text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2044/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κορφιάτη, περί αναιρέσεως της 287, 922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 713/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α' Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ανωτέρω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, για τη ζωή ή για τη βαριά σωματική βλάβη. Τούτο διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, μολονότι η πράξη τιμωρείται και στις δύο με την ίδια ποινή, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη περίπτωση προσβάλλεται έννομο αγαθό υπέρτερο της σωματικής υγείας και ακεραιότητας, γεγονός που έχει σημασία ενόψει των κριτηρίων καθορισμού της ποινής, κατά το άρθρο 79 ΠΚ. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας εφήρμοσε σωστά ή όχι το νόμο, με αποτέλεσμα να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1390/2005 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, ως προς το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην ..., στις 6-1-2002, κτύπησε με μαχαίρι την εγκαλούσα ... και της προξένησε σωματική βλάβη στον αριστερό γλουτό, στο θώρακα και στην αριστερή ωμοπλάτη. Η ως άνω σωματική βλάβη, λόγω του μέσου, που χρησιμοποιήθηκε (μαχαίρι) και του ευαίσθητου σημείου (θώρακα), που κτυπήθηκε, μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαρειά σωματική της βλάβη. Η εγκαλούσα ... στις από 6-1-2002 και 15-1-2002 προανακριτικές της καταθέσεις αναφέρει ότι μετέβη στην οικία της κατ/νης να της ζητήσει εξηγήσεις, επειδή είχε συκοφαντήσει εκείνη και τη θυγατέρα της. Όταν μπήκε στην οικία της κατ/νης αυτή πήγε στην κουζίνα, πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι και μ' αυτό την τραυμάτισε. Η κατ/νη ισχυρίζεται ότι η εγκαλούσα, όταν εισήλθε στην οικία της δεν ήταν μόνη αλλά είχε μαζί της ένα άλλο άτομο με το όνομα ..., ο οποίος αυτός είχε μαχαίρι, της έσπασε ένα βάζο στο κεφάλι και η εγκαλούσα την άρπαξε από τα μαλλιά και τη κτυπούσε. Ο τραυματισμός, δε, της κατ/νης επήλθε από το ..., ο οποίος μάλωσε μαζί της και είχε μαχαίρι επάνω του. Όμως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της κατ/νης δεν ευσταθεί. Η εγκαλούσα αμέσως μετά το επεισόδιο με την κατ/νη και τον τραυματισμό της μετέβη στο Α/Τα Πετραλώνων και κατήγγειλε την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της κατ/νης, στη συνέχεια, δε, εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας, "ο Άγιος Παντελεήμων", όπου διαπιστώθηκε ο τραυματισμός της με τέμνον όργανο στο θώρακα, στην ωμοπλάτη και στο γλουτό και νοσηλεύθηκε στη θωρακοχειρουργική κλινική αυτού από 6-1-2002 έως 11-1-2002. Η κατ/νη δεν μετέβη στην Αστυνομία άμεσα να καταγγείλει στις αξιόποινες πράξεις, που αυτή ισχυρίζεται ότι της προκάλεσε η εγκαλούσα και ο φίλος της ... ούτε πήγε σε ιατροδικαστή να εξετασθεί για τον τραυματισμό, που ισχυρίζεται ότι της προκάλεσαν. Η κατ/νη υπέβαλε μήνυση σε βάρος της εγκαλούσας καθυστερημένη στις 28-1-2002. Ακόμη, η κατ/νη στην απολογία της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει ότι το μαχαίρι έπεσε από το ..., που ήταν μαζί με την εγκαλούσα, αλλά αυτή δεν το παρέδωσε την Αστυνομία. Αν τα γεγονότα είχαν λάβει χώρα, όπως τα αναφέρει η κατ/νη αμέσως θα τα είχε καταγγείλει, θα είχε εξετασθεί από ιατροδικαστή και θα είχε παραδώσει το μαχαίρι στην Αστυνομία. Κατόπιν τούτων, απορριπτομένου του ισχυρισμού της κατ/νης, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτή για επικίνδυνη σωματική βλάβη καθώς επίσης και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία για το μαχαίρι, με το οποίο τραυμάτισε την παθούσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη του πλημμελήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και της επέβαλε γι' αυτές ποινές φυλακίσεως , 4 μηνών, 2 μηνών και Χ.Π. 150 ευρώ, και 6 μηνών αντίστοιχα και συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο ως προς το πρώτο έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αναφέροντας διαζευκτικώς τόσον στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα έννομα αγαθά της παθούσας των οποίων επήλθε διακινδύνευση, (κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη), δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που δέχθηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία στερείται εντεύθεν νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο σχετικός (Β2- β σκέλος), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχεία Α1 λόγο αναιρέσεως, προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη η αναγνωσθείσα, κατ'αυτήν, από 28-1-2002 έγκληση κατ'αυτής της μηνύτριας. Από την προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη από τη μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού " ...καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο, προς σχηματισμό της περί ενοχής της κατηγορουμένης κρίσεώς του, όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα έγγραφα έγγραφα και άρα αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα τη μη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου εγγράφου. Τούτο δε, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει, από την επισκόπηση των πρακτικών, ανάγνωση τέτοιας εγκλήσεως. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως (Α1), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από τη μη συνεκτίμηση και της παραπάνω εγκλήσεως, είναι απορριπτέος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ, 369 παρ.1 και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αν μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, δε δοθεί τελευταία ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορο υπερασπίσεως, προκειμένου να αντιταχθεί και να εκθέσει τις απόψεις του επί της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης (σελ. 7), προκύπτει ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, σημειώνεται ότι "ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο και ανέπτυξε την κατηγορία, ζήτησε την αθώωση της κατηγορουμένης". Επομένως, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (Β1), για μη δόση του λόγου τελευταία στο συνήγορο της αναιρεσείουσας και στην ίδια, προκειμένου να αντιτάξουν την υπεράσπισή της κατά της κατηγορίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν στα συντασσόμενα πρακτικά της δημοσίας συζήτησης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρισθεί το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τα αδικήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κρίση του, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκαν, και τις "από 15-1-2002 και 6-1-2002 ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος ...". Με τα παραπάνω στοιχεία, όμως, τα οποία παρατίθενται στην απόφαση για τις δύο ένορκες καταθέσεις μάρτυρος, η οποία είναι και εγκαλούσα- παθούσα, προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των εγγράφων αυτών, για την ανάγνωση των οποίων δεν προέβαλε άλλωστε αντίρρηση η ως άνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως ο τόπος και η Αρχή στην οποία δόθηκαν οι καταθέσεις αυτές της εγκαλούσας, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία σχετικά με το ποία έγγραφα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, εφόσον με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, που είχε έτσι πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, σχετικός (Β2 - α' σκέλος) λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως δεν δημιουργείται καμιά ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε σε τούτο. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει υπερασπιστικό δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6 παρ.3 εδ. δ της ΕΣΔΑ, να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο κατά τη συνεδρίασή του της 16-1-2009, διέκοψε τη συζήτηση για την 4-2-2009, προκειμένου να κληθεί σε νέα διεύθυνση κατοικίας που έδωσε ο εξεταζόμενος μάρτυρας υιός της κατηγορουμένης και εξετασθεί στο ακροατήριο η απολιπομένη εγκαλούσα μάρτυρας, κατά δε την επανάληψη της συζητήσεως, η ανωτέρω μάρτυρας δεν εμφανίστηκε και το δικαστήριο ανέγνωσε τις προαναφερθείσες δύο ένορκες προανακριτικές καταθέσεις αυτής, η ανάγνωση δε έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από την κατηγορουμένη ή τον παριστάμενο συνήγορό της και χωρίς να υποβληθεί αίτημα αναβολής της δίκης. Επομένως, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από την ανάγνωση των δύο προανακριτικών καταθέσεων της απουσιάζουσας εγκαλούσας μάρτυρος, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση της κατηγορουμένης, αδιαφόρως του ότι δε βεβαιώθηκε στο αιτιολογικό συνδρομή λόγου ανεφίκτου εμφανίσεως της άνω μάρτυρος στο ακροατήριο, ο δε τελευταίος σχετικός ( Γ1 ) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε η αναιρεσείουσα ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, καθώς και κατά τη διάταξή της για τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Όσον αφορά τα λοιπά δύο αδικήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη 287, 922/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της περί ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και επιβολής σ' αυτήν ποινής για την πράξη αυτή, καθώς και κατά τη διάταξή της για τη συνολική ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω μέρος που αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8-4-2009 αίτηση αναιρέσεως της ..., περί αναιρέσεως της 287,922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Α) Δεκτός ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. ΕΚ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέροντας διαζευκτικώς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, τα έννομα αγαθά της παθούσας των οποίων επήλθε διακινδύνευση, δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που δέχθηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία στερείται εντεύθεν νόμιμης βάσεως (ΑΠ 806/2008, 2441/2008, 908/2007). Β) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λοιποί από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ τέσσερις λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας: 1) ΑΠ 379/2008, 2) ΑΠ 335/2008, 3) ΑΠ 1111/2006, 4) Δε δόθηκε ο λόγος τελευταία στην κατηγορουμένη. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2029/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντα Χ, που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 333/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ζ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 627/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 201/3.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 141/2008 βούλευμα έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά του κατηγορουμένου Ζ, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση ως πολιτικώς ενάγων ο Χ και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 333/2009 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα (βλ. το 333/2009 βούλευμα). ΙΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε στoν πολιτικώς ενάγοντα στις 6-4-2009 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Στις 16-4-2009 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο Χ και δήλωσε ότι ως πολιτικώς ενάγων ασκεί αναίρεση κατά του 333/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 386 Π.Κ. και έτσι συντάχθηκε η 78/16-4-2009 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση αναίρεσης). ΙV. Η αναίρεση αυτή πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ. ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με την τροποποίηση του άρθρου 482 Κ.Π.Δ., που έγινε με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/30-6-2003 καταργήθηκε το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά βουλεύματος από τον πολιτικώς ενάγοντα (βλ. ΑΠ 882/2005, ΑΠ 249/2005). Πρέπει επίσης να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 78/16-4-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον Χ, κατά του 333/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 13 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΒασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 εδ. α' Κ.Π.Δ. "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 που ισχύει κατά το άρθρο 61 αυτού από 30/6/2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ως άνω "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ή συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτη το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ προσβάλλεται το υπ' αριθμ. 333/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίον απερρίφθη η έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 141/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια του οποίου τούτο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Ζ για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το όφελος και η ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 €. Η αναίρεση ησκήθη την 16/4/2009, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3160/2003 και συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση. Ούτω και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16/4/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 333/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 463 εδ. α΄ 482 § 1 ΚΠΔ όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με άρθρο 41 § 1 ν. 3160/2003, που ισχύει κατά του άρθρο 1 αυτού από 30-6-2003. Ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αναίρεση.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
2
Αριθμός 2028/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία παραστάθηκε στο Συμβούλιο, αυτοπροσώπως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 94/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-4-2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 178/15-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ., την από 10-4-2009 αίτηση της Χ, με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 94/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως (άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθ. 94/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθ. 1688/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της αιτούσας. Με την απόφαση αυτή η αιτούσα την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι "Στην ..., στις 30/6/2 με πρόθεση, προέβη στην νόθευση, εγγράφου, με σκοπό, όπως παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, προέβη σε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, η κατηγορουμένη, έχοντας λάβει στην κατοχή της από τις 16/6/1999, "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ" του Ν. 1599/1986, υπογεγραμμένη από τον εγκαλούντα Ζ, με το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "δηλώνω ότι τριτεγγυώμαι υπέρ των: α) ..., Α.Δ.T ..., ημερομηνία έκδοσης 8/6/1984, παρά Τ. Ασφ. Αιγάλεω και β) ..., Α.Δ.Τ ..., ημερομηνία εκδόσεως 18/12/1998, παρά Α.Τ Αγ. Σπυρίδωνος Αιγάλεω, οι οποίοι εμίσθωσαν τα επιπλωμένα διαμερίσματα τα ευρικόμενα επί της οδού ... και ... αντίστοιχα, περιοχή ... και ανήκουν στην απόλυτη νομή, κατοχή και κυριότητα της κ. Χ τα εξής: 1) θα αναλάβω να πληρώσω εις το ακέραιον οποτεδήποτε οι κύριοι μισθωτές αυτών δεν σταθούν συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την κ. Χ τα τυχόν οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα-ΔΕΚΟ-Κοινόχρηστα-Ζημιές όσον αφορά την εσωτερική επίπλωση αυτών και ζημιές όσον αφορά τα ίδια τα ακίνητα" στη συνέχεια, η ίδια, ενεργώντας δολίως και εν αγνοία του ανωτέρω εγκαλούντος, νόθευσε το ως άνω έγγραφο, αφού συμπλήρωσε, ιδιοχείρως, κάτω από το προαναφερθέν κείμενο και τα εξής κατά λέξη αναγραφέντα: "Δανείστηκα δε σήμερα παρά της κ. Χ τετρακόσιες εξήντα πέντε χιλιάδες (465.000) δρχ., τα ποσά των εγγυήσεων με ημερομηνία επιστροφής την 15/6/2000 και συναλλαγματικές ευκολίας, συνολικής αξίας ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων χιλιάδων (1.400.000) δρχ. και λήξεως την 30/4/00, 30/6/00, 30/9/00, 30/11/00, 31/1/01, 31/3/01, 31/5/01, τις οποίες οικονομικά θα καλύψω εγώ και μόνον (200.000 Χ 7 = 1.400.000)", εμφανίζοντας, δια του ως άνω τρόπου, τον ίδιο τον εγκαλούντα Ζ, να.έχει λάβει ως δάνειο από την ίδια (κατηγορουμένη), το συνολικό χρηματικό ποσό του 1.400.000 δραχμών και συνεπώς οφειλέτη του εν λόγω χρηματικού ποσού. Στη συνέχεια, την, δια του ως άνω τρόπου, νοθευθείσα από την ίδια "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη, στις 25/1/2002, /αφού προσεκόμισε αυτή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μαζί με σχετική αγωγή της που κατέθεσε σε βάρος του ανωτέρω εγκαλούντος. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του κατέληξε δεχθέν όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται και ότι ο ισχυρισμός της αιτούσας, "κατά τον οποίο η σύνταξη της δηλώσεως στο σύνολό της στις 16-6-1999 και πριν από την βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος, ήτοι του εγκαλούντος, προκύπτει από τα κατατεθέντα στην αρμόδια Κ' ΔΟΥ Αθηνών δύο μισθωτήρια, που είχαν αριθμό καταχ. 1571/16-6-1999 και 1572/16-6-1999, στα οποία είναι προσαρτημένη η δήλωση, δεν αντικρούει τα αναφερόμενα παραπάνω. Ειδικότερα, στα χορηγηθέντα από την Εφορία φωτοτυπικά αντίγραφα των κατατεθέντων μισθωτηρίων στην κατηγ. που αναγνώσθηκαν (βλ. υπ'αριθ. πρωτ. 18279/19-12-2006 έγγρ. της ΔΟΥ) φαίνεται ότι το με αριθμό καταχ. 1571/16-6-99 μισθωτήριο, που αφορά το επί της οδού ... διαμέρισμα και του οποίου είχαν χορηγηθεί δύο πανομοιότυπα φωτοτυπικά αντίγραφα, η δήλωση αποτελεί την τετάρτη σελίδα του μισθωτηρίου, πλην όμως η σφραγίδα της Εφορίας είναι στην άνω δεξιά πλευρά της σελίδας και στη συνέχεια ακολουθεί η δήλωση, το τέλος της οποίας, που είναι και η τελευταία σελίδα του μισθωτηρίου δεν έχει σφραγίδα και υπογραφή της Εφορίας, πράγμα το οποίο θα είχε γίνει αν πράγματι η δήλωση είχε στις 16-6-99 κατατεθεί μαζί με το μισθωτήριο. Από το με αριθμό καταχ. 1572/16-6-99 μισθωτήριο, που αφορά το επί της οδού ... διαμέρισμα και του οποίου επίσης είχαν χορηγηθεί δύο φωτοτυπικά αντίγραφα, προκύπτει ότι στο ένα δεν είναι προσαρτημένη η δήλωση και έχει στην τελευταία τέταρτη σελίδα και την σφραγίδα της ΔΟΥ αρμοδίως υπογεγραμμένη, ενώ στο άλλο η δήλωση είναι προσαρτημένη τόσο στις ενδιάμεσες σελίδες όσο και στο τέλος, με την επισήμανση ότι η υπογεγραμμένη σφραγίδα της ΔΟΥ είναι στην προηγούμενη σελίδα και στις δύο επόμενες ακολουθεί η φωτοτυπία της δήλωσης, που δεν έχει (όπως στο 1571/16-6-99 μισθωτ.) στο τέλος της, που είναι και η τελευταία σελίδα του μισθωτ. σφραγίδα και υπογραφή της Εφορίας, πράγμα που θα είχε γίνει αν πράγματι η δήλωση είχε κατατεθεί στις 16-6-1999 μαζί με το μισθωτήριο. Από αυτά προκύπτει ότι η δήλωση σε χρόνο μεταγενέστερο προσκομίσθηκε στην Εφορία και με τη μέθοδο της φωτοτυπίας παρουσιάσθηκε ως η τελευταία σελίδα του μισθωτηρίου (βλ. Ολομ. ΑΠ 2/2000 Ποιν.Χρ. Ν/120), ενώ εξάλλου το ότι στα αντίγραφα του 1572 μισθωτηρίου το ένα δεν έχει προσαρτημένη καμία δήλωση και το άλλο έχει προσαρτημένες δύο, υποδεικνύει την επιδειχθείσα σπουδή για προσάρτηση της δηλώσεως σε μεταγενέστερο χρόνο.....". Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς της επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα το υπ'αριθ.πρωτ. 1105937/5909/ΔΕΥ-Α6087/Φ 6411/14-12-06 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το υπ'αριθ. πρωτ. 11762/26-9-2008 έγγραφο-απάντηση- της Κ' ΔΟΥ Αθηνών και την υπ'αριθ. 6970/20-10-2008 'Ενορκη Βεβαίωση του δικηγόρου Αθηνών Κων-νου Ι. Κακίση ενώπιον της Συμ-φου Αθηνών Αναστασίας Χρήστου Λεονταρίδου. Από τα έγγραφα αυτά, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του πιο πάνω δικηγόρου, ο οποίος εμφανίζεται να γνωρίζει οτιδήποτε βεβαιώνει περί της υποθέσεως από τις αφηγήσεις της αιτούσας, μετά της οποίας συνεργάζεται από 15ετίας και την ανάγνωση της προσβαλλόμενης απόφασης και της επ' αυτής εκδοθείσας υπ'αριθ. 1688/2008 αποφάσεως του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "επλανήθη το δικαστήριο από τα χορηγηθέντα από την Κ' ΔΟΥ Αθηνών σε τρεις διαφορετικές στιγμές μισθωτήρια με αριθ. καταχ. βιβλίου 1571/16-6-99 και 1572/16-6-99 εκ των οποίων το πρώτο περιείχε και δύο όμοια αντίγραφα της από 16-6-99 Υπευθύνου Δηλώσεως του μηνυτή Ζ. Το υπ'αριθ. 1571/16-6-99 μισθωτήριο με το οποίο κατατέθηκαν ενσωματωμένα τα δύο -2- επικυρωμένα αντίγραφα της άνω υπευθύνου δηλώσεως του μηνυτού, παρεδόθη εις την πελάτισσά του παρά της άνω ΔΟΥ σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα με εντελώς διαφορετική μορφή κάθε φορά" (δείτε αυτήν), δεν ανατρέπονται τα όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την πιο πάνω απόφασή του και κατέληξε στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του, την οποία στήριξε στα άλλα κυρίως αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει σ'αυτή και όχι μόνο στο γεγονός που δέχθηκε της μεταγενέστερης της 16-6-1999 κατάθεσης της υπευθύνου δηλώσεως του Ζ που νόθευσε η αιτούσα, στην Κ' ΔΟΥ Αθηνών. Δεν είναι δε αναμφίβολα νέα γεγονότα τα όσα κατέθεσε ο πιο πάνω δικηγόρος με την παραπάνω ένορκη βεβαίωσή του, αφού αυτά πριν να τα αφηγηθεί σ'αυτόν η αιτούσα, τα κατέθεσε στο δικαστήριο και ερευνήθηκαν από αυτό μαζί με την κατάθεση της μάρτυρος ..., υπαλλήλου της Κ' ΔΟΥ Αθηνών. Από τις προσκομιζόμενες δε αυτές αποδείξεις συνδυαζόμενες με εκείνες που προσκομίσθηκαν στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο και λήφθηκαν υπ'αυτού υπόψη, δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι η αιτούσα δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) για την οποία καταδικάσθηκε ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως, με την οποία καταδικάσθηκε και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς ----------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1. Να απορριφθεί η από 10-4-2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 94/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και 2. Να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 12 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την αυτοπροσώπως παραστάσα αιτούσα, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε. Η παραίτησή του μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο [σε Συμβούλιο], το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην επανάληψη της διαδικασίας, η οποία καταλέγεται ανάμεσα στις έκτακτες διαδικασίες και σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ διεξάγεται για το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για πλημ/μα ή κακούργημα. Επομένως, αυτός που αμετάκλητα καταδικάστηκε για πλημ/μα ή κακούργημα και υπέβαλε αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτή. Στην κρινόμενη περίπτωση, η αιτούσα με την από 10/4/2009 αίτησή της, εγχειρισθείσα αρμοδίως, κατ' άρθρο 527 παρ. 3 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την 94/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για πλαστογραφία μετά χρήσεως σε ποινή φυλάκισης είκοσι [20] μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια, ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας για τον αναφερόμενο στο άρθρο 525 παρ. 1 αρ. 2 λόγο. Όμως η αιτούσα κατά την εμφάνισή της στο Συμβούλιο, αυτοπροσώπως, δήλωσε, πριν αρχίσει η συζήτηση, ότι ανακαλεί την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή ότι παραιτείται από την αίτηση που υπέβαλε και η δήλωσή της αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Κατόπιν της δήλωσής της αυτής, και σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επιβληθούν δε στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/4/2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 94/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [220] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική αμετάκλητη απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Νόμιμη παραίτηση από αυτή, με δήλωση της αιτούσας αυτοπροσώπως πριν αρχίσει η συζήτηση.
Παραίτηση
Παραίτηση, Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 2027/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρεκκέ, περί αναιρέσεως της 53441Α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη 53441 Α'/2008 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο, προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι την 14/9/2000 στην ..., με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας MULTI FORM TRADE Μ ΕΠΕ, με πρόθεση εξέδωσε εις διαταγή του εγκαλούντος, την με αριθμό ...επιταγή της ALPHA Τράπεζας Πίστεως, ποσού 2.360.000 δραχμών, εν γνώσει του ότι η ως άνω εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία δεν διαθέτει τα αντίστοιχα κεφάλαια στο λογαριασμό της στην πληρώτρια τράπεζα, τόσον κατά το χρόνο εκδόσεως όσον και κατά το χρόνο της πληρωμής, με αποτέλεσμα, όταν αυτή εμφανίσθηκε για πληρωμή στις 20/9/2000, να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ελλείψει χρηματικού υπολοίπου. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, όσον αφορά την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εκδότριας εταιρίας, δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Ούτε απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν οι επί μέρους παραδοχές της απόφασης , ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα [άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/3/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 53441Α/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [220] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής από νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η ιδιότητα του αναιρεσείοντα ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ανώνυμη εταιρία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανώνυμη εταιρία.
2
Αριθμός 2024/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κατριβάνο, περί αναιρέσεως της 69335/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές)". Κατά δε την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, "εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ` υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές". Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως ή και ασκεπής έκταση, χορτολιβαδική ή μη, με βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτους χώρους και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις δύο πρώτες και που είναι υπαλλακτικώς μικτά αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποιήσεώς τους, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες μεταξύ των οποίων και η παράνομη εκχέρσωση του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η δημιουργία κτίσματος ή εγκαταστάσεων εντός αυτής. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους, συγχρόνως δε ορίζεται ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα παραγωγής προϊόντων από τα φυτά ή εναλλακτικώς συμβολή στη διατήρηση της βιολογικής ισορροπίας ή εξυπηρέτηση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή δημιουργία κτίσματος ή εγκαταστάσεων εντός αυτής οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση των πιο πάνω εγκλημάτων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την, απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στον ...: α) το έτος 2002 με πρόθεση προέβη στην εκχέρσωση δημοσίας δασικής εκτάσεως και συγκεκριμένα εκχέρσωσε έκταση 700 τ.μ. κατά μήκος του δρόμου που υπάρχει στη νότια πλευρά της κατασκήνωσης που λειτουργούσε ο ίδιος στη θέση "...", παραβλάπτοντας έτσι την κατά προορισμό χρήση της και β) κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2001 έως την 28/7/2003 με πρόθεση προέβη, χωρίς δικαίωμα, στην κατασκευή τριών γηπέδων εντός δασικής εκτάσεως 8 στρεμμάτων στην ίδια περιοχή". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το, ως εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης εκχέρσωσης δάσους και δημιουργίας κτίσματος και εγκαταστάσεων σε δάσος χωρίς δικαίωμα και, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τα υπ` αυτού γενόμενα παραδεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα αναγόμενα στις μνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις των παραβάσεων των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, στέρησε την απόφασή του της προβλεπομένης από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί α) στο σκεπτικό του δεν αναφέρει τα στοιχεία και τα γνωρίσματα (βλάστηση, είδη που καταστράφηκαν, κ.λπ.) που είχε η έκταση που εκχερσώθηκε, ώστε να έχει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 998/1979, τον χαρακτήρα δασικής έκτασης, στην οποία απαγορεύεται η ανέγερση κτίσματος και η δημιουργία άλλων εγκαταστάσεων και β) ενώ στο σκεπτικό αναφέρει ότι ο αναιρεσείων εκχέρσωσε δασική έκταση και προέβη σε επεμβάσεις εντός αυτής (κτίσμα - εγκαταστάσεις), στο διατακτικό αναφέρει ότι ο ίδιος εκχέρσωσε δάσος και προέβη στις ενέργειες αυτές εντός αυτού, δηλαδή υπάρχει ασάφεια για το αν ο αναιρεσείων επενέβη αυθαίρετα σε δάσος ή σε δασική έκταση, δεδομένου ότι οι έννοιες αυτές διαχωρίζονται στον νόμο και έχουν διαφορετικά γνωρίσματα ή προϋποθέσεις χαρακτηρισμού. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε, μετά από αυτά, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 69335/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για δασικά εγκλήματα (άρθρ. 73 § 3 και 1 Ν. 998/1979). Δεκτή αναίρεση για ελλιπή αιτιολογία ως προς τα γνωρίσματα της εκτάσεως που εκχερσώθηκε και ασάφεια ως προς το αν η αυτή ήταν δάσος ή δασική έκταση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δασικά αδικήματα.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2023/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 996/2008 και 541/2009 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 622/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 195/21-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 13 Απριλίου 2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., που ασκήθηκε με δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. στο Γραμματέα του Εφετείου Πατρών Αυγερινό Κατσέρη, από τον ίδιο αυτοπροσώπως, κατά της αριθμ. 996/3-6-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατ' έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε για πλαστογραφία με χρήση σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως και κατά της αριθμ. 541/17-3-2009 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμ. Εφετείο Πατρών) με την οποία απορρίφθηκε η από 30-10-2008 αίτησή του για διόρθωση (συμπλήρωση) των πρακτικών της αριθμ. 996/3-6-2008 απόφασης και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 514 εδ. γ' του Κ.Π.Δ. "δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται". Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή (ΑΠ 1827/2003 ΠΧ, ΝΔ 716). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 138 επ., 371 και 145 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου περιέχει τη σύνθεση του, συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, δηλαδή το διαδικαστικό ιστορικό, τις αιτιολογίες και το διατακτικό της, διακρίνεται δε, ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη, από τα πρακτικά της δίκης, έτσι ώστε η απόφαση με την οποία γίνεται διόρθωση των λαθών ή συμπλήρωση των ελλείψεων που υπάρχουν στα πρακτικά δεν αφορά ούτε θίγει την οικεία απόφαση, η οποία και μετά την ως άνω διόρθωση ή συμπλήρωση παραμένει η ίδια, ενώ εξάλλου η απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη την οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε (Ολ.Α.Π. 1/2000 ΠΧ, Ν, 118). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο του παραδεκτού της αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την απόφαση 996/2008 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατ' έφεση, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως για πλαστογραφία με χρήση. Κατά της απόφασης αυτής του Τριμελούς Εφετείου ο αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως, στις 30-10-2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, την αριθμ. 39/30-10-2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία εισήχθη προς συζήτηση την 1-4-2009 χωρίς εισέτι να έχει εκδοθεί κρίση επ' αυτής. Με την αριθμ. 541/17-3-2009 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Πατρών απέρριψε την από 30-10-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για διόρθωση (συμπλήρωση) των πρακτικών της αριθμ. 996/3-6-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη με αριθμό 12/13-4-2009 αίτηση αναίρεσης πλην όμως αυτή δεν έχει ασκηθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία, αφού η προσβληθείσα απόφαση που απαγγέλθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Πατρών στις 20-10-2008 η δε κατ' αυτής κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 13-4-2009, ήτοι μετά την πάροδο της τασσομένης δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της. Στη σχετική δε έκθεση κανένας λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν αναφέρεται που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης κατά της αριθμ. 996/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και της συμπροσβαλλομένης με εκείνη, με αριθμό 541/2009 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος για διόρθωση (συμπλήρωση) των πρακτικών της, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 12/13-4-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ..., κατά της αριθμ. 996/3-6-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και της αριθμ. 541/17-3-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε αίτησή του για διόρθωση (συμπλήρωση) των πρακτικών της αριθμ. 996/3-6-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 15 Μαΐου 2009 Η Αντεισαγγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων, 138 και επόμ., 371 και 145 παρ.3 του ΚΠΔ συνάγεται ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου περιέχει τη σύνθεσή του, συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, δηλαδή το διαδικαστικό ιστορικό, τις αιτιολογίες και το διατακτικό της, διακρίνεται δε ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη από τα πρακτικά της δίκης, έτσι ώστε η απόφαση με την οποία γίνεται διόρθωση των λαθών ή συμπλήρωση των ελλείψεων που υπάρχουν στα πρακτικά δεν αφορά ούτε θίγει την οικεία απόφαση, η οποία και μετά τη συμπλήρωση παραμένει η ίδια, ενώ εξάλλου η απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 και είτε διορθώνει ή συμπληρώνει τα πρακτικά είτε απορρίπτει τη σχετική αίτηση διορθώσεως ή συμπληρώσεως, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την απόφαση στην οποία αφορά η διόρθωση ή συμπλήρωση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση πριν από 24 ώρες από το γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ.1 και 473 παρ.1 και 3 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 996/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που απαγγέλθηκε με παρόντα τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, καταδικάστηκε αυτός για πλαστογραφία με χρήση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η απόφαση δε αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 20-10-2008. Ακολούθως ο ανωτέρω με την από 30-10-2008 αίτησή του ζήτησε την συμπλήρωση των πρακτικών της ως άνω αποφάσεως και η αίτησή του απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 541/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Τις ανωτέρω δύο αποφάσεις συμπροσβάλλει ο αναιρεσείων με την κρινόμενη από 13-4-2009 αίτηση αναιρέσεως, την οποία άσκησε με δήλωση στο γραμματέα του ανωτέρω Δικαστηρίου και συντάχθηκε γι' αυτήν η υπ' αριθ. 12/13-4-2009 έκθεση. Επομένως, εφόσον η υπ' αριθ. 996/2008 κύρια απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 20-10-2008, η κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και ως προς την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 541/2009 απόφαση που απέρριψε την αίτηση διορθώσεως των πρακτικών της υπ' αριθ. 996/2008 αποφάσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση των υπ' αριθ. 996/2008 και 541/2009 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει αίτηση διορθώσεως των πρακτικών αποφάσεως δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την απόφαση στην οποία αφορά η διόρθωση και η προθεσμία της αναιρέσεως και για τις δύο αποφάσεις αρχίζει από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο της κύριας απόφασης. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατά των συμπροσβαλλόμενων ως άνω αποφάσεων ως εκπρόθεσμη, με βάση την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο της κύριας απόφασης.
Αποφάσεως διόρθωση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αποφάσεως διόρθωση.
0
Αριθμός 2022/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ζ. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 238/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος- Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 130/9.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I) To συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 1388/2008 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την υπ'αριθμ. 26/2008 έφεση του Χ- κατά του υπ'αριθμ. 101/2008 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης -με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατεξακολούθηση -375 § § 1,2α, 98 ΠΚ- το βούλευμα αυτό του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον ανωτέρω στις 15-1-2009 (βλ. το από 15-1-2009 αποδεικτικό Ε.Φ....) και κατά αυτού άσκησε ο ίδιος στις 26-1-2009 -ημέρα Δευτέρα- την υπ'αριθμ. 4/2009 έκθεση αναίρεσης ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης ότι "το αναιρεσιβαλλόμενο με αριθμό 1388/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εσφαλμένως και παρά τον νόμο ΔΕΝ εδέχθη την με αριθμό 26/5-5-2008 έφεσή του και να θεωρηθεί αυτή ως κατ'ουσίαν εν μέρει βάσιμη λόγω έμπρακτης μετάνοιας και η κατηγορία σε βάρος του από κακουργηματική μορφή να χαρακτηρισθεί σε βαθμό πλημμελήματος, κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό" και -εσφαλμένα, εφάρμοσε το άρθρο 375 ΠΚ- "Διότι ......ο δόλος..... που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη, ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΠΡΟΕΚΥΨΕ από την εν γένει συμπεριφορά του. Διότι ευθύς εξ αρχής αναγνώρισε την οφειλή του με αποδοχή ισόποσης συναλλαγματικής και τμηματικά απέδωσε μεγάλο μέρος του χρηματικού ποσού πριν εξετασθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή για την κρινόμενη υπόθεση. Το ότι καταβλήθηκε μεγάλο μέρος του οφειλόμενου ποσού της πολιτικώς εναγούσης προκύπτει ευθέως από τα έγγραφα που κατέθεσε ενώπιον της κ. Ανακρίτριας κατά την διεξαχθείσα κύρια ανάκριση". ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθ'ολοκληρία αποδοχή-παραπομπή στην πρόταση του εισαγγελέα εφετών, δέχθηκε ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου" προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα Ζ, η οποία διαμένει στη ..., ανέθεσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δικηγόρο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της, μετά την έκδοση του διαζυγίου της και την επακολουθήσασα δικαστική και εξώδικη ρύθμιση των οικονομικών εκκρεμοτήτων της με τον πρώην σύζυγο της Φ του ελευθερίου, κάτοικο .... Στα πλαίσια της εντολής αυτής ο εκκαλών-κατηγορούμενος εισέπραξε κατά το έτος 1994, σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε κατά την κύρια ανάκριση, το ποσό των 6.000.000 δραχμών ή 17.608,217 ευρώ, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 2940/1990 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από τον αντίδικο της εγκαλούσας στην υπόθεση αυτή Φ. Από το ανωτέρω ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου της εγκαλούσας, ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατέβαλε σ' αυτήν, κατά το θέρος του έτους 2002, σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε, το ποσό των 6.000 ευρώ. Περαιτέρω, η εγκαλούσα ανέθεσε στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο να εισπράξει από τον πρώην σύζυγο της τα μισθώματα ενός ισογείου καταστήματος που βρίσκεται στην ... επί των οδών ... κα ... γωνία και της ανήκει κατά κυριότητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου. Πράγματι, στις 30-9-2002 ο εκκαλών-κατηγορούμενος εισέπραξε, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, το συνολικό ποσό των 11.817 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε ο προαναφερόμενος Φ για μισθώματα χρονικού διαστήματος από 1-9-1999 έως 30-9-2002 και στις 3-10-2002 εισέπραξε από τον ίδιο, για λογαριασμό της εγκαλούσας, το μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 2002, ποσού 402 ευρώ. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2002 έως 30-9-2005 ο εκκαλών- κατηγορούμενος, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας εισέπραξε, κατ' ορθό υπολογισμό, το συνολικό ποσό των 14.481 ευρώ από μισθώματα του ανωτέρω καταστήματος και, ειδικότερα, 402 ευρώ το μήνα Νοέμβριο του έτους 2002, 403,50 ευρώ μηνιαίως κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002 έως και το μήνα Σεπτέμβρίο του 2003 (403,50X10) και 418,50 ευρώ μηνιαίως για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (418X24). Όλα τα επιμέρους ποσά των μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2002 έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, καταβλήθηκαν από τον μισθωτή του ανωτέρω καταστήματος ...., κάτοικο ..., σε προσωπικό λογαριασμό του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, με αριθμό ..., τον οποίο τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, με ημερομηνίες καταβολής αντιστοίχως 1-11-2002, 3-12-2002, 3-1-2003, 3-2-2003, 5-3-2003, 1-4-2003, 5-5-2003, 2-6-2003, 2-7-2003, 1-8-2003, 2-9-2003, 1-10-2003, 4-11-2003, 2-12-2003, 5-1-2004, 2-2-2004, 1-3-2004, 5-4-2004, 3-5-2004, 4-6-2004, 2-7-2004, 2-8-2004, 1-9-2004, 1-10-2004, 1-11-2004, 2-12-2004, 3-1-2005, 2-2-2005, 1-3-2005, 1-4-2005, 28-5-2005, 2-6-2005, 4-7-2005 και 2-8-2005, ενώ για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 η ημερομηνία καταβολής του μισθώματος δεν διακριβώθηκε. Συνολικά, ο εκκαλών-κατηγορούμενος εισέπραξε, ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, το ιδιαίτερα μεγάλο αξίας ποσό των 44.308,217 ευρώ (17.608,217+11.817 +402+14.481), της απέδωσε δε, εκτός του ως άνω ποσού των 6.000 ευρώ και 2.750 ευρώ στις 5-5-2006, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 35.558,217 ευρώ, κατ' ορθό υπολογισμό, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εκμεταλλευόμενος την απουσία της εγκαλούσας στο εξωτερικό, καθώς και την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη της. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες Φ, ... και Ζ, συγγενής της εγκαλούσας, ενώ οι επιμέρους καταβολές των ποσών που αντιστοιχούν σε μισθώματα (πλην του μηνός Σεπτεμβρίου 2005) προκύπτουν από τα συνημμένα αντίγραφα γραμματίων είσπραξης επ' ονόματι του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, το αντίγραφο της κίνησης του με αριθμό ... προσωπικού λογαριασμού στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και την απλή απόδειξη που εξέδωσε ο ίδιος επ' ονόματι του μάρτυρα Φ, για το ποσό των 11.817 ευρώ. ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατά την απολογία του αποδέχθηκε την προαναφερόμενη οφειλή του προς την εγκαλούσα και ισχυρίσθηκε ότι επιθυμεί να την εξοφλήσει αμέσως, χωρίς όμως να καταβάλει στη συνέχεια οποιοδήποτε ποσό. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του να αποδώσει στην εγκαλούσα το υπεξαιρεθέν ποσό, αποδέχθηκε στις 2-3-2006 δύο συναλλαγματικές ποσού 19.237 ευρώ η κάθε μία, με ημερομηνίες λήξεως 17-3-2006 και 25-4-2006 αντιστοίχως, τις οποίες ουδέποτε εξόφλησε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος του, έπειτα από αίτηση της εγκαλούσας, η υπ' αριθμ. 33946/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση τις πιο πάνω συναλλαγματικές. Σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, προέκυψαν (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατηγορία για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ.1, 119 παρ.1, 122 παρ.1, 309 παρ.1 εδ. ε' και 313 Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε συνολική εκτίμηση και αναφορικά με τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται και ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα. Δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Ο εκκαλών, με την υπό κρίση έφεση του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αναγνώρισε και αναγνωρίζει την οφειλή του προς την εγκαλούσα και ότι για τον λόγο αυτό δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη. Όμως η εκ μέρους του αναγνώριση της οφειλής του έναντι της εγκαλούσας, δεν αναιρεί την προφανώς εκδηλωθείσα κατά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης θέληση του να ιδιοποιηθεί παράνομα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ούτε αποτελεί λόγο άρσης ή εξάλειψης του άδικου και αξιόποινου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, αλλά, αντίθετα, ενισχύει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τις υπάρχουσες ενδείξεις τέλεσης εκ μέρους του της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Επειδή, σύμφωνα με όσα πιο πάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υπόθεσης με την αποδεικτικά διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο) με την υπό κρίση έφεση του, η οποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα". Επειδή από την επισκόπηση της υπ'αριθμ. 26/5-5-2008 εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι λόγος αυτής είναι ότι το συμβούλιο πλημμελειοδικών "δεν ερμήνευσε ορθά το νόμο και δεν εκτίμησε σωστά το αποδεικτικό υλικό, και ειδικώτερα ότι "ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο της δόλιας προαίρεσης, δεδομένου ότι ποτέ δεν αρνήθηκε ότι οφείλει το χρηματικό ποσό που αρχικά εισέπραξε και υπεσχέθη να το αποδώσει...... Αν πράγματι είχε πρόθεση να ιδιοποιηθεί παράνομα το χρηματικό ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό της δεν θα απέδιδε τμηματικά το άνω χρηματικό ποσό ...............ούτε θα απεδέχετο τις συναλλαγματικές.....". Η άνω επισκόπηση της εκθέσεως εφέσεως καθιστάται αναγκαία ενόψει του πρώτου λόγου αναίρεσης. 'Ετσι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού δεν είχε μόνον κατά τρόπο σαφή αλλ'ούτε καν προταθεί ως λόγος εφέσεως, ούτε γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν έμπρακτη μετάνοια (πρ βλ ΑΠ 854/2001, ΑΠ 661/2001, ΑΠ 456/81 αφ'ενός και ΑΠ 661/2001, ΑΠ 1182/2000, ΑΠ 456/81, ΑΠ 1673/95 αφετέρου βλ. ακόμη ΑΠ 669/95 ΠΧΡ ΜΕ 1245). Εξ άλλου συνιστά υπεξαίρεση και μόνη η επί προθέσει ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα κατακράτηση του πράγματος παρά την προς άμεση απόδοση υποχρέωση πχ εντολοδόχου -βλ. ΑΠ 661/2001, ΑΠ 1296/2002 κ.α.- η δε απλή αποδοχή συναλλαγματικών που πληρώθηκαν δεν αίρει την πρόθεση ιδιοποιήσεως -βλ.ΑΠ 1120/88 κ.α.- Ο σκοπός της ιδιοποιήσεως απόκειται, ως ζήτημα πραγματικό, στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνάγεται από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά -βλ. ΑΠ 703/97, ΑΠ 325/2000, ΑΠ 741/2002, ΑΠ 372/2003, ΑΠ 1371/2007 κ.ά. Επειδή ως λόγος αναιρέσεως του (παραπεμπτικού) βουλεύματος δεν συνιστά η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 501/2006, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 2203/2006 κ.α.) αφού αυτή ανάγεται στην ουσία της υπόθεσης, την οποία δεν ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος, δεδομένου ότι δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικό δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω και ο δεύτερο λόγος είναι και αβάσιμος και απαράδεκτος διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι ο αναιρεσείων, ιδιοποιήθηκε "ενσωμάτωσε στην περιουσία του" τα αναφερόμενα ξένα γι'αυτόν χρήματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του "ως εντολοδόχος" της εγκαλούσης, η δε τοιαύτη κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 4/2009 αναίρεση του Χ κατά του υπ'αριθμ. 1388/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 4 Μαρτίου 2009. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση η από 26.1.2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ` αριθ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 1352/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, συνερχομένου σε Συμβούλιο, με την οποία αυτό απέσχε να αποφανθεί επ` αυτής, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και να εκθέσει τις απόψεις του. Ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αθηνών Ευάγγελος Γαλεντζάς ειδοποιήθηκε νομότυπα (άρθρο 476 ΚΠΔ), όπως προκύπτει από την από 20.7.2009 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ., προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ.1 στοιχείο δ ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Περαιτέρω, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, για τα οποία κρίνει κυριαρχικά το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό 4/26-1-2009 έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 1388/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με αριθμό 26/2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμό 101/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στον υπαίτιο ως εντολοδόχο. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης αιτήσεώς του επικαλείται κατά λέξη ότι: "Το αναιρεσιβαλλόμενο με αριθμό 1388/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εσφαλμένως και παρά το νόμο δεν εδέχθη την με αριθμό 26/5-5-2008 έφεσή του και να θεωρηθεί αυτή ως κατ' ουσίαν εν μέρει βάσιμη λόγω έμπρακτης μετάνοιας και η κατηγορία σε βάρος του από κακουργηματική μορφή να χαρακτηρισθεί σε βαθμό πλημμελήματος, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό. Διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1β του Κ.Π.Δ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα". Περαιτέρω, στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκθέτει, κατά τα ουσιώδη σημεία αυτής, τα αναγκαία για τη συγκρότηση του αδικήματος του άρθρου 375 του Π.Κ της υπεξαιρέσεως στοιχεία, προσέτι δε ότι δεν προέκυψε το στοιχείο του δόλου, ενόψει του ότι ο ίδιος ανεγνώρισε την οφειλή του με την αποδοχή ισόποσης συναλλαγματικής και ότι η καταβολή του μεγαλύτερου μέρους της οφειλής του προκύπτει από τα έγγραφα που κατέθεσε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω, λόγω της πρόδηλης αοριστίας των προβαλλόμενων με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, λόγων αναιρέσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η υπό κρίση αίτηση, η οποία δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα και ειδικότερα: α) ότι με την από μέρους του αναγνώριση της οφειλής του και αποδοχή ισόποσης συναλλαγματικής, β) ότι απέδωσε τμηματικά το οφειλόμενο από αυτόν χρηματικό ποσό πριν εξετασθεί από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, είναι απαράδεκτες και από αυτό το λόγο απορριπτέες, γιατί ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας, όπως κρίθηκε και με την προαναφερόμενη υπ` αριθ. 1352/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (που συνήλθε σε Συμβούλιο). Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.1.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως που στρέφεται κατά παραπεμπτικού βουλεύματος λόγω αοριστίας των λόγων αναιρέσεως. Λόγοι που ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας είναι απαράδεκτοι.
Βούλευμα παραπεμπτικό
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Βούλευμα παραπεμπτικό.
1
Αριθμός 2021/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2678/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1021/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει, στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε, κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι και οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ήδη αποφασίσει να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 Π.Κ. χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 112 Π.Κ. η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη εκτός αν ορίζεται άλλως. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι επί εγκλημάτων, για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων, ως τετελεσμένων, απαιτείται κατά νόμον ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως και επομένως ως χρόνος ενάρξεως της κατά το άρθρο 111 του Π.Κ. προθεσμίας της παραγραφής αυτής, θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, είναι δε αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν εξαιρετικώς ορίζεται άλλως στον νόμο, ότι δηλαδή η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα επελεύσεως του αποτελέσματος. Επομένως, χρόνος τελέσεως της απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ. θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με τον οποίο ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος, δεδομένου ότι δεν ορίζεται άλλως στον νόμο. Εν όψει αυτών μια πράξη απάτης τελείται και όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατωμένο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους επιζήμιες πράξεις. Περαιτέρω από τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. όπως το τελευταίο ισχύει, προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων είναι πέντε έτη και αν έχει αρχίσει με την επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως η κυρία διαδικασία αναστέλλεται, χωρίς η αναστολή αυτής να μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδαφ. β', 370 εδαφ. β' και 511 του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη και εξετάζεται από το Δικαστήριο όταν προβάλλεται με αυτοτελή ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο σε κάθε στάση της δίκης, αλλά και αυτεπαγγέλτως, ως θεσμός δημοσίας τάξεως. Η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2408/1996), ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Για να μην υπάρχει η άνω έλλειψη στην καταδικαστική απόφαση, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει η αιτιολογία της να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Επίσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. αποτελεί λόγο αναιρέσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του εφαρμοσθέντος νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει και όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος τούτο δε συντρέχει πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, η απαρρίθμηση των οποίων είναι ενδεικτική, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή δεν παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και του επιβάλλει ποινή για την παραγραφείσα πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για πλημμελήματα δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκ νέου την υπόθεση μετά την αναίρεση εν μέρει ως προς την πράξη της απάτης και ως προς τη διάταξη που καθόρισε κατά του αναιρεσείοντος συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών μετά προσμέτρηση στην ποινή βάσης της συντρέχουσας ισοβαρούς ποινής των πέντε μηνών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την μη αναιρούμενη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, με την 930/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, της 4025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της 17436/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως 2678/2009 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για απάτη και στη συνέχεια προέβη στον καθορισμό της συνολικής ποινής φυλάκισης που έπρεπε να εκτίσει ο κατηγορούμενος σε έξι (6) μήνες, συγχωνεύοντας την ποινή φυλάκισης 4 μηνών για την απάτη στην ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών που είχε επιβληθεί με την άνω 4025/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στον κατηγορούμενο για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Ποντίων Επιστημόνων Βορείου Ελλάδος ΣΥΝ.ΠΕ "ΟΙ ΥΨΗΛΑΝΤΗΔΕΣ". Ο συνεταιρισμός αυτός διατηρούσε σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... τον υπ' αριθμό ... λογαριασμό καταθέσεων. Ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... έχοντας στην κατοχή του το με αριθμό ... νοθευμένο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και την με αριθμ. πρωτ. ... Γνωμάτευση Νομιμοποιήσεως Εκπροσώπων Εταιρίας του Ειδικού Γραφείου Δικαστικού ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό της αποφάσεως χρόνους από 28/6/2001 έως 8/5/2002 και αφού παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της ανωτέρω Τράπεζας ότι ως Πρόεδρος του Δ.Σ. του άνω Συνεταιρισμού δυνάμει των ανωτέρω εγγράφων νομιμοποιείτο να διενεργεί μόνος του αναλήψεις από τον ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο προαναφερόμενος συνεταιρισμός κατόρθωσε και έπεισε τους υπαλλήλους της παραπάνω Τράπεζας να του καταβάλουν από τον ως άνω λογαριασμό καταθέσεων στις 28/6/2001 το ποσό των 500.000 δρχ., στις 11/7/2001 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 30/7/2001 το ποσό των 251.800 δρχ., στις 20/8/2001 το ποσό των 250.000 δρχ., στις 4/9/2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., στις 5/10/2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 6/11/2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 30/11/2001 το ποσό των 100.000 δρχ., στις 12/12/2001 το ποσό των 300.000 δρχ., στις 18/1/2002 το ποσό των 440,00 ευρώ, στις 14/2/2002 το ποσό των 580,00 ευρώ, στις 20/3/2002 το ποσό των 250,00 ευρώ, στις 29/3/2002 το ποσό των 200,00 ευρώ, στις 25/4/2002 το ποσό των 160,00 ευρώ και στις 8/5/2002 το ποσό των 200,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 13.574,00 ευρώ (4.001.800 δρχ. και 1.830 ευρώ). Ο κατηγορούμενος με αυτήν την ενέργεια είχε σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προσπορίζοντας στον εαυτό του το ποσό των 13.574 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του προαναφερόμενου εγκαλούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού καθόσον δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα τα ψευδή γεγονότα που παρέστησαν ως αληθινά στους αρμόδιους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... ότι δηλαδή του είχε δοθεί η δυνατότητα να διενεργεί μόνος του ο κατηγορούμενος αναλήψεις από τον υπ'αριθμό ... Τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο οικοδομικός Συνεταιρισμός στην ανωτέρω Τράπεζα. Κατά τα όσα αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι προέκυπταν έγινε δεκτό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης στις 28/6/2001, δηλαδή την πρώτη φορά που εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... για ανάληψη χρημάτων οπότε συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης που προκάλεσε αυτός στους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας, οι τελευταίοι προέβησαν σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες για τον εγκαλούντα οικοδομικό συνεταιρισμό με το να παραδώσουν στον μη δικαιούχο αναλήψεων κατηγορούμενο με τις διαδοχικές αναλήψεις από το λογαριασμό του υποστάντος τη ζημία συνεταιρισμού το παραπάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο απλής και όχι κατ' εξακολούθηση απάτης ενώ απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι είχε αποσβεσθεί το αξιόποινο για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της απάτης λόγω παραγραφής με την παρέλευση οκταετίας από το χρόνο εκδόσεως της με αριθμό ... Γνωμάτευσης Νομιμοποίησης Εκπροσώπων Εταιρείας μέχρι την 21.5.2009 (ημερομηνία συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για Πλημμελήματα, κατά την οποία εκδικάσθηκε η ποινική υπόθεση που αφορούσε τον κατηγορούμενο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση). Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για το ότι στις 19/6/2002 ο κατηγορούμενος ψευδώς παρέστησε στο εποπτικό και στο διοικητικό συμβούλιο του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού ότι κατέβαλε μέρος των αναληφθέντων από τον τραπεζικό λογαριασμό του συνεταιρισμού άνω ποσών προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες που τότε δεν έγιναν όπως 250.000 δρχ. (ευρώ 734) σε φοροτεχνικό και ποσό 133.874 δρχ. (ευρώ 393) για μετάβαση του κατηγορουμένου στην ... και για δαπάνες που ήταν στην πραγματικότητα μικρότερες από εκείνες που ισχυρίσθηκε ο ίδιος ότι έκανε, όπως για αγορά επίπλων γραφείου η αξία των οποίων ανερχόταν σε 300.000 δρχ. και όχι σε 1.097.640 δρχ., που ισχυρίσθηκε ότι στις 30/7/2001 είχε διαθέσει στην Ο.Ε. "ΑΑ" και για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή, η αξία των οποίων ανερχόταν σε 200.000 δρχ. και όχι σε 826.000 δρχ. που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ότι είχε διαθέσει στις 1/5/2002 για αγορά των από το κατάστημα του ΒΒ δεν εδημιουργείτο ασάφεια ή αντίφαση ως προς τα περιστατικά και την ταυτότητα της απάτης που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το ύψος της ζημίας του παθόντος συνεταιρισμού από την πράξη αυτή. Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν σε περιστατικά άσχετα με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την τέλεση της απάτης σε βάρος του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού και αναφέρονται σε μεταγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ενδεικτική της περαιτέρω διατήρησης στην περιουσία του και διάθεσης από αυτόν των χρημάτων που είχαν αναληφθεί μετά την άπαξ επιτευχθείσα εκ μέρος του παραπλάνηση των αρμόδιων υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... ότι εδικαιούτο μόνος του να προβαίνει σε αναλήψεις από τον τηρούμενο σ'εκείνο το υποκατάστημα τραπεζικό λογαριασμό του οικοδομικού συνεταιρισμού. Αυτές οι μετά την εξαπάτηση αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου για τη διατήρηση του οφέλους που πέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συρρέουν αληθώς με την πρώτη εξαπάτηση, εφόσον με αυτές δεν προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του παθόντος συνεταιρισμού. Δεν μεταβάλλεται η σαφώς προσδιοριζόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ίση με το άθροισμα των επί μέρους αναληφθέντων ποσών από τον άνω τραπεζικό λογαριασμό του ζημία του οικοδομικού συνεταιρισμού από την σε βάρος του απλή και όχι κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο απάτη από το εάν ο τελευταίος διέθεσε ορισμένα από τα χρήματα που επέτυχε να αναληφθούν από τον λογαριασμό του συνεταιρισμού και να του παραδοθούν, για την αγορά επίπλων γραφείου και για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή με εκτυπωτή. Επισημαίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν υπήρχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού, που να παρέχει άδεια για αγορά αυτών των ειδών από τον κατηγορούμενο ούτε απόφαση των οργάνων του συνεταιρισμού που να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις δαπάνες για αυτές τις αγορές ως γενόμενες για τις ανάγκες του συνεταιρισμού. Αιτιολογημένα περαιτέρω το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί παραγραφής της πλημμεληματικού χαρακτήρα τελεσθείσης από αυτόν στις 28/6/2001 απάτης, αφού από τότε μέχρι την ημέρα προβολής του εν λόγω ισχυρισμού κατά την εκδίκαση στις 21/5/2009 από το άνω δικαστήριο της υποθέσεως μετ' αναίρεση, όσον αφορά την πράξη της απάτης, και εκδόσεως την ίδια ημέρα της αποφάσεως, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία της παραγραφής των πέντε ετών, προκειμένου περί πλημμελήματος, η οποία αναστέλλεται για χρονικό διάστημα όχι πλέον ετών, όσο διαρκεί η κυρία διαδικασία και δεν είχε καταστεί έως τότε αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 112, 113 Π.Κ. χωρίς να σφάλει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Σε προγενέστερες παραπλανητικές παραστάσεις που είχαν ως συνέπεια να εκδοθεί από το Ειδικό Γραφείο Δικαστικού της Εθνικής Τράπεζας στη ... η υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... γνωμάτευση νομιμοποίησης εκπροσώπων του συνεταιρισμού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αφορούσαν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για παράσταση ψευδών και παραπλανητικών γεγονότων που έγιναν στις 9/5/2001 και δεν δημιουργείται από αυτές ασάφεια ή αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξεως της απάτης από τον κατηγορούμενο. Κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν επετεύχθη από τις άνω προγενέστερες ψευδείς παραστάσεις η επιδιωκόμενη παραπλάνηση των υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη ... αυτό δε έγινε στις 28/6/2001 από τον κατηγορούμενο όταν τότε μετέβη στο υποκατάστημα της άνω Τράπεζας και έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους με τις ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβη, ότι εδικαιούτο μόνος του να διενεργεί αναλήψεις από τον τραπεζικό λογαριασμό του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού δυνάμει των άνω εγγράφων και έτσι προέβησαν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης οι εξαπατηθέντες υπάλληλοι σε περισσότερες διαδοχικές επιζήμιες για τον συνεταιρισμό αναλήψεις των επί μέρους χρηματικών ποσών που παρέδωσαν στον κατηγορούμενο. Είναι αβάσιμες επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι υπέπεσε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις παραβάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως όσον αφορά το ύψος της ζημίας του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού και για έλλειψη αιτιολογίας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς τον χρόνο τέλεσης της απάτης από τον κατηγορούμενο καθώς και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής της αξιόποινης αυτής πράξης καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε, Η' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναίρεσης. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προτείνεται από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως όσον αφορά την επιβολή σ'αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφαση συνολικής ποινής ισχυριζόμενος ότι δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα που πρότεινε να του επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως και το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του ως προς τη συνολική ποινή χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος γι'αυτό στον ίδιο ή στον συνήγορό του, αν και ήταν παρόντες. Οι σχετικές περί συρροής εγκλημάτων και καθορισμού συνολικής ποινής διατάξεις των άρθρων 94-97 Π.Κ. εφαρμόζονται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και σε περίπτωση εκδικάσεως σε διαφορετικούς χρόνους των συρρεόντων εγκλημάτων και εκδόσεως περισσοτέρων αποφάσεων από το ίδιο δικαστήριο ανεξάρτητα από το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων και πριν να γίνουν ακόμη αμετάκλητες όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις αρκεί να μην έχουν εκτιθεί ολοκληρωτικά ούτε να έχουν παραγραφεί οι υπό κρίση ποινές. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι μετά την περί ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της απάτης απόφαση έλαβε το λόγο ο Εισαγγελέας που πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών και στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου που ζήτησε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο όριο της ποινής, το Δικαστήριο δε στη συνέχεια αφού διασκέφθηκε μυστικά δημοσίευσε την απόφασή του με την οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε φυλάκιση 4 μηνών. Επίσης προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά συνεδριάσεως του ιδίου Δικαστηρίου ότι μετά την απαγγελία της παραπάνω αποφάσεως περί καταδίκης του κατηγορουμένου ο Εισαγγελέας πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο για να συγχωνευθεί η ανωτέρω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. 4025/2008 απόφαση του ίδιου Τριμελούς Εφετείου για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και ότι μετά, το δικαστήριο αφού διασκέφθηκε μυστικά δημοσίευσε την απόφασή του με την οποία καθόρισε σε βάρος του καταδικασθέντος μία συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών η οποία αποτελείται από τη βαρυτέρα ποινή φυλακίσεως των πέντε μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για την εσφαλμένως αναφερομένη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση αντί για χρήση πλαστού εγγράφου που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθμ. 4025/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η οποία επαυξανόταν κατά ένα (1) μήνα από την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών που του επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της απάτης. Επίσης από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης η 4025/2008 απόφαση με την οποία κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της χρήσεως πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών γι'αυτήν, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως και πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου περί επιβολής της ποινής, ο εισαγγελέας έλαβε τον λόγο και πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών για την άνω πράξη και ο συνήγορος του κατηγορουμένου που έλαβε τον λόγο τελευταίος ζήτησε να επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση επιγενομένης συρροής ποινών κατά το άρθρο 97 Π.Κ. το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε αυτεπαγγέλτως να προέλθει στον σχηματισμό της συνολικής ποινής μετά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της απάτης με τη συγχώνευση αυτής στην ποινή που είχε επιβληθεί στον ίδιο με την προηγούμενη απόφασή του για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 94 Π.Κ. για την αρχική συρροή στερητικών της ελευθερία ποινών) και δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί πρόταση του Εισαγγελέα για να προβεί το Δικαστήριο σε συγχώνευση των ποινών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 εδαφ. β του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί οπότε με ποινή απόλυτης ακυρότητος, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ιδίου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, χωρίς να προσαπαιτείται να δοθεί εκ νέου ο λόγος για τυχόν επιβολή συνολικής ποινής αφού μία μόνο απόφαση για την ποινή εκδίδεται. Στην άνω περίπτωση σχηματισμού συνολικής ποινής στη μορφή συρροής από το άρθρο 97 Π.Κ. την οποία αντιμετώπισε το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση αφού έλαβαν τον λόγο και πρότειναν ο Εισαγγελέας αρχικά και ο συνήγορος του κατηγορουμένου στη συνέχεια για την ποινή που έπρεπε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα πριν από την έκδοση κάθε μίας από τις καταδικαστικές γι'αυτόν αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή για κάθε αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεν χρειαζόταν να δοθεί εκ νέου ο λόγος στον Εισαγγελέα καθώς και στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του για την επιβολή (καθορισμό) της συνολικής ποινής με την προσβαλλόμενη 2678/2009 απόφαση. Εξ άλλου δεν προέκυψε με ότι ζήτησαν τον λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του τον λόγο επ' αυτού και ότι παρέλειψε το δικαστήριο να απαντήσει σχετικώς. Δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη άνω απόφαση ότι πρότεινε ο Εισαγγελέας για τον καθορισμό του ύψους της επιβλητέας συνολικής ποινής. Ακόμη, σημειώνεται ότι δεν επρόκειτο για κατάγνωση συνολικής ποινής κατά το άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ. οπότε επί ποινή ακυρότητος επιβάλλεται να δοθεί αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο ο λόγος επί της συνολικής ποινής στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι κατ' ακολουθίαν απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του για να κάνουν πρόταση για την επιβολή συνολικής ποινής μετά την πρόταση του Εισαγγελέα να του επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως. Μετά τα ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.6.2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 2678/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απλή (όχι κατ' εξακολούθηση) απάτη πλημμεληματική. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία και έλλειψη νομίμου βάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου σε σχέση με το ύψος της ζημίας του παθόντος οικοδομικού συνεταιρισμού και σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της απάτης καθώς και ως προς την πέραν των άνω λόγων και καθ' υπέρβαση αρνητικής της εξουσίας του Δικαστηρίου, απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για παραγραφή της πράξεως λόγω παρόδου πενταετίας συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής από την τέλεση της πράξεως μέχρι την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως του δικάζοντος κατ' έφεση την υπόθεση για την απάτη. Απόρριψη του λόγου αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου και ειδικότερα διότι εδόθη ο λόγος στον Εισαγγελέα για την επιβολή επί γενομένης συνολικής ποινής δεν δόθηκε για το ζήτημα αυτό ο λόγος στη συνέχεια στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, που ήταν παρόντες.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2020/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σάμιτα, περί συμπληρώσεως των 2182/2005 και 1733/2008 αποφάσεων του Αρείου Πάγου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ... και 2. την ..., που δεν παραστάθηκαν. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την συμπλήρωση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2009 αίτησή της συμπληρώσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 857/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση συμπλήρωσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους... Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του Εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Από τη διάταξη αυτή, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, προκύπτει ότι προϋπόθεση εφαρμογής της είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην αρμόζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απερρίφθη ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί και εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση εκείνου που το άσκησε, ωφελούνται και οι συμπαραπεμφθέντες ή συγκαταδικασθέντες, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους και όχι για λόγους που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο. Ο θεσμός, λοιπόν, του επεκτατικού αποτελέσματος των λόγων του ενδίκου μέσου που άσκησε συγκατηγορούμενός του δεν μπορεί να λειτουργήσει α) ως προς εκείνον από τους συγκατηγορουμένους του που άσκησε μεν νομότυπα και αυτός ένδικο μέσο, το οποίο, όμως, κρίθηκε στην ουσία του και β) ως προς εκείνον που δεν συμμετείχε στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με το ένδικο μέσο, η επέκταση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων του οποίου ζητείται, απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την εξέταση της βασιμότητας της αιτήσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ` αριθ. 41/2002 απόφαση του ΜΟΕ Δωδεκανήσου, η αιτούσα καταδικάσθηκε σε ποινή ισοβίου καθείρξεως για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός της Ζ, ο οποίος, επίσης, καταδικάσθηκε με την ίδια απόφαση. Ακολούθως, με την υπ` αριθ. 2182/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση μόνο ως προς τον φυσικό αυτουργό της ανθρωποκτονίας Ζ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση, ενώ απορρίφθηκε η αναίρεση της ηθικής αυτουργού αιτούσας κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, ο φυσικός αυτουργός Ζ καταδικάσθηκε εκ νέου με την υπ` αριθ. 3/2007 απόφαση του ΜΟΕ Δωδεκανήσου. Στην δικάσιμο, επί της οποίας εκδόθηκε η τελευταία αυτή απόφαση ζήτησε να συμμετάσχει και η αιτούσα, πλην, το αίτημά της αυτό απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι στην προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αναφερόταν ότι η αναίρεση της υπ` αριθ. 41/2002 αποφάσεως του ΜΟΕ Δωδεκανήσου είχε επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς αυτήν, με αποτέλεσμα αυτή να μη έχει πλέον την ιδιότητα της κατηγορουμένης, αφού η υπ` αριθ. 41/2002 καταδικαστική απόφαση του ΜΟΕ Δωδεκανήσου έγινε, ως προς αυτήν, αμετάκλητη. Κατά της τελευταίας αποφάσεως (της υπ` αριθ. 3/2007) ο καταδικασθείς άσκησε εκ νέου αναίρεση, η οποία, με την υπ` αριθ. 1733/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, έγινε δεκτή για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από την παράσταση πολιτικής αγωγής και για υπέρβαση εξουσίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση, χωρίς και πάλι να αναφέρεται τίποτε ως προς το επεκτατικό αποτέλεσμα. Ήδη η Χ, καταδικασθείσα, κατά τα ανωτέρω, σε ισόβια κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με την υπ` αριθ. 41/2002 απόφαση του ΜΟΕ Δωδεκανήσου, ζητεί την, κατ` άρθρο 469 ΚΠΔ, επέκταση του αποτελέσματος των γενομένων δεκτών αναιρέσεων του συγκατηγορουμένου της (φυσικού αυτουργού στην άνω ανθρωποκτονία) Ζ, με τις υπ` αριθ. 2182/2005 και 1733/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες παραπέμφθηκε η υπόθεση μόνο ως προς αυτόν για νέα συζήτηση. Η αίτηση αυτή είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμη και απορριπτέα, όσον αφορά και τις δύο αποφάσεις, των αποτελεσμάτων των οποίων ζητείται η επέκταση. Συγκεκριμένα: 1) Ως προς την υπ` αριθ. 2182/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου: Η αιτούσα είχε, όπως αναφέρθηκε, ασκήσει και αυτή αναίρεση κατά της καταδικαστικής υπ` αριθ. 41/2002 απόφασης του ΜΟΕ Δωδεκανήσου, η οποία απορρίφθηκε όχι ως απαράδεκτη, αλλά ως αβάσιμη και, επομένως, δεν μπορούσε να λειτουργήσει, ως προς αυτήν, ο θεσμός του επεκτατικού αποτελέσματος της αναιρέσεως που άσκησε ο συγκατηγορούμενός της φυσικός αυτουργός της ανθρωποκτονίας. Το γεγονός ότι εκείνη, ενδεχομένως, δεν είχε περιλάβει στην αίτηση αναιρέσεως που είχε ασκήσει τον λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που είχε επικαλεσθεί ο συγκατηγορούμενός της, για τον οποίο λόγο και δεν μπορούσε αυτός να ερευνηθεί και ως προς αυτήν, δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η αίτησή της δεν είχε απορριφθεί ούτε ως ανυποστήρικτη ούτε ως εκπρόθεσμη ούτε ως απαράδεκτη για άλλο λόγο. 2) Ως προς την υπ` αριθ. 1733/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου: Όπως αναφέρθηκε, η καταδίκη της αιτούσας, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεώς της και τη μη δυνατότητα επεκτάσεως των αποτελεσμάτων της αιτήσεως του συγκατηγορουμένου της και ως προς αυτήν, κατέστη, με την υπ` αριθ. 2182/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, αμετάκλητη. Επομένως, δεν μπορούσε πλέον αυτή να συμμετάσχει στη νέα δίκη, επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ` αριθ. 3/2007 και 1733/2008 αποφάσεις του ΜΟΕ Δωδεκανήσου και του Αρείου Πάγου αντιστοίχως, για τον οποίο λόγο και αποβλήθηκε από την εφετειακή δίκη, ούτε βεβαίως να ωφεληθεί από το ευνοϊκό αποτέλεσμα της δεύτερης αποφάσεως ως προς τον φυσικό αυτουργό της ανθρωποκτονίας για την οποία καταδικάσθηκε αυτή ως ηθική αυτουργός. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 4 Ιουνίου 2009 αίτηση της Χ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προϋποθέσεις εφαρμογής 469 ΚΠΔ. Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Συνεκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως του φυσικού αυτουργού και της ηθικής αυτουργού. Αναίρεση ως προς τον φυσικό αυτουργό για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παραπομπή. Απόρριψη της αιτήσεως της ηθικής αυτουργού ως αβάσιμης. Μη επέκταση ως προς την τελευταία των αποτελεσμάτων της αιτήσεως αναιρέσεως του φυσικού αυτουργού, γιατί ο θεσμός του επεκτατικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου που άσκησε ένας από τους συμμετόχους δεν μπορεί να λειτουργήσει ως προς εκείνον από τους συγκατηγορουμένους του που άσκησε μεν νομότυπα και αυτός ένδικο μέσο, το οποίο όμως κρίθηκε στην ουσία του. Δεύτερη καταδικαστική απόφαση ως προς τον φυσικό αυτουργό. Νέα αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας και παραπομπή. Με επέκταση ως προς την αιτούσα ηθική αυτουργό γιατί αυτή δεν ήταν πλέον διάδικος στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η νέα απόφαση που αναιρέθηκε.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2016/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού) και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίες στρέφονται κατά των με αριθμό 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορούν στην ίδια υπόθεση, καθώς και καθ' όλων των λοιπών προπαρασκευαστικών ή άλλων αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν και πάλι επί της αυτής υποθέσεως, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά. 2. ..., κατοίκου ..., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ουρανίας Καραμπλιάνη, Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου και Δημητρίου Λούβρη. 3. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά. 4. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αναστασίας Χριστοδουλοπούλου. 5. ..., κρατουμένου στο Νοσοκομείο της Δικαστικής Φυλακής ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Πρωτέκδικου. 6. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Κουνέλη. 7. ..., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Γερασιμούλας Συμωνετάτου. 8. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Φραγκίσκου Ραγκούση και Νικολάου Μαυρομάτη. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ... Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ..., 2. ..., που δεν παραστάθηκαν. 3. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 4. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή. 5. ..., 6. ..., που δεν παραστάθηκαν. 7. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 8. ..., 9. ..., που δεν παραστάθηκαν. 10. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 11. ..., που δεν παραστάθηκε. 12. ..., ατομικώς και για λογαριασμό ανήλικης κόρης, κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή. 13. ..., κάτοικο ...., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 14. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. 15. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 16. ..., 17. ..., 18. ..., 19. ..., 20. ..., 21. ..., 22. ..., 23. ..., που δεν παραστάθηκαν. 24. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 25. ..., 26. ..., 27. ..., 28. ..., 29. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. 30. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 31. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 32. ..., 33. ..., 34. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. 35. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδιαμάντη. 36. ..., 37. ..., 38. ..., που δεν παραστάθηκαν. 39. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 40. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 41. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελάκη. 42. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 43. ..., κάτοικο Αθηνών, 44. ..., 45. ..., 46. ..., που δεν παραστάθηκαν. 47. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 48. ..., 49. ..., 50. ..., 51. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 52. ..., 53. ..., κάτοικο ..., 54. ..., 55. ..., 56. ..., κάτοικο ..., 57. ..., 58. ..., 59. ..., 60. ..., κάτοικο ..., 61. ..., που δεν παραστάθηκαν. 62. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 63. ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Τζούλη. 64. ..., που δεν παραστάθηκε. 65. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 66. ..., που δεν παραστάθηκε. 67. Ν.Π.Δ.Δ. ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "ΕΛΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Εμμανουήλ Καπετανάκη. 68. ..., 69. ..., που δεν παραστάθηκαν. 70. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθέριο Μοίρα. 71. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Νεκταρίας Μυγιάκη. 72. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. 73. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 74. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 75. ..., 76. ..., 77. ..., κάτοικος .... 78. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΒΑΡΔΗ ΑΕ, όπως εκπροσωπείται νομίμως. 79. ..., που δεν παραστάθηκαν. 80. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 81. ..., 82. ..., που δεν παραστάθηκαν. 83. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου. 84. ..., που δεν παραστάθηκε. 85. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου. 86. ..., 87. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. 88. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου. 89. ..., 90. ..., που δεν παραστάθηκαν. 91. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 92. ..., που δεν παραστάθηκε. 93. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 94. ..., 95. ..., 96. ... και 97. ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/2008. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο παριστάμενος Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, παίρνοντας αφορμή από την εκ μέρους τινών εκ των αναιρεσειόντων προσβολή ως πλαστών των πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου, έθεσε προς το δικαστήριο το ζήτημα του ενδεχομένου της αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προηγηθεί η διερεύνηση του περί πλαστότητας ισχυρισμού. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που είπε ότι κατά την άποψή του δεν υπάρχει πλαστότητα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού ...". Περαιτέρω, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία". Εν προκειμένω, κατά την ανάπτυξη των λόγων αναιρέσεως, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η επί της ενοχής απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκτάσεως περίπου 740 σελίδων, δεν απαγγέλθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, την 3-5-2007, όπως ανακριβώς αναγράφεται στα οικεία πρακτικά, αλλά συντάχθηκε και γνωστοποιήθηκε στους ενδιαφερόμενους μετά από ένα έτος περίπου, όταν το σύνολο των πρακτικών και των αποφάσεων της σε βάρος των αναιρεσειόντων διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταχωρήθηκε, μετά την καθαρογραφή τους, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ. Και κατόπιν τούτου, λόγω του ότι ο ισχυρισμός αυτός συνοδεύτηκε από την προσβολή των πρακτικών ως πλαστών κατά τη διαβεβαίωση της δημόσιας απαγγελίας των αναλυτικών αιτιολογιών, τέθηκε εκ μέρους του εισαγγελέως προς το δικαστήριο το ζήτημα της ενδεχόμενης αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως μέχρις ότου διερευνηθεί η πλαστότητα των πρακτικών, εάν κατά την κρίση του η έρευνα αυτή φαινόταν αναγκαία. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, όμως, ανάγκη αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως δεν υφίσταται, διότι το εάν η επ' ακροατηρίου συνοπτική απαγγελία της αποφάσεως επί της ενοχής και η μετά από αυτή, σε εύθετο χρόνο, σύνταξη και γνωστοποίηση της αναλυτικής αιτιολογίας, ως συνήθης πρακτική της κατάρτισης και δημοσίευσης των ποινικών αποφάσεων απάντων των ελληνικών δικαστηρίων, συνιστά ή όχι πλαστότητα των πρακτικών που βεβαιώνουν δημόσια απαγγελία αυτών ή έλλειψη αιτιολογίας, πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο της επί του σχετικού λόγου αναιρέσεως απαντήσεως του δικαστηρίου, η οποία θα διατυπωθεί στην οικεία θέση της αποφάσεως επί των δηλώσεων αναιρέσεων των αναιρεσειόντων και των δικογράφων των προσθέτων λόγων αυτών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως προς διερεύνηση του προβληθέντος ισχυρισμού περί πλαστότητας των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1149/3-5-2007 επί της ενοχής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 20η Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση παρεμπίπτουσα, εκδοθείσα στο ακροατήριο. Δεν υφίσταται ανάγκη αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως, προκειμένου να ερευνηθεί αυτοτελώς ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του ότι η επ' ακροατηρίου συνοπτική απαγγελία της αποφάσεως επί της ενοχής και η μετά από αυτή, σε εύθετο χρόνο, σύνταξη και γνωστοποίηση της αναλυτικής αιτιολογίας, συνιστά, κατ' αυτόν, πλαστότητα των πρακτικών, που βεβαιώνουν δημόσια απαγγελία της αποφάσεως.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2015/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού) και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίες στρέφονται κατά των με αριθμό 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορούν στην ίδια υπόθεση, καθώς και καθ' όλων των λοιπών προπαρασκευαστικών ή άλλων αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν και πάλι επί της αυτής υποθέσεως, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά. 2. ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ουρανίας Καραμπλιάνη, Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου και Δημητρίου Λούβρη. 3. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά. 4. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αναστασίας Χριστοδουλοπούλου. 5. ..., κρατουμένου στο Νοσοκομείο της Δικαστικής Φυλακής ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Πρωτέκδικου. 6. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Κουνέλη. 7. ..., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Γερασιμούλας Συμωνετάτου. 8. ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Φραγκίσκου Ραγκούση και Νικολάου Μαυρομάτη. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ... Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ..., 2. ..., που δεν παραστάθηκαν. 3. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 4. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή. 5. ..., 6. ..., που δεν παραστάθηκαν. 7. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 8. ..., 9. ..., που δεν παραστάθηκαν. 10. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 11. ..., που δεν παραστάθηκε. 12. ..., ατομικώς και για λογαριασμό ανήλικης κόρης, κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή. 13. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 14. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. 15. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 16. ..., 17. ..., 18. ..., 19. ..., 20. ..., 21. ..., 22. ..., 23. ..., που δεν παραστάθηκαν. 24. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 25. ..., 26. ..., 27. ..., 28. ..., 29. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. 30. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 31. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 32. ..., 33. ..., 34. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. 35. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδιαμάντη. 36. ..., 37. ..., 38. ..., που δεν παραστάθηκαν. 39. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 40. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 41. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελάκη. 42. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 43. ..., κάτοικο ..., 44. ..., 45. ..., 46. ..., που δεν παραστάθηκαν. 47. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 48. ..., 49. ..., 50. ..., 51. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 52. ..., 53. ..., κάτοικο ..., 54. ..., 55. ..., 56. ..., κάτοικο ..., 57. ..., 58. ..., 59. ..., 60. ..., κάτοικο ..., 61. ..., που δεν παραστάθηκαν. 62. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 63. ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Τζούλη. 64. ..., που δεν παραστάθηκε. 65. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 66. ..., που δεν παραστάθηκε. 67. Ν.Π.Δ.Δ. ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "ΕΛΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Εμμανουήλ Καπετανάκη. 68. ..., 69. ..., που δεν παραστάθηκαν. 70. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθέριο Μοίρα. 71. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Νεκταρίας Μυγιάκη. 72. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. 73. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 74. ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη. 75. ..., 76. ..., 77. ..., κάτοικος ... 78. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΒΑΡΔΗ ΑΕ, όπως εκπροσωπείται νομίμως. 79. ..., που δεν παραστάθηκαν. 80. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 81. ..., 82. ..., που δεν παραστάθηκαν. 83. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου. 84. ..., που δεν παραστάθηκε. 85. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου. 86. ..., 87. ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. 88. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου. 89. ..., 90. ..., που δεν παραστάθηκαν. 91. ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 92. ..., που δεν παραστάθηκε. 93. ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου. 94. ..., 95. ..., 96. ... και 97. ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/2008. Πριν αρχίσει η συζήτηση, ο εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικόλαος Μαυρομάτης υπέβαλε το αίτημα να αγορεύσει πρώτος ο παριστάμενος Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, αναπτύσσοντας την πρότασή του και μετά να τοποθετηθούν οι αναιρεσείοντες και οι πολιτικώς ενάγοντες. Αφού άκουσε Tους πληρεξούσιους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 3 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Η παροχή του πλεονεκτήματος αυτού αποτελεί εκδήλωση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν. δ. 53/1974 και, έκτοτε, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος της Ελλάδος. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 παρ.3 περ. β' της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι "Πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως διαθέτει τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Πρώτος αγορεύει ο συνήγορος του αναιρεσείοντος και ύστερα από αυτόν οι συνήγοροι του καθού και των άλλων διαδίκων. Σ' αυτούς επιτρέπεται να απαντήσει ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, οπότε απαντούν οι συνήγοροι των αντιδίκων για μια όμως μόνο φορά. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αν δεν ζητεί ο ίδιος την αναίρεση, αγορεύει τελευταίος". Η δυνατότητα, που παρέχεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να αγορεύει τελευταίος, όταν δεν ζητεί ο ίδιος την αναίρεση, εξυπηρετεί τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες την αναίρεση ζητούν οι διάδικοι, οπότε ο εισαγγελέας οφείλει να απαντήσει επί των λόγων αναιρέσεως και να προτείνει σχετικώς προς το δικαστήριο. Ως εκ τούτου, ο εισαγγελέας πρέπει πρώτα να ακούσει τους διαδίκους και στη συνέχεια να αγορεύσει. Η ρύθμιση αυτή είναι δικαιολογημένη στην αναιρετική διαδικασία και η εξ αυτής φαινομενική δυσχέρανση της υπερασπίσεως του κατηγορουμένου αντισταθμίζεται από τη δυνατότητα που αυτός ούτως ή άλλως διατηρεί, να ζητήσει εκ νέου το λόγο μετά την αγόρευση του εισαγγελέα ενώπιον του Αρείου Πάγου και να δευτερολογήσει, υπό τους όρους του άρθρου 369 παρ.2 εδ. β' ΚΠοινΔ, για να αντικρούσει την εισαγγελική πρόταση, στην έκταση που αυτή δεν τον ωφελεί (βλ. ΑΠ 1436/2001). Εν προκειμένω, κατά την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου επί των κρινομένων δηλώσεων αναιρέσεως, υποβλήθηκε από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων το αίτημα να υποχρεωθεί ο παριστάμενος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να τοποθετηθεί πρώτος αυτός επί των λόγων αναιρέσεως. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το αίτημα αυτό δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί. Θα δοθεί, όμως, σε όσους από τους αναιρεσείοντες το ζητήσουν, το δικαίωμα να δευτερολογήσουν μετά την αγόρευση του εισαγγελέα, η οποία, κατά νόμο, θα γίνει ύστερα από την εκ μέρους των αναιρεσειόντων ανάπτυξη των λόγων αναιρέσεως και την επ' αυτών απάντηση των παρισταμένων εκ των πολιτικώς εναγόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα των αναιρεσειόντων να προηγηθεί η αγόρευση του εισαγγελέα επί των λόγων αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 20η Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση παρεμπίπτουσα, εκδοθείσα στο ακροατήριο. Η υποχρέωση του αναιρεσείοντος, να αγορεύσει ενώπιον του Αρείου Πάγου πριν από τον εισαγγελέα, δεν είναι αντίθετη προς το δικαίωμα της υπεράσπισης του, ως κατηγορουμένου. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα της δευτερολογίας, με την τυχόν άσκηση του οποίου έχει την ευχέρεια να ακουσθεί τελευταίος.
null
null
1
Αριθμός 2012/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα, 2. Χ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπιτσαξή, περί αναιρέσεως της 932/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Ιουνίου 2007 και 14 Μαΐου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 909/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, εισάγονται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 7 Ιουνίου 2007 και από 14 Μαΐου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 αντιστοίχως. Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1: ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 462, 473 παρ. 1 - 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή ή ενώπιον εκείνου, που διευθύνει τη φυλακή, στην περίπτωση που ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών, όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίδοση της αποφάσεως για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και δεν τον εκπροσώπησε κατά τη δίκη πληρεξούσιος δικηγόρος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος πριν από 24 ώρες από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως 932/16.4.2007 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο,καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του ως άνω Εφετείου, που τηρείται, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στις 8 Μαΐου 2007, ενώ, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παρέστη αυτοπροσώπως μαζί με τον συνήγορό του, Σπυρίδωνα Ρομποτή. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με ημερομηνία 7 Ιουνίου 2007, ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8 Ιουνίου 2007 και υπογράφεται από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος Βασίλειο Κατσαντώνη, κατόπιν της από 18.4.2007 εξουσιοδοτήσεως. Έτσι όμως, και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, η άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου έγινε μετά την παρέλευση της πιο πάνω εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλομενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και για τον λόγο αυτόν είναι εκπρόθεσμη. Κατ' ακολουθίαν και ενόψει τού ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συνδρομή ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2: ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α') ... β') πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές και γ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο". Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για την αξιόποινη πράξη της κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών. Ειδικότερα, ο ως άνω κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Χ1, "α) από κοινού ενεργώντας με άλλον (Χ4), στην ... και στην οδό ..., όπου διέμεναν την 13.5.2004 και περί ώρα 23ην κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν με κοινή συναπόφαση και κοινό δόλο αφενός ηρωίνη συνολικού βάρους 4,1 γραμμαρίων συσκευασμένη σε τρία αυτοσχέδια νάιλον σακουλάκια βάρους 1,5, 2,1 και 0,5 γραμμάρια αντίστοιχα και αφετέρου ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους 0,5 γραμμαρίων συσκευασμένη σε μία αυτοσχέδια συσκευασία, τις οποίες ποσότητες είχαν επιμελώς κρυμμένες σε διάφορα σημεία των υπνοδωματίων της οικίας, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση, ο δε εξ αυτών Χ2 κατείχε πρόσθετα και ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης βάρους 1,3 γραμμαρίων, την οποία είχε επιμελώς κρυμμένη στο εσώρουχό του με σκοπό την περαιτέρω διάθεση, β) από κοινού ενεργώντας με άλλον (Χ4) στην ..., κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου μηνός πριν τη σύλληψή τους την 13.5.2004 από κοινού ενεργώντας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος πωλούσαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα πωλούσαν άγνωστες ποσότητες ηρωίνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ενεργώντας με κοινή συναπόφαση και κοινό δόλο σε διάφορα άγνωστα στην ανάκριση άτομα μεταξύ των οποίων η συγκατηγορουμένη τους Χ5, αντί αγνώστου τιμήματος τουλάχιστον όμως αντί τιμήματος 7.655 ευρώ που βρέθηκε και κατασχέθηκε, για τη δραστηριότητά τους δε αυτή χρησιμοποιούσαν ως μέσο τέλεσης το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας τού συγκατηγορουμένου τους Χ3 καθώς και τέσσερις συσκευές κινητής τηλεφωνίας, τα οποία και κατασχέθηκαν, πώλησαν δε τελευταία φορά στην ανωτέρω συγκατηγορουμένη τους Χ5 στην ..., έξω της οικίας τους, στην οδό ... ποσότητα ηρωίνης 6,5,γραμμάρια ηρωίνης συσκευασμένη σε μία νάιλον συσκευασία, αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος". Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά από αξιολόγηση βάσιμης πληροφορίας, σύμφωνα με την οποία γινόταν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε ισόγειο οίκημα επί της οδού ..., τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση άγνωστο στις διωκτικές αρχές άτομο, με το όνομα ΑΑ. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησής του, εντοπίστηκε το άτομο αυτό με τα χαρακτηριστικά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος εκινείτο με το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο ενίοτε τον συνόδευε η μη διάδικος στην παρούσα δίκη Χ4. Την επίδικη χρονολογία, από τα παρακολουθούντα τον πρώτο κατηγορούμενο διωκτικά όργανα έγινε αντιληπτό να διενεργείται ύποπτη συναλλαγή στη συγκεκριμένη οικία από την Χ4 με τοξικομανές άτομο, ονόματι Χ5. Το γεγονός αυτό έδωσε αφορμή να διενεργηθεί έλεγχος στο συγκεκριμένο οίκημα, μετά την αποκάλυψη της Χ5 ότι προ ελαχίστης ώρας είχε προμηθευτεί ποσότητα 5,4 γραμμαρίων ηρωίνης από τους κατηγορούμενους, την οποία όμως, ποσότητα, κατ' εντολή των ως άνω κατηγορούμενων, είχε παραδώσει στην Χ5 η Χ4. Πάραυτα από την ίδια οικία εξήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος και σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε από τα διωκτικά όργανα, καταλήφθηκε να κατέχει φυλαγμένη εντός του εσωρούχου του ποσότητα 1,3 γραμμαρίου ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Στη συνέχεια διενεργήθηκε έλεγχος στην ως άνω οικία και σε δωμάτιο όπου διέμενε ο πρώτος κατηγορούμενος, βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη ποσότητα 4,5 γραμμαρίων ηρωίνης, κατανεμημένη σε τρεις συσκευασίες από αλουμινόχαρτο που αποτελούσε μέρος της μεγαλύτερης ποσότητας των 9,6 γραμμαρίων, επίσης και μικροποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Την ποσότητα αυτή των 5,5 γραμμαρίων, όπως και την υπόλοιπη των 4,1 γραμμαρίων ηρωίνης την κατείχαν από κοινού οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι γνώριζαν την ύπαρξή της και τη διέθεταν σε τρίτους έναντι χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, χρησιμοποιούντες για τη διευκόλυνση του έργου τους το ως άνω όχημα, για το οποίο φαινομενικά ο πρώτος κατηγορούμενος δέχθηκε να εκδοθεί η σχετική άδεια κυκλοφορίας του στο όνομα του τρίτου κατηγορουμένου. Τις ποσότητες των ως άνω ναρκωτικών ουσιών ο πρώτος κατηγορούμενος στο ..., κατά τον τελευταίο πριν τη σύλληψή του μήνα, που πραγματοποιήθηκε την 13.5.2004 και σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε, είχε αγοράσει αντί αγνώστου τιμήματος και συγκεκριμένα τουλάχιστον ποσότητες 9,6 γραμμάρια ηρωίνης και 1,8 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Τις ναρκωτικές αυτές ουσίες τις προόριζε να διαθέτει προς εμπορία σε τρίτους, έναντι χρηματικού ή άλλου ανταλλάγματος. Στην αγορά όμως τών ως άνω ποσοτήτων δεν αποδείχθηκε ότι οι λοιποί κατηγορούμενοι δεύτερος και τρίτος είχαν οποιαδήποτε συμμετοχική δράση και συγκεκριμένα από κανένα στοιχείο τής αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε ότι συνέβαλαν οι δύο τελευταίοι κατηγορούμενοι στην αγορά των συγκεκριμένων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τις ποσότητες αυτές καταλήφθηκαν να τις κατέχουν όλοι οι κατηγορούμενοι στην επί της οδού ... κατοικία του δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων, στην οποία (κατοικία) το τελευταίο δίμηνο πριν τη σύλληψή τους διέμενε σε ιδιαίτερο δωμάτιο και ο πρώτος των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αυτός είχε συνάψει ερωτική σχέση με την Χ4, αδελφή του δεύτερου και θυγατέρα τού τρίτου τών κατηγορουμένων. Μετά ταύτα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ακολούθων πράξεων. Ο πρώτος τών πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως των αναφερομένων στο διατακτικό τής παρούσας ναρκωτικών ουσιών, ο δεύτερος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της κατοχής από κοινού και τής πωλήσεως των αναφερομένων στο διατακτικό ποσοτήτων ναρκωτικών και αθώος τής αγοράς. Τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως απλούς συνεργός τών πράξεων της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και αθώος τής αγοράς". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 27 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 133 του Ποινικού Κώδικα και 4 παρ. 1 και 3 ΠΙΝ Α' περ. 5, 6 και 5 παρ. 1 β' και ζ' του Ν. 1729/1987 όπως ισχύει, που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως ότι δηλαδή δεν εκτίθενται οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων οδηγήθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην ανωτέρω καταδικαστική κρίση του και ότι δεν προσδιορίζονται οι ποσότητες που πουλήθηκαν ούτε οι αγοραστές και το τίμημα, που φέρονται ως άγνωστα είναι αβάσιμα, διότι όπως προκύπτει από το ανωτέρω αιτιολογικό αποδείχθηκε ότι τις ναρκωτικές ουσίες κατείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι στην επί της οδού ... κατοικία, στην οποία διέμενε σε ιδιαίτερο δωμάτιο ο Χ1, ο οποίος είχε συνάψει ερωτική σχέση με την Χ4, αδελφή του αναιρεσείοντος, χωρίς περαιτέρω να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του αγοραστή των ναρκωτικών ουσιών, ούτε των ποσοτήτων που πουλήθηκαν ή του ύψους των καταβληθέντων για την αγορά χρημάτων, διότι οι νομικοί όροι της πωλήσεως και της αγοράς είναι τόσο εύχρηστοι στην πράξη και έχουν ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνουν οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, διότι χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά και πώληση. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον δεύτερο λόγο και αναφέρονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με ο άρθρο 583 παρ. 1 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 7 Ιουνίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 932/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Μαΐου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατοίκου ..., κατά της 932/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεων ισάριθμων κατηγορούμενων. Από αυτές η μία, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της και ερευνάται η δεύτερη. Ναρκωτικά. Απορρίπτει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
Αριθμός 2013/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Ζελενίτσα και Γεώργιο Πετράκη, περί αναιρέσεως της 1449/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.6.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1526/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και το τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Επομένως, σε περίπτωση που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο μάρτυρες, από την αναφορά και μόνο στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του και από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς να γίνεται μνεία και των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν προκύπτει και μάλιστα αναμφίβολα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του "από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης...". Από την ανωτέρω περικοπή δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείου και οι ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων υπερασπίσεως ... και .... Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ της κρινόμενης αιτήσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα και των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνη που την δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519ΚΠΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1449/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνη που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται διότι από το σκεπτικό δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίες δόθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Μάρτυρες.
0
Αριθμός 2014/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Χατζηγιαννάκη και Πλάτωνα Νιάδη, για αναίρεση της 1498/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 3 Ιουνίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 709/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τις διατάξεις του άρθρον 156 ΚΠοινΔ αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει ή επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγό του, ή, αν δε υπάρχει σύζυγος, σε ένα από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στο τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται προς το δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ή προς τον πρόεδρο ή το γραμματέα της κοινότητας ή προς τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φροντίσουν για την τοιχοκόλληση του εγγράφου, που τους επιδόθηκε, σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία κα να στείλουν βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή η διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης διαμονή του αποδέκτη της επίδοσης είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Έτσι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 §§ 1 και 2 του ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 § 1 του ίδιου Κώδικα, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργήσει και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση ή ακόμα και στην κατά το άρθρο 37 § 2 ΚΠΔ έγγραφη ανακοίνωση προς τον αρμόδιο εισαγγελέα από δημοσίους υπαλλήλους περί τελέσεως αξιοποίνων πράξεων που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. ι και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 1498/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι από τα κατά το είδος του επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 11-4-2000 ο εκκαλών κατέθεσε αυτοπροσώπως αίτηση στο Νομάρχη Κιλκίς προκειμένου να λάβει την ελληνική ιθαγένεια. Την αίτηση αυτή συνόδευαν ως δικαιολογητικά μεταξύ άλλων φωτοαντίγραφο μόνο της σελίδας του υπ' αριθ. ... Νο ... Ρωσικού εσωτερικού διαβατηρίου του που περιέχονταν τα στοιχεία του ονοματεπωνύμου του, χωρίς αναφορά της διευθύνσεως κατοικίας, με θεώρηση του Ελληνικού Προξενείου και όχι ολόκληρο το διαβατήριο, το No ... πιστοποιητικό γέννησης που φερόταν να έχει εκδοθεί από το Ληξιαρχείο της περιοχής ... της περιφέρεια ... και η ... άδεια παραμονής του στην Ελλάδα που του είχε χορηγηθεί από το AT ... . Με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε η ... απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς με την οποία του χορηγήθηκε η Ελληνική ιθαγένεια. Ακολούθως μεταξύ άλλων ενεργειών του υπέβαλε στις 9.5.2000 προς το ΤΑ ... αίτηση την οποία υπογράφει ο ίδιος και έχει σ' αυτή θέσει το δακτυλικό αποτύπωμα του δεξιού δείκτη δακτύλου του και την από 9.5.2000 υπεύθυνη δήλωση προς τη Νομαρχία Κιλκίς στην οποία δηλώνει υπεύθυνα ότι είναι μόνιμος κάτοικος ... στην οδό ... και ότι δεν έχει καταθέσει σε άλλη Νομαρχία της Ελλάδος δικαιολογητικά για την έκδοση ελληνικού διαβατηρίου. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα και η αίτηση είναι συντεταγμένα στην Ελληνική γλώσσα, γεγονός από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών έχει γνώση σε ικανοποιητικό βαθμό της ελληνικής γλώσσας και δηλώνεται σ' αυτά ως διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος η επί της ως άνω οδού ... στο ... και μόνον. Στη συνέχεια με αφορμή το υπ' αριθ. Α.Π. Φ. ... από 25.1.2005 έγγραφο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο ..., με την ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ανακλήθηκε η ως άνω ... απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς με την οποία είχε χορηγηθεί στον εκκαλούντα η Ελληνική ιθαγένεια. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε μεταξύ άλλων στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς, επέχουσα θέση μηνύσεως, και στον εκκαλούντα, που φέρεται ως κάτοικος στην οδό ... στο ... . Με βάση την απόφαση αυτή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κοινοποιούμενη στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κιλκίς επέχει θέση μηνύσεως ασκήθηκε από τον τελευταίο κατά του εκκαλούντος ποινική δίωξη για χρήση πλαστών εγγράφων και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και προσδιορίσθηκε δικάσιμος ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς η 7.6.2005. Ο εκκαλών αναζητήθηκε στην ως άνω δηλωθείσα διεύθυνση επί της οδού ... στο ..., πλην δεν ανευρέθη και, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα από 9.3.2005 βεβαίωση του ανθυπαστυνόμου ..., ήταν άγνωστος στην εν λόγω διεύθυνση και άγνωστη η διαμονή του. Έτσι όπως προκύπτει από το από 5.4.2005 αποδεικτικό του αστυφύλακα ... ο εκκαλών κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής για να εμφανισθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου στην προαναφερθείσα δικάσιμο για να δικαστεί για τα παραπάνω εγκλήματα. Ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο και εκδόθηκε ερήμην του η προσβαλλομένη με την κρινομένη έφεση 685/2005 απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η εν λόγω εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από 31.8.2005 αποδεικτικό επιδόσεως του ίδιου ως άνω αστυφύλακα στις 31.8.2005 και η έφεση ασκήθηκε στις 1.3.2006, δηλαδή μετά εξάμηνο από της επιδόσεως. Οι ως άνω επιδόσεις είναι έγκυρες, διότι ο εκκαλών ήταν πράγματι άγνωστης διαμονής στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Κιλκίς που παρήγγειλε τις επιδόσεις, αφού αυτός, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα βεβαίωση του αστυνομικού οργάνου δεν διέμενε στη μοναδική διεύθυνση του που ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Κιλκίς, δηλαδή την οδό ... στο ..., και ήταν άγνωστης διαμονής. Η διεύθυνση επί της οδού ... στο ..., ήταν η μόνη που αναφερόταν στην επέχουσα θέση μηνύσεως προαναφερομένη απόφαση του γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, αφού ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε στην προανάκριση που προηγήθηκε της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεν αποδείχθηκε δε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ήταν γνωστός κατά το χρόνο επιδόσεως τόσο της κλήσεως για την εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και της εκκαλουμένης αποφάσεως, ο τόπος διαμονής του εκκαλούντος και ειδικότερα ο επικαλούμενος από αυτόν τόπος διαμονής του επί της οδού ... στη ... στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Κιλκίς. Πέραν του ότι στην προαναφερόμενη, επέχουσα θέση μηνύσεως απόφαση δεν αναφέρεται άλλη διεύθυνση, σε κανένα από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, που υποβλήθηκαν από τον ίδιο στις αρμόδιες ελληνικές αρχές για την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας και την έκδοση σχετικών εγγράφων (άδειας παραμονής, διαβατηρίου, δελτίου ταυτότητας κ.λ.π.) δεν αναφέρεται επίσης άλλη διεύθυνση εκτός από αυτή της οδού ... στο ... . Για πρώτη φορά με την έφεση αναφέρεται η διεύθυνση στη ... και επίσης για πρώτη φορά στην παρούσα δικάσιμο προσκομίζονται δικαιολογητικά (φωτοαντίγραφο της σχετικής σελίδας του διαβατηρίου με τη διεύθυνση κατοικίας, άλλης από εκείνη που είχε επισυναφθεί ως δικαιολογητικό στην αίτηση για τη χορήγηση της Ελληνικής ιθαγένειας, λογαριασμοί κοινοχρήστων κ.λ.π. προσκομισθέντα από τους πληρεξουσίους του) για να αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο των ως άνω επιδόσεων ο εκκαλών ήταν κάτοικος επί της εν λόγω διευθύνσεως. Η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι νόμιμη καίτοι δεν επιδόθηκε μεταφρασμένο στη Ρωσική γλώσσα αντίγραφο αυτής αλλά αντίγραφο συντεταγμένο στην ελληνική γλώσσα, αφού όπως προαναφέρθηκε ο κατηγορούμενος έχει γνώση της ελληνικής γλώσσας σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να αντιλαμβάνεται πλήρως το περιεχόμενο εγγράφων συντεταγμένων στην ελληνική. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών είχε λάβει γνώση ότι σε βάρος του εκκρεμεί ποινική δίωξη τουλάχιστον από την επίδοση της εκκαλουμένης την 31.8.2005 και πάντως οπωσδήποτε από της 6.12.2005. Συγκεκριμένα ο μάρτυρα που με επιμέλειά του εξετάσθηκε στο ακροατήριο και είναι, όπως ο ίδιος κατέθεσε νομικός, γνώστης δηλαδή των σχετικών κανόνων, καταθέτει ότι ο εκκαλών από τριετίας γνωρίζει την σε βάρος του ποινική δίωξη. Χαρακτηριστικά κατέθεσε "Τα τελευταία τρία (3) χρόνια, το πρόβλημα που δημιουργήθηκε, δηλαδή η καταδικαστική απόφασή σε βάρος του, ήταν το μόνο που απασχολούσε τον κατηγορούμενο". Η πειστικότητα της καταθέσεως του μάρτυρα ως προς το σημείο αυτό δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα ενισχύεται και από τα εξής ακόμη περιστατικά. Έχοντας λάβει γνώση ο εκκαλών ότι κατηγορείται για χρήση πλαστού πιστοποιητικού γέννησης από μέρους του, ζήτησε και έλαβε στις 6.12.2005 νέο No ... πιστοποιητικό από το ληξιαρχείο της περιοχής ..., το οποίο προσκόμισε στο δικαστήριο και αναγνώσθηκε. Στις 5.1.2006 έδωσε εντολή στους γραφολόγους ... και ... να εξετάσουν την αίτηση με βάση την οποία του χορηγήθηκε η Ελληνική ιθαγένεια και να γνωμοδοτήσουν περί της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτή, ισχυριζόμενος ότι είναι πλαστή. Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών είχε λάβει γνώση ότι σε βάρος του υπάρχει σε εξέλιξη ποινική διαδικασία από τον Αύγουστο του 2005 και πάντως από της 6.12.2005. Στην απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με την οποία ανακαλείται η απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς που του χορήγησε την Ελληνική ιθαγένεια αναφέρεται ότι αυτή κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς και της απόφασης αυτής και του περιεχομένου της έλαβε γνώση ο εκκαλών τουλάχιστον στις 6.12.2005 που ζήτησε το προαναφερόμενο αντίγραφο No ... της ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως του. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο εκκαλών έλαβε γνώση ότι εκκρεμεί σε βάρος του ποινική διαδικασία όχι από της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως αλλά από της 6.12.2005 ή έστω της 5.1.2006, έκτοτε έπαυσε να συντρέχει γεγονός ανώτερης βίας και μέχρι της ασκήσεως της εφέσεως την 1.3.2006 παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος τόσο της δεκαήμερης προθεσμίας ασκήσεως της που ισχύει για τους κατοίκους ημεδαπής όσο και η προθεσμία των 30 ημερών που ισχύει για τους κατοίκους αλλοδαπής και τους αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου πρέπει η έφεση ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι επί πλέον ενισχυτικό της παραπάνω κρίσεως στοιχείο και περί της μη πειστικότητας των υποστηριζόμενων υπό του εκκαλούντος είναι το γεγονός ότι ο τελευταίος στην έφεσή του ισχυρίζεται ότι δεν βρέθηκε στην Ελλάδα και ότι άλλοι υπέβαλαν για λογαριασμό του την αίτηση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον την αναγνωσθείσα υπεύθυνη δήλωση του για την έκδοση διαβατηρίου και την αίτηση που υπέβαλε για την έκδοση ταυτότητας υπέγραψε ο ίδιος στην τελευταία δε έθεσε και το δακτυλικό του αποτύπωμα και τη γνησιότητα των εν λόγω υπογραφών δεν την αμφισβητεί. Την παρουσία του άλλωστε στην Ελλάδα και την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών επιβεβαιώνει και ο εξετασθείς μάρτυρας στην ενώπιον του δικαστηρίου κατάθεσή του, όπου αναφέρει ότι ο εκκαλών ο ίδιος προσωπικά κατέθεσε την αίτηση στο Νομάρχη Κιλκίς για χορήγηση της ιθαγένειας. Τα κατατιθέμενα περαιτέρω από τον μάρτυρα ότι κάποιος άγνωστος άλλαξε στη συνέχεια την αίτηση και τα δικαιολογητικά που τη συνόδευαν για να εκβιάσει τον εκκαλούντα δεν κρίνονται πειστικά. Με αυτά του δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση το μεν με πληρότητα και χωρίς αντίφαση διέλαβε στην απόφασή της την απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη αιτιολογία για την απόρριψη του στην έφεση του κατηγορουμένου λόγω ανωτέρας βίας, το δε δεν υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας την έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ούτε παραβίασε τα δικαιώματα του για μια δίκαιη δίκη που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα από τις παραδοχές της α)ότι μοναδική διεύθυνση του κατηγορουμένου που ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημ/κών Κιλκίς, "η μόνη που αναφερόταν στην επέχουσα θέση μηνύσεως προαναφερομένη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας" ήταν επί της οδού ... στο ..., β)ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο τόπος διαμονής του εκκαλούντος και ειδικότερα ο επικαλούμενος από τον εκκαλούντα ήταν επί της οδού ... στη ... στην Εισαγγελία Πλημ/κών Κιλκίς, γ) ότι σε κανένα από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, που υποβλήθηκαν από τον ίδιο στις αρμόδιες ελληνικές αρχές για την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας και την έκδοση σχετικών εγγράφων (άδειας παραμονής, διαβατηρίου, δελτίου ταυτότητας κ.λ.π.) δεν αναφέρεται επίσης άλλη διεύθυνση εκτός από αυτή της οδού ... στο ..., και δ) ότι για πρώτη φορά με την έφεση αναφέρεται η διεύθυνση στη Μόσχα και επίσης για πρώτη φορά στην παρούσα δικάσιμο προσκομίζονται δικαιολογητικά (φωτοαντίγραφο της σχετικής σελίδας του διαβατηρίου με τη διεύθυνση κατοικίας, άλλης από εκείνη που είχε επισυναφθεί ως δικαιολογητικό στην αίτηση για τη χορήγηση της Ελληνικής ιθαγένειας, λογαριασμοί κοινοχρήστων κ.λ.π. προσκομισθέντα από τους πληρεξουσίους του) για να αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο των ως άνω επιδόσεων ο εκκαλών ήταν κάτοικος επί της εν λόγω διευθύνσεων, προκύπτει ότι η πλειοψηφία του Εφετείου αιτιολόγησε με πληρότητα το έγκυρο των επιδόσεων προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής κατ' άρθρο 156 του ΚΠΔ αλλά και την αδυναμία της Εισαγγελικής αρχής του Κιλκίς που διέταξε τις ως άνω επιδόσεις να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες προκειμένου να πληροφορηθεί την κατοικία του αναιρεσιβλήτου στην ... . Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι κατ' εκτίμηση περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § Δ' και Η' του ΚΠΔ 1ος, και 3ος λόγος του κυρίου δικογράφου και 1ος , 2ος , 3ος και 4ος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι η πλειοψηφία του Εφετείου δεν αιτιολογεί το νόμιμο των επιδόσεων στον αναιρεσείοντα ως άγνωστου διαμονής, ότι το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του με το να κηρύξει απαράδεκτη της ασκηθείσα έφεσή του ως εκπρόθεσμη, ότι παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, με το να χωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης απόντος του κατηγορουμένου χωρίς α) να είναι νόμιμη η κλήτευσή του ως αγνώστου διαμονής β)χωρίς να δεχθεί ότι είχε καταβληθεί από την εισαγγελική αρχή κάθε προσπάθεια ανεύρεσής του για να του επιδοθεί η κλήση και γ)δεχόμενο ότι έπρεπε να φέρει το βάρος της απόδειξης ο αναιρεσείων ότι η εισαγγελική αρχή διέπραξε δικονομικό σφάλμα με την επίδοση της κλήσης και της απόφασης σε βάρος του ως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω η πλειοψηφία του Εφετείου στήριξε την απορριπτική κρίση της επί του περί ανωτέρας βίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντα, τον οποίο είχε επικαλεσθεί στην έφεσή του, δεχόμενη ότι ο τελευταίος είχε λάβει γνώση του ότι είχε ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις τουλάχιστον δύο περίπου μήνες πριν από την άσκηση της έφεσής του, στην κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος στο ακροατήριό του και από τους συνηγόρους του αναιρεσείοντος προταθέντος μάρτυρα ΑΑ, ο οποίος κατέθεσε "Τα τελευταία τρία χρόνια, το πρόβλημα που δημιουργήθηκε δηλαδή, η καταδικαστική απόφαση σε βάρος του (αναιρεσείοντος), ήταν το μόνο που τον απασχολούσε", προσδιορίζοντας έτσι την γνώση του σε χρόνο που απείχε κατά ένα τουλάχιστον έτος από την ημερομηνία άσκησης της έφεσης. Η προς ενίσχυση της στην κατάθεση του ως άνω μάρτυρα στηριζόμενη κρίση της πλειοψηφίας περί του χρόνου γνώσεως από τον αναιρεσείοντα της σε βάρος του ασκηθείσας ποινικής δίωξης, την οποία τοποθετεί στις 6/12/2005 σε κάθε δε περίπτωση στις 5/1/2006, στηριζόμενη στα εκδοθέντα στις ημερομηνίες αυτές και αναγνωσθέντα στο ακροατήριό του Εφετείου έγγραφα, δεν είναι αυθαίρετη και στερούμενη ειδικής αιτιολογίας εκ του ότι δεν αποκλείει με ειδική αιτιολογία το εύλογο ενδεχόμενο να έχει ζητηθεί από τον αναιρεσείοντα η έκδοσή τους πριν λάβει γνώση της κατ' αυτού ποινικής δίωξης για πλαστογραφία των πιστοποιητικών της ιθαγένειας εγγράφων, αλλά για την αντιμετώπιση της διοικητικής διαδικασίας για την ανάκληση της απόφασης απόδοσης στο πρόσωπό του της Ελληνικής ιθαγένειας. Και τούτο διότι αντίθετα η παραπάνω κρίση της πλειοψηφίας συμπορεύεται και δεν αντικρούεται από την παραδοχή ότι με την ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ανακλήθηκε η ως άνω ... απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς, ήτοι σε προγενέστερο χρόνο των ως άνω ενεργειών του, εν όψει μάλιστα του ότι ούτε ο εξετασθείς ανωτέρω μάρτυς, κατέθεσε ούτε από κάποιο από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα προκύπτει ότι μετά την ανάκληση της ως άνω απόφασης του Νομάρχη ο αναιρεσείων επεχείρησε να του χορηγηθεί η Ελληνική Ιθαγένεια, οπότε και θα δικαιολογούντο οι εκ μέρους του μετά την ανάκληση ως άνω ενέργειες. Παρά ταύτα το Εφετείο, αν και δεν υποχρεούτο προς τούτο διέλαβε ειδική αιτιολογία προκειμένου να αντικρούσει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι από τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα προέκυπτε ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης σ' αυτόν της εκκαλουμένης απόφασης η κατοικία του ήταν αυτή στη ... . Συνεπώς είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 § 9 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ 5ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας όσον αφορά τον περιλαμβανόμενο στο δικόγραφο της έφεσής του λόγο αιτιολόγησης του εκπροθέσμου της ασκήσεως αυτής ότι αυτός οφείλετο σε ανωτέρα βία εκ του λόγου ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αγνοούσε την σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ 3ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ως άνω διατάξεων περί επιδόσεως, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τόπος κατοικίας κατά την σαφή έννοια αυτών είναι μεταξύ άλλων μόνο ο τόπος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση και όχι ο τόπος που αναφέρεται στην έγγραφη αναγγελία αξιόποινης πράξης στην εισαγγελέα που διέταξε την επίδοση. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με την επίδοση σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, που περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Κατά δε το άρθρο 6 παρ.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί στην πιο σύντομη προθεσμία λεπτομερώς στη γλώσσα την οποία εννοεί, την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας και να τύχει δωρεάν παραστάσεως διερμηνέα αν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση βασικών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που εισάγεται σε δίκη σε ξένη χώρα και αγνοεί τη γλώσσα που ομιλείται στη χώρα αυτή, προκύπτει ότι μόνο επί κλητηρίου θεσπίσματος ή παραπεμπτικού βουλεύματος απαιτείται με ποινή ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ) μαζί με αυτά να επιδίδεται και επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που εννοεί ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι μόνον τα παραπάνω έγγραφα περιέχουν την κατηγορία. Η συνεπίδοση μετάφρασης αυτών δεν είναι απαραίτητη όταν ο κατηγορούμενος έλαβε έγκαιρα γνώση της εναντίον του κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και προετοίμασε την υπεράσπισή του. Συνακόλουθα επί άλλων εγγράφων της ποινικής διαδικασίας δεν απαιτείται η επίδοση αυτών να συνοδεύεται από επίσημη μετάφρασή τους σε γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος προς τον οποίο αυτά επιδίδονται και ως εκ τούτου δεν καθίσταται άκυρη η επίδοση του εγγράφου όταν δεν επιδίδεται ταυτόχρονα επίσημη μετάφραση τούτου. Στη προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και παράβασης του άρθρου 6 § 3 της ΕΣΔΑ με την ειδικότερη αιτίαση ότι τόσον η κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς κατά τη δικάσιμο της 7-6-2005, όσο και η επίδοση της ερήμην του εκδοθείσας εκκαλουμένης απόφασης δεν έγιναν και σε αντίγραφο μεταφρασμένο στη Ρωσική γλώσσα, την οποία και μόνο γνώριζε, αλλά μόνο στην Ελληνική που αγνοούσε. Σύμφωνα όμως με τα στην προηγουμένη σκέψη εκτεθέντα ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι α)όσον αφορά την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, το Εφετείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού όπως προκύπτει από την από 1-3-2006 έκθεση έφεσης ενώπιον της Γραμματέα Πλημ/κών Κιλκίς ..., επιτρεπτά σκοπούμενη για τον έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως η για τον παραπάνω λόγο ακυρότητα αυτού δεν περιελαμβάνετο μεταξύ των λόγων της έφεσης, β) όσον αφορά την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης διότι δεν δημιουργεί ακυρότητα η μη ταυτόχρονη επίδοση της σε επίσημη μετάφραση στη γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος. Σε κάθε πάντως περίπτωση το εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά τους χρόνους των παραπάνω επιδόσεων κατανοούσε την Ελληνική γλώσσα. Επομένως ο περί του αντιθέτου ως άνω 2ος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171). Κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1 απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν δ)την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 333, 364, και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφων δημιουργεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του αυτού κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν το έγγραφο λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του στον κατηγορούμενο, γιατί έτσι, δεν παρέχεται δυνατότητα να εκθέσει της παρατηρήσεις του για τα αποδεικτικά αυτά μέσα όπως έχει δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρ. 358 του ιδίου κώδικα και όχι όταν τούτο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Περαιτέρω στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε ούτε ν' αναφέρεται αυτό στη θέση των πρακτικών, όπου απαριθμούνται τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά αρκεί να μνημονεύεται σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Συνεπώς ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται σε περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του έγγραφο, το οποίο αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, όταν στα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης γίνεται ρητή μνεία ότι αυτή αναγνώσθηκε, αφού παρέχεται με τον τρόπο αυτό η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ναι μεν στο αιτιολογικό αυτής αναφέρεται ότι με το από 5-4-2005 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... ο εκκαλών κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής για να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς κατά τη δικάσιμο της 7-6-2005 για να δικασθεί για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν εγκλήματα, όπως δε προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά το ως άνω αποδεικτικό επίδοσης δεν αναφέρεται στο οικείο μέρος των πρακτικών, όμως καμμία ακυρότητα δεν δημιουργείται εκ του λόγου τούτου και τούτο καθόσον, το έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά και δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας έφεσης, για την διαπίστωση του οποίου και ερευνάται και επισκοπείται αποκλειστικά και μόνο το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και όχι το αποδεικτικό επίδοσης της κλήσεως προς εμφάνιση στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ανεξάρτητα του ότι το έγγραφο αυτό αναφέρεται στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου 6ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/4/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... ως και τους από 3/6/2008 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της 1498/2008 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγνώστου διαμονής επίδοση. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Αιτιολογημένη απόρριψη του περί ανωτέρας βίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντα που πρόβαλε με την έφεσή του. Δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα η μη ταυτόχρονη επίδοση της πρωτόδικης απόφασης σε επίσημη μετάφραση στη γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος. Δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα η αναφορά εγγράφου μόνο ιστορικά, όπως είναι η έκθεση επίδοσης της κλήσης προς εμφάνιση του κατηγορουμένου στο πρωτόδικο δικαστήριο, αφού κρίσιμο για το εμπρόθεσμο της άσκησης έφεσης εν προκειμένω είναι το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης, το οποίο και αναφέρεται ως αναγνωστέο.
