αλλά και στους εαυτούς τους ως μελών του δ.σ. της παραπάνω εταιρείας παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην άνευ αξιοχρέου ανταλλάγματος κάρπωση και εκμετάλλευση των ποσοτήτων σουλτανίνας που πωλήθηκαν σ' αυτούς, συνολικής αξίας 140.865,73 ευρώ, με ισόποση ζημία της περιουσίας του εγκαλούντος, ο οποίος τους πώλησε αγροτικά προϊόντα άνευ ανταλλάγματος, αφού και η παραπάνω επιταγή, αν και εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 7.7.2002, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων στον παραπάνω λογαριασμό, όπως προκύπτει και από την από 8.7.2002 βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας στην οπίσθια όψη του σώματος της επιταγής αυτής. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και ειδικότερα διά το ότι αυτοί παρέστησαν στον εγκαλούντα Ψ, έμπορο αγροτικών προϊόντων: α) ότι η εταιρεία τους ήταν αξιόχρεη και σε καλή οικονομική κατάσταση, ενώ γνώριζαν ότι αυτή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και β) ότι αυτή (ΑΕ) είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην ΕΤΕ, όταν εξέδωσαν σε διαταγή του την ... επιταγή, ποσού 100.000 ευρώ, σε χρέωση του ... λογαριασμού που τηρούσε η παραπάνω εταιρεία στην ΕΤΕ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-6-2002, για την πληρωμή του τιμήματος της πώλησης από αυτόν (εγκαλούντα) ποσοτήτων σουλτανίνας κατά το παραγωγικό έτος 1999-2000, που συνήψαν, με τις παραπάνω ιδιότητες τους, με τον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αθέμιτα από τον τελευταίο, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, ενόψει της διαρκούς συνεργασίας τους με αυτόν από την 1-1-1999, ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο έκδοσης της, και έτσι με τους τρόπους αυτούς έπεισαν αυτόν (Ψ) να τους πωλήσει με πίστωση του τιμήματος και να τους παραδώσει σουλτανίνα Κρήτης, συνολικής αξίας 34.000.000 δραχμών κατά το παραγωγικό έτος 2000 - 2001, δηλαδή αγροτικά προϊόντα συνολικής αξίας 48.000.000 δραχμών ή 140.865,73 ευρώ, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του με δική τους αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια, αφού ούτε το τίμημα κατέβαλαν ούτε η επιταγή, που εμφανίστηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα στις 7-7-2002, πληρώθηκε, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Εν συνεχεία δε, το εν λόγω Συμβούλιο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε τούτο, ως προς την ανωτέρω πράξη, αφού διώρθωσε αυτό, ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως. Όμως, με τις ως άνω παραδοχές, έχει εμφιλοχωρήση στο προσβαλλόμενο βούλευμα ασάφεια και αντίφαση, ως προς τον τρόπο τελέσεως της ανωτέρω απάτης, αφού το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου δέχεται ότι η αξιόποινη αυτή πράξη ετελέσθη, αφ' ενός μεν διά της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, αφ' ετέρου δε δι' αθεμίτου παρασιωπήσεως αληθούς γεγονότος, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, οι δύο αυτοί τρόποι δεν δύνανται να συνυπάρχουν, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως του άρθρ. 386 § 1 Π.Κ., η οποία παρεβιάσθη εκ πλαγίου, στερουμένου έτσι του προσβαλλομένου βουλεύματος νομίμου βάσεως. Συγχρόνως δε αυτό, λόγω της ως άνω ασαφείας και αντιφάσεως, στερείται και της υπό του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως. Η αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αορίστως προβαλλομένη, δηλαδή χωρίς να εκτίθεται εις τι συνίσταται αυτή, είναι απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906), οι δε λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το περί απάτης μέρος του, και να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 160/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, ως προς το περί απάτης μέρος του. Να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήναι 17 Μαρτίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 15-1-2009, 2-1-2009 και 19-1-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των : 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθμ. 160/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, είναι συναφείς μεταξύ τους γιατί περιέχουν τους ίδιους λόγους και γιαυτό πρέπει να συνεξεταστούν. Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721 της 3/3.6.1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της απάτης μπορεί να συντελεστεί με τρεις τρόπους, δηλαδή είτε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών είτε με αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη των αληθινών γεγονότων, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς. Ο δεύτερος τρόπος, σε αντίθεση με τον πρώτο, προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργεια του δράστη προγενέστερη ή σύγχρονη συγκαλυπτική της αλήθειας από τον άλλο, τον οποίο στη συνέχεια τον παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψή της. Ο τρίτος τρόπος, δηλαδή η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, συνιστά απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται με παράλειψη, την παράλειψη ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του. Τέτοια υποχρέωση ανακοίνωσης μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στο συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Βλάβη ξένης περιουσίας υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξάλλου, το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως. Για τη συντέλεση του εγκλήματος της απάτης πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της από αυτήν δημιουργηθείσας πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας, στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Επίσης, σε σχέση με τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο, πρέπει να αιτιολογείται ότι αυτός υπήρχε αφενός μεν μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς, στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς (πράξης ή παράλειψης ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, αφού, αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και άρα μετά συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (ΟλΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του καθενός από αυτούς. Εξάλλου για την τέλεση του εγκλήματος της απάτης κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος κατά τον οποίο ενέργησε ο δράστης, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών και είναι αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος που επιχειρήθηκε από τον παθόντα η ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Τέλος, λόγος αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 160/2008 βούλευμά του και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'ε ίδος αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΑΦΙΔΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και ειδικότερα ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1, αντιπρόεδρος του δ.σ., ο δεύτερος Χ2, πρόεδρος του δ.σ. και διευθύνων σύμβουλος και ο τρίτος Χ3, μέλος του δ.σ. που μετείχε ενεργά στη λειτουργία της εταιρείας και είχε άμεση ανάμιξη στη διαχείρισή της. Μεταξύ αυτών ως νομίμων εκπροσώπων της παραπάνω εταιρείας και του εγκαλούντος Ψ, ο οποίος ήταν έμπορος αγροτικών προϊόντων με έδρα το ..., συνήφθη το έτος 1999 εμπορική συμφωνία, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε ως αντιπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας την υποχρέωση να αγοράζει από παραγωγούς στο όνομά του και για λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας ποσότητες σταφίδας (σουλτανίνας), τις οποίες όφειλε να πωλεί και να παραδίδει στη συνέχεια στην παραπάνω εταιρεία, που διατηρούσε μονάδα επεξεργασίας σταφίδας στο ... . Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών αγόρασε από παραγωγούς της Κρήτης ποσότητες σταφίδας σουλτανίνας συνολικής αξίας 34.000.000 δραχμών κατά το παραγωγικό έτος 1999 - 2000 και συνολικής αξίας 14.000.000 δραχμών κατά το παραγωγικό έτος 2000 - 2001, δηλαδή αγόρασε ποσότητες σταφίδας σουλτανίνας συνολικής αξίας 48.000.000 δραχμών, τις οποίες όφειλε να πωλήσει και να παραδώσει στην παραπάνω εταιρεία. Ενόψει της κατάρτισης των συμβάσεων αυτών, στο ... σε μη επακριβώς καθορισθέντα χρόνο, αλλά πάντως οπωσδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος από τον μήνα Οκτώβριο 1999 έως 30.6.2002, (όπως ο χρόνος αυτός προσδιορίστηκε και διευκρινίσθηκε κατά την διενεργηθείσα συμπληρωματική ανάκριση), οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η εταιρεία τους ήταν αξιόχρεη και σε καλή οικονομική κατάσταση (βλ. ιδίως κατάθεση ...). Επιπλέον, για την πληρωμή του τιμήματος της πώλησης των παραπάνω ποσοτήτων σουλτανίνας κατά το παραγωγικό έτος 1999 - 2000 οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν στο όνομα της παραπάνω εταιρείας τους και σε διαταγή του εγκαλούντος την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 100.000 ευρώ επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, που τηρούσε η παραπάνω εταιρεία στην πληρώτρια τράπεζα, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.6.2002, την οποία και παρέδωσαν στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αθέμιτα από τον τελευταίο ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο της έκδοσής της, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να του το ανακοινώσουν, βάσει των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και της προηγούμενης συμπεριφοράς τους, ενόψει της διαρκούς συνεργασίας τους με αυτόν από την 1.1.1999. Με τους τρόπους αυτούς οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισαν τον παραπάνω εγκαλούντα ότι η εταιρεία τους ήταν αξιόχρεη και σε καλή οικονομική κατάσταση και ότι η παραπάνω επιταγή είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσής της, γεγονότα τα οποία ήταν ψευδή, αφού η εταιρεία αντιμετώπιζε ήδη οικονομικά προβλήματα, τα οποία οδήγησαν σε σύντομο χρόνο στην παύση της λειτουργίας της, και δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα για την κάλυψη της παραπάνω επιταγής κατά το χρόνο της έκδοσής της. Έτσι, οι κατηγορούμενοι έπεισαν τον εγκαλούντα να τους πωλήσει με πίστωση του τιμήματος και να τους παραδώσει με τις παραπάνω ιδιότητές τους τις προαναφερόμενες ποσότητες σταφίδας σουλτανίνας, ενέργεια στην οποία ουδέποτε θα προέβαινε, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι προσπόρισαν στην εταιρία τους, αλλά και στους εαυτούς τους ως μελών του δ.σ. της παραπάνω εταιρείας παράνομο περιουσιακό όφελος, που έγκειτο στην άνευ αξιοχρέου ανταλλάγματος κάρπωση και εκμετάλλευση των ποσοτήτων σουλτανίνας που πωλήθηκαν σ' αυτούς, συνολικής αξίας 140.865,73 ευρώ, με ισόποση ζημία της περιουσίας του εγκαλούντος, ο οποίος τους πώλησε αγροτικά προϊόντα άνευ ανταλλάγματος, αφού και η παραπάνω επιταγή, αν και εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 7.7.2002, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων στον παραπάνω λογαριασμό, όπως προκύπτει και από την από 8.7.2002 βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας στην οπίσθια όψη του σώματος της επιταγής αυτής. Κατόπιν τούτου δημιουργήθηκαν προβλήματα στις συναλλαγές των δύο πλευρών και για την αντιμετώπισή τους οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 ήρθαν σε επαφή με τον παραπάνω εγκαλούντα και στη συνέχεια ο δεύτερος από αυτούς Χ2, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας, υπέγραψε με τον παραπάνω εγκαλούντα το από 17.7.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό με τον τίτλο "αναγνώριση χρέους", από το οποίο προκύπτει ότι αυτός αναγνώρισε ρητώς τις παραπάνω οφειλές της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας, καθώς και την αιτία από την οποία προέρχονται, δηλαδή από την πώληση σταφίδας, υποσχέθηκε την εξόφληση της παραπάνω επιταγής έως τις 30.10.2002 και αποδέχθηκε στο όνομα της εταιρείας συναλλαγματική ποσού 41.085 ευρώ σε διαταγή του εγκαλούντος με ημερομηνία λήξεως την 30.10.2002. Εντούτοις, η εταιρεία των κατηγορουμένων δεν πλήρωσε τα χρέη της ούτε κατά την παραπάνω ημερομηνία, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή των χρεών αυτών, τα οποία εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Οι εκ των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 ισχυρίστηκαν κατά τις απολογίες τους ενώπιον του Ανακριτή Α' Τμήματος Κορίνθου ότι η παραπάνω επιταγή δεν ενσωματώνει πραγματική οφειλή της εταιρείας τους προς τον παραπάνω εγκαλούντα, αλλά δόθηκε για την εξασφάλιση του τιμήματος της πωλήσεως 330 τόνων σταφίδας παραγωγικού έτους 2001, υπό τον όρο της παράδοσης της ποσότητας αυτής εκ μέρους του εγκαλούντος εντός δεκαπέντε ημερών από την υπογραφή του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι η ύπαρξη ισόποσης οφειλής της εταιρείας τους αναγνωρίστηκε με το συμφωνητικό αυτό υπό την αίρεση της παράδοσης της παραπάνω ποσότητας εντός της ως άνω προθεσμίας, η οποία (αίρεση) όμως δεν πληρώθηκε, αφού ο εγκαλών ουδέποτε παρέδωσε την ποσότητα αυτή στην εταιρεία. Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, στις 17.7.2002 υπεγράφησαν τρία διαφορετικά ιδιωτικά συμφωνητικά. Και ναι μεν στο ένα από αυτά περιέχεται η συμφωνία για παράδοση 330 τόνων ξηράς σταφίδας σουλτανίνας παραγωγικού έτους 2001 εντός δεκαπέντε ημερών από την υπογραφή του και η ανάληψη της υποχρέωσης εκ μέρους του εγκαλούντος να καταρτίσει για λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας συμβάσεις για 565 τόνους σταφίδας παραγωγικού έτους 2002, με τη μνεία ότι για την εξασφάλιση του τιμήματος της πώλησης της τελευταίας αυτής ποσότητας παραδόθηκε στον εγκαλούντα συναλλαγματική ποσού 215.553 ευρώ λήξεως στις 30.11.2002, η οποία θα πληρωθεί με την παράδοση της συγκεκριμένης ποσότητας, πλην όμως το έγγραφο αυτό ουδεμία σχέση έχει με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό με τον τίτλο "αναγνώριση χρέους". Το τελευταίο αυτό έγγραφο, που υπέγραψε ο Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας, αφορά την επίμαχη οφειλή της τελευταίας προς τον εγκαλούντα από τις εκ μέρους του πωλήσεις προς την εταιρεία των κατηγορουμένων αγροτικών προϊόντων των παρελθόντων παραγωγικών ετών 1999 - 2000 και 2000 - 2001, συνολικού ποσού 48.000.000 δραχμών, αναφέρεται δηλαδή σε προϊόντα που είχαν παραδοθεί ήδη στην εταιρεία αυτή, χωρίς να διατυπώνεται οποιαδήποτε επιφύλαξη, αίρεση ή δισταγμός. Περαιτέρω, ισχυρίζονται οι ίδιοι κατηγορούμενοι ότι κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής των παραπάνω αξιόγραφων η εταιρεία τους δεν ήταν αναξιόχρεη, αλλά αντιθέτως βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση και είχε σημαντικό κύκλο εργασιών. Εντούτοις, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει εμμέσως, πλην σαφώς ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η εταιρεία αυτή αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τούτο προκύπτει ιδίως από την αδυναμία της να πληρώσει την παραπάνω επιταγή όχι μόνο κατά την ημέρα εμφάνισης της στην πληρώτρια τράπεζα (στις 7.7.2002), αλλά ούτε και κατά τη λήξη της προθεσμίας που χορηγήθηκε μετά την εμφάνιση της προς πληρωμή από τον εγκαλούντα, δηλαδή στις 30.10.2002. Ομοίως δεν μπόρεσε να πληρώσει ούτε το ποσό της συναλλαγματικής ποσού 41.085 ευρώ, που αποδέχθηκε η παραπάνω εταιρεία σε διαταγή του εγκαλούντος με ημερομηνία λήξεως την 30.10.2002. Εξάλλου, η παρατεταμένη αδυναμία πληρωμής σημαντικών ληξιπροθέσμων οφειλών της ως άνω εταιρείας, που άπτονται της άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, δεν οφειλόταν σε παροδικά οικονομικά προβλήματα, αλλά σε μόνιμη οικονομική αδυναμία. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι έπαυσαν τις εργασίες της το έτος 2002 και ίδρυσαν άλλο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΔΑΦΝΗ Α.Ε.". Πρέπει να σημειωθούν τέλος, σχετικά με τον χρόνο τέλεσης της παραπάνω περιγραφόμενης πράξης της απάτης, τα εξής: Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 102/2007 βούλευμα του Συμβουλίου σας, κρίθηκε αναγκαία η συμπλήρωση της κύριας ανάκρισης προκειμένου κυρίως να προσδιοριστεί ακριβέστερα το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο τελέστηκε η απάτη (η παράσταση δηλαδή των ψευδών περιστατικών και η αθέμιτη απόκρυψη των άλλων) και συγκεκριμένα να διευκρινισθεί το κρίσιμο για την υπόθεση στοιχείο, αν η πράξη που κατά το κατηγορητήριο φέρεται ότι έγινε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2002, έλαβε χώρα πριν ή μετά την 3-6-1999, ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2721/99, με τον οποίο για πρώτη φορά καθιερώθηκε η κακουργηματική απάτη με την μορφή που αποδίδεται στους εκκαλούντες (ζημία ανώτερη των 73.000 €). Ήδη, όπως προκύπτει από την από 9-4-2008 κατάθεση του εγκαλούντα που ελήφθη στα πλαίσια της διαταχθείσας συμπληρωματικής ανάκρισης και δεν αμφισβητήθηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, η πράξη τελέστηκε μέσα στο χρονικό διάστημα από τον μήνα Οκτώβριο 1999 έως 30-6-2002, γεγονός που σημαίνει ότι εν προκειμένω εφαρμογή έχει το άρθρο 386§3 Π.Κ. όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2721/99. Πρέπει συνεπώς να προσδιορισθεί ως ανωτέρω ο χρόνος τέλεσης της κακουργηματικής απάτης που αναφέρεται στο διατακτικό του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος από το εσφαλμένο 1-1-1999 έως 30-6-2002, στο ορθό: από τον μήνα Οκτώβριο 1999 έως 30-6-2002. Ο παραπάνω ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης, καίτοι έχει επίπτωση στην ταυτότητα της πράξης, είναι επιτρεπτός και δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, δεδομένου ότι ο ειδικότερος αυτός προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης περιλαμβάνεται εντός του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στο απαγγελθέν κατηγορητήριο κατά το οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη". Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για να δικαστούν για την ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής απάτης και αφού προσδιόρισε κατά τα άνω το χρόνο τελέσεως της εν λόγω πράξεως, απέρριψε τις εφέσεις κατά του υπ' αριθμ. 149/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου κατά το μέρος που παραπέμφθηκαν με αυτό οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν για την ως άνω πράξη. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενου βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για το αποδιδόμενο σ' αυτούς έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού μετά από συναπόφαση να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος: 1) παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η εταιρία τους ήταν αξιόχρεη και σε καλή οικονομική κατάσταση και έτσι τον έπεισαν να τους πουλήσει σουλτανίνα αξίας 34.000.000 δραχμών για το παραγωγικό έτος 1999-2000 και αξίας 14.000.000 δραχμών για το παραγωγικό έτος 2000-2001 και 2) παρέδωσαν στον εγκαλούντα τραπεζική επιταγή ποσού 100.000 ευρώ για την πληρωμή του τιμήματος της πωληθείσης σουλτανίνας του παραγωγικού έτους 1999-2000, παρασιωπώντας αθέμιτα ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα για την πληρωμή της και έτσι τον έπεισαν να δεχτεί την επιταγή αυτή για το ως άνω τίμημα, ενώ είχαν υποχρέωση να ανακοινώσουν σ' αυτόν την μη ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων, η οποία υποχρέωση απέρρεε από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τη διαρκή συνεργασία τους από 1-1-1999, αναφέρονται δε και τα περιστατικά της συνεργασίας αυτής. Επομένως η βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος ήταν αποτέλεσμα της ανωτέρω απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα η παράδοση σουλτανίνας συνολικής αξίας 48.000.000 δραχμών ήταν αποτέλεσμα της υπό στοιχείο 1 ψευδούς παράστασης και η αποδοχή της επιταγής προς πληρωμή του τιμήματος των 34.000.000 δραχμών ήταν αποτέλεσμα της υπό στοιχείο 2 αθέμιτης παρασιώπησης και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση ως προς τον τρόπο τελέσεως της απάτης ούτε ασάφεια ως προς αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της ζημίας του εγκαλούντος. Επίσης αναφέρεται και ο τρόπος με τον οποίο ωφελήθηκαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι καρπώθηκαν σουλτανίνα αξίας 48.000.000 δραχμών χωρίς να καταβάλουν τίμημα, πέρα από το ότι δεν ήταν απαραίτητη η ωφέλεια των κατηγορουμένων για την τέλεση της πράξεως, αλλά αρκούσε και η ωφέλεια ή η επιδίωξη της ωφέλειας μόνο της εταιρίας. Συνεπώς ορθά εφαρμόστηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ και δεν υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση αυτής με τη μορφή της αντιφάσεως και ασάφειας και έτσι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Επίσης σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 15-1-2009, 2-1-2009 και 19-1-2009 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 160/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Στοιχεία του εγκλήματος και τρόποι τελέσεως αυτού. Χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. Έννοια γεγονότος. Στοιχεία συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα των κατηγορουμένων εκπροσώπων ανώνυμης εταιρείας οι οποίοι αφενός παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η εταιρεία έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και είναι αξιόχρεη και τον έπεισαν να τους πουλήσει σουλτανίνα αξίας 48.000.000 δρχ. και αφετέρου παρασιώπησαν αθέμιτα ότι δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην Τράπεζα και τον έπεισαν να δεχτεί τραπεζιτική επιταγή για το τίμημα. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 2088/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 266/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "EMC ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 582/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 180/18.05.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' αρθρ. 485 §1 ΚΠΔ την με αριθμ. 56/30-3-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 266/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 548 /2008 έφεση του κατά του με αριθμ. 2543/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας με ποσό που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ και για πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση με ποσό που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πληρεξούσιο του κατηγορουμένου που είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία προσαρτάται στην αίτηση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβασης εξουσίας ( αρθρ. 484 §1 δ, β και στ, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση Το προσβαλλόμενο βούλευμα, Δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι αφ'ενός μεν δεν περιέχει δικές του σκέψεις αλλά αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα η οποία δεν προβαίνει στην αναλυτική έκθεση των αποδεικτικών στοιχείων άλλα αναφέρεται στο περιεχόμενο του πρωτόδικου βουλεύματος στο οποίο παραπέμπει χωρίς να το ενσωματώνει, δεν περιέχει αιτιολογία σχετικά με την κατ'εξακολούθηση τέλεση της πράξης της υπεξαίρεσης και δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος χωριστά. Εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 §1-3 ΠΚ και τον παρέπεμψε για να δικαστεί και για την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση η οποία δεν στοιχειοθετείται γιατί οι αποδιδόμενες σ'αυτόν επί μέρους πράξεις της υπεξαίρεσης διατηρούν την αυτοτέλεια τους και λόγω του ποσού τους είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και έχουν υποπέσει σε παραγραφή λόγω παρόδου πενταετίας από τής τέλεσης τους και ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε τον ισχυρισμό του για εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω του ότι με την από 3-4-2007 εξώδικη πρόσκληση δήλωση του προς την παθούσα δήλωσε ότι προτίθεται να της αποδώσει ολόκληρο το ποσό των 520.000 ευρώ το οποίο φερόταν ότι την είχε ζημιώσει μέχρι την ημερομηνία αυτή και ότι συνήνεσε να διαταχθεί συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του και ότι η παθούσα αρνήθηκε και περαιτέρω αναφέρει ότι το βούλευμα εσφαλμένα εκτίμησε και υπήγαγε την δήλωση του αυτή στη διάταξη του άρθρου 379 §2 ΠΚ και όχι στην διάταξη του άρθρου 379 §1 ΠΚ η οποία και έπρεπε να εφαρμοστεί. Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν ευρίσκεται σε ξένη με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται, χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (τελ. εδάφιο της παρ. 1 άρθ. 375 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α ν. 2721/1999). Ακόμη η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτή του διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθ. 375 παρ. 2, όπως η παρ. αυτή αντικατ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996). Την εξουσία αυτή μπορεί να την αντλεί από το νόμο ή τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η de facto άσκηση αυτής (ΑΠ 46/1998, ΑΠ 666/2001). Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, και ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό ότι υπάρχει επιβαλλόμενη αιτιολογία και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν με την προϋπόθεση ότι στην πρόταση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και την προανάκριση και από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Όταν δε ασκείται έφεση κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος από τον κατηγορούμενο, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο έχει μεν την δυνατότητα να στηρίξει τις δικές του σκέψεις και να παραπέμψει συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν συγχωρείται όμως το Συμβούλιο να μην διαλάβει τίποτε για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες αποφάνθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις βάσει των οποίων υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε γιατί με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και το Συμβούλιο με τον τρόπο αυτό απεκδύεται της επιβαλλομένης σ' αυτό προβλεπόμενης από το νόμο δευτέρου βαθμού κρίσης η οποία έχει ανάγκη από δική της αιτιολογία για την αντιμετώπιση των παραπόνων του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής κρίσης του πρωτοβάθμιου Συμβουλίου (ΑΠ 678/2006, ΑΠ 236/2005, ΑΠ 678/2006, ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 2253/2002, ΑΠ 1155/2000 ΑΠ 711/2000) Στην προκειμένη περίπτωση κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση από διαχειριστή ξένης περιουσίας ποσού μεγαλυτέρου των 73.000 ευρώ και για πλαστογραφία με χρήση κατ εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ από τα ανέλεγκτα δε γενόμενα κατ' ουσία δεκτά προέκυψαν τα ακόλουθα Ο αναιρεσείων υπάλληλος επί δανεισμώ της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΑΕ (ΕΑΒ) της οποίας ήταν προϊστάμενος των οικονομικών υπηρεσιών στην θυγατρική της εταιρείας EMC EΛΛΑΣ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και την εν γένει οικονομική διαχείριση με περισσότερες πράξεις αναλήψεις μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος WEB -BANΚING, πλέον των 250, ανέλαβε, μετέφερε και κατέθεσε από τον με αριθμ. τραπεζικό λογαριασμό ... που η εγκαλούσα διατηρούσε στην τράπεζα ΑΛΦΑ BANK και τον οποίο χειριζόταν ο αναιρεσείων στον με αριθμ. ... προσωπικό του λογαριασμό και στον με αριθμ. ... κοινό λογαριασμό με την σύζυγο του με 4 καταθέσεις, και σε άλλο κοινό λογαριασμό με την σύζυγο του που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα με 10 καταθέσεις, και στον λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα με 15 καταθέσεις ποσά ύψους 358.000 περίπου ευρώ τα οποία ενσωμάτωσε στην δική του περιουσία Ωσαύτως με τον ίδιο τρόπο ανέλαβε από το παραπάνω λογαριασμό της παθούσας και κατέθεσε σε λογαριασμό τρίτων για λογαριασμό του διάφορα ποσά τα οποία και αυτά ενσωμάτωσε στην δική του περιουσία και συγκεκριμένα στον τραπεζικό λογαριασμό τής ΑΑ στην ΑΛΦΑ BANK με 62 καταθέσεις το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ στον λογαριασμό της δικηγόρου του ΒΒ με 12 καταθέσεις το ποσό των 7.611 ευρώ, στον λογαριασμό τής εταιρείας μίσθωσης αυτοκινήτων AUTO BEST 43.107,36 ευρώ. Επίσης με τον τρόπο αυτό επέστρεψε στην εγκαλούσα το από αυτόν οφειλόμενο σ'αυτή ποσό των 1.000 ευρώ, όπως επίσης επέστρεψε και στην εργαζόμενη στην εγκαλούσα εταιρεία υπάλληλο ΓΓ το ποσό των 1.000 ευρώ το οποίο της όφειλε και το οποίο ανέλαβε από τον παραπάνω λογαριασμό όπως επίσης ανέλαβε για δήθεν εξόφληση ανύπαρκτων λογαριασμών της εγκαλούσας το ποσό των 169.000 ευρώ το οποίο ιδιοποιήθηκε ήτοι συνολικά με τον παραπάνω τρόπο ανέλαβε από τον λογαριασμό της εγκαλούσας συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ περίπου κατά το επίδικο διάστημα το οποίο και ιδιοποιήθηκε. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται αναλυτικά όλη η κίνηση των αναλήψεων και καταθέσεων όπως και οι λογαριασμοί στους οποίους ο αναιρεσείων μετέφερε και κατέθεσε τα χρηματικά ποσά τα οποία ανέλαβε όπως επίσης αναφέρονται ονομαστικά και οι μάρτυρες από τις καταθέσεις των οποίων προέκυψε η δραστηριότητα του όπως επίσης και η χρονολογική σειρά των επί μέρους πράξεων του οι οποίες στο σύνολο τους υπερβαίνουν σε αριθμό τις 380 αναλήψεις και καταθέσεις, αριθμός ο οποίος καταδεικνύει το ότι ο αναιρεσείων ενήργησε βάσει σχεδίου και την επιτυχία του όσο μεγαλυτέρου οφέλους μπορούσε να έχει στο οποίο συνολικά από την αρχή απέβλεπε. Περαιτέρω ως προς την πράξη της πλαστογραφίας ο αναιρεσείων στην αναίρεση του δεν αναφέρει, δεν εκθέτει και δεν αναπτύσσει ιδιαίτερους λόγους οι οποίοι να προσιδιάζουν στο σκέλος αυτό ώστε βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι για την πράξη αυτή δεν υφίσταται υποχρέωση απάντησης αφού δεν υπάρχει αναιρετικός λόγος αν και πρέπει ν'αναφερθεί ότι και η πράξη αυτή εκτίθεται με όλα τα στοιχεία της όπως επίσης περιέχεται πλήρης και σαφής αιτιολογία. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφή πλήρη, κατά τρόπο ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ορθά ερμηνεύτηκαν και ορθά εφαρμόστηκαν οι ποινικές διατάξεις βάσει των οποίων ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, όπως επίσης απάντησε και επί του ισχυρισμού για την εξάλειψη του αξιοποίνου κατά τις διατάξεις του άρθρου 379 §2 ΠΚ και για το οποίο ουδόλως τίθεται θέμα λόγω του ότι από τον αναιρεσείοντα δεν έγινε επιστροφή του ποσού και πλήρης ικανοποίηση της παθούσας αλλά και διότι η κατηγορία είναι σε βαθμό κακουργήματος, όπως επίσης δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 379 §1 όπως αναφέρει ο αναιρεσείων γιατί σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 του ΠΚ, το αξιόποινο της υπεξαίρεσης εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα, γεγονός το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έλαβε χώρα διότι ούτε επιστροφή όλου του ποσού έγινε, ούτε εντελής ικανοποίηση της παθούσας έγινε πριν εξετασθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο ο αναιρεσείων δεδομένου ότι για την εξάλειψη του αξιόποινου της υπεξαίρεσης λόγω εμπράκτου μετανοίας που επικαλείται, και η οποία συνιστά προσωπικό λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου που ζημιώθηκε, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση και βούληση του δράστη, (ΑΠ 1703/2001 ΑΠ 1144/1998). Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν'απορριφθεί. Διά ταύτα Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. 56/30-3-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 266/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και, Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα την 15-5-2009 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" . Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α του Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματώνεται αντικειμενικά με την από το δράστη παράνομη, χωρίς δηλαδή τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ'αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου εν όλω ή εν μέρει κινητού πράγματος, που περιήλθε ή βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του, υποκειμενικά δε με τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Α.Κ. και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Για την κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως απαιτείται επί πλέον το αντικείμενο αυτής είτε να υπερβαίνει η αξία του το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) κατά το οριζόμενο στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 β' του ν. 2721/1999, είτε να είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας και να το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο ανάγκης ή λόγω των περιοριστικά αναφερομένων στην παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, ιδιοτήτων αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Επιβαρυντική περίσταση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως υπάρχει κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 εδάφιο β' του Π.Κ., όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 β' του ν. 2721/1999, όταν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Ως διαχειριστής νοείται αυτός που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως τούτου, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχειρίσεως "εν τοις πράγμασι". Κατοχή, κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. που διαφέρει στην προκειμένη περίπτωση της αντίστοιχης έννοιας του άρθρου 974 Α.Κ., δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. Αν πρόκειται για χρήματα, που επίσης μπορεί να είναι υλικό αντικείμενο υπεξαιρέσεως, η απόκτηση της κατοχής τους υπό την παραπάνω έννοια δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική μεταφορά τους είτε στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη σε Τράπεζα, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα ανάληψής τους κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", είτε με τη λογιστική μεταφορά τους σε κοινό λογαριασμό κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 5638/1932 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 951/1971 στον οποίο ο δράστης είναι συνδικαιούχος με δικαίωμα αναλήψεως χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων των κατατεθειμένων σ'αυτόν χρημάτων, είτε σε τραπεζικό λογαριασμό τρίτου από τον οποίο θα αναλαμβάνονταν τα κατατιθέμενα από τον δράστη χρήματα με βάση τη μεταξύ των έννομη σχέση. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1, 3 του Π.Κ., το εδάφιο α' της παρ. 3 ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2721/1999, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παραγράφων 1-2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ευρώ 73.000). Για τη συγκρότηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας η κατάρτιση πλαστού εγγράφου συντελείται με την εκ μέρους του δράστη έκδοση του εγγράφου στο όνομα άλλου ως εάν είχε από τον άλλο καταρτισθεί και εκδοθεί ή με την κατ' απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε υπάρχον έγγραφο ή με την κατάχρηση της εν λευκώ υπογραφής άλλου. Η νόθευση συνίσταται στην αλλοίωση του περιεχομένου γνησίου κατ' αρχήν εγγράφου είτε από τρίτο πλην του εκδότη, πρόσωπο, είτε από τον ίδιο τον εκδότη όταν δεν έχει πλέον εξουσία μεταβολής της έννοιας του εγγράφου, διότι προέκυψε δικαίωμα τρίτου στη διατήρηση του αρχικού περιεχομένου. Στη νόθευση απαιτείται υλική επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, ενώ για τη θεμελίωση της προβλεπομένης στην παρ. 3 εδαφ. α του άρθρου 216 Π.Κ. βαρύτερης μορφής της πράξης, που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται, πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Περαιτέρω από το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 Π.Κ. όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3/6/1999, προκύπτει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθησιν, αν όλες οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν μετά την ισχύ του ν. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, αρκεί και λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν βέβαια ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 Π.Κ. το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου, το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. Από τη διάταξη αυτή και εξ αντιδιαστολής της από τη διάταξη της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαρισθεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του, συνάγεται ότι η έμπρακτη μετάνοια, που καθιερώνεται από την πρώτη παράγραφο ως λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου της υπεξαιρέσεως, έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή υπεξαιρέσεως, οποιοδήποτε χαρακτήρα και αν φέρει αυτή, πλημμελήματος ή κακουργήματος. Η μερική απόδοση ή ικανοποίηση του ζημιωθέντος κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 379 Π.Κ. αποτελεί λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου και μείωσης της ποινής κατά το αντίστοιχο μέρος αν έγινε πριν ο δράστης εξεταστεί από την Αρχή με την ελεύθερη βούλησή του δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως και δεν πρέπει να οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του αίτια, διότι τότε δεν υπάρχει η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της ρυθμίσεως αυτής της διάταξης. Η ικανοποίηση του ζημιωθέντος (εντελής ή μερική) μπορεί να γίνει και με την κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων (ζημιωθέντος και υπαιτίου ή τρίτου), με την οποία καταργείται η εκ του αδικήματος αξίωση και αντικαθίσταται με νέα (ανανέωση). Δεν επέρχεται δε κατάργηση της εκ του αδικήματος ενοχής και σύσταση νέας με την εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου του υποχρέου ή με την παροχή άδειας από το δικαστήριο στον ζημιωθέντα για εγγραφή προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου του υποχρέου ή η κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του τελευταίου. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα άνω περιστατικά και τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις στις οποίες στηρίζεται η παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιούμενη με τον τρόπο αυτόν αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία εκυρώθη με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρ. 28 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης που υπεγράφη στο Στρασβούργο την 21.11.1984 και εκυρώθη με το ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική πράξη να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσεώς του από εμπειρότερους δικαστές, ούτε προσκρούει στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του όπως νόμος ορίζει. Στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προσβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς δηλαδή σ'αυτούς που κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής, όπως είναι ο στηριζόμενος στο ανωτέρω άρθρο 379 παρ. 1 Π.Κ. ισχυρισμός που οδηγεί σε εξάλειψη του αξιοποίνου, αρκεί να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη ώστε να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να τον δεχθεί ή να τον απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος, λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην Εισαγγελική Πρόταση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, που ήταν υπάλληλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (Ε.Α.Β.) είχε διατεθεί από την αρχική εργοδότριά του εταιρεία για να παρέχει την εργασία του με δανεισμό στην θυγατρική εταιρεία της με την επωνυμία "Ε.Μ.C. ΕΛΛΑΣ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ" από την οποία υποβλήθηκε η από 31.1.2007 έγκληση εξ αφορμής της οποίας ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών του στην άνω εγκαλούσα εταιρεία στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 1/2/2007 ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος του λογιστηρίου επιφορτισμένος να τηρεί τα λογιστικά βιβλία της και να ενεργεί εν γένει την οικονομική διαχείριση στην επιχείρησή της στα πλαίσια της οποίας πραγματοποιούσε ηλεκτρονικά τις συναλλαγές της εγκαλούσας εταιρείας με τρίτους που αφορούσαν χρεώσεις και πιστώσεις στον υπ' αριθμό ... λογαριασμό καταθέσεων που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην τράπεζα ALPHA BANK. Εντός του άνω διαστήματος ο αναιρεσείων ενεργώντας με πρόθεση ιδιοποιήθηκε διάφορα χρηματικά ποσά της εγκαλούσας εταιρείας (EMC HELLAS) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με διάφορους τρόπους και ειδικότερα 1) με ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών κατά το χρονικό διάστημα από 13.1.2003 έως και τις 30/11/2006 με περισσότερες επί μέρους πράξεις μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος WEB - BANKING, τον χειρισμό του οποίου από τα γραφεία της εγκαλούσας είχε ο κατηγορούμενος, από τον ... τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK όπως οι επί μέρους πράξεις ανάληψης απεικονίζονται κατά ημερομηνίες και μερικότερα υπεξαιρεθέντα ποσά στους παρακάτω πίνακες και τα οποία μετέφερε μέσω του προαναφερομένου ηλεκτρονικού συστήματος διατραπεζικών συναλλαγών, χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας εταιρείας και εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων της οπωσδήποτε δε άνευ δικαιώματος, από αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας που χρεωνόταν και κατέθεσε αφ' ενός στον υπ' αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια Τράπεζα ο εγκαλών με τη σύζυγό του ΔΔ και αφ' ετέρου στον υπ' αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος με συνδικαιούχο την άνω σύζυγό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ιδιοποιούμενος με αυτόν τον τρόπο παράνομο το συνολικό ποσό των 343.996,92 ευρώ. (ΠΑΡΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ Α-1, Α-2, Α-3, Α-4, Α-5, Α-6, Η, Δ). 2) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 4/4/2003 έως και τις 23/12/2005 με περισσότερες επί μέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όπως αυτές αναλυτικά απεικονίζονται κατά ημερομηνίες και μερικότερα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά στον παρακάτω πίνακα, μετέφερε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος WEB-BANKIΝG χωρίς τη συναίνεση της άνω εγκαλούσας εταιρείας, εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων αυτής και άνευ δικαιώματος, από τον ίδιο ανωτέρω αναφερόμενος τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK τα παρακάτω χρηματικά ποσά και τα κατέθεσε αφ' ενός στον υπ'αριθμό ... προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και αφ' ετέρου, όσον αφορά επί μέρους χρηματικό ποσό 1.000 ευρώ, στον υπ' αριθμό ... προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα EFG EUROBANK ιδιοποιούμενος με τον τρόπο αυτόν παράνομα το συνολικό ποσό των 14.968,92 ευρώ. (ΠΑΡΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ Β, Γ). 3) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 8/4/2003 έως και τις 5/10/2006 με περισσότερες επί μέρους πράξεις, όπως αυτές αναλυτικά απεικονίζονται κατά ημερομηνίες και επί μέρους υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά στον παρακάτω πίνακα, μετέφερε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος WEB BANKING, χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας εταιρείας και εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων της, οπωσδήποτε, δε άνευ δικαιώματος, από τον ανωτέρω αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK, τα παρακάτω χρηματικά ποσά και κατέθεσε αυτά για λογαριασμό του στον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό της ΑΑ που ετηρείτο στην Τράπεζα ALPHA BANK, ιδιοποιούμενος έτσι παράνομα το συνολικό ποσό των 150.419 ευρώ. (ΠΑΡΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ Ε-1, Ε-2). 4) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 29/10/2003 έως τις 18/10/2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όπως αυτές αναλυτικά απεικονίζονται κατά ημερομηνίες και επί μέρους υπεξαιρεθέντα ποσά στον παρακάτω πίνακα, μετέφερε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος WEB-BANKING, χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας εταιρείας και εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων της, οπωσδήποτε δε άνευ δικαιώματος, από τον ανωτέρω αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK, τα παρακάτω χρηματικά ποσά που κατέθεσε αυτά στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό της δικηγόρου του Πατεραντωνάκη, που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για λογαριασμό του, ιδιοποιούμενος με αυτόν τον τρόπο παράνομα το συνολικό ποσό των ευρώ 7.611. (ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΤ). 5) Κατά το χρονικό διάστημα από 5/6/2003 έως και 12/1/2007 με περισσότερες επί μέρους πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όπως αυτές αναλυτικά απεικονίζονται κατά ημερομηνία και επί μέρους υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά στους παρακάτω πίνακες, μετέφερε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος WEB-BANKING, χωρίς τη συναίνεση της ανωτέρω εγκαλούσας εταιρείας και εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων της, οπωσδήποτε δε άνευ δικαιώματος από τον προαναφερθέντα ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK, τα παρακάτω χρηματικά ποσά και κατέθεσε τα ποσά αυτά στους παρακάτω αναφερομένους, στους παρατιθέμενους πίνακες, τραπεζικού λογαριασμούς της εταιρείας μισθώσεως αυτοκινήτων AUTO BEST, για λογαριασμό του, ιδιοποιούμενος έτσι παράνομα το συνολικό ποσό των 43.107,30 ευρώ. (ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ Ζ)ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ AUTOBEST στα οποία περιλαμβάνονται ποσά που αφορούν ενοικίαση αυτοκινήτου του Χ. ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΟΣΟ ΧΡΕΩΣΗΣ ΠΟΣΟ ΙΔΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΤΟΣ............. 24/1/03 177.00 177,00 2003............. 09/12/03 2.080,98 929,24............. 13/01/04 1.728,70 577,02 2004............. 10/02/04 1.728,70 577,02............. 24/02/04 177,00 177,00 ............. 08/03/04 1.728,70 577,02 ............. 08/04/04 1.728,70 577,02............. 05/05/04 1.728,70 577,02ΣΥΝΟΛΟ 4.168,34ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ AUTOBESTΠΛΗΡΩΜΕΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΩΘΗΚΑΝ ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ 33.000,00ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΟΥ κ. Χ (συννημ. καρτέλα) 5.939,02 ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ 43.107,36. 6) Στις 11/10/2006 ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των ευρώ 1.000 από την εγκαλούσα εταιρεία, καθόσον ενώ είχε δανεισθεί ο ίδιος ο αναιρεσείων στις αρχές Οκτωβρίου 2006 από την εγκαλούσα το ποσό των 1.000 ευρώ, επέστρεψε σ'αυτήν το εν λόγω ποσό όχι από δικά του χρήματα αλλά αφού ανέλαβε το ισόποσο χωρίς δικαίωμα από τον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK. 7) Σε μη επακριβώς προδιορισθείσα ημερομηνία πάντως περί τα τέλη του έτους 2006 ενώ είχε ο αναιρεσείων εισπράξει από την εναγόμενη στην εκκαλούσα εταιρεία ΓΓ το ποσό των 1.000 ευρώ ως επιστροφή μέρος δανείου ύψους 2.000 ευρώ που είχε χορηγηθεί σ' εκείνην από την εγκαλούσα, παρακράτησε αυτό το χρηματικό ποσό ο αναιρεσείων για τον εαυτό του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. 8) Σε άγνωστη ημερομηνία εντός πάντως του χρονικού διαστήματος από 1/1/2003 έως την 1/2/2007, με επί μέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ανέλαβε ο αναιρεσείων από τον λογαριασμό διαθεσίμων της εγκαλούσας εταιρείας διάφορα χρηματικά ποσά που ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 169.269,01 ευρώ υπό το πρόσχημα εξόφλησης ανύπαρκτων συναλλαγών της εγκαλούσας για τις οποίες δεν βρέθηκαν παραστατικά που να τις δικαιολογούν ή να τις αποδεικνύουν και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό. 9) Κατά το χρονικό διάστημα από 12/11/2003 έως τις 8/11/2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος αφού εξέδωσε πρώτα τα εξής τιμολόγια: α) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 4.248 ευρώ, β) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 8.024 ευρώ, γ) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 4.956 ευρώ, δ) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 5.664 ευρώ, ε) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 7.080 ευρώ, στ) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 6.844 ευρώ, ζ) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 8.024 ευρώ. η) το υπ' αριθμ. ..., αξίας 8.000 ευρώ και θ) του υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, αξίας 8.496 ευρώ, άπαντα της εταιρείας με την επωνυμία "MJP Συμβουλευτική Ανάπτυξη Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" της οποίας ο ήδη αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, συνολικής δε αξίας 61.336,40 ευρώ, τα οποία απεικόνιζαν ανύπαρκτες συναλλαγές, ήτοι παροχή υπηρεσιών από την άνω εταιρεία του προς την εγκαλούσα εταιρεία, στη συνέχεια καταχώρησε ο ίδιος στα βιβλία της τελευταίας αυτά τα παραστατικά και προέβαινε σε εξόφληση των εν λόγω τιμολογίων προς την εταιρεία του χωρίς δικαίωμα, αφαιρώντας από το Ταμείο της εγκαλούσας τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, τα οποία ιδιοποιήθηκε αυτός παρανόμως. Το σύνολο δε των ιδιοποιηθέντων παρανόμως από τον αναιρεσείοντα με τις άνω επί μέρους πράξεις του ποσών από την περιουσία της εγκαλούσας ανήλθαν σε 792.708,61 ευρώ. Επίσης το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι από τα άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο αναιρεσείων εντός του χρονικού διαστήματος από 1/1/2003 έως 1/2/2007, μία φορά κάθε μήνα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα ως δήθεν προερχόμενα από την Τράπεζα ALPHA BANK στην οποία ετηρείτο ο προαναφερθείς τραπεζικός λογαριασμός της εγκαλούσας εταιρείας, τα οποία απεικόνιζαν πλασματική κίνηση, του λογαριασμού αυτού και το διαθέσιμο μηνιαίο υπόλοιπο αυτού, νόθευσε δε επί πλέον τις μηνιαίες ενημερώσεις από τη λειτουργία της κινήσεως των τραπεζικών λογαριασμών της εγκαλούσας εταιρείας στην ανωτέρω Τράπεζα και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων με την επίδειξη αυτών στους υπεύθυνους της εγκαλούσας και σκοπεύοντας με την συμπεριφορά του αυτήν να παραπλανήσει τους ανωτέρω αρμοδίους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας για το συνεπαγόμενο έννομες συνέπειες γεγονός ότι το λογιστικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού της εγκαλούσας εταιρείας ήταν διαφορετικό και δεν παρουσίαζε έλλειμμα αντίστοιχο με τα ποσά που παρανόμως παρακρατούσε ο ίδιος και είχε ιδιοποιηθεί αυτός. Με την κατάρτιση των άνω πλαστών εγγράφων δε και την νόθευση των ενημερωτικών μηνιαίας κίνησης τραπεζικών λογαριασμών της εγκαλούσας στην Τράπεζα ALPHA BANK καθώς και με τη χρήση αυτών είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ο αναιρεσείων παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με ποσό 792.708,61 ευρώ συγκαλύπτοντας ταυτοχρόνως τις προηγουμένως τελεσθείσες επί μέρους πράξεις υπεξαίρεσης, με ισόποση βλάβη της εγκαλούμενης εταιρείας. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση που περιέχει τις αναγκαίες αναφορές, έγινε δεκτό ότι προέκυπτε από το σύνολο των εγγράφων που είναι στη δικογραφία και τις αναφερόμενες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ότι ο ήδη αναιρεσείων με περισσότερες από μία πράξεις που τέλεσε κατά το από 1/1/2003 έως 1/2/2007 χρονικό διάστημα εκδήλωνε την πρόθεση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που αναλάμβανε από το λογαριασμό που τηρούσε η εγκαλούσα εταιρεία στην Τράπεζα ALPHA BANK και φρόντιζε να μεταφερθούν στους άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς δικαιούχος ή συνδικαιούχος των οποίων ήταν ο ίδιος καθώς και σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων, των χρημάτων που ανέλαβε από τον άνω τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας προς εξόφληση δανειακής του υποχρεώσεως προς την εγκαλούσα και των χρημάτων που ανέλαβε με πρόσχημα εξόφλησης μη υπαρκτών συναλλαγών της εγκαλούσας με τρίτους και με την μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Επιτρεπόταν δε στην προκειμένη περίπτωση, που οι μερικότερες πράξεις υπεξαιρέσεως τελέσθηκαν από 1/1/2003 έως 1/2/2007, να ληφθεί υπόψη, για την αξία του αντικειμένου της αξιόποινης αυτής πράξεως ως κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης και για τον χαρακτήρα της ως κακουργηματικής, το άθροισμα των ποσών που ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο κατηγορούμενος με τις επί μέρους πράξεις. Δεν καθίστατο χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου από την εφαρμογή δυσμενεστέρων, από προηγουμένως ισχύουσες, διατάξεων ούτε καταλυόταν ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση για διατήρηση της αυτοτελείας κάθε μιας των μερικότερων πράξεων που συγκροτούσαν τα κατ' εξακολούθηση εγκλήματα που του αποδίδονταν ως προς την παραγραφή των και το χαρακτηρισμό των ως πλημμελημάτων ή κακουργημάτων αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης. Κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων εφαρμόζονταν το άρθρο 375 Π.Κ., όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του ν. 2721/1999, που ίσχυε από 3.6.1999 αλλά και το άρθρο 216 Π.Κ. όπως είχε τροποποιηθεί η παράγραφος 3 αυτού με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2721/1999 καθώς και το άρθρο 98 Π.Κ. μετά την προσθήκη σ'αυτό με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999 της παρ. 2. Δέχθηκε έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προέκυπτε από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο κατηγορούμενος απέβλεπε από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της υπεξαίρεσης στην περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του ιδίου. Προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο τρόπος που είχε επιλέξει και ενεργούσε ο κατηγορούμενος, με τις διαδοχικές αναλήψεις εντός του άνω διαστήματος τεσσάρων ετών και τις μεταφορές των επί μέρους ποσών, που κυμαίνονταν από 100 ευρώ έως 3000 ευρώ κάθε φορά, από τον λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας στους άλλους λογαριασμούς καταθέσεων του ιδίου ή τρίτων που έφθασαν τις 389 πράξεις διακίνησης και που έγιναν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διενεργείας τραπεζικών συναλλαγών (WEB BANKING) και ο τρόπος συγκάλυψης των ενεργειών του ώστε να μην εμφανίζεται το πραγματικό λογιστικό υπόλοιπο του άνω τραπεζικού λογαριασμού της εγκαλούσας εταιρείας με έλλειμμα αντίστοιχο προς τα ποσά που είχε παρανόμως αυτός ιδιοποιηθεί και συνέχιζε να προσπορίζει στον εαυτό του από χρήματα του λογαριασμού διαθεσίμων της εγκαλούσας με αναληθή και παραπλανητικά παραστατικά και εγγραφές ή και άνευ δικαιολογητικών εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσας μέχρι να αποκαλυφθεί τυχαίως στις 31.1.2007 η σημαντική διαφορά του υπολοίπου του ταμείου της εταιρείας αυτής στην οποία ο αναιρεσείων παρείχε τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος του λογιστηρίου και της οικονομικής της διαχείρισης. Από τα περιστατικά, που προέκυπταν από τα αναφερόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα, έγινε δεκτό ότι οι περισσότερες ομοειδείς πράξεις του ήδη αναιρεσείοντος τελούσαν σε ενότητα εγκληματικής απόφασης ως εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι προέκυπτε ακόμη ότι αποσκοπούσε ο ήδη αναιρεσείων ως δράστης των αποδιδομένων πράξεων στη συνολική από 792.708,61 ευρώ αξία του αντικειμένου των επί μέρους πράξεων με τις οποίες εκδήλωνε αυτός την πρόθεσή του για ιδιοποίηση κάθε μερικοτέρου ποσού. Από τα αναφερόμενα στους παρατιθέμενους στο προσβαλλόμενο βούλευμα πίνακες στοιχεία ως προς τον αριθμό κάθε συναλλαγής, την ημερομηνία και ώρα καταχώρησής των μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος τραπεζικών συναλλαγών, την ημερομηνία εκτελέσεως κάθε επί μέρους συναλλαγής, το είδος και το ποσό κάθε συναλλαγής και την αιτιολογία χρέωσης του τραπεζικού λογαριασμού της εγκαλούσας για κάθε πράξη ανάλογα με τις διαβιβαζόμενες από τον αναιρεσείοντα εντολές, δεν έπεται ότι παρέλειψε το Συμβούλιο να εκτιμήσει αποδεικτικά μέσα από τα οποία να εδικαιολογείτο να οδηγηθεί σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την άνω κρίση του. Το Συμβούλιο απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του με βάση τα παραπάνω τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ενεργούσε ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονταν και δεν μπορούσε να καλύψει αυτός από έλλειψη οικονομικής δυνατότητάς του, τις επιμέρους αναλήψεις χρημάτων από τον λογαριασμό που τηρούσε η εγκαλούσα στην Τράπεζα ALPHA BANK και ότι δεν απέβλεπε αυτός, από το ότι, δεν ήταν δυνατό να προβλέψει από πριν την ύπαρξη αναγκών του ώστε να αποφασίσει για την ικανοποίησή των εξ αρχής με τις επί μέρους αυτές πράξεις αναλήψεων στο αποτέλεσμα που επήλθε. Δεν ετίθετο θέμα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 379 παρ. 1 Π.Κ. από το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα με αυτά που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στην έφεσή του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος αφού δεν δέχθηκε το Συμβούλιο ότι εχώρησε ούτε μερική απόδοση των υπεξαιρεθέντων ούτε εντελής ή μερική ικανοποίηση της ζημιωθείσης εταιρείας είτε με καταβολή αποζημίωσης από τον υπαίτιο είτε με κατάρτιση μεταξύ αυτής και του δράστη συμβάσεως με την οποία να καταργήθηκε η εκ του αδικήματος της υπεξαίρεσης αξίωση της εγκαλούσας εταιρείας και να αντικαταστάθηκε με νέα κατά την έννοια του άρθρου 436 Α.Κ. Με βάση τα άνω περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας ποσού μεγαλύτερου των 73.000 ευρώ και της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' από υπαίτιος που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ που τελέστηκαν στην Αθήνα από 1ης Ιανουαρίου 2003 έως 1ης Φεβρουαρίου 2007. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 2543/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που όπως παραπάνω αναφέρθηκε υπάρχει και στην προκειμένη περίπτωση αναφοράς του Συμβουλίου Εφετών εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και σκέψεις που στηρίζουν, την παραπεμπτική πρόταση καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί για την κρίση ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για τις άνω αξιόποινες πράξεις, με την οποία συντασσόταν και η κρίση του Συμβουλίου και έγινε η προσήκουσα υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375, 216, 94, 98 Π.Κ. τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη δεν έσφαλε το Συμβούλιο ως προς την ερμηνεία κατ' εφαρμογή του άρθρου 379 παρ. 1 Π.Κ. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και πρέπει μετά από αυτά να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του 266/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφία με χρήση με σκοπό παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού άνω των 73.000 ευρώ. Απορρίπτει αναίρεση βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με την έννοια του σφάλματος ως προς το εάν ο δράστης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις ιδιοποίησης στο επελθόν αποτέλεσμα για να λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων για την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσον αφορά αυτοτελή ισχυρισμό για έλλειψη αξιοποίνου υπεξαίρεσης κατά του άρθρο 379 παρ. 1 ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 2092/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της 442/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 614/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι σαφής και ορισμένος κατά τα άνω και δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψή του, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ'αυτόν συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί κατά το ίδιο άρθρο σε επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Τέτοια ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και η προβλεπόμενη στην περίπτωση ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 84, ήτοι ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για τη συνδρομή της περιστάσεως αυτής πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η συμπεριφορά αυτή είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του και αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του είναι ελεγχόμενη ανά πάσα στιγμή και όχι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 442/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από υπότροπο και της αντίστασης σε ποινές ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης ενός έτους αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατέθεσε μεταξύ άλλων και τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά: "Ο κατηγορούμενος υποβάλει το αίτημα να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής διαγωγής επί μακρόν χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Από το σύνολο των υπό τούτου κατατεθέντων και αναγνωσθέντων εγγράφων ήτοι: α) Το από 3/3/2008 πιστοποιητικό επιμόρφωσης του Ινστιτούτου Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ν. 3369/2005, άρθρο 5). β) Η υπ'αριθμ. πρωτ. 12855/1.10.08 βεβαίωση του κ. κ. Πατρών, γ) Το υπ' αριθμ. πρωτ. 13628/27.10.08 πληροφοριακό σημείωμα του Τμήματος Κοινωνικής Υπηρεσίας του παραπάνω καταστήματος κράτησης, προκύπτει ότι όχι μόνο καθ' όλο το διάστημα της κράτησής του, δηλαδή από 21/10/2004 έως την ημέρα συνεδρίασης του Δικαστηρίου όχι μόνο επέδειξε αρίστη διαγωγή συμμορφούμενος με τους κανόνες της υπηρεσίας, όντας ευπροσήγορος και προσηνής με τους προϊσταμένους, υπαλλήλους των σωφρονιστικών καταστημάτων αλλά και τους συγκρατούμενούς του, χωρίς ποτέ να παρατηρηθεί έστω για το παραμικρό, πλην όμως τούτων επέδειξε και ενεργό θετική στάση παρακολουθώντας εκπαιδευτικά προγράμματα και περατώνοντας με επιτυχία το εκπαιδευτικό πρόγραμμα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 1" διάρκειας 75 ωρών που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Διαρκούς εκπαίδευσης ενηλίκων της Γενικής Γραμματείας Ενηλίκων στο Κέντρο Εκπαίδευσης Φωκίδας από 15.11.07-26.02.09. Με τη στάση του αυτή έχει αποδείξει πλήρη μεταστροφή του, ουσιαστική κοινωνικοποίηση και προσαρμογή του στους δεοντολογικούς κανόνες συμπεριφοράς και την πλήρη απόρριψη με εσωτερική διάθεση όλων των παραβατικών κανόνων. Με δεδομένη τη συνεχή αυτή αρίστη συμπεριφορά θα πρέπει να του αναγνωριστεί η συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση". Τον ανωτέρω ισχυρισμό απέρριψε το Δικαστήριο κατά πλειοψηφίαν με την εξής αιτιολογία: "Δεν συντρέχει στο πρόσωπό του κατά την επικρατήσασα άποψη, η συνδρομή της εκ του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Ποιν.Κ. ελαφρυντικής περίστασης, περί του ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των πράξεών του. Το γεγονός ότι κατά το τετραετές και πλέον χρονικό διάστημα της κράτησής του επέδειξε καλή διαγωγή, δεν θεμελιώνει την ελαφρυντική περίσταση της ως άνω διάταξης, καθ' όσον η συμπεριφορά του αυτή ανάγεται σε χρόνο που κρατείται και είναι εκκρεμείς οι εναντίον του κατηγορίες και δεν είναι συμπεριφορά σε ελεύθερη διαβίωση". Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν, τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορουμένου για τη θεμελίωση του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος έτσι καθίσταται αόριστος και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού, παρά ταύτα διέλαβε στην απόφασή του την παραπάνω ειδική αιτιολογία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΠΚ περί αναιτιολόγητης απόρριψης του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-3-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 442/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ελαφρυντική περίσταση άρθρου 84 παρ. 2 Ε΄ του ΠΚ. Για τη συνδρομή της πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό το καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου. Ορθή απόρριψη αιτήματος αναγνώρισης της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ο οποίος μετά την πράξη του κρατείται συνεχώς. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις.