Ακυρότητα απόλυτη
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
0
Αριθμός 2019/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 117/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 216/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο από τα άνω άρθρα ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως. Εφ' όσον, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλουμένης ελαφρυντικής περιστάσεως. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α') και β) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για εισαγωγή στην Ελληνική Επικρατεία, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (13.275 γραμμάρια ηρωΐνης) και τον καταδίκασε σε κάθειρξη δέκα εννέα ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ, του επέβαλε δε επίσης στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επί πενταετία και διέταξε την ισόβια απέλασή του από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής καθείρξεως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατηγο-ρούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις από το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. μεταξύ των οποίων και αυτές από τα εδάφια α' και ε'. Σχετικά με το ελαφρυντικό από το εδάφιο ε' του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. εξέθεσε ο κατηγορούμενος ότι "από της τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται έχει επιδείξει καλή συμπεριφορά, απόλυτη υποταγή και σεβασμό τους σωφρονιστικούς κανόνες και ειρηνική και ήρεμη διαβίωση στη φυλακή, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς της Διεύθυνσης των δικαστικών Φυλακών Λάρισας. Τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την αιτιολογία ότι αναιρεσείων δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καθόσον όλο αυτό το διάστημα ήταν κρατούμενος στη φυλακή και η καλή διαγωγή που επέδειξε δεν ήταν προϊόν ελεύθερης απόφασης αλλά υπαγορεύθηκε από σκοπιμότητα εν όψει δίκης του και του φόβου για την επιβολή πειθαρχικών κ.λ.π. ποινών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού χωρίς να σφάλει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. Ε' Π.Κ., διότι, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαγωγή του υπαιτίου ελεύθερα στην κοινωνία και η ήρεμη και ειρηνική διαβίωση του κατηγορουμένου στη φυλακή με σεβασμό και υποταγή στους σωφρονιστικούς κανόνες (όπως βεβαιώνεται ότι ήταν η συμπεριφορά του στην αναγνωσθείσα βεβαίωση της Διεύθυνσης Δικαστικών Φυλακών Λάρισας κατά τη διάρκεια που εκρατείτο εκεί) δεν στοιχειοθετεί την απαιτουμένη από την άνω διάταξη ελαφρυντική περίπτωση που πρέπει να κρίνει το Δικαστήριο ότι συντρέχει για να επιβάλει μειωμένη κατά το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 83 Π.Κ. Όσον αφορά τον έτερο ισχυρισμό για αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως υπό στοιχείο α' της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ., ο αναιρεσείων, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν κατατεθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισής του και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και αναπτύχθηκαν προφορικώς από αυτούς, είχε επικαλεσθεί ότι στο πρόσωπό του έπρεπε να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της έως του χρόνου τελέσεως των αποδιδομένων σ' αυτόν εγκλημάτων έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 έως και το 1995 εργάσθηκε με αφοσίωση και εντιμότητα στα διοικητικά όργανα του χωριού ... Νομού ... στην ..., χωρίς ποτέ να έχει απασχολήσει τις τυπικές αρχές, όπως αποδεικνυόταν από έγγραφο της Αλβανικής Δημοκρατίας που προσκόμισε στο Δικαστήριο. Ακόμη υποστήριξε ότι από το 1995 έως το 1997 εργαζόταν στα αστυνομικά όργανα του Αλβανικού Κράτους, όπως αυτό προέκυπτε από σχετική βεβαίωση του Αστυνομικού Διευθυντή Κορυτσάς και κατά την περίοδο 1999 ως τελωνειακός υπάλληλος έχοντας λάβει και εύφημη μνεία λόγω της έντονης δράσης του κατά της εγκληματικότητας, εργαζόμενος σκληρά όλο αυτό το διάστημα έχοντας αναπτύξει σταθερή δραστηριότητα και με μοναδικό του πόρο τα έσοδα από τη δουλειά του και όντας μέχρι τη σύλληψή του ευυπόληπτος πολίτης, όπως δεχόταν το φιλικό και το ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον και επιβεβαιωνόταν και από το λευκό ποινικό μητρώο του τόσον στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία. Είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων προς ευδοκίμηση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του επιπροσθέτως και τα όσα ανέφερε προς υποστήριξη ετέρων επίσης απορριφθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμών του για συνδρομή καταστάσεως ανάγκης που απέκλειε τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως μεταφοράς ναρκωτικών στην Ελλάδα και τον καταλογισμό αυτής στον ίδιο ως ενεργήσας αυτήν την μεταφορά υπό το βάρος σοβαρότατης απειλής και τρομοκρατημένος από το ενδεχόμενο της θανάτωσης του υιού του από τους δύο κακοποιούς που ανέφερε ότι τον απείλησαν ότι εάν δεν τους βοηθούσε θα είχε πρόβλημα με τα τέκνα του και για τους οποίους υποστήριξε ότι θεωρούσαν ότι δεν θα γινόταν έλεγχος στο αυτοκίνητό του από τις ελληνικές αρχές λόγω της ιδιότητός του ως τελωνειακού υπαλλήλου και ότι δεν θα τολμούσε (ο αναιρεσείων) να απευθυνθεί στην αστυνομία όσο ο υιός του απειλείτο. Τον εν λόγω ισχυρισμό αναγνώρισης ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου του αναιρεσείοντος απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι αιτούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. αποδείχθηκε ότι η ενασχόληση του κατηγορουμένου, όντας τελωνειακού υπαλλήλου της Αλβανικής Δημοκρατίας με το εμπόριο ναρκωτικών και μάλιστα μιας τόσο μεγάλης ποσότητας ηρωΐνης αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και συνάφεια μ' αυτούς, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ζούσε έντιμη ατομική ζωή". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η κατά την ανωτέρω έννοια απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη για την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυπταν από την αποδεικτική διαδικασία και το οδήγησαν στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν έζησε έως το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το έγκλημα έντιμη ατομική ζωή και δεν έκρινε παραβλέποντας να αξιολογήσει και να συνεκτιμήσει τις αποδείξεις μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που προσεκόμισε και επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αιτιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος δεν στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος αλλά σε αρνητικά περιστατικά από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έως το χρόνο που έλαβαν χώρα οι εγκληματικές πράξεις που έγινε δεκτό ότι τέλεσε. Για να θεμελιωθεί το από το άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ. ελαφρυντικό πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να ανάγεται σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής του ζωής και στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία περιστατικών που προέκυψαν από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και από την αξιολόγηση των κατά τις ορθές άλλωστε παραδοχές της προσβαλλομένης δεν θεμελιωνόταν η άνω ελαφρυντική περίσταση. Το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτουμένη σαφή, χωρίς λογικά κενά, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων που ζητήθηκε από την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και προβλέπονται από τις άνω διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Είναι επομένως απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι για αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγουμένης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν. Δ., όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν.2408/1996, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορουμένος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατόν να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 Κ.Ποιν.Δ. που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει "ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα, που καταρτίζεται κάθε έτος από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 1125/2008, ΑΠ 725/2009). Για να σημειωθεί η παραβίαση από το μη διορισμό διερμηνέα, πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο αλλοδαπός κατηγορούμενος δήλωσε τη μη επαρκή γνώση (μη ικανοποιητικού βαθμού επικοινωνίας) της ελληνικής γλώσσας ή ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διαπίστωσε τούτο με οποιονδήποτε τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων δεν προκύπτει ότι δήλωσε ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη της διαδικασίας ότι δεν ομιλεί ή ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική αλλά μόνο την Αλβανική γλώσσα. Έτσι προχώρησε το Δικαστήριο κατά τη λήψη των στοιχείων ταυτότητός του στην έρευνα του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως, για το οποίο δόθηκε ο λόγος και στον κατηγορούμενο, όπως και στη λήψη πληροφοριών από τον τελευταίο για τις πράξεις που του αποδίδονται, υπενθυμίζοντάς του ότι η απολογία του θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας καθώς και στην εξέταση των μαρτύρων μετά την υποβολή των αυτοτελών ισχυρισμών από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου. Προκύπτει ακόμη από τα άνω πρακτικά συνεδριάσεως όταν ο Διευθύνων τη συζήτηση μετά την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως κάλεσε τον κατηγορούμενο να απολογηθεί ο τελευταίος δήλωσε ότι ενώ γνωρίζει και ομιλεί την ελληνική γλώσσα και μέχρι το σημείο εκείνο κατάλαβε τη διαδικασία, πλην όμως δυσκολευόταν να απολογηθεί στα ελληνικά και ζήτησε το διορισμό διερμηνέα, προκειμένου να απολογηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια και ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου γι' αυτό διόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. διερμηνέα την ευρισκόμενη στο ακροατήριο ..., η οποία ορκίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 236 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ότι θα μεταφράσει με ακρίβεια και πιστότητα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση και στη συνέχεια απολογήθηκε ο κατηγορούμενος μέσω της διερμηνέα που μετέφραζε προς το Δικαστήριο και τον κατηγορούμενο όλα όσα ειπώθηκαν κατά τη διαδικασία καθώς και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν διορίσθηκε στην προκειμένη περίπτωση διερμηνέας στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο λόγω αγνοίας όχι ικανοποιητικής γνώσεως της ελληνικής γλώσσας από αυτόν, ούτε διότι ο διευθύνων τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα αλλά ομιλεί μόνο την αλβανική. Ο Πρόεδρος του άνω δικαστηρίου εξετίμησε ως αναγκαίο το διορισμό διερμηνέα στην αλβανική γλώσσα για να μη στερηθεί ο κατηγορούμενος δικαίωμά του προβλεπόμενο και από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. που ζήτησε να ασκήσει, να απολογηθεί δηλαδή πληρέστερα, εκφραζόμενος στην αλβανική λόγω δυσκολίας του να απολογηθεί στα ελληνικά. Διαπιστώνεται από τα παραπάνω ότι δεν συνέτρεχαν οι τιθέμενες από το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. προϋποθέσεις παντελούς άγνοιας ή μη επαρκούς γνώσεως της ελληνικής γλώσσας από τον κατηγορούμενο για να είναι επιβεβλημένο να τηρηθούν όσες διατυπώσεις αναφέρονται στο άρθρο αυτό για τον τρόπο διορισμού διερμηνέα στον κατηγορούμενο στο ακροατήριο στην κατ' έφεση δίκη προς διευκόλυνσή του στο στάδιο της απολογίας του και ειδικότερα ότι προκειμένου να θεωρηθεί ως περιέχουσα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έπρεπε να αναφέρεται στη διάταξη του Προέδρου για το διορισμό διερμηνέα ότι η διερμηνέας που ορίστηκε περιλαμβανόταν στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου που καταρτίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 233 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. και αν διορίσθηκε άλλος ως διερμηνέας εκτός από τους αναφερόμενους στον οικείο πίνακα για ποιά αίτια ήταν αδύνατο να ορισθεί από εκείνους τους άνω πίνακα ή ότι συνέτρεχε κάποια επείγουσα περίπτωση που να επέβαλε διορισμό διερμηνέα εκτός του πίνακα. Ήταν επαρκώς αιτιολογημένη η παραπάνω διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου στην προσβαλλόμενη απόφαση για διορισμό προσώπου που ήταν στο ακροατήριο, χωρίς να ανήκει στους περιλαμβανόμενους στον πίνακα του Δικαστηρίου, ως διερμηνέα προς διευκόλυνση του κατηγορουμένου, παρά το ότι εγνώριζε καλώς την ελληνική γλώσσα να εκφρασθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και πληρότητα μιλώντας στην αλβανική ενώ στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε εξ αρχής δηλώσει ότι αγνοεί την ελληνική και ομιλεί μόνον την αλβανική και ζήτησε και του διορίσθηκε διερμηνέας κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου. Και δεν επρόκειτο για διάταξη πριν την έκδοση της οποίας έπρεπε να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει και να ακουσθεί και ο κατηγορούμενος για να μην προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράλειψης προηγούμενης ακροάσεως των κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. Είναι κατ' ακολουθίαν απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' Κ.Ποιν.Δικ. σχετικοί δύο τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως για το ότι δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία που περιέχεται στην παραπάνω διάταξη που διόρισε την αναφερόμενη διερμηνέα χωρίς να αναφέρεται ότι περιλαμβανόταν στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου ούτε τους λόγους που συνέτρεχαν για τον εκτός των διερμηνέων του πίνακα αυτού διορισμό της και για απόλυτη ακυρότητα των κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από παράλειψη προηγουμένης ακροάσεως του Εισαγγελέα και του κατηγορουμένου. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 22.1.2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 117/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισαγωγή, μεταφορά, κατοχή ναρκωτικών ουσιών από Αλβανό κατηγορούμενο. Καταδικαστική απόφαση Πενταμελούς Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη ακροάσεως. Απορρίπτεται η αίτηση τόσο ως προς την έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας σε σχέση με τους προβληθέντες στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη και πρότερου εντίμου βίου διότι αιτιολογημένα απορρίφθηκαν από το Εφετείο. Επίσης απορρίπτεται η αίτηση και ως προς τους από τα άρθρα 510 παρ. 1 αντίστοιχα. Α΄ και Δ΄ και 171 παρ. 1 εδαφ. β, δ ΚΠΔ λόγους ότι ο Πρόεδρος αναιτιολόγητα κατά την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα πριν από την απολογία του κατηγορουμένου που είχε δηλώσει στην αρχή της διαδικασίας ότι γνώριζε την ελληνική γλώσσα καλώς και μπορούσε να συνεννοηθεί στα ελληνικά κατόπιν αιτήματος αυτού ότι για να απολογηθεί καλλίτερα θέλει να του διορισθεί διερμηνέας της αλβανικής γλώσσας για να απολογηθεί μιλώντας στην αλβανική, διόρισε στον κατηγορούμενο διερμηνέα της αλβανικής από τα παρευρισκόμενα στο δικαστήριο άτομα την κατονομαζόμενη που ορκίστηκε και στη συνέχεια μετέφραζε όσα ειπώθηκαν στη διαδικασία και τις αποφάσεις του δικαστηρίου χωρίς να γίνει μνεία ότι η διορισθείσα περιλαμβανόταν στον οικείο πίνακα διερμηνέων του πρωτοδικείου η ότι ήταν αδύνατο να διορισθεί άτομο από τον άνω πίνακα για συγκεκριμένη αιτία λόγω κατεπείγοντος και ότι δόθηκε πριν το διορισμό της ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει και στον κατηγορούμενο για να ακουστεί ως προς το ζήτημά του διορισμού καθόσον ο διορισμός αυτής της διερμηνέως δεν έγινε κατά το άρθρο 233 ΚΠΔ λόγω άγνοιας ή όχι ικανοποιητικής γνώσεως από τον κατηγορούμενο της ελληνικής γλώσσας αλλά κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για να μη στερηθεί ο κατηγορούμενος το προβλεπόμενο από αυτήν δικαίωμα του να απολογηθεί πληρέστερα.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Ε.Σ.Δ.Α., Ακροάσεως έλλειψη, Διερμηνέα διορισμός.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2025/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διοματάρη, περί αναιρέσεως της 1832/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 24 Απριλίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1930/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι σαφής και ορισμένος κατά τα άνω και δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψή του, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίοι είναι ορισμένοι όταν παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1832/2008 απόφασή του δέχτηκε σχετικά με τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο αποδείχτηκε κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου ότι τέλεσε τις ως έπεται πράξεις ήτοι: Ο 1ος κατηγορούμενος Χ1, α) Στον ... στις αρχές Σεπτεμβρίου 2003 επώλησε μέσω του Χ2 στον Χ3 και Χ4 484,6 γρ. ινδικής κάνναβης, αντί του ποσού των 300 ευρώ, β) στον ... την 6-9-2003 κατείχε ναρκωτικά, συγκεκριμένα κατείχε 484,6 γρ. ινδικής κάνναβης. Τα παραπάνω προκύπτουν προεχόντως από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ΑΑ, ο οποίος εκτός άλλων κατέθεσε ότι "Στις 7-9-03 εκτελούσαμε απογευματινή περιπολία ασφαλείας και από πληροφορίες συλλάβαμε στο σταθμό της ... δύο άτομα που κατείχαν μισό κιλό ινδική κάνναβη. Από την προανάκριση προέκυψε ότι είχαν προμηθευτεί τα παραπάνω ναρκωτικά από άτομο Αλβανικής καταγωγής που δούλευε σε ψησταριά στη ... . Ο Χ2 ήταν ο μεσολαβητής. Ο Χ2 αναγνώρισε τον αλλοδαπό ως το άτομο που του έδωσε τα ναρκωτικά για τον Χ3 και τον Χ4 έναντι 300 ευρώ. Δεν είχε απασχολήσει ο Χ1 ξανά την υπηρεσία μας. Τον συλλάβαμε στην ψησταριά. Δεν βρέθηκαν πράγματα στο σπίτι του. Κατά την εξέταση των δύο συλληφθέντων ξεκίνησε η περιγραφή του αλλοδαπού. Το τηλετυπικό σήμα είναι περιληπτικό. Χ2 συνελήφθη πριν τον Χ1. Στην αρχή μετά τη σύλληψη στο σταθμό ανέφεραν κάποιον αλλοδαπό "ΩΩ" που είχαν γνωρίσει στα ... . Είπαν και για τον αλλοδαπό στην ψησταριά. Δεν θυμάμαι αν βρήκαμε τίποτα στο Χ2. Η έκθεση σύλληψης του Χ1 συνετάγη τελευταία. Δεν είδαμε τον Χ2 να κάνει συναλλαγή με τα δύο άτομα. Η περιγραφή του Χ1 είχε προκύψει από τον Χ3 και Χ4. Όταν φύγαμε να πάμε στον ... είχαμε περιγραφή των ατόμων και όχι ονόματα. Ο Χ2 με τους Χ3 και Χ4 ήταν φίλοι. Δεν γνωρίζω αν είχε οικονομικό όφελος ο Χ2 από τη συναλλαγή. Πάνω του βρήκαμε 200 ευρώ. Δεν είχαμε πληροφορίες πριν για το Χ2". Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου τούτου ο κατηγορούμενος Χ1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων". Μετά από αυτά το Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε στον ανωτέρω κατηγορούμενο την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο (πώληση και κατοχή ναρκωτικών), τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περιπτ. Β και 3 του Ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναγνωσθείσες υπ' αριθ. ..., ..., ... εκθέσεις εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους περί της ιδιότητας των κατασχεθέντων ως ναρκωτικών, το ότι δε εξαίρει την κατάθεση του αστυνομικού ΑΑ δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επίσης προκύπτει ότι η ανάγνωση του σκεπτικού της αποφάσεως είναι μεν δυσχερής αλλά όχι αδύνατη και έτσι είναι δυνατός αφενός ο έλεγχος της ύπαρξης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφετέρου ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική γι' αυτόν κρίση στηρίχθηκε μόνο στην απολογία των συγκατηγορουμένων του Χ2, Χ3 και Χ4 και στην κατάθεση του αστυνομικού ΑΑ ο οποίος όμως ως μοναδική πηγή πληροφοριών είχε τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος και έτσι παραβίασε το άρθρο 211Α του ΚΠΔ που επιφέρει απόλιτη ακιρότιτα της διαδικασίας. Όπως όμως προκίπτει από τα πρακτικά της δίκης, συγκατιγορούμενος του αναιρεσίοντος για την ίδια πράξη ήταν μόνο ο Χ2 και όχι και οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο προαναφερθείς αστυνομικός, του περιέγραψαν τον αναιρεσείοντα και ότι εργαζόταν σε ψησταριά στη ... και επιπλέον ο αστυνομικός κατέθεσε ότι είχαν από πριν πληροφορίες για τον αλλοδαπό. Επομένως δεν παραβιάστηκε εν προκειμένω το άρθρο 211 Α του ΚΠΔ και δεν προκλήθηκε η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 περίπτ. δ' του ίδιου Κώδικα και έτσι ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως, περί του ότι οι Χ3 και Χ4 περιέγραψαν στον μάρτυρα αστυνομικό ΑΑ τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα που εργαζόταν σε ψησταριά στη ... ως του πωλητή σ' αυτούς των ναρκωτικών, προκύπτει ότι η απόφαση εκ των πραγμάτων αντιμετώπισε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι την ημέρα εκείνη εργαζόταν συνεχώς στην ψησταριά και δεν απομακρύνθηκε από αυτήν, λαμβάνοντας αρνητική θέση σ' αυτόν. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση δεν αντιμετώπισε και δεν έλαβε θέση στον ανωτέρω ισχυρισμό του, ο οποίος κατ' αυτόν συνιστά "άλλοθι", είναι αβάσιμη. Τέλος κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι συνήγοροι του ήδη αναιρεσείοντος πρόβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρο 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ και ζήτησαν να του αναγνωριστεί αυτή, κατέθεσαν δε γραπτώς τον ισχυρισμό αυτόν και τον ανέπτυξαν και προφορικά. Ο εν λόγω ισχυρισμός καταχωρίστηκε στα πρακτικά ως εξής: "Επικουρικά και εφόσον το Δικαστήριο Υμών καταλήξει σε καταδικαστική κρίση για τον κατηγορούμενο Χ1, θα πρέπει να του αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, ότι δηλ. συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρόνο μετά την πράξη του. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, αφού αποφυλακίστηκε δυνάμει της εκκαλουμένης που χορήγησε ανασταλτική ισχύ στην ασκηθησομένη έφεση, συνέχισε να διαβιεί στην Ελλάδα νομίμως, εργαζόμενος και χωρίς να απασχολήσει για οιονδήποτε λόγο τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. σχετικά έγγραφα που προσκομίσθηκαν και ανεγνώσθηκαν ενώπιον του Ακροατηρίου Υμών αντίγραφο του από 7/7/05 διαβατηρίου του Αλβανικών Αρχών, αντίγραφα των υπ' αριθ. ... και ... βεβαιώσεων του Τμήματος Αλλοδαπών Βορειοανατολικής Αττικής, αντίγραφο της από 17/6/04 αναγγελίας πρόσληψης και αντίγραφα βεβαιώσεων εργοδότη, καθώς και ένσημα καθ' όλο το διάστημα της αποφυλάκισής του έως σήμερα)". Το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν προέκυψε η συνδρομή των προϋποθέσεων παραδοχής του". Ο προαναφερθείς ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε, ήταν σαφής και ορισμένος και συνοδευόταν από πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να τον θεμελιώσουν και έτσι το Δικαστήριο όφειλε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Η ανωτέρω όμως αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η μη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του και κατ' ακολουθίαν και ως προς την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή, αφού σε περίπτωση παραδοχής του εν λόγω ισχυρισμού επηρεάζεται και το ύψος της ποινής. Περίπτωση επεκτατικού αποτελέσματος κατά το άρθρο 469 του ΚΠΔ και στο συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Χ2 δεν συντρέχει εν προκειμένω, γιατί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως που αφορά στη συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Κατόπιν τούτων πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1832/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 και κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, καθώς και ως προς την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη καταδίκη κατηγορουμένου για κατοχή και πώληση ναρκωτικών. Δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ, όταν το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση έλαβε υπόψη του όχι μόνο την απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, αλλά και την κατάθεση αστυνομικού ο οποίος είχε και άλλες πηγές πληροφοριών εκτός από τον συγκατηγορούμενο. Αν το σκεπτικό της αποφάσεως είναι δυνατόν να αναγνωστεί, είναι αντίστοιχα δυνατός και ο έλεγχος της υπάρξεως αιτιολογίας και της ορθής εφαρμογής του νόμου. Αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς που διατυπώθηκε ορισμένως με συνοδεύοντα περιστατικά. Αναιρείται η απόφαση ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού και ως προς την επιβληθεί-σα ποινή.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
Αριθμός 2009/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 5.3.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 142/15.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 132 παρ.2 ΚΠΔ, την από 5-3-09 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για κανονισμό αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημμ/κείου Πατρών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στα οποία έχει παραπεμφθεί για το έγκλημα της τοκογλυφίας [άρθρο 404 παρ. 2 περ. α ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Κατά το άρθρο 132 παρ.1 ΚΠΔ αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμόδιων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δυο ή περισσότερων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: 2.Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια ,μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία, ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια .Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο. Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού συνάγεται ότι δεν ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας στην περίπτωση των συναφών εγκλημάτων, όταν δηλ. τα δικαστήρια επιλήφθηκαν αρμοδίως διαφόρων συναφών μεταξύ τους εγκλημάτων, αλλά μόνον αν αμφότερα επιλήφθηκαν της ίδιας αξιόποινης πράξεως [ΑΠ 1012/84 ΠΧΡ. 85/160, ΑΠ 1227/84 ΠΧΡ 85/258]. Αν συνεπώς πρόκειται για δυο συναφή εγκλήματα που τελέσθησαν είτε υπό διαφορετικών προσώπων είτε υπό ενός και του αυτού προσώπου, τα οποία εκκρεμούν ενώπιον δυο διαφορετικών δικαστηρίων, δεν υπάρχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, εφόσον αυτά δύνανται άνευ βλάβης να δικασθούν χωριστά, δεδομένου ότι η συνεκδίκαση απλώς επιτρέπεται, χωρίς και να επιβάλλεται. [Η. Γάφος Ποιν.Δικον. Α/του, ΑΠ 137/67]. Αν κατά των βουλευμάτων ή των αποφάσεων που δέχονται ή αρνούνται την αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα προβλέπονται ένδικα μέσα, η αίτηση κανονισμού αρμοδιότητας δεν μπορεί να γίνει προτού οι αποφάσεις που κηρύσσουν την αναρμοδιότητα καταστούν τελεσίδικες ή στην περίπτωση του άρθρου 504 παρ.2 αμετάκλητες, όταν δηλ. πρόκειται για απόφαση που κηρύσσει το δικαστήριο υλικά αναρμόδιο, και που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, διότι κατ' αυτής επιτρέπεται αναίρεση.[Α. Καρράς Ποιν.Δικ.Δ.2000 σελ.195]. 3-Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί ενώπιον των εξής δυο δικαστηρίων. Με το 381/08 τελεσίδικο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, [άρθρα 98, 404 παρ. 2α, 3 ΠΚ], ενώ με το 12.420/07 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε, μαζί με τον Ζ, ο οποίος παραπέμπεται για απάτη στο δικαστήριο, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για απλή τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98,404 παρ.2α ΠΚ]. Ειδικότερα, η κατηγορία για τοκογλυφία για την οποία παραπέμφθηκε στα προαναφερόμενα δικαστήρια συνίσταται από τα εξής περιστατικά: Α-Στο Τριμελές Εφετείο Πατρών. Η κατ' εξακολούθηση τοκογλυφία, για την οποία παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, συνίσταται στο ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-02 έως 30-8-05 τέλεσε τις εξής πράξεις: Ο κατηγορούμενος που είχε στο παρελθόν προβεί ήδη σε δανεισμό του Ψ με το ποσό των 23.000.00 δρχ. (67.498,17 ευρώ), δια της καταβολής αυτού στην εταιρία με την επωνυμία "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ" σε εξόφληση ισόποσου εκτός συμβολαίου τιμήματος από την πώληση (στον Ψ) του υπ'αριθμ. κυκλ. ... ελκυστήρα μετ' επικαθήμενου, ενόψει του ότι ο ψ κατά τις αμέσως κατωτέρω ημεροχρονολογίες, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί η τμηματική εξόφληση του παραπάνω δανείου δια της πληρωμής των υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .... μεταχρονολογημένων επιταγών της Alpha Bank [ποσού 14.673 ευρώ, 5.869 ευρώ, 8.804 ευρώ, 5.869 ευρώ, 7.336 ευρώ, 8.804 ευρώ, 5.869 ευρώ και 10.271 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 67.495 ευρώ, εκδόσεως του Ψ, σε χρέωση του ... λογαριασμού του, εις διαταγήν Φ (των οποίων ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος εξ οπισθογραφήσεως ήδη από το Δεκέμβριο του 2001, οπότε και συνήφθη το δάνειο)] καθώς και άλλων επιταγών που είχαν εκδοθεί σε ανανέωση και αντικατάσταση των αρχικών (των οποίων τα ειδικότερα στοιχεία δεν προέκυψαν από την ανάκριση), δεν είχε τα οικονομικά μέσα προς αποπληρωμή τους συμφώνησε (ο κατηγορούμενος) σε παράταση της προθεσμίας πληρωμής των κατωτέρω ποσών κεφαλαίου εκ δανείου, συνομολογώντας όμως συγχρόνως και λαμβάνοντας για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν κατά πολύ το νόμιμο και θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας των αντίστοιχων χρονικών διαστημάτων που ανέρχονταν από 30.3.2002 έως 5.12.2002 σε 11,25%, από 6.12.2002 έως 6.3.2003 σε 10,75%, από 7.3.2003 έως 5.6.2003 σε 10,50%, από 6.6.2003 έως 5.12.2005 σε 10%, από 6.12,2005 έως 7.3.2006 σε 10,25%, από 8.3.2006 έως 14.6.2006 σε 10,50%, από 15.6.2006 έως 8.8.2006 σε 10,75 % και από 9.8.2006 έως 30.8.2006 σε 11% . Συνοπτικά παραπέμπεται για τις εξής πράξεις:Για παράταση του χρόνου λήξεως πιστωθέντων 9 επιμέρους ποσών συνομολόγησε με αντίστοιχες 9 ξεχωριστές δανειακές τοκογλυφικές συμβάσεις τοκογλυφικό τόκο, παίρνοντας τις κατωτέρω 9 ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως του παθόντος Ψ.1-Στις 1-3-04 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 10.640 Ε, για 8 μήνες συνομολόγησε τόκους 2.650 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1 % το μήνα.2- Στις 1-10-04 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 6.345Ε,για 4 μήνες, συνομολόγησε τόκους 795 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3% το μήνα.3-Στις 7-11-05 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 10.000 Ε για 10 μήνες συνομολόγησε τόκους 3.000 €, ήτοι με επιτόκιο 75% το έτος και 6,95% το μήνα. 4-Στις 30-11-05 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 10.000 Ε, για 5 μήνες, συνομολόγησε τόκους 3.000 Ε, ήτοι με επιτόκιο 75% το έτος και 6,25% το μήνα. 5-Το Φεβρουάριο 2004 για παράταση πιστωθέντος ποσού 6.705 Ε για 5 μήνες συνομολόγησε τόκους 1.050 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.6-Για παράταση πιστωθέντος ποσού 5.870 για 4 μήνες συνομολόγησε τόκους 725 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.7-Στις 30-6-02 για παράταση πιστωθέντος ποσού 7.378Ε για 3 μήνες συνομολόγησε τόκους 670 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.8-Στις 30-3-02 για παράταση πιστωθέντος ποσού 39.585 Ε για 2 μήνες συνομολόγησε τόκο 2.375 Ε, ήτοι με επιτόκιο 36% το έτος και 3% το μήνα.9-Στις 30-9-04 για παράταση πιστωθέντος ποσού 6.345 Ε για 4 μήνες συνομολόγησε τόκους 795 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα. Β-Στο Τριμελές Πλημμ/κείο Αθηνών. Η τοκογλυφία, για την οποία παραπέμπεται στο Τριμελές Πλημμ/κείο Αθηνών συνίσταται από τα εξής περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, Χ, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ 30ης Δεκεμβρίου 2002 και 30ης Αυγούστου 2005 (οι ακριβείς ημερομηνίες δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθούν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, κατά την προδικασία), με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, αφενός μεν, κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου, συνομολόγησε και πήρε, για τον εαυτό του, περιουσιακά ωφελήματα, που υπερέβαιναν, το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, αφετέρου δε, απαλλοτρίωσε, παραπέρα, τοκογλυφική απαίτηση, που απέκτησε κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου. Συγκεκριμένα, ως πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ... (οδός ...), εταιρίας, με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ... Α.Ε.", η οποία κατά την 5/12/2001, είχε πωλήσει, προς τον εγκαλούντα, Ψ, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... είχε πωλήσει, προς εγκαλούντα, Ψ, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφικού πωλητήριου εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαγδαληνής-Διονυσίας ΖΕΡΡΗ, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο - ελκυστήρα, μάρκας "DAF", με αριθμό πλαισίου "..." και αριθμό κινητήρα "..." μετά επικαθημένου, μάρκας "HOΟL", με αριθμό πλαισίου "..." αντί αναγραφόμενου στο ανωτέρω συμβόλαιο τιμήματος πώλησης, ποσού 5.190.000 δρχ. ή 15.231,11 € και αντί πραγματικού τιμήματος, ύψους 28.190.000 8ρχ ή 82,729,27 €, από το οποίο, ποσό 190.000 δρχ. ή 557.59 €. καταβλήθηκε σε μετρητά, κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου και ποσό 28.000.000 δρχ. ή 82.171,00 €, πιστωθέν, συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις με την εκ μέρους τον εγκαλούντος - αγοραστή, Ψ, αφενός μεν, αποδοχή και παράδοση, σ' αυτόν, δέκα (10) συναλλαγματικών, ποσών 500.000 δρχ. ή 1.467,00 €, εκάστη και συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ. ή 14.670,00 € και αφετέρου, έκδοση και παράδοση, σ' αυτόν, μέσω του μεσολαβητή της ανωτέρω πώλησης, Φ, των υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., Ο ..., ... και ...οκτώ (8) επιταγών της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσών 14.673,00, 5.869,00, 8.804,00, 5.869,00, 7,336,00, 8.804,00 10.271,00 και 5.869,00 €, αντίστοιχα και συνολικού ποσού 22.998.921,25 δρχ. ή 67.495,00 €, λόγω αδυναμίας έγκαιρης πληρωμής, εκ μέρους του ανωτέρω εγκαλούντος, των προαναφερόμενων αξιόγραφων και προκειμένου να παρατείνει, υπέρ του τελευταίου, την προθεσμία πληρωμής των ληξασών δόσεων του - κατά τα ανωτέρω - μέρους του πιστωθέντος τιμήματος ανωτέρω πώλησης, ύψους 28.000.000 δρχ. ή 82.171,00 € αρχικά, μέχρι την 30/3/2003 και στη συνέχεια μέχρι την 30/8/2005, συνομολόγησε, για τον εαυτό του, περιουσιακά ωφελήματα, συνολικού ύψους 33.998,00 € (ποσοστό τόκου 40%) μηνιαίως ή 41% ετησίως, περίπου), απαιτώντας και λαμβάνοντας, από τον εγκαλούντα, α) την υπ'αριθμ. .... επιταγή, εκδόσεώς του (του εγκαλούντος), επί της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 21.998,00 €, συρόμενη, επί του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού αυτού, σε διαταγή του μεσολαβητή της ανωτέρω πώλησης, Φ, η οποία, μέσω του τελευταίου, μεταβιβάσθηκε, με οπισθογράφηση και παράδοση, σ' αυτόν (τον ανωτέρω κατηγορούμενο), και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως και σε διαταγή του (του εγκαλούντος), επί της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 12.000,00 €, συρόμενη, επί του υπ'αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού αυτού, η οποία μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση και παράδοση, σ' αυτόν (τον ανωτέρω κατηγορούμενο) και μέσω αυτού, στον συγκατηγορούμενό του, Ζ (β' κατηγορούμενο). Το παραπάνω συνομολογηθέν, κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέρους του πιστωθέντος τιμήματος της ανωτέρω πώλησης, ύψους 28.000.000 δρχ. ή 82.171,00 €, ποσοστό τόκου υπερέβαινε, κατά πολύ, τα κατά τον νόμο θεμιτά ποσοστά τόκου υπερημερίας, 10,75%, 10,50% και 10% ετησίως, που ίσχυαv, τότε και κατά τα χρονικά διαστήματα, μεταξύ 30/12/2002 - 6/3/2003, 7/3/2003 - 5/6/2003 και 6/6/2003 - 30/8/2005, αντίστοιχα (με βάση το όρθρο 3§2 του Ν. 2842/2000, με το οποίο ορίζεται, ότι οι αναφορές σε θεσπιζόμενα, από την Τράπεζα της Ελλάδος, επιτόκια, που υπάρχουν σε νομοθετικές, διοικητικές, κανονιστικές διατάξεις ή σε συμβάσεις, αντικαθίστανται, από αναφορές στα αντίστοιχα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνδ. με την ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5/6/2003). Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, από το προαναφερόμενο ποσό τοκογλυφικών ωφελημάτων, πέτυχε να εισπράξει, σε μετρητά και με άλλες επιταγές, εκδόσεως του εγκαλούντος ή πελατών αυτού που ο τελευταίος υποχρεώθηκε να του παραδώσει, το ποσό των 5,291,42 €. Επιπλέον, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κατά το ίδιο ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα (30/12/2002 - 30/8/2005), απαλλοτρίωσε παραπέρα, το εκ 12.000,00 € μέρος της τοκογλυφικής απαίτησης του, συνολικού ύψους 33.998,00 €, που απέκτησε, κατά τις προαναφερόμενες παρατάσεις της προθεσμίας πληρωμής των ληξασών δόσεων του - κατά τα ανωτέρω - μέρους του πιστωθέντος τιμήματος της ανωτέρω πώλησης, ύψους 28.000,000 δρχ. ή 82.171,00 € , μέχρι την 30/3/2003 και εν συνεχεία, μέχρι την 30/8/2005, αφού μεταβίβασε, με οπισθογράφηση και παράδοση, στον συγκατηγορούμενό του, Ζ (β'κατηγορούμενο), την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως και σε διαταγή του εγκαλούντος, επί της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 12.000,00 €, συρόμενη, επί του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού αυτού, την οποία είχε παραλάβει, αρχικά, ο ίδιος, από τον ανωτέρω εγκαλούντα, και η οποία, όπως γνώριζε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ενσωμάτωνε τοκογλυφικά ωφελήματα. Συνοπτικά παραπέμπεται για τις εξής πράξεις: 1)-Για πιστωθέν ποσό 82.171 Ε, το οποίο συμφώνησε να εξοφληθεί άτοκα σε δόσεις με επιταγές:σε 10 ισόποσες, εκάστης του ποσού των 1.467,75 Ε και μιας των 2.943,70 Ε, και σε 8 των ποσών των 14.673, 5.869, 8.804, 5.869, 7.336, 8.804, 10.271 και 5.869, αντίστοιχα, συνολικού ποσού των 67.495 Ε. Συνομολόγησε για το ποσό αυτό των 67.495 Ε τοκογλυφικούς τόκους 33.998 Ε, παίρνοντας δυο επιταγές, εκδόσεως του παθόντος Ψ: α-την ... εκδόσεως της 30-3-03 ποσού 21.998 Ε β-την ...,εκδόσεως της 30-8-05,ποσού 12.000 Ε.2)-Εισέπραξε από τις παραπάνω τοκογλυφικές απαιτήσεις ποσό 5.291,42 Ε.3)-Απαλλοτρίωσε παραπέρα την τοκογλυφική απαίτηση. 4-Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι ο αιτών παραπέμφθηκε να δικασθεί στα ανωτέρω δικαστήρια για διαφορετικές πράξεις τοκογλυφίας, οι οποίες ναι μεν έχουν ως αφετηρία τη σύμβαση πωλήσεως ενός αυτοκινήτου που συνήφθη μεταξύ αυτού και του παθόντος, πλην όμως εκάστη κατηγορία που εκκρεμεί προς εκδίκαση στα ανωτέρω δυο δικαστήρια σύγκειται από διαφορετικά περιστατικά, από διαφορετικές πράξεις ούτως ώστε να μη γεννάται καμία σύγκρουση δικαιοδοσίας-καταφατική-από την εκδίκασή της καθεμιάς απ' αυτές από τα ως άνω διαφορετικά δικαστήρια, στα οποία έχουν παραπεμφθεί. 5-Κατ'ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση ως εντελώς αβάσιμη, το δε να καταδικάσει τον αιτούντα σε πρόστιμο 50 Ε κατά το άρθρο 134 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩΑ-Να απορριφθεί η από 5-3-09 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για κανονισμό αρμοδιότητας. ΚαιΒ-Να καταδικασθεί ο αιτών σε πρόστιμο 50 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο [ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων] αμφισβητείται η αρμοδιότητα είτε για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, τότε, αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ δικαστηρίων υπαγομένων σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο, ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, με αίτηση του εισαγγελέως ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14, 16, 17 και 98 ΠΚ, 72, 109 επ., 122 επ., 125, 129 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι : Α) Η σύγκρουση αρμοδιότητας ενδέχεται να είναι είτε καταφατική, όταν τα πλείονα δικαστήρια επιλαμβάνονται της υποθέσεως διότι θεωρούν εαυτά αρμόδια, οπότε ανακύπτει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων είτε αποφατική, όταν αυτά απέχουν διότι θεωρούν εαυτά αναρμόδια, οπότε ανακύπτει κίνδυνος αρνησιδικίας. Β) Τα δικαστήρια δεν υπόκεινται το ένα στο άλλο, όταν επιλαμβάνονται της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και όχι κατόπιν προσβολής της αποφάσεως του ενός ενώπιον του άλλου, με την άσκηση ενδίκου μέσου. Γ) Για το ίδιο έγκλημα πρόκειται, όταν υφίσταται ταυτότητα της πράξεως από άποψη υποκειμένου, αντικειμένου και εξωτερικών περιστάσεων τέλεσης αυτής και υπό την έννοια αυτή οι μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος αποτελούν ένα και το αυτό έγκλημα. Δ) Δεν συντρέχει περίπτωση κανονισμού της αρμοδιότητας, εάν έχει ήδη επιληφθεί το ένα δικαστήριο, είτε έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση είτε απλώς οριστική, διότι στην περίπτωση αυτή το άλλο δικαστήριο, που επιλαμβάνεται δεύτερο, είναι υποχρεωμένο να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω είτε δεδικασμένου είτε εκκρεμοδικίας (άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠοινΔ). 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αίτησης και την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το 12420/31-8-2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο αιτών -κατηγορούμενος, Χ, παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην ..., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 30-12-2002 και 30-8-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφ' ενός κατά την παράταση προθεσμίας αποπληρωμής δανείου συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και αφ' ετέρου απαλλοτρίωσε παραπέρα τοκογλυφική απαίτηση, που είχε αποκτήσει κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου. Συγκεκριμένα [σύμφωνα με το εν λόγω-κλητήριο θέσπισμα], ως πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ", από την οποία ο εγκαλών ψ, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής - Διονυσίας Ζερρή είχε αγοράσει ένα δημοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο (ελκυστήρα μάρκας "DAF" με επικαθήμενο όχημα μάρκας "HOOL") με αριθμό κυκλοφορίας ...., αντί, δηλωθέντος τιμήματος 5.190.000 δραχμών και αντί πραγματικού τιμήματος 28.190.000 δραχμών, έναντι του οποίου είχε καταβληθεί μόνο μέρος 190.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο είχε πιστωθεί προκειμένου να καταβληθεί σε δόσεις α) με την αποδοχή εκ μέρους του αγοραστή δέκα συναλλαγματικών ποσού 500.000 δραχμών εκάστης και συνολικώς 5.000.000 δραχμών για το δηλωθέν τίμημα και β) με την έκδοση εκ μέρους του αγοραστή και παράδοση προς την πωλήτρια εταιρία δια του μεσολαβητή Φ οκτώ μεταχρονολογημένων επιταγών διαφόρων ποσών, συρόμενες επί λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε στην τράπεζα "ALPHA BANK" (αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα κατά ποσό, αριθμό και αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως), συνολικού ποσού 67.495 ευρώ για το εκτός του συμβολαίου μέρος του τιμήματος (23.000.000 δραχμές), ο κατηγορούμενος, προκειμένου να χορηγήσει δύο παρατάσεις της προθεσμίας πληρωμής στον εγκαλούντα Ψ, που βρέθηκε σε οικονομική αδυναμία να εξυπηρετήσει εμπροθέσμως τις δόσεις του εν λόγω χρέους, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα συνολικού ποσού 33.998 ευρώ, ήτοι τέτοια που υπερβαίνουν το νόμιμο ποσοστό τόκου υπερημερίας διότι ανέρχονται σε 3,4% μηνιαίως ή 41% ετησίως, με το να υποχρεώσει τον οφειλέτη να εκδώσει α) την επιταγή με αριθμό ... της "ALPHA BANK" για ποσό 21.998 ευρώ, σε διαταγή του μεσολαβητή Φ, από τον οποίο στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε στον κατηγορούμενο, με αναγραφείσα ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2003, μέχρι της οποίας δόθηκε η πρώτη παράταση και β), την επιταγή με αριθμό ... της "ALPHA BANK" για ποσό 12.000 ευρώ, σε διαταγή, του κατηγορουμένου, από τον οποίο στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε στον Ζ, με αναγραφείσα ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2005, μέχρι της οποίας δόθηκε η δεύτερη παράταση. Ήτοι, με το ως άνω κλητήριο θέσπισμα, παραπέμπεται για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση σε πλημμεληματική μορφή (ΠΚ 98 και 404 παρ.2). 3.- Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία προκύπτουν και τα ακόλουθα: Με το 288/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, το οποίο κατέστη τελεσίδικο μετά την εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το 381/2008 βούλευμα, απόρριψη της εφέσεως που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος, ο αιτών Χ, παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Πατρών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως 30-11-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά την παράταση προθεσμίας αποπληρωμής δανείου, συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν κατά πολύ το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου υπερημερίας. Συγκεκριμένα [σύμφωνα με το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος], ο μεν κατηγορούμενος είχε δανείσει προς τον εγκαλούντα Ψ, το ποσό των 23.000.000 δραχμών (ήδη 67.498,17 ευρώ), δια καταβολής αυτού προς την εταιρία "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ", από την οποία ο Ψ είχε αγοράσει ένα δημοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο (ελκυστήρα με επικαθήμενο όχημα) με αριθμό κυκλοφορίας ..., εις εξόφληση ισόποσου εκτός συμβολαίου τιμήματος, ο δε εγκαλών είχε εκδώσει οκτώ μεταχρονολογημένες επιταγές διαφόρων ποσών, συρόμενες επί λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε στην τράπεζα "ALPHA BANK" (αναφέρονται στο βούλευμα κατά ποσό, αριθμό και αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως), σε διαταγή του μεσολαβητή Φ από τον οποίο ήδη από το Δεκέμβριο 2001 είχαν μεταβιβασθεί στον κατηγορούμενο, συνολικού ποσού 67.495 ευρώ. Στη συνέχεια, όταν ο εγκαλών δεν είχε τα οικονομικά μέσα για την πληρωμή των εν λόγω επιταγών, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να συμφωνήσει στην παράταση της προθεσμίας πληρωμής αυτών α) την 1-3-2004, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-10-2004 σε μέρος 10.640 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 2.650 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, β) την 1-10-2004, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-1-2005 σε μέρος 6.345 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 795 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004, ήτοι επιτόκιο περίπου 35% ετησίως, γ) την 7-11-2005, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-8-2006 σε μέρος 10.000 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 3.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 75% ετησίως, δ) την 30-11-2005, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-4-2006 σε μέρος 10.000 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 3.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 75% ετησίως, ε) σε μη εξακριβωθείσα ημέρα από τις αρχές Φεβρουαρίου μέχρι 23-2-2004, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-7-2004 σε μέρος 6.705 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 1.050 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, στ) την 30-6-2002, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-10-2002 σε μέρος 5.870 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 725 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, ζ) την 30-3-2002, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-6-2002 σε μέρος 7.338 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 670 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, η) την 30-10-2002, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-12-2002 σε μέρος 39.585 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 2.375 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 36% ετησίως και θ) την 30-9-2004, για να δοθεί παράταση από 30-9 2002 μέχρι 30-1-2005 σε μέρος 6.345 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 795 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 7.140 ευρώ, με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης 30-1-2005, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως. Στις πράξεις αυτές ο κατηγορούμενος προέβη κατ' επάγγελμα, με σκοπό να πορισθεί εισόδημα, προς βιοπορισμό, ενεργώντας κατ' επανάληψη με βάση οργανωμένο σχέδιο και κατά συνήθεια, έχοντας αποκτήσει σταθερή ροπή προς τέλεση του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ήτοι, με το ως άνω βούλευμα, παραπέμπεται για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση σε κακουργηματική μορφή (ΠΚ 98 και 404 παρ.2 και 3). 4.- Από την αντιπαραβολή της περιγραφής των πράξεων, για τις οποίες παραπέμπεται ο αιτών κατηγορούμενος, αφ' ενός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και αφ' ετέρου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Πατρών, προκύπτει ότι πρόκειται για πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στην πρώτη περίπτωση στην ..., ενώ στη δεύτερη περίπτωση στην ... και που, αν και εμπίπτουν μέσα στο ίδιο, ευρύτερο χρονικό διάστημα, αναφέρονται σε διαφορετικούς επί μέρους χρόνους και στη συνομολόγηση διαφορετικών παρατάσεων της προθεσμίας προς πληρωμή δανείου. Έτσι, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να υποτεθεί ότι, αν και σε όλες τις περιπτώσεις γίνεται λόγος περί τοκογλυφίας, πρόκειται για διαφορετικά εγκλήματα. Παρά ταύτα, μια εγγύτερη προσέγγιση του ζητήματος οδηγεί στη διαπίστωση ότι πρόκειται για πράξεις, οι οποίες σε όλες τις περιπτώσεις φέρονται τελεσθείσες από τον ίδιο δράστη (τον κατηγορούμενο Χ) κατά του ιδίου παθόντος (του εγκαλούντος Ψ) και με βάση το αυτό βιοτικό γεγονός (την εκ μέρους του εγκαλούντος αγορά του ... δημοσίας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου από την πωλήτρια εταιρία "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ", με πίστωση του τιμήματος, ως προς την αποπληρωμή των τμηματικών δόσεων του οποίου ο αγοραστής είχε περιέλθει σε υπερημερία). Και περαιτέρω, σε όλες τις περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι χορήγησε στον εγκαλούντα παράταση της προθεσμίας πληρωμής, απαιτών και λαμβάνων για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το ανώτατο θεμιτό ποσοστό τόκου. Στο κλητήριο θέσπισμα, ο κατηγορούμενος χαρακτηρίζεται ως "πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της [πωλήτριας] εταιρίας", ενώ στο παραπεμπτικό βούλευμα ως το πρόσωπο, το οποίο ως δανειοδότης του εγκαλούντος κατάβαλε προς την πωλήτρια εταιρία το μέρος του τιμήματος, που είχε πιστωθεί χωρίς να αναγραφεί στο πωλητήριο συμβόλαιο. Και στη δεύτερη περίπτωση, όμως, από την αναφορά του επωνύμου του κατηγορουμένου στην επωνυμία της πωλήτριας εταιρίας, καθίσταται εμφανές ότι πρόκειται για πρόσωπο στενά συνδεδεμένο με αυτήν. Κατά συνέπεια, ύστερα από σωστό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για πλείονες επί μέρους πράξεις ενός και του αυτού εγκλήματος, ήτοι της τοκογλυφίας σε κακουργηματική μορφή και όχι για αυτοτελή εγκλήματα. Το αν ο κατηγορούμενος ενήργησε στην ... ή στην ... ή και στις δύο πόλεις εκ περιτροπής ή το αν συνομολόγησε τα τοκογλυφικά ωφελήματα κατά τις δοθείσες παρατάσεις ως νόμιμος εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας ή ως προσωπικός δανειστής του εγκαλούντος (επειδή εξ ιδίων είχε προεξοφλήσει την πωλήτρια εταιρία), είναι ζητήματα τα οποία δύνανται να διευκρινισθούν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία. 5.- Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού κανένα από τα ως άνω δικαστήρια δεν έχει εκδικάσει την υπόθεση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση για να γίνει ο εκ μέρους του κατηγορουμένου αιτούμενος καθορισμός της αρμοδιότητας. Η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να γίνει δεκτή. Ως υποχρεωτικώς αρμόδιο για την εκδίκαση των πράξεων που αναφέρθηκαν πρέπει να ορισθεί το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Πατρών, το οποίο είναι το δικαστήριο στο οποίο υπάγεται καθ' ύλην η εκδίκαση των επί μέρους πράξεων υπό τη βαρύτερη εκδοχή αυτών. Οι πράξεις, που περιγράφονται στο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, θα αποτελέσουν επί μέρους πράξεις του κατηγορητηρίου που διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα. Και το δικαστήριο, που θα εκδικάσει την υπόθεση, σε περίπτωση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης, θα αποσαφηνίσει τις επί μέρους περιστάσεις και θα επαναδιατυπώσει ορθότερα τις επί μέρους πράξεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δεχόμενο την από 5-3-2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, περί κανονισμού αρμοδιότητας. Ορίζει το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Πατρών ως υποχρεωτικά αρμόδιο για να εκδικάσει την ποινική υπόθεση που αναφέρεται α) στο 12420/31-8-2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) στο 288/2008 τελεσίδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επί παραπομπής για τοκογλυφία σε διαφορετικά δικαστήρια. Αίτηση κατηγορουμένου προς κανονισμό τοπικής αρμοδιότητας. Δέχεται ότι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση πράξεις με αφορμή το ίδιο βιοτικό γεγονός. Καθορίζει ως αρμόδιο το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2008/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 381/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 325/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 158/30-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 1/12-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 381/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του 288/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πατρών ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, τον παραπέμπει στο Τριμελές Εφετείο Πατρών για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια [άρθρα 13 περ. γ, στ, 60-63, 94 παρ. 1, 98, 404 παρ. 2, 3 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα: 2- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε 1) δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο, αφού ο νόμος του δίνει το δικαίωμα να ασκεί αναίρεση κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ. α ΚΠΔ], 2) εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η οποία έγινε σ' αυτόν μεν με θυροκόλληση στην οικία του στις 26-1-2009, στον αντίκλητό του δε δικηγόρο Αθανάσιο Βγενόπουλο με παράδοση στα χέρια του στις 11-2-2009 [βλ. τα αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως των δικ. επιμελητών ... και ...], [άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ], και 3) νομότυπα, ήτοι με δήλωση του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του Αθαν. Βγενόπουλου στη γραμματέα του εκδώσαντος αυτό Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με τη σύνταξη υπ' αυτής της οικείας εκθέσεως σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ, και με τη διατύπωση σ' αυτήν των λόγων, για τους οποίους την ασκεί, συνιστάμενους στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. β και δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3- Νομικές διατάξεις. α- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [Α.Π. 19/01 ΟΛΟΜ-Π.ΔΙΚ.01/1225, Π.ΧΡ.02/402, Π.ΛΟΓ. 01/1693]. β- Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. γ- Κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. δ- Τοκογλυφία. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 Π.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/3-6-1999, "1. Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσή της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. 2. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α') όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. β') όποιος απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ. α' ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν απ' αυτή την απαίτηση. 3. Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις των παρ. 1 και 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. Με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/3-6-1999 επήλθε νομοθετική μεταβολή στις ποινικές κυρώσεις του εγκλήματος της τοκογλυφίας και, ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 404 Π.Κ. η φράση "με φυλάκιση μέχρι δύο ετών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών", στη δε παράγραφο 3 του άρθρου αυτού η φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Κατά συνέπεια, μετά την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω 2721/3-6-1999 νόμου, το έγκλημα της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφίας φέρει πλέον κακουργηματικό χαρακτήρα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας δύναται να πραγματωθεί με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων ή με την επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί και με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του θύματος. Οι ανωτέρω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφ' όσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινομένη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, κατά την έννοια του άρθρου 98 Π.Κ., εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 Π.Κ. και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δράστη. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, τα οποία ενσωματώνουν μη νομίμους τόκους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή η επιδίωξη εισπράξεως αυτών (Α.Π. 480/98 ΠΧ ΜΗ/1091, Α.Π. 604/00 ΠΧ ΝΑ/17, Α.Π.1606/04 ΔΙΚ. 04/1569]. ε- Κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο 13 περ. στ ΠΚ "κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". 'Ετσι, κατά την έννοια της άνω διατάξεως (άρθρο 404 παρ. 3 Π.Κ.), ως κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη, με σκοπό να πορισθεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο αρκεί και η τέλεση μιας μόνο πράξεως, όταν από αυτήν, εν όψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων που τη συνοδεύουν, προκύπτει η ως άνω επιδίωξη του πορισμού εισοδήματος. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, ως κατά συνήθεια τέλεση τοκογλυφίας νοείται η από την κατ' επανάληψη τέλεση αυτής συναγωγή συμπεράσματος ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας (ΑΠ 1647/1999 ΠΧ Ν' σελ. 734). 4- Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ ήταν αντιπρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνείς Μεταφορές Λομποτέσης ΑΕ", με έδρα την ..., η οποία είχε στην κυριότητα της αριθμό φορτηγών αυτοκινήτων κατάλληλων για τη διενέργεια εμπορευματικών μεταφορών. Η εταιρία ήταν των συμφερόντων του κατηγορουμένου και της οικογενείας του, που ενδιαφέρονταν να προβούν σε πώληση όλων των φορτηγών της κυριότητας της, με τελικό σκοπό τη λύση της. Με τα δεδομένα αυτά, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, Ψ, ήλθαν σε επαφή με τη διαμεσολάβηση τρίτου προσώπου, του ΑΑ (που ενεργούσε στην προκείμενη περίπτωση, ως μεσίτης στην κατάρτιση των κάτωθι συμβάσεων πωλήσεως). Καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας, πού νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τον κατηγορούμενο, και του Ψ, το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής-Διονυσίας Ζέρη, με το οποίο συμφωνήθηκε η πώληση του υ' αριθμό κυκλοφ. ... φορτηγού δημόσιας χρήσεως (ελκυστήρας μετ' επικαθήμενου), μετά της άδειας δημόσιας χρήσης του, με παρακράτηση της κυριότητας του, εκ μέρους της πωλήτριας εταιρίας, μέχρις εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος. Ακολούθησε η κατάρτιση, επίσης στην Αθήνα, του ... συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου, μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων, με το οποίο συμφωνήθηκε η πώληση του υπ' αριθμό κυκλοφ. ... φορτηγού οχήματος (ελκυστήρας μετ' επικαθήμενου), μετά της άδειας δημόσιας χρήσης του, επίσης, με παρακράτηση της κυριότητας του, εκ μέρους της πωλήτριας μέχρις εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος. Ο πολιτικώς ενάγων Ψ εξόφλησε το τίμημα αμφοτέρων των ανωτέρω φορτηγών οχημάτων (επιβαρυνόμενος με τόκους για το πιστωθέν εκτός συμβολαίου τίμημα), και μετά την πλήρωση της αίρεσης, απέκτησε την πλήρη κυριότητα των ανωτέρω οχημάτων και καταρτίσθηκαν οι ... και ... συμβάσεις μεταβίβασης της κυριότητας της αυτής συμβολαιογράφου, πράξεις από τις οποίες προκύπτει και η εξόφληση του τιμήματος τους. Προέκυψε επίσης, ότι ο μηνυτής προέβη στην αγορά από την ανωτέρω εταιρία, πού νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τον κατηγορούμενο, του υπ' αριθμό κυκλοφ. ..., φορτηγού οχήματος, μετά της άδειας δημόσιας χρήσης του και καταρτίσθηκε το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής-Διονυσίας Ζέρρη. Το φορτηγό αυτό παραδόθηκε σε αυτόν κατά κατοχή, με παρακράτηση της κυριότητας υπέρ της πωλήτριας εταιρίας. Επρόκειτο για έναν αυτοκίνητο ελκυστήρα, μετά επικαθήμενου, πετρελαιοκίνητου, κοινού μη ανατρεπόμενου, ωφέλιμου φορτίου 25.868 κιλών, που είχε εισαχθεί μεταχειρισμένο στην Ελλάδα, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας (στην Ελλάδα) την 10η Οκτωβρίου 2001. Το τίμημα για το φορτηγό αυτό συμφωνήθηκε στο ποσό των 31.000.000 δραχμών (βλ. την σχετική κατάσταση πού συντάχθηκε κατά το έτος 2001 από τη σύζυγο του μηνυτή κατά τις διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο για την πώληση του φορτηγού οχήματος), τίμημα που ήταν αντίστοιχο, αν όχι υπέρτερο της αξίας του. Από το τίμημα αυτό, καταβλήθηκε προς τον κατηγορούμενο ποσό μετρητών 3.000.000 δραχμών κατά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης. Ωστόσο στο συμβόλαιο αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 5.190.000 ευρώ ή 15,231,11 ευρώ, εκ του οποίου φερόταν πιστούμενο το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 ευρώ και καταβληθέν το ποσό των 190.000 δρχ. ή 557,59 ευρώ. Το πιστωθέν τούτο τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί άτοκα σε οκτώ δόσεις των 1.467,35 ευρώ έκαστη, στις 30-12-2002, 30-8-2003, 30-9-2003, 30-10-2003, 30-12-2003, 28-2-2004, 30-4-2004 και 30-6-2004, αντίστοιχα καθώς και σε μία ακόμη δόση ποσού 2.943,70 ευρώ, καταβλητέα στις 30-11-2003. Για τις ανωτέρω δόσεις εκδόθηκαν αντίστοιχης λήξης συναλλαγματικές εκδόσεως της πωλήτριας και αποδοχής του πολιτικώς ενάγοντος, που αναφέρονται στο ... συμβόλαιο. Όσον αφορούσε δε στο εκτός συμβολαίου τίμημα ποσού 23.000.000 δρχ., τούτο καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο απευθείας στην εταιρία για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντα, δυνάμει άτυπης συμβάσεως δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ τους (πολιτικώς ενάγοντα και κατηγορουμένου σχετικώς, από 16-10-2006 έγγραφες εξηγήσεις κατηγορουμένου ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών). Για δε το ποσό αυτό δανείου συμφωνήθηκε η σταδιακή αποπληρωμή του, με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες έκδοσης τους. Τις επιταγές αυτές εξέδωσε ο πολιτικώς ενάγων, σε διαταγή του μεσίτη ΑΑ, ο οποίος με τη σειρά του τις μεταβίβασε στον κατηγορούμενο (σχ. από 8-2-2008 ένορκη κατάθεση ΑΑ). Στον κατηγορούμενο παραδόθηκαν κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Ειδικότερα επρόκειτο για τις ακόλουθες επιταγές της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, που εκδόθηκαν εις διαταγή του συνεργάτη του κατηγορουμένου, ΑΑ (διαμεσολαβητή στην πώληση του φορτηγού), σε χρέωση του ... λογαριασμού που διατηρούσε ο πολιτικώς ενάγων στην ανωτέρω τράπεζα: α) την ... επιταγή ποσού 14.673 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2002, β) την ... επιταγή ποσού 5,869 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2002, γ) την ... επιταγή ποσού 8.804 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 29-9-2002, 6) την 57791775-7 επιταγή ποσού 5.869 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-12-2002, ε) την ... επιταγή ποσού 7.336 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2003, στ) την ... επιταγή ποσού 8.804 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-7-2003, ζ) την ... επιταγή ποσού 5.869, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-12-2003 και τέλος η) την ... επιταγή ποσού 10.271 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2003, δηλαδή επιταγές συνολικού ποσού 67.495 ευρώ. Πλέον του ποσού αυτού και για το χρόνο που πιστώθηκε το δάνειο, ο κατηγορούμενος προκειμένου να συμβληθεί, υπό την παραπάνω ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου στη σύμβαση πωλήσεως, αξίωσε την καταβολή εκ μέρους του μηνυτή τόκων επ' αυτού ανερχόμενων στο ποσό των 21.998 ευρώ, αιτία, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, επίσης σε διαταγή του ΑΑ, με τόπο έκδοσης την ... και ημερομηνία έκδοσης 30-3-2003,η οποία οπισθογραφήθηκε από τον λήπτη της, στον κατηγορούμενο και από αυτόν προς τον ΒΒ (τελευταίο κομιστή της). Για την παραπάνω πράξη του κατηγορουμένου έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για την πλημμεληματική παράβαση του άρθρου 404 παρ. 2 ΠΚ και έχει αυτός παραπεμφθεί προκειμένου να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά την λήξη κάποιων από τις παραπάνω επιταγές ο μηνυτής δεν είχε, εξ αιτίας προσωρινής οικονομικής δυσχέρειας, τα χρηματικά μέσα προς αποπληρωμή τους. Ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας το πρόβλημά του αυτό, του πρότεινε την παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής των αντίστοιχων δόσεων με την αντικατάσταση των επιταγών ή την μεταβολή των ημερομηνιών τους (βλ. και την από 14.2.2008 ένορκη κατάθεση ΓΓ, ως και την από 14.2.2008 κατάθεση ΔΔ), με την αξίωση επιπλέον τόκων, που κατά περίπτωση, είτε ελάμβανε σε μετρητά είτε ενσωματώνονταν στα σώματα νέων επιταγών. Συνομολόγησε κατ1 αυτό τον τρόπο, περιουσιακά ωφελήματα εκ της παρατάσεως της προθεσμίας αποπληρωμής του δανείου, που όμως υπερέβαιναν κατά πολύ το νόμιμο θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας, που ανερχόταν από 30-3-2002 έως 5-12-2002 σε 11,25%, από 6-12-2002 έως 6-3-2003 σε 10,75%, από 7-3-2003 έως 5-6-2003 σε 10,50%, από 6-6-2003 έως 5-12-2005 σε 10%, από 6-12-2005 έως 7-3-2006 σε 10,25%, από 8-3-2006 έως 14-6-2006 σε 10,50%, από 15-6-2006 έως 8-8-2006 σε 10,75 % και από 9-8-2006 έως 30-8-2006 σε 11%. Η σχετική πρόταση γινόταν από τον κατηγορούμενο, τηλεφωνικώς προς τον πολιτικώς ενάγοντα, στον τόπο κατοικίας και επαγγελματικής εγκατάστασης του τελευταίου στην ..., Ακολούθως δε, οι συναφείς επιταγές, που ενσωμάτωναν τους τοκογλυφικούς τόκους ή αναλόγως τα ποσά αυτά σε μετρητά, παραλαμβάνονταν και εισπράττονταν από τον κατηγορούμενο στην ..., είτε αυτοπροσώπως κατά τη διέλευση του από αυτή τελικό προορισμό τη ..., όπου είναι και ο τόπος καταγωγής του, είτε από πρόσωπα στα οποία ο κατηγορούμενος έδιδε αντίστοιχη εντολή, είτε ακόμη αποστέλλονταν στη ... με το ΚΤΕΛ ..., στο οποίο ο κατηγορούμενος είχε διατελέσει πρόεδρος επί δέκα και πλέον έτη ή άλλως στην ... με το ΚΤΕΛ ... . Αυτό επαναλαμβανόταν και κάθε φορά που ο Ψ δεν μπορούσε να καταβάλει ολικώς ή μερικώς τα ποσά των επιταγών που είχε εκδώσει σε αντικατάσταση των παλαιοτέρων επιταγών και ενσωμάτωναν οφειλόμενο κεφάλαιο του προαναφερθέντος δανείου. Συναφώς προέκυψε ότι με τον παραπάνω τρόπο ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, γνωρίζοντας και εκμεταλλευόμενος την περιγραφείσα οικονομική δυσχέρεια του Ψ α) την 1-3-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 28-2-2004 έως 30-10-2004, την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 10.640 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ποσού 2.650 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας περαιτέρω τον Ψ, να του καταβάλει το παραπάνω ποσό με την ενσωμάτωση του σε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-6-2004,την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος, β) την 1-10-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-9-2004 έως την 30-1-2005 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 6.345 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 795 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 35% περίπου ετησίως και 3% μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό το οποίο ενσωματώθηκε σε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-6-2004, την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος, γ) στις 7-11-2005, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-10-2005 έως 30-8-2006 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 10.000 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 3.000 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 75% περίπου ετησίως και 6,95% μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, δ) στις 30-11-2005, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-11-2005 έως την 30-4-2006 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 10.000 ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 3.000 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 75% περίπου ετησίως και 6,25 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας το Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, ε) σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, αλλά από τις αρχές του μήνα Φεβρουαρίου 2004 έως την 28-2-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 28-2-2004 έως την 30-7-2004 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 6.705 ευρώ, συνομολόγησε, για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 1.050 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, πού ενσωματώθηκε σε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως του Ψ, ποσού 3.700 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004,την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος, στ) στις 30-6-2002, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-6-2002 έως 30-10-2002 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 5.870 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 725 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1% μηνιαίως, υποχρεώνοντας το Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, ζ) Στις 30-3-2002, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως 30-6-2002 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 7.338, ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 670 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας το Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, η) στις 30-10-2002, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-10-2002 έως 30-12-2002 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 39.585 ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 2.375 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 36% περίπου ετησίως και 3% μηνιαίως, υποχρεώνοντας το Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, και θ) στις 30-9-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-9-2002 έως 30-1-2005 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 6.345 ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 795 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1% μηνιαίως και υποχρέωσε τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό το οποίο ενσωματώθηκε στην ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 7.140 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-1-2005 και εκδότη τον Ψ, που παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο. Τέλος προέκυψε ότι στις παραπάνω πράξεις προέβη ο κατηγορούμενος έχοντας ενιαίο δόλο και με σκοπό να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση τους, δρώντας προς το σκοπό αυτό βάσει οργανωμένου και επαναλαμβανόμενου σχεδίου, έχοντας αποκτήσει σταθερή ροπή προς τέλεση του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι κατήρτισε με τον μηνυτή την οιαδήποτε τοκογλυφική σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι οι ανωτέρω πράξεις, ως και η αρχική δικαιοπραξία της πώλησης με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας, δεν αποτελούν κατά την έννοια του νόμου πιστωτικές συμβάσεις. Επίσης, υποστηρίζει στην σχετική έκθεση έφεσης του, ότι ο πολιτικώς ενάγων όφειλε σ' αυτόν χρηματικά ποσά του κεφαλαίου και νομίμων τόκων από την πώληση σ' αυτόν των δύο τελευταίων φορτηγών οχημάτων, ως επίσης, ότι κανείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν γνωρίζει, εξ ιδίας αντίληψης τις συναλλαγές του με τον πολιτικώς ενάγοντα. Πλην όμως, σύμφωνα όσα εκτίθενται ανωτέρω η αξιόποινη ενέργεια του κατηγορουμένου συνίσταται σε συνομολόγηση δανείου και σε παράταση της προθεσμίας πληρωμής αυτού, η οποία είχε ως αφορμή και μόνον την πώληση του συγκεκριμένου τελευταίου φορτηγού οχήματος, δεδομένου ότι για το προηγούμενο φορτηγό όχημα είχε υπογράψει ενώπιον του αρμοδίου συμβολαιογράφου ότι ο πολιτικώς ενάγων εκπλήρωσε τους όρους στο συμβόλαιο πώλησης και παραιτήθηκε ρητώς ανεκκλήτως της παρακράτησης κυριότητας του φορτηγού οχήματος. Σύμφωνα με τις 201/2007 και 202/2007 αποφάσεις Ειρηνοδικείου Πατρών έγιναν δεκτές ανακοπές του πολιτικώς ενάγοντα κατά των 653/2006 και 1155/2005 Διαταγών Πληρωμής και σ' αυτές αναφέρεται ότι οι επίδικες επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω Διαταγές Πληρωμής (25471478-1/30-12-2005 ποσού 7.770 ευρώ και 21708420-6/30-8-2005 ποσού 12.000 ευρώ), δεν αποδείχθηκε ότι κάλυπταν μέρους του τιμήματος της αγοράς των δύο τελευταίων . φορτηγών οχημάτων αλλά τοκογλυφικούς τόκους, καθ1 όσον σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές για κεφάλαιο 82.000 ευρώ κατεβλήθησαν τόκοι 28.000 ευρώ. Επίσης, από την 23-2-2007 κατάθεση του μάρτυρα ΕΕ προκύπτει ότι αυτός, τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, ήταν παρών, όταν ο πολιτικώς ενάγων έδωσε μετρητά και μία επιταγή στον κατηγορούμενο για σφραγισθείσα προηγούμενη επιταγή του και είχε δει στο γραφείο του κατηγορούμενου χειρόγραφα σημειώματα του, τα οποία επισύναπτε πάνω στις επιταγές και στα οποία έγραφε το ποσό τού τόκου για κάθε επιταγή και αν θα έπρεπε να δοθεί ελεύθερα ή να κρατηθεί, ενώ από την 23-2-2007 κατάθεση της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντα, ΣΤ, φαίνεται ότι αυτή γνώριζε τις συναλλαγές του συζύγου της με τον κατηγορούμενο, διότι είχε ενασχόληση με τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης του και ότι κατεβλήθησαν συνολικά από τον πολιτικώς ενάγοντα στον κατηγορούμενο για την αγορά του τρίτου φορτηγού οχήματος με εξοφλημένες επιταγές και συν/κές το ποσό των 110.000 ευρώ. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εισέπραξε ποσά πλέον των νομίμως οφειλομένων, αμφισβητεί την τοπική αρμοδιότητα του Συμβουλίου και προβάλλει ισχυρισμούς περί υφισταμένης εκκρεμοδικίας. Ωστόσο, από τα περιστατικά που προέκυψαν ανωτέρω, ευχερώς συνάγεται ότι ο τόπος τέλεσης των ανωτέρω ήταν και η ..., καθόσον -και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η λήψη των ωφελημάτων και η συνομολόγηση των συμβάσεων ελάμβαναν χώρα στην ... (προέκυψαν όμως σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις για το ότι έλαβαν χώρα στην ... κατά τα προαναφερθέντα)- στην ... βρισκόταν η κατοικία και επαγγελματική εγκατάσταση του μηνυτή και επομένως ο τόπος περιέλευσης της αντίστοιχης πρότασης του κατηγορουμένου, δηλαδή πράξη που αποτελεί τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του αδικήματος του άρθρου 404 παρ. 2 ΠΚ, τεκμηριώνοντας επομένως την ..., ως έναν τουλάχιστον από τους περισσότερους τόπους τέλεσης της ανωτέρω κατ' εξακολούθηση πράξης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στο προηγηθέν νομικό σκεπτικό. Αυτό δεν ανατρέπεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καθ" όσον ο τόπος κατοικίας και επαγγελματικής εγκατάστασης του Ψ και ο τόπος όπου υπάρχει αρχή εκτέλεσης της πράξης δεν αμφισβητείται. Μετά ταύτα και με δεδομένο ότι για τις ανωτέρω πράξεις επιλήφθηκαν, μόνον οι ανακριτικές αρχές της παρούσας δικαστικής περιφέρειας, στις οποίες και κλήθηκε ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά σε απολογία, θεμελιώνεται αρμοδιότητα (κατά προτίμηση) των ανακριτικών αρχών, των Δικαστικών Συμβουλίων και κατ' επέκταση του Δικαστηρίου, στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στο ανωτέρω νομικό σκεπτικό, οι περί τοπικής αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Όπως απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα του κατηγορουμένου περί διενέργειας περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, καθ1 όσον από το παρόν αποδεικτικό υλικό, πού συγκεντρώθηκε, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εις βάρος του και η υπόθεση, στο παρόν στάδιο δεν χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Τέλος, όσον αφορά στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ένδικης ποινικής διώξεως, εξ αιτίας της προηγούμενης άσκησης άλλης ποινικής δίωξης για τις αυτές πράξεις, για τις οποίες έχει παραπεμφθεί σε δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος καθόσον οι αναφερόμενες πράξεις δεν ταυτίζονται ολικά ή μερικά με τις ένδικες. Ειδικότερα με το 12420/2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β ΠΚ διότι Α) με πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος συνομολόγησε και έλαβε κατά την κατάρτιση της παραπάνω συμβάσεως πώλησης του ελκυστήρα και επικαθήμενου του περιουσιακά ωφελήματα συνολικού ύψος 33.998 ευρώ, απαιτώντας και λαμβάνοντας α) την ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2003 ποσού 21.998 ευρώ και β) την επιταγή με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2005, ποσού 12.000 ευρώ, που αφορούσαν σε ποσοστά τόκων υπερβαίνοντα τα κατά το νόμο θεμιτά ποσοστά τόκου, εκ των οποίων [Α' και Β1 ως άνω επιταγών] επέτυχε να εισπράξει το ποσό των 5.291,42 ευρώ. Περαιτέρω δε αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι μεταβίβασε την υπό Β1 εκ των παραπάνω επιταγών στον ΒΒ (συγκατηγορούμενο του στην ίδια παραπάνω δίωξη) ο οποίος γνώριζε ότι η εν λόγω επιταγή ενσωμάτωνε τοκογλυφικά ωφελήματα. Με το ίδιο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι ασκήθηκε επίσης δίωξη κατά του ΒΒ για το αδίκημα της απάτης, εξ αιτίας της έκδοσης διαταγής πληρωμής για την παραπάνω επιταγή των 12.000 ευρώ. Υπό τα περιστατικά αυτά, η ανωτέρω δίωξη, για την οποία εκκρεμεί η εκδίκαση της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν ταυτίζεται ολικά ή μερικά με την ένδικη και εκκρεμή ποινική δίωξη και επομένως ούτε με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο με αυτό το βούλευμα πράξεις, απορριπτόμενων των περί του εναντίου ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Με βάση των όσων αναπτύχθηκαν συνάγεται ότι ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών παρέπεμψε τον κατηγορούμενο με το εκκαλούμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για τις προαναφερθείσες πράξεις και πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του α) περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας, β) τοπικής αναρμοδιότητας και γ) διενέργειας περαιτέρω ανακριτικών πράξεων. Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη και τον παρέπεμψε να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, [άρθρα 13 περ.γ, στ, 60-63,94 παρ.1,98,404 παρ.2,3 ΠΚ]. 5-Αναιρετικός έλεγχος Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της τοκογλυφίας, κατ' εξακολούθηση, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ, 60-63, 94 παρ.1, 98, 404 παρ.2, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα. Όσον αφορά το έγκλημα της τοκογλυφίας αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για την ποινική υπόσταση του αυτού, τόσο της αντικειμενικής, που συνίστανται στο ότι ο κατηγορούμενος κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των συμφωνημένων δόσεων του δανείου που συνήψε με τον παθόντα συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του χρηματικά ποσά τόκων που υπερβαίνουν το νόμιμο ποσοστό, όσο και της υποκειμενικής, που συνίστανται στην γνώση και την αποδοχή των ανωτέρω περιστατικών, ότι δηλ. αυτός κατά την παράταση πληρωμής των δόσεων συνομολόγησε και έλαβε υπέρ αυτού τοκογλυφικούς τόκους. Όσον αφορά τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και της κατά συνήθεια τέλεσης αναφέρει ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας και δη από την τέλεση αυτής βάσει οργανωμένου και επαναλαμβανόμενου σχεδίου δράσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του Η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον σ' αυτή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, όπως εν προκειμένω, τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η δική του κρίση [Α.Π. 205/05, Α.Π. 2367/2005]. Η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών σφάλλει όσον αφορά την εκτίμηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων, όπως των 201/07 και 202/07 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Πατρών, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι ανακοπές του παθόντος κατά των 653/06 και 1155/05 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πατρών, και των καταθέσεων των μαρτύρων ΕΕ και ΣΤ, συζύγου του παθόντος, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα διότι με αυτήν ο αναιρεσείων βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. 6-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 €. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α- Να απορριφθεί η 1/12-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 381/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των εδαφ.α' και β' της παρ.2 του άρθρου 404 του ΠΚ τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας για την πληρωμή του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το θεμιτό ποσοστό του τόκου (εδ.α) και όποιος... επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι. Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινομένη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, κατά την έννοια του άρθρου 98 του ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης κάθε εγκληματικής πράξης από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΑΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δράστη. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Κατ'επάγγελμα δε διαπράττεται η τοκογλυφία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ.στ ΠΚ όταν από την επανειλημμένη τέλεση της ή από την υποδομή του έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος με περισσότερες από μία φορές, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος (τοκογλυφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ'ύλη και κατά τόπο Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 381/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη των υπ'αριθμ. 20/19-9-2008 έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του υπ'αριθμ. 288/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών για να δικασθεί ως υπαίτιος τέλεσης του εγκλήαμτος της τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.1, 404 παρ.2 εδ.α' και 3 του ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως 30-11-2005. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών δέχθηκε για τον αναιρεσείοντα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό, ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, όπως τούτο παραδεκτά επιτρέπεται (βλ. Σημ. ΑΠ 146/2009 και 1348/2008) ότι "Ο κατηγορούμενος Χ ήταν αντιπρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνείς Μεταφορές Λομποτέσης ΑΕ", με έδρα την ..., η οποία είχε στην κυριότητα της αριθμό φορτηγών αυτοκινήτων κατάλληλων για τη διενέργεια εμπορευματικών μεταφορών. Η εταιρία ήταν των συμφερόντων του κατηγορουμένου και της οικογενείας του, που ενδιαφέρονταν να προβούν σε πώληση όλων των φορτηγών της κυριότητας της, με τελικό σκοπό τη λύση της. Με τα δεδομένα αυτά, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, Ψ, ήλθαν σε επαφή με τη διαμεσολάβηση τρίτου προσώπου, του ΑΑ (που ενεργούσε στην προκείμενη περίπτωση, ως μεσίτης στην κατάρτιση των κάτωθι συμβάσεων πωλήσεως). Καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας, πού νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τον κατηγορούμενο, και του Ψ, το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής-Διονυσίας Ζέρη, με το οποίο συμφωνήθηκε η πώληση του υπ' αριθμό κυκλοφ. ... φορτηγού δημόσιας χρήσεως (ελκυστήρας μετ' επικαθήμενου), μετά της άδειας δημόσιας χρήσης του, με παρακράτηση της κυριότητας του, εκ μέρους της πωλήτριας εταιρίας, μέχρις εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος. Ακολούθησε η κατάρτιση, επίσης στην ..., του ... συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου, μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων, με το οποίο συμφωνήθηκε η πώληση του υπ' αριθμό κυκλοφ. ... φορτηγού οχήματος (ελκυστήρας μετ' επικαθήμενου), μετά της άδειας δημόσιας χρήσης του, επίσης, με παρακράτηση της κυριότητας του, εκ μέρους της πωλήτριας μέχρις εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος. Ο πολιτικώς ενάγων Ψ εξόφλησε το τίμημα αμφοτέρων των ανωτέρω φορτηγών οχημάτων (επιβαρυνόμενος με τόκους για το πιστωθέν εκτός συμβολαίου τίμημα), και μετά την πλήρωση της αίρεσης, απέκτησε την πλήρη κυριότητα των ανωτέρω οχημάτων και καταρτίσθηκαν οι ... και ... συμβάσεις μεταβίβασης της κυριότητας της αυτής συμβολαιογράφου, πράξεις από τις οποίες προκύπτει και η εξόφληση του τιμήματος τους. Προέκυψε επίσης, ότι ο μηνυτής προέβη στην αγορά από την ανωτέρω εταιρία, πού νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τον κατηγορούμενο, του υπ' αριθμό κυκλοφ. ..., φορτηγού οχήματος, μετά της άδειας δημόσιας χρήσης του και καταρτίσθηκε το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής-Διονυσίας Ζέρρη. Το φορτηγό αυτό παραδόθηκε σε αυτόν κατά κατοχή, με παρακράτηση της κυριότητας υπέρ της πωλήτριας εταιρίας. Επρόκειτο για έναν αυτοκίνητο ελκυστήρα, μετά επικαθήμενου, πετρελαιοκίνητου, κοινού μη ανατρεπόμενου ωφέλιμου φορτίου 25.868 κιλών, που είχε εισαχθεί μεταχειρισμένο στην Ελλάδα, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας (στην Ελλάδα) την 10η Οκτωβρίου 2001. Το τίμημα για το φορτηγό αυτό συμφωνήθηκε στο ποσό των 31.000.000 δραχμών (βλ. την σχετική κατάσταση πού συντάχθηκε κατά το έτος 2001 από τη σύζυγο του μηνυτή κατά τις διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο για την πώληση του φορτηγού οχήματος), τίμημα που ήταν αντίστοιχο, αν όχι υπέρτερο της αξίας του. Από το τίμημα αυτό, καταβλήθηκε προς τον κατηγορούμενο ποσό μετρητών 3.000.000 δραχμών κατά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης. Ωστόσο στο συμβόλαιο αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 5.190.000 ευρώ ή 15,231,11 ευρώ, εκ του οποίου φερόταν πιστούμενο το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 ευρώ και καταβληθέν το ποσό των 190.000 δρχ. ή 557,59 ευρώ. Το πιστωθέν τούτο τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί άτοκα σε οκτώ δόσεις των 1.467,35 ευρώ έκαστη, στις 30-12-2002, 30-8-2003, 30-9-2003, 30-10-2003, 30-12-2003, 28-2-2004, 30-4-2004 και 30-6-2004, αντίστοιχα καθώς και σε μία ακόμη δόση ποσού 2.943,70 ευρώ, καταβλητέα στις 30-11-2003. Για τις ανωτέρω δόσεις εκδόθηκαν αντίστοιχης λήξης συναλλαγματικές εκδόσεως της πωλήτριας και αποδοχής του πολιτικώς ενάγοντος, που αναφέρονται στο ... συμβόλαιο. Όσον αφορούσε δε στο εκτός συμβολαίου τίμημα ποσού 23.000.000 δρχ., τούτο καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο απευθείας στην εταιρία για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντα, δυνάμει άτυπης συμβάσεως δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ τους (πολιτικώς ενάγοντα και κατηγορουμένου σχετικώς, από 16-10-2006 έγγραφες εξηγήσεις κατηγορουμένου ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών). Για δε το ποσό αυτό δανείου συμφωνήθηκε η σταδιακή αποπληρωμή του, με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες έκδοσης τους. Τις επιταγές αυτές εξέδωσε ο πολιτικώς ενάγων, σε διαταγή του μεσίτη ΑΑ, ο οποίος με τη σειρά του τις μεταβίβασε στον κατηγορούμενο (σχ. από 8-2-2008 ένορκη κατάθεση ΑΑ). Στον κατηγορούμενο παραδόθηκαν κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Ειδικότερα επρόκειτο για τις ακόλουθες επιταγές της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, που εκδόθηκαν εις διαταγή του συνεργάτη του κατηγορουμένου, ΑΑ (διαμεσολαβητή στην πώληση του φορτηγού), σε χρέωση του ... λογαριασμού που διατηρούσε ο πολιτικώς ενάγων στην ανωτέρω τράπεζα: α) την ... επιταγή ποσού 14.673 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2002, β) την ... επιταγή ποσού 5,869 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-6-2002, γ) την ... επιταγή ποσού 8.804 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 29-9-2002, 6) την .... επιταγή ποσού 5.869 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-12-2002, ε) την ... επιταγή ποσού 7.336 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2003, στ) την ... επιταγή ποσού 8.804 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-7-2003, ζ) την 57792154-1 επιταγή ποσού 5.869, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-12-2003 και τέλος η) την ... επιταγή ποσού 10.271 ευρώ, με τόπο εκδόσεως την ... και ημερομηνία εκδόσεως 30-10-2003, δηλαδή επιταγές συνολικού ποσού 67.495 ευρώ. Πλέον του ποσού αυτού και για το χρόνο που πιστώθηκε το δάνειο, ο κατηγορούμενος προκειμένου να συμβληθεί, υπό την παραπάνω ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου στη σύμβαση πωλήσεως, αξίωσε την καταβολή εκ μέρους του μηνυτή τόκων επ' αυτού ανερχόμενων στο ποσό των 21.998 ευρώ, αιτία, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, επίσης σε διαταγή του ΑΑ, με τόπο έκδοσης την ... και ημερομηνία έκδοσης 30-3-2003,η οποία οπισθογραφήθηκε από τον λήπτη της, στον κατηγορούμενο και από αυτόν προς τον ΒΒ (τελευταίο κομιστή της). Για την παραπάνω πράξη του κατηγορουμένου έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για την πλημμεληματική παράβαση του άρθρου 404 παρ. 2 ΠΚ και έχει αυτός παραπεμφθεί προκειμένου να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά την λήξη κάποιων από τις παραπάνω επιταγές ο μηνυτής δεν είχε, εξ αιτίας προσωρινής οικονομικής δυσχέρειας, τα χρηματικά μέσα προς αποπληρωμή τους. Ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας το πρόβλημά του αυτό, του πρότεινε την παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής των αντίστοιχων δόσεων με την αντικατάσταση των επιταγών ή την μεταβολή των ημερομηνιών τους (βλ. και την από 14.2.2008 ένορκη κατάθεση ΓΓ, ως και την από 14,2.2008 κατάθεση ΔΔ), με την αξίωση επιπλέον τόκων, που κατά περίπτωση, είτε ελάμβανε σε μετρητά είτε ενσωματώνονταν στα σώματα νέων επιταγών. Συνομολόγησε κατ1 αυτό τον τρόπο, περιουσιακά ωφελήματα εκ της παρατάσεως της προθεσμίας αποπληρωμής του δανείου, που όμως υπερέβαιναν κατά πολύ το νόμιμο θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας, που ανερχόταν από 30-3-2002 έως 5-12-2002 σε 11,25%, από 6-12-2002 έως 6-3-2003 σε 10,75%, από 7-3-2003 έως 5-6-2003 σε 10,50%, από 6-6-2003 έως 5-12-2005 σε 10%, από 6-12-2005 έως 7-3-2006 σε 10,25%, από 8-3-2006 έως 14-6-2006 σε 10,50%, από 15-6-2006 έως 8-8-2006 σε 10,75 % και από 9-8-2006 έως 30-8-2006 σε 11%. Η σχετική πρόταση γινόταν από τον κατηγορούμενο, τηλεφωνικώς προς τον πολιτικώς ενάγοντα, στον τόπο κατοικίας και επαγγελματικής εγκατάστασης του τελευταίου στην ..., Ακολούθως δε, οι συναφείς επιταγές, που ενσωμάτωναν τους τοκογλυφικούς τόκους ή αναλόγως τα ποσά αυτά σε μετρητά, παραλαμβάνονταν και εισπράττονταν από τον κατηγορούμενο στην ..., είτε αυτοπροσώπως κατά τη διέλευση του από αυτή τελικό προορισμό τη ..., όπου είναι και ο τόπος καταγωγής του, είτε από πρόσωπα στα οποία ο κατηγορούμενος έδιδε αντίστοιχη εντολή, είτε ακόμη αποστέλλονταν στη ... με το ΚΤΕΛ ..., στο οποίο ο κατηγορούμενος είχε διατελέσει πρόεδρος επί δέκα και πλέον έτη ή άλλως στην ... με το ΚΤΕΛ ... . Αυτό επαναλαμβανόταν και κάθε φορά που ο Ψ δεν μπορούσε να καταβάλει ολικώς ή μερικώς τα ποσά των επιταγών που είχε εκδώσει σε αντικατάσταση των παλαιοτέρων επιταγών και ενσωμάτωναν οφειλόμενο κεφάλαιο του προαναφερθέντος δανείου. Συναφώς προέκυψε ότι με τον παραπάνω τρόπο ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, γνωρίζοντας και εκμεταλλευόμενος την περιγραφείσα οικονομική δυσχέρεια του Ψ α) την 1-3-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 28-2-2004 έως 30-10-2004, την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 10.640 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ποσού 2.650 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας περαιτέρω τον Ψ, να του καταβάλει το παραπάνω ποσό με την ενσωμάτωση του σε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-6-2004,την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος, β) την 1-10-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-9-2004 έως την 30-1-2005 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 6.345 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 795 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 35% περίπου ετησίως και 3% μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό το οποίο ενσωματώθηκε σε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-6-2004, την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος, γ) στις 7-11-2005, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-10-2005 έως 30-8-2006 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 10.000 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 3.000 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 75% περίπου ετησίως και 6,95% μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, δ) στις 30-11-2005, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-11-2005 έως την 30-4-2006 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 10.000 ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 3.000 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 75% περίπου ετησίως και 6,25 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, ε) σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, αλλά από τις αρχές του μήνα Φεβρουαρίου 2004 έως την 28-2-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 28-2-2004 έως την 30-7-2004 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 6.705 ευρώ, συνομολόγησε, για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 1.050 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, πού ενσωματώθηκε σε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως του Ψ, ποσού 3.700 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004,την οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος, στ) στις 30-6-2002, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-6-2002 έως 30-10-2002 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 5.870 ευρώ, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 725 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1% μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, ζ) Στις 30-3-2002, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως 30-6-2002 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 7.338, ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 670 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1 % μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, η) στις 30-10-2002, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-10-2002 έως 30-12-2002 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 39.585 ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 2.375 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 36% περίπου ετησίως και 3% μηνιαίως, υποχρεώνοντας τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, το οποίο του καταβλήθηκε σε μετρητά, και θ) στις 30-9-2004, προκειμένου να παρατείνει για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 30-9-2002 έως 30-1-2005 την προθεσμία πληρωμής μέρους του δανείου ποσού 6.345 ευρώ συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα ύψους 795 ευρώ, ήτοι επιτόκιο 37% περίπου ετησίως και 3,1% μηνιαίως και υποχρέωσε τον Ψ να του καταβάλει το παραπάνω ποσό το οποίο ενσωματώθηκε στην ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 7.140 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 30-1-2005 και εκδότη τον Ψ, που παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο. Τέλος προέκυψε ότι στις παραπάνω πράξεις προέβη ο κατηγορούμενος έχοντας ενιαίο δόλο και με σκοπό να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση τους, δρώντας προς το σκοπό αυτό βάσει οργανωμένου και επαναλαμβανόμενου σχεδίου, έχοντας αποκτήσει σταθερή ροπή προς τέλεση του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι κατήρτισε με τον μηνυτή την οιαδήποτε τοκογλυφική σύμβαση, υποστηρίζοντας ότι οι ανωτέρω πράξεις, ως και η αρχική δικαιοπραξία της πώλησης με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας, δεν αποτελούν κατά την έννοια του νόμου πιστωτικές συμβάσεις. Επίσης, υποστηρίζει στην σχετική έκθεση έφεσης του, ότι ο πολιτικώς ενάγων όφειλε σ' αυτόν χρηματικά ποσά του κεφαλαίου και νομίμων τόκων από την πώληση σ' αυτόν των δύο τελευταίων φορτηγών οχημάτων, ως επίσης, ότι κανείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν γνωρίζει, εξ ιδίας αντίληψης τις συναλλαγές του με τον πολιτικώς ενάγοντα. Πλην όμως, σύμφωνα όσα εκτίθενται ανωτέρω η αξιόποινη ενέργεια του κατηγορουμένου συνίσταται σε συνομολόγηση δανείου και σε παράταση της προθεσμίας πληρωμής αυτού, η οποία είχε ως αφορμή και μόνον την πώληση του συγκεκριμένου τελευταίου φορτηγού οχήματος, δεδομένου ότι για το προηγούμενο φορτηγό όχημα είχε υπογράψει ενώπιον του αρμοδίου συμβολαιογράφου ότι ο πολιτικώς ενάγων εκπλήρωσε τους όρους στο συμβόλαιο πώλησης και παραιτήθηκε ρητώς ανεκκλήτως της παρακράτησης κυριότητας του φορτηγού οχήματος. Σύμφωνα με τις 201/2007 και 202/2007 αποφάσεις Ειρηνοδικείου Πατρών έγιναν δεκτές ανακοπές του πολιτικώς ενάγοντα κατά των 653/2006 και 1155/2005 Διαταγών Πληρωμής και σ' αυτές αναφέρεται ότι οι επίδικες επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω Διαταγές Πληρωμής (25471478-1/30 -12-2005 ποσού 7.770 ευρώ και 21708420-6/30-8-2005 ποσού 12.000 ευρώ), δεν αποδείχθηκε ότι κάλυπταν μέρους του τιμήματος της αγοράς των δύο τελευταίων φορτηγών οχημάτων αλλά τοκογλυφικούς τόκους, καθ' όσον σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές για κεφάλαιο 82.000 ευρώ κατεβλήθησαν τόκοι 28.000 ευρώ. Επίσης, από την 23-2-2007 κατάθεση του μάρτυρα ΕΕ προκύπτει ότι αυτός, τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, ήταν παρών, όταν ο πολιτικώς ενάγων έδωσε μετρητά και μία επιταγή στον κατηγορούμενο για σφραγισθείσα προηγούμενη επιταγή του και είχε δει στο γραφείο του κατηγορούμενου χειρόγραφα σημειώματα του, τα οποία επισύναπτε πάνω στις επιταγές και στα οποία έγραφε το ποσό τού τόκου για κάθε επιταγή και αν θα έπρεπε να δοθεί ελεύθερα ή να κρατηθεί, ενώ από την 23-2-2007 κατάθεση της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντα, ΣΤ, φαίνεται ότι αυτή γνώριζε τις συναλλαγές του συζύγου της με τον κατηγορούμενο, διότι είχε ενασχόληση με τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης του και ότι κατεβλήθησαν συνολικά από τον πολιτικώς ενάγοντα στον κατηγορούμενο για την αγορά του τρίτου φορτηγού οχήματος με εξοφλημένες επιταγές και συν/κές το ποσό των 110.000 ευρώ. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εισέπραξε ποσά πλέον των νομίμως οφειλομένων, αμφισβητεί την τοπική αρμοδιότητα του Συμβουλίου και προβάλλει ισχυρισμούς περί υφισταμένης εκκρεμοδικίας. Ωστόσο, από τα περιστατικά που προέκυψαν ανωτέρω, ευχερώς συνάγεται ότι ο τόπος τέλεσης των ανωτέρω ήταν και η ..., καθόσον -και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η λήψη των ωφελημάτων και η συνομολόγηση των συμβάσεων ελάμβαναν χώρα στην ... (προέκυψαν όμως σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις για το ότι έλαβαν χώρα στην ... κατά τα προαναφερθέντα)- στην ... βρισκόταν η κατοικία και επαγγελματική εγκατάσταση του μηνυτή και επομένως ο τόπος περιέλευσης της αντίστοιχης πρότασης του κατηγορουμένου, δηλαδή πράξη που αποτελεί τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του αδικήματος του άρθρου 404 παρ. 2 ΠΚ, τεκμηριώνοντας επομένως την ..., ως έναν τουλάχιστον από τους περισσότερους τόπους τέλεσης της ανωτέρω κατ' εξακολούθηση πράξης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στο προηγηθέν νομικό σκεπτικό. Αυτό δεν ανατρέπεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καθ" όσον ο τόπος κατοικίας και επαγγελματικής εγκατάστασης του Ψ και ο τόπος όπου υπάρχει αρχή εκτέλεσης της πράξης δεν αμφισβητείται. Μετά ταύτα και με δεδομένο ότι για τις ανωτέρω πράξεις επιλήφθηκαν, μόνον οι ανακριτικές αρχές της παρούσας δικαστικής περιφέρειας, στις οποίες και κλήθηκε ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά σε απολογία, θεμελιώνεται αρμοδιότητα (κατά προτίμηση) των ανακριτικών αρχών, των Δικαστικών Συμβουλίων και κατ' επέκταση του Δικαστηρίου, στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στο ανωτέρω νομικό σκεπτικό, οι περί τοπικής αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Όπως απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα του κατηγορουμένου περί διενέργειας περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, καθ' όσον από το παρόν αποδεικτικό υλικό, πού συγκεντρώθηκε, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εις βάρος του και η υπόθεση, στο παρόν στάδιο δεν χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Τέλος, όσον αφορά στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ένδικης ποινικής διώξεως, εξαιτίας της προηγούμενης άσκησης άλλης ποινικής δίωξης για τις αυτές πράξεις, για τις οποίες έχει παραπεμφθεί σε δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος καθόσον οι αναφερόμενες πράξεις δεν ταυτίζονται ολικά ή μερικά με τις ένδικες. Ειδικότερα με το 12420/2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β ΠΚ διότι Α) με πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος συνομολόγησε και έλαβε κατά την κατάρτιση της παραπάνω συμβάσεως πώλησης του ελκυστήρα και επικαθήμενου του περιουσιακά ωφελήματα συνολικού ύψος 33.998 ευρώ, απαιτώντας και λαμβάνοντας α) την ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2003 ποσού 21.998 ευρώ και β) την επιταγή με αριθμό ... με ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2005, ποσού 12.000 ευρώ, που αφορούσαν σε ποσοστά τόκων υπερβαίνοντα τα κατά το νόμο θεμιτά ποσοστά τόκου, εκ των οποίων [Α' και Β1 ως άνω επιταγών] επέτυχε να εισπράξει το ποσό των 5.291,42 ευρώ. Περαιτέρω δε αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι μεταβίβασε την υπό Β1 εκ των παραπάνω επιταγών στον ΒΒ (συγκατηγορούμενο του στην ίδια παραπάνω δίωξη) ο οποίος γνώριζε ότι η εν λόγω επιταγή ενσωμάτωνε τοκογλυφικά ωφελήματα. Με το ίδιο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι ασκήθηκε επίσης δίωξη κατά του ΒΒ για το αδίκημα της απάτης, εξ αιτίας της έκδοσης διαταγής πληρωμής για την παραπάνω επιταγή των 12.000 ευρώ. Υπό τα περιστατικά αυτά, η ανωτέρω δίωξη, για την οποία εκκρεμεί η εκδίκαση της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν ταυτίζεται ολικά ή μερικά με την ένδικη και εκκρεμή ποινική δίωξη και επομένως ούτε με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο με αυτό το βούλευμα πράξεις, απορριπτόμενων των περί του εναντίου ισχυρισμών του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια κατέληξε ότι ορθά παραπέμφθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος με το εκκαλούμενο βούλευμα για την πράξη της τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, απορρίπτοντας ορθά τους ισχυρισμούς και αιτήματα του εκκαλούντος [α) περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας, β) της τοπικής αναρμοδιότητας και γ) διενέργειας περαιτέρω ανακριτών πράξεων] και στη συνέχεια στο σύνολό της την έφεση του κατηγορουμένου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερόμενο έγκλημα, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, και τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους συνήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ.στ. 98, 404 παρ.2α και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα είναι αβάσιμη η αιτίαση περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι η εισαγγελική πρόταση που ενσωματώθηκε στο βούλευμα και αποτελεί το αιτιολογικό αυτού, είναι πιστή (λέξη προς λέξη) αντιγραφή του πρωτόδικου βουλεύματος, αφού αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από την αντιπαραβολή του σκεπτικού των δύο βουλευμάτων, ανεξαρτήτως του ότι το πρωτόδικο βούλευμα περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού του πληττομένου βουλεύματος. Επίσης η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών έσφαλε κατά την εκτίμηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι υπ' αριθμ. 201 και 202/2007 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Πατρών που εκδόθηκαν επί ανακοπών του μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά την υπ'αριθμ. 653/2006 και 1155/2005 διατάξεων πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πατρών, παρά τη μη τελεσιδικία τους, και οι καταθέσεις των μαρτύρων ΕΕ και ΣΤ, συζύγου του μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντος, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα καθόσον υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, που τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξάλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δεδομένου ότι η φερόμενη ως κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος αυτού, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, στοιχειοθετεί τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις, καθόσον παρατίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν την εν γένει υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων και την από την επανειλημμένη τέλεση της σταθερή ροπή του στη διάπραξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας. Συνεπώς η σχετική αίτηση του αναιρεσείοντος ως προς την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της τοκογλυφίας είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠΔ (στην κρινόμενη αίτηση εσφαλμένα αναφέρεται υπό το στοιχ. ε') λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 381/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για τοκογλυφία σε βαθμό κακουργήματος. Αιτιολογία βουλεύματος με καθολική αναφορά στην αιτιολογημένη Εισαγγελική πρόταση. Απαράδεκτο αιτιάσεων που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο. Απόρριψη αίτησης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση, Τοκογλυφία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2007/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Πηνελόπη Λιακόγκονα, περί αναιρέσεως της 8/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Απριλίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 259 ΠΚ "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας χάριν του γενικού συμφέροντος, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ΠΚ, όπως θεωρείται και ο δήμαρχος, απαιτείται α) η εκ μέρους του υπαλλήλου παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες, νόμιμες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β) ο δόλος του δράστη, που συνίσταται στη βούλησή του να παραβεί το υπηρεσιακό καθήκον και γ) ο πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο. Η επίτευξη του σκοπού αυτού δεν απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8/2009 απόφαση του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση καθήκοντος και στον καθένα από αυτούς επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για το ότι "Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από Απριλίου 2001 έως και 31-12-2002 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και από 1-1-2003 έως και 23-4-2005 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ως υπάλληλοι, με πρόθεση παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα, με την ιδιότητά τους ως Δημάρχων ... κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα και δη ως αρμοδίων υπαλλήλων για τη διενέργεια των αναγκαίων ενεργειών προς ανάκληση αδειών παρανόμως λειτουργούντων καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρ' όλο ότι έλαβαν γνώση του ότι η ψαροταβέρνα με την ονομασία "..." στην περιοχή ... της ..., εκμεταλλεύσεως του Ζ, ευρίσκεται εντός του αιγιαλού και ότι, επί πλέον, έχουν ενεργηθεί αυθαίρετες κατασκευές επί του αιγιαλού, δεν έφεραν στο Δημοτικό Συμβούλιο το ζήτημα της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, ως είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τα υπηρεσιακά καθήκοντα της ως άνω ιδιότητάς τους, αλλά αδράνησαν και ανέχθηκαν την παράνομη λειτουργία του ως άνω καταστήματος, με σκοπό να ωφελήσουν περιουσιακά τον ανωτέρω καταστηματάρχη". 3. Στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως το Εφετείο, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος σ' αυτήν, ήτοι των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως [ως τοιούτου νοουμένου του ..., ο οποίος πρωτοδίκως είχε προταθεί από τους κατηγορουμένους], των αναγνωσθέντων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου Χ2 [που εμφανίσθηκε προσωπικώς στο ακροατήριο, καθ' όσον ο Χ1 εκπροσωπήθηκε από συνήγορο], δέχθηκε μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: Ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τους ως άνω χρόνους, ήσαν, αντιστοίχως, Δήμαρχοι ..... Ότι με την ιδιότητα αυτή είχαν υπηρεσιακό καθήκον, απορρέον από τις διατάξεις του τότε ισχύοντος π.δ. 410/1995 για την κωδικοποίηση του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" [ιδίως των άρθρων 25 παρ.2 και 108 παρ.2 και 5 αυτού], να εισαγάγουν ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου θέμα ανάκλησης της ήδη υφισταμένης αδείας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε διαπιστωθεί ότι ο φορέας της σχετικής επιχείρησης έχει παραβεί τις διατάξεις που καθορίζουν τους όρους δόμησης ή τους όρους προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ή του αιγιαλού και της παραλίας. Ότι εντός της εδαφικής περιοχής του Δήμου ..., στη θέση "...", υφίστατο από ετών και λειτουργούσε ψαροταβέρνα με το διακριτικό τίτλο "..", την οποία εκμεταλλευόταν ο δημότης Ζ, προς τον οποίο είχε προηγηθεί νομίμως, εκ μέρους της δημοτικής αρχής και κατ' εξουσιοδότηση του Ελληνικού Δημοσίου, η παραχώρηση του δικαιώματος απλής χρήσεως τμήματος του αιγιαλού και της παραλίας, με την ανάπτυξη τραπεζιών και καθισμάτων προς εξυπηρέτηση των πελατών του επιχειρηματία και έναντι οικονομικού ανταλλάγματος υπέρ του Δήμου .... Ότι το εν λόγω δικαίωμα απλής χρήσεως ουδόλως περιλάμβανε τη δυνατότητα ανέγερσης κτισμάτων στην κοινόχρηστη ζώνη αιγιαλού και παραλίας ούτε και οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση, η οποία θα επέφερε αλλοίωση του κοινόχρηστου χαρακτήρα των χώρων αυτών ή θα προκαλούσε ζημία στο περιβάλλον. Ότι κατά το έτος 2000, ύστερα από αυτοψία που διενεργήθηκε την 30-7-2000, διαπιστώθηκε αρμοδίως ότι ο Ζ είχε καταλάβει, διαδοχικώς και παρανόμως, ένα μέρος του αιγιαλού, στο οποίο είχε κατασκευάσει, αυθαιρέτως, α) ένα κτίσμα εμβαδού περίπου 50 μ2, από πλινθοδομή και οροφή από μπετόν, το οποίο χρησιμοποιούσε ως κατάστημα, β) ένα κτίσμα εμβαδού περίπου 6 μ2, από πλινθοδομή και οροφή από μπετόν, το οποίο χρησιμοποιούσε ως χώρο υγιεινής του καταστήματος (τουαλέτα) και γ) μια τζαμαρία εμβαδού περίπου 60 μ2, ως επέκταση του ως άνω κυρίου κτίσματος, με το οποίο επικοινωνεί με κλίματα από μπετόν, ενώ, παράλληλα, είχε καταλάβει και ισοπεδώσει μια υπαίθρια, βραχώδη έκταση εμβαδού περίπου 80 μ2, στην οποία είχε στρώσει τσιμέντο για να αναπτύσσει ευκολότερα τα τραπέζια και τα καθίσματα του καταστήματος. Ότι μετά τις διαπιστώσεις αυτές, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου εξέδωσε το 49/19-9-2001 πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων και διοικητικής αποβολής του Ζ, περί του οποίου ενημερώθηκε υπηρεσιακώς ο Δήμος ... και, κατ' επέκταση, οι κατηγορούμενοι. Ότι η ως άνω, παράνομη δραστηριότητα του Ζ και η συνεπεία αυτής άρση των προϋποθέσεων προς διατήρηση της αδείας λειτουργίας, την οποία είχε λάβει στο παρελθόν, αναγγέλθηκε στο Δήμο ...και, κατ' επέκταση, στους κατηγορουμένους και από άλλες δημόσιες υπηρεσίες της περιοχής, όπως η Λιμενική Αστυνομία και η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Ότι ακόμη και ο Συνήγορος του Πολίτη, προς τον οποίο υπέβαλε σχετικό ερώτημα ο πρώτος από τους κατηγορουμένους, διατύπωσε με το από 11-4-2002 έγγραφό του τη γνώμη ότι, μετά τις ως άνω διαπιστώσεις, η άδεια λειτουργίας της συγκεκριμένης ψαροταβέρνας δεν μπορεί να εξακολουθήσει να θεωρείται νόμιμη και για το λόγο αυτό θα πρέπει να ανακληθεί. Ότι, παρά ταύτα, οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα του Δημάρχου που είχαν αλληλοδιαδόχως, αν και κατά τη διάρκεια της θητείας τους είχαν λάβει γνώση του περιστατικού ότι συνέτρεχε λόγος ανακλήσεως της διοικητικής άδειας, με την οποία λειτουργούσε η ως άνω επιχείρηση, όχι μόνο δεν εισήγαγαν ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου θέμα ανάκλησης αυτής, αλλά προέβησαν με τον Ζ σε διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων παραχώρησης του δικαιώματος απλής χρήσεως του αιγιαλού και της παραλίας, με τα από 20-2-2002, 9-9-2002, 4-6-2003, 23-6-2004 και 1-7-2005 ιδιωτικά μισθωτήρια. Κατόπιν αυτών, το Τριμελές Μεταβατικό Εφετείο Δωδεκανήσου στην Κω κατέληξε στην παραδοχή ότι η ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων αποτελούσε εκ προθέσεως παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και ότι εκδηλώθηκε με σκοπό να ευνοηθεί ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας, ο οποίος με τον τρόπο αυτό επέτυχε να παρατείνει τη λειτουργία της ψαροταβέρνας επί σειρά ετών και να συνεχίσει να αποκομίζει κέρδη εξ αυτής, τα οποία άλλως δεν θα είχε αποκομίσει, διότι μετά την ανάκληση της αδείας θα επακολουθούσε κατά νόμο η σφράγιση του καταστήματος. 4. Με τις ως άνω, αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, δια του συνόλου των παραδοχών της, το υπηρεσιακό καθήκον που είχαν οι αναιρεσείοντες και απορρέει από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη λειτουργία των δημοτικών οργάνων, ως εντεταγμένων στη δημόσια διοίκηση και η αποτελούσα παράβαση του καθήκοντος αυτού επανειλημμένη παράλειψη των αναιρεσειόντων, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, να εισαγάγουν ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου το ζήτημα της ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος του συγκεκριμένου δημότη, ο οποίος με τη μεταγενέστερη παράνομη συμπεριφορά του είχε δημιουργήσει λόγο ανακλήσεως της άδειας αυτής. Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως το ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν με γνώση και θέληση παραβάσεως του ως άνω καθήκοντος της υπηρεσίας τους και με σκοπό να ωφελήσουν το συγκεκριμένο δημότη, ο οποίος, συνεπεία αυτής της παραβάσεως και μόνο, απέφυγε τη σφράγιση του καταστήματός του και συνέχισε να το λειτουργεί, αποκομίζοντας κέρδος, αν και θα έπρεπε να έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας αυτού. Ακόμη, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα εξής: α) το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να εκθέσει το λόγο, για τον οποίο δεν υιοθέτησε τις απόψεις, που υποστήριξε ο προταθείς μάρτυρας υπερασπίσεως ..., αφού από τις αιτιολογίες του καθίσταται σαφές ότι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα συνεκτιμήθηκε με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, β) η κατάφαση του σκοπού να προκληθεί σε άλλον παράνομο όφελος, τον οποίο πρέπει να έχει ο δράστης της παραβάσεως καθήκοντος, δεν προϋποθέτει αναγκαίως και οικονομική συναλλαγή μεταξύ των δύο και ως εκ τούτου δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος για μια τέτοια αναφορά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) τα μεταγενέστερα της χορηγήσεως της αδείας λειτουργίας του καταστήματος περιστατικά, τα οποία συνέτρεχαν και επέβαλλαν την ανάκληση της αδείας, παρατίθενται διεξοδικώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, δ) παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (ΠΚ 30 παρ.1), τον οποίο υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενοι το ότι η εκ μέρους του Δήμου ... νομότυπη παραχώρηση του δικαιώματος απλής χρήσεως μέρους του αιγιαλού και της παραλίας δημιούργησε σ' αυτούς την εντύπωση ότι η άδεια λειτουργίας δεν θα έπρεπε να ανακληθεί όσο διαρκούσε η παραχώρηση αυτή, ήταν αόριστος και δεν έχρηζε απαντήσεως, το Εφετείο απάντησε προσηκόντως δεχόμενο ότι το ζήτημα αυτό ήταν τελείως ξένο προς τους όρους διατήρησης της άδειας λειτουργίας του καταστήματος και ε) επί του ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης (ΠΚ 31 παρ.2), τον οποίο υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενοι το ότι η εκ μέρους αυτών παράλειψη της εισαγωγής στο Δημοτικό Συμβούλιο του ζητήματος ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του καταστήματος έγινε εν αναμονή της εκδόσεως τελειωτικής αποφάσεως επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου κατεδαφίσεως αυθαιρέτου κατασκευής και διοικητικής αποβολής, την οποία είχε ασκήσει ο ενδιαφερόμενος δημότης, δια να μην υπάρξει ενδεχόμενο δημιουργίας δικαιωμάτων αποζημιώσεως αυτού για διαφυγόντα κέρδη σε βάρος του Δήμου ..., το Εφετείο απάντησε προσηκόντως ότι το ζήτημα της ανακλήσεως ή μη της αδείας λειτουργίας δεν ανήκε στη δικαιοδοσία των κατηγορουμένων, αλλά του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο αυτοί [που ουδόλως αμφισβήτησαν την εν λόγω υπηρεσιακή τους υποχρέωση] σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να εισαγάγουν το ζήτημα. Οι υπόλοιποι επί της ουσίας ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, είναι αβάσιμοι και οι πέντε, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγοι των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως. 5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι από 3 Απριλίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3 Απριλίου 2009 αιτήσεις των: α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της 8/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω.- Και Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος. Δήμαρχος που δεν εισήγαγε στο Δημοτικό Συμβούλιο ζήτημα ανακλήσεως αδείας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος. Λόγος για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Παράβαση καθήκοντος, Δήμαρχος.
1
Αριθμός 2006/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Λαδή, περί αναιρέσεως της 247-251/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 545/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 26-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2470251/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ.1 και 3 ΚΠΔ). Επομένως ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος, στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα επί ενδεχομένου δόλου ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεως του και το αποδέχεται. Απαιτείται δηλαδή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή ειδικώτερα του εγκλήματος αποτελέσματος αποτελεί το κυρίαρχο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επέλευσής του) όπως συμβαίνει στο έγκλημα από ενσυνείδητη αμέλεια (άρθρο 28 ΠΚ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας αυτού 9άρθρο 15 ΠΚ), η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού 'Ετσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ). Ακόμη, κατά το άρθρο 372 παρ.1 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε το άρθρο 374 περ.δ' και ε' του ιδίου Κώδικα "Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών αν τελέσθηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες (περ.δ') και αν η πράξη τελέσθηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (περ. ε'). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ.στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ.6 του ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ακόμη, από το άρθρο 45 ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι αν περισσότεροι από έναν τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται, ως αυτουργός της πράξης, συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα στην διάπραξη κάποιου εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή τους έλαβαν, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ'αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του άλλου. Επιπλέον- από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι το κατ'εξακολούθηση έγκλημα, για το οποίο το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει στο δράστη μία και μόνο ποινή, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής, στο δικαστήριο δε της ουσίας εναπόκειται η κρίση, ότι οι περισσότερες από μία πράξεις τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως, ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.13 περ.α' του ν. 2168/1983 εκείνος που φέρει παράνομα όπλα, στα οποία περιλαμβάνεται και το πιστόλι, τιμωρείται με την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 14 του ίδιου νόμου περί όπλων κλπ. προκύπτει ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας, αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου της πράξης που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητο απ'αυτήν, αλλά παρεπόμενό της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την ύπαρξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να υπάρχει και να τιμωρείται η κύρια πράξη. Ως χρήση όπλου, στην έννοια του οποίου το πιστόλι (άρθρο 1 παρ.1 εδ.α' του ν. 2168/1993) νοείται η χρησιμοποίηση αυτού προς πραγματοποίηση του επιδιωκομένου εγκληματικού σκοπού. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 π.Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ'είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 247-251/2008 απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως αποτελούνται ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ'είδος λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 20-3-2001 και περί ώρα 10.10 ο κατηγορούμενος με τον ήδη αποβιώσαντα στις 23-10-2001 (με τραύμα από πυροβόλο όπλο στο κεφάλι) ΑΑ, αφού μετέβηκαν με την κλεμμένη από αυτούς υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην οδό ... αρ. ... (...), εισήλθαν στο εσωτερικό της τράπεζας αυτής, κρατώντας και οι δύο πιστόλια ανεξακριβώτου τύπου, προκειμένου να διαπράξουν τη ληστεία που πιο πάνω αναφέρθηκε. Κατά την είσοδό τους στην εν λόγω τράπεζα ο κατηγορούμενος βρέθηκε αμέσως σε μικρή απόσταση από το ΒΒ, τεχνικό υπάλληλο της τράπεζας, ο οποίος καθόταν στο γραφείο της διευθύντριας ΓΓ και τον οποίο, λόγω προφανώς της διαφορετικής από των άλλων υπαλλήλων ενδυμασίας του (τζιν παντελόνι και θαλασσί πουκάμισο), εξέλαβε ως φρουρό του υποκαταστήματος της τράπεζας, που θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους και να ματαιώσει τα σχέδιά τους. Έτσι, τη στιγμή που ο εν λόγω ΒΒ στο άκουσμα της λέξης "ληστεία" γύρισε απότομα το κεφάλι του να δει τι συμβαίνει, ο κατηγορούμενος του είπε να πέσει κάτω και ταυτόχρονα πυροβόλησε μία φορά κατά το μέρος που βρισκόταν, προκειμένου να τον εξουδετερώσει από την τυχόν πρόθεση του να αντιδράσει δυναμικά είτε εκφοβίζοντάς τον είτε τραυματίζοντάς τον, πράγμα το οποίο και συνέβη, αφού η σφαίρα του όπλου, λόγω και της κίνησης του σώματος του, δεν κατέληξε σε ζωτικά όργανα του, αλλά τον έπληξε στη δεξιά κροταφική χώρα, προκαλώντας του βαθύ θλαστικό τραύμα. Οι παραπάνω συνθήκες του τραυματισμού του παραπάνω παθόντος αποδεικνύονται από τις καταθέσεις τόσο του ίδιου του παθόντος, όσο και της διευθύντριας της τράπεζας, οι οποίοι κατά τον κρίσιμο χρόνο του πυροβολισμού βρέθηκαν απέναντι και σε ελάχιστη απόσταση από τον κατηγορούμενο και οι οποίοι δήλωσαν την αδυναμία τους να εκφέρουν γνώμη για τις προθέσεις του. Υπό τα περιστατικά αυτά, ομόφωνα το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απουσίας του από τα πιο πάνω αποδειχθέντα ως διαδραματισθέντα γεγονότα. Υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, που κατά τα παραπάνω αποδείχθηκαν, κρίνεται, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν επεδίωκε άμεσα το θάνατο του ΒΒ, πλην όμως πυροβόλησε κατ' αυτού υπό το φόβο αφενός της ματαίωσης της ληστείας που επιδίωκε και αφετέρου της σύλληψής του, που δεν απέκλειε την ήρεμη ψυχική σκέψη του, μολονότι προέβλεψε, λόγω της μικρής απόστασης, από την οποία πυροβόλησε και της υπ' αυτού κατεύθυνσης της βολής προς τη θέση του ΒΒ, ότι ήταν ενδεχόμενο η βολίδα να τον πλήξει θανάσιμα. Οι παραδοχές αυτές και ειδικότερα η προαναφερόμενη αιτία, που ώθησε τον κατηγορούμενο στον πυροβολισμό, γιατί εξέλαβε τον παθόντα ως φρουρό της τράπεζας, αξιολογούμενα σε συνδυασμό προς την όλη ψυχοσύνθεση του κατηγορουμένου, με χαρακτηριστικό αυτής την έξαρση του συναισθήματος φόβου για τυχόν αποτυχία της ληστείας και σύλληψή του, καθώς και ο υψηλός βαθμός πρόβλεψης από αυτόν της πιθανότητας επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού του ΒΒ, το οποίο όμως αποτέλεσμα δεν επήλθε, γιατί η βολίδα του κατηγορουμένου δεν έπληξε ζωτικά όργανα του σώματος του, λόγω της πτώσης του στο δάπεδο του καταστήματος, καταδεικνύονται και αποδεικνύουν τον, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ψυχικό σύνδεσμο του κατηγορουμένου με το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, με την έννοια της εγκληματικής επιδοκιμασίας και αποδοχής του. 'Αρα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί, κατά πλειοψηφία, ένοχος αποπείρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ο ΑΑ, ο οποίος στις 23.10.2001 πρωινές ώρες βρέθηκε, όπως λέχθηκε, νεκρός με τραύμα από πυροβόλο όπλο στην κροταφική χώρα και τυλιγμένος με μια μοκέτα χαλί στην οδό ... αρ. ..., στο κέντρο της ..., συναποφάσισαν να ενωθούν, ενεργώντας μαζί, για να διαπράξουν κλοπές και ληστείες. Ξεκίνησαν την εγκληματική τους δραστηριότητα στις 18.12.2000 περί ώρα 12.00, οπότε έφθασαν με επιβατικό αυτοκίνητο επί της οδού ... αρ. ... στο ..., υποκατάστημα τη Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας. Εισήλθαν σ' αυτό, φορώντας περούκες, γυαλιά μυωπίας ψεύτικα, καπέλα τζόκεϋ και κρατώντας στα χέρια τους πιστόλια και αφού ακινητοποίησαν με απειλή των όπλων τους πελάτες που βρίσκονταν στο εν λόγω υποκατάστημα και τους υπαλλήλους αυτού αφαίρεσαν από το ταμείο το χρηματικό ποσό των 6.732.000 δραχμών. Στη συνέχεια εξήλθαν από το υποκατάστημα επιβιβάστηκαν στο παραπάνω επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο είχαν σταθμεύσει πλησίον της Τράπεζας έφυγαν γρήγορα προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος ομολογεί την συμμετοχή του στη ληστεία του συγκεκριμένου αυτού υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας με την σύμπραξη του ως άνω συγκατηγορουμένου του και ενός τρίτου προσώπου με το όνομα "ΔΔ", αγνώστων λοιπών στοιχείων, ισχυρίζεται όμως ότι η συμμετοχή του περιορίστηκε στην μεταφορά των συγκατηγορουμένων του με το αυτοκίνητο στο τόπο της ληστείας και στην διευκόλυνση της απομάκρυνσης τους απ' εκεί με το ίδιο αυτοκίνητο, στο οποίο τους περίμενε και με το οποίο τους φυγάδευσε. Ο ισχυρισμός του αυτός, που θα μετέβαλε τον τρόπο συμμετοχής του στην αξιόποινη πράξη της ληστείας από συναυτουργία σε απλή συνεργεία δεν αποδείχτηκε. Ειδικότερα ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας ΕΕ καταθέτει ότι η ληστεία πραγματοποιήθηκε από δύο και όχι από τρία πρόσωπα, που έδρασαν, όπως καταθέτουν και οι μάρτυρες αστυνομικοί, με πανομοιότυπο τρόπο με τον τρόπο δράσης των ληστειών, που ομολόγησε ο κατηγορούμενος. Στις 16.2.2001 και περί ώρα 10.23 π.μ. ο κατηγορούμενος, ενεργώντας και πάλι από κοινού με τον δολοφονηθέντα ως άνω συναυτουργό του, εισήλθαν, με παραπλανητική αμφίεση, φορώντας περούκες και βοηθητικά γυαλιά ηλίου στο υποκατάστημα της ALPHA BANK, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ... στην ... . Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, αφού έβγαλε από το μπουφάν του ένα πιστόλι και φώναξε "ληστεία κάτω όλοι", ακινητοποίησε τους πελάτες, που έπεσαν στο δάπεδο και τους υπαλλήλους της Τράπεζας, ενώ ταυτόχρονα ο συναυτουργός του ΑΑ, ο οποίος αρχικά κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Διευθυντή του υποκαταστήματος και όταν ο τελευταίος σηκώθηκε, τον κτύπησε με την λαβή του πιστολιού, που κρατούσε και τον απείλησε, στη συνέχεια προχώρησε προς τα ταμεία της Τράπεζας και αφαίρεσε από την ταμία ΣΤ το ποσό των 2.000.000 δραχμών και 65 μάρκων Γερμανίας και από τον ταμία ΖΖ χρηματικά ποσά σε χαρτονομίσματα των 5.000 και 10.000 δραχμών και συνολικά αφαίρεσε το ποσό των 7.935.000 δραχμών. Μετά αποχώρησαν και οι δύο και επιβιβάστηκαν σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που είχαν αφήσει έξω από το υποκατάστημα και βαίνοντας επί της οδού ..., κατευθύνθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο μάρτυρας ΗΗ όταν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Ανακριτή, αναγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου έναν από τους δράστες της συγκεκριμένης ληστείας και συγκεκριμένα το δράστη, που εισήλθε πρώτος στο υποκατάστημα, ακινητοποιώντας υπαλλήλους και πελάτες της Τράπεζας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 1-3-2001 και περί ώρα 10.48 π.μ. οι ανωτέρω μετέβησαν στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, στην οδό ... αρ. ..., στην περιοχή της ..., με την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας YAMAHA, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας του ..., την οποίαν, ύστερα από συναπόφασή τους αφαίρεσαν παράνομα στις 28.2.2001 πρωϊνές ώρες από την οδό ...- ... . Εισήλθαν στο ως άνω υποκατάστημα με παραπλανητική εμφάνιση (φορώντας περούκες και γυαλιά ηλίου) και ο κατηγορούμενος με την απειλή όπλου, προτάσσοντάς το και φωνάζοντας "ληστεία, κάτω όλοι", ακινητοποίησε τους υπαλλήλους και τους πελάτες, παραμένοντας πλησίον της εισόδου της Τράπεζας, ενώ ταυτόχρονα σχεδόν ο ΑΑ που επίσης κρατούσε όπλο, φωνάζοντας "κάτω όλοι", πήδηξε στον γκισέ και ανάγκασε τους ταμίες να του παραδώσουν το συνολικό ποσό των 7.200.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και Ο ως άνω αποβιώσας επιβιβάστηκαν στην παραπάνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που είχαν αφήσει κοντά στο υποκατάστημα της Τράπεζας και απομακρύνθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Τόσο ο αυτόπτης μάρτυρας ΗΗ, υπάλληλος της ALΡΗA BANK, επί της οδού ..., όσο και η ΘΘ εργαζόμενη στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην ... αναγνωρίζουν τον κατηγορούμενο ως δράστη| των γενομένων στα σχετικά τραπεζικά καταστήματα ληστειών. Στις 2.4.2001 και περί ώρα 11.30, ο κατηγορούμενος και ο ΑΑ, έφθασαν στην περιοχή της ... και στο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας, που βρίσκεται στις οδούς ... και ..., με την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας HONDA 750, χρώματος λευκού) ιδιοκτησίας ..., την οποίαν νυκτερινές ώρες της 11/12.3.2001 αφαίρεσαν, ύστερα από συναπόφασή τους, από την οδό ... στην περιοχή ... . Εισήλθαν και πάλι, μεταμφιεσμένοι, φορώντας περούκες και γυαλιά ηλίου, μέσα στο υποκατάστημα της Τράπεζας και ενώ υπήρχαν σ' αυτό πελάτες και συναλλάσσονταν, φώναξαν "ληστεία- πέστε κάτω. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην είσοδο του υποκαταστήματος και προτείνοντας απειλητικά το πιστόλι που κρατούσε, ακινητοποίησε τους υπαλλήλους της Τράπεζας και τους πελάτες, ενώ ταυτόχρονα ο ΑΑ κρατώντας στο χέρι του πιστόλι και φωνάζοντας "πέστε κάτω όλοι" κατευθύνθηκε προς το χώρο των ταμείων και αφαίρεσε συνολικά το ποσό των 26.740.000 δραχμών. Περαιτέρω βγήκαν από το ως άνω υποκατάστημα, επιβιβάστηκαν στην παραπάνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που την είχαν σταθμεύσει στην διασταύρωση των οδών ... και ... και εξαφανίστηκαν. Στις 24.9.2001 και περί ώραν 11.45, ο κατηγορούμενος και ο συνεργός του ΑΑ, κρατώντας όπλα και όντας μεταμφιεσμένοι, κατευθύνθηκαν με δίκυκλη μοτοσυκλέτα στο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος, που βρίσκεται στην οδό ..., στη ... . Εισήλθαν σ' αυτό και ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε κοντά στην είσοδο και με την απειλή όπλου ακινητοποίησε τους υπαλλήλους και του πελάτες, που βρίσκονταν στην Τράπεζα, φωνάζοντας "ληστεία, πέστε όλοι κάτω, μη κουνηθεί κανείς, θα ρίξουμε χειροβομβίδα", ο συνεργός του ΑΑ, προχώρησε προς τα ταμεία του υποκαταστήματος και αφαίρεσε συνολικά το ποσό των 9.450.000 δραχμών. Στη συνέχεια αποχώρησαν από το συγκεκριμένο υποκατάστημα και βγαίνοντας απ' αυτό και κατευθυνόμενοι προς την οδό ..., πυροβόλησαν για εκφοβισμό και αφού επιβιβάστηκαν στην δίκυκλη μοτοσυκλέτα με την οποίαν είχαν μεταβεί εκεί και την οποίαν είχαν σταθμεύσει έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας, διέφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος και ο συνεργός του ΑΑ, ακολούθησαν στην συγκεκριμένη ληστεία την ίδια μεθοδολογία κίνησης, δράσης μέσα στο υποκατάστημα της τράπεζας και διαφυγής με τις προαναφερθείσες και τελεσθείσες απ' αυτούς ληστείες, καθώς και με τις ομολογημένες από την κατηγορούμενο ληστείες και δη στην Αγροτική Τράπεζα της ..., στην Εγνατία Τράπεζα στην οδό ... στην ..., για τις οποίες ήδη ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού και καταδικάστηκε για τις πράξεις αυτές, καθώς και για κλοπές από κοινού κατά συρροή, σύσταση συμμορίας κατ' εξακολούθηση και παράνομη οπλοφορία με την υπ' αριθμ. 1259/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου σε κάθειρξη έντεκα (11) ετών και τριών (3) μηνών, και ειδικότερα ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην είσοδο της Τράπεζας κρατώντας πιστόλι, απειλώντας και ακινητοποιώντας τους πελάτες και υπαλλήλους του υποκαταστήματος, ταυτόχρονα ο ΑΑ, κατευθύνθηκε προς τα ταμεία και αφαίρεσε τα χρήματα, ενώ στη συνέχεια διέφυγαν με δίκυκλη μοτοσυκλέτα Εξάλλου, ο τρόπος δράσης και η μέθοδος εισόδου και κίνησης στα υποκαταστήματα των ομολογημένων ως άνω ληστειών είναι πανομοιότυπος με τον τρόπο δράσης των ληστών που καταγράφηκαν από το αυτόματο σύστημα βιντεοσκόπησης που διέθεταν οι Τράπεζες και στις υπόλοιπες παραπάνω ληστείες, όπως με σαφήνεια κατέθεσαν οι μάρτυρες αστυνομικοί. Περαιτέρω, από την βαλλιστική- συγκριτική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε με αντικείμενο εξέτασης ένα κάλυκα, διαμετρήματος 9 mm και ένα φυσίγγιο του ιδίου διαμετρήματος, πειστήρια που βρέθηκαν στο χώρο διαφυγής του κατηγορουμένου και του συνεργού του στην παραπάνω ληστεία του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας της οδού ... στη ..., προέκυψε ότι το φυσίγγιο χρησιμοποιείται ως εφόδιο βολής πιστολιών- υποπολυβόλων του ίδιου διαμετρήματος, ενώ διαπιστώθηκε και ταύτιση ιχνών του πειστηρίου κάλυκα με τον πειστήριο κάλυκα που βρέθηκε στο προαναφερθέν υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην οδό ..., στην ... μετά την από τον κατηγορούμενο και τον συνεργό του διάπραξη της ληστείας στο υποκατάστημα αυτό της Τράπεζας στις 20.3.2001 και τον τραυματισμό του εργαζόμενου ΒΒ (βλ. τις με αριθμ. Πρωτ. ... - ... εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Τα είδη μεταμφίεση ς που ο κατηγορούμενος και ο συνεργός του χρησιμοποίησαν για την διάπραξη των ως άνω ληστειών και δη η περούκα, τα γυαλιά μυωπίας ηλίου, το καπέλο, καθώς και τα αθλητικά παπούτσια τύπου "FILA", που φορούσε ο κατηγορούμενος στην διάπραξη της ληστείας στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μετά από νομότυπη έρευνα, στο σπίτι που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στην οδό ... στη ... . Οι ανωτέρω ληστείες αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της ληστείας κατ' εξακολούθηση, κατ' αποδοχή και του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του. Περαιτέρω απεδείχθη, όσον αφορά τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο διακεκριμένες κλοπές, ότι στις 11/12-3-2001, ενεργώντας από κοινού με τον προαναφερθέντα συνεργό του, με τον οποίον είχε ενωθεί για να διαπράττει κλοπές και ληστείες, αφήρεσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας HONDA, τύπου XRV 750, η οποία ανήκε στην κυριότητα του ... και ήταν σταθμευμένη επί της οδού ... του Δήμου ..., που ακολούθως ιδιοποιήθηκε παρανόμως από κοινού με τον ως άνω συνεργό σου. β) Στις 28-2-2001, ενεργώντας από κοινού με τον προαναφερθέντα συνεργό του, αφήρεσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA, λευκού χρώματος, η οποία ανήκει στην κυριότητα του ... και ήταν σταθμευμένη επί της οδού ... του Δήμου ..., που ακολούθως ιδιοποιήθηκε, παρανόμως από κοινού με τον ως άνω συνεργό του. γ) Στις 4-3-2001 ενεργώντας από κοινού με τον προαναφερθέντα συνεργό του, αφήρεσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας YAMAHA, λευκού χρώματος, η οποία ανήκει στην κυριότητα του ... και ήταν σταθμευμένη επί της Λεωφόρου ... του Δήμου ..., που ακολούθως ιδιοποιήθηκε παρανόμως από κοινού με τον ως άνω συνεργό του. Τις παραπάνω πράξεις,τέλεσε με τον προαναφερθέντα συνεργό του με τον οποίο είχε ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων του αυτών, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της κλοπής ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων των διακεκριμένων κλοπών, έγκλημα που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έφερε και έκανε χρήση αντικειμένου το οποίο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2168/1993 θεωρείται ως όπλο, ήτοι του πιστολιού, το οποίο παράνομα έφερε μαζί του, Άρα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: α) απόπειρας ανθρωποκτονίας, β) ληστειών κατ'εξακολούθηση (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της σχετικής κατηγορίας από κατά συρροή σε κατ' εξακολούθηση) κατ' επάγγελμα γ) διακεκριμένων κλοπών κατ' εξακολούθηση, δ) οπλοχρησίας και ε) οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 19 ετών και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, μετ'απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ΠΚ (σημειώνεται ότι ως προς την τελευταία απορριπτική διάταξη δεν πλήττεται η ως άνω απόφαση του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45, 94, 98 παρ.1, 299, 372, 374 περ.δ' και ε' και 380 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1 α, 10 παρ.1 και 14 α του ν. 2168/1993. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή του αστυνομικού ΚΚ, όπου γίνεται αναφορά των βιντεοκασετών των Τραπεζών με περιεχόμενο τις ληστείες που δέχθηκε ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών (τριών δίκυκλων μοτοσυκλετών) και των ληστειών σε βάρος των καταστημάτων της ΑΤΕ στην ... και στην οδό ... αριθ. ... στη ..., καθόσον στο αιτιολογικό της ανωτέρω απόφασης μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που οδήγησαν το Δικαστήριο στην καταδικαστική κρίση του και για τις ως άνω πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα 15-16/2003 πρακτικά και απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Γιαννιτσών (πρωτοβάθμιον Δικαστήριο) στα οποία περιέχονται και οι σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρονται στις ως άνω εγκληματικές πράξεις του αναιρεσείοντος. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος ως προς όλες τις πράξεις που καταδικάσθηκε και ειδικότερα ως προς όλες τις διακεκριμένες κλοπές και τις δυο ληστείες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1δ, 329, 331 παρ.1, 333, 364 παρ.1, 369 και 510 παρ.1Α ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκησή του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ'αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος η των εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν -επιδείχθηκαν δημόσια κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο στον κατηγορούμενο και τους άλλους παράγοντες της δίκης οι έξι (6) βιντεοκασέτες με περιεχόμενο τις ισάριθμες ληστείες σε βάρος των διαφόρων Τραπεζών, από δε το αιτιολογικό και το διατακτικό της ίδιας απόφασης διαπιστώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναφέρονται από τον μάρτυρα αστυνομικό ΚΚ για διευκρίνιση και πρόσθετη πηγή προέλευσης των όσων κατέθεσε, και όχι ότι αυτά λήφθηκαν ευθέως και αμέσως υπόψη προς στήριξη της ενοχής του αναιρεσείοντος. Η κατ'αυτόν τον τρόπο αναφορά των ως άνω εγγράφων (έξι βιντεοκασετών) δεν είχε σαν συνέπεια ο αναιρεσείων να στερηθεί του δικαιώματος του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, αφού τα τελευταία δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος κρίσης του. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ σχετικός (τρίτος υπό το γράμμα Α) λόγος αναίρεσης που αφορά τη μη ανάγνωση αλλά λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας των έξι βιντεοκασετών είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και κατά το άρθρο 170 παρ.2 τον ίδιο Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ.1 ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σ'αυτόν πειστηρίου, που χρειάζεται να αναγνωρίσει. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξέταση του μάρτυρα-αστυνομικού ΚΚ, οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου ζήτησαν (από κοινού και εγγράφως) να προσκομισθούν στο ακροατήριο και να επιδειχθούν τα πειστήρια των εγκλημάτων που αποδίδονταν στον αναιρεσείοντα, ήτοι οι έξι (6) βιντεοκασέτες που περιείχαν τις εικόνες της διάπραξης των ισάριθμων ληστειών σε βάρος των Τραπεζών που παρήγαγαν τις εν λόγω κασέτες ως και τα ρούχα, καπέλα, γυαλιά και περούκες και παπούτσια, που είχαν κατασχεθεί. Το αίτημα όμως αυτό απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση, στο τέλος του αιτιολογικού της με την ακόλουθη αιτιολογία "το αίτημα επιδείξεως πειστηρίων είναι απορριπτέο, γιατί δεν κρίνεται αναγκαίο η αποδοχή του, ως μη βοηθούσα στην ανεύρεση της αληθείας, αφού το Δικαστήριο κατέληξε σε ασφαλές συμπέρασμα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα". Η αιτιολογία αυτή είναι σύμφωνα με την εκ των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη τοιαύτη, αφού, σε συνδυασμό με την παράθεση της αιτιολογίας για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται δεκτό ότι τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας, όπως αυτά προπαρατέθηκαν, ήταν επαρκή για τον σχηματισμό αυτής (κρίση επί της ενοχής). 'Ετσι επί του προαναφερομένου νομίμου αιτήματος του αναιρεσείοντος (για επίδειξη των πειστηρίων (έξι βιντεοκασετών, ρούχων, καπέλων, γυαλιών, περουκών και παπουτσιών) το δικάσαν Εφετείο απήντησε ειδικά και αιτιολογημένα και εντεύθεν δεν έλαβε χώρα έλλειψη ακροάσεως. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ επικουρικά προβαλλόμενος λόγος της κρινόμενης αίτησης για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 247-251/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα ανθρωποκτονίας με προ-μελετημένο δόλο. Ληστείες κατ' εξακολούθηση. Διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση. Οπλοφορία. Οπλοχρησία. Αίτημα για επίδειξη πειστηρίων. Αιτιολογία απόρριψης τέτοιου αιτήματος. Απόρριψη αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για τα ανωτέρω εγκλήματα.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία.