1
Αριθμός 2085/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σαφαρή και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Διαμαντόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2204 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 924/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3806/2006 μη οριστική και 4369/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 1/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που ρητά μνημονεύονται στην απόφαση αυτή τα έγγραφα, που, με επίκληση, προσκόμισε η αναιρεσείουσα στο πιο πάνω Δικαστήριο, δηλαδή και τις από 5-8-2004 και 19-11-2004 τεχνικές εκθέσεις του ..., χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς. Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις προαναφερόμενες εκθέσεις, που η αναιρεσείουσα νόμιμα προσκόμισε με επίκληση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση β' ΚπολΔ, επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Όμως, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα κυρίως από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κακώς έλαβε υπόψη της την από 6-10-2004 τεχνική έκθεση της ..., αφού δεν είχε προσκομισθεί η τελευταία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την επικαλούμενη παράγραφο της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με το ότι "τα ανωτέρω αναφερόμενα στην εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αναιρούνται, ούτε από την προσκομιζόμενη από 6-10-2004 τεχνική έκθεση", δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του κυρίως από το έγγραφο αυτό. Αντίθετα το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή της αγωγής κυρίως από τα άλλα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και όχι από την έκθεση αυτή, την οποία προφανώς προσκόμισε η αναιρεσείουσα με βούληση να τη χρησιμοποιήσει και απλώς παρέλειψε να την επικαλεσθεί, δηλαδή να επισημοποιήσει την υλική πράξη της προσκόμισής της και την οποία δεν προσκομίζει στο δικαστήριο τούτο. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και όχι όταν εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από κάποιο άλλο. Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, γιατί στις διαδικασίες αυτές λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και όλα κρίνονται από το δικαστήριο της ουσίας ελεύθερα. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, (η οποία εκδόθηκε, ως από αυτή προκύπτει, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, άρθρα 648 επ. ΚΠολΔ), την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στην από 2-7-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΑΒΕΕ για αναίρεση της 4369/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση για παράβαση του συζητητικού συστήματος ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Ο αναιρεστικός λογος του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και οι τεχνικές εκθέσεις, τις οποίες προσκόμισε και επικαλέστηκε ο διάδικος. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ, όταν το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, γιατί η ελέύθερη εκτίμηση πραγματογνωμοσύνης συνιστά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτα.
null
null
0
Αριθμός 2083/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 του Σ1, 2) Χ2 του Σ1, 3) Χ3του Σ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ζέρβα και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/11/2001 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 17/4/2001 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 13/6/2000 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 513/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6580/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/7/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 1/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, το Δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών. Ο προσδιορισμός, από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγμάτων. Αντιθέτως, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια εκ του εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν στα πλαίσια του προσδιορισμού αυτού έλαβε υπόψη γεγονότα, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή, διότι δεν δύνανται να επηρεάσουν το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως. Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται κατ' αρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος θανατώθηκε, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 300 ΑΚ. Συνεπώς, ένα τέτοιο συντρέχον πταίσμα δεν επιτρέπεται κατά νόμο να ληφθεί υπόψη ως προσδιοριστικός παράγοντας, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος. Υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τις εφαρμοζόμενες στην περίπτωση αυτή διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων υπόχρεων και οι παθόντες, δικαιούνται να απαιτήσουν ολόκληρη τη ζημία τους από καθένα εξ αυτών, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεσθεί, έναντι των παθόντων, το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μειώσεως της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 13/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως των αναιρεσειόντων, μελών της οικογενείας της, συνεπεία του ατυχήματος, θανατωθείσας, που επέβαινε στο οδηγούμενο από το σύζυγό της Σ1 ... ΙΧΦ αυτοκίνητο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής "Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων της από 8-11-01 αγωγής Σ1 ήταν σύζυγος της θανούσης ... συζ. Σ1 οι δε ενάγοντες της από 8-11-2001 αγωγής Χ1, Χ2και Χ3 (αναιρεσείοντες) τέκνα αυτής. Όλοι τους συνδεόταν με τη θανούσα με αισθήματα αγάπης και στοργής και λόγω του θανάτου της δοκίμασαν ψυχική οδύνη. Συνεπώς δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάστασή της. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε το θανατηφόρο αποτέλεσμα, τον ως άνω βαθμό συνυπαιτιότητας εκάστου των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, (70% για το Σ1 και 30% για το Ψ1), τη συγγένεια των άνω προσώπων με τη θανούσα, την ηλικία αυτής κατά το χρόνο του ατυχήματος (ετών 57), την ψυχική ταλαιπωρία, τη θλίψη και τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν οι ενάγοντες από τον θάνατο της συζύγου και μητέρας, αντιστοίχως και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα Σ1 είναι το ποσό των 14.000 ευρώ και σε καθένα από τους Χ1 Χ2 και Χ3 το ποσό των 16.000 ευρώ". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως των αναιρεσειόντων, μελών της οικογενείας (τέκνων) της, συνεπεία του ατυχήματος, θανατωθείσας ..., συζύγου του Σ1 που επέβαινε στο οδηγούμενο από αυτόν (σύζυγό της) ΙΧΦ αυτοκίνητο, έλαβε υπόψη το μεγάλο βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος (70%) του οδηγού του ΙΧΦ, χωρίς, όμως, να διευκρινίζει, με παράθεση των νομικώς αναγκαίων πραγματικών περιστατικών για την υπαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος στις αναφερόμενες εκεί διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αν έλαβε ή μη υπόψη, ως προσδιοριστικό παράγοντα για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως των τέκνων της θανατωθείσας, συντρέχον πταίσμα αυτής ή ότι συνέτρεχε ή μη κατά νόμο περίπτωση, ώστε να δύναται να καταλογισθεί σ' αυτήν το συντρέχον πταίσμα του οδηγού του ΙΧΦ, στο οποίο επέβαινε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος παραδεκτά εξετάζεται ως αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον ως προς τους αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή ή σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6580/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ). Ψυχική οδύνη. Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν λαμβάνεται υπόψη η συνυπαιτιότητα τρίτου για το ατύχημα, εφόσον συνυπαιτιότητα δεν βαρύνει το θύμα. Αναιρείται η πληττόμενη απόφαση γιατί δεν διευκρινίζεται αν έλαβε ή μη υπόψη, ως προσδιοριστικό παράγοντα για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως των τέκνων της θανατωθείσας, συντρέχον πταίσμα αυτής ή ότι συνέτρεχε ή μη κατά νόμο περίπτωση, ώστε να δύναται να καταλογιστεί σε αυτήν το συντρέχον πταίσμα του οδηγού του ΙΧΦ στο οποίο επέβαινε.
null
null
2
Αριθμός 2082/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 1.10.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1463/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 354/23.10.2009 πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτ. γ' ΚΠΔ "Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: α) ..., β) ..., γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με την δημόσια ασφάλεια και τάξη". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδάφιο γ' ΚΠΔ "την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άρθρου 136, μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει: α) ..., β) ..., γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 136". Από τις προμνησθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η παραπομπή από ένα δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές μιας υποθέσεως διατάσσεται και στην περίπτωση που την παραπομπή επιβάλλουν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αρκεί να πιθανολογούνται, αφορούν υποθέσεις που προκάλεσαν την κοινή γνώμη, είναι ικανές να συγκεντρώσουν μεγάλο πλήθος και να οδηγήσουν σε έξαψη των πνευμάτων των συγκεντρωμένων, με επακόλουθο την πρόκληση κινδύνου δημιουργίας επεισοδίων με απρόβλεπτες προεκτάσεις, καθώς και υποθέσεις στις οποίες πιθανολογείται ο κίνδυνος αντεκδίκησης των συγγενών των θυμάτων και η πρόκληση σοβαρών επεισοδίων σε βάρος των κατηγορουμένων (ΑΠ 885/2001, ΑΠ 1313/2005, ΑΠ 272/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπ' αριθμ. 1511/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 1847/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του αρμοδίως ορισθησόμενου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Μ.Ο.Δ. της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, οι Ειδικοί Φρουροί της ΕΛ.ΑΣ. Χ2 και Χ1 για να δικασθούν για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και απλή συνέργεια σ' αυτήν, οπλοχρησία και παράβαση του Ν. 3169/2003, πράξεις οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... την 6-12-2008 σε βάρος του μαθητή ΑΑ, ετών 15. Αφού το βούλευμα αυτό κατέστη αμετάκλητο, η υπόθεση προσδιορίστηκε για εκδίκαση ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Χαλκίδας στη δικάσιμο της 15ης Δεκεμβρίου 2009. Τα γεγονότα, που ακολούθησαν το περιστατικό του θανάσιμου τραυματισμού του μαθητή ΑΑ, αρχικά στην ..., στη συνέχεια δε στη ... και αρκετές επαρχιακές πόλεις, είναι γνωστά στο Πανελλήνιο. Ήδη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Εύβοιας, με αφορμή τον προσδιορισμό της υποθέσεως αυτής στο Μ.Ο.Δ. Χαλκίδας, διάφορα άτομα αναρτούν στο διαδίκτυο ανακοινώσεις με τις οποίες παροτρύνουν τους πολίτες σε κινητοποιήσεις παρόμοιες με αυτές του παρελθόντος Δεκεμβρίου, έξω από το Δικαστικό Μέγαρο και την πόλη της ... κατά την διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης. Με το ανωτέρω έγγραφό του και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτό, ο Αστυνομικός Διευθυντής Εύβοιας θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και δημιουργίας εκτεταμένων επεισοδίων στην πόλη της ... . Τους ίδιους δε φόβους εκφράζει και ο Εμπορικός και Βιομηχανικός Σύλλογος ... με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό του, που επισυνάπτεται. Οι πιθανολογούμενοι, κατά τα ανωτέρω, κίνδυνοι επιτείνονται από τη γειτνίαση της πόλεως της ... με την ... και την ευκολία πρόσβασης σ' αυτήν των ατόμων που θα επιθυμούσαν να συγκεντρωθούν έξω από το Δικαστικό Μέγαρο για να εκφράσουν τις όποιες διαμαρτυρίες τους. Σημειώνεται ότι την παραπομπή της υποθέσεως σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο εκτός της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, για λόγους σχετικούς με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, ζήτησε με την από 1-10-2009 αίτησή του και ο εκ των κατηγορουμένων Χ2. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, συντρέχουν κίνδυνοι σοβαρής διατάραξης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, οι οποίοι επιβάλλουν την αυτεπάγγελτη παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1511/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, από το Μ.Ο.Δ. Χαλκίδας, το οποίο έχει αρμοδίως ορισθεί για την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, στο Μ.Ο.Δ. Άμφισσας. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1511/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, από το Μ.Ο.Δ. Χαλκίδας, στο οποίο έχει προσδιοριστεί η υπόθεση για εκδίκαση, στο Μ.Ο.Δ Άμφισσας. Αθήνα, 23 Οκτωβρίου 2009 Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τέντες". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. γ' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ προκύπτει, ότι η παραπομπή μιας υπόθεσης από το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο (δικαστήριο) διατάσσεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την εκδίκαση της υπόθεσης σε δικαστήριο κείμενο σε άλλο τόπο από εκείνο που πρόκειται να εκδικασθεί. Την ως άνω παραπομπή της υπόθεσης μπορεί να ζητήσει μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αυτήν αποφασίζει πάντοτε ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η παραπομπή από ένα δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές μιας υπόθεσης διατάσσεται και στην περίπτωση που την παραπομπή επιβάλλουν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Οι λόγοι δε αυτοί δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αρκεί να πιθανολογούνται, αφορούν υποθέσεις που προκάλεσαν την κοινή γνώμη, είναι ικανές να συγκεντρώσουν μεγάλο πλήθος ανθρώπων και να οδηγήσουν σε έξαψη των πνευμάτων των συγκεντρωμένο, με επακόλουθο την πρόκληση κινδύνου δημιουργίας επεισοδίων με απρόβλεπτες προεκτάσεις και βλαπτικές συνέπειες για ανθρώπους και πράγματα, καθώς και υποθέσεις στις οποίες πιθανολογείται ο κίνδυνος αντεκδίκησης των συγγενών των θυμάτων και η πρόκληση σοβαρών επεισοδίων σε βάρος των κατηγορουμένων. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το υπ' αριθμ. 1511/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε το υπ' αριθμ. 1847/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του αρμοδίως ορισθησόμενου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, οι ειδικοί φρουροί της ΕΛ.ΑΣ. Χ2 και Χ1 για να δικασθούν ως υπαίτιοι για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και απλή συνέργεια σ' αυτήν, οπλοχρησία και παραβίαση του ν. 3169/2003, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... την 6.12.2008 σε βάρος του μαθητή ΑΑ, ετών 15. Στη συνέχεια και αφού το ανωτέρω βούλευμα κατέστη αμετάκλητο η υπόθεση προσδιορίσθηκε για εκδίκαση ενώπιον του ΜΟΔ Χαλκίδας στη δικάσιμο της 15ης Δεκεμβρίου 2009. Τα γεγονότα που ακολούθησαν το περιστατικό του θανάσιμου τραυματισμού του μαθητή ΑΑ αρχικά στην ..., στη συνέχεια δε στη ... και αρκετές επαρχιακές πόλεις είναι γνωστό στο Πανελλήνιο, λόγω και της ευρείας δημοσιότητας που δόθηκε σ' αυτό (το περιστατικό) από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ήδη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Εύβοιας, με αφορμή τον προσδιορισμό της υπόθεσης αυτής στο ΜΟΔ Χαλκίδας, διάφορα άτομα αναρτούν στο διαδίκτυο ανακοινώσεις με τις οποίες παροτρύνουν τους πολίτες σε κινητοποιήσεις παρόμοιες με αυτές του παρελθόντος Δεκεμβρίου έξω από το δικαστικό μέγαρο και την πόλη της ... κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης. Με το ανωτέρω έγγραφό του και για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτό, ο Αστυνομικός Διευθυντής Εύβοιας θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και δημιουργίας εκτεταμένων επεισοδίων στην πόλη της ... . Εξάλλου τους ίδιους φόβους περί δημιουργίας επεισοδίων εκφράζει και ο Εμπορικός και Βιομηχανικός Σύλλογος ... με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ακόμη οι πιθανολογούμενοι κατά τα ανωτέρω κίνδυνοι επιτείνονται από τη γειτνίαση της πόλης της ... με την ... και την ευκολία πρόσβασης σ'αυτήν των ατόμων που θα επιθυμούσαν να συγκεντρωθούν έξω από το δικαστικό μέγαρο για να εκφράσουν τις όποιες διαμαρτυρίες τους. Εκ τούτων πιθανολογείται ότι σοβαροί λόγοι αναγόμενοι στη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την εκδίκαση της ανωτέρω υπόθεσης από δικαστήριο ομοειδές και ισόβαθμο προς εκείνο, όπου η κατά τα άνω παραπομπή των κατηγορουμένων, κείμενο σε άλλο τόπο, όπως διαλαμβάνεται και στην εισαγγελική πρόταση. Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας και παραπομπής της υπόθεσης προς εκδίκαση από το ΜΟΔ Χαλκίδας, το οποίο έχει αρμοδίως ορισθεί για την εκδίκασή της, στο ΜΟΔ Άμφισσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση που αναφέρεται στο σκεπτικό και για την οποία έχει εκδοθεί το υπ' αριθμ. 1511/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενους τους Χ2 και Χ1, από το ΜΟΔ Χαλκίδας, στο οποίο έχει προσδιορισθεί η εκδίκασή της, στο ΜΟΔ Άμφισσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπομπή σε άλλο ΜΟΔΑ αντί του αρμοδίου με αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξης.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2081/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 402/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 804/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, κατέθεσε και ανέπτυξε προφορικά, κατ' άρθρο 141 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τον από το άρθρο 31 παρ.2 του ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό, περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι καταχωρήθηκε και έχει όπως παρακάτω : Ο κατηγορούμενος προέβη στη σύνταξη των επιδίκων δύο συμβολαίων, συνεπεία συγγνωστής νομικής πλάνης αίρουσας τον καταλογισμό, άρθρο 31§2 ΠΚ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, πριν και προκειμένου να προβεί στη σύνταξη των επιδίκων υπ' αριθ. ... και ... οριστικών συμβολαίων πωλήσεως με τα οποία ο συγκατηγορούμενός του ΑΑ μετεβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τρεις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του εργολάβου ΒΒ δυν. των υπ' αριθ. ... και ... προσυμφώνων της συμ/φου Β. Φωτοπούλου αλλά και του οικοπεδούχου ΓΓ δυνάμει του υπ αριθ. ... προσυμφώνου του συμ/φου Καλλιντεράκη, δεν περιορίστηκε στην από μέρους του μόνο ερμηνεία των επίμαχων προσυμφώνων (... και ... και ...) σχετικά με την έκταση και τα όρια της με αυτά παρεχομένης πληρεξουσιότητος, αλλά εν όψει της αντιφατικής αντιμετωπίσεως του ζητήματος της μεταπληρεξουσιότητος στην επιστήμη και στη νομολογία (ΑΠ 848/1987, ΑΠ 1279/1998, ΑΠ 926/1989), (Α. Γαζής Ελλ. Δ/νη Τ31 σε. 288, Α. Αθανασόπουλος, Συμβ/κό Δίκαιο σελ. 662), προσέφυγε στη γνώμη, τόσο εμπείρων συναδέλφων του, όπως ο πρωτοδίκως εξετασθείς μάρτυρας, πρόεδρος του συμ/κού συλλόγου Αθηνών ΔΔ, όσο και κυρίως στη νομική υπηρεσία του συμ/κού Συλλόγου Αθηνών, επιφορτισμένη μεταξύ άλλων και με την παροχή, γνωμοδοτήσεων επί ζητημάτων αναφυομένων κατά την άσκηση του συμβ/κού λειτουργήματος και αφού έλαβε την επιβεβαίωση περί του ότι υπήρχε πληρεξουσιότης στην αναγκαία έκταση και όρια, μετά ταύτα προχώρησε στη σύνταξη των επιδίκων συμβολαίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι συντάκτης του απολογητικού του υπομνήματος, όπου παρατίθεται και σχετική νομολογία, και παραστάς συνήγορος του στον Ανακριτή είναι ο γνωμοδοτήσας σχετικά προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβ/κού Συλλόγου Αθηνών. Κατά ταύτα, υπό την εκδοχή αντιθέτου ερμηνείας των σχετικών περί πληρεξουσιότητος διατάξεων υπό του Δικαστηρίου, η ενέργεια του είναι ποιόν πλάνης, αναφορικά με τα θεμελιωτικά στοιχεία των κατηγορουμένων αδικημάτων, συνισταμένη σε εσφαλμένη από μέρους του ερμηνεία κανόνων δικαίου, εκτός του ποινικού Δικαίου, η δε πλάνη αυτή είναι συγγνωστή, εν όψει του ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πληροφορηθεί την πραγματική τους έννοια (ΑΠ 696/93 ΠΧ ΜΓ 643) και τελικώς στηρίχθηκε στη νομολογία (ΑΠ 1224/82 ΠΧ ΛΓ470 και ΑΠ 1019/86 Πχ Λστ 912 καθώς και στη γνωμάτευση του νομικού του συμβούλου (ΑΠ 131/95 ΠΧ μστ 524). Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τον προβληθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης ως αβάσιμο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο συμβολαιογράφο των αποδοθεισών σε αυτόν δύο αξιοποίνων πράξεων, ψευδούς βεβαιώσεως και παραβάσεως καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, με το παρακάτω αιτιολογικό : "Επειδή, από την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Με το ... προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Καλλιτεράκη ο ΓΓ ανέθεσε στον υιό του εργολάβο ΒΒ την κατασκευή επί του αναφερομένου σ αυτό οικοπέδου ιδιοκτησίας του πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής με δικές του δαπάνες και επιμέλεια ανέλαβε δε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ίδιο ή σε τρίτα υποδειχθησόμενα απ αυτόν πρόσωπα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ποσοστό των 800,38/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου παρακράτησε δε για τον εαυτό του το απομένον ποσοστό των 199,62/1000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο αντιστοιχούσε η περιγραφόμενη στο προσύμφωνο οριζόντια ιδιοκτησία που επρόκειτο να συσταθεί και δη το Α 1 διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου εμβαδού 110 τ.μ. Στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε θα περιέρχονταν οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες που επρόκειτο να συσταθούν και δη: α) το υπόγειο εμβαδού 155,60 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής 173,65/1000 εξ αδιαιρέτου, β) το κατάστημα του ισογείου εμβαδού 78,57 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου κλπ. 142,06/1000, γ) η υπό στοιχείο Β 1 οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 115,17 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας 208,22/1000 εξ αδιαιρέτου δ) οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των πρώτου, δευτέρου και τρίτου ορόφου σε εσοχή (ρετιρέ) ορόφων, εμβαδού 80,28 τ.μ., 50,43 τ.μ. και 22,17 τ.μ. και ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 145,18/1000, 91,12/1000 και 40,11/1000, αντιστοίχως. Η μεταβίβαση του συνολικού ποσοστού των 800,38/1000 που αντιστοιχούσε στις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν και το εργολαβικό αντάλλαγμα θα γινόταν ως εξής: 1) με την έκδοση της οικοδομικής αδείας τα 200,38/1000, 2) με την αποπεράτωση του από οπλισμένο σκυρόδεμα σκελετού της οικοδομής τα 400/1000, 3) με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων (εσωτερικών και εξωτερικών) και την τοποθέτηση των ειδών υγιεινής τα 50/1000 εξ αδιαιρέτου και 4) με την αποπεράτωση του ανωτέρω διαμερίσματος Α1 του οικοπεδούχου τα υπόλοιπα 150/1000 εξ αδιαιρέτου. Παράλληλα για τον σκοπό αυτό με το παραπάνω προσύμφωνο ο οικοπεδούχος παρέσχε στον εργολάβο την εντολή και πληρεξουσιότητα, η οποία ίσχυε και μετά το θάνατο του οικοπεδούχου (άρθρα 223, 726 ΑΚ) να προβεί στην μεταβίβαση των ιδιοκτησιών αυτών ακόμη και με αυτοσύμβαση, υπογράφοντας τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις αφενός ως αντιπρόσωπος του οικοπεδούχου, αφετέρου δε ατομικώς ως εργολάβος, υπό την αίρεση της προηγούμενης εκτελέσεως αντιστοίχου της μεταβιβάσεως μέρους των ως άνω καθορισθεισών εργασιών και αφού είχε συνταγεί η σχετική πράξη περί μη εμφανίσεως του οικοπεδούχου, που θα έπρεπε να είχε προσκληθεί προς τούτο προ 5 ημερών. Είναι επομένως σαφές ότι με το προσύμφωνο παρασχέθηκε στον εργολάβο και μόνον σ' αυτόν η εντολή και πληρεξουσιότητα όπως ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του οικοπεδούχου, ως αντιπρόσωπος του και δεν προβλεπόταν δικαίωμα προς παροχή μεταπληρεξουσιότητας και έτσι, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο εργολάβος δεν είχε δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην πληρεξουσιότητα, αφού τέτοια υποκατάσταση δεν συνηθίζεται σε παρόμοιες περιστάσεις, ούτε η πληρεξουσιότητα αφορούσε αποκλειστικά το συμφέρον του πληρεξουσίου εργολάβου, αλλά και του οικοπεδούχου, αφού η άσκηση του δικαιώματος αυτού συνδεόταν άμεσα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών και την σταδιακή ανέγερση της οικοδομής, στην οποία είχε συμφέρον ο οικοπεδούχος. Η μόνη παρέκκλιση του κανόνα αυτού που δικαιολογούταν ήταν να είχε εξαναγκασθεί σε τούτο (υποκατάσταση) ο εργολάβος από τις περιστάσεις, κάτι όμως το οποίο θα έπρεπε να αναφερθεί στη σύμβαση και να εξειδικευθούν οι περιστάσεις αυτές. Στη συνέχεια ο οικοπεδούχος με την ... πράξη του αυτού ως ανω συμβολαιογράφου υπήγαγε την οικοδομή στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, ενώ με το ... συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στον πολιτικώς ενάγοντα ανεψιό του την ψιλή κυριότητα της Α 1 ιδιοκτησίας και παρακράτησε την επικαρπία φόρου ζωής. Κατά το έτος 1985 απεβίωσε ο οικοπεδούχος και ο πολιτικώς ενάγων κατέστη πλήρης κύριος του διαμερίσματος, ταυτόχρονα δε ο οικοπεδούχος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατ' ισομοιρία από τα δύο τέκνα του ΒΒ (εργολάβο) και ΕΕ, πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, στον καθένα των οποίων περιήλθε ποσοστό (800,38:2) 400,19/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου όπως και η ενοχική υποχρέωση του θανόντος να προβεί σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως των εν λόγω ποσοστών ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον εργολάβο υπό τον όρο εκτελέσεως του ως άνω έργου, ανάλογα με την σταδιακή κατά τα άνω εκτέλεση αυτού. Το έτος 1996 ο εργολάβος και κληρονόμος του οικοπεδούχου ΒΒ άσκησε αγωγή κατά του αδελφού του με την οποία ζήτησε το σύνολο της εργολαβικής του αμοιβής και την μεταβίβαση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, θεωρώντας ότι είχε εκτελέσει το έργο. Η αγωγή αυτή παραπέμφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 της εργολαβικής συμβάσεως (προσυμφώνου) σε διαιτησία και τελικώς εκδόθηκε επ αυτής η απρόσβλητη και παράγουσα δεδικασμένο 24/2001 διαιτητική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο εργολάβος δικαιούταν σε μεταβίβαση ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου 350,38/1000 ο δε εναγόμενος είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το 14 εξ αδιαιρέτου του ποσοστού αυτού, δηλαδή 175,19/1000, ποσοστό για το οποίο και έγινε δεκτή η αγωγή, καθόσον για το άλλο 14 βαρυνόταν ο ίδιος ως κληρονόμος του οικοπεδούχου, η σχετική όμως ενοχή αποσβέσθηκε, λόγω ενώσεως στο πρόσωπο του της ιδιότητας οφειλέτη και δανειστή (453 ΑΚ). Έτσι, μετά από αφαίρεση του ποσοστού των 350,38/1000 που περιήλθε στο εργολάβο οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οικοπεδούχου εξακολούθησαν να είναι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία συγκύριοι του υπολοίπου ποσοστού των 450/1000 του οικοπέδου δηλαδή κατά ποσοστό 225/1000 έκαστος. Στο τελευταίο αυτό ποσοστό περιόρισαν με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ξυνοτυρά, ο πολιτικώς ενάγων και ο πατέρας του, το ποσοστό των 400,19/1000 εξ αδιαιρέτου επί του κληρονομιαίου οικοπέδου επί του οποίου είχε συστήσει γονική παροχή υπέρ του υιού του - πολιτικώς ενάγοντος - ο εκ των κληρονόμων του οικοπεδούχου ΕΕ με το ... συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Προηγουμένως ο εργολάβος ΒΒ, κληρονόμος όπως λέχθηκε και αυτός εξ αδιαθέτου κατ ισομοιρία του οικοπεδούχου μετά του ανωτέρω αδελφού του ΕΕ, με τα ... και ... προσύμφωνα της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου προσυμφώνησε με τον ήδη αποβιώσαντα ΑΑ, που υπήρξε κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στις πράξεις του κατηγορουμένου, και υπεσχέθη να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως και χωρίς να έχουν μέχρι τότε αποπερατωθεί, με το μεν πρώτο προσύμφωνο, το υπόγειο, με το δε δεύτερο, το ισόγειο κατάστημα και το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου. Για τον σκοπό αυτό παρασχέθηκε η εντολή και πληρεξουσιότητα στον αγοραστή, ισχύουσα ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του πωλητή να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση με αυτοσύμβαση, ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του ατομικά και αφετέρου ως αντιπρόσωπος του εργολάβου - πωλητή. Στη συνέχεια με τα ... και ... συμβόλαια τα οποία συνετάγησαν από τον κατηγορούμενο συμβολαιογράφο, ο ήδη αποθανών ΑΑ μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τις ανωτέρω τρεις ιδιοκτησίες και ειδικότερα με το πρώτο την κυριότητα του ισογείου καταστήματος και την ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου και με το δεύτερο την κυριότητα του υπογείου με τα αναλογούντα στις ιδιοκτησίες αυτές ποσοστά των (142,05+208,22+173,65/1000) 523,92/10000 επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα. Στα αμέσως ανωτέρω συμβόλαια βεβαιώνεται ότι ο ΑΑ παραστάθηκε, αφενός μεν ως εντολοδόχος πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του εργολάβου, ως και του οικοπεδούχου, αφετέρου δε για τον εαυτό του ατομικώς, ενώ γίνεται μνεία ότι παρέστη κατά την σύνταξη τους και η ΣΤ, θυγατέρα και μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος στο μεταξύ εργολάβου ΒΒ, επί πλέον δε γίνεται μνεία και της ανωτέρω διαιτητικής αποφάσεως. Η βεβαίωση αυτή, όσον αφορά την εκπροσώπηση του οικοπεδούχου από τον αγοραστή ΑΑ, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά το περιελθόν στον εργολάβο ΒΒ ποσοστό των 350,38/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, όπως έκρινε η 24/2001 διαιτητική απόφαση, δεν απαιτούνταν η εντολή και πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου ΓΓ. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσοστό των 173,54/1000 (523,92-350,38/1000) το οποίο επίσης μεταβιβάσθηκε με τα ίδια συμβόλαια και το οποίο αρχικώς ανήκε κατ ισομοιρία στα τέκνα του οικοπεδούχου ΒΒ και ΕΕ, ύστερα δε, λόγω της αναφερθείσης γονικής παροχής, στους ΒΒ και Ψ (πολιτικώς ενάγοντα), κατ ισομοιρία, εξ αυτού για το 1/2 δηλαδή το 86,77/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του εργολάβου, ομοίως δεν απαιτούνταν η εντολή και πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου. Για το υπόλοιπο όμως 1/2 δηλαδή για το 86,77/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αρχικά ανήκε στον ΕΕ και για το οποίο ούτε ο ίδιος, ούτε μετέπειτα ο υιός του (πολιτικώς ενάγων) στον οποίο, κατά τα άνω περιήλθε και το εν λόγω μερίδιο λόγω γονικής παροχής, δεν είχαν δώσει στον αγοραστή ΑΑ εντολή και πληρεξουσιότητα για αυτοσύμβαση, η περιεχόμενη στα συμβόλαια βεβαίωση ότι δηλαδή ο αγοραστής είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου ΓΓ για αυτοσύμβαση ήταν ψευδής, καθόσον, όπως λέχθηκε ο οικοπεδούχος ΓΓ δεν είχε παραχωρήσει δικαίωμα μεταπληρεξουσιότητας στον εργολάβο και υιό του και εργολάβο ΒΒ, ούτε και ο τελευταίος μεταβίβασε τέτοιο δικαίωμα στον αγοραστή ΑΑ. Το ψευδές της βεβαιώσεως αυτής γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος, αφού προέκυπτε από τα ανωτέρω ..., ... προσύμφωνα συμβόλαια και 24/2001 διαιτητική απόφαση, που αναφέρονται και επισυνάπτονται στα επίμαχα συμβόλαια κατ άρθρο 8 παρ. 3 β και 4 Ν. 2830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων", το περιεχόμενο των οποίων είναι σαφές και δεν καταλείπει περιθώρια παρερμηνειών ή αμφισβητήσεων, σχετικά με το ζήτημα του δικαιώματος μεταπληρεξουσιότητας, επιπροσθέτως δε στα συμβόλαια δεν γίνεται μνεία ότι ο εργολάβος εξαναγκάσθηκε να υποκαταστήσει τον ΑΑ στην πληρεξουσιότητα από τις περιστάσεις, ούτε περαιτέρω εξειδικεύονται αυτές στα συμβόλαια. Ο ισχυρισμός λοιπόν του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης και μάλιστα συγγνωστής ως προς την δυνατότητα μεταπληρεξουσιότητας προς τον ΑΑ και υποκαταστάσεως του οικοπεδούχου από τον τελευταίο τυγχάνει αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Η ψευδής αυτή βεβαίωση, για το ανήκον στον πολιτικώς ενάγοντα εξ αδιαιρέτου ποσοστό των 86,77/1000 μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς την εγκυρότητα των ως άνω αυτοσυμβάσεων και την με βάση αυτές μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω ποσοστού προς τον θανόντα αγοραστή, είναι δε αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξεως του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, το ότι, όπως έγινε δεκτό με την τελεσίδικη 6173/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναγνώσθηκε (βλ. 9° φύλλο εμπρόσθια πλευρά), η έννομη αυτή συνέπεια δεν επήλθε και ο ΑΑ δεν απέκτησε με βάση τις αυτοσυμβάσεις αυτές κυριότητα επί των περιγραφομένων σ' αυτές οριζοντίων ιδιοκτησιών και έτσι απορρίφθηκε η από 8-7-2003 αγωγή του κατά του πολιτικώς ενάγοντος και του πατέρα του ΕΕ, με την οποία μεταξύ άλλων ζήτησε να αναγνωρισθεί το με βάση τις αυτοσυμβάσεις αυτές αποκτηθέν δικαίωμα του κυριότητος επί των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αρκούσης για την στοιχειοθέτηση της αφηρημένης δυνατότητας του βεβαιουμένου γεγονότος να έχει έννομη συνέπεια (ΑΠ 880/2000 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων που επιβάλλουν να απέχει από την κατάρτιση συμβολαίων τα οποία αντίκεινται στο νόμο, όπως εν προκειμένω, προέβη στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων, με σκοπό να προσπορίσει όφελος στον αγοραστή ΑΑ ισόποσο με την αξία του ποσοστού των 86,77/1000 εξ αδιαιρέτου που ανήκει στον πολιτικώς ενάγοντα, το οποίο, όπως κρίθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς η κρίση αυτή να προσβληθεί με έφεση από τον Εισαγγελέα (ο κατηγορούμενος δεν είχε έννομο συμφέρον να την προσβάλλει), ανέρχεται σε 19.754,37 €. Κατ ακολουθία τούτων, που αποδεικνύονται από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετούνται πλήρως οι πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης (242 παρ. 1 ΠΚ) και παραβάσεως καθήκοντος (259 ΠΚ) που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, όπως αυτές εξειδικεύονται στο διατακτικό, και πρέπει, αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, να κηρυχθεί ένοχος αυτών, κατά το διατακτικό". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου συμβολαιογράφου περί συγγνωστής νομικής πλάνης, χωρίς την απαιτουμένη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά με ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα στο άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α) αναφέρεται το ... προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ανδρέα Καλλιτεράκη, δυνάμει του οποίου ο οικοπεδούχος ΓΓ, ανέθεσε στον εργολάβο υιό του ΒΒ, την κατασκευή επί οικοπέδου του πολυόροφης οικοδομής ανεγειρομένης με το σύστημα της αντιπαροχής και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ίδιο ή σε τρίτα υποδειχθησόμενα υπ'αυτού πρόσωπα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα το ποσοστό των 800,38/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, στο οποίο θα αντιστοιχούσαν οι καθοριζόμενες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, υπό τους σε αυτό όρους, παράλληλα δε ο οικοπεδούχος παρέσχε στον εργολάβο την εντολή και πληρεξουσιότητα, ισχύουσα και μετά θάνατο αυτού, να προβεί στη μεταβίβαση των ιδιοκτησιών αυτών, ακόμη και με αυτοσύμβαση, υπογράφοντας ως αντιπρόσωπος του οικοπεδούχου πατέρα του, δεχθέν περαιτέρω το δικαστήριο ότι στο προσύμφωνο αυτό δεν προβλεπόταν και δικαίωμα του εργολάβου προς παροχή μεταπληρεξουσιότητας, ήτοι ο εργολάβος δεν είχε δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην πληρεξουσιότητα, β) αναφέρεται ότι ο οικοπεδούχος, με την ... συμβολαιογραφική πράξη υπήγαγε την οικοδομή αυτή στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 του ΑΚ, και με το συμβολαιογραφικό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, την ψιλή κυριότητα της Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, ενώ το έτος 1985 απεβίωσε ο άνω οικοπεδούχος και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και κατ'ισομοιρίαν, στα άνω 800,38/1000, από τα δύο τέκνα του ΒΒ (εργολάβο) και ΕΕ, πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίοι κληρονόμησαν και την ενοχική υποχρέωση να μεταβιβάσουν το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα των υπολοίπων ποσοστών στον εργολάβο, δηλαδή τον άνω συγκληρονόμο, ανάλογα με την σταδιακή εκτέλεση του έργου, γ) αναφέρεται η 24/2001 Διαιτητική απόφαση, εκδοθείσα κατόπιν αγωγής του εργολάβου και κληρονόμου του οικοπεδούχου κατά του συγκληρονόμου αδελφού του (πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος), περί μεταβίβασης των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν στο σύνολο της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, η οποία δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ενάγοντα εργολάβο ποσοστό 1/2 ήτοι 175,19/1000 και έτσι οι συγκληρονόμοι του οικοπεδούχου, εξακολουθούσαν να είναι συγκύριοι του υπολοίπου ποσοστού των 450/1000 του οικοπέδου, γιαυτό και ο πολιτικώς ενάγων και ο πατέρας του, με την ... συμβολαιογραφική πράξη, το ποσοστό των 400,19/1000 εξ αδιαιρέτου, επί του οποίου ήδη είχε συσταθεί γονική παροχή, με το ... συμβόλαιο (υπέρ του υιού), περιόρισαν στο 1/2, ήτοι στα 225/1000, δ) αναφέρονται τα σχετικά συμβολαιογραφικά έγγραφα, με αριθμούς ... και ..., που συνέταξε ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος, δυνάμει των οποίων ο ήδη αποθανών αγοραστής ΑΑ, μεταβίβασε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, τρεις αυτοτελείς ιδιοκτησίες πολυορόφου οικοδομής, από τον εργολάβο ΒΒ επί ξένου οικοπέδου, ιδιοκτησίας του ΓΓ, πατέρα του άνω εργολάβου, παρασταθείς αφενός ατομικά για τον εαυτό του ως αγοραστής και αφετέρου ως εντολοδόχος - πληρεξούσιος του εργολάβου, αλλά και του άνω θανόντος ήδη οικοπεδούχου, δεχθέν όμως το δικαστήριο, ότι ο άνω αγοραστής δεν είχε δικαίωμα πληρεξουσιότητας και του οικοπεδούχου. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και με την ειδικότερη αιτιολογία ότι στα επίδικα δύο συμβόλαια ..., ..., δε γίνεται μνεία ότι ο εργολάβος εξαναγκάστηκε να υποκαταστήσει τον ΑΑ στην πληρεξουσιότητα από τις περιστάσεις, οι οποίες και δεν εξειδικεύονται στα συμβόλαια, ενώ μνημονεύεται η άνω 24/2001 Διαιτητική απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο οικοπεδούχος ΓΓ δεν είχε παραχωρήσει δικαίωμα μεταπληρεξουσιότητας στον υιό του εργολάβο ΒΒ, το αντίθετο δε που βεβαίωσε στα συμβόλαια ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος είναι ψευδές, γιαυτό και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όμως, ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων, της στενής συγγενικής ιδιότητας οικοπεδούχου, εργολάβου και πολιτικώς ενάγοντος, του περιεχομένου της Διαιτητικής αποφάσεως, του μεσολαβήσαντος θανάτου του οικοπεδούχου, της κληρονομή-σεως του οικοπεδούχου από τον εργολάβο υιό του και της διορθωτικής ... συμβολαιογραφικής πράξεως του προηγούμενου ... συμβολαίου γονικής παροχής του άλλου υιού του οικοπεδούχου ΕΕ προς τον υιό του πολιτικώς ενάγοντα, αφενός δημιουργείτο μία σύγχιση ως προς τα πρόσωπα και ως προς τα ακριβή ποσοστά που εδικαιούντο οι κληρονόμοι του οικοπεδούχου, αφετέρου το Δικαστήριο, με το παραπάνω αιτιολογικό του, δεν απαντά επί των ειδικότερων αιτιάσεων του κατηγορουμένου, ο οποίος, για να δικαιολογήσει το συγγνωστό της νομικής του πλάνης, περί την ύπαρξη δικαιώματος μεταπληρεξουσιότητας, που πρόβαλε στο δικαστήριο, επικαλέστηκε ότι "ενόψει του ότι υπήρχε αντιφατική αντιμετώπιση του ζητήματος της μεταπληρεξουσιότητας στην επιστήμη και τη νομολογία, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πληροφορηθεί την πραγματική έννοια της πληρεξουσιότητας και μεταπληρεξουσιότητας και την ερμηνεία της σχετικής διατάξεως και των προσυμφώνων, είχε προσφύγει, στη γνώμη εμπειρότερων αυτού συναδέλφων του νομικών, όπως του προέδρου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών ΔΔ, που κατέθεσε σχετικά ως μάρτυρας στον πρώτο βαθμό και σε γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του ιδίου Συλλόγου, από τους οποίους και έλαβε την επιβεβαίωση, ότι υπήρχε μεταπληρεξουσιότητα και μετά ταύτα προχώρησε στη σύνταξη των επιδίκων συμβολαίων", ούτε δικαιολογεί γιατί οι άνω προσπάθειες που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος ότι κατέβαλε, για να πληροφορηθεί την αληθινή έννοια των ανωτέρω προσυμφώνων σχετικά με την έκταση της παρεχομένης δι'αυτών πληρεξουσιότητας, δεν αρκούσαν για το συγγνωστό της επικαλούμενης νομικής του πλάνης, ως προς την ύπαρξη δυνατότητας μεταπληρεξουσιότητας προς τον αγοραστή ΑΑ και δυνατότητα υποκαταστάσεως του θανόντος οικοπεδούχου από τον τελευταίο, με αποτέλεσμα, η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 402/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής βεβαίωση. Παράβαση καθήκοντος. Δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση, Πλάνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2080/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 2863/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1023/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρων 501 παρ. 1 και 4 ΚΠοινΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 3160/2003, ορίζεται, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 3346/2005 ότι "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... Στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ.2, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση εφέσεως, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, που τον εκπροσωπεί, κατ'άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠοινΔ, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠοινΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ' ουσίαν. Το αυτό ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός που τον εκπροσωπεί, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη μετ' αναβολή δικάσιμο αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της εφέσεως, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 3/2006). Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχ.ΚΠοινΔ για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό την έννοια, ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, κατά δε το εδάφιο γ' της αυτής παραγράφου η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο εκτός αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση, δεν το επιτρέπουν. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εάν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα σχετικού λόγου της αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 9361/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάστηκε για παράβαση Υγειονομικής Διάταξης και του άρθρου 178 του ΠΚ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την 335/17-2-2003 έφεσή του, κατά την εκδίκαση της οποίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 25-4-2007, εκπροσωπήθηκε, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δια του παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Κουκάκη, πλην, λόγω αποχής των δικηγόρων, αναβλήθηκε η υπόθεση σε νέα ρητή δικάσιμο για τις 28-9-2007, ότε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Αντώνιος Κουδρόγλου και ενεργώντας ως άγγελος αυτού, ζήτησε αναβολή, λόγω σημαντικού αιτίου, που αφορούσε το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο, ακολούθως, δέχθηκε το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου και ανέβαλε κατ'άρθρο 349 παρ.2 ΚΠοινΔ, την εκδίκαση της υποθέσεως και όρισε νέα ρητή δικάσιμο για την 22-2-2008. Κατά την ανωτέρω, μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και έτσι, με την προσβαλλόμενη 2863/2008, απόφασή του, το δικαστήριο, ορθά κατά τα παραπάνω, δεν απέρριψε την έφεση, ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αλλά δίκασε τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα ωσάν να ήταν παρών, δεχθέν ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο δια εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, κατ'άρθρο 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, ο δε μετ'αναβολή ορισμός της νέας ως παραπάνω ρητής δικασίμου που ανακοινώθηκε στον αιτήσαντα την αναβολή και ενεργήσαντα ως άγγελο δικηγόρο αυτού, επέχει, κατ' άρθρο 349 παρ.2 του ΚΠοινΔ θέση κλητεύσεώς του. Άρα, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να θεωρήσει, ότι με την εμφάνιση του εκπροσωπήσαντος τον εκκαλούντα κατηγορούμενο δικηγόρου, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ'έφεση δίκης, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, κατά την άνω αρχική δικάσιμο της 25-4-2007, είχε αρχίσει η συζήτηση της εφέσεως, η αναβολή δε έγινε μετά ταύτα, για σημαντικά αίτια στο πρόσωπό του συνηγόρου του, λόγω αποχής των δικηγόρων, κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε από τον συνήγορό του για την επόμενη δικάσιμο της 28-9-2007, και περαιτέρω, με το να κρίνει ωσεί παρόντα τον αναιρεσείοντα κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή, κατόπιν αιτήματός του κατηγορουμένου, υποβληθέν δια αγγέλου δικηγόρου, δοθείσα στις 28-9-2007, νέα δικάσιμο της 22-2-2008 και να προχωρήσει στην εκδίκαση της εφέσεως και την απόρριψη αυτής ως εκπρόθεσμης και να μην απορρίψει την έφεση αυτή ως ανυποστήρικτη, δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, ούτε παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση και την παράσταση του κατηγορουμένου στο δικαστήριο. Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η και Α του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6,7/1994). Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν, στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, αλλιώς το ένδικο μέσο απορρίπτεται, ως απαράδεκτο (βλ. Ολ. ΑΠ 5/1995). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. α' και β' του ΚΠοινΔ, οι οποίες δεν ορίζουν, αν η απαγγελία της αποφάσεως και η επίδοσή της πρέπει να αφορούν το πλήρες περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως κατηγορούμενο πλήρες αντίγραφο αυτής. Διότι, πρόδηλος σκοπός της επιδόσεως είναι να γνωστοποιηθεί σ' αυτόν το αποτέλεσμα της δίκης, ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του. Επομένως, αναπληρώνει αυτή (επίδοση) την κατά την απαγγελία της αποφάσεως ελλείπουσα παρουσία του, η δε απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο περιορίζεται στο διατακτικό και στο διάδικο απόκειται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να λάβει ακολούθως γνώση ή και αντίγραφο του σκεπτικού και της όλης αποφάσεως. Η ερμηνευτική εκδοχή, ότι για την εγκυρότητα της επιδόσεως της αποφάσεως απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ανακοινώνονται προφορικώς στο ακροατήριο κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, δεν δικαιολογείται, διότι ο απών διάδικος δεν μπορεί να έχει ευνοϊκότερη μεταχείριση από τον παρόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Για τον διάδικο που ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως, ο νόμος δεν εξαρτά την έναρξη, ούτε τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως, από την καθαρογράφηση της αποφάσεως και από την εκ μέρους του γνώση ολοκλήρου του περιεχομένου της, κατά το συνήθως δε συμβαίνον, αυτή (απόφαση) ολοκληρώνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως, με συνέπεια να ασκείται η έφεση πριν από αυτήν. Η ρύθμιση αυτή σαφώς υποδηλώνει την εκτίμηση του νομοθέτη, ότι τα ανωτέρω στοιχεία αρκούν για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος του καταδικασθέντος να προσβάλει με έφεση την καταδικαστική απόφαση, χωρίς καμιά δικονομική βλάβη του, δεδομένου ότι, αφενός οι λόγοι εφέσεως δεν αναφέρονται περιοριστικώς στα άρθρα 474 παρ. 2 και 498 εδ. α' του ΚΠοινΔ, με συνέπεια, να μπορεί να προταθεί ως παραδεκτός λόγος εφέσεως και μόνη η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων χωρίς ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, εάν εμφανιστεί ο εκκαλών κατηγορούμενος στη δευτεροβάθμια δίκη, να είναι παραδεκτή η έφεση, να επανέρχεται η υπόθεση για κατ' ουσία έρευνα στο προ της εκδόσεως της αποφάσεως στάδιο, υπό την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβάλει όλους τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς του και γενικώς να ασκήσει όλα τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, που θα μπορούσε να ασκήσει και στην πρωτοβάθμια δίκη. Η αντίληψη αυτή του νομοθέτη εκφράζεται και με τη ρητή διάταξη του άρθρου 142 παρ. 5 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 663/1977, η οποία ορίζει ότι "όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σ' αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι' αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, της διάταξης που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης". Από τη διάταξη αυτή και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες από το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ επιδόσεις και, γι' αυτό, μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της εφέσεως και μόνη η επίδοση του εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου ή αποσπάσματος της αποφάσεως που περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι τον αριθμό της αποφάσεως, τη διάταξη που παρέβη ο κατηγορούμενος, η οποία μπορεί να αναφέρεται, είτε αριθμητικώς, είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό και την ποινή που του επιβλήθηκε, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Επομένως, η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης, αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται να έχει πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών για την προετοιμασία και την άσκηση της εφέσεως και για την εν γένει υπεράσπισή του (Ολ. ΑΠ 3 και 4/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη σχετική 335/26-1-2004 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε ότι "έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως την 21-1-2004, ότε και οχλήθη προς εκτέλεσή της, αφού αυτή του επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην οικία του την 29-12-2003 και προφανώς το θυροκολληθέν αντίγραφο της αποφάσεως χάθηκε" και περαιτέρω ότι είναι άκυρη η επίδοση γιατί " του επιδόθηκε απλό απόσπασμα και όχι πλήρες αντίγραφο της εκκαλούμενης αποφάσεως". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την άνω έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9361/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο εκκαλών είχε καταδικασθεί ερήμην, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για παράβαση Υγειονομικής Διατάξεως και του άρθρου 178 του ΠΚ, με την ακόλουθη αιτιολογία: Επειδή όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 11637/28-9-2007 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως ίου Δικαστηρίου αυτού που αναγνώσθηκαν δημόσια και που είναι στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε κατά το νόμιμο και προσήκοντα τρόπο και έπρεπε να παρουσιασθεί σήμερα στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και να υποστηρίξει την έφεση που έκανε κατά της υπ' αριθμ. 9361/17-2-2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επειδή κατά το άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περί από την επίδοση της απόφασης. Προϋπόθεση της εκπρόθεσμης ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε με απόντα την κατηγορούμενο είναι η έγκυρη επίδοση αυτής στον τελευταίο, γιατί διαφορετικά, δηλαδή αν η επίδοση είναι άκυρη δεν αρχίζει η παραπάνω προθεσμία, που ορίζει ο νόμος και η έφεση ασκείται εμπρόθεσμα, η προϋπόθεση δε αυτή είναι διαδικαστική και εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου να κριθεί το εμπρόθεσμο η μη της έφεσης. Αφετηρία της προθεσμίας έφεσης μπορεί να αποτελέσει και η επίδοση αποσπάσματος της απόφασης. Η τοποθέτηση αυτή δεν προσκρούει ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης, αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται στην πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών, για την προετοιμασία και την άσκηση της έφεσης και για την εν γένει υπεράσπιση του (Ολ.ΑΠ 3/2002, Ολ.ΑΠ 4/2002 Ποιν. Δικ. 2002,359 και 361, ΑΠ 493/2005 Ποιν. Λόγος 2005/450, ΑΠ 763/2005 Ποιν. Λόγος 2005/677). Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Ωστόσο κατά τη γενική αρχή του δικαίου-κατά την οποία, κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν ο δικαιούμενος από λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπρόθεσμα. Στην ειδική αυτή περίπτωση, ο ασκών εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει κατά την έννοια του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ, να διαλάβει στη σχετική αίτηση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεστεί τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία πιστοποιείται η συνδρομή του λόγου του εκπροθέσμου (ΑΠ 411/2003 Ποιν.Δικ. 2003/1081, ΑΠ 795/1997 Ποιν.Χρ. 1998/245, ΑΠ 588/1997 Ποιν. Χρ. 1998/540, ΑΠ 1497/1996 Ποιν.Χρ. 1997/1496). Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία (έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος με την υπ' αριθμ. 9361/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε, ενώ ήταν απών ωσεί παρών - ένοχος για παράβαση Υγειονομικής Διάταξης και για παραβίαση σφραγίδων που έθεσε η αρχή (αρθ. 5, 6, παρ.1,55 της αριθμ. Α1β/8577/83 Υγειον. Διάταξης σε συνδ. με αρθ. 1 του ΑΝ 2520/1940 και αρθ. 11 παρ. 5β και 10 Ν. 2307/95 και αρθ. 178 ΠΚ), σε συνολική ποινή 4 μηνών. Η παραπάνω καταδικαστική εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 29-12-2003, όπως προκύπτει από το από 29.12.2003 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου γνωστής διαμονής, του αστυφύλακα ..., νόμιμα, με θυροκόλληση (αρθ. 155 παρ.2 ΚΠΔ), αφού όπως μνημονεύεται στο εν λόγω αποδεικτικό επίδοσης, δεν βρέθηκε ο κατηγορούμενος στην κατοικία του, ούτε άλλο πρόσωπο από αυτά που μνημονεύονται στο άρθρο 155 παρ.2 ΚΠΔ, η δε θυροκόλληση έγινε παρουσία του μάρτυρα ..., που υπογράφει το αποδεικτικό (αρθ. 161 παρ.1 ΚΠΔ). Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 26.1.2004, δηλαδή μετά την προθεσμία των 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης που τάσσει η διάταξη του άρθρου 473 ΚΠΔ, ο δε εκκαλών στο σχετικό εφετήριο χωρίς να αμφισβητεί την εγκυρότητα της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, ισχυρίζεται αορίστως ότι έλαβε γνώση αυτής την 21.1.2004 γιατί "προφανώς" το θυροκολληθέν αντίγραφο της απόφασης χάθηκε, ισχυρισμός που δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας, ενώ περαιτέρω προβάλλει τον νομικά αβάσιμο κατά τη μείζονα σκέψη της παρούσας λόγο, ότι του επιδόθηκε απόσπασμα της εκκαλούμενης απόφασης και όχι πλήρες αντίγραφο και δεν άρχισε η προθεσμία των ενδίκων μέσων Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της κρινόμενης έφεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Ενόψει των προεκτεθέντων, και σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε παραπάνω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2863/2008 απόφασή του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη για την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (26-1-2004) και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η με θυροκόλληση νόμιμη κατ' άρθρο 155 παρ.2 του ΚΠοινΔ επίδοση στις 29-12-2003, ήτοι ότι η επίδοση σε αυτόν της ερήμην πρωτόδικης αποφάσεως ήταν έγκυρη καθόλα αυτής τα στοιχεία, ο δε προβαλλόμενος, με την έκθεση εφέσεως για τη δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκηθείσας εφέσεως, λόγος, ότι δηλαδή ο εκκαλών έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, μόλις στις 21-1-2004, γιατί το θυροκολληθέν αντίγραφο προφανώς χάθηκε, ανεξαρτήτως του ότι τούτο δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, συνεπεία των οποίων ο εκκαλών παρακωλύθηκε να ασκήσει εμπρόθεσμα έφεση ούτε συνιστά λόγο ή ενέχει επίκληση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, δεν είχε προβληθεί και παραδεκτά με την έκθεση εφέσεως, καθόσον σ' αυτήν δεν γίνεται από τον εκκαλούντα επίκληση των προς απόδειξη του λόγου αυτού αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος συναφώς και συμπεριλαμβανόμενος στους λόγους εφέσεως και στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, (β' σκέλος), όπως εκτιμάται, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επίσης για υπέρβαση εξουσίας, για το ότι το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, παρά την ακυρότητα της επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, λόγω επιδόσεως στον αναιρεσείοντα αποσπάσματος αυτής και όχι πλήρους αντιγράφου της, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την έφεση που αυτός είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσία εκδίκαση της υποθέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 27/14-4-2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 2863/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου νόμιμα με θυροκόλληση. Αβάσιμος ο Α΄ λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς το εκπρόθεσμο της εφέσεως, καθόσον αναφέρονται στο αιτιολογικό ο χρόνος επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, το αποδεικτικό επιδόσεως και ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως. Ο ισχυρισμός ότι έλαβε γνώση αργότερα και είναι εμπρόθεσμη η έφεση, γιατί το θυροκολληθέν αντίγραφο της αποφάσεως χάθηκε, δεν συνιστά ανωτέρα βία. Αβάσιμος ο Β΄ λόγος αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, εκ του ότι το δικαστήριο αντί να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προχώρησε στην εξέταση της εφέσεως και απέρριψε αυτήν ως εκπρόθεσμη, διότι το δικαστήριο ορθά δεν απέρριψε την έφεση, ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά δίκασε τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα ωσάν να ήταν παρών, θεώρησαν ορθά ότι ο ορισμός της νέας μετ' αναβολή ρητής δικασίμου που είχε ανακοινωθεί στον ενεργήσαντα ως άγγελο αυτού και ζητήσαντα την αναβολή δικηγόρο του, επέχει κατ' άρθρο 349 παρ.2 ΚΠΔ θέση κλητεύσεως του κατηγορουμένου. Δεν είναι άκυρη η επίδοση της ερήμην καταδικαστικής απόφασης πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με θυροκόλληση αποσπάσματος και όχι πλήρους αντιγράφου αυτής στον κατηγορούμενο (ΑΠ 243/2008, 1363/2006) -.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
0
Αριθμός 2079/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, Αλβανού υπηκόου, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1065/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 597/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 194/21-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 23-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ...- ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Κοσμάτο, δυνάμει της από 20-3-2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της αριθμ. 1065/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 219/2007 έφεσή του κατά της αριθμ. 2334/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου 98 παρ. 2 Ν. 2696/1999 σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και αν αυτός κρατείται στη φυλακή σ'εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, επάγονται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 1065/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 219/2007 έφεση που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της 2334/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί για παράβαση του άρθρου 98 παρ. 2 Ν. 2696/1999, σε φυλάκιση έξι (6) μηνών. Κατά της πιο πάνω 1065/2009 απόφασης, ασκήθηκε, για λογαριασμό του κατηγορουμένου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία και συνέταξε την αριθμ. 15/2009 σχετική έκθεση. Όμως στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε νομότυπα από το πιο πάνω ένδικο μέσο της αναίρεσης, με δήλωσή του που έγινε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε από το γραμματέα αυτό η αριθμ. 16/24-3-2009 σχετική έκθεση παραίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω της παραίτησης αυτής. 'Υστερα από όλα αυτά και για τον προαναφερόμενο λόγο πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 15/2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., οδ. ... αριθμ. ... - ..., κατά της αριθμ. 1065/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αθήνα 16 Μαΐου 2009 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και αν αυτός κρατείται στη φυλακή σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 1065/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αριθ. 2334/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απορριπτικής ως άνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε την από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε γι' αυτήν η υπ' αριθ. 15/2009 έκθεση. Όμως στη συνέχεια ο αναιρεσείων με την από 24-3-2009 δήλωσή του ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παραιτήθηκε από την ασκηθείσα ως άνω αίτηση αναιρέσεως, συντάχθηκε δε για την παραίτηση αυτή η υπ' αριθ. 16/2009 έκθεση. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως, μετά την παραίτηση, κατέστη απαράδεκτη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-3-2009, αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1065/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση αναιρεσείοντος από ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως. Προϋποθέσεις παραιτήσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως λόγω παραιτήσεως από αυτήν του αναιρεσείοντος.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
Αριθμός 2078/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΞΙΜ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ.ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ Α.Ε-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 68/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 413/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 149/27-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΞΙΜ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ. ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ Α.Ε.-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", κατά του υπ' αριθμ. 68/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ, ως αντικ. δι'άρθρ. 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος, εκ των διαδίκων, δικαιούται να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος, υπό τις διακρίσεις που ορίζονται από την εν λόγω διάταξη. Εξ άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο δύναται να ασκήση μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίδει ρητώς αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος δια τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (εν συμβουλίω), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγουμένη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος το ένδικο μέσο (ΑΠ 402/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη από την αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως πολιτικώς εναγούσης, και στρέφεται κατά του ανωτέρω βουλεύματος, απαλλακτικού διά τον κατηγορούμενο Χ. Επομένως, η αίτηση αυτή, ασκηθείσα από πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται να ασκήση το εν λόγω ένδικο μέσο κατά του ανωτέρω βουλεύματος, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη, κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Να καταδικασθή δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ωΝα απορριφθή η από 18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΞΙΜ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ. ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ Α.Ε.-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", εδρευούσης στο ... Εθν. Οδού ...-..., κατά του υπ'αριθμ. 68/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 3 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος Πρίαμος-Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/30-6-2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α)που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β)αποφαίνονταν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση όμως του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο, μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΞΙΜ-ΚΩΝ/ΝΟΣ Μ.ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ Α.Ε-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στη ..., ασκείται με την ιδιότητά της ως πολιτικώς εναγούσης και στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 68/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο α) αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, β) κήρυξε απαράδεκτη την κατ' αυτού ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και γ) έπαυσε οριστικά την κατά του ανωτέρω ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Η αίτηση, όμως, αυτή, ασκούμενη από διάδικο που δεν δικαιούται πλέον, κατά τα άνω, να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο κατά του ανωτέρω βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-2-2009 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΞΙΜ-ΚΩΝ/ΝΟΣ Μ.ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ Α.Ε-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στη ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 68/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος (άρθ. 482, 483 του ΚΠΔ). Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας κατά απαλλακτικού βουλεύματος.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2074/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καραμπή, περί αναιρέσεως της 84/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 569/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 Α παρ. 1 α, Β παρ.1 του ν. 248/1914, όπως συμπληρώθηκε και αντικαταστάθηκε, με το ν. 4085/1960, με το άρθρο 13 παρ.2 του ν. 2532/1997 και με το άρθρο 45 παρ.3 του ν. 2732/1999, ορίζεται ότι με φυλάκιση ενός μηνός μέχρι δύο ετών, τιμωρούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παράγουν, αποθηκεύουν, επεξεργάζονται, μεταφέρουν ή κατ'άλλο τρόπο χειρίζονται προϊόντα ζωικής προέλευσης, ή διαθέτουν στο εμπόριο ζωικά προϊόντα ή ζώντα ζώα τα οποία δεν έχουν ληφθεί, δεν έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν επισημανθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κτηνιατρικές διατάξεις. Κατά το άρθρο 15 εδ. δ και ε, 18, 22 του π.δ. 40/1977, τα τρόφιμα, αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων, βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποίαν ευρίσκονται και των όρων της ισχύουσας νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται: Κατάλληλα προς κατανάλωση, νοούνται τα τρόφιμα τα οποία διατηρούν τους ειδικούς δι' έκαστον εξ' αυτών οργανοληπτικούς χαρακτήρες (χρώμα, σύσταση, οσμή, γεύση),δεν παρουσιάζουν μεταβολές οφειλόμενες σε ασθένειες ή αλλοιώσεις, αποσύνθεση ή μόλυνση και πληρούν τους όρους της σχετικής νομοθεσίας κατά περίπτωση (εδ.α). Ακατάλληλα προς βρώση, νοούνται τα τρόφιμα τα οποία παρουσιάζουν μη κανονικούς τους στην περίπτωση α του παρόντος άρθρου οργανοληπτικούς χαρακτήρες των, ανεξαρτήτως της επιδράσεώς των ή μη επί της υγείας του καταναλωτού (εδ.δ). Ακατάλληλα προς κατανάλωση ως μη πληρούντα τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, νοούνται τα τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν ένα ή περισσότερους όρους της σχετικής νομοθεσίας.( εδ.ε). Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό της τα εξής: "Από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος κατελήφθη στο ... τη 1.3.02 και ώρα 12.30 να διατηρεί εντός του εστιατορίου που διατηρούσε στην πλατεία ιατρού αρ. 2 ακατάλληλα προς βρώση προϊόντα. Ειδικότερα ύστερα από έλεγχο που έκαναν οι ..., Επόπτης Δημόσιας Υγείας και ..., Νομοκτηνίατρος, διαπιστώθηκε ότι αυτός διατηρούσε 150 περίπου κιλά ψάρια και κρέατα νωπά και κατεψυγμένα τα οποία παρουσίαζαν αλλοίωση των οργανοληπτικών ιδιοτήτων φαιοπράσινο χρώμα, εγκαύματα καταψύξεως, αφυδάτωση. Επίσης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν έτοιμα φαγητά που είχαν αποψυχθεί και υπήρχαν κατσαρίδες και γάτες στους χώρους του καταστήματος (βλ. από 1.3.2002 υγειονομική - κτηνιατρική έκθεση των ανωτέρω ελεγκτών). Συνεπώς αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στο ... στις 1-3-02 διατηρών εστιατόριο στην πλατεία ... κατελήφθη να διατηρεί σε 5 ψυγεία εκατόν πενήντα (150) περίπου κιλά κρέατα και ψάρια, τα οποία παρουσίαζαν αλλοίωση των οργανοληπτικών ιδιοτήτων (φαιοπράσινο χρώμα, τα νωπά κρέατα και ψάρια είχαν μπει σε καταψύκτη (ενώ αυτό απαγορεύεται) και κατεψυγμένα ψάρια που είχαν αποψυχθεί και επανακαταψυχθεί. Όλα δε τα ανωτέρω ήταν ακατάλληλα και επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία". Στη συνέχεια το Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλακίσεως είκοσι μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 15 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με βάση τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και τις άνω παραδοχές στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ, 15 εδ.δ και ε, 18 και 22 του π.δ. 40/1977, 23 Α παρ. 1 α, Β παρ.1 του ν. 248/1914, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ.2 του ν. 2532/1997 και συμπληρώθηκε με το ν. 4085/1960 και με το άρθρο 45 παρ.3 του ν. 2732/1999, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος, που διατηρούσε στην πλατεία ... του ... εστιατόριο, σε λειτουργία με έτοιμα φαγητά, κατελήφθη να κατέχει 150 κιλά κρέας και ψάρια, νωπά και σε κατάψυξη, ψάρια καταψυγμένα που είχαν αποψυχθεί και επαναψυχθεί, τα οποία παρουσίαζαν αλλοίωση των οργανοληπτικών ιδιοτήτων τους, με φαιοπράσινο χρώμα, εγκαύματα καταψύξεως, αφυδάτωση, όπως και έτοιμα φαγητά που όμως είχαν αποψυχθεί, και ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ακατάλληλα και επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία, βρέθηκαν δε και κατσαρίδες και γάτες στους χώρους του καταστήματος, όπως προέκυψε, σύμφωνα με τις παραδοχές, από την αναγνωσθείσα κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης και καταστροφής της κτηνιάτρου ... και τις μαρτυρικές καταθέσεις της άνω κτηνιάτρου και του επόπτη Υγείας ..., β) αναφέρεται η εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 15 περ.δ του ΠΔ 40/1977, που κάνει λόγο για τρόφιμα ακατάλληλα προς βρώση, τέτοια δε είναι σαφώς και τα τρόφιμα που βρέθηκαν στο κατάστημα του αναιρεσείοντος και χαρακτηρίστηκαν, ως ακατάλληλα και επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται ειδικότερα τα είδη τροφίμων και τα έτοιμα φαγητά που βρέθηκαν στο εστιατόριο του αναιρεσείοντος, δ) ο ισχυρισμός ότι το εστιατόριο δε λειτουργούσε και γινόταν επισκευή του κτιρίου, ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε παραδοχή ελέγχου και ανεύρεσης από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα ανοικτού καταστήματος και κατάσχεσης έτοιμων φαγητών, σαφώς σημαίνει κατάστημα σε λειτουργία, ε) σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών και στ) από τις άνω παραδοχές, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση συνάγεται, καθόσον δεν είναι αντιφατικό τα εν λόγω κρέατα, ψάρια και έτοιμα φαγητά, να παρουσιάζουν μη κανονικό και συγχρόνως αλλοιωμένο οργανοληπτικό χαρακτήρα, όσον αφορά το χρώμα, τη σύσταση και μεταβολές που οφείλονται σε αλλοίωσή τους, οπότε στοιχειοθετείται η παράβαση, ανεξαρτήτως της επιδράσεως ή μη των άνω μεταβολών επί της υγείας του καταναλωτή, στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση κρίθηκαν επιπλέον και ακατάλληλα και επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία. Ήτοι δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 9/27-3-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 84/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση τροφίμων - κρεάτων, ακατάλληλων προς βρώση και κατανάλωση. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διάθεση ακατάλληλων τροφίμων και κρεάτων.