1
Αριθμός 2005/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 44610, 47754 και 48588Α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολυξένη Μπαλτά - Κώνστα, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 17/3.4.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 520/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. 2. Κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ., σαφώς συνάγεται ότι κατ' αρχήν μεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας, είτε της κατ' άρθρ. 361 εξυβριστικής, είτε της κατ' άρθρο 362 δυσφημιστικής εκδηλώσεως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές λαμβάνουν χώρα χάριν προστασίας δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 Π.Κ., καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες η εκδήλωση αυτή έλαβε χώρα, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Υπάρχει δε σκοπός εξυβρίσεως από τον τρόπο της εκδηλώσεως, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφράσει προσηκόντως το πραγματικό περιεχόμενο της σκέψεως του δράστη για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και ο δράστης, μολονότι το γνώριζε, προέβη στην εκδήλωση με σκοπό να βλάψει την τιμή του άλλου. Τέλος, προκειμένου περί του εγκλήματος της δυσφημίσεως, όταν το Δικαστήριο εκδίδει αθωωτική απόφαση, κατά παραδοχή του προβλεπόμενου από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, αυτοτελούς ισχυρισμού, που προτείνεται παραδεκτώς και τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως αυτής, όπως αναλύθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, να δέχεται, το μεν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε προς προστασία δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, δηλαδή να καταφάσκει την συνδρομή της ανωτέρω προϋποθέσεως, το δε την μη συνδρομή του σκοπού εξυβρίσεως, όπως η έννοια αυτού αναλύθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Ειδικότερα επιβάλλεται στο δικαστήριο, που δέχεται ότι, από τον τρόπο εκδήλωσης της δυσφημιστικής συμπεριφοράς, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, να διαλάβει στην απόφασή του, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την αναφορά και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης προς προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του. 3. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ειδικά δε, προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ/γμα 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, κατ άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε και εκτίθενται στα πρακτικά. Περαιτέρω λόγο της αναιρέσεως του Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί και η, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 4. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με την 17/2009 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου 121/2009 απόφασή του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους των αποδιδομένων σ'αυτούς πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως, τον πρώτο και της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις τον δεύτερο, πράξεις που φέρονται τελεσθείσες σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Για να καταλήξει στην απαλλακτική ως άνω κρίση του, το Δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του επενδυτικού συμβούλου και ο δεύτερος του Διευθυντού υποκαταστήματος της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΙΝG ΑΑΕΖ". Ο μηνυτής επίσης είχε προσληφθεί ως επενδυτικός σύμβουλος από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία. Με την από 18-12-2003 έγκληση του ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι δάνεισε άτοκα το ποσό των 900.000 δραχμών στον πρώτο κατηγορούμενο, όπως του ζήτησε, προκειμένου να το επενδύσει σε μέλλουσα να συσταθεί ναυτιλιακή εταιρεία, με τη συμφωνία να του επιστρέψει το εν λόγω ποσό μετά από μια εβδομάδα. Και τούτο γιατί τότε θα αποδεσμεύονταν κάποιες προθεσμιακές καταθέσεις του, όπως τον είχε πληροφορήσει. Στα τέλη Φεβρουαρίου 2005 μάλιστα ο μηνυτής κατά τους ισχυρισμούς του βρήκε πάνω στο γραφείο του ένα σφραγισμένο φάκελο στον οποίο περιεχόταν φωτοτυπία σφραγισμένης επιταγής της ΕΥΡΩΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., εκδόσεως ..., ποσού 1.000.000 δραχμών, πληρωτέας την 15-2-1995 σε διαταγή ..., στην οποία ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναγράψει ότι του οφείλει το 90% της επιταγής, που ο ίδιος είχε σφραγίσει την 21-2-1995. Τότε ο μηνυτής του ζήτησε εξηγήσεις και αυτός του απάντησε ότι εξαπατήθηκε από αυτόν που εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της υπό ίδρυση ναυτιλιακής εταιρείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 9 Ιουλίου 1997 η συνεργασία του μηνυτή έληξε με την παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία μετά από καταγγελία της σύμβασης του. Ο παραπάνω με την από 1-10-1998 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του χωρίς σπουδαίο λόγο να υποχρεωθεί αυτή να του; καταβάλει τις προμήθειες, συνολικού ύψους 17.835.287 δραχμών. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αγωγής η ασφαλιστική εταιρεία επικαλέστηκε κατά τους ισχυρισμούς του λόγο τοκογλυφίας, που δήθεν τελούσε αυτός στο εν λόγω υποκατάστημα της. Περαιτέρω ο μηνυτής κατέθεσε την με αριθμ. εκθ. καταθέσεως 6763/24-7-2000 αγωγή του κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησε αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία (ως άνω συκοφαντική δυσφήμηση). Κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής των αποδείξεων ενώπιον Εισηγητή Δικαστή εξετάστηκε ο προταθείς από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία μάρτυρας (πρώτος κατηγορούμενος), ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι ο μηνυτής του είχε ζητήσει να του βρει πελάτες του για να τους δανείσει χρήματα σπάζοντας επιταγές, με την έννοια ότι θα έπαιρνε απ'αυτόν που θα δάνειζε μία μεταχρονολογημένη επιταγή και θα του επέστρεφε όχι ακριβώς το αναγραφόμενο ποσό της επιταγής, αλλά μικρότερο απ' αυτό. Επιπλέον δε ότι είχε συμφωνήσει μαζί του να παίρνει προμήθεια, που υπολογιζόταν επί των τόκων που θα έπαιρνε ο μηνυτής, όσον αφορά δε για το τόκο αυτός θα ήταν πάνω από τον τόκο καταθέσεων και μεταξύ του τόκου χορηγήσεων. Μάλιστα δε οι συναλλαγές αυτού εγένοντο με τους πελάτες στο υποκατάστημα της ασφαλιστικής εταιρείας. Από τα όσα κατέθεσε ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος δεν μιλάει πουθενά για τοκογλυφικές δραστηριότητες του μηνυτή, όπως ανέφερε στη προκειμένη έγκληση του ο ήδη εγκαλών, καθόσον η αναφορά για λήψη τόκου πάνω από τον τόκο καταθέσεων και μεταξύ του τόκου καταθέσεων δεν συνιστά τοκογλυφία. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του μηνυτή δεν επιβεβαιώθηκαν από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ποσό που ισχυρίζεται ο εγκαλών ότι του κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στο λογαριασμό του στην Τράπεζα δεν αφορά την παραπάνω επιταγή, αλλά άλλη επιταγή, για την οποία είχε εκδοθεί η υπ'αριθμ. 3193/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω που κατέθεσε ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αληθή, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε την παραπάνω επιταγή έδωσε στον εγκαλούντα πελάτης του πρώτου κατηγορουμένου, ο εγκαλών δε είχε βάλει το 90% του κεφαλαίου και ο πρώτος κατηγορούμενος το 10%. Μόλις σφραγίστηκε η επιταγή οι παραπάνω άρχισαν να διαπληκτίζονται, με αποτέλεσμα να πληροφορηθεί τούτο ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος τους κάλεσε στο γραφείο του θυμωμένος από τις συναλλαγές αυτές μέσα στα γραφεία της εταιρείας, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι θα αναφέρει το γεγονός στην εταιρεία. Επιπρόσθετα ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε ότι οι ασφαλιστές αποκαλούσαν τον εγκαλούντα "ΚΙΛΛΕΡ", που σημαίνει ότι αφότου ασφάλιζε κάποιους μετά τους ξεχνούσε και αυτό γιατί το οικονομικό κίνητρο που αφορά το σέρβις των συμβολαίων είναι ελάχιστο σε σχέση με αυτό της προμήθειας για την κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, πράγμα που είναι αληθές. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στην παραπάνω κατάθεση του κατέθεσε αληθή γεγονότα, για τα οποία είχε ιδία αντίληψη. Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πρώτης πράξης (ψευδορκίας μάρτυρα), για την οποία κατηγορείται και μετά ταύτα αθώος και ο δεύτερος κατηγορούμενος της τρίτης πράξης (ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη). Περαιτέρω με την προκειμένη έγκληση του ο εγκαλών ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε γι'αυτόν γεγονότα ψευδή εν γνώσει της αναληθείας τους και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι αυτός είναι άτομο μειωμένου ηθικού κύρους διαπράττων ποινικά αδικήματα εντός του χώρου της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας και μάλιστα ότι μετέρχεται τοκογλυφικές δραστηριότητες με πελάτες της εταιρείας κατά τα ανωτέρω. Με βάση τα προεκτεθέντα εφόσον αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία κατηγορείται. Πλην όμως το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του αρθρ. 367 του Π.Κ., προκύπτει ότι αίρεται ο χαρακτήρας της δυσφημηστικής εκδήλωσης του κατηγορουμένου εφόσον στην προκειμένη περίπτωση αυτή έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αυτού προς κατάδειξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης του ήδη εγκαλούντος εκ μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (ΑΠ 239/2000, ΝοΒ 48.845, ΑΠ 506/1999, ΝοΒ 47.1352). Επιπλέον από τον τρόπο εκδήλωσης του πρώτου κατηγορουμένου δεν προέκυψε σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος, δηλαδή σκοπός, που κατευθυνόταν στην προσβολή της τιμής αυτού, καθώς η έλλειψη οποιουδήποτε τέτοιου σκοπού συνάγεται σαφέστατα από τη λιτότητα των χαρακτηρισμών του εγκαλούντος και επομένως κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου δεν είχε σκοπό να βλάψει την τιμή του εγκαλούντος (ΑΠ 257/2001, ΠΛογ 2001.1296). Ενόψει των προεκτεθέντων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε, ομόφωνα, αθώους τους κατηγορουμένους των ως άνω πράξεων τον καθένα. Ειδικότερα, για τον μεν πρώτο, για μεν την πρώτη πράξη, έκρινε ότι τα κατατεθέντα από τον κατηγορούμενο ως μάρτυρα, ήσαν αληθή, για δε την δεύτερη, ότι δεν γνώριζε την αναλήθεια των συκοφαντικών γεγονότων που ισχυρίσθηκε ενώπιον των αναφερομένων στο διατακτικό προσώπων, περαιτέρω δε και, στο πλαίσιο της έρευνας περαιτέρω της στοιχειοθετήσεως ή μη της πράξης της απλής δυσφημήσεως, έκρινε ότι επήλθε άρση του αξιοποίνου της πράξεως κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, για δε τον δεύτερο κατηγορούμενο δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως αυτή απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στην τρίτη νομική σκέψη, αφού δεν αναφέρονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε και με τα οποία να αιτιολογείται πλήρως, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας, το μεν έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι πράξεις της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, το δε έκρινε για την, κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της δυσφημήσεως, ούτε οι λόγοι για τους οποίους και κατέληξε σε αθωωτική για τους κατηγορουμένους κρίση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, ενώ τα ανωτέρω αδικήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, φέρονται τελεσθέντα με τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε και ταυτόχρονα ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, ο κατηγορούμενος, Χ2, εξεταζόμενος ως μάρτυρας της εναγομένης, ενώπιον του Εισηγητού Δικαστού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της 6763/24-7-2000 αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "ING AAEZ", τα οποία εκτενώς αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση στο διατακτικό της, δέχεται, για μεν το αδίκημα της ψευδορκίας, ότι δεν πραγματώνεται η αντικειμενική του υπόσταση, όπως αναλύθηκε στην πρώτη νομική σκέψη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος ήσαν αληθή και είχε ιδίαν αντίληψη αυτών, για δε το έτερο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ότι επίσης δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά, διότι τα αυτά πραγματικά περιστατικά ήσαν αναληθή, αλλά δεν τελούσε ο κατηγορούμενος σε γνώση της αναληθείας τους, χωρίς περαιτέρω να εκθέτει πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία να αιτιολογεί, όπως όφειλε, κατά τα εκτεθέντα στην δεύτερη νομική σκέψη, την περί μη γνώσεως της αναληθείας κρίση αυτή, διότι η αναφορά '' με βάση τα προεκτεθέντα .....αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας των παραπάνω γεγονότων'' (σελ 59γ) παραπέμπει στην προηγούμενη, κατά την έρευνα της στοιχειοθετήσεως ή μη της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος, κρίση περί αληθείας των πραγματικών περιστατικών που αποτελούσαν το περιεχόμενο της μαρτυρικής καταθέσεως. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην δεύτερη νομική σκέψη, ως προς την στοιχειοθέτηση αντικειμενικά και υποκειμενικά του εν λόγω αδικήματος, με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν στοιχειοθετείται η πράξη αυτή, ελλείψει του υποκειμενικού στοιχείου του απαιτουμένου αμέσου δόλου. Οι ελλείψεις αυτές, αλλά και η επισημανθείσα αντίφαση και ασάφειες στερούν την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με 362 ΠΚ, οι οποίες και, κατά τα εκτεθέντα στην τρίτη νομική σκέψη, παραβιάσθησαν εκ πλαγίου. Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη, ενόψει της ανωτέρω παραδοχής της, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, ερευνώντας την στοιχειοθέτηση ή μη, με τα όσα κατέθεσε και ισχυρίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, της πράξεως της απλής δυσφημήσεως, ενώ αυτός εξετάσθηκε ως μάρτυρας σε δίκη μεταξύ τρίτων (πολιτικώς ενάγων και ασφαλιστική εταιρία), με αντικείμενο την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στον πρώτο προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία της δεύτερης και την προσβολή με τον τρόπο αυτό της προσωπικότητάς του, δέχθηκε ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά με τα οποία να αιτιολογείται η κρίση αυτή και μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση που η υπόθεση δεν αφορούσε αμέσως αυτόν, αλλά τρίτους και έτσι να καταφάσκει την συνδρομή της θετικής προϋποθέσεως που εκτίθεται στην δεύτερη νομική σκέψη, χωρίς να παραθέτει την αιτιολογία που απαιτούνταν προς τούτο. Περαιτέρω και ως προς την συνδρομή της προϋπόθεσης της ανυπαρξίας, στο πρόσωπο του ιδίου κατηγορουμένου, σκοπού εξυβρίσεως του πολιτικώς ενάγοντος, με το περιεχόμενο και την έννοια που αυτός έχει όπως αναφέρεται στην ίδια νομική σκέψη, δηλ. ο τρόπος ενεργείας του κατηγορουμένου δεν ήταν αναγκαίος για να εκφράσει προσηκόντως το πραγματικό περιεχόμενο της σκέψεως του για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και, μολονότι το γνώριζε, προέβη στην εκδήλωση με σκοπό να βλάψει την τιμή του πολιτικώς ενάγοντος, δεν παραθέτει την αιτιολογία που απαιτείται στην περίπτωση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας και αναφέρεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο κατηγορούμενος προς προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του. Με τις αντιφατικές αυτές και ελλιπείς αιτιολογίες η προσβαλλομένη απόφαση με τους αριθμούς που αναφέρονται στο διατακτικό, από προφανή δε παραδρομή, στην έκθεση αναίρεσης δεν μνημονεύεται και ο αριθμός 47754/2008, κατά τα εκτιθέμενα στην τρίτη νομική σκέψη, δεν διαθέτει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούνταν στην συγκεκριμένη περίπτωση και στερείται νόμιμης βάσης, κατά τα εκεί αναφερόμενα, με αποτέλεσμα να ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ. Κατ ακολουθία τούτων πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων των αντίστοιχων λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ν' αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 44610/2008, 47754/2008 και 48588Α/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Και. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέως Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως κατ' άρθρο 505 § 2 ΚΠΔ (ΑΠ 380/ 2009). Ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση. Η απόφαση προσβάλλεται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για αντιφατικές αιτιολογίες. Έννοια, στοιχεία ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημίσεως (ΑΠ 141/2008, 187/2008). Αληθή τα κατατεθέντα. Μη στοιχειοθέτηση ψευδορκίας. Δεν τελούσε σε γνώση αναληθείας. Μη στοιχειοθέτηση συκοφαντικής δυσφημήσεως, Άρση αδίκου απλής δυσφημήσεως κατ' άρθρο 367 ΠΚ - Προϋποθέσεις (ΑΠ 843/2008, 2144/2004, 2244/2004, 783/2003). Πότε υπάρχει σκοπός εξυβρίσεως. Ποια η αναγκαία αιτιολογία της δεχομένης αυτόν αποφάσεως. Αιτιολογία. Πότε η απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ειδικότερα όταν είναι αθωωτική. Ποια αιτιολογία για εφαρμογή διατάξεως 367 §§1,2 ΠΚ (ΑΠ 2610/2008, 843/2008, 225/2007). Πότε υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΑΠ 4/2009). Αντιφατική και ελλιπής αιτιολογία. Εκ πλαγίου παραβίαση. Δεκτή αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Απόφαση αθωωτική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2003/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή,Γεώργιος Μπατζαλέξης, και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σίνο, περί αναιρέσεως της 15837/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1869/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η εν λόγω προθεσμία είναι πάλι δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή έχει άγνωστη διαμονή, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε μέρος μη γνωστό στη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του. Στην περίπτωση αυτή, μετά την άκαρπη αναζήτηση των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' ΚΠοινΔ, η επίδοση γίνεται σαν σε παραλήπτη άγνωστης διαμονής, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο κλπ της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Άλλως, η επίδοση είναι άκυρη και δεν θέτει σε κίνηση την ως άνω προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, αλλά κατά της απορριπτικής αποφάσεως επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το χρόνο άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (ΟλΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν, όμως, με την έφεση αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που το ασκεί και η ιδιότητα του ως προσώπου άγνωστης διαμονής και αν, εντεύθεν, προβάλλεται αδυναμία γνώσεως της επίδοσης, πρέπει στην απορριπτική απόφαση να διαλαμβάνεται σχετική αιτιολογία και για τα θέματα αυτά, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη σχετική παραδοχή. Άλλως, ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 15837/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 20-7-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 36530/2000 ερήμην αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε κηρυχθεί ένοχος για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" κατ' εξακολούθηση και καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και σε χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών. Με την έφεση του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί ότι δεν έλαβε εγκαίρως γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως [δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της], διότι η επιδοσή της προς αυτόν έγινε σαν σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής, αν και αυτός, κατά το χρόνο επιδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, ήταν γνωστής διαμονής, διότι από το έτος 1980 κατοικούσε στο ..., στην οδό .... Ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως η πλειοψηφία του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από το από 2-11-2000 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχ/κα ..., η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, επιδόθηκε σ' αυτόν στις 2-11-2000 ως αγνώστου διαμονής, στο Δήμαρχο Αθηναίων, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην επί της ... επαγγελματική του εγκατάσταση, όπου βρέθηκε άγνωστος. Άσκησε δε την υπό κρίση έφεση στις 20-7-2007, ήτοι μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση... Η παραπάνω διεύθυνση, στην οποία έδρευε η ανώνυμη εταιρία "CIS HI TEC", με δραστηριότητα την εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήτο ο εκκαλών, προέκυπτε από την από 8-2-1999 έγκληση της "ALTEC ΑΒΕΕ" εναντίον του, για έκδοση ακάλυπτων επιταγών... και ήταν η μοναδική γνωστή για την εισαγγελική αρχή Αθηνών διεύθυνση διαμονής του. Τούτο δεν αναιρείται από τις αναγνωσθείσες κλήσεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι οποίες επιδόθηκαν στον εκκαλούντα στην επί της οδού ... κατοικία του στο ..., σε χρόνο, όμως, πολύ μεταγενέστερο αυτού της επιδόσεως της εκκαλουμένης (2005 και 2007), αλλ' ούτε και από τις αναγνωσθείσες αποφάσεις του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται από αυτές ότι η Εισαγγελία Αθηνών γνώριζε την επί της οδού ... κατοικία του. Επομένως, εγκύρως και νομοτύπως του επιδόθηκε η εκκαλουμένη ως αγνώστου διαμονής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο αυτό (2-11-2000) είχε κλείσει την επιχείρηση του στη ..., χωρίς να ενημερώσει τους κομιστές των ακαλύπτων επιταγών που είχε υπογράψει, αλλ' ούτε και την Εισαγγελία Αθηνών για τη διεύθυνση κατοικίας του, ως όφειλε, όχι από το νόμο, διότι δεν είχε απολογηθεί προανακριτικά, αλλά βάσει των αρχών της εντιμότητας και της ηθικής". Εν τούτοις, αν και από τα πρακτικά της συνεδρίασης, που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είχε εξετασθεί ως μάρτυρας η σύζυγος του τότε εκκαλούντος, ..., προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι η διαμονή αυτού ήταν γνωστή στην προαναφερθείσα διεύθυνση της οικογενειακής τους στέγης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στην αιτιολογία που προαναφέρθηκε, παρέλειψε να αναφέρει ότι έλαβε υπ' όψη του την κατάθεση της εν λόγω μάρτυρα προς διαμόρφωση της ουσιαστικής του κρίσης. Εφ' όσον, λοιπόν, δεν προκύπτει εάν και η κατάθεση αυτή συνεκτιμήθηκε ή όχι με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα [ήτοι τα έγγραφα που είχαν αναγνωσθεί και μνημονεύονται ειδικά στο σκεπτικό, δεδομένου του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προηγήθηκε της αιτιολογίας η στερεότυπη, γενική και κατ' είδος αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα], η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 91/2008). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται γενικώς η έλλειψη αυτή, ενώ η αμφιβολία ως προς την αξιολόγηση της καταθέσεως της μάρτυρα εντοπίσθηκε αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. 3. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ) και το οποίο, εάν ήθελε κρίνει παραδεκτή την ασκηθείσα έφεση [δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής], θα αποφανθεί και περί της παραγραφής ή μη των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 15837/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.- Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επί κηρύξεως εφέσεως απαραδέκτου ως εκπροθέσμως ασκηθείσης αίτηση αναιρέσεως από εκκαλούντα για ανεπάρκεια της αιτιολογίας συνισταμένη στο ότι δεν προκύπτει αν ελήφθη υπόψη η κατάθεση μάρτυρα που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Δεκτή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2000/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 495/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 615/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 200/2-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το 11/2009 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους: α) Χ1, κάτοικο ... και β) Χ2, κάτοικο ..., για να δικαστούν ως υπαίτιοι από κοινού πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικώς επιδιωχθέν όφελος που υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ και επί πλέον τον πρώτο και για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επειδή στο παραπεμπτικό αυτό βούλευμα το πατρώνυμο του πρώτου κατηγορούμένου αναφέρθηκε εκ παραδρομής ως "...", το ίδιον Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το 28/2009 βούλευμα διόρθωσε το προηγούμενο βούλευμά του ως προς το σημείο αυτό ώστε το πατρώνυμο του πρώτου να αναφέρεται ορθώς ως "..." (βλ. βουλεύματα). ΙΙ. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών άσκησε έφεση μόνον ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 495/2009 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση ως προς τη πράξη της υπεξαίρεσης και έπαυσε οριστικά τη ποινική δίωξη γι'αυτή λόγω παραγραφής, ενώ δέχθηκε μεν τυπικά αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση ως προς την κακουργηματική πλαστογραφία και επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα, ως προς τη διάταξη που αφορούσε την πράξη αυτή (βλ. 495/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). ΙΙΙ. Το εφετειακό αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο Χ1 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Κων/νο Σίνο στις 8-4-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 15-4-2009 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Κων/νος Σίνος και δήλωση ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου Χ1, δυνάμει του ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευανθίας Μαρκουλάκου-Λεμονή, ασκεί για λογαριασμό του Χ1, αναίρεση κατά του 495/2009 βουλεύματος, ως προς την παραπεμπτική του διάταξη, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έτσι συντάχθηκε η 77/15-4-2009 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο, που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως, από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα αφού με το προσβαλλόμενο εφετειακό βούλευμα ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα. IV. Σύμφωνα με τον αναιρετικό λόγο που εκτίθεται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί περιορίσθηκε να αναφέρει στο σκεπτικό του τα εξής: "Από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που συγκεντρώθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση που έγινε και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από τις καταθέσεις του εγκαλούντος και των μαρτύρων που εξετάστηκαν, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με την ανωμοτί εξέταση του κατηγορουμένου, τις έγγραφες εξηγήσεις του, την απολογία του και όλα ανεξαιρέτως τα υπομνήματα που υπέβαλε , προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 για τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια ... κλπ" (βλ αναίρεση). Όμως από το σκεπτικό προκύπτει επίσης ότι το Συμβούλιο Εφετών με ρητή αναφορά του παραπέμπει προκειμένου να αιτιολογήσει την παραπεμπτική του κρίση στο περιεχόμενο της ενσωματωμένης στο βούλευμα Εισαγγελικής πρότασης, στην οποία εκτίθενται τα εξής: Επειδή από το συνολικό ανακριτικό υλικό, το περιεχόμενο της εγχειρισθείσης εγκλήσεως, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση τους σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτουν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ, έμπορος αυτοκινήτων και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... συμφώνησε με τον κατηγορούμενο Χ1 την πώληση ενός αυτοκινήτου μάρκας Jaguar, χρώματος μαύρου, τύπου xk8 gabrio ..., αντί τιμήματος 82.171 ευρώ, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... δελτίου παραγγελίας αυτοκινήτου, με προκαταβολή 1.000 ευρώ και την παράδοση μιας επιταγής ποσού 38.111 ευρώ. Το αυτοκίνητο αυτό είχε εισαχθεί από την ανωτέρω εταιρεία την 27.5.2003 προς τελωνισμό. Την 10.6.2003 η εταιρεία ζήτησε από το ... Τελωνείο ... την επανεξαγωγή του αυτοκινήτου λόγω οικονομικής αδυναμίας να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους. Το αυτοκίνητο φέρεται να έχει επανεξαχθεί την 13.6.2003 μέσω του Τελωνείου ... . Ο κατηγορούμενος Χ1 παρέλαβε το αυτοκίνητο από την έκθεση της εταιρείας με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας ..., εντοπίστηκε δε αυτό από υπαλλήλους της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ ( Διεύθυνση Παρακολούθησης Ειδικών Ανασταλτικών Καθεστώτων) στο συνεργείο του ΑΑ, ο οποίος κατονόμασε ως ιδιοκτήτη τον Χ1, και δεσμεύτηκε αφού δεν επιδείχθηκαν τα νόμιμα στοιχεία κατοχής και χρήσης του αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Ο Χ1 παρότι του ζητήθηκε να προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στη ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ δεν το έπραξε, ενώ απέσπασε το αυτοκίνητο από τον ορισθέντα ως θεματοφύλακα ΑΑ, ο οποίος ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους ότι το αυτοκίνητο έφερε ελληνικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, ανευρέθηκε δε στην αντιπροσωπία της Jaguar, με φερόμενο ως ιδιοκτήτη τον ΒΒ και με αριθμό κυκλοφορίας ... . Εκ του αρχικού φακέλου του αυτοκινήτου που υπήρχε στην Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών διαπιστώθηκε ότι το πιστοποιητικό ταξινόμησης τύπου Δ, με γενικό αριθμό ..., φερόμενο ως εκδοθέν από το ... Τελωνείο ..., δεν είχε εκδοθεί από την υπηρεσία αυτή και ότι ήταν πλαστό, όπως επίσης διαπιστώθηκε ότι η υπ' αριθμόν ... δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης αφορούσε, πράγματι, άλλο όχημα. Όσο χρόνο οι υπάλληλοι της ΔΙΠΕΑΚ ενεργούσαν έλεγχο το αυτοκίνητο μεταβιβάστηκε στον κατηγορούμενο Χ2 την 28.1.2005, ο οποίος είχε ασφαλίσει το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο από την 19.11.2004, ημέρα της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας στο όνομα του ΓΓ, ενώ την 23.11.2004 εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας για το ίδιο αυτοκίνητο στο όνομα του ΒΒ. Η αρχική άδεια εκδόθηκε από τη διεύθυνση Συγκοινωνιών ... και οι λοιπές από την Διεύθυνση Συγκοινωνιών της Νομαρχίας ...- Τομέας ... . Περαιτέρω διαπιστώθηκε από τον έλεγχο του φακέλου του αυτοκινήτου ότι το πιστοποιητικό ταξινόμησης τύπου Γ, με γενικό αριθμό ..., δεν είχε εκδοθεί από το ... Τελωνείο ..., υπηρεσία που δεν είχε εκδώσει ούτε την υπ' αριθμόν ... δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης. Ενώ οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες ΒΒ και ΓΓ ουδεμία σχέση είχαν με το αυτοκίνητο την διαδικασία εκτελωνισμού του και την έκδοση άδεια κυκλοφορίας. Αντίθετα το ανωτέρω αυτοκίνητο ταξινομήθηκε με πλαστά παραστατικά από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι πέτυχαν να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας χωρίς την καταβολή των προβλεπομένων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, στερώντας από το δημόσιο δασμούς και φόρους 18.898 ευρώ. Η επανειλημμένη κατάρτιση πλαστών παραστατικών αλλά και η χρήση αυτών επιβεβαιώνει τον σκοπό των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος με όφελος μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ δηλαδή στο ποσό των οφειλομένων δασμών και φόρων 18.898 ευρώ αλλά και του υπολοίπου του τιμήματος της αγοράς ανερχόμενο σε 43.060 ευρώ, που δεν καταβλήθηκε στον εγκαλούντα. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι συμφώνησε την παράδοση του αυτοκινήτου με πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του, πλην όμως το παρέλαβε με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας και επεδίωξε τον εκτελωνισμό του μέσω του συγκατηγορουμένου του, ότι οι παράνομες και ποινικά κολάσιμες ενέργειες αφορούν τον Χ2 και ότι κατά την ανθρώπινη λογική και εμπειρία δεν ήταν δυνατόν να συμπράξει με τον Χ2 για να χάσει το αυτοκίνητο του, διαπράττοντας σε βάρος του πλαστογραφίες δεν είναι δυνατόν να αποδυναμώσουν τις σοβαρές σε βάρος του ενδείξεις ενοχής ιδίως κατά το μέρος της παράνομης από αυτόν ιδιοποίησης του αυτοκινήτου ενόψει του ότι τα περί συμφωνίας δεν αποδεικνύονται από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας, αντιθέτως αποδεικνύεται το ότι δεν κατέβαλε το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του αυτοκινήτου στον εγκαλούντα. Συνεπώς η έφεση του κατηγορουμένου που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο Βούλευμα, ως προς το κεφάλαιο αυτό. V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του. Γίνεται εξ άλλου δεκτό ότι η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ, ως προς τις οποίες δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται και η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους (βλ. ΑΠ 467/2007). VI. Στη προκειμένη περίπτωση, με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με τη βασική μορφή της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα πράξης της κατ'εξακολούθηση πλαστογραφίας κατά συναυτουργία. Στο βούλευμα εκτίθενται με τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα καταρτισθέντα έγγραφα, η από κοινού κατάρτισή τους, προσδιορίζονται τα στοιχεία της πλαστότητας, καθορίζεται ο σκοπός που επιδιώχθηκε με την κατάρτιση και τη χρήση τους από τους κατηγορουμένους. Αντιθέτως ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις, που καθιστούν την πράξη κακούργημα δεν υπάρχει η αναγκαία αιτιολογία. Η μόνη αναφορά που γίνεται για το θέμα αυτό στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση περιορίζεται στην εξής φράση: "Η επανειλημμένη κατάρτιση πλαστών περιστατικών, αλλά και η χρήση αυτών επιβεβαιώνει τον σκοπό των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος με όφελος μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ δηλαδή στο ποσό των οφειλομένων δασμών και φόρων 18.898 ευρώ, αλλά και του υπολοίπου του τιμήματος της αγοράς ανερχόμενο σε 43.060 ευρώ, που δεν καταβλήθηκε στον εγκαλούντα ...". Η αναφορά αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει την νόμιμη αιτιολογία για τις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου το Συμβούλιο. Γιατί ως προς μεν την "κατ'επάγγελμα" τέλεση, αναφέρονται απλώς τα τυπικά στοιχεία του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ., χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, ως προς δε την "κατά συνήθεια" τέλεση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με το αν οι κατηγορούμενοι "... απέκτησαν σταθερή ροπή προς διάπραξη πλαστογραφιών, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους ...", σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ (βλ. ΑΠ 467/2007). Πρέπει συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και για τους δύο κατηγορουμένους (άρθρο 469 Κ.Π.Δ.), μόνον ως προς το σημείο, αυτό (παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως (άρθρα 510 § 1 Δ' και 511 Κ.Π.Δ.), απορριπτομένων ως αβασίμων των λοιπών αιτιάσεων του αναιρεσείοντος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1. Να αναιρεθεί το 495/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μόνον ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων της "κατ'επάγγελμα και συνήθεια" τέλεσης των πράξεων από τους κατηγορούμένους. 2. Να εισαχθεί η υπόθεση για νέα κρίση ως προς το ζήτημα αυτό και για τους δύο κατηγορουμένους (Χ1 και Χ2) στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 18 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής" Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς, όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ' αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Για την κακουργηματική πλαστογραφία απαιτείται επί πλέον, κατά την παρ. 3 του άνω άρθρου 216 ΠΚ, σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € και επίσης ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Περαιτέρω κατά το άρθρο 45 ΠΚ "εάν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ. ΑΠ 50/1990). Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή τη νόθευση εγγράφου χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο εδέχθη ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών, (ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του). Η με τον τρόπο αυτό θεμελιουμένη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εκυρώθη με το ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθ. 28 παρ.3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ.1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας Συμβάσεως, που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 22-11-1984 και εκυρώθη με το Ν. 1705/1978, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική πράξη και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσεώς του από εμπειροτέρους δικαστές, διότι στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση, ούτε προς το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, αφού ο αναιρεσείων δεν εστερήθη του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από το Δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, στο οποίο μπόρεσε και ανέπτυξε με την ασκηθείσα έφεσή του, τα υποβληθέντα υπομνήματά του και τα προσκομισθέντα σ'αυτό έγγραφα, τις απόψεις του. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 495/2009 βούλευμα, με αναφορά του στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, εδέχθη τα εξής: "Από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που συγκεντρώθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση που έγινε και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από τις καταθέσεις του εγκαλούντος και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την ανωμοτί εξέταση του κατηγορουμένου, τις έγγραφες εξηγήσεις του, την απολογία του και όλα ανεξαιρέτως τα υπομνήματα που υπέβαλε, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της επί μέρους πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (αρθρ. 13 περ. γ', στ, 14, 26 § 1, 27 § 1, 45, 94 § 1, 216 § 3β-1 ΠΚ), για τους ίδιους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση οι οποίοι είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθείς και στους οποίους και το Συμβούλιο τούτο πλήρως αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (ΑΠ 1151/06 Π.Χρ. 2007-33). Στην ενσωματωμένη εις το προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εις την οποίαν αυτό αναφέρεται και η οποία αποτελεί αιτιολογία του εκτίθενται τα εξής: "Επειδή από το συνολικό ανακριτικό υλικό, το περιεχόμενο της εγχειρισθείσης εγκλήσεως, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση τους σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτουν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ, έμπορος αυτοκινήτων και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... συμφώνησε με τον κατηγορούμενο Χ1 την πώληση ενός αυτοκινήτου μάρκας Jaguar, χρώματος μαύρου, τύπου xk8 gabrio ..., αντί τιμήματος 82.171 ευρώ, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... δελτίου παραγγελίας αυτοκινήτου, με προκαταβολή 1.000 ευρώ και την παράδοση μιας επιταγής ποσού 38.111 ευρώ. Το αυτοκίνητο αυτό είχε εισαχθεί από την ανωτέρω εταιρεία την 27.5.2003 προς τελωνισμό. Την 10.6.2003 η εταιρεία ζήτησε από το ... Τελωνείο ... την επανεξαγωγή του αυτοκινήτου λόγω οικονομικής αδυναμίας να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους. Το αυτοκίνητο φέρεται να έχει επανεξαχθεί την 13.6.2003 μέσω του Τελωνείου ... . Ο κατηγορούμενος Χ1 παρέλαβε το αυτοκίνητο από την έκθεση της εταιρείας με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας ..., εντοπίστηκε δε αυτό από υπαλλήλους της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ (Διεύθυνση Παρακολούθησης Ειδικών Ανασταλτικών Καθεστώτων) στο συνεργείο του ΑΑ, ο οποίος κατονόμασε ως ιδιοκτήτη τον Χ1, και δεσμεύτηκε αφού δεν επιδείχθηκαν τα νόμιμα στοιχεία κατοχής και χρήσης του αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Ο Χ1 παρότι του ζητήθηκε να προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στη ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ δεν το έπραξε, ενώ απέσπασε το αυτοκίνητο από τον ορισθέντα ως θεματοφύλακα ΑΑ, ο οποίος ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους ότι το αυτοκίνητο έφερε ελληνικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, ανευρέθηκε δε στην αντιπροσωπία της Jaguar, με φερόμενο ως ιδιοκτήτη τον ΒΒ και με αριθμό κυκλοφορίας ... . Εκ του αρχικού φακέλου του αυτοκινήτου που υπήρχε στην Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών διαπιστώθηκε ότι το πιστοποιητικό ταξινόμησης τύπου Δ, με γενικό αριθμό ..., φερόμενο ως εκδοθέν από το ... Τελωνείο ..., δεν είχε εκδοθεί από την υπηρεσία αυτή και ότι ήταν πλαστό, όπως επίσης διαπιστώθηκε ότι η υπ' αριθμόν ... δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης αφορούσε, πράγματι, άλλο όχημα. Όσο χρόνο οι υπάλληλοι της ΔΙΠΕΑΚ ενεργούσαν έλεγχο το αυτοκίνητο μεταβιβάστηκε στον κατηγορούμενο Χ2 την 28.1.2005, ο οποίος είχε ασφαλίσει το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο από την 19.11.2004, ημέρα της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας στο όνομα του ΓΓ, ενώ την 23.11.2004 εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας για το ίδιο αυτοκίνητο στο όνομα του ΒΒ. Η αρχική άδεια εκδόθηκε από τη διεύθυνση Συγκοινωνιών ... και οι λοιπές από την Διεύθυνση Συγκοινωνιών της Νομαρχίας ... - Τομέας ... . Περαιτέρω διαπιστώθηκε από τον έλεγχο του φακέλου του αυτοκινήτου ότι το πιστοποιητικό ταξινόμησης τύπου Γ, με γενικό αριθμό ..., δεν είχε εκδοθεί από το ... Τελωνείο ..., υπηρεσία που δεν είχε εκδώσει ούτε την υπ' αριθμόν ... δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης. Ενώ οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες ΒΒ και ΓΓ ουδεμία σχέση είχαν με το αυτοκίνητο την διαδικασία εκτελωνισμού του και την έκδοση άδειας κυκλοφορίας. Αντίθετα το ανωτέρω αυτοκίνητο ταξινομήθηκε με πλαστά παραστατικά από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι πέτυχαν να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας χωρίς την καταβολή των προβλεπομένων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, στερώντας από το δημόσιο δασμούς και φόρους 18.898 ευρώ. Η επανειλημμένη κατάρτιση πλαστών παραστατικών αλλά και η χρήση αυτών επιβεβαιώνει τον σκοπό των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος με όφελος μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ δηλαδή στο ποσό των οφειλομένων δασμών και φόρων 18.898 ευρώ αλλά και του υπολοίπου του τιμήματος της αγοράς ανερχόμενο σε 43.060 ευρώ. που δεν καταβλήθηκε στον εγκαλούντα. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι συμφώνησε την παράδοση του αυτοκινήτου με πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του, πλην όμως το παρέλαβε με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας και επεδίωξε τον εκτελωνισμό του μέσω του συγκατηγορουμένου του, ότι οι παράνομες και ποινικά κολάσιμες ενέργειες αφορούν τον Χ2 και ότι κατά την ανθρώπινη λογική και εμπειρία δεν ήταν δυνατόν να συμπράξει με τον Χ2 για να χάσει το αυτοκίνητο του, διαπράττοντας σε βάρος του πλαστογραφίες δεν είναι δυνατόν να αποδυναμώσουν τις σοβαρές σε βάρος του ενδείξεις ενοχής ιδίως κατά το μέρος της παράνομης από αυτόν ιδιοποίησης του αυτοκινήτου ενόψει του ότι τα περί συμφωνίας δεν αποδεικνύονται από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας, αντιθέτως αποδεικνύεται το ότι δεν κατέβαλε το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του αυτοκινήτου στον εγκαλούντα. Συνεπώς η έφεση του κατηγορουμένου που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο Βούλευμα, ως προς το κεφάλαιο αυτό". Μετά ταύτα απέρριψε την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 11/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, (όπως διορθώθη ως προς το πατρώνυμο του αναιρεσείοντος), το οποίο και επεκύρωσε κατά το κεφάλαιο κατά το οποίο έχει παραπεμφθεί για να δικασθεί (ο αναιρεσείων) για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση από κοινού (άρθρ. 45 216 §§ 1 και 3 ΠΚ) και το διατακτικό του έχει ως εξής: Α. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ τους κατηγορούμενους: 1) Χ1, κάτοικο ..., οδός ... αριθμ. ..., και 2) Χ2, κάτοικο ..., οδός ... αριθμ. ..., στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσαν από πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά το νόμο, με στερητικές της ελευθερίας ποινές, και ειδικότερα: Ι. Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση κατήρτισαν ες αρχής πλαστά έγγραφα, ακολούθως, δε, από κοινού έκαναν χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, διαπράττουν δε πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα, στην ..., στις 18 Νοεμβρίου 2004, από κοινού ενεργώντας κατήρτισαν ες αρχής: α) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό ταξινόμησης του ιδίου αυτοκινήτου, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το ... Τελωνείο ..., ενώ ουδέποτε είχε εκδοθεί από την τελευταία αυτή υπηρεσία τέτοιο έγγραφο και β) την υπ' αριθμ. ... Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών, ενώ, στην πραγματικότητα, τέτοια Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών δεν είχε εκδοθεί από το ... Τελωνείο ... . Ακολούθως, δε, οι κατηγορούμενοι, με κοινό δόλο και από κοινού ενεργώντας, έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών, παραδίδοντας αυτά, αρχικά, στις 18-11-2004, στους εκτελωνιστές των δύο παραπάνω τελωνείων και, στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-2004 έως και 28-1-2005, σε μη επακριβώς προσδιορισμένες ημερομηνίες, στους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών ..., προκειμένου να παραπλανήσουν τους ανωτέρω υπαλλήλους των Τελωνείων και τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών ... σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, καθώς με αυτόν τον τρόπο πράγματι πέτυχαν αφενός μεν τον εκτελωνισμό και την ταξινόμηση του εισαγόμενου αυτοκινήτου και την έκδοση νόμιμης αδείας κυκλοφορίας για το εν λόγω αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας, με ταυτόχρονη αποφυγή καταβολής στο Δημόσιο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ποσού 18.898 ευρώ, αφετέρου δε ο κατηγορούμενος Χ1 πέτυχε να αποφύγει την καταβολή στον μηνυτή του οφειλομένου υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος που όφειλε να καταβάλει σε αυτόν για το εν λόγω αυτοκίνητο, δηλαδή, το ποσό των 43.060 ευρώ. Επιπλέον δε ο κατηγορούμενος Χ1, πέραν των ως άνω πλαστών εγγράφων με πρόθεση κατήρτισε από κοινού με τον Χ2 εξ αρχής πλαστό έγγραφο και ακολούθως έκανε χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατήρτισε το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό ταξινόμησης τύπου Δ' με αριθμό καταχώρισης ... του αυτοκινήτου μάρκας JAGUAR τύπου ΧΚ8 cabrio, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο βρισκόταν στην κατοχή του, το οποίο φέρεται να έχει εκδοθεί από το ... Τελωνείο ..., με βάση την υπ' αριθμ. ... Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών, ενώ, στην πραγματικότητα, αυτό ουδέποτε εξεδόθη από το ... Τελωνείο ..., η δε αναγραφόμενη υπ' αριθμ. ... Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών αφορούσε στην πραγματικότητα άλλο όχημα, μάρκας DAIMLER CHRYSLER με αριθμό πλαισίου ..., στη συνέχεια δε, ως προαναφέρεται, σε μη επακριβώς προσδιορισμένες ημερομηνίες, έκανε χρήση αυτού καθόσον το εμφάνισε στους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών ..., προκειμένου να παραπλανήσουν τους ανωτέρω υπαλλήλους σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, καθώς, με αυτόν τον τρόπο, πράγματι πέτυχε, αφενός μεν τον εκτελωνισμό και την ταξινόμηση του εισαγόμενου αυτοκινήτου και την έκδοση νόμιμης αδείας κυκλοφορίας για το εν λόγω αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας, με ταυτόχρονη αποφυγή καταβολής στο Δημόσιο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ποσού 18.898 ευρώ. Αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα που διαπράττουν πλαστογραφίες μετά χρήσεως εγγράφων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας με την κατάρτιση εξ υπαρχής των ως άνω τριών εγγράφων και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (συνεργασία με πολλά πρόσωπα) προέκυψε σκοπός τους για τον πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας των. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού χωρίς να γίνεται καθολική παραπομπή στο διατακτικό εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 216 §§ 1 και 3 ΠΚ. Ειδικότερα προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που οι κατηγορούμενοι επλαστογράφησαν η συμμετοχική δράση αυτών στην τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, ο σκοπός της παραπλανήσεως των τρίτων και εκείνος του πορισμού οφέλους. Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την εκ του άρθρου 484 § 1 δ' ΚΠΔ αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ μόνων των λόγων ότι δεν αναφέρονται α) στο αιτιολογικό περιστατικά, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή στο διατακτικό β)ποία η συμμετοχή εκάστου των κατηγορουμένων στην πράξη της πλαστογραφίας και γ)ποίον το όφελος εξ αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκληση του λόγου αυτού προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15/4/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 495/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ. Πλαστογραφία με χρήση. Κακουργηματική πλαστογραφία (άρθρο 216 παρ. 3 ΠΚ). Πότε. κατά συναυτουργία από κοινού (άρθρο 45 ΠΚ). Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Πότε η παραπομπή από εισαγγελική πρόταση. Επιτρεπτή όταν αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη. Αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού με διατακτικό παραπεμπτικού βουλεύματος πλημμελειοδικών επικυρώνεται με το Εφετειακό βούλευμα. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Εισαγγελική Πρόταση.
2
Αριθμός 1998/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί της από 13 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεως - δηλώσεως αποχής του Αρεοπαγίτου Χαράλαμπου Παπαηλιού, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1403/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 329/14.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού προέβη προς τον Πρόεδρο του Στ' Ποινικού τμήματος, στην από 13/10/2009 δήλωση αποχής με την οποία δηλοί ότι "κατά τη δικάσιμο της 20/10/2009 συζητείται ενώπιον του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η υπόθεση της 17ης Νοέμβρη. Στην υπόθεση αυτή υπήρξα, κατά την εκδίκασή της στον πρώτο βαθμό, αναπληρωματικό μέλος της συνθέσεως του δικαστηρίου. Και ναι μεν, δεν συνέπραξα στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 ΚΠΔ, πλην όμως για λόγους ευπρεπείας ενόψει του ότι συμμετείχα στην επ'ακροατηρίω διαδικασία, παρακαλώ να γίνει δεκτή η παρούσα δήλωση αποχής και μη συμμετοχής μου στην σύνθεση που θα εκδικάσει την εν λόγω υπόθεση ενώπιον του Στ' Ποινικού Τμήματος". ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 ΚΠΔ, τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να δηλώσουν τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρεπείας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι που υπάγονται στα άρθρα 14 και 15 ΚΠΔ, δηλαδή και όταν συντρέχουν λόγοι ευπρεπείας που θέτουν σε αμφιβολία την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο αυτής (βλ. Μπουρόπουλο Ερμηνεία ΚΠΔ τόμος Α' σελ. 40, ΑΠ 1919/08, ΑΠ 2651/08). Στη προκείμενη περίπτωση, ενόψει της συμμετοχής του δηλούντος στην διαδικασία στο ακροατήριο που εκδικάσθηκε η σχετική υπόθεση σε πρώτο βαθμό, είναι σαφές ότι μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο του δικαστή αυτού. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Χαραλάμπους Παπαηλιού να γίνει δεκτή. Για τους λόγους αυτούς------------------ Π ρ ο τ ε ί ν ω να γίνει δεκτή η από 13/10/2009 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Χαραλάμπους Παπαηλιού και να απόσχει αυτός της εκτέλεσης των καθηκόντων του κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναίρεσης του μέλους της 17ης Νοέμβρη κατά της με αριθμό 2363....2663/2005, 1.......3079/2006 και 9........1301/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Αθήνα 14 Οκτωβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π.Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την από 13-10-2009 δήλωση, η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού, δηλώνει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως κατηγορουμένων στην υπόθεση, γνωστή με την ονομασία ''Υπόθεση της 17 Νοέμβρη''. Η δήλωση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ.4 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ ουσία. 2. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 του Κ.Π.Δ., εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους ως και του στο επόμενο άρθρο 15 εδ.1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται ''το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη'', όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση (Βλ. ''Η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη'', επιμέλεια Στ. Ματθία, Έκδοση ΔΣΑ 2006, σελ. 65,66 όπου και παράθεση σχετ. νομολογίας ΕΛΔΑ σε σελ. 75-77). Κατά την νομολογία αυτή η αντικειμενική αμεροληψία επιβάλλει να μην επιλαμβάνεται ο ίδιος δικαστής της εκδίκασης μιας υπόθεσης σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια (βλ. άρθρο 14 ΚΠΔ). Έτσι ο δικαστής που είχε συμπράξει στην έκδοση απόφασης του εφετείου κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση αποκλείεται να δικάσει την ίδια υπόθεση ως μέλος του Αρείου Πάγου, λόγω της στο μεταξύ προαγωγής του. Ο αυτός ως άνω λόγος ευπρέπειας, με την προαναφερθείσα έννοια, συντρέχει και όταν ο δικαστής μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, ως κληρωθέν αναπληρωματικό μέλος, παρακολούθησε την ακροαματική διαδικασία και είχε ενεργό συμμετοχή στη συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς βέβαια να συμμετάσχει στην διάσκεψη και έκδοση της αποφάσεως. Τούτο δε διότι, με την συμμετοχή του στην αποδεικτική και μη διαδικασία και των όσων έλαβαν χώρα κατ αυτή, την αντιμετώπιση των ζητημάτων διαδικαστικών και μη, που προέκυψαν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και των συζητήσεων που επακολούθησαν επ αυτών, έχει μορφώσει γνώμη για τα περισσότερα των θεμάτων που τέθηκαν ή ανέκυψαν κατά την διαδικασία, τα οποία αντιμετωπίστηκαν και δόθηκαν σ αυτά οι κατά περίπτωση λύσεις. Οι ανωτέρω αναφερθείσες εγγυήσεις του κατ άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαιώματος σε ''δίκαιη δίκη'' και συνακόλουθα το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους της, για τον ανωτέρω λόγο, επιβάλλουν να μη μετέχει ο εν λόγω δικαστής της συνθέσεως δικαστηρίου που πρόκειται να εκδικάσει την υπόθεση, μεταγενεστέρως, κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επ αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της γνωστής με το όνομα ''Υπόθεση 17 Νοέμβρη'' υποθέσεως, ενώπιον του παρόντος Ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου εκκρεμούν προς εκδίκαση, κατά την δικάσιμο της 20-10-2009, οκτώ (8) αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων ... και ..., ..., ..., ..., ... και ... κατά των 2463/2005 κλπ. με τελευταία την 1301/2007 αποφάσεων του 5μελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που διήρκεσε επί πολλούς μήνες, συμμετείχε, ως κληρωθέν αναπληρωματικό μέλος, της συνθέσεως, ο τότε εφέτης και νυν Αρεοπαγίτης του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος Χαράλαμπος Παπαηλιού, ο οποίος παρακολούθησε μέρος της ακροαματικής διαδικασίας και είχε ενεργό συμμετοχή σ αυτήν. Η υπόθεση αυτή εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό και κατά των ανωτέρω αποφάσεων του 5μελούς Εφετείου ασκήθηκαν οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, ναι μεν δεν υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ευθέως τον αποκλεισμό κατ άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠΔ του εν λόγω δικαστικού λειτουργού από την εκτέλεση των καθηκόντων του στην ανωτέρω υπόθεση, υφίστανται όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 Κ.Π.Δ., όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, που επιβάλλουν, για τους εκεί εκτιθέμενους λόγους, να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του κατά την εκδίκαση των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως. Συνεπώς η δήλωσή του πρέπει να γίνει δεκτή, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 13-10-2009 δήλωση αποχής του αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού. Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δεν θα συμμετάσχει στην σύνθεση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που θα εκδικάσει, κατά τη δικάσιμο της 20-10-2009, τις από 19-6-2008 οκτώ (8) αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων ..., ... και ..., ..., ..., ..., ... και ... κατά των 2463/2005 κλπ. με τελευταία την 1301/2007 αποφάσεων του 5μελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δήλωση αποχής από λόγους ευπρέπειας. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση. Υπάρχει και όταν ο δικαστής συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος της συνθέσεως του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση στον πρώτο βαθμό, είχε ενεργό συμμετοχή με την ιδιότητα αυτή στην ακροαματική διαδικασία και συμμετείχε στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, οι οποίες διήρκησαν επί με-γάλο χρονικό διάστημα, λόγος για τον οποίο άλλωστε και συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος την εκδίκαση της υποθέσεως.
Αποχής δήλωση
Αποχής δήλωση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1997/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, περί αναιρέσεως της 175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με κατηγορούμενες τις: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/29-7-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ...., και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 505 παρ. 1 στοιχ. δ' εδάφ. τελ. ΚΠΔ την αναίρεση της αποφάσεως μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών για τις αποφάσεις του Εφετείου που ανήκει στην περιφέρειά του και κατ' άρθρο 506 στοιχ. β την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας του εφετείου, κατά τις διακρίσεις του άνω άρθρου (505 παρ. 1 στοιχ. δ') αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Από τις διατάξεις των άνω άρθρων σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς εφετών μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά της αθωωτικής αποφάσεως του εφετείου που ανήκει στην περιφέρειά του, μόνον δι' εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όχι όμως και δι' έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη στη διάταξη η οποία εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγον αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όπερ συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα της πράξεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1038 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 1 παρ. 2 του Α.Ν. 263/1968, εκείνος που επιλαμβάνεται αυτογνωμόνως οποιουδήποτε κτήματος που βρίσκεται αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου τιμωρείται αυτεπάγγελτα διωκόμενος, με τις προβλεπόμενες ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του θεσπιζομένου από αυτή εγκλήματος απαιτείται α) αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος, β) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου και γ) ο δράστης να ενεργεί εν γνώσει των στοιχείων τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 175/2009 απόφαση του Τριμελές Εφετείου Αιγαίου, που την εξέδωσε, δικάσαν κατ' έφεση, εκήρυξε αθώες τις κατηγορούμενες αναιρεσείουσες της παραβιάσεως του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 κατά πλειοψηφίαν, δεχθέν τα ακόλουθα, από τα αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα: "Με το αρ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελένης Χρυσολωρά -Ανδρουτσοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, οι ... και ... μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην 2η κατηγορουμένη Χ2 κτήμα συνολικής έκτασης 23.150 τ.μ. βρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., ενώ η τελευταία με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε στην 1η κατηγορουμένη Χ1, κόρη της, τμήμα της ανωτέρω έκτασης συνολικού εμβαδού 4.000 τ.μ. Με το υπ' αρ. 784/25.7.1990 έγγραφο της η Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων και με την υπ' αρ. πρωτ. 55/31.10.1997 βεβαίωση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Κυκλάδων βεβαιώθηκε ότι η έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." δεν αποτελεί δάσος-δασική έκταση. Ακολούθως, ενόψει της μη αμφισβήτησης από το Ελληνικό Δημόσιο της επίδικης έκτασης ως δασικής ή δημοσίου κτήματος, εκδόθηκαν από τις κατηγορούμενες οι υπ' αρ. 1/2001 και 48/2001 αντίστοιχες οικοδομικές άδειες από το Τμήμα Πολεοδομίας Μήλου για ανέγερση δύο συγκροτημάτων κατοικιών. Στη συνέχεια όμως με την υπ' αρ. 1093482/5524/Α0010/26.9.2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αναγνωρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, για το οποίο είχαν εκδοθεί οι πιο πάνω οικοδομικές άδειες, ήταν δημόσιο κτήμα και εκδόθηκε, μετά την από 28.3.2006 έκθεση αυτοψίας στην ως άνω θέση των ..., προϊσταμένου της κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων και ..., τεχνολόγου τοπογράφου, την 11.4.2006 αρμοδίως σχετικό πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής των κατηγορουμένων ως ιδιοκτητών από την παραπάνω έκταση. Περαιτέρω, στο υπ' αρ. Π.Μ. 940/20.5.2009 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων - Επαρχείο Μήλου - Τμήμα Πολεοδομίας, που αφορά παρεμπίπτοντα έλεγχο τίτλων των προαναφερθεισών υπ' αρ. 11/2001 και 48/2001 οικοδομικών αδειών, διατυπώνονται, ενόψει του ισχύοντος ιδιορρύθμου ιδιοκτησιακού καθεστώτος στις Κυκλάδες, απορίες για τον τρόπο περιέλευσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτου και παρατηρείται ότι δεν γίνεται σχετική αναφορά γι' αυτό ούτε στην πιο πάνω υπ' αρ. 1093482/5524/Α0010/26.9.2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ούτε στην υπ' αρ. 40/2005 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλαξίμου Περιουσίας, καταλήγει δε ότι η ως άνω Υπηρεσία (Πολεοδομία Επαρχείου Μήλου) θα δεσμεύεται μόνον από σχετική τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου για το ιδιοκτησιακό καθεστώς, ενώ ναι μεν εν αναμονή τέτοιας απόφασης η πιο πάνω Υπηρεσία συνεχίζει τη διακοπή εργασιών στις ανωτέρω ελεγχόμενες οικοδομικές άδεις, πλην εκφράζει σαφώς τις επιφυλάξεις της για τη νομιμότητα της σχετικής ενέργειας. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι δεν υπάρχουν τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη απαιτούμενα στοιχεία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στις κατηγορούμενες εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 23 Ν.1539/1938, που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτές στη θέση "..." .... κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου 2002, αφού αυτές α) ούτε αυθαίρετα κατέλαβαν δημόσιο κτήμα, αλλά απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου κατά ανωτέρω βάσει των πιο πάνω τίτλων κτήσεως κυριότητας, β) ούτε η επίδικη έκταση τελούσε αδιαμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, όπως συνάγεται από τα πιο πάνω αντίθετα κατά περιεχόμενο δημόσια έγγραφα, αφού αρχικά δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση της κυριότητας των κατηγορουμένων από το Ελληνικό Δημόσιο, ακολούθως δε, πολύ αργότερα από τις ως άνω εκδοθείσες απ' αυτές οικοδομικές άδειες, το έτος 2005, θεωρήθηκε απ' εκείνο το επίδικο ως δημόσιο κτήμα, ενώ όμως και μεταγενεστέρως εκφράσθηκε στο υπ' αρ. Π.Μ. 940/20.5.2009 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων - Επαρχείο Μήλου - Τμήμα Πολεοδομίας αμφιβολία γι' αυτό και γ) ούτε, πολύ περισσότερο, οι κατηγορούμενες τελούσαν σε γνώση αυτών, αφού εν όψει των παραπάνω πίστευαν καλόπιστα ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα σε καθεμία απ' αυτές κατά το παραπάνω αντίστοιχο τμήμα του. Συνεπώς οι κατηγορούμενες πρέπει να κηρυχθούν αθώες της αποδιδομένης σ' αυτές αξιόποινης πράξεως κατά το διατακτικό. Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 την οποίαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και δεν υπάρχει αντίφαση ούτε στην ίδια την αιτιολογία ούτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού της αποφάσεως. Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, εκ του ότι εσφαλμένως ερμηνεύθη και εφηρμόσθη η άνω διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 και 2 παρ. 1 αυτού "σχετικά με τα αδέσποτα κτήματα των οποίων νομεύς θεωρείται το Δημόσιο και τα οποία ευρίσκονται αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου"... είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού η απόφαση ουδόλως εδέχθη ότι επρόκειται περί αδεσπότων κτημάτων αλλά ακριβώς το αντίθετο, ήτο ότι πρόκειται περί κτημάτων ανηκόντων εις την κυριότητα των αναιρεσειουσών. Περαιτέρω οι λοιπές αιτιάσεις της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως Εφετών ανάγονται είτε στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αθωωτικής αποφάσεως ή οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως, είτε στην εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και είναι κατά τ' άνω εκτεθέντα, απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως Εφετών Αιγαίου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2009 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αιγαίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 505§1 στοιχ. δ' εδαφ. τελ. ΚΠΔ. Ο Εισαγγελέας Εφετών ζητεί την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων του Εφετείου της περιφέρειάς του, αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρο 23§1 ΑΝ 1539/1938. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Απορρίπτει αίτηση.
Απαγωγή ακούσια
Απαγωγή ακούσια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1995/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 457/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 848/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 11 Π.Κ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, σαν παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 393 παρ. 2 Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 382 παρ. 1 και 2 στοιχ. γ', 386 κ.τ.λ., εφόσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση του αξιοποίνου της πράξεως ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 457/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τον Οκτώβριο του έτους 2003 στο ..., με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα ... και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι άτομο ικανό και δυνατό, λόγω των γνωριμιών του με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, να του εξασφαλίσει την ένταξη σε επιδοτούμενο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εκτροφή άγριων ζώων που θα απέφερε κέρδη ύψους 150.000 ευρώ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει 1450 ευρώ, προκειμένου να διεκπεραιωθεί η επιδότηση. Πλην όμως ο εγκαλών ουδέποτε έλαβε την επιδότηση, μη ενταχθείς στο εν λόγω πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ως άνω ποσό, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης της απάτης που του αποδίδεται, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 πρ2 δ του ΠΚ, το οποίο συντρέχει στο πρόσωπο του, καθόσον αποδείχθηκε ότι μετά την πράξη του έδειξε ειλικρινή μετάνοια, αποδώσας μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εγκαλούντα το ποσό της ζημίας (ήτοι 1450 ευρώ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών, και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Δεχόμενο ειδικότερα το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος απέδωσε το ποσό της ζημίας στον εγκαλούντα μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, ορθώς δεν εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, την διάταξη του άρθρου 393 παρ.2 ΠΚ, αφού η (πλήρης) ικανοποίηση του παθόντος δεν έλαβε χώρα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος δεν υπέβαλαν ευθέως αίτημα στο δικαστήριο για την εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης. Το δικαστήριο, επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την μη αυτεπάγγελτη εφαρμογή της. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 Ε του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 5Β3 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 457/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη πλημμεληματική. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αβάσιμος στην ουσία. Απορρίπτεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393 παρ. 2 ΠΚ, διότι δεχθείσα η προσβαλλομένη ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων επέστρεψε στον μηνυτή το ποσόν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του ως άνω άρθρου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
2
Αριθμός 1994/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της 81 και 90/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 646/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' Ν. 1729/1987 όπως ίσχυε προ της κωδικοποιήσεως του Ν. 3459/2006 με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος ..... κατέχει.... ναρκωτικά με οιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά την δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Για την αιτιολόγηση της πράξεως της κατοχής δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός της ποσότητος (βάρους) αυτών, που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή του, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών, του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Δεν απαιτείται επίσης ιδιαιτέρα αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατοχής και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (του δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 81 και 90/2008 απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και περί ώρα 19.00 αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας ...σταμάτησαν προς έλεγχο την κινούμενη στην οδό ... της πόλεως ...δίκυκλη μοτοσυκλέτα με στοιχεία κυκλοφορίας ..., που οδηγούσε ο Ο1 με συνεπιβαίνοντα στη μοτοσυκλέτα τον Σ1, ο οποίος προσπάθησε ν' απαλλαγεί από μία αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία που είχε στην κατοχή του και για το σκοπό αυτό την πέταξε στο οδόστρωμα. Όπως διαπιστώθηκε η αυτοσχέδια νάϋλον συσκευασία περιείχε ποσότητα ηρωΐνης μικτού βάρους 2 gr περίπου, ενώ στην κατοχή του ίδιου βρέθηκε μέσα στο τσαντάκι του και επιπλέον ποσότητα ηρωΐνης σε βραχάκι βάρους περίπου 0,4 gr. Εξεταζόμενος στη συνέχεια ο Σ1 από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφάλειας ...ανέφερε ότι τις παραπάνω ποσότητες ηρωΐνης είχε αγοράσει από τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα, δηλαδή λίγο πριν να υποβληθεί στον αστυνομικό έλεγχο, και τις προόριζε για χρήση δική του και του Ο1. Μάλιστα ανέφερε ότι από τον κατηγορούμενο αγόρασε ηρωΐνη και όλο το προηγούμενο τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου 2006 με συχνότητα 2 έως 3 φορές εβδομαδιαίως σε ποσότητες 1 έως 2,5 gr την κάθε φορά και αντί τιμήματος 40 ευρώ το γραμμάριο. Ωστόσο μεταγενέστερα ο Σ1 κατέθεσε ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα αγόρασε ηρωΐνη αποκλειστικά από τον Αλβανό Ν1, αγνώστων λοιπών στοιχείων, από τον οποίο αγόρασε και την ηρωΐνη που είχε στην κατοχή του στις 29.6.2006. Είναι προφανές όμως ότι η μεταγενέστερη αυτή θέση του Σ1 δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και είναι κατασκευασμένη για να ευνοηθεί ο κατηγορούμενος, αν ληφθεί υπόψη ότι δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ειδικότερα την ταυτότητα του φερόμενου ως προμηθευτή του, δηλαδή του Αλβανού Ν1, και ούτε δικαιολόγησε με οποιονδήποτε τρόπο τη διαφοροποίηση της αρχικής θέσης του. Αντίθετα εξακολουθητικά ο Σ1 δέχεται ότι αγόρασε από τον κατηγορούμενο ποσότητες ηρωΐνης και για ένα επτάμηνο κατά τη διάρκεια των ετών 2002-2003, κατά τα οποία εργαζόταν και διέμενε στο .... Οι ποσότητες αυτές δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν ειδικότερα, είναι όμως βέβαιο ότι ο Σ1 κατά το ως άνω διάστημα αγόραζε ηρωΐνη από τον κατηγορούμενο με συχνότητα 2-3 φορές εβδομαδιαίως αντί τιμήματος 40 ευρώ το γραμμάριο. Μάλιστα ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ο ίδιος τον Σ1 στο ...το έτος 2002 και του διέθεσε χωρίς αντάλλαγμα ποσότητα ηρωΐνης μικτού βάρους 2,5 gr προκειμένου ο Σ1, ο οποίος είχε τότε διακόψει τη χρήση ηρωΐνης, να επαναλάμβανε τη χρήση της, όπως και έγινε. Εξ άλλου, όπως σαφώς κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο Ο1, το καλοκαίρι του 2002 και για διάστημα ενός μηνός αγόρασε κατ' επανάληψη από τον κατηγορούμενο ηρωΐνη με συχνότητα 2-3 φορές εβδομαδιαίως και σε απροσδιόριστες πλέον ποσότητες αντί τιμήματος 20-30 ευρώ το γραμμάριο. Επίσης και ο ..., πατέρας του Σ1, αγόρασε από τον κατηγορούμενο σε απροσδιόριστη ημερομηνία των ετών 2002-2005 δέκα πέντε (15) χάπια μεθαδόνης αντί τιμήματος 8 ευρώ το χάπι. Πρέπει συνεπώς ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατοχής κατ' εξακολούθηση δηλαδή κατά το διάστημα από το έτος 2002 έως και τον Ιούνιο 2006, ηρωΐνης και μεθαδόνης (15 χάπια), που προμηθεύτηκε από άγνωστα άτομα αντί αγνώστου τιμήματος. Ειδικότερα άγνωστες είναι και οι ποσότητες ηρωΐνης που συνολικά κατείχε κατά το παραπάνω διάστημα ο κατηγορούμενος, στις οποίες πάντως περιλαμβάνεται και η ποσότητα ηρωΐνης που αγόρασε στα τέλη Απριλίου 2006 από άγνωστο Αλβανό μέσα στο κατάστημα των ...., στα ... και εν συνεχεία κατείχε και μετέφερε στο ...με ενδιάμεσο σταθμό την ..., χρησιμοποιώντας και πάλι το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι προμηθεύτηκε για δική του χρήση όλες τις ποσότητες ηρωΐνης που αγόρασε στην ...κατά το κρίσιμο διάστημα και ακολούθως μετέφερε και κατείχε στο ..., όντας ο ίδιος εξαρτημένος από τη χρήση των ναρκωτικών ουσιών. Όμως εξάρτηση του κατηγορουμένου από τη χρήση των ναρκωτικών ουσιών δεν προέκυψε και μόνο για περιστασιακή χρήση απ' αυτόν ηρωΐνης και ινδικής κάνναβης μπορεί να γίνει λόγος, όπως διαπίστωσε και ο Νευρολόγος-Ψυχολόγος ..., που διορίσθηκε πραγματογνώμων με την υπ' αριθμ. 75/2006 διάταξη του ανακριτή Ναυπλίου. Συνεπώς οι συνεχείς αγορές από τον κατηγορούμενο ποσοτήτων ηρωΐνης μεταξύ των ετών 2002-2006 δεν προορίζονταν για δική του χρήση, αλλά για περαιτέρω διάθεση και εμπορία και για το λόγο αυτό άλλωστε κατείχε στο σπίτι του και ζυγαριά ακριβείας μάρκας "BILLION", επιμελώς κρυμμένη μέσα σε μαξιλάρια, όπως διαπίστωσαν τα αστυνομικά όργανα πως ερεύνησαν στις 30-6-2006 το σπίτι του". Μετά ταύτα τον κήρυξε ένοχο για το ότι: "Κατά το διάστημα από το έτος 2002 έως το τέλος Ιουνίου 2006, ενεργώντας με πρόθεση, κατείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους και ειδικότερα: 1)Κατά τη διάρκεια των ετών 2002-2003 και ακολούθως κατά τα έτη 2004-2005, σε ημερομηνίες που δεν μπορούν να προσδιορισθούν επακριβώς, κατείχε στην ..., στο ...ή αναλόγως στο ...άγνωστες ποσότητες ηρωΐνης και 15 χάπια μεθαδόνης και 2)Κατά τη διάρκεια των μηνών Απριλίου 2006 έως και Ιουνίου 2006 κατείχε στο ...άγνωστη ποσότητα ηρωΐνης, δηλαδή με την έννοια της φυσικής εξουσίασης των άνω ναρκωτικών ουσιών". Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 § 1 στοιχ. ζ' και § 2 Ν. 1729/1987. Ειδικότερα αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό τα πραγματικά περιστατικά της κατοχής από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ο οποίος και τα διέθεσε στους ανωτέρω αναφερομένους, χωρίς δηλαδή το σκεπτικό αυτό να παραπέμπει, και μάλιστα ολικώς στο διατακτικό, όπως εκ του τελευταίου αυτού ως άνω φαίνεται σαφώς. Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας εκ μόνων των λόγων ότι α)το αιτιολογικό παραπέμπει στο διατακτικό και β)δεν υπάρχουν (στην απόφαση) τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της κατοχής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3/4/2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81 και 90/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 5§1 περ. ζ' Ν. 1729/1987. Κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη.Δόλος - δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
Ναρκωτικά
Ναρκωτικά, Δόλος.
0
Αριθμός 2004/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μιχαηλίδη, για αναίρεση της 1594/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1917/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 235 του Π.Κ. τιμωρείται με την προβλεπόμενη απ' αυτό ποινή, ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σ' αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτή προβλεπόμενου εγκλήματος της (παθητικής) δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α' του ΠΚ), α) τα δώρα ή ανταλλάγματα, που δεν αρμόζουν σε αυτόν να δίδονται ή και να υπάρχει υπόσχεση τούτων, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ή μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και (β) η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ήτις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Έτσι, στην απόφαση πρέπει να διαλαμβάνεται και διευκρινίζεται ότι η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου ανάγεται στις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις, περιλαμβάνεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, όπως αυτή διαγράφεται από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, διαταγές ή οδηγίες ή προκύπτει από τη φύση της υπηρεσίας του και πόθεν τούτο προκύπτει, μη αρκούντος ότι ανάγεται στην υπηρεσία ή τα καθήκοντά του, άνευ άλλου τινός, έστω και αν τέτοια ενέργεια αποτελεί προπαρασκευαστική μόνο πράξη απόφασης που λαμβάνει άλλος υπάλληλος ως αρμόδιος. Επομένως δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις, πράξεις που βρίσκονται έξω από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως εκείνες που γίνονται με χρησιμοποίηση υπηρεσιακής επιρροής του ή με ανεπίτρεπτη δραστηριότητα αυτού, σε άλλο υπάλληλο ο οποίος έχει αρμοδιότητα να ενεργήσει για την πραγματοποίησή τους. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ τον ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο και ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποτελεί όμως λόγος αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεως των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η ως άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν ή έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠολΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον, η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτή και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης κατά ένα μέρος (το καταδικαστικό) υπ' αριθμ. 1594/2008 απόφασης του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε το αίτημα που υποβλήθηκε από τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να κληθεί ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρας υπεράσπισης ΑΑ, αστυνομικός (προϊστάμενος τότε στην Τροχαία ...), με την αιτιολογία ότι "ο εν λόγω μάρτυρας δεν κρίνεται ουσιώδης και εκτός αυτού θα μπορούσε να προταθεί και πάλι από τον κατηγορούμενο προκειμένου να εξετασθεί από το παρόν δικαστήριο, εφόσον δεν διατάχθηκε η κλήτευση του από τον Εισαγγελέα". Έτσι, που αποφάνθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προαναφερόμενη προπαρασκευαστική απόφασή του την από τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ως προς το μη αναγκαίο της αναβολής της συζήτησης της δίκης και περαιτέρω προς την ενοχή του κατηγορουμένου για το πλημμέλημα που καταδικάσθηκε (παθητική δωροδοκία), οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στο προεκτεθέν πόρισμά του για απόρριψη του προαναφερομένου περί αναβολής της δίκης αιτήματος του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής της δίκης. Περαιτέρω το ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη εν μέρει απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, ως προς την πράξη της παθητικής δωροδοκίας που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι αστυφύλακας και υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ... . Είναι δηλαδή, υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, αφού δια νόμου του έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκε η αφαίρεση και η επιστροφή των αφαιρεθέντων εγγράφων των οδηγών (αδειών οδήγησης και κυκλοφορίας αυτοκινήτων) εξ αιτίας παράβασης των διατάξεων του ΚΟΚ. Από τον μηνυτή Ψ, αλβανικής καταγωγής, είχαν αφαιρεθεί νόμιμα λόγω παράβασης από αυτόν του ΚΟΚ στις 15-6-2007 η Αλβανική και η Διεθνής άδεια οδήγησης καθώς και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του επί τρίμηνο. Στις 29 Αυγούστου του ίδιου έτους ο κατηγορούμενος κάλεσε με τηλεφωνική κλήση στο κινητό τηλέφωνό του τον μηνυτή, λέγοντάς του πως τηλεφωνεί από την Τροχαία, από το γραφείο 2 και πως θέλει να τον βοηθήσει για την υπόθεσή του, αναφερόμενος στην αφαίρεση της άδειας οδήγησης και Κυκλοφορίας που είχε συμβεί πριν από δόμηση μήνες και τον κάλεσε στο γραφείο του. Ο μηνυτής ανταποκρίθηκε και όταν προσήλθε στο συγκεκριμένο κτίριο και γραφείο την επόμενη ημέρα, διαπίστωσε πράγματι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αστυνομικός ένστολος ο οποίος μέσα στο γραφείο του, του ζήτησε χρηματικό ποσό 250,00 Ευρώ ως "άτυπο μεταξύ τους πρόστιμο", προκειμένου να του επιστρέψει τα αφαιρεθέντα έγγραφα. Ο μηνυτής του είπε ότι δεν είχε χρήματα και αποχώρησε. Εκτοτε ο κατηγορούμενος με πολλαπλές καθημερινές κλήσεις του ζητούσε επίμονα να του καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό, προκειμένου να παραλάβει τα έγγραφά του. Ο μηνυτής αρνούνταν, δηλώνοντας επανειλημμένα ότι δεν είχε κανένα λόγο να ανταποκριθεί στην πρότασή του, δεδομένου σε δέκα πέντε ημέρες έληγε ο χρόνος της αφαίρεσης των εγγράφων του, τα οποία θα λάμβανε με νόμιμο τρόπο στις 1-5-9-2007. Όταν ο κατηγορούμενος τον κάλεσε για πολλοστή φορά απαιτώντας με έντονο ύφος να προσέλθει και να του καταβάλει 250,00 Ευρώ ενημερώνοντας τον μάλιστα με το ότι, εάν δεν συμμορφώνονταν με την απαίτησή του, θα του αφαιρούσε και την ελληνική του άδεια οδήγησης που εκείνος στο μεταξύ είχε πάρει καθώς και όλα τα νομιμοποιητικά του έγγραφα ο μηνυτής, αισθανόμενος ανασφαλής ιδιαίτερα λόγω της αλλοδαπής καταγωγής του και μετά από συζήτηση που έκανε με κάποιο δημοσιογράφο, κατήγγειλε το περιστατικό στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων, όπου προσήλθε τις νυκτερινές ώρες της 6ης προς την 7η-9-2007, και ενώπιον των αστυνομικών, μαρτύρων κατηγορίας, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, του οποίου ακόμη δεν γνώριζε το όνομα, καλώντας τον αριθμό της κινητής τηλεφωνικής σύνδεσης του τελευταίου από τη μνήμη της δικής του τηλεφωνικής συσκευής, στην οποία είχε καταχωρηθεί αυτομάτως, έχοντάς την σε ανοικτή ακρόαση. Του είπε ότι είχε τα χρήματα και ήταν έτοιμος να του τα δώσει, ενώ ο κατηγορούμενος απάντησε ότι τον περιμένει και ότι θα βρίσκεται στο γραφείο του μέχρι τις 13.00 ώρα. Με σχετική μάλιστα εντολή του διοικητή του ΑΤ, αστυνομικοί υπάλληλοι προέβησαν στην προσημείωση των χαρτονομισμάτων των 250 ευρώ, τα οποία επιστράφηκαν στο μηνυτή. Στις 11.45 της ίδιας ημέρας ο μηνυτής συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, όπως είχε υποδειχθεί από τους αστυνομικούς του Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων και είχε συμφωνηθεί, επί της οδού ..., μπροστά στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ..., όπου κατέβηκε ο κατηγορούμενος μετά τον ισχυρισμό του μηνυτή ότι δεν μπορεί να ανεβεί στο γραφείο του γιατί έχει μαζί του και την άρρωστη κόρη του που θέλει να μεταφέρει στο νοσοκομείο. Εκεί ο τελευταίος παρέδωσε στον κατηγορούμενο χρηματικό ποσό 250,00 Ευρώ, ενώ συγχρόνως ο κατηγορούμενος του έδωσε τα αφαιρεθέντα έγγραφά του, στη συνέχεια δε συνελήφθη από τους παρισταμένους αστυνομικούς υπαλλήλους, οι οποίοι παρακολουθούσαν διακριτικά από μικρή απόσταση και οι οποίο βρήκαν στην κατοχή του τα ανωτέρω προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε από το ποσό των 250 ευρώ ποσό 50,00 Ευρώ στο μηνυτή, λέγοντας του ότι το κάνει για την κόρη του που ήταν άρρωστη. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι το ποσό που του έδωσε ο μηνυτής είναι έναντι καταβολής ασφαλίστρων για το αυτοκίνητου του και αφορούν τη σύζυγό του (κατηγορουμένου), που εργάζεται σε ασφαλιστικό γραφείο. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός είναι εντελώς αβάσιμος, αφού δεν αποδεικνύεται. Άλλωστε, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής δεν είχε ασφαλισμένο το αυτοκίνητο του σε ασφαλιστική εταιρία που να σχετίζεται με τη σύζυγο του κατηγορουμένου, και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός, είναι αντίθετο σε κάθε λογική να καταβάλλονται ασφάλιστρα στη μέση του δρόμου, έξω από τα γραφεία της ασφαλιστικής, σε άλλο άτομο ξένο με την ασφαλιστική εταιρία, το οποίο εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό της χωρίς απόδειξη, κάνοντας μάλιστα και έκπτωση για λόγους ανθρωπιστικούς. Είναι σαφείς και κατηγορηματικές οι μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των αστυνομικών του Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την τηλεφωνική συνομιλία του μηνυτή και του κατηγορουμένου και άκουγαν το διάλογο σε ανοικτή ακρόαση, διάλογο ξεκάθαρο ο οποίος δεν άφηνε κανένα περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας και οι οποίοι ήταν επίσης παρόντες και κατά την πραγματοποίηση της συναλλαγής. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε ανταλλάγματα, τα οποία δεν προσήκουν σ' αυτόν και δόθηκαν για χάρη μελλοντικής ενέργειας και ειδικότερα για την επιστροφή των αφαιρεθέντων εγγράφων του μηνυτή, η οποία ενέργεια αντίκειται στα υπηρεσιακά καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί από τον νόμο και δεν αφορά πράξη, η οποία έχει σχέση με την υπηρεσία του και δεν ανάγεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας (ενώ για την πράξη της εκβίασης τον κήρυξε αθώο) και με την παραδοχή ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α του ΠΚ για μείωση της ποινής του τον επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 235 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή του μάρτυρα ΑΑ, που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (υπ' αρ 10873/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης). Είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί αντιφάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την αναφορά στο σκεπτικό της του ποσού των 500 Ευρώ ως ωφελήματος του από την πράξη της δωροδοκίας, ενώ αυτό ανερχόταν στο ποσό των 250 ευρώ, καθόσον το πρώτο των ποσών αυτών αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης πράξης για την έτερη πράξη, δηλονότι της εκβίασης, για την οποία είχε καταδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κηρύχθηκε αθώος με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη επίφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι παραστάθηκε ότι δικαστήριο με δύο συνηγόρους (τους δικηγόρους Μαρία Κωνσταντινίδου και Ιωάννη Μισαηλίδη), ενώ αυτός ισχυρίζεται ότι παραστάθηκε μόνο με τον ένα από αυτούς (Ιωάννη Μισαηλίδη), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον όπως προκύπτει από το άρθρο 510 του ΚΠΔ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας έχουν ουσιώδεις παραλείψεις ή όταν αναφέρεται σε αυτά ότι ο κατηγορούμενος διόρισε και άλλο δικηγόρο για την υπεράσπισή του, ενώ αυτός ισχυρίζεται ότι διόρισε και παραστάθηκε μόνο ένα συνήγορο. Επιπλέον δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση του δικαστηρίου από ποιά περιστατικά πείστηκε για το διορισμό και ετέρου συνηγόρου (πλην εκείνον που δέχεται ότι διόρισε ο κατηγορούμενος), αφού η δήλωση έγινε ενώπιόν του και καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης, τα οποία κατά τα άρθρα 140 εδ. γ' και 141 παρ. 3 του ΚΠΔ παρέχουν ως προς τούτο πλήρη απόδειξη μέχρι την προσβολή τους ως πλαστών, το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Κατόπιν αυτών, εφόσων δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ 1594/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παθητική δωροδοκία. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Αίτημα αναβολής δίκης. Αιτιολογία για την απόρριψή του. Αιτίαση για περιεχόμενο πρακτικών χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών. Απόρριψη αίτησης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δωροδοκία, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 1992/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Καλαμπαλίκη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 6199/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13.4.2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 629/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι με αριθ. 25 και 26/13 Απριλίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 6199/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Γι' αυτό πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ. ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (τού άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση απόμέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγον ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 ΚΠΔ εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή ή το Δημόσιο, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως αγνώστου διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στην διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 6199/2009 απόφαση τού Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό), απερρίφθησαν ως απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς των, οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 121472/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ούτοι κατεδικάσθησαν απόντες για παράβαση άρθρου 1 παρ. 1-2 α.ν. 86/1967 (μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών), εις ποινή φυλακίσεως συνολικώς είκοσι (20) μηνών και συνολική χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων (700.000) δραχμών έκαστος, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμάς ημερησίως. Από τις σχετικές υπ' αριθ. 6530/23.4.2008 και 10969/10.7.2008 εκθέσεις εφέσεως των νυν αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες νυν), προκειμένου να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση των εφέσεών των, προέβαλαν με αυτές, η μεν Χ1 ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της κλήσης να εμφανιστεί στο δικαστήριο που την καταδίκασε, ούτε της κοινοποιήθηκε ποτέ η ως άνω απόφαση, της οποίας έλαβε γνώση για πρώτη φορά στις 18.4.2008 από την Αστυνομία που την συνέλαβε, αν και ήταν γνωστής διαμονής τόσο κατά τον χρόνο φερομένης επιδόσεως της κλήσης, όσο και το 2000, που φέρεται να επιδόθηκε η απόφαση, όσο και διαρκώς από τότε μέχρι και σήμερα και μάλιστα επί της οδού ..., ο δε Χ2 ότι μόλις στις 4.7.2008 έλαβε γνώση τηλεφωνικώς από το Αστυνομικό Τμήμα της απόφασης αυτής, ουδέποτε είχε πληροφορηθεί αυτήν, ούτε του κοινοποιήθηκε αυτή ποτέ, ήταν δε γνωστής διαμονής κατά την φερόμενη ημερομηνία επίδοσης της απόφασης στις 27.12.2000 διαρκώς και μέχρι σήμερα, επί της οδού .... Ήτοι προέβαλαν ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι ανωτέρα βία. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών των αυτών, ζήτησαν και κατέθεσεν ως μάρτυς στο ακροατήριο η Υ1. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα παρούσης της Χ1, και παρόντος δια πληρεξουσίου του Χ2, αναφέρονται στα μεν πρακτικά: "Στη συνέχεια, με πρόταση του Εισαγγελέα και εντολή του Προέδρου, αναγνώσθηκαν: 1) Οι υπ' αριθ. 6530/23.4.08 και 10969/10.7.08 εκθέσεις εφέσεως κατά της 121472/13.12.99 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 2) Τα από 27.12.2000 αποδεικτικά επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τους κατηγορουμένους από τον Αρχ/κα Μ1 Α.Τ. Αγ. Δημητρίου", προς δε (ανεγνώσθη) και η κατάθεση της άνω μάρτυρος, στο σκεπτικό δε αυτής ως αιτιολογία σχετικώς τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η υπ αριθμ. 121472/99 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδόθηκε την 13-12-1999 με απόντες τους εκκαλούντες κατηγορούμενους, κληθέντες εγκύρως, ως γνωστής κατοικίας, στην διεύθυνση που είχε μεταφέρει την έδρα η εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΚ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ", ήτοι στην περιοχή Αγ. Δημητρίου Αττικής, στην οδό Βεργίνας αριθμ. 99, όπως άλλωστε δέχεται και η πρώτη εκκαλούσα, διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν και τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνισή τους στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο για τις επίδικες εισφορές στο ΙΚΑ, τα οποία παρέλαβε δε ο ίδιος ο δεύτερος εκκαλών Χ2. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε έγκυρα στους εκκαλούντες κατηγορουμένους, στις 27-12-2000, ως αγνώστου διαμονής, καθόσον αναζητήθηκαν στην διεύθυνση που είχαν επιδοθεί τα κλητήρια θεσπίσματα (Αγ. Δημήτριος, οδός Βεργίνας αριθμ. 99), που ήταν η έδρα της ως άνω εταιρίας, αλλά είχαν μετοικήσει οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη διεύθυνση, όπως βεβαιώνεται, από τον εκτελούντα την επίδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων και κατά συνέπεια, έπρεπε να ασκήσουν το ένδικο μέσο της εφέσεως, μέσα στο χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Τις κρινόμενες όμως εφέσεις, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αριθμ. 6530/2008 και 10969/2008 σχετικές εκθέσεις, άσκησαν οι κατηγορούμενοι στις 23-4-2008 και 10-7-2008 αντίστοιχα. Έτσι όμως η άσκησή τους έγινε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και για τον λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμες. Οι εκκαλούντες επικαλούνται, ως ανωτέρα βία, για το εκπρόθεσμο αυτών (εφέσεων), ότι δεν έλαβαν γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, διότι η ως άνω εταιρία έκλεισε, και αυτοί ήταν γνωστής κατοικίας. Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, που προβάλλεται με τις εφέσεις τους, όπως και το ότι γνώση της εκκαλουμένης απόφασης έλαβαν το πρώτον, η μεν πρώτη εκκαλούσα στις 18-4-2008, όταν συνελήφθη, ο δε δεύτερος στις 4-7-2008, που ενημερώθηκε από το Αστυνομικό Τμήμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο γιατί τα ως άνω προβαλλόμενα από τους εκκαλούντες δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που συντρέχει όταν η ενέργεια του υπόχρεου εμποδίζεται από τυχαία γεγονότα, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν απρόβλεπτα και δεν μπορούσαν ν' αποφευχθούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνεπείας. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, οι εκκαλούντες γνώριζαν ότι είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για οφειλόμενες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνισή τους στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα είχε παραλάβει ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος και ως σύνοικος της πρώτης κατηγορουμένης και όφειλαν να μεριμνήσουν να πληροφορηθούν για την έκβαση της δίκης αυτής, αλλά όφειλαν και μπορούσαν, όταν η εν λόγω εταιρία έκλεισε, όπως ισχυρίζονται, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, να δηλώσουν την μεταβολή της κατοικίας τους, γεγονός στο οποίο δεν προέβησαν. Κατ' ακολουθία τον ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης των εν λόγω εφέσεων και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ". Η αιτιολογία όμως δεν είναι αυτή η οποία απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα διότι α) δεν αναφέρει τα αποδεικτικά από τα οποία προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και το ονοματεπώνυμο του οργάνου, το οποίο την διενήργησε, χωρίς να αρκεί το "όπως βεβαιώνεται από τον εκτελούντα την επίδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων" ως και το ότι αναφέρεται στα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν, τα από 27.12.2000 αποδεικτικά επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τους κατηγορουμένους από τον Αρχιφύλακα Μ1 Α.Τ. Αγίου Δημητρίου, αφού αυτό δεν αποτελεί και παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, β) δεν αναφέρει, έστω και κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπόψη του το δικαστήριο και στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, γ) δεν γίνεται μνεία, ούτε προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και συνεξετιμήθη από αυτό και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση της μάρτυρος (υπερασπίσεως) Υ1, δ) (η αιτιολογία) δεν εκτείνεται στην ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ενόψει της προβληθείσης με την έφεση από τους εκκαλούντας - κατηγορουμένους - αναιρεσείοντας νυν, αμφισβητήσεως της διευθύνσεως της κατοικίας των, στην οποίαν ανεζητήθησαν ως τελευταία γνωστή διαμονή ως και της ιδιότητός των ως αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω, δεν αποτελεί αιτιολογία η αναφορά του άρθρου 273 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, κατά το οποίο ώφειλαν οι εκκαλούντες να δηλώσουν μεταβολή της κατοικίας των και επομένως δεν υπάρχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, εσφαλμένως δε ηρμηνεύθη και εφηρμόσθη το άρθρο αυτό από την προσβαλλομένη απόφαση, διότι το μεν ουδείς γίνεται λόγος εις αυτήν ότι (οι αναιρεσείοντες) είχαν εξετασθεί κατά την προανάκριση, ώστε, εφόσον άλλαξαν μετά κατοικία, να δηλώσουν την μεταβολή στην αρμοδία εισαγγελική αρχή, το δε (διότι) με το ένδικο μέσο της εφέσεως προβάλλεται, ως προανεφέρθη, ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ουχί λόγος ανωτέρας βίας, οίαν δεν αποτελεί το εις τις εφέσεις αναφερόμενο ότι ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε η απόφαση και δεν έλαβαν γνώση αυτής. Κατ' ακολουθίαν αυτών, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως είναι βάσιμοι και, δεκτών γενομένων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το ίδιο δικαστήριο θα εξετάσει και την παραγραφή της υποθέσεως, εφόσον κρίνει παραδεκτή την έφεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 6199/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αν με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η από εκεί απορρέουσα αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει στην απόφαση να διαλαμβάνεται σχετική αιτιολογία και να περιέχονται οι αποδείξεις, οι οποίες θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων απόρριψης των συγκεκριμένων ισχυρισμών, άλλως θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως. Αναιρείται η απόφαση, διότι η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνει το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, και το ονοματεπώνυμο του οργάνου, που την ενήργησε, αλλά και διότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο, ενώ δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, ούτε η αιτιολογία εκτείνεται στην ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως εκ του ότι η επίδοση έγινε στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός, κατά το χρόνο της, ήταν γνωστής διαμονής, αν και η ακυρότητα αυτή προβλήθηκε από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο με λόγο έφεσης. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1991/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη, περί αναιρέσεως της 594/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 638/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως ισχύει, με τις αναφερόμενες σ'αυτό ποινές τιμωρείται ο εκδότης επιταγής που δεν πληρώθηκε, από πληρωτή που δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα για την πληρωμή κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής. Κατά τα άρθρα 28 παρ. 1 και 29 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου, η επιταγή , η οποία εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα, εμφανίζεται για πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ [8] ημερών από την αναγραφόμενη σ'αυτήν ημερομηνία εκδόσεως της. Από τα άρθρα αυτά προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, εκδοθείσας και πληρωτέας στην Ελλάδα, προσαπαιτείται η εντός οκτώ [8] ημερών από την έκδοση της, εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, διότι μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής η επιταγή παύει να ισχύει ως τίτλος. Το ουσιώδες στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής στην πληρώτρια Τράπεζα, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεως της προς πληρωμή, μη αρκούντος ότι στην απόφαση αναγράφεται ότι η επιταγή εμφανίστηκε εμπροθέσμως προς πληρωμή. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα αποδειχθέντα περιστατικά στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Χανίων που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την αναιρετικός ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ' είδος αναφέρει, η κατηγορουμένη στις 28/2/03, 6/3/03, 12/3/03, 17/3/03, 18/3/03, 20/3/03, 21/3/03, 24/3/03, 11/4/03, 15/4/03 και 18/4/03 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση σε ένα και το αυτό έγκλημα, εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή στον οποίο δεν αντιστοιχεί διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής, δηλαδή εξέδωσε τραπεζικές επιταγές με αριθμούς α] ..., β] ..., γ] ...., δ] ..., ε] ..., στ] ..., ζ] ..., η] ..., θ] ..., ι] ..., και ια] ..., και αριθμ. Λογαριασμού .... στην Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων, για τα ποσά των 3000, 1000,2150,2150,3000,3000,3000,2150, 2935, 2935 και 2935, ευρώ, σε διαταγή ..., οι οποίες εμφανισθείσες εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκαν από έλλειψη αντικρίσματος. Με αυτά που δέχθηκε η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό αναφέρεται ο χρόνος εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα. Η έλλειψη αυτή καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως, ειδικά δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω περί ακαλύπτων επιταγών ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, εφ όσον δεν διαλαμβάνει τον χρόνο κατά τον οποίο κάθε επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ και Ε του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι εφικτή η σύνθεση του από άλλους δικαστές [αρθρ. 519 ΚΠΔ], παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 594/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χανίων. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως, διότι ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό διαλαμβάνει τον χρόνο κατά τον οποίο κάθε επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1987/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη, περί αναιρέσεως της 64467/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1997, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής ή πολιτικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους, κατά την παρ. 1, οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Νόμου 3346/2005, που ισχύει από τις 17 Ιουνίου 2005, σύμφωνα με το οποίο "για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα Ασφαλιστικά Ταμεία ή το Δημόσιο. Είναι όμως σαφές ότι λαμβάνεται υπόψη η συνολική οφειλή, ήτοι α) σύνολο εργοδοτικών εισφορών (εάν οι εργοδότες είναι περισσότεροι από ένας) και σύνολο εργατικών εισφορών (αν οι εργαζόμενοι είναι περισσότεροι από ένας) και β) σύνολο οφειλής εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στον ως άνω Οργανισμό προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές τού προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996) καθώς και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή τής τελευταίας και η θέση τού κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ1 αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 64.467/2005 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό από το διατακτικό της αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που τού αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι ως εργοδότης τής εμπορικής επιχείρησης με έδρα την ... επί τής οδού ..., παρότι απασχόλησε σ' αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας 5 μισθωτούς για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο τού 1997 ως και τον Φεβρουάριο του 1998 με συνολικό ύψος αποδοχών 2.963.700 δραχμές, οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλε α) τις ασφαλιστικές εισφορές γι' αυτούς που κατά νόμο τον βάραιναν (εργοδοτικές) συνολικού ποσού 722.800 δραχμών εντός τού μήνα κατά τον οποίον αυτές έγιναν απαιτητές (δηλαδή μέχρι το τέλος τού επόμενου μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, ήτοι όσον αφορά τις εισφορές τού Οκτωβρίου 1997 μέχρι τέλος Νοεμβρίου κ.ο.κ., μέχρι και τέλος Μαρτίου τού 1998, όσον αφορά τις εισφορές τού Φεβρουαρίου τού 1998) και β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των παραπάνω εργαζομένων για το παραπάνω χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 361.400 δραχμών με σκοπό να τις αποδώσει στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό (ΙΚΑ), δεν κατέβαλε μέσα στον μήνα, κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές ως προς τα επί μέρους ποσά τους (72.280 δρχ. κατά μήνα), τελώντας έτσι το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Οι οφειλόμενες εισφορές βεβαιώθηκαν με την 440117 ΠΕΕ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στη συνολική ποινή των εννέα μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 450 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου σε ασφαλιστικό οργανισμό, τα χρηματικά ποσά που όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε, αλλά παρακράτησε, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται η ονομαστική αναφορά των εργαζομένων. Περαιτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας σωστά την ως άνω διάταξη του άρθρου 33 του Νόμου 3346/2005, έλαβε υπόψη του, με την παραπάνω έννοια ότι η συνολική οφειλή τού αναιρεσείοντος προς το Ι ΚΑ ανερχόταν στο ποσό των 1.084.200 δραχμών δηλαδή ποσό ανώτερο των 2000 ευρώ (681.500 δρχ.) και επομένως τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι οι οφειλές του έπρεπε να υπολογιστούν χωριστά και όχι συνολικά είναι αβάσιμα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 58/4 Μαΐου 2007 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά τής 64.467/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 η πράξη τιμωρείται εάν οι παρακρατούμενες εισφορές υπερβαίνουν το ποσό των 2.000 ευρώ. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η αποποινικοποίηση οφειλών μικρών ποσών στα Ασφαλιστικά Ταμεία ή το Δημόσιο. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
0
Αριθμός 1988/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδης, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή, για αναίρεση της 501/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1617/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, ενώ κατά την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ η επανάληψη του διατακτικού στο αιτιολογικό ή η αναφορά του αιτιολογικού στο διατακτικό, δεν συνιστά καθ' εαυτήν έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Σχετικά με την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να περιέχεται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός (δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ήτοι άμεσος δόλος ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης, πρέπει, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ "η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά και για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 141 παρ.2 του ίδιου Κώδικα "ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται η αρχή της "προφορικότητας" της διαδικασίας της ποινικής δίκης, η οποία όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται με τη δεύτερη, αφού η παράδοση γραπτώς των δηλώσεων, προϋποθέτει (κατά τη διάταξη αυτή) προφορική ανάπτυξή τους. Έτσι η προβολή αυτοτελών ισχυρισμών ή η υποβολή αιτημάτων του κατηγορουμένου με μόνη τη διατύπωσή τους σε έγγραφο που καταχωρίζεται και ενσωματώνεται στα πρακτικά, χωρίς δηλαδή και την προηγούμενη προφορική προβολή και υποβολή και ανάπτυξή τους, προκύπτουσα από τα ίδια τα πρακτικά, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση στα πλαίσια της προφορικότητας και της αμεσότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, παραβιάζει την προαναφερθείσα αρχή της ποινικής διαδικασίας και οδηγεί στο απαράδεκτο του ισχυρισμού ή του αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 501/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατέθεσε έγγραφο σημείωμα, ο οποίο καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με το οποίο αφενός ζητούσε αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λεβαδείας επί προσφυγής που άσκησε κατά της Πράξεως Επιβολής Εισφορών με βάση την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και αφετέρου πρόβαλε ότι 1)εκδόθηκε απόφαση του (Πολιτικού) Εφετείου Λαμίας που επιδίκασε μικρότερες αποδοχές στην εργαζομένη ... από αυτές που αναφέρονταν στην πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και για το λόγο αυτόν πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση προκειμένου να γίνει νέος υπολογισμός των εισφορών και να εκδοθούν νέες Πράξεις Επιβολής Εισφορών, 2)δεν προσέλαβε αυτός την εργαζομένη αλλά ο αδελφός του, ο ίδιος δε δεν γνώριζε την πρόσληψη και 3)δεν είχε δόλο διαπράξεως του εγκλήματος που του αποδίδεται. Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι τα ανωτέρω (αίτημα αναβολής και ισχυρισμοί) υποβλήθηκαν και αναπτύχθηκαν και προφορικά και έτσι προβλήθηκαν απαραδέκτως και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτών, πέρα από το ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας. Επομένως ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ περί ελλείψεως ακροάσεως επειδή δεν απάντησε το Δικαστήριο στα ανωτέρω (αίτημα αναβολής και ισχυρισμούς), είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος ετέλεσε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται, καθόσον αποδείχτηκαν τα πραγματικά περιστατικά που λεπτομερώς εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσης. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών". Εν συνεχεία στο διατακτικό της αποφάσεως όρισε τα εξής: " Κηρύσσει ένοχο κατά πλειοψηφία τον παραπάνω κατηγορούμενο του ότι: Στο ... στις 2 Απριλίου 2003, εργοδότης τυγχάνων και διατηρών επιχείρηση Καφετέρια, ενώ απασχολούσε κατά τη μισθολογική περίοδο από 1-1-2001 έως 30-9-2001 στην επιχείρησή του αυτή σε εξαρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικό εσφαλμένο στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και όφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλλει στον Οργανισμό αυτό τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εν τούτοις: Α) Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτόν τις ασφαλιστικές εισφορές (Εργοδοτικές) που τον βαρύνουν και που ανέρχονται στο ποσό των 2592,91 Ευρώ από τότε που έγιναν απαιτητές και Β)Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτόν τις ασφαλιστικές εισφορές (Εργατικές) τις οποίες παρακράτησε με σκοπό να τις αποδώσει στον Οργανισμό αυτόν από τότε που έγιναν απαιτητές από τους σ' αυτόν εργαζομένους 1296,45 ευρώ, ενώ την προαναφερόμενη χρονική περίοδο απασχολούσε προσωπικό, την ..., επιβαρύνουν αυτόν και που ανέρχονται δε αυτές στο ποσό των 3.889,36 ευρώ (συνολικά) και κατέστη τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 2398/06 ΠΕΕ". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως εφτά (7) μηνών και συνολική χρηματική ποινή διακοσίων (200) Ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το διατακτικό στο οποίο αναφέρεται το αιτιολογικό, είναι λεπτομερές και περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ενώ η ύπαρξη του δόλου δεν χρειαζόταν να αναφερθεί ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των προαναφερθέντων εγκλημάτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως αυτών. Τέλος το ότι το διατακτικό συμπίπτει στη διατύπωση με το κατηγορητήριο, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα αναφερόμενα σ' αυτά περιστατικά αποδείχτηκαν και όχι κάποια άλλα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως που δεν περιέχει άλλο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 29-9-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 501/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Αυτοτελείς ισχυρισμοί και αιτήματα κατηγορουμένου. Για το παραδεκτό αυτών απαιτείται και προφορική προβολή και υποβολή και ανάπτυξη, αλλιώς δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει. Δεν υπάρχει επίσης υποχρέωση απάντησης σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Η επανάληψη του διατακτικού στο αιτιολογικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον το διατακτικό περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την ύπαρξη αιτιολογίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν χρειάζεται να αναφερθεί ιδιαιτέρως, εκτός και αν για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος ως εργοδότης δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για την εργαζομένη που απασχόλησε. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Δόλος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1984/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 740/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της διάταξης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 146/23.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν Σας, την με αριθμό 3/17-2-2009 έκθεση αναίρεσης του ..., η οποία κατατέθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας και στρέφεται κατά της με αριθμό 740/29-12-2008 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 482 και 504 ΚΠΔ, στους διαδίκους επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων του δικαστικού συμβουλίου και κατά των αποφάσεων μόνο στις οριζόμενες από τα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 47 και 48 ΚΠΔ, η κατά την πρόβλεψη του άρθρου 47 εκδιδόμενη επί εγκλήσεως απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών είναι δεκτική προσβολής μόνο δια του αναφερομένου στο άρθρο 48 ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, η δε επ'αυτής εκδιδόμενη διάταξη του τελευταίου, δεν υπόκειται ελλείψει σχετικής στο νόμο πρόβλεψης, σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται..................... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τ'ανωτέρω εκτεθέντα, δεν προβλέπεται από το νόμο, ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς----------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η με αριθμό 3/17-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της με αριθμό 740/29-12-2008, διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 2 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν δίδεται πλέον, μετά δηλαδή το ν. 3160/2003, με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του οποίου αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, αντίστοιχα, του ΚΠοινΔ, δικαίωμα αναιρέσεως κατά του απαλλακτικού βουλεύματος ή κατά του βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Κατά το άρθρο 504 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, "αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης, που όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 47 και 48 του ΚΠοινΔ, η κατά την πρόβλεψη του άρθρου 47 εκδιδόμενη επί εγκλήσεως απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, είναι δεκτική προσβολής μόνο δια του αναφερομένου στο άρθρο 48 ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, η δε επ'αυτής εκδιδόμενη διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, δεν υπόκειται, ελλείψει σχετικής στο νόμο προβλέψεως, σε οιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα, επομένως, ούτε σε αναίρεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος ή διατάξεως Εισαγγελέα, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο". Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του εγκαλούντος, ασκήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2009 και στρέφεται κατά της με αριθμό 740/2008 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή του κατά της με αριθμό ΕΓ 20-07/145/120/2008 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έγκλησή του. Ενόψει όμως των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη, κατά της άνω Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αίτηση του αναιρεσείοντος - εγκαλούντος, ο οποίος δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, ως απαράδεκτη γιατί δεν υπόκειται σε αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. 3/17-2-2009 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της με αριθμό 740/29-12-2008 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών, που απέρριψε προσφυγή του εγκαλούντος κατά απορριπτικής της εγκλήσεώς του διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατά της οποίας δεν χωρεί και δεν προβλέπεται από το νόμο οιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα, επομένως ούτε και αναίρεση (ΑΠ 1457/2005, 583/2008, 991/ 2008) -.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1983/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1316-1317/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 360/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 141/14-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την 4/ 24-2-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, που άσκησε δια της εξουσιοδοτημένης συνηγόρου του Ελισάβετ Βλάχου, κατά της 1316-1317/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για κατοχή και πώληση ναρκωτικών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική 1.500 Ε. [άρθρο 5 παρ. 1 περ. β, ζ, 2 Ν.1729/87], και εκθέτω τα ακόλουθα: 2- Κατά το άρθρο 476 παρ.1,όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/96, ΠΚ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως είναι 1Οήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Είναι συγχωρητή όμως η εκπρόθεσμη άσκηση, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση και προσαρτώνται τα αποδεικνύοντα τα περιστατικά αυτά αποδεικτικά μέσα. 3-Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ, είχε ασκήσει έφεση κατά της 278/07 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία τον είχε καταδικάσει για κατοχή και πώληση ναρκωτικών. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή του και τον καταδίκασε και πάλι για κατοχή και πώληση ναρκωτικών και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 1.500 Ε. Ωστόσο όμως, ενώ η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε με την παρουσία του, καταχωρίσθηκε στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του ως άνω δικαστηρίου στις 11-12-2008, αυτός άσκησε την αίτηση αναιρέσεως στις 24-2-2009,ήτοι μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας, εντός της οποίας είχε δικαίωμα να την ασκήσει. [βλ. την βεβαίωση καταχώρισης του γραμματέα επί του σώματος της απόφασης και την 4/24-2-09 έκθεση αναιρέσεως], χωρίς παράλληλα να επικαλείται κάποιο περιστατικό ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της. 4-Κατ` ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ. Για τούτο προτείνω Α-Να απορριφθή η από 24-2-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της 1316-1317/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ.1, 473 παρ.1 και 507 παρ.1 ΚΠοινΔ η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αίτησης για αναίρεση κατά αποφάσεως, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από της εκδόσεως της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεως της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ.3 ΚΠοινΔ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικτικών μέσων από τα οποία αποδεικνύονται αυτά τα περιστατικά, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 1316-1317/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, που δικάσθηκε παριστάμενος αυτοπροσώπως και με την αναφερόμενη διορισθείσα από αυτόν για να τον υπερασπισθεί ως συνήγορό του δικηγόρο, με την παραδοχή τυπικά της εφέσεως τα κατά της 278/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 4 ετών και σε χρηματική ποινή 1500 ευρώ για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Η προσβαλλόμενη άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 11-12-2008, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως υπό την αυτή χρονολογία. Εφ' όσον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης αποφάσεως και έλαβε γνώση αυτής και του περιεχομένου της, η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον γραμματέα του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, άρχισε από την 12 Δεκεμβρίου 2008, ήτοι την επομένη της ημέρας καταχωρίσεώς της ως καθαρογραμμένης στο κατ'άρθρο 474 παρ.3 ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο κατά τα προαναφερθέντα. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2009 ενώπιον της γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα ανωτέρω αναφέρονται στην έκθεση που συντάχθηκε για τη δήλωση της εμφανισθείσης δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Βλάχου ότι ασκεί αναίρεση για λογαριασμό του κατηγορουμένου δυνάμει της από 3/2/2009 εξουσιοδοτήσεώς του και ως συνήγορος που είχε παραστεί στη συζήτηση όταν εκδόθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης η προσβαλλομένη καταδικαστική για τον εντολέα της απόφαση. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της παραπάνω από το νόμο οριζομένης δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Ο αναιρεσείων επικαλείται μόνον ότι κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεσή του δύναται να ασκηθεί αναίρεση κατά το άρθρο 504 παρ.1 ΚΠοινΔ. 'Όμως δεν διαλαμβάνει στην αναίρεση κανένα περιστατικό που να συνιστά λόγο ανωτέρας βίας ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα για τα περιστατικά αυτά. Προκύπτει ακόμη από σχετική σημείωση του γραμματέως της Εισαγγελίας στο φάκελο της δικογραφίας ότι ειδοποιήθηκε η αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος που αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης να προσέλθει στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του. Εν όψει αυτών, πρέπει η παραπάνω αίτηση λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ για αναίρεση της 1316-1317/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου μετά πάροδο της 10ημέρου προθεσμίας από την καταχώρηση στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 ΚΠΔ της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1986/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 973/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Παναγιώτη Πανάγο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 22 Απριλίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1698/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" όπως είχε αντικατασταθεί και ίσχυε έως 1-1-2002, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα χωρίς γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο υπ'αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιοδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ'αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν σε τόπο και χρόνο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται, κατά την παράγραφο 2 περ. θ του ίδιου άρθρου, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 89 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, η μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης, η καθ' οιονδήποτε εκ των μνημονευομένων στο ως άνω άρθρο 100 τρόπων, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η μη τήρηση των στο ίδιο άρθρο 100 λοιπών διατυπώσεων. Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παρ. 1, 4 και 5 του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι παραβάσεις-κυρώσεις ως εξής: Παράγραφος 1. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 1 διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 61, με την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Παράγραφος 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. Παράγραφος 5 : Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, στα άρθρα 53 έως 119 και επομένως είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, (οι ρυθμίσεις είναι ίδιες) συνάγεται ότι, ενώ η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το πετρέλαιο, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών, αντιθέτως, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα (ν. 2960/2001), η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για το πετρέλαιο ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές και δε συνιστά απλώς τελωνειακή διοικητική παράβαση. Δεν μπορεί δε να συναχθεί προθυστέρως αντίθετη προς τα ανωτέρω νομοθετική βούληση από το ότι, με την μεταγενέστερη αντικατάσταση της παραγρ. 5 του ως άνω άρθρου 118 (με το άρθρο 1 παρ.33 του Ν.3583/2007), τούτο κατέστη ακόμη πιο σαφές. (ΑΠ 780/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 10 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (κανονισμός 2913/1992 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ειδικότερα η περίπτωση της παραγράφου 10 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2γ του Κανονισμού 82/1997), που άρχισε να ισχύει από 1-1-1994, εισαγωγικοί δασμοί είναι οι δασμοί εισαγωγής και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος, που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων ως και οι επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, που θεσπίζονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από την μεταποίηση γεωργικών προϊόντων. Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 76742/1937/23-8-1988 (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989 (ΦΕΚ Α' 2/3-1-1989) συνιστούν ιδίους πόρους και εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα, που προέρχονται από α)...., β) τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που θεσπίζονται ή θα θεσπισθούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη και από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα, τα οποία υπάγονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακα και Χάλυβα. Τα κράτη μέλη παρακρατούν ως έξοδα εισπράξεως το 10% των ποσών που πρέπει να καταβάλουν σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α' και β'. Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις οι οικονομικές επιβαρύνσεις των εμπορευμάτων, που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από χώρα μη μέλος, αποτελούν ιδίους πόρους αυτής και εισπράττονται για λογαριασμό της με βάση το κοινοτικό δασμολόγιο από Κράτος - Μέλος, στο έδαφος του οποίου εισέρχονται και το οποίο ακολούθως τους καταβάλλει σε ειδικό λογαριασμό, που για το σκοπό αυτό έχει ανοιχθεί στο όνομα της, αφού παρακρατήσει ποσοστό 10% για έξοδα εισπράξεως αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 973/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 155 παρ. 1 α και επομ. του ν. 2960/2001, κατ' εξακολούθηση, δηλαδή για εκ δόλου λαθρεμπορία πετρελαίου και αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την. Δέχθηκε ειδικότερα στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε από πολλών ετών, ατομική επιχείρηση εμπορίας πετρελαιοειδών στη ..., στο 4ο χιλιόμετρο της οδού ..., αποφάσισε κατά μήνα Οκτώβριο 2002, να διαθέσει στην αγορά της πόλης κατά την επικείμενη τότε χειμερινή περίοδο ως πετρέλαιο κίνησης μεγάλες ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης, που θα αποκτούσε με μειωμένες τιμές λόγω της μειωμένης φορολόγησης του και να κερδίσει έτσι τη διαφορά των δύο φορολογιών (και των αντίστοιχων τιμών) εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Πράγματι δε εντός του χρονικού διαστήματος από 14.10.2002 έως 25.4.2003 και σε με επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, εισήγαγε στο τελωνειακό έδαφος της Χώρας εμπορεύματα που υπόκεινται σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιος Τελωνειακής Αρχής, κατείχε δε στις 3.7.2003 εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 31.622,71 ευρώ. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 25.4.2003, αγόρασε συνολική ποσότητα 11.241.586 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και είχε στην κατοχή του, κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου, σύμφωνα με δική του υπεύθυνη δήλωση, απόθεμα 20.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, κατά τη διάρκεια δε του διαστήματος αυτού πώλησε προς τρίτους, με νόμιμα παραστατικά, ποσότητα 11.051.155 λίτρων του πετρελαίου αυτού, όμως κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003 από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης ,διαπιστώθηκε ότι, ενώ θα έπρεπε να βρεθεί απόθεμα 210.431 λίτρων, αυτός κατείχε εντός των δεξαμενών του πρατηρίου του ποσότητα 307.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, επομένως προκύπτει ποσότητα 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που κατείχε στις 3.7,2003, για την οποία δεν προκύπτει η αγορά της με νόμιμα παραστατικά και για την οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Η ποσότητα αυτή κατασχέθηκε αρμόδια. Για την προαναφερθείσα ποσότητα του αγορασθέντος και κατεχομένου πετρελαίου θέρμανσης, που εισήχθη στην Ελλάδα από άγνωστη χώρα και στο άνω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 31.622,71 ευρώ. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε κατά το άνω ποσό των 31.622,71 ευρώ. Να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτοκ. 8738/18-7-2007 έγγραφο του ΣΤ' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, και την από 6-6-2007 έκθεση προσδιορισμού δασμών της ίδιας υπηρεσίας, έγινε επανέλεγχος των ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου από αυτήν στις 6-8-2007 και αξιολόγηση των ίδιων άνω φορολογικών στοιχείων, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης και συγκεκριμένα στον υπολογισμό των ποσοτήτων που αγοράστηκαν, σε φασική θερμοκρασία αντί σε θερμοκρασία 15 βαθμών Κελσίου, καθώς και σε κάποιες διορθώσεις αριθμητικών λαθών επί των ποσοτήτων που πωλήθηκαν, κατά τον οποίο (επανέλεγχο) διαπιστώθηκε ότι κατά τον αρχικό έλεγχο (που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003) παρεισέφρυσαν αριθμητικά λάθη και εσφαλμένες εκτιμήσεις. Από τον επανέλεγχο προέκυψε ότι το πραγματικό πλεόνασμα πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 96.569 λίτρων αντί των προσδιορισθέντων αρχικά οπό την ΕΛΥΤ 125.883 λίτρων. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, για την οποία η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 31.622,71 ευρώ, και όχι την πράξη της λαθρεμπορίας 125.883 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης για την οποία η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 41.170,69 ευρώ που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Άρα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της λαθρεμπορίας 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, για την οποία η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε 31.622,71 ευρώ. Τέλος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη δεν συνιστά ποινικά κολάσιμη λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση επισύρουσα μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 89 του τελωνειακούκώδικα διοικητικών κυρώσεων, ήτοι την επιβολή πολλαπλού τέλους, δεν είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, νόμιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί σαν τέτοιος. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αυτή και συνεπώς πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας πετρελαίου κατ'εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 3.7.2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, πραγματοποίησε διάφορες ενέργειες που αποσκοπούσαν στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα, που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή η εξαγομένων εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, ενώ ήταν ιδιοκτήτης της ατομικής του επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, που εδρεύει στο 4ο χιλιόμετρο της οδού ..., και υπεύθυνος της αγοράς και πώλησης υγρών καυσίμων του πρατηρίου αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 25.4.2003 και σε με επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, εισήγαγε στο τελωνειακό έδαφος της Χώρας εμπορεύματα που υπόκεινται σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, κατείχε δε στις 3.7.2003 εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται σε ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2002 έως 25.4.2003, αγόρασε συνολική ποσότητα 11.241.586 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και είχε στην κατοχή του, κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου, σύμφωνα με δική του υπεύθυνη δήλωση, απόθεμα 20.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, κατά τη διάρκεια δε του διαστήματος αυτού πώλησε προς τρίτους, με νόμιμα παραστατικά, ποσότητα 11.051.155 λίτρων του πετρελαίου αυτού, όμως κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003 από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης, διαπιστώθηκε ότι, ενώ θα έπρεπε να βρεθεί απόθεμα 210.431 λίτρων, αυτός κατείχε εντός των δεξαμενών του πρατηρίου του ποσότητα 307.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, επομένως προκύπτει ποσότητα 96.569 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, που κατείχε στις 3.7.2003, για την οποία δεν προκύπτει η αγορά της με νόμιμα παραστατικά και για την οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Η ποσότητα αυτή κατασχέθηκε αρμόδια. Για την προαναφερθείσα ποσότητα του αγορασθέντος και κατεχομένου πετρελαίου θέρμανσης, που εισήχθη στην Ελλάδα από άγνωστη χώρα και στο άνω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 31.622,71 ευρώ. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε κατά το άνω ποσό των 31.622,71 ευρώ. Να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτοκ. 8738/18-7-2007 έγγραφο του ΣΤ' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, και την από 6-6-2007 έκθεση προσδιορισμού δασμών της ίδιας υπηρεσίας, έγινε επανέλεγχος των ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου από αυτήν στις 6-6-2007 και αξιολόγηση των ίδιων άνω φορολογικών στοιχείων, με τη μέθοδο της κλειστής αποθήκης και συγκεκριμένα στον υπολογισμό των ποσοτήτων που αγοράστηκαν σε φυσική θερμοκρασία αντί σε θερμοκρασία 15 βαθμών Κελσίου, καθώς και σε κάποιες διορθώσεις αριθμητικών λαθών επί των ποσοτήτων που πωλήθηκαν, κατά τον οποίο (επανέλεγχο) διαπιστώθηκε ότι κατά τον αρχικό έλεγχο (που πραγματοποιήθηκε στις 3.7.2003) παρεισέφρυσαν αριθμητικά λάθη και εσφαλμένες εκτιμήσεις. Από τον επανέλεγχο προέκυψε ότι το πραγματικό πλεόνασμα πετρελαίου θέρμανσης του κατηγορουμένου ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 96.569 λίτρων αντί των προσδιορισθέντων αρχικά από την ΕΛ.Υ.Τ. 125.883 λίτρων". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας καυσίμων, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 72, 73, 118 παρ.5, 155 παρ. 1 α, β, 2 ζ, 157 παρ. 1 β, 159, 160, 164, 165, 166, 167, 170, 171, 172, 173, 174 του ν.2960/2001, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα, ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων, η λαθρεμπορία κατ'εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε, ήτοι με την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της χώρας και κατοχή απ'αυτόν, κατά την 3-7-2003, χωρίς άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, και διάθεση σε τρίτους στην αγορά των μνημονευομένων ποσοτήτων πετρελαίου θέρμανσης, για τις οποίες δεν κατείχε νόμιμα παραστατικά και δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή και κατεχομένων στην Ελλάδα εμπορευμάτων, β) αναφέρεται στο διατακτικό και σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του προεκτεθέντος αιτιολογικού η γνώση του αναιρεσείοντος για τη λαθρεμπορική προέλευση του κατεχομένου υπ'αυτού πετρελαίου, θεμελιούμενη στην παραδοχή ότι αυτός ήταν ο εισαγωγέας και δεν κατείχε νόμιμα παραστατικά εισαγωγής, αγοράς και κατοχής και πληρωμής των αναλογούντων δασμών και φόρων, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος πρατηριούχου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, αφού ο ίδιος είναι ο εισαγωγέας των καυσίμων που όφειλε και δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς και φόρους και σαφώς γνώριζε τη μη καταβολή των δασμών, τελών και φόρων καταναλώσεως, στο δε διατακτικό που συνιστά ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό και αλληλοσυμπληρώνονται, σαφώς άλλωστε αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων προέβη στις παραπάνω ενέργειες "που αποσκοπούσαν στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, γ) το σκεπτικό της αποφάσεως δεν είναι επανάληψη του διατακτικού της, και δ) σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, η δραστηριότητα του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται απλώς στην εκ μέρους του κατηγορουμένου πρατηριούχου κατοχή και διάθεση πετρελαίου που είχε εισαχθεί από άλλον λαθρεμπορικώς ήτοι για μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία κυκλοφορίας του υπ'αυτού κατεχομένου προς εμπορία πετρελαίου, η οποία θα χαρακτηριζόταν ως απλή τελωνειακή παράβαση, επισύρουσα μόνο την επιβολή πολλαπλών τελών, αλλ' είχε ως περιεχόμενο τη διαφυγή καταβολής, για υπ' αυτού του ιδίου εισαχθέν πετρέλαιο θέρμανσης, των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών νομίμων επιβαρύνσεων, που οφείλοντο για το συγκεκριμένο προϊόν πετρελαίου, η οποία πράξη συνιστά κατά τα προεκτεθέντα αξιόποινη λαθρεμπορία και ο σχετικός αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ορθά, σύννομα και με επαρκή ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμος. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε'του ΚΠοινΔ, λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η προεκτεθείσα δε παρακράτηση ως εξόδων εισπράξεως, από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ποσοστού 10% των δασμών που εισπράττονται από συναλλαγές με κράτη μη μέλη της Ενώσεως, και η απόδοση των λοιπών δασμών για χρηματοδότηση του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν αναιρεί την ως άνω καθιερούμενη δια των παραπάνω νόμων, αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας εισαχθέντος στην Ελλάδα από τον κατηγορούμενο από άγνωστη χώρα και κατεχομένου πετρελαίου θερμάνσεως, λόγω της μη πληρωμής των αναλογούντων δασμών εισαγωγής κλπ φόρων και τελών κατοχής καυσίμων, και όχι απλής τελωνειακής παραβάσεως, ανεξάρτητα από ποίο κράτος εισάγονται τα καύσιμα. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ( άρθρα 176,183 ΚΠολ. Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16- 9- 2008 αίτηση - δήλωση του ..., μετά των από 22-4-2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 973/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, ποσού διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία καυσίμων κατ' εξακολούθηση. Άρθρο 155 παρ. 1 και επόμενα του Ν. 2960/2001. Οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η εισαγωγή πετρελαίου θέρμανσης και η διάθεση αυτού στην αγορά ως πετρελαίου κίνησης και γενόμενη έτσι αποστέρηση εισαγωγικών δασμών φόρων από το Δημόσιο συνιστά λαθρεμπορία και όχι απλή τελωνειακή διοικητική παράβαση (ΑΠ 960/2008). Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1985/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 153/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 403/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 163/5-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 § § 1,4, 138 § 2β και 476 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 1340/23-2-2009, ενώπιον του Προϊσταμένου Δ/νσης του Καταστήματος Κράτηση Κέρκυρας, αναίρεση του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 153/7-1-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκαν αντιρρήσεις του σχετικά με τη διάρκεια της ποινής του και εκθέτω τ' ακόλουθα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 Κ.Π.Δ. όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο (εκπροσωπούμενο δια του Συνηγόρου του) και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο δημοσιεύσεων την 2-2-2009. Συνεπώς η αναίρεση που ασκήθηκε την 23-2-2009 είναι εκπρόθεσμη, ενώ ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οιονδήποτε λόγο ανώτερης βίας για το εκπρόθεσμο. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, η υπ'αριθμ. 1340/23-2-2009 αναίρεση του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 153/7-1-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της παραπάνω απόφασης. Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 3 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ, κατά την παρ.2 του άρθρου 473, η προθεσμία είναι 20 ημερών εάν ασκείται κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 153/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, απορρίφθηκαν αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατά της εκτελεστότητας της υπ` αριθ. 162/1996 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 7.1.2009, με παρόντα τον αναιρεσείοντα (εκπροσωπούμενο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο), και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2 Φεβρουαρίου 2009, όπως τούτο προκύπτει από υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα επί του σώματος της αποφάσεως. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 23.2.2009 αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως με δήλωση που ασκήθηκε στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Κέρκυρας, όπου ήταν κρατούμενος, μετά την πάροδο της ως άνω 10ήμερης προθεσμίας, χωρίς σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως) να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι η αναγραφομένη στην έκθεση αναίρεσης δήλωση του αναιρεσείοντος ότι "κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου μέσω του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου" αποτελεί άσκηση αναίρεσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ), η αναίρεση είναι επίσης απαράδεκτη γιατί, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει ότι έχει περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή, η απόφαση που εκδίδεται επί των αντιρρήσεων του άρθρου 565 του Κ.Π.Δ.. δεν είναι καταδικαστική απόφαση και κατ' αυτής δεν επιτρέπεται η άσκηση αυτού του ενδίκου μέσου με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο αντίκλητος του οποίου δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Γιαννακόπουλος ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 20.7.2009 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.2.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως εκ της ασκήσεως της εκπροθέσμως και χωρίς επίκληση λόγου ανωτέρας βίας. Αίτηση αναίρεσης με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 473 § 2 ΚΠΔ) μόνο επί καταδικαστικών αποφάσεων, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η εκδιδόμενη επί των αντιρρήσεων του άρθρου 565 ΚΠΔ.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1989/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 19-20-21/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/8-4-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 533/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 505 § 2 και 473 § 3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις των άρθρων 504, 506 ιδίου Κώδικος σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου ήτοι και της αθωωτικής αποφάσεως δι' οιονδήποτε εκ των εις το άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ λόγων, συνεπώς και δι' έλλειψη αιτιολογίας στοιχ. Δ', ειδικής που επιβάλλει το Σύνταγμα, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, από 8 Απριλίου 2009, κατά της υπ' αριθμ. 19-20-21/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποίαν, ο κατηγορούμενος Χ εκηρύχθη αθώος της απλής συνεργείας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, έχει ασκηθεί υπό του εισαγγελέως νομοτύπως και εμπροθέσμως (από της κατά την 3/4/2009 καταχωρίσεώς της στο άνω βιβλίο), με λόγο την έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας, και ούσα παραδεκτή πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Ως ανεφέρθη, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 § 1 ΚΠΔ είναι η έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητος, εφ' όσον αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή του κατηγορουμένου και όχι η αθωότης αυτού, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον εάν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότης του, τεκμηρίου που θεσπίζεται άλλωστε και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ 53/1974)? τοιαύτη έλλειψη αιτιολογίας, ιδρύουσα τον άνω λόγον αναιρέσεως υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή όλων ή τινών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με πληρότητα και σαφήνεια διατί το δικαστήριο της ουσίας δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. (Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ εκηρύχθη αθώος του εγκλήματος της απλής συνεργείας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατά πλειοψηφίαν, για την οποίαν είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως σε ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών. Ως αιτιολογία της απαλλακτικής κρίσεως το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε τα εξής, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει: "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ναι μεν εσυνόδευε τον αδελφό του και δράστη της απόπειρας ανθρωποκτονίας Φ, πλην όμως δεν είχε σκοπό να τον παρακινήσει να πυροβολήσει τον παθόντα, ούτε πρόλαβε να τον αποτρέψει από την πράξη του αυτή". Μετά ταύτα εκήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο (κατά πλειοψηφία τεσσάρων (4) ψήφων έναντι τριών" (3) του ότι: "Στο ..., εντός του καταυλισμού των τσιγγάνων στις 15 Απριλίου 2006, με πρόθεση και από κοινού με άλλους ενεργώντας, ήτοι με κοινό δόλο και ενωμένες τις δυνάμεις του με τους ήδη φυγόδικους κατηγορούμενους ... και ..., παρείχε στον κατηγορούμενο Φ, κατά την διάπραξη του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την κάτωθι περιγραφόμενη απλή συνδρομή: Ο Φ, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας, ήτοι με πρόθεση να σκοτώσει άλλον, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος, το οποίο, όμως, δεν ολοκλήρωσε όχι από δική του θέληση αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη βούλησή του. Συγκεκριμένα έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να σκοτώσει τον Ψ τον πυροβόλησε ευρισκόμενος κατά την εκτέλεση της πράξεώς του σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δύο φορές στην κατοικία του παθόντος, που είναι στον καταυλισμό τσιγγάνων στο ..., με πιστόλι ή υποπολυβόλο με σκοπό να τον σκοτώσει. Με τους πυροβολισμούς αυτούς τραυμάτισε τον παθόντα σοβαρά στο αριστερό αντιβράχιο, προκαλώντας του διαμπερές τραύμα και στην αριστερή πλάγια θωρακική χώρα. Το γεγονός ότι δεν επήλθε ο θάνατος του παθόντος δεν οφείλεται στην θέληση του Φ, αλλά στην ταχεία διακομιδή του παθόντος στο νοσοκομείο, στην επιτυχή χειρουργική αντιμετώπιση των πληγέντων σημείων και στην αντίδραση του οργανισμού του παθόντος. Ο κατηγορούμενος Χ έχοντας αποφασίσει να παράσχει ψυχική συνδρομή στον Φ κατά την τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας, τον συνόδευσε στο σπίτι του παθόντος και ήταν παρών κατά τον πυροβολισμό του Ψ εμψυχώνοντάς τον κατά τον τόπο αυτό στην απόπειρά του να εκτελέσει το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, υπό την άνω αναπτυχθείσα έννοια, διότι ουδόλως εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα άνω αποδεικτικά μέσα και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και απέκλεισαν την ύπαρξη της προθέσεως ως και οι λόγοι, για τους οποίους αυτό (δικαστήριο) δεν κατέληξε ότι επραγματώθη η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι βάσιμος και, δεκτού γενομένου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο (Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών), συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς και ενόρκους, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 19-20-21/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά απαλλακτικής αποφάσεως (άρθρ.505 παρ. 2, 473 παρ. 3 ΚΠΔ). Αιτιολογία απαλλακτικής αποφάσεως. Ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από την ΕΣΔΑ υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην απόφαση αυτή όταν δεν εκτίθεται καθόλου ή εκτίθεται ασαφώς και ελλιπώς τα περιστατικά, από τα οποία δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα στα πρακτικά αποδεικτικά μέσα. Αναιρεί και παραπέμπει. στο ΜΟΕ.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 1990/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη, για αναίρεση της 387/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 Π.Κ. " όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α] σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β] εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, σαν παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ] βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 387/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε στις 8/6/2001, από κοινού [κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο] με τον συγκατηγορούμενό του Ψτην πράξη της απάτης σε βάρος του ..., παριστάνοντας σ' αυτόν τις ίδιες ψευδείς βεβαιώσεις [όπως και ο συγκατηγορούμενός του], εν γνώσει του, ότι δηλαδή ο Ψ, τον οποίο συνέστησε στον μηνυτή ως αξιόπιστο και ικανό ασφαλιστή, είχε την δυνατότητα να αναλάβει την επένδυση χρημάτων του [μηνυτή] σε επενδυτικό ομόλογο της Εθνικής Ασφαλιστικής, [διάρκειας 45 ημερών, με απόδοση ετήσιου τόκου 6,5%, μέσω καλής πληροφόρησης που εκείνος διέθετε], ενώ γνώριζε από την μεταξύ τους στενή φιλία και επαγγελματική συνεργασία ότι τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε πλέον γιατί είχε ήδη καταγγελθεί η σύμβαση του Ψ με την Εθνική Ασφαλιστική από 28/5/2001, και με τις ενέργειες του αυτές παρέσυρε και έπεισε τον μηνυτή να του καταβάλλει το ποσόν των 15.500.000 δρχ, [από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο σκεπτικό το ποσόν αυτό, αντί του ορθού 17.500.000 δρχ.], με ισόποση ζημία του. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος πλημ/κής απάτης, όπως πρωτόδικα, από την οποία επήλθε σε βάρος του μηνυτή ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, ποσού 15.500.000 δρχ., με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, καθόσον μέχρι την πράξη αυτή διήγε έντιμο ατομικό, κοινωνικό και εν γένει επαγγελματικό βίο. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ. Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης [άρθρο 510 παρ. 1Δ του ΠΚ], πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που μ' αυτόν πλήττεται η ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σημειωτέον ότι ο επικουρικώς προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπό την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστος και τούτο διότι από τα άρθρα 473 παρ.2, 474 παρ.2 και 509 παρ. 1α του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ή δηλώσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτές λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δικ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά, η αίτηση είναι απαράδεκτη ως αόριστη. Από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι, δηλαδή, σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται ούτε ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ιδίου Κώδικα λόγος, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έτσι, αποτελούν αόριστους και συνεπώς απαράδεκτους λόγους αναιρέσεως οι σχετικές αιτιάσεις, που, χωρίς να συνοδεύονται από περαιτέρω εξειδίκευση του περιεχομένου τους, προσδιορίζονται στο αναιρετήριο απλώς ως: "εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως". Εν όψει τούτων, ο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται το σφάλμα του δικαστηρίου από το οποίο να προκύπτει, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, ότι έγινε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα[ άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27/3/2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 387/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [220] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλημμεληματική απάτη. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως αβάσιμος στην ουσία, και ο δεύτερος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως παντελώς αόριστος. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1974/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα, περί αναιρέσεως της 678/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1427/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και, της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωση του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιάφορου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται επί πλέον, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Τέλος, κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως αντικ. από τα άρθρα 4 παρ. 5 του ν. 1738/1987 και 36 του ν. 2172/1993, σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του ν. 2408/1996, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263α του ΠΚ όπως αντικ. από το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 1738/1987, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε προσδιορίζεται επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά του Δημοσίου και των ανωτέρω νομικών προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953, η οποία, ως ειδική, κατισχύει του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε υπό το κράτος της ισχύος του ν. 2408/1996, με βάση το όλο περιεχόμενο των επί μέρους πράξεων και όχι καθεμιάς από αυτές. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 678/2008 αποφάσεως του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος στις ... κατάρτισε στην Αγγλική γλώσσα εξ υπαρχής την υπό την ιδίαν ημερομηνία πλαστή επιστολή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, που παρατίθεται αυτολεξεί στο διατακτικό μετά από επίσημη μετάφραση, φέρεται να έχει εκδοθεί από τον Γραμματέα της Σχολής Μηχανολογίας και Τεχνολογίας Η/Υ του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Αγγλίας στο Μπέρμιγχαμ και απευθύνεται προς κάθε ενδιαφερόμενο και στην οποία αναγράφεται ότι: "η επιστολή αυτή επιβεβαιώνει ότι ο Χ1 (δηλαδή ο εν λόγω κατηγορούμενος) είναι πλήρως εγγεγραμμένος φοιτητής στον πιο πάνω ερευνητικό κύκλο σπουδών που είναι διαρκείας τεσσάρων (4) ετών. Ο Χ1 άρχισε τον κύκλο σπουδών την 5η Οκτωβρίου 1995 και αναμένεται να ολοκληρώσει τον Ιούνιο του 1999". Κάτω δε από το πιο πάνω κείμενο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ..., τεθείσα δήθεν από την υπάλληλο Εισαγωγών του Τμήματος Μηχανολογίας και με τη μέθοδο φωτοτυπήσεως από άλλο γνήσιο έγγραφο έθεσε στο εν λόγω έγγραφο την πράξη επικυρώσεως του γνησίου της υπογραφής της ..., που φέρεται ότι έγινε στο Μπέρμιγχαμ της Μεγ. Βρετανίας. Την επιστολή αυτή κατάρτισε ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν ήταν σπουδαστής της προαναφερομένης σχολής, προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Παρακολούθησης και Ελέγχου Αυτοκινήτων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ του Υπουργείου Οικονομικών, σε τρόπο ώστε αυτοί να πεισθούν ότι είναι πράγματι φοιτητής του ανωτέρω Πανεπιστημίου, γεγονός το οποίο είχε σαν έννομη συνέπεια το δικαίωμα του να εισάγει και κατέχει στην Ελλάδα επί τρίμηνο, ΙΧΕ αυτοκίνητο με αλλοδαπές και δη του κράτους σπουδών του πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, χωρίς να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς, φόρους κλπ. τέλη. Της επιστολής δε αυτής έκανε χρήση στις ..., όταν την προσκόμισε και την κατέθεσε σε υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας, στην οποία ανήκαν οι εξετασθέντες μάρτυρες, εκ των οποίων ο Μ1 είναι εκείνος που χειρίστηκε τις υποθέσεις και των δύο κατηγορουμένων και έτσι έχει ιδίαν αντίληψη των λεπτομερειών της όλης πορείας αυτών, για την οποία και κατέθεσε με πλήρη αντικειμενικότητα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εισαγωγή, κατοχή και κυκλοφορία στην Ελλάδα των κατωτέρω τεσσάρων ΙΧΕ αυτοκινήτων με αλλοδαπές (Μ. Βρετανίας) πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας: α) του ..., εργοστασίου κατασκευής CΗΕ, β) του ... του αυτού ως άνω εργοστασίου κατασκευής, γ) του ... εργοστασίου κατασκευής V/W GOLF και δ) του ... εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, που όπως γνώριζε κατά τον χρόνο εκείνο, συνίστατο στην αποφυγή καταβολής των δασμών κλπ τελών που ήταν υποχρεωμένος διαφορετικά να καταβάλει στον Ελληνικό Δημόσιο, για τον εκτελωνισμό και τη νόμιμη κυκλοφορία των εν λόγω αυτοκινήτων στην Ελλάδα από δραχμές 53.611.720, 89.317.569, 8.368.236 και 10.000.000 δραχμές. Επίσης την αυτή ημερομηνία (...) κατάρτισε στην αγγλική γλώσσα την υπό την ιδίαν ημερομηνία πλαστή επιστολή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, που παρατίθεται αυτολεξεί στο διατακτικό μετά από επίσημη μετάφραση, φέρεται να έχει εκδοθεί από το ίδιο ως άνω Πανεπιστήμιο και τον Γραμματέα της ως άνω Σχολής και απευθύνεται προς κάθε ενδιαφερόμενο και στην οποία αναγράφεται ότι: "η επιστολή αυτή επιβεβαιώνει ότι ο Φ1 (δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος) είναι εγγεγραμμένος φοιτητής στον πιο πάνω ερευνητικό κύκλο σπουδών που είναι διαρκείας τεσσάρων (4) ετών. 0 Φ1 άρχισε τον κύκλο των σπουδών του την 22 Σεπτεμβρίου 1994 και αναμένεται να ολοκληρώσει τον Ιούνιο του 1998". Κάτω δε από το πιο πάνω κείμενο έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ιδίας υπαλλήλου Εισαγωγών του Τμήματος Μηχανολογίας και με αυτήν ως άνω μέθοδο έθεσε στο εν λόγω έγγραφο και την πράξη επικυρώσεως του γνησίου της υπογραφής της εν λόγω υπαλλήλου. Την επιστολή αυτή κατάρτισε ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι τελωνειακοί υπάλληλοι, προκειμένου να θεωρήσουν τον πρώτο κατηγορούμενο ως φοιτητή της αλλοδαπής και έχοντα δικαίωμα να εισάγει στη Χώρα και να κατέχει και κυκλοφορεί για τρεις μήνες ΙΧΕ αυτοκίνητο στην Ελλάδα με ευρωπαϊκές πινακίδες και δη της χώρας σε Πανεπιστήμιο της οποίας φοιτούσε. Στον εν λόγω κατηγορούμενο ο Φ1 είχε αναθέσει να τον εγγράψει σε ένα Πανεπιστήμιο της Αγγλίας, όπως τον είχε διαβεβαιώσει ότι μπορούσε να κάνει, όχι διότι ήθελε να φοιτήσει πραγματικά, αλλά, όπως παραδέχεται απολογούμενος, για να μπορεί να κυκλοφορεί με πολυτελές αυτοκίνητο με ευρωπαϊκές πινακίδες, πράγμα που αποτελούσε, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο μάρτυρας Μ1, διακαή πόθο όλων των γόνων πλουσίων οικογενειών της Αθήνας, όπως και ο κατηγορούμενος. Μάλιστα για τον κόπο του αυτό και τα έξοδα στα οποία θα υποβαλλόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, αλλά και για την εξυπηρέτηση που του έκανε και τον απάλλασσε από τη μετάβαση του στην Αγγλία και όλες τις διατυπώσεις της εγγραφής, κατέβαλε στον τελευταίο χρηματικό ποσό 300.000 δραχμών. Πράγματι ο δεύτερος κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι τον είχε εγγράψει στο εν λόγω Πανεπιστήμιο και του παρέδωσε την ανωτέρω επιστολή και αυτός στη συνέχεια την προσκόμισε στους υπαλλήλους της ως άνω Υπηρεσίας Παρακολουθήσεως και Ελέγχου Αυτοκινήτων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εισαγωγή στη Χώρα, κατοχή και κυκλοφορία επί τρίμηνο με Αγγλικές πινακίδες αριθμού ...ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής PORSCHE, τύπου 928 και να αποφύγει την καταβολή των αναλογούντων δασμών, τελών κλπ επιβαρύνσεων, ποσού 74.511.850 δραχμών, όπως και ήταν ο σκοπός του, όταν ανέθεσε στον συγκατηγορούμενο του να τον εγγράψει στο Πανεπιστήμιο της αλλοδαπής. Μάλιστα προς μεγαλύτερη πιστότητα της δήθεν εγγραφής στο Πανεπιστήμιο ο δεύτερος κατηγορούμενος κατάρτισε στην αγγλική γλώσσα πλαστή φοιτητική ταυτότητα με τα στοιχεία του Φ1, στην οποία τοποθέτησε τη φωτογραφία του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, που παρατίθεται στο διατακτικό σε νόμιμη μετάφραση, έχει εκδοθεί από το ίδιο Πανεπιστήμιο "Δεν ισχύει χωρίς την τρέχουσα επικυρωτική πράξη, ονοματεπώνυμο Φ1, αριθμός φοιτητή ...". Την ταυτότητα αυτή παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο προκειμένου να έχει πρόσθετη απόδειξη της ιδιότητας του ως φοιτητή του εν λόγω Πανεπιστημίου και δικαιούχου κυκλοφορίας με ευρωπαϊκές πινακίδες του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου. Των πλαστών αυτών εγγράφων όντως έκανε χρήση στους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω Υπηρεσίας και έτσι επέτυχε να κυκλοφορεί χωρίς να καταβάλλει τους ως άνω δασμούς κλπ τέλη, το ανωτέρω πολυτελές αυτοκίνητο. Η πλαστότητα των εγγράφων αυτών, την οποία εμμέσως πλην σαφώς παραδέχεται ο πρώτος κατηγορούμενος, αρνείται δε ο δεύτερος, επιβεβαιώθηκε από την έρευνα που διενήργησε ο μάρτυρας Μ1, ο οποίος, όπως καταθέτει, απευθύνθηκε στον Βρετανικό Συμβούλιο και αυτό βεβαίωσε την Υπηρεσία του, μετά προηγηθείσα έρευνα στο ως άνω Πανεπιστήμιο, ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήταν φοιτητές σ' αυτό, ούτε είχαν ποτέ εγγραφεί, τα δε ανωτέρω έγγραφα δεν είχαν εκδοθεί από το Πανεπιστήμιο, ούτε υπογραφεί από την ως άνω υπάλληλο αυτού, τα όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο δεύτερος κατηγορούμενος τυγχάνουν αβάσιμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω στοιχειοθετείται η πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που αποδίδεται στο δεύτερο κατηγορούμενο, όπως τα στοιχεία αυτής αναλύθηκαν στην μείζονα σκέψη. Με την πλαστογραφία αυτή ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο που κατά τα άνω ενήργησε, σκόπευε να κυκλοφορήσουν αυτός και ο συγκατηγορούμενος του στην Ελλάδα με τις ανωτέρω ευρωπαϊκές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, τουλάχιστον επί τρίμηνο, το οποίο στην πραγματικότητα θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, διότι δεν αποδεικνύεται ασφαλώς πότε εισήλθαν τα αυτοκίνητα κοινοτικής προέλευσης στην Χώρα, αλλά ούτε ήταν βέβαιο πότε θα ελέγχονταν από τις αρμόδιες Υπηρεσίες για να διαπιστωθεί η τήρηση του χρόνου αυτού, τα ανωτέρω πολυτελή αυτοκίνητα και να αποφύγουν την καταβολή των ως άνω ποσών δασμών κλπ τελών που αναλογούσαν σε καθένα αυτοκίνητο με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου, στο οποίο και έπρεπε να καταβληθούν τα ποσά αυτά, τα οποία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 50 εκατ. Δραχμών ή 150.000 e και έτσι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η πράξη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιπρόσθετα τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.1608/1950, όπως νυν ισχύει. Τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως δεν αναιρεί το γεγονός ότι μεταγενεστέρως, με τις κατωτέρω αναφερόμενες ευνοϊκές νομικές ρυθμίσεις, των οποίων έκανε χρήση, όπως θα λεχθεί, ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη πολύ πρόσφατα και ο εν λόγω κατηγορούμενος με την αναγνωσθείσα αίτηση του ζήτησε την υπαγωγή του σ' αυτές) για να κλείσουν όλες οι παλαιές και χρονίζουσες επί πολλά έτη υποθέσεις, περιορίσθηκαν από το Δημόσιο τα ποσά της απαιτήσεως του, για καθένα αυτοκίνητο στο τέλος των 10.240 Ε δηλαδή σε ποσό κατώτερο του ανωτέρω χρηματικού ορίου που απαιτείται για να έχει η πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα κατά την ως άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, η οποία, όπως λέχθηκε, εφαρμόζεται ως ευνοϊκότερη και στην παρούσα περίπτωση, γεγονός που δεν καθιστά την πράξη πλημμέλημα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Τούτο δε διότι, όπως λέχθηκε στη μείζονα σκέψη κρίσιμο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος και την εφαρμογή του Ν.1608/1950, είναι το όφελος, που κατά τη γνώση που είχε όταν ενεργούσε ο κατηγορούμενος και το οποίο σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στον συγκατηγορούμενο του και να προκαλέσει αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του Δημοσίου, ήταν ανώτερο του ως άνω χρηματικού ορίου που θέτουν η διάταξη του άρθρου 216 παρ.3 ΠΚ και το άρθρο 1 Ν 1608/1950, αφού ανερχόταν αντικειμενικά, στο ανωτέρω συνολικό ποσό, που προκύπτει από τις καταλογιστικές πράξεις των τελωνειακών αρχών που αναγνώσθηκαν, ποσό το οποίο και επιμένει να απαιτεί το Δημόσιο από τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπήχθη στις ως άνω ευνοϊκές ρυθμίσεις, που επιβλήθηκαν από τον ανωτέρω και μόνο λόγο, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας Μ1 (βλ. από 23-1-2008 έγγραφο ΔΙΠΕΑΚ που αναγνώσθηκε). Για το λόγο αυτό ακριβώς και είναι νομικά αδιάφορη για το χαρακτηρισμό της ως άνω πράξεως ως κακουργήματος η έκδοση της από 20-9-2007 αποφάσεως του ΔΕΚ, την οποία επικαλείται ο κατηγορούμενος και αναγνώστηκε και με την οποία κρίθηκε ότι, με τον καθορισμό του τέλους ταξινόμησης των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων κοινοτικής προέλευσης με μοναδικό κριτήριο την παλαιότητα, η Ελλάδα παραβιάζει το άρθρο 90 της ΕΚ. Αβάσιμα λοιπόν ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι η πράξη του έχει χαρακτήρα πλημμελήματος και πρέπει να παύσει η σε βάρος του ποινική δίωξη οριστικά λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, αφού παρήλθε διετία από της τελέσεως της. Συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, όπως εξειδικεύεται στον διατακτικό και να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ., αφού επί τόσα πολλά έτη μετά την τέλεση της πράξεως, συμπεριφέρθηκε καλώς δεν τέλεσε άλλη αξιόποινη πράξη, ούτε είχε ανάλογη παραβατικότητα, αλλ' αντιθέτως ασχολείται με τις επιχειρήσεις του και διάγει νόμιμα. Οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν κατά τα ανωτέρω. Όπως κατηγορηματικά κατέθεσε ο μάρτυρας Μ1 που χειρίσθηκε, όπως λέχθηκε την υπόθεση, όταν αποκαλύφθηκε η παράνομη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, τα οποία και δεσμεύτηκαν αρχικά και στη συνέχεια κατασχέθηκαν ως αντικείμενα λαθρεμπορίας, πράξη η οποία αποδόθηκε στους κατηγορουμένους αλλά με την 3270/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για ένα χρονικό διάστημα έπαυσε οριστικά η σε βάρος τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου και για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα κηρύχθηκαν αθώοι, αφού η πράξη κρίθηκε ως απλή τελωνειακή παράβαση (ΑΠ 1342/2001), ο πρώτος κατηγορούμενος αγνοούσε ότι τα ανωτέρω έγγραφα που του παρέδωσε ο συγκατηγορούμενος του, για να αποδείξει ότι είχε γίνει η εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο, ήταν πλαστά. Πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος θεωρούσε ότι ο δεύτερος, τον οποίο έβλεπε να κυκλοφορεί με ευρωπαϊκές πινακίδες τα ανωτέρω πολυτελή αυτοκίνητα, είχε τη δυνατότητα αποκτήσεως της ιδιότητας του φοιτητή σε αγγλικό Πανεπιστήμιο, αφού τα αυτοκίνητα έφεραν αγγλικές πινακίδες και ευλόγως πίστευε, αφού είχε και τη διαβεβαίωση του, ότι είχε δυνατότητα να τον εγγράψει στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στο οποίο ήταν και αυτός εγγεγραμμένος και δεν μπορούσε να σκεφθεί ότι, όταν του έφερε τα ανωτέρω αποδεικτικά της εγγραφής του έγγραφα, δεν είχε γίνει η εγγραφή του και τα έγγραφα ήταν πλαστά. Πρέπει να τονισθεί ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, μόλις διαπιστώθηκε η παράνομη κυκλοφορία του αυτοκινήτου, δεν έφερε αντίρρηση στην δέσμευση του από τις τελωνειακές Αρχές, όπως έκανε ο συγκατηγορούμενος του, που αντέδρασε βίαια, όπως καταθέτει ο μάρτυρας Μ2, στη συνέχεια δε μετά τροποποίηση του Ν.2960/2001 με το Ν. 3453/2006 ζήτησε να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 137Γ 11 του Τελωνειακού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, κατ' εφαρμογή των οποίων η ανωτέρω απαίτηση του Δημοσίου εκ της ... καταλογιστικής πράξεως, να περιορισθεί σε 10.240 e, ποσό το οποίο και κατέβαλε στις 1-12-2006 (βλ. ... αποδεικτικό είσπραξης και από 23-1-2008 έγγραφο της ΔΙ.ΠΕΑΚ που απεστάλη σε εκτέλεση της 2439/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου και αναγνώσθηκαν). Ενόψει τούτων δημιουργούνται αμφιβολίες αν ο κατηγορούμενος αυτός γνώριζε ότι όταν έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων ότι αυτά ήταν πλαστά. Αμφιβολίες επίσης δημιουργούνται ενόψει των ανωτέρω και περί του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προκάλεσε στον δεύτερο την απόφαση να καταρτίσει τα ως άνω πλαστά έγγραφα που τον αφορούν και τα οποία ο ίδιος στη συνέχεια χρησιμοποίησε, τούτο δε διότι, προεχόντως, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν του ζήτησε να καταρτίσει τα ως άνω πλαστά έγγραφα, αλλά απλώς να τον εγγράψει στο Πανεπιστήμιο για τον προαναφερθέντα σκοπό, και για την εξυπηρέτηση αυτή και την κάλυψη των δαπανών του, του κατέβαλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό, σε κάθε δε περίπτωση ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε αποφασίσει να καταρτίσει το πλαστό ως άνω έγγραφο που αφορούσε τον ίδιο και έτσι δεν χρειαζόταν να γίνει πιεστικός και φορτικός ο πρώτος κατηγορούμενος για να τον πείσει να κάνει το ίδιο και γι' αυτόν, σε τρόπο ώστε να θεωρηθεί ηθικός αυτουργός της πράξεως που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του. Οι εν λόγω αμφιβολίες πρέπει να ερμηνευθούν υπέρ του πρώτου κατηγορουμένου και να κηρυχθεί αθώος της πράξεως που του αποδίδεται κατά το διατακτικό.". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναίρεσε ίων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996, 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, όπως αντικ. από τα άρθρα 4 παρ. 5 ν. 1738/1987 και 36 ν. 2172/1993, σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του ν. 2408/1996, 16 παρ. 2 ΝΔ 2576/1953, 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ούτε, επίσης, το άνω Δικαστήριο παραβίασε το άρθρο 98 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε υπό το κράτος ισχύος του ν. 2408/1996, ως προς το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας, ενόψει του ότι, ως υπαγόμενο αυτό στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 1608/1950, δεν εφαρμόζεται επ' αυτού το άρθρο 98 ΠΚ, αλλά ως ειδική διάταξη η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953. Ούτε, περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε, τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, ότι: 1) δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την πράξη για την οποία καταδικάστηκε 2) δεν προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση αν ο αναίρεσε ίων καταδικάστηκε για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, χρήση πλαστού εγγράφου ή και για τις δύο, ενόψει του ότι, αν και στο σκεπτικό αναφέρονται και οι δύο πράξεις του επιβλήθηκε μία ποινή 3) το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό ... πιστοποιητικό του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Μπίρμινχαμ Μεγ. Βρετανίας, το οποίο αναγνώσθηκε 4) δεν αναφέρονται και δεν αιτιολογούνται ειδικότερα οι έννομες συνέπειες της πράξεως του 5) δεν προσδιορίζεται το ύψος της ζημίας του Δημοσίου και ο τρόπος πρόκλησης αυτής, και 6) οι δασμοφορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου οι οποίες αποτελούν, κατά τις παραδοχές της απόφασης και τη ζημία του δεν αποτελούν νόμιμες απαιτήσεις, είναι αβάσιμες, διότι: 1) όπως προαναφέρθηκε, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία για τη θεμελίωση της πράξεως πραγματικά περιστατικά, 2) σαφώς προκύπτει από την απόφαση, ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, την οποία τέλεσε σε βάρος του Δημοσίου, με την επιβαρυντική περίσταση που προαναφέρθηκε 3) εφόσον με την απόφαση βεβαιώνεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "... όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", οπωσδήποτε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το παραπάνω έγγραφο, δίχως να προκύπτει το αντίθετο από τη μη ειδικότερη αναφορά του στην απόφαση 4) κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο κατηγορούμενος κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε, κατά τον τρόπο που ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό, με σκοπό να παραπλανήσει με αυτά τους αρμοδίους υπαλλήλους, ότι, ως φοιτητές Πανεπιστημίου της Αγγλίας, ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενος του είχαν το δικαίωμα να εισάγουν, κατέχουν και κυκλοφορούν εντός της Ελλάδας τα παραπάνω αυτοκίνητα, σκοπό τον οποίο πέτυχαν, δίχως να καταβάλλουν προς τούτο τους δασμούς και φόρους, που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στο Ελληνικό Δημόσιο, για τον εκτελωνισμό και τη νόμιμη κυκλοφορία των, 5) με την απόφαση σαφώς προσδιορίζεται το ύψος του κέρδους και της αντίστοιχης ζημίας, που σκόπευε ο αναιρεσείων από την πράξη του και επαρκώς αιτιολογείται ο τρόπος προσπορισμού του κέρδους και πρόκλησης της ζημίας και 6) με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι α) ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως γνώριζε ότι το όφελος, το οποίο σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, συνίστατο στην αποφυγή καταβολής των δασμών φόρων κλπ τελών, που ήταν υποχρεωμένος διαφορετικά να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο, για τον εκτελωνισμό και τη νόμιμη κυκλοφορία των εν λόγω αυτοκινήτων και ανερχόταν στο ποσό των 161.297.525 δραχμών και β) κρίσιμο στοιχείο για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως και την εφαρμογή του ν. 1608/1950, είναι το όφελος που, κατά τη γνώση που είχε, όταν ενεργούσε ο κατηγορούμενος και το οποίο σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στον συγκατηγορούμενο του και να προκαλέσει αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του Δημοσίου, ήταν ανώτερο των χρηματικών ορίων που προαναφέρθηκαν, αφού ανερχόταν στο ανωτέρω συνολικό ποσό, που προκύπτει από τις καταλογιστικές πράξεις των τελωνειακών αρχών, ποσό το οποίο και επιμένει να απαιτεί το Ελληνικό Δημόσιο από τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπήχθη σε ευνοϊκές ρυθμίσεις, με βάση δε τις παραδοχές αυτές, ορθώς με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι είναι νομικά αδιάφορη για το χαρακτηρισμό της ως άνω πράξεως ως κακουργήματος η έκδοση της από 20-9-2007 αποφάσεως του ΔΕΚ, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων και αναγνώσθηκε και με την οποία κρίθηκε ότι, με τον καθορισμό του τέλους ταξινόμησης των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων κοινοτικής προέλευσης με μοναδικό κριτήριο την παλαιότητα, η Ελλάδα παραβιάζει το άρθρο 90 της ΕΚ. Επομένως οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίκληση, κατ' επίφαση, α) ελλείψεως της επιβαλλόμενης πιο πάνω αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτοι. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλει την, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αιτίαση, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση διατάχθηκε η δήμευση των αυτοκινήτων, που αναφέρονται στις από ..., ..., ... και ... εκθέσεις κατασχέσεως, δίχως να συντρέχει νόμιμη περίπτωση. Από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι στο διατακτικό της περιλήφθηκε διάταξη σύμφωνα με την οποία 1) επικυρώθηκαν τρεις κατασχέσεις με χρονολογία α) ..., β) ..., γ) από ... και η από ... προσωρινή συντηρητική δέσμευση αυτοκινήτου, που συντάχθηκε από τον Τ1 και 2) διατάχθηκε η δήμευση των αυτοκινήτων που κατασχέθηκαν με αυτές. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις παραπάνω εκθέσεις κατασχέσεως, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, τα αυτοκίνητα που αναφέρονται σ' αυτές κατασχέθηκαν, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας και όχι ως προϊόντα της πλαστογραφίας ή μέσα τελέσεως αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), που προέβη στην εκδίκαση της πράξεως της λαθρεμπορίας, είχε την εξουσία να διατάξει τη δήμευση των, όπως και έπραξε με την 3270/2003 απόφαση του και όχι εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτό προέβη, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην εκδίκαση μόνο της πλαστογραφίας. Συνεπώς, η παραπάνω αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι βάσιμη, ακολούθως δε είναι βάσιμος και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό και να διαταχθεί η απάλειψη της περί δημεύσεως διάταξης της. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, κατά τα λοιπά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 678/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες: 1) "Επικυρώνει τις τρεις κατασχέσεις με ημ/νία α) ... που συνετάγη από τον Τελωνειακό Υπάλληλο Μ1 β) ... που συνετάγη από τον Τελωνειακό Υπάλληλο Τ1 γ) ... που συνετάγη από τον Μ2, την από ...προσωρινή συντηρητική δέσμευση αυτοκινήτου που συνετάγη από τον Τ1, υπάλληλο της κίνησης ΔΙΠΕΑ" και 2) "Διατάσσει τη δήμευση των κατασχεθέντων αυτοκινήτων, τα οποία αναφέρονται στις παραπάνω εκθέσεις κατάσχεσης". Διατάσει την απάλειψη των παραπάνω διατάξεων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του Δημοσίου. Κρίσιμο για την κακουργηματική μορφή το συνολικό όφελος που σκόπευε ο δράστης. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για ειδική αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Δέχεται αίτηση για υπέρβαση εξουσίας που αφορά τη δήμευση του αυτοκινήτου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Δήμευση.