0
Αριθμός 2073/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλου - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκουζάνη, για αναίρεση της με αριθμό 5080/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, κάτοικο ..., 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, καθώς και στο από 28 Αυγούστου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 224/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων αυτής λόγων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και το δεύτερο πρέπει να στηρίζει το πρώτο. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5080/2008 απόφασή του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο ΩΩ (θανών) είχε προσληφθεί στην επιχείρηση "ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΑΒΕΑΕ", το έτος 2000, με την ειδικότητα του οδηγού οχήματος μεταφοράς σκυροδέματος (βαρέλα). Στις 30.9.2003, με το υπ' αριθμ. ... όχημα μεταφοράς σκυροδέματος μετέφερε σκυρόδεμα στην οδό ... στο ..., όπου διενεργούντο εργασίες διάστρωσης σκυροδέματος της θεμελίωσης, υπογείου, της εκεί υπό ανέγερση οικοδομής. Περί ώρα 10.4ο, ο πιο πάνω ΩΩ είχε ολοκληρώσει την εργασία του και είχε εκφορτώσει το περιεχόμενο (σκυρόδεμα) του οχήματός του στο όχημα αντλίας του σκυροδέματος που χειριζόταν ο πρώτος κατηγορούμενος Κων/νος Κόρτσαλης και στάθμευσε το όχημά του πλησίον αυτού. Επάνω από το χώρο που είχαν σταθμεύσει τα δύο οχήματα διήρχετο εναέριο δίκτυο της ΔΕΗ μέσης τάσης 20.000 Volt. Ο ΩΩ, πριν την αναχώρηση από τον πεζόδρομο της οδού ..., ξεκίνησε το πλύσιμο με μάνικα του κάδου της βαρέλας από τα υπολείμματα του μεταφερόμενου σκυροδέματος. Την ίδια ώρα ο παραπάνω χειριστής και πρώτος κατηγορούμενος, αναμένοντας την άφιξη της νέας βαρέλας σκυροδέματος, άφησε το τηλεχειριστήριο της αντλίας (πρέσας) κάτω στο έδαφος, χωρίς να απενεργοποιήσει με την πίεση του κομβίου διακοπής την λειτουργία του. Στη συνέχεια, από άγνωστη αιτία μετακινήθηκε κάποιος μοχλός χειρισμού του χειριστηρίου, με αποτέλεσμα να κινηθεί ανεξέλεγκτα ο μεταλλικός βραχίονας του οχήματος αντλίας (πρέσας) του σκυροδέματος και να έλθει σε επαφή με το εναέριο δίκτυο της ΔΕΗ, που υπήρχε πάνω από το χώρο αυτό, στη συνέχεια δε να διακοπεί το ρεύμα στη γραμμή αυτή (22-13 204V) που τροφοδοτεί την περιοχή ... (Βλ. από 10.12.03 έγγραφο της ΔΕΗ). Η προσέγγιση αυτή στα ηλεκτροφόρα σύρματα είχε ως αποτέλεσμα να διέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα από τα μεταλλικά μέρη των παραπάνω οχημάτων, να διαπεράσει τον ΩΩ μέσω του αριστερού του χεριού και στη συνέχεια μέσω του σώματός του, να προκληθεί ηλεκτροπληξία συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος αυτού. Ο εν λόγω θάνατος οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, χειριστή της αντλίας και πολιτικού μηχανικού, αντιστοίχως. Ειδικότερα, ο τρίτος των κατηγορουμένων, Χ, αν και είχε υποχρέωση ως επιβλέπων μηχανικός να δώσει οδηγίες για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από τον κίνδυνο που προερχόταν από το εναέριο δίκτυο της ΔΕΗ, που διέρχεται πλησίον της οικοδομής και να επιβλέπει την τήρησή τους, ειδικότερα να δώσει οδηγίες στον ιδιοκτήτη του έργου ώστε πριν την έναρξη των εργασιών εγγράφως να ειδοποιηθεί η ΔΕΗ και να εξεταστούν τα μέτρα που θα έπρεπε να λάβουν, καθόσον οι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πρέπει να πραγματοποιούνται μακριά από ηλεκτροφόρους αγωγούς ανεξαρτήτως τάσεως καθώς και να δώσει οδηγίες κατά την παραπάνω διάστρωση του σκυροδέματος τα δύο πιο πάνω οχήματα να τοποθετηθούν σε χώρο ελεύθερο εναέριων ηλεκτρικών αγωγών, από αμέλειά του δεν έπραξε τα παραπάνω, τα οποία αν είχε πράξει θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ο θάνατος του ΩΩ, δοθέντος ότι υπήρχε δυνατότητα τα οχήματα να τοποθετηθούν σε ελεύθερο ηλεκτροφόρων αγωγών χώρο. Η αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι άφησε εκτός ελέγχου το τηλεχειριστήριο, αν και όφειλε να ελέγχει αυτό, χωρίς μάλιστα να έχει απενεργοποιήσει τη λειτουργία του μεταλλικού βραχίονα με το κουμπί διακοπής της λειτουργίας, ενέργειες που αν είχε πράξει μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα. Συνεπώς, οι παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, όρισε τα εξής: "Κηρύσσει τους 1ο και 3ο κατηγορουμένους (ΑΑ και Χ) ενόχους του ότι: Στο ... την 30 Σεπτεμβρίου 2003 και περί ώρα 10:40, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που ώφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν επέφεραν τον θάνατο άλλου και δή του ΩΩ, γενν. το 1978, κατοίκου στην ζωή στο ..., χωρίς να προβλέψουν, αν και μπορούσαν το από την κατωτέρω πράξη τους προελθόν ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα ο ΑΑ, χειριστής μηχανήματος (πρέσσας ετοίμου σκυροδέματος), ο τρίτος ΒΒ, εργολάβος οικοδομών και ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ, πολιτικός μηχανικός, που είχε την εποπτεία και την επίβλεψη του ως άνω εκτελούμενου έργου, δεν φρόντισαν, ως είχαν υποχρέωση, να λάβουν τα ενδεδειγμένα, μέτρα ασφαλείας, ήτοι: α) οι μεταφορές σιδηροπλισμού και εγκαταστάσεις μηχανημάτων, καθώς και οι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος να πραγματοποιούνται μακριά από ηλεκτροφόρους αγωγούς ανεξαρτήτου τάσεως, β) σε περιοχές όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφ' όσον κινούνται ή εργάζονται υψηλά οχήματα - μηχανήματα να λαμβάνονται πέραν των μέτρων, που αναφέρονται στο προηγούμενο υπό στοιχ. α' παράγραφο και μετά από έγγραφη έγκριση της ΔΕΗ, πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας, γ) εφόσον πλησίον εργοταξίου διέρχονταν αγωγός ηλεκτρικού ρεύματος να ειδοποιείτο εγγράφως, πριν από την έναρξη των εργασιών, η ΔΕΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 εδ. β', γ' και 79 εδ. α' του Π.Δ/ 1073/81 (περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών, και έτσι εξ αιτίας των συγκεκριμένων αμελειών των ως άνω κατηγορουμένων να επέλθει ο θάνατος του ΩΩ, εργαζομένου, προσληφθέντος στην επιχείρηση "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", με ατομική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την ειδικότητα του οδηγού οχήματος μεταφοράς σκυροδέματος (βαρέλας), ως εξής: Ο .......... την 30.9.2003 και περί ώρα 10.40' είχε σταθμεύσει το όχημά του (βαρέλα) με αρ. κυκλοφ. ... στην οδό ..., όπου διενεργούνταν εργασίες διάστρωσης σκυροδέματος της θεμελίωσης της εν λόγω οικοδομής, ιδιοκτησίας του πρώτου, με εργολάβο τον τρίτο και επιβλέποντα μηχανικό τον τέταρτο εκ των κατηγορουμένων. Το όχημά του το είχε σταθμεύσει πλησίον του οχήματος αντλίας σκυροδέματος, με αριθμό κυκλοφορίας ..., την οποία χειριζόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος ΑΑ. Επάνω από το χώρο στον οποίο είχαν σταθμεύσει τα δύο οχήματα (βαρέλα και η πρέσσα) διέρχονταν .... δίκτυο εναέριο της ΔΕΗ, ήτοι γραμμή τροφοδοσίας μέσης τάσης 20.000 Volt. Την χρονική στιγμή που εγένοντο εργασίες σκυροδέτησης σε στάθμη υπογείου, ήτοι μεταφορά σκυροδέματος από την μπετονιέρα στην πρέσσα, για άγνωστη αιτία, μετακινήθηκε κάποιος μοχλός χειρισμού του τηλεχειριστηρίου (λεβιές) - μέσω του οποίου ο δεύτερος κατηγορούμενος, ΑΑ ήλεγχε και κατηύθυνε τις κινήσεις του μηχανικού βραχίονα της πρέσσας και τον σωλήνα έγχυσης σκυροδέματος στις επιθυμητές τάσεις, με αποτέλεσμα να κινηθεί ανεξέλεγκτα ο βραχίονας του οχήματος - πρέσσας και να έρθει σε επαφή με το δίκτυο της ΔΕΗ και να δημιουργηθεί ηλεκτρικό ρεύμα που διήλθε είτε από τα μεταλλικά μέρη του οχήματος της πρέσσας ή και του οχήματος μεταφοράς σκυροδέματος (βαρέλας), το οποίο διαπέρασε τον εργαζόμενο μέσω του αριστερού του χεριού και στην συνέχεια μέσω του σώματός του, προκλήθηκε ηλεκτροπληξία, εξ αιτίας της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαία ο θάνατος αυτού. Το παραπάνω ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν οι κατηγορούμενοι είχαν λάβει τα πιο κάτω μέτρα ασφαλείας, ως είχαν υποχρέωση εκ των καθηκόντων των οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος εξ αυτών και ο πρώτος ως ιδιοκτήτης της παραπάνω οικοδομής, ήτοι εφόσον: 1) Προ της έναρξης των εργασιών είχε ειδοποιηθεί εγγράφως η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ, ώστε να εξετασθούν από κοινού με τον εκτελούντα το έργο και τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου τα μέτρα ασφαλείας που θα έπρεπε να ληφθούν, 2) Λαμβάνονταν κατάλληλα και ειδικά προστατευτικά μέτρα ασφαλείας που θα απέκλειαν την προσέγγιση της αντλίας σκυροδέματος σε ηλεκτροφόρους αγωγούς, 3) Η τοποθέτηση των οχημάτων είχε γίνει σε χώρο ελεύθερο εναέριων ηλεκτρικών αγωγών. Και 4) Εάν είχε απενεργοποιηθεί με το κομβίο διακοπή στο τηλεχειριστήριο η λειτουργία του μεταλλικού βραχίονα της πρέσσας ώστε να είχε αποτραπεί ο κίνδυνος ακούσιας μετακίνησής του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί στο αιτιολογικό, συμπληρούμενο με το διατακτικό, αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του κατηγορουμένου επιβλέποντος μηχανικού και του συγκατηγορουμένου του χειριστή της αντλίας ρίψης του σκυροδέματος, αναλύει τα περιστατικά της αμέλειας του καθενός τους, την οποία χαρακτηρίζει μη συνειδητή, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ανωτέρω αμέλειας και του επελθόντος αποτελέσματος. Ειδικότερα δέχεται, σχετικά με τον ήδη αναιρεσείοντα, ότι η εξωτερική του αμέλεια συνίσταται στο ότι, ενώ είχε υποχρέωση από την ιδιότητά του ως επιβλέποντος το έργο σκυροδέτησης της συγκεκριμένης οικοδομής να δώσει οδηγίες για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για την εκτέλεση του έργου και να επιβλέψει την τήρησή τους, δεν μερίμνησε για τη λήψη των μέτρων αυτών, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταντο: α) στην έγγραφη ειδοποίηση της ΔΕΗ πριν από την έναρξη των εργασιών ώστε να εξεταστούν τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν ενόψει της διελεύσεως εναέριων ηλεκτροφόρων αγωγών πλησίον της οικοδομής και β) στην τοποθέτηση των δύο οχημάτων (μεταφοράς σκυροδέματος και ρίψης σκυροδέματος) σε χώρο ελεύθερο από εναέριους ηλεκτροφόρους αγωγούς ώστε να μην είναι δυνατή η προσέγγιση των μεταλλικών μερών των οχημάτων στους αγωγούς αυτούς, δεδομένου ότι υπήρχε τέτοιος ελεύθερος χώρος. Επίσης σχετικά με τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο της ανωτέρω αμέλειας του κατηγορουμένου με το επελθόν αποτέλεσμα αναφέρει η απόφαση ότι αν αυτός είχε μεριμνήσει για τη λήψη των ως άνω μέτρων, θα είχε αποφευχθεί η επαφή των μεταλλικών μερών του οχήματος με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς και θα αποφευγόταν η ηλεκτροπληξία του παθόντος που επέφερε το θάνατό του. Το ότι η επαφή με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς συνέβη κατά τη στιγμή που ο παθών έπλενε τη βαρέλα του οχήματός του από τα υπολείμματα του σκυροδέματος, δηλαδή σε χρόνο που είχε τελειώσει η ρίψη του σκυροδέματος, δεν αίρει τον ανωτέρω αιτιώδη σύνδεσμο ούτε την ευθύνη του κατηγορουμένου και κατά το χρόνο πλυσίματος της βαρέλας, αφού, όπως δέχεται η απόφαση, το όχημα του παθόντος δεν είχε αποχωρήσει ακόμη από τον τόπο του έργου ούτε είχε μετακινηθεί από το σημείο όπου εκφόρτωσε το σκυρόδεμα στην αντλία ρίψης αυτού και έτσι η υποχρέωση του κατηγορουμένου για τη λήψη του μέτρου της τοποθέτησης του οχήματος σε χώρο ελεύθερο από ηλεκτροφόρους αγωγούς παρέμενε ενεργή και κατά το στάδιο εκείνο του πλυσίματος της βαρέλας, το δε αποτέλεσμα, κατά τις σαφείς παραδοχές της αποφάσεως, οφείλεται στην τοποθέτηση του οχήματος στο συγκεκριμένο χώρο και όχι στο είδος της εργασίας που εκτελείτο στο όχημα αυτό. Επομένως, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να λάβει τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση του έργου ρίψης και διάστρωσης του σκυροδέματος της οικοδομής και της παραδοχής ότι αυτός ευθύνεται και κατά το στάδιο πλυσίματος της βαρέλας του οχήματος, αφού, όπως δέχεται η απόφαση, αναμενόταν και άλλη βαρέλα με σκυρόδεμα, πράγμα που σημαίνει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι δεν είχε ακόμη περατωθεί το έργο ρίψης και διάστρωσης του σκυροδέματος της ανωτέρω οικοδομής, ώστε να λήξει και η ευθύνη του κατηγορουμένου. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ και οι λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι στην ουσία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως (αίτηση και πρόσθετοι λόγοι) και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 5080/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου μηχανικού που επέβλεπε το έργο σκυροδέτησης οικοδομής, ο οποίος παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα το θάνατο του παθόντος από ηλεκτροπληξία, λόγω επαφής του οχήματος ρίψης σκυροδέματος με ηλεκτροφόρους αγωγούς. Περιστατικά αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του αποτελέσματος και διάρκεια ευθύνης του μηχανικού μέχρι τη λήξη του έργου που επιβλέπει. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 2072/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της 1942, 1979, 2020/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1678/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ. τιμωρείται όποιος κατέχει ναρκωτικά. Ως κατοχή ναρκωτικών στα οποία περιλαμβάνονται η ηρωίνη και η ινδική κάνναβη (άρθρ. 4 πιν. Α' περ. 5 και 6 του ν. 1729/1987), νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη κατά τρόπο, που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και να τα διαθέσει κατά την ιδία βούληση πραγματικώς. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι πρόκειται για ναρκωτική ουσία και να θέλει ή να αποδέχεται την κατοχή της υπό την έννοια μόνιμης και σταθερής υλικής φυσικής εξουσίασης της ναρκωτικής ουσίας. Για την αιτιολόγηση της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών πρέπει να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά προσδιοριστικά του τρόπου δυνατότητας διαπιστώσεως της ύπαρξης σε κάθε στιγμή των ναρκωτικών από τον δράστη και διάθεσης αυτών κατά τη βούληση του. Είναι δυνατή και η από πολλούς συμμετόχους τέλεση της πράξης κατοχής με συναυτουργία της ιδίας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού (άρθρο 45 Π.Κ) μεταξύ των περισσοτέρων του ενός δραστών υπάρχει όταν με κοινό δόλο εξουσίασης συγκεκριμένης ποσότητας τέτοιων ουσιών έχουν δυνατότητα να ενεργούν από κοινού όλοι οι συναυτουργοί την φυσική εξουσίαση στις ουσίες αυτές υπό την άνω έννοια. Για την αιτιολόγηση της κατά τα άνω συμπράξεως περισσοτέρων δραστών στην τέλεση της κατοχής ναρκωτικών ύστερα από συναπόφαση, αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων έγινε δεκτό ότι δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός στην απόφαση του δικαστηρίου που δέχθηκε την κατά συναυτουργία τέλεση του, χωρίς να απαιτείται να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση καθενός από τους συναυτουργούς με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1, περ. β' του Π.Κ. όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380 Π.Κ., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται ... β)αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ... τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω μορφή του απαιτείται αντικειμενικώς εξαναγκασμός με βία ή απειλή κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου. Στις περιπτώσεις του εδαφίου β' απαιτείται ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης κλπ. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή η ασκηθείσα βία ή απειλή δεν προκάλεσαν στον απειλούμενο φόβο ή δεν επήλθε η ζημία στην περιουσία αυτού ή άλλου, το έγκλημα της εκβίασης δεν ολοκληρώνεται αλλά η βία ή απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περιπτ. α', δ' παρ. 2 περ. α', β', γ' και 7 παρ. 1 και 8 εδάφιο α' του ν. 2168/1993 προκύπτει ότι η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων τα πυρομαχικά, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και οι παραβάτες αυτών των διατάξεων τιμωρούνται με τις αναφερόμενες ποινές φυλακίσεως και σε χρήμα. Στο άρθρο 7 παρ. 7 του ιδίου άνω νόμου ορίζεται ότι όποιος βρίσκει αντικείμενο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 αυτού του νόμου υποχρεούται να το παραδώσει αμέσως στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή ή να ειδοποιήσει αυτήν για την παραλαβή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε . Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατ' είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία των όσων προέκυψαν χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο από αυτά βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως . Είναι επιτρεπτό, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο αρκεί δε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά επιλεκτικώς (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός που αποτελεί άρνηση στοιχείου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και κατ' ακολουθία της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής υπό την άνω έννοια γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να τον αιτιολογήσει ειδικά σε περίπτωση απορρίψεως αυτού. Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και όταν δεν γίνεται από το δικαστήριο ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση κατά την οποία στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και αφορά στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε , δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ήταν αστυφύλακας και υπηρετούσε κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται στην Άμεση Δράση ... ως επικεφαλής πληρώματος του ... περιπολικού οχήματος ως αρχαιότερος του συγκατηγορουμένου του Χ2, που δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Ο κατηγορούμενος που είχε αναπτύξει επιτυχή υπηρεσιακή δράση και είχε κατά το παρελθόν τιμηθεί με εύφημες μνείες και διακρίσεις τιμητικές όπως προκύπτει από αναγνωσθέντα έγγραφα του Αρχηγού της ΕΛΑΣ από τους προϊσταμένους του δε και τους συναδέλφους του εθεωρείτο επιτυχημένος αστυνομικός στη δίωξη του εγκλήματος και των εγκλημάτων, προκειμένου να έχει επιτυχή έκβαση μία υπόθεση και να καρπωνόταν αυτός την επιτυχία χρησιμοποιούσε όχι απολύτως ορθές, μεθόδους χωρίς να τηρεί ακριβώς τους κανονισμούς λόγω του ανταγωνισμού που τηρείται μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών στην Αστυνομία, όπως ανέφεραν οι εξετασθέντες ως μάρτυρες αστυνομικοί. Κατά το διάστημα που εκτελούσε υπηρεσία περιπολίας περί ώρα 18.00 της 7/10/2000 μαζί με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενο του ο κατηγορούμενος μετέβη στο επί της οδού ... στην ... κατάστημα εμπορίας συσκευών τηλεφωνίας του μάρτυρα ΑΑ, το οποίο λειτουργούσε και ως τηλεφωνικό κέντρο προς εξυπηρέτηση αλλοδαπών κυρίως πακιστανών ενόσω σ' αυτό το κατάστημα την ώρα εκείνη, λόγω απουσίας του ιδιοκτήτη του, υπεύθυνος ήταν ο επίσης πακιστανικής καταγωγής μάρτυρας ΒΒ. Ο κατηγορούμενος όταν εισήλθε στο κατάστημα αυτό ενώπιον των αλλοδαπών πελατών με έντονο και απειλητικό ύφος ζήτησε την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης όπως κατέθεσε ο άνω μάρτυρας υπάλληλος και φοβήθηκαν οι αλλοδαποί πελάτες από την παρουσία του κατηγορουμένου και του άλλου ένστολου συναδέλφου του και άρχισαν να αποχωρούν. Όταν του δηλώθηκε από τον υπάλληλο του καταστήματος ότι δεν απαιτείτο ιδιαίτερη άδεια αλλά αρκούσε η δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος που είχε υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ο ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως, ο κατηγορούμενος που συνέχιζε έως τότε να ζητεί την άδεια λειτουργίας ζήτησε από τον υπάλληλο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και ο υπάλληλος τηλεφώνησε στον τελευταίο και του ανέφερε την παρουσία αστυνομικών στο κατάστημα και στη συνέχεια μίλησε από τον τηλεφωνικό θάλαμο που ήταν στο κατάστημα ο αναιρεσείων από τους κατηγορουμένους με τον ιδιοκτήτη. Αυτός είπε στον αναιρεσείοντα ότι δεν χρειαζόταν άδεια λειτουργίας για την επιχείρηση και του υπέδειξε ο αναιρεσείων να προσέλθει αμέσως στο κατάστημα, διαφορετικά θα του έκλεινε την επιχείρηση. Όταν του απάντησε ο ιδιοκτήτης ότι δεν μπορούσε να μεταβεί εκεί διότι βρισκόταν στο νοσοκομείο και μπορούσε άλλη ημέρα να προσέλθει στην Υπηρεσία και να επιδείξει την δήλωση που είχε υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν ήταν ανάγκη να περάσει από την Υπηρεσία του και του ζήτησε δύο κινητά τηλέφωνα από τα οποία το ένα τύπου ERICSON T285, αξίας 90.000 δρχ. και το δεύτερο τύπου ΝΟΚΙΑ 8210 αξίας 118.000 δραχμών, που δεν διέθετε ο καταστηματάρχης διότι ήταν ακριβά και απαίτησε επίσης να τα παραγγείλει ο ιδιοκτήτης και να του τα δώσει αργότερα χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για την πληρωμή της αξίας του καθώς και ότι θα επανερχόταν την επομένη ημέρα για να τα παραλάβει δίνοντας του να καταλάβει ότι αν δεν του προμήθευε τα δύο κινητά τηλέφωνα που ήθελε θα του έκλεινε ο κατηγορούμενος την επιχείρηση. Την 9/10/2000 ώρα 11.00 μετέβη εκ νέου ο αναιρεσείων από τους κατηγορουμένους στο προαναφερθέν κατάστημα εμπορίας κινητών τηλεφωνικών συσκευών - τηλεφωνικό κέντρο και ζήτησε από τους εκεί υπαλλήλους μεταξύ των οποίων και ο ΓΓ που είχε εξετασθεί προανακριτικώς να του παραδώσουν τα δύο κινητά τηλέφωνα και επειδή απουσίαζε ο ιδιοκτήτης αποχώρησε απειλώντας ότι αν δεν του παραδίδονταν αυτά την επομένη θα έκλεινε την επιχείρηση. Ομοίως την 12.30 ώρα την 10/10/2000, ενώ είχε ήδη προέλθει ο ιδιοκτήτης της άνω επιχείρησης σε καταγγελία στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας για την απειλητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και την απαίτηση του να του δοθούν δωρεάν τα δύο τηλέφωνα για να μη βλάψει την επιχείρηση του καταγγείλαντος και είχε τεθεί από αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων σε διακριτική παρακολούθηση το κατάστημα με σκοπό να επέμβουν μόλις παραλάμβανε τα δύο τηλέφωνα πήγε ο αναιρεσείων με το περιπολικό όχημα έξω από το κατάστημα και χωρίς να κατέλθει από αυτό φώναξε και ζήτησε από τους υπαλλήλους της επιχείρησης να πληροφορηθεί αν ήταν εκεί ο ιδιοκτήτης και απεχώρησε στη συνέχεια λέγοντας απειλητικά τη φράση "καλά θα τα πούμε". Αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η μάρτυρας ΔΔ, που κατ' εντολή των προϊσταμένων της στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας παρακολουθούσε την επιχείρηση του αλλοδαπού που είχε προέλθει στη σχετική καταγγελία επιβεβαίωσε την επίσκεψη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο άνω κατάστημα εκείνη την ημέρα. Στη συνέχεια την 09.30, της 14/10/2000 ο αναιρεσείων μετέβη με το άνω περιπολικό όχημα της Αμέσου Δράσεως στο ίδιο κατάστημα εμπορίας κινητών τηλεφώνων και αφού εισήλθε εντός αυτού απευθύνθηκε στον ίδιο άνω υπάλληλο, του οποίου η προανακριτική κατάθεση αναγνώσθηκε και ζήτησε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και αν έχουν τα δύο τηλέφωνα που παρήγγειλε. Εντός του καταστήματος την ως άνω ημέρα και ώρα, που πήγε εκεί ο αναιρεσείων βρισκόταν κρυμμένος σε σημείο που επέτρεπε χωρίς να γίνεται αντιληπτός να έχει οπτική επαφή με το σημείο όπου γινόντουσαν οι συναλλαγές ο μάρτυρας αστυνομικός ΕΕ. Όταν από τον υπάλληλο του καταστήματος τοποθετήθηκαν τα δύο τηλέφωνα, που είχε ήδη προμηθευθεί ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, στον πάγκο συναλλαγών και έγινε προσφορά αυτών προς τον αναιρεσείοντα ο τελευταίος, ζητούσε τον ιδιοκτήτη, διότι ήθελε να πραγματοποιήσει τη συναλλαγή μαζί του και όχι με τον υπάλληλο, φοβούμενος αποκάλυψη του περιστατικού και το ένα από τα τηλέφωνα τύπου ΝΟΚΙΑ δεν ήταν της αρεσκείας του καθόσον ήθελε όχι το υποστοιχεία 8210 αλλά το υπό στοιχεία 8850 (πιο σύγχρονο και περισσότερο ακριβό) και ζήτησε να το παραγγείλουν και αποχώρησε δηλώνοντας ότι θα περνούσε αργότερα. Αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για το ότι απαίτησε ο αναιρεσείων άλλου τύπου κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ πιο σύγχρονο κατέθεσε ο αλλοδαπός υπάλληλος που ήταν στο κατάστημα. Κατά την έξοδο του από το κατάστημα περίμεναν άλλοι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που σταμάτησαν τον αναιρεσείοντα για να τον ελέγξουν αν είχε πάρει τα κινητά τηλέφωνα για το λόγο ότι ο υπάλληλος της επιχείρησης τους ειδοποίησε με κλήση σε κινητό τηλέφωνο, όπως είχαν συνεννοηθεί ότι θα γινόταν σε περίπτωση κατά την οποία θα παραλάμβανε ο αναιρεσείων τα κινητά τηλέφωνα, πλην όμως δεν είχε κατανοήσει ο άνω υπάλληλος πως έπρεπε να ενεργήσει και έτσι παρά το ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η παράδοση και παραλαβή των δύο κινητών έκανε προειδοποιητική κλήση και έτσι δεν κατέστη δυνατή η εκ νέου επίσκεψη του άνω κατηγορουμένου στο κατάστημα όταν θα ήταν εκεί ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης και θα έφερναν το ΝΟΚΙΑ 8850, για να πραγματοποιηθεί η αθέμιτη συναλλαγή και έτσι δεν διενεργήθηκε η παράδοση και παραλαβή των δύο τηλεφώνων ούτε επιτεύχθηκε ο σκοπός του αναιρεσείοντος. Αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με όσα έγιναν δεκτά ότι είπε και έκανε ο αναιρεσείων όταν είχε μεταβεί στις 7/10/2000 στο άνω κατάστημα εμπορίας κινητών τηλεφώνων-τηλεφωνικό κέντρο μιλώντας με τον υπεύθυνο υπάλληλο και στη συνέχεια από το τηλέφωνο με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης προσπάθησε να εξαναγκάσει τον τελευταίο να του παραδώσει τα δύο κινητά τηλέφωνα χωρίς να καταβάλει το τίμημα τους με σκοπό να αποκομίσει όφελος αντίστοιχο προς την αξία τους, με αντίστοιχη ζημία του ιδιοκτήτη του καταστήματος που φοβήθηκε από την απειλή του αναιρεσείοντα ότι θα του έκλεινε την επιχείρηση και πίστευε ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικού να κάνει κακό στην επιχείρηση του και πρώτη σχετική γι' αυτό ένδειξη ήταν το ότι με την εμφάνιση των αστυνομικών στο κατάστημα-τηλεφωνικό κέντρο έσπευσαν να απομακρυνθούν οι περισσότεροι των πελατών από εκεί χωρίς να πληρώσουν. Επίσης αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο σκοπός αυτός του αναιρεσείοντος προέκυπτε από την επιμονή του να ζητεί την άδεια λειτουργίας του καταστήματος παρά το ότι του δηλώθηκε ότι δεν χρειαζόταν τέτοια άδεια, αλλά αρκούσε η δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στη Δ.Ο.Υ (γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τους συναδέλφους του στον αναιρεσείοντα) καθώς και από τις άμεσες απειλές του προς τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και τον υπεύθυνο του καταστήματος και από τις έμμεσες απειλές του προς τους υπαλλήλους της επιχείρησης και ότι θα την κλείσει. Ακόμη αναφέρεται στην απόφαση ότι ο άνω σκοπός του αναιρεσείοντος προέκυπτε από τις επανειλημμένες ενοχλήσεις για την παράδοση των τηλεφώνων αυτών με το ίδιο ύφος και απειλητικές δηλώσεις του ανωτέρω ως αστυνομικού προς αλλοδαπούς (πακιστανούς όπως ο ιδιοκτήτης και οι υπάλληλοι της άνω επιχείρησης) και από το ότι και αντικειμενικά μπορούσε ο αναιρεσείων από τους κατηγορούμενους να βλάψει την επιχειρηματική δραστηριότητα του αλλοδαπού ιδιοκτήτη του άνω καταστήματος με τις συχνές επισκέψεις και τους ελέγχους σ' αυτό και τη συρρίκνωση του αριθμού των πελατών της επιχείρησης οι περισσότεροι από τους οποίους απέφευγαν την επαφή με τους αστυνομικούς και να επισκέπτονται το άνω κατάστημα όταν έβλεπαν σ' αυτό αστυνομικούς και η μείωση των πελατών θα επηρέαζε αρνητικά τον κύκλο εργασιών και θα είχε φθίνουσα πορεία η επιχείρηση και θα οδηγείτο σε παύση της λειτουργίας της. Με όσα αναφέρονται για το σκοπό που πράγματι είχε ο αναιρεσείων και που τον οδήγησε στην συμπεριφορά του αυτήν δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση όσα προέβαλε κατά την απολογίας του στο ακροατήριο ο αναιρεσείων ότι τα δύο κινητά τηλέφωνα ζήτησε να τα αγοράσει κατά τον έλεγχο που έκανε στο άνω κατάστημα για λογαριασμό αλλοδαπού υπαλλήλου σε πλυντήριο αυτοκινήτων, στο οποίο γινόταν το πλύσιμο των περιπολικών οχημάτων της Αμέσου Δράσεως και ότι ήθελε να αγοράσει τα κινητά σε τιμή κόστους χωρίς την πρόθεση να μη πληρώσει γι' αυτά και ότι ήθελε τον ιδιοκτήτη για να διαπραγματευθεί μαζί του. Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την πράξη της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, δεν αναφέρεται σε τι συνίστατο το παράνομο περιουσιακό όφελος που σκόπευε να αποκομίσει ο αναιρεσείων δηλαδή η άνευ καταβολής αντιτίμου απόκτηση των δύο κινητών τηλεφώνων που απαίτησε από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος να προμηθευθεί. Δεν δημιουργείται από την έλλειψη αυτή ασάφεια ή κενό. Γίνεται παράθεση στο σκεπτικό της, προσβαλλόμενης απόφασης των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ως προς αυτό το στοιχείο της άνω πράξεως και επιτρέπεται η συμπλήρωση του διατακτικού από τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της. Δέχθηκε επίσης η προσβαλλομένη απόφαση ότι από όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Όταν οδηγήθηκαν ο αναιρέσεων και ο έτερος των κατηγορουμένων στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας για να εξετασθούν σχετικά με τα δύο κινητά τηλέφωνα που διαπιστώθηκε ότι δεν είχε παραλάβει ο αναιρεσείων από το κατάστημα έξω από το οποίο το έλεγξαν αστυνομικοί της άνω υπηρεσίας, επέμεναν οι κατηγορούμενοι να παραλάβουν από το όχημα τη Αμέσου Δράσεως με το οποίο εκτελούσαν υπηρεσία στις 14/10/2000 τα εντός αυτού υπηρεσιακά τους σακίδια (σακ βουαγιάζ), όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ΕΕ που ήταν παρών από την στιγμή που τους οδήγησαν στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων χωρίς να δηλώσουν, όπως εκ των υστέρων ισχυρίσθηκαν ότι είχαν οι κατηγορούμενοι επιχείρηση που αφορούσε ναρκωτικά σε εξέλιξη. Από την επιμονή αυτή των κατηγορουμένων οδηγήθηκαν οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων να ενεργήσουν έρευνα στα σακίδια των κατηγορουμένων που τα πήραν οι τελευταίοι με τη συνοδεία των άνω αστυνομικών από το χώρο αποσκευών του υπό στοιχεία ΕΑ - 18478 περιπολικού αυτοκινήτου. Κατά την έρευνα στα άνω σακίδια βρέθηκαν από τους αστυνομικούς σε εκείνο του αναιρεσείοντος τα όπλα και πυρομαχικά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περιγράφονται στην οικεία έκθεσης έρευνας που αναγνώσθηκε και κατάσχεσης και τα οποία αυτός κατείχε παράνομα αφού δεν ήταν από εκείνα που τον εφοδίαζε νόμιμα η Υπηρεσία του ούτε είχε εφοδιασθεί με την κατά νόμο άδεια προς τον σκοπό αυτόν και στο σακίδιο του συγκατηγορούμενου του Χ2 βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα όπλα και πυρομαχικά τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως και στην οικεία έκθεση έρευνας και κατάσχεσης που αναγνώσθηκε τα οποία κατείχε παράνομα για τον ίδιο λόγο. Ακολούθως σε έρευνα που έγινε στην κατοικία καθενός των κατηγορουμένων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα όπλα και πυρομαχικά τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της άνω απόφασης και στις οικείες εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης που αναγνώσθηκαν, τα οποία κατείχαν παράνομα για τους ίδιους ως άνω λόγους. Επίσης κατά την έρευνα που έγινε από τους αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων βρέθηκαν στο σακίδιο του συγκατηγορούμενου του αναιρεσείοντος οι ποσότητες ναρκωτικών που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα 13 γραμμάρια ηρωίνης συσκευασμένα σε 127 δόσεις, γραμμάρια ηρωίνης συσκευασμένη σε 5 δόσεις, 45 γραμμάρια ινδικής κάνναβης συσκευασμένη σε 4 ανισοβαρή σακουλάκια βάρους 7, 11, 12 και 15 γραμμαρίων αντίστοιχα, 26 δισκία TAVOR, 64 δισκία HIPNOSTEDON, 37 δισκία STEDON, 5 δισκία LEXOTANIL, 209 δισκία VUSBEGAL, ήταν δε τοποθετημένες οι ποσότητες αυτές ναρκωτικών εντός θήκης φωτογραφικής μηχανής. Επί πλέον κατά την έρευνα που έγινε στην κατοικία του κατηγορουμένου Χ2 και πάνω σε έπιπλο (γραφείο) βρέθηκαν 3 μικροσυσκευασίες (φιξάκια) ηρωΐνης και μικροποσότητα ινδικής κάνναβης. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις άνω ναρκωτικές ουσίες κατείχαν και οι δύο κατηγορούμενοι, αφού οι ίδιοι τις είχαν τοποθετήσει στο σακίδιο του δεύτερου εξ αυτών και είχαν την φυσική εξουσία επ' αυτών ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους και κατά τη δική τους βούληση να τα διαθέτουν πραγματικά κατά τον προορισμό τους. Δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η υπό την άνω έννοια συγκατοχή των κατασχεθεισών στους κατηγορούμενους ναρκωτικών ουσιών προέκυπτε και από όσα είχαν ισχυρισθεί στις απολογίες των ενώπιον του Ανακριτή, αποσπάσματα των οποίων αναγνώσθηκαν κατ' άρθρο 366 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Οι δύο κατηγορούμενοι δικαιολογώντας την κατοχή των ποσοτήτων ναρκωτικών που βρέθηκαν πάνω σε έπιπλο γραφείου στην κατοικία του εξ αυτών Χ2 είχαν ισχυρισθεί τότε ότι τις διαχώρισαν οι ίδιοι από τις υπόλοιπες ποσότητες ναρκωτικών που τις έβαλαν στο σακίδιο του Χ2 όπου και βρέθηκαν και ότι τις είχαν χωρίσει προκειμένου να τις δώσουν σε τοξικομανείς, χρησιμοποιώντας αυτές ως δόλωμα για να επιτύχουν τη συνεργασία τους και την παροχή πληροφοριών σχετικά με την επικείμενη τέλεση εγκληματικών πράξεων με αντικείμενο ναρκωτικά και προκειμένου στη συνέχεια να επιτύχουν αξιοποιώντας τις πληροφορίες των τη σύλληψη επ' αυτοφώρω των δραστών. Εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο ότι ο διαχωρισμός των ναρκωτικών με τον άνω σκοπό κατεδείκνυε την εξουσία των κατηγορουμένων να διαθέτουν τα ναρκωτικά κατά τον προορισμό των ουσιών αυτών σύμφωνα με τη βούληση των ίδιων για να προσελκύουν πληροφοριοδότες και να έχουν με βάση τις πληροφορίες των τελευταίων επιτυχίες στη δίωξη εμπλεκόμενων με τα ναρκωτικά ατόμων για να έχουν τιμητικές διακρίσεις οι ίδιοι από την Αστυνομία. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορούμενου του κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι ποσότητες ναρκωτικών του εξ αυτών Χ2 έπεσαν τυχαία όταν το πρωί της 14/10/2000 πριν την έναρξη της υπηρεσίας των είχε μεταβεί ο αναιρεσείων με το περιπολικό όχημα να παραλάβει τον συγκατηγορούμενο του από την κατοικία του τελευταίου και χρειάσθηκε να μεταφέρουν στα υπηρεσιακά τους σακίδια επειδή δεν χωρούσε αυτούσια σε ένα από τα σακίδια μια πλαστική σακούλα που περιείχε όπλα και ναρκωτικά από αυτά που κατασχέθηκαν από τους αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων στις 14/10/2000 όταν έλεγξαν τα σακίδια των κατηγορουμένων. Κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων η ναϋλον σακούλα με τo άνω περιεχόμενο είχε περιέλθει στην κατοχή των τις νυκτερινές ώρες της προηγούμενης ημέρας όταν μόνοι τους είχαν επιχειρήσει να συλλάβουν δύο άτομα για τα οποία τους είχε δοθεί πληροφορία ότι θα προέρχονταν σε διακίνηση ναρκωτικών στην οδό ... αλλά κατάφεραν να διαφύγουν και κατά την καταδίωξη των είχαν πετάξει στο οδόστρωμα αυτή την πλαστική σακούλα που περισυνέλεξαν οι κατηγορούμενοι όταν επέστρεψαν στο σημείο απόρριψής της. Κρίθηκαν οι ισχυρισμοί ότι ήταν αντιφατικοί σε σχέση με όσα είχαν αναφέρει οι κατηγορούμενοι για τις ποσότητες ναρκωτικών που βρέθηκαν στην κατοικία του εξ αυτών Χ2 κατά την απολογία τους στον Ανακριτή και ότι δεν στηρίζονταν στην πραγματικότητα διότι αν έπεφταν τα ναρκωτικά στην κατοικία του δευτέρου κατηγορουμένου θα γινόταν αμέσως αντιληπτή η πτώση των και θα περισυνέλεγαν οι κατηγορούμενοι τις ποσότητες αυτές ναρκωτικών και θα τις τοποθετούσαν μαζί με τις υπόλοιπες που βρέθηκαν στο σακίδιο του συγκατηγορουμένου του. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απάντησε αιτιολογημένα και απέρριψε ως στερούμενο ισχυρής λογικής βάσεως τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα για την εκ μέρους των την νύκτα της 13/10/2000 παρακολούθηση και καταδίωξη με βάση τις πληροφορίες κατονομαζομένου ατόμου που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας στα πλαίσια διενεργηθείσης ΕΔΕ με απαλλακτικό για τους κατηγορουμένους πόρισμα, των ατόμων, που επρόκειτο να προέλθουν σε συναλλαγή για ναρκωτικά στην ... επί της οδού ... και ότι την πλαστική σακούλα με τα ναρκωτικά και τα όπλα που περισυνέλεξαν οι κατηγορούμενοι μετά την απόρριψη των από τους δράστες που κατόρθωσαν να διαφύγουν την κατείχαν με σκοπό την αναζήτηση κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας των του πληροφοριοδότη για να τους δώσει τα στοιχεία για την ταυτότητα των δραστών προκειμένου να τους ανεύρουν και να τους ενοχοποιήσουν για αυτές τις ποσότητες ναρκωτικών, τις οποίες είχαν σκοπό να παραδώσουν στην αστυνομική αρχή μόλις τελείωνε η υπηρεσία των την ίδια ημέρα και αν δεν ανεύρισκαν τα άτομα που αναζητούσαν. Αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα από την εκτίμηση των οποίων έκρινε ότι από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του έγινε διαχωρισμός των ναρκωτικών από τα όπλα κατά την τοποθέτηση των στα σακίδια τους και ότι κατείχαν από κοινού τα ναρκωτικά για να τα διαθέτουν κατά την βούληση τους και για τη μη παράδοση αυτών στις αρμόδιες αρχές, όπως είχαν υποχρέωση και ότι οι κατηγορούμενοι τα είχαν στα σακίδια τους για μεγαλύτερη ασφάλειά των και για να μπορούν αν ισχυρισθούν σε περίπτωση τυχαίας ανακάλυψης ότι είχαν προ ολίγου περιέλθει στην κατοχή τους από επιχείρηση αστυνομική που βρισκόταν σε εξέλιξη και επρόκειτο να τα παραδώσουν μόλις ολοκληρωνόταν ή εάν δεν συλλαμβάνονταν τα εμπλεκόμενα άτομα. Γίνεται αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που έκαναν λόγο για καταδίωξη τη νύκτα της 13/10/2000 από τον αναιρεσείοντα στην οδό ... ατόμων που επέβαιναν σε δίκυκλο όχημα που κινήθηκε συνέχεια στην οδό ... και ότι λόγω των αντιφάσεων των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο σε σχέση με όσα είχαν αναφέρει στις καταθέσεις τους στον Ανακριτή και καταλήγει το δικαστήριο το συμπέρασμα ότι δεν επιβεβαιωνόταν ότι είχε διαδραματισθεί αυτή η επιχείρηση καταδιώξεως και ότι από αυτήν είχαν περιέλθει στην κατοχή του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του τα ναρκωτικά και το όπλα που βρέθηκαν όταν έγινε και έρευνα από τους αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων στα σακίδια των και στις κατοικίες των. Επισημαίνεται ακόμη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από το Δικαστήριο που την εξέδωσε ότι δεν εξυπηρετούσε την ευόδωση της επικαλούμενης έρευνας των προς ανεύρεση των ατόμων που εμπλέκονταν στη διακίνηση των ναρκωτικών η παραμονή των ναρκωτικών εντός του περιπολικού οχήματος σε σακίδιο του ενός από αυτούς, ότι ήταν εκ των υστέρων προβληματική η σύνδεση ατόμων που διέφυγαν τη σύλληψη επ' αυτοφόρω με τα ναρκωτικά που φέρονται ότι απορρίφθηκαν μαζί με όπλα εντός πλαστικής σακούλας στο οδόστρωμα ότι έπρεπε για να επιτευχθεί η σύλληψη των δραστών διακίνησης να είχαν παραδοθεί τα ναρκωτικά που ισχυρίζονται ότι υπό την άνω συνθήκες περισυνέλεξαν οι κατηγορούμενοι στην αρμόδια αστυνομική αρχή από αυτούς και να είχαν ενημερωθεί τους προϊστάμενους της Υπηρεσίας των καθώς και την αρμόδια για τη δίωξη ναρκωτικών υπηρεσία και να αναζητήσουν με την βοήθεια συναδέλφων τους το άτομο που ανέφεραν ότι τους είχε δώσει την πληροφορία ανεξάρτητα από το ότι δεν θα επιτύγχαναν να διακριθούν οι ίδιοι και να λάβουν τιμητική διάκριση. Δέχθηκε εκτιμώντας ανελέγκτως τα αναφερόμενα λεπτομερώς αποδεικτικά μέσα, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ότι στοιχειοθετούνταν πλήρως η τέλεση από τον αναιρεσείοντα της απόπειρας εκβίασης της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών και της από κοινού με τον μη ασκήσαντα αναίρεση άνω συγκατηγορούμενο του κατοχής ναρκωτικών ουσιών και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η κατοχή των ναρκωτικών από αυτόν και τον συγκατηγορούμενο του αποτελούσε ενάσκηση καθήκοντος. Έκρινε κατόπιν αυτών το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον αναιρεσείοντα των άνω πράξεων με το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου και εκείνο της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 30 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, 8 μηνών για την απόπειρα εκβίασης και 6 μηνών για την παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κατοχής ναρκωτικών από κοινού της απόπειρας εκβίασης και της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και του συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α,27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 1, 98, 385 παρ. 1β Π.Κ., 4 παρ. 1,3 (πιν. Α5, Α6, Α12, Δ16, Δ27, Δ52), 5 παρ. 1ζ ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν. 2161/1993, 1 παρ. 1α,δ,2α,β,γ και 7 παρ. 1,8 εδ. α' ν.2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της που αφορά την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της εκβίασης σε απόπειρα. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αναφέρονται σε απορριφθέντες από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί από την υπεράσπισή του και καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης καθόσον δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Έπρεπε στην ασκηθείσα αναίρεση να προσδιορίζονται κατά το περιεχόμενο και το αίτημα αυτοί οι ισχυρισμοί για να δύναται να ελεγχθεί αν το Δικαστήριο της ουσίας είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη των και αν ήταν πλήρης ή όχι η σχετική αιτιολογία ή αν συνιστούσαν απλώς αρνητικούς στοιχείων της κατηγορίας ισχυρισμούς ως προς τις αποδιδόμενες πράξεις ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, που δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογούνται ειδικά σε περίπτωση απόρριψής των. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφορούν σε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα με συνέπεια να είναι αυτές οι αιτιάσεις απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/10/2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8167/2008) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμούς 1942, 1979, 2020/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως. Α-βάσιμος ο λόγος δεν στερείτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πράξη κατοχής ναρκωτικών. Απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο λόγος περί απορρίψεως χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών. Απαράδεκτοι οι λόγοι με τους οποίους υπό την επίφαση έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται για διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων η κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου της ουσίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
2
Αριθμός 2071/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: ....(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 20 ΟΝΟΜΑΤΑ). Οι 4ος, 6η, 7η, 11η, 17η και 20η των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Καπελλάκη. Οι 1η, 2η, 3η, 5η, 8η, 9η, 10η, 12ος, 13η, 14η, 15η, 16η, 18ος και 19η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που έδρευε στη ... και ήδη αγνώστου διαμονής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 6) εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που έδρευε στην ... και ήδη αγνώστου διαμονής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 7) εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που έδρευε στους ... και ήδη αγνώστου διαμονής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 8) εταιρίας με την επωνυμία "Ινστιτούτο Δυναμικού Διαιτολογικού Μεταβολισμού Ε.Π.Ε.", που έδρευε στη Ν. Σμύρνη Αττικής και ήδη αγνώστου διαμονής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 9) εταιρίας με την επωνυμία "ΑLAZA TRADING CORP. Ε.Π.Ε.", που έδρευε στη Ν. Σμύρνη Αττικής και ήδη αγνώστου διαμονής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2244/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3479/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 94 § 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 § 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει, ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην § 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση (ΟλΑΠ 39/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 16-10-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3479/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η ερευνώμενη υπόθεση, με αναιρεσείοντες τους ανωτέρω στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης αναφερόμενους και αναιρεσίβλητους τους, επίσης, στο ως άνω μέρος αναφερόμενους, προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 4-11-2008 και μετά από αναβολή για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (22-9-2009) δικάσιμο. Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες με τους αριθμούς 4, 6, 7, 11, 17 και 20 παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Καπελάκη, οι δε λοιποί φέρονται να εκπροσωπούνται από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο τελευταίος, όμως, δεν αποδεικνύει με τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 § 1 ΚΠολΔ την πληρεξουσιότητά του για τους με αριθμούς 1, 3, 5, 12, 13, 14 και 19 των αναιρεσειόντων, χωρίς παράλληλα να βεβαιώνεται, θεωρούμενοι ως απολειπόμενοι, ότι κλητεύθηκαν από τους νομίμως παριστάμενους, ομόδικους τους λοιπούς των αναιρεσειόντων, για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο ή την μετ' αναβολή και σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, ή τους απολειπόμενους, νομίμως ωστόσο κλητευθέντες από τους αναιρεσείοντες αναιρεσίβλητους, με άμεση δικονομική συνέπεια το απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-10-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3479/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρητή πληρεξουσιότητα.- Αν ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει.- Αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι΄ αυτούς κατά τη συζήτηση δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ΄ αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους.
Πληρεξουσιότητα
Πληρεξουσιότητα.
0
Αριθμός 2067/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίου Βερβαινιώτη, περί αναιρέσεως της 12019/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 521/08. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι από το άρθρο 30 του Ποινικού Κώδικα περί πραγματικής πλάνης, οι από το άρθρο 31 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που αποκλείουν τον καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και οι από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1, 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί δεδικασμένου και εκκρεμοδικίας. Η απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την 12.019/2007 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στη δασική θέση ..., στην οδό ... και ... της περιφέρειας ..., την 16 Νοεμβρίου 2001, Α) χωρίς να έχει δικαίωμα καταπάτησε δημόσια δασική έκταση 580 τ.μ. που βρίσκεται στην παραπάνω θέση, αφού προέβη α) στην κατασκευή μαντρότοιχου και τοποθέτηση κιγκλιδώματος και β) αυθαίρετης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στο στάδιο τοιχίων και έχουν ρίξει πλάκα από μπετόν, με σκοπό να δημιουργήσει ανύπαρκτα δικαιώματα, κατοχής, νομής και κυριότητας στην έκταση αυτή, η οποία έχει εξαιρετική σημασία γιατί βρίσκεται σε προνομιούχο θέση και έχει οικοπεδική αξία. Β) Με πρόθεση προέβη ως ιδιοκτήτης στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, ειδικότερα με την ιδιότητα του αυτή προέβη στην κατασκευή των ανωτέρω υπό στοιχείο β' κτισμάτων, χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας" και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Το Δικαστήριο, προκειμένου να εκδώσει την ανωτέρω καταδικαστική του απόφαση, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε ο συνήγορός του, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, περί νομικής και πραγματικής πλάνης και δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, με την εξής αιτιολογία: "... Οι πιο πάνω προβαλλόμενοι από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ισχυρισμοί (αυτοτελείς) περί πραγματικής και νομικής πλάνης, δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον δεν εκτίθενται με σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν όλες τις προϋποθέσεις των αντιστοίχων κανόνων δικαίου που προβλέπουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, με σχετική καταχώριση τους στα πρακτικά". Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία παραδεκτώς γίνεται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν με ταυτόχρονη αναφορά και ανάπτυξη όλων των απαραίτητων για τη νομική και πραγματική θεμελίωση τους και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απήντησε και μάλιστα με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν, 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, χωρίς να κάνει καμία απολύτως μνεία για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών και προέβη στην μετατροπή της ποινής σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με την αιτιολογία ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή. Πρέπει ως εκ τούτου, ενόψει και των οικονομικών όρων του κατηγορουμένου να υπολογισθεί η κάθε ημέρα φυλακίσεως προς τέσσερα και σαράντα (4,40) ευρώ". Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη, κατ' άρθρο 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως, τον οποίο προέβαλε ο Εισαγγελέας, κατά την προφορική απ' αυτόν ανάπτυξη της υποθέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως. Αναιρεί την 12019/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Αν δεν αναπτυχθούν προφορικά, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο είναι απαράδεκτοι και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς. Δέχεται αυτεπαγγέλτως το λόγο αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, διότι το Δικαστήριο προέβη στην μετατροπή της ποινής, χωρίς να ερευνήσει εάν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις της αναστολής της. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Προφορική ανάπτυξη.
0
Αριθμός 2075/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καραχάλιο, περί αναιρέσεως της 2574/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 149/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ΠΔ 36/1994, "σε ανηλίκους κάτω των 17 ετών, οι οποίοι δεν συνοδεύονται από τους γονείς ή κηδεμόνες τους, δεν επιτρέπεται: α. Η είσοδος και παραμονή σε κέντρα διασκεδάσεων και αμιγή μπαρ, β. η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών στα λοιπά δημόσια κέντρα". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "υπεύθυνοι για κάθε παράβαση των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται οι ιδιοκτήτες ή διευθυντές των καταστημάτων και σε περίπτωση απουσίας τους οι υπάλληλοι ή βοηθοί αυτών, οι οποίοι τιμωρούνται με τις ποινές του άρθρου 458 του Π.Κ., εάν η παράβαση δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη". Η ανωτέρω παράβαση τιμωρείται πράγματι βαρύτερα (με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και χρηματική ποινή) με βάση τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 α, β, 2 ν. 1481/1984, όπως η παρ. 2 αντικ. με άρθρο 5 παρ. 4 ν. 2452/1996. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η χορήγηση οινοπνευματωδών ποτών σε ανηλίκους κάτω των 17 ετών, εφόσον αυτοί δεν συνοδεύονται από τους γονείς ή κηδεμόνες τους. Στην έννοια δε των "λοιπών δημοσίων κέντρων" (δηλ. αυτών που δεν υπάγονται στο εδάφ. α) υπάγεται κάθε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων και η καφετέρια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι: "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 7-8-2004 στα ... ως ιδιοκτήτης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος το οποίο εκμεταλλεύεται επιχειρηματικώς και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία του, επέτρεψε την παρουσία ανηλίκων σε κατάστημα, προσφέροντας σε αυτούς οινοπνευματώδη ποτά και ειδικότερα στο κατάστημα υπό την επωνυμία "..." επέτρεψε την παρουσία των ανηλίκων α) ΑΑ και β) ΒΒ, προσφέροντας σ' αυτούς, έναντι χρηματικού τιμήματος, οινοπνευματώδη ποτά. Ειδικότερα, ... στη διάρκεια του Αυγούστου 2004 ο κατηγορούμενος διατηρούσε, ως ιδιοκτήτης, στην πόλη των ... κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, ήτοι καφετέρια με τον διακριτικό τίτλο "...", το οποίο εκμεταλλευόταν επιχειρηματικά και ήταν, συνεπώς, εξαιτίας αυτού του λόγου υπεύθυνος για τη σύμφωνη προς τους νόμους λειτουργία του καταστήματος. Στις 07.08.2004 διενεργήθηκε αστυνομικός έλεγχος στο συγκεκριμένο κατάστημα του κατηγορουμένου και διαπιστώθηκε ότι παρευρίσκονταν εκεί ως θαμώνες δύο ανήλικοι, ήτοι ο ΑΑ και η ΒΒ, ηλικίας 16 ετών αντίστοιχα, και έπιναν οινοπνευματώδες ποτό (μπύρα), το οποίο είχε προσφέρει σε αυτούς ο αρμόδιος υπάλληλος (σερβιτόρος) του καταστήματος έναντι χρηματικού ποσού. Δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών στο κατάστημά του κατά την ώρα που διενεργήθηκε εκεί ο αστυνομικός έλεγχος, οπότε διαπιστώθηκε η παρουσία των ανηλίκων στο κατάστημα και η κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού από αυτούς. Αλλά, και αν ακόμη γίνει δεκτή η σχετική μαρτυρία της μάρτυρα υπεράσπισης, σύμφωνα με την οποία "δεν ήταν παρών ο κατηγορούμενος κατά την ώρα του ελέγχου", δεν καθίσταται ανεύθυνος ο κατηγορούμενος ως προς την παρουσία ανηλίκων στο κατάστημά του και την προσφορά οινοπνευματωδών ποτών σε αυτούς έναντι τιμήματος, διότι υπεύθυνοι για κάθε παράβαση όσων ορίζονται στο άρθρο 1 § 1 ΠΔ 36/1994 θεωρούνται οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές των καταστημάτων και μόνο σε περίπτωση απουσίας αυτών οι υπάλληλοι ή οι βοηθοί τους. Ο όρος "απουσία" της συγκεκριμένης διάταξης δεν έχει την έννοια την προσωρινής απουσίας στη διάρκεια του αστυνομικού ελέγχου, η οποία ενδέχεται να είναι σκόπιμη, προκειμένου να αποφευχθεί ο καταλογισμός ευθυνών, αλλά η διαρκέστερη απουσία, η οποία εμποδίζει τον ιδιοκτήτη ή τον διευθυντή του καταστήματος να αντιληφθεί την είσοδο ανηλίκων στο κατάστημα και την προσφορά οινοπνευματωδών ποτών σε αυτούς. Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχθηκε καθόλου ότι η απουσία του κατηγορουμένου από το κατάστημά του στη διάρκεια της επίδικης ημέρας (07.08.2004) είχε τόσο μεγάλη διάρκεια, ώστε να μην αντιληφθεί ο κατηγορούμενος την είσοδο των πιο πάνω ανηλίκων στο κατάστημά του και την προσφορά οινοπνευματώδους ποτού σε αυτούς ...". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παρουσίας ανηλίκων σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και της προσφοράς σ` αυτούς οινοπνευματωδών ποτών, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος διατηρούσε, ως ιδιοκτήτης, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια), το οποίο εκμεταλλευόταν επιχειρηματικά και ήταν, ως εκ τούτου, υπεύθυνος για τη σύμφωνα με τους νόμους λειτουργία του, ότι, κατά τη διενέργεια αστυνομικού ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι παρευρίσκονταν εκεί, ως θαμώνες, οι προαναφερόμενοι ανήλικοι (ηλικίας 16 ετών), στους οποίους είχε προσφερθεί από το σερβιτόρο οινοπνευματώδες ποτό (μπύρα) και ότι "δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο" ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών στο κατάστημά του κατά την ώρα που διενεργήθηκε εκεί ο αστυνομικός έλεγχος, οπότε διαπιστώθηκε η παρουσία των ανηλίκων στο κατάστημα και η κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού από αυτούς. Το Δικαστήριο, δηλαδή, σαφώς δέχθηκε την παρουσία του κατηγορουμένου στο κατάστημά του κατά το χρόνο της διενέργειας του αστυνομικού ελέγχου, γεγονός που αρκούσε για να στηρίξει το διατακτικό, τα δε περαιτέρω αναφερόμενα ότι "δεν αποδείχθηκε καθόλου ότι η απουσία του κατηγορουμένου από το κατάστημά του στη διάρκεια της επίδικης ημέρας (07.08.2004) είχε τόσο μεγάλη διάρκεια, ώστε να μην αντιληφθεί ο κατηγορούμενος την είσοδο των πιο πάνω ανηλίκων στο κατάστημά του και την προσφορά οινοπνευματώδους ποτού σε αυτούς" δεν είναι αντιφατικά, αλλά ελέχθησαν εκ περισσού, προς αντίκρουση της καταθέσεως της μάρτυρος υπερασπίσεως, χωρίς να αναιρούν την κρίση του για την χωρίς αμφιβολία παρουσία του κατηγορουμένου στο κατάστημά του κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 36/1994 απαγορεύει την είσοδο των ανηλίκων κάτω των 17 ετών μόνο σε κέντρα διασκεδάσεως και αμιγή μπαρ και όχι στα λοιπά δημόσια κέντρα, όπως το κατάστημά του (καφετέρια), ενώ κρίθηκε ένοχος της προσφοράς σε ανηλίκους οινοπνευματωδών ποτών παρά την αποδεδειγμένη απουσία του κατά την ημέρα του αστυνομικού ελέγχου από το κατάστημα, καίτοι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 36/1994 ορίζει ότι, σε περίπτωση απουσίας των ιδιοκτητών ή διευθυντών των καταστημάτων, υπεύθυνοι θεωρούνται οι υπάλληλοι ή οι βοηθοί τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως, προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει παρατεθεί ως εφαρμοστέα διάταξη για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1,2 του π.δ. 36/1994, η οποία αναφέρεται σε παροχή εργασίας σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, αντί της ορθής του άρθρου 1 παρ. 1 περ. β' του π.δ. 36/1994, η οποία αναφέρεται στην απαγόρευση κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών στα λοιπά δημόσια κέντρα, με συνέπεια να αποδώσει διαφορετική έννοια στην ανωτέρω διάταξη από εκείνη που έχει, να μη υπαγάγει ορθά τα διαλαμβανόμενα περιστατικά σ` αυτή για τα στοιχεία και την ταυτότητα της αξιόποινης πράξης και, επομένως, να μην εφαρμόσει ορθά τη διάταξη αυτή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και, μεταξύ άλλων, καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η' λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων για τη μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ με την απάλειψη της ρύθμισης για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε, ότι δηλαδή ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Στην προκειμένη δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι εφαρμόσθηκε μεν η ορθή διάταξη του ποινικού νόμου που ρυθμίζει την επίδικη αξιόποινη πράξη, αλλά από παραδρομή παρατέθηκε η εσφαλμένη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 π.δ. 36/1994. Ωστόσο, εφόσον ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 514 εδάφιο τέταρτο ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, μπορεί, ακόμη και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως να παραθέσει τα σχετικά άρθρα του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτά δεν έχουν παρατεθεί σε αυτή ή έχουν παρατεθεί εσφαλμένα, τούτο πολύ περισσότερο δικαιούται να πράξει και όταν ο αναιρεσείων είναι παρών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), να παραγγελθεί δε η παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση της ορθής διάταξης του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 9478/2008) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 2574/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. ΠΑΡΑΓΓΕΛΛΕΙ να παρατεθεί στην υπ' αριθ. 2574/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, στη σελίδα 5, το άρθρο που προβλέπει την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα το άρθρο 1 παρ. 1, 2 π.δ. 36/1994, αντί του εσφαλμένου 3 παρ. 1, 2 π.δ. 36/1994. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παρουσία ανηλίκων σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια) και προσφορά σ' αυτούς οινοπνευματωδών ποτών (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 π.δ. 36/1994) και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπείς αιτιολογίες και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απαράδεκτος ο λόγος ότι έχει παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως εφαρμοστέα, εσφαλμένη διάταξη του ποινικού νόμου. Παράθεση, κατ' άρθρο 514 ΚΠΔ, του ορθού άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε. το οποίο είχε παρατεθεί εσφαλμένα, και όταν ο αναιρεσείων έχει εμφανιστεί.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανήλικοι εγκληματίες.
0
Αριθμός 2075/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γκότση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Χριστόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 714/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7444/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της, ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού, διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8 § 2 και 11 § 2 του ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές και οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν αυτές, οι οποίες δεσμεύουν ήδη το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, επεκταθούν και κηρυχθούν γενικώς υποχρεωτικές για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή του επαγγέλματος. Η δέσμευση δε στην περίπτωση αυτή αρχίζει από την ημέρα εκδόσεως της Υπουργικής Αποφάσεως ή, αν η επέκταση είχε ζητηθεί από το Συνδικάτο, από την ημέρα υποβολής του αιτήματος αυτού. Περαιτέρω, η δέσμευση άλλων προσώπων από τους κανονιστικούς όρους μιας ΣΣΕ, μπορεί ακόμη να επέλθει είτε εκουσίως, με τη συνυπογραφή της ΣΣΕ, την προσχώρηση σ' αυτήν με έγγραφη δήλωση των εργατικών και εργοδοτικών σωματείων και με την ατομική επέκταση της δεσμεύσεως, είτε με νόμο. Στις περιπτώσεις της εκούσιας ή νομοθετικής επεκτάσεως της ισχύος μιας ΣΣΕ η δέσμευση είναι αυτοδίκαιη και δεν προϋποθέτει την κήρυξη αυτής γενικώς υποχρεωτικής με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατ' ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Η εναγομένη, ιδιοκτήτρια της ημερήσιας αθλητικής εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην ..., με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσέλαβε, την 1-5-1998, την ενάγουσα, η οποία δεν είχε προϋπηρεσία ως συντάκτρια εφημερίδας, ήταν όμως πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, καθώς και σχολής δημοσιογραφίας με εξειδίκευση στην αθλητική δημοσιογραφία, γνώριζε τέσσερις ξένες γλώσσες (γαλλικά άριστα, αγγλικά πολύ καλά και ιταλικά και ισπανικά μέτρια) και χειριζόταν άριστα τους Η/Υ, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της, αρχικά ως μαθητευόμενη και μετά παρέλευση τριμήνου ως εσωτερική αθλητική συντάκτρια της άνω εφημερίδας. Ειδικότερα, η πρόσληψή της έγινε από τον τότε διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας ..., ο οποίος, εκτιμώντας τα αυξημένα τυπικά της προσόντα, της ανέθεσε αμέσως την επιμέλεια της σταθερής στήλης της εφημερίδας "Τα άλλα σπορ", στην οποία (στήλη) έγγραφε καθημερινά ενυπόγραφα άρθρα, με ειδήσεις και ρεπορτάζ για τα αθλήματα της ιστιοπλοϊας, ποδηλασίας , χειροσφαίρισης, επιτραπέζιας αντισφαίρισης κλπ. Παράλληλα της ανέθεσε τη συλλογή και δημοσίευση αθλητικών ειδήσεων από ελληνικά και διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, , τη λήψη συνεντεύξεων από σημαντικά πρόσωπα του αθλητικού χώρου , καθώς και την κάλυψη των ειδήσεων και ρεπορτάζ των ποδοσφαιρικών ομάδων αρχικά της Β' και στη συνέχεια της Α' Εθνικής κατηγορίας. Από το έτος 2002 η ενάγουσα ανέλαβε μαζί με το συνάδελφό της ... την επιμέλεια της μόνιμης στήλης "...", στην οποία έγραφε καθημερινά όλες τις σημαντικές ειδήσεις που αφορούσαν τους επικείμενους ολυμπιακούς αγώνες (2004). Για την εκτέλεση των άνω καθηκόντων της προσερχόταν καθημερινά στα γραφεία της εφημερίδας, στην ... επί της οδού ..., όπου και εργαζόταν επί 8ωρο ημερησίως (συνήθως από 13.00 έως 21.00), όλες τις ημέρες της εβδομάδας, ενώ μερικές φορές, όταν επρόκειτο να λάβει συνέντευξη ή να παρακολουθήσει κάποια αθλητική εκδήλωση, απασχολείτο εκτός γραφείου. Η εργασία της, δηλαδή, ήταν κυρίως εργασία " εσωτερικού συντάκτη" και δευτερευόντως "εξωτερικού συντάκτη". Τα καθήκοντα του τελευταίου συνίστανται αποκλειστικά στην κάλυψη αθλητικών γεγονότων (αγώνων κλπ), τη λήψη συνεντεύξεων από αθλητικούς παράγοντες κλπ, τη συλλογή πληροφοριών και την εν γένει παρακολούθηση της αθλητικής επικαιρότητας με επιτόπια μετάβαση του συντάκτη στους χώρους των αθλητικών εκδηλώσεων. Ο εξωτερικός συντάκτης απασχολείται προεχόντως εκτός των γραφείων της εφημερίδας, στην οποία προσέρχεται μόνο για να παραδώσει το υλικό του ή για να συντάξει το σχετικό με το ρεπορτάζ του άρθρο που δημοσιεύεται, πολλές φορές ενυπόγραφο, μετά από έλεγχο του συντάκτη ύλης και του αρχισυντάκτη. Αντίθετα, ο εσωτερικός συντάκτης απασχολείται προεχόντως στα γραφεία της εφημερίδας, επιμελείται της σύνταξης άρθρων με ειδήσεις και ρεπορτάζ, έχει πολλές φορές δική του στήλη στην εφημερίδα και υπόκειται στον έλεγχο του προϊσταμένου του τμήματός του, καθώς κα του αρχισυντάκτη, που είναι και ο μόνος αρμόδιος για τον τελικό έλεγχο και την έγκριση κάθε δημοσιεύματος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα εργαζόταν ως "εξωτερική συντάκτρια", αφού η τελευταία απασχολείτο κατά κύριο λόγο εντός του γραφείου της εφημερίδας, έχοντας τα προαναφερόμενα καθήκοντα και όχι εκτός γραφείων , με αποκλειστικά καθήκοντα την κάλυψη αθλητικών γεγονότων, τη συλλογή πληροφοριών και τη λήψη συνεντεύξεων. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι κατά τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως οι διάδικοι συμφώνησαν ότι θα εφαρμόζονται στη μεταξύ τους σχέση οι εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ, που απασχολούνται σε εφημερίδες- μέλη της ΕΙΗΕΑ" , ήτοι εν προκειμένω οι από 16-12-97, 30-12-99, 26-6-01, 10-4-02 και 14-5-03 ΣΣΕ και ορισμένα άρθρα προγενέστερων ΣΣΕ (όπως των από 26-10-89 και 16-11-90 ΣΣΕ) που διατηρήθηκαν σε ισχύ, καθώς και οι συναφθείσες μεταξύ ΕΣΗΕΑ και ΕΙΗΕΑ ιδιωτικές συμφωνίες (η από 26-6-01 ιδιωτική συμφωνία). Με τη συμφωνία αυτή που είναι καθ' όλα έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), οι όροι των άνω ΣΣΕ και ιδιωτικών συμφωνιών, κατέστησαν αναπόσπαστο μέρος της ατομικής εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας και εφαρμόζονται από της ενάρξεως της ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνο κηρύξεως των ΣΣΕ γενικώς υποχρεωτικών ή της ιδιότητας των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΕΣΗΕΑ και ΕΙΗΕΑ).Από της προσλήψεώς της (1-5-1998) η ενάγουσα παρείχε την εργασία της υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο της εργοδότριάς της, πλην όμως η τελευταία δεν της κατέβαλλε καθόλου τις αποδοχές μέχρι και τον Αύγουστο του 1998, έκτοτε δε και μέχρι 1-12-2003 που λύθηκε η σύμβαση των διαδίκων (με οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας ) της κατέβαλλε αποδοχές που υπολείπονταν των συμφωνημένων-νομίμων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ορθώς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν ως εσωτερική συντάκτρια και, ακόμη, διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς το χαρακτηρισμό της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης ως συμβάσεως εσωτερικού συντάκτη και όχι εξωτερικού συντάκτη, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα του ως άνω υπαγωγικού συλλογισμού. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-10-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7444/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι κλαδικές και οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν αυτές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας επεκταθούν και κηρυχθούν γενικώς υποχρεωτικές για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή του επαγγέλματος. Η δέσμευση, στην περίπτωση αυτή, αρχίζει από την ημέρα εκδόσεως της Υπουργικής Αποφάσεως, ή, αν η επέκταση είχε ζητηθεί από το Συνδικάτο, από την ημέρα υποβολής του αιτήματος αυτού. Η δέσμευση άλλων προσώπων από τους κανονιστικούς όρους μιας ΣΣΕ μπορεί ακόμη να επέλθει είτε εκουσίως είτε με νόμο. Στις περιπτώσεις της εκούσιας ή νομοθετικής επεκτάσεως της ισχύος μιας ΣΣΕ η δέσμευση είναι αυτοδίκαιη και δεν προϋποθέτει την κήρυξη αυτής γενικώς υποχρεωτικής με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
null
null
0
Αριθμός 2078/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Καίσαρη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1897/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9055/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 του ν. 435/1975: "1. Το δεύτερο εδάφ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", το προστεθέν δια της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. δ. 3789/1957", αντικαθίσταται ως ακολούθως: "Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρουντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσι είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις δια την περίπτωση απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.... 2.Προκειμένου περί μισθωτών ησφαλισμένων εις έτερον, πλην του ΙΚΑ, Οργανισμών κυρίας ασφαλίσεως, ως προϋποθέσεις δια την εφαρμογήν της παρ. 1 του παρόντος, νοούνται αϊ δια τους ησφαλισμένους εις ΙΚΑ, προβλεπόμεναι τοιαύται". Από την άνω διάταξη της παρ. 1 σαφώς προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την με μειωμένη (40% ή 50%) αποζημίωση οικειοθελή από την εργασία του αποχώρηση του μισθωτού ή μονομερή απομάκρυνση αυτού από τον εργοδότη του, αν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, είναι να έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος σε οιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό τις προϋποθέσεις προς λήψη πλήρους σύνταξης και όχι μειωμένης τοιαύτης. Επομένως, εάν ο μισθωτός αποχωρήσει πριν τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης του δεν έχει αξίωση για τέτοια αποζημίωση. Η επόμενη δε διάταξη της παρ. 2 έχει την έννοια ότι η ρύθμιση που εισάγει εφαρμόζεται μόνο αν οι προϋποθέσεις παροχής πλήρους σύνταξης γήρατος από τον άλλο ασφαλιστικό οργανισμό είναι δυσμενέστερες, ιδίως ως προς το καθοριζόμενο για τους ασφαλισμένους του οργανισμού αυτού μισθωτούς όριο ηλικίας, από αυτές που ισχύουν για το ΙΚΑ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 εδάφ. α' του ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη υπό την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2112 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας των αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκατάθεσε ι του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του ν. 2112 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του β.δ. της 16/18-7-1920 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος". Κατά τη διάταξη αυτή, τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση δικαιούνται, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση αορίστου χρόνου που αποχωρούν από την υπηρεσία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη τους. Εξάλλου σύμβαση εργασίας συναπτόμενη με την προσχώρηση του εργαζόμενου σε κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι κατ' αρχήν ορισμένου χρόνου. Αν, όμως, με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, οπότε, αν η αίρεση αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου. Πρόκειται εδώ για περίπτωση διαφορετική από εκείνη που ρυθμίζει, κατά τα ανωτέρω, το εδάφ. β' του αυτού άρθρου 8 του ν. 3198/1995, αφού άλλοι είναι οι όροι εφαρμογής του εδ. β', μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης του υπαλλήλου λόγω γήρατος. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται να συντρέχει στην περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του εδαφ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 περ. α' του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με την υπ' αριθμ. Β2/ 44/3/935/1984 απόφαση του Υπουργού Κοιν. Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 396Β/15-6-1984) "Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε τόσα τριακοστά πέμπτα, όσα τα συντάξιμα χρόνια από το 1ο μέχρι και 35ο συμπεριλαμβανόμενο (1/35 για κάθε χρόνο μέχρι και του 35ου) και μέχρι συμπληρώσεως κατά ανώτατο όριο 35/35 των 80% των συντάξιμων αποδοχών, πέρα από το οποίο δεν δίνεται καμία αύξηση των παραπάνω ποσοστών". Κατά δε το άρθρο 33 του εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της ανωτέρω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήφθη μεταξύ Διοίκησης της εναγομένης και του Συλλόγου υπαλλήλων αυτής, έχει δε κανονιστική ισχύ, όπως το ανωτέρω άρθρο τροποποιήθηκε με την από 3-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. και ισχύει από 7-6-2002,"Η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: 1)Με το θάνατο του υπαλλήλου, 2) Με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας. 3) Με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο. 4)Λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του παρόντος Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης. 5)Αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) μήνα. Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σ ε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του..." . Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων και του Κανονισμού Εργασίας της Ε.Τ.Ε. προκύπτει σαφώς ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας αυτής δικαιούνται πλήρη σύνταξη με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας, αφού για κάθε χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, από τον 1ο μέχρι τον 35° συμπεριλαμβανόμενο, υπολογίζεται 1/35 μέχρι τη συμπλήρωση 35/35 του 80% των συντάξιμων αποδοχών. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος-ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 8-11-1947, προσλήφθηκε από την εκκαλούσα-εναγομένη στις 23-10--1970 και έκτοτε εργάστηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έφερε δε από 1-1-1987 τον βαθμό του Τμηματάρχη Β'. Στις 3-6-2003 και ενώ υπηρετούσε στο Υποκατάστημα ..., υπέβαλε στη Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας το με ίδια ημερομηνία έγγραφο του με το οποίο γνωστοποιούσε σ' αυτήν ότι από 4-9-2003 καταγγέλλει τη μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και θα παύσει έκτοτε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, αποχωρώντας έτσι οικειοθελώς από την πιο άνω ημερομηνία από την εργασία του. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 2608/1-11-2003 απόφαση του Διευθυντή του Ταμείου Συντάξεων προσωπικού της εναγομένης προκύπτει ότι ο ενάγων κατά την αποχώρηση του από την εργασία του στις 4-9-2003 είχε συμπληρώσει συντάξιμη υπηρεσία 32 ετών, 4 μηνών και 15 ημερών και ηλικία 55 ετών 9 μηνών και 26 ημερών. Επομένως αυτός δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ούτε και έλαβε πλήρη σύνταξη, αφού δεν είχε συμπληρώσει 35 συντάξιμα έτη. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται και από το στοιχείο του "συντελεστή συντάξιμων ετών" που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση απονομής σύνταξης στον ενάγοντα ο οποίος (συντελεστής) στην περίπτωση αυτού(ενάγοντος) ανέρχεται σε ποσοστό 73,14%, αντί του 80% (35/35) των συντάξιμων αποδοχών με το οποίο θα απεικονιζόταν η πλήρης σύνταξη. Εξάλλου, το ποσοστό 100% που αναγράφεται στην ίδια ως άνω απόφαση ως "ποσοστό σύνταξης" εμφανίζει το συνολικά εισπραττόμενο από τον ενάγοντα ποσό της σύνταξης που δικαιούται ως κύριος δικαιούχος αυτής (ήτοι 100% του 73,14% των συντάξιμων αποδοχών του), σε αντιδιαστολή με το ποσό που θα εισέπραττε τυχόν άλλος δικαιούχος-δικαιοδόχος αυτού μετά θάνατον (όπως η χήρα σύζυγος), το οποίο και θα ήταν μειωμένο σε σχέση με το όλο, όπως αυτό υπολογίζεται βάσει του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων και όχι ότι σ' αυτόν (ενάγοντα) χορηγήθηκε πλήρης σύνταξη. Συνεπώς ο ενάγων κατά τον χρόνο που αποχώρησε από την εργασία του δεν είχε θεμελιώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης για να δικαιούται, κατ' άρθρο 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955, το 40% της αποζημίωσης που όφειλε η εργοδότρια του αν απροειδοποίητα του είχε καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Ο προβαλλόμενος από αυτόν (ενάγοντα) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμός ότι σε κάθε περίπτωση δικαιούται την αιτούμενη μειωμένη αποζημίωση σύμφωνα με το εδάφ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, καθόσον αποχώρησε από την υπηρεσία του, με τη συγκατάθεση της εναγομένης, έχοντας συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής (αρθρ. 526 ΚΠολΔ.), η οποία δεν επιτρέπεται ούτε και προς υπεράσπιση του ενάγοντος κατά της έφεσης του εναγόμενου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ότι ο ενάγων έλαβε πλήρη σύνταξη από την εργασία του και συνεπώς δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη με αριθμό 1897/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσειόντος, πρώην υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας και με την οποία (αγωγή) ζητεί να του καταβληθεί η αποζημίωση, η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 β' του Ν. 3198|1955. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά το νόμο εφήρμοσε και ειδικότερα τις προαναφερθείσες διατάξεις, τις σχετικές με την αποζημίωση των αποχωρούντων από την εργασία υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε, όπως αντίθετα υποστηρίζει ο αναίρεσε ίων, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναιρέσεως του, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρο 559 περ. 1 Κ. Πολ. Δικ. και ο οποίος, συνεπώς, είναι απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωσης από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του αναίρεσε ιόντος, το οποίο παραδεκτά ελέγχει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τη\ προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 αποζημίωση, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής. Ενώπιον του δευτεροβάθμιοι Δικαστηρίου ο αναιρεσείων μετέβαλε τη βάση της αγωγής του και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την αποζημίωση που προαναφέρθηκε, με βάση τι διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν.3198/1955, επικαλούμενος ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες όμως δεν είχε επικαλεστεί με την αγωγή του και οι οποίες, όταν προαναφέρθηκαν, είναι διαφορετικές από αυτές του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 3 ΚΠολΔ, και απέρριψε την αγωγή, στο σύνολο της, με την ειδικότερη αιτιολογία, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μεταβολή της βάσης και του αιτήματος της αγωγής, ότι "ο προβαλλόμενος από αυτόν (ενάγοντα) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμός, ότι σε κάθε περίπτωση δικαιούται την αιτούμενη μειωμένη αποζημίωση σύμφωνο με το εδάφ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, καθόσον αποχώρησε από την υπηρεσία του, με τη συγκατάθεση της εναγομένης, έχοντας συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, (άρθρο 526 ΚΠολΔ), η οποία δεν επιτρέπεται ούτε και προς υπεράσπιση του ενάγοντος κατά της έφεσης του εναγομένου". Όπως προαναφέρθηκε, στο δικόγραφο της αγωγής ο αναιρεσείων δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής και στην παραπάνω διάταξη και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, λόγω της αοριστίας της αγωγής, κατά τη βάση αυτή, να την ερευνήσει. Επομένως η, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, κατά τη βάση της αυτή δεχθέν ότι προέβη σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της, είναι αβάσιμη και συνεπώς είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 9055/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια(1.200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδοσ αποχωρούν από την υπηρεσία τους με τη συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας τους, οπότε λαμβάνουν και πλήρη σύνταξη. Στην περίπτωση αυτή δικαιούνται και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β΄ του ν. 3198/1958. Εφόσον με την αγωγή ο αναιρεσείων ζήτησε την παραπάνω αποζημίωση, απαραδέκτως, ζήτησε, για πρώτη φορά κατ΄ έφεση, την επιδίκαση εκείνης του άρθρου 8 εδ. α του ίδιου νόμου, απορρίπτονται οι λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ.
null
null
0
Αριθμός 2084/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Γιαγιάννη και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαγιάννη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2005 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2006 προδικαστική και 888/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3336/2007 μη οριστική και 1179/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/6/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 1/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1542 και 1579 ΑΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 του Ν. 2447/1996, η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι τέκνο του συζύγου εκείνου που υιοθετεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, από της ισχύος του νέου νόμου (Ν. 2447/1996), καταργείται η υιοθεσία ενηλίκου, πλην της περιπτώσεως του άρθρου 1579 ΑΚ, δηλαδή όταν ο υιοθετούμενος είναι τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος, με την οποία θεσπίζεται εξαίρεση στη γενική απαγόρευση της υιοθεσίας ενηλίκου. Η διάταξη του άρθρου 1579 ΑΚ δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το Σύνταγμα αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 αυτού), αφού, από τη στιγμή που ο κοινός νομοθέτης αναγνωρίζει το θεσμό της υιοθεσίας, ο πυρήνας του δικαιώματος δεν θίγεται και μπορεί στην ελευθερία αυτή να επιβάλλει περιορισμούς κατά τρόπο αντικειμενικό, οι οποίοι δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ούτε προσβάλλεται, κατά τον τρόπο αυτό, η κατοχύρωση της προστασίας της οικογένειας κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος και τη διάταξη του όρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. Δ. 53/1974, αφού αυτή δεν έχει την έννοια ότι εμποδίζει τον κοινό νομοθέτη από το να αλλάξει τις ρυθμίσεις για τους τρόπους σύστασης της οικογένειας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23 ΑΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 Ν. 2447/1996, και 33 ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου, με τον όρο ότι οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζονται αν η εφαρμογή τους προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη της Ελληνικής Πολιτείας. Το επιλαμβανόμενο δηλαδή Δικαστήριο, ως έχον, κατά τα ανωτέρω, την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει, εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου, που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό ενήλικο-υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν κατ' επέκταση θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης, που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, είναι πρόκριμα στην εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης και επομένως, όταν το εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικά οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν. Τέλος, δημόσια τάξη, υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 33 ΑΚ έννοια, είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό, ο οποίος κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΟλΑΠ 6/90). Η δημόσια τάξη, ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, λειτουργεί περιπτωσιολογικά, και μόνη η άγνοια ή η απαγόρευση αυτή καθ' εαυτή ενός γνωστού σε εμάς θεσμού από το αλλοδαπό δίκαιο δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού κατ' ανάγκη προσκρούει στην ελληνική δημόσια τάξη, δηλαδή αυτό που προσκρούει ή όχι στη δημόσια τάξη δεν είναι ο κανόνας του αλλοδαπού δικαίου, αλλά η συγκεκριμένη εκάστοτε εφαρμογή του. Ειδικότερα, ο δικάζων δικαστής δεν αξιολογεί το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο ούτε τον ειδικότερο εφαρμοστέο αλλοδαπό κανόνα δικαίου κατά τρόπο απόλυτο, γενικό και αφηρημένο. Εξετάζει μόνο κατά πόσο οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης, γίνονται ή όχι ανεκτές από τον κρατούντα στη χώρα μας βιοτικό κοινωνικό ρυθμό. Περαιτέρω, επί αιτήσεως υιοθεσίας ενηλίκου με στοιχεία αλλοδαπότητας, όταν το υπό υιοθεσία ενήλικο πρόσωπο είναι αλλοδαπό και το δίκαιο της ιθαγένειάς του δεν προβλέπει τον θεσμό αυτό (της υιοθεσίας ενηλίκου), το δικαστήριο θα πρέπει να ερευνήσει εξατομικευμένα τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις (π.χ. το ότι από ετών έχει αναπτυχθεί μία ουσιαστική γονική σχέση του υποψήφιου θετού γονέα με τον υιοθετούμενο, την τύχη του τελευταίου σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως κλπ), οι οποίες θα καθιστούσαν αφόρητη, για τις θεμελιώδεις, ως άνω, αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού δικαίου, την απόρριψη της αιτήσεως για το λόγο ότι το εφαρμοστέο, κατά το άρθρο 23 ΑΚ, ως προς το πρόσωπο του αλλοδαπού, δίκαιο δεν προβλέπει μία τέτοια υιοθεσία. Τέλος, στην ημεδαπή έννομη τάξη το ενδιαφέρον σχετικά με το θεσμό της υιοθεσίας έχει επικεντρωθεί στο συμφέρον του υιοθετουμένου και στην παροχή δυνατότητας σε αυτόν να μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με ανάπτυξη σχέσεων στοργής και αφοσίωσης, με σωστή ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγηση και με ομαλή εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα "Ο πρώτος από τους εκκαλούντες, ελληνικής υπηκοότητας, γεννηθείς το 1954, και η μητέρα του δευτέρου αυτών εκ προηγούμενου γάμου της, τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 1999. Η τελευταία έχει αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο τον δεύτερο αιτούντα, ενήλικο, άγαμο, ηλικίας ήδη 19 ετών (γεννηθέντα το έτος 1987), κουβανικής υπηκοότητας και ζητούν, για λόγους ηθικούς, οικογενειακούς και γενικότερα κοινωνικούς, να κηρυχθεί ο δεύτερος θετό τέκνο του πρώτου και να του επιτραπεί, αφού λάβει το επώνυμο του υποψηφίου θετού πατέρα του, να προσθέσει σε αυτό το πρώτο από τα επώνυμα, που ήδη φέρει. Η αίτηση αυτή με την εγκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη βάσιμη, διότι, κατά το προεκτεθέν κουβανικό δίκαιο, το οποίον, είναι εφαρμοστέο κατά την έρευνα των ουσιαστικών προϋποθέσεων τέλεσης της υιοθεσίας ως προς τον δεύτερο των αιτούντων, ο οποίος έχει την κουβανική υπηκοότητα, αυτός δεν μπορεί να υιοθετηθεί, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αίτηση, ως γεννηθείς το έτος 1987, έχει συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας του και το δίκαιο της ιθαγένειάς του δεν προβλέπει υιοθεσία ατόμου άνω των 16 ετών. Κατά της τελευταίας απόφασης παραπονούνται, οι εκκαλούντες, με την κρινόμενη έφεσή των για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή του κουβανικού νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως, στο οποίο γίνεται αναφορά για αντίθεση με τα χρηστά ήθη, αφού η επικαλούμενη πολυετής συμβίωσης δημιούργησε συναισθηματικούς δέσμιους μεταξύ των, η δ' αιτούμενη υιοθεσία θα προάγει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του δευτέρου τούτων, και επιδιώκουν, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, να γίνει δεκτή η αίτησή των. Η κρινομένη έφεση, που έχει νομοτύπως κοινοποιηθεί και στον αρμόδιο Εισαγγελέα, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί ουδείς εκ των ανωτέρω λόγων της είναι βάσιμος. Ειδικότερα, εκ της ανωτέρω πληροφορίας του Ι.Δ.&Α.Δ., η οποία αναφέρει, ότι μόνο άγαμοι ανήλικοι, κάτω των 16 ετών, δύνανται να υιοθετηθούν, κατ' αρθρ. 103 του οικογενειακού κώδικα της Κούβας, σαφώς συνάγεται, ότι το κουβανικό δίκαιο, για λόγους που δεν είναι ερευνητέοι υπό του Δικαστηρίου τούτου, δεν προβλέπει υιοθεσία κουβανού υπηκόου άνω των 16 ετών, ούτε η επικαλούμενη μακρόχρονη συμβίωση των αιτούντων καθιστά την έλλειψη αυτή ως αντικείμενη στα ημεδαπά χρηστά ήθη και έννομο τάξη, όπως έκρινε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης των αιτούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως και η έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμη". Με τις ως άνω, όμως παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 33 του ΑΚ. Ειδικότερα, αντίθεση προς την ελληνική ιδ. δ. δ. δημόσια τάξη και τα ημεδαπά χρηστά ήθη δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση και πρέπει να χωρίσει η υιοθεσία βάσει της εσωτερικής εννόμου τάξεως, καθόσον η μη χορήγηση εννόμου προστασίας, λόγω ανυπαρξίας σχετικού κανόνα του κουβανικού δικαίου, το οποίο αγνοεί την υιοθεσία ενηλίκου, προσκρούει στην εγχώρια δημόσια τάξη και τα ημεδαπά χρηστά ήθη, ενόψει της από το 1999 μακρόχρονης (δεκαετούς) συμβιώσεως των αιτούντων, δηλαδή και πριν από την ενηλικίωση του δευτέρου εξ αυτών το 2003, και της, προφανώς, από τυχαίο γεγονός, υποβολής της αιτήσεως μετά την ενηλικίωσή του, και των λοιπών ιδιαιτέρων περιστάσεων, όπως του ότι πρόκειται περί υιοθεσίας από τον πρώτο αναιρεσείοντα, έλληνα υπήκοο, του τέκνου της συζύγου του, από άλλο γάμο αυτής, ο οποίος λύθηκε, και την επιμέλειά του ανέλαβε η σύζυγός του, και το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 1579 ΑΚ, επιτρέπει την υιοθεσία ενηλίκου συγγενούς ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί, στο δε κουβανικό δίκαιο δεν υπάρχει απαγόρευση για την εκούσια υιοθεσία ενηλίκου, σε συνδυασμό με τη θέληση αυτού, ως ενηλίκου ήδη, και το συμφέρον του να μεγαλώσει μέσα σε συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον, ως έκφραση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της προσωπικής του ελευθερίας και της προστασίας της οικογένειας, που περιλαμβάνουν και το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής από τον προς υιοθεσία ενήλικο του οικογενειακού περιβάλλοντός του, πράγματα τα οποία ανάγονται σε αρχή του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, γιατί στην προκείμενη περίπτωση παραβιάσθηκε ευθέως ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 ΑΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 1179/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υιοθεσία ενηλίκου τέκνου της συζύγου του υιοθετούντος. Δημόσια τάξη. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, γιατί στην προκειμενη περίπτωση παραβιάστηκε ευθέως ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33ΑΚ. Η μη χορήγηση εννόμου προστασίας λόγω ανυπαρξίας σχετικού κανόνα του Κουβανικού Δικαίου, το οποίο αγνοεί την υιοθεσία ενηλίκου, υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις, προσκρούει την εγχώρια δημόσια τάξη και τα ημεδαπά χρηστά ήθη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2054/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της 1208/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 412/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 358 τού Ποινικού Κώδικα, "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει έστω και προσωρινά το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Η διάταξη προστατεύει τον δικαιούμενο σε διατροφή από τον κίνδυνο της ελλείψεως των υλικών μέσων συντηρήσεως του. Στοιχεία του εγκλήματος είναι: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση τον δεσμό του γάμου μεταξύ τών συζύγων, διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ' ευθείαν γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων β) η υποχρέωση να έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι διατροφής γ) κακόβουλη παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής, δηλαδή από κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, (οι περί των οποίων ισχυρισμοί τού υπόχρεου είναι αρνητικοί της κατηγορίας) η οικονομική δυνατότητα δε τού υπόχρεου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα δ) ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί βοήθεια άλλων ε) δόλος, πέραν της κακοβουλίας του, αρκεί δε και ενδεχόμενος στον οποίο περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής αποφάσεως (δεν απαιτείται τυπική επίδοση με επιμελητή) και ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να ζητήσει την βοήθεια άλλων. Περαιτέρω η παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφήν τελείται κατ' εξακολούθηση για απέχοντα χρονικώς διαστήματα (μηνών), αν δε η στέρηση αφορά περισσότερα πρόσωπα ως σύζυγο και τέκνα πρόκειται για ισάριθμα εγκλήματα σε αληθινή συρροή, δηλαδή για αυτοτελή εγκλήματα, (όσα και τα δικαιούχα πρόσωπα) που τελέσθηκε το καθένα κατ' εξακολούθηση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης, πρέπει, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη καιορισμένο το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό τής κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που φέρεται ότι αναγνώσθηκε και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τών πραγμάτων κρίση του, με αναφορά κατ' είδος στα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην ..., ο οποίος εργαζόταν ως εμποροπλοίαρχος, υποχρεώθηκε με την υπ' αριθμ. Κ 36/1999 ΜΕΙ απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, να καταβάλει ως διατροφή στην εγκαλούσα σύζυγο του, ... το ποσό των 851,06 € (290.000 δρχ.) ατομικά για την ίδια και ως ασκούσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, ήτοι τής ..., 15 ετών, τής ..., 11 ετών, τής ..., 10 ετών και του ..., 7 ετών. Αυτός, όμως, αν και είχε την οικονομική δυνατότητα, λόγω των υψηλών αμοιβών που ελάμβανε ως εμποροπλοίαρχος, δεν κατέβαλε διατροφή για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του έτους 2002, συνολικά δε 870.000 δρχ. Εξαιτίας τής συμπεριφοράς αυτής του κατηγορουμένου, η μηνύτρια και τα τέκνα της υπέστησαν στερήσεις και αναγκάσθηκαν να δεχθούν τη βοήθεια των γονέων και τής αδελφής τής μηνύτριας, προκειμένου να επιβιώσουν. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει το παραπάνω ποσό τής διατροφής εκ τών υστέρων, καθότι είχε οικονομική αδυναμία. Από τα προσκομιζόμενα όμως έγγραφα δεν αποδεικνύεται η καταβολή διατροφής για το επίδικο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "στην ..., την 22.7.2002, κακόβουλα παραβίασε την υποχρέωση του για διατροφή, που τού την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, με τρόπο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις και να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων. Συγκεκριμένα, ενώ με την Κ36/1999 (ΜΕΙ 15/1998) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλλει ως διατροφή, στην μηνύτρια σύζυγο του, ..., με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, το χρηματικό ποσό των 290.000 δρχ. ή 851,06 € κάθε μήνα, για την ίδια και τα ανήλικα τέκνα της ... 15 ετών, ... 11 ετών, ... 10 ετών και ... 7 ετών. Συγκεκριμένα δεν κατέβαλε σ' αυτήν την διατροφή για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιοι του 2002 (3μήνες Χ 290.000 δρχ.) και μέχρι σήμερα αρνείται να τής καταβάλει, στερώντας τη μηνύτρια από τα αναγκαία μέσα για τη διαβίωση της, με συνέπεια αυτή να βρεθεί σε κατάσταση στέρησης, ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές ανάγκες και να αναγκαστεί να δεχτεί τη βοήθεια των συγγενών της". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτουμένη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκανε την υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 94 παρ. 1, 98, 358 τού Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα αναφέρει την υποχρέωση του κατηγορουμένου που έχει αναγνωρισθεί με απόφαση που ισχύει, τα περιστατικά της κακοβουλίας του με την ως άνω έννοια, και της οικονομικής του δυνατότητας να καταβάλει την διατροφή που δεν κατέβαλε στη σύζυγο και τα τέσσερα τέκνα και δη την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα ως και την ανάγκη των δικαιούχων να δεχθούν την οικονομική βοήθεια των συγγενών τους. Το γεγονός δε ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται αν και πότε επιδόθηκε και γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο η Κ36/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, δεν συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν είναι απαραίτητη όπως προαναφέρθηκε η επίδοση της αποφάσεως, αρκεί να προκύπτει ότι ο υπόχρεος έλαβε γνώση αυτής και του περιεχομένου της, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, από τον αναιρεσείοντα, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αμφισβήτησε μόνο την οικονομική δυνατότητα του αναιρεσείοντος, ο οποίος στη συνέχεια, κατά τους ισχυρισμούς του, άρχισε να πληρώνει. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζει ο αιτών ότι δεν γίνεται σαφής προσδιορισμός τού από 28.2.2006 εγγράφου και τών δεκατριών εγγράφων αποδείξεων, που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών τής προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται επαρκής αναφορά στα ως άνω δεκατρία έγγραφα (αντίγραφα αποδείξεων) προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα. Έτσι, με την εν λόγω αναφορά, τόσο των δεκατριών εγγράφων αυτών, όσο και του από 28.2.2006 εγγράφου, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν, σύμφωνα και με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται, αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητας τους και επιπλέον ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας τα προαναφερόμενα έγγραφα. Τέλος αβάσιμος είναι ως στηριζόμενος σε ανύπαρκτη προϋπόθεση και ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για καταβολή της οφειλομένης διατροφής του επίδικου χρονικού διαστήματος χωρίς επαρκή αιτιολογία και τούτο διότι το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφού, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, παρά μόνο ο πληρεξούσιος δικηγόρος τού αναίρεσείοντος ανέφερε, αναπτύσσοντας τη θέση του πελάτη του ότι "ο κατηγορούμενος αρχικά ήταν άνεργος και ξεκίνησε να εργάζεται από τα τέλη τού έτους 2001. Μόλις ξεκίνησε να δουλεύει άρχισε να πληρώνει και διατροφές. Πρέπει τα ποσά που κατέβαλε να συνυπολογιστούν από τα τέλη του 1999, που έπρεπε να πληρώνει. Σύμφωνα με τις αποδείξεις που προσκομίζονται τα επίδικα χρονικά διαστήματα έχουν πληρωθεί, περαιτέρω δε οι αποδείξεις αυτές αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κακοβουλία", εν τούτοις απάντησε με το αιτιολογικό ότι "ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει το παραπάνω ποσό της διατροφής εκ τών υστέρων, καθότι είχε οικονομική αδυναμία. Από τα προσκομιζόμενα όμως έγγραφα δεν αποδεικνύεται η καταβολή διατροφής για το επίδικο χρονικό διάστημα". ΕΠΕΙΔΗ, μετά απ' αυτά, δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 1208/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διατροφή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα διότι δεν προκύπτει η ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Η αίτηση απορρίπτεται διότι στην απόφαση αναφέρονται τα στοιχεία που απαιτούνται, όπως η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς διατροφή των αναφερόμενων προσώπων (συζύγου και τέκνων του) η οικονομική του δυνατότητα, η κακοβουλία του, η περιέλευση σε στέρηση των δικαιούχων και η γνώση της υποχρεώσεώς του, χωρίς να απαιτείται και η επίδοση τής αποφάσεως. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται ασαφώς και αορίστως. Ορθώς έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο τα αναγνωσθέντα έγγραφα, των οποίων έγινε προσδιορισμός, μάλιστα δε τα περισσότερα είχαν προσκομισθεί από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Διατροφής υποχρέωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2053/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, περί αναιρέσεως της 854/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαντωνίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1149/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη 854/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (δικηγόρο) σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος καταχωρίστηκε στα πρακτικά και ο οποίος έχει ως εξής: "Επί της αποδιδομένης κατηγορίας σε βάρος μου, μετά από μήνυση της πρώην συζύγου μου, ..., για το αδίκημα του άρθρου 381 παρ. 1 Π.Κ., έχω να επισημάνω τα εξής: Αληθούς υποτιθεμένης της κατηγορίας, δηλαδή ότι από πρόθεση κατέστρεψα δύο (2) φορέματα και ένα πουκάμισο της μηνύτριας και ένα κινητό τηλέφωνο, έχει εφαρμογή η παράγραφος 2 του άρθρου 381 Π.Κ., αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ρουχισμός μεταχειρισμένος και κινητό τηλέφωνο μεταχειρισμένο συνιστά όλως ελαφρά περιουσιακή ζημία, αφού η αξία τους είναι απομειωμένη σημαντικά σε σχέση με την αξία κτήσης τους. Επομένως ζητώ παραδεκτά την μετατροπή της κατηγορίας και να τύχει εφαρμογής το άρθρο 381 παρ. 1 του Π.Κ.". Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή, για να προβεί δε στην ως άνω καταδικαστική κρίση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, εκτιμώντας τα κατ' είδος αναφερόμενα στην απόφαση του αποδεικτικά μέσα, ότι "κατά τη διάρκεια επεισοδίου που συνέβη στη συζυγική οικία και εν διαστάσει ευρισκομένων συζύγων πολιτικώς ενάγουσας και κατηγορουμένου, ο τελευταίος, με πρόθεση να καταστρέψει τα παρακάτω αντικείμενα, αφ' ενός μεν έσπασε το κινητό τηλέφωνο της πολιτικώς ενάγουσας για να μη δυνηθεί αυτή να επικοινωνήσει με τους γονείς της και τους ενημερώσει για το επεισόδιο και εφ' ετέρου έσχισε με ένα μαχαίρι τα ρούχα της εγκαλούσας που έβγαλε από τη ντουλάπα, ήτοι ένα φόρεμα, ένα πουκάμισο και μια φούστα συνολικής αξίας περί τα 2.500 ευρώ, τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ευτελούς αξίας... . Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρθρ. 381 παρ. 1 Π.Κ.) απορριπτομένου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι το αντικείμενο της φθοράς είναι ευτελούς αξίας... ". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, απάντησε δε και στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αιτιολογημένα, αφού ανελέγκτως δέχθηκε ότι η αξία των πραγμάτων που κατέστρεψε ο κατηγορούμενος ανερχόταν στο ποσό των 2.500 ευρώ, το οποίο δεν είναι ευτελές, η παράθεση δε της ως άνω αξίας των πραγμάτων ήταν επαρκής και δεν στερεί την απόφαση από την επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Ιουνίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 854/2008 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Απόρριψη του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ως προς το ευτελές της αξίας των πραγμάτων που καταστράφηκαν. Απορρίπτει την αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2052/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της ΑΤ393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 626/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης ΑΤ 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων - εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για παράβαση του Π.Δ. 40/1977 σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα όχι όμως και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που εκπροσωπούσε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τον εκκαλούντα κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.), εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την ΑΤ 393/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η εκκαλούμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας, διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον πληρεξούσιο δικηγόρο του που εκπροσωπούσε τον απόντα εκκαλούντα - κατηγορούμενο.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2050/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 768/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1389/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1 και 2 εδ. β' του ν. 1165/1918, για τον "Τελωνειακό Κώδικα" όπως η παράγραφος 2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ. α' του ν. 1731/1987, "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται και αν εξ οιουδήποτε λόγου ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF, προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ. 1 και 2 του ν. 2960/2001, για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από τις 1-1-2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται ... Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, των (κατά το παρόν άρθρο) αντικειμένων της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική, ίση με την αξία CIF αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα". Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος "Τελωνειακού Κώδικα" και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας που τελέσθηκαν προ της ισχύος τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η δήμευση, η οποία έχει μικτό χαρακτήρα παρεπόμενης ποινής και αποζημιώσεως του Δημοσίου και η οποία ούτε κατά το άρθρο 76 του Ποινικού Κώδικα προϋποθέτει καταδίκη του κατηγορούμενου, επιβάλλεται υποχρεωτικά, είτε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος (ή ο συνεργός του) είτε απαλλαγεί, επομένως και όταν το Δικαστήριο παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί δε μόνον, ότι υφίσταται λαθρεμπορία και ότι τα πράγματα που δημεύθηκαν, αποτελούν το αντικείμενο της και ότι αν για οποιονδήποτε λόγο, δεν κατέστη δυνατή η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται από το δικαστήριο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας. Και η χρηματική δε αυτή ποινή, η οποία αντικαθιστά τη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, που δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί, ταυτίζεται με εκείνη και έχει τον ίδιο μικτό χαρακτήρα, δηλαδή ποινής και αποζημιώσεως και επιβάλλεται υποχρεωτικά στον "ένοχο". Ως ένοχος στην περίπτωση αυτή, της υπάρξεως δηλαδή λαθρεμπορίας και λαθρεμπορεύματος, νοείται κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν και εκείνος για τον οποίο το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, διότι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως λόγω παραγραφής. Ερευνάται δηλαδή κατ' εξαίρεση και παρά την παραγραφή της πράξεως (της λαθρεμπορίας), σε πρώτο στάδιο, η ύπαρξη λαθρεμπορίας και αντικειμένου αυτής και σε δεύτερο στάδιο, η αδυναμία της δημεύσεως και η αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Οι διατάξεις δε αυτές δεν είναι αντίθετες με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της", αφού δεν πρόκειται για παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., για τη "δίκαιη δίκη", αφού όπως αναφέρθηκε αρχικά, η χρηματική ποινή αντικαθιστά επί του προκειμένου τη δήμευση του αντικειμένου του εγκλήματος, η οποία δεν προϋποθέτει καταδίκη. Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή, για την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με την ύπαρξη λαθρεμπορίας και λαθρεμπορεύματος, την αδυναμία της δημεύσεως αυτού για οποιαδήποτε αιτία και την αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 768/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας, τελεσθείσα από αυτόν κατά το έτος 1999 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, παρά την εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής λόγω παραγραφής και την οριστική παύση της ποινικής διώξεως για την πράξη, χρηματική ποινή ποσού 56.811,15 ευρώ, ίση με την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, που αναπτύχθηκαν διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την αποδιδομένη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, καθόσον πλήρως απεδείχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό και συγκροτούν την πράξη αυτή κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση. Συγκεκριμένα απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ..., έμπορος ηλεκτρικών ειδών, κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999, αποφάσισε με τεχνάσματα να εισαγάγει στην Ελλάδα και ακολούθως να προωθήσει σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως στην Αγγλία, μεγάλες ποσότητες καπνικών προϊόντων, χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς, με σκοπό τον πορισμό κέρδους, αφού η τιμή πωλήσεως των προϊόντων του καπνού εκεί ήταν πολύ υψηλή, ανερχόμενη σε εννέα (9) περίπου ευρώ το πακέτο. Για τον σκοπό αυτό, ανέθεσε στον επαγγελματία οδηγό και ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... τράκτορα (φορτηγού), φέροντα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... τρέιλερ, ΑΑ να μεταφέρει για λογαριασμό του, αρχικώς στον ... και εν συνεχεία στην Αγγλία φορτίο με ψυγεία - καταψύκτες. Στα πλαίσια της συμφωνίας τους αυτής, ο ως άνω μεταφορέας, στις 28 Οκτωβρίου του έτους 1998, οδήγησε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο του στον ... της ..., στο εκεί κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του κατηγορουμένου και φόρτωσε εκατόν σαράντα επτά (147) ψυγεία, τα οποία ήταν συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια, με την εξωτερική ένδειξη "ΨΥΓΕΙΑ", εκτός τριών (3) τα οποία φορτώθηκαν στο πίσω μέρος του τρέιλερ. Όμως, μέσα στα συσκευασμένα ψυγεία, ο κατηγορούμενος είχε αποκρύψει επιμελώς ενενήντα έξι χιλιάδες (96.000) πακέτα τσιγάρα, από τα οποία σαράντα οκτώ χιλιάδες (48.000) ήταν μάρκας SUPERKING και τα υπόλοιπα σαράντα οκτώ χιλιάδες (48.000) ήταν μάρκας REGAL. Δύο ημέρες μετά τη φόρτωση, ήτοι στις 30.10.1999, το ως άνω φορτηγό, με οδηγό τον ΑΑ, επιβιβάστηκε από το λιμάνι της .., στο πλοίο S... Η... II και την 1.11.1999 έφθασε στο λιμένα του ... . Εκεί τη διαδικασία τελωνισμού ανέλαβε να διεκπεραιώσει, κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, η εκτελωνίστρια ΒΒ, η οποία, κατόπιν υποδείξεως του ιδίου, την 1.11.1999 συναντήθηκε στο πρακτορείο "...", που είχε αναλάβει τη μεταφορά των εμπορευμάτων από την ..., με τον συνεργάτη του, ΓΓ, για να της παραδώσει τα απαιτούμενα για τον τελωνισμό έγγραφα και χρήματα. Ο τελευταίος, αφού της συστήθηκε με το ψευδές ονοματεπώνυμο ΓΓ-1, της παρέδωσε το τιμολόγιο που είχε εκδοθεί στην ..., τη διατακτική παραλαβής των εμπορευμάτων, το αντίτυπο Ε της διασάφησης εξαγωγής, που είχε εκδοθεί στο τελωνείο ..., την έγκριση για σύνδεση των ψυγείων, που είχε εκδοθεί από το Υπουργείο Συγκοινωνιών της ..., την απόδειξη πληρωμής του πρακτορείου "..." και αντίγραφο της φορτωτικής. Η ανωτέρω εκτελωνίστρια όταν παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τα προαναφερόμενα έγγραφα και διεπίστωσε ότι ως παραλήπτρια των εμπορευμάτων εφέρετο η εδρεύουσα στο ... εταιρεία με την επωνυμία "GRECO SOUND ELECTRONICS LTD", εξήγησε στον ΓΓ ότι, για τον εκτελωνισμό ήταν αναγκαία και η έγγραφη προς αυτήν εξουσιοδότηση του νομίμου εκπροσώπου της παραλήπτριας εταιρείας, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από δημόσια αρχή. Κατόπιν αυτού, ο ΓΓ προέβη, καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, στην κατάρτιση πλαστής εξουσιοδοτήσεως του δήθεν νομίμου εκπροσώπου της φερομένης ως παραλήπτριας ως άνω εταιρείας (ανυπάρκτου προσώπου) προς την προειρημένη εκτελωνίστρια, βεβαιώνοντας συνάμα και το γνήσιο της υπογραφής αυτού, την οποία ακολούθως, την 2.11.1999 παρέδωσε στην τελευταία, από την οποία και χρησιμοποιήθηκε στο Α' Τελωνείο ... για τον εκτελωνισμό των επίμαχων εμπορευμάτων. Ας σημειωθεί ότι ο ΓΓ έχει ήδη καταδικασθεί τελεσιδίκως για πλαστογραφία μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και απλή συνεργεία σε λαθρεμπορία με τις υπ' αριθμ. 618 - 618α/2005 και 171/2007 αποφάσεις του Τριμελούς και Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς αντιστοίχως. Με βάση τα ανωτέρω τεχνάσματα και ειδικότερα με την επιμελή απόκρυψη των 96.000 πακέτων τσιγάρων και την πλαστή εξουσιοδότηση, ο κατηγορούμενος επέτυχε να εισαγάγει στην Ελλάδα τα ανωτέρω εμπορεύματα, χωρίς να εκδοθεί για την εισαγωγή τους άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες σ' αυτά δασμοί, ανερχόμενοι σε 62.691.959 δραχμές, αφού με την υπ' αριθμ. ... διασάφηση εισαγωγής δηλώθηκαν, τελωνίστηκαν και καταβλήθηκαν οι φόροι μόνο για τα εκατόν σαράντα επτά (147) ψυγεία και όχι για το περιεχόμενο στα ψυγεία αυτά, επιμελώς αποκρυβέν, παράνομο φορτίο καπνού. Μετά από τις διαδικασίες του εκτελωνισμού, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, με οδηγό τον ΑΑ, αναχώρησε φορτωμένο με το παράνομο φορτίο του για την Αγγλία, μέσω ...- ..., αφού, προηγουμένως εκδόθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εδρευούσης στην ... εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοηλεκτρονική Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", ΔΔ (έχει ήδη καταδικασθεί για άμεση συνεργεία στη λαθρεμπορία με την υπ' αριθμ. 618 - 618α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς) και παραδόθηκε στον οδηγό του φορτηγού το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, με το οποίο η εν λόγω εταιρεία εφέρετο να αποστέλλει τα 147 ψυγεία σε εταιρεία της Αγγλίας, έτσι ώστε η διακίνηση να φαίνεται ως πραγματική. Όμως, τελικώς το παράνομο φορτίο αποκαλύφθηκε τυχαία στο ... της Γαλλίας από Γάλλους τελωνειακούς υπαλλήλους, οι οποίοι και το κατέσχεσαν. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν σαφώς από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, στοιχειοθετείται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας. Όμως, για την πράξη αυτή πρέπει να παύσει οριστικώς η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, διότι από τον χρόνο τελέσεως αυτής (2.11.1999) μέχρι τη σημερινή δικάσιμο έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της οκταετίας. Ωστόσο, εφόσον η λαθρεμπορία έχει τελεσθεί και το αντικείμενο αυτής (τσιγάρα) εξήλθε του ελληνικού Κράτους και δεν κατέστη δυνατόν να δημευθεί, πρέπει σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, ανεξαρτήτως της εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, να επιβληθεί στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή, ίση προς την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας χωρίς την προσαύξηση με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν σ' αυτήν, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα. Η εν λόγω χρηματική ποινή, η οποία, ως προελέχθη, αντικαθιστά τη μη γενομένη δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ταυτίζεται με εκείνη, έχουσα τον ίδιο μικτό χαρακτήρα, δηλαδή ποινής και αποζημιώσεως και επιβάλλεται υποχρεωτικώς είτε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος είτε απαλλαγεί, είτε παύσει οριστικώς η εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφαση του, είναι η απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού βεβαιώνεται η τέλεση λαθρεμπορίας και η ύπαρξη αντικειμένων αυτής που εξήλθαν από την Ελληνική Επικράτεια και η δήμευση τους κατέστη αδύνατη, αναφέρεται δε και η αξία CIF των λαθρεμπορευμάτων, ισόποση της χρηματικής ποινής, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, για τον οποίο το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, ενώ όπως προαναφέρθηκε δεν είναι αντίθετες οι διατάξεις αυτές ούτε προς τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος Συντάγματος, ούτε προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επομένως οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' και Η' του Κ.Π.Δ., δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα τα αντίθετα και ειδικότερα η αιτίαση ότι παρά την προ πολλού χρόνου επέλευση της παραγραφής, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 2960/2001) και διέλαβε σκέψεις για την ενοχή του είναι αβάσιμοι, αφού, όπως προαναφέρεται, το Τριμελές Εφετείο ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ερεύνησε μεν την ουσία της υποθέσεως, αλλά δεν διέλαβε στο αιτιολογικό της αποφάσεως σκέψεις για την ενοχή του αναιρεσείοντος, περιορισθέν μόνο στο αν τελέσθηκε πράγματι λαθρεμπορία και ποια ήσαν τα αντικείμενα αυτής και, σε καταφατική περίπτωση, αν κατέστη αδύνατη η δήμευση των λαθρεμπορευμάτων και ποια ήταν η αξία cif αυτών, προκειμένου, να επιβάλλει αντί για τη δήμευση την προαναφερόμενη ποινή. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 81/7.7.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 768/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται και αν εξ οιουδήποτε λόγου ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF, προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Η δήμευση επιβάλλεται υποχρεωτικά. Είτε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος (ή ο συνεργός του) είτε απαλλαγεί, επομένως και όταν το Δικαστήριο παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί δε μόνον, ότι υφίσταται λαθρεμπορία και ότι τα πράγματα που δημεύθηκαν αποτελούν το αντικείμενό της. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως με την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Δήμευση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2049/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βουλγαράκη, για διόρθωση αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2008 αίτησή της, κατόπιν της υπ' αριθμ. πράξεως του Προεδρεύοντος του Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1219/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 469 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρα 128 και 131 ΚΠΔ) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεως του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το επεκτατικό αποτέλεσμα των ένδικων μέσων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Ποινικού Κώδικα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β', 370 εδ. β', 511 και 514 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (όπως το άρθρο 511 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ.5 του Ν.3160/2003) προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωση της μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αυτής οφείλει μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου. Το αποτέλεσμα της παραγραφής, με την πάροδο για τα πλημμελήματα της οκταετίας από την τέλεση τους, ως λόγος εξαλείψεως του αξιόποινου, δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επομένως επεκτείνεται, εκτός των άλλων, και στον κατηγορούμενο συμμέτοχο, του οποίου το ασκηθέν ένδικο μέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με την 4594/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η αιτούσα και η συγκατηγορουμένη της ... κρίθηκαν ένοχες για τις πράξεις τής ενεργητικής δωροδοκίας και τής υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, ενώ η τρίτη συγκατηγορουμένη Ζ καταδικάστηκε για κατά συρροή τελεσθείσες πράξεις της χρήσεως πλαστών εγγράφων, παθητικής δωροδοκίας και ψευδούς βεβαιώσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής οι καταδικασθείσες, πλην της αιτούσας, άσκησαν το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως και με την 1693/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε η απόφαση για λόγους παραβάσεων της διαδικασίας, που συνεπάγονταν απόλυτη ακυρότητα και δεν άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνων που άσκησαν την αναίρεση και ειδικότερα διότι αναγνώσθηκε ένορκη κατάθεση μάρτυρος, ως προς την οποία δεν βεβαιώθηκε το αδύνατο της εμφανίσεως της στο ακροατήριο και προβλήθηκαν προς τούτο αντιρρήσεις και διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα για την ενοχή μίας από τις συγκατηγορούμενες. Ακολούθως, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειουσών για όλα τα εγκλήματα, για τα οποία καταδικάσθηκαν με την αναιρεθείσα απόφαση, χωρίς, όμως να περιληφθεί στην ως άνω απόφαση διάταξη για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ασκηθέντος ως άνω ένδικου μέσου και στη μη ασκήσασα αναίρεση συγκατηγορούμενη. Το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα, επειδή ο από το άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, που είχε προβληθεί από τις αναιρεσείουσες, αφορούσε παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζει αποκλειστικά και μόνο στα πρόσωπα των αναιρεσειουσών, που τον προέβαλαν, έπρεπε να επεκταθεί, σύμφωνα με το άρθρο 469 εδ. α' του ΚΠοινΔ και στην αιτούσα, η οποία δεν άσκησε το ένδικο τούτο μέσο, και η οποία καταδικάσθηκε με την αναιρεθείσα, ως προς τις συγκατηγορούμενες της, απόφαση για ενεργητική δωροδοκία και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Έτσι, παρέμεινε η καταδίκη της αιτούσας, για τις ως άνω πράξεις της ενεργητικής δωροδοκίας και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, που τελέσθηκαν στις 22 και στις 23 Φεβρουαρίου 1996. Οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 27 παρ. 1 94 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 236 σε συνδυασμό με το άρθρο 235 του Ποινικού Κώδικα, με ποινές φυλακίσεως, ήτοι σε βαθμό πλημμελήματος. Με βάση τους ανωτέρω χρόνους τελέσεως των ως άνω πράξεων, αυτές έχουν υποπέσει σε παραγραφή, εφόσον από τον χρόνο τελέσεως τους, όπως προσδιορίζεται παραπάνω μέχρι την έκδοση της 1693/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου είχε περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και συνεπώς, έπρεπε να παύσει οριστικώς και η κατά της αιτούσας ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει λόγος συμπληρώσεως της ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου το αποτέλεσμα της παραγραφής να επεκταθεί και στην καταδικασθείσα με την 4594/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αιτούσα και να παύσει και ως προς αυτήν, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον της για τις ανωτέρω πράξεις της ενεργητικής δωροδοκίας και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Συμπληρώνει την 1693/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς την αιτούσα X, ως εξής: "Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά της X, του ότι 1) Στο ..., στις 22 Φεβρουαρίου 1996, έδωσε σε άλλον χρήματα, που δεν δικαιούται, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια, που ανάγεται μεν στην υπηρεσία του, αλλά είναι αντίθετη στα καθήκοντα του. Ειδικότερα έδωσε στην συγκατηγορούμενή της Ζ, η οποία ήταν υπάλληλος στον Δήμο ... και το αντικείμενο της εργασίας της ήταν να εκδίδει δημόσια έγγραφα, μεταξύ των οποίων και πιστοποιητικά γεννήσεως, αλλά και η περαιτέρω η εγγραφή πολιτών στα Δημοτολόγια του Δήμου, το χρηματικό ποσό των 700.000 δραχμών, προκειμένου να εκδοθεί από αυτήν ψευδές πιστοποιητικό γεννήσεως στο όνομα της και να την εγγράψει με βάση την υπ' αριθμ. 531/9.2.96 πλαστή νομαρχιακή απόφαση στα Δημοτολόγια του Δήμου ..., ως έχουσα δήθεν την ελληνική ιθαγένεια, ενώ στην πραγματικότητα είχε ρωσική τοιαύτη και δεν είχε δικαίωμα εγγραφής στα δημοτολόγια. 2) Στα ..., στις 23 Φεβρουαρίου 1996, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο, αναληθές περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, αφού προσκόμισε στο Α.Τ. Σεπολίων Αττικής το από 22.2.96 ψευδές πιστοποιητικό γεννήσεως και κατέθεσε τούτο ως δικαιολογητικό, πέτυχε να παραπλανήσει τους αστυνομικούς του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος ότι έχει ελληνική ιθαγένεια, οι οποίοι πράγματι εξέδωσαν στο όνομα της το υπ' αριθμ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Α.Τ. Σεπολίων Αττικής". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση συμπληρώσεως αποφάσεως, προκειμένου να επεκταθεί το αποτέλεσμά της στο πρόσωπο της αιτούσας. Η αίτηση γίνεται δεκτή, διότι οι συγκατηγορούμενες της αιτούσας άσκησαν παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε ως προς αυτές δεκτή, η αιτούσα δεν άσκησε το ως άνω ένδικο μέσο και οι πράξεις ήσαν συναφείς. Η απόφαση είχε αναιρεθεί για λόγους παραβάσεων της διαδικασίας, που συνεπάγονταν απόλυτη ακυρότητα χωρίς να αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνων που άσκησαν την αναίρεση και ειδικότερα διότι αναγνώσθηκε ένορκη κατάθεση μάρτυρος, ως προς την οποία δεν βεβαιώθηκε το αδύνατον της εμφανίσεώς της στο ακροατήριο και αφ' ετέρου προβλήθηκαν αντιρρήσεις και διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα για την ενοχή μίας από τις συγκατηγορούμενες.