0
Αριθμός 1973/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Δήμα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 120, 121, 122, 123/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Μαρούπα. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.168/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησης της (αρνητική υπέρβαση). Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να μνημονεύει, μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης και το άρθρο του ποινικού νόμου, το οποίο προβλέπει την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Ως τέτοιο νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα ,διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της. Μπορεί όμως εφόσον, η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε να την προτείνει και στη δευτεροβάθμια δίκη, εφόσον προβλήθηκε ως λόγος εφέσεως (άρθρ. 173 παρ.1 ΚΠοινΔ). Αντίθετα, η κλήση, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν απαιτείται να περιέχει τα ανωτέρω. Αλλά αρκεί να παραπέμπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία αυτά. Κατά τα λοιπά, η κλήση πρέπει να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Αν η κλήση δεν περιέχει και τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 321 περ. 4 του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 120 περ. 1 του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητα του σε κάθε στάδιο της δίκης. Εξάλλου, κατά την διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφαση του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ότι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Έτσι, η περί παραπομπής απόφαση έχει το χαρακτήρα παραπεμπτικού βουλεύματος και υπόκειται στα κατά των σχετικών βουλευμάτων προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου, ενώ κατά το άρθρο 314 του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την όποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28, 302 παρ.1 και 314 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "... ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω η απόφαση με την οποία το δικαστήριο διατάσσει είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με αίτηση του εισαγγελέα ή ενός από τους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 145 του ΚΠοινΔ, τη συμπλήρωση προηγούμενης απόφασης του ενσωματώνεται σ' εκείνη την οποία συμπληρώνει και αποτελεί ένα όλο με αυτή, διότι η τυχόν αναγραφή στο επιδιδόμενο έγγραφο άλλου από το αρμόδιο να δικάσει Δικαστήριο δεν το καθιστά το εισαγωγικό αυτό έγγραφο (κλητήριο ή κλήση) άκυρο και ανενεργές ως προς τις ως άνω έννομες συνέπειες του. Πράγματι το έγγραφο αυτό ως δηλωτικό του τέλους της προπαρασκευαστικής διαδικασίας και του αμετακλήτου της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν επαναλαμβάνεται, στηρίζει δε την διαδικασία του, επιλαμβανομένου της υπόθεσης αναρμόδιου δικαστηρίου προκειμένου αυτό να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο καθώς επίσης στηρίζει τη διαδικασία του κατ' έφεση δικάζοντος την αναρμοδίως εισαχθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπόθεση, προκειμένου αυτό να δικάσει ανεκκλήτως την ουσία, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις. Εξάλλου κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως μετά από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση του στη συζήτηση της υπόθεσης. Για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία αρκεί το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα ή κλήση να περιέχει τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται ούτος να εμφανισθεί, δεν είναι δε αναγκαίο, για την εγκυρότητα της κλήσης και την ύπαρξη της κύριας διαδικασίας και της αναστολής της παραγραφής, το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο που θα δικάσει τελικά την υπόθεση (Ολομ. ΑΠ 2/1997). Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 120, 121, 122, 123/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εικοσιενός (21) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Ο αναιρεσείων προτείνει ως λόγους αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεώς του α) την απόλυτη ακυρότητα επειδή παραστάθηκε παράνομα η πολιτική αγωγή στη διαδικασία του ακροατηρίου (άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ), β) τη σχετική ακυρότητα λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως (άρθρο 174 παρ. 2 του ΚΠΔ) και γ) την υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την κρίση περί της βασιμότητας των προτεινόμενων ως άνω λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. ΑΒΜ Β02/245 (ΑΟ2) 15021) και ΑΒΩ ΕΓ/203/119/686 από 28.11.2003 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, ο ήδη αναιρεσείων και οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι : "Την 24-12-2001 στη δημοτική οδό ...-... του Δήμου ... ... από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν τα αξιόποινα αποτελέσματα που προκάλεσε η πιο κάτω πράξη τους, είτε τα προέβλεψαν ως πιθανά., πίστεψαν όμως ότι δεν θα επερχόταν και έτσι, αφενός μεν επέφεραν το θάνατο α) του Ω1 και β) του Ω2, αφετέρου δε προκάλεσαν σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του Ω3. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο : Α. ο 1ος εξ αυτών ΑΑ ως Δήμαρχος του Δήμου ..., ο 2ος εξ αυτών Χ ως Αντιδήμαρχος του ιδίου Δήμου και υπεύθυνος για τα θέματα περιβάλλοντος και καθαριότητος, ο 3ος εξ αυτών ΒΒ ως Δημοτικός υπάλληλος και προϊστάμενος του Τμήματος Περιβάλλοντος του ιδίου Δήμου και ο 4ος εξ αυτών ΓΓ ως Δημοτικός Υπάλληλος του ιδίου Δήμου και αρμόδιος για την επίβλεψη των συνεργείων καθαριότητος του ιδίου Δήμου, δεν εμερίμνησαν, καίτοι αρμόδιοι προς τούτο, ως εκ της ως άνω ιδιότητος τους, για την συντήρηση, τον τακτικό έλεγχο και την εν γένει ασφαλή λειτουργία του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΦ απορριμματοφόρου οχήματος του ανωτέρω Δήμου με το οποίο επραγματοποιείτο αποκομιδή των απορριμμάτων από διάφορους ορεινούς οικισμούς και δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου και συγκεκριμένα αφενός μεν δεν προσκόμισαν το εν λόγω όχημα για να υποβληθεί στον αναγκαίο περιοδικό τεχνικό έλεγχο από το ΚΤΕΟ, καίτοι έπρεπε αυτό να ελεγχθεί πριν από την 16-5-1996, παραμένοντας έτσι ανέλεγκτο επί μία 5ετία περίπου, αφετέρου δε, παρά τις σχετικές επισημάνσεις των εργαζομένων του Δήμου, οδηγών του συγκεκριμένου απορριμματοφόρου, δεν εμερίμνησαν για την αντικατάσταση των ελαστικών των εμπρόσθιων τροχών και την επισκευή, συντήρηση και ρύθμιση του συστήματος διεύθυνσης και τροχοπεδήσεως του εν λόγω οχήματος, με αποτέλεσμα να φέρει αυτό εκτεταμένες φθορές και μηχανικές βλάβες και δη : α. τα ελαστικά των εμπρόσθιων τροχών ήσαν εντελώς φθαρμένα, μονόπλευρα στο έξω μέρος τους και μάλιστα στο μισό πλάτος του πέλματος είχαν εμφανισθεί λόγω της φθοράς τα εσωτερικά σύρματα που τα συγκρατούσαν, τα συνεμπλόκ στα άκρα της εμπρόσθιας ζαμφόρ καθώς και τα συνεμπλόκ της εμπρόσθιας δεξιάς σούστας ήταν επίσης μονόπλευρα φθαρμένα και β) τα διάφορα εξαρτήματα, όπως οι πείροι, τα δακτυλίδια, ο άξονας και τα μπούλ παρουσίαζαν επίσης φθορές, ήτοι ατέλειες, συνεπεία των οποίων το όχημα είχε απωλέσει την αξιοπιστία ευθυγράμμισης του εμπρόσθιου βασικού συστήματος και την δυνατότητα σωστής συμπεριφοράς σε περίπτωση αιφνίδιου φρεναρίσματος ή σε περίπτωση κίνησης σε κλειστές στροφές της οδού. Β. Ο 5ος εξ αυτών ΔΔ, αφενός μεν ως πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου του Α.Δ. ... του Δήμου ..., δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε να τοποθετηθούν στηθαία ασφαλείας και να γίνουν τα κατάλληλα τεχνικά έργα για την απορροή των ομβρίων υδάτων και την αποτροπή κατολισθήσεων, κατά μήκος της δημοτικής οδού η οποία συνδέει το ... με το ..., αφετέρου δε, ως εργολάβος και ανάδοχος του έργου "βελτίωση Ε.Ο. εισόδου ..." δεν προέβη στην κατασκευή τοιχείων αντιστήριξης πρανών επί της ως άνω οδού, ως υποχρεούτο εκ της οικείας εργολαβικής συμβάσεως και επιπλέον κατά την βελτίωση και ισοπέδωση του οδοστρώματος δεν προνόησε ώστε η κλίση του να είναι προς το εσωτερικό του δρόμου και όχι προς τη χαράδρα, όπως ήταν, με αποτέλεσμα σε ένα σημείο της εν λόγω οδού (600 μέτρα περίπου από την διασταύρωση), λόγω των βροχοπτώσεων, να πέσουν χώματα από το πρανές και να σχηματισθεί ένα λεπτό στρώμα λάσπης, το οποίο έκανε το οδόστρωμα ολισθηρό και επικίνδυνο για τα διερχόμενα οχήματα. Συνεπεία των ανωτέρω συνδυασμένων ενεργειών και παραλείψεων των κατ/νων την 24.12.2001 ο εργαζόμενος στο Δήμο ... Ω1 , οδηγών το προαναφερόμενο υπ' αριθ. κυκλ. ... ΑΧΦ απορριμματοφόρο όχημα του Δήμου σε εκτέλεση προγραμματισμένου δρομολογίου για την αποκομιδή των απορριμμάτων από το Δ. Α ... και τους γύρωθεν οικισμούς, με συνεπιβάτες τους εργάτες καθαριότητος του Δήμου Ω2 και Ω3, όταν έφθασε στο παραπάνω σημείο της δημοτικής οδού ...- ..., λόγω της ολισθηρότητος του οδοστρώματος από το στρώμα της λάσπης και της αντικανονικής προς την χαράδρα κλίσης της οδού, απώλεσε τον έλεγχο του έμφορτου απορριμματοφόρου, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, εν συνεχεία κατακρημνίστηκε σε χαράδρα βάθους 100 μέτρων περίπου, καθόσον, παρά το γεγονός ότι ο ανωτέρω οδηγός του επεχείρησε να ενεργοποιήσει το σύστημα τροχοπέδησης, λόγω των προαναφερομένων εκτεταμένων φθορών των ελαστικών του και του συστήματος διεύθυνσης και τροχοπέδησης, δεν κατάφερε να το συγκρατήσει και να το επαναφέρει στην κανονική πορεία του. Αποτέλεσμα δε της εκτροπής, ανατροπής και κατακρήμνισης του εν λόγω απορριμματοφόρου οχήματος ήταν ο αιφνίδιος θάνατος του οδηγού του Ω1 ... και του συνεπιβάτου του Ω2 ένεκα συνδρόμου καταπλακώσεως, καθώς και ο τραυματισμός του ετέρου συνεπιβάτου του οχήματος Ω3, ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, θώρακος, ημιθωρακίου ...". Στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα, ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να δικασθούν, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1, 14, 15, 26, 28, 94, 302 παρ.1, 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1 του ΠΚ. Κατά του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος, το οποίο επιδόθηκε στους κατηγορουμένους στις 24-3-2004, 16-2-2004, 10-2-2004, 17-2-2004 και 5-4-2004 αντίστοιχα, δεν ασκήθηκε καμία προσφυγή και έτσι η παραπομπή αυτή έγινε αμετάκλητη. Το εν λόγω Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου), με την υπ' αριθ. 2143, 2415/2006 απόφαση του κηρύχτηκε αναρμόδιο καθ' ύλην, λόγω της ιδιότητας του πρώτου κατηγορουμένου ως Δημάρχου (αρθρ. 145 παρ. 1 του Ν. 3463/2006), η ισχύς του οποίου άρχισε την 8-6-2006, ήτοι μετά την επίδοση του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος και λόγω συνάφειας για τους υπόλοιπους, παρέπεμψε δε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου. Η προαναφερόμενη απόφαση έχει το χαρακτήρα του παραπεμπτικού βουλεύματος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Η παραπομπή αυτή έγινε αμετάκλητη αφού κανένας από τους κατηγορουμένους δεν προσέβαλε την απόφαση αυτή. Η απόφαση αυτή θα αποτελούσε, στο στάδιο εκείνο το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης που θα ακολουθούσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εκείνο στο οποίο εισήχθη η υπόθεση με παρόντες όλους τους διαδίκους, εξέδωσε την απόφαση του 430/2008, με την οποία, μετά την παραδοχή σχετικών ενστάσεων των κατηγορουμένων απέβαλε την πολιτική αγωγή, κήρυξε άκυρο το προαναφερόμενο κλητήριο θέσπισμα και παρέπεμψε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, διότι α) δεν αναφερόταν σ' αυτό η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων να ενεργήσουν για να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά μόνο γενική υποχρέωση λόγω της ιδιότητος τους και β) δεν προσδιορίζονταν ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική υποχρέωση τους. Το Δικαστήριο εκείνο, στο οποίο εισήχθη και πάλι η υπόθεση με το από 24-4-2008 εισαγωγικό έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, ανακάλεσε την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση με την απόφαση του 493/2008. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη παραπεμπτική απόφαση είχε περιληφθεί η κατηγορία όπως ακριβώς είχε διατυπωθεί αυτή στο κλητήριο θέσπισμα. Όμως, από παραδρομή είχε παραλειφθεί η αναφορά των άρθρων του ποινικών νόμων που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους. Για την συμπλήρωση της παραπεμπτικής αυτής απόφασης με την παράθεση των σχετικών άρθρων εισήχθη και πάλι η υπόθεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, το οποίο με την απόφαση του 3759/16-10-2008 συμπλήρωσε την παραπεμπτική απόφαση με την παράθεση των άρθρων 1, 14, 15, 26, 28, 94, 302 παρ. 1, 314 παρ. Ια, 315 παρ. 1 του ΠΚ που αναφέρονται στο προαναφερόμενο κλητήριο θέσπισμα, καθώς και των άρθρων 40, 114, 266 του ΠΔ 410/1995 εκ των οποίων τα τελευταία περιέχουν σημειωτέον γενικούς ορισμούς σε σχέση με τα καθήκοντα των κατηγορουμένων ως εκ της ιδιότητος τους και όχι στοιχειοθετικά της μορφής των αδίκων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκαν να δικαστούν, τα οποία διαλαμβάνονταν και στο κλητήριο θέσπισμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από την έκδοση της τελευταίας αυτής απόφασης είχε εκδοθεί, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, η απόφαση αυτού 3125/2-9-2008, με την οποία είχε συμπληρωθεί η προαναφερόμενη παραπεμπτική απόφαση αριθ. 2143-2415/2006 ως προς τη δήλωση παράστασης των Ψ και Φ ως πολιτικώς εναγουσών προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεδομένου ότι η δήλωση παράστασης είχε γίνει εξαρχής στο ανωτέρω Δικαστήριο και είχε σημειωθεί από την Προεδρεύουσα πάνω στο κατηγορητήριο, αλλά από παραδρομή δεν γράφτηκε στην ως άνω υπ' αριθ. 2143-2415/2006 παραπεμπτική απόφαση. Μετά από αυτά με την από 18.12.2008 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου προς τους κατηγορουμένους εισήχθη η υπόθεση και πάλι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στην δικάσιμο της 10-2-2009. Η κλήση αυτή παραπέμπει στην πιο πάνω αναφερόμενη και έχουσα χαρακτήρα παραπεμπτικού βουλεύματος παραπεμπτική απόφαση 2143, 2415/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, προφανώς όπως αυτή είχε συμπληρωθεί με τις προαναφερόμενες αποφάσεις 3125/2008 και 3759/2008 του ίδιου Δικαστηρίου. Οι συμπληρωματικές αυτές αποφάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, έχουν ενσωματωθεί στη συμπληρωθείσα παραπεμπτική απόφαση 2143,2415/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και αποτελούν ένα όλο με αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής και έτσι δεν ήταν αναγκαία η κοινοποίηση και αυτών στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν κλητευθεί για να παρασταθούν κατά τις δικάσιμους κατά τις οποίες εκδόθηκαν. Περαιτέρω η ως άνω από 18-12-2008 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου και η έχουσα χαρακτήρα παραπεμπτικού βουλεύματος προαναφερόμενη παραπεμπτική απόφαση 2143,2415/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την απόφαση 3759/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, περιέχει τον ακριβή καθορισμό των πράξεων και των άρθρων του ποινικού νόμου που προβλέπουν και τιμωρούν αυτές, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων για άρση των αιτιών που οδήγησαν στις ανθρωποκτονίες από αμέλεια και τη σωματική βλάβη από αμέλεια, που τους αποδίδονται. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση δεν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου καθοριστικό της νομοτυπικής μορφής των αδικημάτων ως προαναφέρθηκε, οπότε έπρεπε αυτός να διαλαμβάνεται στην έχουσα χαρακτήρα παραπεμπτικού βουλεύματος προαναφερόμενη παραπεμπτική απόφαση, αλλά από τις ιδιότητες τους, τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας του Δήμου, τις αποφάσεις του Δημάρχου για τον ορισμό των Αντιδημάρχων και τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων του προσωπικού του Δήμου με βάση τον προαναφερόμενο οργανισμό και, συνεπώς, προκύπτει από πλέγμα διατάξεων, τις οποίες οι ίδιοι γνώριζαν και είναι συναφείς με την ιδιότητα τους. Εξάλλου με την επίδοση στους κατηγορουμένους του πιο πάνω αναφερόμενου μη ακυρωθέντος τελικά κλητηρίου θεσπίσματος, διαδικαστικού εγγράφου που συνιστά κατά νόμο δικονομική προϋπόθεση δια την εισαγωγή και εκδίκαση της εκκρεμούσης κατηγορίας (εισαγωγικό της δίκης έγγραφο εν προκειμένω) για να εμφανιστούν, στο αρμόδιο καθύλην αρχικά δικαστήριο, το οποίο κατά το χρόνο που εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση κατέστη αναρμόδιο, λόγω της επελθούσης νομικής μεταβολής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πριν από την παρέλευση της πενταετίας από την ημέρα κατά την οποία οι κατηγορούμενοι φέρονται ότι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτές αξιόποινες πράξεις, έλαβε χώρα αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου αυτή (αναστολή παραγραφής) έλαβε χώρα επιπροσθέτως και με την 2143, 2415/8-06-2006 παραπεμπτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου που εκδόθηκε με παρόντες τους κατηγορουμένους και κατέστη αμετάκλητη, αφού δεν προσβλήθηκε με έφεση και αναίρεση επέχουσα στο στάδιο εκείνο ισχύ παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο διορθώθηκε με την 3759/2008 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, που στοιχειοθετεί η τελευταία ένα σύνολο με αυτό, διότι δεν παρέχεται δυνατότητα αυτοτελούς προσβολής της και επομένως η επίδοση της (διορθωτικής) ή μη στους κατηγορουμένους δεν είχε έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται (η μη επίδοση της) ως λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Τέλος με την μη επίδοση της παραπάνω διορθωτικής απόφασης δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων να λάβουν γνώση του περιεχομένου που τους αποδιδόταν, αφού τα περιστατικά που συγκροτούσαν τις κατηγορίες δεν διαφοροποιήθηκαν καθόλου. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις διατάξεις του άρθρου 145 του ΚΠΔ δεν ορίζεται χρόνος μέσα στον οποίο πρέπει να γίνει η συμπλήρωση ή διόρθωση απόφασης, αλλά αυτή ανατρέχει στο χρόνο εκδόσεως της συμπληρούμενης ή διορθούμενη απόφασης και επομένως το ότι εν προκειμένω η εν λόγω συμπλήρωση και διόρθωση της παραπεμπτικής απόφασης έγινε την 16.10.2008, δεν έχει ως αποτέλεσμα την παραγραφή των πράξεων, αφού έλαβε χώρα αναστολή της παραγραφής. Περαιτέρω εφόσον η παράσταση πολιτικής αγωγής δηλώθηκε νομότυπα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου πριν από την έκδοση της παραπεμπτικής υπ' αριθ. 2143-2415/2006 αποφάσεως (όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 3125/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), δηλαδή πριν συμπληρωθεί πενταετία από την τέλεση των πράξεων (24.12.2001), δεν είχε παραγραφεί η αξίωση των πολιτικώς εναγουσών από την αδικοπραξία των κατηγορουμένων και έτσι οι πολιτικώς ενάγουσες παραστάθηκαν νομίμως στη διαδικασία του ακροατηρίου τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση που επιδόθηκαν στον ήδη αναιρεσείοντα ήταν έγκυρα και επέφεραν αναστολή της παραγραφής των αποδιδομένων σ'αυτόν πράξεων και έτσι ο ισχυρισμός του περί ακυρότητας αυτών, τον οποίο ισχυρισμό πρότεινε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθ. 174 παρ. 2 του ΚΠΔ) και επανέφερε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με ειδικό λόγο εφέσεως, καθώς και ο ισχυρισμός του περί παραγραφής των ανωτέρω πράξεων, είναι αβάσιμοι. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Β' και Η του ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας, περί σχετικής ακυρότητας και περί υπερβάσεως εξουσίας, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το Πενταμελές Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος ΑΑ από το έτος 1999 εκλέγεται Δήμαρχος του Δήμου ... και σύμφωνα με το άρθρο 114 Π.Δ/τος 410/95, ως ισχύει, προΐσταται των υπηρεσιών του δήμου καιτις διευθύνει. Με την με αρ. 3/3-1-2001 απόφαση του, εκδοθείσα νομίμως κατ' εφαρμογή του άρθρου 115§3 ιδίου Π.Δ/τος, σύμφωνα με το οποίο, ο δήμαρχος με απόφασή του μεταβιβάζει αρμοδιότητες σε αντιδημάρχους ορίστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ, αντιδήμαρχος του Δήμου ... για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001 και του μεταβιβάστηκαν αρμοδιότητες μεταξύ των οποίων να επιμελείται σε συνεργασία με τον αντιδήμαρχο των οικονομικών υπηρεσιών, η συντήρηση καθώς και την ευπρεπή εμφάνιση των οχημάτων και εν γένει του μηχανολογικού εξοπλισμού του Δήμου και να εισηγείται εγγράφως στο Δήμαρχο για τον πρόσθετο εξοπλισμό των οχημάτων ή της μετατροπής αυτών, του ανατέθηκε δε να υπογράφει κάθε έγγραφο, πράξη και απόφαση που αναφέρεται στην άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που του μεταβιβάζονται. Στον τρίτο κατηγορούμενο ΒΒ, δημοτικό υπάλληλο και προϊστάμενο του Τμήματος Περιβάλλοντος του Δήμου ..., με βάση τη με αρ. 71/17-3-2000 απόφαση του πρώτου μεταξύ άλλων, ανατέθηκε να παρακολουθεί την ασφαλή στάθμευση όλων των οχημάτων του δήμου στους ορισμένους χώρους στάθμευσης και αναφέρει εγγράφως κάθε διαπιστωμένη ζημία στα οχήματα από υπαιτιότητα αυτών που τα χρησιμοποιούν, προσυπογράφει τις εντολές για την προμήθεια καυσίμων, καθώς και κάθε άλλου υλικού, ανταλλακτικών εργαλείων και μικροαντικειμένων. Τηρεί τα αναγκαία βιβλία για την χρεοπίστωση των υλικών και των ανταλλακτικών που χρησιμοποιούνται για την επισκευή και συντήρηση των αυτοκινήτων και οχημάτων του Δήμου. Ο Δήμος διέθετε τέσσερα απορριμματοφόρα οχήματα, εκτός των άλλων, μεταξύ των οποίων, και το με αρ. κυκλ. ... εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας την 15-5-1995. Ο αδελφός της πολιτικώς ενάγουσας Ω1, είχε προσληφθεί τον Νοέμβριο του 2001 μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός απορριμματοφόρου στον Δήμο ... . Του δόθηκε η εντολή με το με αρ. ... έγγραφο του πρώτου κατηγορούμενου να παραλάβει το ως άνω όχημα, το οποίο και οδηγούσε την 24-12-2001. Σύμφωνα με το από 21-12-2001 ημερήσιο πλάνο εργασιών και κίνησης οχημάτων, όφειλε με άλλους δύο εργάτες να ενεργήσουν αποκομιδή απορριμμάτων στις περιοχές ..., ..., ..., ... και ..., όπου και εργάστηκαν μέχρι την 11.00 π.μ., που τελείωνε η βάρδια τους λόγω ημιαργίας παραμονής Χριστουγέννων, πλην όμως κατόπιν εντολής του αρμοδίου οργάνου του Δήμου, αυτός ως οδηγός και οι εργάτες Ω2, και Ω3, που ανέλαβε υπηρεσία σε αντικατάσταση του εργάτη ΕΕ, συνέχισαν την αποκομιδή απορριμμάτων στα δημοτικά διαμερίσματα ..., ..., ..., ..., ... και ... . Καθόν χρόνο εκινείτο έμφορτο με ταχύτητα 30 χιλιομέτρων την ώρα σε παράκαμψη της δημοτικής οδού ...-..., όπου στην κατεύθυνση του υπήρχε δεξιά στροφή κατηφορική και στο οδόστρωμα υπήρχε λεπτό στρώμα από λάσπη ιδιαίτερα ολισθηρό το οποίο κατέπεσε στην οδό λόγω προηγηθεισών βροχοπτώσεων από το πρανές που υπήρχε στο δεξιό μέρος της οδού, αντιληφθείς τούτο από απόσταση 15 περίπου μέτρων προσπάθησε να τροχοπεδήσει το όχημα. Πλην όμως λόγω της κατάστασης του οδοστρώματος αλλά και της κακής κατάστασης του οχήματος, ως θα αναφερθεί παρακάτω, εξετράπη της πορείας του προς αριστερά και εν συνεχεία ακινητοποιήθηκε με μηδενική ταχύτητα σε χωμάτινο έρεισμα μικρού πλάτους περίπου ενός μέτρου, το οποίο όταν πατήθηκε από το εν λόγω όχημα υποχώρησε με αποτέλεσμα το όχημα να κατακρημνιστεί σε χαράδρα βάθους 100 μέτρων περίπου μεγάλης κλίσης και να επέλθει ο ακαριαίος θάνατος του οδηγού του Ω1 λόγω "συνδρόμου καταπλακώσεως με μεγαλύτερη άσκηση βίας στα κάτω άκρα (τα οποία ακρωτηριάστηκαν) και στο θώρακα" και του συνεπιβάτη, Ω2 λόγω "συνδρόμου καταπλακώσεως με σημαντικότατη αιτία την συμπίεση του θώρακος" και ο τραυματισμός του συνεπιβάτη του Ω3, ο οποίος υπέστη "κάκωση κεφαλής, θώρακος, ημιθωρακίου (ΑΠ) άλγος οσφύος, άλγος αγκώνος ΔΕ". Σε σχέση με την κατάσταση του οχήματος αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, αντιδήμαρχος, στον οποίο ως προαναφέρθηκε είχαν μεταβιβαστεί από τον πρώτο (Δήμαρχο) οι αρμοδιότητες για τη συντήρηση και την ευπρεπή εμφάνιση των οχημάτων, δεν μερίμνησε, καίτοι αρμόδιος προς τούτο, ως εκ της ιδιότητος του και των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων καθώς και τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου για τη συντήρηση, τον τακτικό έλεγχο και την εν γένει ασφαλή λειτουργία του υπ' αρ.κυκλ. ... ΔΧΦ απορριμματοφόρου οχήματος του ανωτέρω Δήμου, με το οποίο πραγματοποιείτο η αποκομιδή των απορριμμάτων από διάφορους δύσβατους οικισμούς και δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου και συγκεκριμένα αφενός μεν δεν έδωσε εντολή να μεταφερθεί το ως άνω όχημα για να υποβληθεί στον αναγκαίο περιοδικό τεχνικό έλεγχο από το ΚΤΕΟ, καίτοι έπρεπε αυτό να είχε ελεγχθεί πριν την 16-5-1996 παραμένοντας έτσι ανέλεγκτο επί μία πενταετία περίπου και κατά την περίοδο που ασκούσε τα ως άνω καθήκοντα, αφετέρου δε, παρά τις σχετικές επισημάνσεις των εργαζομένων του Δήμου, οδηγών του συγκεκριμένου απορριμματοφόρου, δεν μερίμνησε για την αντικατάσταση των ελαστικών των εμπρόσθιων τροχών και την επισκευή, συντήρηση και ρύθμιση του συστήματος διευθύνσεως και τροχοπεδήσεως του εν λόγω οχήματος, με αποτέλεσμα να φέρει αυτό εκτεταμένες φθορές και μηχανικές βλάβες και ειδικότερα α) τα ελαστικά των εμπρόσθιων τροχών ήταν εντελώς φθαρμένα, μονόπλευρα, στο έξω μέρος τους και μάλιστα στο μισό πλάτος του πέλματος είχαν εμφανιστεί (λόγω της φθοράς) τα εσωτερικά σύρματα που τα συγκρατούσαν, β)τα συνεμπλόκ στα άκρα της εμπρόσθιας ζαμφόρ, καθώς και τα συνεμπλόκ της εμπρόσθιας δεξιάς σούστας ήταν επίσης μονόπλευρα φθαρμένα και γ) τα διάφορα εξαρτήματα, όπως οι πείροι, τα δακτυλίδια, ο άξονας και τα μπούλ, παρουσίαζαν επίσης σοβαρές φθορές, ήτοι ατέλειες συνεπεία των οποίων το όχημα είχε απωλέσει την αξιοπιστία της ευθυγράμμισης του εμπρόσθιου βασικού του συστήματος και την δυνατότητα σωστής συμπεριφοράς σε περίπτωση αιφνίδιου φρεναρίσματος ή σε περίπτωση κίνησης σε κλειστές στροφές της οδού. Συνεπεία των ανωτέρω παραλείψεων του, ο εργαζόμενος στο Δήμο ... Ω1 οδηγών το ως άνω όχημα, όταν έφθασε στο παραπάνω σημείο της οδού λόγω της ολισθηρότητας οδοστρώματος, παρά το ότι τροχοπέδησε εγκαίρως το όχημα και δεν είχε αυξημένη ταχύτητα για τις συνθήκες κυκλοφορίας του οδοστρώματος αυτού, απώλεσε τον έλεγχο του και εξετράπη της πορείας του, ως προαναφέρθηκε, γεγονός που δεν θα συνέβαινε, αν ήταν σε καλή κατάσταση τα εμπρόσθια ελαστικά του οχήματος και το σύστημα, διότι θα μπορούσε να συγκρατηθεί το όχημα αφού θα "έπιαναν τα λάστιχα αυτά στο έδαφος" και θα συμπεριφέρετο με ασφάλεια. Ο εν λόγω κατηγορούμενος γνώριζε την κακή κατάσταση των ελαστικών αυτών του οχήματος και τις λοιπές φθορές και βλάβες του α) διότι ο τρίτος κατηγορούμενος, προϊστάμενος του τμήματος περιβάλλοντος είχε απευθύνει υπόμνημα με αρ. πρωτ. ... προς τον πρώτο κατηγορούμενο με κοινοποίηση και στον δεύτερο (αντιδήμαρχο), ο οποίος (πρώτος) το παρέπεμψε στον δεύτερο ως αρμόδιο. Με αυτό ζητούσε να δοθούν εντολές για την άμεση νομιμοποίηση όλων των οχημάτων (πινακίδες κυκλοφορίας, ασφάλιση, ΚΤΕΟ κλπ) επισημαίνοντας ότι υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος και σε τυχόν τέτοια περίπτωση επισήμανε ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για τις υφιστάμενες παρατυπίες, πρότεινε δε όπως συσταθεί γραφείο κινήσεως οχημάτων με άμεση πρόσληψη υπαλλήλου αντιστοίχου κλάδου που θα αναλάβει όλα τα σχετικά με την ασφαλή και νόμιμη κίνηση των οχημάτων (συνοδευτικά έγγραφα, διαταγές πορείας, δελτία κίνησης, ασφάλιση ΚΤΕΟ, συντήρηση, επισκευές, ανταλλακτικά, τροφοδότηση κλπ.), β) ο προηγούμενος οδηγός του απορριμματοφόρου ΣΤ ενημέρωσε τον τρίτο κατηγορούμενο ο οποίος προφανώς απευθύνθηκε στον δεύτερο, ως αρμόδιο, της συντήρησης και της ευπρεπούς εμφάνισης των οχημάτων, γ) ο θανατωθείς οδηγός Ω1 είχε διαμαρτυρηθεί για την κατάσταση του οχήματος στον τρίτο και τον δεύτερο κατηγορούμενο, δ) ο δεύτερος κατηγορούμενος (αντιδήμαρχος) παρέδωσε το όχημα στον ως άνω οδηγό και κατά συνέπεια γνώριζε ότι η κυκλοφορία του εγκυμονούσε κινδύνους. Ο ισχυρισμός του ότι τον μήνα Αύγουστο αλλάχθηκαν τα λάστιχα του οχήματος αυτού αλυσιτελώς προβάλλεται διότι και ο ίδιος ομολογεί την φθορά τους και την κατάσταση τους κατά τον χρόνο που συνέβη το ατύχημα "Τα λάστιχα αλλάχτηκαν τον Αύγουστο. Αυτή η φθορά έγινε μέσα σε 4 μήνες". Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο είχε αποφασίσει όπως τα αυτοκίνητα του Δήμου ... επισκευάζονται στο συνεργείο του ΖΖ, όπως και εγένετο. Ο πρώτος κατηγορούμενος λόγω των αυξημένων καθηκόντων του ανέθεσε την συντήρηση τους στον δεύτερο κατηγορούμενο αντιδήμαρχο, ο οποίος είχε και την εποπτεία τους καθόσον ο ίδιος είχε δώσει εντολή να μεταφερθούν τα οχήματα προς έλεγχο στο ΚΤΕΟ και δεν ενημερώθηκε για την κατάσταση του συγκεκριμένου απορριμματοφόρου. Λόγω των πολλαπλών καθηκόντων του, όση επιμέλεια και προσοχή και αν κατέβαλε ως κάθε μέσος συνετός άνθρωπος ήταν αδύνατο να προβαίνει και στον έλεγχο της συντήρησης των ελαστικών των 15 οχημάτων που διέθετε ο δήμος αυτός, αρμοδιότητα ήδη εκχωρηθείσα. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος κατηγορούμενος με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα από αμέλεια, ήτοι λόγω έλλειψης της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως κάθε μέτριος και συνετός άνθρωπος υπό τις ίδιες περιστάσεις και βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, ενώ είχε νομική υποχρέωση ιδιαίτερη ως εκ της ιδιότητος του και των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί της συντηρήσεως των οχημάτων του δήμου, προέβη στις προαναφερθείσες αναλυτικά παραλείψεις συνεπεία των οποίων επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε, ενώ ηδύνατο και μπορούσε να το προβλέψει και αποφύγει με αποκατάσταση των ως άνω βλαβών και φθορών τους. Κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω και στο διατακτικό της παρούσας αξιόποινες πράξεις". Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 3 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία είναι μη συνειδητή, τον αιτιώδη σύνδεσμο της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς με το επελθόν αποτέλεσμα, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου προς αποτροπή του αποτελέσματος και την πηγή προελεύσεως της υποχρέωσης αυτής. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθ. 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13.7.2009 αίτηση του Χ για αναίρεσης της υπ' αριθ. 120, 121, 122, 123/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και τα δικαστικά της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και σωματική βλάβη από αμέλεια. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Στοιχεία που απαιτούνται για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως για τα ανωτέρω εγκλήματα. Για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία, αρκεί το έγκυρο κατά τα στοιχεία του κλητήριο θέσπισμα ή κλήση να περιέχει προσδιορισμό του δικαστηρίου και δεν απαιτείται το δικαστήριο αυτό να είναι πράγματι αρμόδιο για να δικάσει την υπόθεση. Η απόφαση του αναρμόδιου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο έχει το χαρακτήρα παραπεμπτικού βουλεύματος και αν δεν ασκηθούν κατ' αυτής ένδικα μέσα, η παραπομπή καθίσταται αμετάκλητη. Η απόφαση που διορθώνει ή συμπληρώνει προηγούμενη απόφαση αποτελεί ενιαίο σύνολο όλο με αυτήν και δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα ούτε απαιτείται επίδοση αυτής στον κατηγορούμενο, αρκεί αυτός να έχει κλητευθεί κατά την ορισθείσα για τη διόρθωση ή συμπλήρωση δικάσιμο. Παράσταση πολιτικής αγωγής που δηλώθηκε νομοτύπως ενώπιον του αναρμοδίου δικαστηρίου αλλά από παραδρομή δε περιλήφθηκε στην παραπεμπτική απόφαση. Νομίμως συμπληρώνεται κατά τούτο η απόφαση και νομίμως παρίσταται η πολιτική αγωγή στη μετέπειτα διαδικασία στα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον κατά την αρχικώς δηλωθείσα παράσταση δεν είχε παραγραφεί η αξίωσή της από την αδικοπραξία. Η προταθείσα πρωτοδίκως και απορριφθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να επαναφερθεί με ειδικό λόγο έφεσης ώστε να εξεταστεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αιτιολογημένη καταδίκη για τα προαναφερθέντα εγκλήματα του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέλειψε τη συντήρηση και επισκευή απορριμματοφόρου αυτοκινήτου του Δήμου, ως αρμόδιος προς τούτο και λόγω των ελλείψεων αυτών έπεσε το αυτοκίνητο σε γκρεμό με αποτέλεσμα το θάνατο δύο επιβαινόντων και τον τραυματισμό τρίτου. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή, Κλητήριο θέσπισμα, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ακυρότητα σχετική, Συρροή εγκλημάτων, Αποφάσεως συμπλήρωση.
0
Αριθμός 1972/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 3976/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1111/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 220 του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο από μόνο του ή ε συσχετισμό προς άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και το δεύτερο πρέπει να στηρίζει το πρώτο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, το αυτό δε ισχύει και όταν ο ισχυρισμός όπως διατυπώνεται, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3976/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος προκειμένου να συμμετάσχει στις εξετάσεις μετεγγραφών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ακαδημαϊκού έτους 2001-2002, υπέβαλε προς την επιτροπή Κ.Ε.Ε.Μ.Ε την με ημερομηνία 6-11-2001 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση, που έλαβε αριθμό πρωτ. ... και μαζί με την αίτηση το από 12-9-2001 με αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό του Ιατρικού Πανεπιστημίου Σόφιας, Ιατρικής Σχολής, το οποίο αναφέρει: "o Χ (κατηγορούμενος) Έλληνας υπήκοος είναι εγγεγραμμένος ως τακτικός φοιτητής για το Ι- το ακαδημαϊκό έτος 1999/2000 στις 17-9-1999. Για το ακαδημαϊκό έτος 2000/2001 είναι εγγεγραμμένος για το II ακαδημαϊκό έτος και έχει επιθεωρημένο το Ι-ο, το ΙΙ-ο, το lll-ο και το IV-o εξάμηνα. Ο φοιτητής εγγράφτηκε για το III- το ακαδημαϊκό έτος 2001/2002 και δεν έχει οικονομικές υποχρεώσεις για το Ιατρικό Πανεπιστήμιο". Στη συνέχεια το εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρει τα μαθήματα στα οποία ο κατηγορούμενος έδωσε εξετάσεις, καθώς και τη βαθμολογία την οποία έλαβε, η οποία του εξασφάλιζε την επιτυχία σε κάθε μάθημα. Με βάση το πιστοποιητικό αυτό, τα μέλη της άνω επιτροπής διεξαγωγής εξετάσεων βεβαίωσαν επάνω στην ως άνω αίτηση-υπεύθυνη δήλωση ότι αυτός γίνεται δεκτός για να συμμετάσχει στις κατατακτήριες εξετάσεις προς μετεγγραφή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ο κατηγορούμενος, προς επιβεβαίωση των παραπάνω προσεκόμισε στη συνέχεια στην ίδια επιτροπή και το με αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό του Ιατρικού Πανεπιστημίου Σόφιας-Ιατρικής Σχολής, που αναφέρει ότι ο Χ, εγγράφτηκε τακτικός φοιτητής στο 1° έτος για το 1999/2000 ακαδημαϊκό έτος και στο 2° έτος για το 2000/2001 ακαδημαϊκό έτος, επίσης ότι επιθυμεί την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος όμως, όπως καταθέτει ενόρκως ο πατέρας του στο ακροατήριο, "δεν γράφτηκε ως φοιτητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας στη Βουλγαρία και δεν σπούδασε στο ίδιο Πανεπιστήμιο κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1999/2000 και 2000/2001, αλλά γράφτηκε ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του ΜΠΡΝΟ της Τσεχίας, όπου σπούδασε για δύο χρόνια ιατρική και επειδή από το Πανεπιστήμιο της Τσεχίας δεν μπορούσε άμεσα να δώσει εξετάσεις για μετεγγραφή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πήγε στο φροντιστή του ΑΑ στη ..., ο οποίος του πρότεινε να κάνει μετεγγραφή από την Τσεχία, σε Πανεπιστήμιο στη Σόφια, όπου εκεί έδωσε ένα μάθημα". Όσον αφορά τα παραπάνω έγγραφα, ο αυτός μάρτυρας αναφέρει ότι του τα έδωσε ο ως άνω φροντιστής από τη ..., και μάλιστα ότι ο ίδιος ήλθε σε συνεννόηση μαζί του, χωρίς να ασχοληθεί με όλη τη διαδικασία ο γιος του-κατηγορούμενος. Έτσι από την κατάθεση του πατέρα του κατηγορουμένου, αλλά και από το με ημερομηνία 12-4-2002 έγγραφο του Μαζαρικού Πανεπιστημίου του ΜΠΡΝΟ-Ιατρικής Σχολής, που περιέχεται στην εκκαλουμένη απόφαση και αναγνώστηκε, το οποίο αναφέρει ότι ο Χ τελείωσε επιτυχώς το δεύτερο έτος των σπουδών του στη Γενική Ιατρική στην Ιατρική Σχολή του Μαζαρικού Πανεπιστημίου του ΜΠΡΝΟ στην Τσέχικη Δημοκρατία, προκύπτει αβίαστα ότι ο κατηγορούμενος δεν φοίτησε τα ακαδημαϊκά έτη 1999/2000 και 2000/2001 στην ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας και ότι, επομένως, τα ως άνω έγγραφα που βεβαιώνουν το αντίθετο, δεν είναι γνήσια, αλλά πλαστά. Πλαστή είναι επίσης και η με στοιχεία ... επιστολή προς το τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που φέρεται να έχει εκδοθεί από το τμήμα της πρυτανείας του Πανεπιστημίου της Σόφιας, με σκοπό να επιβεβαιώσει τη δήθεν γνησιότητα του πρώτου από τα άνω έγγραφα, ήτοι του με αριθμό πρωτ. ..., αναφέροντας τα εξής: "Θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι ο Χ ήταν φοιτητής του Πανεπιστημίου μας κατά τη διάρκεια των ακαδημαϊκών ετών 1999-2001 και επιτυχώς ολοκλήρωσε τα πρώτα δύο έτη των σπουδών του, όπως δηλώνεται στο ακαδημαϊκό του αντίγραφο με αριθμό αναφοράς ..., που έχει ήδη υποβάλλει. Επίσης ολοκλήρωσε όλες τις ενότητες του πρώτου και δευτέρου έτους Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ΣΟΦΙΑΣ". Η πλαστότητα της επιστολής αυτής προκύπτει από τα παρακάτω έγγραφα: 1) τη με αριθμό ... ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Βουλγαρία προς την πρεσβεία της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σόφια και 2) από το ΤΗΛΕΑΝΤΙΓΡΑΦΗΜΑ της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Σόφια προς το Εθνικό Και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιατρική Σχολή, με κοινοποίηση στο Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της Αλλοδαπής και προς το Υπουργείο Εξωτερικών, τα οποία έγγραφα έχουν ως θέμα: "Μη επιβεβαίωση γνησιότητας επιστολής του Ιατρικού Πανεπιστημίου Σόφιας με στοιχεία ... προς την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών". Από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει με σαφήνεια και η μη γνησιότητα του ... πιστοποιητικού, που αναφέρεται στην ως άνω επιστολή. Συνεπώς ο κατηγορούμενος προσκομίζοντας στην Κ.Ε.Ε.Μ.Ε το τελευταίο έγγραφο, το οποίο γνώριζε ότι είναι πλαστό, πέτυχε να παραπλανήσει τα μέλη της επιτροπής, ότι αυτός είχε, δήθεν, ολοκληρώσει τα δύο πρώτα ακαδημαϊκά έτη σπουδών στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, με αποτέλεσμα αυτά (τα μέλη της επιτροπής), που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, να βεβαιώσουν, υπογράφοντας στην ως άνω αίτηση-υπεύθυνη δήλωση και θέτοντας σε αυτή σφραγίδα με την ονομασία της επιτροπής και τις ενδείξεις "Ελληνική Δημοκρατία", που κατέστη έτσι (η αίτηση- υπεύθυνη δήλωση) δημόσιο έγγραφο, ότι ο κατηγορούμενος γίνεται δεκτός στις εξετάσεις προς μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, ήτοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος προσκομίζοντας στην Επιτροπή του ΚΕΕΜΕ πλαστό έγγραφο αλλοδαπού Πανεπιστημίου, το οποίο γνώριζε αυτός ότι είναι πλαστό, πέτυχε να παραπλανήσει τα μέλη της Επιτροπής που είναι δημόσιοι υπάλληλοι και να βεβαιώσουν αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο (αίτηση και υπεύθυνη δήλωση με τη σφραγίδα και την υπογραφή τους) ότι ο κατηγορούμενος πληροί τις προϋποθέσεις να γίνει δεκτός στις εξετάσεις για μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επίσης διαλαμβάνει αιτιολογία και για την ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' (κατά το πρώτο σκέλος του) και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο Δικαστήριο, εκτός άλλων και τους παρακάτω ισχυρισμούς: "Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, το αδίκημα δεν συγκροτείται και υποκειμενικώς, αφού αποδείχθηκε ότι δεν είχα πρόθεση να εξαπατήσω τα μέλη της επιτροπής για ο,τιδήποτε, ενώ, εξάλλου, δεν εγνώριζα είτε ότι πρόκειται να βεβαιωθεί από την Επιτροπή οποιοδήποτε αναληθές πραγματικό περιστατικό, είτε ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο (ΑΠ 147/98 ΠΧρ ΜΗ/777, ΑΠ 269/94 ΠΧρ ΜΔ/466, ΑΠ 804/93 ΠΧρ ΜΓ/550). Πραγματικά, όταν προσκομίσθηκαν στην Κ.Ε.Ε.Μ.Ε. τα δικαιολογητικά, πίστευα δεδικαιολογημένως ότι ήταν νόμιμα και γνήσια. Η πεποίθηση μου αυτή ενισχύθηκε από τα εξής: Σε όλα τα, αναφερόμενα στα δικαιολογητικά, μαθήματα, πλην ενός μόνον επιμέρους μαθήματος της Ανατομίας, είχα ήδη εξετασθεί επιτυχώς στο Πανεπιστήμιο της Τσεχίας, όπου σπούδαζα, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα έγγραφα του Πανεπιστημίου αυτού. - Η διαδικασία μεταγγραφής μου στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας έγινε απλώς και μόνον για να περάσω πιο γρήγορα το μοναδικό επιμέρους μάθημα της Ανατομίας, ώστε να συμμετάσχω στις εξετάσεις μετεγγραφής μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τη διαδικασία αυτή ουδόλως ασχολήθηκα εγώ (ήμουν αφοσιωμένος στη μελέτη των μαθημάτων μου), αλλ' αυτής επιμελήθηκε αποκλειστικώς ο πατέρας μου ΒΒ, ο οποίος πείστηκε για τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας, από τον φροντιστή ..., ΑΑ. Όλες τις συνεννοήσεις, επαφές, αλληλογραφία κλπ με το Πανεπιστήμιο της Σόφιας τις ανέλαβε ο ΑΑ, ενημέρωνε δε σχετικώς αποκλειστικώς τον πατέρα μου και μόνον. Μάλιστα, για τα έξοδα της μεταγραφής και των εξετάσεων, ο πατέρας μου κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των 7.000 δολ. ΗΠΑ, όπως προκύπτει από τη σχετική από 25.09.01 απόδειξη. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να μεταβώ στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, όπου εξετάστηκα προφορικώς στο μόνο επιμέρους μάθημα της Ανατομίας, που όφειλα, ο δε καθηγητής, που με εξέτασε, μου δήλωσε ότι η εξέταση μου ήταν επιτυχής. Ενόψει των ανωτέρω, κατά το χρόνο, κατά τον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για συμμετοχή μου στις εξετάσεις είχα εδραία την πεποίθηση ότι ενεργώ νομίμως, αγνοούσα δε την εκ των υστέρων φερομένη και μη αποδειχθείσα πλαστότητα των εγγράφων, που προσκομίσθηκαν από τον πατέρα μου. Άλλωστε, δεν είχα τον παραμικρό λόγο να τελέσω οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, αφού είχα εξετασθεί επιτυχώς σε όλα τα μαθήματα, που απαιτούντο για τη συμμετοχή μου στις εξετάσεις (πλην ενός μόνον, επιμέρους, μαθήματος της Ανατομίας). Τούτο προσεπιβεβαιώνεται και από τη μετέπειτα πορεία μου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου έχω εξετασθεί επιτυχώς στα περισσότερα μαθήματα και, μάλιστα, με υψηλές βαθμολογίες. Για τους ανωτέρω λόγους ζητώ την απαλλαγή μου, κατά πεποίθηση ή, έστω, λόγω αμφιβολιών, τόσον διότι δεν συγκροτείται, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, το έγκλημα, για το οποίο πρωτοδίκως καταδικάστηκα, όσο και λόγω πλάνης μου, πραγματικής, διαφορετικά νομικής, συγγνωστής, της οποίας συντρέχουν όλοι οι νόμιμοι όροι, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα". Όπως διατυπώνονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί, αναφέρονται αποκλειστικά στην έλλειψη των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, δηλαδή στην έλλειψη δόλου με την οποία και συνδυάζονται και έτσι αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, πραγματικής ή νομικής πλάνης. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους και γιαυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3976/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος με την προσκομιδή εν γνώσει του πλαστού εγγράφου αλλοδαπού Δικαστηρίου στα μέλη της επιτροπής του ΚΕΕΜΕ, που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, πέτυχε την παραπλάνηση αυτών και βεβαίωσαν αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο ότι αυτός πληρούσε τις προϋποθέσεις να γίνει δεκτός στις εξετάσεις για μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό του κατηγορουμένου, τον οποίο αυτός θεωρεί ως αυτοτελή, αλλά στην πραγματικότητα είναι αρνητικός της κατηγορίας. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1971/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 22572/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 865/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών, ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα, της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 22572/2009 απόφασή του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Σε βάρος του ασφαλιστικού συνεταιρισμού συνεργαζομένων σωματείων επαγγελματιών πωλητών λαϊκών αγορών ανατολικής και δυτικής Αττικής με την επωνυμία "Η ΣΤΕΓΗ" εκδόθηκε η επίδικη με αριθμό ... πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) του Ι.Κ.Α.... για συνολικό ποσό 245.507,55 ευρώ οφειλομένων εισφορών για την ασφάλιση προσωπικού κατά την περίοδο από 1-10-2000 έως 31-12-2001. Από το σύνολο των οφειλομένων ως άνω εισφορών ποσό 81.835,85 ευρώ αφορούσε σε εργατικές εισφορές και ποσό 163.671,70 ευρώ σε εργοδοτικές εισφορές. Ο προαναφερόμενος συνεταιρισμός "Η ΣΤΕΓΗ", σύμφωνα με το από 11-1-1984 καταστατικό του, είναι υπεύθυνος για την καταβολή στο Ι.Κ.Α. των νομίμων εισφορών για την ασφάλιση των μελών του, ήτοι τους επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών ανατολικής και δυτικής Αττικής. Τα μέλη του Δ.Σ. του ανωτέρω συνεταιρισμού εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των μελών του για θητεία ενός έτους και αναλαμβάνουν τη διοίκηση (15) ημέρες μετά την εκλογή τους. Το τελευταίο Δ.Σ. αποτελείτο από τους X1 (εκκαλούντα - κατηγορούμενο) ως πρόεδρο, Π1, ..., Δ1 και .... και η θητεία του έληξε στις 7-6-1995. Έκτοτε, και έως το έτος 2004 δεν είχαν διεξαχθεί εκλογές από τη γενική συνέλευση για την ανάδειξη νέας διοίκησης με αποτέλεσμα κατόπιν υποβληθείσας αίτησης περί διορισμού προσωρινής διοίκησης εκ μέρους μελών του ανωτέρω συνεταιρισμού, ήτοι των X1 (εκκαλούντος), ...., Δ1 και ... να εκδοθεί η υπ.αρ. 6149/2004 απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας του Μονομελούς Πρωτ/κείου Αθηνών δυνάμει της οποίας διορίστηκαν ως προσωρινή διοίκηση του συνεταιρισμού τα σ' αυτήν αναφερόμενα πρόσωπα. Έτσι λοιπόν, από το έτος 1995, που έληξε η θητεία του τελευταίου Δ.Σ., και έως τις αρχές έτους 2005, οπότε έγιναν νόμιμα αρχαιρεσίες από τις οποίες και αναδείχθηκε το νέο Δ.Σ. του συνεταιρισμού, ήτοι επί μία σχεδόν δεκαετία εντός της οποίας περιλαμβάνεται και η επίδικη χρονική περίοδος κατά την οποία τελέστηκαν οι αποδιδόμενες στον εκκκαλούντα - κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, ο συνεταιρισμός "Η ΣΤΕΓΗ" εξακολούθησε να λειτουργεί κυρίως από τον τελευταίο (εκκαλούντα), ο οποίος εμφανιζόταν έως τις 1-3-2005 ενώπιον των τρίτων με την ιδιότητα του "πρόεδρου" αυτού χρησιμοποιώντας και την σφραγίδα του συνεταιρισμού. Τούτο δε, ενδεικτικά προκύπτει από την προσαγόμενη από ... βεβαίωση του εκκαλούντος προς το Ι.Κ.Α. ..., τις από 5/11/2003 και 7/11/2003 ενστάσεις του εκκαλούντος κατά Π.Ε.Ε. του Ι.Κ.Α. ..., τις από ... και ... αποδείξεις κατάθεσης ποσού 76.015 ευρώ και 60.015 ευρώ αντίστοιχα στην ΕUROΒΑΝΚ... με αιτιολογία την πληρωμή Ι.Κ.Α., καθώς και από την από 19-10-2004 μήνυση που υπέβαλε ο εκκαλών ως πρόεδρος του συνεταιρισμού ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών κατά των Π1 και ..., απορριπτόμενου εντεύθεν ως ουσία αβασίμου του περί του αντιθέτου σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει ο εκκαλών να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων με το κατηγορητήριο για το διάστημα από 1-2-2001 έως και 31-12-2001 και για συνολικά οφειλόμενο ποσών ασφαλιστικών εισφορών έναντι του Ι.Κ.Α. ... ποσού 188.215 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 125.477 ευρώ αφορά σε εργοδοτικές εισφορές και ποσό 62.738 ευρώ σε εργατικές εισφορές. Για το προγενέστερο ένδικο διάστημα από 1-10-2000 έως και 31-1-2001 ,κατά το οποίο επίσης ο εκκαλών είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς τον ίδιο ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική του δίωξη λόγω παραγραφής, δοθέντος ότι από το χρόνο τελέσεως και έως τη σημερινή εκδίκαση έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας (άρ. 111 παρ. 1, 2 περ. 3, 112 και 113 ΠΚ σε συνδ. με άρ. 370 περ. β' ΚΠΔ). Η ένσταση - προσωπικός λόγος απαλλαγής του εκκαλούντος (άρ. 2 του Α.Ν. 86/69 σε συνδ. με άρ. 379 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ) λόγω εξοφλήσεως της επίδικης οφειλής, ενόψει ότι ο συνεταιρισμός "Η ΣΤΕΓΗ" ως πρωτοφειλέτης έχει καταβάλλει τμηματικά προς το Ι.Κ.Α. ... από το έτος 2005 έως και σήμερα ποσό άνω των 3.000.000 ευρώ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες καταβολές αφορούσαν την ένδικη Π.Ε.Ε., αλλά αντίθετα τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι διενεργήθηκαν εκ μέρους του ανωτέρω συνεταιρισμού (ως τρίτου) καταβολές για λογαριασμό του κατηγορούμενου - εκκαλούντος προς το σκοπό αθώωσής του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές (εργατικές και εργοδοτικές) και την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη και υπόχρεου για καταβολή των εισφορών υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του οφειλέτη Συνεταιρισμού. Επίσης αιτιολογεί και την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί εξοφλήσεως των οφειλόμενων εισφορών. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-5-2009 αίτηση του X1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 22572/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος ως Πρόεδρος του Δ.Σ. ασφαλιστικού συνεταιρισμού συνεργαζομένων σωματείων, δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για το απασχοληθέν προσωπικό. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού περί εξοφλήσεως της οφειλής. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
2
Αριθμός 1970/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) X1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αδαμόπουλο, 2) X2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα και 3) X3, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αδαμόπουλο, περί αναιρέσεως της 40006/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15.6.2009, 12.6.2009 και 15.6.2009 τρεις χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 977/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 15.6.2009, 12.6.2009 και 15.6.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων X1, X2 και X3 αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 40006/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των οποίων οι λόγοι συμπίπτουν, είναι προδήλως συναφείς και πρέπει να συνεξεταστούν. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, ενώ κατά την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές τών εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά την παρ. 1, Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικά για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Περαιτέρω, με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 ορίζεται ότι για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες (2000) ευρώ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική ή ελεύθερη κρίση του, τέτοια δε απόφαση είναι και εκείνη που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 40006/2009 απόφασή του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Οι α', β' και γ' κατηγορούμενοι (ήτοι οι X2, X3 και X1 αντιστοίχως) τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις: 1) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ και 2) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΙΚΑ (που αφορούν το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2001 μέχρι και Δεκέμβριο 2001) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 31-5-2001 μέχρι και 31-1-2002 ως εργοδότες, δηλαδή ως υπεύθυνοι της ανώνυμης εταιρίας "AIR IET A.E." (επιχείρησης αεροπορικών υπηρεσιών και εμπορίου με διεύθυνση τη θέση ..., με ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... και με ΑΓΜ ...) και συγκεκριμένα ο α' κατηγ/νος X2 ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρίας, ο γ' κατηγ/νος X1 ως αντιπρόεδρος αυτής και ο β' κατηγ/νος X3 ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (ενώ αποδείχθηκε ότι όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι είχαν ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και στη διαχείρηση των εταιρικών υποθέσεων με προεξάρχοντα τον β' κατηγ/νο X3), έχοντας απασχολήσει κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2001 μέχρι και Δεκέμβριο 2001 στην ανωτέρω επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή (ήτοι τους κατωτέρω 8 μισθωτούς), που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ όφειλαν για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές εκ ποσού 25.324 ευρώ συνολικά μέχρι την τελευταία εργάσιμη η μέρα (για τις Δημόσιες Υπηρεσίες) του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, παρ' όλα αυτά οι ως άνω κατηγορούμενοι: 1) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) εκ ποσού 16.884 ευρώ για το ανωτέρω διάστημα, με πρόθεση δεν κατέβαλαν αυτές στο ΙΚΑ μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές και 2) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή τους (εργατικές), κατά το ανωτέρω διάστημα, εκ ποσού 8.440 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσουν στο ΙΚΑ, με πρόθεση δεν κατέβαλαν αυτές μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. Ειδικότερα για την μη καταβολή των ανωτέρω εισφορών συντάχθηκε από το αρμόδιο ΙΚΑ ... η υπ' αριθμ. ... Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ), στην οποία αναγράφονται ως εργαζόμενοι στην ως άνω εταιρία και ως ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ οι εξής 8 μισθωτοί: 1) ο M1 με χρόνο απασχόλησης από 1-9-2000 έως 31-12-2001 ως φύλακας, 2) ο ... με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2001 έως 31-12-2001, 3) ο ...ως βοηθός λογιστή, με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2000 έως 31-12-2001, 4) ο ... ως καθαριστής, με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2000 έως 31-12-2001, 5) ο ... ως φύλακας, με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2000 έως 31-12-2001, 6) η ... ως καθαρίστρια με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2000 έως 31-12-2001 7) o ... ως φύλακας, με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2000 έως 31-12-2001 και 8) ο ... με χρόνο απασχόλησης από 1-5-2000 έως 31-12-2001, ενώ στην ως άνω ΠΕΕ αναγράφεται και το συνολικό ύψος των αποδοχών των ως άνω μισθωτών εκ ποσού 35.839.363 δραχμές ή 105.177,88 ευρώ για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, όπως το ποσό αυτό αναλύεται ειδικώς ανά κάθε εργαζόμενο στις αναφερόμενες επιμέρους αποδοχές ανά έτος (βλ. την αναγνωσθείσα ως άνω ΠΕΕ). Σημειώνεται ότι κατ' άρθρο 26 του Α.Ν. 1846/1951 και της υπ' αριθμ. 55575/1965 Απόφασης Υπουργού Εργασίας) ο χρόνος τέλεσης της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών άρχεται από την παρέλευση 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία (Α.Π. 1248/2005 Ελ.Δ. 2005, 1571, Α.Π. 453/2003 Π.Χρ. ΝΔ, 37). Περαιτέρω, ως προς τις αποδιδόμενες σε όλους τους κατηγορούμενους πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, που αφορούν το χρονικό διάστημα από Μάϊο 2000 μέχρι και Μάρτιο 2001 κατά τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό, (που έπρεπε να καταβληθούν, κατά τα προεκτεθέντα, εντός 30 ημερών από το τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ήτοι οι εισφορές Μαρτίου 2001 έπρεπε να καταβληθούν μέχρι 30-4-2001), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη των κατηγ/νων λόγω παραγραφής του αξιόποινου των ως άνω πράξεων, αφού αυτές τιμωρούνται σε βαθμό Πλημμελήματος και ήδη έχει παρέλθει οκταετία από τον χρόνο, κατά τον οποίο φέρονται ότι τελέσθηκαν (άρθρα 111 παρ. 3, 113 παρ. 3 Π.Κ. και 370 εδ. β' Κ.Π.Δ.). Επίσης, για τις αποδιδόμενες στον δ' κατηγ/νο N1 πράξεις ( που αφορούν το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2001 μέχρι και Δεκέμβριο 2001), πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος, γιατί το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες για το εάν αυτός, ως μέλος του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας AIR JET A.E., είχε ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Οι αμφιβολίες αυτές του Δικαστηρίου στηρίζονται στο ότι: α) ο ίδιος ο μάρτυρας του ΙΚΑ κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ότι για το ΙΚΑ "δεν είναι υπεύθυνος ο N1 (δ' κατηγ/νος)" για την καταβολή των επίδικων εισφορών και β) ο X3 (β' κατηγ/νος) κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της απάτης, με την υπ' αριθμ. 7519/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών (που προσκομίσθηκε σε απόσπασμα από τον δ' κατηγ/νο και αναγνώσθηκε), γιατί τοποθέτησε μέλος του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας τον N1 (δ' κατηγ/νο) εν αγνοία του τελευταίου και χωρίς καμμία ενημέρωσή του. Περαιτέρω ο (πρώτος) προβληθείς από τον α' κατηγ/νο ισχυρισμός ( που υποστηρίχθηκε και από τους β' και γ' κατηγ/νους) ότι η επίδικη υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ είναι μη νόμιμη, γιατί συντάχθηκε κατά την κρίση του ΙΚΑ χωρίς να υπάρχει προηγούμενη έγγραφη πρόσκλησή του προς την υπόχρεο εταιρία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο γιατί η εν λόγω ΠΕΕ είναι έγκυρη και ισχύουσα (όπως το τελευταίο δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγ/νους) και εφόσον υπήρχε σχετική αμφισβήτηση από τους κατηγ/νους, υφίστατο δυνατότητα προσφυγής στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, κάτι, όμως, που οι κατηγ/νοι δεν έπραξαν ή τουλάχιστον δεν επικαλέσθηκαν ότι έπραξαν (Α.Π. 1271/2005 Ποιν.Δικ. 2005, 1500, Α.Π. 977/2000 Π.Χρ. ΝΑ, 229). Εξάλλου, και εάν ακόμη υπήρχε εκκρεμούσα σχετική προσφυγή των κατηγ/νων κατά της εν λόγω ΠΕΕ, τούτο δεν θα επηρέαζε την υπό κρίση ποινική δίκη, η οποία δεν εξαρτάται από την απόφαση επί της διοικητικής δίκης (Α.Π. 261/2006 Ποιν.Δικ. 2006, 939). Περαιτέρω και ο (δεύτερος) προβληθείς από τον α' κατηγ/νο ισχυρισμός (που υποστηρίχθηκε και από τον γ' κατηγ/νο ότι οι εργαζόμενοι εικονικώς εφέροντο ότι εργάζοντο στην εταιρία AIK JET A.E., ενώ αληθής εργοδότης τους ήταν ο X3 ή η εταιρία ΓΕΩΧΗΜ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Και τούτο γιατί αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (ήτοι μέχρι 31-12-2001) οι προαναφερόμενοι 8 μισθωτοί εργάζονταν πραγματικά και όχι εικονικά στην εταιρία "AIR JET Α.Ε.", όπως τούτο επιβεβαιώνεται και από την αναγνωσθείσα από 14-10-2002 δήλωση - καταγγελία του M1 (ενός εκ των ως άνω εργαζομένων), ο οποίος δηλώνει ότι απασχολήθηκε από 1-9-2000 έως 11-6-2002 στην εταιρία AIR JET Α.Ε. Επίσης και ο τρίτος ισχυρισμός του α' κατηγ/νου ότι δεν ασκούσε τη διοίκηση και διαχείριση της ως άνω εταιρίας και προ της 30-6-2002 (οπότε και έληξε η θητεία του ΔΣ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο α' κατηγ/νος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (4/2001 έως και 12/2001) είχε την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας AIR JET Α.Ε. (βλ. το αναγνωσθέν 9729/6-12-99 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ είχε και ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας και, συνακόλουθα, ήταν υπόχρεος για την καταβολή των επίδικων ασφαλιστικών εισφορών. Επίσης ακόμη και ο ίδιος ο α' κατηγ/νος με το αναγνωσθέν από 20-10-03 εξώδικο έγγραφό του δεν επικαλέσθηκε τα ανωτέρω (δηλ. ότι δεν είχε ποτέ η διοίκηση της εταιρίας αυτής) αλλ' αντιθέτως επικαλέσθηκε ότι μόνο από 31-7-2002 και μετέπειτα δεν είχε ανάμιξη στη διοίκηση, μεταξύ άλλων, και της εταιρίας AIR JET Α.Ε. Επίσης ο ισχυρισμός του α' κατηγ/νου ότι πολλά εκ των ως άνω μισθωτών εργάζονταν από 1-1-2002 στην εταιρία ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκειμένη δίκη, στην οποία το επίδικο χρονικό διάστημα εκτείνεται μέχρι τον Δεκέμβριο 2001". Επίσης το Δικαστήριο σχετικά με το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου X1 με το οποίο αυτός ζητούσε την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου του, το οποίο αίτημα απέρριψε, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Το αίτημα του γ' κατηγορουμένου X1 για αναβολή της δίκης λόγω κωλύματος του συνηγόρου του Γεώργιου Αδαμόπουλου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, γιατί δεν αποδείχτηκε ότι είναι αναγκαία η παρουσία του ως άνω συνηγόρου στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς καθ' όλη τη διάρκεια της δικασίμου, αφού αυτός ευχερώς θα μπορούσε είτε να ζητήσει την εκδίκαση της υπόθεσης του εντολέως του στο Τριμελές Εφετείο για τις μεσημβρινές ώρες, ώστε να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο προς εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης που έχει μικρό αριθμό (5) στο έκθεμα, είτε να ζητήσει την εκδίκαση της προκειμένω υπόθεσης τις μεσημβρινές ώρες, ώστε να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο μετά την εκδίκαση της υπόθεσης του εντολέως του στο Τριμελές Εφετείο, είτε (αν δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα) ακόμη και να ζητήσει την αναβολή της δίκης στο Τριμελές Εφετείο Πλημμ. Πειραιά, όπου η εν λόγω δίκη έχει αναβληθεί μόνο μία φορά (όπως ο ίδιος αναφέρει στο αναγνωσθέν έγγραφό του) ενόψει και του ότι: α) η προκειμένη δίκη έχει ήδη αναβληθεί τρεις φορές και δεν είναι δυνατή η χορήγηση τέταρτης αναβολής και β) το αξιόποινο των αποδιδόμενων στους κατηγ/νους πράξεων έχει ήδη παραγραφεί μερικώς (για το διάστημα από 5/2000 έως και 3/2001), ενώ για το λοιπό επίδικο διάστημα (4/2001 έως και 12/2001) υφίσταται άμεσος κίνδυνος παραγραφής με την πάροδο εκάστου μηνός". Μετά από αυτά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για τις πράξεις της καθυστέρησης εργοδοτικών και εργατικών εισφορών του χρονικού διαστήματος από 4/2001 μέχρι και 12/2001 και καταδίκασε τον καθένα σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννιά (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του α) διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του τρίτου κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και β) διέλαβε την απαιτούμενη ως άνω αιτιολογία σχετικά με την κήρυξη της ενοχής και την καταδίκη των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, γιατί αναφέρει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία κατεδίκασε τους ως άνω κατηγορουμένους, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 του ΑΝ. 86/1967, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει το ύψος των οφειλόμενων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (ανερχόμενων συνολικά στο ποσό των 25.324 ευρώ), το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούσαν οι εν λόγω εισφορές και την ιδιότητα των κατηγορουμένων ως εργοδοτών και υπόχρεων προς καταβολή των ως άνω εισφορών, ενώ εκ περισσού αναφέρει και τον αριθμό των απασχοληθέντων μισθωτών και το ύψος των αποδοχών τους. Επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, η οποία εφαρμόζεται μόνο όταν το συνολικό ποσό (και όχι το μηνιαίο) των οφειλόμενων εισφορών δεν υπερβαίνει τα 2000 ευρώ. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ) επειδή δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος υπ' αριθ. ... εγγράφου του ΙΚΑ ... στο οποίο αναφερόταν ότι δεν εστάλη προς τους εργοδότες έγγραφη πρόσκληση προκειμένου να προσκομίσουν αυτοί στοιχεία για την έκδοση της σχετικής Πράξης Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) και έκρινε ότι ήταν νόμιμη η έκδοση της ανωτέρω ΠΕΕ η οποία εκδόθηκε κατά την κρίση των οργάνων του ΙΚΑ. Από το ως άνω έγγραφο του ΙΚΑ, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται για τη βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι δεν φαίνεται να εστάλη η προαναφερθείσα έγγραφη πρόκληση, πλην όμως ήταν αδύνατη η επικοινωνία με τους υπευθύνους της επιχείρησης παρά τις προσπάθειες των οργάνων του ΙΚΑ και σε επιτόπια μετάβαση οργάνου του ΙΚΑ η επιχείρηση βρέθηκε κλειστή και για το λόγο αυτόν η σχετική ΠΕΕ εκδόθηκε κατά την κρίση των οργάνων του ΙΚΑ, αφού δεν προσκομίστηκαν στοιχεία από τον εργοδότη. Επομένως νομίμως εκδόθηκε η σχετική ΠΕΕ κατά την κρίση των οργάνων του ΙΚΑ κατά το άρθρο 26 παρ. ii του ΑΝ. 1846/1951 και έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που την έκρινε νόμιμη και προχώρησε στην καταδίκη των αναιρεσειόντων, δεν υπερέβη την εξουσία του ούτε κατέστησε χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων όπως αυτοί επικαλούνται και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 15-6-2009, 12-6-2009 και 15-6-2009 αιτήσεις των X1, X2 και X3 αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 40006/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό των κατηγορουμένων, οι οποίοι ως μέλη του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας με ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, δεν κατέβαλαν στο ΙΚΑ τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για το απασχοληθέν προσωπικό. Ορθή απόρριψη ισχυρισμών: α) περί μη νομίμου εκδόσεως της σχετικής Πράξεως Επιβολής Εισφορών κατά την κρίση του ΙΚΑ (άρθρ. 26 παρ. ii του ΑΝ 1846/1951), β) περί ανεγκλήτου των πράξεων επειδή οι κατά μήνα οφειλόμενες εισφορές δεν υπερβαίνουν τα 2.000 €. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης λόγω κωλύματος συνηγόρου του κατηγορουμένου. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1969/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων .... που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 82/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 507/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 185/18-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας από 13 Μαρτίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκου ομοίως ..., κατά του υπ'αριθμ. 82/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής: Κατά την διάταξιν του άρθρου 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεσιν του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπη εις το ακροατήριον διά κακούργημα. Εις έγκληματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος δύναται να ζητήση την αναίρεσιν δι'όλα, έστω και εάν το ένδικον αυτό μέσον επιτρέπεται μόνον δι'ένα από αυτά και β) παύη προσωρινώς την ποινικήν δίωξιν εναντίον του. Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι δεν υπόκειται εις αναίρεσιν βούλευμα του συμβουλίου εφετών, απορρίπτον κατ'ουσίαν, κατά το άρθρον 322 παρ. 3 ιδίου Κώδικος, προσφυγήν προσώπου ιδιαζούσης δωσιδικίας, κατά της απ'ευθείας κλήσεώς του διά κλητηρίου θεσπίσματος ενώπιον του τριμελούς εφετείού, διά να δικασθή διά πλημμέλημα (Α.Π. 269/2008, 1927/2007 Π Λογ 2008 σελ. 196, ΠοινΔικ 2008 σελ. 544 αντιστ. κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς διά του υπ'αριθμ. 1230/2008 κλητηρίου θεσπίσματός του παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντας κατηγορουμένους 1) Χ1, πρώην Δήμαρχον ... και 2) Χ2 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, διά να δικασθούν διά το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαιώσεως και της αμέσου εις ταύτην συνεργείας (άρθρα 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ.) αντιστοίχως. Κατ'αυτών οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ήσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς τας υπ'αριθμ. 7/2008 και 6/2008 αντιστοίχως προσφυγάς των. Το άνω Συμβούλιον διά του υπ'αριθ. 82/2009 βουλεύματός του απέρριψε κατ'ουσίαν 1) εξ ολοκλήρου την προσφυγήν του Χ2 και 2) εν μέρει την προσφυγήν του Χ1. Κατά του βουλεύματος τούτου, σχετικώς με τας απορριπτικάς του διατάξεις, οι κατηγορούμενοι ήσκησαν τας προαναφερθείσας αιτήσεις αναιρέσεως. Εν όψει όσων ελέχθησαν καθίσταται σαφές, ότι οι αναιρεσείοντες δεν εδικαιούντο εις άσκησιν αναιρέσεως κατά του ανωτέρω βουλεύματος και αι κατ'αυτού ασκηθείσαι αιτήσεις αναιρέσεως τούτων τυγχάνουν απαράδεκτοι. Συνεπώς πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι προαναφερθείσαι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι από 13 Μαρτίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ...και 2) Χ2, κατοίκου ομοίως ..., κατά του υπ'αριθμ. 82/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. ΙΙ. Να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 1 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου οι από 13 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις αναίρεσης των: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων αμφοτέρων ..., κατά του υπ'αριθμ. 82/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Οι ως άνω αιτήσεις, πρέπει να συνεκδικαστούν και να εξεταστούν περαιτέρω για το παραδεκτό τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.7, 322 παρ.2 και 3, 463 εδ.α', 476 παρ.2 και 482 παρ.1 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος που απολαμβάνει ιδιάζουσας δικαιοδοσίας και που κλητεύθηκε απ'ευθείας στο ακροατήριο, με κλητήριο θέσπισμα, έχει δικαίωμα να ασκήσει κατά της εν λόγω κλητεύσεως του προσφυγή, που αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο και να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, που εκδίδεται επ'αυτής, μόνο αν το συμβούλιο την απέρριψε ως απαράδεκτη και όχι κατ'ουσίαν, για το επί παραπομπής για πλημμέλημα δεν συγχωρείται από το νόμο το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Περαιτέρω, εναντίον βουλεύματος με το οποίο το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο δεν εκφέρει κρίση για την ουσία της υπόθεσης, αλλά επιλύει προδικαστικό ή παρεμπίπτον ζήτημα, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ.1 του ΚΠΔ, αυτός έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και επί συρρεόντων ή συναφών εγκλημάτων για όλα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με τις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με το υπ'αριθμ. 1230/2008 κλητήριο θέσπισμα τον παρέπεμψε τους ήδη δύο αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς για να δικασθούν ο μεν πρώτος αυτών (Χ1), με την ιδιότητά του ως πρώην Δήμαρχος ... για το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242 παρ.1 του ΠΚ) ο δε δεύτερος (Χ2), λόγω συναφείας (άρθρα 128 και 129 περ.α' ΚΠΔ) για άμεση συνέργεια στο ως άνω πλημμέλημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος (άρθρα 46 παρ.1 εδ.β' και 242 παρ.1 του ΠΚ) για άμεση συνέργεια στο ως άνω πλημμέλημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος (άρθρα 46 παρ.1 εδ.β'και 242 παρ.1 του ΠΚ). Κατά του προαναφερομένου κλητηρίου θεσπίσματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς τις υπ'αριθμ. 7/2008 και 6/2008 αντίστοιχα προσφυγές τους. Το ως άνω Συμβούλιο με το υπ'αριθμ. 82/2009 βούλευμα του απέρριψε κατ'ουσίαν: 1) καθ' ολοκληρίαν την προσφυγή του Χ2 και 2) εν μέρει την προσφυγή του Χ1 (αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για μία μερικότερη πράξη του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς). Κατά του βουλεύματος αυτού, σχετικώς με τις απορριπτικές του διατάξεις, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ζητώντας την αναίρεση και την εξαφάνισή του στο σύνολό του. Κατόπιν όμως όσων έχουν αναφερθεί καθίσταται σαφές ότι οι αναιρεσείοντες, που παραπέμπονται στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου ως υπαίτιοι τέλεσης μόνο πλημμελήματος κατ'εξακολούθηση, δεν δικαιούνταν σε άσκηση αναίρεσης κατά του παραπεμπτικού εν μέρει ως άνω βουλεύματος (ως προς το απαλλακτικό μέρος του δε ο αναιρεσείων Χ1 δεν έχει και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον κατ'άρθρο 463 ΚΠΔ για την άσκηση της αναίρεσής του) και οι κατ'αυτού ασκηθείσες δύο αιτήσεις αναίρεσης αυτών είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου των αναιρεσειόντων (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 13 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 82/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπόκειται σε αναίρεση βούλευμα παραπεμπτικό για πλημμέλημα κατηγορουμένου. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτού ως απαράδεκτη και επιβάλλονται τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Επί περισσοτέρων του ενός αναιρεσειόντων απορρίπτεται καθεμία αίτηση αυτών και καταδικάζεται καθένας, στα δικαστικά έξοδα.
Βούλευμα παραπεμπτικό
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 1967/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της 618/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Σ1. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1498/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. Β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/2003 (Βλ. ήδη άρθρο 20 του ΚΝΝ-3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η πώληση πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και για το σκοπό αυτό παράδοσής της από τον πωλητή στον αγοραστή με τίμημα που συμφωνήθηκε. Ακόμη για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσος εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της πώλησης, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α)της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β)του χρόνου των επί μέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ)του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη και δ)της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (ΑΠ 1242/2006 Ποιν. Λόγος ΣΤ/1189 και ΑΠ 1941/2006 Ποιν. Λόγος ΣΤ/1986). Από τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠΔ που ορίζει, ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία συγκατηγορουμένου μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Για την παράβαση της διάταξης αυτής δεν απαγγέλλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παράβασή της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισής του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ, επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ). Όμως η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά το στάδιο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας και δη οσάκις το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο περί ατιμωρίας του κατηγορουμένου που είναι τοξικομανής και προμηθεύεται ή κατέχει μικροποσότητα ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση (άρθρα 12 παρ. 1 και 13 παρ. 4 περ. α' του ν. 1729/1987) αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 618/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Σ1, κατά πιστή αντιγραφή, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "1.- Στην αστυνομία είχε περιέλθει η πληροφορία ότι στο ..., κάποιος με το ψευδώνυμο "Α..." διακινεί ηρωίνη και ινδική κάνναβη. Κατά την επαλήθευση της πληροφορίας αυτής, διαπιστώθηκε πρώτα ότι το πρόσωπο που χρησιμοποιούσε το εν λόγω ψευδώνυμο ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος, πράγματι, έχει γεννηθεί στη Ν.Υόρκη των ΗΠΑ. Κατόπιν, εντοπίσθηκε η κατοικία του, στην οδό ... και τέθηκε υπό παρακολούθηση. Τότε διαπιστώθηκε ότι πολλά πρόσωπα, που από την εμφάνισή τους έδειχναν να κάνουν χρήση ναρκωτικών, μπαινόβγαιναν στο σπίτι του. Ένα από αυτά ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατά την έξοδό του ελέγχθηκε από τους αστυνομικούς και βρέθηκε να έχει στην κατοχή του 7 γραμμάρια ηρωίνης. Σε σχετική ερώτηση αποκάλυψε ότι την εν λόγω ποσότητα είχε αγοράσει αμέσως πριν, αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, από τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο είχε επισκεφθεί στο σπίτι του. Κατόπιν ελέγχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και βρέθηκε να κατέχει στο σπίτι του μια συσκευασία με 2 γραμμάρια ηρωίνης, άλλη συσκευασία με 10 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 12 δισκία του ναρκωτικού, φαρμάκου "methadone" και έξι σακούλες με ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 785 γραμμαρίων. Οι ποσότητες αυτές είχαν αγορασθεί λίγο καιρό πριν από τη σύλληψή του, από πρόσωπο το οποίο δεν κατονόμασε και αντί τιμήματος το οποίο δεν προσδιόρισε. 2.- Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε εξ αρχής ότι υπήρξε ο προμηθευτής του δευτέρου. Ο δεύτερος, θέλοντας να βοηθήσει τον πρώτο ενώπιον του Δικαστηρίου, ανακάλεσε την αρχική ομολογία του, σύμφωνα με την οποία είχε αγοράσει την ηρωίνη από εκείνον. Το Δικαστήριο θεωρεί αναξιόπιστη τόσο την άρνηση του πρώτου όσο και την ανάκληση του δευτέρου. Η κρίση αυτή στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα ..., αστυνομικού, που είπε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη σύλληψή του [και συνεπώς πριν προλάβει να μεθοδεύσει τη σκέψη και τις δηλώσεις του], προσδιόρισε ως προμηθευτή του τον πρώτο, κατά την αμέσως προηγηθείσα επίσκεψη στο σπίτι εκείνου. Και ενισχύεται από το πραγματικό γεγονός ότι η εν λόγω ποσότητα ηρωίνης βρέθηκε στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου αμέσως μετά την έξοδό του από το σπίτι του πρώτου. Και ακόμη, ενισχύεται από το πραγματικό γεγονός ότι στο σπίτι του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 610.000 δραχμών, που θεωρείται σημαντικό για να βρίσκεται στην κατοχή ενός προσώπου που δεν εργάζεται και κάνει περιθωριακή ζωή. Επίσης, στο σπίτι του βρέθηκε και ζυγαριά ακριβείας. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο δέχεται ότι μεταξύ των δύο κατηγορουμένων συντελέσθηκε πράγματι η αγοραπωλησία που αναφέρθηκε. 3.- Και οι δύο κατηγορούμενοι, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων που τους αποδίδονται, είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσαν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Κατά συνέπεια είχαν την ιδιότητα του χρήστη ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 1729/1987 και με την ιδιότητα αυτή πρέπει να αντιμετωπισθούν και πάλι από το Δικαστήριο αυτό, όπως είχε συμβεί και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός τους, όμως, ότι προόριζαν τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή τους για αποκλειστικά προσωπική χρήση δεν αποδείχθηκε. Ως προς τον πρώτο, η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι η αρχική πληροφορία, που τον έφερε ως διακινητή ναρκωτικών, επαληθεύθηκε από την πώληση της ηρωίνης προς το δεύτερο και από το μέγεθος της κατεχόμενης ποσότητας ινδικής κάνναβης. Ως προς το δεύτερο, η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι η ποσότητα, την οποία είχε αγοράσει από τον πρώτο, επέτρεπε τη χρήση ηρωίνης περίπου 35 με 70 φορές (100 ως 200 μιλλιγράμ τη φορά), πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τη συνηθισμένη πρακτική των εξαρτημένων χρηστών να προμηθεύονται κάθε φορά για τον εαυτό τους μία - δύο δόσεις. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του ότι προόριζαν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν για δική τους χρήση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών (κατά περίπτωση) ως τοξικομανείς, αλλά όχι αποκλειστικά για προσωπική χρήση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Υπέρ του πρώτου κατηγορουμένου, που έχει προηγούμενες καταδίκες για ναρκωτικά και δεν εμφάνισε κάποιο δείγμα μεταμέλειας (πλην της συμμετοχής σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο, αν και παρήλθε πολύς χρόνος από την έναρξή του, δεν έχει ολοκληρωθεί) δεν συντρέχει κάποια ελαφρυντική περίσταση. Υπέρ του δευτέρου, που δεν έχει τιμωρηθεί στο παρελθόν, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου, όχι, όμως, και εκείνο της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, αφού αυτός συνεχίζει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και δεν υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αβασίμους τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος περί προμήθειας και κατοχής από αυτόν των ναρκωτικών ουσιών που κατασχέθηκαν για δική του αποκλειστική χρήση όντας τοξικομανούς και περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και δ' του ΠΚ, τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών ως άτομο έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης τέτοιων ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις και τον καταδίκασε συνολικά σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1 και 94 παρ. 1 ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. Α5, Α6, πιν Β5, 5 παρ. 1 εδ. Β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2161/1993 και άρθρο 13, παρ. 1 και 4 του ν. 1729/1987. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες, κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Σ1 ενώπιον του (Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα α)ο ισχυρισμός του περί προμήθειας και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών που καταλήφθηκε να κατέχει για δική του αποκλειστική χρήση, αφού το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε αυτόν δεχόμενο ότι αυτός αγόρασε διάφορες ποσότητες διαφορετικών ναρκωτικών ουσιών και διακίνησε περαιτέρω αυτές με χρήματα και β)ο ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και δ' ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου και ειλικρινούς μετάνοιας του), τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία συνολικά ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, καίτοι δεν είχε τέτοια υποχρέωση (ιδιαίτερης απαντήσεως) λόγω της αόριστης προβολής του (βλ. σελίδα 8 της προσβαλλόμενης απόφασης). Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για α)απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και β)έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσο αφορά την ενοχή και την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά και όσο αφορά το μέρος της ενοχής και της ποινής του αναιρεσείοντος με το δεύτερο των πιο πάνω λόγων πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω όμως και όσο αφορά το αίτημα που υπέβαλε ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο της ουσίας περί απόδοσης σ' αυτόν του χρηματικού ποσού των 610.000 δραχμών που κατασχέθηκε στην οικία του με την από ...έκθεση κατάσχεσης του αρχιφύλακα Φ1 της Υ.Δ.Ν / Τμήματος ..., λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό αποτελούσε τίμημα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, που υποβλήθηκε νόμιμα (βλ. 8η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης) το Δικαστήριο το απέρριψε με γενική αναφορά (βλ. αρχή 21ης σελίδας προσβαλλόμενης απόφασης) δηλαδή χωρίς την επιβαλλόμενη και ως προς το μέρος της απόφασης που αναφέρεται στη δήμευση η απόδοση των κατασχεθέντων πραγμάτων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνεπώς ως προς το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη με ιδιαίτερη αιτίαση από τον αναιρεσείοντα απόφαση παραδεκτά (άρθρα 492 και 504 παρ. 2 ΚΠΔ), πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου αναίρεσης (περί έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας), να αναιρεθεί μερικώς και μόνο κατά την περί δημεύσεως του ως άνω χρηματικού ποσού διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση και μόνο κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη περί δήμευσης του χρηματικού ποσού των εξακοσίων δέκα χιλιάδων (610.000) δραχμών, που ανήκει στον αναιρεσείοντα και αναφέρεται στην από ... έκθεση κατάσχεσης του αρχιφύλακα Φ1 της Υ.Δ.Ν/Τμήματος ..., την υπ' αριθμ. 618/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση μόνο κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά. Αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών: α) περί προμήθειας, κατοχής για αποκλειστική χρήση τοξικομανούς και β) περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §2 α΄ και δ΄ ΠΚ. Δήμευση κατασχεθέντων χρημάτων χωρίς ειδική αιτιολογία. Αναίρεση εν μέρει (μόνο ως προς τη δήμευση των χρημάτων) της καταδικαστικής απόφασης.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δήμευση.
0
Αριθμός 1958/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Αλβανό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 551/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και με πολιτικώς ενάγοντα τον ... Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 495/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 184/18.05.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: `"Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 5 Μαρτίου 2009 αίτησιν αναιρέσεως των 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7)..., κατά της υπ'αριθμ. 551/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 2 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, δι'επιδόσεως εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, είναι εικοσαήμερος και αρχίζει από της επομένης της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1361/2007 ΠοινΔικ 2008 σελ. 264 κ.ά.). Προκειμένου περί εγκλήματος τελεσθέντος διά του τύπου, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως εις την ανωτέρω περίπτωσιν, συντετμημένη εις το ήμισυ κατά την παρ. 3 άρθρου μόνου ν.2243/1994, είναι δεκαήμερος (Α.Π. 104/2008 ΠοινΔικ 2008 σελ. 942 κ.ά.). Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατηγορούμενος (Α.Π. 1711/2005 ΠοινΔικ 2006 σελ. 394 κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 1942/2008 ΝοΒ 56 σελ. 1917 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που εξεδόθη με παρόντας τους κατηγορουμένους ..., ..., ... και ..., των λοιπών εκπροσωπηθέντων υπό του συνηγόρου των, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 14 Φεβρουαρίου 2009. Η δε κατ'αυτής αίτησις αναιρέσεως ησκήθη την 10 Μαρτίου 2009, διά δηλώσεως επιδοθείσης εις ημάς κατ'άρθρον 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης υπό των διατάξεων του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και άρθρου μόνου παρ. 3 ν.2243/1994 δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της, δεδομένου ότι επρόκειτο περί καταδικαστικής αποφάσεως διά συκοφαντικήν δυσφήμησιν και εξύβρισιν διά του τύπου. Εις την σχετικήν δήλωσιν ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται, που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της. Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος. Εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 5 Μαρτίου 2009 αίτησις αναιρέσεως των κατηγορουμένων. 1) ..., 2)..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7) ..., κατά της υπ'αριθμ. 551/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ΙΙ. Να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 29 Απριλίου 2009Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΑνδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία αυτής, είναι α) δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με δήλωση προς το γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή προς εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται ή β) είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρεί η γραμματεία του εκδόντος δικαστηρίου. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν μετά την επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠοινΔ 501 παρ. 3), εφόσον αυτή έγινε μετά την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, διότι, άλλως, αν η επίδοση προηγήθηκε της καταχωρίσεως, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από την τελευταία. Προκειμένου, όμως, περί εγκλημάτων που τελούνται δια του τύπου, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, οι ως άνω προθεσμίες των 10 ή 20 ημερών για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως συντέμνονται στο ήμισυ. Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, που επιδιώκουν την, λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων που τελούνται δια του τύπου, ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάνου είναι μόνο δέκα (10) ημέρες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του α. ν. 1092/38, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 2 του ν. 10/75, ως τύπος και έντυπο επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται παν ό,τι εκ της τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμό ή διάδοση χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωτογραφικών πλακών. Η διάταξη αυτή δεν έχει καταργηθεί από το προαναφερόμενο άρθρο μόνο του ν. 2243/94, ακριβώς διότι δεν καλύπτεται από άλλη διάταξη του ΠΚ ή του ΚΠοινΔ. Κατά την έννοια αυτής, ως έντυπο θεωρείται και το γραπτό κείμενο που προσλαμβάνει τη μορφή ανακοινώσεως ή αφίσας, η οποία τοιχοκολλάται σε πλείονα αντίτυπα και σε χώρο προσιτό σε αόριστο αριθμό προσώπων (ΑΠ 515/1999). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κατόπιν ειδοποίησης προ 24 ωρών από το γραμματέα της εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που τα επαληθεύουν. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 19-2-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, 551/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, η οποία απαγγέλθηκε με τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες πρώτο, δεύτερο και έβδομο φυσικώς απόντες, πλην, όμως, εκπροσωπούμενους νομίμως από ειδικώς εξουσιοδοτημένο συνήγορο και τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτη φυσικώς παρόντες και μετέχοντες στη δίκη, καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του ως άνω Δικαστηρίου την 19-2-2009 (ΚΠοινΔ 473 παρ. 3). Με την απόφαση αυτή, οι αναιρεσείοντες, ως μέλη της διοίκησης συνδικαλιστικού σωματείου, καταδικάσθηκαν για συκοφαντική δυσφήμηση ετέρου συνδικαλιστικού στελέχους, τελεσθείσα δια του τύπου, με έντυπη ανακοίνωση - αφίσα, η οποία είχε κυκλοφορήσει σε πλείονα αντίτυπα και αναρτηθεί σε διάφορα σημεία του εργασιακού περιβάλλοντος. Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση των αναιρεσειόντων, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10-3-2009, ήτοι την 19η ημέρα από την προηγηθείσα καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Έτσι, όμως, η άσκησή της έγινε μετά την παρέλευση της, προβλεπόμενης για τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της καταχωρίσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Ως εκ τούτου, είναι εκπρόθεσμη. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, τους οποίους ανέπτυξε ο ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ως Συμβουλίου, εμφανισθείς πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, περί του ότι η πράξη, για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν, δεν ήτο έγκλημα τελεσθέν δια του τύπου, είναι αβάσιμοι. 3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και δεδομένου του ότι α) στην προκειμένη περίπτωση, για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν απαιτείτο επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στους αναιρεσείοντες, αφού αυτοί, κατά περίπτωση, ήσαν ή θεωρήθηκαν νομίμως παρόντες στην έκκλητη δίκη, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση αυτή και β) οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται οποιοδήποτε περιστατικό, που θα μπορούσε να συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, ως λόγο για την άρση της εκπρόθεσμης άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους ασκήσαντες αυτή (ΚΠοινΔ 476 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-3-2009, επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10-3-2009, αίτηση των ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., για αναίρεση της 551/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως καταδικασθέντων για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Κηρύσσει απαράδεκτη ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της συντμημένης στο ήμισυ 20ήμερης προθεσμίας προς επίδοση της σχετικής δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Απορρίπτει αίτηση.
Τύπος
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Τύπος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1957/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ1. Με εγκαλούμενους τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, Εφέτες Αθηνών. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 210/12.3.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 402/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 143/16.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία την υπ'αριθμ. πρωτ. 210/12-3-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και των σταδίων της προκαταρκτικής εξετάσεως και της ασκήσεως της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1642/1988 Π. Χ ΛΘ' 500, ΑΠ 724/2000 Υπέρ. 2000/1994, ΑΠ 237/06, ΑΠ 613/01 ΠΧ ΝΒ'/136). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., την παραπομπή αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων και αποφασίζει γι 'αυτή, αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τα στοιχεία α' και β' του ίδιου άρθρου, ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο Χ1 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτ/κών Αθηνών την από 8/3/2006 έγκλησή του, με την οποία κατήγγειλε τους (1) Ψ2 και (2) Ψ1, Εφέτες Αθηνών για παράβαση καθήκοντος. Η έγκληση όμως αυτή απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. ΕΓ 155-07/131/14Δ/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ως αβάσιμη στην ουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 .Κ.Π.Δ. Κατά της διάταξης αυτής ο προαναφερόμενος εγκαλέσας άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 90/2009 προσφυγή, επί της οποίας αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Στο Εφετείο Αθηνών όμως υπηρετούν ως Εφέτες οι ανωτέρω εγκαλούμενοι (βλ. συνημμ. Υπηρ. Βεβαιώσεις) και ως εκ τούτου ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αδυνατεί να επιληφθεί της υπόθεσης. Συνεπώς, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς- Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι (α) ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, για να αποφανθεί επί της υπ'αριθμ 90/2009 προσφυγής του Χ1, κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 155-07/131/14Δ/09 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και (β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.- Αθήνα 3 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε` του ΚΠΔ, όταν εγκαλών ή ζημιωθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ` εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ` του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8-3-2006 έγκληση του Χ1 κατά των : 1) Ψ2, και 2) Ψ1, Εφετών Αθηνών, ζητήθηκε η ποινική δίωξή τους, για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ). Την ως άνω έγκληση, μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απέρριψε ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών με την υπ` αριθμ. ΕΓ 155-07/131/14Δ/2009 διάταξή του ως αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε, κατ` άρθρο 48 ΚΠΔ, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την υπ` αριθμ. 90/2009 προσφυγή του, για την οποία είναι αρμόδιος να αποφανθεί ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας Εφετών. Ο τελευταίος με το υπ` αριθμ. 210/12-3-2009 έγγραφό του αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προμνημονευομένη προσφυγή του εγκαλούντος, λόγω του ότι οι δύο εγκαλούμενοι είναι Εφέτες που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε` και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προαναφερομένης προσφυγής και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ` αριθμ. πρωτ. 210/12-3-2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά τους εγκαλούμενους Ψ2 και Ψ1 Εφέτες, οι οποίοι υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Αιτών ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Εγκαλούμενοι δικαστικοί λειτουργοί (Εφέτες) του Εφετείου Αθηνών. Εκκρεμεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προσφυγή κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ κατά της απορριπτικής κατ' άρθρο 47 του ίδιου Κώδικα διατάξεως της εγκλήσεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Παραπέμπεται η υπόθεση στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1954/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 121/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη και 2. Χ2, που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Καραγκούνη και Αλέξανδρο Λυκουρέζο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 8/18-2-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 284/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 361 Π.Κ. όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως, προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης, απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας που να δηλώνει έλλειψη εκτίμησης του δράστη προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική (ΑΠ 2144/2004 και 2244/2004). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ., σαφώς συνάγεται ότι κατ' αρχήν μεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας, είτε της κατ' άρθρ. 361 εξυβριστικής, είτε της κατ' άρθρο 362 δυσφημιστικής εκδηλώσεως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές λαμβάνουν χώρα χάριν προστασίας δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 Π.Κ., καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες η εκδήλωση αυτή έλαβε χώρα, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Υπάρχει δε σκοπός εξυβρίσεως από τον τρόπο της εκδηλώσεως, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφράσει προσηκόντως το πραγματικό περιεχόμενο της σκέψεως του δράστη για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και ο δράστης, μολονότι το γνώριζε, προέβη στην εκδήλωση με σκοπό να βλάψει την τιμή του άλλου. Τέλος, προκειμένου περί του εγκλήματος της εξυβρίσεως, όταν το Δικαστήριο εκδίδει αθωωτική απόφαση, κατά παραδοχή του προβλεπόμενου από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, αυτοτελούς ισχυρισμού, που προτείνεται παραδεκτώς και τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως αυτής, όπως αναλύθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, να δέχεται, το μεν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε προς προστασία δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, δηλαδή να καταφάσκει την συνδρομή της ανωτέρω προϋποθέσεως, το δε την μη συνδρομή του σκοπού εξυβρίσεως, όπως η έννοια αυτού αναλύθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Ειδικότερα επιβάλλεται στο δικαστήριο, που δέχεται ότι, από τον τρόπο εκδήλωσης της υβριστικής συμπεριφοράς, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, να διαλάβει στην απόφασή του, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την αναφορά και των πραγματικών περιστατικών από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης προς προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του (ΑΠ 146/2001). 2. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, η οποία, προκειμένου περί εγκλήματος που τελέσθηκε δια του τύπου, συντέμνεται στο ήμισυ (άρθρο μόνο παρ. 3 Ν 2243/1994). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ειδικά δε, προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ/γμα 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, κατ άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε και εκτίθενται στα πρακτικά (ΑΠ 2610/2008, ΑΠ 225/2007). Περαιτέρω λόγο της αναιρέσεως του Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί και η, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 4/2009). 3. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ έφεση, με την προσβαλλομένη με την 8/2009 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, 121/2009 απόφασή του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους των αποδιδομένων σ αυτούς πράξεων της συκοφαντικής δυσφημίσεως δια του τύπου που τελέσθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, με κείμενο που συνέταξε ο κατηγορούμενος Χ1 και δημοσιεύθηκε στις ... στην εφημερίδα '...'', εκδότης της οποίας τύγχανε ο κατηγορούμενος Χ2 και της εξυβρίσεως, κατά μετατροπή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση, με την 249/2008 καταδικαστική και για τις δύο πράξεις πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, που τελέσθηκε σε βάρος του αυτού ως άνω προσώπου, με κείμενο του ιδίου ως άνω συντάκτη, που δημοσιεύθηκε στις 13-5-2006 στην αυτή ως άνω εφημερίδα. Για να καταλήξει στην απαλλακτική ως άνω κρίση του, το Δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, κυρίως ως προς το δεύτερο δημοσίευμα, το οποίο βέβαια αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωση του πρώτου, ενδιαφέρει δε εν προκειμένω ως εκ του ότι με την κρινόμενη αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, προσβάλλεται η απαλλακτική κρίση για το, με το δεύτερο ως άνω δημοσίευμα, τελεσθέν αδίκημα της εξυβρίσεως, το οποίο στην έκθεση αναιρέσεως αναφέρεται, από προφανή παραδρομή, ως συκοφαντική δυσφήμιση, τα ακόλουθα: Στην Έδεσσα εδρεύει και λειτουργεί η Γενική Κλινική "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ε.Π.Ε.", δυναμικότητας 60 κλινών, της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1. Η εν λόγω ιδιωτική κλινική, ύστερα από την από 12-3-2002 αίτηση της και την από 12-3-2002 έκθεση της επιτροπής του άρθρου 4 του Π.Δ.247/1991, προσαρμόστηκε στις διατάξεις του Π.Δ.235/2000 για αναθεώρηση της άδειας λειτουργίας της, την οποία και έλαβε με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, συνεχίζοντας πλέον τη λειτουργία της ως Γενική Κλινική, δυναμικότητας 60 κλινών, με διοικητικό υπεύθυνο τον ιατρό Χ1, επιστημονικό Διευθυντή τον ιατρό ... και με προβλεπόμενα και λειτουργούντα τμήματα τα εξής: Χειρουργικό, Παθολογικό, Μαιευτικό (Γυναικολογικό), Καρδιολογικό, Ω.Ρ.Λ., Ουρολογικό, Πνευμονολογικό, Οφθαλμολογικό και Ορθοπεδικό, καθώς επίσης και τα τμήματα Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης, Υπερήχων, Ενδοσκοπήσεως, τα εργαστήρια Ακτινολογικό και Μικροβιολογικό και τα δύο εξωτερικά ιατρεία Παθολογικό και Χειρουργικό. Επιστημονικά υπεύθυνοι των τμημάτων Ορθοπεδικό και Ωτορινολαρυγγολογικό (Ω.Ρ.Λ.) της εν λόγω κλινικής είχαν ορισθεί οι ιατροί Ι1 και Ι2 αντίστοιχα, οι οποίοι ήταν μέλη του Ιατρικού Συλλόγου Πέλλας μέχρι την 25-2-2003 και 11-2-2003 αντίστοιχα, οπότε και διεγράφηκαν από τον παραπάνω Ιατρικό Σύλλογο και ενεγράφησαν στον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Ακολούθως η παραπάνω κλινική με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση της προς τον Ιατρικό Σύλλογο Ν. Πέλλας, που παραλήφθηκε από τον τελευταίο την ..., ζήτησε να εγκριθεί η συνέχιση της παραμονής ως επιστημονικά υπευθύνου του ορθοπεδικού τμήματος αυτής, του Ιατρού Ι1, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Π.Δ. 247/1991, καθόσον το σύνολο των ιατρών - μελών του Ιατρικού Συλλόγου Πέλλας, που είχαν την ειδικότητα του ορθοπεδικού, δεν δέχονταν ή δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε να λάβουν τη σχετική θέση του επιστημονικοί υπευθύνου του οικείου τμήματος της Κλινικής. Στη συνέχεια με τις από 24-2-2003 αιτήσεις τους προς τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας, οι παραπάνω ιατροί Ι1 και Ι2 γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να παραμείνουν στις θέσεις των επιστημονικά υπεύθυνων των αντίστοιχων τμημάτων της Κλινικής και μετά τη διαγραφή τους από τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας και την ένταξη τους στον αντίστοιχο Σύλλογο της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα ζήτησαν από τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας, να γνωμοδοτήσει προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας, προκειμένου να αναλάβουν την υπευθυνότητα των προαναφερομένων τμημάτων της Κλινικής. Η Ν.Α.Πέλλας με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της, που υπογράφεται από τον υπεύθυνο του Τομέα υγείας, νομαρχιακό σύμβουλο Ν1, κατ' εντολή του ήδη εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος, Νομάρχη Πέλλας Ψ1, απαντώντας στο από 24-2-2003 σχετικό έγγραφο της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" γνωστοποίησε στην τελευταία ότι δεν προτίθεται να ορίσει υπεύθυνους των πιο πάνω τμημάτων της Κλινικής τους προαναφερθέντες ιατρούς χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Ιατρικού Συλλόγου Πέλλας. Ακολούθως ο Ιατρικός Σύλλογος Πέλλας, επί των πιο πάνω αιτήσεων των ιατρών Ι1 και Ι2, γνωμοδότησε με τα υπ' αριθμ. πρωτ. ....και ... έγγραφα του και δε συνηγόρησε για τη χορήγηση υπευθυνότητας στους ως άνω ιατρούς για το ορθοπεδικό και Ω.Ρ.Λ. αντίστοιχα τμήματα της κλινικής "...", επικαλούμενος, ως λόγο, την ύπαρξη πολλών συναδέλφων στο νομό Πέλλας, με την ίδια ειδικότητα. Κατόπιν τούτου με τις υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεις του παραπάνω εγκαλούντος Νομάρχη Πέλλας, που υπογράφει κατ' εντολή τούτου Ν1, ανακλήθηκαν οι υπευθυνότητες των δύο παραπάνω ιατρών, των τμημάτων του Ορθοπεδικού και Ω.Ρ.Λ. αντίστοιχα τις κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" για το λόγο ότι δεν υποβλήθηκαν από το διοικητικό διευθυντή της κλινικής δικαιολογητικά για νέους επιστημονικούς υπεύθυνους, γεγονός το οποίο ανάγκασε το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής να ζητήσει με την από 17-4-2003 αίτηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ.235/2000 τρίμηνη αναστολή λειτουργίας των ως άνω δύο τμημάτων, δεδομένου ότι ήταν αντικειμενικά αδύνατη η κάλυψη των θέσεων αυτών από ιατρούς των αντιστοίχων ειδικοτήτων του Ιατρικού Συλλόγου Πέλλας, οι οποίοι αρνούντο ή δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις για να αναλάβουν τις θέσεις αυτές, η δε αίτηση έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν πρωτ. ... απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, την οποία υπέγραψε με εντολή του τελευταίου ο Ν1. Ακολούθως η κλινική "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" άσκησε κατά των ως άνω υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεων του Νομάρχη Πέλλας την από 16-4-2003 προσφυγή της ενώπιον του αρμοδίου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ο οποίος εξέδωσε την υπ' αριθμ.... απόφαση του με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή και ακυρώθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις, με το σκεπτικό ότι η κλινική υπέβαλε τα σχετικά δικαιολογητικά για την ανάληψη καθήκοντος από τους ιατρούς Ι1 και Ι2, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν δικαιολογούν ούτε τεκμηριώνουν το λόγο απόρριψης και τέλος υπάρχει δεδομένη άρνηση των υπολοίπων ιατρών ορθοπεδικών και Ω.Ρ.Λ. του Μ. Πέλλας για την ανάληψη της υπευθυνότητας των εν λόγω τμημάτων της κλινικής. Προηγουμένως στις 3-6-2003 και 6-6-2003 είχε πραγματοποιηθεί έλεγχος του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας από το Περιφερειακό Γραφείο Μακεδονίας - Θράκης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας που προκλήθηκε (έλεγχος) ύστερα από σχετική αναφορά αφενός της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" κατά της Ν.Α. Πέλλας και αφετέρου του Ν1, νομαρχιακού συμβούλου και υπευθύνου του Τομέα Υγείας και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... έκθεση ελέγχου των επιθεωρητών Ε1 και Ε2, που κοινοποιήθηκε στον Νομάρχη Πέλλας (ήδη πολιτικώς ενάγοντα) και με την οποία προτάθηκε να επανεξετασθεί το αίτημα της κλινικής για χορήγηση υπευθυνότητας στα δυο τμήματα (ορθοπεδικό και Ω.Ρ.Λ.), σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 28 του Π.Δ. 247/1991 και τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Α.Ν. 1565/1939, με σκοπό την πλήρη λειτουργία της κλινικής. Μάλιστα με το διαβιβαστικό έγγραφο που συνοδεύει την εν λόγω έκθεση, υπενθυμίζεται η σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.11 του Ν.2920/2001, ευθύνη του Νομάρχη Πέλλας για την υλοποίηση των προτάσεων των επιθεωρητών και την πιστή εφαρμογή της παραπάνω νομοθεσίας. Παρά ταύτα ο Νομάρχης Πέλλας (ήδη εγκαλών) με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του, το οποίο κατ' εντολή του υπέγραψε ο Ν1, κάλεσε την κλινική να υποδείξει άμεσα επιστημονικά υπεύθυνους για τα δύο τμήματα (ορθοπεδικό και Ω.Ρ.Λ.) ιατρούς αντίστοιχων ειδικοτήτων που να ανήκουν στον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας, σε απάντηση δε του εγγράφου αυτού η παραπάνω κλινική, μετά από την ακύρωση των αποφάσεων του Νομάρχη Πέλλας, με την προαναφερθείσα απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας επανέφερε το αρχικό αίτημα της για εκ νέου ορισμό των ιατρών Ι1 και Ι2, ως επιστημονικά υπευθύνων των δύο παραπάνω τμημάτων, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της, δεδομένης της αντικειμενικής αδυναμίας εύρεσης ιατρών των αντίστοιχων ειδικοτήτων από τον Ιατρικό Σύλλογο Πέλλας. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε νέα απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, με αριθμό ..., που υπογράφηκε κατ' εντολή του τελευταίου, από Ν1, με την οποία ανακλήθηκε και πάλι επιστημονική υπευθυνότητα από τα παραπάνω τμήματα της κλινικής των ιατρών Ι1 και Ι2. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η παραπάνω κλινική προσέφυγε τόσο ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας όσο και ενώπιον του Σ.τ.Ε, το οποίο, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, ακύρωσε την ως άνω απόφαση του Νομάρχη. Στις 22-1-2001 και 23-1-2004 επακολούθησε και νέος έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας από το Περιφερειακό Γραφείο Μακεδονίας - Θράκης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης η οποία αυτή τη φορά προκλήθηκε ύστερα από σχετική αναφορά - καταγγελία του Ν1 και συντάχθηκε από τους Επιθεωρητές Ε1 και Ε2 η υπ' αριθμ. ... έκθεση ελέγχου που επίσης κοινοποιήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο Νομάρχη και με την οποία προτείνεται στη Ν.Α. Πέλλας να δώσει λύση στο πρόβλημα των επιστημονικά υπεύθυνων στα τμήματα "Ορθοπεδικό" και "Ω.Ρ.Λ.", σύμφωνα με το προηγούμενο υπ' αριθμ. ... πόρισμα των επιθεωρητών, ενώ παράλληλα επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 28 του Π.Δ.247/1991 βάσει της οποίας ο Νομάρχης "δύναται" να ορίσει επιστημονικό υπεύθυνο από Ιατρικό Σύλλογο άλλου νομού, έτσι ώστε να μη δημιουργούνται αδιέξοδα όταν στο νομό δεν υπάρχουν ιατροί για τη θέση αυτή. Αλλά και μετά την κοινοποίηση της τελευταίας αυτής έκθεσης ελέγχου οι ανωτέρω (Νομάρχης και Ν1) αρνήθηκαν να δεχθούν τις επιστημονικές υπευθυνότητες των παραπάνω ιατρών με συνέπεια την παύση της λειτουργίας των αντιστοίχων τμημάτων της κλινικής. Εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του Νομάρχη Πέλλας Ψ1 (ήδη εγκαλούντος) και του νομαρχιακού συμβούλου, υπεύθυνου για θέματα υγείας, Ν1 και ύστερα από έγκληση του Χ1 (ήδη πρώτου κατηγορουμένου) ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον των ανωτέρω για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και με την υπ' αριθμ. 4067/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη αυτή και επεβλήθη σ' αυτούς ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Εναντίον δε του ως άνω νομαρχιακού συμβούλου, Ν1, εκδόθηκαν δύο ακόμη βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Έδεσσας (το 26/2006 και το, 39/2005) με τα οποία παραπέμπεται να δικαστεί για το ίδιο πιο πάνω έγκλημα (παράβαση καθήκοντος). Έτσι, μεταξύ των ανωτέρω, δηλαδή της κλινικής ... και του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αυτής Χ1 αφενός και του Νομάρχη Έδεσσας Ψ1 και του νομαρχιακού συμβούλου Ν1 αφετέρου, δημιουργήθηκε μία αντιπαράθεση με εκατέρωθεν προσφυγές στα δικαστήρια (μηνύσεις, προσφυγές κ.λ.π.). Το Μάρτιο του 2006, λόγω πρόσληψης στο ΕΣΥ της Λ1, ακτινολόγου ιατρού και επιστημονικά Υπεύθυνης του ακτινολογικού τμήματος της ως άνω κλινικής του Χ1, η κλινική, δια των νομίμων εκπροσώπων της, ζήτησε, με το από 27-3-2006 έγγραφο της, όπως εδικαιούτο, από το Νομάρχη Πέλλας, την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας του ακτινολογικού τμήματος για διάστημα τριών μηνών. Το αίτημα αυτό έγινε αυθημερόν δεκτό από το Νομάρχη Πέλλας Ψ1, ο οποίος με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του ακτινολογικού εργαστηρίου της εν λόγω κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" για τρεις μήνες από της υπογραφής της αποφάσεως του (27-3-2006). Η πιο πάνω κλινική αναζήτησε και επιδίωξε την αντικατάσταση της ως άνω Ιατρού (Λ1) με άλλο γιατρό της ιδίας ειδικότητας, που να είναι μέλος του ιατρικού συλλόγου Ν.Πέλλας, για να αναλάβει καθήκοντα επιστημονικά υπευθύνου του ακτινολογικού τμήματος της κλινικής. Επειδή από τους ιδιώτες γιατρούς του Ν.Πέλλας, που είχαν τα τυπικά προσόντα, κανείς δεν ήθελε να καταλάβει τη θέση αυτή, η κλινική αναγκάσθηκε να αναζητήσει ειδικό ιατρό, ακτινολόγο σε όμορους νομούς όπως εδικαιούτο από (άρθρο 28 του Π.Δ. 247/1991). Με την ευκαιρία της προσωρινής διακοπής του ακτινολογικού τμήματος, της παραπάνω κλινικής ο εγκαλών, Νομάρχης Ψ1, σκέφθηκε να διακόψει προσωρινά με απόφαση του τη λειτουργία και των υπολοίπων τμημάτων της κλινικής που έχουν σχέση με το ακτινολογικό εργαστήριο. Γι' αυτό απευθύνθηκε στον καθ' ύλην αρμόδιο Διευθυντή Υγείας - Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας Νομίατρο ... . Εκείνος, όπως κατέθεσε και στο ακροατήριο, του εξήγησε ότι η νομοθεσία δεν είναι σαφής, για το εάν η προσωρινή διακοπή του ακτινολογικού εργαστηρίου παρασύρει υποχρεωτικά σε διακοπή και τα άλλα τμήματα της κλινικής. Λόγω δε της σοβαρότητας της περιπτώσεως (επρόκειτο ουσιαστικά για το κλείσιμο μιας οργανωμένης και καλά λειτουργούσης μέχρι τότε κλινικής που εξυπηρετούσε τις ανάγκες παροχής υπηρεσιών υγείας του Ν.Πέλλας) συνέταξε αυτός (Νομίατρος) το υπ' αριθμ. ...έγγραφο του προς το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με το οποίο, δια μέσου του Νομάρχη, ζητούσε διευκρινίσεις, για το πιο πάνω θέμα. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έχει κατά λέξη ως εξής: "Ύστερα από αίτηση της Ιδιωτικής Κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", η οποία προσαρμόστηκε στο Π.Δ. 235/2000, για προσωρινή (3μηνη) διακοπή λειτουργίας του ακτινολογικού της εργαστηρίου και μέχρι την εξεύρεση Επιστημονικού Υπευθύνου, εκδόθηκε η με αρ. πρωτ. ... απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, την οποία σας κοινοποιούμε και σας επισυνάπτουμε και πάλι. Η κλινική με την προαναφερόμενη αίτηση της, την οποία σας επισυνάπτουμε, δηλώνει ότι για το χρονικό διάστημα της προσωρινής διακοπής του ακτινολογικού εργαστηρίου θα εξυπηρετείται από ακτινολογικό εργαστήριο της Έδεσσας. Παρακαλούμε να μας γνωρίσετε αν πρέπει παράλληλα και για το ίδιο χρονικό διάστημα, να διακόψουμε προσωρινά και τη λειτουργία των τμημάτων της κλινικής, που πρέπει απαραίτητα να διαθέτουν Ακτινοδιαγνωστικό Εργαστήριο, ή δύναται να εξυπηρετούνται για το χρονικό διάστημα της προσωρινής διακοπής από το προαναφερόμενο ακτινολογικό εργαστήριο της πόλης της Έδεσσας". Το έγγραφο αυτό το παρέλαβε ο Νομάρχης Πέλλας, αλλά το κράτησε και δεν το έστειλε ποτέ στο Υπουργείο Υγείας. Το ίδιο διάστημα και συγκεκριμένα την 27-4-2006 ο ακτινολόγος ιατρός Μ1 μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Κοζάνης, γνωστοποίησε εγγράφως στην κλινική "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" την πρόθεση του να αναλάβει επιστημονικά υπεύθυνος του ακτινολογικού τμήματος και μετά τη συγκέντρωση των απαραιτήτων δικαιολογητικών κατατέθηκε στην Ν.Α.Πέλλας η από 2-5-2006 σχετική αίτηση της ανωτέρω κλινικής, η οποία πρωτοκολλήθηκε το πρωί της 5-5-2006. Στο μεταξύ ο εγκαλών Νομάρχης, μόλις πληροφορήθηκε την πρόθεση του παραπάνω ιατρού (Μ1) να αναλάβει τη θέση του επιστημονικά υπεύθυνου του ακτινολογικού τμήματος της κλινικής, χωρίς να έχει κανένα υπηρεσιακό λόγο και δικαίωμα εκ του νόμου τηλεφώνησε ο ίδιος προσωπικά στον εν λόγω ιατρό και με έμμεσες απειλές προσπάθησε να τον αποτρέψει να αναλάβει την πιο πάνω θέση, πράγμα που τελικά πέτυχε (βλ. την ένορκη κατάθεση του ανωτέρω ιατρού). Ο εν λόγω Νομάρχης, ενώ: α) δεν αποστέλλει στο Υπουργείο Υγείας το προαναφερθέν έγγραφο του Νομίατρου για παροχή διευκρινήσεων σχετικά με τη διακοπή ή μη και των άλλων τμημάτων της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", β) έχει την προφορική εισήγηση του κατ' εξοχήν αρμοδίου (Νομίατρου) να περιμένει τη διευκρινιστική απάντηση του Υπουργείου Υγείας γιατί η νομοθεσία δεν είναι σαφής, γ) έχει εξ ιδίας αντιλήψεως, υπόψη του ότι βρέθηκε ιατρός που έχει τα προσόντα και την πρόθεση να καλύψει τη θέση του επιστημονικά υπεύθυνου της ως άνω κλινικής, τον οποίο μάλιστα, κατά τα ανωτέρω, προσπαθεί αδικαιολογήτως να αποτρέψει, δ) έχει υπόψη του ότι η κλινική φρόντισε και μπορούσε να εξυπηρετείται για μικρό χρονικό διάστημα από παρακείμενο ακτινολογικό εργαστήριο που λειτουργούσε νόμιμα, όπως έγινε και άλλη φορά με άδεια της Ν.Α. Πέλλας νόμιμα, (βλ. την υπ' αριθμ....βεβαίωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας που υπογράφει ο Ν1) εκδίδει στις 4-5-2006 την υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση του με την ποία διακόπτει προσωρινά τη λειτουργία των τμημάτων χειρουργικό, παθολογικό, καρδιολογικό, ορθοπεδικό και φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" μέχρι την επαναλειτουργία του ακτινολογικού εργαστηρίου. Στην απόφαση μάλιστα αυτή ο Νομάρχης επικαλείται ως στοιχείο που έλαβε υπόψη του για τη λήψη της απόφασης του και το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ... ερώτημα του Νομίατρου προς το Υπουργείο Υγείας, το οποίο ο ίδιος (Νομάρχης) δεν διαβίβασε, όπως όφειλε, ώστε να έχει την απάντηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου. Τη μεθεπομένη της ημερομηνίας εκδόσεως της ως άνω απόφασης του Νομάρχη Ψ1 (4-5-2006) και συγκεκριμένα στις 6-5-2006, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, πληροφορηθείς το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής συντάσσει το κείμενο του πρώτου επιδίκου δημοσιεύματος και το παραδίδει στο δεύτερο κατηγορούμενο, Χ2, εκδότη της εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην ..., ο οποίος και το δημοσιεύει στο φύλλο της ... της εν λόγω εφημερίδας. Το δημοσιευθέν αυτό κείμενο κατά λέξη έχει ως εξής: "Ο Νομάρχης Πέλλας Ψ1 με τη λήξη της τετραετίας του φροντίζει να ολοκληρώσει το στόχο, τον όρκο ζωής, να καταστρέψει ολοκληρωτικά την κλινική, Γενική Κλινική "Άγιος Γεώργιος". Αναλυτικά σε νέα δημοσίευση". Μετά από τέσσερις ημέρες και συγκεκριμένα στις ... η κλινική "Αγιος Γεώργιος", δια των εκπροσώπων της, υποβάλει προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας αίτηση για την ανάκληση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Νομάρχη Πέλλας (...) περί διακοπής των τμημάτων της κλινικής για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή (αίτηση). Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας δεν απαντά στην αίτηση αυτή και ως εκ τούτου η κλινική, λόγω της σοβαρής καταστάσεως που δημιουργήθηκε, επανέρχεται στις 12-5-20061 με νέα αίτηση της, με την οποία και για τους λόγους που αναφέρει σ' αυτή ζητεί την άμεση ανάκληση της ως άνω αποφάσεως του Νομάρχη Πέλλας. Ο τελευταίος δεν ανακαλεί την απόφαση του και με το από 16-5-2006 έγγραφο του (αρ. πρωτ. ....) προς τη Γενική Κλινική "Άγιος Γεώργιος", το οποίο κοινοποιεί και προς τη Διεύθυνση Υγείας Πρόνοιας της Ν.Α.Πέλλας (το Νομίατρο), δηλώνει ότι δεν είναι ανάγκη να διαβιβαστεί το ερώτημα του Νομίατρου προς το Υπουργείο Υγείας, γιατί ο νόμος είναι σαφής και η υπόθεση ερευνήθηκε και ως εκ τούτου παρέλκει η διαβίβαση οποιουδήποτε ερωτήματος σχετικού με το θέμα. Στο έγγραφο αυτό του Νομάρχη απαντά ο Νομίατρος Πέλλας με το ....έγγραφο του το οποίο κατά λέξη έχει ως εξής: "Στις 24-5-2006 και ώρα 11.30 μας κοινοποιήθηκε το με αρ. πρωτ. ... έγγραφο σας. Επί αυτού έχουμε να σας γνωρίσουμε τα παρακάτω: 1. το με αρ. πρωτ. ... ερώτημά μας σας κατατέθηκε στις 19-04-2006, παρουσία και του κ. Γενικού Διεθυντή Ν.Α. Πέλλας. 2. επειδή θεωρούμε ότι υπάρχει ασάφεια τωνισχυουσών διατάξεων, σε σχέση με το προκύψαν θέμα, κρίθηκε από την υπηρεσία μας επιβεβλημένη η υποβολή του προαναφερόμενου ερωτήματος, όπως επισημαίνουμε και στο με αρ. πρωτ. ...έγγραφο μας προς το ΣτΕ. Δική σας ήταν η άποψη ότι ονόμος είναι σαφής και ότι δεν κρίνεται σκόπιμη η υποβολή οποιουδήποτε ερωτήματος. 3. το σχετικό ερώτημα μας από της υποβολήςτου (19-04-2006) και μέχρι σήμερα δεν επεστράφη στην υπηρεσία μας". Μαζί με την ως άνω δεύτερη αίτηση ανακλήσεως της επίμαχης απόφασης του Νομάρχη Πέλλας η κλινική "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" στις 12-5-2006 υποβάλλει προς την Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικράτειας, αίτηση για την αναστολή εκτελέσεως την ιδίας ως άνω απόφασης του Νομάρχη Πέλλας περί διακοπής λειτουργίας των τμημάτων της κλινικής. Στις ... ο πρώτος κατηγορούμενος συντάσσει το κείμενο του δεύτερου επιδίκου δημοσιεύματος, το οποίο την ίδια ημέρα δημοσιεύει ο δεύτερος κατηγορομενος στην ίδια εφημερίδα που εκδίδει αυτός ("...") . [Το δημοσίευμα αυτό έχει κατά λέξη ως εξής: "ΞΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ - ΚΛΙΝΙΚΗ "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ - ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ". Οι γνωστοί θιασώτες της ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗΣ της Έδεσσας επιχείρησαν ΠΑΛΙ να πλήξουν την ΜΟΝΑΔΙΚΗ κλινική της πόλης μας. ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΔΙΚΟΙ παραβάτες καθήκοντος, λίγο πριν από την ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ τους, γελοιοποιούνται με κινήσεις ΠΑΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑΣ]. Η κλινική "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ της ευρύτερης περιοχής, πιστή στις αρχές της διαρκούς εξέλιξης και της εξυπηρέτησης των ασφαλισμένων. Αλλωστε, η συγκινητική και καθολική συμπαράσταση του συνόλου των συμπολιτών μας στον βρώμικο πόλεμο από τα ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ μιας παλιάς εποχής, μας ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ. (Αναλυτικά στο επόμενο φύλλο). ΚΛΙΝΙΚΗ "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ". Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας με την 574/2006 απόφαση της έκανε δεκτή την αίτηση της κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" και ανέστειλε την εκτέλεση της επίμαχης υπ' αριθμ. ...απόφασης του Νομάρχη Πέλλας περί διακοπής λειτουργίας των ως άνω τμημάτων της ανωτέρω κλινικής. Μεταξύ άλλων δε η Επιτροπή Αναστολών του Σ.τ.Ε. στο σκεπτικό της αναφέρει κατά λέξη και τα εξής: " ... Ωστόσο, ήδη με την υποβολή της αιτήσεως για την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας του ακτινολογικού εργαστηρίου της, η αιτούσα είχε δηλώσει ότι για το χρονικό διάστημα της αναστολής της λειτουργίας του ανωτέρω εργαστηρίου, η κλινική θα εξυπηρετείται από το ακτινολογικό εργαστήριο του Ιατρικού Κέντρου "...". Από τα προσκομιζόμενα δε στοιχεία (ιδιωτικό συμφωνητικό για τη διενέργεια ακτινολογικών εξετάσεων μεταξύ των εν λόγω Ιατρικού Κέντρου και της Κλινικής "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", τοπογραφικό διάγραμμα πολιτικού μηχανικού ...) προκύπτει ότι το ακτινολογικό εργαστήριο του ως άνω Ιατρικού Κέντρου βρίσκεται σε απόσταση 3,50 μέτρων από την είσοδο της κλινικής, υφίσταται δε συμφωνία για καθημερινή εικοσιτετράωρη κάλυψη των αναγκαίων ακτινολογικών - διαγνωστικών εξετάσεων. Εξάλλου, σύμφωνα με σχετική δήλωση του Διοικητικού Διευθυντή της, η κλινική της αιτούσης εταιρίας διαθέτει δύο φορητά ακτινολογικά μηχανήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται όταν απαιτείται λήψη ακτινογραφιών - ακτινοσκοπήσεων διεγχειρητικώς ή σε ασθενείς επί κλίνης. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα. Η Επιτροπή Αναστολών κρίνει ότι εξασφαλίζεται επαρκώς η κάλυψη των αναγκών των ασθενών της κλινικής, ως προς τη διενέργεια των απαιτούμενων ακτινολογικών -διαγνωστικών εξετάσεων. Ενόψει δε της βλάβης, την οποία, κατά τα ανωτέρω, επικαλείται η αιτούσα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εκκρεμούς αιτήσεως ακυρώσεως ...". Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι με την 2088/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε η άλλη (προγενέστερη) απόφαση του Νομάρχη Πέλλας Ψ1, υπογραφόμενης με εντολή αυτού. Συγκεκριμένα ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. ... με την οποία δεν έγινε δεκτός ο ορισμός των ιατρών Ι1 και Ι2, ως επιστημονικά υπευθύνων του ορθοπεδικού και ωτορινολαρυγγολογικού, αντιστοίχως, τμήματος της ιδιωτικής κλινικής "..." του πρώτου κατηγορουμένου, ενώ με την υπ' αριθμ. 207/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της ως άνω κλινικής του πρώτου κατηγορουμένου εναντίον της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει πρώτη το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική, ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη πράξη του Νομάρχη Πέλλας να θέσει εκτός λειτουργίας τα ως άνω δύο τμήματα της παραπάνω κλινικής (Ω.Ρ.Λ. και Ορθοπεδικό) με το να μη δεχθεί τον ορισμό επιστημονικά υπευθύνων στα πιο πάνω τμήματα της κλινικής. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν, εκτός των άλλων, από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Γίνεται μνεία ότι τα ως άνω έγγραφα αναγνώστηκαν χωρίς αντίρρηση και με τη συναίνεση όλων των διαδίκων και ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του λαμβάνει υπόψη του όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ανεξάρτητα αν γίνεται ειδική μνεία μόνο για μερικά απ' αυτά θεμελίωση συγκεκριμένης (επί μέρους) αιτιολογίας του σκεπτικού του. Με βάση όλα τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα το δικαστήριο κρίνει: 1) ότι στο πρώτο από τα επίδικα δημοσιεύματα ("Ο Νομάρχης Πέλλας Ψ1 με τη λήξη της τετραετίας του φροντίζει να ολοκληρώσει το στόχο, τον όρκο ζωής, να καταστρέψει ολοκληρωτικά την κλινική... ") δεν περιέχονται γεγονότα με την προεκτεθείσα έννοια του νόμου, δεν περιέχονται δηλαδή συγκεκριμένα περιστατικά που έλαβαν χώρα, προσδιορισμένα ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο που αυτά επεσυνέβησαν. Με την φράση αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος, ενόψει και των όσων είχαν προηγηθεί, εκφράζει και καταγγέλλει με οξύ, ίσως και ειρωνικό τρόπο, τη γνώμη του για τις προθέσεις του Νομάρχη Πέλλας (εγκαλούντος) να καταστρέψει την κλινική του. Δεν αποδίδει σ' αυτόν συγκεκριμένες ενέργειες, πράξεις η παραλείψεις που να είναι ψευδείς και να υποπίπτουν στις αισθήσεις ως περιστατικοί του εξωτερικού κόσμου. Ελλείψει λοιπόν γεγονότος και μάλιστα ψευδούς, που να διέδωσαν οι κατηγορούμενοι με το ανωτέρω δημοσίευμα, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής ή της απλής δυσφημήσεως. Ανεξαρτήτως αυτού (και αν ακόμη δηλαδή γίνει δεκτό ότι περιέχονται γεγονότα), με βάση την προαναφερθείσα συμπεριφορά του Νομάρχη Πέλλας, που προηγήθηκε των δημοσιευμάτων, ο πρώτος κατηγορούμενος εύλογα και καλόπιστα πίστευε ότι ο Νομάρχης Πέλλας με τις μνημονευθείσες, αλλά και άλλες πράξεις και παραλείψεις του, είχε πρόθεση και σκοπό να καταστρέψει την κλινική του για λόγους που αυτός (κατηγορούμενος) αναφέρει στις απολογίες του. Με την πεποίθηση λοιπόν αυτή, που εύλογα δημιουργήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, προσπάθησε αυτός με το δημοσίευμα αυτό να προστατέψει (διαφυλάξει) το δικαίωμα του να λειτουργεί την κλινική του, ενέργεια που καλόπιστα θεώρησε αναγκαία, μια που όλες οι άλλες μέχρι τότε ενέργειες του (παραστάσεις, έγγραφα κ.λ.π. προς το Νομάρχη) δεν πέτυχαν να αποτρέψουν αυτόν από τη λήψη της απόφασης του για διακοπή των τμημάτων της ως άνω κλινικής, που για τον κατηγορούμενο εσήμαινε ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή, ηθικό διασυρμό και καταρράκωση του κύρους της κλινικής, αλλά και του ίδιου ως επιστήμονα (ιατρού) και ως διαχειριστή και εκπροσώπου αυτής (κλινικής). Συνεπώς και υπό την εκδοχή αυτή (της διάδοσης δηλαδή αληθινών γεγονότων) την οποία αποκρούει και δεν δέχεται το δικαστήριο, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της δυσφήμησης σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 Π.Κ., μια και ο κατηγορούμενος κινήθηκε στη εκδήλωση αυτή αποκλειστικά προς το σκοπό προστασίας του δικαιώματος που είχε να προστατέψει την ύπαρξη, το κύρος και τη φήμη της κλινικής του, αλλά και την προσωπική τιμή και υπόληψη αυτού ως ιδιοκτήτη, διαχειριστή και εκπροσώπου της εν λόγω κλινικής. 2) από τις περιστάσεις που έγινε το παραπάνω δημοσίευμα δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος, αφού, εκτός των άλλων που προαναφέρθηκαν, ο κατηγορούμενος παρότι εύλογα θεωρούσε ότι αδικείται κατάφωρα, και ότι καταστρέφεται ολοκληρωτικά, δεν καταφέρεται με ψευδείς, υποτιμητικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εναντίον του εγκαλούντος, αλλά με δηκτικό, ίσως, δικαιολογημένο όμως, από την έντονη αγανάκτηση και την πλήρη απόγνωση του, τρόπο καταγγέλλει την πρόθεση του Νομάρχη Πέλλας να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της κλινικής του. Και 3) για τους ίδιους λόγους το δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του, κρίνει ότι από τις ως άνω εκτεθείσες περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε το πιο πάνω αναφερθέν δεύτερο δημοσίευμα δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του εγκαλούντος, δεδομένου μάλιστα ότι οι περισσότεροι χαρακτηρισμοί που αναφέρονται σ' αυτό (κατάδικοι, υπόδικοι κ.λ.π.) είναι αληθινοί ή δεν απέχουν της αληθείας. Και στο δημοσίευμα αυτό είναι φανερή η προσπάθεια του πρώτου κατηγορουμένου να διασώσει την κλινική του με την έντονη καταγγελία της συμπεριφοράς του Νομάρχη Πέλλας. Τις φράσεις και τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος στο κείμενο του τις χρησιμοποιεί για να καταδείξει κραυγαλέα προς το αναγνωστικό κοινό της τοπικής εφημερίδας την παράνομη και αυθαίρετη εις βάρος του συμπεριφορά του Νομάρχη Πέλλας και όχι για να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, που ήταν το τελευταίο που τον ενδιέφερε τη στιγμή εκείνη που έκλεινε η κλινική του και μοναδικός σκοπός και επιδίωξη του ήταν να εξασφαλίσει την λειτουργία της κλινικής του, πράγμα που ήλπιζε ότι μπορούσε να πετύχει με δημόσια καταγγελία της παράνομης συμπεριφοράς του Νομάρχη και όχι με την εξύβριση του προσώπου αυτού. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε, ομόφωνα, αθώους τους κατηγορουμένους της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως, που φερόταν τελεσθείσα με το πρώτο των ανωτέρω δημοσιευμάτων της 6-5-2006 και, κατά πλειοψηφία, της εξυβρίσεως που φερόταν τελεσθείσα με το δεύτερο των ως άνω δημοσιευμάτων της 13-5-2006, ενός μέλους του Δικαστηρίου διατυπώσαντος την γνώμη ότι δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, διότι οι κατηγορούμενοι, ενεργήσαντες, κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο, είχαν σκοπό εξυβρίσεως του πολιτικώς ενάγοντος. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε και με τα οποία αιτιολογείται πλήρως, γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, πείσθηκε για την κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της εξυβρίσεως και κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους. Ειδικότερα, ως προς το ερευνώμενο εν προκειμένω αδίκημα της εξυβρίσεως, τους μειωτικούς της τιμής και υπολήψεως του πολιτικώς ενάγοντος, με την ανωτέρω έννοια, χαρακτηρισμούς περιέλαβε ο κατηγορούμενος Χ1 στο επίμαχο δημοσίευμα, το οποίο καταχώρησε στην εφημερίδα του ο κατηγορούμενος Χ2, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται αυτούσιο στις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αναφορά σ αυτήν (βλ. 71η σελίδα) ότι: " ... το δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του, κρίνει ότι από τις ως άνω εκτεθείσες περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε το πιο πάνω αναφερθέν δεύτερο δημοσίευμα, δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του εγκαλούντος, δεδομένου μάλιστα ότι οι περισσότεροι χαρακτηρισμοί που αναφέρονται σ αυτό (κατάδικοι, υπόδικοι κλπ.) είναι αληθινοί ή δεν απέχουν της αληθείας ...", δεν είχε ως σκοπό να δικαιολογήσει το αληθές ή μη των χαρακτηρισμών, που άλλωστε δεν αποτελούσε αντικείμενο, ούτε αναγκαίο περιεχόμενο της αιτιολογίας για το δεύτερο επίμαχο δημοσίευμα, ενόψει του ότι το αδίκημα, την στοιχειοθέτηση ή μη του οποίου και ερευνούσε, ήταν το της εξυβρίσεως και όχι της συκοφαντικής δυσφημίσεως, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αναίρεση και εκ του λόγου τούτου γίνεται επίκληση έλλειψης νομίμου βάσεως της αποφάσεως, με την εκτιθέμενη στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, εκ της επικαλούμενης με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ασάφειας των αιτιολογιών, αλλά για να αιτιολογήσει την έλλειψη σκοπού εξύβρισης του συντάκτη του. Σημειωτέον ότι και τα δύο δημοσιεύματα αναφέρονται στις αυτές πράξεις του εγκαλούντος, τότε Νομάρχη, για τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση έκανε ανελέγκτως δεκτά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ως προς την διαχρονική εξέλιξη της υποθέσεως, που συγκροτούν τις "..ως άνω εκτεθείσες περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε ..... το δεύτερο δημοσίευμα...", τις οποίες αναφέρει στο ανωτέρω σημείο της η προσβαλλομένη απόφαση, για να αιτιολογήσει την κρίση της, περί ελλείψεως σκοπού εξυβρίσεως του συντάκτη του δημοσιεύματος. Η αναφερομένη δε σ αυτήν αξιολόγηση της εξέλιξης της όλης υποθέσεως, όπως διαμορφώθηκε από την γενομένη δεκτή ανελέγκτως συμπεριφορά του πολιτικώς ενάγοντος, για να καταλήξει στην αθωωτική για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως κρίση της, ισχύει και για την περίπτωση του δεύτερου δημοσιεύματος, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως τούτο συνάγεται από την αναφορά στην αυτή ως άνω σελίδα της προσβαλλομένης, "...για τους ίδιους λόγους το δικαστήριο.....". Με βάση τις αιτιολογίες αυτές, αλλά και τις εκτιθέμενες στην σελίδα 71, σε σχέση με το δεύτερο και ενδιαφέρον εν προκειμένω δημοσίευμα της 13-5-2006, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση ότι και το επίμαχο δημοσίευμα συντάχθηκε με σκοπό ο συντάκτης του ιδιοκτήτης της ανωτέρω αναφερόμενης κλινικής, να διαφυλάξει το δικαίωμά του να εξακολουθήσει να λειτουργεί η κλινική του και με τον τρόπο αυτό δεν υπερέβη το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, αφού, όπως δέχεται είχαν προηγηθεί όλα τα άλλα πρόσφορα προς τούτο μέσα, όπως προσφυγή στο ΣτΕ, προσφυγή στον Περιφερειάρχη, προσφυγή στον ίδιο τον Νομάρχη, σε τρόπο ώστε να προκύπτει αναμφίβολα ότι προέβη στην στάθμιση, αφενός του χρησιμοποιηθέντος μέσου (δημοσίευμα και της 13-5-2006), και αφετέρου της δυνατότητας να επιτευχθεί η προστασία του ως άνω δικαιώματός του με την χρήση άλλων, όπως με την προσφυγή στην δικαστική οδό και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο δυσαναλογία μεταξύ τους, αφού δέχθηκε ότι όλες οι μέχρι τότε ενέργειές του, τις οποίες παραθέτει, δεν πέτυχαν να αποτρέψουν τον πολιτικώς ενάγοντα, τότε Νομάρχη, από την λήψη της απόφασης για διακοπή λειτουργίας των αναφερομένων τμημάτων της κλινικής του, η οποία και θα κατέληγε σε παύση της λειτουργίας της. Δέχθηκε λοιπόν το Δικαστήριο, με τις αιτιολογίες που παραθέτει στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το εξυβριστικό και όχι δυσφημιστικό, όπως από παραδρομή αναφέρεται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, δημοσίευμα ισοσταθμίζεται και δεν είναι δυσανάλογο με την εξυπηρέτηση του σκοπού διατηρήσεως σε λειτουργία της κλινικής, τον οποίο και δεν μπόρεσε να επιτύχει ο ιδιοκτήτης της κατηγορούμενος με τα άλλα ως άνω μέχρι τότε χρησιμοποιηθέντα μέσα, που παραθέτει. Οι ανωτέρω σχολιαζόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αθωωτικής αποφάσεως και οι παρατιθέμενες αιτιολογίες της συγκροτούν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούσε, όπως αναφέρθηκε στις 1 και 2 νομικές σκέψεις, η για τον ανωτέρω λόγο αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου. 4. Ως προς την έλλειψη αιτιολογιών που αποδίδεται με την αίτηση αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη της εφημερίδας, στην οποία δημοσιεύθηκε το επίμαχο κείμενο, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με τη διάταξη του άρθρου μόνου, παρ. 1, του Ν. 2243/1994, που ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, από την στις 3-10-1994 δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 162/3-10-94, τεύχος Α'), καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του Α.Ν. 1092/1938, που όριζε ότι ο εκδότης εφημερίδας ή περιοδικού τιμωρείται για τα αδικήματα που διαπράττονται με το αντίστοιχο έντυπο, αν δε αποδείξει ότι δεν γνώριζε το δημοσίευμα τιμωρείται "επ' αμελεία" με χρηματική ποινή αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα. Έτσι από τις 3-10-1994 και εφεξής και η ευθύνη του εκδότη περιοδικού ή εφημερίδας κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, είτε κατά τις γενικές περί συμμετοχικής δράσεως διατάξεις των άρθρων 45-47 του Π.Κ., αν συντρέχει περίπτωση τέτοιας (συμμετοχικής) δράσης, είτε αυτοτελώς, μόνο κατά τις αντίστοιχες διατάξεις του Π.Κ. που προβλέπουν τη σχετική πράξη, αν ο εκδότης ενήργησε ανεξάρτητα από το δόλο και την απόφαση των λοιπών δραστών (ΑΠ 355/1999, ΑΠ 2244/2004). Τέλος, από το άρθρο 45 Π.Κ., το οποίο καθορίζει, ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης", συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη ταυτόχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που διαπράττεται με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν ή πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Στην κρινόμενη περίπτωση ο εν λόγω κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως συναυτουργός (45 ΠΚ), δηλαδή από κοινού τελέσεως με τον συγκατηγορούμενό του, ο μεν ένας ως συντάκτης του επίμαχου κειμένου, ο δε άλλος ως ιδιοκτήτης της ανωτέρω εφημερίδος, στην οποία αυτό καταχωρήθηκε, των πράξεων της συκοφαντικής δυσφημίσεως και εξυβρίσεως, η οποία και, όπως λέχθηκε, ερευνάται εν προκειμένω. Το δικαστήριο έκρινε, κατά τα άνω, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως λέχθηκε, ότι, για τους λόγους που εκθέτει, επήλθε άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της εξυβρίσεως και κήρυξε αθώο τον καταρτίσαντα το δημοσιευθέν κείμενο, αλλά και τον ιδιοκτήτη της εφημερίδος, δεν χρειαζόταν δε να διαλάβει αιτιολογίες για την αθωωτική και ως προς αυτόν κρίση του, πέραν εκείνων που κατά τα άνω διέλαβε για τον συντάκτη του δημοσιεύματος. Τούτο δε διότι οι αιτιολογίες που ανωτέρω αναφέρθηκαν καλύπτουν την από κοινού δράση και των δύο κατηγορουμένων, αφού με βάση αυτές κατέληξε στην κρίση περί μη τέλεσης της πράξης της εξυβρίσεως, λόγω άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της, για τον λόγο που εκθέτει, ο οποίος εκτείνεται και στους δύο κατηγορουμένους και έτσι δεν απαιτούνταν η παράθεση ιδιαίτερης αιτιολογίας για τον καθένα και ειδικότερα για τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας, αφού, κατά την κατηγορία, ο τελευταίος δεν ενήργησε ανεξάρτητα από τον δόλο και την απόφαση του συγκατηγορουμένου του, αλλ αντιθέτως εισήχθη και δικάσθηκε ως συναυτουργός εκείνου, όπως η έννοια της συμμετοχικής αυτής δράσης εκτέθηκε στην νομική σκέψη, ούτε περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε συνδρομή στο πρόσωπο του συντάκτη του επίμαχου κειμένου προσωπικού λόγου απαλλαγής από την ποινή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, η οποία εκκινεί από την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το αδίκημα για το οποίο υπήρξε η αθωωτική κρίση είναι το της συκοφαντικής δυσφημίσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, για ασάφεια και έλλειψη αιτιολογιών ως και έλλειψη νόμιμης βάσης της αθωωτικής κρίσης της για τον συντάκτη του δημοσιεύματος κατηγορούμενο Χ1 (510 παρ. 1Δ' και 1Ε' ΚΠΔ). Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογιών της αθωωτικής κρίσεως της, για τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας Χ2 (510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ). Συνεπώς πρέπει η αναίρεση στο σύνολό της να απορριφθεί κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 8/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 121/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέως ΑΠ κατά αθωωτικής αποφάσεως κατ' άρθρο 505 §2 ΚΠΔ (ΑΠ 380/2009). Αδικήματα δια του τύπου, συκοφαντική δυσφήμηση (πρώτο από δύο επίμαχα δημοσιεύματα) και για εξύβριση (δεύτερο από τα δημοσιεύματα). Κατηγορούμενοι ο συντάκτης του δημοσιεύματος και ο εκδότης της εφημερίδας. Η απόφαση προσβάλλεται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μόνος ως προς την αθωωτική διάταξή της για το αδίκημα της εξυβρίσεως (δεύτερο δημοσίευμα). Έννοια, στοιχεία αδικήματος εξυβρίσεως. Άρση αξιοποίνου απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως κατ' άρθρο 367 ΠΚ. Προϋποθέσεις (ΑΠ 843/2008, 2144/2004, 2244/2004 και 783/2003). Πότε υπάρχει σκοπός εξυβρίσεως. Ποια η αναγκαία αιτιολογία της δεχόμενης αυτό αποφάσεως. Αιτιολογία. Πότε η απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ειδικό-τερα όταν είναι αθωωτική. Ποια αιτιολογία για εφαρμογή διατάξεως 367 §§1,2 ΠΚ (ΑΠ 2610/2008, 843/2008 και 225/2007). Εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση, Τύπος, Απόφαση αθωωτική.