Επεκτατικό αποτέλεσμα
Επεκτατικό αποτέλεσμα, Αποφάσεως συμπλήρωση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2048/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη, περί αναιρέσεως της 104/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 656/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. α', β' και ζ' του ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 10 και 14 του ν. 2161/26.7.93 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τιμωρείται με τις εκεί προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, εισάγει στην επικράτεια, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι α) Εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική επικράτεια είναι η διακίνηση των ναρκωτικών από το εξωτερικό στην Ελλάδα και θεωρείται τελειωμένο με την είσοδο αυτών στο Ελληνικό έδαφος, β) η κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά το ποινικό δίκαιο, έχει την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Υπό την έννοια δε αυτή δράστες (αυτουργοί) του παραπάνω εγκλήματος μπορεί να είναι και περισσότεροι, χωρίς κατ' ανάγκη να τους συνδέει κοινός δόλος, γ) μεταφορά ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν ο δράστης φέρει μαζί του, διακινώντας από τόπο σε τόπο, την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με πρόθεση περαιτέρω διαθέσεως αυτής. Η μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας, μπορεί να γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, είτε με μεταφορικό μέσο, είτε με μετακίνηση αυτού (δράστη), μεταφέροντος αυτήν στις αποσκευές του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου (3386/05), ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 104/2007 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία με σκοπό την εμπορία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000 €) για την παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών και φυλάκιση ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για την παράνομη είσοδο του στην Ελληνική Επικράτεια. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Πενταμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος την 30.6.2005, στη θέση "..." ..., μαζί με τον ομοεθνή του ..., συνελήφθησαν χωρίς να είναι τοξικομανείς, να κατέχουν, εισάγουν στην Ελληνική Επικράτεια και μεταφέρουν πεζή 136 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένη σε 136 δέματα, την οποία είχαν τοποθετήσει σε τέσσερις ταξιδιωτικούς σάκους. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου τη συμμετοχή του στις παραπάνω πράξεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς να έχει εφοδιαστεί με τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο κλπ). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων. Το αίτημα του συνηγόρου τού κατηγορουμένου να τού αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα, αυτός δεν έζησε μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων του έντιμη κλπ. ζωή, αφού η ενασχόληση του με τα ναρκωτικά δεν ήταν ευκαιριακή, αφού η μεταφορά κλπ μίας τέτοιας ποσότητας ινδικής κάνναβης, η οποία αξίζει πολλές χιλιάδες ευρώ προϋποθέτει γνώση των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας των ναρκωτικών ουσιών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης της ομολογίας του και της έκφρασης συγγνώμης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν κρατούμενος στις φυλακές και η καλή διαγωγή που επέδειξε υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει της δίκης που θα ακολουθούσε και του φόβου του για τις πειθαρχικές κλπ ποινές της φυλακής". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναίρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Περαιτέρω, ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο, αν και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αναπτύχθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απλώς ο συνήγορος του κατηγορουμένου στον οποίο δόθηκε ο λόγος "ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε να γίνει δεκτή η πρόταση της Εισαγγελέως να αναγνωρισθούν δε στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' Π.Κ.", εν τούτοις απαντά αιτιολογημένα και τους απορρίπτει. Τέλος, ως προς την αιτίαση του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα του για αναγνώριση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων, πρέπει να λεχθεί, ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά την απολογία του, αναφέρθηκε στα αίτια που τον ώθησαν στη τέλεση των εγκλημάτων του, λέγοντας ότι ωθήθηκε στην πράξη του προς εξοικονόμηση χρημάτων για την αντιμετώπιση των ασθενειών και αναγκών των γονέων του, χωρίς να προβάλει ειδικό αίτημα Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικώς, και δεν απάντησε, αλλά αξιολόγησε γενικά την πράξη του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη και την απολογία του. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 24.3.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 104/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από κοινού εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Παράνομη είσοδος στη χώρα. Λόγος αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2051/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρμάνη, περί αναιρέσεως της 93/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 719/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του Νόμου 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Νόμου 2081/1992 "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχτηκε αναδασωτέα" τιμωρείται με τη διαλαμβανόμενη στην ίδια διάταξη ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Νόμου "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχου καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ύπαρξη αποφάσεως του Νομάρχη με το αμέσως ανωτέρω περιεχόμενο πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια στην καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα της εκχερσώσεως αναδασωτέας δημόσιας ή ιδιωτικής εκτάσεως. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 93/2008 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε κατ' έφεση και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 7061 του Ν. 998/1979 προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, δέχθηκε τα επόμενα "Με τις με αριθμούς ..., ... και ... αποφάσεις του Νομάρχη Μαγνησίας κηρύχθηκαν αναδασωτέες με σκοπό την αποκατάσταση της βλάστησης από την παράνομη εκχέρσωση με φυσική αναγέννηση αντίστοιχα διακατεχόμενης έκτασης 12.240 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ... της Κοινότητας ..., διακατεχόμενης έκτασης 4.715 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ... της Κοινότητας ... και διακατεχόμενης δασικής έκτασης ενός στρέμματος και 360 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της Κοινότητας ... . Ενόψει της μη προσκόμισης από τον κατηγορούμενο αποφάσεως του Διοικητικού δικαστηρίου με την οποία να έχουν αναγνωριστεί άκυρες οι ανωτέρω αποφάσεις του Νομάρχη Μαγνησίας και κατ' επέκταση οι αποφάσεις του Δασάρχη Μαγνησίας, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κατηγορουμένου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος καλλιεργεί συνεχώς από το έτος 1981 μέχρι και το μήνα Ιούλιο 2002 την ανωτέρω αναδασωτέα έκταση, συνολικού εμβαδού 18.315 στρεμμάτων και ειδικότερα ότι το μήνα Ιούλιο του έτους 2002 έκοψε την υπόροφη βλάστηση και με τον τρόπο αυτό δεν επιτρέπει την ανάπτυξη της δασικής βλάστησης. Παρ' ότι δε έχουν γίνει αλλεπάλληλες μηνύσεις και έχει επιβληθεί πρόστιμο, ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να εκχερσώνει και να καλλιεργεί την ανωτέρω έκταση. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τίτλο ιδιοκτησίας του επιδίκου ακινήτου προ του έτους 1940 και ότι καλλιεργεί αυτό από το έτος 1985. Μετά ταύτα κρίνεται ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της παράβασης του άρθρου 70 του Ν. 998/79, την οποία όμως τέλεσε από μη ταπεινά αίτια και ως εκ τούτου πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β' του Π.Κ.". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφαση του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει παντάπασι από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, για τη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την πράξη για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, αν και από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως προκύπτει ότι εξετάσθηκε μάρτυρας, αναγνώσθηκαν έγγραφα και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος. Επίσης δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν οι μνημονευόμενες σ' αυτήν αποφάσεις του Νομάρχη Μαγνησίας, με τις οποίες κηρύχθηκαν ως αναδασωτέες οι διακατεχόμενες δασικές εκτάσεις, δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προϋπόθεση, η οποία συνιστά συστατικό στοιχείο της ισχύος των αποφάσεων αυτών, ενώ συγχρόνως δεν προσδιορίζεται αν οι αποφάσεις αυτές του Νομάρχη συνοδεύονταν από σχεδιαγράμματα των εκτάσεων αυτών, στα οποία να καθορίζονται λεπτομερώς τα όρια των τελευταίων, προς αποφυγή συγχύσεως με τα όμορα ιδιωτικά ακίνητα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, οπότε παρέλκει η έρευνα και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 93/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
0
Αριθμός 2055/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 662-663/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1573/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού Κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση αυτήν. Επίσης, για την ύπαρξη της άνω αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 662-663/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "την 31.5.2000 διεξήγετο ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης δίκη με κατηγορούμενο τον Ζ για αντίθετα και παράβαση του άρθρου 1 παρ. 2 και 9 παρ. 1 ν. 392/1976 (λειτουργία ΚΑΜΠΙΝΓΚ χωρίς άδεια καταλληλότητας από τον ΕΟΤ). Κατά την διάρκεια της δίκης και ενώ εξετάζετο ως μάρτυρας κατηγορίας ο Ξ, αστυνομικός, ο ήδη κατηγορούμενος Χ, δικηγόρος και συνήγορος υπεράσπισης του τότε κατηγορουμένου Ζ, διέκοψε χωρίς την άδεια της Προέδρου του Δικαστηρίου την κατάθεση του μάρτυρα αυτού και απευθυνθεί προς αυτόν καθώς επίσης και στον άλλο μάρτυρα κατηγορίας Φ, αστυνομικό, ο οποίος είχε εξετασθεί προηγουμένως και είχε παραμείνει στο ακροατήριο, τους αποκάλεσε "νταβατζήδες, διεφθαρμένους". Ο κατηγορούμενος όμως δεν αρκέσθηκε στις μειωτικές για τους μάρτυρες αστυνομικούς φράσεις, αλλά συνεχίζοντας την ίδια συμπεριφορά ενώπιον του πολυπληθούς ακροατηρίου του Δικαστηρίου εκείνου στο οποίο μάλιστα παρευρίσκεται και ο Προϊστάμενος των αστυνομικών Κ, αξιωματικός τότε της Αστυνομίας διέδωσε σε βάρος των δύο παραπάνω αστυνομικών ψευδή γεγονότα και τελών σε γνώση του ψεύδους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη αυτών και ειδικότερα ότι από κοινού οι αστυνομικοί αυτοί οι αστυνομικοί αυτοί απήγαγαν από το Κάμπινγκ του Ζ στο ..., μία τουρίστρια για να την απελάσουν και την βίασαν και ότι την ίδια αξιόποινη πράξη τέλεσαν και σε βάρος άλλων τουριστριών, τις οποίες υπέβαλαν προς τούτο σε περιπολικό της αστυνομίας. Τα παραπάνω προκύπτουν κατά τρόπο σαφή από τις καταθέσεις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου μαρτύρων Φ, Ξ και Κ. Μάλιστα δε ο τελευταίος, αξιωματικός της Αστυνομίας και προϊστάμενος των δύο αστυνομικών που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, είναι σαφής. Ότι ο κατηγορούμενος είπε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εκείνου ότι οι δύο αστυνομικοί πήραν μία τουρίστρια και με την απειλή όπλου την βίασαν. Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (πρωτοβαθμίου) παραδέχθηκε μεν ότι αναφέρθηκε σε περιστατικό βιασμού μίας τουρίστριας με δράστες δύο αστυνομικούς, αλλά ότι οι δύο αυτοί αστυνομικοί ήταν άλλοι και όχι οι συγκεκριμένοι Ξ και Φ που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο εκείνο με μάρτυρες. Η κατάθεση όμως του αστυνομικού Κ ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που παρευρίσκετο στο ακροατήριο εκείνου του Δικαστηρίου, είναι σαφής. Το περιστατικό του βιασμού το ανέφερε ο κατηγορούμενος για τους συγκεκριμένους δύο αστυνομικούς. Ο κατηγορούμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε σε πηγή γνώσεως για το διϊσχυριζόμενο από αυτόν περιστατικό βιασμού. Ούτε βεβαίως από ίδια αντίληψη ήταν δυνατόν να γνωρίζει τέτοιο περιστατικό, αφού κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρει ότι τον ένα αστυνομικό (μόνον) γνωρίζει φυσιογνωμικά και τον άλλον όχι, και δεν είναι δυνατόν και λογικό να αναφέρεται σε τέτοιο περιστατικό βιασμού για άτομο που ούτε καν γνωρίζει, αφού δεν επικαλείται πηγή γνώσης τέτοιου περιστατικού από πληροφόρηση τρίτου προσώπου. Ακόμη και η μάρτυρας υπεράσπισης Θ, που εξετάστηκε κατά πρόταση του κατηγορουμένου, καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τους δύο αστυνομικούς. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης πειράθηκε να συνδέσει περιστατικό βιασμού με τους δύο αυτούς αστυνομικούς που δεν γνώριζε, χωρίς μάλιστα την επίκληση πηγής γνώσεως τέτοιου περιστατικού. Επομένως, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται κατά τρόπο σαφή ότι τελούσε σε γνώση της αναληθείας τέτοιου περιστατικού βιασμού ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εν γνώσει της αναληθείας αναφέρθηκε ότι δράστες βιασμού αλλοδαπής τουρίστριας ήταν οι δύο συγκεκριμένοι αστυνομικοί. Περαιτέρω, στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, γιατί ο κατηγορούμενος ξεπέρασε κατά πολύ το επιβαλλόμενο και αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εντολέα δικηγόρου του πελάτου του Ζ, που υπεράσπιζε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, αφού το εκστομισθέν από αυτόν ως άνω περιστατικό δεν ήταν αναγκαίο ούτε προς απόκρουση των καταθέσεων των δύο αστυνομικών, ούτε προς υπεράσπιση του πελάτου του κατέτεινε, το δε αναληθές αυτό περιστατικό που ανέφερε θεμελιώνει, χωρίς άλλο, τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητας των δύο αστυνομικών - μαρτύρων, οι οποίοι καλώς μετέβησαν στο "Κάμπινγκ", σε εκτέλεση ανατεθειμένης σ' αυτούς υπηρεσίας να βεβαιώσουν αδικήματα σε βάρος του ιδιοκτήτη του Ζ. Σε κάθε δε περίπτωση, το άρθρο 367 ΠΚ δεν εφαρμόζεται όταν οι σχετικές δηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως εν προκειμένω. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου από το άρθρο 367 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή (ως προς το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης εισάγεται μόνον για κρίση μετά την αναίρεση (μερική) με την υπ' αριθ. 861/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου της υπ' αριθ. 1379-1380/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, διότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση της πράξης διήγαγε έντομο ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό βίο (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ), δεκτού έτσι καθισταμένου του προβαλλομένου σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του. Ο άλλος όμως προβαλλόμενος αυτοτελής ισχυρισμός για την μετατροπή της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης σε απλή εξύβριση πρέπει να απορριφθεί, διότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα και κακόβουλα διέδωσε και μάλιστα ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου το προαναφερόμενο ψευδές περιστατικό που μπορούσε και έβλαψε τελικά την υπόληψη άλλων, εν πλήρη γνώσει αυτού ότι αυτό είναι ψευδές και μπορούσε να μειώσει την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή". Στην συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και ειδικότερα του ότι "Στην ..., την 31/5/2000, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, παρουσία σημαντικού αριθμού δικηγόρων, διαδίκων και πολιτικών που παρακολουθούσαν τη συνεδρίαση, ως συνήγορος υπεράσπισης του πελάτη του Ζ, που δικαζόταν κατ' έφεση για απείθεια και παράβαση άρθρων 1 παρ. 2 και 9 παρ. 1 Ν. 392/1976, λαμβάνοντας αυθαίρετα τον λόγο, ενώπιον τρίτων (δηλαδή όλου του ακροατηρίου που προμνηνονεύθηκε) ισχυρίστηκε για τους Φ και Ξ ψευδή γεγονότα, από τα οποία μπορούσε να βλαφθεί η τιμή και η υπόληψή τους, καθώς κατά την στιγμή της αγόρευσής του διέλαβε ψευδώς ότι οι εγκαλούντες Φ και Ξ από κοινού απήγαγαν από το κάμπιγκ του Ζ, στο ... μία τουρίστρια για να την απελάσουν και ότι αυτήν την βίασαν, όπως βίασαν και άλλες τουρίστριες, τις οποίες επιβίβαζαν στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο (περιπολικό) που χρησιμοποιούσαν". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό για αναγνώριση στον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ και απέρριψε τους λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 83, 84 παρ. 2α', 94 παρ. 1, 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Φ, Ξ, Κ και Λ και της μάρτυρος υπερασπίσεως Θ, η οποία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα άνω εκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει όλα τα απαιτούμενα για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχεία και συγκεκριμένα: α) ισχυρισμό ή διάδοση από τον υπαίτιο ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψή του, β) ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο δράστης τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση του δράστη - κατηγορουμένου. Πλέον δε αυτών, αναφέρει και για τον άμεσο δόλο του. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Πέραν των εξειδικευομένων στο σκεπτικό της αποφάσεως τριών (3) μαρτυρικών καταθέσεων (Φ, Ξ και Κ), υπήρχαν και οι καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την αυτή διαδικασία, μάρτυρα κατηγορίας, Λ και της μάρτυρος υπερασπίσεως, Θ, τα ονόματα των οποίων δεν αναφέρονται, καθώς και τα πρακτικά και η απόφαση 1141/2000 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, ενόψει δε της άνω αναφοράς, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθόσον αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο άνω αποτέλεσμα, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως αλλά και ο κατά το άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ, δηλαδή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση, στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' - ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 358. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και: 1) το από 28.5.01 πιστοποιητικό του Δ.Σ. ..., 2) το από 16.1.07 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., 3) η από 3.7.96 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, 4) το από 15.7.96 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., 5) η από 16.1.07 αίτηση του ..., προς την Αστυνομική Διεύθυνση ..., 6) το από 7.2.07 έγγραφο της Αστυνομικής Δ/νσης ..., 7) η από 19.8.97 υποβολή μηνύσεως του Ζ και 8) το από 17.6.00 έγγραφο της ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων ... . Ενόψει του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των παραπάνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και, επομένως, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Όπως, όμως, συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρ. 362 Π Κ) ή της εξύβρισης (άρ. 361 παρ.1 ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρ. 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψη τους δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως υπέβαλε την "ένσταση εκ του άρ. 367 περ. γ ΠΚ από την οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό "δίχως να υπεισέλθει σε περαιτέρω τεκμηρίωση της απόφασής της αυτής". Το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία διαλαμβάνονται όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, απέρριψε την σχετική ένσταση, ως μη νόμιμη, διότι, όπως έκρινε, η επικαλούμενη διάταξη του άρ. 367 παρ. 2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, αδίκημα το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων. Συνεπώς, και κατά ο σκέλος αυτό ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τρίτο και τελευταίο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την παρ. 1 του άρθρου 94 του ΠΚ, παρότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων τελέστηκαν με μία πράξη. Πράγματι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων φέρεται ότι τελέσθηκε με μία φράση, δυσφημηστική και για τους δύο παθόντες και κατά συνέπεια πρόκειται για κατ' ιδέαν αληθή συρροή, για την οποία εφαρμοστέα ήταν η παρ. 2 του άρθρου 94 του ΠΚ. Όμως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται την πλημμέλεια αυτή, καθόσον οι ποινές που επιβλήθηκαν κινούνται μέσα στα όρια, που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 2 ΠΚ. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ως αβάσιμος να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 7591 ενώπιον του Εισ. ΑΠ 16.9.2008) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 662-663/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μετ' αναίρεση. Συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια. Έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Λόγος, απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας διότι λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του Δικαστηρίου έγγραφα που δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους. Αυτοτελής ισχυρισμός της ΠΚ 367. Δεν εφαρμόζεται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Απόρριψη λόγου εσφαλμένης ερμηνείας της ΠΚ 94. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2061/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.777/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 831/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 288/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, την με αριθμό 417/20-5-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1, προσωρινά κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., κατά του με αριθμό 777/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις από 12/3/2009 και 19/3/2009 αντίστοιχα αιτήσεις του για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τα άρθρα 462 και 463 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος μόνο στις περιπτώσεις που ο νόμος του δίνει το δικαίωμα αυτό. Περαιτέρω κατά το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως σήμερα ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν το βούλευμα: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) όταν παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε". ΙΙ) Στην προκείμενη περίπτωση, ζητείται η αναίρεση του με αριθμό 777/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης που επιβλήθηκε σ'αυτόν, με το με αριθμό 17/2008 ένταλμα της Ανακρίτριας του 4ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με περιοριστικούς όρους. Η αίτηση αυτή όμως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απαράδεκτη, αφού δεν προβλέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος αυτού. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη, η με αριθμό 417/20-5-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του με αριθμό 777/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 19 Ιουνίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠΔ με το άρθρο 41 παρ.1 Ν. 3160/2003, που ισχύει κατά το άρθρο 61 αυτού από 30-6-2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα... β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ.1 ιδίου Κώδικος "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον ... βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση... του βουλεύματος που έχει προσβληθεί...". Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 20 Μαΐου 2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 προσβάλλεται το υπ'αριθμ. 777/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε τις από 12 και 19/3/2009 αιτήσεις αυτού για αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως, η οποία του επεβλήθη δια του υπ'αριθμ. 17/2008 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με περιοριστικούς όρους. Εντεύθεν και το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση κατά τ'άνω, εφ'όσον αυτή ησκήθη μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3160/2003' ούτω και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο τούτο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ.1 και 513 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 417/20 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 777/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 463 και 482 παρ. 1 ΚΠΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 που ισχύει, με το άρθρο 61 αυτού από 30.6.2003. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε αίτησή του για αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως. Απορρίπτεται αίτηση.
Κράτηση προσωρινή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κράτηση προσωρινή.
1
Αριθμός 2047/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αναστασία Ασπρίδη, περί αναιρέσεως της 6751/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2036/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 και παρ. 1 του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού πιστοποιητικού απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου πιστοποιητικού ή χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το χρησιμοποιηθέν πιστοποιητικό είναι πλαστό ή νοθευμένο, και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 5 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), που κυρώθηκε με τον νόμο 2696/1999 "όποιος οδηγεί αυτοκίνητο ή τρίτροχο όχημα ή μοτοσυκλέτα χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομά του η κατάλληλη άδεια οδήγησης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο, τιμωρείται με φυλάκιση από ένα (1) μέχρι δώδεκα (12) μήνες και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο διατακτικό, κατά τη διάρκεια ελέγχου στο ... αυτοκίνητο από τον αστυφύλακα ..., που υπηρετούσε στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομετανάστευσης ..., και εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τον αμέσως πριν τον έλεγχο χρόνο, επέδειξε τη με αριθ. ... άδεια ικανότητας οδήγησης αυτοκινήτων, που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες Αλβανικές Αρχές, η οποία όμως ήταν εμφανώς πλαστή, αφού δεν έφερε το υδατογράφημα, που φέρουν οι γνήσιες άδειες, που εκδίδουν οι παραπάνω αρχές. Το δίπλωμα αυτό χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος για να οδηγεί αυτοκίνητα στην Ελλάδα και για την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου, κατά τον αμέσως πριν τον έλεγχο χρόνο, αν και γνώριζε την πλαστότητά του. Επομένως, πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για τις πράξεις της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού και οδήγησης αυτοκινήτου, χωρίς να είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας ικανότητας που του αποδίδονται". Από τις προαναφερόμενες παραδοχές και από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή περιέχει τα απαιτούμενα κατά την ανωτέρω μείζονα σκέψη στοιχεία για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2176 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και 94 παρ. 1, 3 και 5 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που κυρώθηκε με τον Νόμο 2696/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και που δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα. Ειδική αιτιολόγηση ή συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 409/16 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6751/5.10.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία πιστοποιητικού και παράβαση ΚΟΚ. Λόγος αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Κ.Ο.Κ., Πλαστογραφία πιστοποιητικού.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2046/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Καραθανάση, περί αναιρέσεως της 63230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 85/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Εξάλλου, με την παράγραφο 2 περ. β του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 όπως ισχύει, ορίζεται ότι στις παρακάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, στους διαχειριστές αυτών. Επίσης, κατά την παράγραφο 3 της αυτής ως άνω διατάξεως, ορίζονται τα ακόλουθα: για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, ότι "αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι όντας διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και έδρα την ..., κατά τα έτη 1993 έως 1996, που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη και για τα οποία είναι υπεύθυνος κατά νόμο αυτός, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης τους και λύσης του άνω νομικού προσώπου με πτώχευση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2524/1996 απόφασης του Πολ. Πρ. Αθηνών κατ' άρθρο 44 παρ. 1, περ. δ ν.3190/55 και που περατώθηκε με πτωχευτικό συμβιβασμό το έτος 1997, τον οποίο όμως δεν ψήφισε το Ελληνικό Δημόσιο (κατ' ομολογία του κατηγορουμένου) και συνεπώς δεν δεσμεύεται ως έχων γενικό προνόμιο κατ' άρθρα 601 και 610 ΕμπρΝ (βλ. σχετ. Ολ, ΑΠ 2/2000 ΔΕΕ 2000,414 και άρθρ 25 παρ.3 εδ. 1 ν. 1882/1990) όπως αποδεικνύεται από τον συνημμένο πίνακα χρεών, ενώ βεβαιώθηκαν σε βάρος του από τη Δ.Ο.Υ. Βύρωνος κατά το διάστημα από 23.1.2004 -26.1.2004 διάφορα χρέη (πρόστιμο Φ.Π.Α, Φ.Π.Α οριστική βεβαίωση, εισόδημα οριστική βεβαίωση, πρόστιμο Κ.Β.Σ οριστική βεβαίωση ποσών 1) 20.274,76 Ευρώ 2) 20477,19 Ευρώ , 3) 4.025,57 Ευρώ, 4) 60.824,28 Ευρώ 5) 61.431,55 ευρώ, και 6) 12.076,71 ευρώ, καταβλητέων σε 2 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης την 31.3,2004, 11) 918.110,56 Ευρώ, 12) 552.582,24 ευρώ" 13) 3.475,33 ευρώ 15) 224.060,17 Ευρώ, 16) 408.669,56 Ευρώ και 17) 53.254,90 Ευρώ, καταβλητέων σε έξι μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης 30.7.2004, 18) 1.824.620,07 Ευρώ, 19) 1.668.197,39 Ευρώ, 20) 24.669,06 Ευρώ, και 21) 22.999,18 Ευρώ καταβλητέων σε 2 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης την 31.3.2004, απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμών του περί παραγραφής και απαράδεκτοι ως εκπρόθεσμου της αίτησης ποινικής δίωξης (υποβληθείσας την 3.11.2004), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (βλ. σχετικώς ΑΠ 812/2005, Δίκαιο Επιχειρήσεων και εταιρειών 2006,116), καθυστέρησε από πρόθεση τη καταβολή τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Ωστόσο, πρέπει να του αναγνωριστούν και τα πρωτοδίκως αναγνωρισθέντα σ' αυτόν ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ (αρ. 470 ΚΠΔ)". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ.1γ, 2, 3 του Ν. 1882/1990 όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 Ν.2523/1997, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε(5) ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 98 του Π.Κ, και των άρθρων 25 παρ.1γ, 2,3, του Ν.1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες: α) κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη, ήτοι την περίοδο των ετών 1993 έως 1996, ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία " ... ΕΠΕ", καθώς και ο χρόνος που αυτά βεβαιώθηκαν, β) το ύψος της οφειλής και το ληξιπρόθεσμο των χρεών, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα χρεών, γ) ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των ληξιπρόθεσμων χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, και δ) η ευθύνη του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία υφίσταται ανεξάρτητα του χρόνου που αυτά βεβαιώθηκαν, ή από τη μεταγενέστερη με οποιοδήποτε τρόπο λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας, στην οποία αυτός είχε την ιδιότητα του διαχειριστή, αφού κρίσιμο για την προκειμένη περίπτωση γεγονός, είναι αυτό του χρόνου που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη και εκείνου του χρόνου που είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα α) ότι τυγχάνει απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του και β) ότι παραγράφηκε η σε βάρος του νομικού προσώπου απαίτηση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο, γιατί, όσον αφορά τον υπό στοιχείο (α) ισχυρισμό του, περί του απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, και ειδικότερα για το ότι αυτός (αναιρεσείων), δεν ευθύνεται για τα εταιρικά χρέη, από μόνο το γεγονός ότι είχε την εταιρική ιδιότητα, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, κρίσιμο γεγονός για την ύπαρξη της ποινικής του ευθύνης, είναι η ιδιότητά του ως διαχειριστή της ΕΠΕ, κατά το χρόνο που αυτά γεννήθηκαν, ανεξάρτητα όπως προαναφέρθηκε του χρόνου που αυτά βεβαιώθηκαν. Επίσης, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του ιδίου, κατά τον οποίο η ποινική δίωξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ.6 του Ν. 2238/1994, ασκήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα μετά πάροδο ενός (1) μηνός, αφού στην προκειμένη περίπτωση η προθεσμία του ενός μηνός, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, δεν τάσσεται επί ποινή απαραδέκτου, αλλά καθιδρύεται μόνο η υποχρέωση του διευθυντή της αρμόδιας Οικονομικής Αρχής, να υποβάλει τη σχετική μηνυτήρια αναφορά στον οικείο εισαγγελέα, μέσα σε ένα μήνα από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου πιο πάνω νόμου, (ν.2523/1997), ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.3 του ν.2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 63230/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1γ, 2, 3 του ν.1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 μέχρι 1-12-2004, σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών (8) μηνών. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 15-11-2007, πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του αδικήματος, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2004 έως 1-12-2004, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Πράγματι, ο σχετικός αυτός ισχυρισμός περί παραγραφής της αξιώσεως, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και από το διατακτικό αυτής τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι από της θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Οικονομικής Αρχής, την 24-10-2003, που είναι και η αφετηρία ενάρξεως του χρόνου της παραγραφής, μέχρι την επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κλητήριου θεσπίσματος, που έλαβε χώρα την 01 Μαρτίου 2006, σύμφωνα με το από 1-3-2006 αποδεικτικό επίδοσης του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, έχει ανασταλεί ο χρόνος της παραγραφής του συγκεκριμένου αδικήματος. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης δεν είχε παρέλθει πενταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.ΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-1-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 63230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2045/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λέκκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μάριο Δαλιάνη και Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 3326/2008 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 479/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364παρ. 1 και 369 Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Αντίθετα, η μη ανάγνωση και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφων, τα οποία υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας δεν ιδρύει τους από το άρθρο 510 παρ. 1Α' και Β' Κ.Π.Δ λόγους αναίρεσης για ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός εάν ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει την ανάγνωση των εγγράφων αυτών και το δικαστήριο παρέλειψε ή αρνήθηκε να τα αναγνώσει, οπότε υπάρχει έλλειψη ακρόασης. Περαιτέρω προκειμένου για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στη προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων και με τον αύξοντα αριθμό 51, αναφέρονται και φωτογραφίες από τον χώρο γύρω από το Νοσοκομείο "..." ... . Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (όπως εκτιμάται) από την μη λήψη υπόψη των ως άνω φωτογραφιών λόγω μη επισκοπήσεως τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η αναφορά αυτών ως αναγνωστέων έχει κατά τα' ανωτέρω εκτιθέμενα την έννοια της επισκόπησης αυτών. Σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι ζητήθηκε η επισκόπησή τους και το δικαστήριο αρνήθηκε να προβεί σ' αυτή. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 211α του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι με ποινή ακυρότητας (σχετικής) της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο μεταξύ των άλλων και όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό υπάλληλο προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωώτητας του κατηγορουμένου. Δεν είναι δε ανακριτική πράξη η ενεργούμενη από κάποιο αστυνομικό όργανο σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενεργεία του αυτή αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξης προς βεβαίωση της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από τα αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εμφάνιση στο ακροατήριο για εξέταση του κληθέντος μάρτυρα ως αβάσιμος και πριν από την έναρξη της εξέτασής του, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, υπέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι "εναντιώνεται στην εξέταση του μάρτυρα για το λόγο ότι έχει ασκήσει κατ' άρθ. 211 του ΚΠΔ στην υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα, καθόσον αυτός ενέργησε τη σύλληψη του κατηγορουμένου του". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό την αιτιολογία ότι η από το μάρτυρα ΑΑ υπογραφή της από 23-7-2005 έκδοση σύλληψης δεν αποτελεί ανακριτική πράξη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και αφού απέρριψε την ένσταση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, προχώρησε στην εξέταση στο ακροατήριο του πιο πάνω μάρτυρα, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 α' του ΚΠΔ, ούτε δημιουργήθηκε σχετική ακυρότητα από τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα με το συναφή λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ και αναφέρονται στην πιο πάνω ανύπαρκτη πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, επέρχεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα, από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά, προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση στο τέλος της σελίδας 99 και στην αρχή της 100 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται τα εξής: Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος ενώπιον της 13ης Ανακρίτριας Αθηνών, ρητώς ομολόγησε απόπειρα πώλησης των 650 γρ. ακατέργαστης κάνναβης στον ως άνω ΓΓ και την πώληση σε τρίτους ναρκωτικών, για λογαριασμό όμως ενός ΒΒ, (βλ. από. 26-7-05 απολογητικό του υπόμνημα) ήδη, απολογούμένος ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι δεν ισχύει η κατάθεση του στον Ανακριτή και ότι ούτε καν διάβασε το απολογητικό του υπόμνημα, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως θύμα του πάθους του για τα ναρκωτικά, το οποίο τον κατέστησε άβουλο όργανο του ΒΒ. Την καταδικαστική του όμως κρίση τόσον όσον αφορά την ως άνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας πώλησης όσο και της πώλησης σε τρίτους ναρκωτικών ουσιών δεν την στήριξε στα αναφερόμενα στο απολογητικό υπόμνημα του κατηγορούμενου, αλλά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα στην κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ΑΑ, ο οποίος και διενήργησε την σύλληψη του κατηγορούμενου και ο οποίος όπως προκύπτει από την επιτρεπτά επισκοπούμενη κατάθεση του κατέθετε ότι διαπίστωσε από την παρακολούθηση τον αναιρεσείοντα ότι είχε ολιγόλεπτες επαφές του σε απόμερα σημεία των περιοχών ... και προέκυψε ότι "Πριν από κάθε επαφή, πήγαινε στην οδό ... στην ... όπου έμπαινε με δικά του κλειδιά σε ισόγειο διαμέρισμα. Τον παρακολουθούσαμε 3-4 ημέρες ότι είχε συναντήσει άτομο κοντά στο ... της ..., αφού πρώτα είχε περάσει από το διαμέρισμα της οδού ... . Μια συνάντηση έκανε κάθε φορά. Βραδινές ώρες πήγαινε στο διαμέρισμα. Στην τελευταία συνάντηση στο ... της ... πλησίασε το αυτοκίνητο ένα άτομο. Σε έρευνά που έκανε στο αυτοκίνητο βρήκε συσκευασίες ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 650 γραμ. περίπου, 2 συσκευασίες κοκαΐνης συνολικού μικτού βάρους 25 γραμ., μια συσκευασία άγνωστης χημικής σύνθεσης και το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Στο άλλο άτομο που ακινητοποίησε, βρήκε πάνω του το ποσό των 650 ευρώ και είπε ότι σκόπευε μ' αυτά ν' αγοράσει 50 γραμμάρια κάνναβη".Εξάλλου, όπως προκύπτει από το προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο για την ως άνω καταδικαστική κρίση του, αναφέροντα ως αναγνωσθέντα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Στην απολογία του ο αναιρεσείων στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η οποία και είναι καταχωρημένη στα ενσωματωμένα στην πρωτόδικη απόφαση πρακτικά αναφέρει ότι δεν ισχύει η κατάθεσή μου στον ανακριτή, το απολογητικό μου υπόμνημα δεν το διάβασα γι' αυτό και άλλαξα δικηγόρο". Από τις φράσεις αυτές της απολογίας του προκύπτει ότι τόσο το περιεχόμενο της απολογίας του στον ανακριτή όσο και το περιεχόμενο του απολογητικού υπομνήματος του, στα οποία φέρεται να ομολογεί την απόπειρα πώλησης 650 γραμ. ακατέργαστης κάνναβης στον ως άνω ΓΓ και την πώληση σε τρίτους ναρκωτικών, για λογαριασμό ενός ΒΒ, αναγνώσθηκαν από την Προεδρεύουσα Εφέτη έστω και αν δεν έγινε για την ανάγνωση αυτών ειδική μνεία στα πρακτικά της δίκης αυτής, αφού δεν είχε λόγο ν' αναφερθεί σ' αυτά ο κατηγορούμενος στην απολογία του. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α συναφής λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο για την καταδικαστική του κρίση όσον αφορά την απόπειρα πώλησης ναρκωτικής ουσίας έλαβε υπόψη του το από 26-7-2005 απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου χωρίς τούτο να προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενα απόφαση πρακτικά ότι έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριο του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός των άλλων - να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν/δ 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα στοιχεία αυτά, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του (κατηγορουμένου) στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί αγοράζει, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη, κατά το άρθρο 4 πιν. Α' περ. 6, και πιν. Β' περ. 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου. Ως πώληση ή αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α)της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β)του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ)του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και δ)της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Επομένως για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται η ποσότητα ναρκωτικής ουσίας που πώλησε ο κατηγορούμενος ούτε το πρόσωπο από το οποίο την αγόρασε αλλ' ούτε και το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε και επιτεύχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα. Με το από 27/4/2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κλήθηκε να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 8/11/2006 προκειμένου να δικασθεί και για παράβαση του νόμου 1729/1987 περί ναρκωτικών. Κατά της εγκυρότητας του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος οι συνήγοροι του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος προέβαλαν ένσταση ακυρότητας αυτού, για τον λόγο ότι στην υπό στοιχείο Β' πράξη αυτού δεν περιγράφεται με σαφήνεια η πράξη και δεν μπορεί ο κατηγορούμενος να την αποκρούσει, η οποία ένσταση και απορρίφθηκε με την 1321/2006 μη οριστική απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την παρακάτω αιτιολογία "Επειδή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του στοιχ. Β' του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον 1ο κατηγορούμενο Χ η αξιόποινη πράξη της πώλησης, κατά συρροή ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, καθορίζεται με ακρίβεια και σαφήνεια η παραπάνω πράξη για την οποία κατηγορείται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, και συνεπώς το κλητήριο θέσπισμα, έχει, ως προς το προσβαλλόμενο σκέλος του, το απαιτούμενο από τις διατάξεις του άρθρου 321 ΚΠΔ κύρος". Την ίδια ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προέβαλαν οι συνήγοροι υπεράσπισης του αναιρεσείοντα στην έφεσή τους και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, την οποία και απέρριψε το Δικαστήριο αυτό με την επαρκή αιτιολογία ότι η ένσταση αυτή έχει ήδη απορριφθεί με οριστική διάταξη της 3170/2006 αναβλητικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Από την παραδεκτή δ' επισκόπηση του στην δικογραφία αντιτύπου του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι το Β' σκέλος αυτού διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Αρχές Ιουνίου 2005 μέχρι τις 22-7-05, με περισσότερες πράξεις του, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα με πρόθεση πώλησε σε τρίτους άγνωστες ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης, συνολικής αξίας που δεν εξακριβώθηκε, μέρος δε των εσόδων του από την παράνομη αυτή δραστηριότητα είναι και το ποσό των 9.850 ευρώ, το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του κατά την σύλληψή του". Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων α)το κλητήριο θέσπισμα περιείχε όλα τα απαιτούμενα προς προσδιορισμό της αξιόποινης πράξης της πώλησης ναρκωτικής ουσίας και β) αιτιολογημένα το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε την σχετική ένσταση και συνεπώς είναι απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α, Β και Δ, συναφείς λόγοι αναίρεσης, για σχετική ακυρότητα της προδικασίας που δεν καλύφθηκε και για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη νομίμως προβληθέντος ισχυρισμού. V. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ν. 1729/1978 ήδη άρθρο 27 ν. 3459/2006), "Το συμβούλιο πλημμελειοδικών μπορεί, με βούλευμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, να διατάσσει την αναστολή της ασκηθείσας ποινικής δίωξης κατά του υπαιτίου κάποιας από τις πράξεις του άρθρου 5 (ήδη 20 του ν. 3459/06), εφόσον: α) ο υπαίτιος πιθανολογείται ότι συντέλεσε με δική του πρωτοβουλία στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών ή στην ανακάλυψη και σύλληψη μεγαλεμπόρου ναρκωτικών, β)δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 6 και 8 (ήδη 21 και 23) του παρόντος νόμου και γ)η επικινδυνότητα του υπαίτιου και η βαρύτητα της πράξης του είναι καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων, στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων που αυτά τέλεσαν. Την παραπάνω αναστολή μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο ...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 Β' Π.Κ., "αν κάποιος από τους υπαίτιους των πράξεων της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας ή της συμμετοχής σε αυτές κατά τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 187 ή της συγκρότησης τρομοκρατικής οργάνωσης ή της συμμετοχής σε αυτήν κατά την παρ. 4 του άρθρου 187 Α καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή της συμμορίας ή της τρομοκρατικής οργάνωσης, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές. Αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, με αιτιολογημένη διάταξή του, απέχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης και υποβάλει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ ...". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία ν' αποφανθεί επί του αιτήματος αναστολής της δίκης τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 § 1 εδ. α' του Ν. 1729/1987, όσον και κατά τη διάταξη του άρθρου 187 Α εδ. α' ΠΚ όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις τους. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου της εκδίκασης της υποθέσεως για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εκ του λόγου ότι ο κατηγορούμενος με την από 14/12/2006 αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, είχε ήδη υποβάλει αίτημα αναστολής της κατ' αυτού ασκηθείσας ποινικής δίωξης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 § 1 εδ. α' του ν. 1729/1987, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 187 Α § 1 εδ. α' ΠΚ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους. Κατά συνέπεια το Εφετείο που απέρριψε την παραπάνω ένσταση με πληρότητα αιτιολογίας και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' συναφής περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το μήνα Ιούνιο 2005 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή (1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ.), τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α)πωλεί, αγοράζει, και β) κατέχει ναρκωτικά, ενώ κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (1729/1987), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο (Ιούνιο 2005), με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του, τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ..." και κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του νόμου (1729/1987), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο (Ιούνιο 2005) δράστης στο πρόσωπο του οποίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 (έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις) και είναι υπαίτιος τελέσεως των πράξεων (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5 παρ. 1, με την συνδρομή επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 8, τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη και χρηματική ποινή, πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, έως εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών ...". Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, "κατ" επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη". Και κατά το εδ. ζ' του ίδιου άρθρου του Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2479/1997, "ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του, προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 42 § 1 του ΠΚ, η οποία δίδοντας τον ορισμό της απόπειρας ορίζει "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξεις που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), σαφώς προκύπτει ότι δεν τίθεται κανένας περιορισμός των λόγων για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκε η αξιόποινη πράξη και αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης να βεβαιούται ότι αυτοί ήταν ανεξάρτητοι της βούλησης του δράστη. Περαιτέρω η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Δεν απαιτείται επίσης και ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτή συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη 3326/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας ... (Τμήμα Δίωξης ναρκωτικών) είχε περιέλθει η πληροφορία ότι ένα άτομο με το όνομα ... (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ Χ) διακινεί σημαντικές ποσότητες κοκαΐνης χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας Porsche. Τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση το εν λόγω άτομο και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, κάτοικο ...(οδός ... αρ. ...) που πλήρως αποδείχθηκε ότι από τις αρχές Ιουνίου του έτους 2005 μέχρι 22-7-2005 πώλησε κατ' επανάληψη σε τρίτους άγνωστες ποσότητες κοκαΐνης και κάνναβης αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, τουλάχιστον όμως αντί του ποσού των 9.850 ευρώ, που βρέθηκε στην κατοχή του. Πριν πραγματοποιήσει κάθε συναλλαγή περνούσε πρώτα από ένα ισόγειο διαμέρισμα στην ... επί της οδού ... αρ. ... και στην συνέχεια συναλλασσόταν με τρίτους. Στις 22-7-2005, περί ώρα 22.00, στη διασταύρωση των οδών ... και ..., όπου έφθασε, αφού πραγματοποίησε την ίδια διαδρομή (πέρασε δηλαδή από το άνω ισόγειο διαμέρισμα, στο οποίο πάντα έμπαινε με δικά του κλειδιά, όπως σαφώς κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας κατηγορίας), και διενεργώντας με το ίδιο, ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο καθ' οδόν διάφορους ελιγμούς, προκειμένου να αποφύγει τυχόν παρακολούθησή του από αστυνομικούς, έχοντας αποφασίσει να πωλήσει στον ΓΓ, μετά από μεταξύ τους σχετική συνεννόηση, 650 περ. γραμ. ακατέργαστη κάνναβη, αντί 830 ευρώ, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη συναλλαγή, επειδή ο ΓΓ προφανώς αντιληφθείς την παρουσία των αστυνομικών, απομακρύνθηκε. Εντός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αρ. κυκλ. ..., βρέθηκαν πέντε νάϋλον συσκευασίες περιέχουσες 130 γραμ. ακατέργαστη κάνναβη η κάθε μία και συνολικά 650 γρ., ποσότητα που αποπειράθηκε να πωλήσει στον ως άνω ΓΓ, όπως και κοκαΐνη, συνολικού βάρους 20,7 γραμ., τοποθετημένη σε δύο νάϋλον συσκευασίες των 10,4 και 10,3 γραμ. η κάθε μία. Εξάλλου, στο ίδιο αυτοκίνητο βρέθηκε και το ποσό των 9.850 ευρώ, προερχόμενο από την εμπορία ναρκωτικών ουσιών, καθώς και δύο συσκευές κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες τον διευκόλυναν στις σχετικές παράνομες συναλλαγές τους. Περαιτέρω, στο επί της οδού ... αρ. ... ισόγειο διαμέρισμα, στην ... το οποίο χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος ως χώρο φύλαξης των ναρκωτικών, βρέθηκαν οι εξής ποσότητες των άνω απαγορευμένων ουσιών: α) ακατέργαστη κάνναβη, συνολικού μικτού βάρους 3.585,5 γραμ., συσκευασμένη σε 10 νάϋλον σακούλες περιέχουσες, 1.100, 1050, 500, 380, 60, 120, 120, 120, 130 και 5,5 γραμ. η κάθε μία, β) κοκαΐνη, μικτού βάρους 336,8 γραμ., συσκευασμένη σε δύο νάϋλον συσκευασίες των 330 και 6,8 γραμ. η κάθε μία και γ) κατεργασμένη κάνναβη (σοκολάτα), μικτού βάρους 106,2 γραμ. συσκευασμένη σε τρεις νάϋλον συσκευασίες των 81, 17,5 και 7,7 γραμ. η κάθε μία. Επίσης στον ίδιο χώρο βρέθηκαν τέσσερις ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας, κατάλληλες για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών. Σε έρευνα που έγινε την επόμενη ημέρα της σύλληψής του, ήτοι στις 23-7-05, στην κατοικία του, επί της οδού ... αρ. ... στην ..., βρέθηκαν επίσης δύο αυτοσχέδιες χάρτινες συσκευασίες με ακατέργαστη κάνναβη μικτού βάρους 13,4 και 7,8 γραμ. η καθεμία, όπως και ένα πιστόλι, μάρκας Glock, τρεις γεμιστήρες με 15, 14 και 17 φυσίγγια αντίστοιχα. Εξάλλου, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το ίδιο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αγόρασε άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών του άνω είδους, αντί αγνώστου τιμήματος, τουλάχιστον όμως τις άνω ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή του, με σκοπό βεβαίως την εμπορία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, ενώ, απολογούμενος ενώπιον της 13ης Ανακρίτριας Αθηνών, ρητώς ομολόγησε την άνω απόπειρα πώλησης των 650 γρ. ακατέργαστης κάνναβης στον ως άνω ΓΓ και την πώληση σε τρίτους ναρκωτικών, για λογαριασμό όμως ενός ΒΒ, (βλ. από 26-7-05 απολογητικό του υπόμνημα) ήδη, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι δεν ισχύει η κατάθεσή του στον Ανακριτή και ότι ούτε καν διάβασε το απολογητικό του υπόμνημα, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως θύμα του πάθους του για τα ναρκωτικά, το οποίο τον κατέστησε άβουλο όργανο του ΒΒ. Ωστόσο ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος κατά το χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορούσε να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Ο ιατροδικαστής ... που διενήργησε σχετικώς ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη μετά από σχετική εντολή της πιο πάνω ανακρίτριας Αθηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, "από την αξιολόγηση των ευρημάτων της εξέτασης και την εκτίμηση των περιγραφομένων εμπειριών, προκύπτει ότι ο Χ δεν ανήκει στο χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων, επειδή δεν πληροί τουλάχιστον τρία των κριτηρίων του νόμου, κινούμενος πιθανόν στο χώρο της κοκαΐνης και του χασίς σποραδικά και όχι σε επίπεδο εξάρτησης με τα υφιστάμενα στοιχεία" (βλ. από 17-10-2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης). Μάλιστα σύμφωνα με το περιεχόμενο της άνω έκθεσης, αναφέρεται ότι ακόμη και η χρήση κοκαΐνης και χασίς για ηδονιστικούς σκοπούς, χωρίς να αποκλείεται, δεν μπορεί πάντως και να τεκμηριωθεί. Η από 6-8-2008 αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω ιατροδικαστού ... (καθώς και η σημερινή κατάθεσή του στο ακροατήριο), που αναφέρει ότι, κατόπιν επανελέγχου των εγγράφων στοιχείων (μεταξύ αυτών και του ωτορινολαρυγγολόγου, που δεν είχε λάβει γνώση κατά τη πρώτη εξέταση του κατηγορουμένου) αλλάζει γνώμη και θεωρεί ότι ο Χ ανήκει στο χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά, δεν κρίνονται, κατά τη πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, πειστικές (σε αντίθεση με την μειοψηφούσα γνώμη των εκ των μελών της συνθέσεως Τζαβάρα Μαρίας και Ορφανού Ευαγγελίας, που κρίνουν ότι έπρεπε να κριθεί ο κατηγορούμενος, ως τοξικομανής). Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από την από 4-8-2006 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του συνταξιούχου καθηγητή ιατροδικαστικής και τοξικολογίας ..., που εξέτασε τον κατηγορούμενο, πολύ αργότερα, ήτοι στις 31-7-2006, μετά από εντολή των γονέων του και κυρίως με βάση "το ιστορικό του", όπως κατέθεσε εξεταζόμενος και ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, και καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο εξαρτημένο από τα ναρκωτικά. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αντικρουσθεί η πλέον πρόσφατη στον επίδικο χρόνο και πλήρως τεκμηριωμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ... από α) την από 23-11-05 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου ..., που κατέθεσε ότι, "μπορεί να πει ότι είναι χρήστης και συμπερασματικά πρέπει να ήταν εξαρτημένος" και β) τις από 25-7-05 γνωμάτευση του ..., ψυχολόγου, από 26-10-05 και 25-7-05 βεβαιώσεις του ..., ψυχολόγου, από 9-11-05 βεβαίωση του θεραπευτικού προγράμματος παρέμβαση και από 2-11-05 ιατρική βεβαίωση του ..., ψυχιάτρου του ψυχιατρείου κρατουμένων ... . Από το περιεχόμενο των άνω εγγράφων, αλλά και του συνόλου των λοιπών τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, όχι μόνο βεβαιότητα αλλά ούτε καν πιθανολόγηση απόκτησης της έξης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών εκ μέρους του κατηγορούμενου, μη δυναμένου να την αποβάλλει αυτοβούλως, μπορεί να συναχθεί, απορριπτόμενων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει. Από τα ίδια εξάλλου αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας (τα οποία λήφθηκαν στο σύνολό τους υπόψη, έστω και αν δεν κατονομάζονται ρητώς), πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, χωρίς να είναι εξαρτημένο άτομο, τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις εμπορίας ναρκωτικών, όπως εξειδικεύονται στο διατακτικό, αυτοβούλως για ίδιο όφελος και λογαριασμό και όχι αναγκαζόμενος από τον "ΒΒ", όπως ο ίδιος υποστηρίζει εμφανίζοντας τον εαυτό του ως δήθεν θύμα του. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το επί της οδού ... αρ. ... ισόγειο διαμέρισμα ήταν μισθωμένο στον ΒΒ, αυτό δεν αναιρεί την κατοχή από τον κατηγορούμενο των προπεριγραφεισών ποσοτήτων των ναρκωτικών ουσιών, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο ίδιος είχε τη φυσική τους εξουσία, τη δυνατότητα διαπίστωσης ανά πάσα στιγμή της ύπαρξής τους και της διάθεσής τους, κατά βούληση. Να σημειωθεί ότι κατασχέθηκαν και τα κλειδιά που ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε για να εισέρχεται σ' αυτό, ενώ ουδέποτε έγινε αντιληπτή η παρουσία άλλου προσώπου εντός του άνω διαμερίσματος. Εξάλλου, τις άνω πράξεις του ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα. Ειδικότερα, από την σχετικά μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε, την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με τη διατήρηση ιδιαίτερου χώρου για τη φύλαξη των ναρκωτικών, την κατοχή όπλου και τεσσάρων ζυγαριών ακριβείας, αποδεικνύεται ότι τις πιο πάνω παράνομες πράξεις δεν τις τέλεσε ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου και με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (όπως άλλωστε είχε τελέσει και κατ' επανάληψη) κατά τρόπο που να εξασφαλίζει απ' αυτές εισόδημα. Περαιτέρω, η διακίνηση της άνω μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών σε νέους κυρίως ανθρώπους ("παρέα" του κατηγορούμενου - ηλικίας 23 ετών - όπως ο ίδιος, ομολόγησε στο απολογητικό του υπόμνημα), φανερώνουν ιδιαίτερα επικίνδυνη προσωπικότητα, εφόσον διέπραττε τις άνω πράξεις, χωρίς να σταθμίζει την τεράστια ζημία που θα προκαλούσε στους τρίτους, κατά τρόπο που δείχνει ότι είναι άτομο αδίστακτο και έχει ροπή στη διάπραξη εγκλημάτων. Είναι γεγονός εξάλλου ότι ο κατηγορούμενος, όντας προσωρινά κρατούμενος, προκειμένου να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων του άρθρου 24 του νόμου περί ναρκωτικών, όπως ήδη ισχύει, συνετέλεσε, με πληροφορίες που παρείχε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στις 6-4-2006 και 8-6-2006, με δική του πρωτοβουλία, στην ανακάλυψη και εξάρθρωση οργανωμένης συμμορίας εισαγωγής και διακίνησης, ναρκωτικών, στα πλαίσια της οποίας συνελήφθησαν στις 29-30/7/2006 τρία μέλη αυτής, ενώ κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων 100 κιλά και 253 γραμ. κάνναβης υδροπονικής καλλιέργειας (ΣΚΑΝΚ), ένα φορτηγό ψυγείο διεθνών μεταφορών, 36.610 ευρώ και βιβλιάρια καταθέσεων, με κίνηση σημαντικών χρηματικών ποσών (βλ. και από 3-8-2006 απόρρητο έγγραφο της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών ... προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, το οποίο και αναγνώσθηκε). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, αγοράς πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση, απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή και παράνομης οπλοκατοχής και αναγνωρίζοντας σ' αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 ε επέβαλλε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ για τις παραβάσεις περί ναρκωτικών νομοθεσίας και φυλάκισης επτά (7) μηνών για παράνομη οπλοφορία. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 136 παρ. 14, 26 παρ. 1α, 27, παρ. 1, 42, 51, 52, 53, 57 83, 84 § 2δ και ε, 94 παρ. 1 Π.Κ., άρθρ.4 παρ. 3 ΠΙΝ Α-6 Β-3, 5 παρ. 1 παρ 1β-ξ όπως αντικ. με άρθρο 10 ν. 261/93 και 8 όπως αντικ. με άρθρ. 2, παρ. 15β Ν. 2479/97 και 5 παρ. 1 Ν.3189/03, Ν.1729/87 και 1 παρ. 1 α-δ και 7 παρ. 1-89 ν.2168/93, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική, διάταξη τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα δε με τις παραπάνω παραδοχές πληρούνται τα αξιούμενα από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της αιτιολογίας στοιχεία τόσο κατ' επάγγελμα τέλεσης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, όσο και της επικινδυνότητας του κατηγορουμένου. Το Εφετείο δε δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει τους λοιπούς ισχυρισμούς που προέβαλε στο ακροατήριό του, ότι υπήρξε θύμα μιάς στημένης σκευωρίας ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, δεν είχε σχέση με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο διαμέρισμά του ΒΒ, δεν είναι επικίνδυνος διότι διέθετε εργασία, ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κρήτης, και ήταν αρίστη η διαγωγή του πριν από τη σύλληψη του, αφού ως ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αυτοτελείς αλλά είτε αρνητικοί της κατηγορίας, είτε απλά επιχειρήματα. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό που πρόβαλε στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου ο κατηγορούμενος με τον συνήγορό του ότι το ποσό των 9.859 €, που βρέθηκε επ' αυτού αποτελούσε το ποσό για την κάλυψη μέρους της δαπάνης για αναβάθμιση του αυτοκινήτου Porsche που του το είχε παραδώσει ο ιδιοκτήτης του, αφού αυτό αποτελούσε επιχείρημα που αποκλείει ότι το ως άνω ποσό προερχόταν από την πώληση των ναρκωτικών ουσιών που του αποδίδεται ότι πώλησε. Δεν υπάρχει καμμία αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού και του διατακτικού όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απόπειρας πώλησης της ποσότητας ναρκωτικής ουσίας (ακατέργαστης κάνναβης) οι οποίες (παραδοχές) να διαφοροποιούν στοιχεία της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης εκ του λόγου ότι στο μεν σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος έχοντας αποφασίσει να πωλήσει στον ΓΓ μετά από σχετική μεταξύ του συνεννόηση ακατέργαστη κάνναβη αντί 830 € δεν κατορθώθηκε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή επειδή ο ΓΓ αντελήφθη προφανώς την παρουσία των αστυνομικών και απομακρύνθηκε, στο δε διατακτικό το οποίο αποτελεί πιστή αντιγραφή του κατηγορητηρίου, ότι "ενώ είχε συμφωνήσει με τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό του ΓΓ να του πωλήσει ακατέργαστη κάνναβη αντί 830 ευρώ, και τον συνάντησε για τον λόγο αυτό, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή όχι από δική του θέληση, αλλά επειδή συνελήφθη από τα αστυνομικά όργανα". Και τούτο διότι ανεξάρτητα του ότι η παρατηρούμενη διαφοροποίηση του λόγου για τον οποίο δεν επιτεύχθηκε το αποτέλεσμα, οφείλεται σε από προφανή αβλεψία αντιγραφή του κατηγορητηρίου για την ύπαρξη της απόπειρας κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτίθενται είναι αδιάφορο για ποιο λόγο δεν πραγματώθηκε από την εγκληματική δράση του υπαιτίου το αποτέλεσμα, αφού από τη διάταξη του άρθρου 42 ΠΚ δεν τίθεται κανένας περιορισμός των λόγων για τους οποίους δεν τελέσθηκε η πράξη, αρκεί να βεβαιούται ότι αυτοί είναι ανεξάρτητοι από τη βούλησή του, στοιχείο το οποίο διαλαμβάνεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι της αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Εφετείου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Όσον όμως αφορά την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού ότι κατά τον χρόνο τέλεσης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της παραβιάσεως των περί ναρκωτικών διατάξεων, ήταν ο αναιρεσίβλητος εξηρτημένο από τις ναρκωτικές ουσίες άτομο, η αιτιολογία της πλειοψηφούσας γνώμης του Εφετείου δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και τούτο διότι κατά τις ανωτέρω παραδοχές για να στηρίξει την απορριπτική του ισχυρισμού αυτού κρίση της η πλειοψηφία του Εφετείου φέρεται να αποδέχεται ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια αποκλειστικά το διαλαμβανόμενο στην από 17-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διορισθείς από την ανακρίτρια πραγματογνώμων ... "ότι από την αξιολόγηση των ευρημάτων της εξέτασης και την εκτίμηση των περιγραφομένων εμπειριών, προκύπτει ότι ο Χ (αναιρεσείων) δεν ανήκει στο χώρο των εξηρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων, επειδή δεν πληροί τουλάχιστον τρία των κριτηρίων του νόμου, κινούμενος πιθανόν στο χώρο της κοκαΐνης και του χασίς σποραδικά και όχι σε επίπεδο εξάρτησης με τα υφιστάμενα στοιχεία", κρίνοντας ως μη πειστικές τόσο την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 6-8-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω διορισθέντα πραγματογνώμονα όσο και την ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο τούτου. Και τούτο καθόσον, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν είναι πειστικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αφού δεν αντικρούει και δεν αιτιολογεί την σχηματισθείσα πεποίθησή της με επιχειρήματα που ν' ανατρέπουν την κατάθεση του ανωτέρω διορισθέντος πραγματογνώμονα και την αναγνωσθείσα νεώτερη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, το περιεχόμενο αυτού ούτε καν αναφέρεται, αν και ήταν αναγνωστέο έγγραφο, ενώ δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστικό επιχείρημα της πλειοψηφούσας γνώμης το αναφερόμενο με την ίδια ακριβώς φρασεολογία με το επιχείρημα της πρωτόδικης απόφασης, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "δεν μπορεί ν' αποκρουσθεί η πλέον πρόσφατη στο επίδικο χρόνο και πλήρως τεκμηριωμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης από τις αναφερόμενες γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμοσύνης και άλλα έγγραφα", αφού τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία, όπως αναφέρει ο ως άνω διορισθείς από την ανακρίτρια πραγματογνώμων στην αναγνωρισθείσα ως άνω μεταγενέστερη έγγραφη γνωμοδότησή του, επιτρεπτά επισκοπούμενη προς έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, επιβεβαιώνει δε με την ένορκη κατάθεσή του, δεν είχε λάβει υπ' όψη του όταν συνέτασσε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του. VII. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27 § 1 και 4 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά προκύπτει ότι για την εφαρμογή των ευεργετικών για τον κατηγορούμενο διατάξεων απαιτείται η σωρευτική αποδοχή των όρων του άρθρου 27, μεταξύ των οποίων να μην συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21 και 23 του νόμου περί ναρκωτικών. Η παραπάνω αρνητική προϋπόθεση ισχύει και στις περιπτώσεις κατηγορουμένων που παραπέμπονται ή καταδικάζονται με την ιδιότητα του εξαρτημένου χρήστη ναρκωτικών ουσιών. Κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων οκτακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάκοντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21, και 22 αν μεταξύ άλλων περιπτώσεων ενεργεί κατ' επάγγελμα και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 4 § 3 και 4 της απόφασης 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρώπης της 25ης Οκτωβρίου 2004, "για τη θέσπιση ελαχίστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών", η οποία δεσμεύει τα κράτη μέλη και ως προς το επιδιωκώμενο αποτέλεσμα και υπερισχύει της εθνικής νομοθεσίας. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 να επισύρουν μέγιστη, και όχι λιγότερο, στερητική της ελευθερίας ποινή δέκα ετών όταν το έγκλημα διαπράττεται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στην κοινή δράστη 98/733/ΔΕΥ, της 21ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με το αξιόποινο της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) να επισύρουν μέγιστη, και όχι λιγότερο, στερητική της ελευθερίας ποινή μεταξύ πέντε έως δέκα ετών όταν διαπράττονται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στην κοινή δράση 98/733/ΔΕΥ, και οι πρόδρομες ουσίες υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθούν κατά την (ή, για την) παραγωγή ναρκωτικών υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) ή β). Κατά δε το άρθρο 5 της ίδιας απόφασης "παρά το άρθρο 4, κάθε κράτος μέλος μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ποινές που αναφέρει το άρθρο 4 να είναι δυνατόν να μειώνονται όταν ο δράστης του εγκλήματος: α)θέτει τέρμα στις εγκληματικές δραστηριότητές του στον τομέα της διακίνησης ναρκωτικών και πρόδρομων ουσιών και β)παρέχει στις διοικητικές ή δικαστικές αρχές πληροφορίες, τις οποίες δεν θα μπορούσαν άλλως να αποκτήσουν και οι οποίες βοηθούν τις εν λόγω αρχές: Περαιτέρω με το άρθρο 10 Α του Ν. 3727/2008 ΕΝΑΡΜΟΝIΣΗ Της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟ 2004/757/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ (Ν. 3459/2006 ΦΕΚ 103 Α'), το οποίο τέθηκε σε ισχύ κατά την 18/12/2008 (ΦΕΚ 257-18/12/2008) και ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (22-12-2008), προστέθηκε άρθρο 23 Α στον Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, η παράγραφος 2 του οποίου ορίζει "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται ο δράστης πράξεως από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 20 όταν αυτό τελέσθηκε στο πλαίσιο δραστηριότητας εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 187 και 187Α Π.Κ. Κατά δε το άρθρο 11 του ιδίου Νόμου Η' περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντικαθίσταται ως εξής: "β) δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21, 23 και 23Α του παρόντος". Περαιτέρω κατά το άρθρο 187Α του Π.Κ με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, ενώ κατά το άρθρο 187Α § 1 και 2 ιδίου κώδικα, όπως οι παράγραφοι αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 40 παρ. 2 Ν. 3251/2004 (ΦΕΚ Α 127/9-7-2004). 1.- Αν κάποιος από τους υπαιτίους των πράξεων της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας ή της συμμετοχής σε αυτές κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 187 ή της συγκρότησης τρομοκρατικής οργάνωσης ή της συμμετοχής σε αυτήν κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 187Α καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή της συμμορίας ή της τρομοκρατικής οργάνωσης, απαλλάσσεται από την ποινή για τις πράξεις αυτές. Αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με αιτιολογημένη διάταξη του απέχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης και υποβάλλει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2.- Αν στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ο υπαίτιος έχει τελέσει κάποιο από τα επιδιωκόμενα εγκλήματα των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 187 ή έχει τελέσει κάποιο από τα εγκλήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 187 Α, το δικαστήριο επιβάλλει σε αυτόν ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις και ιδίως την επικινδυνότητα της εγκληματικής οργάνωσης, της συμμορίας ή της τρομοκρατικής οργάνωσης την έκταση της συμμετοχής του υπαιτίου σε αυτήν και το βαθμό της συμβολής του στην εξάρθρωσή της, μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για τρία έως δέκα έτη, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρων 99 έως 104. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια: 1ον ότι με τον Ν. 3727/2008 εναρμονίσθηκε πλήρως η εθνική νομοθεσία προς την ως άνω απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2ον ότι οι διατάξεις τις τελευταίας αφήνουν στα Κράτη μέλη την ευχέρεια καθορισμού ελαφρυντικών σε περίπτωση που ο δράστης μεν θέτει τέρμα στις εγκληματικές δραστηριότητές του, το δε παρέχει στις διοικητικές ή δικαστικές αρχές πληροφορίες τις οποίες δεν θα μπορούσαν άλλως ν' αποκτήσουν και οι οποίες βοηθούν τις εν λόγω αρχές, χωρίς να υποχρεώνει τα Κράτη μέλη σε μείωση της ποινής όταν συντρέξουν οι παραπάνω δύο προϋποθέσεις. 3ον κατά την εναρμόνιση με τον προμνησθέντα νόμο 3727/2008 της ως άνω απόφασης ου Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Εθνικός νομοθέτης δεν θέλησε ν' αποστεί από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ, το οποίο σαφώς ορίζει ότι τα μέτρα επιείκειας εφαρμόζονται μόνο σε εκείνο που συμμετείχε σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών και όχι σ' εκείνο που δεν συμμετέσχε σ' αυτήν αλλ' απλώς είχε καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάπραξης εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Κατά το γράμμα της διάταξης του άρθρου 187Α ΠΚ, "διάπραξης ενός από τα σχεδιασμένα εγκλήματα της οργάνωσης και εξάρθρωσης αυτής" αλλά και από το όλο πνεύμα αυτής σαφώς συνάγεται ότι σκοπός της θέσπισης της ήταν η πρόληψη τέλεσης σοβαρών εγκλημάτων από εγκληματικές οργανώσεις και η εξάρθρωση αυτών, προς επίτευξη του οποίου και θεσπίσθηκαν τα παραπάνω μέτρα επιεικείας, ώστε να παρέχονται στα μέλη αυτής κίνητρα για να συνεργασθούν με τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. 4ον Αν ο νομοθέτης του Ν. 3727/2008 είχε διαφορετικό σκοπό εν όψει της υποστηριχθείσας από μέρος της θεωρίας άποψης πριν από την ισχύ του ως άνω Ν. 3727/2008, ότι το άρθρο 187Α του ΠΚ θα μπορούσε αναλογικά να εφαρμοσθεί και σε πρόσωπα που δεν μετείχαν στην οργάνωση, που επιδιώκει την διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, είτε θα τροποποιούσε τη διάταξη του άρθρου 187Α, είτε θα προσέθετε ανάλογη διάταξη στο άρθρο 27 του κώδικα περί Ναρκωτικών, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος υπέβαλαν αίτημα αναστολής της ποινικής δίωξης, άλλως επιβολής μειωμένης ποινής υποστηρίζοντας ότι, με δεδομένο τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έπρεπε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 187Β' του ΠΚ. Το αίτημα αυτό για εφαρμογή της παραπάνω διάταξης απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση με την παρακάτω αιτιολογία. Το αίτημα του κατηγορουμένου να ανασταλεί η ποινική του δίωξη, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 του νόμου περί ναρκωτικών, είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο, αφού αυτή, κατά τα ήδη προαναφερόμενα, προϋποθέτει μεταξύ άλλων, να μη συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, προϋπόθεση που στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει. Κι αυτό γιατί, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις άνω πράξεις κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Ούτε μπορεί να εφαρμοσθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 187Β του ΚΠΔ και αυτό γιατί α) αποκλείεται από την υφισταμένη ειδικότερη διάταξη του άρθρου 23 του νόμου περί ναρκωτικών και β) προϋποθέτει τη συμμετοχή αυτού που συνέβαλε στην εξάρθρωση της συμμορίας σ' αυτή, όπως ρητώς αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη (πρβλ. ΑΠ 626/06) κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, που ο κατηγορούμενος ρητώς αρνείται την εμπλοκή του στις πράξεις της συμμορίας, στην εξάρθρωση της οποίας συνέβαλε. Η μόνη εξάλλου περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της άνω διάταξης, που ο νομοθέτης έκρινε ότι η αρχή της νομιμότητας που διέπει την ποινική δίωξη πρέπει να υποχωρήσει χάριν του δημοσίου συμφέροντος της αποτελεσματικής αντιμετώπισης μορφών του οργανωμένου εγκλήματος, όταν αυτές αποκαλύπτονται από πρόσωπα που δεν ενέχονται σ' αυτές, είναι όταν τα εν λόγω πρόσωπα βαρύνονται με τις σχετικά επουσιώδεις πράξεις της παράβασης του νόμου περί αλλοδαπών ή περί προσώπων που εκδίδονται με αμοιβή (βλ. άρθρο 3 της διάταξης του άρθρου 187 Π.Κ και σχόλιο Μιχ. Μαργαρίτη στον Ποινικό του Κώδικα, κάτω από το άνω άρθρο, σελ. 456). Συνακόλουθα εν όψει των παραπάνω ειδικότερων παραδοχών της τέλεσης δηλαδή των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τον αναιρεσείοντα ως ιδιαίτερα επικίνδυνο δεν ήταν δυνατό το Πενταμελές Εφετείο να ικανοποιήσει το αίτημα του (αναιρεσείοντα) για αναστολή της ασκηθείσας κατ' αυτού ποινικής δίωξης, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, αφού προϋπόθεση για την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού, το οποίο και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας είναι να μην συντρέχουν στο πρόσωπο του δράστου, οι παραπάνω αρνητικές προϋποθέσεις. Συνεπώς το Πενταμελές Εφετείο, το οποίο απέρριψε τα παραπάνω αιτήματα του κατηγορουμένου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνησθείσες διατάξεις και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' κατ' εκτίμηση συναφής λόγος αναίρεσης. VIII. Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' συναφής λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας από το Δικαστήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τούτο διέταξε την ισόβια απέλαση του κατηγορουμένου, χωρίς να έχει την ιδιότητα του αλλοδαπού. Και τούτο διότι τέτοια διάταξη περί απελάσεως αυτού δεν υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης ενώ η στο σκεπτικό υπάρχουσα σχετική σκέψη έχει τεθεί από προφανή παραδρομή. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου απορριπτική της διάταξης, ως και κατά την περί επιβληθείσας ποινής διάταξή της και παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και απορριφθούν κατά τα λοιπά όλοι οι άλλοι λόγοι αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3326/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την διάταξη με την οποία απορρίπτεται ο αυτοτελής ισχυρισμός περί εξαρτήσεως του αναιρεσείοντος από ναρκωτικές ουσίες ως και ως προς την περί επιβληθείσας ποινής διάταξή της. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 17 Μαρτίου 2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ι. Η αναφορά στα αναγνωστέα έγγραφα των φωτογραφιών έχει την πρόδηλη έννοια ότι αυτές επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως τους από τον διευθύνοντα. ΙΙ. Δεν δημιουργείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας εκ του λόγου ότι επετράπη η εξέταση μάρτυρα, ο οποίος είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο, διότι η σύλληψη δεν αποτελεί ανακριτική πράξη. ΙΙΙ. Δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο όταν τα προκύπτοντα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο περιστατικά, προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από άλλα αποδεικτικά μέσα. IV. Κλητήριο θέσπισμα. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη των απαιτουμένων προς προσδιορισμό της αξιόποινης πράξης της πώλησης ναρκωτικής ουσίας. V. Δικαιοδοσία. Το δικαστήριο της ουσίας έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του αιτήματος αναβολής της δίκης τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 § 1α του Ν. 1729/1987, όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 187 εδ. α ΠΚ. VI. Απόπειρα πώλησης ναρκωτικής ουσίας. Είναι αδιάφορο για ποιο λόγο δεν πραγματώθηκε από την εγκληματική δράση του υπαιτίου το αποτέλεσμα. VII. Δεν αντίκειται στο άρθρο 4 §§ 3 και 4 της 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρώπης της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελαχίστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, η διάταξη του άρθρου 187 Α του ΠΚ. VIII. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη για απόρριψη του περί τοξικομανίας ισχυρισμού.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2042/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καμπέρη, περί αναιρέσεως της 3146/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1109/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. γ του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή όπως προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση ή εκβίαση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, αλλά περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3146/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες συκοφαντικής δυσφημήσεως και απόπειρας εκβιάσεως σε βάρος του Ψ, πράξεις που τέλεσαν με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι 1) για συκοφαντική δυσφήμηση του Ψ, την οποία τέλεσαν με όσα, εν γνώσει τους, ψευδή ισχυρίσθηκαν γι' αυτόν στην από 8.8.2002 αίτηση πτωχεύσεως που κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και 2) για απόπειρα εκβίασης του ιδίου, που συνίσταται στο ότι επιχείρησαν να τον εξαναγκάσουν να τους καταβάλει ποσό 7.000 €, που γνώριζαν ότι δεν τους όφειλε, χρησιμοποιώντας ως απειλή την επίδοση προς αυτόν αιτήσεως πτωχεύσεώς του. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά λέξη, ήτοι: "Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτουν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ και ο Φ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν έμποροι, με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ειδών πληροφορικής, διατηρώντας καταστήματα ο πρώτος επί της οδού ... και ο δεύτερος επί της οδού ... (γειτονικά), είχαν δε μεταξύ τους εμπορική συνεργασία. Η εταιρία των κατηγορουμένων (νομίμων εκπροσώπων αυτής) με την επωνυμία "Τ. ΜΡ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΑΕ" ήταν επίσης έμπορος, ασχολουμένη με την εμπορία ειδών πληροφορικής και συνεργαζόταν με τον Φ, στον οποίο με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως πώλησε και παρέδωσε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα εμπορεύματα σχετικά με την εμπορία του. Λόγω υπολοίπου οφειλής του Φ, ύψους 7.000 ευρώ περίπου, προς την ως άνω εταιρία των κατηγορουμένων, οι τελευταίοι άσκησαν εναντίον του Φ, αλλά και εναντίον του εγκαλούντος Ψ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπ` αριθ. καταθέσεως 1854/8.8.2002 αίτηση πτωχεύσεως, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι ο Φ (οφειλέτης - πελάτης τους) μεταβίβασε ολόκληρο το ενεργητικό της προσωπικής του εταιρίας στον εγκαλούντα Ψ, ο οποίος συνέστησε την ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "..." προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά των εμπορικών δραστηριοτήτων του Φ και με μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της πληρωμής όλων των οφειλών αυτού (Φ) προς τους δανειστές του και την εταιρία τους και ότι αυτοί έπαυσαν να πληρώνουν τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά τους χρέη, ζήτησαν να κηρυχθούν αυτοί σε κατάσταση πτωχεύσεως. Όμως, τα παραπάνω περιστατικά που διαλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση πτωχεύσεως της εταιρίας των κατηγορουμένων, σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, ήταν ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, αλλά και την πίστη και την επαγγελματική - επιχειρησιακή φήμη αυτού, τελούσαν δε εν γνώσει της αναληθείας αυτών οι κατηγορούμενοι, αφού γνώριζαν οι τελευταίοι ότι από καμιά αιτία δεν τους όφειλε ο εγκαλών οποιοδήποτε ποσό, δεν είχε παύσει τις πληρωμές του και σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί (αγορά του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του Φ) προς συγκάλυψη του Φ, προς ματαίωση της ικανοποίησης της αξιώσεως της εταιρίας τους κατά του Φ. Τα παραπάνω δε ψευδή περιστατικά, τα οποία περιήλθαν σε γνώση του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, του Γραμματέα που παρέλαβε την αίτηση πτωχεύσεως και των δικηγόρων που επελήφθησαν της όλης υπόθεσης, έβλαψαν τον εγκαλούντα και την περιουσία αυτού (καταχωρήθηκε αυτός στο βιβλίο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως οφειλέτης, κ.λπ.). Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα ύψους 7.000 ευρώ, επιχείρησαν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα Ψ να τους καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, χρησιμοποιώντας ως αποτελεσματική απειλή την επίδοση προς αυτόν της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως, η οποία (ενέργειά τους αυτή) ενέχει συναγόμενη απειλή εμμονής στη δικαστική διαδικασία της πτώχευσης, προς εξαναγκασμό του εγκαλούντος στην καταβολή του ως άνω μη οφειλομένου απ` αυτόν ποσού των 7.000 ευρώ, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους και συγκεκριμένα γιατί ο εγκαλών δεν ενέδωσε στην απειλή τους και άφησε να εκδικασθεί η αίτησή τους, η οποία τελικά απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 1126/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δεν τους κατέβαλε το ως άνω ποσό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απόπειρας εκβιάσεως, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - χωρίς όρκο του πολιτικώς ενάγοντος και ένορκη του ετέρου -, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία του κατηγορουμένου - 2ου αναιρεσείοντος που είχε παραστεί, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξεταστεί), από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) Ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση, παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό για τον εγκαλούντα γεγονός που περιλαμβάνεται στην υπ` αριθ. καταθ. 1854/8.8.2002 αίτηση πτωχεύσεως, που άσκησαν οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως ήταν, ως προς τον εγκαλούντα, ψευδές. Περαιτέρω, η γνώση των αναιρεσειόντων ως προς το ψευδές του ισχυρισμού τους ότι ο οφειλέτης τους Φ μεταβίβασε ολόκληρο το ενεργητικό της προσωπικής του εταιρίας στον εγκαλούντα, ο οποίος συνέστησε ατομική επιχείρηση προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά των εμπορικών δραστηριοτήτων του Φ και μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της πληρωμής όλων των χρεών του τελευταίου προς τους δανειστές του και την εταιρία τους και ότι ο εγκαλών έπαυσε να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά του χρέη αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσωπική αντίληψη ότι από καμιά αιτία δεν τους όφειλε ο εγκαλών οποιοδήποτε ποσό, ότι δεν είχε παύσει τις πληρωμές του και ότι σε καμιά ενέργεια δεν είχε προβεί προς συγκάλυψη του Φ, προς ματαίωση της ικανοποίησης της αξιώσεως της εταιρίας τους κατά του τελευταίου, οπότε γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Σε σχέση δε με τη μερικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως αιτιολογίας, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναγράφεται στην απόφαση αν όσα περιέχονται στην αίτηση πτωχεύσεως ανεγράφησαν κατόπιν εντολής των αναιρεσειόντων προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ή αν οι τελευταίοι αποδέχθηκαν τις συμβουλές και τις υποδείξεις αυτού όσον αφορά τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες η εταιρία τους θα έπρεπε να προβεί για την ικανοποίηση της αξιώσεώς τους, τοσούτω μάλλον καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυρισμός ότι τα προαναφερόμενα ανεγράφησαν στην αίτηση πτωχεύσεως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους χωρίς αυτοί να έχουν δώσει τέτοια εντολή δε είχε προταθεί στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Τέλος, η μερικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και δεν συναξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα η συμπεριλαμβανομένη στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρα ... και η απολογία του δευτέρου από αυτούς είναι αβάσιμη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, από τα οποία κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που έγιναν δεκτά και οδήγησαν το Δικαστήριο στην καταδικαστική του για τους αναιρεσείοντες απόφαση. Η αιτίαση δε ότι δεν αξιολογήθηκαν οι ενδείξεις για τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως του Φ ως σύνολο στο μηνυτή Ψ που καταφανώς προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία είναι απαράδεκτη γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας. Και β) ως προς την απόπειρα της εκβίασης, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι αποπειράθηκαν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα σε πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία του (να τους καταβάλει το μη οφειλόμενο ποσό των 7.000 ευρώ), ότι ο εξαναγκασμός έγινε με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του τελευταίου (επίδοση της αιτήσεως πτωχεύσεως, με όλες τις συνέπειες - δικαστικούς αγώνες κ.λ.π. - που αυτή θα συνεπαγόταν) και ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο παραπάνω ποσό που δεν αποτελούσε νόμιμη απαίτησή τους, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 στοιχ. γ και 42 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Μαΐου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 4821/2008) αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ` αριθ. 3146/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και απόπειρα εκβίασης και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στοιχεία των εγκλημάτων. Όταν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου, είναι αυτονόητη η γνώση και δεν απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτήν, περιστατικών. Αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμη, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν. Αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκαν οι ενδείξεις είναι απαράδεκτη γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εκβίαση.
0
Αριθμός 2041/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 232/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 2) Ψ1 και 2) Ψ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Μαρτίου 2009 (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή με αριθμό 187/19.05.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθμ. 49,50 και 51/2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ3, Χ1, και Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 232/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1471/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων, από κοινού, κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, βλάπτοντας τρίτον (άρθρα 45, 98 § 1 και 216 § § 1 και 3α Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες αντίστοιχα τις υπ'αριθμ. 295/2008, 292/2008 και 294/2008 εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι εφέσεις αυτές και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Το βούλευμα τούτο επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες με θυροκόλληση στις 14-3-2009, 10-3-2009 και 11-3-2009, αντίστοιχα και στον αντίκλητο δικηγόρο τους Μιχ. Κουρπέλη στις 17-3-2009. 'Ασκησαν δε αυτοί τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στις 23-3-2009 ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και είναι αυτές νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στο προσβαλλόμενο βούλευμα, β) της παραβίασης του δεδικασμένου, γ) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και ε) της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 484 § ιβ', γ', δ' και στ' Κ.Π.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 216 Π.Κ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου , υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες , όπως εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή , διατήρηση , μεταβολή η απόσβεση δικαιώματος η έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε η όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται πλέον κατά την παρ.3α του άρθρου 216 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2,β, Ν.2721/99, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του η σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον , αλλά το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. [ΑΠ 35/2008, Σε Συμβούλιο, ΠΧ-ΝΗ-835]. Κατά το άρθρο 45 Π.Κ, αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει η αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται η στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος η ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετοχών , ταυτόχρονες η διαδοχικές. [ΑΠ 945/2006, Σε Συμβούλιο, ΠΧ-ΝΖ-607, ΑΠ 1394/2006, ΠΧ-ΝΖ-621]. Τέλος κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 Π.Κ) είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις , διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους , που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. [ ΑΠ 2055/2007 , Σε Συμβούλιο, ΠΧ-ΝΗ-737]. Κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του Κ.Π.Δ. αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός, αλλιώς αν δηλαδή ασκηθεί, παρά την απαγόρευση, δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (λόγω δεδικασμένου). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι προϋπόθεση του δεδικασμένου είναι, μεταξύ άλλων, ταυτότητα προσώπου, οία νοείται του κατηγορουμένου και ταυτότητα πράξεως, δηλαδή πραγματικών περιστατικών, άσχετα από το νομικό τους χαρακτηρισμό, η οποία (ταυτότητα πράξεως) δεν μπορεί να υπάρχει όταν είναι διαφορετικό το πρόσωπο του παθόντος. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει και αυτεπάγγελτα (ΑΠ 411/2007 Π.Χρ. ΝΗ/61). Περαιτέρω από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν.2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § ι δ'του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/06 Π.Χρ.ΝΖ/39, ΑΠ 1151/06 Π.Χρ.ΝΖ/33). Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική (ΑΠ 347/2007 Π.Χρ. ΝΗ/51). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 232/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών και συμπληρωματική σ'αυτή (πρόταση) δική του αναφορά, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι από το συνολικό ανακριτικό υλικό, το περιεχόμενο της εγχειρισθείσης εγκλήσεως, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκλησή τους σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα εξής: Από την 22.6.2002 συνεκλήθησαν οι έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μετόχων των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες " Αγκρονέφ ΑΕ" και "Πύλη Αράχωβας -Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ", κατά την διάρκεια των οποίων εμφανίστηκαν ενώπιον των μετόχων δύο εκθέσεις ελέγχου οικονομικών καταστάσεων και ισολογισμού 1ης χρήσης, εκ των οποίων η μία αφορούσε την ανώνυμη εταιρεία "Αγκρονέφ ΑΕ" και ήταν υπογεγραμμένη από τους ελεγκτές Ψ1 και Ξ, η δε άλλη αφορούσε την ανώνυμη εταιρεία " Πύλη Αράχωβας- Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ" και ήταν υπογεγραμμένη από τους ελεγκτές Θ και Ξ. Η από 24.5.2002 έκθεση ελέγχου της εταιρείας " Αγκρονέφ ΑΕ" εμφανίστηκε από τους κατηγορουμένους Χ1, Ζ, Χ2 και Χ3 στις 22.6.2002 και στις 10-19.8.2002, ενώ στο τέλος της εκθέσεως ελέγχου τέθηκαν τα στοιχεία ταυτότητος των φερομένων ως συντακτών αυτής δηλαδή του Ψ1 και Ξ, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου και το υπ' αριθμόν 2/26.6.2002 πρακτικό της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Την 30.6.2002 και την 4.7.2002 Τακτική Γενική Συνέλευση της εταιρείας " Πύλη Αράχωβας- Τουριστικές Επιχειρήσεις" εμφανίστηκε από τους κατηγορουμένους Χ1, Ζ, Χ2 και Χ3 η από 24.5.2002 έκθεση ελέγχου, ενώ στο τέλος της εκθέσεως τέθηκαν τα στοιχεία ταυτότητος των φερομένων ως συντακτών αυτής δηλαδή των Θ και Ξ, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου. Επειδή από τις, με ημερομηνία 5.7.2006, καταθέσεις των μαρτύρων Ξ και Θ, οι οποίοι, ως λογιστές, φέρονται ότι συνέταξαν τις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου, ο πρώτος της εταιρείας " Αγκρονέφ ΑΕ" μαζί με τον Ψ1, αμφότεροι δε την έκθεση ελέγχου της εταιρείας " Πύλη Αράχωβας-Τουριστικές Επιχειρήσεις", αλλά και από την από 30.8.2002 εξώδικη απάντηση των Ξ και Θ, στην από 3.7.2002 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση του μηνυτή Φ , προκύπτει ότι λογιστές αυτοί δεν είχαν ουδεμία σχέση με τις ανωτέρω εταιρείες, δεν γνώριζαν την ύπαρξη των εταιρειών αυτών και δεν συνέταξαν, ούτε υπέγραψαν τις εκθέσεις ελέγχου των. Τις ανωτέρω πλαστές εκθέσεις ελέγχου χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι κατά την διάρκεια των Γενικών Συνελεύσεων της εταιρείας "Αγκρονέφ ΑΕ" στις 26.6.2002 και στις 10-19.8.2002 για να παραπλανήσουν τους μετόχους ότι δήθεν η εταιρεία παρουσίαζε παθητικό 70.000.000 δρχ. που απαρτίζονταν από ποσό 53.170.800 δρχ. που δαπανήθηκε για την εκχέρσωση 400 στρεμμάτων και από διάφορα μικροποσά οφειλόμενα σε διάφορους πιστωτές και να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 65.000.000 δρχ. το οποίο θα επιτυγχάνονταν με την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας από 39.100.000 δρχ. σε 100.000.000 δρχ. και της εκχωρήσεως του συνόλου των νέων μετοχών στους ίδιους η εικονικά σε τρίτα πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό τον εγκαλούντα καθιστώντας αυτόν από μέτοχο του 1/3 σε μέτοχο του 1/12 περίπου της εταιρείας που η αξία της υπερβαίνει το ποσό των 600.000.000 δρχ. Το αυτό έπραξαν οι κατηγορούμενοι κατά την διάρκεια της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρείας " Πύλη Αράχωβας- Τουριστικές Επιχειρήσεις" την 30.6.2006 και την 4.7.2002 για να παραπλανήσουν τους μετόχους αυτής ότι δήθεν η εταιρεία όφειλε ποσό 71.150.000 δρχ. στους Ζ και ... για να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 71.150.000 δρχ. με αντίστοιχη και ισόποση ζημία της εταιρείας " Πύλη Αράχωβας- Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ". Επειδή από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται και συγκεκριμένα , ο εκ των κατηγορουμένων Ζ ο οποίος έχει αποβιώσει, φέρονταν ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος των ανωτέρω εταιρειών ενώ στην πραγματικότητα ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 είχε την ουσιαστική διαχείριση των εταιρικών πραγμάτων, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων Φ και .... Τις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις ενισχύει η από 7.3.2008 απολογία του συγκατηγορουμένου Ψ2, ο οποίος ομολογεί την πλαστογραφία των εκθέσεως ελέγχου πλην όμως κατόπιν υποδείξεως του Χ1. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι οι υπογραφές- εκτός από την υπογραφή του συγκατηγορουμένου τους Ψ1- στις επίμαχες εκθέσεις ελέγχου τέθηκαν από τον συγκατηγορούμενο τους Ψ2 , ο οποίος δήλωσε ότι υπέγραψε αυτές για λογαριασμό των Ξ και Θ, κατόπιν προφορικής εντολής και εξουσιοδοτήσεως τους δεν μπορεί να ανατρέψουν η να καταλύσουν την σε βάρος τους κατηγορία, κυρίως ενόψει της από 7.3.2008 απολογίας του Ψ2, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι έθεσε τις υπογραφές των Ξ και Θ κατόπιν υποδείξεως του Χ1. Συνεπώς οι εφέσεις των κατηγορουμένων που υποστηρίζουν τα αντίθετα ,πρέπει να απορριφθούν ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο Βούλευμα. Ακόμη το Συμβούλιο Εφετών αναφερόμενο συμπληρωματικά στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι, ενώ ο κατηγορούμενος Ζ εμφανιζόταν ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος των πιο πάνω εταιρειών, "εν τοις πράγμασι" ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν αυτός που ανέπτυσσε πρωτοβουλίες ("κινούσε τα νήματα"), υποκρυπτόμενος πίσω από τον αδελφό του Ζ, προφανώς λόγω της ιδιότητας του ως δικαστή. Η εμπλοκή του κατηγορουμένου Χ1 και ο ρόλος του στις προαναφερόμενες εταιρείες προκύπτει, εκτός των άλλων, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Φ και ..., οι οποίοι κατέθεσαν ότι ιθύνων νους για όλα ήταν ο Χ1. Ειδικότερα, ο τελευταίος εμπλέκεται στις εταιρικές υποθέσεις, έστω και με την ιδιότητα του αντιπροσώπου του συγκατηγορουμένου αδελφού του Ζ, κατά τη συνεδρίαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε." της 26-6-2002, σύμφωνα με την από 18-6-2002 εξουσιοδότηση αυτού (βλ. το υπ' αριθ. 2/26-6-2002 πρακτικό της τακτικής Γ.Σ. των μετόχων της "AGRONEF Α.Ε."). Επίσης, ο κατηγορούμενος Χ2 μετείχε των εταιρικών υποθέσεων άλλοτε ως μέτοχος της εταιρείας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και άλλοτε ως αντιπρόσωπος του μετόχου και συγκατηγορουμένου του Ζ κατά τη συνεδρίαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της "AGRONEF Α.Ε.". Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος Χ3, ανιψιός του συγκατηγορουμένου του Χ1, από 26-8-2001 ήταν ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και τελούσε εν γνώσει των υποθέσεων της ως άνω εταιρείας, όλοι δε οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού κατά την τέλεση της ως άνω αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διά της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών και τη συμπληρωματική σ'αυτή (πρόταση) αναφορά του, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, κατ'εξακολούθηση, από υπαιτίους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, βλάπτοντας τρίτον, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής (διά της αναφοράς στο συνολικό ανακριτικό υλικό), οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο να δικασθούν για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 216 §§ 1 και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να υπερβεί την εξουσία του και αποφάνθηκε την απόρριψη των ανωτέρω εφέσεων των αναιρεσειόντων ως ουσία αβασίμων. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, όπως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, διότι ανεξαρτήτως του γεγονότος αν προκύπτει ή όχι δεδικασμένο από την απαλλακτική διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών που υπαινίσσονται οι αναιρεσείοντες αφού δεν την προσδιορίζουν κατ'αριθμό, δεν προκύπτει ταυτότητα προσώπων, εν προκειμένω των αναιρεσειόντων και των παθόντων λογιστών, Ξ και Θ, οι υπογραφές των οποίων πλαστογραφήθηκαν κατά τα παραπάνω, ούτε ταυτότητα πράξεων (δείτε τον με στοιχείο Β των αιτήσεων αναιρέσεως, προβαλλόμενο δεύτερο λόγο αναίρεσης). Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμες ελέγχονται στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Να απορριφθεί δε το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας για παροχή διευκρινίσεων, καθόσον αυτοί με το περιεχόμενο των αναιρέσεών τους, πλήρως εξέθεσαν τις απόψεις τους και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθούν ως αβάσιμες οι με αριθμούς 49,50 και 51/2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ3, Χ1 και Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 232/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Να απορριφθεί δε το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Αθήνα 13 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Οι 49, 50, 51/23-3-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ3, Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 232/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 1471/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων, από κοινού, κατ εξακολούθηση, από υπαιτίους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, βλάπτοντας τρίτον (άρθρα 45, 98, παρ. 1 και 216 παρ. 1 και 3 α ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 § 1 ΚΠοινΔ αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται: α) αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή βούλευμα που αποφαίνεται για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για κάποια αξιόποινη πράξη, με τα οποία βέβαια δεν εξομοιώνεται η κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ διάταξη του εισαγγελέως εφετών κατά της κατά το άρθρο 47 του ίδιου κώδικα απορριπτικής της εγκλήσεως διατάξεως του εισαγγελέως πλημ/κων, η οποία και εκ του λόγου αυτού δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 1445/2006), ούτε παράγει δεδικασμένο κατά την ως άνω διάταξη (ΑΠ 2004/2002), β) ταυτότητα προσώπων (κατηγορουμένων) και γ) ταυτότητα της πράξης, δηλαδή του αυτού ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το απ' αυτή αξιόποινο αποτέλεσμα, είτε τούτο συνάπτεται αμέσως με τη δράση (τυπικό έγκλημα), είτε επακολουθεί αυτήν (ουσιαστικό έγκλημα), δηλαδή η νέα κατηγορία πρέπει να συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια κατά τον χρόνο και τον τρόπο τελέσεως ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής. Για το ορισμένο του λόγου εκ του άρθρου 484 παρ. παρ. 1 γ ΚΠΔ, που ανάγεται στην παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως περί δεδικασμένου, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά, ο χρόνος και τόπος τέλεσης, οι πράξεις για τις οποίες ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε αμετάκλητα, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί η ταυτότητά τους με τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Πρέπει επίσης να αναφέρεται η ποινική απόφαση ή το βούλευμα που δημιούργησαν το δεδικασμένο. Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Β' λόγο και των τριών εκθέσεων αναιρέσεως, οι οποίες, όπως λέχθηκε, είναι πανομοιότυπες και περιέχουν τους αυτούς ακριβώς λόγους, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για παραβίαση των περί δεδικασμένου διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 γ σε συνδυασμό με 57 ΚΠΔ). Όλα όμως τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτό προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά δεν περιέχουν τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη στοιχεία για την ύπαρξη δεδικασμένου και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται ορισμένη αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή βούλευμα, με το οποίο να έχουν απαλλαγεί και οι αναιρεσείοντες κάποιας πράξης, που να εξειδικεύεται, κατά τα προαναφερθέντα στοιχεία αυτής, για να κριθεί αν υφίσταται ταυτότητα της πράξεως εκείνης με αυτήν για την οποία κατά τα άνω παραπέμφθηκαν με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Τις ελλείψεις αυτές, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν μπορεί να αναπληρώσει η αναφερόμενη στον λόγο αυτό διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, που, κατ εκτίμηση του λόγου αυτού, απέρριψε προσφυγή κατά απορριπτικής εγκλήσεως για ψευδή καταμήνυση των αναιρεσειόντων διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημ/κων (αδόκιμα γίνεται αναφορά στον λόγο αναιρέσεως για "απαλλαγή" των αναιρεσειόντων) και για πλαστογραφία, χωρίς να εξειδικεύονται οι πράξεις αυτές κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά τους στοιχεία, αφού η διάταξη αυτή, όπως λέχθηκε, δεν παράγει δεδικασμένο, κατά το ανωτέρω άρθρο 57 ΚΠΔ. Τέλος τις ελλείψεις αυτές δεν αναπληρώνει ούτε η αναφερόμενη στον ίδιο λόγο απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και δη η 64/2006 του Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε επί αγωγής του εγκαλούντος Φ και κατά των αναιρεσειόντων, αφού η απόφαση αυτή δεν παράγει δεδικασμένο στην παρούσα ποινική υπόθεση (ΑΠ 1914/2001). Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. 3. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το Ν. 2408/4.6.1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. (73.000 €). Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €), Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠΟλ3/2008). Εξάλλου, το έγκλημα της πλαστογραφίας μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια του νόμου, είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος). Αρκεί δε στο παραπεμπτικό βούλευμα να αναφέρεται ότι οι δράστες της πλαστογραφίας ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. (ΑΠΟλ 50/1990, ΑΠ 1897/97). Περαιτέρω η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ` είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ` επιλογή μερικά εξ αυτών. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την απαλλακτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας ή το Συμβούλιο (ΑΠΟλ2/2002, ΑΠΟλ 19/2001).Τέλος λόγο της αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 67/2009). Για το ορισμένο του λόγου αυτού όμως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια διάταξη παραβιάσθηκε η μορφή της παραβίασή της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της η έννοια που δόθηκε σ αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ αυτήν (ΑΠ 2397/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με παραδεκτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εις αυτό πρόταση του εισαγγελέα εφετών, η οποία καλύπτει και τα εκεί μνημονευόμενα κατ` είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 22.6.2002 συνεκλήθησαν οι έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μετόχων των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "Αγκρονέφ ΑΕ" και "Πύλη Αράχωβας -Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ", κατά την διάρκεια των οποίων εμφανίστηκαν ενώπιον των μετόχων δύο εκθέσεις ελέγχου οικονομικών καταστάσεων και ισολογισμού 1ης χρήσης, εκ των οποίων η μία αφορούσε την ανώνυμη εταιρεία "Αγκρονέφ ΑΕ" και ήταν υπογεγραμμένη από τους ελεγκτές Ψ1 και Ξ, η δε άλλη αφορούσε την ανώνυμη εταιρεία "Πύλη Αράχωβας- Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ" και ήταν υπογεγραμμένη από τους ελεγκτές Θ και Ξ. Η από 24.5.2002 έκθεση ελέγχου της εταιρείας "Αγκρονέφ ΑΕ" εμφανίστηκε από τους κατηγορουμένους Χ1, Ζ, Χ2 και Χ3 στις 22.6.2002 και στις 10-19.8.2002, ενώ στο τέλος της εκθέσεως ελέγχου τέθηκαν τα στοιχεία ταυτότητος των φερομένων ως συντακτών αυτής δηλαδή του Ψ1 και Ξ, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου και το υπ' αριθμόν 2/26.6.2002 πρακτικό της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Την 30.6.2002 και την 4.7.2002 Τακτική Γενική Συνέλευση της εταιρείας "Πύλη Αράχωβας-Τουριστικές Επιχειρήσεις" εμφανίστηκε από τους κατηγορουμένους Χ1, Ζ, Χ2 και Χ3 η από 24.5.2002 έκθεση ελέγχου, ενώ στο τέλος της εκθέσεως τέθηκαν τα στοιχεία ταυτότητος των φερομένων ως συντακτών αυτής δηλαδή των Θ και Ξ, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου. Επειδή από τις, με ημερομηνία 5.7.2006, καταθέσεις των μαρτύρων Ξ και Θ, οι οποίοι, ως λογιστές, φέρονται ότι συνέταξαν τις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου, ο πρώτος της εταιρείας "Αγκρονέφ ΑΕ" μαζί με τον Ψ1, αμφότεροι δε την έκθεση ελέγχου της εταιρείας "Πύλη Αράχωβας-Τουριστικές Επιχειρήσεις", αλλά και από την από 30.8.2002 εξώδικη απάντηση των Ξ και Θ, στην από 3.7.2002 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση του μηνυτή Φ, προκύπτει ότι λογιστές αυτοί δεν είχαν ουδεμία σχέση με τις ανωτέρω εταιρείες, δεν γνώριζαν την ύπαρξη των εταιρειών αυτών και δεν συνέταξαν, ούτε υπέγραψαν τις εκθέσεις ελέγχου των. Τις ανωτέρω πλαστές εκθέσεις ελέγχου χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι κατά την διάρκεια των Γενικών Συνελεύσεων της εταιρείας "Αγκρονέφ ΑΕ" στις 26.6.2002 και στις 10-19.8.2002 για να παραπλανήσουν τους μετόχους ότι δήθεν η εταιρεία παρουσίαζε παθητικό 70.000.000 δρχ. που απαρτίζονταν από ποσό 53.170.800 δρχ. που δαπανήθηκε για την εκχέρσωση 400 στρεμμάτων και από διάφορα μικροποσά οφειλόμενα σε διάφορους πιστωτές και να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 65.000.000 δρχ. το οποίο θα επιτυγχάνονταν με την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας από 39.100.000 δρχ. σε 100.000.000 δρχ. και της εκχωρήσεως του συνόλου των νέων μετοχών στους ίδιους η εικονικά σε τρίτα πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό τον εγκαλούντα καθιστώντας αυτόν από μέτοχο του 1/3 σε μέτοχο του 1/12 περίπου της εταιρείας που η αξία της υπερβαίνει το ποσό των 600.000.000 δρχ. Το αυτό έπραξαν οι κατηγορούμενοι κατά την διάρκεια της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρείας "Πύλη Αράχωβας- Τουριστικές Επιχειρήσεις" την 30.6.2006 και την 4.7.2002 για να παραπλανήσουν τους μετόχους αυτής ότι δήθεν η εταιρεία όφειλε ποσό 71.150.000 δρχ. στους Ζ και ... για να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 71.150.000 δρχ. μς αντίστοιχη και ισόποση ζημία της εταιρείας "Πύλη Αράχωβας-Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ". Επειδή από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται και συγκεκριμένα, ο εκ των κατηγορουμένων Ζ, ο οποίος έχει αποβιώσει, φέρονταν ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος των ανωτέρω εταιρειών ενώ στην πραγματικότητα ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 είχε την ουσιαστική διαχείριση των εταιρικών πραγμάτων, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων Φ και .... Τις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις ενισχύει η από 7.3.2008 απολογία του συγκατηγορουμένου Ψ2, ο οποίος ομολογεί την πλαστογραφία των εκθέσεως ελέγχου πλην όμως κατόπιν υποδείξεως του Χ1. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι οι υπογραφές - εκτός από την υπογραφή του συγκατηγορουμένου τους Ψ1 - στις επίμαχες εκθέσεις ελέγχου τέθηκαν από τον συγκατηγορούμενο τους Ψ2, ο οποίος δήλωσε ότι υπέγραψε αυτές για λογαριασμό των Ξ και Θ, κατόπιν προφορικής εντολής και εξουσιοδοτήσεώς τους δεν μπορεί να ανατρέψουν η να καταλύσουν την σε βάρος τους κατηγορία, κυρίως ενόψει της από 7.3.2008 απολογίας του Ψ2, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι έθεσε τις υπογραφές των Ξ και Θ κατόπιν υποδείξεως του Χ1. Συνεπώς οι εφέσεις των κατηγορουμένων που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο Βούλευμα. Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ ο κατηγορούμενος Ζ εμφανιζόταν ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος των πιο πάνω εταιρειών, "εν τοις πράγμασι" ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν αυτός που ανέπτυσσε πρωτοβουλίες ("κινούσε τα νήματα"), υποκρυπτόμενος πίσω από τον αδελφό του Ζ, προφανώς λόγω της ιδιότητάς του ως δικαστή. Η εμπλοκή του κατηγορουμένου Χ1 και ο ρόλος του στις προαναφερόμενες εταιρείες προκύπτει, εκτός των άλλων, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Φ και ..., οι οποίοι κατέθεσαν ότι ιθύνων νους για όλα ήταν ο Χ1. Ειδικότερα, ο τελευταίος εμπλέκεται στις εταιρικές υποθέσεις, έστω και με την ιδιότητα του αντιπροσώπου του συγκατηγορουμένου αδελφού του Ζ, κατά τη συνεδρίαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε." της 26-6-2002, σύμφωνα με την από 18- 6-2002 εξουσιοδότηση αυτού (βλ. το υπ' αριθ. 2/26-6-2002 πρακτικό της τακτικής Γ.Σ. των μετόχων της "AGRONEF Α.Ε."). Επίσης, ο κατηγορούμενος Χ2 μετείχε των εταιρικών υποθέσεων άλλοτε ως μέτοχος της εταιρείας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και άλλοτε ως αντιπρόσωπος του μετόχου και συγκατηγορουμένου του Ζ κατά τη συνεδρίαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της "AGRONEF Α.Ε.". Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος Χ3, ανιψιός του συγκατηγορουμένου του Χ1, από 26-8-2001 ήταν ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΠΥΛΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και τελούσε εν γνώσει των υποθέσεων της ως άνω εταιρείας, όλοι δε οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού κατά την τέλεση της ως άνω αποδιδόμενης σ'αυτούς αξιόποινες πράξης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις πως οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας που τελέσθηκε και από τους τρεις από κοινού, κατ εξακολούθηση και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που αποφάνθηκε ομοίως και τους παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 1471/2008 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις κατά του βουλεύματος αυτού εφέσεις τους. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε από κοινού, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 216 παρ. 1, 3 εδαφ. α ΠΚ και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα παραθέτει όλα τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί του ότι στοιχειοθετείται η πράξη της πλαστογραφίας με την μορφή της εξ υπαρχής καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, που τελέσθηκε από τους αναιρεσείοντες, κατ εξακολούθηση από κοινού και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει, όπως λέχθηκε, τις επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους αναιρεσείοντες με τις οποίες πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, αρκεί ότι δέχθηκε ότι ενήργησαν με κοινή απόφαση και κοινό δόλο. Περαιτέρω το βούλευμα δέχθηκε ότι την πράξη της πλαστογραφίας με την περαιτέρω προσδιοριζόμενη επακριβώς χρήση των πλαστών τέλεσαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος Φ, το οποίο (περιουσιακό όφελος), όπως και τη βλάβη του εγκαλούντος εξειδικεύει σε τι συνίσταται, όπως επίσης αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και την έννομη συνέπεια που μπορούσαν να έχουν τα πλαστά έγγραφα που αναφέρονται στην κατηγορία, των οποίων και έκαναν χρήση οι αναιρεσείοντες, κατά τον τρόπο που προσδιορίζεται στο βούλευμα. Είναι δε αδιάφορο, όπως λέχθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, για την στοιχειοθέτηση του σκοπού περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, που δεν ήταν αναγκαίο να είναι αυτοί των οποίων πλαστογραφήθηκε η υπογραφή, ότι το περιουσιακό όφελος δεν θα επερχόταν ως άμεση συνέπεια της πράξεως της πλαστογραφίας, αλλά απαιτούνταν και άλλη περαιτέρω ενέργεια των αναιρεσειόντων, τουλάχιστον για την πρώτη μερικότερη πράξη πλαστογραφίας και δη η μετοχοποίηση των φερομένων με την πλαστή έκθεση ελέγχου ως οφειλομένων από την εταιρία ποσών, ανερχομένων συνολικά σε 70.000.000 δραχμές, μετά από αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου και η εκχώρηση των νέων μετοχών στους εαυτούς τους ή σε τρίτα πρόσωπα της μπιστοσύνης τους εικονικά. Κατ ακολουθία οι υπό στοιχεία Α' και Γ' ταυτόσημοι λόγοι και των τριών αναιρέσεων, με τον πρώτο των οποίων πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ποινικών διατάξεων (484 παρ. 1 β ΚΠΔ) και με τον δεύτερο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (484 παρ. 1 δΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι, ανεξάρτητα του ότι υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας με τον δεύτερο από τους ως άνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων της δικογραφίας. Όμως, όπως λέχθηκε, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, όπως παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Τέτοιο δε ζήτημα που δεν ελέγχεται αναιρετικά είναι και το τιθέμενο με τον δεύτερο από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως ότι, εσφαλμένως, δεν διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αφού περί τούτου κρίνει κυριαρχικά το Δικαστήριο ουσίας ή το Συμβούλιο. Ο λόγος αναιρέσεως υπό στοιχείο Δ' με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για υπέρβαση εξουσίας (484 παρ. 1ΣΤ' ΚΠΔ) τυγχάνει προεχόντως αόριστος, διότι δεν εκθέτουν οι αναιρεσείοντες σε τι συνίστατο η υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου και ειδικότερα για ποιο λόγο το Συμβούλιο δεν είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των ζητημάτων που αναφέρονται στον λόγο αυτό των αναιρέσεων, αλλά τα ζητήματα αυτά υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Συνεπώς και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. 4. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τις αναιρέσεις τους ζητούν να κλητευθούν και εμφανισθούν στο Συμβούλιο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, ''κατά την συζήτηση της παρούσας αιτήσεως του αναιρέσεως''. Η αίτηση αυτή, όπως έχει διατυπωθεί, είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ζητούν να κλητευθούν και εμφανισθούν στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Σε κάθε πάντως περίπτωση με το πολυσέλιδο (17 σελίδες) δικόγραφο της αναιρέσεως του καθένας των αναιρεσειόντων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρινήσεις. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το εν λόγω αίτημα. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος των αναιρέσεων πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση των αναιρεσειόντων, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Απορρίπτει τις 49, 50, 51/23-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ3, Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του αυτού Βουλεύματος 232/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει καθένα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τρεις αναιρέσεις παραπεμφθέντων για κακουργηματικη πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, από κοινού, πανομοιότυπες και με τους αυτούς λόγους: α) Εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή (άρθρ. 484 §1β ΚΠΔ), β) παραβίαση δεδικασμένου (άρθρ. 484 § 1γ ΚΠΔ), γ) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1δ ΚΠΔ) και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 484 στ΄ ΚΠΔ). Ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας στην ουσία πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο. Αβάσιμος ο λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων 216, 45 ΠΚ. Αόριστοι όλοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Δεδικασμένο - προϋποθέσεις για την ύπαρξή του (ΑΠ 5/ 2009, 1048/25005). Διάταξη Εισαγγελέως Εφετών κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ δεν παράγει δεδικασμένο κατ' άρθρο 57 (ΑΠ 2004/2002). Οι τελεσίδικες αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο στην ποινική δίκη (ΑΠ 1914/2001). Αίτημα των αναιρεσειόντων για να κλητευθούν και εμφανισθούν στο Συμβούλιο. Αόριστο. Σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχει λόγος κλητεύσεώς των. Συνεκδίκαση των αναιρέσεων. Απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Δεδικασμένο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2040/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2273/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπακέλλα. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 9/27-2-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του για να παραστούν κατά τη συζήτηση. Ως "υπόλοιποι" διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου. Επομένως, ο πολιτικώς ενάγων πρέπει να καλείται για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε ο κατηγορούμενος ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εφόσον αυτός νομίμως απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθ. 9/ 2009 αίτησή του, ζητεί την αναίρεση της 2273/2008 Αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης για τους εις αυτήν αναφερομένους λόγους αναιρέσεως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατόπιν παραδοχής της σχετικής ενστάσεως των κατηγορουμένων, αποβλήθηκε της ποινικής διαδικασίας η δηλώσασα παράσταση πολιτικής αγωγής .... Το κεφάλαιο αυτό της αποφάσεως δεν προσβλήθηκε με ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα κατά την διάταξη αυτή η απόφαση να καταστεί αμετάκλητη. Συνεπώς η ανωτέρω δεν απέκτησε την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας και δεν υπήρξε διάδικος, με την ανωτέρω έννοια στην δίκη ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου και συνακόλουθα ουχί νομίμως κλητεύθηκε, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και παρά το νόμο δήλωσε ότι παρίσταται, κατά την συζήτηση της αναιρέσεως με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας και κατέθεσε και υπόμνημα, ως φέρουσα δήθεν την ιδιότητα αυτή. Συνεπώς πρέπει να αποβληθεί, κατά το διατακτικό και να μη ληφθεί υπόψη το υπόμνημά της (ΑΠ 1665/2009, ΑΠ 1960/2005). 2. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα όσα είναι αναγκαία για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, και όχι όταν ελλείπει παντελώς αυτό, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. 3. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη. Ειδικά δε, προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ/γμα 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, κατ άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε και εκτίθενται στα πρακτικά. 3. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης με την 9/2009 αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου αθωωτικής αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την 2273/2008 απόφαση κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους της πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία με περιουσιακή ζημία και αντίστοιχο όφελος μεγαλύτερο των 73.000 €. Για να καταλήξει στην κρίση αυτή ουδέν πραγματικό περιστατικό εκθέτει που προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, κατά την οποία εξετάσθηκαν εννέα (9) μάρτυρες κατηγορίας και ένας (1) υπερασπίσεως, αναγνώσθηκαν τα αναφερόμενα αναλυτικά έγγραφα και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος, που ήταν παρών, ούτε, γίνεται ρητή αναφορά προς τούτο στα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο διατακτικό. Περαιτέρω ουδέν από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία, έστω και κατ είδος, αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν. Την υποχρέωση αυτή είχε το Δικαστήριο και υπό την εκδοχή ακόμη ότι η πράξη δεν στοιχειοθετείται και αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και συνιστούν την αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων με την οποία στοιχειοθετείται η πράξη της κακουργηματικής απάτης που τους αποδόθηκε. Κατ' ακολουθία τούτων, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στη νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ν' αναιρεθεί κατά το μέρος που προσβάλλεται και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την αποβολή από την παρούσα δίκη της πολιτικώς ενάγουσας .... ΑΝΑΙΡΕΙ την 2273/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, κατά την αθωωτική διάταξή της. Και. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Έννοια. Μη αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων, ούτε των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία (ΑΠ 13/2008, 2106/2006). Έλλειψη παντελώς αιτιολογίας, μη αναφορά αποδεικτικών μέσων ούτε κατ' είδος. Δεκτή αίτηση αναίρεσης. Πολιτικώς ενάγων, όταν αποβλήθηκε της ποινικής διαδικασίας με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δεν προσβλήθηκε κατά το κεφάλαιό της αυτό, δεν παρίσταται νομίμως στον Άρειο Πάγο και διατάσσεται η αποβολή της (ΑΠ 1665/2009, 1960/2005) -.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