2
Αριθμός 1951/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, για αναίρεση της 1741/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) Χ3 και με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ, κάτοικο ... και 2) Την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΡΚΕΤΑ ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ ΑΕ -...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 28 Απριλίου 2009, δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1784/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος m 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται ή να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Η υποχρέωση όμως του δικαστηρίου ν' απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη του προβληθέντος σχετικού αιτήματος για κλήτευση μάρτυρα που έχει εξετασθεί στην προανάκριση προϋποθέτει ότι πρέπει να υποβάλλεται αυτό κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι να αναφέρεται τι θα βεβαιωνόταν από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα στο ακροατήριο, πέραν των όσων προέκυπταν από την κατά την προδικασία ληφθείσα ένορκη κατάθεσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη 1741/2008 απόφαση, του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη, μετά την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε το αίτημα κλήτευσης του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Παρκέτων Αρβανίτης" (πολιτικώς ενάγουσας) ΑΑ, κατοίκου ..., επισημαίνοντας ότι ο τελευταίος δεν αναφέρεται στον Χ1 (αναιρεσείοντα) αλλά σε άλλα πρόσωπα τα οποία τον εξηπάτησαν. Όπως υποβλήθηκε το αίτημα αυτό είναι αόριστο και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για τη μη αποδοχή του. Εξ' άλλου, τούτο, όπως διατυπώθηκε και στο σημείο της διαδικασίας που υποβλήθηκε μόνο ως ευχή για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι ως αίτημα της εκδίκασης της υπόθεσης μπορεί να χαρακτηρισθεί και όχι ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το παραπάνω αίτημα, χωρίς να διαλάβει ειδικότερη αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ο κατ' εκτίμηση, περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης. ΙΙ. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, κατά το είδος τους τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο προς σχηματισμό της κρίσεως του. Συνεπώς για να είναι αιτιολογημένη η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι διάδικος κατά την ποινική διαδικασία. Η βεβαιότητα αυτή προκύπτει όχι μόνο από τη μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού ή σε άλλο σημείο αυτού, αλλά και από αυτό το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι ο Ψ, ο οποίος δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής εξετάσθηκε ανωμοτί. Και ναι μεν ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού μνημονεύεται μεταξύ των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και η χωρίς όρκο κατάθεση, ούτε και σε κάποιο άλλο σημείο αυτού, αναφέρεται ρητά ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, η κατάθεση αυτού, όμως με βεβαιότητα προκύπτει ότι την έλαβε υπόψη το Εφετείο για την καταδικαστική του κρίση, από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενη απόφασης οι παραδοχές του οποίου κατά κύριο λόγο ταυτίζονται με τα κατατιθέμενα από τον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' περί του αντιθέτου συναφής 2ος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (Ολ. ΑΠ 1/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος και των κατηγορουμένων Χ3 και Χ2 ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωρεία κακουργηματικών απατών σε βάρος διαφόρων εταιρειών μεταξύ των οποίων και σε βάρος της εταιρείας "ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ-ΠΑΡΚΕΤΑ ΑΕ", με την παράσταση στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι η εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SOCIETE COMMERCIALE FRANCO-HELLENIQUE LTD (FSFH) ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ", η οποία είναι εύρωστη και φερέγγυα, έχει μεγάλη εμπορική δραστηριότητα με τεράστιο δίκτυο πωλήσεων και ανήκει σε Γάλλο υπήκοο, ονόματι ΒΒ, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα να τον πείσει να τους πωλήσει και να τους παραδώσει παρκέτα δρυός καδρόνια, κόλλες και σοβατεπί, συνολικής αξίας 8.982,223 δρχ. ενώ αυτά ήταν ψευδή και τα παρέστησαν εν γνώσει τους ως αληθινά με σκοπό να αγοράσουν τα εμπορεύματα αυτά χωρίς να πληρώσουν το τίμημα και έτσι να ωφεληθούν αυτοί και οι συγκατηγορούμενοι τους το ως άνω ποσό με αντίστοιχη ζημία της παθούσας εταιρείας. Με το από 1316/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για ηθική αυτουργία σ' όλες της αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των προαναφερθέντων και συνεπώς και για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της εταιρείας "ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ-ΠΑΡΚΕΤΑ ΑΕ". Το ως άνω βούλευμα κατέστη αμετάκλητο μετά την απόρριψη της από 4-4-2001 έφεσης, που άσκησε κατ' αυτού ο αναιρεσείων με το 729/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και της από 19/2/2002 αίτησης αναίρεσης του ιδίου κατά του τελευταίου βουλεύματος. Στην κατά την 26/11/1999 απολογία του αναιρεσείοντα του απαγγέλθηκε από τον τακτικό ανακριτή η κατηγορία για ηθική αυτουργία σε αξιόποινες πράξεις κακουργηματικής απάτης, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η κατηγορία για την ως άνω αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της ως άνω εταιρείας. Σε κανένα όμως από τα παραπάνω ένδικα μέσα που άσκησε ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε απόλυτη ακυρότητα λόγω προσβολής του υπερασπιστικού του δικαιώματος ν' απολογηθεί για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη εκ του λόγου ότι γι' αυτήν δεν του απαγγέλθηκε κατηγορία από τον ανακριτή. Το πρώτο δε προέβαλε τον περί ακυρότητας ισχυρισμό του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον οποίο και επανέλαβε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Συνακόλουθα το Πενταμελές Εφετείο το οποίο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε για την πράξη αυτή τον αναιρεσείοντα απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό με την αιτιολογία στο σκεπτικό ότι "ανεξάρτητα από την αβασιμότητα του ισχυρισμού αυτού" είναι αυτός απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι προτάθηκε μετά την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, δεν υπερέβη (θετικά) την εξουσία του με το να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως ασκώντας δικαιοδοσία την οποία δεν του παρέχει ο νόμος, και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος των προσθέτων κατά το επικουρικό σκέλος του. Σε κάθε πάντως περίπτωση εφόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα Χ2, για κακουργηματική απάτη σε βάρος της ως άνω εταιρείας, η ποινική δίωξη εκτείνεται και σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) ως συμμετοχή σ' αυτήν αφού αντικείμενο της ποινικής δίωξης είναι ορισμένο ιστορικό γεγονός, ήτοι η δίωξη ασκείται in rem και όχι in persona, είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων με την ειδικότερη αιτίαση ότι ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι επιλήφθηκε η δικαστική αρχή χωρίς προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης. Ενόψει δε των ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ δεύτερος λόγος των προσθέτων με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της παρά τον νόμο παράστασης της πολιτικής αγωγής με την ειδικότερη αιτίαση ότι εφόσον δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατ' αυτού (αναιρεσείοντα) για την ως άνω αξιόποινη πράξη σε βάρος της εταιρείας "Παρκέτα Λάζαρος Αρβανίτης ΑΕ" απαράδεκτα η τελευταία δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής. VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ., 250 και 321 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα 171 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως" πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε περίπτωση παραλλαγής του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορηθείς ως φυσικός αυτουργός καταδικασθεί ως ηθικός αυτουργός, ούτε συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης της πράξεως, εκτός αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην παραγραφή της ποινικής δίωξης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενου προς έλεγχο της βασιμότητας ή όχι αναιρετικού λόγου, στην μεν πρωτόδικη 1841/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, και στο 1316/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με το 729/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας απάτης κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης για την οποία καταδικάσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση και παραπέμφθηκε με το ως άνω βούλευμα, φέρεται ο μήνας Μάΐος 1996 σε μη εξακριβωμένες ειδικότερα ημερομηνίες, η 10-7-1996 και 25-7-1996, στην προσβαλλομένη 1741/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως χρόνος τέλεσης τοποθετείται ο μήνας Μάιος σε μη ειδικότερα εξακριβωμένες ημερομηνίες. Με την μη αναφορά των αξιοποίνων πράξεων που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά τους χρόνους 10-7-1996 και 25-7-1996 και η αποδοχή από το Πενταμελές Εφετείο μόνο ως χρόνου τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση μέσα στο μήνα Μάιο, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας αφού δεν ασκεί η μεταβολή αυτή επιρροή ούτε στην ταυτότητα της πράξης ούτε στο χρόνο της παραγραφής και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο ίδιος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων με την ειδικότερη (κατ' εκτίμηση) αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο συνεπεία ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας από αυτουργία σε ηθική αυτουργία. Τέλος ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας συνεπάγεται η στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης μνεία του περιεχομένου του με αριθμό 1316/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και τον με αριθμ. 729/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών τα οποία άλλωστε διηγηματικώς αναφέρονται, αφού πλήρως ταυτίζονται με την κατάθεση των εξετασθέτων μαρτύρων, εν όψει μάλιστα του ότι όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά φέρονται ως αναγνωσθέντα έγγραφα στην ανάγνωση των οποίων και δεν εναντιώθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 Π Κ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, ενώ κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α' του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από την ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως η υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.ά. β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1741/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία του Μαΐου 1996 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ3 εμφανίσθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, ο οποίος τότε διατηρούσε βιοτεχνία ενδυμάτων στην ... και επί της οδού ... και του παρέστησε ότι είναι εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ... εταιρίας "SOCIETE COMMERCIALE FRANCO-HELLENIQUE LTD", ότι αυτή έχει αναπτύξει μεγάλη οικονομική δραστηριότητα και διαθέτει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και μεγάλο δίκτυο πελατών, ανήκει στον γάλλο υπήκοο ΒΒ που διέθετε μεγάλη οικονομική άνεση και έπεισε τον ανωτέρω Ψ ότι πρόκειται να συναλλαγεί με διεθνούς κύρους εμβέλειας εταιρία και να του πωλήσει και παραδώσει εμπορεύματα, αξίας 5.156.116 δραχμών για την πληρωμή των οποίων του παραδόθηκαν οι ... και ... επιταγές πληρωτέες από την ALPHA BANK για ποσά 2.656.116 και 2.500.000 δραχμών, αντίστοιχα με εκδότρια την ανωτέρω εταιρία σε διαταγή του και ημερομηνίες εκδόσεως 20-8-96 και 10-8-96 (μεταχρονολογημένες). Οι επιταγές όμως τελικά δεν πληρώθηκαν με αντίστοιχη ζημία του πωλητή πολιτικώς ενάγοντος, καθόσον η ως άνω εταιρία δεν ήταν φερέγγυα, ούτε ήταν μεγάλης οικονομικής επιφάνειας και ο φερόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΒΒ ήταν στην πραγματικότητα ο ΓΓ, ο οποίος ήταν κατηγορούμενος σε άλλη υπόθεση με παθούσα την εταιρεία "ΔΕΛΤΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΚΒΕΤΤΕ" βλ. 1304/2005 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εμφανιζόταν στις συναλλαγές με πλαστή ταυτότητα ως ο ανωτέρω γάλλος υπήκοος. Ο αυτός ΓΓ είναι κατηγορούμενος και στην παρούσα υπόθεση πλην όμως επειδή δεν συνελήφθη ανεστάλη η σε βάρος του διαδικασία. Η αυτή εταιρία ούτε οικονομικά εύρωστη ήταν ούτε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα είχε αναπτύξει, ούτε ευρύ κύκλο συναλλαγών και τεράστιο δίκτυο διέθετε όπως ψευδώς παρέστησε στον πολιτικώς ενάγοντα ο ανωτέρω κατηγορούμενος για να τον πείσει, όπως και έγινε, να πουλήσει στην εταιρία με πίστωση του τιμήματος τα ανωτέρω αξίας εμπορεύματα και να δεχθεί προς κάλυψη του τιμήματος των μεταχρονολογημένες ακάλυπτες επιταγές, οι οποίες, όπως λέχθηκε, δεν πληρώθηκαν, με αποτέλεσμα ισόποση με την ονομαστική αξία τους περιουσιακή ζημία του πολιτικώς ενάγοντος, και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου, και του συγκατηγορουμένου του Χ1, ο οποίος ήταν στενός συνεργάτης του ΓΓ και εμφανιζόταν στις συναλλαγές ως Γεν. Δ/ντης της ως άνω εταιρίας. Αυτοί δε οι δύο, είχαν αποφασίσει περί τα τέλη του έτους 1995, με απατηλές μεθοδεύσεις και κατά σύστημα ενεργώντας να αποσπάσουν από διαφόρους ανυποψίαστους επιχειρηματίες εμπορεύματα, χωρίς να καταβάλουν το αντίτιμο της αξίας τους, εκδίδοντας ακάλυπτες μεταχρονολογημένες επιταγές, με σκοπό τον παράνομο πλουτισμό. Προς υλοποίηση του σχεδίου φρόντισαν ο ΓΓ, εμφανιζόμενος ως ο ανωτέρω αλλοδαπός επιχειρηματίας να αποκτήσει με τον τρόπο που περιγράφεται λεπτομερώς στο 1316/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και στο 729/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τον έλεγχο της ανωτέρω εταιρίας, από τους αλλοδαπούς ιδρυτές, και να καταστεί νόμιμος εκπρόσωπός της. Παράλληλα για να μπορούν να απευθύνονται σε μεγάλο κύκλο υποψηφίων θυμάτων διεύρυναν το σκοπό της εταιρίας συμπεριλαμβάνοντας σ' αυτόν την αγοραπωλησία αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, καλλυντικών αρωμάτων και κοσμημάτων. Σημειωτέον η εταιρία κατά την σύσταση της το 1991 είχε ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εισαγωγή- εξαγωγή και εμπορία τροφίμων ποτών ενδυμάτων, ειδών κομμωτηρίου, αυτοκινήτων, αγροτικών μηχανημάτων, ποδηλάτων, σκαφών θαλάσσης, υφασμάτων, πλακιδίων, μετάλλων, ειδών οικιακής χρήσεως, δερματίνων ειδών, την εκμετάλλευση επιχείρησης διεθνών και ειδικών μεταφορών, μεσιτικές εργασίες, ενοικιάσεις αυτοκινήτων και αγοραπωλησίες και ενοικιάσεις ακινήτων. Στη συνέχεια θέτοντας σ' εφαρμογή σχέδιο τους, προκειμένου οι ίδιοι να μη δύνανται να εντοπισθούν και αποκαλυφθούν καλυπτόμενοι πίσω από τον ανύπαρκτο Γάλλο επιχειρηματία ΒΒ δια διαφόρων προσώπων που ενεργούσαν κατά προτροπή και κατόπιν εντολής τους με αντιπαροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων, τα οποία (πρόσωπα) τελούσαν σε γνώση της πραγματικής περιουσιακής καταστάσεως της ως άνω εταιρίας και του σκοπού του παράνομου περιουσιακού οφέλους που επιδίωκαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Χ - ΓΓ), άρχισαν να πλησιάζουν τα υποψήφια θύματά τους επιχειρηματίες του λεκανοπεδίου της ... και όχι μόνον .....Στο πλαίσιο της τακτικής αυτής τοποθετείται και η αμέσως ανωτέρω αναφερομένη περίπτωση εξαπατήσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, πρέπει να συμφωνηθεί ότι, χάρις στον εν λόγω παθόντα, κατέστη δυνατή η αποκάλυψη του ΓΓ και η κάλυψή του πίσω από τον ανύπαρκτο ΒΒ. Οι περιπτώσεις εξαπατηθέντων επιχειρηματιών δεν έφθασαν όλες στη Δικαιοσύνη, διότι πολλοί εξ' αυτών, δεν κατάγγειλαν την συμπεριφορά των κατηγορουμένων, χαρακτηριστική τούτου είναι η κατάθεση του μάρτυρα ΔΔ, ο οποίος υπήρξε θύμα των κατηγορουμένων και περιγράφει λεπτομερώς τις απατηλές ενέργειες του Χ2 και του Χ1. Επίσης η δραστηριότητα αυτή των κατηγορουμένων προκύπτει και από την κατάθεση της μάρτυρος ΕΕ, η οποία έχει κατάστημα πωλήσεως ποτών και είναι ιδιοκτήτρια της αποθήκης που υπάρχει δίπλα στο κατάστημά της, την οποία νοίκιασε για λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας, ο Χ2. Μάλιστα από το κατάστημά της αγόρασε και ποτά μεγάλης αξίας προς κάλυψη του τμήματος των οποίων, αλλά και του ποσού ενός μισθώματος της παρέδωσε την επιταγή που κατέθεσε στο ακροατήριο και αναγνώσθηκε, ποσού 1.430.000 δραχμών, η οποία βέβαια και δεν πληρώθηκε. Η εν λόγω μάρτυς καταθέτει ότι έβλεπε την αποθήκη να γεμίζει το πρωΐ από μεγάλες ποσότητες ετερόκλητων εμπορευμάτων, που ήταν ρούχα, κρέατα, ψυγεία μέχρι και παρκέτα (πρόκειται για την αμέσως κατωτέρω περίπτωση), τα εκφόρτωναν δε εκεί οι μεταφορείς της εταιρίας, που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, μεταφέροντάς τα από τα καταστήματα των θυμάτων των κατηγορουμένων. Η αποθήκη το βράδυ άδειαζε, διότι βέβαια οι κατηγορούμενοι φρόντιζαν να προωθούν περαιτέρω τα με απατηλό τρόπο αποκτηθέντα εμπορεύματα, αποκομίζοντας πολύ μεγάλα κέρδη. Μάλιστα η εν λόγω μάρτυρας θαύμαζε τους κατηγορουμένους και τους υπεύθυνους της εταιρίας για την δραστηριότητά τους αυτή. Όπως καταθέτει η μάρτυς τον Ιούλιο είχαν εξαφανισθεί όλοι από την αποθήκη και φυσικά και τα εμπορεύματα. Εκεί βέβαια κατέφθαναν και πολλά από τα θύματα των κατηγορουμένων, τα οποία αναζητούσαν τα εμπορεύματά τους αναφέρει δε χαρακτηριστικά την περίπτωση Προέδρου Συνεταιρισμού, ο οποίος διέθεσε στην ανωτέρω εταιρία βερίκοκα αξίας εκατομμυρίων δραχμών και "πληρώθηκε" με ακάλυπτη μεταχρονολογημένη επιταγή. Τα γραφεία της εταιρίας στους ... και την αποθήκη στο ... εντελώς άδεια, χωρίς έπιπλα, εξοπλισμό και εμπορεύματα βρήκε ο πολιτικώς ενάγων Ψ, όταν άρχισε να αναζητά τον Χ3. Επακολούθησε καταγγελία για την σε βάρος του απάτη και η υπόθεση άρχισε να ερευνάται από την Αστυνομία και από την έρευνα αυτή αποκαλύφθηκαν και άλλες περιπτώσεις, όπως η κατωτέρω αναφερόμενη. Συγκεκριμένα ο Χ2, ο οποίος ανήκε στα πρόσωπα που, κατά τα άνω, προσέγγιζαν τα υποψήφια θύματά τους, κατά μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία του αυτού μηνός Μαΐου 1996, όπως ομολόγησε ο ίδιος απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στην ... εταιρίας με την επωνυμία "Λάζαρος Αρβανίτης-Παρκέτα ΑΕ", που παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και του παρέστησε ψευδώς ότι η ανωτέρω εταιρία "Γαλλοελληνική Εμπορική ΕΠΕ", είναι οικονομικά εύρωστη και φερέγγυα, με μεγάλη εμπορική δραστηριότητα και τεράστιο δίκτυο πελατών και αντίστοιχο κύκλο εργασιών και ότι ανήκε στον πολύ επιτυχημένο γάλλο επιχειρηματία ΒΒ. Στις ψευδείς δε αυτές, παραστάσεις του πείσθηκε ο εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας να πωλήσει και παραδώσει στην ευρισκομένη στην ως άνω αποθήκη της εταιρίας παρκέτα δρυός, καδρόνια κόλλες και σοβατεπί συνολικής αξίας 8.982.223 δραχμών, επί πιστώσει του τμήματος και να δεχθεί προς κάλυψη αυτού να του παραδοθεί από τον μεταφορέα ΣΤ η ... ισόποση επιταγή της ALPHA BANK, η οποία δεν πληρώθηκε αφού, ήταν ακάλυπτη, με αποτέλεσμα να υποστεί η πολιτικώς ενάγουσα ισόποση περιουσιακή ζημία με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του εν λόγω κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Χ, αφού, όπως ήδη λέχθηκε, η αγοράστρια εταιρία, ούτε φερέγγυα ήταν, ούτε μεγάλο κύκλο πελατών διέθετε, αλλ' αντιθέτως οι κατηγορούμενοι και ο φυγόδικος ΓΓ είχαν αποφασίσει να εξαπατήσουν ανύποπτους εμπόρους και να επιτύχουν την πώληση και παράδοση στις αποθήκες της εταιρίας εμπορευμάτων την αξία των οποίων και ουδέποτε θα πλήρωναν, αφού οι παραδοθείσες προς κάλυψη της μεταχρονολογημένες επιταγές ήσαν ακάλυπτες. Το σχέδιο δε αυτό ανέλαβαν να υλοποιήσουν οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι, τουλάχιστον στις αναφερθείσες ανωτέρω δύο περιπτώσεις. Την συνεννόηση των κατηγορουμένων στην υλοποίηση του σχεδίου που κατά τα άνω είχαν καταρτίσει οι Χ1 - ΓΓ καταδεικνύει το γεγονός ότι ο Χ1 που, όπως δήλωσε στον Ψ ο Χ3 ήταν εκείνος που "κινούσε τα νήματα" στην όπως χαρακτηριστικά λέγει, μετά το κλείσιμο της εταιρίας, η οποία ουσιαστικά λειτούργησε επί 3 μήνες περίπου, διάστημα κατά το οποίο, όπως κατέθεσε ο Ψ που ήταν αυτός ο οποίος επέτυχε την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας των και ευλόγως γνωρίζει την δραστηριότητα αυτή σε όλη της την έκταση, κυκλοφόρησαν 88 ακάλυπτες επιταγές της εταιρίας εμφανίσθηκε στον πολιτικώς ενάγουσα τον Φεβρουάριο του 1998 και του παρέδωσε ένα αυτοκίνητο της εταιρίας (πρόκειται για το ... ΙΧΕ) το οποίο πωλήθηκε αντί 1.700.000 δραχμών, ποσό το οποίο του δόθηκε προς περιορισμό της περιουσιακής του ζημίας. Το αυτοκίνητο δε αυτό του το παρέδωσε ο Χ2. Και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι την πράξη αυτή, από την οποία το όφελος των ιδίων και του συγκατηγορουμένου τους, αλλά και η ζημία των παρόντων υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 € τέλεσαν κατ' επάγγελμα αφού, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης αλλά και την προαναφερθείσα υποδομή που είχαν δημιουργήσει, δια της συμμετοχής τους στις παράνομες δραστηριότητες της εταιρίας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος σκοπό τον οποίο και πέτυχαν τουλάχιστον στις ανωτέρω δύο περιπτώσεις, αλλά και σε άλλες, οι οποίες, όπως λέχθηκε, δεν καταγγέλθηκαν από τα θύματα της δραστηριότητας τους αυτής. Χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις αναφέρονται στα ανωτέρω βουλεύματα καταδεικνύουν δε την δημιουργηθείσα υποδομή. Κατ' ακολουθίαν τούτων στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στους 1ο και 2ο κατηγορουμένους, όπως αυτή εξειδικεύεται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής και να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις στον μεν πρώτο του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, στον δε δεύτερο του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, οι οποίες τους αναγνωρίσθηκαν και πρωτοδίκως. Αντιθέτως δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμέλειας,, όπως, προεχόντως εντελώς αορίστως, σε κάθε περίπτωση αβάσιμα, αιτούνται. Περαιτέρω, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, αφού ο τρίτος κατηγορούμενος ήταν με τον ΓΓ αυτός που συνέλαβε το σχέδιο εξαπατήσεως ανύποπτων επιχειρημάτων και παράνομου πλουτισμού του ιδίου, αλλά και όσων θα συμμετείχαν στην υλοποίησή του, στη συνέχεια δε με την ιδιότητα του Γεν. Δ/ντου, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες, αλλά ισχυρίσθηκαν, απολογούμενοι πρωτοδίκως οι συγκατηγορούμενοί του και την ενεργό συμμετοχή στην δραστηριότητα της εταιρίας, ήταν αυτός που με φορτικότητα και υποσχέσεις οικονομικών ανταλλαγμάτων έπεισε τους συγκατηγορούμενους του, που ο ίδιος ενέταξε στο δυναμικό της εταιρίας, για να τους χρησιμοποιήσει προς υλοποίηση του σχεδίου, που κατά τα άνω είχε συλλάβει, να τελέσουν την πράξη για την οποία, κατά τα προεκτεθέντα κρίθηκαν ένοχοι. Ενόψει των παραδοχών αυτών το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση σε απάτη που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 § 1α, 98, 386 παρ. 1β-α, 3α, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα με πληρότητα αιτιολογείται η ιδιότητα του αναιρεσείοντα ως ηθικού αυτουργού, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων ήταν Γενικός Δ/ντής και ασκών κατ' ουσίαν την διοίκηση της ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΕ και με την ιδιότητά του αυτή με φορτικότητα και υποσχέσεις οικονομικών ανταλλαγμάτων έπεισε τους συγκατηγορουμένους του Χ3 και Χ2, τους οποίους ο ίδιος ενέταξε στο δυναμικό της εταιρείας, για να τους χρησιμοποιήσει προς υλοποίηση του σχεδίου του, που είχε συλλάβει, να τελέσουν τις απάτες για τις οποίες κρίθηκαν οι τελευταίοι ένοχοι. Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με πληρότητα επίσης αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, τόσο από τους αυτουργούς-συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντα όσο και από τον ίδιο με τις παραδοχές α)όσον αφορά την επανειλημμένη τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης ότι οι περιπτώσεις των εξαπατηθέντων δεν έφθασαν όλες στη δικαιοσύνη και όσον αφορά την υποδομή που είχαν δημιουργήσει καθ' ένας απ' αυτούς, με την παραδοχή της συμμετοχής του στις παράνομες δραστηριότητες της εταιρείας και της εφαρμογής του σχεδίου να καλύπτονται πίσω από ανύπαρκτο Γάλλο επιχειρηματία, μέσω διαφόρων προσώπων που ενεργούσαν κατόπιν εντολής τους με παροχή οικονομικών ανταλλαγμάτων. Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι του δικογράφου των προσθέτων είναι απορριπτέοι. VI. Η ύπαρξη της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ως ελαφρυντική δε περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 περίπτωση Ε' ΠΚ θεωρείται και το ότι υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του υπό την έννοια ότι πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση του και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ενώ δεν αρκεί η απλή συμπεριφορά δηλαδή η μη κακή συμπεριφορά του δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενη απόφασης ο συνήγορος του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 με το εξής περιεχόμενο: "Αιτούμαι όπως μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, όπως αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως στους συγκατηγορουμένους μου δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι μετά την τέλεση της πράξης, είχα έντιμη επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα, ιδρύοντας την εταιρία "ΝΕΤ 360 ΑΕ", η οποία παρέχει εργασία σε πολλούς ανθρώπους και οικογένειες συνεισφέρει στην ανάπτυξη του Ελληνικού Τουρισμού. Ουδεμία πράξη αξιόποινη τέλεσα, αντιθέτως ήμουν πάντα στη διάθεση της Δικαιοσύνης για να δώσω τις οφειλόμενες εξηγήσεις για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε". Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό με την παρακάτω αιτιολογία: "δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ίδιου κώδικα, όπως αορίστως, σε κάθε περίπτωση αβασίμως, αιτείται αφού και αν ακόμη συμπεριφέρθηκε μετά την τέλεση της πράξεως και ειδικότερα μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως τούτο δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βουλήσεως του, αλλά της αναμενομένης δικαστικής κρίσεως της υποθέσεως του, προκειμένου να μπορεί ευπροσώπως να υποβάλλει αίτημα αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή. Οι λοιποί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και ειδικότερα του τρίτου από αυτούς, ενόψει όλων όσων εκτίθενται ανωτέρω στο αποδεικτικό πόρισμα της παρούσης τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι". Με το παραπάνω περιεχόμενο το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντα ήταν αόριστο, αφού το ότι ο αναιρεσείων δεν τέλεσε καμμιά άλλη αξιόποινη πράξη και "ήταν πάντα στη διάθεση της Δικαιοσύνης για να δώσει εξηγήσεις για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε" συνιστά απλώς παθητική στάση του δηλαδή μη κακή συμπεριφορά αυτού και συνεπώς δεν εμπίπτει στην έννοια της "καλής συμπεριφοράς" που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 84 § 2δ' η δε, επικαλούμενη ίδρυση απ' αυτόν ανώνυμης τουριστικής εταιρείας, αυτή και μόνη δεν συνιστά την απαιτούμενη από την ως άνω διάταξη προϋπόθεση της καλής συμπεριφοράς, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται ποίο ήταν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δραστηριοποιήθηκε η εταιρεία και ποια ήταν η συμμετοχή σ' αυτή του αναιρεσείοντα κατά το διάστημα αυτό. Συνεπώς το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί του αορίστου αυτού ισχυρισμού πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Παρά ταύτα ως εκ περισσού απέρριψε το παραπάνω αίτημα κυρίως ως αόριστο, επικουρικά δε ως αβάσιμο αιτιολογώντας την απορριπτική επί της ουσίας κρίση του. Επομένως ο επί του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' συναφής λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 84 § 2ε', με την ειδικότερη αιτίαση ότι περιέχει αντιφατική αιτιολογία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VII. Τέλος το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει πολύ δε περισσότερο να διαλάβει αιτιολογία επί ισχυρισμών πραγματικής πλάνης, αφού, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, αλλ' ούτε και είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί των στο υπόμνημα που κατέθεσε εγγράφως στο ακροατήριο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ανέπτυξε και προφορικά, περιλαμβανομένων ισχυρισμών αφού όλοι οι ισχυρισμοί αυτού ήταν αρνητικοί της κατηγορίας. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι του δικογράφου των προσθέτων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-10-2008 αίτηση και τους από 28-4-2009 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της 1741/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ι. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη του προβληθέντος σχετικού αιτήματος για κλήτευση μάρτυρα που έχει εξετασθεί στην προανάκριση προϋποθέτει ότι πρέπει να υποβάλλεται αυτό κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι να αναφέρεται τι θα βεβαιωνόταν από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα στην κατάθεσή του στο ακροατήριο. ΙΙ. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης της αξιόποινης πράξης που προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, αφού δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ταυτότητα της πράξης ούτε στο χρόνο της παραγραφής. ΙΙΙ. Υπάρχει επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης, έστω και αν οι περιπτώσεις των εξαπατηθέντων δεν έφθασαν στη δικαιοσύνη. Δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του το Πενταμελές Εφετείο απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό που προέβαλε σ' αυτό ο αναιρεσείων ότι στερήθηκε του υπερασπιστικού του δικαιώματος, διότι στην απολογία του στον ανακριτή του απαγγέλθηκε κατηγορία για ηθική αυτουργία σε αξιόποινες πράξεις κακουργηματικής απάτης στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η κατηγορία για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απάτη σε βάρος εταιρείας που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για την οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός προτάθηκε μετά την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο. Ούτε ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι επιλήφθηκε η δικαστική αρχή χωρίς προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης, εφόσον για την ίδια αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της εν λόγω εταιρείας είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του συγκατηγορουμένου του, αφού η ποινική δίωξη ασκείται in rem και όχι in personam. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας.
2
Αριθμός 1950/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Πιτσινή, για αναίρεση της με αριθμό 1420/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 849/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά όμως για την αιτιολογία στην περίπτωση του εγκλήματος της κλοπής, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου, εφόσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξη του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά, και δεν εμφανίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και η μορφή ενδεχομένου δόλου, αφού αυτός (ο δόλος) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδάφ. α' και 27 § 1 του Π Κ, ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής. Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό τής κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος του να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών (Πλημμελημάτων), καταδίκασε την αναιρεσείουσα, σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση επί μία τριετία για την αξιόποινη πράξη της κλοπής. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Τριμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη με την πολιτικώς ενάγουσα είναι μακρινές συγγενείς και διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις. Κατά το χρονικό διάστημα από 20.9.01 έως 24.9.01 η κατηγορουμένη σε επίσκεψη της στην οικία της πολιτικώς ενάγουσας αφαίρεσε από την τσάντα της μία κάρτα ανάληψης χρημάτων TELEBANK DEBIT καθώς και το PIN αυτής, που είχε εκδοθεί στο όνομα της τελευταίας και χωρίς τη συγκατάθεσή της, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 2.10.01 μέχρι 8.10.01 με τη χρήση της παραπάνω κάρτας αφαίρεσε από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η πολιτικώς ενάγουσα σε κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας το συνολικό ποσό των 2.847.008 δρχ. με αναλήψεις ποσών από υποκαταστήματα της παραπάνω Τράπεζας και άλλων Τραπεζών διά μέσου του συστήματος ΔΙΑΣ. Η πολιτικώς ενάγουσα αναγνώρισε την κατηγορουμένη σε βιντεοκασέτα καταγραφής τής κίνησης πελατών τού υποκαταστήματος 603 της Εμπορικής Τράπεζας, που της υποδείχθηκε, να πραγματοποιεί ανάληψη την 4.10.01 από το υποκατάστημα αυτό. Και πράγματι προκύπτει ότι την ίδια ημέρα είχε γίνει ανάληψη από το λογαριασμό τής πολιτικώς ενάγουσας 200.000 δρχ. και 100.000 δρχ. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι κατά την οπτική αναπαραγωγή της ίδιας βιντεοκασέτας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 12.12.05 δεν κατέστη δυνατή η διαπίστωση της ταυτότητας του προσώπου που πραγματοποιούσε την ανάληψη, λόγω ακαταλληλότητας του τεχνικού εξοπλισμού, που διέθετε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Πατρών, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για την αναπαραγωγή τής ίδιας βιντεοκασέτας. Η κατηγορουμένη μετά τις παραπάνω αναλήψεις αγόρασε αυτοκίνητο ALPHA ROMEO με το σύζυγο της, ενώ η ίδια δεν εργάζεται, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και είχε κατ' επανάληψη δανειοδοτηθεί με καταναλωτικά δάνεια από Τράπεζες και μάλιστα με πλαστογραφημένα έγγραφα, όπως εκκαθαριστικό της Εφορίας, όπως η ίδια ισχυρίζεται, συνεπώς πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή ότι η αφαίρεση από την αναιρεσείουσα της ως άνω πιστωτικής κάρτας και στη συνέχεια των παραπάνω χρηματικών ποσών, τα οποία αφαίρεσε από τον λογαριασμό της παθούσας, με την προαναφερόμενη κάρτα της έγινε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους, ήτοι με σκοπό την ενσωμάτωση τους στην περιουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 372 παρ. 1α ΠΚ), ούτε δε το πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αναφερόμενες στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως της καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος και δη ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγος αναιρέσεως, διότι όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αφού η μνεία τής ανωτέρω βιντεοκασέτας στο αιτιολογικό τής πληττόμενης αποφάσεως, γίνεται όχι ως εγγράφου, το οποίο ελήφθη υπόψη, αλλά, αναφέρεται κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση από το Δικαστήριο της καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία ισχυρίσθηκε ότι αναγνώρισε την κατηγορουμένη ως υπαίτιο της κλοπής, κατά την αναπαραγωγή της βιντεοκασέτας, στο υποκατάστημα τής Εμπορικής Τράπεζας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με ο άρθρο 583 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 1420/2006 αποφ άσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή. Λόγοι αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα διότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλοπή.
0
Αριθμός 1949/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Τσάτσαρη, για αναίρεση της με αριθμό 5025/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την ... που δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1601/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, οι διατάξεις των άρθρων 381 παρ. 1 και 382 παρ.1 του Π Κ ορίζουν τα εξής: Όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών (άρθρο 381 παρ. 1). Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται η φθορά ξένης ιδιοκτησίας της πρώτης παραγράφου του άρθρου 381, αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα (άρθρο 382 παρ. 1). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5.025/2006 απόφαση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό από το διατακτικό της αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Οι κατηγορούμενοι στο ... κατέστρεψαν περίφραξη μήκους 2 μέτρων και ξύλινο υπόστεγο της... δρώντες από κοινού και κατόπιν συναποφάσεως την 16.1.2005". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες και καταδικάστηκαν στην ποινή των είκοσι ημερών ο καθένας, με τριετή αναστολή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβησαν στην πράξη τους, "δρώντες από κοινού και κατόπιν συναποφάσεως", δηλαδή σαφώς προκύπτει ότι αυτοί ενήργησαν με πρόθεση και η σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων , με την οποία ισχυρίζονται τα αντίθετα, ήτοι ότι δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τέλεσαν την πράξη τους με πρόθεση είναι αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 11/10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση των ... και ..., για αναίρεση της 5025/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται για κάθε αναιρεσείοντα στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
0
Αριθμός 1948/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της 130/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή (ή ελαφρά), σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 31 και 32 παρ. 1 και 2 του ν. 3346/2005, 2 και 114 ΠΚ και 568 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17.6.2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τις 17 Ιουνίου 2005, σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέως ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση. Εν προκειμένω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 130/2007 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δύο μηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής για μία τριετία. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε την ένσταση περί υφ' όρον παύσεως της ποινικής διώξεως (άρθρο 31 του ν. 3346/2005), ισχυριζόμενος ότι "η πράξη φέρεται ότι τελέστηκε στις 9 Μαΐου 2004. Από το κατηγορητήριο φέρεται ότι η πράξη είναι εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και τελέστηκε πριν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου. Οπότε, σύμφωνα με το νόμο 3346/2005, ζήτησε την παύση της ποινικής δίωξης". Το Δικαστήριο, απαντώντας στην ένσταση αυτή, στο σκεπτικό του δέχεται ότι "κατά του κατηγορουμένου Χ1 ασκήθηκε νόμιμα ποινική δίωξη, ύστερα από την υποβολή της από 12.5.2004 εγκλήσεως του Ψ1, για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση, η οποία είναι πλημμέλημα, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. εδ. α του Π.Κ., με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αφού διενεργήθηκε η προανάκριση, εισήχθη η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής και συντάχθηκε το από 22.7.2004 κατηγορητήριο, στο οποίο αναφέρεται η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (απλή από πρόθεση σωματική βλάβη) και μνημονεύεται η διάταξη του οικείου άρθρου του Ποινικού Κώδικα (308 παρ. 1 α'), με την οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως (οι εξ υποκειμένου και αντικειμένου όροι αυτής) καθώς και η επιβλητέα ποινή. Από προφανή όμως παραδρομή στο κείμενο του κατηγορητηρίου, όπου αναγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αναφέρεται ότι οι σωματικές κακώσεις είναι εντελώς ελαφρές, χωρίς όμως εξ αυτού του λόγου να στοιχειοθετείται η πράξη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης από πρόθεση (άρθρο 308 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ.). Στον κατηγορούμενο κατέστη γνωστή με επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος η πράξη για την οποία κατηγορείται και για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και αυτός στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου εμφανίστηκε και διόρισε συνήγορο υπερασπίσεως, δεν εναντιώθηκε, ούτε προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής, μετά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας, εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία, αφού προέβη στη μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση στην πράξη της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως τού άρθρου 31 παρ. 1 εδ. α' περ. β' του Ν.3346/2005, σύμφωνα με το οποίο παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη υφ' όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, και που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (17.6.2005), αφού, σύμφωνα με τα προρρηθέντα, ούτε η πράξη που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο ούτε η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος τιμωρούνται με τις προαναφερόμενες ποινές του Ν. 3346/2005, ώστε να παύσει υφ' όρον η δίωξη λόγω παραγραφής τού αξιοποίνου. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει η σχετική ένσταση, που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, διά τής συνηγόρου υπερασπίσεως του, να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατ' ουσίαν και να προχωρήσει το Δικαστήριο στην εκδίκαση τής υποθέσεως". Ακολούθως, το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν καί κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την χωρίς όρκο κατάθεση τού πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις στο ακροατήριο τών μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ένορκα, την απολογία του κατηγορουμένου και απ' όλη τη συζήτηση τής υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον τόπο και κατά το χρόνο που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, από αμέλεια προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση. Συγκεκριμένα, στον επίδικο τόπο και χρόνο, κατά τη διάρκεια ενός έντονου φραστικού επεισοδίου, μεταξύ αυτού και τής συζύγου του, ..., και ενώ οι γονείς τής τελευταίας είχαν προσέλθει για βοήθεια τής θυγατέρας τους, εισελθόντες στην οικία της, από έλλειψη τής απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε υπό τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, έσπρωξε τον παθόντα Ψ1, στην προσπάθειά του να τον απωθήσει, για να εξέλθει τής οικίας. Η ενέργειά του, όμως αυτή, λόγω του τρόπου που εκδηλώθηκε, αφού η ώθηση με τα χέρια τού πεθερού του πραγματοποιήθηκε με μεγαλύτερη της επιβαλλόμενης δύναμη, είχε ως αποτέλεσμα, ο παθών πεθερός του να χάσει την ισορροπία του και να καταπέσει στον υαλοπίνακα της πόρτας τής κουζίνας και κατόπιν στο δάπεδο της οικίας και έτσι να υποστεί κάκωση κρανίου και θλαστικό τραύμα δεξιού αντιβραχίου, όπως διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ..., στο οποίο, αμέσως μετά το συμβάν μεταφέρθηκε για την παροχή των πρώτων βοηθειών. Το παραπάνω δε αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος όφειλε να προβλέψει ότι θα επήρχετο, ιδιαίτερα λόγω της διαφοράς τής ηλικίας μεταξύ αυτού και τού παθόντα, της ψυχικής υπερδιεγέρσεώς του, υπό την ένταση του προηγηθέντος επεισοδίου με τη σύζυγό του και τού οξύθυμου χαρακτήρα του, αφού και κατά το παρελθόν είχε δημιουργήσει βίαιο επεισόδιο σε βάρος τής συζύγου του, ενώ και οι μεταξύ τους σχέσεις διέπονταν από έριδες, φιλονικίες, εντάσεις και βιαιότητες. Κατόπιν όλων αυτών, που εκτέθηκαν και τα οποία αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των εξετασθεντων μαρτύρων κατηγορίας, Ψ1, ... και ..., καθώς και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος του παθόντα -πολιτικώς ενάγοντος την πράξη της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτήν". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις δύο ως άνω αποφάσεις, δηλαδή α) σε εκείνη που απέρριψε την ως άνω προβληθείσα ένσταση και β) σε εκείνη που δέχθηκε την ενοχή του αναιρεσείοντος, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο επήλθε ο τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος - παθόντος και η έκταση των σωματικών κακώσεων, τις οποίες αυτός υπέστη. Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση στο αιτιολογικό τής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της υφ' όρον παραγραφής και τής παύσεως τής ποινικής διώξεως, με την αναφορά στην απόφαση αυτή ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα τής απλής σωματικής βλάβης και εισήχθη η υπόθεση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής και όχι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, στο οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι θα έπρεπε να εισαχθεί εάν επρόκειτο για απλή σωματική βλάβη (με πρόθεση), αφού από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. α' του Ποινικού Κώδικα και 114 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της αξιόποινης πράξεως της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση ήταν το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν έγινε δεκτή η ένσταση της ως άνω ειδικής παραγραφής είναι αβάσιμη, διότι η διάταξη του άρθρου 31 του ν. 3346/2005 αφορά αδικήματα για τα οποία η απειλούμενη ποινή φυλακίσεως είναι μέχρις ενός έτους, ενώ η απειλούμενη ποινή, τόσο για την απλή σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ. 1 α' Π.Κ.) για την οποία ασκήθηκε εν προκειμένω η ποινική δίωξη, όσο και για τη σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρο 314 παρ. 1 Π.Κ.) υπερβαίνει κατ' ανώτατο όριο το ένα έτος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Ε' και Η' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο καταδίκασε και επέβαλε ποινή στον αναιρεσείοντα αν και είχε παραγραφεί το αξιόποινο της πράξεώς του, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 2/28 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 130/8.2.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
Αριθμός 1942/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσιούμα, για αναίρεση της 3262/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 102/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρ. 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και, κατά τη διάταξη του αρ. 28 ίου ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει οποίος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματική βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλεια, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνη συνίσταται, στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινα πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ειδικά δε επί εγκλήματος, εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου, και ο κανόνας αυτός. Επίσης από τη διάταξη του άρ. 235 του ΠΚ κατά την οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ο υπάλληλος ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του η για τρίτον, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρ. 13 εδ. α' και 253Α του ΠΚ, η από μέρους αυτού του ιδίου ή διό μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτό διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο η τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (ΟλΑΠ 6/1998). Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που ορίζονται στο νόμο και είναι, α) η απαίτηση του ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την παροχή του, μπορούν να εναλλαχθούν, και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3262/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Η εγκαλούσα Ψ περί τα τέλη Αυγούστου 2000 έπαθε ρήξη μηνίσκου και μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο, εισήλθε την 1-9-2000 στο νοσοκομείο "...", στο οποίο ο παραπάνω ήταν διευθυντής του ορθοπεδικού τμήματος αυτού και εργαζόταν ως χειρουργός ορθοπεδικός. Αφού έγιναν οι απαραίτητες ακτινογραφίες ο κατηγορούμενος της γνωστοποίησε ότι έχει ρήξη μηνίσκου στο δεξί γόνατο και για την αποκατάσταση αυτού θα προέβαινε στις 5-9-2000 σε αρθροσκοπική επέμβαση, ζήτησε δε από το σύζυγο της εγκαλούσας το ποσό των 300.000 δραχμών για την επέμβαση αυτή, τα οποία και έλαβε αν και δεν τα εδικαιούτο διότι ως ιατρός του ΕΣΥ η επέμβαση αυτή αναγόταν στα καθήκοντά του για τα οποία αμείβεται από το Δημόσιο. Στις 5-9-2000 εισήλθε η εγκαλούσα στο χειρουργείο, χειρουργήθηκε στο γόνατο από τον κατηγορούμενο και από την επομένη ημέρα του χειρουργείου άρχισε να έχει οδυνηρούς πόνους. Κατά την ώρα της αρθροσκόπησης ο κατηγορούμενος διέγνωσε χαλαρότητα στην επιγονατίδα του δεξιού ποδιού της ασθενούς και προέβη, χωρίς να ενημερώσει κανένα και χωρίς να βεβαιωθεί από συζήτηση με την ασθενή ότι πρόκειται για καθ' έξη εξάρθρημα της επιγονατίδος, σε ανοικτή επέμβαση, αναδιπλώνοντας τον τένοντα με αποτέλεσμα να προβεί σε επέμβαση που δεν ήταν αναγκαία και στη συνέχεια να επέλθει κάθοδος της επιγονατίδος να ακουμπά αυτή στην κνήμη, όπως και ο τένοντας, ο οποίος παρουσιάζει πάχυνση. Η εγκαλούσα συνέχισε και μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο στις 29/9/2000 να έχει φοβερούς πόνους στο γόνατο, στα παράπονά της δε προς τον κατηγορούμενο να της απαντά ότι αυτό είναι συνηθισμένο και να της προτείνει φυσικοθεραπείες. Δύο χρόνια μετά την παραπάνω επέμβαση η εγκαλούσα υποβλήθηκε από τον μάρτυρα-ιατρό ... σε αρθροσκοπική συμφυσιόλυση και σταμάτησαν οι πόνοι έχει όμως μετατοπισμένη προς τα κάτω την επιγονατίδα του δεξιού ποδιού της, βλάβη η οποία δεν αποκαθίσταται. Επί ένα έτος και πλέον η εγκαλούσα απευθυνόταν στον κατηγορούμενο, παραπονούμενη για αφόρητους πόνους στο γόνατο της, το οποίο είχε οίδημα, και αυτός την καθησύχαζε ότι είναι φυσιολογικό να πονά για μεγάλο διάστημα, χωρίς να προβεί σε νέα επέμβαση για να την απαλλάξει από τους πόνους. Απελπισμένη αυτή απευθύνθηκε και σε άλλους γιατρούς, οι οποίοι μετά τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας της συνέστησαν άμεση νέα επέμβαση στο γόνατο διότι η επιγονατίδα ακουμπούσε στην κνήμη και λόγω της αρχικής επέμβασης είχαν δημιουργηθεί συμφύσεις, στην οποία και υπεβλήθη από τον πιο πάνω ιατρό, ο οποίος στην παρούσα κατάθεσή του ρητώς αναφέρει ότι το πρόβλημα στην εγκαλούσα δημιουργήθηκε διότι ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι υπήρχε υποτροπιάζον εξάρθρημα επιγονατίδος και προέβη σε ανοικτή επέμβαση για να το διορθώσει ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε και η γενόμενη στο χειρουργείο από τον κατηγορούμενο διαπίστωση ότι αυτή είχε χαλαρότητα στην επιγονατίδα δεν αποτελεί ασφαλές επιστημονικό κριτήριο για επέμβαση σ' αυτή αφού οι περισσότερες γυναίκες έχουν χαλαρή επιγονατίδα και δεν χειρουργούνται για να το αντιμετωπίσουν αφού δεν δημιουργείται πρόβλημα και αντιμετωπίζεται με ενδυνάμωση του τετρακεφάλου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια διότι παρέβη τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης και δεν ενήργησε με το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, αφού προέβει με επέμβαση της επιγονατίδος αν και δεν ήταν απαραίτητη για τη θεραπεία της εγκαλούσας και στη συνέχεια αν και έλαβε γνώση των επιπλοκών στο γόνατο της εγκαλούσας παρέλειψε να ενεργήσει νέα επέμβαση προς αποκατάσταση της υγείας της και την ανακούφιση αυτής από τους πόνους. Για όλα τα παραπάνω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, απορριπτομένου ως αβασίμους του αιτήματος του κατηγορουμένου για να κληθεί να καταθέσει ιατρός ορθοπεδικός-πραγματογνώμων, αναβαλλομένης της δίκης, αφού τα υπάρχοντα στοιχεία είναι επαρκή και δεν κρίνεται αναγκαία η προσέλευση αυτού. Επίσης πρέπει να κηρυχθεί ένοχος παθητικής δωροδοκίας, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του που ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης. Πρέπει, όμως να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α ΠΚ διότι μέχρι την τέλεση των πιο πάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή". Στην συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των πράξεων της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) και ειδικότερα του ότι: "Στην ... στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους: Α)Προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του από αμέλεια (εξωτερική και εσωτερική). Συγκεκριμένα: Ο Χ ενήργησε χειρουργική επέμβαση ως χειρουργός ορθοπεδικός και διευθυντής του Ορθοπεδικού Τμήματος του Νομαρχιακού Νοσοκομείου ... "..." στο ως άνω Νοσοκομείο στις 5/9/2000 στην ασθενή και εγκαλούσα Ψ, η οποία υπέφερε από πόνους στο δεξιό γόνατο και ειδικότερα από ρήξη μηνίσκου. Την εγχείρηση αυτή όμως ενήργησε κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, αφού ανεπίτρεπτα μίκρυνε (αναδίπλωσε) τένοντα, με αποτέλεσμα και τραβηχτεί η επιγονατίδα προς τα κάτω, να ακουμπάει στην κνήμη και να προκαλούνται αφαλάτωση της επιγονατίδας αφόρητοι πόνοι και δυσκολίες κατά το βάδισμα. Μάλιστα για την αποκατάσταση της υγείας της εγκαλούσας Ψ απαιτείται να γίνει νέα χειρουργική επέμβαση με σκοπό την επιμήκυνση του τένοντα. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατ/νος, μολονότι λάμβανε γνώση για ένα έτος των παραπόνων της εγκαλούσας, παρέλειψε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για ενέργεια και παρεμπόδιση του αξιόποινου αποτελέσματος που απέρρεε από την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού, να ενεργήσει νέα επέμβαση προς αποκατάσταση της υγείας της ασθενούς και ανακούφιση από τους πόνους. Β)Ως υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε για τον εαυτό του ωφελήματα προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του και ειδικότερα ότι ως Διευθυντής του Ορθοπεδικού Τμήματος του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου ... "..." ζήτησε και έλαβε από την εγκαλούσα 300.000 δρχ. για τη χειρουργική επέμβαση που της έκανε κατά τα παραπάνω στις 5/9/2000. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου, επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 28, 94 § 1, 314 §1α, 315 § 1β', 235, 84 § 2α ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 3262/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψαν και από τα οποία συνάγεται η θεμελίωση ή όχι της αντίστοιχης εγκληματικής πράξης και δεν αξιολογείται κανένα από τα αποδεικτικά μέσα σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα και ιδία, δεν αξιολογούνται τα αντιφατικά αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ του μάρτυρα κατηγορίας και του βιβλίου του χειρουργείου. Και τούτο, διότι έχουν αξιολογηθεί τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα με συσχετισμό μεταξύ τους και όλα τα αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων και το βιβλίο του χειρουργείου) εκτιμήθηκαν ελεύθερα. 2)Δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιολογία, διότι στο σκεπτικό επαναλαμβάνεται το διατακτικό στο οποίο παρατίθεται απλώς το κατηγορητήριο, χωρίς να περιλαμβάνονται (στο σκεπτικό) και άλλα πραγματικά περιστατικά ή σκέψεις και συλλογισμοί, οι οποίοι οδήγησαν το Δικαστήριο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση. Επίσης, η αιτιολογία είναι ασαφής και αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. 3)Δεν υπάρχει επίσης αιτιολογία, διότι ενώ ανέκυψε παραδοχή ισχυρού αποδεικτικού μέσου (βιβλίο χειρουργείου), υπήρξε παραμόρφωση του αποδεικτικού αυτού μέσου, που οδήγησε προδήλως σε ελαττωματική κρίση. Και τούτο, διότι όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, έχουν εκτιμηθεί ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, όπως, και το βιβλίο χειρουργείου, ως έγγραφο, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση στην απόφαση. 4)Δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιολογία για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, και ειδικά με την καταλυτική επίδραση αυτών στη στοιχειοθέτηση της έννοιας των εγκλημάτων που κατηγορήθηκε. Και τούτο, διότι κανένας ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Κατά τρόπο αόριστο υποβλήθηκε και ο ισχυρισμός, περί συνδρομής των όρων του άρθρου 14 ΠΚ, ως καταλυτικού στοιχείου για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας των εγκλημάτων που κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε και, για το λόγο αυτό, δεν είχε υποχρέωση να περιλάβει στην απόφασή του το Δικαστήριο διάταξη περί αυτού. Κατά τα λοιπά, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως, όπως και με το από 22-5-09 υπόμνημα που κατέθεσε, ασχολείται κυρίως με εκτίμηση των πραγματικά περιστατικών από το δικάσαν Δικαστήριο, απαραδέκτως όμως στην παρούσα δίκη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πω πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 16 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 13/16-1-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 3.262/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Παθητική δωροδοκία (δωροληψία). Στοιχεία πράξεων. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ευθύνη ιατρού για ιατρική επέμβαση. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
2
Αριθμός 1941/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπαρμπαγιάννη, περί αναιρέσεως της 666/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Κοινωνικής Πρόνοιας και Αρωγής Καλαμαριάς", ως καθολικής διαδόχου της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Παιδικών Σταθμών Καλαμαριάς", που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πετρόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1019/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρ. 258 περ. α' ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει όχι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρ. 375 παρ. 1 υπεξαίρεσης με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) παράνομα ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρ. 13 στοίχ. α' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρ. 263 α' του ίδιου Κώδικα, Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γ'αυτό. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, κατά το άρ. 263α' του ΠΚ, για την εφαρμογή των άρ. 235, 236, 239,241,242, 243, 245,246, 252,253, 255,256, 257, 258, 259, 261, 262 και 263 υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρ. 13, οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα: α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης, β) σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, γ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και από νομικά πρόσωπα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, εφ' όσον τα ιδρυτικά νομικά πρόσωπο συμμετέχουν στην διοίκησή τους ή, αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, στα κεφάλαιο της ή τα ιδρυμένα αυτά νομικά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης, δ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις πιο πάνω τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Τέλος, κατά την διάταξη του άρ. 390 ΠΚ, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ουσιώδη στοιχεία του πλημμελήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από τον νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για παραγραφή της πράξεως ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 666/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Η κατηγορούμενη στη ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1/1/2002 έως τα τέλη Ιουνίου 2003 τέλεσε τις ακόλουθες πράξεις: Α) Με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και υπό την ιδιότητά της ως υπαλλήλου ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, το δε αντικείμενο της πράξης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα υπό την ιδιότητά της ως Έμμισθη Διευθύνουσα Σύμβουλος του Διοικητικού συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Παιδικών Σταθμών Καλαμαριάς (ΔΕΠΣΚ), που είχε ως σκοπό την λειτουργία παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού με την φύλαξη, ημερήσια διαμονή και διαπαιδαγώγηση των νηπίων των δημοτών και κατοίκων Καλαμαριάς, ορίστηκε διαχειρίστρια και ταμίας της ΔΕΠΣΚ για το ως άνω χρονικό διάστημα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 584/1998 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Καλαμαριάς. Στην αρμοδιότητα της κατηγορουμένης υπαγόταν, μεταξύ άλλων και η είσπραξη από τους γονείς των νηπίων που φοιτούσαν στον παιδικό και βρεφονηπιακό σταθμό των χρηματικών ποσών που αποτελούσαν τα δίδακτρα, η διαχείριση των οικονομικών θεμάτων της ΔΕΠΣΚ, το ταμείο της οποίας παραδόθηκε στην κατοχή της κατηγορουμένης, η οποία όμως εκμεταλλευόμενη την ως άνω ιδιότητά της και την εξαιτίας αυτής της ιδιότητάς της - δυνατότητα άμεσης και ευχερούς πρόσβασης: α) στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ΔΕΠΣΚ που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς και στην Alpha Bank και β) στο ταμείο αυτής, των οποίων (χρηματικών ποσών) είχε την κατοχή και τη διαχείριση, προέβη με μερικότερες πράξεις της στην λήψη και κατακράτηση μερικότερων χρηματικών ποσών και συνολικά για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα του χρηματικού ποσού των 15.704,71 ευρώ, αναλαμβάνοντας τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά είτε από το ταμείο της ΔΕΠΣΚ, είτε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που η ΔΕΠΣΚ διατηρούσε στις ανωτέρω Τράπεζες (ειδικότερα προέβη στην κατακράτηση μερικότερων χρηματικών ποσών από τα δίδακτρα που εισέπραττε και στην ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ΔΕΠΣΚ, όπως την 7/1/2002 οπότε και έκανε ανάληψη του ποσού των 3.145,27 ευρώ και την 15/1/2002 έκανε ανάληψη του ποσού των 6.000 ευρώ από τραπεζικό λογαριασμό της ΔΕΠΣΚ). Στη συνέχεια η κατηγορούμενη δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά για την κάλυψη των αναγκών και των υποχρεώσεων της ΔΕΠΣΚ όπως όφειλε, αλλά παρανόμως χρησιμοποίησε το ως άνω συνολικό ποσό των 15.704,71 ευρώ για την κάλυψη δικών της προσωπικών αναγκών ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της και ιδιοποιούμενη αυτό χωρίς κανένα νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, ήτοι χωρίς την έγκριση και παρά την αντίθετη βούληση του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΠΣΚ και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, αφού δεν της οφειλόταν από καμιά αιτία. Έτσι, μετά από σχετικό έλεγχο στο ταμείο της ΔΕΠΣΚ και στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, μετά από την παραίτηση και την αποχώρηση της κατηγορουμένης διεπιστώθη ότι υπήρξε έλλειμμα 15.704,71 ευρώ, την επιστροφή του οποίου αρνήθηκε ρητώς και αυθαιρέτως η κατηγορουμένη. Β) Με γνώση της και με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου είχε την επιμέλεια και διαχείριση και συγκεκριμένα υπό την ανωτέρω ιδιότητά της ως Έμμισθη Διευθύνουσα Σύμβουλος του δημοτικού συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης "Παιδικών Σταθμών Καλαμαριάς (ΔΕΠΣΚ) προέβη καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε διαχειριστικές πράξέις που επέφεραν ζημία της περιουσίας της ΔΕΠΣΚ και ειδικότερα: ενώ εισέπραττε από τους γονείς των νηπίων που φοιτούσαν στον παιδικό και βρεφονηπιακό σταθμό της ΔΕΠΣΚ τα δίδακτρα, η κατηγορουμένη δεν τα κατέθετε αυθαίρετα και αναιτιολόγητα την επόμενη εργάσιμη ημέρα σε τραπεζικό λογαριασμό της ΔΕΠΣΚ, με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο ταμείο χρηματικά ποσά από 20.000 έως 64.000 ευρώ και έτσι να ζημιωθεί η περιουσία της ΔΕΠΣΚ από τους πιστωτικούς τόκους που θα αποκόμιζε, εάν τα χρηματικά αυτά ποσά κατατίθεντο σε τραπεζικό ίδρυμα, όπως θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της ΔΕΠΣΚ, έδιδε εντολή και πραγματοποιούσε προμήθειες υλικών που ήταν εντελώς άχρηστα για την λειτουργία του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού της ΔΕΠΣΚ, όπως προμήθεια 2 τεμαχίων του εμβολίου engerix με το υπ' αριθμ. 135/21.1.2002 τιμολόγιο της φαρμακοποιού ..., προμήθεια 2 τεμαχίων του εμβολίου infarix, 2 τεμαχίων του εμβολίου sabin, 2 τεμαχίων του εμβολίου ΜΜR με το υπ' αριθμ. 176/4.10.2002 τιμολόγιο της φαρμακοποιού ..., προμήθεια διαφόρων εμβολίων ποσού 68,26 ευρώ με την υπ' αριθμ. 99/2002 απόδειξη της φαρμακοποιού ... (τα οποία ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού), τα οποία πληρώθηκαν με χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, της οποίας η περιουσία ζημιώθηκε ως προς τούτου, καθόσον τα ανωτέρω πράγματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη λειτουργία των παιδικών σταθμών, έδιδε εντολή και πραγματοποιούσε προμήθειες υλικών τροφίμων, ειδών οικιακής χρήσης) σε ποσότητες υπερβολικά μεγάλες για την λειτουργία του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού της ΔΕΠΣΚ, όπως αυτά που προμηθεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 19/19.4.2002, 29/4.7.2002, 30/4.7.2002, 31/4.7.2002, 33/4.7.2002, 24/4.7.2002, 45/2.12.2002, 46/2.12.2002, 47/2.12.2002, 48/2.12.2002, 49/2.12.2002, 50/2.12.2002, 57/19.12.2002, 58/19.12.2002, 78/10.4.2003, 79/10.4.2003, 80/10.4.2003, 81/10-4-2003, 84/5-5-2003, 104/13-6-2003 102/13.6.2003 τιμολόγια του ... (ήτοι 7 κιλά κασέρι αξίας 63,43 ευρώ, 34 συσκευασίας χυμού αξίας 64,91 ευρώ, 36 ψωμιά αξίας 16,67 ευρώ, 15 τεμάχια οινόπνευμα αξίας 7,87, 7 συσκευασίας καφέ αξίας 33,05 ευρώ, 23 τεμάχια lα vache qui rit αξίας 42.16 ευρώ, 12 φιάλες κόκα κόλα αξίας 15 ευρώ, 14 κιλά κασέρι αξίας 127,03 ευρώ, 3 κιλά βιτάμ αξίας 8,94 ευρώ, 12 φιάλες κόκα κόλα αξίας 5,55 ευρώ, 8 κιλά κασέρι αξίας 67,11 ευρώ, 6 συσκευασίας σκόνης πλυντηρίου αξίας 32,85 ευρώ, 3 κιλά κασέρι αξίας 27,22 ευρώ, 20 λάμπες αξίας 24,80 ευρώ, 21 κιλά κασέρι αξίας 191,48 ευρώ, 18 συσκευασίες δημητριακών αξίας 40,83 ευρώ, 13 συσκευασίες lα vache qui rit αξίας 23,83, 35 συσκευασίας γάλακτος αξίας 13,61 ευρώ, 8 συσκευασίες μαρμελάδα αξίας 14,44 ευρώ, 11 συσκευασίας καφέ αξίας 51,94 ευρώ, 17 φιάλες, κόκα κόλα αξίας 23,83 ευρώ, 14 κιλά ζάχαρη αξίας 12,31 ευρώ, γάλα σε ατομικές μερίδες αξίας 7,31 ευρώ, 6 κιλά βιτάμ αξίας 16,66 ευρώ, 9 φιάλες ξύδι αξίας 2,91 ευρώ, 22 κιλά κασέρι αξίας 30,55 ευρώ, 8 τεμάχια μερέντα αξίας 20,74 ευρώ, 7 συσκευασίες χυμού αξίας 14,58 ευρώ, 10 συσκευασίες δημητριακών αξίας 29,16 ευρώ, 5 κιλά τυρί αξίας 20,13 ευρώ, 34 φιάλες κόκα κόλα αξίας 15,74 ευρώ, 2 φιάλες χυμού αξίας 3,24 ευρώ, 6 συσκευασίες απορρυπαντικού πιάτων αξίας 32,64 ευρώ, 7 συσκευασίες χαρτοβάμβακα αξίας 28,47 ευρώ, 11 συσκευασίας απορρυπαντικού πιάτων αξίας 62,92 ευρώ, 51 φιάλες οινοπνεύματος αξίας 26,79 ευρώ, 11 κιλά κασέρι αξίας 15,27 ευρώ, 6 κιλά ζάχαρη αξίας 5,27 ευρώ, 2 συσκευασίες καφέ αξίας 10,55 ευρώ, 6 συσκευασίες απορρυπαντικού αξίας 13,33 ευρώ, 11 κιλά ζάχαρη αξίας 9,68 ευρώ, 12 κιλά κασέρι αξίας 112,28. ευρώ, 41 τεμάχια γάλακτος σε μερίδες αξίας 15,94 ευρώ, 8 φιάλες κόκα κόλα αξίας 2,59 ευρώ, 6 συσκευασίες καφέ αξίας 28,89 ευρώ, 16 συσκευασίες δημητριακών αξίας 34,81 ευρώ, 2,5 κιλά βιτάμ αξίας 7,45 ευρώ, 11 κιλά κασέρι αξίας 1.00,67 ευρώ, 30 συσκευασίες ψωμί για τοστ αξίας 45,84 ευρώ, 10 συσκευασίες lα vache qui rit αξίας 18,98 ευρώ, 10 συσκευασίες δημητριακών αξίας 29.17 ευρώ, 7 συσκευασίες γάλακτος σε μερίδες αξίας 6,11 ευρώ, 8 συσκευασίας ψωμί για τοστ αξίας 12,22 ευρώ, 8,5 κιλά κασέρι αξίας 76,50 ευρώ, 3 συσκευασίες καφέ αξίας 14,44 ευρώ, 4 κιλά ζάχαρη αξίας 3,51 ευρώ, 3 κιλά κασέρι αξίας 27,90 ευρώ, 9 συσκευασίες καφέ αξίας 19,25 ευρώ, 4 φιάλες κόκα κόλα αξίας 5,74 ευρώ, 3 κιλά κασέρι αξίας 65,74 ευρώ, που ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού και ειδικότερα για την διατροφή των νηπίων), τα οποία πληρώθηκαν με χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της ως προς τούτο, καθόσον το μεν αγοράστηκαν σε υπερβολικές ποσότητες, το δε δεν χρησιμοποιήθηκαν για την διατροφή των νηπίων, καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία της ΔΕΠΣΚ διάφορα τιμολόγια για την προμήθεια καυσίμων, πληρωμή γευμάτων, συμμετοχή σε σεμινάρια, πληρωμή ξενοδοχείων, μίσθωση οχημάτων, τα οποία εξοφλήθηκαν από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, χωρίς όμως νόμιμη αιτία και ειδικότερα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για τις δαπάνες αυτές, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες, ζημιώνοντας έτσι την περιουσία της ΔΕΠΣΚ. Ειδικότερα ανάλωσε τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ για να εξοφλήσει: το υπ' αριθμ. 9054/31.5.2002 τιμολόγιο για την αγορά βενζίνης, ποσού 62 ευρώ, το υπ' αριθμ. 1595/26.7.2002 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για την παρακολούθηση σεμιναρίου, ποσού 815 ευρώ, το υπ' αριθμ. 40/28.7.2002 τιμολόγιο για την αγορά γεύματος, ποσού 32 ευρώ, το υπ' αριθμ. 853/26.9.2002 τιμολόγιο για έξοδα ταξιδιού, ποσού 350 ευρώ, διάφορα αποκόμματα από την πληρωμή διοδίων 2,40 ευρώ, αποδείξεις από super market, ποσού 42,24 ευρώ, το από 26/9/2002 μισθωτήριο αυτοκινήτου, ποσού 40 ευρώ, την από 27/9/2002 απόδειξη ποσού 100 ευρώ για έξοδα ταξιδιού, το υπ' αριθμ. 762/27.9.2002 τιμολόγιο για την αγορά γεύματος, ποσού 77,70 ευρώ, στη χρήση έτους 2002 καταχώρησε δύο φορές στα φορολογικά βιβλία της ΔΕΠΣΚ τα υπ' αριθμ. 1871 και 1872 τιμολόγια, ποσού 247,46 ευρώ πλέον ΦΠΑ έκαστο (που αφορούσαν σε επισκευές και συντήρηση παιδικού και βρεφικού σταθμού), τα οποία εξόφλησε δύο φορές με τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ ζημιώνοντας κατά το επιπλέον ποσό την περιουσία αυτής, προέβη στην καταχώρηση στα φορολογικά βιβλία της ΔΕΠΣΚ του υπ' αριθμ. 1595/2002 τιμολογίου, ποσού 815 ευρώ, το οποίο αφορούσε την παρακολούθηση σεμιναρίου από την κατηγορουμένη, εξοφλήθηκε από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ χωρίς όμως να υπάρχει για τη δαπάνη αυτή προηγούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΠΣΚ για την έγκριση της δαπάνης, ζημιώνοντας κατά τούτο την περιουσία της ΔΕΠΣΚ. προέβη στην καταβολή -από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ - ποσού 110,05 ευρώ στην εργαζόμενη ... (με την υπ'αριθμ. 113/6.5.2003 απόδειξη καταβολής), χωρίς όμως να υπάρχει νόμιμη αιτία για την καταβολή του ποσού αυτού, αφού το μεν δεν αντιστοιχούσε σε οφειλόμενες δεδουλευμένες οφειλές, το δε δεν προηγήθηκε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και ζημίωσε την περιουσία της ΔΕΠΣΚ κατά το ποσό αυτό, ενώ δυνάμει της από 22/12/2000 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΠΣΚ οι καθαρές αποδοχές της κατηγορουμένης καθορίστηκαν στο ποσό των 880 ευρώ μηνιαίως, ωστόσο αυτή (κατηγορουμένη) ελάμβανε από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ το ποσό των 1.032,80 ευρώ μηνιαίως ως καθαρές αποδοχές (ήτοι ελάμβανε επιπλέον 152,80 ευρώ μηνιαίως), χωρίς όμως να έχει προηγηθεί γι' αυτό απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για την αύξηση των αποδοχών της, ζημιώνοντας την περιουσία της ΔΕΠΣΚ ως προς το επιπλέον αυτό ποσό, για το οποίο δεν υπήρχε έγκριση του διοικητικού συμβουλίου. Με τους παραπάνω τρόπους η κατηγορουμένη ζημίωσε την περιουσία της ΔΕΠΣΚ, της οποίας είχε τη διαχείριση κατά τα ανωτέρω ποσά, καθόσον οι δαπάνες που καλύφθηκαν από χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ δεν είχαν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, επιπλέον όμως ήταν υπερβολικές και όχι αναγκαίες, αλλά αντίθετα ήταν περιττές για τη λειτουργία των παιδικών σταθμών. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της απιστίας κατ' εξακολούθηση που της αποδίδονται με το κατηγορητήριο κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως τα τέλη Ιουνίου του 2003 και γι' αυτό πρέπει, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί μη στοιχειοθέτησης των εγκλημάτων και περί παραγραφής μερικοτέρων πράξεων για το λόγο ότι τελέστηκαν πριν της 30-8-2001, ως αβάσιμος, να κηρυχθεί αυτή ένοχη των πράξεων αυτών". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας που δίκασε την άνω υπόθεση, την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ'εξακολούθηση και της απιστίας κατ'εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι: Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1/1/2002 έως τα τέλη Ιουνίου 2003 τέλεσε τις ακόλουθες πράξεις: Α)Με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και υπό την ιδιότητα της ως υπαλλήλου ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας της, το δε αντικείμενο της πράξης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα της ως Έμμισθη Διευθύνουσα Σύμβουλος του Δοικητικού συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Παιδικών Σταθμών Καλαμαριάς (ΔΕΠΣΚ), που είχε ως σκοπό την λειτουργία παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού με την φύλαξη, ημερήσια διαμονή και διαπαιδαγώγηση: των νηπίων των δημοτών και κατοίκων Καλαμαριάς, ορίστηκε διαχειρίστρια και ταμίας της ΔΕΠΣΚ για το ως άνω χρονικό διάστημα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 584/1998 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Καλαμαριάς. Στην αρμοδιότητα της κατηγορουμένης υπαγόταν, μεταξύ άλλων και η είσπραξη από τους γονείς των νηπίων που ποσών που αποτελούσαν τα δίδακτρα, η διαχείριση των οικονομικών θεμάτων της ΔΕΠΣΚ, το ταμείο της οποίας παραδόθηκε στην κατοχή της κατηγορουμένης, η οποία όμως, εκμεταλλευόμενη την ως άνω ιδιότητά της και την εξαιτίας αυτής της ιδιότητάς της δυνατότητα άμεσης και ευχερούς πρόσβασης : α) στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ΔΕΠΣΚ που. διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς και στην Alpha Bank και β) στο ταμείο αυτής, των οποίων (χρηματικών ποσών) είχε την κατοχή και τη διαχείριση, προέβη με μερικότερες πράξεις της στην λήψη και κατακράτηση μερικότερων χρηματικών ποσών και συνολικά για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα του χρηματικού ποσού των 15.704,71 ευρώ, αναλαμβάνοντας τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά είτε από το ταμείο της ΔΕΠΣΚ, είτε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που η ΔΕΠΣΚ διατηρούσε στις ανωτέρω Τράπεζες (ειδικότερα προέβη στην κατακράτηση μερικότερων χρηματικών ποσών από τα δίδακτρα που εισέπραττε και στην ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ΔΕΠΣΚ, όπως την 7/1/2002 οπότε και έκανε ανάληψη του ποσού των 3.145,27 ευρώ και την 15/1/2002 έκανε ανάληψη του ποσού των 6.000 ευρώ από τραπεζικό λογαριασμό της ΔΕΠΣΚ).Στη συνέχεια η κατηγορούμενη δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά για την κάλυψη των αναγκών και των υποχρεώσεων της ΔΕΠΣΚ όπως όφειλε, αλλά παρανόμως χρησιμοποίησε το ως άνω συνολικό ποσό των 15.704,71 ευρώ για την κάλυψη δικών της προσωπικών αναγκών ενσωματώνοντας το στην περιουσία της και ιδιοποιούμενη αυτό χωρίς κανένα νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, ήτοι χωρίς την έγκριση και παρά την αντίθετη βούληση του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΠΣΚ και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, αφού δεν της οφειλόταν από καμιά αιτία. Έτσι, μετά από σχετικό έλεγχο στο ταμείο της ΔΕΠΣΚ και στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, μετά από την παραίτηση και την αποχώρηση της κατηγορουμένης διεπιστώθη ότι υπήρξε έλλειμμα 15.704,71 ευρώ, την επιστροφή του οποίου αρνήθηκε ρητώς και αυθαιρέτως η κατηγορουμένη. Β)Με γνώση της και με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου είχε την επιμέλεια και διαχείριση και συγκεκριμένα υπό την ανωτέρω ιδιότητα της ως Έμμισθη Διευθύνουσα Σύμβουλος. του δημοτικού συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης "Παιδικών Σταθμών Καλαμαριάς (ΔΕΠΣΚ), προέβη καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε διαχειριστικές πράξεις που επέφεραν ζημία της περιουσίας της ΔΕΠΣΚ και ειδικότερα : .ενώ εισέπραττε από τους γονείς των νηπίων που φοιτούσαν στον παιδικό και βρεφονηπιακό σταθμό της ΔΕΠΣΚ τα δίδακτρα, η κατηγορουμένη δεν τα κατέθετε αυθαίρετα και αναιτιολόγητα την επόμενη εργάσιμη ημέρα σε τραπεζικό λογαριασμό της ΔΕΠΣΚ, με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο ταμείο χρηματικά ποσά από 20.000 έως 64.000 ευρώ και έτσι να ζημιωθεί η περιουσία της ΔΕΠΣΚ από τους πιστωτικούς τόκους που θα αποκόμιζε, εάν τα χρηματικά αυτά ποσά κατατίθεντο σε τραπεζικό ίδρυμα, όπως θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της ΔΕΠΣΚ. .έδιδε εντολή και πραγματοποιούσε προμήθειες υλικών που ήταν εντελώς άχρηστα για την λειτουργία του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού της ΔΕΠΣΚ, όπως προμήθεια 2 τεμαχίων του εμβολίου engerix με το υπ' αριθμ. 135/21.1.2002 τιμολόγιο της φαρμακοποιού ..., προμήθεια 2 τεμαχίων του εμβολίου infarix, 2 τεμαχίων του εμβολίου sabin, 2 τεμαχίων του εμβολίου ΜΜR με το υπ' αριθμ. 176/4.10.2002 τιμολόγιο της φαρμακοπoιού ..., προμήθεια διαφόρων εμβολίων ποσού 68,26 ευρώ με την υπ αριθμ. 99/2002 απόδειξη της φαρμακοποιού ... (τα οποία ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού), τα οποία πληρώθηκαν με χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, της οποίας η περιουσία ζημιώθηκε ως προς τούτου, καθόσον τα ανωτέρω πράγματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη λειτουργία των παιδικών σταθμών. .έδιδε εντολή και πραγματοποιούσε προμήθειες υλικών τροφίμων, ειδών οικιακής χρήσης) σε ποσότητες υπερβολικά μεγάλες για την λειτουργία του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού της ΔΕΠΣΚ, όπως αυτά που προμηθεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 19/19.4.2002, 29/4.7.2002, 30/4.7.2002, 31/4.7.2002, 33/4.7.2002, 24/4.7.2002, 45/2.12.2002, 46/2.12.2002, 47/2.12.2002, 48/2.12.2002, 49/2.12.2002, 50/2.12.2002, 57/19.12.2002, 58/19.12.2002, 78/10.4.2003, 79/10.4.2003, 80/10.4.2003, 81/10.4.2003, 84/5.5.2003, 104/13.6.2003, 102/13.6.2003 τιμολόγια του ... (ήτοι 7 κιλά κασέρι αξίας 63,43 ευρώ, 34 συσκευασίας χυμού αξίας 64,91 ευρώ, 36 ψωμιά αξίας 16,67 ευρώ, 15 τεμάχια οινόπνευμα αξίας 7,87, 7 συσκευασίας καφέ αξίας 33,05 ευρώ , 23 τεμάχια la vache qui rit αξίας 42.16 ευρώ, 12 φιάλες κόκα κόλα αξίας 15 ευρώ, 14 κιλά κασέρι αξίας 127,03 ευρώ, 3 κιλά βιτάμ αξίας 8,94 ευρώ, 12 φιάλες κόκα κόλα αξίας 5,55 ευρώ, 8 κιλά κασέρι αξίας 67,11 ευρώ, 6 συσκευασίας σκόνης πλυντηρίου αξίας 32,85 ευρώ, 3 κιλά κασέρι αξίας 27,22 ευρώ, 20 λάμπες αξίας 24,80 ευρώ, 21 κιλά κασέρι αξίας 191,48 ευρώ, 18 συσκευασίες δημητριακών αξίας 40,83 ευρώ, 13 συσκευασίες la vache qui rit αξίας αξίας 23,83, 35 συσκευασίας γάλακτος αξίας 13,61 ευρώ, 8 συσκευασίες μαρμελάδα αξίας 14,44 ευρώ, 11 συσκευασίας καφέ αξίας 51,94 ευρώ, 17 φιάλες κόκα κόλα αξίας 23,83 ευρώ, 14 κιλά ζάχαρη αξίας 12,31 ευρώ, γάλα σε ατομικές μερίδες αξίας 7,31 ευρώ, 6 κιλά βιτάμ αξίας 16,66 ευρώ, 9 φιάλες ξύδι αξίας 2,91 ευρώ, 22 κιλά κασέρι αξίας 30,55 ευρώ, 8 τεμάχια μερέντα αξίας 20-774 ευρώ, 7 συσκευασίες χυμού αξίας 14,58 ευρώ, 10 συσκευασίες δημητριακών αξίας 29,16 ευρώ, 5 κιλά τυρί αξίας 20,13 ευρώ, 34 φιάλες κόκα κόλα αξίας 15,74 ευρώ, 2 φιάλες χυμού αξίας 3,24 ευρώ, 6 συσκευασίες απορρυπαντικού πιάτων αξίας 32,64 ευρώ, 7 συσκευασίες χαρτοβάμβακα αξίας 28,47 ευρώ, 11 συσκευασίας απορρυπαντικού πιάτων αξίας 62,92 ευρώ, 51 φιάλες οινοπνεύματος αξίας 26,79 ευρώ, 11 κιλά κασέρι αξίας 15,27 ευρώ, 6 κιλά ζάχαρη αξίας 5,27 ευρώ, 2 συσκευασίες καφέ αξίας 10,55 ευρώ, 6 συσκευασίες απορρυπαντικού αξίας 13,33 ευρώ, 11 κιλά ζάχαρη αξίας 9,68 ευρώ, 12 κιλά κασέρι αξίας 112,28 ευρώ, 41 τεμάχια γάλακτος σε μερίδες αξίας 15,94 ευρώ, 8 φιάλες κόκα κόλα αξίας 2,59 ευρώ, 6 συσκευασίες καφέ αξίας 28,89 ευρώ, 16 συσκευασίες δημητριακών αξίας 34,80 ευρώ, 2,5 κιλά βιτάμ αξίας 7,45 ευρώ, 11 κιλά κασέρι αξίας 1.00,67 ευρώ, 30 συσκευασίες ψωμί για τοστ αξίας 45,84 ευρώ, 10 συσκευασίες la vache qui rit αξίας 18,98 ευρώ, 10 συσκευασίες δημητριακών, αξίας 29.17 ευρώ, 7 συσκευασίες γάλακτος σε μερίδες αξίας 5,11 ευρώ, 8 συσκευασίες ψωμί για τοστ αξίας 12,22 ευρώ, 8,5 κιλά κασέρι αξίας 76,50 ευρώ, 3 συσκευασίες καφέ αξίας 14,44 ευρώ, 4 κιλά ζάχαρη αξίας 3,51 ευρώ, 3 κιλά κασέρι αξίας 27,90 ευρώ, 9 συσκευασίες καφέ αξίας 19,25 ευρώ, 4 φιάλες κόκα κόλα αξίας 5,74 ευρώ, 3 κιλά κασέρι αξίας 65,74 ευρώ, που ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών του παιδικού και βρεφονηπιακού σταθμού και ειδικότερα για την διατροφή των νηπίων), τα οποία πληρώθηκαν με χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της ως προς τούτο, καθόσον το μεν αγοράστηκαν σε υπερβολικές ποσότητες, το δε δεν χρησιμοποιήθηκαν για την διατροφή των νηπίων. .καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία της ΔΕΠΣΚ διάφορα τιμολόγια για την προμήθεια καυσίμων, πληρωμή γευμάτων, συμμετοχή σε σεμινάρια, πληρωμή ξενοδοχείων, μίσθωση οχημάτων, τα οποία εξοφλήθηκαν από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, χωρίς όμως νόμιμη αιτία και ειδικότερα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για τις δαπάνες αυτές, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες, ζημιώνοντας έτσι την περιουσία της ΔΕΠΣΚ. -Ειδικότερα ανάλωσε τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ για να εξοφλήσει: το υπ' αριθμ. 9054/31.5.2002 τιμολόγιο για την αγορά βενζίνης, ποσού 62 ευρώ, το υπ'αριθμ. 1595/26.7.2002 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για την παρακολούθηση σεμιναρίου, ποσού 815 ευρώ, το υπ' αριθμ. 40/28.7.2002 τιμολόγιο για την αγορά γεύματος, ποσού 32 ευρώ, το υπ'αριθμ. 853/26.9.2002 τιμολόγιο για έξοδα ταξιδιού, ποσού 350 ευρώ, διάφορα αποκόμματα από την πληρωμή διοδίων 2,40 ευρώ, αποδείξεις από super market, ποσού 42,24 ευρώ, το από 26/9/2002 μισθωτήριο αυτοκινήτου, ποσού 40 ευρώ, την από 27/9/2002 απόδειξη ποσού 100 ευρώ για έξοδα ταξιδιού, το υπ' αριθμ. 762/27.9.2002 τιμολόγιο για την αγορά γεύματος, ποσού 77.70 ευρώ, .στη χρήση έτους 2002 καταχώρησε δύο φορές στα φορολογικά βιβλία της ΔΕΠΣΚ τα υπ' αριθμ. 1871 και 1872 τιμολόγια, ποσού 247,4 6 ευρώ πλέον ΦΠΑ έκαστο που αφορούσαν σε επισκευές και συντήρηση παιδικού και βρεφικού σταθμού), τα οποία εξόφλησε δύο φορές με τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ ζημιώνοντας κατά το επιπλέον ποσό την περιουσία αυτής. .προέβη στην καταχώρηση στα φορολογικά βιβλία της ΔΕΠΣΚ του υπ' αριθμ. 1595/2002 τιμολογίου, ποσού 815 ευρώ, το οποίο αφορούσε την παρακολούθηση σεμιναρίου από την κατηγορουμένη, εξοφλήθηκε από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ, χωρίς όμως να υπάρχει για τη δαπάνη αυτή προηγούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΠΣΚ για την έγκριση της δαπάνης, ζημιώνοντας κατά τούτο την περιουσία της ΔΕΠΣΚ. προέβη στην καταβολή -από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ - ποσού 110,05 ευρώ στην εργαζόμενη ... (με την υπ' αριθμ. 113/6.5.2003 απόδειξη καταβολής), χωρίς όμως να υπάρχει νόμιμη αιτία για την καταβολή του ποσού αυτού, αφού το μεν δεν αντιστοιχούσε σε οφειλόμενες δεδουλευμένες οφειλές, το δε δεν προηγήθηκε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και ζημίωσε την περιουσία της ΔΕΠΣΚ κατά το ποσό αυτό. ενώ δυνάμει της από 22/12/2000 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΠΣΚ οι καθαρές αποδοχές της κατηγορουμένης καθορίστηκαν στο ποσό των 880 ευρώ μηνιαίως, ωστόσο αυτή (κατηγορουμένη) ελάμβανε από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ το ποσό των 1.032,80 ευρώ μηνιαίως ως καθαρές αποδοχές (ήτοι ελάμβανε επιπλέον 152,80 ευρώ μηνιαίως), χωρίς όμως να έχει προηγηθεί γΓ αυτό απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για την αύξηση των αποδοχών της, ζημιώνοντας την περιουσία της ΔΕΠΣΚ ως προς το επιπλέον αυτό ποσό, για το οποίο δεν υπήρχε έγκριση του διοικητικού συμβουλίου. Με τους παραπάνω τρόπους η κατηγορουμένη ζημίωσε την περιουσία της ΔΕΠΣΚ, της οποίας είχε τη διαχείριση κατά τα ανωτέρω ποσά, καθόσον οι δαπάνες που καλύφθηκαν από χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ δεν είχαν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, επιπλέον όμως ήταν υπερβολικές και όχι αναγκαίες, αλλά αντίθετα ήταν περιττές για τη λειτουργία των παιδικών σταθμών. Δέχεται ότι η κατηγορουμένη έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά, κοινωνική ζωή". Ακολούθως, αφού είχε αναγνωρίσει στην κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλε σε αυτή συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών.Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1,83, 84 παρ.2 α', 94 παρ.1, 98, 258 περ. β', 263 Α περ.α' και 390 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 666.2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., του Προέδρου της Δημοτικής Επιχείρησης Παιδικών Σταθμών Καλαμαριάς (ΔΕΠΣΚ), ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα άνω πρακτικά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας προαναφερθείσας Επιχείρησης, εξετάστηκε χωρίς όρκο στο άνω ακροατήριο και των μαρτύρων υπερασπίσεως ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν χωρίς όρκο στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: δεν εκτίθενται καθ'οιοδήποτε τρόπο τα πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας, επίσης δεν δικαιολογείται γιατί το Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πείστηκε για την ενοχή της, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και στα πρακτικά στοιχεία, ούτε τέλος αναφέρονται ειδικά τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων πείσθηκε το Δικαστήριο για την ενοχή της, καθόσον, και πράγματα περιστατικά αναφέρονται και, αιτιολογείται στην απόφαση γιατί το Δικαστήριο κατέληξε στην ενοχή της και, αναφέρονται ειδικά τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν στην ενοχή της κατηγορουμένης. Επίσης, η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του δικάσαντος Εφετείου προέβαλε την ένσταση παραγραφής για κάθε πράξη που φέρεται ότι τέλεσε μέχρι την 30-8-2001, δοθέντος ότι το κλητήριο θέσπισμα, της επιδόθηκε στις 31-8-2006. Τον ισχυρισμό αυτό, που είναι αυτοτελής, το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού με πλήρη κατά τα προεκτεθέντα αιτιολογία δέχθηκε ότι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι αυτός από 1-1-2002 μέχρι τέλος Ιουνίου 2003, απέρριψε κατ'ουσίαν, με πλήρη επίσης αιτιολογίας. Επομένως, τα παράπονα που διατυπώνει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναιρεσείουσα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού της, είναι αβάσιμα και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η αυτή απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για το δόλο ως προς την πράξη της απιστίας, τα δε παράπονα που διατυπώνει η αναιρεσείουσα κατά της άνω αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την πράξη της απιστίας, είναι αβάσιμα, και ο ισχυρισμός της, τον οποίο χαρακτηρίζει ως αυτοτελή, παρά το ότι αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, είναι αβάσιμα και ο σχετικός της λόγος πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω η αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας επειδή το σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, είναι αβάσιμη καθόσον όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όχι μόνον το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αλλά και διότι αυτό και μόνον το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της απόφασης, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται η αναιρεσείουσα και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ.Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η μνημονευόμενη στην αιτιολογία της αποφάσεως με αριθμό 113/6-5-2003 απόδειξη καταβολής από τα χρήματα του ταμείου της ΔΕΠΣΚ ποσού 110,05 ευρώ στην εργαζόμενη, ..., με βάση την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της απιστίας, δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο και έτσι, στερήθηκε από το δικαίώμά της να αντιλέξει κατά του περιεχομένου του εγγράφου αυτού με συνέπεια, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. 'Όμως, η καταβολή αυτή, ως μερικότερη πράξη της απιστίας κατ'εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αναφέρεται στη σελίδα 19, υπό στοιχείο 1, της εκθέσεως ελέγχου χρήσεως 2003 της εταιρίας "Συνεργαζόμενοι Ορκωτοί Λογιστές Α.Ε.", δηλαδή στο με αριθμό 8 αναγνωσθέν στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου έγγραφο, το οποίο είναι συνημμένη και η απόδειξη αυτή, οπότε και το έγγραφο αυτό, αναγνώστηκε μέσω του άλλου εγγράφου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως ότι στερήθηκε το δικαίωμα να αντιλέξει κατά του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, είναι αβάσιμος στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Μαΐου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 3921/6-5-2008, αίτηση της ..., για αναίρεση της με αριθμό 666/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και απιστία κατ' εξακολούθηση. Υπάλληλος κοινωφελούς επιχείρησης που ανήκει σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Έννοια όρων. Αίτηση για αναίρεση λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής. Αιτίαση ότι το σκεπτικό επαναλαμβάνει το κλητήριο θέσπισμα και απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας, λόγω μη αναγνώσεως εγγράφου. Περιέχεται σε άλλη έκθεση που αναγνώσθηκε και δεν απαιτείται η ανάγνωσή του. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απιστία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Εξακολουθούν έγκλημα.
0
Αριθμός 1940/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βούτα, περί αναιρέσεως της 1169/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1136/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. ί και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίον είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1169/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 97/15-1-2008 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 16.222/17-9-2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ.1 στοιχ. γ' του Ν. 1882/90, όπως αντ/κε από το άρθρο 23 παρ.1 Ν. 2523/97 κατ'εξακολούθηση. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό 97/2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού, και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση της άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει με την οικογένειά του μόνιμα από τον χρόνο γεννήσεώς του (1958) στο .... Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν, της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλήθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στο ..., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, μετά την παράθεση, νομικών σκέψεων, κατά λέξη, τα παρακάτω: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών αναζητήθηκε, κατά την προδικασία, στην δηλωθείσα στην εφορία διεύθυνσή του, στην ..., πλην δεν ανευρέθη και, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα από 15-11-00 βεβαίωση του Αστυφύλακα ..., ήταν άγνωστος στην εν λόγω διεύθυνση και άγνωστη η διαμονή του. Έτσι, όπως προκύπτει από το από 2-7-01 αποδεικτικό του ίδιου, ως άνω, αστυφύλακα, ο εκκαλών κλητεύθηκε, ως αγνώστου διαμονής [δια τοιχοκολλήσεως], προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου [Γ'Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης], στην δικάσιμο 17-9-01 για να δικαστεί για το έγκλημα της παράβασης άρθρου 25 § 1 στοιχ. γ' Ν. 1882/90, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/97 κατ' εξακολούθηση. Ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο και εκδόθηκε ερήμην του η προσβαλλομένη με την κρινομένη έφεση, 16222/17-9-01 απόφασή του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η εν λόγω εκκαλουμένη απόφαση, επιδόθηκε στον εκκαλούντα, ως αγνώστου διαμονής [δια τοιχοκολλήσεως], όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα ..., στις 19-3-02 και η έφεση ασκήθηκε στις 15-1-08, δηλαδή μετά εξαετίας περίπου από της επιδόσεως. Οι ως άνω επιδόσεις είναι έγκυρες, διότι ο εκκαλών ήταν πράγματι άγνωστης διαμονής στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που παρήγγειλε τις επιδόσεις, αφού αυτός, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα βεβαίωση του αστυνομικού οργάνου δεν διέμενε στη μοναδική διεύθυνσή του που ήταν γνωστή, μέσω της εφορίας, στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δηλαδή στον ... και ήταν άγνωστης διαμονής. Η διεύθυνση στον ..., ήταν η μόνη που αναφερόταν στην με αριθμό πρωτ. 19877/25-10-00 αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, αφού ο εκκαλών δεν εμφανίσθηκε στην προανάκριση που προηγήθηκε της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεν αποδείχθηκε δε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ήταν γνωστός, κατά το χρόνο επιδόσεως, τόσο της κλήσεως για την εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και της εκκαλουμένης αποφάσεως, ο τόπος διαμονής του εκκαλούντος και ειδικότερα ο επικαλούμενος από αυτόν τόπος διαμονής του, στο ..., στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Πέραν του ότι στην προαναφερόμενη αίτηση ποινικής δίωξης δεν αναφέρεται άλλη διεύθυνση, η μάρτυρας ..., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, καταθέτει ότι ο εκκαλών δήλωσε, στην αρμόδια εφορία, ως μοναδική διεύθυνσή του τον ..., όπου έγιναν όλες οι επιδόσεις και τα μέτρα κατασχέσεων και που σε περίπτωση αλλαγής της διεύθυνσης αυτής, ο εκκαλών, όφειλε να το δηλώσει στην εφορία. Χαρακτηριστικά κατέθεσε "...,Ποτέ δεν μας δήλωσε αλλαγή διεύθυνσης, το οποίο όφειλε να κάνει, σε περίπτωση αλλαγής αυτής...", Η πειστικότητα της καταθέσεως της παραπάνω μάρτυρα δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Κατ' ακολουθία όλων αυτών, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, ο οποίος δικαιολογεί το εκπρόθεσμο ασκήσεως της κρινόμενης εφέσεως, συνιστάμενος στο ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της κλητεύσεως του στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και εξ αιτίας αυτού ούτε γνώση της εκδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, αλλά ούτε κατ γνώση της επιδόσεως αυτής, δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος ουσιαστικά και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζονται στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Ενόψει αυτών, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από αυτά και, για το λόγο η εν λόγω απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, οποιαδήποτε μεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας του καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής του κατοικίας, στον ..., που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρει στην κατάθεσή της η εξετασθείσα στο ακροατήριο του δικάσαντος Δικαστηρίου, μάρτυρας-υπάλληλος της ΔΟΥ- ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και αναφέρεται στο καταστατικό της εταιρίας, πρόεδρος της οποίας και Διευθύνων Σύμβουλος της ήταν ο κατηγορούμενος ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημα του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχόυ του Δήμου ..., χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προαναφερθέντας λόγους, ενώ βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι ο αναζητούμενος στο κατάστημά του κατηγορούμενος, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως, οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. Έκθ. 38/9-6-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 1169/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμοδίου Δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, αφού αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική του στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1.938/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαίρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοφοράτο, περί αναιρέσεως της 1.724/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1804/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το αρ. 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α'του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα, και τη θέληση ή την αποδοχή αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφο 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Επί υπεξαιρέσεως, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1.724/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στην ... στις 27-7-1998 και στις 26-4-1999, ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τους είχαν εμπιστευθεί και είχαν περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, κατά τους ανωτέρω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένων πραγμάτων (χρημάτων) και ειδικότερα ο μεν πρώτος ως ασφαλιστής που παρείχε τις υπηρεσίες του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ..., ο δε δεύτερος ως διευθυντής του υποκαταστήματος της ... της ανωτέρω εταιρίας, έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των 19.150.000 δραχμών του εγκαλούντος Ψ, το οποίο είχε περιέλθει στη κατοχή τους με εντολή να προβούν στην αγορά ισόποσων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρίας ... για λογαριασμό του εγκαλούντος και των μελών της οικογένειάς τους. Το χρηματικό ποσό παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος με επιταγές τις οποίες μεταβίβασε στο δεύτερο ως διευθυντή του και υπεύθυνο για τους τίτλους που υποσχέθηκαν στον εγκαλούντα, πλην όμως δεν προέβησαν στην αγορά μεριδίων του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου όπως είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση εντολής που συνήψαν με τον εγκαλούντα, αλλά το παρακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Για να αποκρύψουν μάλιστα το γεγονός όταν ο εγκαλών ζητούσε πληροφορίες χρησιμοποίησαν έντυπα της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, τα οποία δεν ήταν γνήσια, με τα οποία εμφάνιζαν δήθεν αγορά των μεριδίων, ενώ τα χρήματα δεν είχαν εισέλθει στο λογαριασμό της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς για προσωπικές τους ανάγκες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου για πλάνη και χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε'ΠΚ. Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, αφού μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή. Επιπλέον στον πρώτο κατηγορούμενο Χ πρέπει να αναγνωριστούν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 86 παρ. 2 δ' ΠΚ, αφού έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του με την επιστροφή μεγάλου μέρους της ζημίας του εγκαλούντος". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (19.150.000 δραχμών) από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, αναγνωρίζοντας σε αυτόν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως και, ειδικότερα του ότι: " Στην ... και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, τέλεσαν την ακόλουθη αξιόποινη πράξη: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, Χ και Ζ, στις 27-7-1998 και στις 26-4-1999, ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τους είχαν εμπιστευθεί και είχαν περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της ιδιότητάς τους εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνία αμφότεροι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους, ως εντολοδόχων και διαχειριστών πραγμάτων, που ανήκαν κατά κυριότητα στον εγκαλούντα Ψ και ειδικότερα, ο μεν πρώτος (Χ) ως ασφαλιστής της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ο δε δεύτερος (Ζ) ως Διευθυντής του υποκαταστήματος της ... της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού, επιπλέον δε έχοντας λάβει στην κατοχή τους, από τον εγκαλούντα Ψ, πελάτη της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.150.000 δραχμών, με την ταυτόχρονη εντολή να προβούν στην αγορά ισόποσων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρείας "...", για λογαριασμό του ανωτέρω εγκαλούντος, οι ίδιοι (κατηγορούμενοι), παρότι, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, παρέλαβαν το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλο συνολικό χρηματικό ποσό, στη συνέχεια, δεν προέβησαν στην αγορά μεριδίων του εν λόγω αμοιβαίου κεφαλαίου για λογαριασμό του εγκαλούντος Ψ, ως όφειλαν, αλλά παρεκράτησαν τα ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητά και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, αρνούμενοι την οφειλόμενη επιστροφή τους, παρά τις συνεχείς προς τούτο οχλήσεις του ανωτέρω εγκαλούντος. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, (άρθρο 84 παρ.2 α'ΠΚ) καθώς και ότι ο κατηγορούμενος Χ έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. (άρθρο 84 παρ. 2 δ'ΠΚ)". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, στον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος για την παραπάνω πράξη και αναγνωρίστηκαν σε αυτόν οι πιο πάνω ελαφρυντικές περιστάσεις, επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ. , 83, 84 παρ. 2 περ. α'και δ, 375 παρ. 1 εδ α, 2 εδ. α'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας : 1) ..., 2) ..., την ανωμοτί (ως πολιτικώς ενάγοντος) εξέταση του Ψ και της μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) στα αποδεικτικά μέσα (τα οποία αναφέρονται στο σκεπτικό ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου), δεν αναφέρεται αν λήφθηκαν υπόψη όλα τα μέσα αυτά και συγκεκριμένα, η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από δε τα πρακτικά προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτιμήθηκε η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ και, κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Όμως, ρητά αναφέρεται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστής της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", ενεργώντας ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένων πραγμάτων, που ανήκαν κατά κυριότητα στον εγκαλούντα, Ψ, .... έχοντας λάβει στην κατοχή του από τον εγκαλούντα, Ψ, το συνολικό ποσό των 19.150.000 δρχ..... παρόλο ότι παρέλαβε το ποσό αυτό, δεν προέβη... Και, ναι μεν δεν αναφέρεται ονομαστικά ως αποδεικτικό μέσο η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου, αφού από το σύνολο των αποδοχών της αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προκύπτει ότι η κατάθεση αυτή έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο προς σχηματισμό της άνω κρίσεώς του, ενώ η χρησιμοποίηση της φράσεως "όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία", σημαίνει ότι για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως του Δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη όλα γενικά τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τα ονομαστικά αναφερόμενα. Και 2) υπάρχει αντίφαση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχεται ότι το χρηματικό ποσό που παρέλαβε από τον Ψ (πολιτικώς ενάγοντα) με επιταγές, το μεταβίβασε στο δεύτερο κατηγορούμενο μεταβιβάζοντας τις επιταγές αυτές στον εν λόγω κατηγορούμενο, ενώ σε καμία επιταγή δεν υπάρχει η δική του υπογραφή και ουδεμία επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή του. Και ότι τέτοιες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση συγχέει ανεπίτρεπτα τη μεταβίβαση επιταγής με την απλή υλική παράδοση αυτής, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε επιβαρυντικό γι' αυτό συμπέρασμα. Αβάσιμα όμως, διότι η μεταβίβαση του σώματος της επιταγής, δεν γίνεται απαραίτητα με την έγγραφη σημείωση επ'αυτής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Οκτωβρίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 8.974/2007) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1.724/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας (κακουργηματική). Έννοια όρων (υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας., εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας). Δεν αναγράφεται στο σκεπτικό ότι λήφθηκε η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, υπόψη για το σχηματισμό κρίσεως περί ενοχής του κατηγορουμένου ως λόγος αναιρέσεως. Αίτηση αναιρέσεως ότι η απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.