2
Αριθμός 2037/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 19/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 409/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 165/5.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την υπ'αριθμ. 19/2009 απόφασή του καταδίκασε τον ... σε συνολική ποινή καθείρξεως 15 ετών και τριών μηνών για κατοχή, αποθήκευση, διάθεση ναρκωτικών ουσιών και για εισαγωγή στην χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Η άνω απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία του καταδικασθέντος και μετά από έφεση αυτού, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο στις 4-3-2009. Κατά της απόφασης αυτής ο άνω και δη ο ίδιος άσκησε στις 16.2.2009 ήτοι προ της άνω καταχωρήσεώς της, ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του καταστήματος κράτησης Πατρών, όπου και κρατείται, την υπ'αριθμ. 14/2009 αναίρεση, προβάλλων ότι "Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του" (βλ. την άνω έκθεση). ΙΙ) Επειδή κατά τη σαφή-ρητή διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, επομένως, και κυρίως της αναίρεσης, πρέπει να διατυπώνονται και δη κατά τρόπον σαφή και ορισμένο και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, άλλως τούτο είναι απαράδεκτο, αφού ασκείται χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου (476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Η άνω απαίτηση δικαιολογείται ως εκ του πράγματος αφού το αποφαινόμενο επί του ενδίκου μέσου δικαστήριο δεν γνωρίζει τα παράπονα του ασκούντος αυτό, η δε έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου είναι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και συστατικό της ασκήσεως αυτού στοιχείο. Ειδικώτερα δε, σε σχέση με τον αναιρετικό λόγο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της ελλείψεως αυτής και δη σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κλπ - βλ. ΑΠ 19/2001 Ολ, ΑΠ 354/2006, ΑΠ 611/2006, κ.ά. Εξ άλλου, εάν η αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι δεν περιέχει κάποιον σαφή και ορισμένο λόγο, δεν μπορεί να γίνει ούτε έρευνα των αυτεπαγγέλτως λαμβανομένων υπόψη λόγων αναίρεσης (511 ΚΠοινΔ) - βλ. και ΑΠ 2047/2002 κ.α. Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι η υπό κρίση αναίρεση δεν περιέχει κάποιον σαφή και ορισμένο λόγο. Ενόψει των ανωτέρω είναι απαράδεκτη (βλ. και ΑΠ 768/2000, ΑΠ 769/2000, ΑΠ 85/76, ΑΠ 976/75 κ.ά.) και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 14/2009 αναίρεση του ... κατά της υπ'αριθμ. 19/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 6 Απριλίου 2009. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λ.π. (Ολ ΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 19/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και συνολική χρηματική ποινή τριάντα μιας χιλιάδων πεντακοσίων (31.500) ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών κατ` εξακολούθηση, της πώλησης και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών σε τρίτους κατ` εξακολούθηση και της παράνομης εισόδου στη Χώρα. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Πατρών, όπου αυτός κρατείται, και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 14/16-2-2009 έκθεση. Στην εν λόγω έκθεση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: " ... Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αθηνών Χαράλαμπος Σύψας (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από την από 11-8-2009 επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικό έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως. Απόρριψη του μοναδικού λόγου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αορίστου. Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' ΚΠΔ λόγου πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες, κλπ. Απορρίπτει αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 2035/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 907/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 242/10.07.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 130/11-6-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του 907/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του 3086/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και επικύρωσε το εκκληθέν τούτο βούλευμα, τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98 ΠΚ,1 παρ. 1α, στ, αιζ, 2 εδ. α, β του Ν.2331/95, όπως η παρ. αιζ προστέθ. με το άρθρο 2 παρ.16 του Ν.2479/97], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 483 παρ.1 ΚΠΔ, και ασκήθηκε με δήλωση στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών που το εξέδωσε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Φίλιππου Φίλια. Ασκείται μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του βουλεύματος, που έγινε σ' αυτόν μεν με θυροκόλληση στην οικία του στις 24-5-09,στον αντίκλητό του δε δικηγόρο Φίλιππο Φίλια με παράδοση στη συνεργάτιδά του στο γραφείο Αντ. Μάζη στις 4-6-09 [βλ. τα οικεία επιδοτήρια των δικ.επιμελητών ... και ...],αντίστοιχα]. Η έκθεση που συντάχθηκε από τη γραμματέα έγινε με την τήρηση των απαιτούμενων από τα άρθρα 150-151 και 474 ΚΠΔ διατυπώσεων και περιέχει τους προβλεπόμενους από το νόμο λόγους, για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι έγκεινται στην έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων,[άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, καθόσον παραπέμπεται για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ. α ΚΠΔ], οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3-Ο λόγος της έλλειψης αιτιολογίας Α-Νομική βάση α-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. [ΑΠ.94/06]. β-Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β'ΚΠΔ. προβλεπόμενη λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στις εξής περιπτώσεις. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.[ΑΠ.601/04 ΠΛΟΓ.04/697] γ-Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, τιμωρείται με την προβλεπόμενη απ' αυτό ποινή ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σ' αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτή προβλεπόμενου εγκλήματος της (παθητικής) δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α' του ΠΚ, α) τα δώρα ή ανταλλάγματα, που δεν αρμόζουν σε αυτόν να δίδονται ή και να υπάρχει υπόσχεση τούτων, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και β) η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Έτσι στην απόφαση πρέπει να διαλαμβάνεται και να διευκρινίζεται ότι η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου ανάγεται στις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις, περιλαμβάνεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, όπως αυτή διαγράφεται από το νόμο, ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, διαταγές ή οδηγίες ή προκύπτει από τη φύση της υπηρεσίας και πόθεν τούτο προκύπτει, μη αρκούντος ότι ανάγεται στην υπηρεσία ή τα καθήκοντά του, άνευ άλλου τινός, έστω και αν τέτοια ενέργεια αποτελεί προπαρασκευαστική μόνο πράξη αποφάσεως που λαμβάνει άλλος υπάλληλος ως αρμόδιος. Από τη διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ συνάγονται τα εξής ερμηνευτικά πορίσματα: Πρώτο, δεν καταλαμβάνονται από τις παραπάνω διατάξεις πράξεις που βρίσκονται έξω από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως εκείνες που γίνονται με χρησιμοποίηση της υπηρεσιακής επιρροής του ή με ανεπίτρεπτη δραστηριότητα αυτού, σε άλλο υπάλληλο, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα να ενεργήσει για την πραγματοποίησή τους. ΑΠ.675/07 Π.ΔΙΚ.08/157 Π.ΧΡ 08/151].Δεύτερο, από την έναρξη ισχύος του ν. 2802/2000 η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας του υπαλλήλου στοιχειοθετείται μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτού, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη.[ΑΠ.160/06 Π.ΧΡ 06/721 Π.ΛΟΓ 06/138] γ-Κατά η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 <<Για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες>>, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3424/2005, με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα έτη τιμωρείται όποιος, από κερδοσκοπία ή για να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή για να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' εδ. αιζ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 και αναριθμήθηκε με το άρθρο έκτο παρ. 1 του ν. 2696/1998, ο όρος <<εγκληματικές δραστηριότητες>> περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 237 του ΠΚ. Ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. γ' του ίδιου άρθρου, με τον όρο <<περιουσία>> νοούνται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα κλπ.. Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3424/2005, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' του ν. 2331/1995, όπως είχε αντικατασταθεί, αντικαταστάθηκε και πάλι και στη θέση του εδ. αιζ' (εγκλήματα των άρθρων 235, 236 και 237 ΠΚ) τέθηκε το στοιχείο δδ', στο οποίο αναφέρεται (ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στον όρο <<εγκληματικές δραστηριότητες>>) μόνο η παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 ΠΚ). Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής πορίσματα: α) Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες απαιτείται (εναλλακτικά) η αγορά,η απόκρυψη, η λήψη ως εμπράγματης ασφάλειας,η αποδοχή της κατοχής, η απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, η μετατροπή ή η μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα. β) Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται δόλος (και ενδεχόμενος) και επιπλέον σκοπός κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της σχετικής περιουσίας ή παροχής συνδρομής (από τρίτον) προς άλλον, ο οποίος ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και απέκτησε από αυτή περιουσία, για κερδοσκοπία ή για συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής. γ) Το έγκλημα τούτο προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση άλλου εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα (βασικό έγκλημα), από το οποίο κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (όπως είναι και το χρήμα υπό υλική ή άϋλη μορφή). Ειδικότερα στο περιεχόμενο του δόλου του δράστη περιλαμβάνεται τόσο ή γνώση της αξιόποινης προέλευσης των εσόδων όσο και η γνώση του δράστη της αξιόποινης πράξης από την οποία προήλθαν τα έσοδα. δ) Το υποκείμενο του εγκλήματος της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων και το υποκείμενο του βασικού εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα, από την οποία προέρχονται τα νομιμοποιούμενα περιουσιακά στοιχεία, μπορεί να ταυτίζεται. Ήδη η σχετική διχογνωμία, που υπήρχε ως προς το ζήτημα αυτό στη θεωρία και τη νομολογία, έχει λυθεί και νομοθετικά με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχείο δ' περ. α και β του ν. 3424/2005, όπου ορίζεται ότι η ποινική ευθύνη για (το) βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α,' β' και γ' της παραγράφου αυτής, καθώς και ότι στις περιπτώσεις αυτές ο υπαίτιος (του βασικού εγκλήματος) τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των εν λόγω πράξεων (νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες), αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό δράσης. ε) Τα δυο αυτά εγκλήματα, το βασικό έγκλημα και η νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων, συρρέουν μεταξύ τους με αληθινή πραγματική συρροή, καθόσον πρόκειται για δύο διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα με διακεκριμένη και χωριστή απαξία το καθένα. στ) Το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας περιλαμβάνεται στα βασικά εγκλήματα (για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες), αφού το έγκλημα αυτό επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και άρα εμπίπτει στην κατηγορία των βασικών εγκλημάτων του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο ιι του ν.3424/2005, κατά το οποίο εγκληματική δραστηριότητα αποτελεί και κάθε αξιόποινη πράξη που επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας με ελάχιστο όριο άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. Επίσης ότι τόσο υπό το καθεστώς του ν.2331/1995 όσο και υπό το καθεστώς του ν.3424/2005 ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και, αν, μεταξύ άλλων, ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Στις πράξεις δε αυτές, που τελούνται κατ' επάγγελμα, δεν έχει εφαρμογή η πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχείο δ' εδ. δ'του ν. 3424/2005, κατά την οποία η ποινή που επιβάλλεται στον υπαίτιο του εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν ή τρίτο για το βασικό έγκλημα, από το οποίο προήλθαν τα έσοδα (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο δ'εδ. προτελευταίο). Επομένως, η παθητική δωροδοκία, ανεξάρτητα από το αν η σχετική ειδική πρόβλεψη ανωτάτου ορίου επιβλητέας ποινής θίγει ή όχι και το είδος αυτών ως κακουργημάτων (άρθρα 18 και 19 ΠΚ),όταν τελούνται κατ' επάγγελμα, διατηρεί πάντοτε τον κακουργηματικό χαρακτήρα της. ζ) Τέλος, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχείο δ' εδ. τελευταίο του ν. 3424/2005 (που ορίζει ότι, σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β), όταν το βασικό έγκλημα επισύρει ποινή φυλάκισης ανώτερη του ενός έτους, η εξάλειψη του αξιοποίνου (με παραγραφή ή για άλλο λόγο) του βασικού εγκλήματος ή απαλλαγή του υπαιτίου δεν επιφέρουν αντίστοιχες έννομες συνέπειες και υπέρ του υπαιτίου τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. η) Για την παραπομπή του υπαιτίου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν αρκεί να εικάζεται ή να πιθανολογείται απλώς το βασικό έγκλημα, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς η ταυτότητα αυτού, ο χρόνος τέλεσής του και οι δράστες του και να προκύπτουν, από πειστικά στοιχεία και κατά αντικειμενική εκτίμηση, επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου. Μόνη δε η αδυναμία του κατηγορουμένου για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες να δικαιολογήσει την κατοχή ή την κατάθεση στο όνομά του από άγνωστο καταθέτη συγκεκριμένου χρηματικού ποσού δεν θεωρείται στοιχείο ικανό, κατά αντικειμενική κρίση, να θεμελιώσει επαρκείς ενδείξεις για προέλευση του σχετικού ποσού από εγκληματική δραστηριότητα και να προκαλέσει αντίστοιχη παραπομπή του κατηγορουμένου (Συμβ.ΑΠ.219/07,351/03 Π.ΔΙΚ.04/526 και Συμβ.ΑΠ 372/02 Π.ΔΙΚ.02/1013,ΑΠ 1206/86 ΝοΒ 34 σελ.1633). Β-Αιτιολογία του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων,[καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα ως Γραμματέας του Τμήματος Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, υπηρέτησε στο ως άνω Τμήμα, κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1997 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2000. Επίσης υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του υπηρέτησε από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του 2001 στη Διεύθυνση Προσωπικού - Τμήμα Γραμματείας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στην Αθήνα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και δη από 6-5-1977 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του 2001 απαιτούσε αυτός και δεχόταν διάφορα χρηματικά ποσά από κρατουμένους στις διάφορες φυλακές της χώρας ή συγγενείς αυτών, το ύψος το ακριβές των εν λόγω χρημάτων δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση. Πάντως μέρος των εν λόγω χρημάτων κατατέθηκε στους κάτωθι τραπεζικούς λογαριασμούς του, ως ακολούθως εξειδικεύονται αυτά (τα χρήματα). Τα εν λόγω χρήματα τα έλαβε αυτός, καίτοι δεν τα εδικαιούτο να τα λάβει. Καθ' όσον τα έλαβε για ενέργειες και παραλείψεις του αντικείμενες στα καθήκοντα του ή αναγόμενες στην υπηρεσία του ως υπαλλήλου. Συγκεκριμένα δε αυτός με την ως άνω ιδιότητα του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατ' επανάληψη, δέχθηκε διάφορα χρηματικά ποσά ως δώρα και δη ως αυτά εξειδικεύονται ακολούθως προκειμένου: α) να μεταχθούν κρατούμενοι από τις δικαστικές φυλακές όπου κρατούντο σε δικαστικές φυλακές της αρεσκείας τους εκτός σειράς μεταγωγών, όπως ο κρατούμενος ... από τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού και δη στο αρτοποιείο αυτής, ενέργειες που ανάγοντο στην αρμοδιότητα του, β) να επικοινωνεί με διευθυντές φυλακών και να ζητά να έχουν ευνοϊκή μεταχείριση κρατούμενοι και να τοποθετούνται σε θέσεις εργασίες στις δικαστικές φυλακές, όπως για τους κρατούμενους ... και ..., που κρατούντο στις Φυλακές Αλικαρνασσού, για τον κρατούμενο ... ή ..., για τον κρατούμενο δικηγόρο ... στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, για τον κρατούμενο .... στις δικαστικές φυλακές Τίρυνθας, για τον κρατούμενο ... που εκρατείτο στις αγροτικές φυλακές [Κασσάνδρας, ενέργειες που ήταν αντίθετες στα καθήκοντα του, γ) να συντάξει έγγραφο και να το παραδώσει στον κρατούμενο ..., στο οποίο έγραψε ότι δήθεν μετά από συνεννόηση με τους προϊσταμένους του συμφωνούσε να ικανοποιηθεί αίτημα του κρατούμενου να παραστεί κατά τη συζήτηση της υφ' όρο απόλυσης του και ανέφερε επαινετικά λόγια για τον κρατούμενο, ενέργεια που ήταν αντίθετη προς τα καθήκοντα του, δ) να αναλάβει τη διεκπεραίωση της υπόθεσης της μεταφοράς του Τούρκου κρατούμενου ..., η οποία είχε εγκριθεί αλλά καθυστερούσε η εκτέλεσης της λόγω της επιβολής με δικαστική απόφαση χρηματικής ποινής σε βάρος του που εκκρεμούσε προς βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.,μεταβαίνοντας στο Εφετείο Αθηνών και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.προς τακτοποίηση του θέματος αυτού, καθώς και να ενδιαφερθεί να προωθήσει προς επανεξέταση αίτημα του Τούρκου υπηκόου ..., κρατούμενου για ναρκωτικά, για μεταφορά του στην Τουρκία, αν και είχε απορριφθεί αρχικά το αίτημα του, ε) να ενδιαφερθεί για αιτήματα των καταδικασθέντων για εμπορία ναρκωτικών Αλβανών υπηκόων ..., ..., ζητώντας πληροφορίες από την αρμόδια: υπάλληλο ... αν είχαν έλθει δικαιολογητικά τους από την Αλβανία, ενέργεια που δεν ανάγετo στα καθήκοντα του. Μεταξύ δε των χρηματικών ποσών που είχε πάρει ως δώρα για τις πιο πάνω ενέργειές του, περιλαμβάνονται και τα πιο κάτω χρηματικά ποσά, τα οποία με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση τους κατέθεσε στους εξής τραπεζικούς λογαριασμούς: α) στον .... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο υποκατάστημα Καλλιθέας της Τράπεζας "CITIBANK", β) στον .... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο Υποκατάστημα Καμινίων της Εμπορικής τράπεζας, γ) στον .... λογαριασμό Ταμιευτηρίου, στον .... λογαριασμό χορηγήσεων, τον ... τρεχούμενο λογαριασμό και στον ... κοινού μετά της συζύγου του .... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στην Τράπεζας Εργασίας EUROBANK. Ειδικότερα α) στον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο υποκατάστημα Καλλιθέας της τράπεζας "CITIBANK" κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 14-5-1997 ποσό 25.000 δραχμών, 2) στις 14-5-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 3) στις 4-6-1997 ποσό 40.000 δραχμών, 4) στις 18-6-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 5) στις 14-7-1997 ποσό 100.000 δραχμών, 6) στις 18-8-1997 ποσό 60.000 δραχμών, 7) στις 2-12-1997 ποσό 130.000 δραχμών, 8) στις 10-2-1998 ποσό 180.000 δραχμών, 9) στις 16-3-1998 ποσό 90.000 δραχμών, 10) στις 20-3-1998 ποσό 70.000 δραχμών, 11) στις 18-5-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 12) στις 2-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 13) στις 2-7-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 14) στις 6-8-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 15) στις 14-8-1998 ποσό 10.000 δραχμών, 16) στις 9-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 17) στις 14-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 18) στις 10-11-1998 ποσό 55.000 δραχμών, 19) στις 14-12-1998 ποσό 55.000 δραχμών, β) στον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο Υποκατάστημα Καμινίων της Εμπορικής Τράπεζας κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 21-4-1998 ποσό 55.000 δρχ., 2) στις 18-5-1998 ποσό 52.000 δρχ, 3) στις 17-6-1998 ποσό 60.000 δρχ., 4) στις 8-7-1998 ποσό 800.000 δρχ., 5) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δρχ., 6) στις 8-12-1998 ποσό 700.000 δρχ., 7) στις 17-12-1998 ποσό 200.000 δρχ., 8) στις 21-12-1998 ποσό 50.000 δρχ., 9) στις 20-1-1999 ποσό 150.000 δρχ. και 10) στις 2-3-1999 ποσό 600.000 δρχ., γ) στον ... κοινό μετά της συζύγου του ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 8-3-1999 ποσό 1.200.000 δρχ., 2) στις 20-5-1999 ποσό 300.000 δρχ., 3) στις 22-11-1999 ποσό 200.000 δρχ., 4) στις 30-5-2000 ποσό 700.000 δρχ., 5) στις 21-12-2000 ποσό 100.000 δρχ., 6) στις 30-8-2000 ποσό 1.200.000 δρχ., δ) στον ... λογαριασμό Ταμιευτηρίου που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 12-6-1997 ποσό 2.900.000 δρχ., 2) στις 30-6-1997 ποσό 400.000 δρχ., 3) στις 8-7-1997 ποσό 1.000.000 δρχ., 4) στις 18-8-1997 ποσό 1.800.000 δρχ., 5) στις 4-11-1997 ποσό 850.000 δρχ., 6) στις 13-11-1997 ποσό 450.000 δρχ., 7) στις 2-12-1997 ποσό 200.000 δρχ., 8) στις 5-1-1998 ποσό 150.000 δρχ., 9) στις 11-2-1998 ποσό 1,600.000 δρχ., 10) στις 3-4-1998 ποσό 800.000 δρχ., 11) στις 14-5-1998 ποσό 500.000 δρχ., 12) στις 18-5-1998 ποσό 300.000 δρχ., 13) στις 5-6-1998 ποσό 60.000 δρχ., 14) στις 10-7-1998 ποσό 800.000 δρχ., 15) στις 14-7-1998 ποσό 150.000 δρχ., 16) στις 23-7-1998 ποσό 100.000 δρχ., 17) στις 5-8-1998 ποσό 50.000 δρχ., 18) στις 11-9-1998 ποσό 160.000 δρχ., 19) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δρχ., 20) στις 2-11-1998 ποσό 130.000 δρχ., 21) στις 9-11-1998 ποσό 300.000 δρχ., 22) στις 2-12-1998 ποσό 280.000 δρχ., 23) στις 21-12-1998 ποσό 150.000 δρχ., 24) στις 27-1-1999 ποσό 300.000 δρχ., 25) στις 3-2-1999 ποσό 3.000.000 δρχ., 26) στις 23-2-1999 ποσό 100.000 δρχ., 27) την 1-3-1999 ποσό 250.000 δρχ., 28) στις 10-3-1999 ποσό 150.000 δρχ., 29) στις .16-3-1999 ποσό 100.000 δρχ., 30) στις 13-4-1999 ποσό 300.000 δρχ., 31) στις 19-4-1999 ποσό 200.000 δρχ., 32) στις 27-5-1999 ποσό 150.000 δρχ., 33) στις 2-6-1999 ποσό 50.000 δρχ., 34) στις 4-6-1999 ποσό 150.000 δρχ., 35) στις 23-6-1999 ποσό 200.000 δρχ., 36) στις 28-6-1999 ποσό 140.000 δρχ., 37) στις 16-7-1999 ποσό 150.000 δρχ., 38) στις 23-7-1999 ποσό 50.000 δρχ., 39) στις 2-8-1999 ποσό 1.300.000 δρχ., 40) στις 11-8-1999 ποσό 1.000.000 δρχ., 41) στις 16-8-1999 ποσό 100.000 δρχ., 42) στις 17-9-1999 ποσό 150.000 δρχ., 43) στις 20-9-1999 ποσό 400.000 δρχ., ε) στον ... τρεχούμενο λογαριασμό που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 5-11-1999 ποσό 220.000 δρχ., 2) στις 19-11-1999 ποσό 650.000 δρχ., 3) στις 29-11-1999 ποσό 250.000 δρχ., 4) την 1-12-1999 ποσό 100.000 δρχ., 5) στις 7-12-1999 ποσό 180.000 δρχ., 6) στις 17-12-1999 ποσό 50.000 δρχ., 7) στις 24-1-2000 ποσό 100.000 δρχ., 8) στις 27-1-2000 ποσό 50.000 δρχ., 9) στις 31-1-2000 ποσό 200.000 δρχ., 10) στις 7-2-2000 ποσό 80.000 δρχ., 11) στις 6-3-2000 ποσό 1.000.000 δρχ., 12) στις 15-3-2000 ποσό 30.000 δρχ., 13) στις 21-3-2000 ποσό 1.350.000 δρχ., 14) στις 23-3-2000 ποσό 835.000 δρχ., 15) στις 24-3-2000 ποσό 100.000 δρχ., 16) στις 28-3-2000 ποσό 100.000 δρχ., 17) στις 5V4-2000 ποσό 40.000 δρχ., 18) στις 25-4-2000 ποσό 180.000 δρχ., 19) στις 9-5-2000 ποσό 50.000. δρχ., 20) την 1-6-2000 ποσό 50.000 δρχ., 21) στις 24-7-2000 ποσό 600.000 δρχ., 22) στις 31-7-2000 ποσό 120.000 δρχ., 23) στις 15-9-2000 ποσό 50.000 δρχ., 24) στις 6-10-2000 ποσό 50.000 δρχ., 25) στις 21-11-2000 ποσό 530.000 δρχ., 26) στις 8-1-2001 ποσό 50.000 δρχ., 27) στις 16-1-2001 ποσό 350.000 δρχ., 28) στις 16-2-2001 ποσό 260.000 δρχ., 29) στις 15-3-2001 ποσό 350.000 δρχ., 30) στις 20-3-2001 ποσό 150.000 δρχ., 31) στις 26-4-2001 ποσό 40.000 δρχ., 32) στις 2-4-2001 ποσό 350.000, 33) στις 11-6-2001 ποσό 120.000 δρχ., 34) στις 5-7-2001 ποσό 130.000 δρχ., 35) στις 30-8-2001 ποσό 150.000 δρχ., 36),στις 12-9-2001 ποσό 200.000 δρχ., 37) στις 13-9-2001 ποσό 200.000 δρχ., 38) στις 4-10-2001 ποσό 80.000 δρχ., στ) στον ... λογαριασμό χορηγήσεων που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε το διάστημα από 11-6-1999 έως 16-10-2001 χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 900.000 δραχμών (30.000 δρχ. τον Ιούνιο 1999, 25.000 δρχ. τον Ιούλιο 1999, 125.000 δρχ. τον Αύγουστο 1999, 25.000 δρχ. το Σεπτέμβριο 1999, 50.000 δρχ. τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο και το Δεκέμβριο 1999 τον Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2000, καιτον Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2001 ποσό 25.000 δρχ.το μήνα, το Σεπτέμβριο 2000 ποσό 45.000 δρχ. και τον Αύγουστο 2001 ποσό 75.000 δρχ. Τα πιο πάνω χρηματικά ποσά κατέθεσε με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή τους προέλευση στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, ασκεί δε κατ' επάγγελμα τέτοιες δραστηριότητες. Αφού κατ' επανάληψη αυτός και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (από το έτος 1997 μέχρι και το έτος 2001) με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση των ως άνω προαναφερθέντων χρηματικών ποσών, που ήταν προϊόν δωροδοκίας του ως άνω υπαλλήλου, κατά τα προεκτεθέντα, (άρθρο 235 ΠΚ), απέκρυψε (εξακολουθητικά) αυτά καταθέτοντας τα στους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς του, με σκοπό τη "νομιμοποίηση τους" έτσι ώστε αυτά τα ποσά να φαίνονται ότι αποτελούν δήθεν νόμιμα εισοδήματα του, που είχε αποκομίσει αυτός διαχρονικά και δη από το έτος 1997 μέχρι και το έτος 2001. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και προκύπτοντα περιστατικά, υφίστανται εν προκειμένω αποχρώσες ενδείξεις, για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα (άρθρα 26 παρ. Ια, 27 και 98 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. Ια στοιχ. αιζ', 2 παρ. 1 εδ. β' - α' Ν. 2331/1995, όπως η περ. αιζ' προστ. με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/6-5-1997, η οποία αποδίδεται στον εκκαλούντα Χ και η οποία φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1997 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του 2001. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούνται σε βάρος του κατηγορουμένου η ειδική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, και γι' αυτό απέρριψε την έφεσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως αρμόδιου κατά νόμο για την εκδίκαση της προκειμένης κατηγορίας. Γ)-Αναιρετικός έλεγχος Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την ειδική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται από τα άρθρα 98 ΠΚ και 1 παρ.1α,στ,αιζ,2 εδ.α,β του Ν.2331/95,όπως η παρ.αιζ προστέθ.με το άρθρο 2 παρ.16 του Ν.2479/97,τα οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα ευθέως και εκ πλαγίου. Ειδικότερα, δεν περιέχει στοιχεία εξατομίκευσης της παθητικής δωροδοκίας,[τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις], που αποτελεί το βασικό έγκλημα από το οποίο προέρχονται τα νομιμοποιούμενα χρήματα. Περαιτέρω, δεν διευκρινίζει αν τα δώρα ή τα μη προσήκοντα ανταλλάγματα δόθηκαν στον κατηγορούμενο προκειμένου τούτος να προβεί σε μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη ή για τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη. Δεν διευκρινίζει ακόμη αν η ενέργεια ή παράλειψη βρίσκεται εντός του κύκλου των καθηκόντων της υπηρεσίας του ή τελέσθηκαν ή υποσχέθηκαν υπ' αυτού ότι θα τελεσθούν επ' ευκαιρία της υπηρεσιακής του δράσεως και με την εξάσκηση της υπηρεσιακής του επιρροής. Ούτε εξηγεί αν ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη για το βασικό έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση διώκεται σε βαθμό κακουργήματος, καθόσο σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α` του ν. 1608/1950, όπως ισχύει μετά το ν. 1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Π.Κ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 235 για την παθητική δωροδοκία, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κλπ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει (μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2408/1996) το ποσό των 50.000.000 δραχμών και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις ιδίως αν το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως της ελλιπούς αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων εξαιτίας των ασαφειών, των λογικών κενών και των ελλείψεων αυτών είναι ουσιαστικά βάσιμοι. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να αναιρεθεί το 907/09 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ΑθηνώνΚαι Β-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 "περί προλήψεως και καταστολής της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ", με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς, Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου αυτής. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν χώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β. Ο εν λόγω ν. 2331/1995 αναφέρεται στην πρόληψη και στην καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή στο "ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος", όπως έχει επικρατήσει να περιγράφεται το φαινόμενο της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, συνήθως βαριάς μορφής, με τον όρο δε αυτόν περιγράφεται η διαδικασία, μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία, στη συνέχεια, μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μία άλλη εγκληματική δραστηριότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δημιουργείται έτσι μία σχέση κύριας και επόμενης πράξεως, στην οποία κύρια πράξη (βασικό έγκλημα) υπάγονται τα εγκλήματα, τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2331/1995. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού αδικήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με το δράστη του επόμενου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και αυτό, για το λόγο ότι, μιλώντας ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του ν. 2331/1995, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του επομένου αξιόποινου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών. Από αυτό συνάγεται ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και, επιπλέον, χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Τούτο, καθόσον, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του ν. 2331/1995 αδικήματα, τελούν σε πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου αδικήματα και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητές ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπομένων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2331/1995 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων, διακρινομένων μεταξύ τους, αδικημάτων, το κάθε ένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Ούτε, όμως, περί απορροφήσεως αδικήματος προβλεπομένου από το άρθρο 2 του ν. 2331/1995 από αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος και αυτό, γιατί εφαρμογή της αρχής της απορροφήσεως υπάρχει, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του, με την προηγούμενη πράξη, κτηθέντος, χωρίς, όμως, να προσβάλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Τα αδικήματα, όμως, του άρθρου 1 του ν. 2331/1995, πολλά εκ των οποίων είναι πλημμελήματα, δεν καλύπτουν την όλη απαξία των αδικημάτων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τα οποία είναι όλα κακουργήματα, ούτε έχουν ιστορική ενότητα μεταξύ τους. Ο δράστης της νομιμοποιήσεως -(που τελέστηκε μέχρι 13-12-2005 ενόψει του άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ) πρέπει να ενεργεί από κερδοσκοπία ή με σκοπό της συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης της περιουσίας ή την αρωγή συνδρομής σε πρόσωπο που εμπλέκεται στην εγκληματική δραστηριότητα. Δεν απαιτείται αθροιστικά κερδοσκοπία και σκοπός συγκάλυψης ή συνδρομής αλλά διαζευκτικά κερδοσκοπία ή σκοπός συγκάλυψης ή συνδρομής. Η διατύπωση είναι σαφής, αρκεί οποιοδήποτε από τα τρία αυτά στοιχεία. Δεν απαιτείται η κερδοσκοπία να συντρέχει με έναν από τους άνω σκοπούς. Όμως δεν αρκεί μόνη η απόκτηση κατοχής ή χρήση περιουσίας εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες - όπως ορίζει ρητά το άρθρο 1 εδ. β μετά το ν. 3424/2005. Η συγκάλυψη αναφέρεται στο προϊόν, το περιουσιακό στοιχείο που προήλθε από την προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα, η δε παροχή συνδρομής αναφέρεται στο δράστη (αυτουργό ή συμμέτοχο) της προηγούμενης εγκληματικής δραστηριότητας. Δεν απαιτείται όμως όπως ο δράστης της νομιμοποίησης ενεργεί στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικότητας. Καμία σύνδεση δεν γίνεται πλέον με οργανωμένο έγκλημα έτσι ώστε να απαιτείται όπως η περιουσία προέρχεται μόνο από εγκληματική δραστηριότητα του λεγόμενου οργανωμένου εγκλήματος, δεδομένου άλλωστε ότι το "ξέπλυμα" δεν αποτελεί μόνο δικό του χαρακτηριστικό. Η πράξη της νομιμοποίησης έχει όμως αυτοτελές άδικο (εκτός από την περίπτωση του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ. δ εδ. τελ. ν. 2331/95,) έναντι της πρότερης πράξης, δηλαδή του βασικού εγκλήματος. 'Ετσι είναι αδιάφορο αν το βασικό έγκλημα έχει υποκύψει σε παραγραφή και δη μετά την τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης (επιχείρημα και από το άρθρο 2 παρ. 8 ν. 2331/95, και άρθρο 2 παρ. 4 ν. 2331/95). Αρκεί επομένως ότι το βασικό έγκλημα περιλαμβάνεται σ' αυτά που ανήκουν στην εγκληματική δραστηριότητα χωρίς να απαιτείται ο δράστης αυτής να είναι και τιμωρητέος. Να πληρούν δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά κάποιο έγκλημα, που υπάγεται στην εγκληματική δραστηριότητα. Μπορεί να είναι και άγνωστος ο δράστης του βασικού εγκλήματος. Τέλεση εγκλήματος απαιτεί ο νόμος, όχι και καταδίκη υπαιτίου. Η ποινή εδώ επιβάλλεται για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων και όχι για την πράξη της εγκληματικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' εδ. αιζ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 (και αναριθμήθηκε με το άρθρο έκτο παρ. 1 του ν. 2696/1998), ο όρος "εγκληματικές δραστηριότητες", περιλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και το έγκλημα (καλούμενο βασικό έγκλημα) το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τις διατάξεις του άρθρου 235, του Ποινικού Κώδικα", κατά δε τη διάταξη της παρ γ' του ίδιου άρθρου του νόμου, με τον όρο "περιουσία" νοούνται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3424/ 2005, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' του ν. 2331/1995, όπως είχε αντικατασταθεί, αντικαταστάθηκε περαιτέρω και αντί του εδ. αιζ', τέθηκε στοιχείο δδ', στο οποίο αναφέρεται συναφώς (ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στον όρο "εγκληματικές δραστηριότητες", μόνο η παθητική δωροδοκία του άρθρου 235 ΠΚ. Ήτοι το άνω έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας περιλαμβάνεται στα βασικά εγκλήματα για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αφού το έγκλημα αυτό επισύρει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και άρα εμπίπτει στην κατηγορία των βασικών εγκλημάτων του άρθρου 2 παρ.1 στοιχ. ιι του ν. 3424/2005, κατά το οποίο εγκληματική δραστηριότητα αποτελεί και κάθε αξιόποινη πράξη, που επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας με ελάχιστο όριο άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της να προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. Κατά το άρθρο δε 235 του ΠΚ, όπως ίσχυε προ της κατά την 3-3-2000 αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 2 του Ν.2808/2000, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος που απαιτεί ή δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ανταλλάγματα που δεν δικαιούται ή την υπόσχεση τέτοιων δώρων ή ανταλλαγμάτων για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, η οποία είναι αντίθετη στα καθήκοντά του ή ανάγεται στην υπηρεσία του. Μετά την ως άνω αντικατάστασή του το ίδιο άρθρο ορίζει ότι τιμωρείται με την ανωτέρω ποινή ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτον ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν.2802/2000 (στις 3-3-2000) η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας του υπαλλήλου στοιχειοθετείται μόνον για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις του, ενώ προκειμένου για τελειωμένη ήδη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη. 'Ετσι, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 235 ΠΚ, απαιτείται, μετά τις 3-3-2000, όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α' ΠΚ, τα δώρα ή ανταλλάγματα, που δεν αρμόζουν σε αυτόν, να δίνονται ή και να υπάρχει υπόσχεση δόσεως αυτών, για μελλοντική μη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα αυτή ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια, ωφελήματα δε μπορεί να είναι και κάθε χαριστική παροχή υλικής ή μη φύσεως, ακόμα και παροχή δωρεάν ερωτικών απολαύσεων, σε όφελος του δράστη υπαλλήλου, επί της οποίας παροχής δεν έχει αυτός καμία νόμιμη αξίωση, Επίσης, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το χρόνο τελέσεως, πρέπει επί πλέον, η ενέργεια ή η παράλειψή του δράστη να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, τα διαγραφόμενα ή προκύπτοντα από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του (Ολ.ΑΠ 6/1998), ενώ δεν καταλαμβάνονται πράξεις που βρίσκονται έξω από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως εκείνες που γίνονται με χρησιμοποίηση της υπηρεσιακής επιρροής του ή με ανεπίτρεπτη δραστηριότητα αυτού, σε άλλο υπάλληλο, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα να ενεργήσει για την πραγματοποίησή τους. Συνεπώς, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2802/2000, η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας υπαλλήλου, στοιχειοθετείται μόνο για μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτού, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη είναι ανέγκλητη. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Για την παραπομπή δε του υπαιτίου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν αρκεί να εικάζεται ή να πιθανολογείται απλώς η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς η ταυτότητα αυτού, ο χρόνος τελέσεώς του και οι δράστες του και να προκύπτουν, από πειστικά στοιχεία και κατά αντικειμενική εκτίμηση, επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου. Μόνη η αδυναμία του κατηγορουμένου να δικαιολογήσει την κατοχή ή την κατάθεση στο όνομά του από άγνωστο καταθέτη συγκεκριμένου χρηματικού ποσού δε θεωρείται στοιχείο ικανό να θεμελιώσει επαρκείς ενδείξεις για προέλευση του σχετικού ποσού από εγκληματική δραστηριότητα και να προκαλέσει αντίστοιχη παραπομπή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 907/2009 βούλευμά του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα ως Γραμματέας του Τμήματος Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, υπηρέτησε στο ως άνω Τμήμα, κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1997 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2000. Επίσης υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του υπηρέτησε από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του 2001 στη Διεύθυνση Προσωπικού - Τμήμα Γραμματείας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στην ... κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και δη από 6-5-1977 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του 2001 απαιτούσε αυτός και δεχόταν διάφορα χρηματικά ποσά από κρατουμένους στις διάφορες φυλακές της χώρας ή συγγενείς αυτών, το ύψος το ακριβές των εν λόγω χρημάτων δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση. Πάντως μέρος των εν λόγω χρημάτων κατατέθηκε στους κάτωθι τραπεζικούς λογαριασμούς του, ως ακολούθως εξειδικεύονται αυτά (τα χρήματα). Τα εν λόγω χρήματα τα έλαβε αυτός, καίτοι δεν τα εδικαιούτο να τα λάβει. Καθ' όσον τα έλαβε για ενέργειες και παραλείψεις του αντικείμενες στα καθήκοντά του ή αναγόμενες στην υπηρεσία του ως υπαλλήλου. Συγκεκριμένα δε αυτός με την ως άνω ιδιότητα του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατ' επανάληψη δέχθηκε διάφορα χρηματικά ποσά ως δώρα και δη ως αυτά εξειδικεύονται ακολούθως προκειμένου: α) να μεταχθούν κρατούμενοι από τις δικαστικές φυλακές όπου κρατούντο σε δικαστικές φυλακές της αρεσκείας τους εκτός σειράς μεταγωγών, όπως ο κρατούμενος ... από τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού και δη στο αρτοποιείο αυτής, ενέργειες που ανάγοντο στην αρμοδιότητά του, β) να επικοινωνεί με διευθυντές φυλακών και να ζητά να έχουν ευνοϊκή μεταχείριση κρατούμενοι και να τοποθετούνται σε θέσεις εργασίες στις δικαστικές φυλακές, όπως για τους κρατούμενους ... και ..., που κρατούντο στις Φυλακές Αλικαρνασσού, για τον κρατούμενο ... ή ..., για τον κρατούμενο δικηγόρο ... στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, για τον κρατούμενο ... στις δικαστικές φυλακές Τίρυνθας, για τον κρατούμενο ... που εκρατείτο στις αγροτικές φυλακές Κασσάνδρας, ενέργειες που ήταν αντίθετες στα καθήκοντά του, γ) να συντάξει έγγραφο και να το παραδώσει στον κρατούμενο ..., στο οποίο έγραψε ότι δήθεν μετά από συνεννόηση με τους προϊσταμένους του συμφωνούσε να ικανοποιηθεί αίτημα του κρατούμενου να παραστεί κατά τη συζήτηση της υφ' όρον απόλυσής του και ανέφερε επαινετικά λόγια για τον κρατούμενο, ενέργεια που ήταν αντίθετη προς τα καθήκοντά του, δ) να αναλάβει τη διεκπεραίωση της υπόθεσης της μεταφοράς του Τούρκου κρατούμενου ..., η οποία είχε εγκριθεί αλλά καθυστερούσε η εκτέλεσης της λόγω της επιβολής με δικαστική απόφαση χρηματικής ποινής σε βάρος του που εκκρεμούσε προς βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., μεταβαίνοντας στο Εφετείο Αθηνών και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. προς τακτοποίηση του θέματος αυτού, καθώς και να ενδιαφερθεί να προωθήσει προς επανεξέταση αίτημα του Τούρκου υπηκόου ..., κρατούμενου για ναρκωτικά, για μεταφορά του στην Τουρκία, αν και είχε απορριφθεί αρχικά το αίτημά του, ε) να ενδιαφερθεί για αιτήματα των καταδικασθέντων για εμπορία ναρκωτικών Αλβανών υπηκόων ..., ..., ζητώντας πληροφορίες από την αρμόδιας υπάλληλο ... αν είχαν έλθει δικαιολογητικά τους από την Αλβανία, ενέργεια που δεν ανάγετο στα καθήκοντά του. Μεταξύ δε των χρηματικών ποσών που είχε πάρει ως δώρα για τις πιο πάνω ενέργειές του, περιλαμβάνονται και τα πιο κάτω χρηματικά ποσά, τα οποία με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευσή τους κατέθεσε τους εξής τραπεζικούς λογαριασμούς: α) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο υποκατάστημα Καλλιθέας της Τράπεζας "CITIBANK", β) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο Υποκατάστημα Καμινιών της Εμπορικής τράπεζας, γ) τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό Ταμιευτηρίου, τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό χορηγήσεων, τον υπ' αριθμ. ... τρεχούμενο λογαριασμό και τον υπ' αριθμ. ... κοινού μετά της συζύγου του ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στην Τράπεζας Εργασίας EUROBANK. Ειδικότερα α) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο υποκατάστημα Καλλιθέας της τράπεζας "CITIBANK" κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 14-5-1997 ποσό 25.000 δραχμών, 2) στις 14-5-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 3) στις 4-6-1997 ποσό 40.000 δραχμών, 4) στις 18-6-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 5) στις 14-7-1997 ποσό 100.000 δραχμών, 6) στις 18-8-1997 ποσό 60.000 δραχμών, 7) στις 2-12-1997 ποσό 130.000 δραχμών, 8) στις 10-2-1998 ποσό 180.000 δραχμών, 9) στις 16-3-1998 ποσό 90.000 δραχμών, 10) στις 20-3-1998 ποσό 70,000 δραχμών, 11) στις 18-5-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 12) στις 2-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 13) στις 2-7-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 14) στις 6-8-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 15) στις 14-8-1998 ποσό 10.000 δραχμών, 16) στις 9-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 17) στις 14-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 18) στις 10-11-1998 ποσό 55.000 δραχμών, 19) στις 14-12-1998 ποσό 55.000 δραχμών, β) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στο Υποκατάστημα Καμινιών της Εμπορικής Τράπεζας κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 21-4-1998 ποσό 55.000 δρχ., 2) στις 18-5-1998 ποσό 52.000 δρχ., 3) στις 17-6-.199& ποσό 60.000 δρχ., 4) στις 8-7-1998 ποσό 800.000 δρχ., 5) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δρχ., 6) στις 8-12-1998 ποσό 700.000 δρχ., 7) στις 17-12-1998 ποσό 200.000 δρχ., 8) στις 21-12-1998 ποσό 50.000 δρχ., 9) στις 20-1-1999 ποσό 150.000 δρχ. και 10) στις 2-3-1999 ποσό 600.000 δρχ., γ) στον υπ' αριθμ. ... κοινό μετά της συζύγου του ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 8-3-1999 ποσό 1.200.000 δρχ., 2) στις 20-5-1999 ποσό 300.000 δρχ., 3) στις 22-11-1999 ποσό 200.000 δρχ., 4) στις 30-5-2000 ποσό 700.000 δρχ., 5) στις 21-12-2000 ποσό 100.000 δρχ., 6) στις 30-8-2000 ποσό 1.200.000 δρχ., δ) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό Ταμιευτηρίου που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 12-6-1997 ποσό 2.900.000 δρχ., 2) στις 30-6-1997 ποσό 400.000 δρχ., 3) στις 8-7-1997 ποσό 1.000.000 δρχ., 4) στις 18-8-1997 ποσό 1.800.000 δρχ., 5) στις 4-11-1997 ποσό 850.000 δρχ., 6) στις 13-11-1997 ποσό 450.000 δρχ., 7) στις 2-12-1997 ποσό 200.000 δρχ., 8) στις 5-1-1998 ποσό 150.000 δρχ., 9) στις 11-2-1998 ποσό 1.600.000 δρχ., 10) στις 3-4-1998 ποσό 800.000 δρχ., 11) στις 14-5-1998 ποσό 500.000 δρχ., 12) στις 18-5- ποσό 300.000 δρχ., 13) στις 5-6-1998 ποσό 60.000 δρχ., 14) στις 10-7-1998 ποσό 800.000 δρχ., 15) στις 14-7-1998 ποσό 150.000 δρχ., 16) στις 23-7-1998 ποσό 100.000 δρχ., 17) στις 5-8-1998 ποσό 50.000 δρχ., 18) στις 11-9-1998 ποσό 160.000 δρχ., 19) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δρχ., 20) στις 2-11-1998 ποσό 130.000 δρχ., 21) στις 9-11-1998 ποσό 300.000 δρχ., 22) στις 2-12-1998 ποσό 280.000 δρχ., 23) στις 21-12-1998 ποσό 150.000 δρχ., 24) στις 27-1-1999 ποσό 300.000 δρχ., 25) στις 3-2-1999 ποσό 3.000.000 δρχ., 26) στις 23-2-1999 ποσό 100.000 δρχ., 27) την 1-3-1999 ποσό 250.000 δρχ., 28) στις 10-3-1999 ποσό 150.000 δρχ., 29) στις 16-3-1999 ποσό 100.000 δρχ., 30) στις 13-4-1999 ποσό 300.000 δρχ., 31) στις 19-4-1999 ποσό 200.000 δρχ., 32) στις 27-5-1999 ποσό 150.000 δρχ., 33) στις 2-6-1999 ποσό 50.000 δρχ., 34) στις 4-6-1999 ποσό 150.000 δρχ., 35) στις 23-6-1999 ποσό 200.000 δρχ., 36) στις 28-6-1999 ποσό 140.000 δρχ., 37) στις 16-7-1999 ποσό 150.000 δρχ., 38) στις 23-7-1999 ποσό 50.000 δρχ., 39) στις 2-8-1999 ποσό 1.300.000 δρχ., 40) στις 11-8-1999 ποσό 1.000.000 δρχ., 41) στις 16-8-1999 ποσό 100.000 δρχ., 42) στις 17-9-1999 ποσό 150.000 δρχ., 43) στις 20-9-1999 ποσό 400.000 δρχ., ε) στον υπ' αριθμ. ... τρεχούμενο λογαριασμό που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες: 1) στις 5-11-1999 ποσό 220.000 δρχ., 2) στις 19-11-1999 ποσό 650.000 δρχ., 3) στις 29-11-1999 ποσό 250.000 δρχ., 4) την 1-12-1999 ποσό 100.000 δρχ., 5) στις 7-12-1999 ποσό 180.000 δρχ., 6) στις 17-12-1999 ποσό 50.000 δρχ., 7) στις 24-1-2000 ποσό 100.000 δρχ., 8) στις 27-1-2000 ποσό 50.000 δρχ., 9) στις 31-1-2000 ποσό 200.000 δρχ., 10) στις 7-2-2000 ποσό 80.000 δρχ., 11) στις 6-3-2000 ποσό 1.000.000 δρχ., 12) στις 15-3-2000 ποσό 30.000 δρχ., 13) στις 21-3-2000 ποσό 1.350.000 δρχ., 14) στις 23-3-2000 ποσό 835.000 δρχ., 15) στις 24-3-2000 ποσό 100.000 δρχ., 16) στις 28-3-2000 ποσό 100.000 δρχ., 17) στις 5-4-2000 ποσό 40.000 δρχ., 18) στις 25-4-2000 ποσό 180.000 δρχ., 19) στις 9-5-2000 ποσό 50.000 δρχ., 20) την 1-6-2000 ποσό 50.000 δρχ., 21) στις 24-7-2000 ποσό 600.000 δρχ., 22) στις 31-7-2000 ποσό 120.000 δρχ., 23) στις 15-9-2000 ποσό 50.000 δρχ., 24) στις 6-10-2000 ποσό 50.000 δρχ., 25) στις 21-11-2000 ποσό 530.000 δρχ., 26) στις 8-1-2001 ποσό 50.000 δρχ., 27) στις 16-1-2001 ποσό 350.000 δρχ., 28) στις 16-2-2001 ποσό 260.000 δρχ., 29) στις 15-3-2001 ποσό 350.000 δρχ., 30) στις 20-3-2001 ποσό 150.000 δρχ., 31) στις 26-4-2001 ποσό 40.000 δρχ., 32) στις 2-4-2001 ποσό 350.000, 33) στις 11-6-2001 ποσό 120.000 δρχ., 34) στις 5-7-2001 ποσό 130.000 δρχ., 35) στις 30-8-2001 ποσό 150.000 δρχ., 36),στις 12-9-2001 ποσό 200.000 δρχ., 37) στις 13-9-2001 ποσό 200.000 δρχ., 38) στις 4-10-2001 ποσό 80.000 δρχ., στ) στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό χορηγήσεων που τηρεί στην Τράπεζα Εργασίας κατέθεσε το διάστημα από 11-6-1999 έως 16-10-2001 χρηματικά ποσά προερχόμενα από δωροδοκίες που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 900.000 δραχμών (30.000 δρχ. τον Ιούνιο 1999, 25.000 δρχ. τον Ιούλιο 1999, 125.000 δρχ. τον Αύγουστο 1999, 25.000 δρχ. το Σεπτέμβριο 1999, 50.000 δρχ. τον Οκτώβριο 1999, τους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο 1999 και Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο του έτους 2000, και Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο 2001 ποσό 25.000 δρχ. το μήνα, το μήνα Σεπτέμβριο του 2000 ποσό 45.000 δρχ. και το μήνα Αύγουστο του έτους 2001 ποσό 75.000 δρχ.). Τα πιο πάνω χρηματικά ποσά κατέθεσε με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή τους προέλευση στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, ασκεί δε κατ' επάγγελμα τέτοιες δραστηριότητες. Αφού κατ' επανάληψη αυτός και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (από το έτος 1997 μέχρι και το έτος 2001) με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση των ως άνω προαναφερθέντων χρηματικών ποσών, που ήταν προϊόν δωροδοκίας του ως άνω υπαλλήλου, κατά τα προεκτεθέντα, (άρθρο 235 ΠΚ), απέκρυψε (εξακολουθητικά) αυτά καταθέτοντας τα στους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς του, με σκοπό τη "νομιμοποίηση τους" έτσι ώστε αυτά τα ποσά να φαίνονται ότι αποτελούν δήθεν νόμιμα εισοδήματα του, που είχε αποκομίσει αυτός διαχρονικά και δη από το έτος 1997 μέχρι και το έτος 2001. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και προκύπτοντα περιστατικά υφίστανται εν προκειμένω αποχρώσες ενδείξεις, για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα (άρθρα 26 παρ. Ια, 27 και 98 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. Ια στοιχ. αιζ', 2 παρ. 1 εδ. β' - α' Ν. 2331/1995, όπως ή περ. αιζ' προστ. με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/6-5-1997, η οποία αποδίδεται στον εκκαλούντα Χ και η οποία φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-1997 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του 2001. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω φρονούμε ότι πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 317, 318, 319 και 481 Κ.Π.Δ., να απορριφθεί η ως άνω, με αρ. 550/10-11-2008 έφεση του εκκαλούνται κατηγορουμένου Χ, κατά του με αρ. 3086/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτοβαθμίου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν διέλαβε την, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμά του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α, στ, αιζ, 2 εδ. α, β του ν. 2331/1995, όπως η παρ. αιζ προστέθ. με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 και 2 παρ.2, 13 εδ. στ, 98, 235 ΠΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, α) δεν εξατομικεύονται κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις τα στοιχεία του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας που του αποδίδεται κατ' εξακολούθηση, από την οποία, κατά την κατηγορία, προέρχονται τα νομιμοποιούμενα με τις διαδοχικές τραπεζικές καταθέσεις χρήματα, β) δεν διευκρινίζεται αν τα χρήματα που ελάμβανε ως δώρα ή ανταλλάγματα εξυπηρετήσεων ο κατηγορούμενος, υπάλληλος στη Διεύθυνση Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, από αγνώστους κατάδικους, τουλάχιστον από 3-3-2000 και μετά, που ισχύει ο νέος ν. 2808/2000, που κατατέθηκαν σε τραπεζικούς του λογαριασμούς, δόθηκαν σε αυτόν από κρατουμένους σε διάφορες φυλακές της Ελλάδος, προκειμένου να προβεί αυτός σε μελλοντική ενέργεια και θετική παρέμβαση προς όφελος διαφόρων αιτημάτων των κρατουμένων ή για ήδη τελειωμένη ενέργεια και μεσολάβηση αυτού, οπότε και δε στοιχειοθετείται αντικειμενικά με τον άνω νόμο το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, γ) δεν διευκρινίζεται αν οι αποδιδόμενες ενέργειες του κατηγορουμένου υπαλλήλου υπέρ διαφόρων κρατουμένων βρίσκονται εντός του κύκλου των καθηκόντων της υπηρεσίας του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης που υπηρετούσε ή τελέσθηκαν ή υποσχέθηκαν υπ'αυτού ότι θα τελεσθούν επ' ευκαιρία της υπηρεσιακής του δράσεως και με την εξάσκηση της υπηρεσιακής του επιρροής σε άλλους υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε υπαλλήλους σωφρονιστικών καταστημάτων, δ) ουδόλως αιτιολογείται η τέλεση του άνω εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων, κατ' επάγγελμα, όπως παραπέμπεται, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ. και δη εκτός από την εκτιθέμενη στο άνω αιτιολογικό επανειλημμένη τέλεση της παθητικής δωροδοκίας και κατάθεσης χρημάτων σε λογαριασμούς του για νομιμοποίηση, από 6-5-1997 έως και Οκτώβριο του 2001, δεν αναφέρεται αν προκύπτει και σκοπός του κατηγορουμένου υπαλλήλου για πορισμό εισοδήματος. Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολό του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν αυτό Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το με αριθ.907/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση της από 10-11-2008 εφέσεως του κατηγορουμένου Χ, στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Ο όρος 'εγκληματικές δραστηριότητες' του Ν. 2479/1997 όπως αντικ. με άρθρο 1 παρ. α του Ν. 2331/1995 και αντικ. πάλι με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3424/2005 περιλαμβάνει και το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας του άρθρου 235 ΠΚ. Ήτοι το άνω έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας περιλαμβάνεται στα βασικά εγκλήματα για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αφού το έγκλημα αυτό επισύρει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και άρα εμπίπτει στην κατηγορία των βασικών εγκλημάτων του άρθρου 2 § 1 στοιχ. II του Ν. 3424/2005. Αναιρεί το βούλευμα κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως βασίμου κατ' ουσία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νομιμοποίηση εσόδων.
0
Αριθμός 2.033/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκα-τηγορούμενο τον Ζ. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.185/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 241/8.7.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατ' άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., μετά την υπ' αριθ. 991/2009 απόφασιν, την υπ' αριθ. 11/18-6-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου εις αναίρεσιν, σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482§1α Κ.Π.Δ., με δήλωση του αναιρεσείοντος στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Κρήτης για την οποία συνετάχθη η προδιαληφθείσα έκθεσις, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη εις τον αναιρεσείοντα την 6-6-2007και επομένως είναι τυπικά δεκτή. Με την υπό κρίσιν αίτησιν αναιρέσεως προβάλλονται ως λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.II) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λασιθίου με το υπ'αριθμόν 112/2006 βούλευμα του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (κακουργημάτων) για να δικασθεί για την πράξιν της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ησκήθη έφεσις υπό του κατηγορουμένου επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 127/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δια του οποίου απερρίφθη, κατ' ουσίαν, η παραπάνω έφεσίς του αφού παραδεκτώς, μετά από την αναθεώρησιν της εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορίας, εχαρακτηρίσθη ορθώς η πράξις του ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, από υπάλληλο Τράπεζας, αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ, πραχθείσα υπό του μη εκκαλέσαντος συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος εις βάρος της Εθνικής Τραπέζης και παράλληλα επεκυρώθη, ως προς τις λοιπές διατάξεις του, το εκκαλούμενο υπ'αριθ. 112/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου. Ill) Έλλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει τον από το αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικώς με την αποδιδόμενη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις δια την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο (Α.Π. 572/2005 Ποιν.Λογ. 2005 σελ. 521, Α.Π. 385/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ' σελ. 902). Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ'όψιν του και αξιολόγησε το Συμβούλιο (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγο-ρουμένου), χωρίς να απαιτείται αναλυτικά παράθεση τους και να μνημονεύεται τι προέκυψε από το κάθε ένα, πρέπει όμως να συνάγεται από το βούλευμα ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπ' όψιν και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1002/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 124, Α.Π. 333/2000 Ποιν.Χρ. Ν' σελ. 893). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρ. 484§1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί 'δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. IV) Κατά την διάταξη του αρθρ. 2 §§1, 4 ν. 2331/1995, όπως η παρ. 3 αντικ. με το αρθρ. 5 ν. 2655/1998, "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία, ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα...". Η έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", που προβλέπεται και τιμωρείται κατά την πιο πάνω διάταξη του αρθρ. 2 §§1, 4 ν. 2331/95, όπως η παρ. 4 αυτού αντικατεστάθη με το αρθρ. 5 ν. 2655/1998, προσδιορίζεται, στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχ. α' του αρθρ. 1 ν. 2331/95, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτό της υπεξαίρεσης, αν το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (375§1β Π.Κ.) ή αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης ή συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του αρθρ. 375§2 Π.Κ. Με την τροποποίηση του ν. 2331/1995 δια του ν. 3424/2005, απαλείφθηκε, από τα παραπάνω περιοριστικά αριθμούμενα "βασικά" αδικήματα του αρθρ. 1 στοιχ. α', η υποπερίπτωση που αφορά την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Προσετέθη όμως, με την παρ. 1 του αρθρ. 1 ν. 3424/2005 η υποπερίπτωση ιι σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των εξ μηνών και από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Από την διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και ιδιώνυμο έγκλημα, αντικειμενικά μεν απαιτείται αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση των εμπεριεχομένων εις το αρθρ. 1 του ως άνω νόμου αξιόποινων πράξεων, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων και επί πλέον ο δράστης της νομιμοποιήσεως - που ετελέσθη μέχρι την 31-12-2005, εν όψει του αρθρ. 2 §1 Π.Κ. - πρέπει να ενεργεί από κερδοσκοπία ή με σκοπό της συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης της από το αρθρ. 1 στοιχ. γ' του ιδίου νόμου καθοριζομένης "περιουσίας", η οποία περιλαμβάνει τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων" ή την αρωγή συνδρομής σε πρόσωπο που εμπλέκεται στην εγκληματική δραστηριότητα. Δεν απαιτείται αθροιστικά κερδοσκοπία και σκοπός συγκάλυψης η συνδρομής αλλά διαζευκτικά κερδοσκοπία ή σκοπός συγκάλυψης ή συνδρομής. Η διατύπωση είναι σαφής, αρκεί οποιοδήποτε από τα τρία αυτά στοιχεία. Δεν απαιτείται η κερδοσκοπία να συντρέχει με έναν από τους άνω σκοπούς (Α.Π. 372/2002, Α.Π. 478/2000). Ο σκοπός του δράστη της νομιμοποίησης είναι υπαλλακτικά, είτε η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης του υλικού αντικειμένου της εγκληματικής δραστηριότητος είτε την παροχή συνδρομής εις όποιον εμπλέκεται είτε ως αυτουργός είτε ως συμμέτοχος στην εγκληματική δραστηριότητα, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του (Πρβλ. και το άρθρο 3 §1 ν. 1990/91 και 6 §1 ν. 2655/98, το αρθρ. 2 §1 ν. 2331/95, όπως είχε προ της αντικ. με το αρθρ. 3 §1 ν. 3424/2005, ανέγραφε μόνο τον σκοπό της συνδρομής γενικά, χωρίς δηλαδή αναφορά του αντικειμένου της συνδρομής). Προκειμένου δε να ενταχθούν μεταξύ των "βασικών" εγκλημάτων και τα αναφερόμενα στην παραπάνω υποπερίπτωση ϋ, που προσετέθη με το αρθρ. 1 §1 ν. 3424/2005, μεταξύ των οποίων και η υπεξαίρεση, πρέπει, από την τέλεση τους, να προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. Όμως το ποσό αυτό δεν απαιτείται να προβλέπεται στην οικεία διάταξη ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αλλ' αρκεί ότι "από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Απαιτείται δηλ. ό,τι in concreto προέκυψε. Τυχόν αντίθετη άποψη δεν στηρίζεται ούτε στην γραμματική διατύπωση, αντίκειται δε στον σκοπό του νόμου, ήτοι της εισαγωγής της ii του αρθρ. 2 (διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εγκληματικής δραστηριότητος) και αφετέρου εγκλήματα που έχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση διαβαθμίσεις με βάση το ύψος της περιουσίας, ελάχιστα υπάρχουν. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα τουλάχιστον το άμεσο προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητος, δηλ. του βασικού εγκλήματος, ήτοι ο,τιδήποτε έχει αποκτηθεί ευθέως από το έγκλημα, όπως το όφελος επί υπεξαίρεσης (Βλ. για το θέμα αυτό Διονυσόπουλου Ποιν.Χρ. 2006 σελ. 364) (Α.Π. 570/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ σελ. 317, Α.Π. 1611/2007 Ποιν.Χρ. ΝΗ' σελ. 527, Α.Π. 1025/2008 Ποιν.Χρ. ΝΗ' σελ. 607, Α.Π. 1432/2008 αδημ. Α.Π. 1646/2008 αδημ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος αναφέρονται, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ύστερα από έλεγχο, που διενεργήθηκε στο κατάστημα ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, από επιθεωρητές αυτής, προέκυψε ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας Ζ, μέρος των χρημάτων που ιδιοποιήθηκε, διοχέτευσε σε έξι λογαριασμούς του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος), με τον οποίο συνδέεται με στενή φιλική σχέση από το έτος 1989, όταν και οι δύο σπούδαζαν στην ... και συγκεκριμένα, 1) στις 5-4-2005 διοχέτευσε σε λογαριασμούς του ανωτέρω, τα ποσά των 37.300 ευρώ και 33.500 ευρώ αντίστοιχα, 2) στις 28-4-2005 τα ποσά των 8.150 και 2.000 ευρώ, 3) στις 5-5-2005 το ποσό των 2.505 ευρώ, 4) στις 9-5-2005 το ποσό των 2.505 ευρώ, 5) στις 12-5-2005 το ποσό των 1.200 ευρώ, 6) στις 17-5-2005 το ποσό των 3.800 ευρώ, 7) στις 24-5-2005 το ποσό των 16.500 ευρώ, 8) στις 2-6-2005 το ποσό των '8.010 ευρώ, 9) στις 6-6-2005 το ποσό των 13.800 ευρώ, 10) την 1-7-2005 το ποσό των 4.500 ευρώ και 11)από 5-4-2005 έως 25-7-2005 και σε ημερομηνίες που 'δεν εξακριβώθηκαν τα ποσά των 5.100, 1.270, 10.000, 2.000 και 4.000 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά ο Ζ διοχέτευσε σε λογαριασμούς του εκκαλούντος Χ (αναιρεσείοντος), το ποσό των 167.240 ευρώ. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε ότι τα ανωτέρω ποσά προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα του συγκατηγορουμένου του Ζ και ότι οι σχετικές καταθέσεις στους λογαριασμούς του γίνονταν προς απόδοση δανείων που κατά καιρούς είχε χορηγήσει προς αυτόν (Ζ). Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω αι πράξεις του Ζ (ιδιοποίηση χρηματικών ποσών τα οποία ανελάμβανε από καταθετικούς λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας και πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος και βλάβη τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ) στρέφονται κατά της Εθνικής Τράπεζας (και όχι κατά των καταθετών, όπως απαγγέλθηκε η κατηγορία και δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λασιθίου), η οποία ήταν κυρία των χρηματικών ποσών που αυτός υπεξαίρεσε και έχει υποχρέωση να τα αποδώσει στους πελάτες της (καταθέτες), αυτός δε (Ζ) είχε, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, την ιδιότητα του υπαλλήλου (αρθρ. 263 Αβ Π.Κ.), καθόσον υπηρετούσε σε τράπεζα που, κατά τον νόμο και το καταστατικό της εδρεύει στην ημεδαπή. Ενόψει αυτού και του ότι η ζημία που προξενήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (50.000.000 δρχ.), συντρέχει εν προκειμένω η επιβαρυντική περίσταση του αρθρ. 1 §1 ν. 1608/1950, όπως αντικ. με το άρθρο 4§5 ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 ν. 1877/1990 και το άρθρο 36 ν. 2172/1993 και όπως το ποσό αυτό αυξήθηκε με το αρθρ. 4 §3 ν. 2408/1996 σε 50.000.000 δρχ. και πρέπει, αφού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, χαρακτηρισθεί η πρώτη πράξη για την οποία κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος, ως υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αρθρ. 258β Π.Κ., στις διατάξεις του οποίου εξακολουθούν να υπάγονται οι υπάλληλοι τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή) να προστεθεί στην κατηγορία τόσον αυτής όσον και της πράξης της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, η ως άνω επιβαρυντική περίσταση του αρθρ. 1§1 ν. 1608/1950 (η πράξη της απάτης με υπολογιστή δεν εμπίπτει στο αρθρ. 1 §1 του ν. 1608/1950). Ακολούθως, λόγω της αναθεώρησης της κατηγορίας θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ανάλογα και η πράξη του εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος) κατηγορουμένου, ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα με βασικό έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία από υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την οποία το όφελος που επεδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (αρθρ. 258β Π.Κ., 1§1 ν. 1608/50), αντί του αρθρ. 375§1β Π.Κ. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να απορριφθεί αυτή κατ'ουσίαν, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τα κεφάλαια τα οποία προσβλήθηκαν με έφεση, να χαρακτηρισθεί ορθά η πράξη του εκκαλούντος ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα αυτό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, από υπάλληλο τράπεζας, αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ, αντί αυτού του άρθρου 375§ 1 β Π.Κ., να αναθεωρηθεί η κατηγορία ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο (Ζ), ήτοι να διορθωθεί το διατακτικό του με αριθ. 112/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου με την αναγραφή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ως παθούσας από τις πράξεις από τις πράξεις του μη ασκήσαντος έφεση Ζ, αντί της αναγραφής, ως παθόντων, από τις ως άνω πράξεις, των δικαιούχων των λογαριασμών και να συμπληρωθεί το διατακτικό του ως άνω βουλεύματος, όσον αφορά τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολουθηση με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα, με την προσθήκη της επιβαρυντικής περίστασης του αρθρ. 1§1 ν. 1608/1950. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών εις το εκκαλούμενο βούλευμα δεν διέλαβε εις το προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη κατά τα αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερον, αιτιολογείται μεν στο προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς και πλήρως η συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων της νομιμοποίησης εσόδων από την παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου υπαλλήλου της τραπέζης, ως προς το βασικό έγκλημα της υπεξαίρεσης, χωρίς όμως να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το πρόσθετο υποκειμενικό 'στοιχείο και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων ενήργησε από κερδοσκοπία ή με σκοπό της συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης των φερομένων, ως άνω, υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών, ή της παροχής συνδρομής, δηλαδή της από το αρθρ. 1 στοιχ. γ' ν. 2331/95, ως αντικ. δια του ν. 3424/2005, καθοριζομένης "περιουσίας", πέραν της αορίστου και άνευ αιτιολογίας απορρίψεως, ως αβασίμου, του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι οι σχετικές καταθέσεις στους λογαριασμούς του γίνονταν προς απόδοσιν δανείων που κατά καιρούς είχε χορηγήσει προς τον κατηγορούμενον του βασικού εγκλήματος της υπεξαίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα, και μόνον ως προς την παραπεμπτική διάταξη του ως προς τον αναιρεσείοντα, καθόσον ως προς τον έτερον των κατηγορουμένων και για τις πράξεις που κατηγορείται ούτος, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο, κατ'αποδοχή ως βάσιμων των από το αρθρ. 484§1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., σχετικών λόγων της αίτησης αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αρθρ. 519 Κ.Π.Δ., στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνει δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη η υπ'αριθμ. 11/18-6-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. 2) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεσις για νέα κρίσης εις το αυτό Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές. Αθήνα 29 Ιουνίου 2009. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την ένδικη από 18-6-2007 αίτηση αναιρέσεως, πλήττεται το 127/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο, όπως από αυτό προκύπτει, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του 112/2006 παρα-πεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο για να δικασθεί για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα εκείνο της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για το οποίο συμπαραπέμπεται με το ίδιο βούλευμα ο Ζ, υπάλληλος της άνω τράπεζας. Με την 991/2009 απόφασή του, το Δικαστήριο τούτο, στο οποίο είχεν εισαχθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με σχετική Εισαγγελική πρόταση να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση, για το λόγο ότι η παραπομπή είναι αμετάκλητη, κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδ. 3 και 4 του ΚΠοινΔ, καθόσον ο αναιρεσείων αυτός παραπέμπεται να δικασθεί για το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, απείχε να αποφανθεί επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον έκρινε, α) ότι η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη για τον παραπάνω λόγο, διότι από το ίδιο το παραπεμπτικό, όσο και το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ότι η άνω επιβαρυντική περίσταση, αφορά μόνο στο βασικό έγκλημα του υπαλλήλου Ζ και δεν αφορά και στην άνω πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που παραπέμπεται ο αναιρεσείων, η οποία άλλωστε δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, αλλά είναι απαράδεκτη για το λόγο ότι το άνω αδίκημα που παραπέμπεται ο αναιρεσείων είναι συναφές, κατά την έννοια του άρθρου 129 εδ. γ του ΚΠοινΔ, με εκείνο που συνιστά το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, με όφελος που επιδιώχθηκε και αντίστοιχη απειληθείσα ζημία σε βάρος της Τράπεζας, ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές ή αντίστοιχα 146.735.143 ευρώ, για το οποίο βασικό έγκλημα παραπέμπεται αμετακλήτως, με το ίδιο βούλευμα, ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του Ζ και β) ότι πρέπει να υποβληθεί σχετικά νέα Εισαγγελική πρόταση και κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, να κληθεί ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 476 παρ.1 εδ. 2 του ΚΠοινΔ, για να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το νέο αυτό λόγο απαραδέκτου της αιτήσεώς του. Όμως, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, ο αναιρεσείων, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση, δεν ειδοποιήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ.2 του ΚΠοινΔ, κατά την άνω νέα δικάσιμο της 16-9-2009, για να λάβει γνώση της παραπάνω 991/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου και για να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το νέο λόγο απαραδέκτου που έκρινε το Δικαστήριο τούτο, γιαυτό και συντρέχει λόγος να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 349 παρ.1 ΚΠοινΔ, η αναβολή της υποθέσεως, για να τηρηθούν αυτά που αναφέρονται παραπάνω, σύμφωνα και με το διατακτικό της 991/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει την εκδίκαση της από 18-6-2007 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, περί αναιρέσεως του 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, για να τηρηθούν τα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας και στο διατακτικό της 991/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2009 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλεται η συζήτηση της αναιρέσεως για να υποβληθεί σχετική Εισαγγελική πρόταση περί του απαραδέκτου ή μη αυτής και ειδοποιηθεί σχετικά ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 476§1 εδ. 2 ΚΠΔ, σε εκτέλεση της προηγούμενης 991/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, του Αρείου Πάγου.
Αναβολή συζήτησης
Αναβολή συζήτησης.
0
Αριθμός 2032/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 1093/2009 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και οι αιτούντες ζητούν την συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.6.2009 αίτησή τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να διορθωθεί η παραπάνω απόφαση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους την διόρθωση ή την συμπλήρωσή της, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, και τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό έχει ασάφειες. Διατάσσεται δε η διόρθωση ή η συμπλήρωση με απόφαση, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν. Εν προκειμένω ζητείται η συμπλήρωση του ελλιπούς διατακτικού της υπ' αριθ. 1093/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, στην οποία οι αιτούντες ήταν διάδικοι και συγκεκριμένα αναιρεσείοντες. Η αίτηση παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, παρά την απουσία του επίσης διαδίκου Ψ (πολιτικώς ενάγοντος), ο οποίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παρασταθεί στη συζήτηση (βλ. το από 30.7.2009 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων ...). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 642/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ο πρώτος από τους ήδη αιτούντες Χ1 καταδικάστηκε για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, οι μερικότερες πράξεις της οποίας τελέστηκαν την 29.9.2000, την 27.11.2000 και την 25.1.2001, ο δε δεύτερος από τους αιτούντες Χ2 καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη, οι μερικότερες πράξεις της οποίας τελέστηκαν την 29.9.2000, την 27.11.2000, την 25.1.2001, την 17.6.2002 και την 5.11.2002. Κατά της ως άνω αποφάσεως οι ανωτέρω καταδικασθέντες άσκησαν αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1093/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δέχθηκε την αίτηση και αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση. Στο αιτιολογικό της αναιρετικής απόφασης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Περαιτέρω, εφόσον οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας (άρθρα 18, 46 και 224 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ), φέρονται ότι τελέσθηκαν την 29.9.2000 και 25.1.2001, έκτοτε δε και μέχρι την κατά την 8.4.2009 εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (29.4.2009) παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παράγραφοι 1 και 3, 112 και 113 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΠΚ) και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις. Επομένως, κατά τα λοιπά για τις μη παραγραφείσες πράξεις, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε ...". Περαιτέρω, στο διατακτικό της η αναιρετική ως άνω απόφαση διέλαβε τα εξής: "Αναιρεί την υπ' αριθ. 642/9.4.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων - αναιρεσείοντων, Χ1 και Χ2, για τις μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί την 29.9.2000 και 25.1.2001 και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αναιρετική απόφαση στο διατακτικό της παρέλειψε να συμπεριλάβει στις παραγραφείσες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν και την μερικότερη πράξη της 27.11.2000. Το ότι πρόκειται για προφανή παράλειψη προκύπτει κυρίως α) από το ότι σε άλλο (προηγούμενο) τμήμα του αιτιολογικού δέχεται ότι οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν την 29.9.2000, την 27.11.2000, την 25.1.2001, την 17.6.2002 και την 5.11.2002 και β) από την περικοπή του αιτιολογικού "Επομένως, κατά τα λοιπά, για τις μη παραγραφείσες πράξεις πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση" πράγμα που σημαίνει ότι το Δικαστήριο ήθελε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για όλες τις παραγραφείσες πράξεις και να παραπέμψει την υπόθεση για νέα συζήτηση για τις μη παραγραφείσες πράξεις. Επομένως, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις συμπλήρωσης του ελλιπούς διατακτικού της προαναφερθείσης αποφάσεως, ώστε να περιληφθεί στις παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, για τις οποίες έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη και η μερικότερη πράξη της 27.11.2000. Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως, να διαταχθεί η κατά τα άνω συμπλήρωση της αποφάσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την συμπλήρωση του διατακτικού της υπ' αριθ. 1093/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ώστε η μερικότερη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, που φέρεται ότι τελέσθηκε την 27.11.2000, να περιληφθεί στις μερικότερες πράξεις, για τις οποίες παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προϋποθέσεις συμπληρώσεως αποφάσεως (άρθ. 145 ΚΠΔ). Διατάσσεται η συμπλήρωση αποφάσεως η οποία παρέλειψε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για παραγραφείσα μερικότερη πράξη, ενώ έπαυσε τη δίωξη για προγενέστερη και μεταγενέστερη αυτής.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Αποφάσεως συμπλήρωση.
0
Αριθμός 2031/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ζακόπουλο, περί αναιρέσεως της 3320/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1712/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 79 του Ν. 998/1979, εργολάβος, υπεργολάβος, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί άνευ δικαιώματος ή καθ'υπέρβασιν των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή και πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική εκτάσεως, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ'οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 παρ.2 του ίδιου ως άνω νόμου, δασική έκταση είναι εκείνη η έκταση της επιφάνειας του εδάφους, η οποία καλύπτεται από αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε διαπλάσεως και η οποία μπορεί να εξυπηρετήσει μία ή περισσότερες λειτουργίες από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή να προσφέρει προϊόντα που εξάγονται από τα παραπάνω φυτά ή να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής ή βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετεί τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Εξάλλου κατά το άρθρο 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος ή εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 3320/2008 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), αποδείχτηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις Β', Γ' και Δ' πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος τούτων, ήτοι της παράβασης των άρθρων 71 παρ.1 και 3 Ν. 998/79 και 17 παρ.8α Ν. 1337/83 καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός, στις 10-2-2000, στη δασική θέση "...", περιφέρειας ..., 1) εντός δασικής εκτάσεως, χωρίς δικαίωμα, περιέφραξε με μανδρότοιχο από μπετόν, μήκους 50 μέτρων και συρματόπλεγμα μήκους 35 μέτρων δασική έκταση 0,625 στρεμμάτων, αν και αυτό απαγορεύεται, 2) εκχέρσωσε παράνομα δασική έκταση, δηλαδή στην ανωτέρω δασική έκταση παράνομα κατέστρεψε τη δασική βλάστηση, που αποτελείται από πουρνάρια, κέδρους και αγριελιές, σε έκταση 625 τ.μ., και 3) στον παραπάνω τόπο και χρόνο προέβη στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, ήτοι με πρόθεση προέβη στην κατασκευή μανδρότοιχου από μπετόν μήκους 50 μέτρων και συρματόπλεγμα μήκους 35 μέτρων, χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (30 έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 71 παρ.1 και 3 του Ν. 998/1979 και 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η περίφραξη με μανδρότοιχο και συρματόπλεγμα και η εκχέρσωση, στη οποία προέβη ο κατηγορούμενος, έγιναν σε δασική έκταση, η οποία αποτελείται από πουρνάρια, κέρδους και αγριελιές, δηλαδή από ξυλώδη βλάστηση που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα παραπάνω φυτά, αρκεί δε για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των ανωτέρω εγκλημάτων η αναφορά της ιδιότητας της εκτάσεως ως δασικής και της βλαστήσεως από την οποία αυτή καλύπτεται, ώστε να κριθεί αν η βλάστηση αυτή προσδίδει στην έκταση την ιδιότητα της δασικής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 998/1979, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της αυθαίρετης κατασκευής, δεν έχει σημασία ο χαρακτήρας της εκτάσεως ως δασικής ή μη. Επίσης σχετικά με το έγκλημα της αυθαίρετης κατασκευής γίνεται στην απόφαση ρητή αναφορά στο δόλο του κατηγορουμένου, ενώ για τα άλλα εγκλήματα δεν αιτιολογείται ιδιαιτέρως ο δόλος, πλην όμως αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως των εν λόγω εγκλημάτων και περιέχεται γι'αυτόν αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ εξάλλου στο σκεπτικό επιμετρήσεις των ποινών διαλαμβάνεται το άρθρο 27 παρ.1 του ΠΚ και η ένταση του δόλου, μεταξύ των στοιχείων επιμετρήσεως. Περαιτέρω αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και το γεγονός ότι δεν μνημονεύει ιδιαίτερα τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα, τα οποία και αναγνώσθηκαν, δεν σημαίνει ότι τα αγνόησε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο αναιρεσείων προβάλλει ισχυρισμό περί παραγραφής των ως άνω εγκλημάτων, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επειδή όμως δεν κρίθηκε βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ο ισχυρισμός αυτός καθίσταται μη νόμιμος κατά το άρθρο 511 εδάφ. τρίτο του ΚΠΔ. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 3320/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανέγερση κτίσματος εντός δασικής εκτάσεως και παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης (άρθρο 79 παρ. 1 και 3 του Ν. 998/1979). Στοιχεία δασικής έκτασης (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 998/1979). Κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος (άρθρο 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983). Για την αιτιολόγηση του δασικού χαρακτήρα της αίτησης αρκεί η αναφορά της ιδιότητας της εκτάσεως ως δασικής και του είδους της βλαστήσεως από την οποία καλύπτεται η οποία της προσδίδει αυτή την ιδιότητα. Αιτιολογημένη καταδίκη για τα εγκλήματα αυτά του κατηγορουμένου, ο οποίος σε δασική έκταση που εκχέρσωσε παράνομα, κατασκεύασε σε μαντρότοιχο και συρματόπλεγμα, χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής. Δεν γίνεται στην απόφαση ρητή αναφορά στο δόλο, αλλά, εκτός του ότι περιέχεται στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, αναφέρεται στο σκεπτικό επιμετρήσεων της ποινής το άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ και η ένταση του δόλου μεταξύ των στοιχείων επιμετρήσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δασικά αδικήματα, Δόλος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2030/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου - Κουρδόγλου, περί αναιρέσεως της 2491/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 711/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 178 του ΠΚ όποιος με πρόθεση και αυθαίρετα θραύει ή βλάπτει σφραγίδα που έθεσε η αρχή για την κατάσχεση ή για τη φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων ή εγγράφων ή για τη βεβαίωση της ταυτότητάς τους ή ματαιώνει με οποιονδήποτε τρόπο μια τέτοια σφράγιση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Στην αναφερόμενη στο ως άνω άρθρο περίπτωση της σφραγίσεως για τη φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων υπάγεται και η επιβαλλόμενη κατά το άρθρο 6 παρ. 9 της υπ' αριθ. ΑΙΒ/8577/1983 Υγειονομικής Διατάξεως σφράγιση καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο λειτουργεί χωρίς νόμιμη άδεια, αφού δια της επιθέσεως των σφραγίδων σκοπείται ακριβώς η φύλαξη των πραγμάτων του καταστήματος ώστε να μην είναι δυνατόν να συνεχιστεί η παράνομη λειτουργία του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ τουΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αύτη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα άνω αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ή ελεύθερη κρίση του. Ετσι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις κατά το άρθρο 352 παρ. 3 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2491/2008 απόφασή του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκε ότι "η εταιρεία "... και ΣΙΑ Ε.Ε." διατηρεί επί της οδού ... της πόλεως της ..., κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα, το καφενείο "..." εντός του οποίου έχει εγκαταστήσει τεχνικά και διασ/κά παιχνίδια, το οποίο όμως στις 2-5-2003 σφραγίστηκε από τα αρμόδια όργανα του Δήμου ..., γιατί λειτουργούσε χωρίς την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας και την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 3-5-2003, ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερθείσης εταιρίας "... και ΣΙΑ ΕΕ" προέβη στην παραβίαση των τοποθετημένων σφραγίδων και στην λειτουργία του ως άνω καταστήματος και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της παραπάνω πράξεως που αποδίδεται σ' αυτόν". Ακολούθως στο διατακτικό της η απόφαση όρισε τα εξής: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ..., την 3-5-2003 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "... και ΣΙΑ ΕΕ", ιδιοκτήτριας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και δη καφενείου με τεχνικά και διασ/κά παιχνίδια, με την επωνυμία ... στην οδό ..., από πρόθεση και αυθαίρετα έθραυσε σφραγίδες που έθεσε η αρχή για τη φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων. Συγκεκριμένα, ενώ την 2-5-03 το πιο πάνω κατάστημα, σφραγίστηκε από τον Δήμο ..., επειδή λειτουργούσε χωρίς την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, την παραπάνω ημερομηνία (3-5-03) προέβη στην παραβίαση των τοποθετημένων σφραγίδων και στη λειτουργία αυτού του ως άνω καταστήματος". Επίσης το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομιστεί απόφαση σφράγισης του καταστήματος, με την παρακάτω αιτιολογία: "Στα έγγραφα της δικογραφίας περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η από 2-5-2003 έκθεση σφραγίσεως καταστήματος, η οποία συντάχθηκε από τον υπάλληλο του Δήμου ..., ..., με την παρουσία του υπαλλήλου του αυτού ως άνω Δήμου ... και αφορά το κατάστημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το ως άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής εκδικάσεως της κρινομένης υποθέσεως". Μετά από τα παραπάνω, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί από την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό προκύπτει ότι αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων του εγκλήματος της παραβίασης σφραγίδων που έθεσε η αρχή, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 178 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση ότι είχε σφραγιστεί το κατάστημα από μέρους της αρχής (Δήμος ...) λόγω του ότι λειτουργούσε χωρίς νόμιμη άδεια λειτουργίας, ότι η σφράγιση έγινε για φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων και ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση και αυθαίρετα έθραυσε τις σφραγίδες, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας του καταστήματος ετερόρρυθμης εταιρίας. Το ότι τα περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση συμπίπτουν με αυτά του κατηγορητηρίου, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού η παραδοχή τους πληροί εν προκειμένω την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επίσης και η αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος αναβολής της δίκης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, γιατί αναφέρει το λόγο στον οποίο στηρίχθηκε η απορριπτική κρίση και αυτός ήταν το ότι προκύπτει από έγγραφο η σφράγιση του καταστήματος από την Αρχή και έτσι δεν απαιτείται και η προσκομιδή της απόφασης για τη σφράγιση. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης όσο και ως προς τα περιστατικά τελέσεως του εγκλήματος, είναι αβάσιμος. Επίσης και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 178 του ΠΚ, συνιστάμενης στο ότι η παραβίαση των σφραγίδων που τέθηκαν από την Αρχή λόγω λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος χωρίς άδεια λειτουργίας, δεν συνιστά το ποινικό αδίκημα του άρθρου αυτού, είναι αβάσιμος, αφού όπως αναφέρθηκε συντρέχει εν προκειμένω η περίπτωση φύλαξης κλεισμένων πραγμάτων, τη συνδρομή της οποίας δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αποδείχτηκε ότι αυτός προέβη στη θραύση των σφραγίδων και ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας του καταστήματος ετερόρρυθμης εταιρίας, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2491/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραβίαση σφραγίδων που έθεσε η αρχή για φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων (άρθρ. 178 του ΠΚ). Στην περίπτωση αυτή υπάγεται και η σφράγιση επιβάλλεται από την αρχή σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο λειτουργεί χωρίς άδεια λειτουργίας. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, ενώ είχε σφραγιστεί από τη Δημοτική Αρχή το κατάστημά του (καφενείο), επειδή λειτουργούσε χωρίς άδεια λειτουργίας, έθραυσε τις σφραγίδες και συνέχισε να το λειτουργεί. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για περισσότερες αποδείξεις. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Παραβίαση σφραγίδων, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 2034/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου, για αναίρεση της 3747/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν αρνητική κρίση του κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά, αν αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 του ΚΠοινΔ ορίζεται ότι " η συζήτηση στο ακροατήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ.2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα, κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366- 373". Στην προκείμενη περίπτωση, με τη με αριθμό 1723/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης εκδοθείσα με αριθμό 128/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως δύο ετών προς 4,40 ευρώ ημερησίως διάταξή της και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρεθέν μέρος της. Ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3747/2008 απόφαση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο και πάλι μετέτρεψε την επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Επειδή, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2497/1997 αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την αποτροπή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη ούτε ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την έρευνα του χαρακτήρα της καταδίκου, τις περιστάσεις τέλεσης του εγκλήματος και ιδίως πρόθεση της να χρησιμοποιήσει παράνομα τις υπογραφές των θυμάτων της προκειμένου να εισπράξει κρατικές επιδοτήσεις, του τρόπου με τον οποίο ενήργησε και το γεγονός ότι δεν μεταμελήθηκε για την εγκληματική της συμπεριφορά το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για ν' αποτρέψει την κατηγορουμένη από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Ενόψει αυτών, συντρέχει περίπτωση μετατροπής της ποινής κατ' άρθρο 82 ΠΚ σε χρηματική, το ύψος της οποίας λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς πόρους της καταδικασθείσας πρέπει να υπολογισθεί προς 4,40 ευρώ για κάθε μέρα φυλάκισης". Από το αιτιολογικό αυτό, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του για μη αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως των δύο ετών και για την αναγκαιότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική, έλαβε υπόψη του, τον χαρακτήρα της κατηγορουμένης, τις περιστάσεις τελέσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας, προκειμένου αυτή να εισπράξει παράνομα κρατικές επιδοτήσεις, τον τρόπο που ενήργησε , το γεγονός ότι δε μεταμελήθηκε, ως και τους οικονομικούς όρους της καταδικασθείσας. Όμως, όπως προκύπτει από το παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν εκθέτει το δικαστήριο, από ποία αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του για μη παραδοχή του υποβληθέντος από το συνήγορο της καταδικασθείσας αιτήματος αναστολής της ποινής και μετατροπή της προς 4,40 ευρώ ημερησίως, ακόμη περισσότερο, αφού από τα ίδια τα επισκοπούμενα πρακτικά προκύπτει, ότι ουδέν απολύτως έγγραφο αναγνώσθηκε και δη ούτε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που αναιρέθηκε εν μέρει ως άνω, ούτε και η αναιρετική 1723/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά τα ορισθέντα και από την προηγούμενη αναιρετική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθ. 3743/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά τη περί μετατροπής της ποινής διάταξη της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία με χρήση. Μετ' αναίρεση - παραπεμφθείσα για μετατροπή ή αναστολή της ποινής μόνον. Δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αιτιολογείται από ποια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν οι παραδοχές του αιτιολογικού για μη αναστολή της ποινής. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινής αναστολή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2038/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ4753/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1756/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ, προκύπτει ότι, για να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στον δράστη ούτε εξ αμελείας. Περίπτωση νομικής πλάνης για τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως συντρέχει και όταν ο δράστης κατά πλάνη με τα γνωστά σε αυτόν περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως σχηματίζει αντίληψη που περιέχει πλάνη αναφορικά με τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και με πίστη στην αντίληψή του αυτή ενεργεί. Η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή, όχι μόνον όταν αγνοεί, αλλά και όταν με τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές του και την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει για να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της πράξεως, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο δράστης ευλόγως πίστεψε ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός με την ανωτέρω έννοια είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. 2. Στο άρθρο 1 του Ν. 27/1975 περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς κ.λ.π. (ΦΕΚ Α` 77) ορίζονται τα εξής: "1. Επιβάλλεται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου φόρος και εισφορά επί των υπό ελληνικήν σημαίαν πλοίων" (βαρύνοντες, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, τους πλοιοκτήτες τους εγγεγραμμένους στο οικείο νηολόγιο κατά την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού έτους). "2. Διά τους σκοπούς του παρόντος νόμου τα πλοία λογίζονται υπό ελληνικήν σημαίαν από της νηολογήσεώς των εις ελληνικόν λιμένα ... μέχρι του χρόνου καθ` ον λαμβάνει χώραν το επιβάλλον την διαγραφήν του εκ του νηολογίου γεγονός. 3. ... "Τέτοιο γεγονός αποτελεί, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 περ. α` του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (Ν.Δ.187/1973, ΦΕΚ Α` 261), η απώλεια της ελληνικής εθνικότητος, η οποία επέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν εκλείψουν οι κατά το άρθρο 5 αυτού όροι για την απόκτησή της όταν δηλαδή το πλοίο πάψει να ανήκει κατά ποσοστό υπερβαίνον το 50% σε Έλληνες υπηκόους ή σε ελληνικά νομικά πρόσωπα, των οποίων τα κεφάλαια ανήκουν σε Έλληνες υπηκόους κατά το αυτό ποσοστό. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 6 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (Ν.3816/1958, ΦΕΚ Α` 32), επί συμβατικής μεταβιβάσεως της κυριότητος πλοίου δεν αρκεί για τη μεταβίβαση μόνη η κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως, αλλ` απαιτείται και καταχώρισή της στο νηολόγιο, κατά δε το άρθρο 8 του αυτού Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι περί μεταγραπτέων πράξεων επί ακινήτων διατάξεις των άρθρων 1192 κ.επ. του Αστικού Κώδικα, αντίστοιχη καταχώριση στο νηολόγιο, ως αναγκαίο στοιχείο για τη μεταβίβαση της κυριότητος πλοίου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, και προκειμένου περί της προβλεπομένης στην τελευταία ως άνω διάταξη (ΑΚ 1192) κατακυρώσεως της κυριότητος σε δημόσιο πλειστηριασμό, καταχωριζομένης, στην περίπτωση αυτή, στο νηολόγιο περιλήψεως της οικείας κατακυρωτικής εκθέσεως. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί κατακυρώσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό ελληνικού πλοίου σε αλλοδαπούς κατά ποσοστό που οδηγεί σε απώλεια της ελληνικής εθνικότητος, το πλοίο παύει να λογίζεται υπό ελληνική σημαία, για την εφαρμογή του Ν. 27/1975, από την καταχώριση περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως στο νηολόγιο, διότι από την καταχώριση αυτή επέρχεται, κατά το ελληνικό δίκαιο, η μετάθεση της κυριότητος, η οποία στην ανωτέρω περίπτωση συνεπάγεται την απώλεια της ελληνικής εθνικότητος του πλοίου, γεγονός που επιβάλλει τη διαγραφή του από το νηολόγιο. Επομένως, ενόσω η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως δεν έχει καταχωρισθεί, για οποιονδήποτε λόγο, στο νηολόγιο, ο εξακολουθών, ως εκ τούτου, να εμφανίζεται σ` αυτό ως πλοιοκτήτης, εξακολουθεί και να βαρύνεται με την οικεία φορολογική υποχρέωση, έστω και αν παρέδωσε το πλοίο και έπαυσε, κατόπιν αυτού, να έχει την εκμετάλλευσή του (βλ. ΣτΕ 6005/1996, 387/1996, 1976/1998, 1665/1999, 5903/1995, 3302/95). Το έτος 1998 λοιπόν είχε διαμορφωθεί παγία νομολογία, σύμφωνα με την οποία, επί κατακυρώσεως σε δημόσιο πλειστηριασμό ή μεταβιβάσεως, συμβατικώς, πλοίου υπό ελληνική σημαία σε αλλοδαπό, το πλοίο και κατ ακολουθία ο Έλληνας πλοιοκτήτης του, δεν παύει να υπέχει υποχρέωση καταβολής φόρου κατά τις διατάξεις του Ν. 27/1975, από την διενέργεια του πλειστηριασμού, ή την κατάρτιση της συμβάσεως μεταβιβάσεως της κυριότητας, αλλ απαιτείται προς τούτο και μεταγραφή της περιλήψεως της εκθέσεως κατακυρώσεως ή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, στο οικείο νηολόγιο, μετά την οποία και επέρχεται διαγραφή του πλοίου εκ του νηολογίου, μετά από αίτηση του πλοιοκτήτη, λόγω της επερχομένης απώλειας της ελληνικής εθνικότητάς του και συνακόλουθα παύει η φορολογική υποχρέωση του πλοίου και του πλοιοκτήτη. 3. Στην κρινόμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κειο Πειραιώς δίκασε, κατ έφεση, την σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορία για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1β, 5,7 Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, η οποία συνίστατο στη μη καταβολή από αυτή, ως πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία πλοίου "...", του αναλογούντος, βάσει του νόμου 27/1975, φόρου, για τα έτη 1998 - 2003, συνολικού ποσού 73.891,77 €, τα επί μέρους ποσά του οποίου αναλύονται λεπτομερώς στο κατηγορητήριο. Η αναιρεσείουσα, κατά την ακροαματική διαδικασία, πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη. Προς θεμελίωση του ισχυρίσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλουμένης που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, κατά λέξη, τα ακόλουθα, αφού προηγουμένως παρέθεσε τιςε διατάξεις των άρθρων 5 και 16 του ανωτέρω Ν.Δ. 187/1973: "... Εν προκειμένω δι αναγκαστικού πλειστηριασμού διεξαχθέντος την 29η Μαϊου 1996, με επίσπευση της ενυπόθηκης δανείστριας Τράπεζας ABM AMRO, το πλοίο καθ ολοκληρίαν περιήλθε κατά κυριότητα στην παναμαϊκή εταιρία υπό την επωνυμία "..." με έδρα την πόλη του ..., στον ... (οράτε αναγνωσθείσα απόφαση Ολλανδικού δικαστηρίου σε επίσημη μετάφραση στα ελληνικά και αναγνωσθείσα αγγελία του πλειστηριασμού στην ελληνική εφημερίδα Ναυτεμπορική). Συνεπώς βάσει των ανωτέρω διατάξεων το πλοίο απέβαλε αυτομάτως την ελληνική σημαία και έκτοτε έπαυσε να είναι ελληνικό πλοίο υποκείμενο στις διατάξεις του Ν. 27/1975 περί καταβολής φόρου. Εξυπακούεται δε ότι η κατηγορουμένη έκτοτε απώλεσε την ιδιότητα της πλοιοκτήτριας του πλοίου. ... Εν προκειμένω η κατηγορουμένη, έχοντας κατά τα ανωτέρω απωλέσει την ιδιότητα της πλοιοκτήτριας ήδη από το έτος 1996, δεν κατέβαλε τον φόρο του Ν. 27/1975 κατά τα έτη 1998 έως και 2003, πιστεύοντας ότι ουδεμία φορολογική υποχρέωση είχε για το πλοίο το οποίο δεν είχε στην κυριότητά της, το οποίο επιπροσθέτως είχε αποβάλει την ελληνική σημαία (λόγω της οποίας υπέκειτο στον φόρο του Ν 27/1975). Έτσι, βάσει των ανωτέρω νομοθετικών προβλέψεων, η κατηγορουμένη πίστεψε ότι δεν ήταν υποκείμενο φορολόγησης για το πλοίο "..." κατά τις διατάξεις του Ν. 27/1975, για το χρονικό διάστημα μετά την αναγκαστική εκποίησή του στο .... Τούτη η αντίληψή της υπήρξε απολύτως συγγνωστή υπό την έννοια ότι παρά την καταβολή της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής δεν μπορούσε να διαγνώσει την πλάνη της μη υποβάλλοντας δήλωση φορολογίας όταν τόσο εκείνη είχε απωλέσει την ιδιότητα της πλοιοκτήτριας όσο και το πλοίο είχε απωλέσει την ελληνική σημαία... ". Ο με το ανωτέρω περιεχόμενο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός τυγχάνει, προεχόντως, αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο 1 νομική σκέψη, συντρέχουν στο πρόσωπό της οι εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις της επικαλούμενης συγγνωστής νομικής πλάνης. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη δεν επικαλείται μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως του πλειστηριασμού του πλοίου στο νηολόγιο, με αποτέλεσμα, σύμφωνα την ανωτέρω παγία νομολογία του ΣτΕ, η οποία κάλυπτε χρονικό διάστημα πολλών ετών και είχε διαμορφωθεί κατά το έτος ενάρξεως της μη εκπληρώσεως της φορολογικής υποχρεώσεως (1998), τόσο το πλοίο, όσο και η ίδια, να μη έχουν απωλέσει την ελληνική υπηκοότητα, και την ιδιότητα του πλοιοκτήτη, αντιστοίχως, και συνακόλουθα να μη έχει απαλλαγεί της υποχρεώσεως καταβολής φόρου, κατά το χρονικό διάστημα που κατηγορούταν. Το κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα τούτο της υποχρεώσεως καταβολής φόρου, κατά τις διατάξεις του Ν. 27/1975, σε περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκποιήσεως πλοίου σε αλλοδαπούς, ήταν γνωστό οπωσδήποτε στους κύκλους των πλοιοκτητών, οι οποίοι, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι, κατ επανάληψη, με προσφυγές τους, το έφεραν ενώπιον του ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο έδωσε την ανωτέρω λύση. Παρόλα αυτά όμως η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία, παρά τα ανωτέρω, σχημάτισε την πλανημένη αντίληψη ότι τα αποτελέσματα, τα οποία θέτει ως βάση του περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμού, δηλαδή της απώλειας της ελληνικής εθνικότητας του πλοίου, της ιδιότητας της ιδίας ως πλοιοκτήτριας αυτού και συνακόλουθα της απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής φόρου, κατά τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις, επήλθαν αυτομάτως και άνευ ετέρου μετά την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού. Περαιτέρω δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι, οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, κατά την διενέργεια σχετικής έρευνας, για το ζήτημα της υποχρεώσεως ή μη καταβολής φόρου, με βάση τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές της ως πλοιοκτήτριας και την προς τούτο προσπάθεια της, δεν μπόρεσε να γνωρίσει τον άδικο χαρακτήρα της μη καταβολής του φόρου, αλλ αντιθέτως, από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη των εκτός του ποινικού δικαίου ως άνω διατάξεων, στις οποίες, όπως λέχθηκε, είχε δοθεί, κατ επανάληψη, η ανωτέρω ερμηνεία, από το αρμόδιο ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, για την οποία δεν κάνει βέβαια μνεία στον ισχυρισμό της, πλανήθηκε για τον άδικο χαρακτήρα της μη καταβολής του αναλογούντος κατά τον Ν. 27/1975 φόρου. Εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ αυτόν και ως εκ περισσού τον απέρριψε με την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία και στη συνέχεια κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη της ανωτέρω πράξεως και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 1 έτους, την οποία και μετέτρεψε προς 4,40 € για κάθε ημέρα φυλάκισης. Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διότι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό (510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ), τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 4. Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ.1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα η πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, των οποίων οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3 - 5 έτη), εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει, αυτεπαγγέλτως, αν υπάρχει, προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ενώ καταδίκασε την αναιρεσείουσα για την ανωτέρω παράβαση σε ποινή φυλακίσεως 1 έτους, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή ή όχι αυτής, με αυτεπάγγελτη έρευνα αν ο αναιρεσείων, βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι μηνών. Έτσι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και, συνεπώς, πρέπει, να γίνει δεκτός ο, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 Η' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερευνάται αυτεπαγγέλτως (511 ΚΠΔ) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό μόνο, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 4753/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη της για μετατροπή της ποινής. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρ. 31 § 2 ΠΚ). Έννοια τελευταίας (ΑΠ 143/2009). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Έννοια αυτών. Αποτελεί και η συγγνωστή νομική πλάνη. Ανάγκη προβολής των παραδεκτώς και ορισμένως (ΑΠ 2/2009 και 200/2008). Φορολογία πλοίων κατά Ν. 27/1975. Προϋπόθεση αυτό να φέρει ελληνική σημαία. Μεταβίβαση του πλοίου σε αλλοδαπό με σύμβαση ή πλειστηριασμό. Η υποχρέωση για καταβολή φόρου υπάρχει μέχρι την μεταγραφή της μεταβιβαστικής πράξεως ή της εκθέσεως πλειστηριασμού στο νηολόγιο και την διαγραφή του πλοίου απ' αυτό. Λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Αοριστία ισχυρισμού. Όχι υποχρέωση αιτιολογήσεως απορριπτικής αυτού διατάξεως. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως. Αυτεπάγγελτη έρευνα λόγου περί υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 §1 Η΄ ΚΠΔ), διότι το δικαστήριο μετέτρεψε την ποινή προς 4,40 € την ημέρα χωρίς να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής αυτής (ΑΠ 5/2009, 568/2008). Δεκτός λόγος που εξετάζεται αυτεπάγγελτα (511 ΚΠΔ). Αναιρεί κατά το μέρος αυτό. Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Πλάνη, Φορολογία πλοίου.
1
Αριθμός 2039/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 33, 34/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1928/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (βλ. ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. ζ του α.ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, εκτός των άλλων, κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να την διαθέτει πραγματικά κατά την βούλησή του. Ειδικότερα, υπάρχει κατοχή ναρκωτικών ουσιών και στην περίπτωση που ο δράστης τις έχει επιμελώς αποκρύψει σε διάφορους χώρους εντός ή (και) εκτός της οικίας του, καθόσον μπορεί αφενός ακώλυτα και ανελλιπώς να τις παρακολουθεί και να τις ελέγχει και αφετέρου να αναλάβει εύκολα και οποτεδήποτε ήθελε όλες ή μέρος των ναρκωτικών αυτών ουσιών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ν. 2349/2006) επιβαρυντική περίσταση του παραβάτη των άρθρων 5, 6 και 7 του ν. 1729/1987) είναι, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, όταν ενεργεί κατ' επάγγελμα. Την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης την δίδει το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2408/1997. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση της κατ' επάγγελμα τέλεσης κάποιου εγκλήματος, απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση της πράξης, όπως συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), όπου πρόκειται περί μορφής πραγματικής ομοειδούς συρροής ή η διαπίστωση του σκοπού από την ύπαρξη συγκεκριμένης αξιόλογης υποδομής, από την οποία να γίνεται καταφανής ο σκοπός του δράστη για προορισμό εισοδήματος μέσω της επανειλημμένης τέλεσης. Έτσι και μία μεμονωμένη πράξη μπορεί να αξιολογηθεί ως κατ' επάγγελμα τελεσθείσα, εφόσον αποδεικνύεται ότι τελέσθηκε όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και η ύπαρξη αυτής της ειδικής κατά περίπτωση αξιόλογης υποδομής για την επανειλημμένη τέλεσή της κατά τρόπο που να εξασφαλίζει εισόδημα στον δράστη. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. β του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α του ΚΠΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 33-34/2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξ. αριθμό, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: 1) οι από 19.4.2002 τρεις (3) εκθέσεις ανεύρεσης, παράδοσης και κατάσχεσης ναρκωτικών ουσιών, 2) τα από 19.4.2002 τρία (3) πρακτικά ζυγίσεως, 3) το από 20.4.2002 πρωτόκολλο αποσυσκευασίας ινδικής κάνναβης, 4) οι από 23.4.2002 τρεις (3) εκθέσεις εξέτασης, 5) οι από 19.4.2002 δύο (2) εκθέσεις γνωστοποίησης ναρκωτικών ουσιών, 6) οι από 19.4.2002 δύο (2) εκθέσεις σύλληψης, 7) η βεβαίωση της νομικής κατάστασης σε μετάφραση, 8) η από 2.12.2002 βεβαίωση, σε μετάφραση, 9) η από 2.12.2002 βεβαίωση, σε μετάφραση, 10) η από 30.10.2002 βεβαίωση, σε μετάφραση, 11) το από 30.10.2002 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, σε μετάφραση, 12) η βεβαίωση της Αστυνομικής Διεύθυνσης, σε μετάφραση, 13) η υπ' αριθ. 1268 συμβολαιογραφική δήλωση, σε μετάφραση, 14) το υπ' αριθ. 12864 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και 15) το από 21.8.1989 πιστοποιητικό. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών και της αρίθμησής τους δεν προκύπτει ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντας μάλιστα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία (όσα από αυτά τη φέρουν) με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστό κατά το περιεχόμενό τους καθενός από τα έγγραφα αυτά (εκτός του ότι από τα έγγραφα αυτά εκείνα που προσκόμισε ο ίδιος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενό τους) στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω δέκα πέντε (15) έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα 1 έως 15 έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 33-34/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του και καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης λόγω μη διαγραφής των λέξεων "και της υπεράσπισης" που υπάρχουν στην τυποποιημένη αρχή του σκεπτικού),ότι αποδείχθηκαν για τον αναιρεσείοντα, κατά πιστή αντιγραφή, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης: "Στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ... κατείχε ποσότητα 42 χιλιογράμμων και 906 γραμμ. (42,906) ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε τρίμματα και κορυφάδες, που ήταν κατανεμημένη σε 51 συσκευασίες από νάυλον ημιδιαφανείς σακκούλες. Ειδικότερα, τα 414 γραμ. ήταν τοποθετημένα σε βαρέλι, τα 386 γραμ. κρυμμένα σε αποθήκη συνιδιοκτησίας του ... και τα 42 χιλιόγραμμα και 106 γραμμάρια ήταν κρυμμένα σε μεταλλικό ντουλάπι και πλαστικό βαρέλι που ήταν σκεπασμένα με τέντα στα δυτικά όρια του ίδιου αγροκτήματος, όπου βρίσκεται η προαναφερομένη αποθήκη. Το ότι είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά στους χώρους αυτούς ο κατηγορούμενος, προκύπτει από τις σαφείς καταθέσεις των αστυνομικών ... και ..., οι οποίοι παρακολουθούσαν τις κινήσεις του κατηγορουμένου και συνεργού του, που δεν συνελήφθη. Ειδικότερα, αντελήφθησαν τον κατηγορούμενο με τον μη συλληφθέντα συνεργό του να πλησιάζουν τα σημεία όπου τα ναρκωτικά και στη συνέχεια έδωσαν τις πληροφορίες σε άλλη ομάδα αστυνομικών και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο, τον οποίο στη συνέχεια αναγνώρισαν ως το άτομο που είχε πλησιάσει τα σημεία, όπου τα ναρκωτικά. Τα κλείθρα της αποθήκης ήταν σπασμένα και ήταν ευχερής η πρόσβαση στην αποθήκη. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος με άλλους δύο ομοεθνείς του είχε εργασθεί στο κτήμα συνιδιοκτησίας ... και γνώριζε καλώς την περιοχή και την αποθήκη, που προσφέρεται για την απόκρυψη των ναρκωτικών. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος, χωρίς το επιβαρυντικό στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, του άρθρου 23 του κωδ. νόμου περί ναρκωτικών. Ακόμη, πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ)". Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της κατοχής της ως άνω ποσότητας ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης αυτής κατ' επάγγελμα (άρθρο 8 του ν. 1729/1987 και ήδη 23 του ν. 3459/2006) και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, με την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά πιστή αντιγραφή του διατακτικού της πληττόμενης απόφασής του ότι "Στις 19.4.2002 στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ..., κατείχε ναρκωτικά κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1, 3 του Ν. 1729/1987, ήτοι φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου αυτό αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6, του ως άνω άρθρου, από την υποδομή δε που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ανωτέρω πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατείχε συνολική ποσότητα 42 κιλών και εννιακοσίων έξι γραμμαρίων (42,906) ακατέργαστης κάνναβης σε τρίμματα-κορυφάδες, η οποία ήταν κατανεμημένη σε πενήντα μία συσκευασίες από νάιλον ημιδιαφανείς σακούλες χρώματος ροζ, και ειδικότερα τα 414 γραμμάρια ήταν κρυμμένα εντός βαρελιού, το οποίο είχε εναποθέσει έξω από την αποθήκη ιδιοκτησίας του ... τα 386 γραμμάρια ήταν κρυμμένα εντός της αποθήκης ιδιοκτησίας επίσης του ... και τα 42,106 κιλά ήταν κρυμμένα εντός μεταλλικού αμπαριού και πλαστικού βαρελιού, σκεπασμένα με πλαστική τέντα χρώματος πορτοκαλί με την επιγραφή "ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΕΛΕΤΩΝ ...", τα οποία είχε εναποθέσει στα όρια του αγροκτήματος (στη δυτική πλευρά), εντός του οποίου στεγάζεται η αποθήκη ιδιοκτησίας του ..., από τον τρόπο δε που είχε κατανεμημένη την ως άνω ποσότητα, τα σημεία που είχε επιλέξει προκειμένου να την φυλάσσει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο σημείο όπου είχε κρυμμένη την ανευρεθείσα και κατασχεθείσα ποσότητα είχε και ζυγό, προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της κατοχής, αλλά και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, με απώτερο σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 § 2α' Π.Κ)". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ως προς το έγκλημα της κατοχής την απαιτουμένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. 6 και 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987. Εντεύθεν, είναι απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος για μη κατοχή των ναρκωτικών ουσιών λόγω της μη άμεσης φυσικής εξουσίασής τους απ' αυτόν, ως αβάσιμη. Αντίθετα, όμως, με αυτά που δέχθηκε το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της κατοχής, δηλονότι στο μεν αιτιολογικό να αναφέρει ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του Ν. 1721/1987, ενώ στο διατακτικό ότι συντρέχει η περίπτωση αυτή, στέρησε αυτήν από την απαιτούμενη και ως προς το κεφάλαιο αυτό ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, συνεπεία αντιφάσεως μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της και ασάφειας σχετικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ως άνω επιβαρυντικής περίστασης τέλεσης της πράξης της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 8 του ν. 1729/1987 και ήδη 23 του ν. 3459/2006). Γι' αυτό, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ (που εξετάζεται ο δεύτερος τούτων στην προκειμένη περίπτωση και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, λόγω του ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και παρέστη κατά τη συζήτησή της ο αναιρεσείων) είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει (ως προς την ενοχή για την επιβαρυντική περίσταση της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα κατ' επάγγελμα και την ποινή που του επιβλήθηκε. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 33-34/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μόνον κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ... για την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης της κατοχής απ' αυτόν των αναφερομένων στην ως άνω απόφαση ναρκωτικών ουσιών και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πράξη αυτή. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος, για αναίρεση της αυτής ως άνω απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Έννοια κατοχής. Κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης μόνο ως προς την επιβαρυντική περίσταση λόγω αντίφασης μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού και παραπομπή στο ίδιο Δικαστήριο ως προς το μέρος αυτό.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0