1
Αριθμός 1937/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22.2.2008 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 494/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το αρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή, τα οποία, ανεξαρτήτως από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση και να αναφέρονται, προκειμένου μεν περί πολιτικής δίκης, στο αποδεικτέο θέμα, προκειμένου δε περί ποινικής δίκης, στα στοιχεία του διωκομένου εγκλήματος ή σε κάθε περίπτωση, στα άλλα πραγματικά γεγονότα, τα οποία συνδέονται αναποσπάστως με εκείνα και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσεως - επίγνωσης), ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Για το λόγο αυτό το δικαστήριο της ουσίας για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεώς του, πρέπει να διαλάβει σ' αυτήν όχι μόνο τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο δράστης της πράξεως αυτής, αλλά και ποια ήταν τα αληθή, τα οποία αυτός γνώριζε και τη σχέση αυτών με το αποδεικτέο θέμα. Κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα, απόφαση, που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για "κρείσσονες αποδείξεις" κατά το άρθρο 523 παρ. 3 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης - 433/2008 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ για νέες αποδείξεις, υποβληθέν από τον συνήγορό τους και συγκεκριμένα αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομιστεί στο Δικαστήριο αυτό απόφαση δικαστηρίου που δικάζεται την 1.4.2008 για ακύρωση δικαιοπραξίας. Το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την απορριπτική για το αίτημα αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Επειδή ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ορισμένως πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η εκκρεμής δίκη έχει σχέση με την παρούσα ποινική δίκη, σε κάθε περίπτωση δε μέχρι να καταστεί τελεσίδικη ή αμετάκλητη η εκκρεμής αυτή πολιτική δίκη είναι βέβαιο ότι θα έχει παραγραφεί το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, τελεσθέν την 29-11-2001, ενώ η εκκρεμής αστική υπόθεση δεν έχει ακόμη εκδικασθεί ούτε σε πρώτο βαθμό, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, για τον παραπάνω λόγο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του. Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ και έτσι πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και ως προς την περί ενοχής των κατηγορουμένων διάταξή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 433/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Η δεύτερη κατηγορουμένη και ο εγκαλών είναι αδέλφια και συνιδιοκτήτες διαμερισμάτων πολυκατοικίας που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ... στη ... και μεταξύ τους υπάρχει πολυετής σφοδρή αντιδικία. Ειδικότερα, ο εγκαλών είναι ιδιοκτήτης του δευτέρου ορόφου της παραπάνω πολυκατοικίας, που αντιστοιχεί στα 200% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που φέρεται ότι του μεταβίβασε η κατηγορουμένη αδελφή του δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Πειραιώς Στ. Βλαχάκου, αντί φερομένου τιμήματος 235.000 δραχμών. Με την από 1-6-1998 αγωγή της, η δεύτερη κατηγορουμένη, Χ2, στρεφόμενη κατά του εγκαλούντος αδελφού της, Ψ, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η συναφθείσα μεταξύ τους παραπάνω σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη ως εικονική και υποκρύπτεται σε αυτή σύμβαση δωρεάς, την οποία ανακάλεσε λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου και να υποχρεωθεί ο εγκαλών να προβεί σε δήλωση βουλήσεως περί αναμεταβιβάσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας που αφορούσε η ανωτέρω σύμβαση. Για την αγωγή της αυτή εκδόθηκε η 745/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε αποδείξεις και εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας της ενάγουσας-κατηγορουμένης, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και τα εξής: "....το 1976 μεταβίβασε η ενάγουσα στον εναγόμενο η Ψ τα 200 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά του δικαιώματος να αναγείρει ο κ. Ψ με δαπάνες του το δεύτερο όροφο.... Η μεταβίβαση των ανωτέρω ποσοστών έγινε με συμβολαιογραφική πράξη πωλήσεως. Ως τίμημα στο συμβόλαιο πωλήσεως αναγράφετο νομίζω το ποσό των 235 δραχμών. Από ότι γνωρίζω για την εξόφληση του τιμήματος....ο εναγόμενος κ. Ψ δεν κατέβαλε χρήματα στην αδελφή του Χ2. Το γνωρίζω αυτό τόσο από την ίδια όσο και από τον κ. Ψ.... Ειδικότερα, το 1996 ο κ. Ψ, όταν έπινα τον καφέ μου και στη ... με πλησίασε έχοντας μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, έπιασε συζήτηση μαζί μου και μεταξύ άλλων μου ομολόγησε ότι για αυτή την αγοραπωλησία δεν είχε πληρώσει λεφτά η αδελφή του.... η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων ήταν να γίνει δωρεά....". Όσα όμως παραπάνω κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος και αφορούν το πραγματικό γεγονός της συνάντησης αυτού και του εγκαλούντος στη ... και τα όσα ο τελευταίος του ομολόγησε, που συνιστούν εξώδικη ομολογία του περιεχομένου της αγωγής της δεύτερης κατηγορουμένης, είναι ψευδή και ο πρώτος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους και εν επιγνώσει κατέθεσε αυτά, αφού ουδέποτε ο εγκαλών με τον κατηγορούμενο και κυρίως ουδέποτε ο εγκαλών του ομολόγησε τα ανωτέρω αναφορικά με την εικονικότητα της παραπάνω συναφθείσας μεταξύ αυτού εγκαλούντος και της κατηγορουμένης αδελφής του συμβάσεως πωλήσεως. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, την απόφασή του στον πρώτο κατηγορούμενο, να καταθέσει τα παραπάνω ψευδή, προκάλεσε η δεύτερη κατηγορουμένη, προσδοκώντας άμεση ωφέλεια από την πιο πάνω ψευδή κατάθεσή του και με γνώση αυτής, με συνεχείς προτροπές, παραινέσεις και φορτικότητα. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των ... και ..., που εξετάσθηκαν πρωτόδικα, οι οποίοι είναι εξάδελφου των διαδίκων αδελφών και διατηρούν καλές σχέσεις με αμφοτέρους, οι οποίοι καταθέτουν ούτε δεν γνωρίζουν τον πρώτο κατηγορούμενο, ότι (ο πρώτος) θεωρεί αδιανόητο να έγινε η επίδικη συνάντηση στην ... μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του εγκαλούντος και ότι ουδέποτε εχώρησε σύμβαση δωρεάς μεταξύ των διαδίκων αδελφών. Η εν λόγω συνάντηση δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τη μάρτυρα ..., ανιψιά της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε: "Θεωρώ ότι ίσως και να έγινε η συνάντηση", όχι όμως και ότι: "Ίσως να ομολόγησε ο εγκαλών", θείος της. Συνεπώς, ενόψει της σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως βεβαιότητας για την αλήθεια της κατηγορίας, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή η δεύτερη, που τους αποδίδονται. Να τους αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ καθόσον προκύπτει ότι, μέχρι το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής σε αυτήν αυτουργίας αντίστοιχα, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι και ειδικότερα του ότι: "Στην ..., στις 29-11-2001: Α) Ο 1ος κατηγορούμενος Χ1, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας αποδείξεως ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν της υπ' αριθμ. 745/2001 προδικαστικής αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου επί της από 1-6-1998 (αρ. εκθ. κατάθ. 6229/1998) αγωγής της Χ2 (δεύτερης κατηγορουμένης) κατά του εγκαλούντα Ψ, εν γνώσει του κατέθεσε ψεύδη γεγονότα και ειδικότερα: Στις 29-11-2001 "...Το 1976 μετεβίβασε η ενάγουσα στον εναγόμενο κ. Ψ τα 200 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά του δικαιώματος να αναγείρει ο κ. Ψ με δαπάνες του τον δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο της πολυκατοικίας που κείται στη .... Η μεταβίβαση η ανωτέρω των 200 χιλιοστών έγινε με συμβολαιογραφική πράξη πωλήσεως. Ως τίμημα στο συμβόλαιο πωλήσεως ανεγράφετο νομίζω το ποσό των δρχ. 235.000. Από ότι γνωρίζω για την εξόφληση του τιμήματος που αναγράφεται στη συμβολαιογραφική πράξη πωλήσεως ο κ. Ψ ο εναγόμενος δεν κατέβαλε χρήματα στην αδελφή του Χ2. Το γνωρίζω αυτό τόσο από την ίδια όσο και από τον κ. Ψ γνωρίζω ότι δεν καταβλήθηκαν χρήματα για την εξόφληση του τιμήματος του ανωτέρω, συμβολαίου πωλήσεως, ειδικότερα το 1996 ο κ. Ψ όταν έπινα τον καφέ μου στη ... με πλησίασε έχοντας μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, έπιασε συζήτηση μαζί μου και μεταξύ άλλων μου ομολόγησε ότι για αυτήν την αγοραπωλησία δεν είχε πληρώσει λεφτά στην αδελφή του. B) Η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα κατά την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής. Συγκεκριμένα, προκειμένου να επιτύχει την απόδειξη των θεμάτων που έταξε η υπ' αριθμ. 745/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 1-6-1998 (αρ. εκθ. κατάθ. 6229/1998) αγωγής της κατά του εγκαλούντα Ψ, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε τον συγκατηγορούμενό της Χ1 κατά τις ένορκες καταθέσεις του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να καταθέσει τα αναφερόμενα παραπάνω ψευδή πραγματικά περιστατικά, παρότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Το δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλήμα έζησαν έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, μετά την αναγνώριση σε κάθε κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1, 83, 84 παρ. 2 περ. α' 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 224 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 433/2008 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... συζ. Ψ και ..., την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάστηκε ενόρκως στο αυτό ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καθένας από αυτούς καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η αιτιολογία είναι τυπική, αφού δεν αναφέρονται σε αυτή πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καθένας από αυτούς κηρύχθηκε ένοχος, καθόσον τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται αφενός τα αληθή και τα ψευδή πραγματικά περιστατικά και αφετέρου τα μέσα με τα οποία η δεύτερη κατηγορουμένη προκάλεσε στον πρώτο από αυτούς την απόφαση, να καταθέσει αναληθή γεγονότα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίστανται οι αναιρεσείοντες και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση, στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' - ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 356. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής κάθε αναιρεσείοντος, αναφέρονται, τα ακόλουθα, για την ανάγνωση των οποίων δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση: 1) Η με αρ. 842/01 Εισηγητική έκθεση 2) η από 1-6-1998 αγωγή Χ2, 3) η με αρ. 745/2001 απόφαση Πολυμ. Πρωτοδ. Αθηνών, 4) η από 29-4-1996 αίτηση της Χ2 προς το Μον. Πρωτ. Αθηνών - διαδ. Ασφαλ. Μέτρων, 5) η με αρ. 3670 άδεια οικοδομής, 6) η με αρ. πρωτοκ. 2119 απόφαση του ΙΚΑ, 7) ιδιωτικό συμφωνητικό από 5/12/78, 8) σημείωμα με την ένδειξη "ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΙΣ 20-5-76", 9) Υπεύθυνη δήλωση προς τη ΔΕΗ Χ2, 10) το με αρ. 3281 συμβόλαιο τοκοχρεωλυτικού δανείου, 11) τα συμβόλαια με αριθμούς: α) ..-αγοραπωλησία διαμερίσματος β) ...-αγοραπωλησία οικοπέδου, γ) ...-πωλητήριο ακινήτου, δ) ...-αγορ/σία οικοπέδου, ε) ...-αγορ/σία διαμερίσματος, στ) ...-πώλησις οικοπέδου, ζ) ...-πωλητήριον οικοπέδου και η) ...-αγορ/σία ακινήτου, 12) οι παρακάτω αποφάσεις με αριθμούς: Α) 407/03 και 408/03 του Τριμ. Πλημ. Γυθείου, Β) 40/1996 και 6/1997 του Μον. Πρωτ. Γυθείου, Γ) 18/1999 του Εφετείου Ναυπλίου, Δ) 1178/1980 του Διοικητικού Πρωτοδ. Πειραιώς, Ε) 6270/1978 του Διοικητικού Πρωτ. Αθηνών, 13) Η έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ..., 14) Η υπ' αριθμ. 25437/2007 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Αθηνών. Τέλος, αναγνώσθηκαν και τα εξής έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν στο Δικαστήριο οι κατηγορούμενοι και ο πολιτικώς ενάγων: 1) Η υπ' αριθ. πρωτ. 2359/2006 βεβαίωση Ταμείου Προνοίας Δημοσίων υπαλλήλων, 2) Τα υπ' αριθμ. πρωτ. 6530/76 και 211/78 αποφ. ΙΚΑ, 3) Το υπ' αριθμ. 13.205/76 πωλητήριο, 4) Η αρ. 25024/2006 απόφαση Μον. Πρωτ. Αθηνών, 5) Η αρ. 13204/76 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, 6) Το 45° φύλλο της υπ' αριθμ. 842/2001 εισηγ. έκθεσης, 7) Κλήση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Πολ. Πρωτ. Αθηνών του Ψ. Τα παραπάνω φερόμενα στην απόφαση ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, ορισμένα από αυτά, μπορεί να παρουσιάζουν ελλείψεις στον προσδιορισμό τους, που καθιστούν ανέφικτο τον προσδιορισμό της ακριβούς ταυτότητάς τους. Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των παραπάνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους σε κάθε κατηγορούμενο ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τις αιτήσεις τους ισχυρίζονται κατά λέξη τα παρακάτω: "Μετά το τέλος της απολογίας τους, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και στους δικαστές, για να τους απευθύνουν ερωτήσεις και στη συνέχεια επακολούθησε η υποβολή τέτοιων ερωτήσεων και οι απαντήσεις τους επ' αυτών. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο με τους συνηγόρους υπερασπίσεώς τους Ηλία Μαλεβίτη και Βασίλειο Λαζαρίδη, προς τους οποίους, στο σημείο εκείνο της ακροαματικής διαδικασίας, δεν δόθηκε (στον ένα ή στον άλλο) ο λόγος προς άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, το οποίο είχε ήδη ασκήσει ο Εισαγγελέας, δηλαδή του δικαιώματος να απευθύνουν σε αυτούς ερωτήσεις, πράγμα που συνάγεται στην "υπεράσπισή" τους και αναγνωρίζεται και από την, υπερνομοθετικής ισχύος, διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Δ.Σ.Α.Π.Δ. (που κυρώθηκε με το Ν. 2462/97), ώστε η παράβασή του επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά τοάρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ". Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την απολογία των κατηγορουμένων, ο Πρόεδρος τους υπέβαλε ερωτήσεις και κατόπιν έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους Δικαστές για να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, αν είχαν. Ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές υπέβαλαν σχετικές ερωτήσεις προς τους κατηγορούμενους και εκείνοι απάντησαν όπως αναφέρεται στην απολογία τους. Μετά ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους διαδίκους και στους συνηγόρους τους για να απευθύνουν, μέσω του Προέδρου, αν είχαν, ερωτήσεις προς τους κατηγορουμένους και αυτοί δεν υπέβαλαν ερωτήσεις. Μετά από αυτό ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, εάν χρειάζονται συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και, όταν απάντησαν αρνητικά, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανάπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή τους. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος των αναιρεσειόντων για απόλυτη ακυρότητα (ΚΠΔ 171 παρ. 1δ' και 366 παρ. 1 εδ. τελ. του ιδίου Κώδικα, διότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους τους για να απευθύνουν, μέσω του Προέδρου, ερωτήσεις προς αυτούς, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση κάθε αναιρεσείοντος στο σύνολό της και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 22 Φεβρουαρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 1799 και 1798/2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αιτήσεις των 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Ηθική αυτουργία. Έννοια όρων. Παράπονα ως προς απόρριψη αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις. Αίτηση για αναίρεση λόγω ελλείψεως εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς ενοχή. Αίτημα για αυτεπάγγελτη εξέταση κάθε άλλου λόγου αναιρέσεως. Αιτίαση. Λόγος για απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας διότι έλαβε υπόψη έγγραφα που αναγνώστηκαν χωρίς να προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους. Λόγος για απόλυτη ακρότητα στο ακροατήριο, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο υπερασπίσεως, προς υποβολή ερωτήσεων. Απορρίπτει αιτήσεις. Καταδικάζει καθέναν ασκήσαντα αναίρεση στα δικαστικά έξοδα. Δικαστική δαπάνη παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
2
Αριθμός 1935/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ινέγλη, περί αναιρέσεως της 14151/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2081/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεις αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της υ.ε την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ, ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1415/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ'αριθμ. ... έφεση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 29582/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό ....έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει με την οικογένειά του νόμιμα από το έτος 1990 στους .... Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διανομής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ... είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενης απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, κατά λέξη, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 29582/7-06-1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου για παράβαση Ν. 5960/1933 κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, καθώς και σε χρηματική ποινή ποσού πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ αλλά και στα έξοδα της δίκης ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ. Η απόφαση εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, που κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, από 14-4-2000 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου άγνωστης διαμονής του ..., Επιμελητή Δικ. Εισαγγ. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 14-4-2000, δια τοιχοκολλήσεως στην έδρα του Δήμου ..., σαν σε κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής, αφού αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην ... του Θ' ΑΤΘ, αρ. 8. Ο εκκαλών ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 5-6-2007, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής έκθεσης ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης. Από δε την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας η ανυπέρβλητου κωλύματος, ώστε να συγχωρηθεί το εκπρόθεσμο. Ειδικότερα, ο εκκαλών υποστηρίζει, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής του, ότι ουδέποτε, μέχρι τις 4-5-2007 (που την πληροφορήθηκε από την Αστυνομία) έλαβε γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και της εκκαλουμένης απόφασης και ήταν γνωστής διαμονής από το έτος 1990 μέχρι και σήμερα, διαμένοντας στην ..., πρώην , στους .... 'Όμως, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των αποδείξεων, ο εκκαλών-κατηγορούμενος ορθώς αναζητήθηκε (πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ως άγνωστης διαμονής) στην ..., που ήταν η τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εγκαλούντα-κατηγορούμενο, για τα οποία καταθέτει και η μάρτυράς του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε γνωστή διεύθυνση στην ...κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (και του κλητηρίου θεσπίσματος), δεν κρίνονται πειστικά, παρά τα έγραφα που προσκομίζει ο εκκαλών, αλλά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ότι η παραπάνω διεύθυνση του εκκαλούντος ήταν γνωστή, κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης στην Εισαγγελική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Και τούτο διότι τα παραπάνω έγγραφα μόνον το από 3-05-2001 υπηρεσιακό σημείωμα Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η από 19-03-2002 Διάταξη Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, το με αρ. 11953/2002 απόσπασμα-απόφαση του Τριμ. Πλημ.Θεσσαλονίκης και η από 6-05-1999 κλήση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης αποτελούν έγγραφα από τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι η διεύθυνσή του ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης, πλην όμως δεν αφορούν το κρίσιμο έτος της επίδοσης της εκκαλουμένης (2000), ενώ τα λοιπά αφορούν σχέσεις του κατηγορουμένου με τρίτους, έστω και αν αναφέρονται στο παραπάνω έτος. Μετά απ' όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (άρ. 476 παρ.1 και 3 ΚΠοιν.Δ) και να καταδικασθεί ο εκκαλων στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.ΠοινΔ." Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του ότι την είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής του μισθίας κατοικίας, στην ... ,που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στο παραδεκτώς αναγνωσθέν σώμα της εκδοθείσας από τον κατηγορούμενο αντίστοιχης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής που αποτελεί στοιχεία του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου ..., χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι ο αναζητούμενος στο κατάστημα της κατηγορουμένης, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δε, βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες". Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ.έκθ. 99/30-11-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 14.151/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμοδίου δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, αφού αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπο στην επαγγελματική του στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1934/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, περί αναιρέσεως της 138/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1113/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 τταρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για "κρείσσοντες αποδείξεις" κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 138/2008 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠοινΔ για περισσότερες αποδείξεις, υποβληθέν από το συνήγορό του και συγκεκριμένα, αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθουν στο Δικαστήριο αυτό οι απολειπόμενοι μάρτυρες κατηγορίας (τις καταθέσεις των οποίων αρνήθηκε να αναγνωστούν), .... Ακολούθως το άνω Δικαστήριο, αφού ανέγνωσε τις, περιλαμβανόμενες στα αναγνωστέα έγγραφα, υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 των άνω μαρτύρων, η προσέλευση των οποίων είχε διαταχθεί με την επίσης αναγνωσθείσα 11763/05 προηγούμενη μη οριστική απόφασή του, το άνω Δικαστήριο εξέδωσε την παρακάτω παρεμπίπτουσα απόφασή του: "Ενόψει των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα των προαναφερθεισών και αναγνωσθεισών υπευθύνων δηλώσεων των απολιπομένων μαρτύρων και της μηνύσεως που έχει ασκηθεί εναντίον τους, γιατί αναίρεσαν το περιεχόμενό τους, κατά την πρωτόδικη δίκη το δικαστήριο ότι δεν είναι αναγκαία η μαρτυρία τους και για το λόγο τούτο το υποβληθέν από τον κατηγορούμενο αίτημα περί αναβολής της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ήδη έχει αναβληθεί δύο φορές η υπόθεση λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπερασπίσεως (βλ. υπ' αριθμ. 5941/11.7.07 και 6825/8.10.07 αποφάσεις), ενώ το υποβληθέν, στο παρόν δικαστήριο, για τον ίδιο λόγο αίτημα δεν έγινε δεκτό και διεκόπη η δίκη προκειμένου ο κατηγορούμενος να προσέλθει με δικηγόρο, ενώ περαιτέρω υπάρχει κίνδυνος να παραγραφεί η εκδικαζόμενη πράξη, που φέρεται τελεσθείσα τον Δεκέμβριο του 2001. Εξάλλου για τον ίδιο λόγο (μη αναγκαίο μαρτυρίας απολιπομένων μαρτύρων το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος νέας διακοπής της δίκης για να εμφανιστούν ή προσαχθούν οι εν λόγω μάρτυρες (άρθρο 353 ΚΠοινΔικ.). Ενόψει τούτων το υποβληθέν περί αναβολής για κρείσσονες (νέες) αποδείξεις (άρθρο 352 ΚΠοινΔικ.) πρέπει να απορριφθεί κατά πλειοψηφία... ". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του. Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παράβαση του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ'της ΕΣΔΑ της κρινόμενης αιτήσεως. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 4732 ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 138/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση. Αίτημα αναβολής για να προσέλθουν οι απολιπόμενοι μάρτυρες. Απορρίπτει. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Αιτιολογημένη. Λόγος αναιρέσεως. Η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Η απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δωροδοκία, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 1932/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, περί αναιρέσεως της 497/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 349 παρ. 3, περ.α' του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, με το άρθρο 7 του ν. 3064/2002, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης ενεργεί κατ' επάγγελμα, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από την παραδοχή ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεστεί κατ'επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Επίσης, δεν απαιτείται η απόδειξη και η αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο, έναντι αμοιβής, παρέσχε τη σαρκική ηδονή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 497/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "Μετά από πληροφορίες που δόθηκαν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Λάρισας ότι ο κατηγορούμενος εκδίδει από κερδοσκοπία έναντι αμοιβής αλλοδαπές γυναίκες σε αόριστο αριθμό ανδρών, ο αστυνομικός-μάρτυς ΑΑ εμφανίσθηκε σ' αυτόν ως πελάτης και μετά από τηλεφωνικές επαφές που είχε μαζί του για τέσσερις ημέρες με το υπ' αριθμ. ... κινητό τηλέφωνό του, προκειμένου να συνευρεθεί έναντι αμοιβής με κάποια γυναίκα, τελικά συναντήθηκαν στην κεντρική πλατεία της ... στις 24-8-2004 περί ώρα 21.00'. Τότε ο κατηγορούμενος είπε στον αστυνομικό να μεταβεί στο ξενοδοχείο "..." και να του τηλεφωνήσει μόλις πάει στο δωμάτιο για να του στείλει την γυναίκα. Ο αστυνομικός μετέβη στο παραπάνω ξενοδοχείο και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ενημερώνοντας τον ότι βρίσκεται στο δωμάτιο 104 και μπορεί να στείλει την γυναίκα με την οποία θα συνευρισκόταν. Μετά από δέκα λεπτά περίπου πήγε στο δωμάτιο του η ΒΒ, που δεν είχε πορνευθεί και δεν ήταν χαρακτηρισμένη ως άσεμνη, η οποία προκειμένου να συνευρεθεί μαζί του, του ζήτησε να της δώσει ως αμοιβή το ποσό των 70 Ευρώ. Ο αστυνομικός της έδωσε το αιτηθέν ποσό, αυτή το έβαλε στην τσάντα της, ξεντύθηκε, έβγαλε ένα προφυλακτικό και το ακούμπησε στο κομοδίνο και ξάπλωσε προς συνεύρεση με τον αστυνομικό. Τότε ο αστυνομικός της είπε την ιδιότητά του και την συνέλαβε μαζί με τους άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν προσέλθει εκεί. Η ως άνω γυναίκα κατά την σύλληψη της ομολόγησε ότι εκδίδεται με αμοιβή με τους πελάτες που της προμηθεύει ο κατηγορούμενος στον οποίο δίδει μετά από κάθε συνεύρεση 30 Ευρώ. Μετά την σύλληψη της γυναίκας ο αστυνομικός ΑΑ καθώς επέστρεφε πεζός στην υπηρεσία του συνάντησε τον κατηγορούμενο στον δρόμο οδηγώντας το αυτοκίνητο του, στο οποίο επέβαινε και μία άλλη γυναίκα. Αυτός, αγνοώντας την σύλληψη της άνω γυναίκας σταμάτησε για να μιλήσει με τον "πελάτη του". Ο τελευταίος, τότε αποκαλύπτοντας την ιδιότητα του ως αστυνομικού προσπάθησε να τον συλλάβει, πλην όμως ο κατηγορούμενος, μολονότι ο αστυνομικός σκαρφάλωσε πάνω στο αυτοκίνητο για να το σταματήσει, ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και παραβιάζοντας τον κόκκινο σηματοδότη εξαφανίσθηκε. Ο κατηγορούμενος εξέδιδε την ανωτέρω γυναίκα τρεις με τέσσερις ημέρες την εβδομάδα σε δύο έως τρεις πελάτες την ημέρα, αντί ποσού εβδομήντα (70) ευρώ από κάθε πελάτη, εκ των οποίων τα σαράντα (40) ευρώ κρατούσε η ίδια, ενώ το υπόλοιπο ποσό των τριάντα (30) ευρώ εισέπραττε αυτός. Τούτο δε έπραξε επανειλημμένως με σκοπό την κερδοσκοπία. Πρέπει επομένως, αφού απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας από μαστροπεία σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της μαστροπείας για την οποία κατηγορείται. Η αίτηση του κατηγορουμένου "να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου", χωρίς καμία άλλη αναφορά, δηλαδή χωρίς και την επίκληση σχετικών περιστατικών, πρέπει να απορριφθεί αφενός μεν ως αόριστο και απαράδεκτο, αφετέρου δε διότι αυτός κατά το παρελθόν απασχόλησε τις αστυνομικές αρχές για το ίδιο αδίκημα εκδίδοντας γυναίκες αλλοδαπές, γεγονός που μαρτυρεί ότι αυτός όχι μόνο δεν έζησε μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, αλλά αντίθετα παρουσίαζε μια ροπή προς την εγκληματικότητα και γενικότερα η όλη μέχρι σήμερα ζωή του μαρτυρεί ότι δεν υπήρξε έντιμη". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της άνω αξιόποινης πράξεως της μαστροπείας από κερδοσκοπία και ειδικότερα ότι: "στη ... την 24-8-2004 ενεργώντας από κερδοσκοπία προήγαγε στην πορνεία γυναίκες και συγκεκριμένα εξέδιδε σε αόριστο αριθμό ανδρών την ΒΒ, μεταξύ των οποίων και στον αστυνομικό ΑΑ, του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Λάρισας, ο οποίος παρουσιάσθηκε ως πελάτης στο ξενοδοχείο "..." και ειδικότερα εξέδιδε την ανωτέρω τρεις με τέσσερις ημέρες την εβδομάδα σε δύο έως τρεις πελάτες την ημέρα, αντί ποσού εβδομήντα (70) ευρώ από κάθε πελάτη, εκ των οποίων τα σαράντα (40) ευρώ κρατούσε η ίδια ενώ το υπόλοιπο ποσό των τριάντα (30) ευρώ εισέπραττε αυτός. Τούτο δε έπραξε επανειλημμένως με σκοπό την κερδοσκοπία". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για μετατροπή της κατηγορίας από μαστροπεία σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας και ότι συντρέχει στο πρόσωπό του ελαφρυντική περίπτωση του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 349 παρ.3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ΑΑ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι:1) δεν αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μετατροπής της κατηγορίας από μαστροπεία σε διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, αφού ο ισχυρισμός αυτός παρά το ότι δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας (ΑΠ 1449/2007), έχει απορριφθεί με ειδική αιτιολογία. Και 2) παντελώς αναιτιολόγητα απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το αίτημά του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ, παρά το ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, αφού και, για τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό (ο οποίος μάλιστα προβλήθηκε αόριστα, χωρίς την επίκληση των θεμελιούντων αυτόν περιστατικών, με συνέπεια να μην υποχρεούται το Δικαστήριο να απαντήσει), υπάρχει στο σκεπτικό της αποφάσεως πλήρης και σαφής απορριπτική του ισχυρισμού αυτού αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2007 (υπ'αριθμ. πρωτ. 11/2007) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 497/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μαστροπεία (ΠΚ 349 παρ. 3α΄ από κερδοσκοπία). Έννοια όρων. Αίτηση αναιρέσεως. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία.
1
Αριθμός 1931/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη, για αναίρεση της 3953/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1152/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 τταρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η ο εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚποινΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ; ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 3953/2007 κυρίας αποφάσεως του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ, λόγω ασθενείας του, υποβληθέν από τον ίδιο, με αποστολή στο δικαστήριο του από 2-5-2007 FAX, που αναγνώστηκε και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Επειδή λόγω αιφνίδιας ασθένειας και εισαγωγής μου ... στο Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, δεν δύναμαι να παραστώ στο Δικαστήριό σας που δικάζεται ... παρακαλώ θερμότατα μια σύντομη αναβολή. Συνημμένα σας αποστέλλω 1ον την εισαγωγή μου και 2ον τη βεβαίωση νοσηλείας και παρακαλώ μερίμνη της γραμματείας του ως άνω Δικαστηρίου να μπεί εγκαίρως στο φάκελλό μου- Αθήνα ...". Από την παραδεκτή επισκόπηση της επίσης με FAX συνημμένα αποσταλείσας βεβαίωσης νοσηλείας του νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ., προκύπτει ότι ο Χ (αναιρεσείων) "από .... νοσηλεύεται ακόμα ...", χωρίς να αναφέρεται το είδος ασθενείας ή κάτι άλλο σχετικά με αυτή. Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο εξέδωσε την παρακάτω παρεμπίπτουσα απόφαση: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 εδ.α Κ.Π.Δ. το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτους, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και από όλη γενικά τη διαδικασία δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια τα οποία δικαιολογούν την αναβολή της δίκης και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος Χ αδυνατεί σήμερα να εμφανισθεί στο δικαστήριο λόγω αιφνίδιας ασθενείας του και εισαγωγής του για το λόγο αυτό για νοσηλεία στο νοσοκομείο Ν.Ι.Μ.Τ.Σ, όπως ισχυρίζεται με την αίτησή του προς το δικαστήριο. Η αναγνωσθείσα από ... βεβαίωση νοσηλείας του πιο πάνω νοσοκομείου, με την οποία βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος εισήχθη σ' αυτό για νοσηλεία στις 27-4-2007 και νοσηλεύεται μέχρι σήμερα, δεν αναφέρει καν το είδος της ασθενείας του, κατά μείζονα δε λόγο δεν αναφέρει αν εισήχθη εκτάκτως ή επρόκειτο για προγραμματισμένη εισαγωγή ούτε αν αδυνατεί να εμφανισθείσήμερα στο παρόν δικαστήριο. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει αυτών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ισχυρισμοί -λόγοι αναιρέσεως, που προβάλλει με το αυτό δικόγραφο ο αναιρεσείων και έχουν κατά λέξη ως εξής: "Η απόρριψη του αιτήματος για αναβολή του απόντος κατηγορουμένου στην συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζει τις αναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3γ' της ΕΣΔΑ και ειδικότερα το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως και υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και συνεπώς το Εφετείο παραβίασε το δικαίωμα υπερασπίσεως αυτού και υπέπεσε σε απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ. Ακολούθως με την απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' του ΚΠΔ. Επειδή λόγο των προαναφερθέντων παραλείψεων και παρατυπιών έχει δημιουργηθεί κατά την διαδικασία στο ακροατήριο απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171) και η απόφαση είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ, 1 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και κατ' άρθρο 510 παρ. 1 εδ. η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για υπέρβαση εξουσίας". Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2007 (υπ'αριθμ. πρωτ. 264 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών/2007) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 3953/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009.
Απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω σημαντικών αιτίων. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, διαφορετικά δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ λόγος αναιρέσεως. Απόρριψη αιτήματος αναβολής και στη συνέχεια απόρριψη έφεσης ως ανυποστήρικτης. Αιτιάται με αναίρεση εκτός από την έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 1930/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρίζο, περί αναιρέσεως της 352/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ... και 2) ... και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θέκλα Χριστοφορίδου. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 20 Μαρτίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1210/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και την πληρεξούσια δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H από 23-6-2008 αίτηση αναιρέσεως και με αριθμό καταθέσεως 223/08 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά της 352/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για πλημ/κή απάτη, καθώς και οι με το από 20-3-09 ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε νόμιμα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 20-3-09, πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρ. 386 παρ. 1, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιηθεί στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Χωρίς την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία δεν υφίσταται απάτη, ενώ σε περίπτωση επελεύσεων της βλάβης είναι αδιάφορο αν επιτεύχθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε, το πρόσωπο δε που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που υφίσταται τη βλάβη, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο έγκλημα της απάτης, απαιτείται να προσδιορίζονται επακριβώς τα αποδεικτικά στοιχεία εκείνα που οδήγησαν το δικαστήριο στη δικανική πεποίθηση ότι επήλθε βλάβη, να περιγράφεται η αιτιώδης σχέση της βλάβης σε σχέση με τα παραπλανητικά γεγονότα ή ενέργειες καθώς επίσης να περιγράφεται σε τι συνίσταται η βλάβη. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τω παραπλανητικών ενεργειών πλάνης αφενός και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς του πλανωμένου από την πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επήλθε περιουσιακή ζημία και μάλιστα, η περιουσιακή ζημία πρέπει να είναι το άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του πλανηθέντος δηλαδή, χωρίς περαιτέρω πράξη του δράστη ή τρίτου, η δε βλάβη και το όφελος απαιτείται να είναι περιουσιακής φύσεως. Κατά συνέπεια, δεν αρκεί αποφυγή ποινικής ευθύνης ή επιβολή ποινικών κυρώσεων σε κάποιον, αφού αυτές δεν συνιστούν περιουσία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 352/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ* είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά τα κύρια σημεία από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Οι κατηγορούμενοι στις 5-11-01 στην..., ενεργώντας από κοινού και από πρόθεση, αφού κατάρτισαν το από 30-6-01 πρακτικό Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων της Α.Ε. με την επωνυμία "BREAD LINE ABEE ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ κλπ", περί δήθεν, εκλογής νέου ΔΣ αυτής και το από 2-7-01 πρακτικό της εταιρίας αυτής και παρέστησαν ψευδώς, στους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Αττικής, ότι διορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας αυτής ο εγκαλών ο οποίος ήταν απλός μέτοχος της εν λόγω εταιρίας. Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν ο εγκαλών να κηρυχθεί ένοχος για μη καταβολή μισθών στους εργαζομένους κ.α. συναφείς αξιόποινες πράξεις. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξης της απάτης (πλημ/κής) και ειδικότερα, του ότι: "Στην ... στις 5-11-2001 ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και ειδικότερα με τον πιο πάνω σκοπό, αφού κατάρτισαν το από 30-6-2001 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BREAD LINE ΑΝΩΝΥΜΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΑΡΤΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ - ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ" περί δήθεν εκλογής, μεταξύ άλλων νέου Δ.Σ. αυτής και το από 2/7/2001 πρακτικό του ανωτέρω νέου Δ.Σ. περί δήθεν συγκροτήσεως αυτού σε σώμα εν αγνοία του μηνυτή Ψ1, μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας αυτής, παρέστησαν ψευδώς στις αρμόδιες αρχές και δη στους υπαλλήλους της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της οποίας καταχωρήθηκαν τα ανωτέρω πρακτικά, ότι διορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας ο μηνυτής, ο οποίος τελούσε εν αγνοία του γεγονότος αυτού, με τον τρόπο δε αυτό ζημίωσαν την περιουσία του, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς το ύψος της ζημίας του, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο όφελος, αφού αυτός (ο μηνυτής) υπό την ανωτέρω δήθεν ιδιότητά του κηρύχθηκε ένοχος από τα ποινικά δικαστήρια για μη καταβολή μισθών εργαζομένων κ.α. συναφείς αξιόποινες πράξεις (όπως με τις υπ' αριθμ. 46646/2005 και 46647/2005 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών)". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα: 1) στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. 2) Στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα στο διατακτικό αυτής αναφέρεται μόνο... "με τον τρόπο αυτό ζημίωσαν την περιουσία του (μηνυτή), χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς το ύψος της ζημίας του, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο όφελος, αφού αυτός (μηνυτής) υπό την ανωτέρω δήθεν ιδιότητά του κηρύχθηκε ένοχος από τα ποινικά δικαστήρια για μη καταβολή μισθών εργαζομένων και συναφείς αξιόποινες πράξεις ...". Το σκεπτικό της αποφάσεως, δεν διαλαμβάνει περί ζημίας του μηνυτή και του ποσού αυτής. 3) Δεν αναφέρεται ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις παραπλανητικές ενέργειες του κατηγορουμένου και στη συμπεριφορά των παραπλανηθέντων υπαλλήλων της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής, από την άνω πράξη του από την οποία επήλθε ζημία και μάλιστα περιουσιακή του μηνυτή ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του πλανηθέντος, καθώς επίσης και το όφελος του κατηγορουμένου το οποίο μάλιστα να είναι περιουσιακής φύσεως. 4) Επίσης, δεν αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου (άμεσος ή ενδεχόμενος) για την παράσταση των παραπλανηθέντων γεγονότων και την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ενόψει αυτών, ανεξάρτητα από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθίσταται σαφές και ότι δεν στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση το έγκλημα της απάτης, αφού η πράξη του απατηθέντος υπαλλήλου (καταχώρηση στο μητρώο Α.Ε.), δεν έχει άμεση και αναγκαία περιουσιακή βλάβη, ούτε η ποινική καταδίκη συνιστά περιουσιακό όφελος ή περιουσιακή βλάβη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πράξη του αναιρεσείοντος, μπορεί να συνιστά άλλο έγκλημα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο, αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του αυτού Κώδικα εξεταζόμενος λόγος, στηριζόμενος στο στοιχ. Ε' της αυτής παραγράφου του άνω άρθρου, λόγος για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 § 1α ΠΚ, αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Πρέπει όμως, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και για τους από κοινού με τον πρώτο ενεργήσαντες και καταδικασθέντες με την προσβαλλόμενη απόφαση και τρίτου, ..., που δεν άσκησαν το ένδικο αυτό μέσο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 352/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση και για τους τρεις κατηγορουμένους, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη - στοιχεία πράξεως. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη αιτιολογίας, καθώς και ο πρόσθετος λόγος. Αυτεπάγγελτη εξέταση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιώδους ποινικής διατάξεως. Αναιρεί. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για λοιπούς συγκατηγορούμενους. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1928/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - προσφεύγοντος Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 37/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου. Ο Εισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου, με την ως άνω διάταξή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - προσφεύγων ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 437/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 144/21.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την από 6-3-2009 "προσφυγή" του Χ1, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμωμένη, κατά της υπ'αριθμ. 37/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Δωδεκανήσου, και εκθέτω τα εξής: -Κατά το άρθρο 462 Κ.Π.Δ., τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αίτηση αναιρέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 47 § 1 του ιδίου Κώδικα, ο εισαγγελέας (πλημμελειοδικών) εξετάζει την έγκληση που έλαβε και, αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρ. 243 § 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγουμένη παράγραφο. Τέλος, κατά το άρθρ. 48 Κ.Π.Δ., ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διατάξεως του εισαγγελέα κατά τις παραγρ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρου να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών κατά της διατάξεως του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθεί την προσφυγή, διατάσσει τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών να ασκήσει ποινική δίωξη. Όμως, ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου προκύπτει ότι η επί της απορριπτούσης την έγκληση διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών εκδιδομένη από τον Εισαγγελέα Εφετών διάταξη υπόκειται εις ένδικο μέσο ή βοήθημα (ΑΠ 602/2004, Ποιν.Δικ./2004/885, ΑΠ 1457/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/249, ΑΠ 1609/1988 ΠΧ ΛΘ'/485, ΑΠ 459/01 Π.Λογ. 01/573 κ.ά.). Επομένως, η υπό κρίση "προσφυγή" ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του Χ1, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμωμένη, κατά της υπ'αριθμ. 37/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Δωδεκανήσου, δια της οποίας απερρίφθη η προσφυγή τούτου, κατά της υπ'αριθμ. 16/2007 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου, ως μη προβλεπομένη, κατά τα προεκτεθένα, από τον νόμο, είναι απαράδεκτη. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί ο "προσφεύγων" αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρ. 476 § 1 και 583 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η από 6-3-2009 "προσφυγή", εκτιμωμένη ως αίτηση αναιρέσεως, του Χ1, κατά της υπ'αριθμ. 37/2008 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Δωδεκανήσου. Και Να καταδικασθεί ο προσφεύγων-αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 10 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο προσφεύγων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 462 ΚΠΔ, "Τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι: α] η έφεση και β] η αίτηση για αναίρεση". Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ σε προσφυγή κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών, που απέρριψε την έγκληση, δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως. Επομένως, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση "προσφυγή", εκτιμώμενη ως αίτηση αναιρέσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Χ1 [που ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, από την γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου], κατά της υπ' αριθμ. 37/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. 16/2007 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ρόδου που απέρριψε την έγκληση του κατά της ..., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 6/3/2009 "προσφυγή" - εκτιμωμένη ως αίτηση αναιρέσεως, του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 37/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει τον προσφεύγοντα - αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ύψους διακοσίων είκοσι [220] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσφυγή του Μ.Π. [εκτιμωμένη ως αίτηση αναιρέσεως] κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών, μα την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του Μ.Π., κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απέρριψε την έγκληση του προσφεύγοντα κατά της Δ.Δ. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως και συνεπώς δεν συγχωρείται κατ' αυτής.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1933/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κουντουριώτη, περί αναιρέσεως της 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδη Τσιτσέκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ. 1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται άξια συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 349/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα προέκυψε ότι, την 5-3-2002 ο κατηγορούμενος, έμπορος υποδημάτων, που διατηρούσε κατάστημα στη ..., επί της οδού ..., εντοπίσθηκε από όργανα του ΣΔΟΕ της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, να εισέρχεται στο ανταλλακτήριο συναλλάγματος ΜΙΔΑΣ ΑΕ, φέρων εντός του κράνους μοτοσυκλέτας, που κρατούσε στα χέρια του, 74.220 λίρες βρετανικές σε χαρτονομίσματα. Ακολούθησε έρευνα από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ τόσο στην επιχείρηση του κατηγορουμένου όσο και στην εταιρία ΜΙΔΑΣ, και διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-2001 έως 20-11-2001 συναλλασόταν με Αλβανούς, Κινέζους και άλλους αλλοδαπούς, τα χρηματικά ποσά που αποκέρδαινε στη συνέχεια νομιμοποιούσε με τη συνεργασία της ΜΙΔΑΣ ΑΕ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι συναλλαγές του κατηγορουμένου με τα ανταλλακτήρια της ΜΙΔΑΣ ΑΕ, δεν απεικονίζονταν στα εκδιδόμενα παραστατικά του ανταλλακτηρίου, αλλά προκειμένου να δικαιολογηθεί η κίνηση του συναλλάγματος προς την Τράπεζα της Ελλάδος, χρησιμοποιούσαν ονοματεπώνυμα πελατών που ήταν καταχωρημένα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της επιχείρησης από άλλες συναλλαγές μικρότερου ύψους αλλά και τυχαία από τον τηλεφωνικό κατάλογο και για το λόγο αυτό και οι 21 αποδείξεις αγοράς συναλλάγματος, συνολικής αξίας 120.082.126 δραχμών κι ήδη 352.405,35 ευρώ, που λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό και έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση ΜΙΔΑΣ ΑΕ είναι εικονικές, ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου σ' αυτές, μια και σε όλες τις συναλλαγές αυτές, όπως προαναφέρθηκε, αντισυμβαλλόμενος ήταν ο κατηγορούμενος και όχι τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα. Τούτο προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των εξατασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, υπαλλήλων της Σ.Δ.Ο.Ε., όσο και από τα αναγνωσθεντα έγγραφα του κλητηρίου θεσπίσματος. Όλες τις αποδείξεις που προαναφέρθηκαν, ο κατηγορούμενος τις ζήτησε, τις έλαβε και τις χρησιμοποίησε, προκειμένου να δικαιολογήσει τα μεγάλα χρηματικά ποσά συναλλάγματος που διακινούσε και κυρίως για να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων, αφού από τα έσοδα της επιχείρησης του δεν μπορούσε να καλύψει την αγορά συναλλάγματος τόσο μεγάλης αξίας. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, έχει τελέσει κατ' εξακολούθηση το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ 5 του ν 2523/1997 και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτού". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-2001 μέχρι και 20-11-2001, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα, ενώ διατηρούσε ατομική επιχείρηση με έδρα τη ... (οδός ..., αρ. ...) και αντικείμενο εργασιών ενδύματα - αθλητικά είδη (Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. ...) έλαβε και χρησιμοποίησε είκοσι μία (21) αποδείξεις αγοράς συναλλάγματος εκδόσεως της επιχείρησης "Μ.Ι.Δ.Α.Σ. Ανταλλακτήρια Συναλλάγματος Α.Ε.", εικονικές ως προς τα 7 πρόσωπα που αναγράφονται σ' αυτές (ως προς τον αντισυμβαλλόμενο), συνολικής αξίας 120.082.126 δρχ. ή 352.405,35 ευρώ. Τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία ο κατηγορούμενος τα έλαβε προκειμένου να δικαιολογήσει τα μεγάλα χρηματικά ποσά συναλλάγματος που διακινούσε και κυρίως για να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση τους αφού τα έσοδα από την επιχείρηση του δεν κάλυπταν τα ποσά αυτά, περιγράφονται δε αναλυτικά, κατά χρήση, στον πίνακα που ακολουθεί ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος: A/A Νo παραστατικού Ημ/νία έκδοσης Ονοματεπώνυμο πελάτη Αξία σε Ευρώ Αξία σε δραχμές 1. ... ... ... 8429,93 2.872.500 2. ... ... ... 7980,34 2.719.300 3. ... ... ... 8991,93 3.064.000 4. ... ... ... 8319,88 2.835.000 5. ... ... ... 9207,34 3.137.400 6. ... ... ... 8660,60 2.951.100 7. ... ... ... 8981,36 3.060.400 8. ... ... ... 28792,08 9.810.900 9. ... ... ... 29252,24 9.967.700 10. ... ... ... 26464,56 9.017.800 11. ... ... ... 13064,06 4.451.579 12. ... ... ... 20939,25 7.135.050 13. ... ... ... 18523,18 6.311.775 14. ... ... ... 1914,92 4.060.010 15. ... ... ... 23274,78 7.930.882 16. ... ... ... 14976,89 5.103.375 17. ... ... ... 22100,98 7.530.908 18. ... ... ... 16884,87 5.753.520 19. ... ... ... 22665,24 7.723.179 20. ... ... ... 21800,14 7.428.398 21. ... ... ... 21180,78 7.217.350 Σ Υ Ν Ο Λ Ο 352.405,35 120.082.126 Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και 19 § 1Α', 20, 21 §§2, 3, 5, 8 και 10, 24 § 5 Ν. 2523/1997 όπως η § 10 του άρθρ. 21 αντ. και συμπλ. με το άρθρ. 2 §§ 8, 9 Ν. 2954/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ... . Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση εντελώς αυθαίρετα δέχεται ότι αυτός ζήτησε και έλαβε από την εταιρία ΜΙΔΑΣ τα επίδικα τιμολόγια, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτός ζήτησε και έλαβε τα ανωτέρω τιμολόγια, με τα οποία ουδεμία σχέση έχει και 2) με την προσβαλλόμενη απόφαση όλως αυθαίρετα και χωρίς καμία αιτιολογία έγινε δεκτό ότι χρησιμοποίησε τις εκδοθείσες αποδείξεις, χωρίς καμία από αυτές να βρεθεί στο δικό του χώρο, ούτε να έχει καταχωρηθεί στα δικά του φορολογικά βιβλία, διότι υπό την επίκληση ως λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, η απόφαση πλήττεται απαραδέκτως δι' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελούν πιστή αντιγραφή του κατηγορητηρίου, καθόσον από την άνω απόφαση προκύπτει, ότι μόνον το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές, περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, αλλά και διότι αυτό και μόνο το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός, δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της αποφάσεως, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 15/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση. Έννοια πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
2
Αριθμός 1936/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσερτσίδη, περί αναιρέσεως της 3556/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 384/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3.556/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ* είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 17-4-02 έως 10-7-02 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές. Ειδικότερα καλούσε τηλεφωνικά την εταιρία με την επωνυμία "MEGA INTERNATIONAL GREECE ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών της τηλέφωνα με τον κωδικό "..." του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας (ΟΤΕ) (ήτοι την τηλεοπτική και ραδιοφωνική μετάδοση "ροζ" αγγελιών γνωριμίας) κι έδινε σε αυτήν -μεταξύ άλλων- και τον αριθμό τηλεφωνικής κλήσης "..." που ανήκε στην εγκαλούσα Ζ και ήταν απόρρητος, συνοδευόμενο με το μήνυμα "πάρτε με στο συγκεκριμένο τηλέφωνο και ό,τι θέλετε από μένα", ισχυριζόμενη έτσι ενώπιον των υπαλλήλων της ανωτέρω εταιρίας και αορίστου αριθμού ανθρώπων που έβλεπαν και άκουγαν το μήνυμα αυτό ότι η κάτοχος αυτού του τηλεφωνικού αριθμού υποσχόταν "τρυφερές ερωτικά στιγμές" σε όποιον την καλούσε τηλεφωνικά, ενώ γνώριζε ότι το ανωτέρω γεγονός -το οποίο περιήλθε σε γνώση των προαναφερομένων τρίτων- ήταν ψευδές και πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της. Συνεπώς η κατηγορουμένη τέλεσε την άνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και γι' αυτό, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο επικουρικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι το αδίκημα φέρει το χαρακτήρα της εξύβρισης και ότι συνεπώς κατ' άρθρο 31 του Ν.3346/17-6-2005 έχει παραγραφεί το αδίκημα και πρέπει να παύσει υφόρον η ποινική δίωξη, πρέπει να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ένοχος αυτής". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι: "Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 17-4-U2 έως 10-7-02 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές. Ειδικότερα καλούσε τηλεφωνικά την εταιρία με την επωνυμία "MEGA INTERNATIONAL GREECE ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών της τηλέφωνα με τον κωδικό "..." του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας (ΟΤΕ) (ήτοι την τηλεοπτική και ραδιοφωνική μετάδοση "ροζ" αγγελιών γνωριμίας) κι έδινε σε αυτήν -μεταξύ άλλων- και τον αριθμό τηλεφωνικής κλήσης "..." που ανήκε στην εγκαλούσα Ζ και ήταν απόρρητος, συνοδευόμενο με το μήνυμα "πάρτε με στο συγκεκριμένο τηλέφωνο και ό,τι θέλετε από μένα", ισχυριζόμενη έτσι ενώπιον των υπαλλήλων της ανωτέρω εταιρίας και αορίστου αριθμού ανθρώπων ότι η κάτοχος αυτού του τηλεφωνικού αριθμού υποσχόταν "τρυφερές ερωτικά στιγμές" σε όποιον την καλούσε τηλεφωνικά, ενώ γνώριζε ότι το ανωτέρω γεγονός -το οποίο περιήλθε σε γνώση των προαναφερομένων τρίτων- ήταν ψευδές και πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μια τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, το οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98και 363 σε συνδ. με 362 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 3.556/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - η κατ/νη εκπροσωπήθηκε-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ζ, ..., ... και ..., καθώς και αυτές των μαρτύρων υπερασπίσεως, ... και ..., οι οποίες, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά εξετάσθηκαν ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον επικαλούμενο από αυτή στην αίτησή της, ως πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποτελούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η παραστάσα ενώπιον του κατ' έφεση δικάσαντος Δικαστηρίου δια του εκπροσωπήσαντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημητρίου Τσερτίδη, αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Επί της εκδικαζομένης κατά την σημερινή δικάσιμο υπόθεσής μου, ήτοι εφέσεώς μου κατά της υπ' αριθ. 16020/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, μετά από μήνυση - έγκληση της Ζ εναντίον μου, για παράβαση των άρθρ. 362 και 363 Π.Κ. (συκοφαντική δυσφήμηση) αφού εξ αρχής αρνηθώ την κατηγορία, όλως επικουρικώς προβάλλω τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι δεν στοιχειοθετείται η σε βάρος μου κατηγορία, αφού δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος που κατηγορούμαι, καθ'ότι ούτε "γεγονός" υπάρχει ούτε η μηνύτρια κατονομάζεται. Κατά συνέπεια, το μόνο, ίσως αδίκημα το οποίο τυχόν διεπράχθη είναι αυτό της εξυβρίσεως, του άρθρου 361 Π.Κ., και θα πρέπει ως εκ τούτου να μεταβληθεί η κατηγορία, κατ'επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου, απ'αυτή τη συκοφαντική δυσφήμιση σε αυτή της εξύβρισης". Όπως προκύπτει από τις εκτιθέμενες στην αρχή διατάξεις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό τής κατηγορίας. Όμως, ο άνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ανεξάρτητα αν είναι αυτοτελής ή όχι, οπότε σε αποφατική περίπτωση, ως αρνητικός της κατηγορίας το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα αιτιολογημένα, άγει σε επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και ερευνάται από το Δικαστήριο, επικουρικά μόνο σε περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου από την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογημένα δέχθηκε ότι η πράξη της κατηγορουμένης να ισχυρισθεί και να διαδώσει ενώπιον τρίτων, με δόλο, γεγονότα για την παθούσα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτής, τα οποία ήταν ψευδή, στοιχειοθετούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, για το οποίο αυτή καταδικάστηκε. Έτσι, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει αν διαπράχθηκε εξύβριση σε βάρος της παθούσας. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς της, ισχυρίζεται, κατά λέξη, ότι: "η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να αναιρεσιβληθεί και για το λόγο ότι επ' ακροατηρίου γνωστοποίησα τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τις: ..., ... και ..., πλην όμως, χωρίς καμία αιτιολογία, το Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο), όπως προκύπτει και από την ίδια την προσβαλλόμενη, άνευ συγκεκριμένου λόγου, δέχθηκε προς εξέταση μόνο τις δύο πρώτες, αποκλείοντας αναιτιολόγητα την τρίτη εξ αυτών (...). Κατά συνέπεια, για το λόγο αυτό, η υπ' αριθμόν 3556/07 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Θεσ/νίκης πρέπει να αναιρεσιβληθεί". Όμως, από τα πρακτικά της άνω αποφάσεως, τα οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό, προκύπτει ότι στο ακροατήριό του εξετάσθηκαν οι προταθέντες από τον εκπροσωπήσαντα αυτή συνήγορό της οι προαναφερόμενοι δύο (2) μάρτυρες υπερασπίσεως και, δεν προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου της προέτεινε προς εξέταση περισσότερους μάρτυρες υπερασπίσεως από τις άνω εξετασθείσες. Επομένως, και ο λόγος αυτός της αιτήσεώς της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 11/2008) αίτηση της Χ, για αναίρεση της με αριθμό 3.556/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Ισχυρισμός ότι παραλήφθηκαν με την προσβαλλομένη αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επικουρικά ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος εξυβρίσεως. Επίσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, δεν εξέτασε τους μάρτυρες υπερασπίσεως που προτάθηκαν. Παράπονα για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1939/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Δεμερτζή, περί αναιρέσεως της 3697/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.10.2007 αίτησή της αναιρέσεως και στα από 10.11.2008 και 31.12.2008 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 995/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 23.4.2008 και με αριθμό καταθέσεως 34/2008 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της 3697/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και οι από: α) 10.11.2008 και β) 31.12.2008 με ξεχωριστά δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, συνεκ-δικαζόμενοι, πρέπει να ερευνηθούν. Κατά το άρθρο 358 ΠΚ, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει έστω και προσωρινά το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινά και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούληση μη συμμόρφωσής του προς την υποχρέωση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει, για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα, το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3697/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος, στην ... και κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2006, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθόσον, παραβίασε κακόβουλα την υπό του νόμου επιβεβλημένη και την από το Δικαστήριο, με σχετική του απόφαση, ανεγνωρισμένη υποχρέωσή του διατροφής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι δικαιούμενοι σε αυτήν να περιέλθουν σε στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν την οικονομική βοήθεια συγγενικών τους προσώπων. Πιο συγκεκριμένα δε, ενώ υποχρεώθηκε ο τελευταίος, με την με αριθμ. 33689/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ... και ... -των οποίων η ίδια ασκεί τη γονική μέριμνα- λόγω διατροφής τους, το ποσό των 425,00 ευρώ τον μήνα, ήτοι 225,00 ευρώ για τον ... και 200,00 ευρώ για τον ..., δεν κατέβαλε αυτήν για το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 2006, δηλαδή διατροφή 4 μηνών Χ 425,00 ευρώ = 1700 ευρώ, με αποτέλεσμα η πολιτικώς ενάγουσα, για τη διατροφή και εν γένει συντήρηση των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, να αναγκαστεί να δεχθεί την οικονομική βοήθεια των δυο ενηλίκων θυγατέρων της από τον πρώτο της γάμο. 'Εναντι του ποσού αυτού - και στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων μακρόχρονης και σφοδρότατης αντιδικίας - ο κατηγορούμενος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα κατέβαλε το ποσό των 480,00 ευρώ και επομένως οφείλει το υπόλοιπο των 1220 ευρώ, στην πολιτικώς ενάγουσα, με την ανωτέρω ιδιότητα της. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος - που εργάζεται ως Καθηγητής στα ... - δεν κατέβαλε την πιο πάνω διατροφή, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, όπως προέκυψε από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, το περιεχόμενο των οποίων άλλωστε δεν αναιρείται, ούτε αντικρούεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ούτε δε και από τη αοριστολογική και εικοτολογική κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης. Περαιτέρω, από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, δεν προέκυψε ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός περί του ότι δεν οφείλει το επίδικο ποσό, διατεινόμενος ειδικότερα αβάσιμα αυτός ότι προς εξόφληση του τελευταίου, κατέβαλε στην πολιτικώς ενάγουσα, στις 10.1.2006, το ποσό των 2.000 ευρώ, δοθέντος του ότι δεν προέκυψε ότι το τελευταίο αφορά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα. Η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η παραπάνω καταβολή έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2006 (βλ. και την από 10.1.2006 σχετική απόδειξη) και προκειμένου να ανασταλεί επικείμενος πλειστηριασμός (που επρόκειτο να διενεργηθεί στις 11.1.2006), δηλαδή σε χρονικό σημείο, κατά το οποίο δεν υφίστατο ακόμη σχετική οφειλή του για τους επίδικους επόμενους δύο μήνες, δηλαδή για τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2006 και ούτε βέβαια είχε γεννηθεί οιαδήποτε υποχρέωσή του για διατροφή των ανήλικων τέκνων του. Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ως άνω δεδηλωμένη, παράλειψη του κατηγορούμενου ως υπόχρεου προς διατροφή -που προβλέπεται από το νόμο και αναγνωρίστηκε με την πιο πάνω δικαστική απόφαση- οφείλεται σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούλησή του περί μη συμμόρφωσής του προς την προαναφερθείσα υποχρέωσή του, παρότι, όπως προεκτέθηκε, είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει, για το προσδιορισμένο παραπάνω χρονικό διάστημα, το επίδικο χρηματικό ποσό, που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβίωσης των δικαιούμενων σε διατροφή ανήλικων τέκνων των διαδίκων και όφειλε να καταβάλλει στην πολιτικώς ενάγουσα, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα αυτών. Επομένως, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του τελευταίου θεμελιώνει την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της παραβίασης της προς διατροφής υποχρέωσης, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω αξιόποινης πράξης, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ), όπως και πρωτόδικα. Και τούτο γιατί, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους οι νομικές έννοιες- των μη ταπεινών αιτίων και της κακοβουλίας, το παρόν Δικαστήριο υποχρεούται να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο το παραπάνω ελαφρυντικό, γιατί διαφορετικά θα καθιστούσε χείρονα τη θέση του τελευταίου (ΑΠ 316/2007 - ΝΟΜΟΣ)". Στην συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της άνω αξιόποινης πράξεως της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2006, με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθόσον παραβίασε κακόβουλα την υπό του Νόμου επιβεβλημένη και υπό του Δικαστού δι' αποφάσεώς του ανεγνωρισμένη υποχρέωση διατροφής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι δικαιούμενοι σε αυτήν να περιέλθουν σε στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν την βοήθεια άλλων. Δηλαδή, ενώ υποχρεώθηκε με την υπ' αριθμ. 33689/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως πληρώνει στην Ψ, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους ... και ... -των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα λόγω διατροφής τους 425 ευρώ τον μήνα, ήτοι 225 ευρώ για τον ... και 200 ευρώ για τον ..., δεν κατέβαλε αυτή για το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και το μήνα Μάρτιο του έτους 2006, δηλαδή διατροφή 4 μηνών Χ 425 ευρώ = 1700 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού, ο κατηγορούμενος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα κατέβαλε ποσό 480 ευρώ, επομένως οφείλει υπόλοιπο 1220 ευρώ, στην Ψ, με την ανωτέρω ιδιότητά της, δηλαδή, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των παραπάνω ανηλίκων. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση των ανωτέρω πράξεων από αίτια μη ταπεινά". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, αφού είχε αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο, το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην τέλεση των ανωτέρω πράξεων από αίτια μη ταπεινά, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών συνολική, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 83, 84 παρ. 2β', 94 παρ. 1, 98 και 358 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 3697/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ και τις ένορκες καταθέσεις αφενός των μαρτύρων κατηγορίας, ... και Ζ, αφετέρου της μάρτυρος υπερασπίσεως, ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η προταθείσα από την πολιτικώς ενάγουσα μάρτυρας, Ζ η οποία δεν είχε γνωστοποιηθεί σε αυτόν, ούτε είχε εξεταστεί πρωτοδίκως, καθόσον, από την διάταξη της ΚΠΔ 502 παρ. 1 εδ. β' προκύπτει, ότι το Δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη δύναται, κατόπιν αιτήσεως του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο και αν ακόμα τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. 2) Η αιτίαση ότι ο μάρτυρας υπερασπίσεως, ..., εξετάσθηκε πριν από την μάρτυρα κατηγορίας, Ζ, καθόσον, από την διάταξη της ΚΠΔ 351 προκύπτει ότι η εξέταση μάρτυρα υπερασπίσεως, πριν από την εξέταση μάρτυρα κατηγορίας, στερείται οποιασδήποτε έννομης συνέπειας. 3) Η αιτίαση ότι ο ανωτέρω μάρτυρας υπερασπίσεως μνημονεύεται στα πρακτικά, ως μάρτυρας κατηγορίας, αφού αυτό οφείλεται σε παραδρομή και στερείται οποιασδήποτε έννομης συνέπειας. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος. 4) Η αιτίαση ότι προσκόμισε στο Δικαστήριο έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, καθόσον δεν προσδιορίζονται ποία είναι τα έγγραφα αυτά, σε κάθε δε περίπτωση η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει 'τι προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και ότι ζητήθηκε η ανάγνωση αυτών. 5) Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο η υπ' αριθ. 31767/07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι αβάσιμη, αφού από τα άνω πρακτικά δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκε η άνω απόφαση και ζητήθηκε η ανάγνωσή της. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και των δικογράφων των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες απόλυτης ακυρότητας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Απριλίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 34/2008) αίτηση μετά των από α) 10.11.2008 και β) 31.12.2008 δικογράφων προσθέτων λόγων, του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3697/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009.
Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή. Λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως, απόλυτη ακυρότητα, και έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έννοια όρων. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διατροφής υποχρέωση.
0
Αριθμός 1918/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της 538/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου 'Εδεσσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου 'Εδεσσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1750/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, Κατά τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της 1737/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 538/2007 αποφάσεως του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος που του αποδίδονται, όπως εξειδικεύεται στο πιο κάτω διατακτικό και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ... κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του 2003 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς μέχρι σήμερα, αγόρασε από δύο (2) άγνωστα άτομα (αθίγγανους), αντί του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ, ένα κουβούκλιο, μία καρότσα και ένα κινητήρα τύπου TD 25, που ανήκουν στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ι1 και ένα κουβούκλιο, που ανήκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, ιδιοκτησίας Ι2, τα ως άνω δε οχήματα είχαν κλαπεί από άγνωστα μέχρι σήμερα άτομα, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προαναφερόμενα αντικείμενα ήταν προϊόντα κλοπής ή διαφορετικά καίτοι προέβλεψε ως ενδεχόμενο ότι τα επίμαχα αντικείμενα αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, εφόσον τα αγόρασε από τους ανωτέρω αθίγγανους, χωρίς οι τελευταίοι να διαθέτουν τιμολόγια αγοράς ή άλλα παραστατικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την επ' αυτών κυριότητα ή νόμιμη κατοχή τους, το αποδέχθηκε και τα έλαβε στην κατοχή του". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του 2003 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς μέχρι σήμερα, με πρόθεση αγόρασε πράγμα, που προήλθε από αξιόποινη πράξη, ήτοι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρεί μάντρα ανταλλακτικών αυτοκινήτων αγόρασε από δύο (2) άγνωστα άτομα, αντί του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ, ένα κουβούκλιο, μία καρότσα και ένα κινητήρα τύπου TD 25, που ανήκουν στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ι1 και ένα κουβούκλιο, που ανήκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, ιδιοκτησίας Ι2, τα ως άνω δε οχήματα είχαν κλαπεί από άγνωστα μέχρι σήμερα άτομα, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προαναφερόμενα αντικείμενα ήταν προϊόντα κλοπής". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με όσα εκθέτει στο σκεπτικό και διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Συγκεκριμένα η τέλεση της πράξεως αυτής προκύπτει ιδιαίτερα από τις παραδοχές του σκεπτικού ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων αποδέχθηκε και έλαβε στην κατοχή του τα επίμαχα αντικείμενα, ενώ γνώριζε και σε κάθε περίπτωση προέβλεψε ως ενδεχόμενο ότι αυτά αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, εφόσον τα αγόρασε από τους ανωτέρω αθίγγανους, χωρίς οι τελευταίοι να διαθέτουν τιμολόγια αγοράς ή άλλα παραστατικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την επ' αυτών κυριότητα ή νόμιμη κατοχή τους. Η αναφορά και των δύο μορφών του δόλου, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έχει την έννοια ότι το εν λόγω έγκλημα, όπως και στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως εκτίθεται, μπορεί να πραγματοποιηθεί και με ενδεχόμενο δόλο, δεν έρχεται δε σε αντίφαση με το διατακτικό, στο οποίο εξειδικεύεται πλέον η μορφή του δόλου, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα, ενεργώντας με άμεσο δόλο. Έτσι, δεν υφίσταται εν προκειμένω ασάφεια ως προς το είδος του δόλου, που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας στην προκειμένη υπόθεση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 394 παρ. 1 Π Κ πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 28.9.2007 αίτηση και με αριθμό πρωτοκόλλου 8712/2.10.2007 (δήλωση) αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1 κατά της 538/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η απόφαση πρέπει σε αυτήν να αναφέρεται η γνώμη του κατηγορουμένου και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η γνώση του έστω και υπό μορφή αμφιβολίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
0
Αριθμός 1917/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.440/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 31 παρ. 4 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 145/1946), με φυλάκιση και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 281 Π.Κ., παραποιεί ή νοθεύει τρόφιμα και γενικά είδη βιοτικών αναγκών που προορίζονται για εμπορία. Η από το δράστη πώληση, θέση σε κυκλοφορία ή κατοχή προς πώληση ή χρήση του κοινού τέτοιων αντικειμένων αποτελεί ιδιαίτερη επιβαρυντική περίσταση. Εξάλλου, μετά την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978), με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου 1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 36, για κάθε αγορανομική παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια καθώς και στα δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ήδη ισχύει. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά η καταδικαστική, για τις ως άνω αγορανομικές παραβάσεις, απόφαση, στερείται αιτιολογίας και όταν δεν εκτίθεται σ1 αυτήν, ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, μία από τις τρεις ως άνω ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και προσδίδουν σ' αυτόν μία από τις ιδιότητες αυτές. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε, με την 6107/2007 απόφαση του, τον αναιρεσείοντα ένοχο για την αναφερόμενη εκεί αγορανομική παράβαση που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 4 του Αγορανομικού Κώδικα και συγκεκριμένα για το ότι "στη Θεσσαλονίκη κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2001, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, νόθευσε είδη βιοτικής ανάγκης, προορισμένα για εμπορία και συγκεκριμένα, ο Χ1, ως υπεύθυνος πρατηρίου υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στην οδό ..., νόθευσε πετρέλαιο κινήσεως, που ο Χ1 προμηθεύτηκε με τα υπ' αρ...., ..., ... και ... τιμολόγια από την εταιρεία DRACOIL προς εμπορία, με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου της περιοχής των ορυκτελαίων σε ποσοστό τουλάχιστον 6%, με αποτέλεσμα αυτό (πετρέλαιο κινήσεως) να έχει: 1) Πυκνότητα 9,8540 g/ml αντί όχι μεγαλύτερη από 0,8450 g/mi. 2) Θείο (S) 0,65% κ.β. αντί όχι πιο πολύ από 0,035 κ. 3) Σημείο απόφραξης ψυχρού φίλτρου (cfpp) +5 βαθμούς C αντί όχι μεγαλύτερη από -5 βαθμούς C. 4) Κινηματικό ιξώδες 4,7 cSt αντί όχι πιο πολύ 4,5 cSt. 5) Απόσταγμα στους 350 βαθμούς C: 79%ν/ν αντί τουλάχιστον 85%ν/ν. 6) Απόσταγμα στους 360 βαθμούς C: 89%ν/ν αντί τουλάχιστον 95%ν/ν. Δηλαδή πρόκειται για πετρέλαιο κίνησης νοθευμένο με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου των ορυκτελαίων σε ποσοστό τουλάχιστον 6%". Προκειμένου το Δικαστήριο να οδηγηθεί στην ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα ειδικώς κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του έτους 2001, ετέλεσε περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, της νοθεύσεως ειδών βιοτικής ανάγκης, προορισμένων προς εμπορίαν. Ειδικότερα, την 28.12.2005, υπάλληλος του Τμήματος Ελέγχου της Διευθύνσεως Εμπορίου Ν. Θεσσαλονίκης έλαβαν δείγμα πετρελαίου κινήσεως από αντλία της εταιρείας χωματουργικών εργασιών "ΑΦΟΙ ΤΣΕΒΡΕΜΗ ΑΒΕΤΕ", η οποία ευρίσκεται επί του 7ου χιλιομέτρου τής Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Βέροιας. Το προϊόν αυτό είχε αγορασθεί από την εταιρεία υπό την επωνυμίαν ".... ΟΕ", η οποία διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων επί του ... χιλιομέτρου της Παλαιάς Εθνικής Οδού ... (υποκατάστημα) με διαχειριστή και υπεύθυνον τον εκκαλούντα Χ1, δυνάμει τού υπ' αριθμ. ... τιμολογίου και των υπ' αριθμ....., ..., ... και .... δελτίων αποστολής. Το δείγμα αυτό, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Δ.Χ.Υ. Θεσσαλονίκης (αριθμ. εκθέσ. αναλύσεως ... και τής επανεξετάσεως (αριθμ. εκθ. χημικής αναλύσεως ...) ανευρέθη μη κανονικό και νοθευμένο και συγκεκριμένα ανευρέθη να έχει 1) Πυκνότητα 9,8540 g/ml αντί όχι μεγαλύτερη από 0,8450 g/mi. 2) Θείο (S) 0,65% κ.β. αντί όχι πιο πολύ από 0,035 κ. 3) Σημείο απόφραξης ψυχρού φίλτρου (cfpp) +5 βαθμούς C αντί όχι μεγαλύτερη από -5 βαθμούς C. 4) Κινηματικό ιξώδες 4,7 cSt αντί όχι πιο πολύ 4,5 cSt. 5) Απόσταγμα στους 350 βαθμούς C: 79%ν/ν αντί τουλάχιστον 85%ν/ν. 6) Απόσταγμα στους 360 βαθμούς C: 89%ν/ν αντί τουλάχιστον 95%ν/ν. Η νόθευση αυτή τού πετρελαίου κινήσεως από τον εκκαλούντα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πλείστων προβλημάτων στα χωματουργικά μηχανήματα της εταιρείας χωματουργικών εργασιών "ΑΦΟΙ ΤΣΕΒΡΕΜΗ", μάλιστα δε, μετά τις διαμαρτυρίες του υπευθύνου της χωματουργικής αυτής εταιρείας Υ1, μετά δε ταύτα, ο εκκαλών κατηγορούμενος "υπεσχέθη" την πώληση "καλού πετρελαίου" (βλ. την επ' ακροατηρίου ένορκη κατάθεση του Υ1)". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα, τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται α) ποιά σχέση υπάρχει μεταξύ των ποσοτήτων που πουλήθηκαν από το πρατήριο του τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2001 με δειγματοληψία που έγινε στις αντλίες της εταιρείας "Αδελφοί Τσεβρέμη" μετά δύο περίπου μήνες, β) ότι η νόθευση επισημάνθηκε μόνο στις αντλίες της εταιρείας Τσεβρέμη αλλά όχι και στις εγκαταστάσεις του πρατηρίου τού αναιρεσείοντος, γ) ότι ενώ η συνολική πώληση από τον αναιρεσείοντα ανερχόταν σε 22.600 λίτρα πετρελαίου κινήσεως, εν τούτοις κατά την γενόμενη στις εγκαταστάσεις "Τσεβρέμη" στις 28.12.001 βρέθηκαν 21.500 λίτρα, γεγονός που βεβαιώνει ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν ο μοναδικός προμηθευτής της ως άνω εταιρείας και δ) δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι το πωληθέν πετρέλαιο, κατά τους μήνες Οκτώβριο - Νοέμβριο 2001 σχετίζεται με το δείγμα που λήφθηκε δύο μήνες μετά από τις αντλίες της εταιρείες Τσεβρέμη, είναι αβάσιμες, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς γίνεται μνεία ότι πρόκειται για προϊόν το οποίο είχε αγοραστεί από την εταιρεία την οποία εκπροσωπεί ο αναιρεσείων και ότι στην αντλία ελέγχου υπήρχε πετρέλαιο που αγοράστηκε μόνο από την ως άνω εταιρεία. Τέλος και η αιτίαση του αναιρεσείοντος η οποία προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι δεν γίνεται μνεία της ιδιότητας τη ν οποία είχε αυτός σε σχέση με την εταιρεία "... ΟΕ", είναι αβάσιμη, διότι ναι μεν δεν γίνεται πανηγυρική αναφορά σε μία από τις παραπάνω αναφερόμενες ιδιότητες, δηλαδή τού κυρίου ή τού διευθυντή ή τού επόπτη της επιχειρήσεως, πλην όμως, αφού στην απόφαση γίνεται ρητή και σαφής μνεία ότι ο αναιρεσείων είναι υπεύθυνος διαχειριστής τής παραπάνω αναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία, μάλιστα, στην επωνυμία της φέρει το όνομα του και γίνεται δεκτό ότι η νόθευση έγινε από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος στη συνέχεια, υποσχέθηκε στην εταιρεία Τσεβρέμη την πώληση "καλού πετρελαίου", συνάγεται ανενδοιάστως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσείων ήταν ο κύριος της επιχειρήσεως και έτσι δεν υπάρχει αμφιβολία, ασάφεια ή αντίφαση ως προς την παραπάνω ιδιότητα του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν α απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 67/20 Ιουλίου 2007 αίτηση του..., για αναίρεση της 6107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του Αγορανομικού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ο αναιρεσείων φέρεται ως διαχειριστής της επιχειρήσεως, χωρίς να προσδιορίζεται όπως απαιτεί ο νόμος, αν ήταν κύριος, διευθυντής ή επόπτης τής επιχειρήσεως. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως, διότι αφού στην απόφαση α) ο αναιρεσείων φέρεται ως υπεύθυνος διαχειριστής ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία στην επωνυμία της φέρει το όνομα του και β) γίνεται δεκτό ότι η νόθευση έγινε από τον εκκαλούντα, ο οποίος στη συνέχεια υποσχέθηκε την πώληση "καλού πετρελαίου", συνάγεται ότι πρόκειται για τον κύριο της επιχειρήσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
2
Αριθμός 1913/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Περσίδου, περί αναιρέσεως της 2325/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 86/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από την σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3199/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως σ' αυτό προστέθηκε εδάφιο με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει στον μισθωτό την προβλεπομένη κανονική άδεια με αποδοχές πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, έστω και αν δεν ζητήθηκε αυτή από τον μισθωτό. Σε περίπτωση δε μη χορηγήσεως της ως άνω αδείας, ο εργοδότης τιμωρείται με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 5 παρ. 7 του ως άνω νόμου ποινές. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα από αυτές ως άνω πλημμελήματα τιμωρούνται ως γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται, το μεν πρώτο ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από την σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από τις διοικητικές πράξεις, το δε δεύτερο όταν ο εργοδότης δεν χορηγήσει στον μισθωτό την προβλεπόμενη κανονική άδεια με αποδοχές πριν τη λήξη του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν αναμορφωθεί και τροποποιηθεί με τον Ν. 3604/2007, η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο, το δε καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή κατά την επιχείρηση ορισμένου είδους πράξεων. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, επί μη εμπρόθεσμης καταβολής στους απασχολουμένους σε επιχείρηση ανώνυμης εταιρείας αντί μισθού των οφειλομένων από τη σχέση εργασίας ως άνω αποδοχών και επί μη χορηγήσεως σ' αυτούς της προβλεπομένης κανονικής αδείας με αποδοχές, υπαίτιος των προβλεπομένων από τις πιο πάνω διατάξεις αξιοποίνων πράξεων είναι ο από το νόμο ή το καταστατικό ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας οριζόμενος προς τούτο εκπρόσωπος. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονται από ατομική σύμβαση εργασίας ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, από το νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης, αν οι αποδοχές δεν ακταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση την συμφωνία, το νόμο κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 2325/2008 απόφασή του, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση με την υπ' αριθ. 1670/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου της προηγούμενης υπ' αριθ. 927/2007 απόφασής του, εκτός των ευνοϊκών για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο διατάξεών της, καταδίκασε αυτόν για παράβαση μόνο του αν. ν. 690/1945, όπως αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4.40 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης και επιπλέον σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στον Βόλο, απασχολούσε τον... στην επιχείρηση με σύμβαοη εξαρτημένης εργασίας, ως χημικό - τεχνικό διευθυντή, με μηνιαίο μισθό 575.000 δραχμές που καθορίσθηκε από τη συλλογική σύμβαση εργασίας. Mε την προαναφερόμενη ιδιότητά του ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον προαναφερόμενο εργαζόμενο τις οφειλόμενες αποδοχές από τη σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, δεν κατέβαλε τους μισθούς των μηνών: 25-30/9/2000 που έπρεπε να καταβληθεί στις 1-10-2000, Οκτωβρίου 2000 που έπρεπε να καταβληθεί στις 1-11-2000, Νοεμβρίου 2000 που έπρεπε να καταβληθεί στις 1-12-2001, Δεκεμβρίου 2000 που έπρεπε να καταβληθεί στις 1-1-2001 και Ιανουαρίου 2001 που έπρεπε να καταβληθεί στις 1-2-2001, δηλαδή μισθούς τεσσάρων μηνών και 6 ημέρες εργασίας που ανέρχονται στο ποσό των 2.415.000 δρχ (4 μήνες Χ 575.000 δρχ + 575.000 δρχ/ 30 ημέρες Χ 6 ημέρες). Επίσης δεν κατέβαλε το επίδομα αδείας 2000 ανερχόμενο σε 287-500 δραχμές και έπρεπε να καταβληθεί πριν από τη λήξη του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους (31-12-2000) και το δώρο Χριστουγέννων 2000 που έπρεπε να καταβληθεί στις 21-12-2000 ανερχόμενο σε 575.000 δραχμές. Οι παραπάνω οφειλόμενες αποδοχές ανέρχονται συνολικά σε 3.277.500 δραχμές ή 9.618,50 ευρώ. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την παράβαση του ΑΝ 690/45 για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός μεν διότι η αιτιολογία ως προς το μέρος αυτό (που αναφέρεται στην καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου για τον αναιρεσείοντα) αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του διατακτικού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δύο αυτών μερών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφετέρου δε διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΑΕ". Ενόψει δε των ανωτέρω, δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος και την εντεύθεν ποινική ευθύνη του, αφού δεν διευκρινίζεται γιατί εκπροσωπούσε αυτός την ως άνω εργοδότιδα εταιρεία αντί του Διοικητικού της Συμβουλίου και εάν, υπό την ως άνω τελευταία ιδιότητά του, του είχε ανατεθεί η αρμοδιότητα πληρωμής των οφειλομένων αποδοχών και της χορήγησης στους απασχολουμένους μισθωτούς της προβλεπόμενης αδείας με αποδοχές και του αναλόγου δώρου Χριστουγέννων. Συνεπώς, η ως άνω αιτιολογία έχει ελλείψεις και ασάφειες και η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί κατά το καταδικαστικό μέρος της που αφορά τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο αυτών ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι πάντως πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ. β και 511 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αυτών ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, στην περίπτωση που εμφανισθεί ο αναιρεσείων, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων έχει καταδικασθεί με ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για πράξη που έχει πλημμεληματική μορφή (μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο - άρθρο μόνο του α.ν. 690/45), που φέρεται ότι τέλεσε στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 25.9.2000 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2001. Το αξιόποινο όμως της ως άνω πλημμεληματικής πράξης εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής που συμπληρώθηκε για όλες τις επί μέρους πράξεις μετά την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (24.9.2008), αφού από τον προαναφερόμενο χρόνο τέλεσής τους συμπληρώθηκε ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής τους για όλες στις 31.1.2009, δηλαδή πριν από τη συζήτηση στις 20.5.2009 της κρινομένης αιτήσεως. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η κρινόμενη αίτηση περιέχει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ παραδεκτό και βάσιμο, κατά τα προεκτιθέμενα, λόγο αναιρέσεως, πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2325/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατά το καταδικαστικό μέρος της που αφορά τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ... . Και Παύει οριστικώς την κατά του ως άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη για το έγκλημα της παράβασης του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 (μη καταβολή αποδοχών εργαζομένου), που φέρεται ότι τέλεσε στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 25 Σεπτεμβρίου 2000 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2001. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του ΑΝ 640/1945. Υπόχρεος καταβολής επί ανωνύμου εταιρίας είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. Αιτιολογία απόφασης ως προς την εκπροσώπηση της οφειλέτριας των μισθών και επιδομάτων αδείας κλπ ανώνυμης εταιρίας από αναιρεσείοντα. Ανεπάρκεια της εν λόγω αιτιολογίας. Αναίρεση απόφασης και οριστική παύση ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος λόγω παρέλευσης οκταετίας από το χρόνο τέλεσης όλων των μερικοτέρων πράξεων μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου.
null
null
0
Αριθμός 1914/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 1168-1169/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ,Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1168-1169/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος στη ... και στους παρακάτω αναφερθησομένους χρόνους με περισσότερες πράξεις ετέλεσε με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα και δη 1) κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2004 και μέχρι την 10η Νοεμβρίου 2004 αγόρασε από άγνωστο άτομο Αλβανικής υπηκοότητας τρεις φορές ποσότητες κοκαΐνης, δύο φορές ποσότητες κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, ποσότητα ινδικής κάνναβης σε φούντα καθώς και ποσότητα ηρωΐνης, το ακριβές βάρος των οποίων δεν προέκυψε, καταβάλλοντας ως τίμημα το ποσό των 50 ευρώ ανά γραμμάριο για την κοκαΐνη και άγνωστο τίμημα για τις λοιπές ναρκωτικές ουσίες, μεταξύ δε των ποσοτήτων αυτών περιλαμβάνεται οπωσδήποτε: α) ποσότητα κοκαΐνης βάρους 50 γραμμαρίων, που αγόρασε κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2004, β) ποσότητα κοκαΐνης βάρους 300 γραμμαρίων και ποσότητα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε 4 πλάκες, που αγόρασε κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2004 έτους, και γ) ποσότητα κοκαΐνης βάρους 315,4 γραμμαρίων, ποσότητα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα βάρους 781,8 γραμμαρίων, ποσότητα ηρωΐνης βάρους 0,6 γραμμαρίων και ποσότητα ινδικής κάνναβης σε φούντα βάρους 1,9 γραμμαρίων, 2) κατά τον προαναφερθέντα τόπο και χρόνους με πρόθεσης κατείχε, ήτοι είχε στη φυσική εξουσίασή του και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική βούλησή του, τις προαναφερθείσες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με σκοπό περαιτέρω διάθεσης αυτών, και 3) στη ... και κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα πώλησε επανειλημμένα σε άγνωστα πρόσωπα τις με στοιχεία 1α και β προαναφερθείσες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών αντί τιμήματος 60 ευρώ ανά πωλούμενο γραμμάριο κοκαΐνης και το ποσό των 12 ευρώ ανά πωλούμενο γραμμάριο κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, ενώ δεν διακριβώθηκε το ύψος του τιμήματος των λοιπών ναρκωτικών ουσιών. Από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και από την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει προς τούτο και δη τη συνεργασία του με άγνωστο πρόσωπο Αλβανικής υπηκοότητα, τη χρήση ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας για τη ζύγιση των πωλουμένων ποσοτήτων, τη διαμοίραση των ως άνω ποσοτήτων σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες έτοιμες προς διάθεση, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθώς και σταθερή ροπή του για την τέλεση των ως άνω πράξεων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε που ετέλεσε και δη η βαρύτητα αυτών ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης σε συνδυασμό με τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεσή τους μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπο ιδιαίτερα επικίνδυνο. Εν όψει τούτων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεών του, που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών απορριπτομένου του ισχυρισμού αυτού περί μη συνδρομής στο πρόσωπο αυτού επιβαρυντικών περιστάσεων (κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης και ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτού. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της αγοράς- κατοχής- πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών κατ'εξακολούθηση, από ενεργούντα κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια επικίνδυνο δράστη και ειδικότερα, του ότι: "Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, μερικές από τις οποίες αποτελούν εξακολούθηση των ιδίων εγκλημάτων τέλεσε από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές και ειδικότερα: Α) Στους παρακάτω τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αγόρασε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας ενώ είναι πρόσωπο που αγοράζει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτεραεπικίνδυνος. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2004 μέχρι την 10 Νοεμβρίου 2004, αγόρασε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο, Αλβανικής υπηκοότητας, 3 φορές ποσότητες κοκαΐνης, δύο φορές ποσότητες κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα και ποσότητα ινδικής κάνναβης σε φούντα και ηρωίνης, το βάρος, των οποίων εν μέρει δεν προσδιορίσθηκε ειδικότερα, καταβάλλοντας ως τίμημα σχετικά με την κοκαΐνη το ποσό των 50 Ευρώ ανά πωλούμενο γραμμάτιο ενώ σε σχέση με τις λοιπές ναρκωτικές ουσίες δεν διακριβώθηκε το ύψος του τιμήματος, μεταξύ δε των ποσοτήτων αυτών περιλαμβάνεται α) ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 50 γραμμαρίων που αγόρασεκατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2004, β) ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 300 γραμμαρίων και ποσότητα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε 4 πλάκες που αγόρασε κατά το δεύτερο δεκαήμερο του ίδιου μηνός και γ) ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού βάρους 315,4 γραμμαρίων, ποσότητα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, συνολικού βάρους 781,8 γραμμαρίων, ποσότητα ηρωίνης, βάρους 0,6 γραμμαρίων και ποσότητα ινδικής κάνναβης σε φούντα, βάρους 1,9γραμμαρίων, αυτές δε τις ποσότητες κατείχε όπως περιγράφεται κατωτέρω στην υπό στοιχείο Β πράξη. Β) Στους παρακάτω τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατείχε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης -εμπορίας ενώ είναι πρόσωπο που αγοράζει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2004 μέχρι και την 10 Νοεμβρίου 2004, είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική του βούληση τις ποσότητες της κοκαΐνης, της κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, της ινδικής κάνναβης σε φούντα και της ηρωίνης, που κατά το ίδιο διάστημα αγόραζε κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην υπό στοιχείο Α πράξη, μεταξύ δε των ποσοτήτων αυτών περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες ναρκωτικές ουσίες που κατείχε κατά την ημέρα της σύλληψής του (10-11-2004) και δη ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού βάρους 315.4 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε δέκα επτά (17) αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους αντίστοιχα οι δέκα εξ αυτών (0,6), (0,8), (0,8), (1,1), (1), (1), (1), (1), (1) και (1) γραμμαρίων, η πρώτη εκ των οποίων βρέθηκε σε σωματική έρευνα του Χ κατά την ίδια ημέρα της σύλληψης του (10-11-2004) και οι υπόλοιπες εννέα, συνολικού βάρους 8,7 γραμμαρίων, σε έρευνα εντός του ταξί ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου με αριθμό κυκλοφορίας ..., και οι υπόλοιπες επτά βάρους (88), (102), (103), (9), (1,2), (2), (0,9) γραμμαρίων αντίστοιχα και συνολικά 306,1 γραμμαρίων, οι οποίες βρέθηκαν εντός της οικίας του όπου βρέθηκε και κατασχέθηκε και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, ποσότητα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, συνολικού βάρους 781,8 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε 14 αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους αντίστοιχα (4,3), (90), (98), (51), (191), (187), (103), (10), (19,5), (8,4), (7) (4,4), (4,8) και (3,4), γραμμαρίων, η πρώτη εκ των οποίων (των 4,3 γραμμαρίων) βρέθηκε σε σωματική έρευνα του Χ και οι λοιπές 13 συσκευασίες βρέθηκαν εντός της ως άνω οικίας του, ποσότητα ηρωίνης, βάρους 0,6 γραμμαρίων που βρέθηκε σε σωματική ερευνα του Χ κατά τη σύλληψη του και ποσότητα ινδικής κάνναβης σε φούντα, βάρους 1,9 γραμμαρίων, που βρέθηκε επίσης στην οικία του. Γ) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε ναρκωτικά, ενώ είναι πρόσωπο που πωλεί ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα, στην ευρύτερη περιοχή της ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2004 μέχρι την 10-11-2004 (ημέρα της σύλληψής τους), πώλησε επανειλημμένα σε άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, απροσδιόριστες ποσότητες κοκαΐνης, κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, ινδικής κάνναβης σε φούντα και ηρωίνης, που αποτελούσαν τμήματα των αντίστοιχων ποσοτήτων που το ίδιο χρονικό διάστημα αγόραζε και κατείχε, όπως περιγράφεται ανωτέρω στις υπό στοιχείο Α και Β πράξεις, λαμβάνοντας ως τίμημα το ποσό των 60 Ευρώ ανά πωλούμενο γραμμάριο κοκαΐνης και το ποσό των 12 Ευρώ ανά πωλούμενο γραμμάριο κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, σε σχέση δε με τα άλλα είδη των ναρκωτικών ουσιών το ύψος του τιμήματος δεν διακριβώθηκε. Περαιτέρω, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, υποδομή που καταδεικνύεται από τη συνεργασία του με το άγνωστο πρόσωπο Αλβανικής υπηκοότητας, από το οποίο ο ως άνω αγόραζε τις ναρκωτικές ουσίες, από τη διακίνηση σημαντικότατων ποσοτήτων κοκαΐνης, κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα και ινδικής κάνναβης σε φούντα καθώς και ηρωίνης, υψηλότατης οικονομικής αξίας, με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση παράνομου εισοδήματος, την κατοχή (μεταξύ άλλων) κατά το χρόνο της σύλληψης του της σημαντικότατης ποσότητας των 315,4 γραμμαρίων κοκαΐνης και των 781,8 γραμμαρίων της κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, τη διαμοίραση των ως άνω ποσοτήτων σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες δηλαδή προς άμεση περαιτέρω διάθεση, την ύπαρξη και χρήση της προαναφερθείσας ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του για την τέλεση των ως άνω πράξεων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις του και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω σε συνδυασμό με τα αίτια που του ώθησε (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητα του έτσι όπως αυτή καταδεικνύεται από τον προπεριγραφόμενο τρόπο δράσης του μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπο ιδιαίτερα επικίνδυνο αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι παραπάνω πράξεις που τελέσθηκαν με τους παραπάνω περιγραφόμενους τρόπους από τον κατηγορούμενο αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2 περ.α', 94 παρ.1, 98 παρ.1 ΠΚ και παρ.1,3 πιν.Α' αρ.5,6, πιν.Β' αρ.3,5 παρ.1 στοιχ.β',ζ',8,16,17,19 Ν.1729/87 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως, ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάστηκαν ενόρκως στο αυτό ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές, παραδοχές σε σχέση με την πράξη της πώλησης κατ'εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών γιατί μολονότι τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αναφέρεται μόνο σε κατοχή των ποσοτήτων κοκαΐνης συνολικού βάρους 315.4 γραμμαρίων [διαμοιρασμένη σε δέκα επτά (17) αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους αντίστοιχα] και της ποσότητας κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, συνολικού βάρους 781,8 γραμμαρίων [διαμοιρασμένη σε 14 αυτοτελείς συσκευασίες], τελικά το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για πώληση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και των ποσοτήτων αυτών. Και τούτο διότι, στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό της αποφάσεως, αναφέρεται ότι οι πωλούμενες ποσότητες κοκαΐνης, κατεργασμένης ινδικής κάνναβης σε πλάκα, ινδικής κάνναβης σε φούντα και ηρωΐνης, αποτελούσαν τμήματα των αντίστοιχων ποσοτήτων, που το ίδιο χρονικό διάστημα αυτός (ο αναιρεσείων) αγόραζε και κατείχε, β) Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τους λόγους: αα) διότι το σκεπτικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο αποτελεί πιστή αντιγραφή του κλητηρίου θεσπίσματος, ββ) ότι με την απολογία του (ο αναιρεσείων) εμμέσως με τα εκτιθέμενα περιστατικά πρότεινε να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β' ΠΚ, χωρίς το Δικαστήριο επ'αυτού να απαντήσει. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει υποβολή τέτοιου ισχυρισμού. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιο αυτοτελούς ισχυρισμού, αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιπτώσεως, όμως, δεν υποβλήθηκε τέτοιους ισχυρισμός και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα, να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του και γγ) το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη για την κρίση περί της ενοχής το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που αποτελούν οι αναγνωσθείσες εκθέσεις εξετάσεως της Β' και Γ' Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης που αφορούν την εξέταση των ουσιών καθώς και την επίσης αναγνωσθείσα ιατροδικαστική εξέταση του ..., που αποτελούν κατά την ΚΠΔ 178 περ.γ' ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. 'Όμως, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι τα άνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. 10802/22-12-2008 αίτησή του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1168-1169/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση από άτομο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
0
Αριθμός 1909/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 34/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αμαλιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 397/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 124/6.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την παρούσα δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1, και 507 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο Γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και 20 ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠοινΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξούσιου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠοινΔ.(ΑΠ 851/2006 ).- Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος προ 24 ωρών από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ένδικου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. II. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης 34/20-1-2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας, που δίκασε κατ' έφεση, καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άνω άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. στις ·6-2-2009, ενώ κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό του δικηγόρο Διονύσιο Κότσιφα (βλ.πρακτικά ). Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε στις 5-3-2009 με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Έτσι όμως, η άσκηση της, έγινε μετά την παρέλευση της πιο πάνω εικοσαήμερης προθεσμίας, από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, και για το λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη. Κατ' ακολουθία, και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο για τη δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης της, πρέπει η αναίρεση αυτή, να κηρυχθεί απαράδεκτη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα [άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Ι. Να απορριφθεί η από 5-3-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 34/20-1-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Και II. Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ. Αθήνα 2 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 462, 473 παρ. 1 - 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή ή ενώπιον εκείνου, που διευθύνει την φυλακή, στην περίπτωση που ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών, όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίδοση της αποφάσεως, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και δεν τον εκπροσώπησε κατά τη δίκη πληρεξούσιος δικηγόρος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος πριν από 24 ώρες από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέως του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως 34/20.1.2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που τηρείται, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, ενώ, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κότσιφα. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 5 Μαρτίου 2009, με δήλωση του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Έτσι όμως, και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, η άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου έγινε μετά την παρέλευση της πιο πάνω εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και για τον λόγο αυτόν είναι εκπρόθεσμη. Κατ' ακολουθίαν και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συνδρομή ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 3 Μαρτίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της 34/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κηρύσσει απαράδεκτη η αίτηση.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1908/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 227/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1563/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 568/15.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 37/24-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 227/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το παραπάνω βούλευμά του απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 20-6-2008 αίτηση του ανωτέρω ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την αριθμ. 563/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών για κλοπές και απόπειρες κλοπών κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ο αναιρεσείων-αιτών με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-αιτούντα στις 24-9-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 24-9-2008 ενώπιον της γραμματέα του Εφετείου Θράκης, Φωτεινής Σπίνου, συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 37/24-9-2008 έκθεση στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 528 ΚΠΔ, στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και από τον αιτούντα- Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος. Εξάλλου έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας (άρθ. 528 σε συνδ. με 525 ΚΠΔ), υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμοι οι προβληθέντες λόγοι επανάληψης της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 528/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΕ, 158). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, κατά την ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Ο αιτών καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 563/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας για τα αδικήματα των κλοπών και απόπειρας κλοπών κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία σε φυλάκιση δύο ετών και έξι μηνών κατά της οποίας άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 538/8-4-1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. από 30-7-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Καβάλας). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ύστερα από την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκε νέα απόδειξη-άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν-, η οποία μόνη της αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ήταν αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Ειδικώτερα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ....20-02-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ξάνθης Θεοδώρας Μπουζάλα του μάρτυρα ... αδελφού του, ο τότε συγκατηγορούμενός του Σ1, εξαιτίας διαφορών τις οποίες είχε με τον αιτούντα, κατέθεσε ότι συμμετείχε και ο αιτών στις κλοπές, για τις οποίες καταδικάσθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση και της οποίας ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας και ότι η απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά, όσον αφορά την καταδίκη του, μόνον στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αυτού. Το ανωτέρω, όμως, γεγονός είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τον ίδιο τον αιτούντα κατηγορούμενο κατά την απολογία του, όπου ανέφερε ότι με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του είχε μαλώσει για μια κοπέλα (βλ. πρακτικά της 563/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας), γεγονός το οποίο αξιολογήθηκε κατά την έκδοση της εν λόγω απόφασης του. Επομένως δεν πρόκειται για νέα απόδειξη, αλλά αντίθετα είχε καταστεί αυτή γνωστή στο Δικαστήριο που δίκασε και από μόνη της, αλλά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις δεν θα έκανε φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών ήταν αθώος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμος ο προβληθείς λόγος επανάληψης της ποινικής διαδικασίας. Επομένως, ο σχετικός περί έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος-αιτούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς- Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 37/24-9-2008 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον αιτούντα Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 227/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία τής υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Εξ άλλου, έλλειψη της σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας (άρθρο 528 σε συνδυασμό με άρθρο 525 ΚΠΔ) υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμοι οι προβληθέντες λόγοι επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αιτών καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 563/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας για τα αδικήματα των κλοπών και απόπειρας κλοπών, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία σε φυλάκιση δύο ετών και έξι μηνών, κατά της οποίας άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 538/8.4.1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. από 30.7.2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Καβάλας). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ύστερα από την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκε νέα απόδειξη - άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν - η οποία μόνη της, αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ήταν αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ..../20.02.2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ξάνθης Θεοδώρας Μπουζάλα του μάρτυρα ... αδελφού του, ο τότε συγκατηγορούμενός του Σ1 εξαιτίας διαφορών τις οποίες είχε με τον αιτούντα, κατέθεσε ότι συμμετείχε και ο αιτών στις κλοπές, για τις οποίες καταδικάσθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση και της οποίας ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας και ότι η απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά, όσον αφορά την καταδίκη του, μόνον στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αυτού. Το ανωτέρω, όμως γεγονός είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τον ίδιο τον αιτούντα κατηγορούμενο κατά την απολογία του, όπου ανέφερε ότι με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του είχε μαλώσει για μια κοπέλα (βλ. πρακτικά της 563/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας), γεγονός το οποίο αξιολογήθηκε κατά την έκδοση της εν λόγω απόφασης του. Επομένως δεν πρόκειται για νέα απόδειξη, αλλά αντίθετα είχε καταστεί αυτή γνωστή στο Δικαστήριο που δίκασε και από μόνη της, αλλά και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις δεν θα έκανε φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών ήταν αθώος". Με τις ως άνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμος ο προβληθείς λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας. ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 485 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 37/24.9.2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση του 227/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20.6.2008 αίτηση του ανωτέρω αναιρεσείοντος για επανάληψη τής ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 563/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και Καταδικάζει την αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι το Εφετείο απέρριψε την αίτηση με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι δεν κατέστη φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
1
Αριθμός 1907/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη, περί αναιρέσεως της 223/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ψ2, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Φίλιο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Φλώρινας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1885/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παρισταμένων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία. Τέτοια δε ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, δημιουργείται και όταν δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, ενεργητικώς ή παθητικώς ο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων. Επί πλέον, από το ίδιο άρθρο 63 προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνον από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 58 του Ν. 2190/1920, α) "τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής μέχρις 80.000 δραχμών ή δια της ετέρας των ποινών τούτων, όστις εν γνώσει εκδίδει πλαστά πιστοποιητικά περί καταθέσεως μετοχών, χάριν ασκήσεως δικαιώματος ψήφου εν γενική συνελεύσει ή πλαστογραφεί ταύτα, β) όστις εν γνώσει της πλαστότητος ποιείται χρήσιν των εν τω προηγουμένω εδαφίω πιστοποιητικών προς άσκησιν δικαιώματος ψήφου. Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου, προκύπτει ότι στόχος του νομοθέτη ήταν να προστατευθεί η γνησιότητα των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ΑΕ, με την εξασφάλιση της ανόθευτης έκφρασης τόσον της βουλήσεως της πλειοψηφίας των μετόχων όσο και της κατοχυρώσεως της μειοψηφούσας γνώμης στην γενική συνέλευση, αμέσως δε παθόντες συνεπεία της νοθεύσεως της γνησιότητας είναι προφανώς οι μέτοχοι εκείνοι οι οποίοι είναι κύριοι των μετοχών, οι οποίες φέρονται ψευδώς στα κατατιθέμενα πιστοποιητικά ότι δεν ανήκουν σ' αυτούς αλλά σε τρίτους, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να στερούνται του δικαιώματός τους να συμμετάσχουν στις γενικές συνελεύσεις με το ποσοστό που τους παρέχουν οι μετοχές τους, και αυτό ανεξάρτητα του μεγέθους του ποσοστού τους που εμφανίζεται νοθευμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίσθηκαν οι Ψ1 και ο Ψ2 και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση πέντε (5) ευρώ με επιφύλαξη στον καθένα από αυτούς για την ηθική βλάβη που έχουν υποστεί από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, η οποία συνίσταται στην προσβολή των διοικητικών και περιουσιακών δικαιωμάτων τους, ως κύριοι ο καθένας τους 7.375 μετοχών της εταιρείας ΠΑΜΗ ΑΒΕΕ. Κατά της παράστασης αυτής, ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, το μεν για έλλειψη νομιμοποιήσεως των ανωτέρω, εκ του λόγου ότι αμέσως από την αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 58 εδ. β' του ν. 2190/1920, είναι η ανώνυμη εταιρεία, η οποία και μόνο νομιμοποιείται να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και όχι οι ως άνω δηλώσαντες, το δε ότι οι τελευταίοι παραιτήθηκαν από του δικαιώματός τους με το να μην παραστούν ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας απ' αυτόν αναιρέσεως στρεφομένης εναντίον τους και κατ' αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την ως άνω ένσταση και κατά τα δύο σκέλη της, δεχόμενο κατά το μεν πρώτο σκέλος της ότι οι δηλώσαντες παράσταση ως κύριοι μετοχών, οι οποίες φέρονται ψευδώς στα πιστοποιητικά κατάθεσης ότι ανήκαν κατά κυριότητα στον κατηγορούμενο, με συνέπεια τη νόθευση του αποτελέσματος της Γενικής Συνέλευσης της ως άνω ανωνύμου εταιρείας, είναι αμέσως παθόντες, από την παραπάνω αξιόποινη πράξη, κατά το δε δεύτερο σκέλος ότι δεν παραιτήθηκαν από το δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες στην δίκη ενώπιόν του. Έτσι κρίνοντας το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και απορρίπτοντας την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβλεπομένης απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράστασης των πολιτικώς εναγόντων παρά τον νόμο (άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ) και είναι απορριπτέος ο συναφής περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης. ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 61 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για τον λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα και σε περίπτωση απορρίψεώς του και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Το Δικαστήριο όμως στο οποίο υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της δίκης, για να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική απόφασή του, πρέπει να έχει υποβληθεί ορισμένως το αίτημα του κατηγορουμένου, με αναφορά στο ζήτημα της αστικής φύσεως που εκκρεμεί στα πολιτικά δικαστήρια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μετά την απόρριψη της προβληθείσας από τον κατηγορούμενο ενστάσεως περί αποβολής των πολιτικώς εναγόντων, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης μέχρι έκδοσης τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που επιλήφθηκε κατόπιν αναίρεσης της υπ' αριθ. 8/2002 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αίτηση αυτή δεν ήταν ορισμένη, αφού δεν διευκρινίζεται επί ποίου θέματος αποφάνθηκε ο Άρειος Πάγος, το οποίο να δεσμεύει το Εφετείο, αστικής φύσεως που ανάγεται στην αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επί του αορίστου αυτού αιτήματος, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, το ως άνω Δικαστήριο επαρκώς αιτιολόγησε την απορριπτική κρίση του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην παρεμπίπτουσα απορριπτική της ως άνω αιτήσεως αναβολής η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν συνιστά την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία του Δικαστηρίου, ότι η εκκρεμής αστική δίκη δεν επηρεάζει άμεσα την παρούσα ποινική υπόθεση, χωρίς τούτο να αιτιολογεί τον λόγο για τον οποίο δεν την επηρεάζει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν απαιτείται όμως ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Φλώρινας με την προσβαλλόμενη 223/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, στην Β.Ι.Π.Ε. ..., κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου Εταιρείας, εν γνώσει της πλαστότητας έκανε χρήση πιστοποιητικών χάριν ασκήσεως δικαιώματος ψήφου σε γενική συνέλευση εταιρείας. Ειδικότερα, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία : "ΠΑΜΗ Α.Β.Ε.Ε. - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην βιομηχανική περιοχή ..., στις 28 Ιουνίου του 2000, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας, στις 28 Ιουνίου 2001 και στις 28 Ιουνίου του 2002, ως μέλος του αρμοδίου για την σύνταξη των πινάκων μετοχών του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, ελλείψει σχετικής εξουσιοδοτήσεως προς τον Πρόεδρο στις 24 Νοεμβρίου του 2000, εν γνώσει του έλαβε υπόψη και χρησιμοποίησε πιστοποιητικά καταθέσεως μετοχών, στα οποία βεβαιωνόταν ψευδώς ότι κατέθεσε μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ήτοι εμφανιζόταν στα εν λόγω πιστοποιητικά ως κύριος 14.750 μετοχών που δεν του ανήκαν, καθώς αληθινοί κύριοι αναγνωριζόμενοι κατά αμάχητο τεκμήριο έναντι της εταιρείας των ανωτέρω μετοχών αυτών, ήταν οι εγκαλούντες: 1) Ψ1, κάτοικος ..., 2) Ψ2, κάτοικος ..., 3) ΒΒ και 4) ΓΓ, κάτοικοι ... . Προέβη δε στις ανωτέρω πράξεις (λαμβάνοντας υπόψη και χρησιμοποιώντας πλαστά - αναληθούς περιεχομένου πιστοποιητικά καταθέσεως μετοχών), παραπλανώντας τους εγκαλούντες, την εταιρεία και την αρμόδια προς άσκηση εποπτείας επί των ανωνύμων εταιρειών Αρχή, ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας του περιεχομένου των πιστοποιητικών αυτών, σκοπώντας στην άσκηση δικαιώματος ψήφου, στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας δια μετοχών οι οποίες δεν του ανήκαν και οι οποίες (συνελεύσεις) πραγματοποιήθηκαν στις 30-6-2000, 24-11-2000, 30-6-2001 και 30-6-2002. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται απ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά, μέσα από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο κατ/νος τέλεσε τις παραπάνω πράξεις, έχοντας γνώση της έλλειψης κυριότητας των εν λόγω μετοχών. Η γνώση του κατηγορουμένου προκύπτει ενδεικτικώς από το περιεχόμενο της από 20-4-1996 αγωγής που κατέθεσε ο κατ/νος και η ΑΑ στον Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, με αίτημα την καταδίκη των πολιτικών εναγόντων σε δήλωση βούλησης μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών (υπογραφή στο σχετικό βιβλίο μετοχών), από το οποίο αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν είχε καταστεί κύριος των αναφερομένων μετοχών, καθώς δεν είχε ολοκληρωθεί η μεταβίβαση και, συνεπώς, παρέμειναν κύριοι αυτών οι εγκαλούντες. Ειδικότερα, με το από 21-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του κατηγορουμένου, της συζύγου του και των εγκαλούντων, οι τελευταίοι συμφώνησαν να μεταβιβάσουν προς τον κατηγορούμενο και την σύζυγό του τις αναφερόμενες στην αγωγή ονομαστικές μετοχές της ανώνυμης εταιρίας ΠΑΜΗ, για τις οποίες είχαν εκδοθεί προσωρινοί τίτλοι, με την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, 1. της με έγγραφη συγκατάθεση των πιστωτριών της εταιρίας τραπεζών αποδέσμευσης και απελευθέρωσης κάθε περιουσιακού στοιχείου των εγκαλούντων που είχε δοθεί σαν εμπράγματη ασφάλεια (υποθήκη, προσημείωση κ.λπ.) έναντι των δανείων και κάθε είδους χρηματοδοτήσεων και με παράλληλη υποχρέωση του κατηγορουμένου και της συζύγου του να προσφέρουν σε αντικατάσταση των ακινήτων των εγκαλούντων, οποιαδήποτε άλλη ασφάλεια ή εγγύηση που θα τους ζητούσαν οι πιστώτριες τράπεζες και 2. της με έγγραφη συγκατάθεση των πιστωτών πλήρους απαλλαγής των εγκαλούντων από την παρασχεθείσα προσωπική τους εγγύηση για τα χορηγηθέντα προς την εταιρία δάνεια, χρηματοδοτήσεις και πιστώσεις και με παράλληλη υποχρέωση του κατηγορουμένου και της συζύγου του να παράσχουν οποιαδήποτε πρόσθετη εγγύηση για την απαλλαγή των εγκαλούντων από τη δική τους προσωπική και ατομική εγγύηση. Ο κατηγορούμενος, όμως, δεν προέβη σε τήρηση των ως άνω όρων, και έγινε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των εγκαλούντων. Ο κατηγορούμενος, παρόλο που γνώριζε ότι οι εγκαλούντες ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες με τους πιστωτές, δεν προέβη στην εκπλήρωση των ως άνω συμβατικών του υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα η συμφωνία μεταβίβασης να θεωρείται ως μη γενομένη και η απόδοση των κατατεθειμένων μετοχών από τη συμβ/φο Φλώρινας Μπέσσα- Χατζηχρίστου να μην επιφέρει τη μετάθεση της κυριότητας και να μην υπάρχει δικαίωμα προσδοκίας για τη νόμιμη μεταβίβασή τους. Για τα παραπάνω είχε ίδια γνώση ο κατηγορούμενος και, ειδικότερα, γνώριζε τη ματαίωση των προϋποθέσεων μεταβίβασης των μετοχών. Επιπροσθέτως, επιβεβαιώθηκαν και με τη με αριθμ. 58/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή αυτού και της συζύγου του, αλλά και από τη με αριθμ. 8/7-1-2002 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, και μάλιστα ανεξάρτητα αν αυτή η απόφαση αναιρέθηκε. Άλλωστε ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας των συγκεκριμένων ονομαστικών μετοχών, έπρεπε να λάβει χώρα κατά νόμο εγγραφή στο τηρούμενο βιβλίο της εταιρίας, που αποτελούσε και αντικείμενο της προαναφερθείσας αγωγής του. Παρά την ανωτέρω γνώση, με πρόθεση ο κατηγορούμενος έκανε χρήση πιστοποιητικών, αναληθή κατά το περιεχόμενο τους, στα οποία εμφανίζεται ότι δήθεν αυτός και η σύζυγός του, ΑΑ, ήταν αποκλειστικοί κύριοι του συνόλου των μετοχών της ανωτέρω εταιρίας με σκοπό να ασκήσει δικαίωμα ψήφου σε γ.σ. της εταιρίας που δεν του ανήκε, αποκλείοντας τους εγκαλούντες, βλάπτοντας τα συμφέροντά τους, επειδή ήταν αληθινοί κύριοι των μετοχών οι εγκαλούντες. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 58 του ν. 2190/1920. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα προς στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος περιστατικά και ειδικότερα η κυριότητα των εγκαλούντων επί των μετοχών οι οποίες ψευδώς αναφέρονται στα πιστοποιητικά που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ως ανήκουσες στην κυριότητα αυτού και της συζύγου του. Με την επίκληση δε, του περιεχομένου της από 20.4.1996 αγωγής που κατέθεσε ο ίδιος και η σύζυγός του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, με αίτημα την καταδίκη των ήδη πολιτικώς εναγόντων, σε δήλωση βουλήσεως μεταβίβασης την κυριότητα των μετοχών, αιτιολογείται το προς θεμελίωση και της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω αξιόποινης πράξης στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου ότι δεν είχε καταστεί κύριος αυτών. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και καθόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.11.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 223/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση της διάταξης του άρθρου 58 του Ν. 2190/1920. Εν γνώσει της πλαστότητας χρήση πλαστών πιστοποιητικών περί καταθέσεως μετοχών, χάριν δικαιώματος ψήφου σε γενική συνέλευση. Παθόντες είναι οι κύριοι των μετοχών, οι οποίοι φέρονται ψευδώς στα κατατιθέμενα πιστοποιητικά, ότι δεν ανήκουν σ' αυτούς αλλά σε τρίτους, οι οποίοι και έχουν το δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες, Απορριπτέος ο περί του αντιθέτου λόγος για απόλυτη ακυρότητα. Για να έχει την υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόρριψη αιτήματος για αναβολή της δίκης μέχρι πέρατος της πολιτικής δίκης για ζήτημα που εκκρεμεί σ' αυτό πρέπει να έχει υποβληθεί ορισμένως το αίτημα με αναφορά των περιστατικών που συνιστούν το ζήτημα για το οποίο ζητείται η αναβολή και συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του κρινόμενου εγκλήματος. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας του σχετικού αιτήματος.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα, Ανώνυμη εταιρία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1906/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1859/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 584/23.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 6-11-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Κολοβό, δυνάμει της από 5-11-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 1417/30-1-2003 έφεσή του κατά της αριθμ. 35061/16-3-1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 113/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΔ, 981). Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (Α.Π. 429/2005 Ποιν.Δικ. 2005, σελ. 922 κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 50104/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο την 22-9-2003 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως στις 20-4-2005 και στον αντίκλητό του δικηγόρο στις 11-6-2005 (βλ. τα από 20-4-2005 και 11-6-2005, αντίστοιχα, αποδεικτικά του αστυφύλακα του ΑΤ ... και του αστυφύλακα του ΑΤ ..., αντίστοιχα). 'Ετσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της ως άνω επίδοσης στον αντίκλητο (άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ) δηλαδή στις 12-6-2005, έληξε στις 21-6-2005, ενώ η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 6-11-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ'ακολουθία η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 Κ.Π.Δ.). Στην κρινόμενη υπόθεση με την ανωτέρω με αριθμό 115/6-11-2008 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη ".....ασκεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης 50104/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκα σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για παράβαση Ν. 1882/90 για τους παρακάτω λόγους", πλην όμως στη συνέχεια δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους ασκεί την αναίρεση. 'Ετσι όμως, εφόσον δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ η υπό κρίση αναίρεση είναι και για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 115/6-11-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ..., κατά της αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Αθήνα 17 Δεκεμβρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκηση του. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ένδικων μέσων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διάταξη νόμου είναι δεκαήμερη, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση, ενώ, εάν δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία είναι και πάλι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση, όμως που ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρηση της στο ως άνω βιβλίο. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απορριπτέο, ως εκπρόθεσμο και απορριπτέο. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 50.104/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η 1417/30.1.2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 35061/16.3.1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο στις 22 Σεπτεμβρίου 2003 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως στις 20.4.2005 και στον αντίκλητο του δικηγόρο στις 11 Ιουνίου 2005, όπως τούτο προκύπτει από τα από ... και ... αποδεικτικά του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ... και του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ... αντίστοιχα. Έτσι, η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως που άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας από την επομένη της ως άνω επιδόσεως στον αντίκλητο, δηλαδή στις 12 Ιουνίου 2005, έληξε στις 21 Ιουνίου 2005, ενώ η άσκηση της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής έγινε στις 6 Νοεμβρίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας των δέκα ημερών. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Κηρύσσει απαράδεκτη την 115/6.11.2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 50.104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1905/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2.Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 161/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1479/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 488/17.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τας παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1)Χ2 και 2) Χ1 από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 161/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ'ουσίαν αι εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 9/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ξάνθης και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο που τους παρέπεμψεν εις το ακροατήριον διά να δικασθούν 1) η Χ2 διά απάτην κατ'εξακολούθησιν, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ και 2) ο Χ1, δι'ηθικήν αυτουργίαν εις την ανωτέρω πράξιν (άρθρα 46 παρ. 1 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονούνται ήδη οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντες τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως. ΙΙ. 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη. Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος διά το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Α.Π. 1187/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 317 κ.ά.). ΙΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δε και πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράστασις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (ολ. Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αίτησιν αναιρέσεώς μας, Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 364). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. β' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικατεστάθη δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 1721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ (Α.Π. 1027/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1475 κ.ά.). Τέλος εκ της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ., κατά την οποίαν με την ποινήν του αυτουργού τιμωρείται επίσης, ο εκ προθέσεως προκαλέσας εις άλλον την απόφασιν προς εκτέλεσιν της υπό τούτου διαπραχθείσης αδίκου πράξεως, προκύπτει ότι διά την ύπαρξιν αξιοποίνου ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς, η πρόκλησις υπό του ηθικού αυτουργού εις άλλον της αποφάσεως προς τέλεσιν ωρισμένης αδικοπραγίας, η οποία συγκροτεί την αντικειμενικήν υπόστασιν ωρισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχήν εκτελέσεως αυτής, την οποίαν και ετέλεσε. Η πρόκλησις της αποφάσεως αυτής δύναται να γίνη με οιονδήποτε τρόπον ή μέσον, όπως με συμβουλάς, απειλήν ή με εκμετάλλευσιν οιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με την διέγερσιν μίσους κατά του θύματος, με πειθών ή φορτικότητα, ή με την επιβολήν ή την επιρροήν προσώπου, λόγω της ιδιότητος και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με τον φυσικόν αυτουργόν. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται εις την συνείδησιν του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει εις άλλον την απόφασιν προς τέλεσιν αδίκου πράξεως και εις την συνείδησιν της ωρισμένης πράξεως εις την οποίαν παρακινεί τον φυσικόν αυτουργόν, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός εάν διά την υποκειμενικήν θεμελίωσιν του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχη και εις το πρόσωπον του ηθικού αυτουργού (Α.Π. 2193/2007 Π Λογ 2007 σελ. 1623 κ.ά.). Εξ άλλου, εις την περίπτωσιν της ηθικής αυτουργίας διά να έχη η καταδικαστική απόφασις την απαιτουμένην υπό των άρθρων 93 παρ. 3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν, πρέπει να αναφέρωνται εις αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προεκάλεσεν εις τον φυσικόν αυτουργόν την απόφασιν να εκτελέση την άδικον πράξιν που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγεν ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπον και τα μέσα αυτά εις τον φυσικόν αυτουργόν την απόφασιν, να εκτελέση την άδικον πράξιν που διέπραξεν (Α.Π. 2193/2007 ενθ'ανωτ. κ.ά.). ΙV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι ανωμοτί καταθέσεως πολιτικώς ενάγοντος, μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογιών των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη εν σχέσει με την υπόθεσιν σημεία των έχουν ως εξής: 1) Η πρώτη κατηγορουμένη Χ2, στην ... κατά το χρονικό διάστημα 17-7-2003 έως 5-5-2004, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ξένη περιουσία πείθοντας τρίτους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε προξενηθείσα ζημία - και το ισόποσο όφελος - ήταν άνω των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, η ανωτέρω με την ιδιότητα της λογίστριας της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ", εδρεύουσας στο Εύμοιρο Ξάνθης με δραστηριότητα την εμπορία λατομικών προϊόντων (μαρμάρων, σχιστολίθων, γρανιτών), παρέστησε ψευδώς προς τον Ο1, αντιπρόσωπο της εδρεύουσας στη ... της Σαουδικής Αραβίας εταιρίας "Τ1" η οποία ήταν πελάτισσα της ως άνω "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΠΕ", ότι για εξόφληση οφειλών της προς την τελευταία μπορεί να αποστείλει χρήματα στον υπ'αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ο οποίος, δήθεν, χρησιμοποιούνταν δοσοληπτικά από την ανωτέρω ΕΠΕ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν κοινός λογαριασμός με τον πατέρα της και χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από αυτούς. Έτσι ο Ο1 κατέθεσε στον υπόψη λογαριασμό των, την 17-7-2003 12.000 ευρώ, την 25-7-2003 8.000 ευρώ, την 8-9-2003 20.000 ευρώ, την 6-10-2003 10.000 ευρώ, την 11-12-2003 20.000 ευρώ, την 19-12-2003 10.000 ευρώ και την 30-1-2004 10.000 ευρώ, συνολικά δε κατέθεσε 90.000 ευρώ. Περαιτέρω την 5-5-2004 παρέστησε ψευδώς προς τον εκτελωνιστή και συνεργάτη της εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" Κ1 να καταθέσει στον προδιαληφθέντα τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των 46.395 ευρώ που αποτελούσε μέρος του ποσού των 55.245 ευρώ, το οποίο ο παραπάνω είχε εισπράξει για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας ως επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων δυνάμει της υπ'αρ. ... επιταγής της Τράπεζας της Ελλάδος, παραπείθοντάς τον ότι, δήθεν, πρόκειται για λογαριασμό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρίας, κάτι που ήταν αναληθές. Από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της προσπορίστηκε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 136.395 ευρώ (90.000+46.395) με ισόποση περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ", 2) ο δεύτερος Χ1 κατά τον αυτόν ως άνω τόπον και χρόνον, με πρόθεση προκάλεσε στην συγκατηγορούμενη του Χ2, την απόφαση προς εκτέλεση της άδικης πράξης της απάτης σε βάρος της εγκαλούσης εταιρίας "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ Ε.Π.Ε.". Συγκεκριμένως δε, διά της ψυχικής ενθαρρύνσεως και παρακινήσεως ταύτης, λόγω και της συγγενικής των ιδιότητος δοθέντος ότι ετύγχανε κόρη του, έπεισεν αυτήν να προβή εις την εκτέλεσιν της προαναφερομένης πράξεως της απάτης, εκ της οποίας προεκλήθη εις την εγκαλούσαν εταιρίαν περιουσιακή ζημία συνολικής αξίας 136.395 ευρώ, ήτοι άνω των 73.000 ευρώ και προσεπορίσθη εις αυτούς αντίστοιχον παράνομον περιουσιακόν όφελος. Ειδικώτερον έπεισεν αυτήν να παραπλανήση τους ανωτέρω 1) εκπρόσωπον της "Τ1" και 2) Κ1, όπως καταθέσουν τα ως άνω χρηματικά ποσά εις τον υποδειχθέντα τραπεζικόν λογαριασμόν της Ε.Τ.Ε. με αριθμόν...με μόνους δικαιούχους αυτούς, δηλώνουσα ψευδώς εις τούτους ότι δικαιούχος του λογαριασμού αυτού ήτο η εγκαλούσα εταιρία. V. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν, σχετικώς με το ανωτέρω έγκλημα υπό την συμμετοχικήν μορφήν του, που αποδίδεται εις τους αναιρεσείοντας κατηγορουμένους, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αρχικώς διενεργηθείσαν προκαταρκτικήν εξέτασιν και την επακολουθήσασαν κυρίαν ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν των αναιρεσειόντων εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις τας προαναφερθείσας ποινικάς διατάξεις που εφήρμοσε, τας οποίας ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασεν. Ειδικώτερον εκ των παραδοχών του βουλεύματος προκύπτει, ότι παθούσα εκ της προαναφερθείσης αξιοποίνου πράξεως ήτο η εγκαλούσα εταιρία "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ Ε.Π.Ε." και όχι 1) ο εκπρόσωπος της "Τ1" και 2) ο Κ1 που κατέβαλον τα ανωτέρω ποσά και είναι αβάσιμος η σχετική αιτίασις των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω εκτίθενται ο τρόπος και τα μέσα διά των οποίων ετελέσθη η ηθική αυτουργία, ήτοι διά της υπό του ηθικού αυτουργού ψυχικής ενθαρρύνσεως και παρακινήσεως της φυσικής αυτουργού, λόγω και της συγγενικής των ιδιότητος, δοθέντος ότι η φυσική αυτουργός ετύγχανε κόρη του ηθικού αυτουργού. Περί της ηθικής αυτουργίας γίνεται εκτενής αναφορά εις το βούλευμα και δεν δημιουργείται αντίφασις εκ του ότι εις την προσθίαν πλευράν του 3ου φύλλου και εις τον 28ον στίχον εκ παραδρομής γίνεται μνεία περί "συναποφάσεως" των κατηγορουμένων. Εξ άλλου εις το πόρισμα του βουλεύματος δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ποινικών διατάξεων. Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί α) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθούν αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθούν αι από 2 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2, κατοίκου ... και 2) Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 161/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. ΙΙ. Να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.- Αθήνα 13 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδάφ. β' του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 1721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης εκείνος που με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση για την εκτέλεση της άδικης πράξεως που τέλεσε εκείνος, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως για τέλεση ορισμένης αδικοπραγίας, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε, Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση για την τέλεση άδικης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ, 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό η στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η κατά είδος αναφορά αυτών. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά μόνο από αυτά. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέα και καλύπτει και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση ή το βούλευμα την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Θράκης που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στην ..., την 29.7.1988 συστήθηκε με τη με αρ. .... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Καβάλας Ανδρονίκης Μουτσουκάπα - Μαλακασιώτου η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ", με έδρα την Καβάλα και ήδη το Εύμοιρο του Νομού Ξάνθης και με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία εργοστασίου επεξεργασίας λατομικών προϊόντων, ήτοι μαρμάρων, σχιστολίθων και γρανιτών και εντεύθεν εμπορίας αυτών με εταίρους το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρίας Ν1, κάτοικο ... και τον ..., ο οποίος στη συνέχεια δυνάμει του με αρ. ... συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου πώλησε τα ανήκοντα σ' αυτόν εταιρικά μερίδια στον Χ1, κάτοικο ..., αδελφό του πρώτου των εταίρων και δεύτερο των κατηγορουμένων - εκκαλούντων. Διαχειριστής της ανωτέρω εταιρίας, της οποίας μοναδικοί εταίροι κατέστησαν οι ως άνω αδελφοί Ν1 και Χ1 και δη από κοινού, εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρίαν μετά τη σύνταξη της με αρ. ...συμβολαιογραφικής πράξεως της ως άνω συμβολαιογράφου, δυνάμει της οποίας η εκ των επί σειρά ετών προηγουμένως - εταίρων ... πώλησε τα ανήκοντα σ' αυτήν εταιρικά μερίδια στους ανωτέρω αδελφούς - εταίρους, ορίσθηκε κατόπιν της από 31.3.2001 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων ο εκ των εταίρων Ν1 ενώ ο δεύτερος των εταίρων Χ1 είχε ως αποκλειστικά απασχόληση του τη διακίνηση εμπορευμάτων και αυτή του οδηγού. Στο μεταξύ, από το έτος 1993 η πρώτη των κατηγορουμένων Χ2, κάτοικος ...ανιψιά του διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρίας και θυγατέρα του δευτέρου κατηγορουμένου, προσελήφθη στην εταιρία αυτήν ως βοηθός λογιστηρίου με καθήκοντα αυτά της διεκπεραίωσης των εργασιών του τμήματος αυτού της επιχειρήσεως και δη της τήρησης βιβλίων, της έκδοσης παραστατικών και της επιμέλειας περί των πληρωμών και εισπράξεων της εταιρίας αυτής, ενώ τις εργασίες του λογιστηρίου "παρακολουθούσε" ταυτόχρονα ως εξωτερικός συνεργάτης του τμήματος αυτού της ως άνω επιχειρήσεως ο λογιστής..., και δη από το έτος 1989 μέχρι και το Μάιο 2005. Με βάση τη δομή αυτή λειτουργίας του λογιστηρίου της εταιρίας, λογικώς επόμενο ήταν τα χρηματικά διαθέσιμα και τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας να διαχειρίζεται ο Ν1 ως εκ της προαναφερόμενης ιδιότητας του, εκπροσωπώντας την εταιρία αυτή σ' όλες της οικονομικής φύσεως δοσοληψίες της, υπογράφοντας αξιόγραφα και αναλαμβάνοντας για λογαριασμό της εταιρίας αυτής τις αντίστοιχες οικονομικές υποχρεώσεις. Κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου 2003 έως και Ιουλίου 2004 και ενώ μέχρι τότε η ανωτέρω εταιρία ως επιχείρηση σε οικονομικό επίπεδο λειτουργούσε υπό την προδιαλαμβανόμενη οργανωτική διάρθρωση, ο διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρίας Ν1 ασθένησε και μάλιστα σοβαρά και για τον λόγο αυτό "ανωτέρας βίας", αδυνατώντας να ασκήσει ουσιαστική διαχείριση της εταιρίας αυτής, απουσίαζε από τον τόπο της έδρας της επιχειρήσεως με μόνη την ευχέρεια να διατυπώνει μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας εντολές διαχείρισης της εταιρίας αυτής. Ενόψει του δεδομένου αυτού της συνεχούς απουσίας του νόμιμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρίας από τα γραφεία της επιχειρήσεως, οι κατηγορούμενοι (θυγατέρα και πατέρας αντιστοίχως) επωφελούμενοι αυτής της καταστάσεως της λειτουργίας της διαχειρίσεως, δηλαδή της μηδενικής εποπτείας και ανύπαρκτης ελεγκτικής διαδικασίας, συναποφάσισαν να παραπλανήσουν οφειλέτες της εταιρίας αυτής σε σχέση με τον τρόπο εξόφλησης των χρεών - οφειλών τους προς αυτή, με σκοπό ν' αποκομίσουν για λογαριασμό τους και αθέμιτα, εταιρικά χρήματα, υποδεικνύοντας αυτούς να καταθέσουν χρηματικά ποσά σε κοινό - δικό τους τραπεζικό λογαριασμό και όχι σε λογαριασμό της εταιρίας ατής. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα 17.7.2003 έως και 30.1.2004, η πρώτη των κατηγορουμένων Χ2 στην ..., παρακινούμενη και ενθαρρυνόμενη ψυχικά από τον πατέρα της - δεύτερο των κατηγορουμένων Χ1, παρέπεισε τον οφειλέτη της εταιρίας αυτής Ο1 κάτοικο ..., αντιπρόσωπο της εταιρίας "Τ1" στην Ελλάδα, που έχει την έδρα της στην... της Σαουδικής Αραβίας και προμηθευόταν αιτία αγοράς ποσότητες μαρμάρου από την εταιρία "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ", να καταθέσει στο με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, που ήταν κοινός με τον πατέρα της - δεύτερο των κατηγορουμένων, τα χρηματικά ποσά: α. των 12.000 ευρώ τη 17.7.2003, β. των 8.000 ευρώ την 25.7.2003, γ. των 20.000 ευρώ την 8.9.2003, δ. των 10.000 ευρώ την 6.10.2003, ε. των 20.000 ευρώ την 11.12.2003, στ. των 10.000 ευρώ την 19.12.2003 και ζ. των 10.000 ευρώ την 30.1.2004, ήτοι συνολικώς το ποσό των 90.000 ευρώ (βλέπετε τις οικείες επτά τον αριθμό αποδείξεις εισπράξεως της ΕΤΕ και την από 15.6.2005 βεβαίωση της εταιρείας "Τ1"), έναντι οφειλών της "Τ1" προς την εγκαλούσα εταιρία, τις οποίες, οφειλές, είχε την πεποίθηση πως εξοφλούσε με την ως άνω μορφή καταβολής. Περαιτέρω, την 5.5.2004, ο Κ1, εκτελωνιστής - κάτοικος ..., συνεργαζόμενος με την εγκαλούσα εταιρία από το έτος 1997 και εντεύθεν σε σχέση με τις επιστροφές, όταν ανέκυπτε αντικείμενο, προς την εγκαλούσα εταιρία του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων από εξαγωγές μαρμάρων, επιστροφές που γίνονταν κατά κανόνα - συνήθη πρακτική με την παράδοση απ' αυτόν στην εταιρία της τραπεζικής επιταγής και την είσπραξη από την εταιρία της συμφωνηθείσας αμοιβής του, ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ν1 - διαχειριστή της εταιρίας, προκειμένου να ενημερώσει αυτόν για το ότι κατείχε τη με αρ. ... επιταγή της Τράπεζας της Ελλάδος χρηματικού ποσού 55.245 ευρώ, που εκδόθηκε από το... Τελωνείο Θεσσαλονίκης σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας προς επιστροφή ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων. Ο ανωτέρω εκτελωνιστής, έχοντας άμεση ανάγκη χρημάτων, συνεννοήθηκε τηλεφωνικά, σε συνέχεια της ως άνω ενημερώσεως του διαχειριστή της εταιρίας, μ' αυτόν να εισπράξει ο ίδιος την επιταγή αυτή και παρακρατώντας την αμοιβή του, ύψους 8.850 ευρώ, να καταθέσει το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 46.395 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό που θα υποδείκνυε η ανιψιά του - πρώτη των κατηγορουμένων και βοηθός του λογιστηρίου της εγκαλούσας εταιρίας, μετά από δική τους - πρώτης των κατηγορουμένων και του εκτελωνιστή - διαπροσωπική επικοινωνία. Η ανωτέρω βοηθός του λογιστηρίου της εγκαλούσας εταιρίας και πρώτη των κατηγορουμένων υπέδειξε στον εκτελωνιστή τον προσημειούμενο κοινό - στο όνομα της και στο όνομα του πατέρα της - λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου αυτός να καταθέσει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 46.395 ευρώ, όταν όμως ο τελευταίος μετέβη στην Τράπεζα για τον προδιαλαμβανόμενο σκοπό, διαπίστωσε ότι στο λογαριασμό αυτόν, ήτοι τον τηρούμενο με αριθμό... στην ΕΤΕ, δεν ήταν δικαιούχος η εγκαλούσα εταιρία ή ο νόμιμος εκπρόσωπος της και για το λόγο αυτόν επικοινώνησε με την πρώτη των κατηγορουμένων, προκειμένου να ενημερωθεί και να λάβει πλήρη και ακριβή στοιχεία του τραπεζικού αυτού λογαριασμού, Η πρώτη των κατηγορουμένων - εκκαλούντων, με σκοπό να παραπλανήσει τον εκτελωνιστή, ισχυρίσθηκε πως και στον τραπεζικό αυτόν λογαριασμό δεχόταν χρήματα για οφειλές προς την εγκαλούσα εταιρία, με άμεση συνέπεια να πεισθεί αυτός και να καταθέσει το χρηματικό ποσό των 46.395 ευρώ στον, κατά τα προλεχθέντα, υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό της ΕΤΕ, ήτοι αυτόν με αρ. ...με μόνους δικαιούχους τους κατηγορουμένους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή γνώριζε ο ως άνω καταθέτης - εκτελωνιστής πως αυτός ο λογαριασμός δεν χρησιμοποιείται για τις τρέχουσες και συνεχείς οικονομικές συναλλαγές της εγκαλούσας εταιρίας και σε κάθε περίπτωση ότι τηρείται εν αγνοία του διαχειριστή της, δεν θα ενεργούσε την τραπεζική αυτήν υλική πράξη της καταθέσεως του ως άνω χρηματικού ποσού για την εξόφληση οφειλής τους προς την εταιρία αυτήν (βλέπετε την από... απόδειξη εισπράξεως της ΕΤΕ ποσού 46.395 ευρώ με δικαιούχους τους κατηγορουμένους). Οι κατηγορούμενοι εναντιώνονται στα πραγματικά αυτά περιστατικά, διατυπώνοντας την άρνηση τους για την τέλεση αυτών, αιτιώμενοι στο κοινό απολογητικό υπόμνημα τους πως το όλο επίδικο ποσό των 136.395 ευρώ χρησιμοποιήθηκε από την πρώτη - βοηθό λογιστή για εξόφληση οφειλών της εγκαλούσας - εταιρίας προς τρίτους ή κατατέθηκε σε λογαριασμούς της εταιρίας αυτής, πλην όμως η υπερασπιστική αυτή θέση δεν ενισχύεται από το αποδεικτικό υλικό, δεδομένου ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συνοδεύουν αυτήν είναι αόριστοι και ασαφείς, χωρίς να εξειδικεύονται με συγκεκριμένα παραστατικά έγγραφα εξοφλήσεων ή καταθέσεων χρηματικών ποσών προερχομένων από τους επίμαχους λογαριασμούς που διαμόρφωσαν κατά τα προεκτεθέντα, οι καταθέσεις του Ο1 και η κατάθεση του Κ1, με εντεύθεν συναγόμενο συμπέρασμα πως η εναντίωση αυτή των κατηγορουμένων στερείται ουσιαστικής βασιμότητας και συνεπώς δεν είναι ικανή να κλονίσει τα ως άνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά. Ενόψει του ανωτέρω αναπτυσσόμενου ιστορικού, ως προκύπτοντος σύνθετου γεγονότος, πρόδηλο καθίσταται ότι η συμπεριφορά: α. της πρώτης των κατηγορουμένων - εκκαλούντων στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του κακουργήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία προξενήθηκε ζημία υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον επιβεβαιώνεται αποδεικτικά πως η κατηγορουμένη αυτή στην ... κατά το χρονικό διάστημα 17.7.2003 έως και 5.5.2004, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε με περισσότερες - μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ξένη περιουσία πείθοντας τρίτους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, προξενώντας ζημία 136.395 ευρώ και προσποριζόμενη ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος και β. του δευτέρου των κατηγορουμένων - εκκαλούντων συνιστά ηθική αυτουργία στην πρώτη των μερικότερων πράξεων που αποδίδονται στην πρώτη των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι τα σε βάρος του αποδεικτικά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της παραδοχής πως αυτός, εκμεταλλευόμενος την απουσία - λόγω ασθενείας - του διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρίας, ενθάρρυνε ψυχικά και παρακίνησε την πρώτη των κατηγορουμένων και θυγατέρα του στην ... τη 17.7.2003 να προβεί στην εκτέλεση της ως άνω σε βάρος της εγκαλούσας εταιρίας αξιόποινης πράξεως της απάτης, ως ωφελούμενος απ' αυτήν με πρόσκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους από την εκτέλεση της. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφάνθηκε ότι προέκυψαν σοβαρές - επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για τη στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος τους και αποφάσισε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 1ε'και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμόδιου καθ' ύλη και κατά τόπο Δικαστηρίου, ήτοι του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού (Κακουργημάτων) Θράκης (άρθρα 1ε' 111 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ), προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της προδιαληφθείσης αξιόποινης πράξεως με την κύρια και συμμετοχική μορφή της, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3β'- 1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 ν. 2408/1996 και με το άρθρο 14 παρ. 4 ν.2721/1999, σε συνδυασμό ε τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18α', 26 παρ. 1°", 27, 46 παρ. 1α, 51, 52, 60, 63, 79 και 98 του ίδιου Κώδικα". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικώς με το ανωτέρω έγκλημα υπό τη συμμετοχική του μορφή, που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αρχικώς διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση, που επακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα από τις παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει ότι παθούσα από την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη ήταν η εγκαλούσα εταιρία "ΜΑΡΜΑΡΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" και όχι ο εκπρόσωπος της "Τ1" και ο Κ1 που κατέβαλαν τα ανωτέρω ποσά και είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω εκτίθεται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία τελέσθηκε η ηθική αυτουργία, ήτοι με την ψυχική ενθάρρυνση και παρακίνηση της φυσικής αυτουργού από τον ηθικό αυτουργό, λόγω της συγγενικής τους ιδιότητας, αφού, όπως προαναφέρθηκε η φυσική αυτουργός είναι κόρη του ηθικού αυτουργού. Για την ηθική αυτουργία γίνεται εκτενής αναφορά στο βούλευμα και δεν δημιουργείται αντίφαση από το ότι από παραδρομή γίνεται λόγος για συναπόφαση των κατηγορουμένων. Εξάλλου, στο πόρισμα του βουλεύματος δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής των παραπάνω ποινικών διατάξεων. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως και ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 34/2.9.2008 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκου ... για αναίρεση του 161/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220 €) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
1
Αριθμός 1912/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη, περί αναιρέσεως της 4504/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23.4.2009 προσθέτους λόγου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1481/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 11 Σεπτεμβρίου 2008 και υπ' αριθ. εκθ. 285/2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της υπ' αριθ. 4504/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με την ως άνω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και συνεξετασθούν οι πρόσθετοι επ' αυτής από 24 Απριλίου 2009 λόγοι της, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γένεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, την θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Η χρήση της ψευδούς βεβαίωσης από τον αυτουργό ή συμμέτοχο αποτελεί συντιμωρητή ύστερη πράξη, αφού αυτονοήτως αρχήθεν υπήρχε ο σκοπός χρήσης της, ενώ η χρήση από τρίτον είναι αυτοτελής αξιόποινη πράξη. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση, μe την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι ανάγκη να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και τον συντάκτη ή την χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4504/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και τα πρακτικά της, κατά την δημόσια συνεδρίαση του εν λόγω Δικαστηρίου στις 9.6.2008, ο μηνυτής Ν1. Που εξετάσθηκε ως μάρτυρας προσκόμισε σ' αυτό τα αναφερόμενα στις υπ' αριθ. 7 και 8 σελίδες των ως άνω πρακτικών υπό τους αριθμούς 1 έως 27 διάφορα έγγραφα. Των εγγράφων αυτών έλαβε γνώση ο αναιρεσείων και ο συνήγορός του, αφού το Δικαστήριο, μετά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, διέκοψε τη συνεδρίαση για μισή ώρα (από 12.00 έως 12.30') και στη συνέχεια αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο (βλ. 5 και 6 σελίδες της προσβαλλόμενης απόφασης). Επίσης αναγνώσθηκαν, μεταξύ των άλλων εγγράφων που υπήρχαν στη δικογραφία και ήταν αναγνωστέα, και τα παρακάτω έγγραφα: 1) αντίγραφο (1) σελίδα συνθηματικών παραστάσεων (προτελευταίο έγγραφο στην σελίδα 9 της προσβαλλόμενης απόφασης) και 2) τοπογραφικό διάγραμμα (τέταρτο έγγραφο της σελίδας 10, συνδεόμενο με το επόμενο - πέμπτο έγγραφο με τον τίτλο τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίας Χ2). Τα ανωτέρω 29 έγγραφα, που, όπως προαναφέρθηκε, αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τα έλαβε υπόψη του το τελευταίο, συνεκτιμώντας τα με τα άλλα έγγραφα της δικογραφίας και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να επισημαίνεται η ιδιαιτερότητα ή η δεσμευτικότητα κάποιου από αυτά, για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της χρήσης απ' αυτόν ψευδών βεβαιώσεων κατ' εξακολούθηση. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Πρόεδρος του ανωτέρω Δικαστηρίου, πριν κηρύξει το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ρώτησε αν κάποιος από τους διαδίκους χρειάζεται κάποια διασάφηση, ο αναιρεσείων και όλοι οι λοιποί διάδικοι και παράγοντες της δίκης απάντησαν αρνητικώς. Ενόψει, όμως, ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας κάθε εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε για την δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον ως άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των δύο τελευταίων προαναφερομένων εγγράφων (αντιγράφου συνθηματικών παραστάσεων και τοπογραφικού διαγράμματος) είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό τους δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, οι οποίοι είχαν έτσι την δυνατότητα να υποβάλουν τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρονται ειδικά τα δύο αυτά έγγραφα στα πρακτικά. Εξάλλου, με την παράδοση των 27 εγγράφων που προσκόμισε στο Δικαστήριο ο μηνυτής Ν1 στον συνήγορο του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος για μισή ώρα προς μελέτη τους, χωρίς να φέρει κάποια αντίρρηση ως προς τη με επάρκεια του χρόνου αυτού για τη μελέτη αυτών μετά την επανάληψη της συνεδρίασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. αρχή 7ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης), ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε κάποιου δικαιώματος από την προσκόμιση των εγγράφων αυτών, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του, και η δίκη διεξήχθη χωρίς παραβίαση της αρχής "της διάθεσης του χρόνου και των αναγκών ευκολίας προς προετοιμασία της υπεράσπισής του" (άρθρο 6 παρ. 3β της Σύμβασης της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων - ν.δ. 53/1974), με τον αυτονόητο όρο ότι από την τήρηση της εν λόγω αρχής δεν πρέπει να οδηγείται το Δικαστήριο σε αρνησιδικία, με επαναλαμβανόμενες αναβολές και διακοπές της δίκης που διεξάγεται μάλιστα για ένα έγκλημα πλημμεληματικής μορφής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται με τις τρεις ειδικότερες αιτιάσεις, ήτοι της αιφνιδιαστικής προσαγωγής εγγράφων από τον μηνυτή, της μη διάθεσης αναγκαίου χρόνου προς υποβολή των παρατηρήσεων και των απόψεών του επί των εγγράφων αυτών και της ανάγνωσης δύο εγγράφων χωρίς προσδιορισμό της ταυτότητάς τους (1ος έως 3ος λόγοι της αιτήσεως), η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του, κατά την οποία επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με το να λάβει υπόψη του, χωρίς αναγνωσθούν, για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του, και τα ακόλουθα έγγραφα: α) το τοπογραφικό διάγραμμα με την υπεύθυνη δήλωση ("ότι δεν διέρχεται ρέμα πλησίον του οικοπέδου μου") του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ1, επί του οποίου εκδόθηκε η ... οικοδομική άδεια και β) τα από 1948 και 1950 ρυμοτομικά του μηχανικού της Ι. Μονής..., καθόσον τα έγγραφα αυτά αποτελούν τη βάση του αποδιδομένου εγκλήματος (χρήση υφαρπαχθεισών ψευδών βεβαιώσεων) και προκύπτει η γνωστοποίηση του περιεχομένου τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης από την ανάγνωση των δύο οικοδομικών αδειών, ήτοι των υπ' αριθ. ... και ... αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4505/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπλη-ρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Με την 3645/2003 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη (βλ. 3843/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που απέρριψε έφεση κατ' αυτής), έγιναν αμετάκλητα δεκτά, μεταξύ άλλων και ότι ο κατηγορούμενος, από κοινού με την ως διάδικο στην παρούσα δίκη, μητέρα του (Χ3), όπως διαπιστώθηκε από την από 15-7-1998 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Δ1 (που εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου), από το έτος 1986 έως τον Αύγουστο του έτους 1997, χωρίς άδεια της δασικής αρχής εκχέρσωσαν δασική έκταση, εμβαδού τ. μέτρων 2325, κείμενου στη συμβολή των οδών ... και... στη θέση "..." της ... ότι η εν λόγω έκταση πριν την κατάληψή της καλυπτόταν από δάσος χαλεπίου πεύκης, ότι εντός αυτής είχε κατασκευασθεί παλαιότερα οικοδομή 140 τ.μέτρων και ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος (με τη μητέρα του) ανήγειραν διώροφη οικοδομή 206 τ. μέτρων, με υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, περιέφραξαν την έκταση με μανδρότοιχο και κάγκελα 193 μέτρων και φύτευσαν καλλωπιστικά φυτά και άλλα δένδρα. Αποδείχθηκε, περαιτέρω πως, μετά την σύνταξη της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας, εκδόθηκαν,... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του κατηγορουμένου και της μητέρας του, από τον Δασάρχη ..., με το οποίο αποβάλλονταν οι τελευταίοι από την άνω έκταση και η ... πρόσκληση, από την ίδια Αρχή με την οποία εκαλούντο να κατεδαφίσουν τις οικοδομές και λοιπές κατασκευές στην πιο πάνω δασική έκταση, που οι τελευταίοι εκχέρσωσαν. Επιπλέον, εκδόθηκαν από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής η απόφαση ... για την αναδάσωση της έκτασης και η απόφαση ..., με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών (παλαιάς και νέας οικοδομής, περίφραξης, φυτών και δένδρων) τις οποίες είχε πραγματοποιήσει ο κατηγορούμενος και η μητέρα του. Επακολούθησε η έκδοση της 2055/2002 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης των ανωτέρω κατά της πράξης ... αναδάσωσης. Στη συνέχεια εξάλλου κατηγορούμενος (και η μητέρα του Χ3) άσκησε την από 18-4-2002 προσφυγή (αίτηση ακύρωσης) ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της... απόφασης κατεδάφισης των πιο πάνω αυθαίρετων κτισμάτων του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Κατά τη συζήτηση εξάλλου της άνω αίτησης, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 23-10-2003, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της προαναφερόμενης πράξης κατεδάφισης προσεκόμισε και επικαλέσθηκε τις ... και ... οικοδομικές άδειες της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, υποστηρίζοντας βάσει αυτών ανήγειρε την διώροφη οικοδομή και συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτή η κατεδάφισή της. Με βάση τις εν λόγω άδειες το άνω Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει τη προσφυγή του κατηγορούμενου και (βλ. σελ. 14α/β, γ, δ, ε, στ) ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που διατασσόταν η κατεδάφιση των οικοδομών αυτού, που είχαν ανεγερθεί βάσει των άνω αδειών (βλ. αποφάσεις 3645/2003 και 3843/2007 του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Συμβουλίου Επικρατείας, αντίστοιχα). Από το σύνολο όμως των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, που εξέδωσαν τις άνω δύο άδειες, εξαπατήθηκαν και προέβησαν στην έκδοση αυτών, τις οποίες ουδέποτε θα εξέδιδαν εάν στην σχετική αίτηση δεν τους συνυποβάλλονταν και οι σχετικές ψευδείς δηλώσεις των πολιτικών μηχανικών επί του τοπογραφικού διαγράμματος καθεμιάς, ότι "ουδέν ρεύμα διέρχεται πλησίον του οικοπέδου" (βλ. σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα με τις υπεύθυνες δηλώσεις του Πολιτικού Μηχανικού του Μ3 επί των οποίων εκδόθηκε η ... οικοδομική άδεια και Μ1 Αρχιτέκτονα-Μηχανικού επί των οποίων εκδόθηκε η ... οικοδομική άδεια). Μάλιστα, ο Μ3 δήλωσε ότι "ουδέν ρεύμα διέρχεται πλησίον του οικοπέδου μη ισχυούσης εν εναντία περιπτώσει της παρούσης αδείας". H πραγματικότητα όμως είναι ότι υπήρχε ρεύμα πλησίον της αυθαίρετης οικοδομής που ανήγειρε εντός δασικής έκτασης ο κατηγορούμενος, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στα πρακτικά και λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα, ανεξαρτήτως του αν δεν μνημονεύονται ρητώς, μεταξύ των οποίων και: 1) οι ρητές και κατηγορηματικές ένορκες ενώπιον του Δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων Δ1, δασοπόνου και Ν1, 2) το από 15-8-1958 εγκριθέν ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής "..." Κοινότητας..., 3) Το από 1952 τοπογραφικό του μηχανικού της Μονής .... 4) Τα από 1948 και 1950 ρυμοτομικά του μηχανικού της Ι. Μονής ... και 5) η με αρ. πρωτ. ... Απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αθήνας, σύμφωνα με την οποία πρέπει να ανακληθεί ολικά η προαναφερόμενη ... οικοδομική άδεια, επειδή, μεταξύ άλλων, "αποστερήθηκε της νομίμου υπόστασης της κυρίως ένεκα της ψευδούς δηλώσεως του ιδιώτη μελετητή Μηχανικού στο Τοπογραφικό Διάγραμμα περί μη ύπαρξης ρέματος (κάθε μορφής)...". Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του κατηγορούμενου, Μ2 (τοπογράφου-μηχανικού) και Χ4, γυιού του κατηγορουμένου. Οι άνω καταθέσεις, μάλιστα επιβεβαιώνουν (συνεκτιμώμενες με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία) την ύπαρξη ρεύματος. Ειδικότερα, ο Μ2, στον οποίο ο κατηγορούμενος είχε αναθέσει την διερεύνηση της επικρατούσας κατάστασης, βάσει αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1965, 1983 και 2001 ο παραπάνω μάρτυρας, εντελώς αντιφατικά, καταθέτει αρχικά ότι υπήρχε ρέμα στη βορειοδυτική πλευρά της ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, το οποίο περνούσε και στη νοτιοδυτική πλευρά της, ενώ δυτικά εμφανίζεται ένας "αυλώνας", ο οποίος δεν είναι ρεύμα, μέχρι το 1965, υπήρχε ότι από το 1980 και μετά και με τη δημιουργία δρόμου μέσω του οποίου διοχετεύθηκε το νερό και "δημιουργήθηκε το ρεύμα" αναφέρεται στην έκθεση που έχει συντάξει (η οποία δεν προσκομίζεται από τον κατηγορούμενο), ότι θα μπορούσε να εκδοθεί άδεια και ότι εύκολα θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση σ' αυτόν που έκανε την έλεγχο ότι δεν υπήρχε ρεύμα" καταλήγει εντελώς αντιφατικά και αναιρώντας τα αρχικώς κατατεθέντα ότι "το ρεύμα δημιουργήθηκε εκ των υστέρων, ρεύμα δεν διήρχετο ποτέ μέσα από την ιδιοκτησία Χ2 εκεί εγώ λέγω ότι υπήρχε αυλώνας". Τα ίδια κατέθεσε και ο Χ4, άνω την άποψη περί "αυλώνα" υπεστήριξε και οι κατηγορούμενος απολογούμενος. Αλλά και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον τελευταίο (αναφερόμενο, στη σελίδα 10 των πρακτικών) και τα οποία αναγνώσθηκαν δεν αναιρούν την πλήρως αποδειχθείσα, κατά τα άνω, ύπαρξη ρεύματος πλησίον της ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου, κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων, αλλά και έκδοσης των προαναφερομένων οικοδομικών αδειών (... και ..., η δεύτερη των οποίων έχει ανακληθεί, ενώ για την πρώτη υφίσταται εκκρεμή σχετική διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα και με την κατάθεση του Χ4). Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε και από την 70502/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος των αποδιδόμενων σ' αυτόν παραβάσεων των άρθρων 23 παρ. 1 α.ν. 1535/38 και 19 παρ. 3 και 20β του Ν. 2553/1922, οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Άλλωστε και η άνω απόφαση δέχεται ότι πλησίον του οικοπέδου του κατηγορούμενου υφίσταται ρεύμα, επιβεβαιώνοντας τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα. Πέραν αυτών, η πρώτη των άνω αδειών και συγκεκριμένα η ... εκδόθηκε στο όνομα του πατέρα του κατηγορούμενου, Χ2 ο οποίος φέρεται να έχει υποβάλει και τη σχετική αίτηση, από 15-7-1979, προς την πολεοδομία Νομαρχίας Αν. Αττικής, υπογεγραμμένη απ' αυτόν, που όμως είχε αποβιώσει από 11-12-1975 (βλ. ... πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς αυτού, του κατηγορούμενου και της μητέρας του, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δέσποινας Μογγογιάννη, με την οποία αποδέχονται την κληρονομία του αποβιώσαντοςΧ2, που περιλαμβάνει και τη προαναφερόμενη έκταση. Το υποστηριζόμενο από τον κατηγορούμενο, στην απολογία, τα σχετικώς, ότι, "ο μηχανικός που έβγαλε την άδεια, μπορεί να νόμιζε ότι το όνομά του ήταν το όνομα του πατέρα μου", δεν μπορεί να δώσει βεβαίως μία λογική εξήγηση για την μετά από πέντε περίπου έτη από το θάνατο του πατέρα του κατηγορούμενου, υποβολή της άνω αίτησης εκ μέρους του και έκδοσης της πολεοδομικής άδειας στο όνομά του. Και στο σημείο αυτό βεβαίως εξαπατήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής και εξέδωσαν την ... Πολεοδομική άδεια στο όνομα νεκρού προσώπου ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας βεβαίως τα ανωτέρω, ότι δηλαδή οι πιο πάνω οικοδομικές άδειες (... και ...) είχαν υφαρπαγεί με χρήση ψευδών στοιχείων (βεβαίωσις περί μη διέλευσης ρεύματος πλησίον του οικοπέδου για αμφότερες και αίτηση ανύπαρκτου προσώπου για την πρώτη), όπως αποδείχθηκε από το σύνολο των ίδιων, ως άνω τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, κάτι που βεβαίως δεν αρκείται ειδικότερα και ο ίδιος (αρκούμενος στην άρνηση ύπαρξης ρεύματος πλησίον της ιδιοκτησίας του και στην απόδοση σφάλματος στον μηχανικό για την αίτηση του αποβιώσαντος πατέρα του και την έκδοση άδειας στο όνομά του), χρησιμοποίησε τις εν λόγω άδειες, με την έννοια ότι τις προσεκόμισε και τις επικαλέσθηκε κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης προσφυγής του κατά της απόφασης κατεδάφισης των κτισμάτων του προκειμένου να την αποτρέψει, κάτι που πέτυχε, κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα. Το ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κατά τα άνω τις υφαρπαγείσες ως άνω πολεοδομικές άδειες αποδείχθηκε και από το περιεχόμενο της από 18-4-2002 προσφυγής του (σελ. 8 αυτής), αλλά και απ' αυτή την 3645/2003 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου ευθέως αναφέρεται ότι "οι αιτούντες (ο κατηγορούμενος δηλαδή και η μητέρα του Χ3) προσκομίζουν τις ... και ... άδειες της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής". Το ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται στο από 12-6-2002 υπόμνημά του την δεύτερη των άνω αδειών δεν αναιρεί την ως άνω πλήρως αποδειχθείσα χρήση αμφοτέρων, εφόσον αυτός ήταν που τις προσεκόμισε και τις έθεσε υπόψη του άνω Δικαστηρίου, το οποίο βεβαίως δεν ήταν υποχρεωμένο να τις γνωρίζει, ούτε να τις αναζητήσει στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, με τους με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που στην ουσία αποτελούν άρνηση της αντικειμενικής υπόστασης της κατηγορίας. Τα αναφερόμενα επίσης από τον κατηγορούμενο στους ίδιους ισχυρισμούς του περί επουσιωδών ελαττωμάτων της ... οικοδομικής άδειας, που δεν έχει ανακληθεί είναι αλυσιτελή και δεν αναιρούν την παράνομη πράξη της χρήσης των άνω υφαρπαγεισών ψευδών αδειών, κατ' εξακολούθηση. Το Δικαστήριο εξάλλου κρίνει ότι δεν υφίσταται λόγος αναβολής της συζήτησης προκειμένου να κληθούν ως μάρτυρες ο Μ1 και ο υπάλληλος της Πολεοδομίας Υ1, όπως ζήτησε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά την αγόρευσή του. Κι αυτό γιατί τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία επαρκούν για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ενώ δεν κρίνεται ότι θα συμβάλλει προς την κατεύθυνση αυτή η κατάθεση των άνω προσώπων, του Μ1 δε πολύ περισσότερο, εφόσον, ως ο αρχιτέκτων μηχανικός που υπέβαλε τη ψευδή δήλωση για την έκδοση της ... άδειας (που έχει ήδη ανακληθεί), είναι προφανές ότι δεν θα θέλει να ενοχοποιήσει τον εαυτό του. Αναφορικά δε εξάλλου με την κατάθεση του Υ1, ουδόλως διευκρινίζεται και από τον συνήγορο του κατηγορούμενου σε τι συνίσταται η αναγκαιότητα της κατάθεσής του αλλ' ούτε και προέκυψε τέτοια. Συνακόλουθα το αίτημα αναβολής είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο. Να σημειωθεί εξάλλου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει το αναφερόμενο από το συνήγορο του κατηγορούμενου κατά τη συνεδρίαση της 25-1-2008 (κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο) ότι "υποβάλλω ένσταση παραγραφής, λόγω ότι δεν προσκομίστηκαν τα πιο πάνω έγγραφα", λόγω πλήρους αοριστίας του, πέραν του ότι δεν επαναφέρθηκε και κατά τη παρούσα συνεδρίαση. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, το αίτημα που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, επίσης κατά την αγόρευσή του "να χορηγηθούν ελαφρυντικά", είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, λόγω πλήρους αοριστίας του. Κι αυτό γιατί δεν εκθέτει όπως ώφειλε για να στηρίξει τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, ούτε τι είδους ελαφρυντικού ζητεί, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που τον στοιχειοθετούν (σχ. ΑΠ 131/2008 Τράπεζα νομικών Πληροφοριών: Νόμος ΑΠ 1641/07 ΕλΔ/νη 48, 1593, ΑΠ 566/07 Π. Χρ. ΝΗ, 139, ΑΠ 428/06 Π.χρ. Ν ΣΤ, 911). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 και 220 παρ. 1β-α του ΠΚ, οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σ' αυτό, από τα οποία προκύπτει η πολύχρονη διοικητική εξέλιξη της υπόθεσης με τις παρεμβάσεις δημοσίων υπηρεσιών, Ιεράς Μονής ... και άλλων προσώπων, χωρίς να έχει ανατραπεί το ψευδές του περιστατικού ότι δεν διερχόταν πλησίον της ιδιοκτησίας του Χ2, πατέρα του αναιρεσείοντος στην θέση "..." περιφέρειας Κοινότητας ...ρέμα, με συνέπεια να μην μπορεί να εκδοθεί οικοδομική άδεια, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των ενεργειών αυτού να αποφύγει την κατεδάφιση των θεωρουμένων ως αυθαιρέτων κτισμάτων, το περιστατικό δε αυτό γνώριζε ο αναιρεσείων όταν μαζί με το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού που ενεργούσε αρχικά για λογαριασμό του πατέρα του Χ2 και μετά τον θάνατό του το 1975 για λογαριασμό του και τις μητέρας του Χ3 χήρας Χ2, που υπέβαλε ψευδή δήλωση περί μη υπάρξεως ρέματος με αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής και να εκδώσουν τις υπ' αριθ. ... και ... οικοδομικές άδειες (με την ειδικότερη επισήμανση ότι την αίτηση μαζί με τα δικαιολογητικά για την έκδοση της υπ' αριθ. ... οικοδομικής αδείας φέρεται να έχει υπογράψει ο ήδη από το έτος 1975 αποβιώσας πατέρας του αιτούντος Χ2). Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν παραπλανήθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου της Αθήνας, εκδίδοντας την ευνοϊκή εν μέρει γι' αυτόν υπ' αριθ. 3645/223.10.2003 απόφασή του, με την προσκόμιση σ' αυτόν, εκτός των λοιπών εγγράφων, και των υπ' αριθ. ... και ... οικοδομικών αδειών της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, που αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η ύπαρξη των προαναφερομένων δύο οικοδομικών αδειών και η μη αποδειχθείσα ανάκλησή τους κατά τον χρόνο εκείνον (23.10.2003) επηρέασαν κυριαρχικά την κρίση του ανωτέρω Δικαστή για να κάνει δεκτή εν μέρει την προσφυγή του αναιρεσείοντος και της μητέρας του Χ3 χήρας Χ2 και να ακυρώσει εν μέρει την υπ' αριθ. 3784/19.10.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία είχε διαταχθεί η κατεδάφιση κτισμάτων του αναιρεσείοντος και η απομάκρυνση των κατασκευών και δένδρων, λόγω του ότι η έκταση στην οποία είχαν γίνει αυτά φερόταν ως δημόσια αναδασωτέα έκταση. Περαιτέρω και όσον αφορά τους πέντε (5) πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με τους οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είτε για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είτε για εσφαλμένη εφαρμογή από το δικαστήριο της ουσίας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ) πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Α) Ως προς την αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "α) γιατί αναιρείται το δικαίωμά του ως κληρονόμου του πατέρα του Χ2 να οικοδομήσει στο ακίνητο, που εκείνος του κατέλιπε, σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθ. ... οικοδομικής αδείας, που είχε εκδοθεί στο όνομά του και β) ποία ήταν η θέση του ρέματος και ποία η απόστασή του από το ακίνητό του και τα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί σ' αυτό, ώστε να μπορεί να κριθεί αν απαγορευόταν, κατά το νόμο, η ανοικοδόμηση στο ακίνητό του, είναι αλυσιτελής καθόσον τα παραπάνω γεγονότα δεν ήταν αναγκαία για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να τα ερευνήσει. Β) Η αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το γνωστικό στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ως προς τον χρόνο της ύπαρξης αυτού, που προβάλλεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμη, καθόσον σαφώς αιτιολογείται η ύπαρξη του δόλου τόσο κατά τον χρόνο υποβολής των δικαιολογητικών στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Ανατολικής Αττικής για την έκδοση των δύο προαναφερομένων οικοδομικών αδειών όσο και κατά τον χρόνο χρησιμοποιήσεως των εν λόγω αδειών στις 23.10.2003 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Γ) Η αιτίαση που προβάλλει ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και κατά την οποία εσφαλμένα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Διεύθυνση Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής είχε αρμοδιότητα, κατά την έκδοση των δύο ως άνω οικοδομικών αδειών, να βεβαιώσει αν ήταν εν ζωή ο Χ2 κατά τον χρόνο υποβολής των δικαιολογητικών για την έκδοση των αδειών αυτών και ειδικότερα της πρώτης αυτών, αν πλησίον της ιδιοκτησίας του διερχόταν ρέμα, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον στοιχείο του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων είναι ότι με ψευδείς δηλώσεις και διαγράμματα που υποβλήθηκαν στην ανωτέρω υπηρεσία, η οποία ήταν η καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδια για την έκδοση των δύο ως άνω οικοδομικών αδειών, προχώρησε στην έκδοσή τους, κατά παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων της, περιστατικό το οποίο γνώριζε ο αναιρεσείων και παρά ταύτα τις χρησιμοποίησε. Δ) Η προβαλλόμενη με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αιτίαση περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτή δέχθηκε ότι δεν έχει ανακληθεί η υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια της προμνημονευομένης Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων δεν απαιτείται προηγουμένως να έχει ανακληθεί τελεσίδικα και καθ' ολοκληρίαν η εν λόγω οικοδομική άδεια. Και Ε) Ο προβαλλόμενος ως πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 220 παρ. 1Β του ΠΚ, λόγω του ότι στην διοικητική δίκη εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα και αναζητείται από το διοικητικό Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως η ουσιαστική αλήθεια (άρθρο 33 του ν. 2717/1999 - Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) και κατ' ακολουθίαν αποκλείεται η παραπλάνησή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον αρκεί το ότι βεβαίωση προηγήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο με το οποίο παραπλανήθηκε ο υπάλληλος, ανεξάρτητα αν αυτός ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει την αλήθεια, αλλά από αμέλειά του ή ευπιστία του δεν το έπραξε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και E' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως (4ος της κυρίας αιτήσεως και όλοι, ήτοι 1ος έως 5ος πρόσθετοι λόγοι), με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ), αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.9.2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 285/2008) αίτηση με τους επ' αυτής από 23.4.2009 προσθέτους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4504/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη μη ανάγνωση των εγγράφων. Πως προσδιορίζεται η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων ως αβασίμων. Απαράδεκτα πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1910/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κράγκαρη, περί αναιρέσεως της 41828/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1827/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε με απόντα τον εκκαλούντα, τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 41828/2007 απόφαση του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 1472/1.2.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 112.935/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και χρηματική ποινή 3.000.000 δραχμών για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1033, με την ακόλουθη αιτιολογία "Από το από ... αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα ... προκύπτει ότι η υπ' αριθ. 112.935/2000 ερήμην εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επιδόθηκε νομίμως στο Δήμαρχο... επειδή ο κατηγορούμενος εκκαλών δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ..., του Δήμου ... ούτε δήλωσε στην Εισαγγελία Αθηνών τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του, προκειμένου να του γίνονται εκεί οι σχετικές επιδόσεις. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε δια του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Γεωργίου Κράγκαρη την 1.2.2007 την υπό κρίση έφεση, με την οποία ζητεί να εξαφανιστεί η πιο πάνω εκκαλούμενη απόφαση, επειδή ουδέποτε μέχρι σήμερα του κοινοποιήθηκε κλήση να παραστεί στο Δικαστήριο και ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι είναι γνωστής διαμονής. Ο μάρτυρας όμως του εκκαλούντος, ..., που εξετάστηκε στο ακροατήριο παραδέχθηκε ότι ο εκκαλών, που είναι πατέρα, μέχρι τις αρχές του έτους 2005 διέμενε στην οδό .... Όμως, ο ανωτέρω Αστυφύλακας βεβαιώνει ότι ο εκκαλών δεν βρέθηκε στην οδό..., που ήταν η τελευταία γνωστή κατοικία του και συνεπώς ήταν αγνώστου διαμονής. Κατ' ακολουθίαν τούτων, επειδή η υπό κρίση έφεση του (αριθ. πρωτ. έκθεσης έφεσης 1472/1.2.2007) ασκήθηκε με την πάροδο πολύ μεγαλυτέρου χρόνου των δέκα (10) ημερών, πρέπει αυτή (έφεση) να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της". Με τις παραπάνω παραδοχές, διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην ως άνω απόφαση, αναφέρονται μεταξύ άλλων, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δηλαδή η 8η Φεβρουαρίου 2002, η οποία προκύπτει από το μνημονευόμενο αποδεικτικό επιδόσεως του αναφερόμενου αστυνομικού υπαλλήλου, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως (1 Φεβρουαρίου 2007). Στο έγγραφο της εφέσεως ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε, δικαιολογώντας το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, τον ισχυρισμό της ακυρότητας της επιδόσεως σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής και συγκεκριμένα ανέφερε ότι ουδέποτε μέχρι την ημέρα της ασκήσεως της εφέσεως του επιδόθηκε κλήση να παραστεί στο Δικαστήριο, ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση. Στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, απάντησε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του και βεβαιώθηκε το άγνωστο της διαμονής του, οπότε και επιδόθηκε η απόφαση στον αρμόδιο Δήμαρχο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο δεν δόθηκε ο λόγος στον δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να απολογηθεί ως κατηγορούμενος, αλλ' ούτε μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού α) ενώπιον του Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, δεν υπήρξε ζήτημα απολογίας του κατηγορουμένου και β) ως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για το ζήτημα της τυπικής παραδοχής της εφέσεως δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 16.10.2007 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της 41.828/25.6.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1911/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Τσιρβούλα - Παυλάκη, περί αναιρέσεως της 786/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1907/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους δεχθεί ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Έτσι, αν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αναπτύχθηκαν προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκαν γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκαν δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιελάμβανουν τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή τους όντας ορισμένοι, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη τους (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη 786/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (Πλημμελημάτων), ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανέπτυξε προφορικά δια της συνηγόρου του και κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, με τους οποίους ζητούσε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων, της ειλικρινούς μετανοίας και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρόνο από την τέλεση της πράξεως. Οι ως άνω ισχυρισμοί έχουν ως εξής: "Κατηγορήθηκα δυνάμει της υπ' αριθ. 891/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης για παράβαση του Νόμου περί λαθρομεταναστών, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριακοσίων ενός (301) μηνών και συνολική χρηματική ποινή εβδομήντα επτά χιλιάδων (77.000) ευρώ ... 2) Αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας. Ο κατηγορούμενος, μετά την τέλεση της πράξης, για την οποία κατηγορείται, έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη του και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει ... 3) Αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου του ελαφρυντικού της καλής διαγωγής ... 4) Αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων. Το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση". Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την προταθείσα ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, απέρριψε δε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία: "Οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφίων β', δ' και ε' του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την έννοια αυτών". Πράγματι, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί είναι εντελώς αόριστοι, αφού δεν διαλαμβάνουν τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απάντησε, και απέρριψε αυτούς αιτιολογημένα με την προσβαλλομένη απόφασή του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως και, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλον λόγον αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 786/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μεταφορά - προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό και μη παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώρισή ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
2
Αριθμός 1915/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζώη-Τσιγάρα, για αναίρεση της 311/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 938/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/72), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε, ενώ, κατά το εδάφιο γ' αυτής, ορίστηκε ότι, για τις πράξεις έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για τις οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου (4-6-1996), έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δεν δηλώσει ότι επιθυμεί τη συνέχισή της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 42 ΚΠΔ. Τέλος, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999, το τελευταίο αυτό εδάφιο γ' του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 αντικαταστάθηκε και ορίστηκε ότι η διαδικασία για τις παραπάνω πράξεις συνεχίζεται, "αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ, με εκείνη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, αν η πιο πάνω δήλωση δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου (3-6-1999), δηλαδή μέχρι τις 3-12-1999, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης γίνονται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του ΚΠΔ. (Ας σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη εξάμηνη προθεσμία παρατάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 2743/1999, μέχρι τις 26-12-1999, λόγω των σεισμών της 7-9-1999). Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου-ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [ΟλΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει τη γνησιότητα της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. Τα ίδια ισχύουν και για την κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2721/1999 δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατά του οποίου, αρχικά η δίωξη αυτή είχε ασκηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού η εν λόγω δίωξη ισοδυναμεί (προσομοιάζει ουσιαστικά) με την υποβολή έγκλησης) - Βλ. Ολ. ΑΠ 4/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, η ποινική δίωξη για την έκδοση των δύο επίμαχων ακάλυπτων επιταγών ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατόπιν της από 16-11-2004 εγκλήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΠΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ" ως τελευταία κομίστρια από νόμιμη οπισθογράφηση, των επιταγών αυτών. Με το υπ' αριθμ. 31/30-6-2003 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω ανώνυμης εταιρείας είχε αποφασισθεί και ανατεθεί στον Πρόεδρο αυτού και Διευθύνοντα Σύμβουλο Σ1 όπως προβλέπεται από το καταστατικό η ενάσκηση συνολικά των δικαιωμάτων του (ΔΣ) και παρασχεθεί στον τελευταίο δικαίωμα υπογραφής ως εκπροσώπου και για λογαριασμό της, ενώ η θητεία του συγκεκριμένου ΔΣ διήρκεσε μέχρι την 30-6-2006 (βλ. το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του ΔΣ της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και το υπ' αριθ. 8414/4-8-2003 ΦΕΚ τείχος Αν. Ετ. και Ετ. Περιορισμένης Ευθύνης). Επομένως, νομίμως ο Σ1 εκπροσώπησε την ως άνω ανώνυμη εταιρεία και υπέβαλε για λογαριασμό αυτής την από 16-4-2004 έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη σκέψη, ότι ο προαναφερόμενος Σ1, ενήργησε ως .... του Δ.Σ της νομιμοποιούμενης ενεργητική για την υποβολή της ως άνω εγκλήσεως προμνημονευομένης ανώνυμης εταιρίας (ως όργανο εκπροσώπησης της), έχοντας δικαίωμα γενικά να διαχειρίζεται και συμβάλλεται για λογαριασμό της εταιρίας αυτής, όπως ορθά δέχθηκε και το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Συνεπώς, αφού η κατά το άρθρο 22 του ν. 2721/1999 δήλωση (έγκληση) εγκύρως και εγκαίρως υποβλήθηκε από τον εξουσιοδοτηθέντα με το ως άνω πρακτικό του Δ.Σ της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. 4 του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποιος εκπροσωπεί την κομίστρια ανώνυμη εταιρία για την υποβολή της έγκλησης και παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Δεν απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση από το υποκατάστατο του Δ.Σ. πρόσωπο (συνήθως μέλος αυτού) για την άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων. Απόρριψη του σχετικού λόγου αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510§1 περ. Η΄ ΚΠΔ) και της αίτησης αναίρεσης με μόνο λόγο αναίρεσης τον προαναφερόμενο ως προς την υποβολή της έγκλησης και παράσταση της πολιτικής αγωγής
null
null
2
Αριθμός 1.904/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 2.450/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5)Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) ...., 3) Ψ2, 4) ..., 5) ..., που δεν παραστάσθηκαν στο ακροατήριο. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 19/2.4.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Και αν είναι ασήμαντη, τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο. Από τη ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η απλή σωματική βλάβη διαβαθμίζεται ανάλογα με τη σπουδαιότητα της σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες για τον παθόντα και σε ασήμαντη, η οποία είναι εκείνη που έχει ήπιες συνέπειες. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, αναφορικά με τους αναιρεσίβλητους Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, κατηγορούμενους για απλή σωματική βλάβη από κοινού και κατά μόνας κατά συρροή, ηθική αυτουργία σε απλή σωματική βλάβη κατά συρροή και φθορά ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, δέχθηκε με την 2450/2007 απόφαση του ότι οι αποδιδόμενες σ' αυτούς σωματικές βλάβες είναι εντελώς ελαφρές και η φθορά ξένης ιδιοκτησίας ευτελούς αξίας, έπαυσε την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων υφ' όρον κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του Νόμου 3346/2005. Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά προς την πράξη της απλής σωματικής βλάβης και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...κατά το ανωτέρω επεισόδιο, ο Ψ1 υπέστη κάκωση δεξιού ώμου, εκδορά δεξιάς ωμικής χώρας και δεξιάς άκρας χειρός, αριστερού γόνατος, η δε σωματική βλάβη είναι εντελώς ελαφρά. Εντελώς ελαφρές είναι και οι σωματικές βλάβες των λοιπών εγκαλούντων, αφού τελικά αυτοί δεν χρειάστηκε να επισκεφτούν γιατρό. Ειδικότερα, όσον αφορά τον Ψ2, όπως προκύπτει από την από 15.10.2004 ιατρική γνωμάτευση, ευρέθη πάσχων από εκφυλιστική σπονδυλαρθρίτιδα, δηλαδή χρόνια πάθηση... Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού γίνει επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σε εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, θα πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του Ν. 3346/2005". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, στέρησε την απόφαση του της νόμιμης βάσεως, διότι περιέχει σ' αυτήν ασάφειες και αντιφάσεις σχετικά με το είδος της σωματικής κακώσεως και βλάβης της υγείας που γίνεται δεκτόν ότι προξενήθησαν στους παθόντες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 308 παρ. 1 και του άρθρου 31 του ν. 3346/2005, αφού δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, που να ανάγονται στις συνέπειες που είχαν για τους παθόντες οι σωματικές κακώσεις, δηλαδή αν οι συνέπειες ήταν όλως επιπόλαιες ή εντελώς ήπιες για να μπορεί να κριθεί το είδος τους. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου είναι ουσιαστικά βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξη με την οποία έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων για το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης και για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2.450/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, ως προς τη διάταξη με την οποία έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων για το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης και το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το προαναφερόμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Λόγος αναιρέσεως: Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί.
Σωματική βλάβη απλή
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Σωματική βλάβη απλή.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1902/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 167/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 695/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 367/7-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., την αριθμ. 3/11-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδ. ... αριθμ. ... - ..., η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του αριθμ. 167/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το αριθμ. 796/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης του άρθρου 2 του Ν.2331/1995 κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13 εδ. γ' και στ', 98, 216 παρ. 1-3α-β Π.Κ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεώς του αυτής εξεδόθη το αριθμ. 167/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, κήρυξε άκυρο το αριθμ. 796/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αφού κράτησε την υπόθεση παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 Π.Κ. και 2 Ν.2331/1995) και της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) και διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13 εδ. γ-στ, 98, 216 παρ. 1-3α-β Π.Κ.). Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 20-3-2008 (βλ. το από 20-3-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ....), η δε αίτηση ασκήθηκε, προ πάσης επιδόσεως, την 11-3-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Γραφείου Βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης Μαρίας Κατσαροπούλου, συνετάγη δε από εκείνη, η αριθμ. 3/11-3-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο της παραπεμπτικής διάταξης του βουλεύματος για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων κατ' εξακολούθηση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, εκείνος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς το κεφάλαιο της παραπεμπτικής διάταξης του βουλεύματος για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (εκ πλαγίου παραβίαση - έλλειψη νομίμου βάσεως). Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 του Ν.2331/1995, όπως η παράγ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν.2655/1998 "Με ποινή καθείρξεως μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιασδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητα κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Η έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας" που προβλέπεται και τιμωρείται κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 του Ν.2331/1995, όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν.2655/1998, προσδιορίζεται, στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχ. α' του άρθρου 1 του Ν.2331/1995, μεταξύ των οποίων ρητώς αναφέρονται και τα εγκλήματα της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 372 παρ. 1 εδ. β Π.Κ.) και των διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής του άρθρου 374 περ. α-στ του Π.Κ. (υποπερίπτωση αστ. του άρθρου 1α του Ν.2331/95). Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και να εξατομικεύεται ως προς τον χρόνο και τους δράστες αυτής έστω και αν δεν έχουν κατηγορία (Α.Π. 372/2002 ΠΧ, ΝΓ 208). Με την τροποποίηση του Ν.2331/1995 δια του Ν.3424/2005, που ισχύει από 13-12-2005, απαλείφθηκε, από τα πιο πάνω περιοριστικά αριθμούμενα "βασικά" αδικήματα του άρθρου 1 στοιχ. α, η υποπερίπτωση που αφορά την αξιόποινη πράξη της κλοπής. Προστέθηκε όμως με την παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου 3424/2005, η υποπερίπτωση ii, σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "Κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή, στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και ιδιώνυμο έγκλημα αντικειμενικά μεν απαιτείται αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση των εμπεριεχόμενων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου αξιόποινων πράξεων, υποκειμενικά δε, απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων και επί πλέον ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την κερδοσκοπία ή τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσής της από το άρθρο 1 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου καθοριζομένης "περιουσίας" η οποία περιλαμβάνει τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων" (Α.Π. 1057/2008, Α.Π. 83/2006, Α.Π. 2548/2005, ΠΧ, ΝΣΤ, 622, Α.Π. 372/2002 ΠΧ, ΝΓ 208). Προκειμένου δε να ενταχθούν μεταξύ των "βασικών" εγκλημάτων και τα αναφερόμενα στην πιο πάνω υποπερίπτωση ii, που προστέθηκε με την παράγ. 1 του άρθρου 2 του νόμου 3424/2005, μεταξύ των οποίων και η κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και οι διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, πρέπει, από την τέλεσή τους, να προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. Εξάλλου, αναφορικά με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων, το εδ. στ του άρθρου 13 Π.Κ., όπως προστ. με άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τον ορισμό αυτό του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της κρινόμενης πράξης "κατ' επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 176/2006 ΠΧ, ΝΣΤ, 793, Α.Π. 573/2003 Π.Χρ. ΝΔ, 123, Α.Π. 372/2002 ΠΧ, ΝΓ, 208, Α.Π. 1795/2001 ΠΧ, ΝΒ, 639, Α.Π. 692/2000 ΠΧ, ΝΑ, 47 κ. άλ.). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Α.Π. 217/2003 ΠΧ, ΝΓ, 929, Α.Π. 1224/2001 ΠΧ, ΝΒ, 426). Επίσης, κατά τις διατάξεις των εδαφίων α' και β' της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 216 του Π.Κ., όπως το μεν εδάφιο α' προστέθηκε στην παραγ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν.2721/1999, και όπως το εδάφιο β' της ιδίας παραγράφου προστέθηκε σ'αυτήν με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ και β) ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδ. α' της παραγ. 3 του άρθρου 216 Π.Κ., απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημιά που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (Α.Π. 2172/2003 ΠΧ, ΝΔ, 790, Α.Π. 184/2002 ΠΧ, ΝΒ, 898), ενώ για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου β της παραγ. 3 του άρθρου 216 Π.Κ., απαιτείται να διαπράττει ο υπαίτιος πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από την τροποποίηση και συμπλήρωση της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.Κ., που έγινε με τα εδάφια α' και β' του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν.2721/1999, τα οποία άρχισαν να ισχύουν από τις 3-6-1999 και δεν έχουν αναδρομική ισχύ, γιατί είναι δυσμενέστερα για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, λόγω της ελλείψεως διατάξεως αντίστοιχης προς εκείνη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953, η οποία αναφέρεται μόνο στα προβλεπόμενα από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950 εγκλήματα, εφόσον το όφελος ή η βλάβη, που επιδιώχθηκε με κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας, δεν υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, έφερε η πράξη αυτή τον χαρακτήρα πλημμελήματος και ετιμωρείτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ, με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, έστω και αν το συνολικό ποσό του οφέλους ή της βλάβης (από όλες τις μερικότερες πράξεις) υπερέβαινε τα 25.000.000 δρχ. και είχε τελεσθεί συγχρόνως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια (Ολ. Α.Π. 5/2002 ΠΧ, ΝΒ, 697, Α.Π. 59/2004 ΠΧ, ΝΔ, 512, Α.Π. 115/2004 ΠΧ, ΝΕ, 32, Α.Π. 1560/2003 κ.α.). Τέλος, κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με την παραγ. 1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (Α.Π. 17/2004 ΠΧ, ΝΔ, 594). Η προστεθείσα αυτή δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 98 Π.Κ. με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί και στα εγκλήματα της πλαστογραφίας της παραγράφου 3 του άρθρου 216 Π.Κ. που τελέστηκαν πριν από τις 3-6-1999, οπότε άρχισε να ισχύει ο Ν.2721/1999, διότι είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη (Ολ. Α.Π. 5/2002). Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν.2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τόσο με δικές του σκέψεις, όσο και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο κατηγορούμενος, Χ, διατηρεί στη ... και επί της οδού ... στον ..., ατομική επιχείρηση εμπορίας μοτοσυκλεττών με την επωνυμία 'ΜΟΤΟ ...'. Σε μία μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1998 μετέβη στη ..., και εκεί μέσω του φίλου ΑΑ, μονίμου κατοίκου ..., γνώρισε τον Γερμανό υπήκοο ΒΒ, ο οποίος μαζί με τους αδελφούς του, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, είχε συστήσει εγκληματική οργάνωση με αντικείμενο τη διάπραξη στη Γερμανία κλοπών τροχοφόρων οχημάτων, και ιδίως μοτοσυκλεττών, τα οποία στη συνέχεια πωλούσαν σε τρίτους αντί χαμηλού αντιτίμου, το οποίο διένειμαν μεταξύ τους. Κατά την παραπάνω συνάντησή τους, συμφώνησαν ο ΑΑ και ο ΒΒ να προμηθεύουν στον Χ μεγάλης αξίας και μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέττες, και ο άνω κατηγορούμενος να τους καταβάλλει το τίμημα, δηλαδή 5.000 Γερμανικά Μάρκα για κάθε μοτοσυκλέττα τύπου ΒΜΒ και 4.500 Γερμανικά Μάρκα για κάθε άλλη, άλλου τύπου. Έτσι, δυνάμει της παραπάνω συμφωνίας, ο Χ με τη μεσολάβηση του ΑΑ προέβαινε σε έγγραφες παραγγελίες προς τους αδελφούς ΒΒ-ΓΓ-ΔΔ-ΕΕ-ΣΤ των μοτοσυκλεττών που επιθυμούσε να του προμηθεύσουν και οι τελευταίοι, αφού τις εντόπιζαν σε διάφορα σημεία της ..., τις έκλεβαν και τις παρέδιδαν στον ΑΑ, ο οποίος διατηρούσε στη ... αποθήκες για το σκοπό αυτό. Στη συνέχεια, αφού ο τελευταίος εξέδιδε τα απαραίτητα πλαστά κατά κανόνα έγγραφα, δηλαδή άδειες κλπ., σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο, φρόντιζε για τη μεταφορά των μοτοσυκλεττών στην Ελλάδα, με φορτηγά. Κατά τον τρόπο αυτό περιήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από 6-4-1998 μέχρι 11-5-1999,στην κατοχή του κατηγορουμένου οι ακόλουθες μοτοσυκλέττες, οι οποίες κλάπηκαν στην αλλοδαπή: 1) Μοτοσικλέτα τύπου Yamaha, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 2) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 21.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 3) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 4) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 5) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.430 DM, ιδιοκτησίας ... . 6) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 7) Μοτοσικλέτα τύπου Kawasaki, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 10.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 8) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 9) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 10) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 14.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 11) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 12) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 30.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 13) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.900 DM, ιδιοκτησίας ... . 14) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 8.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 15) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 21.000 DM, ιδιοκτησίας .... . 16)Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 23.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 17) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 18) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.500 DM ιδιοκτησίας ... . 19) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 20) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 17.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 21) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 18.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 22) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 14.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 23) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 11.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 24) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ...9, αξίας 24.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 25) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 19.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 26) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.100 DM, ιδιοκτησίας ... . 27) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 25.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 28) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 23.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 29) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 15.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 30) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 31) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 32) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, αξίας 20.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 33) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 28.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 34) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 20.478 DM, ιδιοκτησίας ... . 35) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 36) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ..., 37) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.200 DM, ιδιοκτησίας ... . 38) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 19.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 39) Μοτοσικλέτα αδιακρίβωτου τύπου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 40) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 11.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 41) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 9.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 42) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 14.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 43) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.500 DM, ιδιοκτησίας ... . Από τις παραπάνω 43 μοτοσικλέτες, οι 39 εισήχθησαν τμηματικά στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1998 και 1999, ενώ τις υπόλοιπες 4 που αποπειράθηκε να εισάγει ο κατηγορούμενος σε συνεργασία με τον ΑΑ, τις κατέσχεσαν οι Γερμανικές Αστυνομικές Αρχές. Ο κατηγορούμενος για να πετύχει την εισαγωγή των παραπάνω μοτοσυκλετών, στην Ελλάδα, κατέθετε στο Α' και στο Η' Τελωνείο πιστοποιητικά διασαφήσεων, με τους παραποιημένους αριθμούς πλαισίου της κάθε μοτοσυκλέτας και έτσι εκδίδονταν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά τελωνισμού. Το όφελος που αποκόμιζε ο κατηγορούμενος, από την δραστηριότητά του αυτή, ήταν μεγάλο, αφού στην συνέχεια πωλούσε, σε διάφορους αγοραστές, την κάθε μοτοσυκλέτα προς 30.000 γερμανικά μάρκα περίπου [αναφέρονται λεπτομερώς στα πιστοποιητικά τελωνισμού]. Από τις παραπάνω περιπτώσεις, στις με αριθμό 31 έως 33, οι μηχανές μεταβιβάστηκαν με πλαστό αριθμό πλαισίου και όχι με τον αρχικό γνήσιο. Η παράνομη δραστηριότητα του εκκαλούντος προέκυψε από την νόμιμη παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του ίδιου και του συνεργάτη του στην ..., ΑΑ, καθώς και από μελανοταινία της γραφομηχανής του τελευταίου, στην οποία κατάρτιζαν τα φορτωτικά έγγραφα και τους πλαστούς τίτλους κυριότητας των μοτοσυκλεττών, προκειμένου να επιτευχθεί η νομιμοποίησή τους και η εισαγωγή τους στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο ΑΑ ομολόγησε την εγκληματική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει με τον εκκαλούντα και τους Γερμανούς συνεργάτες του, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πληρούται η νομοτυπική μορφή των πράξεων, για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και συγκεκριμένα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς ο κατηγορούμενος από κερδοσκοπία αγόρασε και έλαβε στην κατοχή του τις παραπάνω αναφερόμενες μοτοσυκλέττες, που προέρχονται από την παράνομη δραστηριότητα της κακουργηματικής κλοπής. Επιπλέον, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε "επιχείρηση εμπορίας μοτοσυκλεττών, μέσω της οποίας μεταπωλούσε έναντι υψηλού τιμήματος τις προαναφερθείσες μοτοσυκλέττες, προκύπτει ο σκοπός του, για πορισμό εισοδήματος και ότι ο συγκεκριμένος δράστης ασκεί τέτοιες δραστηριότητες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Περαιτέρω, στοιχειοθετείται και η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, από άτομο που δρα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς ο κατηγορούμενος παραποίησε τους αριθμούς πλαισίου των μοτοσυκλεττών που κλάπηκαν στην αλλοδαπή, τους οποίους και χρησιμοποίησε καταθέτοντας στα Η' και Α' Τελωνεία ... πιστοποιητικά διασαφήσεων, στα οποία αναγράφονταν οι πλαστοί αριθμοί πλαισίου και εκδόθηκαν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά τελωνισμού. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ για τις αξιόποινες πράξεις α) της παράβασης του άρθρου 2 του Ν.2331/1995 κατ' εξακολούθηση και β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), που τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως τον Μάϊο του έτους 1999 (11-5-99). Έτσι, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από αυτόν ασκηθείσα κατά του αριθμ. 796/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έφεση και κήρυξε άκυρο το παραπάνω παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, κράτησε την υπόθεση και παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, παραθέτει, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ, 98 Π.Κ. και άρθρο 2 Ν.2331/1995 που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αφού και κατά την έκδοση του βουλεύματος (7-2-2008) που ήδη είχε τεθεί σε ισχύ (13-12-2005) ο Ν.3424/2005 η διακεκριμένη κλοπή (άρθρο 374 περ. δ Π.Κ.) από την οποία προέκυψε περιουσία, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος (κατά την μετατροπή της αξίας των κλαπεισών μοτοσυκλεττών από τα γερμανικά μάρκα σε δραχμές και ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη ισοτιμία γερμανικού μάρκου και δραχμής της χρονικής περιόδου της κλοπής) τουλάχιστον 15.000 ευρώ, προβλεπόταν μεταξύ των βασικών εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.2331/1995, ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν καθορίζει την πράξη της κύριας εγκληματικής δραστηριότητας, από την τέλεση της οποίας, εκ μέρους της ομάδας των αδελφών Μύλλερ στη ..., προήλθε η περιουσία του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που του αποδίδεται, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό του προσβαλλομένου καθορίζεται σ' αυτό, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, ότι από την τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής κλοπής εκ μέρους της παραπάνω ομάδας προήλθε η περιουσία του προαναφερομένου εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που τέλεσε ο κατηγορούμενος, από τα πραγματικά περιστατικά δε που εκτίθενται σ' αυτό καθίσταται προφανές ότι αναφέρεται στη διακεκριμένη περίπτωση κλοπής του άρθρου 374 περ. δ Π.Κ. "αν η κλοπή τελέσθηκε από δύο ή περισσοτέρους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες" έστω και αν χρησιμοποιεί διαφορετική φρασεολογία "σύσταση εγκληματικής οργάνωσης με αντικείμενο τη διάπραξη στη ... κλοπών τροχοφόρων οχημάτων και ιδίως μοτοσυκλεττών". Είναι επομένως αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, ως προς το σκέλος αυτό, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ, κατ' εκτίμηση του δικογράφου και προβλεπόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να απορριφθεί, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί, κατά το αντίστοιχο σκέλος της, και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Καθόσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 98, 216 παρ. 1-3α-β Π.Κ.), που φέρεται ως τελεσθείσα κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 1998 μέχρι 11-5-99 παρατηρούμε τα εξής: Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1-3 και 112 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 στοιχ. β, 370 στοιχ. β και 485 του Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/30-6-2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 του Κ.Ποιν.Δ., όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν.3160/2003. Στην προκειμένη περίπτωση παραπέμφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων, εκτός της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98, 216 παρ. 1-3α-β Π.Κ.), την οποία φέρεται ότι διάπραξε κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 1998 μέχρι 11-5-1999. Οι μερικότερες όμως αυτές πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού φέρονται ως τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 1998 μέχρι 11-5-1999, δηλαδή πριν από την έναρξη (3-6-1999) ισχύος της διατάξεως του άρθρου 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, οπότε η πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση προσελάμβανε κακουργηματικό χαρακτήρα, εφόσον το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), κατά τις παραδοχές δε του βουλεύματος και σύμφωνα με την επίσημη ισοτιμία γερμανικού μάρκου - δραχμής κατά τον χρόνο τέλεσής των (ισοτιμία γερμανικού μάρκου - δραχμής, κατά μέσο όρο, Μάρτιο 1998 - 167, 657 δρχ., Απρίλιο 1998 - 174, 436, Μάϊο 1998 - 172, 971, Ιούνιο 1998 - 169, 690, Αύγουστο 1998 -168, 324, Σεπτέμβριο 1998 - 172, 080, Οκτώβριο 1998 - 172, 123, Νοέμβριο 1998 - 168, 190, Δεκέμβριο 1998 - 168, 003, Ιανουάριο 1999 - 165, 443, Φεβρουάριο 1999 - 164, 631, Μάρτιο 1999 - 164, 852, Απρίλιο 1999 - 165, 540, Μάϊο 1999 -166, 299), το όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του από την κάθε μία πράξη ο αναιρεσείων (παραποίηση αριθμού πλαισίου κάθε μίας μοτοσυκλέττας) δεν υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. ήτοι 73.000 ευρώ, η δε διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 3 του άρθρου 216 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν.2721/1999 είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, αφού με αυτή η πλημμεληματική πλαστογραφία μεταβάλλεται σε κακουργηματική τοιαύτη και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, για τις προ της ισχύος του νόμου (3-6-99) φερόμενες ως τελεσθείσες πράξεις πλαστογραφίας. Συνεπώς η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού η τελευταία μερικότερη πράξη φέρεται ως τελεσθείσα στις 11-5-1999, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς, να έχει μεσολαβήσει αναστολή του χρονικού αυτού διαστήματος της παραγραφής. Λαμβανομένου, ύστερα από όλα αυτά, υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναίρεσης, που ανάγεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (εκ πλαγίου παραβίαση-έλλειψη νομίμου βάσεως) (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β-δ' του Κ.Π.Δ.), πρέπει, κατά τούτο, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς, η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, λόγω παραγραφής. Συνεπώς παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό του προσβαλλομένου βουλεύματος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 167/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και δη καθόσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., οδ. ... αριθμ. ... - ..., αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, την οποία φέρεται ότι διέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο του έτους 1998 μέχρι και 11-5-1999 και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατ' αυτού για την πράξη αυτή ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. 2) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ' αριθμ. 3/11-3-2008 αίτηση αναίρεσης του αυτού ως άνω αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 167/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Αθήνα 17-6-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του Νόμου 2331/1995, όπως η παράγραφος 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Νόμου 2655/1988 "με ποινή καθείρξεως μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητα κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Η έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, που προβλέπεται και τιμωρείται κατά την πιο πάνω διάταξη, προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχείο α' του άρθρου 1 του Νόμου 2331/1995, μεταξύ των οποίων ρητώς αναφέρονται και τα εγκλήματα της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 372 παρ. 1 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα) και των διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής του άρθρου 374 περ. α - στ του Π.Κ.. Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και να εξατομικεύεται ως προς τον χρόνο και τους δράστες αυτής, έστω και αν δεν έχουν κατηγορία. Με την τροποποίηση του νόμου 2331/1995 την οποία επέφερε ο νόμος 3424/2004, που ισχύει από 13 Δεκεμβρίου 2005, απαλείφθηκε από τα παραπάνω περιοριστικά απαριθμούμενα "βασικά" αδικήματα του άρθρου 1 στοιχ. α', η υποπερίπτωση που αφορά στην αξιόποινη πράξη της κλοπής. Προστέθηκε, όμως, με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του νόμου 3424/2005, η υποπερίπτωση ϋ, σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ" Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και ιδιώνυμο, αντικειμενικά μεν απαιτείται αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση των αξιόποινων πράξεων που εμπεριέχονται στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων και επί πλέον ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την κερδοσκοπία ή τη συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεως της περιουσίας που καθορίζεται από το άρθρο 1 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Προκειμένου δε να ενταχθούν μεταξύ των βασικών εγκλημάτων και τα αναφερόμενα στην πιο πάνω υποπερίπτωση ϋ, που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του νόμου 3424/2005, μεταξύ των οποίων και η κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και οι διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, πρέπει από την τέλεσή τους να προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ. εξάλλου, σχετικά με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της νομιμοποιήσεως παράνομων εσόδων, το εδ. στ' του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 2408/1996, ορίζει ότι κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τον ως άνω ορισμό προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως της κρινόμενης πράξεως κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν το έγκλημα τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των εδαφίων α' και β' της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως το μεν εδάφιο α' προστέθηκε στην παράγραφο 3 με το άρθρο 1 παρ. 7α του νόμου 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο β' της ίδιας παραγράφου προστέθηκε σ' αυτήν με το άρθρο 14 παρ. 2β του νόμου 2721/1999, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ και β) ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, απαιτείται να διαπράττει ο υπαίτιος πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ. ΣΤΟ σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι πριν από την τροποποίηση και συμπλήρωση της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, που έγινε με τα εδάφια α' και β' του άρθρου 14 παρ. 2 του νόμου 2721/1999, τα οποία άρχισαν να ισχύουν από τις 3 Ιουνίου 1999 και δεν έχουν αναδρομική ισχύ, γιατί είναι δυσμενέστερα για τον κατηγορούμενο, επί πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, λόγω της ελλείψεως διατάξεως αντίστοιχης προς εκείνη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953, η οποία αναφέρεται μόνο στα προβλεπόμενα από το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 1608/1950 εγκλήματα, εφόσον το όφελος ή η βλάβη, που επιδιώχθηκε με κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας, δεν υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, έφερε η πράξη αυτή τον χαρακτήρα πλημμελήματος και τιμωρούνταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, και αν ακόμη το συνολικό ποσό του οφέλους ή της βλάβης (από όλες τις μερικότερες πράξεις) ξεπερνούσε τα 25.000.000 δραχμές και είχε τελεσθεί συγχρόνως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Τέλος, κατά την παράγραφο 2 του άρθρο 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Νόμου 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η δεύτερη αυτή παράγραφος που προστέθηκε στο άρθρο 98 Π.Κ. δεν μπορεί να εφαρμοσθεί και στα εγκλήματα της πλαστογραφίας της παραγράφου 3 του άρθρου 216 Π.Κ., που τελέστηκε πριν από τις 3 Ιουνίου 1999, οπότε άρχισε να ισχύει ο νόμος 2721/1999, διότι είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη (ΟλΑΠ 5/2002). Επειδή, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το δεύτερο απ' αυτά συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα αυτά ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον Νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τόσο με δικές του σκέψεις, όσο και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, Χ, διατηρεί στη ... και επί της οδού ... στον ..., ατομική επιχείρηση εμπορίας μοτοσυκλετών με την επωνυμία "ΜΟΤΟ ...". Σε μία μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1998, μετέβη στη ..., και εκεί, μέσω του φίλου ΑΑ, μονίμου κατοίκου ..., γνώρισε τον Γερμανό υπήκοο ΒΒ, ο οποίος μαζί με τους αδελφούς του, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, είχε συστήσει εγκληματική οργάνωση με αντικείμενο τη διάπραξη στη ... κλοπών τροχοφόρων οχημάτων, και ιδίως μοτοσυκλετών, τα οποία στη συνέχεια πωλούσαν σε τρίτους αντί χαμηλού αντιτίμου, το οποίο διένεμαν μεταξύ τους. Κατά την παραπάνω συνάντησή τους, συμφώνησαν ο ΑΑ και ο ΒΒ να προμηθεύουν στον Χμεγάλης αξίας και μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτες, και ο άνω κατηγορούμενος να τους καταβάλλει το τίμημα, δηλαδή 5.000 γερμανικά μάρκα για κάθε μοτοσυκλέτα, τύπου BMW και 4.500 γερμανικά μάρκα, για κάθε άλλη, άλλου τύπου. Έτσι, δυνάμει της παραπάνω συμφωνίας, ο Χ με τη μεσολάβηση του ΑΑ, προέβαινε σε έγγραφες παραγγελίες προς τους αδελφούς ΒΒ-ΓΓ-ΔΔ-ΕΕ-ΣΤ των μοτοσυκλετών που επιθυμούσε να του προμηθεύσουν και οι τελευταίοι, αφού τις εντόπιζαν σε διάφορα σημεία της ..., τις έκλεβαν και τις παρέδιδαν στον ΑΑ, ο οποίος διατηρούσε στη ... αποθήκες για το σκοπό αυτό. Στη συνέχεια, αφού ο τελευταίος εξέδιδε τα απαραίτητα, πλαστά κατά κανόνα, έγγραφα, δηλαδή άδειες κλπ., σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο, φρόντιζε για τη μεταφορά των μοτοσυκλετών στην Ελλάδα, με φορτηγά, κατά τον τρόπο αυτόν περιήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από 6.4.1998 μέχρι 11.5.1999, στην κατοχή του κατηγορουμένου οι ακόλουθες μοτοσυκλέτες, οι οποίες κλάπηκαν στην αλλοδαπή: 1) Μοτοσυκλέτα τύπου Yamaha, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 2) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 21.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 3) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 4) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 5) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.430 DM, ιδιοκτησίας ... . 6) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 7) Μοτοσικλέτα τύπου Kawasaki, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 10.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 8) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 9) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 10) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 14.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 11) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 12) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 30.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 13) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.900 DM, ιδιοκτησίας ... . 14) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 8.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 15) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 21.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 16) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 23.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 17) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 18) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.500 DM ιδιοκτησίας ... . 19) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 20) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 17.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 21) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 18.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 22) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 14.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 23) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 11.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 24) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 24.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 25) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 19.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 26) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 22.100 DM, ιδιοκτησίας ... . 27) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 25.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 28) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 23.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 29) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 15.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 30) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 31) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 32) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, άνευ αριθμού κυκλοφορίας, αξίας 20.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 33) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 28.000 DM, ιδιοκτησίας .... 34) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 20.478 DM, ιδιοκτησίας .... 35) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας .... 36) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ..., 37) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 12.200 DM, ιδιοκτησίας ... . 38) Μοτοσικλέτα τύπου BMW, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 19.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 39) Μοτοσικλέτα αδιακρίβωτου τύπου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 13.000 DM, ιδιοκτησίας ... . 40) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 11.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 41) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 9.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 42) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 14.500 DM, ιδιοκτησίας ... . 43) Μοτοσικλέτα τύπου Honda, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 16.500 DM, ιδιοκτησίας ... . Από τις παραπάνω 43 μοτοσικλέτες, οι 39 εισήχθησαν τμηματικά στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1998 και 1999, ενώ τις υπόλοιπες 4 που αποπειράθηκε να εισάγει ο κατηγορούμενος σε συνεργασία με τον ΑΑ, τις κατέσχεσαν οι Γερμανικές Αστυνομικές Αρχές. Ο κατηγορούμενος για να πετύχει την εισαγωγή των παραπάνω μοτοσυκλετών στην Ελλάδα, κατέθεσε στο Α' και στο Η' Τελωνείο πιστοποιητικά διασαφήσεων, με τους παραποιημένους αριθμούς πλαισίου της κάθε μοτοσυκλέτας και έτσι εκδίδονταν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά τελωνισμού. Το όφελος που αποκόμιζε ο κατηγορούμενος, από τη δραστηριότητά του αυτή, ήταν μεγάλο, αφού στη συνέχεια πωλούσε σε διάφορους αγοραστές την κάθε μοτοσυκλέτα προς 30.000 γερμανικά μάρκα περίπου [αναφέρονται λεπτομερώς στα πιστοποιητικά τελωνισμού], από τις παραπάνω περιπτώσεις στις με αριθμό 31 έως 33, οι μηχανές μεταβιβάστηκαν με πλαστό αριθμό πλαισίου και όχι με τον αρχικό γνήσιο. Η παράνομη δραστηριότητα του εγκαλούντος προέκυψε από τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του ίδιου και του συνεργάτη του στη ..., ΑΑ, καθώς και από μελανοταινία της γραφομηχανής του τελευταίου, στην οποία κατάρτιζαν τα φορτωτικά έγγραφα και τους πλαστούς τίτλους κυριότητας των μοτοσυκλετών, προκειμένου να επιτευχθεί η νομιμοποίησή τους και η εισαγωγή τους στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο ΑΑ, ομολόγησε την εγκληματική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει με τον εκκαλούντα και τους Γερμανούς συνεργάτες του, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, πληρούται η νομοτυπική μορφή των πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και συγκεκριμένα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς ο κατηγορούμενος από κερδοσκοπία αγόρασε και έλαβε στην κατοχή του τις παραπάνω αναφερόμενες μοτοσυκλέτες, που προέρχονται από την παράνομη δραστηριότητα της κακουργηματικής κλοπής. Επιπλέον, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας μοτοσυκλετών, μέσω της οποίας μεταπωλούσε έναντι υψηλού τιμήματος τις προαναφερθείσες μοτοσυκλέτες, προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και ότι ο συγκεκριμένος δράστης ασκεί τέτοιες δραστηριότητες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Περαιτέρω στοιχειοθετείται και η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, από άτομο που δρα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς ο κατηγορούμενος παραποίησε τους αριθμούς πλαισίου των μοτοσυκλετών που κλάπηκαν στην αλλοδαπή, τους οποίους και χρησιμοποίησε, καταθέτοντας στα Η' και Α' Τελωνεία Θεσσαλονίκης πιστοποιητικά διασαφήσεων, στα οποία αναγράφονται οι πλαστοί αριθμοί πλαισίου και εκδόθηκαν τα αντίστοιχα πιστοποιητικά τελωνισμού". Δεχόμενο τα παραπάνω το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του ως άνω κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για τις αξιόποινες πράξεις α) της παραβάσεως του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 κατ' εξακολούθηση και β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), που τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως τον Μάιο του έτους 1999 (11.5.1999). Έτσι, αφού το Συμβούλιο Εφετών δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση κατά του 796/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και κήρυξε άκυρο το παραπάνω πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, κράτησε την υπόθεση και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Κακουργημάτων), προκειμένου να δικασθεί για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης σχετικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο ανωτέρω βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα ως άνω περιστατικά και σχημάτισε την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς στήριξη κατηγορίας κατά του αναιρεσείοντος και τέλος παραθέτει τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς , με βάση τις οποίες εισήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' και 98 του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, αφού και κατά την έκδοση του βουλεύματος (7.2.2008) που είχε ήδη τεθεί σε ισχύ (13.12.2005) ο Νόμος 3425/2005, η διακεκριμένη κλοπή (άρθρο 374 περ. δ' Π.Κ.) από την οποία προέκυψε περιουσία, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, τουλάχιστον 15.000 ευρώ, προβλεπόταν μεταξύ των βασικών εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2331/1995, ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν καθορίζει την πράξη της κύριας εγκληματικής δραστηριότητας, από την τέλεση της οποίας προήλθε η περιουσία του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων που του αποδίδεται είναι αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος καθορίζεται σαφώς, και ορισμένως ότι από την τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής κλοπής από την ομάδα των αδελφών Μύλλερ προήλθε η περιουσία του ως άνω εγκλήματος, που τέλεσε ο κατηγορούμενος, από δε τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο βούλευμα καθίσταται προφανές ότι αναφέρεται στη διακεκριμένη περίπτωση κλοπής του άρθρου 374 περ. δ' του Ποινικού Κώδικα, έστω και αν χρησιμοποιεί διαφορετική φρασεολογία και συγκεκριμένα "σύσταση εγκληματικής οργάνωσης με αντικείμενο τη διάπραξη στη ... κλοπών τροχοφόρων οχημάτων και ιδίως μοτοσυκλετών". Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο σκέλος της. Επειδή, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε από υπαίτιο, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 1998 μέχρι και τις 11 Μαΐου 1999, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 1 - 3 και 112 του Ποινικού Κώδικα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία διαπράχθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 στοιχ. β', 370 στοιχ. β' και 485 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή, διότι το άρθρο 485 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/30.6.2003 δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003. Εν προκειμένω, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπέμφθηκε, όπως προαναφέρεται ο αναιρεσείων να δικασθεί ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, εκτός για την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) με χρήση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 216 παρ. 1 - 3 α Π.Κ.), την οποία φέρεται ότι διέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 1998 μέχρι τις 11 Μαΐου 1999. Όμως, οι μερικότερες πράξεις που συνιστούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση είναι πλημμελήματα, αφού φέρονται ότι τελέστηκαν από τον Μάρτιο του 1998 μέχρι τις 11 Μαΐου 1999, δηλαδή πριν από τις 3 Ιουνίου που άρχισε να ισχύει η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Νόμου 2721/1999, οπότε η πλαστογραφία προσλάμβανε κακουργηματικό χαρακτήρα, εφόσον το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €), κατά δε τις παραδοχές του βουλεύματος και σύμφωνα με την επίσημη ισοτιμία γερμανικού μάρκου - δραχμής, κατά τον χρόνο τελέσεώς τους (Η ισοτιμία γερμανικού μάρκου - δραχμής κατά μέσο όρο, είχε ως εξής: Τον Μάρτιο 1998, 1 μάρκο αντιστοιχεί προς 167,657 δραχμές, τον Απρίλιο 1998 προς 174,436 δραχμές, τον Μάιο 1998 προς 172,971 δραχμές, τον Ιούνιο 1998 προς 169,690 δραχμές, τον Αύγουστο 1998 προς 168,324 δραχμές, τον Σεπτέμβριο 1998 προς 172,080 δραχμές, τον Οκτώβριο 1998 προς 172,123 δραχμές, τον Νοέμβριο 1998 προς 168,190 δραχμές, τον Δεκέμβριο 1998 προς 168,003 δραχμές, τον Ιανουάριο 1999 προς 165,443 δραχμές, τον Φεβρουάριο 1999 προς 164,631 δραχμές, τον Μάρτιο 1999 προς 164,852 δραχμές, τον Απρίλιο 1999 προς 165,540 δραχμές και τον Μάιο του 1999 ένα γερμανικό μάρκο αντιστοιχεί προς 166,299 δραχμές), το όφελος που ο αναιρεσείων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του από την κάθε μία πράξη (παραποίηση αριθμού πλαισίου κάθε μίας μοτοσυκλέτας) δεν υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών ήτοι 73.000 ευρώ, η δε διάταξη του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 β' του ν. 2721/1999 είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα, αφού έτσι η πλημμεληματική πλαστογραφία μετατρέπεται σε κακουργηματική και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής για τις πράξεις της πλαστογραφίας που φέρ4ονται ότι τελέσθηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999, που άρχισε να ισχύει ο νόμος 2721/1999. Κατ' ακολουθίαν η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού η τελευταία μερικότερη πράξη φέρεται ως τελεσθείσα στις 11 Μαΐου 1999, από τότε δε και μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς να έχει μεσολαβήσει αναστολή του χρονικού αυτού διαστήματος της παραγραφής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιό του αυτό, οπότε παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό. Στη συνέχεια πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, λόγω παραγραφής. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 11-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... κατά του 167/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση (άρθρο 2 του Ν. 23331/1995 σε συνδυασμό προς άρθρο 98 του Ποινικού Κώδικα). Δέχεται την ως άνω αίτηση αναφορικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφου με χρήση κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο, που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν του ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δραχμών) και διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13 εδ. γ' και στ', 98, 216 παρ. 1 - 3 α'- β' Π.Κ.). Αναιρεί το ως άνω βούλευμα, κατά το ως άνω κεφάλαιο. Διακρατεί την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 1998 έως τι 11 Μαΐου 1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, που το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη δεν υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €). Συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1998 στη ..., παραποίησε τους αριθμούς πλαισίου των τριάντα τριών μοτοσυκλετών που αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα, που εκλάπησαν στην αλλοδαπή και η αξία κάθε μίας απ' αυτές δεν ξεπερνά το ποσό των 73.000 ευρώ, κάνοντας στη συνέχεια χρήση των παραποιημένων αριθμών πλαισίου, καθώς κατέθεσε στα Η' και Α' Τελωνεία ... πιστοποιητικά διασαφήσεων, όπου αναγράφονταν ο παραποιημένος αριθμός πλαισίου εκάστης και εκδόθηκαν αντιστοίχως τα αναφερόμενα στον ίδιο πίνακα πιστοποιητικά τελωνισμού (αριθ. 1 έως 30 του πίνακα), ενώ στις με αριθμούς 31 έως και 33 περιπτώσεις, μεταβίβασε τις μηχανές με πλαστό αριθμό πλαισίου και όχι με τον αρχικό γνήσιο. Είναι δε άτομο που κάνει χρήση παραποιημένων εγγράφων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, γιατί από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ο προαναφερόμενος πίνακας έχει ως εξής: (ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 33 ΔΙΚΥΚΛΩΝ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΩΝ) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Πράξεις: α) Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα, β) πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη πράξη και γίνεται δεκτή ως προς τη δεύτερη πράξη, διότι πρόκειται για πλαστογραφία πλημμεληματικού χαρακτήρα, αφού οι μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση φέρονται ως τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του 1998 μέχρι τις 11 Μαΐου 1999 και το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Μετά την αναίρεση του βουλεύματος ως προς το σκέλος αυτό, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου διακρατεί την υπόθεση και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της πλαστογραφίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Νομιμοποίηση εσόδων.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1901/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 66870/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Συμβούλιο Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 896/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 344/26.6.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ. την από 11-2-2007 αίτηση του Παναγιώτη Κυριαζή του Σταύρου, κατοίκου Αθηνών (και προσωρινά κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Δομοκού) για αναίρεση της υπ'αριθμ. 66870/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών, (που μετετράπη προς 5 ευρώ ημερησίως) και χρηματική ποινή 7000 ευρώ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της σχετικής υπόθεσης ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε κατά τα άρθρα 340 § 2 και 501 § 1 Κ.Π.Δ. από τον δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Σταυρόπουλο, η δε υπ'αριθμ. 66870/2007 καταδικαστική απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 18-1-2008 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφασης αυτής ο ανωτέρω δικηγόρος άσκησε στο όνομα και για λογαριασμό του καταδικασθέντος Χ την από 11-2-2008 αίτηση αναίρεσης, την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11-2-2008. Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 473 § § 1,2 και 3 του Κ.Π.Δ., αφού η προθεσμία αυτή αρχίζει, όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εάν δε ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε με συνήγορο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα άρθρα 340 § 2 και 501 § 1 Κ.Π.Δ., όπως στην προκειμένη περίπτωση, τότε θεωρείται παρών και δεν χρειάζεται επίδοση της απόφασης (Συμ. ΑΠ 679/2004, Συμ ΑΠ 637/2003, ΑΠ 291/2003, ΑΠ 450/2000). Δεδομένου δε ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της ενώ δεν συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα το γεγονός, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι διαβιβάσθηκε στο κατάστημα κράτησης ..., όπου εκρατείτο, από το αρμόδιο Εισαγγελέα απόσπασμα της προσβαλλομένης απόφασης και όχι πλήρες αντίγραφο αυτής ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου της, αφού η τοιαύτη διαβίβαση της απόφασης έγινε υπηρεσιακώς από τον αρμόδιο εισαγγελέα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εισαγωγής του αναιρεσείοντος στο κατάστημα κράτησης (αρ. 22-23 ν.2776/1999), θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 11-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ'αριθμ. 66870/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 11 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 462, 473 παρ. 1 - 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή ή ενώπιον εκείνου, που διευθύνει τη φυλακή, στην περίπτωση που ο αναιρεσείων κρατείται και είκοσι ημερών, όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίδοση της αποφάσεως για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και δεν τον εκπροσώπησε κατά τη δίκη πληρεξούσιος δικηγόρος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέως και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανιστούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος πριν από 24 ώρες από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως 66.870/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών, που τηρείται, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στις 18 Ιανουαρίου 2008, ενώ, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σταυρόπουλο. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με δήλωση του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Έτσι όμως, και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, η άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου έγινε μετά την παρέλευση της πιο πάνω εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και για τον λόγο αυτόν είναι εκπρόθεσμη. Κατ' ακολουθίαν και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συνδρομή ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 66.870/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1900/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 405/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 835/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 357/2.7.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω στο Δικαστήριό σας, την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1990/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου τον κατηγορούμενο Χ1, για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 405/2008 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα (βλ. το 405/2008 βούλευμα). ΙΙΙ. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο στις 28-3-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπαρκώζη στις 7-5-2008 (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 7-4-2008 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Σπυρίδων Μπακρώζης και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου Χ1, ασκεί για λογαριασμό αυτού αναίρεση κατά του 405/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 62/7-4-2008 έκθεση αναίρεσης στην οποία ως λόγος αναίρεσης προβάλλεται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (βλ. έκθεση αναίρεσης). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, αφού ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού παραπέμπεται για κακούργημα. IV. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που ευρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του να εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999) (ΑΠ 113/2005). V. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτό ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 484 τταρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα υπάρχει, όταν το Συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει αδύνατος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1880/2005). VI. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις δέχθηκε τα εξής: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που λήφθηκαν όλα υπόψη καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η μηνύτρια και ο κατηγορούμενος ασκούσαν νομίμως ο καθένας το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα. Η εγκαλούσα διατηρούσε δικό της γραφείο στο ... . Ο κατηγορούμενος δεν διατηρούσε δικό του γραφείο, αλλά εργαζόταν σε γραφείο ασφαλιστικής εταιρίας και ελάμβανε προμήθειες ανάλογα με τα ασφαλιστικά συμβόλαια, που εισήγαγε στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρία. Έτσι, πρότεινε στην εγκαλούσα να συνεργαστούν, πρόταση που δέχθηκε και η εγκαλούσα και τον Μάϊο του 2002 συνέστησαν άτυπη αφανή εταιρία με έδρα το γραφείο της μηνύτριας στο ... και επί της οδού ... και... με σκοπό την αύξηση παραγωγής συμβολαίων ασφαλίσεως κατά παντός κινδύνου φυσικών και νομικών προσώπων και την έκδοση ασφαλιστηρίων συμβολαίων διαφόρων συνεργαζομένων ασφαλιστικών εταιριών. Διαχειρίστρια της αφανούς αυτής εταιρίας ορίσθηκε η εγκαλούσα, αλλά "εν τοις πράγμασι" διαχειριστής αυτής ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος εισέπραττε τα ασφάλιστρα από τους πελάτες και των δυο (μηνύτριας και κατηγορουμένου) και είχε την υποχρέωση να τα αποδίδει στις ασφαλιστικές εταιρίες αμέσως μόλις ελάμβανε τα χρήματα από τους πελάτες. Η προμήθεια τους, δηλ. των δυο εταίρων, θα αποδίδονταν μετά την εκκαθάριση από τις ασφαλιστικές εταιρίες. Όμως στην κατοχή του κατηγορουμένου, με την παραπάνω ιδιότητα του ως "εν τοις πράγμασι διαχειριστή", περιήλθαν ασφάλιστρα από ασφαλιστικά συμβόλαια παραγωγής της εγκαλούσας Ψ1, η οποία είχε συμβληθεί με τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εταιρίες και είχε την υποχρέωση να μεσολαβεί για την κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβάσεων να εισπράττει για λογαριασμό τους τα αντίστοιχα ασφάλιστρα και να τα αποδίδει στις ασφαλιστικές εταιρίες, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από του Φεβρουαρίου του έτους 2003 μέχρι τον Απρίλιο του 2004 ανέλαβε από το ταμείο του κοινού γραφείου που διατηρούσαν με την ανωτέρω στο ... και παρακράτησε τα κατωτέρω ποσά, που αποτελούν ασφάλιστρα και έπρεπε να αποδοθούν από την μηνύτρια στις αντιστοίχως κατωτέρω αναφερόμενες ασφαλιστικές εταιρίες: α) "Γ.Η. ΣΚΟΥΡΤΗΣ Α.Ε,Γ.Α.", 22.059,98 ευρώ, β) "Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε,Γ.Α." (για ασφάλειες μέσω του συνεργάτη Σ1), 25.239,45 ευρώ, γ) "Εθνική Α.Ε.Γ.Α." (για συμβόλαια παραγωγής Απριλίου 2003 - Φεβρουαρίου 2004), 3.113,53 ευρώ, δ) "..." (για συμβόλαια παραγωγής Φεβρουαρίου 2003 - Φεβρουαρίου 2004), 290.000 ευρώ, ε) "..." (για ασφάλειες μέσω των συνεργατών Σ2, Σ3, Σ4, Σ5, Σ6, Σ7, Σ8, Σ9, Σ10, Σ11, ετών 2003 και 2004), 61.078,93 ευρώ, στ) "ΕΟΣ" (για ασφάλιστρα αποδοτέα μέσω του ασφαλιστικού γραφείου του Ν1), 105.880,69 ευρώ. Συνολικά, ο κατηγορούμενος παρακράτησε 507.372,58 ευρώ και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό, που είχε περιέλθει, κατά τα ανωτέρω στην κατοχή του και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 73.000 ευρώ . Τα παραπάνω περιστατικά σαφώς κατατίθενται από την εγκαλούσα και τους μάρτυρες της, των οποίων οι καταθέσεις ενισχύονται και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Ο κατηγορούμενος αρνείται την ανωτέρω πράξη, ισχυριζόμενος ότι καθένας τους με την εγκαλούσα διαχειρίστηκε τα δικά του ασφαλιστικά συμβόλαια γεγονός που δεν προέκυψε από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις εναντίον του κατηγορούμενου για την παραπομπή του για να δικαστεί σε δημόσια συνεδρίαση για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος (άρθρα 26 § Ια, 27 § 1,98, 375 § 1 εδ. α, β ΠΙ, όπως το τελευταίο εδαφ. της παρ. 1 προστέθηκε με άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721 Ι 1999) ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου(κακουργημάτων) Αθηνών (άρθρα 1 περ. ε', 111 § 1, 119 § 1 και 122 § 1 Κ.Π.Δ.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που επίσης έκρινε ότι υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις εναντίον του κατηγορούμενου για την ως άνω πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και τον παρέπεμψε για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα ανάθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα είναι αβάσιμα. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει η ένδικη έφεση του κατηγορούμενοι;, που παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ν' απορριφθεί κατ' ουσία, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. VII. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για τις προαναφερθείσες πράξεις της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση του ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν, αντικειμενικά και υποκειμενικά, τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν στην πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά, χωρίς να έχει την υποχρέωση να προσδιορίζει τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.δ' του Κ.Π.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος, οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Μετά ταύτα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η 62/7-4-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 δια του πληρεξουσίου του Σπυρίδων Μπακρώζη, κατά του 405/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντες. Αθήνα 18 Ιουνίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών" και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με τη νέα αυτή ρύθμιση, καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνο η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικώς έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικές στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεση του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές, με την εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μίας πραγματικής καταστάσεως από μόνη τη διενέργεια εκ μέρους του, ανάλογων πράξεων, οπότε πρόκειται για διαχειριστή "εν τοις πράγμασι". Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που τελέσθηκε μετά την 3η Ιουνίου 1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Νόμου 2721/1999 και ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δ' αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πρέπει επίσης να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δέχθηκε ανελέγκτως, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια και ο κατηγορούμενος ασκούσαν νομίμως ο καθένας το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα. Η εγκαλούσα διατηρούσε δικό της γραφείο στο .... Ο κατηγορούμενος δεν διατηρούσε δικό του γραφείο, αλλά εργαζόταν σε γραφείο ασφαλιστικής εταιρείας και ελάμβανε προμήθειες ανάλογα με τα ασφαλιστικά συμβόλαια, που εισήγαγε στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία. Έτσι, πρότεινε στην εγκαλούσα να συνεργαστούν, πρόταση που δέχτηκε και η εγκαλούσα και τον Μάιο του 2002 συνέστησαν άτυπη αφανή εταιρεία με έδρα το γραφείο της μηνύτριας στο .... και επί της οδού ... και... με σκοπό την αύξηση παραγωγής συμβολαίων ασφαλίσεως κατά παντός κινδύνου φυσικών και νομικών προσώπων και την έκδοση ασφαλιστηρίων συμβολαίων διαφόρων συνεργαζομένων ασφαλιστικών εταιριών. Διαχειρίστρια της αφανούς αυτής εταιρείας ορίσθηκε η εγκαλούσα, αλλά "εν τοις πράγμασι" διαχειριστής αυτής ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος εισέπραττε τα ασφάλιστρα από τους πελάτες και των δύο (μηνύτριας και κατηγορουμένου) και είχε την υποχρέωση να τα αποδίδει στις ασφαλιστικές εταιρείες αμέσως μόλις ελάμβανε τα χρήματα από τους πελάτες. Η προμήθεια τους, δηλ. των δύο εταίρων, θα αποδίδονταν μετά την εκκαθάριση από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Όμως, στην κατοχή του κατηγορουμένου, με την παραπάνω ιδιότητα του ως "εν τοις πράγμασι διαχειριστή", περιήλθαν ασφάλιστρα από ασφαλιστικά συμβόλαια παραγωγής της εγκαλούσας Ψ1, η οποία είχε συμβληθεί με τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εταιρείες και είχε την υποχρέωση να μεσολαβεί για την κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβάσεων, να εισπράττει για λογαριασμό τους τα αντίστοιχα ασφάλιστρα και να τα αποδίδει στις ασφαλιστικές εταιρείες, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από του Φεβρουαρίου του έτους 2003 μέχρι τον Απρίλιο του 2004 ανέλαβε από το ταμείο του κοινού γραφείου που διατηρούσαν με την ανωτέρω στο ... και παρακράτησε τα κατωτέρω ποσά, που αποτελούν ασφάλιστρα και έπρεπε να αποδοθούν από την μηνύτρια στις αντιστοίχως κατωτέρω αναφερόμενες ασφαλιστικές εταιρείες: α) "Γ. Η. ΣΚΟΥΡΤΗΣ ΑΕΓΑ", 22.059,98 ευρώ, β) "Ευρωπαϊκή Πίστη ΑΕΓΑ" (για ασφάλειες μέσω του συνεργάτη Σ1), 25.239,45 ευρώ, γ) "Εθνική ΑΕΓΑ (για συμβόλαια παραγωγής Απριλίου 2003 - Φεβρουαρίου 2004), 3.113,53 ευρώ, δ) "..." (για συμβόλαια παραγωγής Φεβρουαρίου 2003 - Φεβρουαρίου 2004) 290.000 ευρώ, ε) "..." (για ασφάλειες μέσω των συνεργατών Σ2, Σ3, Σ4, Σ5, Σ6, Σ7, Σ8, Σ9, Σ10, Σ11, ετών 2003 και 2004), 61.078,93 ευρώ, στ) "..." (για ασφάλιστρα αποδοτέα μέσω του ασφαλιστικού γραφείου του Ν1), 105.889,69 ευρώ. Συνολικά ο κατηγορούμενος παρακράτησε 507.372,58 ευρώ και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό, που είχε περιέλθει, κατά τα ανωτέρω στην κατοχή του και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 73.000 ευρώ. Τα παραπάνω περιστατικά σαφώς κατατίθενται από την εγκαλούσα και τους μάρτυρες της, των οποίων οι καταθέσεις ενισχύονται και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Ο κατηγορούμενος αρνείται την ανωτέρω πράξη, ισχυριζόμενος ότι καθένας τους με την εγκαλούσα διαχειρίστηκε τα δικά του ασφαλιστικά συμβόλαια, γεγονός που δεν προέκυψε από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, άνω των 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση κατά του 1990/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για την οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να έχει την υποχρέωση να προσδιορίζει τι ακριβώς προκύπτει από τον καθένα και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 375 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εξηγεί ποιος εισέπραττε τα ασφάλιστρα, εάν τα ασφάλιστρα κατατέθηκαν στο ταμείο του κοινού γραφείου, ποιος τα κατέθεσε και κατά ποιο τρόπο τα αφαίρεσε ο αναιρεσείων από το ταμείο και τα ιδιοποιήθηκε, πώς η εγκαλούσα δεν αντιλήφθηκε επί δεκατέσσερις μήνες την εκ μέρους του ιδιοποίηση των ασφαλίστρων δεν κάνει μνεία για το ποιος παρελάμβανε τα ασφαλιστήρια συμβόλαια από τις ασφαλιστικές εταιρείες, δεν αναφέρει εάν οι αναγραφόμενοι συνεργάτες ήσαν δικοί του ή της εγκαλούσας και ποια ήταν η επαγγελματική σχέση του αναιρεσείοντος με τον αναφερόμενο στο βούλευμα Ν1, που με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 62/7.4.2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του 405/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1899/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της 441/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 286/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 33 παρ.1 του Ν. 1975/1991, (που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της πράξεως, αλλά και ως επιεικέστερος νόμος), τιμωρούνται με τις ποινές, που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, τα αναφερόμενα στην εν λόγω παράγραφο πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, οι οποίοι μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της Χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά τους ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ίδιου νόμου, κάθε αλλοδαπός μπορεί να εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος, όταν κατέχει κανονικό και ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωριζόμενο από διεθνείς συμβάσεις και φέρει, εφόσον απαιτείται, έγκυρη και ισχύουσα θεώρηση εισόδου (VISA). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 του ίδιου νόμου, το οποίο προβλέπει ποινική ευθύνη και των αλλοδαπών που εισέρχονται στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, άρα τιμωρούνται και τα πρόσωπα τα οποία προωθούν στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπούς που δεν έχουν το προς τούτο δικαίωμα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνωρίζοντες βεβαίως την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 30 του Ποινικού Κώδικα περί πραγματικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξεως στον δράστη. Από τη διάταξη του άρθρου 30 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιάς του ή της εσφαλμένης αντιλήψεώς του. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την πιο πάνω διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη 441/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ένοχος του ότι "στην... στις 19.11.2006, ως οδηγός μεταφορικού μέσου, διευκόλυνε τη μεταφορά και προώθηση στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτης χώρας, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, καθώς δεν διέθεταν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις, ούτε εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος από ελεγχόμενη μεθοριακή διάβαση, την ως άνω δε πράξη του ενήργησε κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο συνελήφθη στο 1° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ... να οδηγεί το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του και να μεταφέρει μ' αυτό τους αλλοδαπούς ..., ...., ... και ..., τους οποίους παρέλαβε από το ..., με προορισμό τις πόλεις της ..., της ... και της ..., έναντι προκαθορισθείσας αμοιβής, ενώ γνώριζε ότι είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος από αφύλακτη διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου στην περιοχή της ..., στερούμενοι οποιουδήποτε ταξιδιωτικού εγγράφου" και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί μία τριετία. Στην κρίση αυτή κατέληξε το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, επιβίβασε σ' αυτό με πρόθεση του τους τέσσερις Αλβανούς υπηκόους λαθρομετανάστες, που επίσης αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, που είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα, χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα προς τούτο νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο, κάρτα παραμονής), με σκοπό να προωθήσει τούτους προς το εσωτερικό της Χώρας και δη προς την ..., .... και ... έναντι αμοιβής, το ποσό της οποίας δεν αποδείχθηκε επακριβώς". Πριν προβεί το Δικαστήριο στην ως άνω απόφαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προέβαλε δια της συνηγόρου του και ανέπτυξε προφορικά και εγγράφως, μεταξύ άλλων, και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, ο οποίος, μετά την ανάπτυξη της νομικής του βάσεως, είχε ως εξής: "... Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε από τους συγκατηγορουμένους του ταξιδιωτικά έγγραφα ή άλλα στοιχεία της νόμιμης εισόδου και παραμονής τους στην Ελλάδα, αφού γνώριζε ότι σε αυτόν τον έλεγχο προβαίνει η αστυνομία κι επιπλέον δικαιολογημένα θεωρούσε ότι οι συγκατηγορούμενοί του διέμεναν νομίμως στην Ελλάδα, καθώς τον διαβεβαίωσαν ότι γνώριζαν καλά τη συγκεκριμένη περιοχή, όπως και τη διαδρομή μέχρι την Αθήνα. Σε κάθε περίπτωση, η όλη παρουσία και συμπεριφορά των συγκατηγορουμένων δεν του κίνησαν καν υποψία ότι ήταν λαθρομετανάστες, δεδομένου ότι δεν έδειχναν να προσπαθούν να προφυλαχθούν από ενδεχόμενο αστυνομικό έλεγχο, ούτε του ζήτησαν να τους κρύψει στο πορτμπαγκάζ, για παράδειγμα, ούτε, όμως, του πρότειναν και κάποιον άλλο τρόπο (λ.χ. να καλυφθούν με ύφασμα και να βρίσκονται ξαπλωμένοι στο σαλόνι του αυτοκινήτου), ώστε να καλύψουν την παρουσία τους εντός του αυτοκινήτου. Ο βασικός λόγος που δέχθηκε να επιβιβασθούν στο όχημά του ήταν από αλληλεγγύη στους αλλοδαπούς μετανάστες, όπως είναι και ο ίδιος. Άλλωστε, οι τρεις εκ των Αλβανών συγκατηγορουμένων του αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα - ο ίδιος δεν γνωρίζει αλβανικά - κατά τις απολογίες τους επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του ότι πράγματι δεν τους ζήτησε ταξιδιωτικά έγγραφα. Άλλωστε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, αλλά και ενώπιόν Σας, δέχθηκε την επιβίβαση των συγκατηγορουμένων στο όχημά του από επιπολαιότητα και πλήρη άγνοια των κινδύνων που η πράξη του αυτή συνεπαγόταν. Από όσα έχουν ήδη λεχθεί ανωτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ευρισκόταν σε πραγματική πλάνη, κατ' άρθρο 30 παρ. 1 Π Κ, η δε πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή και αποκλείει τον δόλο του". Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό, ο οποίος αναπτύχθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς καμία αιτιολογία, αφού, όπως προκύπτει από το παραπάνω αναφερόμενο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν απάντησε καθ' οιονδήποτε τρόπο σ' αυτόν. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του περί πλάνης ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι βάσιμος, οπότε, μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα και των λοιπών από την αυτή διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 441/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (Πλημμελημάτων). Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Ν. 3386/2006. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι α) το σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και β) το Δικαστήριο δεν απάντησε στους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί πραγματικής και νομικής πλάνης, τους οποίους προέβαλε ο αναιρεσείων και ανέπτυξε πλήρως, σαφώς και ορισμένως. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης και παραπέμπεται η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Πλάνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1898/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 214/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ορεστιάδας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ARGOHELLAS A.E. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στις Καστανιές Ορεστιάδας, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ορεστιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1435/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 και 2 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με την οποία θεσμοθετείται η ένσταση της κατά τόπον αναρμοδιότητας, προκύπτει ότι η ένσταση αυτή επιβάλλεται να προτείνεται στο δικαστήριο του πρώτου βαθμού, αλλά για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στο δικαστήριο που δικάζει την έφεση, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, από τον ενδιαφερόμενο ή τον Εισαγγελέα, λαμβάνεται δε υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αφού θεωρείται ότι έχει καλυφθεί κατά τα άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας και σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας, δεν προβλήθηκε έστω ενώπιον του τελευταίου τούτου, μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και την άσκηση της ένδικης εφέσεως, και δη μέχρι της ενάρξεως της επ' ακροατηρίου αποδεικτικής διαδικασίας, και συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περί υπερβάσεως εξουσίας πρώτος λόγος της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς καιν αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτήν, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 352, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, μέχρι μεν την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά δε την ισχύ τού νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως τού εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφαση του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, στα οποία είναι ενσωματωμένη και η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας από τον δικηγόρο Ορεστιάδας Χρήστο Ποτίδη, κατά τη συνεδρίαση του της 8ης Μαΐου 2007, προς υποστήριξη της εφέσεως του κατά της 603/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας, που τον είχε καταδικάσει σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ζήτησε, διά του ως άνω εκπροσώπου - συνηγόρου του, την αναβολή της δίκης, προκειμένου να εξοφληθεί η ένδικη επιταγή, μέχρι την ημέρα που θα προσδιορισθεί η νέα δικάσιμος. Το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το παραπάνω αίτημα του, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, το αίτημα του συνηγόρου τού εκκαλούντος - κατηγορουμένου περί αναβολής τής δίκης, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, προκειμένου κατά το μεσολαβούν χρονικό διάστημα να εξοφλήσει ο εκκαλών - κατηγορούμενος την επίδικη επιταγή, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ήδη έχει αναβληθεί η δίκη (στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), αιτήσει τού εκκαλούντος - κατηγορουμένου, από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6.2.2007 για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 63/2007 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, χωρίς ο εκκαλών να προβεί στην καταβολή τού ποσού τής επιταγής, άλλωστε ο εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, εξεταζόμενος ανωμοτί, δήλωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος μέχρι τώρα καμία επικοινωνία δεν είχε μαζί τους, ούτε έδειξε κάποιο ενδιαφέρον σχετικά με τη ρύθμιση της εν λόγω οφειλής του". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη και για την προκειμένη παρεμπίπτουσα απόφαση από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι το Δικαστήριο απάντησε στο αίτημα του κατηγορουμένου με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκθέτοντας ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ζητήσει και στο παρελθόν για τον ίδιο λόγο αναβολή δεν προέβη σε καμία καταβολή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για την οφειλή του. Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 214/2007 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερόμενων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ...Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, στην ..., στις ..., εξέδωσε τη με αριθμό ... επιταγή, ποσού 4.500 ευρώ, σε χρέωση του με αριθμό ... τραπεζικού λογαριασμού του, που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. πληρωτέα σε διαταγή του Ε1. Την ανωτέρω επιταγή ο Ε1 τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑGRO - ΗΕLLAS Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ & ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η οποία εδρεύει στις Καστανιές Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα, ενώ στις 31.5.2005, η εγκαλούσα εμφάνισε εμπρόθεσμα την επίδικη επιταγή προς πληρωμή στο κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας στην ...., πλην όμως αυτή (η επιταγή) δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό τού εκδότη εκκαλούντος - κατηγορουμένου και σφραγίστηκε. Την προαναφερόμενη επιταγή εξέδωσε ο εκκαλών -κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στον ως άνω λογαριασμό του κατά το χρόνο εκδόσεως της και δεν θα υπήρχαν τέτοια κεφάλαια κατά το χρόνο πληρωμής της. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος". Με τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί μία τριετία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τών άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. Π.Κ. και 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και ως προς τα δύο του σκέλη, ήτοι α) ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και β) ως προς την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, και ενόψει τού ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται και με άλλους λόγους αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Ιουλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της 214/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής, Λόγοι αναιρέσεως: 1) Υπέρβαση εξουσίας. Αν η κατά τόπον αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν προταθεί από κάποιο διάδικο ή από τον εισαγγελέα ή δεν γίνει αντιληπτή, καλύπτεται. 2) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Αναρμοδιότητα.
0
Αριθμός 1896/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της 3645/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 674/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 362 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη υπόθεση, με την 3645/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση του Ψ1. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της ανωτέρω αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ του εγκαλούντος και του κατηγορουμένου υφίστατο από ετών έρις, ης ένεκα κατέληγαν αμφότεροι στα Δικαστήρια. Όμως, τα διαμειβόμενα στις δικαστικές αίθουσες ή αυτά που ελάμβαναν χώρα, ένεκα της επερχόμενης δίκης δε στοιχειοθετούν γεγονότα δυσφημιστικά. Αποτελούν ισχυρισμούς, διατυπωθέντες οτέ μεν προς άμυνα και υπεράσπιση τη θέσεως ενός εκάστου, οτέ δε προς τον σκοπόν ενισχύσεως της κατηγορίας. Άρα, είναι αθώος ης συκοφαντικής δυσφημήσεως, ενώ οι πράξεις ενέχουν εξυβριστικό χαρακτήρα, πλην γι' αυτή, η ποινή είχε κατά ήδη λεχθέντα, όπως και αυτή η πράξη εξυβρίσεως, παραγραφεί υφ' όρον". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στη ... και εντός του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης την 1.9.2002, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Ψ1 ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Ειδικότερα, στον άνω τόπο και χρόνο, ισχυρίστηκε ότι ο Ψ1 είναι επαγγελματίας ψευδομάρτυρας, ότι μέχρι την Κυπαρισσία έφθασε η χάρη του, ότι η Εισαγγελέας ...γνωρίζει όλες τις βρομοδουλειές του και ότι κλέβει την Εφορία. Όλα τα ανωτέρω, που έλαβαν χώρα εντός της αίθουσας και ενώπιον των Δικαστών της σύνθεσης, μαρτύρων και του λοιπού ακροατηρίου και που ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδή, μπορούσαν σαφώς να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ανωτέρω εγκαλούντα". Από την πιο πάνω αντιπαραβολή του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι, ενώ, στο αιτιολογικό, γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων πρέπει να κηρυχθεί αθώος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, διότι όσα είπε αυτός δεν στοιχειοθετούν γεγονότα δυσφημιστικά, αντιθέτως, όλως αντιφατικώς, στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ενόψει της προφανούς αυτής, μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντιφάσεως, δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τον νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει και νόμιμη βάση. Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι και κατ' ουσία βάσιμοι, και γι' αυτό, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και να αναιρεθεί η πιο πάνω απόφαση κατά το μέρος που ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 3645/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημμελημάτων) ως προς τη διάταξη με την οποία ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας συνισταμένης σε αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1895/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ3974/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2038/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 τιμωρείται με τις εκεί αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις ποινές, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτούς (εργατικές) με σκοπό αποδόσεως τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 τού Νόμου 3551/2007 ("Αναστολή είσπραξης οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών" - ΦΕΚ 76 τ, Α') "στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στους τομείς ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 του αυτού ως άνω νόμου 3551/2007 "η καταβολή τών πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονται μέχρι την 31 Μαρτίου 2007 στο ΙΚΑ- ΕΤ.Α.Μ. και στους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας από τις επιχειρήσεις του άρθρου 1 τού παρόντος νόμου, αναστέλλεται και χορηγείται στις επιχειρήσεις αυτές από το ΙΚΑ - ΕΤ.Α.Μ. αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, μόνο για το σκοπό τής εγγραφής τους στο Ειδικό Μητρώο τού άρθρου 4. επίσης αναστέλλεται η λήξη αναγκαστικών μέτρων. Η αναστολή, κατά τα προηγούμενα εδάφια, ισχύει μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2008, υπό τον όρο ότι οι επιχειρήσεις καταβάλλουν εμπρόθεσμα στο ΙΚΑ ΕΤ.Α.Μ. και στους ανωτέρω ασφαλιστικούς φορείς τις τρέχουσες από 1ης Απριλίου 2007, μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996) καθώς και η αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ1 αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία είναι ελλιπής και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με την ΒΤ 397/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καταδικάσθηκε για παράβαση του Αν. Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή δώδεκα χιλιάδων ευρώ (12.000 €). Ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, η οποία ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, λέγοντας, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των πρακτικών τής δίκης ότι "στις 30.5.2007 έκανε αίτηση ο κατηγορούμενος για ρύθμιση. Όμως, από το Ι ΚΑ λόγω φόρτου εργασίας καθυστερούν και εκκρεμεί ο έλεγχος. Για το λόγο αυτό ζητάμε την αναβολή της δίκης για να προσκομιστεί απόφαση ρύθμισης". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου ο κατηγορούμενος να προσκομίσει απόφαση του Ι ΚΑ περί ρυθμίσεως της οφειλής πρέπει να απορριφθεί, διότι από το χρόνο τέλεσης της πράξης (11/2000 έως 7/2001) ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να προβεί στις ενέργειες για τη ρύθμιση της οφειλής του, πράγμα που δεν έπραξε ακόμα και μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (17.5.2005). Συνεπώς, το αίτημα τείνει στην παρέλκυση της δίκης και με δεδομένο τον κίνδυνο της παραγραφής της πράξης, πρέπει ν' απορριφθεί". Η ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο και τα οποία το οδήγησαν στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής και ειδικότερα τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να ρυθμίσει εγκαίρως το χρέος του. Περαιτέρω θα έπρεπε ο αναιρεσείων, του οποίου η επιχείρηση, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας ηλεκτρολογικές εργασίες πλοίων, και ως εκ τούτου εμπίπτει στο άρθρο 1 του ως άνω Ν. 3551/2007, κατά την υποβολή του αιτήματος αναβολής, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 9 του ως άνω Νόμου, να αποδείξει συγχρόνως ότι είχε καταβάλει εμπροθέσμως τις τρέχουσες από 1 Απριλίου 2007 και εφεξής ασφαλιστικές εισφορές, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος (υπό στοιχεία στο δικόγραφο Α2) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' ό δε μέρος αναφέρεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων (εγγράφων και της καταθέσεως της μάρτυρος ...), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. ΕΠΕΙΔΗ, ακολούθως, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, δεχόμενο μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αναφερόμενων στο σκεπτικό, κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...Στη ... στις 14.2.03, ως εργοδότης επιχείρησης, με αντικείμενο ηλεκτρολογικές εργασίες πλοίων και ενώ είχε απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 11/2000 έως 7/2001, προσωπικό σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν κατέβαλλε προς το ΙΚΑ τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι αυτές που αφορούν τον ίδιο (εργοδοτικές), ποσού 81.425,97 ευρώ και αυτές που αφορούν τους εργαζομένους (εργατικές), ποσού 40.712,84 ευρώ, τα οποίας εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει, αφού ο ανωτέρω δεν έχει προβεί ούτε σε καμία καταβολή, ούτε και σε ρύθμιση, όπως κατέθεσε η υπάλληλος του ΙΚΑ ... . Πρέπει συνεπώς, ο ανωτέρω να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 τού Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τής ουσίας, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τού άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν.86/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος (υπό στοιχεία Α1 στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και ενόψει τού ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του .... για αναίρεση της ΒΤ 3974/22.6.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών. Αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Εκείνος που ζητεί αναβολή για να προσκομίσει απόφαση του ΙΚΑ περί ρυθμίσεως της οφειλής του πρέπει να αποδεικνύει συγχρόνως ότι είχε καταβάλει εμπρόθεσμα προς το ΙΚΑ τις τρέχουσες από 1.4.2007 και εφεξής ασφαλιστικές εισφορές. Αιτιολογείται η απόφαση και ως προς την κρίση περί της ενοχής, Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.
0
Αριθμός 1893/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γκότση, περί αναιρέσεως της 81065/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 81.065/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε δεύτερο βαθμό για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 (μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ και παρακράτηση εργατικών εισφορών), με τον δεύτερο λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην ανωτέρω απόφαση την αιτίαση ότι το δίκασαν Δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον ισχυρισμό του ότι δεν υπήρχε αξιόποινη πράξη δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι σ' αυτόν δεν υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, αλλά σε άλλα ειδικά ασφαλιστικά Ταμεία. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε καν τον ως άνω ισχυρισμό, του, ο οποίος δεν είναι αυτοτελής κατά την παραπάνω έννοια, ως μη συνεπαγόμενος την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, αλλ' αρνητικός τής κατηγορίας, και επομένως το Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην εκδοτική του επιχείρηση υπάγονταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Ανεξάρτητα πάντως των ανωτέρω, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει τον ισχυρισμό αυτόν κατά την προηγούμενη δικάσιμο που η υπόθεση είχε αναβληθεί για κρείσσονες αποδείξεις, χωρίς να εκδοθεί απόφαση επ' αυτού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την ανάγνωση των πρακτικών εκείνης της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 του ΚΠΔ, προβλήθηκε παραδεκτώς και κατά συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. ΕΠΕΙΔΗ, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η έφεση έχει γίνει τυπικά δεκτή με την 38618/2005 απόφαση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προχωρεί στη συζήτηση και να μην απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, στη συνέχεια στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι "πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να εξεταστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν". Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι πράγματι στο εισαγωγικό μέρος, όπου αναφέρεται η σύνθεση του Δικαστηρίου, το ονοματεπώνυμο τού κατηγορουμένου και η πράξη για την οποία διώκεται ο κατηγορούμενος, σημειώνεται "κατ' έφεση της υπ' αριθ. 999/04 αποφ. Μ.Π.Α. (Μεταβατικό Καλλιθέας), η οποία έγινε τυπικά δεκτή με την υπ' αριθ. 38.618/05 απόφ. Τριμ. Πλημ. Αθηνών". Στη συνέχεια και στην αρχή του αιτιολογικού και στην πρώτη του παράγραφο εκτίθεται ότι "η έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να εξεταστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν". Η αναφορά αυτή στο σκεπτικό υπήρχε ήδη γραμμένη στο έντυπο τής αποφάσεως και από προφανή παραδρομή δεν έγινε, όπως θα έπρεπε, η διαγραφή της, χωρίς η εν λόγω αναφορά να συνιστά Ί αντιφατική αιτιολογία, ως εκ περισσού δε αναφέρεται και στο διατακτικό ότι γίνεται δεκτή η έφεση, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε ακυρότητα από την επανάληψη της διατάξεως αυτής. Επομένως και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, και ενόψει του ότι και οι δύο ως 'άνω λόγοι που επικαλείται ο αναιρεσείων είναι στο σύνολο τους αβάσιμοι και δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 89/29.6.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση τής 81.065/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, που προβλήθηκε στη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να επαναληφθεί και στη νέα συζήτηση. Διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτόν. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η έφεση έχει γίνει τυπικά δεκτή με προηγούμενη (αναβλητική) απόφαση, στο σκεπτικό αναφέρεται ότι πρέπει να γίνει η έφεση δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να εξεταστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν, είναι αβάσιμη, διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν υπάρχει διότι από παραδρομή γίνεται η ανωτέρω μνεία στο σκεπτικό και ως εκ του περισσού στο διατακτικό αναφέρεται ότι δέχεται την έφεση. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια.
0
Αριθμός 1892/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1887/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1912/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 32/26.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 338/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών τους Χ και Ζ για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως υπεξαίρεσης αντικειμένου η αξία του οποίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) κατά συναυτουργία και κατεξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-1999 και από 12-11-1999 έως 12-1-2000 - 45, 98, 375 παρ. 1 εδ. γ - α ΠοινΚ- ήτοι σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του άνω βουλεύματος ο πρώτος κατηγορούμενος άσκησε την υπ'αριθμ. 111/11-3-2008 έφεση, η οποία απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη με το υπ'αριθμ. 1887/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ειδικώτερα το βούλευμα αυτό δέχθηκε, με καθολική, επιτρεπτή, αναφορά, στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών ότι, "από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες καθ' εαυτές και στο σύνολο τους, σε συνδυασμό με τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων υπομνημάτων των διαδίκων και της εκθέσεως εφέσεως), και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου του Ιωάννη συστήθηκε μεταξύ του εγκαλούντος Ψ, του κατηγορουμένου Ζ και του Ξ ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "AGRONEF Γεωργοδενδροκτηνοτροφικές - Εμποροβιομηχανογεωργικές - Εισαγωεξαγωγικές Επιχειρήσεις - Ανώνυμος Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "AGRONEF", με έδρα την ... και επί της οδού .... Το κεφάλαιο της εταιρίας ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 35.100.000 δρχ. διαιρέθηκε σε 1.755 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 20.000 δρχ. εκάστη και έκαστος των ιδρυτών έλαβε 855 μετοχές, συνολικής αξίας 11.700.000 δρχ. Σκοπός της εταιρίας ήταν η αγορά εκτάσεως 555 στρεμμάτων κειμένης στη θέση "..." ... του Δήμου ... επ' ονόματι της, για την οποία έκταση είχε ήδη καταρτισθεί το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας, του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, η καλλιέργεια και παραγωγή οικολογικών αγροτικών προϊόντων, η ίδρυση και εκμετάλλευση ιχθυοτροφείου, η αναπαραγωγή θηραμάτων ατ/ρίων ζώων κ.λπ. Το μετοχικό κεφάλαιο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον ίδιο τον εγκαλούντα και στη συνέχεια ο Ξ του κατέβαλε το αναλογούν σ' αυτόν ποσό των 11.700.000 δρχ. Τούτο δε προκύπτει τόσον από την έγκληση όσο και από την μαρτυρική κατάθεση του Ξ. Η κατάθεση του εν λόγω μετοχικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε την 2-11-1999 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος από τον Ξ ως ιδρυτή της εταιρίας (βλ. σχετ. απόδειξη είσπραξης της Ε.Τ.Ε.). Με το από 3-3-2000 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.), που καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. ... ΦΕΚ, το πρώτο Δ.Σ. της εταιρίας, αποτελούμενο από τους ιδρυτές της, συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο τον Ξ, αντιπρόεδρο τον εγκαλούντα και διευθύνοντα σύμβουλο και εκπρόσωπο τον κατηγορούμενο Ζ. Στην πραγματικότητα όμως, από τη σύσταση της εταιρίας, με την διαχείρισή της ασχολούντο τόσον ο εκκαλών-κατηγορούμενος όσο και ο συγκατηγορούμενός του, οι οποίοι είναι αδελφοί και οι οποίοι άλλωστε εξ αρχής ενδιαφέρονταν για την αγορά και εκμετάλλευση της προαναφερομένης έκτασης. Ειδικότερα, ο εκκαλών- κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικαστικός λειτουργός Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό Εφέτη, κρατούσε και ενημέρωνε τα βιβλία της εταιρίας, συνέτασσε αποδείξεις είσπραξης, ιδιωτικά συμφωνητικά, επιστολές κ.λπ. για τις ανάγκες λειτουργίας της εταιρίας και γενικά ήταν γνώστης και ρυθμιστής των δραστηριοτήτων αυτής και των μετόχων της. Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με το άρθρο 41 του καταστατικού της εταιρίας ο Ξ κατέστη πληρεξούσιος των λοιπών, προκειμένου να υποβάλει τούτο προς έγκριση στην αρμόδια Νομαρχία και εκπροσωπήσει τους συμβαλλομένους έναντι της Νομαρχίας αυτής, καθώς και υπογράψει σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο για τυχόν συμπλήρωση, διόρθωση ή τροποποίηση του καταστατικού, επιβαλλόμενη από το νόμο κατά το στάδιο της εγκρίσεως (βλ. τις καταθέσεις του εγκαλούντος και του μάρτυρος Ξ, το καταστατικό, το Φ.Ε.Κ., τις από 14-10-1999, 15-10-1999 και 20-10-1999 χειρόγραφες αποδείξεις, την από 28-2-2000 επιστολή, 20 συναλλαγματικές έκδοσης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και αποδοχής του εγκαλούντος και την από 22-3-2002 εξώδικη πρόσκληση του Ξ προς τον εγκαλούντα, στην οποία σε ανύποπτο χρόνο γίνεται αναφορά στην παρουσία και στην συμμετοχή του εκκαλούντος- κατηγορουμένου στις συζητήσεις και στις συμφωνίες για την σύσταση της εταιρίας και την αγορά του ακινήτου). Όσον αφορά το ακίνητο, το οποίο σκόπευε να αγοράσει η εταιρία, το διαπραγματεύονταν προς αγορά από το έτος 1997 ο εκκαλών και ο κατηγορούμενος Ζ καθώς επίσης και η εταιρία του τελευταίου με την επωνυμία "..." με εμφανιζόμενη αγοράστρια αυτή (εταιρία). Επρόκειτο περί ιδιωτικής δασικής έκτασης, ιδιοκτησίας των ..., ..., ..., ... και ..., πληρεξούσιος δικηγόρος των οποίων ήταν ο Ξ. Εξαιτίας του δασικού χαρακτήρα της έκτασης απαιτείτο η έκδοση αδείας πώλησης, αποχαρακτηρισμού και εκχέρσωσης αυτής, την οποία ανάλαβαν ο εκκαλών και ο κατηγορούμενος Ζ και συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου μεταξύ των ιδιοκτητών της έκτασης, των προαναφερομένων (εκκαλούντος και κατηγορουμένου Ζ) και του μάρτυρος Ξ ατομικά, με την ειδική συμφωνία της υπόσχεσης μεταβίβασης της εν λόγω έκτασης είτε στους τότε συμβαλλομένους είτε στην εταιρία του κατηγορουμένου Ζ είτε σε άλλη εταιρία, που θα συσταθεί. Έτσι, μετά την έκδοση όλων των αδειών συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου με αγοράστρια την εταιρία "AGRONEF" (βλ. την από 26-8-1997 αίτηση του Ξ προς το Δασαρχείο Λαμίας, την υπ' αριθμ. ... άδεια εκχέρσωσης και το υπ' αριθμ. 22/22-1-2001 πρακτικό της Επιτροπής Εκδίκασης ενστάσεων ΟΣΔΕ σε συνδυασμό με τα απολογητικά υπομνήματα εκκαλούντος και κατηγορουμένου Ζ). Επειδή η νεοσύστατη εταιρία "AGRONEF" παρουσίαζε πρόβλημα ρευστότητας, ο εγκαλώ ν κατέβαλε για την συμμετοχή του στην εταιρία και την αγορά του ακινήτου της το χρηματικό ποσό των 60.000.000 δρχ. (176.082,17 ευρώ) σε τραπεζικές επιταγές και 40.000.000 δρχ. (117.388,11 ευρώ) σε ογδόντα (80) συναλλαγματικές αποδοχής του, εκ των οποίων τις σαράντα (40) ο ίδιος παρέδωσε στον εκκαλούντα και τον κατηγορούμενο Ζ και τις λοιπές σαράντα (40) στον Ξ. Ειδικότερα, κατέβαλε την 14-10-1999 ποσό 9.000.000 δρχ. ( 26.412,33 ευρώ) με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας CITIBANK, την 15-10-1999 ποσό 16.000.000 δρχ. (46.955,25 ευρώ) με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας και την 20-10-1999 ποσό 35.000.000 δρχ. ( 102.714,60 ευρώ) με τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές των Τραπεζών CITIBANK και Εργασίας αντίστοιχα. Για τις καταβολές αυτές συντάχθηκαν τρεις αντίστοιχες χειρόγραφες αποδείξεις, τις οποίες συνέταξε ο εκκαλών - κατηγορούμενος, γεγονός που ομολογεί και ο ίδιος, και υπέγραψε ο Ξ και στις οποίες γίνεται αναφορά σε έναντι καταβολές, "οφειλομένου του υπολοίπου συμφωνηθέντος ποσού κατά τα συμφωνηθέντα", χωρίς αυτό να προσδιορίζεται. Επίσης, από τις ογδόντα (80) συναλλαγματικές αποδοχής του εγκαλούντα, ποσού 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ) εκάστη, οι σαράντα (40) εκδόθηκαν από τον Ξ, στον οποίο πληρώθηκαν ορισμένες και ως προς τις λοιπές υπήρξε συμβιβαστική τακτοποίηση, οι δε λοιπές σαράντα (40) εκδόθηκαν από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο σε διαταγή του ιδίου την 12-11-1999, τις αποδέχθηκε αυθημερόν ο εγκαλών, ήταν πληρωτέες στην Τράπεζα Εργασίας και είχαν ημερομηνία λήξεως την 12-12-1999 η πρώτη εξ αυτών και κάθε επόμενο μήνα οι λοιπές μέχρι την 12-3-2003 (βλ. τις καταθέσεις του εγκαλούντος και του Ξ, τις από 14-10-1999, 15-10-1999 και 20-10-1999 αποδείξεις είσπραξης, μία ειδοποίηση αποδέκτη της Τράπεζας Εργασίας για τριάντα οκτώ (38) συναλλαγματικές, είκοσι (20) συναλλαγματικές με εκδότη τον εκκαλούντα- κατηγορούμενο και αποδέκτη τον εγκαλούντα σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα του εκκαλούντα και του κατηγορουμένου Ζ). Κι' ενώ τα ανωτέρω χρηματικά ποσά και αξιόγραφα προορίζονταν για το ταμείο της εταιρίας, στα βιβλία της οποίας έπρεπε να καταχωρηθούν, κατέληξαν στα χέρια του εκκαλούντος και του κατηγορουμένου Ζ, οι οποίοι τα ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Συγκεκριμένα, από το χρηματικό ποσό των 60.000.000 δρχ. (176.082,17 ευρώ), που κατατέθηκε την 29-10-1999 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο Ξ στην Εμπορική Τράπεζα, καταβλήθηκαν απ' αυτόν (Ξ) αυθημερόν στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, που τηρούσε ο κατηγορούμενος Ζ στην ίδια Τράπεζα, ποσά 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 5.000.000 δρχ. = 50.000.000 δρχ. ( 146.735,14 ευρώ), με τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... γραμμάτια είσπραξης της τράπεζας αυτής, για να τα καταθέσουν στο λογαριασμό- ταμείο της ως άνω εταιρίας, πλην όμως παρέλειψαν να εγγράψουν τα ποσά αυτά-στα βιβλία εσόδων της εταιρίας και δεν τα κατέθεσαν στο λογαριασμό-ταμείο της, αν και είχαν υποχρέωση, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από την 12-11-1999 έως τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003 τις συναλλαγματικές, έκδοσης του εκκαλούντα- κατηγορουμένου, πλην των δύο πρώτων που πλήρωσε στον ίδιο ο εγκαλών, ούτος (εκκαλών) αφού τις μεταβίβασε σε τρίτους, τις κατέθεσε τελικά στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, που τηρούσαν στην Τράπεζα Εργασίας ο κατηγορούμενος Ζ και ο ... (βλ. σχετικά έγγραφα). Ο εκκαλών καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Ζ ισχυρίζονται ότι μόνος ταμίας και εκπρόσωπος της εταιρίας μέχρι την έγκριση και δημοσίευση του καταστατικού της στο Φ.Ε.Κ. ήταν ο Ξ, ο οποίος ήταν και πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών ιδρυτών της, σύμφωνα με το άρθρο 41 του καταστατικού και ότι ο εκκαλών δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την εταιρία, ενώ ο συγκατηγορούμενός του μέχρι την 24-4-2000, που δημοσιεύθηκε το πρακτικό συγκρότησης του Δ.Σ. της εταιρίας σε σώμα δεν είχε καμία ιδιότητα πέραν του απλού μέλους του Δ.Σ. Επίσης, ισχυρίζονται ότι ο Ξ και ο εγκαλών είχαν ιδιαίτερη μυστική προφορική συμφωνία μεταξύ τους, άγνωστη και άσχετη προς αυτούς, που αφορούσε την καταβολή από τον εγκαλούντα του χρηματικού ποσού των 60.000.000 δρχ. και των σαράντα (40) συναλλαγματικών έκδοσης του Ξ, γεγονός που αυτοί αποκρύπτουν δολίως, ευρισκόμενοι σε συμπαιγνία, ότι το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δρχ. που καταβλήθηκε την 29-10-1999 από τον Ξ στον κατηγορούμενο Ζ, αφορούσε την εγγύηση που είχε καταβάλει ο τελευταίος στον πρώτο κατά το έτος 1997 για την κατοχύρωση της αγοράς του ακινήτου των 555 στρεμμάτων και που αυτός του όφειλε, αφού είχαν εκδοθεί οι απαιτούμενες άδειες για την πώληση του, καθώς και ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος έλαβε τις σαράντα (40) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ. για την πώληση στον εγκαλούντα του μεριδίου του επί του ακινήτου, την οποία είχε συμφωνήσει με αυτόν, προκειμένου να "εξέλθει" από το προσύμφωνο πώλησης. Πράγματι, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 19-12-1997 απόδειξη, ο κατηγορούμενος Ζ είχε καταβάλει στον Ξ, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των ιδιοκτητών του προαναφερομένου ακινήτου, το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δρχ. ως εγγύηση έναντι της προσφερθείσης τιμής πωλήσεως των 120.000.000 δρχ. για να μην πωλήσουν οι ιδιοκτήτες το ακίνητο μέχρι να ληφθούν οι απαιτούμενες άδειες για την πώλησή του, μετά δε την έκδοση των αδειών αυτών από τον παραπάνω κατηγορούμενο η πιο πάνω εγγύηση έπρεπε να επιστραφεί σ' αυτόν. Όμως, ο εγκαλών δεν είχε καμία σχέση με την εν λόγω συμφωνία και την απορρέουσα απ' αυτήν υποχρέωση του Ξ, όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο των τριών αποδείξεων καταβολής του ποσού των 60.000.000 δρχ. από τον εγκαλούντα σε συνδυασμό με τις καταθέσεις του τελευταίου και του Ξ, καθώς και εκκαλούντος- κατηγορουμένου, το ανωτέρω (40) συναλλαγματικές έκδοσης του παραδόθηκαν στον εκκαλούντα και τον συγκατηγορούμενό του για. τις ανάγκες λειτουργίας της εταιρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι το κατατεθέν μετοχικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 35.100.000 δρχ., η δε αξία αγοράς του ακινήτου σε 35.000.000 δρχ., γεγονός που ούτοι (κατηγορούμενοι) γνώριζαν, αφού και οι τρεις αποδείξεις συντάχθηκαν και οι συναλλαγματικές συμπληρώθηκαν από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 26-11-2008 (155 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 24-11-2008 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 196/2008 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης α) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτού αφού δεν περιήλθε ποτέ στην κατοχή και κυριότητά του το ποσό των 60.000.000 δραχμών (και αναφέρει γιατί δεν έγινε αυτό με αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και επιχειρήματα, ενώ το συμβούλιο δεν εκτίμησε ορθά τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε αναφέρει ότι αξιολόγησε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται οι απόψεις του και ότι δεν είχε καμία σχέση με την εταιρία και τον εγκαλούντα) αλλά και για παραβίαση των διατάξεων του ν. 2190/20 περί ΑΕ και δη τις διατάξεις περί κεφαλαίου. β) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - διότι "καθ'υποθετισμό και μόνο δέχεται την ύπαρξη δήθεν ενδείξεων ενοχής - και προβαίνει σε αξιολόγησε αποδεικτικών μέσων ότι δεν προκύπτουν αυτές. Υπέρβαση εξουσίας. γ) διότι η υπό κρίση μήνυση είναι δεύτερη για το ίδιο θέμα εναντίον του. δ) Υπέρβαση εξουσίας διότι έλυσε ζήτημα για το ποίο αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια και συγκεκριμένα "αν και κατά ποσό τα ποσά αυτά που έδωσε στον Ξ ο εγκαλών αποτελούσαν ποτέ κεφάλαιο και μετρητά του ταμείου του νομικού προσώπου της εταιρείας". ΙΙ) Επειδή το ένδικο μέσο της αναίρεσης δεν ανοίγει τρίτο βαθμό ουσιαστικής δικαιοδοσίας. Κατ'αυτή δεν λαμβάνει χώρα συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, δεν γίνεται αποδεικτική διαδικασία, αλλά μόνον νομικός έλεγχος της απόφασης. Βάση της αναίρεσης είναι το υπό της προσβαλλομένης αποφάσεως ή βουλεύματος διαπιστωθέν πραγματικό υλικό, και ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τον τρόπο σχηματισμού της κρίσης αλλά δεν μπορεί να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης ή της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλ. πραγματικών περιστατικών για τα οποία το συμβούλιο-δικαστήριο κρίνει κυριαρχικώς (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 195, ΑΠ 33/89, ΑΠ 86/82 κ.α.). Επομένως κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει το βούλευμα (ή την απόφαση) για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως (ή της αποδεικτικής διαδικασίας) προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή αντικρουώντων την υπό του βουλεύματος (ή της αποφάσεως) δεκτήν γενομένη ύπαρξη αυτών τυγχάνει απαράδεκτος, όπως επίσης η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης. Βλ. ΑΠ 956/2003, ΑΠ 33/89, ΑΠ 451/2000, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006 κ.α. 'Ετσι και όταν η υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής - που υποκρύπτουν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. -βλ. ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 533/2003, ΑΠ 1580/2002 κ.ά ή όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού πρβλ ΑΠ 829/2006, ΑΠ 2148/2005 κ.α. ή όταν προβάλλεται ότι δεν προκύπτουν τα δεκτά γενόμενα πρβλ ΑΠ 1542/2006 κ.α. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, δεν απαιτείται να γίνεται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου, ούτε να μνημονεύεται τί προκύπτει από καθένα από αυτά, αλλά αρκεί ο προσδιορισμός του είδους τους κατά κατηγορία-βλ. ΑΠ 2/2003 ολ, ΑΠ 540/2006 κ.α. χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται σε ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα στηρίζεται η κάθε παραδοχή. Εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή (ουσιαστική ποινική διάταξη) έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει (βλ. ΑΠ 1535/2008, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 1371/2006 κ.α.) ή όταν δεν υπάγει τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην αληθινή διάταξη (-βλ. ΑΠ 276/2007, ΑΠ 259/2006 κ.α.). Ο άνω λόγος αναίρεσης ελέγχεται, όπως είναι φυσικό και εύλογο, με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι α) οι α, β λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι - αφού ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που δεν ελέγχεται αναιρετικά - η δε φερομένη μη εκτίμηση των σημειουμένων αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμη, αφού προκύπτει ότι περιλαμβάνονται στα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η δε επίσης φερομένη ως εσφαλμένη ερμηνεία - εφαρμογή του άρθρου 375 ΠΚ είναι αβάσιμη. β) ο τρίτος λόγος είναι αόριστος - αφού δεν προσκομίζεται αντίγραφο της φερομένης δεύτερης μήνυσης, το δε δεν αναφέρεται το περιεχόμενο αυτής. γ) ο τέταρτος λόγος είναι το μεν απαράδεκτος το δε αβάσιμος αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προέβη σε λύση του αναφερομένου ζητήματος, ούτε η λύση αυτού ανάγεται κατά ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (60 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Πρέπει συνεπώς να αποριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. Όπως επίσης και η αίτηση αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου δεδομένου ότι αυτή είναι και αόριστη αφού δεν εξειδικεύει τον λόγο εμφάνισης, ο δε φερόμενος λόγος δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτή. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α---------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 196/2008 αναίρεση του Χ κατά του υπ'αριθμ. 1887/2008 βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα, να απορριφθεί δε η αίτηση αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύμφωνα με το άρ. 375 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 375 αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 ως εξής "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθ. 98 Π.Κ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με το αρ. 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα, υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση ότι οι μερικότερες πράξεις έλαβαν χώρα μετά την 3.6.1999, όταν δηλαδή άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999 (Ολ. Α.Π. 5/2002). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 €). Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π.Κ., συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτόν τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στην συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Δεν αποτελούν όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 338/2008 βούλευμά του με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα σ' αυτή μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας του κατηγορουμένου και του απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής: Με το υπ' ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου του Ιωάννη συστήθηκε μεταξύ του εγκαλούντος Χ, του κατηγορουμένου Ζ και του Ξ ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "AGRONEF Γεωργοδενδροκτηνοτροφικές - Εμποροβιομηχανογεωργικές - Εισαγωεξαγωγικές Επιχειρήσεις - Ανώνυμος Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "AGRONEF", με έδρα την ... και επί της οδού .... Το κεφάλαιο της εταιρίας ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 35.100.000 δρχ. διαιρέθηκε σε 1.755 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 20.000 δρχ. εκάστη και έκαστος των ιδρυτών έλαβε 855 μετοχές, συνολικής αξίας 11.700.000 δρχ. Σκοπός της εταιρίας ήταν η αγορά εκτάσεως 555 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "..." Δήμου ... επ' ονόματί της, για την οποία έκταση είχε ήδη καταρτισθεί το υπ' αριθμ. .... προσύμφωνο αγοραπωλησίας, του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, η καλλιέργεια και παραγωγή οικολογικών αγροτικών προϊόντων, η ίδρυση και εκμετάλλευση ιχθυοτροφείου, η αναπαραγωγή θηραμάτων αγρίων ζώων κ.λπ. Το μετοχικό κεφάλαιο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον ίδιο τον εγκαλούντα και στη συνέχεια ο Ξ του κατέβαλε το αναλογούν σ' αυτόν ποσό των 11.700.000 δρχ. Τούτο δε προκύπτει τόσον από την έγκληση όσο και από την μαρτυρική κατάθεση του Ξ. Η κατάθεση του εν λόγω μετοχικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε την 2-11-1999 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος από τον Ξ ως ιδρυτή της εταιρίας (βλ. σχετ. απόδειξη είσπραξης της Ε.Τ.Ε.). Με το από 3-3-2000 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.), που καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. ... ΦΕΚ, το πρώτο Δ.Σ. της εταιρίας, αποτελούμενο από τους ιδρυτές της, συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο τον Ξ, αντιπρόεδρο τον εγκαλούντα και διευθύνοντα σύμβουλο και εκπρόσωπο τον κατηγορούμενο Ζ. Στην πραγματικότητα όμως, από τη σύσταση της εταιρίας, με την διαχείρισή της ασχολούντο τόσον ο εκκαλών-κατηγορούμενος όσο και ο συγκατηγορούμενός του, οι οποίοι είναι αδελφοί και οι οποίοι άλλωστε εξ αρχής ενδιαφέρονταν για την αγορά και εκμετάλλευση της προαναφερομένης έκτασης. Ειδικότερα, ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικαστικός λειτουργός Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό Εφέτη, κρατούσε και ενημέρωνε τα βιβλία της εταιρίας, συνέτασσε αποδείξεις είσπραξης, ιδιωτικά συμφωνητικά, επιστολές κ.λπ. για τις ανάγκες λειτουργίας της εταιρίας και γενικά ήταν γνώστης και ρυθμιστής των δραστηριοτήτων αυτής και των μετόχων της. Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με το άρθρο 41 του καταστατικού της εταιρίας ο Ξ κατέστη πληρεξούσιος των λοιπών, προκειμένου να υποβάλει τούτο προς έγκριση στην αρμόδια Νομαρχία και εκπροσωπήσει τους συμβαλλομένους έναντι της Νομαρχίας αυτής, καθώς και υπογράψει σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο για τυχόν συμπλήρωση, διόρθωση ή τροποποίηση του καταστατικού, επιβαλλόμενη από το νόμο κατά το στάδιο της εγκρίσεως (βλ. τις καταθέσεις του εγκαλούντος και του μάρτυρος Ξ, το καταστατικό, το ΦΕ.Κ., τις από 14-10-1999, 15-10-1999 και 20-10-1999 χειρόγραφες αποδείξεις, την από 28-2-2000 επιστολή, 20 συναλλαγματικές έκδοσης του εκκαλούντός - κατηγορουμένου και αποδοχής του εγκαλούντος και την από 22-3-2002 εξώδικη πρόσκληση του Ξ προς τον εγκαλούντα, στην οποία σε ανύποπτο χρόνο γίνεται αναφορά στην παρουσία και στην συμμετοχή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στις συζητήσεις και στις συμφωνίες για την σύσταση της εταιρίας και την αγορά του ακινήτου). Όσον αφορά το ακίνητο, το οποίο σκόπευε να αγοράσει η εταιρία, το διαπραγματεύονταν προς αγορά από το έτος 1997 ο εκκαλών και ο κατηγορούμενος Ζ καθώς επίσης και η εταιρία του τελευταίου με την επωνυμία "..." με εμφανιζόμενη αγοράστρια αυτή (εταιρία). Επρόκειτο περί ιδιωτικής δασικής έκτασης, ιδιοκτησίας των ..., ..., ..., ... και ..., πληρεξούσιος δικηγόρος των οποίων ήταν ο Ξ. Εξαιτίας του δασικού χαρακτήρα της έκτασης απαιτείτο η έκδοση αδείας πώλησης, αποχαρακτηρισμού και εκχέρσωσης αυτής, την οποία ανάλαβαν ο εκκαλών και ο κατηγορούμενος Ζ και συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου μεταξύ των ιδιοκτητών της έκτασης, των προαναφερομένων (εκκαλούντος και κατηγορουμένου Ζ) και του μάρτυρος Ξ ατομικά, με την ειδική συμφωνία της υπόσχεσης μεταβίβασης της εν λόγω έκτασης είτε στους τότε συμβαλλομένους είτε στην εταιρία του κατηγορουμένου Ζ είτε σε άλλη εταιρία, που θα συσταθεί. Έτσι, μετά την έκδοση όλων των αδειών συντάχθηκε το υπ'αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου με αγοράστρια την εταιρία "AGRONEF" (βλ. την από 26-8-1997 αίτηση του Ξ προς το Δασαρχείο Λαμίας, την υπ' αριθμ. ... άδεια εκχέρσωσης και το υπ' αριθμ. ... πρακτικό της Επιτροπής Εκδίκασης ενστάσεων ΟΣΔΕ σε συνδυασμό με τα απολογητικά υπομνήματα εκκαλούντος και κατηγορουμένου Ζ). Επειδή η νεοσύστατη εταιρία "AGRONEF" παρουσίαζε πρόβλημα ρευστότητας, ο εγκαλών κατέβαλε για την συμμετοχή του στην εταιρία και την αγορά του ακινήτου της το χρηματικό ποσό των 60.000.000 δρχ. (176.082,17 ευρώ) σε τραπεζικές επιταγές και 40.000.000 δρχ. (117.388,11 ευρώ) σε ογδόντα (80) συναλλαγματικές αποδοχής του, εκ των οποίων τις σαράντα (40) ο ίδιος παρέδωσε στον εκκαλούντα και τον κατηγορούμενο Ζ και τις λοιπές σαράντα (40) στον Ξ. Ειδικότερα, κατέβαλε την 14-10-1999 ποσό 9.000.000 δρχ. (26.412,33 ευρώ) με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας CITIBANΚ, την 15-10-1999 ποσό 16.000.000 δρχ. (46.955,25 ευρώ) με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας και την 20-10-1999 ποσό 35.000.000 δρχ. (102.714,60 ευρώ) με τις υπ' αριθμ. .... και .... επιταγές των Τραπεζών CITIBANK και Εργασίας αντίστοιχα. Για τις καταβολές αυτές συντάχθηκαν τρεις αντίστοιχες χειρόγραφες αποδείξεις, τις οποίες συνέταξε ο εκκαλών-κατηγορούμενος, γεγονός που ομολογεί και ο ίδιος, και υπέγραψε ο Ξ και στις οποίες γίνεται αναφορά σε έναντι καταβολές, "οφειλομένου του υπολοίπου συμφωνηθέντος ποσού κατά τα συμφωνηθέντα", χωρίς αυτό να προσδιορίζεται. Επίσης, από τις ογδόντα (80) συναλλαγματικές αποδοχής του εγκαλούντα, ποσού 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ) εκάστη, οι σαράντα (40) εκδόθηκαν από τον Ξ, στον οποίο πληρώθηκαν ορισμένες και ως προς τις λοιπές υπήρξε συμβιβαστική τακτοποίηση, οι δε λοιπές σαράντα (40) εκδόθηκαν από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο σε διαταγή του ιδίου την 12-11-1999, τις αποδέχθηκε αυθημερόν ο εγκαλών, ήταν πληρωτέες στην Τράπεζα Εργασίας και είχαν ημερομηνία λήξεως την 12-12-1999 η πρώτη εξ αυτών και κάθε επόμενο μήνα οι λοιπές μέχρι την 12-3-2003 (βλ. τις καταθέσεις του εγκαλούντος και του Ξ, τις από 14-10-1999, 15-10-1999 και 20-10-1999 αποδείξεις είσπραξης, μία ειδοποίηση αποδέκτη της Τράπεζας Εργασίας για τριάντα οκτώ (38) συναλλαγματικές, είκοσι (20) συναλλαγματικές με εκδότη τον εκκαλούντα- κατηγορούμενο και αποδέκτη τον εγκαλούντα σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα του εκκαλούντα και του κατηγορουμένου Ζ). Κι' ενώ τα ανωτέρω χρηματικά ποσά και αξιόγραφα προορίζονταν για το ταμείο της εταιρίας, στα βιβλία της οποίας έπρεπε να καταχωρηθούν, κατέληξαν στα χέρια του εκκαλούντος και του κατηγορουμένου Ζ, οι οποίοι τα ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Συγκεκριμένα, από το χρηματικό ποσό των 60.000.000 δρχ. (176.082,17 ευρώ), που κατατέθηκε την 29-10-1999 στον υπ'αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο Ξ στην Εμπορική Τράπεζα, καταβλήθηκαν απ' αυτόν (Ξ) αυθημερόν ,στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, που τηρούσε ο κατηγορούμενος Ζ στην ίδια Τράπεζα, ποσά 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 9.000.000 δρχ. + 5.000.000 δρχ. = 50.000.000 δρχ. (146.735,14 ευρώ), με τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... γραμμάτια είσπραξης της τράπεζας αυτής, για να τα καταθέσουν στο λογαριασμό - ταμείο της ως άνω εταιρίας, πλην όμως παρέλειψαν να εγγράψουν τα ποσά αυτά στα βιβλία εσόδων της εταιρίας και δεν τα κατέθεσαν στο λογαριασμό - ταμείο της, αν και είχαν υποχρέωση, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από την 12-11-1999 έως τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003 τις συναλλαγματικές, έκδοσης του εκκαλούντα - κατηγορουμένου, πλην των δύο πρώτων που πλήρωσε στον ίδιο ο εγκαλών, ούτος (εκκαλών) αφού τις μεταβίβασε σε τρίτους, τις κατέθεσε τελικά στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, που τηρούσαν στην Τράπεζα Εργασίας ο κατηγορούμενος Ζ και ο ... (βλ. σχετικά έγγραφα). Ο εκκαλών καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Ζ ισχυρίζονται ότι μόνος ταμίας και εκπρόσωπος της εταιρίας μέχρι την έγκριση και δημοσίευση του καταστατικού της στο Φ.Ε.Κ. ήταν ο Ξ, ο οποίος ήταν και πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών ιδρυτών της, σύμφωνα με το άρθρο 41 του καταστατικού και ότι ο εκκαλών δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την εταιρία, ενώ ο συγκατηγορούμενός του μέχρι την 24-4-2000, που δημοσιεύθηκε το πρακτικό συγκρότησης του Δ.Σ. της εταιρίας σε σώμα δεν είχε καμία ιδιότητα πέραν του απλού μέλους του Δ.Σ. Επίσης, ισχυρίζονται ότι ο Ξ και ο εγκαλών είχαν ιδιαίτερη μυστική προφορική συμφωνία μεταξύ τους, άγνωστη και άσχετη προς αυτούς, που αφορούσε την καταβολή από τον εγκαλούντα του χρηματικού ποσού των 60.000.000 δρχ. και των σαράντα (40) συναλλαγματικών έκδοσης του Ξ, γεγονός που αυτοί αποκρύπτουν δολίως, ευρισκόμενοι σε συμπαιγνία, ότι το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δρχ. που καταβλήθηκε την 29-10-1999 από τον Ξ στον κατηγορούμενο Ζ, αφορούσε την εγγύηση που είχε καταβάλει ο τελευταίος στον πρώτο κατά το έτος 1997 για την κατοχύρωση της αγοράς του ακινήτου των 555 στρεμμάτων και που αυτός του όφειλε, αφού είχαν εκδοθεί οι απαιτούμενες άδειες για την πώληση του, καθώς και ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έλαβε τις σαράντα (40) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ. για την πώληση στον εγκαλούντα του μεριδίου του επί του ακινήτου, την οποία είχε συμφωνήσει με αυτόν, προκειμένου να "εξέλθει" από το προσύμφωνο πώλησης. Πράγματι, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 19-12-1997 απόδειξη, ο κατηγορούμενος Ζ είχε καταβάλει στον Ξ, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος των ιδιοκτητών του προαναφερομένου ακινήτου, το χρηματικό ποσό των 50.000.000 δρχ. ως εγγύηση έναντι της προσφερθείσης τιμής πωλήσεως των 120.000.000 δρχ. για να μην πωλήσουν οι ιδιοκτήτες το ακίνητο μέχρι να ληφθούν οι απαιτούμενες άδειες για την πώλησή του, μετά δε την έκδοση των αδειών αυτών από τον παραπάνω κατηγορούμενο η πιο πάνω εγγύηση έπρεπε να επιστραφεί σ' αυτόν. Όμως, ο εγκαλών δεν είχε καμία σχέση με την εν λόγω συμφωνία και την απορρέουσα απ' αυτήν υποχρέωση του Ξ, όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο των τριών αποδείξεων καταβολής του ποσού των 60.000.000 δρχ. από τον εγκαλούντα σε συνδυασμό με τις καταθέσεις του τελευταίου και του Ξ, καθώς και την απολογία του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, το ανωτέρω ποσό και οι σαράντα (40) συναλλαγματικές έκδοσής του παραδόθηκαν στον εκκαλούντα και τον συγκατηγορούμενό του για τις ανάγκες λειτουργίας της εταιρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι το κατατεθέν μετοχικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 35.100.000 δρχ., η δε αξία αγοράς του ακινήτου σε 35.000.000 δρχ., γεγονός που ούτοι (κατηγορούμενοι) γνώριζαν, αφού και οι τρεις αποδείξεις συντάχθηκαν και οι συναλλαγματικές συμπληρώθηκαν από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και απέρριψε την έφεσή του επικυρώνοντας το πρωτόδικο με αριθμ. 338/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη αυτή. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', στ', 26, 27, 94, 98όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και 375 § 2, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2408/1996 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με πληρότητα αιτιολογείται η ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε τις επιταγές και τις συναλλαγματικές, αξιόγραφα στα οποία ενσωματούντο το χρηματικό ποσό το οποίο ανήκε εξ' ολοκλήρου στον πολιτικώς ενάγοντα έχοντας προς τούτο υπογράψει σχετικές αποδείξεις, και ότι, ενώ όφειλε κατά τα συμφωνηθέντα να τα επιστρέψει στο ταμείο της υπό σύσταση εταιρείας, τα ενσωμάτωσε από κοινού με τον αδελφό του Ζ στην περιουσία τους. Συνεπώς ο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Απορριπτέος επίσης πρωτίστως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος είναι και ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Συμβούλιο έλυσε προκαταρτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, αφού κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Συμβούλιο δεν έλυσε κανένα προκαταρκτικό ζήτημα υπαγόμενο κατά ρητή διάταξη νόμου στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων αλλά στήριζε την περί ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του σε περιστατικά τα οποία απαιτούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 § 3 Π.Κ. για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας πρέπει ν'απορριφθεί ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. γ ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης για μη κήρυξη απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας κατ' ανάλογο εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 § 3 του ΚΠΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι είχε ήδη ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη η οποία εκκρεμή για το ίδιο θέμα, αφού ούτε ο χρόνος άσκησης της προγενέστερης δίωξης καθορίζεται ούτε το ακριβές περιεχόμενό της αναφέρεται αλλ' ούτε ότι προσκομίσθηκε από αυτόν, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητάς του από τον Άρειο Πάγο. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1, 309 παρ. 1δ', '316 και 318 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια ή μη περαιτέρω συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατ' ακολουθία η παράλειψη του Συμβουλίου, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, να διατάξει περαιτέρω ανάκριση συνεπεία αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, προκειμένου να ζητηθεί α) ανάλυση του λογαριασμού του Ξ στην Εμπορική Τράπεζα, β) ανάλυση του λογαριασμού κεφαλαίου της εταιρείας ΑΓΡΟΝΕΦ ΑΕ στην Εθνική Τράπεζα Κατάστημα Μητροπόλεως Αθηνών επ' ονόματι Ξ γ) ανάλυση των λογαριασμών του Ψ (εγκαλούντος) των Τραπεζών επί των οποίων εξέδωσε και παρέδωσε τις αναφερόμενες επιταγές στον Ξ καθώς και φωτοαντίγραφα των σωμάτων αμφοτέρων των όψεων αυτών, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, ούτε συνιστά αυτή μόνη έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η κρίση του Συμβουλίου αυτού για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που παραθέτει και έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της περί παραπομπής κρίσεώς του. Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 484 § 1 συναφής περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. ΙΙΙ. Κατά την έννοιαν του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στη πράξη. Αντιθέτως δεν παράγουν δεδικασμένο και δεν δεσμεύουν τον ποινικό δικαστή οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί ζητήματος που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ούτε παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών με την οποίαν κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αλλ' ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποίαν απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Στη τελευταία μόνον περίπτωση εφ' όσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα ν' απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠΔ κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια την δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο, που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεώτερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 36,43,57,310 και 370 εδ' γ του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του ιδίου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη τούτων λόγω της υφισταμένης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής δίωξης εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής δίωξης καl της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας. Συνεπώς οι από το άρθρο 484 § 1 περ. γ ΚΠΔ με αριθμ. 3 και 6 συναφείς λόγοι αναίρεσης με τους οποίους κατ' εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου (άρθρ. 3) και απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας (αριθ. 6) με τις ειδικότερες αντίστοιχα αιτιάσεις α) ότι παραβιάσθηκαν το δεδικασμένο αμετακλήτου αποφάσεων αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων όπως η 52509/2005 πολιτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως και αμετάκλητες εισαγγελικές διατάξεις από σωρρεία ψευδών μηνύσεων, β) ότι η μήνυση του εγκαλούντος αποτελεί δεύτερη μήνυση αυτού για το ίδιο θέμα εκ των οποίων η μία είναι η ΑΒΜ Α03/1323/24.3.03 και η άλλη η υπ' αριθμ. ΑΒΜ Β05/1177 και ήδη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως δίωξη εναντίον του που έλαβε αριθμ. ΑΒΜ Ε-2008/10957 είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ο μεν υπό τον αριθμό (3) λόγω μη συνδρομής των αξιουμένων από το άρθρο 57 ΚΠΔ προϋποθέσεων, οι δε υπό τον αριθμό (6) λόγω της πλήρους αοριστίας του. IV. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 60 Κ.Π.Δ. και της διατάξεως του άρθρου 61 του ιδίου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει και περί των ενώπιον αυτού αναφυομένων ζητημάτων αστικής φύσεως και μόνον όταν κατά ρητή διάταξη νόμου απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου επί του αναφυομένου ζητήματος αστικής φύσεως, υποχρεούται ν' αναστείλει την πρόοδο της ποινικής δίκης, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου. Εξάλλου υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 § 1 Θ' έδ. β' Κ.Π.Δ., υφίσταται, όταν το Ποινικό Δικαστήριο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, υπαγόμενο κατά ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση με τα ως άνω που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως εκτίθενται στην πρώτη σκέψη δεν επέλυσε ζήτημα υπαγόμενο κατά ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ο με αριθμ. 7 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. ζ που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/11/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1887/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 375 § 3 ΠΚ, εφόσον το Συμβούλιο στήριξε την περί ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του σε περιστατικά που θεμελιώνουν την ως άνω αξιόποινη πράξη και δεν έλυσε κανένα προδικαστικό ζήτημα υπαγόμενο κατά ρητή διάταξη νόμου στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η διενέργεια ή μη συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού Συμβουλίου και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η απόρριψη σχετικού αιτήματος. Δεν παράγουν δεδικασμένο οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί ζητήματος που έχει σχέση με την ποινική δίκη. Απορρίπτονται οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Δεδικασμένο.
0
Αριθμός 1891/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, περί αναιρέσεως της 130/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 789/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. α' και ζ' του ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/26.7.93 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τιμωρείται με τις εκεί προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται α) ότι η κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά το ποινικό δίκαιο, έχει την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Υπό την έννοια δε αυτή, δράστες (αυτουργοί) του παραπάνω εγκλήματος μπορεί να είναι και περισσότεροι, χωρίς κατ' ανάγκη να τους συνδέει κοινός δόλος, β) μεταφορά ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν ο δράστης φέρει μαζί του, διακινώντας από τόπο σε τόπο, την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με πρόθεση περαιτέρω διαθέσεως αυτής. Η μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας, μπορεί να γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, είτε με μεταφορικό μέσο, είτε με μετακίνηση αυτού (δράστη), μεταφέροντος αυτήν στις αποσκευές του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο, Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 130/2008 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία με σκοπό την εμπορία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €). Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Πενταμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 8.2.2005 και περί ώρα 1.40' εκινείτο επί της Εθνικής οδού ... το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας ως συνοδηγό τον δεύτερο κατηγορούμενο. Στα διόδια ... και στο προς ... ρεύμα πορείας, έγινε στο εν λόγω αυτοκίνητο τυχαίος έλεγχος από αστυνομικούς. Κατά τον έλεγχο αυτόν βρέθηκαν στο κάσωμα της πόρτας του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, εντός ηχείου, δύο νάιλον συσκευασίες με ηρωίνη, η μία βάρους 515 γραμμαρίων, σε μορφή βράχου και η άλλη, βάρους 50,02 γραμμαρίων. Τα ναρκωτικά αυτά, οι κατηγορούμενοι τα κατείχαν και τα μετέφεραν από κοινού, με σκοπό την εμπορία, θα τα παρέδιδαν σε άτομο, τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, το οποίο τους περίμενε σε μπαρ που βρίσκεται τρία χιλιόμετρα έξω από τη ..., αντί τιμήματος που δεν διακριβώθηκε. Τις παραπάνω ποσότητες, οι κατηγορούμενοι τις παρέλαβαν από την ..., από συμπατριώτη τους, που ονομαζόταν ... αγνώστων λοιπών στοιχείων. Οι τελευταίοι, απολογούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ομολογούν τις πράξεις τους, παρότι ο πρώτος απ' αυτούς υποστήριζε μέχρι τότε ότι δεν γνώριζε ποιος τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητό του. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται και αναγνωριστεί στον δεύτερο απ' αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. όπως και πρωτοδίκως". Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27, 45 Π.Κ. και 4 παρ. 1, 3 Πιν. Α - 5, 5 παρ.1 περ. α' και ζ' του ν. 1729/1987 όπως σήμερα ισχύει, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Η αιτιολογία αυτή δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αν και όπως αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη ή την παραπομπή στο διατακτικό, εφόσον στο τελευταίο περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα όπως εν προκειμένω και η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επίσης, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως του δικαστή, αφού προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ1 ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.3.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 130/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Λόγος αναιρέσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1889/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 147/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Απριλίου 2009 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 450/2008. Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.- Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15-5-2002 επρόκειτο να συζητηθεί από το πολιτικό Εφετείο Ναυπλίου η από 27-3-2002 έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 14/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε απορρίψει κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών την από 23-5-2001 αγωγή του με αίτημα την απόδοση σ' αυτόν του εκμισθωθέντος στον εναγόμενο μισθωτή Σ1 ακινήτου του. Κατά τη δικάσιμο εκείνη ο ήδη πολιτικώς ενάγων, ως πληρεξούσιος τότε δικηγόρος του εφεσίβλητου μισθωτή, ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, στην οποία αντέλεξε ο κατηγορούμενος, παριστάμενος αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος και αυτός, μ' αποτέλεσμα να δημιουργηθεί οξύτητα, οπότε ο κατηγορούμενος, απευθυνόμενος εκνευρισμένος προς τον πολιτικώς ενάγοντα, του είπε μεταξύ άλλων: "Σε διώξανε από δικαστή, εγώ ξέρω τους λόγους που σε διώξανε και έχω τα πορίσματα". Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος παλαιότερα υπήρξε δικαστής και υπηρετούσε τελευταία ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν εκδιώχθηκε από το Δικαστικό Σώμα, αλλά αποχώρησε εκουσίως κατόπιν της από 18-9-1989 παραιτήσεως του, η οποία έγινε δεκτή με το δημοσιευμένο στο υπ' αριθμ. 266 Γ721-2-1989 ΦΕΚ υπ' αριθμ. 128165/11-12-1989 Προεδρικό Διάταγμα. Το γεγονός αυτό της παραιτήσεως, δηλαδή, του πολιτικώς ενάγοντος από το Δικαστικό Σώμα ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου κατά τον άνω χρόνο, όπως αυτό αναμφίβολα προκύπτει από την ίδια την απολογία του και τους εν γένει ισχυρισμούς του στο Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τους οποίους με την παραπάνω φράση του δεν αναφερόταν στον τυπικό λόγο εξόδου του πολιτικώς ενάγοντος από το Δικαστικό Σώμα, δηλαδή στην παραίτηση του (την οποία επομένως αυτός γνώριζε),αλλά στους ουσιαστικούς λόγους που τον οδήγησαν στην παραίτηση. Ωστόσο τους λόγους αυτούς ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατάφερε να τους προσδιορίσει και ούτε προσκόμισε το οποιοδήποτε πόρισμα σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος. Αποδεικνύεται έτσι στο σύνολο του ψευδής ο κρίσιμος ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τον πολιτικώς ενάγοντα, ενώ αποτελεί απλό και όψιμο υπερασπιστικό του επιχείρημα η άποψη του ότι με τα λεχθέντα σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος υπονοούσε τους ουσιαστικούς λόγους της παραιτήσεώς του, αφού κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συναχθεί από το αντίθετο σαφές γλωσσικό νόημα των λεχθέντων απ' αυτόν, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η ιδιότητα του ως δικηγόρου. Καθίσταται έτσι αλυσιτελές το αίτημα του κατηγορουμένου να ζητηθεί από το Δικαστήριο η προσκόμιση του ατομικού φακέλλου του πολιτικώς ενάγοντος που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για την υπηρεσιακή του κατάσταση ως δικαστικού λειτουργού, αφού ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν τον πολιτικώς ενάγοντα σε παραίτηση από το Δικαστικό Σώμα, αυτός σε κάθε περίπτωση παραιτήθηκε και δεν εκδιώχθηκε, όπως ψευδώς ισχυρίσθηκε γι' αυτόν ο κατηγορούμενος. Άλλωστε για την ικανοποίηση του αιτήματος του κατηγορουμένου υπάρχει και νομικό κώλυμα από την διάταξη του αρθρ. 47 παρ.3 του ν. 1756/1988 περί Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που ορίζει περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να λάβουν γνώση των ατομικών υπηρεσιακών φακέλλων των δικαστών. Η διάταξη αυτή, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, δεν θίγει το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη κατά το αρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ,Α. (π.δ. 53/1974), αφού ακόμη και αν εκληφθεί ως αποδεικτική απαγόρευση που δυσχεραίνει υποτίθεται την υπεράσπιση του, αυτή ισοσταθμίζεται από το κατοχυρωμένο με το άρθρο 8 της αυτής Συμβάσεως και 9 του Συντάγματος δικαίωμα σεβασμού των προσωπικών δεδομένων του ατόμου, στα οποία εντάσσονται και τα υπηρεσιακά του δεδομένα, όταν αυτά δεν πρόκειται να αξιολογηθούν για υπηρεσιακούς λόγους από υπηρεσιακούς παράγοντες, αλλά για διαφορετικούς σκοπούς. Στη συγκεκριμένη πάντως περίπτωση ο πολιτικώς ενάγων, μεταξύ άλλων εγγράφων, προσκόμισε και το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό για τις υπηρεσιακές του μεταβολές κατά το διάστημα που υπήρξε δικαστής, από το οποίο πιστοποιητικό, που έχει υπογράψει η Προϊσταμένη του Α2 Τμήματος της Δ/νσης ΔΙ του Υπουργείου Δικαιοσύνης, προκύπτει η ανυπαρξία πειθαρχικών σε βάρος του διώξεων και πολύ περισσότερο πειθαρχικών ποινών, οπότε και εξ αυτού του λόγου θα ήταν περιττή, ακόμη και ήταν δυνατή, η προσκόμιση του ατομικού υπηρεσιακού φακέλλου του πολιτικώς ενάγοντος και ειδικότερα των εκθέσεων επιθεωρήσεως του κατά τα έτη 1987-1989, αν υποτεθεί ότι υφίστανται. Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί αυτός, όπως και πρωτοδίκως, ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός του ήταν εν γνώσει του ψευδής και ικανός εν γνώσει του να βλάψει αντικειμενικά την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, όπως και πράγματι τις έβλαψε, αφού ειπώθηκε συνειδητά από αυτόν ενώπιον πλήθους άλλων προσώπων, όπως ήταν οι δικαστές και ο γραμματέας του Εφετείου Ναυπλίου κατά την πολιτική δικάσιμο της 15-5-2002, καθώς και οι παρευρισκόμενοι κατά την αυτή δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου διάδικοι, δικηγόροι και εν γένει πολίτες, οι οποίοι σχημάτισαν ή μπορούσαν να σχηματίσουν δυσμενή εικόνα για την επιστημονική επάρκεια ή και την ηθική ακεραιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, δηλαδή εικόνα παραμορφωτική της πραγματικής ηθικής και κοινωνικής αξίας του με τελικό έλλειμμα στην εκτίμηση των τρίτων προς το πρόσωπό του. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή και ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος, κατά τη συνεδρίαση της 15-5-2002, ενώπιον του πολιτικού τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, όπου επρόκειτο να συζητηθεί έφεση του ίδιου του κατηγορουμένου, κατά της υπ' αριθμό 14/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, και με την οποία απορρίφθηκε η από 23-5-2001 αγωγή του, περί αποδόσεως μισθίου ακινήτου, στο αίτημα του αντιδίκου του εφεσίβλητου Σ1, που τον εκπροσωπούσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Ψ1, και ήδη πολιτικώς ενάγων, δημιουργήθηκε έντονο φραστικό επεισόδιο. Κατά τη διάρκεια δε αυτού του επεισοδίου, ο αναιρεσείων που παρίστατο αυτοπροσώπως, απευθυνόμενος προς τον πολιτικώς ενάγοντα, επί παρουσία των δικαστών και της γραμματέως της έδρας και πλήθους διαδίκων και άλλων παραγόντων, και σε επήκοο αυτών, μεταξύ άλλων του είπε "Σε διώξανε από δικαστή, εγώ ξέρω τους λόγους που σε διώξανε και έχω τα πορίσματα". Ο ισχυρισμός αυτός, περί αποπομπής του πολιτικώς ενάγοντος από το δικαστικό σώμα, την οποία ο αναιρεσείων, σύμφωνα με όσα αυτός ισχυρίστηκε, θεωρούσε ως βεβαία και δεδομένη, και τα αίτια αυτής, τα οποία, όπως σαφώς υπονοούσε, ήταν επιβαρυντικά για τον πολιτικώς ενάγοντα, κατά τη ρητή έκφρασή του, "έχω τα πορίσματα", δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, ενόψει του ότι ο πολιτικώς ενάγων, δεν είχε εκδιωχθεί από την υπηρεσία του, αλλά είχε αποχωρήσει εκουσίως, κατόπιν υποβολής της, από 18-9-1989 παραιτήσεώς του, η οποία και έγινε αποδεκτή με το υπ' αριθμό 128165/11-12-1989 Π.Δ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Το τελευταίο αυτό γεγονός ότι δηλαδή ο πολιτικώς ενάγων είχε αποχωρήσει κατά τον ως άνω τρόπο και δεν είχε εκδιωχθεί, όπως αυτός ισχυρίστηκε, ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου, αιτιολογείται δε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα τα ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα, ενώπιον των ως άνω προσώπων (δικαστικών λειτουργών, γραμματέως και άλλων προσώπων), τελούσε σε γνώση ότι ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων, είχε ήδη παραιτηθεί του δικαστικού σώματος και δεν είχε αποπεμφθεί. Η γνώση του δε αυτή και η βεβαιότητα του για τα αίτια της αποπομπής, που αυτός ισχυρίστηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και όχι εκείνα της πραγματικής παραιτήσεως του τελευταίου, ενισχύεται και από το γεγονός που ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι δηλαδή διαθέτει τα σχετικά για τον πολιτικώς ενάγοντα πορίσματα, υπονοώντας προφανώς, εκείνα που σχηματίστηκαν σε βάρος του κατά τη διάρκεια του πειθαρχικού ελέγχου. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται, η παραδοχή κατά την οποία ο αναιρεσείων αναμφισβήτητα είχε την πρόθεση να μειώσει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντα, αφού αυτή καθεαυτή η ιδιότητά του, ως δικηγόρου, με πλούσια τη θεωρητική και πρακτική δικαστηριακή εμπειρία, ήταν αποτρεπτική μιας ανάλογης συμπεριφοράς, με εκείνη που επέδειξε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος. Το γεγονός ότι δεν κατέστη εφικτό γι' αυτόν (αναιρεσείοντα), παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεώς του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, να λάβει ο ίδιος γνώση του υπηρεσιακού φακέλου του πρώην δικαστικού λειτουργού, προκειμένου αυτός να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του, δεν αναιρεί την πρόθεσή του. Από το γεγονός δε ότι δεν ικανοποιήθηκε ανάλογο αίτημά του, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να προσκομισθεί ο σχετικός πειθαρχικός-ατομικός φάκελος του πολιτικώς ενάγοντος, λόγω υφισταμένου νομικού κωλύματος (άρθρο 47 παρ.3 του ν.1756/1988), δεν θίγονται τα δικαιώματά του, για δίκαιη δίκη και σε καμία περίπτωση η απόρριψη του αιτήματός του, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ούτε σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της ως άνω Συμβάσεως, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 του Συντάγματος, αφού, και αν ήθελε εκληφθεί ως περιορισμός που δυσχεραίνει την υπεράσπισή του, αυτή εξισορροπείται από το κατοχυρωμένο από το άρθρο 8 της ως άνω Συμβάσεως και από το άρθρο 9 του Συντάγματος, δικαίωμα σεβασμού των προσωπικών δεδομένων του ατόμου, στα οποία εντάσσονται και τα υπηρεσιακά του δεδομένα, όταν αυτά δεν πρόκειται να αξιολογηθούν για υπηρεσιακούς λόγους από υπηρεσιακούς παράγοντες, αλλά για διαφορετικούς σκοπούς. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π'Δ, λόγοι αναιρέσεως πρώτος και δεύτερος του κυρίου δικογράφου, καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 23-4-2009 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-02-2008 αίτηση του Χ1, Δικηγόρου κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 23-4-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 147/08-06-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για συκοφαντική δυσφήμηση, με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και την απόρριψη αιτήματος προσκομιδής του υπηρεσιακού φακέλου πρώην δικαστικού λειτουργού (άρθρο 47 ν. 1756/1988) και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν αντίκειται στη διάταξη 6 της ΕΣΔΑ, η άρνηση του δικαστηρίου να ικανοποιήσει αίτημα του κατηγορουμένου για προσκομιδή του υπηρεσιακού φακέλου. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1887/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρούμπη και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκίλη, περί αναιρέσεως της 1111-1112/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 156/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1111-1112/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος στη ... κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Ειδικότερα: Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος Α) αγόρασε στις 15-6-2005 από τον "Κ1" αγνώστων λοιπών στοιχείων ποσότητα κοκαΐνης βάρους 10 γρ. αντί 500 ευρώ και 1,5 μήνα προ της 15-6-2005, πέντε φορές από το ίδιο άτομο ποσότητα κοκαΐνης βάρους 10 γρ. κάθε φορά αντί του συνολικού τιμήματος των 2.500 ευρώ. Β) στις 16-6-2005 κατείχε 8 γρ. κοκαΐνης που είχε κατανείμει σε μικροδέματα και 24 γρ. ινδικής κάνναβης που είχε κατανείμει σε μικροδέματα, προς διάθεση όλες τις άνω ποσότητες κοκαΐνης, ινδικής κάνναβης, στις δε 15-6-2005 κατείχε και άλλη ποσότητα κοκαΐνης βάρους 2 γρ. Επίσης 1,5 μήνα προ της 15-6-2005, ότε συνελήφθη, κατείχε, 50 γρ. κοκαΐνης όπως αναλυτικά στο διατακτικό εκτίθεται ο τόπος κατοχής των άνω ποσοτήτων. Γ) πώλησε στις 15-6-2005 στον Ρ1 ποσότητα κοκαΐνης βάρους 1 γρ. αντί του τιμήματος των 70 ευρώ, ενώ στον ίδιο είχε πωλήσει 1,5 μήνα προ της 15-6-2005 διαδοχικά διάφορες ποσότητες κοκαΐνης συνολικού βάρους 50 γρ. αντί συνολικού τιμήματος 3.500 ευρώ. Τέλος στις 16-6-2005 επιχείρησε να πωλήσει ποσότητα ενός (1) γρ. κοκαΐνης αντί 70 ευρώ στον Ρ1, όμως η πώληση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του θέληση αλλά διότι επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα και συνέλαβαν τον ίδιο και το Ρ1. Τις άνω ποσότητες ο άνω κατηγορούμενος αγόρασε και κατείχε όχι προς ιδία χρήση αλλά προς εμπορία. Τούτο κατέθεσε ο μάρτυρας κατηγορίας, ενισχύεται δε και από το ότι ενώ αγόραζε την κοκαΐνη προς 50 ευρώ το γραμμάριο, την πωλούσε προς 70 ευρώ. στην οικία του βρέθηκε ζυγαριά ακριβείας, ενισχυτικό της βούλησής του για πώληση των ποσοτήτων που κατείχε, είχε δε κατανείμει τις ποσότητες κοκαΐνης και ινδικής κάνναβης σε μικροποσότητες, όπως στο διατακτικό αναλυτικά αναφέρεται. Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ο ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδόμενων σ' αυτόν άνω πράξεων, σημειουμένου ότι οι άνω πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα κοκαΐνης, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί αγοράς και κατοχής των άνω ποσοτήτων προς ιδία χρήση. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 δ Π.Κ. διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έδειξε μετάνοια και προσπάθησε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του." Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν το εν λόγω Εφετείο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, της τελευταίας πράξεως τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που παράλληλα αποτελούν εξακολούθηση των ίδιων εγκλημάτων, από πρόθεση τέλεσε την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων και τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αγόρασε ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, στη ..., α) στις 15-6-2005 αγόρασε από άγνωστο μέχρι τώρα στην ανάκριση πρόσωπο με τα στοιχεία "Κ1", ποσότητα κοκαΐνης δέκα (10) γραμμαρίων, καταβάλλοντας ως τίμημα το ποσό των 500 Ευρώ, δηλαδή 50 Ευρώ ανά γραμμάριο και β) κατά το χρονικό διάστημα 1,5 μηνός πριν την 15-6-2005, αγόρασε από το ίδιο άγνωστο πρόσωπο, πέντε φορές, ποσότητες κοκαΐνης βάρους 10 γραμμαρίων την κάθε φορά (συνολικά 50 γραμμάρια) καταβάλλοντας το ίδιο τίμημα των 50 Ευρώ ανά γραμμάριο (συνολικά 2.500 Ευρώ). Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατείχε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας. Συγκεκριμένα στη ... α) κατά την ημέρα της σύλληψής του στις 16-6-2005, είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική του βούληση, ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού βάρους 8 γραμμαρίων, τμήμα της οποίας βάρους 2 γραμμαρίων, που βρέθηκε και κατασχέθηκε σε σωματική του έρευνα, αποπειράθηκε- να πωλήσει στο συγκατηγορούμενό του Ρ1, και το υπόλοιπο τμήμα αυτής, συνολικού βάρους 6 γραμμαρίων, διαμοιρασμένο σε επτά μικροδέματα, βάρους αντίστοιχα (1), (1), (1), (1) , (1) , (0,5) και (0,5) γραμμαρίων, κατείχε εντός της οικίας του στην οδό ..., όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας και το χρηματικό ποσό των 1.000 Ευρώ, την ίδια δε ημέρα κατείχε εντός Της οικίας του, και ποσότητα ινδικής κάνναβης, βάρους 24 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε τρεις αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους αντίστοιχα (6,2), (12) και (5,8) γραμμαρίων, ενώ στις 15-6-2005 πριν τη σύλληψή του κατείχε ακόμη 2 γραμμάρια κοκαΐνης, το ένα εκ των οποίων πώλησε στον ίδιο συγκατηγορούμενό του Ρ1, όπως κατωτέρω στην υπό στοιχείο Γ πράξη περιγράφεται, αυτές δε οι ποσότητες ήταν η κοκαΐνη που είχε αγοράσει στις 15-6-2005 από τον άγνωστο "Κ1", όπως περιγράφεται στην υπό στοιχείο Αα πράξη και β) κατά το χρονικό διάστημα 1.5 μηνός πριν την 15-6-2005, είχε στην φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική του βούληση, τις ποσότητες της κοκαΐνης, συνολικού βάρους 50 γραμμαρίων, που το ίδιο διάστημα είχε αγοράσει από τον άγνωστο "Κ1" όπως περιγράφεται στην υπό στοιχείο Αβ πράξη. Γ) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, πώλησε και αποπειράθηκε να πωλήσει ναρκωτικά. Συγκεκριμένα στη ... α) στις 15-6-2005 και κατά την ώρα 23.15 έως 23.30, πώλησε στον συγκατηγορούμενό του Ρ1, με τον οποίο συναντήθηκε στη διασταύρωση των οδών ... και ... και ο οποίος επέβαινε εντός του ... αυτοκινήτου, ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 1 γραμμαρίου, λαμβάνοντας ως τίμημα το ποσό των 70 Ευρώ, ενώ στο ίδιο πρόσωπο, κατά το χρονικό διάστημα του 1,5 μηνός πριν την 15-6-2005, πώλησε επανειλημμένα, ποσότητες κοκαΐνης, συνολικού βάρους 50 γραμμαρίων, λαμβάνοντας ως τίμημα το ποσό των 70 Ευρώ ανά γραμμάριο και συνολικά το ποσό των 3.500 Ευρώ και β) στις 16-6-2005 (ημέρα της σύλληψής του) και ώρα 00.30, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το κακούργημα δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια. Ειδικότερα, αφού ο ίδιος συγκατηγορούμενός του Ρ1, μετά την ολοκλήρωση της πώλησης του 1 γραμμαρίου που έλαβε χώρα στις 15-6-2005, του τηλεφώνησε εκ νέου προκειμένου να του πωλήσει άλλα δύο γραμμάρια κοκαΐνης με το ίδιο τίμημα των 70 Ευρώ ανά γραμμάριο, αυτός συμφώνησε και αφού παρέλαβε από την οικία του την ποσότητα των 2 γραμμαρίων, κατευθύνθηκε στο προσυμφωνημένο τόπο της συναλλαγής δηλαδή στο ίδιο σημείο της διασταύρωσης των οδών ... και ... όπου τον περίμενε ο συγκατηγορούμενός του έχοντας επιστρέψει εκεί με το ίδιο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας... . Τότε και πριν αυτός παραδώσει την προς πώληση συμφωνηθείσα ποσότητα της κοκαΐνης και λάβει το προκαθορισμένο τίμημα των 70 Ευρώ ανά γραμμάριο (συνολικά 140 Ευρώ), εκδηλώθηκε επέμβαση των διωκτικών αρχών που ήδη τον είχαν θέσει σε παρακολούθηση και συνέλαβαν τόσο αυτόν και τον ως άνω συγκατηγορούμενό του Ρ1. Οι παραπάνω αναφερόμενες πράξεις (Α-Β-Γ) αφορούν την αυτή ποσότητα ναρκωτικών". Ακολούθως, αφού έκρινε ότι οι παραπάνω πράξεις αφορούν την αυτή ποσότητα ναρκωτικών, απέρριψε δε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των αιτηθέντων ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' και δ' ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο Ποινή καθείρξεως δώδεκα (12/ ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδες (10.000) Ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ. 1, 94, 98 ΠΚ, και άρθρ. 4 παρ.1, 3 Πιν. Α6, Β3, 5 παρ.1 β'ζ', 2, 19, 22 Ν. 1729/1987, όπως ισχύει (Ν. 3459/2006), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1111-1112/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας .... και ... και του μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα ότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και συγκεκριμένα 1) τη με αριθ. πρωτ. ... ιατροδικαστική εξέταση, 2) τη με αριθμ. πρωτ.... ιατροδικαστική εξέταση, 3) τη με αριθ. πρωτ. ... έκθεση εξέτασης, 4) τη με αριθ. ... έκθεση εξέτασης και 5) τη με αριθ. πρωτ.... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, εκτός άλλων, και: 1) η με αριθμ. Πρ. ... ιατροδικαστική εξέταση, 2) η με αρ. Πρ. ...ιατροδικαστική εξέταση, 3) η με αρ. Πρ. ... έκθεση εξέτασης, 4) η με αρ. Πρ.... έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης. από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών, στην οποία το Δικαστήριο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προβαίνει, προκύπτουν τα παρακάτω: α) η με αριθμό 2 ως άνω εξέταση, αφορά άλλον κατηγορούμενο, μη διάδικο στην παρούσα δίκη (του Ρ1), β) η ως άνω με αριθμό 5 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, κατά το συμπέρασμά της, αφορά "στο εξετασθέν Ελληνικό δελτίο ταυτότητας", που εκδόθηκε υπέρ του ..., δηλαδή, αφορά πρόσωπο μη διάδικο στην παρούσα δίκη. Έτσι, αυτές (έκθεση και εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη), δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Δικαστήριο να αναφέρει στο σκεπτικό του. επίσης, οι άνω με αριθμούς 3 και 4 εκθέσεις εξετάσεως δειγμάτων, που απέστειλε η Υπ/νση Δίωξης Ναρκωτικών προς τη β' Χημική Υπηρεσία Θεσ/νίκης και βρέθηκαν αυτά με αποτέλεσμα θετικό για κάνναβη και κοκαΐνη, αντίστοιχα, αφορούν τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό. Τέλος, η με αριθμό 1 ιατροδικαστική έκθεση, αφορά στην εξέταση του κατηγορουμένου από τον ιατροδικαστή, ..., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δίωξης Ναρκωτικών Θεσ/νίκης, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής. Η τελευταία έχει συνταχθεί κατά την ΚΠΔ 183 και, ως πραγματογνωμοσύνη, αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενη των εγγράφων και, το Δικαστήριο, μόνο αυτή, στο σκεπτικό του είχε υποχρέωση να αναφέρει. Όμως, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά στο σκεπτικό, από το όλο περιεχόμενο της ιατροδικαστικής αυτής εξετάσεως, συνάγεται ότι λήφθηκε αυτή υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Άλλωστε, ούτε ο κατηγορούμενος προέβαλλε ισχυρισμό περί τοξικομανίας του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 10.724 19-12-2008), αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1111-1112/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών. Ισχυρισμός αναιρεσείοντος ότι έγγραφα που αναγνώστη-καν και αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (πραγματογνωμοσύνες) δεν αναφέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.
2
Αριθμός 1888/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2)Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Δημακόπουλο και Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, για αναίρεση της 5433α, 5433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 χήρα Θ1, κάτοικο ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δικαίο και 2)Ψ2, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος καθώς και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη και Ελευθέριο Μοίρα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στα από 10 Απριλίου 2009 και 9 Απριλίου 2009 δικόγραφα των προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1722/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι από 20-9-2008 και 22-9-2008, δυο αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους, Χ1 και Χ2 και οι επ' αυτών (αναιρέσεων), με χρονολογία 13-4-2009 και 09-04-2009, πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 5433α-5433/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικώς, όταν πρόκειται για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη το άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, πρέπει η άσκησή της να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως στη σχετική έκθεση, αλλιώς, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η κατά τα άνω αξιούμενη αιτιολογία αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους της εφέσεως και απαιτεί στην έκθεση αυτής, να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τυπικά την ασκηθείσα έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ' αριθ. 17678/8-3-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, ο αναιρεσείων Χ1 κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Η έφεση αυτή έχει το εξής περιεχόμενο: "Ειδικότερα από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψε ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, (Χ1) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, "διότι δεν εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και το λοιπό αποδεικτικό υλικό. Συγκεκριμένα, γιατί, από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, Ψ1 και Ψ2, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ...., ..., Τ1, ...., Ι2, ..., ...., Ι1, ... και ...., προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 με την ιδιότητα του ορθοπεδικού χειρουργού-διευθυντού της Ορθοπεδικής Κλινικής, της κλινικής "...", σε χειρουργική επέμβαση στην οποία αυτός προέβη την 10-1-2002 εις την ανωτέρω κλινική στον παθόντα Θ1 και η οποία αφορούσε την τοποθέτηση σπονδυλοδεσίας, μεταξύ του 1ου και του 3ου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας και τοποθετήσεως τριών μεταλλικών τεχνητών μελών στηρίξεως του αυχένα, όταν ο Θ1 προσεβλήθη από ενδονοσοκομειακή μετεγχειρητική λοίμωξη σταφυλόκοκκου, που είχε ως αποτέλεσμα αυτός να παρουσιάζει υψηλό πυρετό 39,3 C, και να εμφανίζει συγχυτικά φαινόμενα, δεν αξιολόγησε τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων, την κλινική εικόνα του ασθενούς και τη διαφυγή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, (ΕΝΥ), δεν αντιμετώπισε τη λοίμωξη που εμφανίστηκε από τον σταφυλόκοκκο στις μήνιγγες, δεν πραγματοποίησε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις, παρακεντήσεις, εξετάσεις εγκεφαλονωτιαίου υγρού και καλλιέργειες, δια να διαπιστωθεί η αιτία των φαινομένων αυτών και αντί αυτών, συναίνεσε να χορηγηθεί στον εν λόγω ασθενή εξιτήριο δίνοντάς του φαρμακευτική αγωγή από το στόμα, η οποία ήταν μη ενδεδειγμένη και έτσι να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του. Από την ανωτέρω αμέλεια των κατηγορουμένων, προκλήθηκε στον παθόντα ο θάνατος από μηνιγγίτιδα, καρδιοαναπνευστική ανακοπή και εκτεταμένο αιμάτωμα του εγκεφάλου και κατόπιν αυτών, έπρεπε αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδόθηκε". Με βάση το περιεχόμενο αυτό η έφεση, περιέχει κατά τα εκτεθέντα την αξιούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες νομικές και πραγματικές πλημμέλειες της εκκαλούμενης αποφάσεως. Ειδικότερα, παρατίθενται σ' αυτήν τα αποδειχθέντα, κατά την κρίση του εκκαλούντος Εισαγγελέα, πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, κατά τη νομική αξιολόγησή τους από αυτόν, έπρεπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να κηρύξει τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Χ1 ένοχο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που του αποδόθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην έκθεση της εφέσεως οι πλημμέλειες της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε σχέση με την απαλλακτική διάταξή της, καθώς και τα αποδεικτικά εκείνα στοιχεία, τα οποία κατά την άποψη του ασκήσαντος την έφεση Εισαγγελέα Εφετών, συνηγορούσαν για την παραδοχή της, αξιολογώντας προς τούτο το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, καθώς επίσης, και την αμελή συμπεριφορά του συγκεκριμένου κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας, αναφορικώς με την απόρριψη του ισχυρισμού του ως άνω κατηγορουμένου, ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έφεση, κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια, όμως, ακυρότητα δεν επέρχεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αναφέρεται στο αιτιολογικό της απόφαση απλώς ιστορικά, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, καθώς και αν το έγγραφο αυτό συνιστά στοιχείο του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά, η πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του και να στηρίξει την ενοχή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, ότι τέλεσαν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 28, 302 του Π.Κ), έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις δυο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησαν, μετά από σχετική απόφαση με αριθμό 8861/2006 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι ιατροί Ι3 και Ι4 (σελίδα 115 της απόφασης). Πράγματι, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ιατρών, Ι3 και Ι4 και οι οποίες αναμφισβήτητα αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, (άρθρο 178 Κ.Π.Δ), δεν περιέχονται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Όμως, από το αιτιολογικό και το διατακτικό της ίδιας απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, διαπιστώνεται αναμφισβήτητα ότι το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη και εκτίμησε το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία: α) από τις καταθέσεις των ιδίων των πραγματογνωμόνων, Ι3 και Ι4, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση της 13ης και 28ης Μαϊου 2008 αντίστοιχα. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι ως άνω πραγματογνώμονες, αναφέρθηκαν στις οικείες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αυτοί διενήργησαν σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 8861/2006 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ακόμη, προκύπτει ότι οι ίδιοι αναφέρονται στις διαπιστώσεις και στα συμπεράσματα που ο καθένας απ' αυτούς κατέληξε, και αξιολόγησαν στη συνέχεια τα διάφορα ευρήματα και απάντησαν στα αντίστοιχα ερωτήματα των παραγόντων της δίκης εκείνης, ώστε πλέον να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, περί του ότι το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, κατέστη γνωστό από τους ως άνω μάρτυρες, προς όλους τους παράγοντες της δίκης και λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, β) το ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, κάνει ρητή μνεία και αναφορά (σελίδες 128, 129 των πρακτικών), στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι3, όταν αναφέρεται το μεν ότι κατά την οικεία έκθεση που συνέταξε αυτός, ο θάνατος του παθόντος Θ1, προήλθε από έντονο οίδημα του υπερσκηνίδιου εγκεφάλου συνεπεία εκτεταμένης εγκεφαλικής βλάβης, το δε ότι η συγκεκριμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης " βρίθει ατελειών και ασαφειών", προσέτι δε (σελίδα 130 των πρακτικών), γίνεται σχετική αναφορά περί του ότι "η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι3, δεν είναι δυνατό να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για τη συναγωγή συμπερασμάτων, υπέρ της απόψεως που αυτός εκφράζει", γεγονός που αναμφισβήτητα υποδηλοί, ότι λήφθηκε υπόψη κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η συγκεκριμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γ) από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Σ1, που συνέταξε για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και η οποία αναγνώσθηκε, και με την οποία αντικρούεται το περιεχόμενο των εκθέσεων που συνέταξαν οι ως άνω διορισθέντες πραγματογνώμονες Ι3 και Ι4, και δ) από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων Τ1 και ...., που διορίσθηκαν με επιμέλεια των πολιτικώς εναγόντων, με τις οποίες αντικρούεται το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Ι3, και οι οποίοι και αυτοί εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Σημειώνεται, επίσης ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, η έκθεση του τεχνικού συμβούλου Τ2, ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, όμως και αυτή λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε το περιεχόμενό της από το δικαστήριο. Πράγματι, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμό 8861/2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία (σελίδα 62) αυτής, γίνεται ρητή μνεία και αναφορά της πιο πάνω εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου, Τ2 ότι αναγνώσθηκε. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος περί απολύτου ακυρότητας, υπό στοιχείο (α) δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου, καθώς και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, που άσκησε ο αναιρεσείων Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιό έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, Χ1 μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και στα με α. α 3, 7, 12, 13, 21 και 84 έγγραφα του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, τα οποία και αναγνώσθηκαν, γεγονός το οποίο δέχεται και ο αναιρεσείων. Ειδικότερα: α) στην MRI εγκεφάλου της κλινικής ..., β) στην πρόσκληση και πιστοποίηση επίσκεψης ιατρού γ) στις καλλιέργειες σε επιδερμικό σταφυλόκοκκο, δ) σε έντεκα φωτογραφίες, ε) στην διαφορετική διάγνωση μεταξύ άσηπτης και βακτηριακής μηνιγγίτιδας και στ) στην ΜRΙ εγκεφάλου. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, προκύπτει αναμφισβήτητα όχι μόνο από τα ίδια αυτά τα έγγραφα, τα οποία όπως προαναφέρθηκε αναγνώσθηκαν, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζονται οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αυτών, όπως η χρονολογία εκδόσεως, ή ο εκδότης αυτών ή το ονοματεπώνυμο του ιατρού που επισκέφθηκε τον ασθενή, ή εκείνου που διενήργησε τις αντίστοιχες μικροβιολογικές εξετάσεις, ή η χρονολογία λήψεως των φωτογραφιών και ακόμη τα στοιχεία ταυτότητας του ιατρικού προσωπικού που διενήργησε οποιαδήποτε σειρά ιατρικών πράξεων ή άλλων εργαστηριακών εξετάσεων. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τον ως άνω αναιρεσείοντα το γεγονός, ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα αναγνώσθηκαν και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αυτός, αλλά και ο συνήγορός του γνώριζαν το περιεχόμενό τους, και είχε πλέον τη δυνατότητα προσωπικά ο ίδιος ή με τον πληρεξούσιο συνήγορό του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ1 από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, υπό στοιχείο (β) σχετικός δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ναι μεν αναγνώσθηκαν, χωρίς όμως, να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ), όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που άσκησε ο αναιρεσείων Χ1 πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, που εξέδωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γιατί, μετά την εξέταση της μάρτυρος κατηγορίας Ψ1 χήρας Θ1, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο προκειμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις. Στην προκείμενη όμως, περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι " η Πρόεδρος ρώτησε τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απάντησαν αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας". Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητας προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, υπό στοιχείο (γ), με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ''από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ' αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις δυο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενήργησαν μετά από σχετική απόφαση (αριθμός 8861/2006) του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι ιατροί Ι3 και Ι4, τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και εκείνων του παρόντος δικαστηρίου, που ανέβαλαν την εκδίκαση της υπόθεσης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής: "Το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) είναι δυνατό να προσβληθεί από ευρύ φάσμα λοιμωδών παραγόντων όπως βακτηρίδια, ιοί, μύκητες και παράσιτα. Οι λοιμώξεις αυτές μπορεί να προσβάλουν το νευρικό ιστό, τις μήνιγγες και τους από αυτές αφοριζόμενους χώρους, (επισκληρίδιο και υποσκληρίδιο), το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (Ε.Ν.Υ.) και τα περιβάλλοντα οστά και τους μαλακούς ιστούς. Η πρόγνωση του ασθενούς με λοίμωξη του ΚΝΣ εξαρτάται από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της εγκατάστασης της λοίμωξης και εφαρμογής της ενδεικνυόμενης θεραπείας, ενώ, η ταχύτητα με την οποία θα τεθεί η διάγνωση και εφαρμοστεί η κατάλληλη αντιβιοτική ή χειρουργική θεραπεία είναι βασικά στοιχεία για την επιτυχή έκβαση του ασθενούς. Οι πολύωρες νευροχειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες θεωρούνται "καθαρές επεμβάσεις", απαιτούν χημειοπροφύλαξη για την πιθανότητα ανάπτυξης μετεγχειρητικής λοίμωξης, της οποίας, (λοίμωξης) η εμφάνιση αυξάνεται στην περίπτωση τοποθέτησης, κατά την διάρκεια της επέμβασης, μοσχευμάτων στις μήνιγγες ή εμφύτευσης υλικών σπονδυλοδεσίας αφού τα μικρόβια αρέσκονται να προσκολλώνται στα ξένα αυτά σώματα. Η εκροή, επίσης, εγκεφαλονωτιαίου υγρού μετά την επέμβαση, είναι, ένας ανεξάρτητος παράγοντας για την ανάπτυξη λοίμωξης αφού υπάρχει μία εν δυνάμει θύρα εισόδου μικροβίων προς τον υποσκληρίδιο χώρο και το ΕΝΥ. Η τέχνη του χειρούργου, η περιεγχειρητική φροντίδα, και, η ετοιμότητα των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού παραμένουν σημαντικοί παράγοντες για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των επιπλοκών αυτών. Η μηνιγγίτιδα, (μήνιγγες είναι τρεις λεπτές μεμβράνες που καλύπτουν και προστατεύουν τον ευαίσθητο νευρικό ιστό), είναι η φλεγμονή των μηνίγγων και του υγρού (εγκεφαλονωτιαίου) που περιβάλει τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό και είναι συχνή επιπλοκή των νευροχειρουργικών επεμβάσεων. Οι κλινικές εκδηλώσεις, ενδεικτικές της ύπαρξης της, είναι, α) υψηλός πυρετός, β) ισχυρή κεφαλαλγία, γ) έμετοι, δ) επιληπτικές κρίσεις, ε) διαταραγμένο επίπεδο συνείδησης ή κώμα ενώ υπάρχουν, συνήθως, και σημεία μηνιγγικού ερεθισμού, όπως αυχενική δυσκαμψία, αδυναμία έκτασης της κνήμης σε κάμψη του μηρού προς την κοιλιά κατά την κάμψη της κεφαλής προς τα πρόσω, κάμψη της κνήμης προς το μηρό και του μηρού προς την κοιλιά. Η έναρξη της νοσοκομειακής μηνιγγίτιδας, είναι, κατά κανόνα σταδιακή και ο πυρετός, που αποτελεί βασικό σύμπτωμα δεν μπορεί πάντα να εκτιμηθεί τα δύο πρώτα 24ώρα διότι συγχέεται με τον μετεγχειρητικό πυρετό. Εάν, όμως, επιμένει ή εμφανίζεται μετά το 2 ή 3ο 24ωρο από την επέμβαση, τότε, εγείρεται η υπόνοια της μηνιγγίτιδας. Η διάγνωση της (μηνιγγίτιδας) βασίζεται, κυρίως, στον έλεγχο του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ), το οποίο λαμβάνεται με οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ) πριν από την χορήγηση αντιβιοτικών, αφού, στην αντίθετη περίπτωση δηλαδή μετά την λήψη αντιβιοτικών, η καλλιέργεια καλύπτεται από τα αντιβιοτικά. Τα ευρήματα της γενικής εξέτασης του που οδηγούν στην διαπίστωση μηνιγγίτιδας είναι: 1) αύξηση του αριθμού λευκοκυττάρων >500-1000 κύτταρα /mm3 με υπερίσχυση των πολυμορφοπύρηνων (>90%) 2) αύξηση της συγκέντρωσης της πρωτεΐνης πέραν των 100 mg/100mΙ 3), μείωση της συγκέντρωσης της γλυκόζης κάτω από 40mg/100 ml 4) αύξηση πίεσης ΕΝΥ πάνω από 180 mmH2O, ενώ, το γαλακτικό οξύ συνήθως στη μικροβιακή μηνιγγίτιδα είναι περισσότερο από 10 mmol/L. Βέβαια, οι βιοχημικές εξετάσεις, όπως η αύξηση του λευκώματος ή υπογλυκορραχία, καθώς, και η αύξηση των κυττάρων στο ΕΝΥ, αν και είναι ενδεικτικά της λοιμώξεως του ΚΝΣ δεν μπορούν, απολύτως, να εκτιμηθούν, διότι, αποτελούν ευρήματα τα οποία δυνατόν να οφείλονται στην νευροχειρουργική επέμβαση που έχει προηγηθεί, ενώ, οι απεικονιστικές εξετάσεις, δηλαδή, αξονική τομογραφία και κυρίως η MRI συνιστώνται επί υπόνοιας μηνιγγίτιδας μετεγχειρητικής υφής. Σε κάθε, όμως, περίπτωση η διάγνωση στηρίζεται στα ευρήματα της ΟΝΠ που πρέπει να διενεργείται σε κάθε μετεγχειρητικό ασθενή, με πυρετό αγνώστου αιτιολογίας, αφού τα συμπτώματα, μπορεί, εσφαλμένα να αποδοθούν στην επέμβαση ή την υποκείμενη νόσο του ΚΝΣ (βλ Ι2 Μετεγχειρητική Φροντίδα και Επιπλοκές - Λοιμώξεις και Αντιμικροβιακή χημειοθεραπεία της ... από την Ρ1). Η έλλειψη έγκαιρης διάγνωσης και η καθυστέρηση στην έναρξη θεραπευτικής (αντιβιοτικής) αγωγής (ακόμη και επί υποψίας λοίμωξης) είναι δυνατό να έχει δυσάρεστες επιπτώσεις για τον ασθενή. Για τον λόγο αυτό στην αρχή η θεραπεία της μηνιγγίτιδας και μέχρι να απομονωθεί το παθογόνο αίτιο και επιλεγεί το κατάλληλο αντιβιοτικό, είναι εμπειρική και γίνεται με την χρήση αντιβιοτικών που διαθέτουν το κατάλληλο αντιμικροβιακό φάσμα και διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η επιλογή του αντιβιοτικού βασίζεται στο αντιμικροβιακό φάσμα και στην δυνατότητα συγκεντρώσεώς του στο ΕΝΥ αλλά δεδομένου ότι η πλειονότητα των λοιμώξεων του ΚΝΣ παρουσία ξένου σώματος οφείλεται σε στελέχη σταφυλόκοκκου, ενδείκνυται, η χορήγηση βανκομηκίνης, ενδοφλεβίως, τουλάχιστον, μέχρι να δοθεί τα αντιβιόγραμμα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο νευροχειρούργος ή ορθοπεδικός μετά από κάθε σχετική επέμβαση στον εγκεφαλικό χώρο, θα πρέπει, σε περίπτωση ύπαρξης, ανεξακρίβωτης αιτίας, υψηλού πυρετού, να υποβάλει τον ασθενή σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, για την λήψη ΕΝΥ, η εξέταση του οποίου, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία (MRI, HEG) είναι δυνατό να τον οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα για την διαπίστωση λοίμωξης των μηνίγγων και αρχίσει την Θεραπεία, στην αρχή εμπειρικά, με την χορήγηση αντιβιοτικών ενδοφλεβίως που έχουν, όμως, δυνατότητα συγκεντρώσεώς των στο ΕΝΥ, και στην συνέχεια με το κατάλληλο αντιβιοτικό ή χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μολυσμένου ξένου σώματος στην περίπτωση ύπαρξης του τελευταίου. Το κυριότερο πρόβλημα κάθε εμφυτεύματος, (ξένου σώματος), είναι η προσκόλληση ορισμένων παθογόνων μικροοργανισμών στις επιφάνειες των υλικών που γίνεται με την δημιουργία ενός βλεννώδους περιβλήματος (εξωκυτταρικός γλυκόκαλυκας). Σε περίπτωση τοπικής λοίμωξης τα υλικά αυτά ενοφθαλμίζονται από τους παθογόνους αυτούς μικροοργανισμούς καθιστώντας απρόσβλητα στους αμυντικούς μηχανισμούς του οργανισμού και ανθεκτικά στην αντιμικροβιακή δράση των αντιβιοτικών και είναι αναγκαία η αφαίρεση ή αντικατάστασή των το συντομότερο δυνατό γιατί είναι αδύνατο να αποστειρωθούν in vivo (Ορθοπεδικές λοιμώξεις - αντιμικροβιακή θεραπεία υπό Αμύντα Βαρβαρούση). Όσον αφορά τα στελέχη s.epidermidis και λιγότερο τα στελέχη του χρυσίζοντα σταφυλόκοκκου (s.aureus) μετά από ώρες έως ημέρες από την επαφή τους με το ξένο σώμα αρχίζουν να παράγουν μια εξωκυττάρια βλεννοπολυσακχαριδική ουσία που αποκαλείται slime η οποία μαζί με τους σταφυλόκοκκους σχηματίζει ένα προστατευτικό γλυκοκάλυμα για τις αποικίες του μικροοργανισμού. Εντός αυτού οι σταφυλόκοκκοι πολλαπλασιάζονται βραδέως ώστε οι β-λακτάμες που απαιτούν ταχέως πολλαπλασιαζόμενους μικροοργανισμούς να μη είναι δραστικές, ενώ, συγχρόνως καθίσταται προβληματική η διείσδυση πολλών αντιβιοτικών, τα οποία τελικά μετατρέπονται από βακτηριοκτόνα σε βακτηριοστατικά. Ενόψει της ανωτέρω συμπεριφοράς και εξέλιξης του συγκεκριμένου στελέχους σταφυλόκοκκου εξυπακούεται, ότι, οποιαδήποτε θεραπευτική προσπάθεια είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν αφαιρεθεί συγχρόνως το μολυσμένο ξένο σώμα έστω και αν το απομονωθέν στέλεχος σταφυλόκοκκου είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στο χορηγούμενο αντιβιοτικό. Τέλος, οι επιπλοκές της μηνιγγίτιδας μπορεί να είναι άμεσες και σε αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη υδροκεφάλου, το εγκεφαλικό απόστημα και ο εμπύημα (Λοιμώξεις στην Νευροχειρουργική υπό Διον. Βώρου). Τον Δεκέμβριο του 2001 διαπιστώθηκε ότι ο Θ1, σύζυγος της πρώτης και αδελφός του δεύτερου των πολιτικώς εναγόντων, έπασχε από νευρίνωμα, (καλοήθης όγκος), ανωτέρου αυχενικού σπονδύλου και έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης για την αφαίρεσή του. Στην αρχή επισκέφθηκε τον δεύτερο των κατηγορουμένων, Χ1 ορθοπεδικό, ο οποίος λόγω ακριβώς της υφής του προβλήματος τον παρέπεμψε στον πρώτο, Χ2 νευροχειρουργό, αφού κατ' αρχάς η αντιμετώπιση του νευρινώματος απαιτούσε επέμβαση από ιατρό της ειδικότητας αυτού. Έτσι, μετά από επίσκεψη στο ιατρείο του αποφασίστηκε η επέμβαση στο σημείο αυτό του εγκεφάλου για την αφαίρεση του νευρινώματος και την τοποθέτηση τεχνητού μοσχεύματος που θα κάλυπτε το κενό σημείο που θα άφηνε η αφαίρεση του όγκου. Παράλληλα, κρίθηκε ότι μετά την άνω επέμβαση έπρεπε να γίνει και σπονδυλοδεσία για την στήριξη του αυχένα την οποία ανέλαβε να ενεργήσει ο δεύτερος αυτών. Οι επεμβάσεις θα γίνονταν στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...." στο οποίο χειρουργούσαν και οι δύο ιατροί οι οποίοι είναι, ο μεν πρώτος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της ... στην έδρα της νευροχειρουργικής, και, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο ... στην έδρα της ορθοπεδικής ο δεύτερος. Την 9-1-02 ο ασθενής εισήλθε στο νοσοκομείο ... και την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εξαίρεσης του νευρινώματος της δεξιάς ρίζας του δεύτερου αυχενικού νεύρου διά πεταλεκτομής του δεξιού τόξου των πρώτου και δεύτερου αυχενικών σπονδύλων και της ανάντους απόφυσης του τρίτου αυχενικού σπονδύλου. Μετά την αφαίρεση των νευροϊνωματωδών μαζών παρέμεινε ανοικτό τμήμα της σκληράς μήνιγγος το οποίο καλύφθηκε με τεχνητή μήνιγγα και λίπος. Πεταλεκτομές, επιπλέον έγιναν στα επίπεδα του τρίτου και τέταρτο αυχενικών σπονδύλων με πλήρη αποσυμπίεση του νωτιαίου σάκκου και στην συνέχει ινιοαυχενική σπονδυλοδεσία για στήριξη του αυχένος μετά τις πεταλεκτομές. Η όλη χειρουργική επέμβαση που διήρκεσε περί τις 10 ώρες και διενεργήθηκε, η μεν εξαίρεση του νευρινώματος και τοποθέτηση της τεχνητής μήνιγγας (patch) από τον πρώτο κατηγορούμενο, νευροχειρούργο Χ2 η δε σπονδυλοδεσία τον ορθοπεδικό χειρούργο Χ1 δεύτερο των κατηγορουμένων. Η μετεγχειρητική του πορεία εξελίχθηκε ομαλά και ο ασθενής την 12-1-02 κινητοποιήθηκε με την παρουσία ορθοπεδικού, ενώ, ο πυρετός που εμφάνισε τις δύο πρώτες ημέρες αποδόθηκε ακριβώς στην επέμβαση που είχε προηγηθεί αφού την 13-1-02 ήταν απύρετος. Σε σχετική σημείωση την τελευταία αυτή ημέρα (13-1-02) του δεύτερου των κατηγορουμένων παρατηρείται ότι 1) νευρολογικώς έχει καλώς 2) ότι υπάρχει διαφυγή Ε.Ν.Υ. από την μεσότητα του τραύματος και 3) ήταν απύρετος και κινητοποιείται φορώντας αυχενικό κηδεμόνα. Την 14-1-02 και ώρα περίπου 6.00 πρωινή, δηλαδή 4 ημέρες μετά την επέμβαση, και ενώ έχει προηγηθεί ένα 24ωρο σχεδόν πλήρους απυρεξίας, (θερμοκρασία μέχρι 37ο C), εμφανίζει υψηλό πυρετό της τάξεως του 39ο C ο οποίος συνεχίζεται σε όλη την διάρκεια της επόμενης ημέρας, 15-1-02. Οι παθολόγοι-ιατροί ...και ..., οι οποίοι τον επισκέπτονται δίνουν εντολή για γενικές εξετάσεις (αίματος και ούρων) για τον εντοπισμό της λοιμώξεως και σε περίπτωση πυρετού πάνω από 38ο C αντιπυρετικό φάρμακο (Apotel σε N/S 100cc). Την επόμενη, 16-1-02, όπως, σημειώνεται από τις νοσηλεύτριες στην αναφορά ενεργειών νοσηλείας του νοσοκομείου .... εντέλλεται από τον νευροχειρουργό Β2, επιμελητή της κλινικής που προΐστατο ο πρώτος των κατηγορουμένων, η διενέργεια γενικής εξέτασης και καλλιέργειας ΕΝΥ ενώ επί υπερπυρεξίας, χορήγηση στον ασθενή αντιπυρετικών, (εναλλάξ μία αμπούλας Apotel kai egicalm). Τα αποτελέσματα της εξέτασης του ΕΝΥ αναγράφονται την ίδια ημέρα στο φάκελο "ιατρικές οδηγίες" του ασθενούς από τον παραγγείλαντα και είναι 1800 κύτταρα, κατά 95% πολυμορφοπύρηνα, σάκχαρο 37, λεύκωμα 280 και LDH 616. Μετά την εξέταση αυτή η ιατρική οδηγία είναι διακοπή των αντιβιοτικών rosephin, briklin που μέχρι τότε λάμβανε και έναρξη χορήγησης primaxin των 500 mg και σε περίπτωση μη ύφεσης του πυρετού σε δύο 24 ώρα και βανκομυκίνης (voncon 500mg 1x3). Την 17-1-02 διακόπτεται η χορήγηση των αντιβιοτικών rosephin kai brinklin και αρχίζει η χορήγηση του primaxin των 500 mg (1χ4 ημερησίως) και του (voncon 500mg 1x3) των οποίων η λήψη συνεχίστηκε μέχρι και την 24-1-02 που εξήλθε του νοσοκομείου. Δηλαδή, ο συγκεκριμένος ιατρός όταν είδε τα αποτελέσματα της εξέτασης του ΕΝΥ τα οποία παρέπεμπαν σε παθογόνο κατάσταση και δη λοίμωξη των μηνίγγων τροποποίησε, άρδην, την προληπτική θεραπευτική αντιβιοτική αγωγή που λάμβανε μέχρι τότε ο ασθενής και του χορήγησε βανκομυκίνη, ήτοι, αντιβιοτικό με υψηλή συγκέντρωση στο ΕΝΥ το οποίο συνιστάται σε περιπτώσεις μηνιγγίτιδας (είναι το ίδιο φάρμακο που χρησιμοποιείται και στο ... μετά την οριστικοποίηση της λοίμωξης των μηνίγγων του ασθενούς). Βέβαια, ο πρώτος των κατηγορουμένων υποστηρίζει ότι η χορήγηση της βανκομυκίνης άρχισε την 15-1-02 και όχι την 17-1-02 και δεν συνδεόταν με τα αποτελέσματα της εξέτασης του ΕΝΥ, επικαλείται για την απόδειξη του ισχυρισμού του την κάρτα εκτέλεσης νοσηλείας φαρμάκων, όπου πραγματικά υπάρχει ένδειξη ότι η χορήγηση του συγκεκριμένου σκευάσματος έχει αρχίσει από την 16η ώρα της 15-1-02. Όμως η ένδειξη αυτή δεν είναι δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, προϋπόθεση για την χορήγηση κάθε σκευάσματος είναι η ύπαρξη ιατρικής εντολής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δόθηκε μόλις την 16-1-02, μετά την λήψη των αποτελεσμάτων της εξέτασης του ΕΝΥ και συνδέθηκε με την διακοπή των άλλων αντιβιοτικών. Τα τελευταία σύμφωνα με την καρτέλα εκτέλεσης νοσηλείας φαίνονται την 15 και 16/1 να χορηγούνται μαζί με το voncon 500mg και το primaxin, ήτοι, γεγονός τελείως αντίθετο με την από 16-1-02 οδηγία του ιατρού Β2 με αποτέλεσμα η σχετική εγγραφή να μη είναι δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Την 17-1-02, 18-1, 19-1, 20-1, 21-1, 22-1 συνεχίζεται η πυρετική κίνηση του ασθενούς με πυρετό μέχρι 38, 5ο -39οC και χορήγηση αντιπυρετικών, τουλάχιστον όπως προκύπτει από την κάρτα εκτέλεσης νοσηλείας φαρμάκων, μέχρι την 21-1-02. Την 23-1-02 και στην βάρδια 7 πρωινή -3 μεσημβρινή συνεχίζει πυρετική κίνηση και διατάσσεται η διενέργεια ΗΕΓ (ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος) και MRI από τον ιατρό Β2. Στην βάρδια από ώρα 3η μεσημβρινή μέχρι 11η βραδυνή η πυρετική του κίνηση φθάνει μέχρι 37,9ο ενώ τις επόμενες ώρες 11η βραδυνή μέχρι την 7η πρωινή της 24-1-02, φθάνει έως 38ο C. Την ίδια ημέρα και ενώ αυτός είχε τον συγκεκριμένο πυρετό και τα αποτελέσματα του εγκεφαλογραφήματος και της MRI εκκρεμούσαν εξέρχεται του νοσοκομείου μετά από εντολή των θεραπόντων ιατρών, (πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων), με οδηγίες για επανεξέταση μετά από ένα μήνα. Κατά την έξοδό του τον συνοδεύει ο δεύτερος των κατηγορουμένων ενώ στο εξιτήριο που του χορηγήθηκε και υπογράφεται από ιατρό της κλινικής που προΐσταται ο πρώτος, σημειώνεται ότι εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων καθώς και την πυρετικής κίνησης. Συνίσταται ιατρική παρακολούθηση, συνέχιση αντιβιοτικής αγωγής από το στόμα, ένα μήνα αναρρωτική άδεια και επανεκτίμηση από νευροχειρουργικής και ορθοπεδικής πλευράς. Επανέλεγχος μετά ένα μήνα με MRI-ΑΜΣΣ. Σε συνταγή που του χορηγήθηκε αναγράφονται τα αντιπυρετικά (apotel kai egicalm) και αντιψυχωτικό (risperdan) επί ανησυχίας (σημ δεν αναγράφεται οποιοδήποτε αντιβιοτικό). Το εξιτήριο υπογράφει ο επιμελητής χειρούργος της ομάδας του πρώτου των κατηγορουμένων Β2. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο ... ο ασθενής εμφάνισε συγχυτικά φαινόμενα τα οποία αναφέρθηκαν στους γιατρούς που τον επισκέφθηκαν, (παθολόγους και τον δεύτερο των κατηγορουμένων δεδομένου ότι ο πρώτος ουδέποτε τον επισκέφθηκε μετά την επέμβαση) και κρίθηκε αναγκαία η επίσκεψη και ιατρού νευρολόγου προκειμένου να εκτιμηθούν και διαπιστωθεί η αιτία της εκδήλωσή των. Επίσης, λόγω της εμμονής του πυρετού και της αδυναμίας εντοπισμού της αιτίας που τον προκαλούσε ο δεύτερος των κατηγορουμένων επικοινώνησε με την ιατρό λοιμωξιολόγο Ρ1 προκειμένου να της ζητήσει την βοήθεια της και την επίσκεψή της στο νοσοκομείο πράγμα όμως που τελικά δεν έγινε αφού αυτή ως καθηγήτρια Πανεπιστημίου και εργαζόμενη στο ... Νοσοκομείο δεν είχε την δυνατότητα να επισκέπτεται ασθενείς που νοσηλεύονταν σε ιδιωτικά νοσοκομεία. Έτσι, την 22-1-02 τον επισκέφθηκε μόνο ο ιατρός νευρολόγος Β1, ο οποίος αφού τον εξήτασε, διαπίστωσε, όπως αναφέρει, στην σχετική, υπό την αυτήν ημερομηνία γνωμάτευσή του, ότι "..ο ασθενής ήταν σε εγρήγορση χωροχρονικά προσανατολισμένος. Αναφέρεται συγχυτικό φαινόμενο με ψευδαισθητώσεις. Από την νευρολογική εξέταση διαπιστώθηκε διαταραχή της θέσης των μελών στο χώρο στα κάτω άκρα και σημείο ROBERG. Από τα λοιπά δεν παρατηρείται παθολογικό εύρημα. Χρήζει ΗΕΓ για αποκλεισμό ερεθιστικής εστίας και επί αγχώδους αγωγή με RISPERDAL. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο τα συγχυτικά αυτά φαινόμενα εντάθηκαν και έφθασε σε σημείο να μη αναγνωρίζει τους στενούς συγγενείς του όπως τα παιδιά και την σύζυγό του. Προ αυτής της καταστάσεως η τελευταία επικοινώνησε με τον πρώτο των κατηγορουμένων, ο οποίος μετά την επέμβαση δεν είχε επισκεφθεί ούτε μία φορά τον ασθενή, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και προσπάθειες προς τούτο των οικείων του, ο οποίος, όμως, χωρίς και αυτή την φορά να ζητήσει να εξετάσει τον ασθενή ή επανέλθει στο ... τους παρέπεμψε για περαιτέρω νοσηλεία στο ... όπου, λόγω της, στο παρελθόν υπηρεσίας του, όπως τους διαβεβαίωσε, είχε καλές σχέσεις και επαφή με τους εκεί υπηρετούντες γιατρούς της οικείας νευροχειρουργικής και νευρολογικής κλινικής και θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Πραγματικά, τις βραδυνές ώρες της 27 προς 28-1-02 ο ασθενής, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και την αδελφή του Ψ1, η οποία ήταν γιατρός, (μικροβιολόγος), εισήλθε στο ... (...) και ειδικότερα στην Νευρολογική κλινική στην οποία προΐστατο η νευρολόγος Δ1. Στο ιστορικό που συνετάγη κατά την είσοδό του αναγράφηκε, ως αιτία εισόδου, συγχυτικά φαινόμενα και ως κλινική εντύπωση συμπτώματα από αρχόμενο υδροκέφαλο αφού κάτι τέτοιο έδειξε η επείγουσα αξονική τομογραφία (c+) που διενεργήθηκε κατά την είσοδό του. Την επομένη, 29-1-02, νέα αξονική τομογραφία (c+) έδειξε ίδια εικόνα ενώ παρουσίασε επιδείνωση που αφορούσε το επίπεδο συνειδήσεως όπως και πυρετό 38.7ο C. Παράλληλα, προσκομίστηκε και η Γενική εξέταση ΕΝΥ η οποία είχε γίνει στο ..., και τα πορίσματα της οποίας με τα κύτταρα 1800 κ.κ.χ. τύπος πολυμορφοπύρηνα σε ποσοστό 90% λεμφοκύτταρα 8% μονοπύρηνα 2% ενώ ο βιοχημικός έλεγχος ότι η γαλακτική αφυδοργονάση υγρών ήταν 616 mU/ml το σάκχαρο υγρών 37,0 mg/dl τα ολικά λευκώματα υγρών 380,0 mg/dl, δηλαδή, στοιχεία που παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα ενίσχυσαν την αρχική άποψη των ιατρών του ... για μηνιγγίτιδα. Τέθηκε σε αγωγή αφού μετά την ΟΝΠ οι εξετάσεις έδειξαν την ύπαρξη στο ΕΝΥ λευκοκύτταρα 10/κλ, λεύκωμα 20mg, σάκχαρο 33mg/dl LDH: 35mu/ml ενώ από την καλλιέργεια του ΕΝΥ απομονώθηκε σταφυλόκοκκος επιδερμίδης. Νέα ΟΝΠ την 4-2-02 έδειξε τα ίδια στοιχεία με αυξημένο λεύκωμα 264 mg/dl με αποτέλεσμα στην αντιβιοτική αγωγή να προστεθεί βανκομυκίνη και ριφαμπικίνη. Την 7-2-02 συγκαλείται ιατρικό συμβούλιο στο οποίο μετείχαν η Δ1, διευθύντρια της νευρολογικής κλινικής του ..., ο ... (τρίτος κατηγορούμενος), αναπληρωτής διευθυντής νευροχειρουργικής κλινικής του ..., ο Τ1 και Λ1 λοιμωξιολόγοι Ι1 (παιδίατρος) και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2. Στο συμβούλιο αφού εκτέθηκε αναλυτικά η κατάσταση του ασθενούς όπως είχε πριν και μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο ... και αφού κατέληξαν στο ότι είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα αποφασίστηκε, λόγω και των δυσκολιών που είχε μία δεύτερη επέμβαση, εξαιτίας της σπονδυλοδεσίας πέριξ τα υλικά της οποίας υπήρχε ενδεχόμενο να έχουν μολυνθεί έτσι ώστε να μη είναι δυνατή η αντικατάσταση των, να συνεχιστεί η συντηρητική αγωγή με χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβίωσης (voncon kai ριφαμπικίνη, κεφτριαξόνη) για θεραπεία της μηνιγγίτιδας και η τοποθέτηση παροχέτευσης του ΕΝΥ επί της σπονδυλικής στήλης για την αντιμετώπιση του υδροκεφάλου. Τις επόμενες ημέρες ο ασθενής υποβάλλεται σε επανειλημμένες εκκενωτικές ΟΝΠ και εξετάσεις του ΕΝΥ οι οποίες εμφανίζουν μείωση των λευκοκυττάρων τα οποία πολλές φορές είναι μηδενικά. Η πορεία του ασθενούς αρχίζει να είναι ικανοποιητική με βελτίωση του επιπέδου συνείδησης με αποτέλεσμα την πτώση του πυρετού και σχεδόν πλήρη εξάλειψη των στοιχείων φλεγμονής που ΕΝΥ (λευκοκύτταρα 0-35) και στείρες καλλιέργειες με χαμηλές τιμές σακχάρου του ΕΝΥ. Μετά όμως από 25 ημέρες με αντιβιοτική αγωγή, την 24-2-02, εμφανίζει πτώση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και εξάνθημα, (λευκοπενία), με αποτέλεσμα την διακοπή της αντιβιοτικής αγωγής. Νέα καλλιέργεια του ΕΝΥ, την 4-3-02, δείχνει σταφυλόκοκκο επιδερμίδη, λευκοκύτταρα 1500/μλ με πολυμορφοπύρηνα 95% σάκχαρο 24 mgdl kai, στοιχεία, δηλαδή που παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα. Επίσης η MPI του εγκεφάλου την 4-3-02 έδειξε υδροκέφαλο με αύξηση του οιδήματος και καθώς και συλλογή στους πολυσχιδείς μυς με πρόσληψη cd. Νέο ιατρικό συμβούλιο την 5-3-02 στο οποίο μετέχουν από την νευροχειρουργική κλινική του ... ο νευροχειρούργος ..., (τέταρτος των κατηγορουμένων), ο λοιμωξιολόγος Λ1, ο ορθοπεδικός Χ1 (β των κατηγορουμένων) και η νευρολόγος Δ1 ενώ απουσίαζε παρά το γεγονός ότι κλήθηκε ο πρώτος Χ2. Στο συμβούλιο αποφασίστηκε η χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της τεχνητής μήνιγγας η οποία θεωρήθηκε επιμολυσμένη και αίτιο της υποτροπής της λοίμωξης καθώς και η τοποθέτηση προσωρινής εξωτερικής βαλβίδας παροχετεύσεως του ΕΝΥ για την αντιμετώπιση του υδροκεφάλου. Την 11-3-01 ο ασθενής διακομίζεται από την νευρολογική κλινική στην νευροχειρουργική του ... με σκοπό, όπως γράφεται στο διακομιστήριο, την χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αφαιρεθεί η τεχνητή μήνιγγα και τοποθετηθεί προσωρινή βαλβίδα παροχέτευσης. Το χειρουργείο που προγραμματίζεται για την 11-3-02 ματαιώνεται διότι ο αναισθησιολόγος δεν είχε το κατάλληλο όργανο για την αναισθησία (ινοπτικό βροχοσκόπιο) ενώ και την επόμενη ημέρα 12-3-02 η βλάβη του συγκεκριμένου εξαρτήματος ματαίωσε εκ νέου την προγραμματισθείσα επέμβαση. Τις επόμενες ημέρες, όπως προκύπτει από το φύλλο πορείας του ασθενούς στην νευροχειρουργική κλινική του ... παραμένει η ίδια κλινική εικόνα με τις εξετάσεις του ΕΝΥ να εμφανίζουν μειωμένα έως μηδενικά τα κύτταρα και αύξηση της γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα πράγμα που δείχνει την εντύπωση που πιστοποιεί τις προσδοκίες των τρίτου και τέταρτου ότι η αντιβιοτική αγωγή που εξακολουθούν να εφαρμόζουν και μετά την ματαίωση της χειρουργικής επέμβασης ήταν η ενδεδειγμένη. Στις εξετάσεις, όμως, του ΕΝΥ της 22-3-02 εντοπίζεται στην καλλιέργεια που το αποτέλεσμά της βγήκε την 26-3-02 σταφυλόκοκκος με αποτέλεσμα οι χειρούργοι (γ και δ) να οδηγηθούν αναπόφευκτα σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μοσχεύματος της τεχνητής μήνιγγας η οποία και γίνεται την 28-3-02. Κατά την διάνοιξη της απονεύρωσης διαπιστώθηκε σημαντική συλλογή ΕΝΥ, έγινε αφαίρεση του τεχνητού μοσχεύματος που αποστέλλεται προς καλλιέργεια και γίνεται νέα πλαστική μήνιγγος με αυτομόσχευμα. Ακολούθησε ανάνηψη του ασθενούς από το χειρουργείο και διακομιδή στο τμήμα όπου ανακτά συνείδηση και επικοινωνία με το περιβάλλον. Το βράδυ της ίδιας ημέρας παρουσιάζει πυρετό που την επομένη γίνεται υψηλός (39ο C) και ακολουθεί επεισόδιο υπερτονίας και αιφνίδια εγκατάσταση οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και τελικά κώματος με ανισοκορία. Τέθηκε, άμεσα, σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και διακομίστηκε στο χειρουργείο όπου τοποθετήθηκε εξωτερική κοιλιακή παροχέτευση ΔΕ μετωπιαία. Την 30-3-02 παραμένει στην ίδια βαρειά κατάσταση με συνεχή επιδείνωση και την 31-3-02 και ώρα 04.35 καταλήγει. Στο πιστοποιητικό θανάτου το οποίο υπογράφει ιατρός της κλινικής των γ και δ των κατηγορουμένων αναφέρεται ως αιτία θανάτου α) καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια β) εγκεφαλικό οίδημα γ) μηνιγγίτιδα. Χειρουργηθέν νευρίνωμα Α1-Α3. Οι καλλιέργειες του ΕΝΥ του υλικού της ψευδοκύστης του τεχνητού μοσχεύματος από διάφορα σημεία των ραμμάτων ανέδειξαν σταφυλόκοκκο επιδερμίτη. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι οι οποίοι είναι διακεκριμένοι επιστήμονες στο είδος τους ο καθένας αν και είχαν την δυνατότητα, ως θεράποντες ιατροί του, λόγω των ενδείξεων που εμφάνιζε ο ασθενής κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο .... να προβλέψουν ότι είχε υποστεί λοίμωξη των μηνίγγων και χρειαζόταν άμεση θεραπεία, εν τούτοις, από έλλειψη προσοχής την όποια όφειλαν και μπορούσαν, λόγω ακριβώς της επιστημονικής των επάρκειας και των γνώσεων των, να επιδείξουν, παρέλειψαν να αξιολογήσουν παντελώς την γενική εξέταση Ε.Ν.Υ., της οποίας τα αποτελέσματα παρέπεμπαν ευθέως σε παθογόνο κατάσταση ή να την συνδυάσουν με τα υπόλοιπα στοιχεία (κλινική εικόνα του ασθενούς, πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα, ΗΕΓ MRI) στην περίπτωση που η διαγνωστική της αξία ήταν περιορισμένη, λόγω του κοντινού προς την επέμβαση χρονικού σημείου λήψης του υγρού (βλ. έκθεση του τεχνικού συμβούλου Σ1) προκειμένου να έχουν σαφή εικόνα για την λοίμωξη ή όχι του ασθενούς και μετά ταύτα του χορηγήσουν εξιτήριο, ενώ, σε κάθε περίπτωση είχαν την δυνατότητα να επαναλάβουν την εξέταση προκειμένου να αποκλείσουν ή επιβεβαιώσει την περίπτωση της μηνιγγίτιδας. Η δυνατότητά των αυτή για πρόβλεψη λοίμωξης των μηνίγγων του ασθενούς ήταν ισχυρή ακριβώς διότι γνώριζαν ότι η επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί ενείχε μεγάλες πιθανότητες για ανάπτυξη μετεγχειρητικής μηνιγγίτιδας 2) υπήρχε έστω και μικρή διαρροή (ή διαφυγή) Ε.Ν.Υ. η οποία ενείχε και αυτή δυνατότητα μολύνσεως 3) υπήρχε πυρετός ο οποίος εκδηλώθηκε μετά την 5η ημέρα της εγχειρήσεως και επέμενε, έστω και σε ύφεση, μέχρι και την έξοδό του από το νοσοκομείο και η ύπαρξη του οποίου δεν αποδόθηκε σε άλλη αιτία 4) ύφεση του πυρετού μετά την χορήγηση στον ασθενή βανκομυκίνης, πράγμα που έδειχνε ότι ο οργανισμός του θανόντος ανταποκρινόταν στην συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή η οποία και έπρεπε να συνεχιστεί 5) γνώση εκ μέρους των ότι σε περίπτωση μόλυνσης των ξένων σωμάτων που έχουν τεθεί όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση (τεχνητή μήνιγγα, τμήμα γύρω από την σπονδυλοδεσία), υπάρχει δυσκολία στην αντιμετώπιση της κατάστασης σε περίπτωση που αυτή (αντιμετώπιση) δεν είναι άμεση (είναι συχνές οι επεμβάσεις αφαίρεσης των ξένων σωμάτων λόγω μόλυνσης) 6) συγχυτικά φαινόμενα που παρέπεμπαν σε μόλυνση του ΚΝΣ. Παρά την ύπαρξη των άνω ενδείξεων που παρέπεμπαν ευθέως σε μηνιγγίτιδα ή έστω δημιουργούσαν βάσιμες υπόνοιες για προσβολή του ασθενούς από την λοίμωξη των μηνίγγων, εν τούτοις, και χωρίς να αναμένουν το αποτέλεσμα των εξετάσεων που είχε παραγγείλει ο νευροχειρούργος Β2, (δεν αναγράφονται στις ιατρικές οδηγίες) και οι οποίες θα ήταν εξίσου βοηθητικές με την εξέταση του Ε.Ν.Υ. και χωρίς να επαναλάβουν την τελευταία, έσπευσαν, παρά την ύπαρξη πυρετού, (ο οποίος το βράδυ πριν την έξοδο του ασθενούς έφθασε μέχρι 38 βαθμούς), να του χορήγησαν εξιτήριο διακόπτοντας την αντιβιοτική (ενδοφλέβια) θεραπεία με το VONCON που είχε αποδειχθεί αποτελεσματικό και τον στείλουν σπίτι του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, αν και όπως παραδέχθηκε, απολογούμενος, είχε υποψιαστεί ότι ο ασθενής είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα και είχε ζητήσει την συμβουλή ειδικής ιατρού λοιμοξιωλόγου, (Ρ1), εν τούτοις, συνήνεσε στην έξοδο του ασθενούς χωρίς να αξιολογήσει όλα τα ανωτέρω στοιχεία ή συζητήσει τις υποψίες του με τον πρώτο και την ομάδα του. Αποτέλεσμα της διακοπής αυτής ήταν ο σταφυλόκοκκος να εδραιωθεί, αποικίσει τα ξένα σώματα, (τα οποία του είναι ιδιαίτερα προσφιλή) και η επέμβαση των τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων, παρά τις αρχικές ελπίδες και προσδοκίες των για αναστροφή της κατάστασης να μη ευοδωθούν, συνεχίσει η ζημιογόνος κατάσταση που είχε αρχίσει από το πρώτο νοσοκομείο και καταλήξει με τον θάνατο του ασθενούς από μηνιγγίτιδα κλπ. Ειδικότερα, όσον αφορά τους δύο τελευταίους των κατηγορουμένων, το δικαστήριο δέχεται ότι η επιλογή της θεραπευτικής αγωγής με αντιβιοτικά και μετά την 11/03/02 ήταν η ενδεδειγμένη, δεδομένων και των ιατρικών εξετάσεων που έδειχναν ύφεση του προβλήματος και των κινδύνων που περιέκλειε η εγχείρηση με την σύγχρονη αντικατάσταση του μολυσμένου μοσχεύματος σε ένα μολυσμένο περιβάλλον, με ένα άλλο, ενώ η ματαίωση της επέμβασης δεν οφειλόταν σε δική των αμελή συμπεριφορά. Επίσης, η μη νοσηλεία του ασθενούς στην μονάδα εντατικής θεραπείας μετά την δεύτερη επέμβαση δεν συνέβαλε στο επελθόν αποτέλεσμα, αφού, δεν αποδείχθηκε ότι η εκεί νοσηλεία του θα βελτίωνε την κατάστασή του. Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει οι μεν δύο πρώτοι των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη που κατηγορούνται και αθώοι οι τρίτος και τέταρτος αυτών. Βέβαια αυτοί, και, κυρίως ο πρώτος υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις που μπορούσαν να τους οδηγήσουν ή να υποψιαστούν ότι ο ασθενής είχε υποστεί μηνιγγίτιδα. Τον ισχυρισμό του αυτό στηρίζει στο ότι η ύπαρξη μόνο του πυρετού δεν αποτελεί στοιχείο λοίμωξης και ότι ο πυρετός που εμφάνισε ο ασθενής ήταν μετεγχειρητικής υφής, ότι στις καλλιέργεις του ΕΝΥ και του αίματος δεν ανιχνεύτηκε οποιοδήποτε μικρόβιο, αφού, ο σταφυλόκοκκος εμφανίζεται για πρώτη φορά σε εξέταση, (καλλιέργεια), στο ... ενώ και η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου δεν ήταν ενδεικτική μηνιγγίτιδας. Τέλος υποστηρίζει ότι η κατάσταση του ασθενούς κατά την είσοδό του στο νοσοκομείο ήταν αναστρέψιμη πράγμα που παρέλειψαν να πράξουν οι γιατροί του ... οι οποίο έπρεπε να αφαιρέσουν το μόσχευμα όπως αποφασίστηκε στο συμβούλιο της 5-3-08 και ότι σε κάθε περίπτωση δεν ήταν δυνατό να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε με τον θάνατο του ασθενούς. Όλοι οι άνω ισχυρισμοί του όμως πρέπει να απορριφθούν αφού, κατά τα στην αρχή αναφερόμενα, τα οποία εξήχθησαν από τους συγγραφείς που παραπέμπουν οι σημειώσεις αλλά και όσα αυτοί οι ίδιοι κατέθεσαν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ο μετεγχειρητικός πυρετός, κατά κανόνα, διαρκεί τα δύο ή τρία πρώτα, μετά την επέμβαση, 24ώρα και όχι επί 20 και πλέον ημέρες όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, υπήρξε διακοπή μετά τον πυρετό που εμφάνισε αμέσως μετά την επέμβαση και χαρακτηρίζεται ως μετεγχειρητικός, αφού, ο υψηλός πυρετός της τάξεως των 39οC εμφανίστηκε την 5ημέρα μετά την επέμβαση μετά από ένα 24ωρο σχεδόν πλήρους απυρεξίας, που έπρεπε να τους ανησυχήσει και τους εμβάλλει σε υποψία για την αιτία της ύπαρξης του. Αλλά και οι εξετάσεις που έδωσαν εντολή να γίνουν οι παθολόγοι, (γενική ούρων, αίματος, θώρακος), επιβεβαιώνουν την περίπτωση έρευνας για λοίμωξη και όχι ότι ο πυρετός ήταν μετεγχειρητικός. Βέβαια, είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι εντέλλονται τα άνω είδη εξετάσεων, (γενική αίματος και ούρων), όταν ο ασθενής έχει υποβληθεί σε μία πολύωρη νευροχειρουργική επέμβαση, η οποία έχει συχνή παρενέργεια την μόλυνση των μηνίγγων και την εντεύθεν πρόκληση μηνιγγίτιδας και αυτοί αναζητούν την αιτία της μόλυνσης σε άλλα σημεία του οργανισμού και όχι στο καίριο και πλέον ύποπτο. Επίσης, η έλλειψη εντοπισμού μικροβίου στις καλλιέργειες που έγιναν στο ... οφειλόταν στο ότι ο ασθενής καλυπτόταν από αντιβιοτική αγωγή η οποία εμπόδιζε την εμφάνιση των μικροβίων, η διακοπή της οποίας μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και παραμονή του στο σπίτι επέτρεψε πλέον στην εξέταση που έγινε στο ..., την εμφάνιση στην καλλιέργεια του ΕΝΥ του σταφυλόκοκκου επιδερμίτη. Τέλος, όσον αφορά την μαγνητική τομογραφία για την οποία υποστηρίζει ότι δεν είχε ενδείξεις μηνιγγίτιδας αποδείχθηκε ότι αυτός δεν την είδε καν, αφού, έσπευσε να χορηγήσει εξιτήριο στον ασθενή όταν τα αποτελέσματα της σχετικής εξέτασης εκκρεμούσαν. Ισχυρίζεται, βέβαια, ότι είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της σχετικής εξέτασης πράγμα όμως που δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο αφού μία τέτοια, έστω και προφορική ενημέρωση, θα είχε καταχωρηθεί στις ιατρικές ενέργειες ή την νοσηλευτική πρακτική όπως άλλωστε είχε γίνει και με άλλες προφορικές ενημερώσεις ή εντολές των ιατρών. Καμία τέτοια ενημέρωση προκύπτει ότι έχει γίνει ή ότι αυτός έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων της σχετικής εξέτασης. Για τα πορίσματα εξάλλου της εξέτασης αυτής υπάρχει η εκτίμηση εκ μέρους του καθηγητή της Πανεπιστημιακής Κλινικής Ερλάγκεν στην Γερμανία Dr. ... ο οποίος αναφέρει ότι υπάρχει ήπια διεύρυνση των κροταφικών κεράτων των πλαγίων κοιλιών που αξιολογείται ως τυπικό σύμπτωμα αρχικής ένδειξης διαταραχής στην κυκλοφορία του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (υδροκεφάλου) που αποτελεί σύμπτωμα της μηνιγγίτιδας, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την επείγουσα c+ που έγινε κατά την είσοδό του στον ... και η οποία έδειξε αρχόμενο υδροκέφαλο και την οποία, σε περίπτωση, που είχε δει θα είχε οδηγηθεί στην περίπτωση υδροκεφαλίας η οποία αποτελεί επιπλοκή μεν όπως υποστηρίζει της επέμβασης αλλά και της μηνιγγίτιδας και θα είχε ακολουθήσει ανάλογη θεραπευτική αγωγή. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι ο ασθενής μολύνθηκε κατά την είσοδό του το ... κατά την διάρκεια της οσφυονωτιαίας παρακέντησης η οποία του έγινε την 30-1-01 πρέπει να απορριφθεί αφού η ύπαρξη πυρετού κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο ..., ο οποίος μάλιστα εξακολουθούσε, έστω και σε ύφεση, μέχρι την έξοδό του από το νοσοκομείο όπως και η χορήγηση βανκομυκίνης, η οποία επιτυγχάνει μεγαλύτερη συγκέντρωση στο ΕΝΥ, είναι αποδεικτικά στοιχεία ότι η μηνιγγίτιδα είχε εμφανιστεί κατά την διάρκεια της νοσηλείας του ασθενούς στο ... και μάλιστα κατά την διάρκεια της επέμβασης, και ότι η πρόωρη έξοδός του η οποία συνοδεύτηκε με την διακοπή της χορήγησης (ενδοφλεβίως) βανκομυκίνης είχε ως αποτέλεσμα να αναστραφεί η βελτίωση της υγείας του. Υποστηρίζει, επιπλέον, ο ίδιος κατηγορούμενος ότι ο ασθενής εμφάνιζε ένα (μόνο) παροδικό συγχυτικό επεισόδιο διαρκείας ολίγων λεπτών και ότι το επεισόδιο αυτό δεν αξιολογήθηκε ως σημαντικό από τον νευρολόγο ιατρό Β1 ο οποίος τον εξήτασε. Και ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, αφενός μεν, ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εκτίμηση δεδομένου ότι δεν επισκέφθηκε μία φορά τον ασθενή μετά την επέμβαση, ενώ ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν θα είχε θορυβήσει τους οικείους του και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να αναζητήσουν ιατρό νευρολόγο όπως έκαναν στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα, αποδείχθηκε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, οικείων του θανόντος, ότι τα συγχυτικά αυτά επεισόδια ήταν πολλά και διαρκείας και παρέπεμπαν σε μόλυνση του κεντρικού νευρικού συστήματος πράγμα που υποψιάστηκε και η αδελφή του Ψ1 η οποία ήταν ιατρός και ζήτησε την επίσκεψη ιατρού νευρολόγου. Αλλά και η αναφορά στο εξιτήριο ότι εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων αποδεικνύει ότι τα συμπτώματα ήταν πολλά και όχι ένα όπως αναφέρει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Και βέβαια δεν σχετίζονται τα νευρολογικά αυτά συμπτώματα με τα προ της επέμβασης, όπως υποστήριξε, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ασθενής είχε τόσα και έντονα νευρολογικά συμπτώματα πριν από την επέμβαση τα οποία τελούσαν σε ύφεση κατά την έξοδό του. Ας σημειωθεί, ότι σε κανένα από τα έγγραφα που αναφέρονται στην κατάσταση του ασθενούς πριν από την επέμβαση, αναφέρονται συγκεκριμένου είδους συμπτώματα τα οποία μετά την επέμβαση τελούν σε ύφεση. Εξάλλου, μετά την επέμβαση και την αφαίρεση του νευρινώματος τα συμπτώματα αυτά θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί, αφού τα δημιουργούσε η ύπαρξη στο συγκεκριμένο σημείο του όγκου, (νευρινώματος), και όχι να είναι σε ύφεση ενώ και η χορήγηση του αντιψυχωτικού φαρμάκου αποδεικνύει ότι δεν χορηγήθηκε για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων από την ύπαρξη του αφαιρεθέντος νευρινώματος. Είναι φανερό, δηλαδή, ότι όταν στο εξιτήριο αναγράφεται ότι εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων αφορούν τα συμπτώματα που είχε κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο ... και οφείλονταν στην μόλυνση των μηνίγγων. Επίσης, αυτός υποστήριξε ότι η γενική εξέταση ΕΝΥ τη 16/1/02 δεν αφορούσε αμιγές εγκεφαλονωτιαίο υγρό αλλά ήταν υγρό το οποίο προερχόταν από το τραύμα και ως εκ τούτου η εξέταση αυτή δεν ήταν απόλυτα αξιολογήσιμη ως προς τα αποτελέσματά της τα οποία στην περίπτωση αμιγούς ΕΝΥ παρέπεμπαν οπωσδήποτε σε βακτηριακή μηνιγγίτιδα. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τα αποτελέσματα της εξέτασης του συγκεκριμένου υγρού αναφέρεται σε γενική εξέταση ΕΝΥ χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ως προς το είδος των υγρών που τέθηκαν υπό εξέταση. Εξάλλου, και στην περίπτωση αυτή όπως προέκυψε από την κατάθεση της ιατρού μικροβιολόγου Κ. Δικαίου είναι δυνατός ο διαχωρισμός των προς εξέταση υγρών, έτσι ώστε, η εξέταση καθενός αυτών να είναι ξεχωριστή και αποδίδει σαφή αποτελέσματα για την παθογόνο ή μη κατάσταση. Άλλωστε, στην περίπτωση που δεν ήταν δυνατός ο διαχωρισμός αυτός δεν υπήρχε ανάγκη να γίνει και η εξέταση αυτή ενώ δεν δικαιολογούνται και τα συμπεράσματα που εξήχθησαν. Τέλος, ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του ασθενούς προήλθε από άλλο αίτιο και δη εκείνο του οξέος ισχαιμικού επεισοδίου που σημαίνει απότομη διακοπή της αιματικής άρδευσης τμήματος του εγκεφάλου συνεπεία αιφνίδιας απόφραξης μείζονος εγκεφαλικού αγγείου από θρόμβο και όχι από μηνιγγίτιδα. Την άποψη αυτή επιβεβαίωσε κατά κάποιο τρόπο και ο πραγματογνώμονας Ι3 ο οποίος στην σχετική έκθεσή του αναφέρει ότι ο θάνατος του Θ1 προήλθε από έντονο οίδημα του υπερσκηνίδιου εγκεφάλου συνεπεία εκτεταμένης εγκεφαλικής βλάβης και ότι οι παράγοντες που επηρέασαν ή συνετέλεσαν και προκάλεσαν το επελθόν αποτέλεσμα ήταν α) η χρόνια αιματική υποάρδευση του εγκεφαλικού ιστού λόγω της στένωσης των έσω καρωτίδων κυρίως της δεξιάς β) ο υδροκέφαλος που φαίνεται ότι προήλθε από μη ελεγχόμενους μηχανισμούς και που προκάλεσε με την σειρά του εγκεφαλικό οίδημα και γ) εγχειρητική διεργασία αντικατάσταση του μηνιγγικού μοσχεύματος. Επίσης, ο ίδιος πραγματογνώμων αποφαίνεται ότι πριν από την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο .... δεν είχε δημιουργηθεί και εγκατασταθεί μετεγχειρητική μηνιγγίτιδα ή μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, ενώ, η κλινική κατάσταση του ασθενούς καθώς και τα δεδομένα των εξετάσεων δεν ήταν αποτρεπτικά της χορήγησης εξιτηρίου αλλά είχε ως στόχο να διαφυλάξει τον ασθενή από το πλήθος των μικροβίων που "φιλοξενούνται" στα διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα. Τόσο ο άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού ποτέ μέχρι σήμερα είχε αμφισβητηθεί η αιτία του θανάτου του ασθενούς από μηνιγγίτιδα και ουδέποτε υπήρξε θεραπευτική αγωγή προς την κατεύθυνση της πρόληψης του εγκεφαλικού επεισοδίου το οποίο όπως ισχυρίζεται ήταν η αιτία του θανάτου του. Σε κανένα από τα ιατρικά συμβούλια, τις μεταξύ των ιατρών διαβουλεύσεις αναφέρθηκε ότι ο ασθενής αντιμετώπιζε πρόβλημα που είχε την δυνατότητα να τον οδηγήσει στο θάνατο άλλο από την μηνιγγίτιδα αφού η κατάσταση που είχε απεικονιστεί στην ψηφιακή τομογραφία πριν από την επέμβαση ήταν συνήθης σε άτομα της ηλικίας του (52 ετών) και δεν ενέπνεε οποιαδήποτε ανησυχία. Σε κάθε περίπτωση εάν πραγματικά η κατάσταση που διέγνωσε αυτός (κατηγορούμενος) ήταν το επιβαρυμένη θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο προσεκτικός, αφού, η δημιουργία ενός υδροκεφάλου ο οποίος είναι και σύμπτωμα αυτής καθεαυτής της επέμβασης ήταν δυνατό να έχει επιζήμιες για βλάβες και θα έπρεπε πριν επιτρέψει την έξοδό του από το νοσοκομείο να είναι σίγουρος ότι δεν υπήρχε καν έναρξη υδροκεφαλίας και όχι να του χορηγήσει εξιτήριο χωρίς να διαβάσει το πόρισμα ή δει ο ίδιος την μαγνητική τομογραφία που είχε παραγγείλει ο νευρολόγος αλλά κι ο γιατρός της κλινικής που προίστατο, Β2. Αλλά και η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης βρίθει ατελειών και ασαφειών, οι οποίες από την κατάθεση στο ακροατήριο του συγκεκριμένου πραγματογνώμονα, αφού καταλήγει στο άνω συμπέρασμα χωρίς να εξηγεί τα αίτια ή τα στοιχεία που τον οδήγησαν στην άνω απόφασή του και χωρίς να αξιολογήσει όλα τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η γενική εξέταση του ΕΝΥ που λήφθηκε από την χειρουργική περιοχή δεν εμφανίζει στοιχεία λοίμωξης όταν όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν και τα συγγράμματα που αναγνώστηκαν καταλήγουν ότι η ύπαρξη κυττάρων στον αριθμό των 1800 από τα οποία 95% πολυμορφοπύρηνα σε συνδυασμό με την μείωση του σακχάρου και είναι ενδεικτικά λοίμωξης. Επίσης, αναφέρει ότι η καλλιέργεια του ΕΝΥ ήταν αρνητική σε μικρόβια, όταν γνωρίζει ότι ο ασθενής λάμβανε αντιβίωση η οποία κάλυπτε οποιαδήποτε καλλιέργεια για εμφάνιση μικροβίων. Επίσης αποδίδει, (ενδεχομένως), τα συγχυτικά φαινόμενα στις αγγειακές βλάβες οι οποίες διαπιστώθηκαν στην μαγνητική τομογραφία του εγκεφάλου που έγινε την 23-1-02 όταν ο ίδιος ο νευρολόγος που κλήθηκε και εξέτασε τον ασθενή δεν την απέδοσε στον άνω παράγοντα, αλλά ζήτησε την περαιτέρω εξέταση του ασθενούς. Βέβαια, στην συνέχεια καταλήγει ότι ο ασθενής λόγω κάποιας βελτίωσης των νευρολογικών του συμπτωμάτων της ύφεσής του πυρετού και των συγκεκριμένων ευρημάτων της μαγνητικής τομογραφίας καλώς έλαβε εξιτήριο από το ... προκειμένου να αποφύγει μία επιπλέον μόλυνση του τραύματος και άλλα πιθανά μικρόβια. Δεν αναφέρει, όμως, ούτε το είδος των συμπτωμάτων αυτών, ώστε να διακριβωθεί σε τι συμπτώματα αναφέρεται, ούτε από πού συνήγαγε το συμπέρασμα ότι αυτά είναι σε ύφεση αφού μόνη η σχετική αναγραφή στο εξιτήριο δεν είναι δυνατό, ενόψει των αντίθετων ισχυρισμών των πολιτικών εναγόντων, να αποτελεί ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την διαπίστωση της άνω κατάστασης. Επίσης, αν και αναφέρει ότι ο ασθενής υποβλήθηκε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα την 23-1-02 εν τούτοις δεν αξιολογεί το συμπέρασμά ή το πόρισμά του (δεν προκύπτει ότι το έχει διαβάσει), περιοριζόμενος μόνο να αναφέρει ότι η αξία του δεν ήταν μεγάλη. Επίσης, αν και υποστηρίζει, όλως, αόριστα ότι δεν υπήρχε λοίμωξη δεν αιτιολογεί την ύπαρξη του πυρετού μετά τις πρώτες ημέρες της επέμβασης, αρκούμενος μόνο στην παρατήρηση ότι αυτός ήταν σε ύφεση. Τέλος, αναφέρει ότι η επέμβαση που αποφασίστηκε να γίνει στο συμβούλιο της 5-3-02 δεν έγινε παρά μόνο την 28-3-02 όταν ο πυρετός του ασθενούς ήταν σε ύφεση, όταν αποδείχθηκε σαφώς και κατηγορηματικώς και προκύπτει από όλα τα έγγραφα, (εξετάσεις και νοσηλεία του ασθενούς στην νευροχειρουργική κλινική του ...), αλλά και όλοι οι κατηγορούμενοι δέχονται το αντίθετο ότι, δηλαδή, η ματαίωση της επέμβασης μετά την 13-3-02 οφειλόταν στην (εσφαλμένη) πεποίθηση των ιατρών του ... ότι η θεραπεία με τα αντιβιοτικά είχε αποδώσει και έβαινε καλώς η πορεία της υγείας του εξαιτίας της μείωσης των κυττάρων και της απυρεξίας. Τέλος, αναφέρει ότι η εγχειρητική διεργασία αντικατάστασης του μηνιγγικού μοσχεύματος ήταν η αιτία που προκάλεσε τον θάνατο του ασθενούς χωρίς όμως να εξηγεί την σύνδεσή της με τα πρώτες αιτίες θανάτου που αναφέρει, δηλαδή, εγκεφαλικό επεισόδιο ή τον υδροκέφαλο με αποτέλεσμα η όλη έκθεσή του να μη είναι δυνατό να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την αιτία θανάτου που αυτός αναφέρει όταν, μάλιστα, όλα τα λοιπά στοιχεία οδηγούν αβίαστα στην περίπτωση θανάτου από μηνιγγίτιδα. Την προσβολή, άλλωστε, από μηνιγγίτιδα του ασθενούς είχε παραδεχθεί εμμέσως και ο συγκεκριμένος πρώτος κατηγορούμενος με το από 15-1-03 απολογητικό του υπόμνημα, απόσπασμα του οποίου αναγνώσθηκε κατά την απολογία του για την παροχή διευκρινίσεων, όταν ανέφερε ότι η εμφάνιση μηνιγγίτιδας από σταφυλόκοκκο μετεγχειρητικής αρχής η οποία διαπιστώθηκε στο ... συναντάται στην νευροχειρουργική σε ποσοστό 15% λόγω αδυναμίας απόλυτης αποστείρωσης και απολύμανσης του δέρματος αλλά και της ατμόσφαιρας, ενώ, δεν ανέφερε οτιδήποτε για την αιτία θανάτου του ασθενούς ότι, δηλαδή, αυτή μπορούσε να μη είναι η μηνιγγίτιδα και οι επιπλοκές της. Με βάση τα ανωτέρω τα συμπεράσματα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι3 δεν είναι δυνατό να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την συναγωγή συμπερασμάτων υπέρ της απόψεως που αυτός εκφράζει ως αιτία θανάτου του ασθενούς όταν μάλιστα όλα τα στοιχεία που εκτέθηκαν παραπάνω οδηγούν με βεβαιότητα στον από μηνιγγίτιδα, θάνατο του ασθενούς, όπως άλλωστε αναγράφηκε και στο πιστοποιητικό θανάτου. Αλλά ούτε η από 30-5-08 (κατά την διάρκεια της δίκης ληφθείσα) βεβαίωση της Δ1 διευθύντριας της νευρολογικής κλινικής του .... η οποία αναφέρει ότι της ζήτησε ο πρώτος των κατηγορουμένων να δεχθεί στην κλινική της τον ασθενή την 27/28/1/02 διότι υποπτευόταν ότι είχε υποστεί πιθανώς οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο και ότι αυτός δεν παρουσίαζε σημεία μηνιγγικού ερεθισμού είναι δυνατό να αποτελέσει σαφές αποδεικτικό στοιχείο για όσα αυτός υποστηρίζει ότι, δηλαδή, ο ασθενής είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη ιατρός υποστηρίζει στην άνω βεβαίωσή την οποία χορήγησε με απαίτηση του πρώτου των κατηγορουμένων, διαρκούσας της παρούσας δίκης, ότι, όσα αναγράφηκαν στο από 11-3-02 διακομιστήριο από την κλινικής της στην νευροχειρουργική, ότι, δηλαδή, ο ασθενής νοσηλεύεται από 27-1-02, με ατελώς θεραπευθείσα μηνιγγοεγκεφαλίτιδα αφορούσαν την κλινική της. Δηλαδή, δέχεται, η συγκεκριμένη ιατρός ότι ο θανών υπέστη μηνιγγοεγκεφαλίτιδα κατά την διάρκεια της παραμονής του στην νευρολογική κλινική του ... που προϊστατο χωρίς, όμως, να αναφέρει τον χρόνο και το μέσο εξαιτίας του οποίου την υπέστη, ούτε, εξηγεί την αιτία της χρονικής έναρξης της νοσηλείας (27-1-01) με ατελώς θεραπευθείσα μηνιγγίτιδα, όταν αυτός δεν έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε ιατρική επέμβαση ή εξέταση που θα μπορούσε να του προκαλέσει μόλυνση και κατ' επέκταση λοίμωξη. Η βεβαίωση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τ2 τεχνικού συμβούλου διευθυντή του Α Παθολογικού Τμήματος - μονάδας λοιμώξεων του συγκεκριμένου νοσοκομείου ο οποίος κατέληξε προφανώς λαμβάνοντας υπόψη και την άποψή της ότι η μετεγχειρητική λοίμωξη δεν δημιουργήθηκε στην διάρκεια παραμονής του ασθενούς στο νοσοκομείο και ότι αποτελεί απόρροια ή επιπλοκή της επέμβασης που είχε υποστεί στο ..., ούτε, αναφέρθηκε σε οιοδήποτε σημείο του απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου παρά μόνο κατά την διάρκεια της παρούσας δίκης. Συνεπώς, ούτε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο είναι δυνατό να συναχθεί ότι ο ασθενής προσβλήθηκε στην διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο.... (τέως ...) όπως όλως όψιμα υποστηρίζεται από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Τέλος, και ο ισχυρισμός του ότι η κατάσταση ήταν αναστρέψιμη και δεν θα επήρχετο ο θάνατος του ασθενούς στην περίπτωση που αφαιρείτο το μολυσμένο μόσχευμα έγκαιρα και ότι αυτός δεν είχε την δυνατότητα να προβλέψει τον θάνατο του ασθενούς πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους. Πραγματικά οι γιατροί του ... πίστεψαν ότι είχαν την δυνατότητα να ανατρέψουν την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί κατά την είσοδο του ασθενούς στο νοσοκομείο βασιζόμενοι στην αντιβιοτική θεραπεία που σχεδόν ήταν μονόδρομος για αυτούς πλην όμως δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αφού, η μόλυνση είχε επεκταθεί και δεν ήταν δυνατή η αντιμετώπισή της δεδομένου ότι, και αν ακόμη αφαιρείτο το μολυσμένο μόσχευμα, υπήρχαν εστίες μόλυνσης που ήταν δυνατό να επιμολύνουν και το νέο (μόσχευμα) και επιφέρουν επιδείνωση της κατάστασης και τελικά τον θάνατο του ασθενούς. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε τα στελέχη s.epidermidis μετά από ώρες έως ημέρες από την επαφή τους με το ξένο σώμα αρχίζουν να παράγουν μια εξωκυττάρια βλεννοπολυσακχαριδική ουσία που αποκαλείται slime η οποία μαζί με τους σταφυλόκοκκους σχηματίζει ένα προστατευτικό γλυκοκάλυμα για τις αποικίες του μικροοργανισμού. Εντός αυτού οι σταφυλόκοκκοι πολλαπλασιάζονται βραδέως ώστε οι βλακτάμες που απαιτούν ταχέως πολλαπλασιαζόμενους μικροοργανισμούς να μη είναι δραστικές, ενώ, συγχρόνως καθίσταται προβληματική η διείσδυση πολλών αντιβιοτικών, τα οποία τελικά μετατρέπονται από βακτηριοκτόνα σε βακτηριοστατικά με αποτέλεσμα η θεραπευτική προσπάθεια με την χρήση αντιβιοτικών να είναι πολύ δύσκολη αν όχι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν αφαιρεθεί συγχρόνως και το μολυσμένο ξένο σώμα. Βέβαια στην βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις επιτυχούς αντιμετώπισης με την χρήση αντιβιοτικών οι οποίες είναι όμως πολύ σπάνιες και δεν αποκλείουν την περίπτωση θανάτου από μηνιγγίτιδα βακτηριακής μορφής η οποία προκλήθηκε εξαιτίας της μόλυνσης των ξένων σωμάτων τα οποία εμφυτεύθηκαν κατά την διάρκεια νευροχειρουργικής επέμβασης. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση οι γιατροί του ... είχαν να αντιμετωπίσουν μία κατάσταση που δύσκολα ανατρεπόταν αφού υπήρχε εμφύτευμα (τεχνητή μήνιγγα) μετά την αφαίρεση του οποίου υπήρχε κίνδυνος για διασπορά της μόλυνσης και επιμόλυνσης και του νέου μοσχεύματος ενώ υπήρχε και η σπονδυλοδεσία η οποία μπορεί να είχε και αυτή μολυνθεί και έπρεπε να γίνει καθαρισμός (αντικατάσταση ήταν αδύνατη) με τα όποια δύσκολα επιτυχίας αποτελέσματα. Για τον λόγο άλλωστε αυτό και οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων καθυστέρησαν την επέμβαση πιστεύοντας όπως άλλωστε έδειχναν και οι εξετάσεις του ΕΝΥ που πραγματοποιούσαν σχεδόν καθημερινά ότι το πρόβλημα της λοίμωξης ήταν σε ύφεση και θα μπορούσαν να αποφύγουν την επέμβαση, πράγμα που βεβαίως τελικά δεν έγινε και αναγκάστηκαν να χειρουργήσουν τον ασθενή αφαιρώντας την μολυσμένη τεχνητή μήνιγγα που είχε τοποθετήσει ο πρώτος, αποκατέστησαν όσο μπορούσαν τον κενό χώρο που κατέλειπε με άλλο μόσχευμα χωρίς όμως και μετά την επέμβαση αυτή να είναι σίγουρο ότι η λοίμωξη περιορίστηκε η εξαφανίστηκε αφού ο ασθενής παρουσίασε υψηλό πυρετό και μετά από λίγες ημέρες κατέληξε. Όμως οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων είχαν την δυνατότητα να προβλέψουν την προσβολή του ασθενούς από μηνιγγίτιδα αφού όλα τα συμπτώματα παρέπεμπαν στην λοίμωξη των μηνίγγων και όφειλαν να αρχίσουν, εμπειρική, και στην συνέχεια μετά το αντιβιόγραμμα κατάλληλη για την αντιμετώπιση της μηνιγγίτιδας θεραπευτική αντιβιοτική αγωγή. Πλην, όμως, αυτοί αν και τα συμπτώματα και οι ενδείξεις από τις εξετάσεις παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα η οποία άλλωστε σε επεμβάσεις του είδους που υπέστη ο θανών συμβαίνει σε ποσοστό τουλάχιστον 15% όπως ο πρώτος αυτών ομολογεί, εν τούτοις, του χορήγησαν εξιτήριο διακόπτοντας την ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή, με αποτέλεσμα ο σταφυλόκοκκος να επικολληθεί στα ξένα σώματα και δημιουργήσει αμυντικούς μηχανισμούς οι οποίοι δεν ήταν δυνατό να ανατραπούν με την χορήγηση αντιβιοτικών. Όλα τα ανωτέρω τα γνώριζαν οι κατηγορούμενοι (α+β) αφού είναι ιατροί με μεγάλη επιστημονική εμπειρία και επιστημονική κατάρτιση και γνώση (πανεπιστημιακού επιπέδου) στην οποία άλλωστε απέβλεψε ο θανών και οι οικείοι του όταν του ανέθεσαν την αντιμετώπιση της καταστάσεώς του. Αυτοί, όμως, ούτε καν είδαν τις εξετάσεις που περιείχοντο στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς και χορήγησαν εξιτήριο στον ασθενή με βάση τον αντικειμενικά ισχύοντα χρονικό διάστημα που ένας αντίστοιχος ασθενής, (χωρίς όμως παρενέργειες), έπρεπε να παραμείνει στο θεραπευτήριο. Ειδικότερα όσον αφορά τον πρώτο, δεν επισκέφθηκε ούτε μία φορά τον ασθενή μετά την επέμβαση, ούτε έστερξε, στις εκκλήσεις των συγγενών του για επίσκεψή του, όταν, μάλιστα όλοι οι γιατροί μάρτυρες κατέθεσαν ότι η κλινική εικόνα σε κάθε περίπτωση είναι εκείνη που αποτελεί οδηγό του ιατρού για την αντιμετώπιση του ασθενούς. Είναι χαρακτηριστική η κατάθεση του ιατρού Ι1 ο οποίος βεβαίωσε το δικαστήριο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε να τον δεχτεί στο ιατρείο του στο νοσοκομείο όπου τον επισκέφθηκε εξαιτίας της συνεχιζόμενης κακής κατάστασης του ασθενούς ανιψιού του, όπως και της μάρτυρος Ψ1, η οποία βεβαίωσε και αυτή ότι, αν και γιατρός δεν μπόρεσε να τον συναντήσει έστω και μία φορά μετά την επέμβαση παρά τις εναγώνιες προσπάθειές της, αλλά και του δευτέρου των πολιτικώς εναγόντων, αδελφού του θανόντος, ο οποίος κατέθεσε ότι προσπάθησε να συναντηθεί μαζί του αναμένοντας τον στις σκάλες προς το χειρουργείο όπου του εξέθεσε την κατάσταση του ασθενούς ζητώντας να τον επισκεφθεί χωρίς όμως να μπορέσει να τον πείσει. Αλλά και η συμπεριφορά του δευτέρου των κατηγορουμένων, ο οποίος αν και υποψιάστηκε, όπως απολογούμενος υποστήριξε, ότι ο ασθενής είχε υποστεί μηνιγγίτιδα και διέκρινε την διαρροή ΕΝΥ, έστω και μικρής ποσότητας, ενδεικτική όμως της δυνατότητας μόλυνσής του και ανταποκρινόμενος σε απαίτηση των οικείων του ασθενούς για κλήση λοιμωξιολόγου, η οποία τελικά δεν ήρθε, εν τούτοις, συναινεί και αυτός στην έξοδο του ασθενούς παρά την ύπαρξη πυρετού χωρίς ούτε καν να δει τις εξετάσεις στις οποίες είχε αυτός υποβληθεί και τα πορίσματά των τα οποία όμως παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα. Βέβαια, στην συνέχεια υποστήριξε ότι η μόλυνση δεν είχε προσβάλει το τμήμα που αυτός είχε επέμβει πλην όμως εκτός του ότι αυτό δεν αποδείχθηκε με τρόπο κατηγορηματικό αφού δεν στάλησαν δείγματα προς εξέταση εν τούτοις, γνώριζε, (άλλωστε είχε υποψιαστεί όπως ομολόγησε) τους κινδύνους που περιέκλειε η όλη επέμβαση και όφειλε, ως θεράπων ιατρός, αφενός μεν να ελέγξει τις εξετάσεις που υποβλήθηκε ο ασθενής και αφετέρου να αποκλείσει ή εμποδίσει την έξοδό του απαιτώντας την θεραπευτική του αγωγή με την κατάλληλη αντιβίωση. Εξάλλου και αυτός όπως ο πρώτος είναι διακεκριμένοι επιστήμονες, όπως όλοι οι μάρτυρες βεβαιώσαν, και εάν επιδείκνυαν, έστω την επιμέλεια και προσοχή που ο μέσος ιατρός μπορούσε και όφειλε να επιδείξει θα διαπίστωναν την προσβολή του ασθενούς από μηνιγγίτιδα και θα έδιναν την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή η οποία θα εμπόδιζε την ανάπτυξη του σταφυλόκοκκου και την αδυναμία θεραπείας αυτού, αφού, γνώριζαν την συμπεριφορά του συγκεκριμένου μικροβίου να επικολλάται σε ξένα σώματα και την δυσκολία που θα είχε μία προσπάθεια αφαίρεσης του μολυσμένου ξένου σώματος όταν μάλιστα ο ασθενής είχε υποβληθεί σε διπλή επέμβαση που περιελάμβανε και σπονδυλοδεσία η οποία ήταν αδύνατο να αφαιρεθεί. Αποτέλεσμα της άνω αμελούς συμπεριφοράς των ήταν να υποστεί μηνιγγίτιδα ο ασθενής και επέλθει ο θάνατος του εξαιτίας αυτής, αφού οι προσπάθειες των τρίτου και τετάρτου δεν ήταν δυνατό να ανατρέψουν την κατάσταση του ασθενούς. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε αμελής συμπεριφορά του δεύτερου των κατηγορουμένων στην διαδικασία σπονδυλοδεσίας ώστε να πρέπει να του αποδοθεί σχετική ευθύνη ούτε ότι αυτοί όφειλαν να βρίσκονται κατά την διάρκεια της επέμβασης στο ... αφού δεν ανήκαν στο προσωπικό του και δεν είχαν ως εκ τούτου ανάλογη δυνατότητα. Θα πρέπει συνεπώς με βάση τα ανωτέρω να κηρυχθούν ένοχοι οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων και αθώοι οι τρίτος και τέταρτος της πράξεως που τους αποδίδεται, κατά τον επιτρεπτό σαφέστερο προσδιορισμό του τρόπου τελέσεως αυτής. (ΑΠ 692/97 ΠΧ ΜΗ/179) που αναφέρεται πιο πάνω και ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στην Αθήνα Κατά το από 10 Ιανουαρίου μέχρι 24 Ιανουαρίου 2002 χρονικό διάστημα, όντας διακεκριμένοι ιατροί, ο μεν πρώτος, Χ2 νευροχειρουργός, αναπληρωτής καθηγητής της οικείας έδρας στο Πανεπιστήμιο ... και ο δεύτερος Χ1 ορθοπεδικός, αναπληρωτής και αυτός καθηγητής στην οικεία έδρα στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου ... και διευθυντές των αντίστοιχων κλινικών (νευροχειρουργικής και ορθοπεδικής) στο Νοσοκομείο ..., από αμέλειά των, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν, ως θεράποντες ιατροί του ασθενούς Θ1, κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν, το, εκ των κατωτέρω παραλείψεών των επελθόν αποτέλεσμα και έτσι την 31-3-02 επέφεραν τον θάνατο του Θ1. Ειδικότερα, αυτοί, αφού προέβησαν, στον ασθενή Θ1, αφαίρεσης καλοήθους νευριμώματος που βρισκόταν μεταξύ του πρώτου και τρίτου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας και τοποθέτηση τεχνητής μήνιγγας στο αφαιρεθέν τμήμα της φυσικής μήνιγγας, και, ο δεύτερος σε σπονδυλοδεσία μεταξύ του πρώτου και του τρίτου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας, στην συνέχεια, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας και των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, καίτοι η συμπτωματολογία του παθόντος (υψηλός πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα) δεν ήταν συμβατή με την χρονική μετεγχειρητική περίοδο, από συγκλίνουσα αμέλειά των, αφενός μεν, δεν εξετίμησαν ορθά την εκδηλωθείσα στον παθόντα συμπτωματολογία (πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα), ούτε τις εξετάσεις (γενική ΕΝΥ) στις οποίες είχε αυτός υποβληθεί και τα πορίσματα της οποίας παρέπεμπαν ευθέως σε παθογόνο κατάσταση, (μηνιγγίτιδα), η οποία είναι συχνή επιπλοκή της νευροχειρουργικής επεμβάσεως στην οποία είχε ο θανών υποβληθεί, ούτε φρόντισαν για επανάληψή της, αφετέρου δεν φρόντισαν εγκαίρως (πριν από την 17-1-02), για την διεξοδική αντιμετώπιση της αιτίας των προαναφερομένων συμπτωμάτων και τη δραστική καταπολέμησή των με την κατάλληλη αντιβιοτική θεραπευτική αγωγή (ενδοφλέβια χορήγηση βανκομυκίνης). Επιπροσθέτως, παρά το γεγονός ότι συνεχιζόταν η πυρετική κίνηση του ασθενούς και είχε αρχίσει αυτός μετά την 17-1-02 να λαμβάνει ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή η οποία είχε αρχίσει να δείχνει σημεία βελτίωσης του και επιβαλλόταν η συνέχιση της παραμονής του στο νοσοκομείο και η στενή του ιατρική παρακολούθηση, δεδομένου ότι η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή περιελάμβανε ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών, και συχνές εξετάσεις του ΕΝΥ και ΟΝΠ, υπέδειξαν στον παθόντα ότι δεν χρήζει περαιτέρω νοσηλείας στο νοσοκομείο ... και την 24-1-02 του χορήγησαν εξιτήριο. Αποτέλεσμα της εξόδου του νοσοκομείου ήταν να διακοπεί η ενδοφλέβια χορ5ήγηση αντιβίωσης, εδραιωθεί ο σταφυλόκοκκος αποικίζοντας τα ξένα σώματα, ο ασθενής υποτροπιάσει και λόγω ακριβώς του είδους και της ιδιότητας του σταφυλόκοκκου να αποικίζει τα ξένα σώματα(τεχνική μήνιγγα), δεν καταστεί δυνατή η αναστροφή της νοσηρής κατάστασης της υγείας του από τους γιατρούς του ... (τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων) στο οποίο τον παρέπεμψε ο πρώτος και εισήλθε την 27-1-08 σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης, και, καταλήξει την 31-1-02 από καρδιοαναπνευστική ανακοπή ως αποτέλεσμα του εγκεφαλικού οιδήματος που είχε προκαλέσει η μηνιγγίτιδα). Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 15, 26 παρ.1β, 28 και 302 του ΠΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Το Δικαστήριο δε που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, όντες διακεκριμένοι ιατροί και δη, ο μεν Χ2 ως νευροχειρουργός, που επιχείρησε τη χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο του ασθενούς Θ1, για την αφαίρεση του νευρινώματος και στην τοποθέτηση τεχνητού μοσχεύματος, ο δε Χ1 ως ορθοπεδικός, που ανέλαβε στην ίδια αυτή επέμβαση το τμήμα της σπονδυλοδεσίας, μεταξύ του 1ου και 3ου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν το θάνατο του ως άνω ασθενούς, Θ1. Τούτο γιατί, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεών τους και της επιστημονικής τους επάρκειας, ως Πανεπιστημιακών λειτουργών και των κοινώς παραδεδεγμένων ιατρικών ικανοτήτων τους, είχαν τη δυνατότητα, ως θεράποντες ιατροί να προβλέψουν ότι ο ασθενής Θ1, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην Κλινική ..., είχε υποστεί λοίμωξη των μηνίγγων. Πράγματι, τα αντικειμενικά ευρήματα που εμφάνιζε ο ασθενής, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών και των λοιπών εξετάσεων, τα οποία παρέπεμπαν ευθέως σε παθογόνο κατάσταση, τουλάχιστον, θα έπρεπε να ανησυχήσουν τους θεράποντες ιατρούς. Αντίθετα, αυτοί (οι αναιρεσείοντες), με κοινή συναίνεση τους, χωρίς μάλιστα να έχει υποβληθεί προηγουμένως, από μέρους του ασθενούς ή των οικείων του ανάλογο αίτημα για την έξοδό του από την ως άνω θεραπευτική μονάδα, και χωρίς ο ασθενής να εμφανίσει βελτίωση που να δικαιολογεί την έξοδό του, επέτρεψαν αυτή και του χορήγησαν στη συνέχεια το οικείο εξιτήριο. Πράγματι, ενώ, η κοινή χειρουργική επέμβαση για την εξαίρεση του νευρινώματος, πραγματοποιήθηκε την 10-1-2002 και η μετεγχειρητική πορεία των δυο πρώτων ημερών εξελισσόταν ομαλά, την τρίτη μετεγχειρητική ημέρα εκδηλώθηκε στην περιοχή του τραύματος, διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ), παράλληλα δε την 14-1-2002 (τετάρτη μετεγχειρητική ημέρα), ο ασθενής εμφάνισε υψηλό πυρετό 39ο βαθμών Κελσίου, που συνεχίστηκε και την επομένη ημέρα 15-1-2002, εν τούτοις, οι αναιρεσείοντες επέτρεψαν την έξοδό του ασθενούς από την Κλινική, στην οποία αυτός νοσηλευόταν. Επιπρόσθετα, οι εργαστηριακές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, την 16-1-2002, με εντολή του νευροχειρουργού Β2, επιμελητή της κλινικής στην οποία προϊστατο ο κατηγορούμενος Χ2 ανέδειξαν την ύπαρξη 1800 κυττάρων, σε ποσοστό 95% πολυμορφοπύρηνων, γεγονός που οδήγησε τους θεράποντες ιατρούς στην αλλαγή της θεραπευτικής αγωγής και συγκεκριμένα στη διακοπή των αντιβιοτικών ROSEPHIN και BRIKLIN και τη χορήγηση των ιδιοσκευασμάτων PRIMAXIN και VONCON, ενόψει του ότι τα αποτελέσματα του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ), παρέπεμπαν σε λοίμωξη των μηνίγγων. Ο ασθενής όμως, εξακολουθούσε και τις επόμενες ημέρες της νοσηλείας του, ήτοι την 17-1-2002, 18-1-2002, 19-1-2002, 20-1-2002, 21-1-2002 και 22-1-2002, να εμφανίζει υψηλό πυρετό, που κυμαινόταν μεταξύ 38,5 και 39 βαθμών Κελσίου, ο οποίος μετά πρόσκαιρη πτώση του, στη συνέχεια τις πρωϊνές ώρες της 24-1-2002 έφθασε και πάλι στους 38 βαθμούς Κελσίου. Την ίδια ημέρα, ήτοι, την 24-1-2002 και ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ο ασθενής εξακολουθούσε να εμφανίζει υψηλό πυρετό και τα αποτελέσματα του εγκεφαλογραφήματος και της ΜRΙ,(μαγνητικής τομογραφίας), δεν είχαν εισέτι εκδοθεί, επιπρόσθετα δε τα αποτελέσματα του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, παρέπεμπαν σε λοίμωξη των μηνίγγων, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, επέτρεψαν την έξοδο του ασθενούς από την κλινική, με οδηγίες για επανεξέταση του, μετά παρέλευση ενός μηνός, ενώ στο σχετικό εξιτήριο που υπογράφεται από τον επιμελητή της κλινικής, που διευθύνεται από τον κατηγορούμενο Χ2 σημειώνεται ότι ο ασθενής εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων και της πυρετικής κίνησης, η οποία όπως προαναφέρθηκε κατά την ημέρα της εξόδου του, δεν είχε καθοδική πορεία, αφού ο ασθενής εμφάνιζε θερμοκρασία 38 βαθμών Κελσίου. Η εξακολούθηση του φαινομένου της υπερπυρεξίας του ασθενούς, η οποία για τις δυο πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες, αποδόθηκε κατά τους θεράποντες στη χειρουργική επέμβαση και παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίστηκε με τη χορήγηση αντιπυρετικών, προκάλεσε την, από μέρους του κατηγορουμένου Χ1 λόγω της δημιουργίας σ' αυτόν υπονοιών, για την ύπαρξη μηνιγγίτιδος, πρόσκληση ειδικού ιατρού της λοιμωξιολόγου,Ρ1, Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η τελευταία όμως, δεν κατέστη δυνατό να εξετάσει τον ασθενή και στη συνέχεια αυτός (ασθενής), εξετάσθηκε από τον ιατρό νευρολόγο Β1. Ο τελευταίος στη σχετική γνωμάτευσή του, με χρονολογία 22-1-2002, πιστοποιεί μεταξύ άλλων, την εμφάνιση συγχυτικών φαινομένων με ψευδαισθήσεις, ενώ παράλληλα υπέδειξε ότι ο ασθενής χρήζει ΗΕΓ, προκειμένου να αποκλεισθεί η ύπαρξη ερεθιστικής εστίας. Σημειώνεται, ακόμη, ότι τα συγχυτικά φαινόμενα τα οποία παρουσίαζε ο ασθενής, κατά το διάστημα της ως άνω νοσηλείας του στην Κλινική, σε σημείο ώστε να μην είναι δυνατή η από μέρους του αναγνώριση των οικείων του, ακόμη δε αυτής της συζύγου και των τέκνων του, εξακολούθησαν και μετά την έξοδό του από τη συγκεκριμένη Κλινική, η οποία επισυνέβη την 24-1-2002. Το γεγονός αυτό, ήτοι της επισφαλούς καταστάσεως της υγείας που παρουσίαζε ο ασθενής, κατά τη στιγμή της εξόδου του, ήταν αποτρεπτικό μιας ανάλογης ενέργειας των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να του χορηγήσουν εξιτήριο, προτού διαβεβαιωθούν οι ίδιοι, ότι είναι εξασφαλισμένη η ομαλή πορεία της υγείας του και ότι αυτός δεν διατρέχει τουλάχιστον άμεσο κίνδυνο. Αντίθετα, θα έπρεπε τουλάχιστον να προβληματισθούν για την πορεία της υγείας του ασθενούς τους, πολύ περισσότερο που, τη στιγμή εκείνη τα αντικειμενικά δεδομένα και η γενική του κατάσταση, δεν παρείχαν ευοίωνες ενδείξεις γι' αυτόν. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν τη δυνατότητα, όχι μόνο λόγω των ιατρικών γνώσεων, της ιατρικής επάρκειας, των ικανοτήτων τους, και της επιστημοσύνης τους, ενόψει κυρίως των ευρημάτων και των αποτελεσμάτων των ιατρικών και εργαστηριακών εξετάσεων που προαναφέρθηκαν, αλλά και του γεγονότος ότι αυτοί οι ίδιοι είχαν επιχειρήσει την χειρουργική επέμβαση, να προβλέψουν ότι ο ασθενής είχε υποστεί λοίμωξη των μηνίγγων. Προσέτι δε, γιατί γνώριζαν ότι το είδος και η σοβαρότητά της επεμβάσεως στην οποία υποβλήθηκε ο ασθενής, ενείχε τον κίνδυνο ανάπτυξης μετεγχειρητικής μηνιγγίτιδας, και γιατί γνώριζαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ότι κατά τη στιγμή της εξόδου του από την Κλινική ..., υπήρχε αφενός μεν μερική διαρροή (διαφυγή) εγκεφαλονωτιαίου υγρού, αφετέρου δε εξακολουθούσε ο ασθενής να εμφανίζει πυρετό, χωρίς να αποδίδεται η εμπύρετη κατάσταση σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Σε κάθε δε περίπτωση ενώ υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για την προσβολή του ασθενούς τους, από λοίμωξη των μηνίγγων, επέτρεψαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ιατροί, να εξέλθει του θεραπευτηρίου ο ασθενής και να παραμείνει οίκοι. Αιτιολογείται ακόμη η παραδοχή, ότι εξαιτίας αυτής της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, και της πρόωρης εξόδου του ασθενούς από το Νοσοκομείο, ήταν δυνατό να αναπτυχθεί ο σταφυλόκοκκος, και εξ' αυτού του λόγου, να δημιουργηθούν αποικίες μικροβίων και να καταλήξει ο ασθενής από μηνιγγίτιδα, την 31-3-2002 στο Νοσοκομείο ..., όπου είχε διακομισθεί, από τις βραδινές ώρες της 27ης προς 28-1-2002. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι του θανάτου του Θ1, καθώς επίσης αιτιολογείται αφενός μεν, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή των κατηγορουμένων, να αποτρέψουν το ως άνω αποτέλεσμα, αφετέρου δε και το είδος της αμέλειάς τους. Τούτο, γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, αιτιολογείται η παραδοχή α) ότι η μηνιγγίτιδα είχε εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ασθενούς στην Κλινική ..., η ύπαρξη της οποίας διαπιστώθηκε μόνο στο Νοσοκομείο ... και οι κατηγορούμενοι αν κατέβαλαν την επιμέλεια και την προσοχή που, ο μέσος ιατρός καταβάλει, θα μπορούσαν να διαπιστώσουν, ότι ο ασθενής τους είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα και ακολουθώντας στη συνέχεια την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, θα εμπόδιζαν ενδεχομένως την ανάπτυξη του σταφυλόκοκκου, και εξ' αυτού του λόγου και το τελικό αποτέλεσμα β) η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους, η οποία προκύπτει από το σύνολο της συμπεριφοράς τους, κυρίως δε από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες υπήρξαν τα πρόσωπα εκείνα, που διενήργησαν την επίμαχη χειρουργική επέμβαση και παρακολούθησαν στη συνέχεια τη μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς, ο οποίος νοσηλευόταν στην κλινική την οποία, όχι μόνο διηύθυνε ο κατηγορούμενος Χ2 αλλά ήταν και το πρόσωπο εκείνο, που είχε την ουσιαστική ευθύνη της παρακολούθησης και επιμέλειας της πορείας της υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς. Επίσης, όσον αφορά τον έτερο κατηγορούμενο Χ1 παρόλο που υποψιάστηκε τη λοίμωξη των μηνίγγων και διέκρινε ο ίδιος, έστω μερική διαρροή του Ε.Ν.Υ συναίνεσε στην έξοδο από την κλινική του ασθενούς, προτού ολοκληρωθεί η θεραπεία του και βεβαιωθεί προηγουμένως, για τη βελτίωση της υγείας του. Δεν θα πρέπει, επίσης, να παραβλεφθεί το γεγονός, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές της αποφάσεως, ότι ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 ανεξάρτητα της σχέσεως εμπιστοσύνης αυτού προς το ιατρικό επιτελείο της κλινικής, που αυτός προϊστατο, μετά την επέμβαση που πραγματοποίησε στον ασθενή Θ1, δεν τον επισκέφθηκε έστω μια φορά, ενώ στις επανειλημμένες εκκλήσεις των οικείων του, να επισκεφθεί το νοσηλευόμενο ασθενή του, αυτός δεν ανταποκρίθηκε, και γ) προσδιορίζεται το είδος της αμέλειάς τους, και συγκεκριμένα αυτό της μη συνειδητής αμέλειας, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια και αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να μη στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Πράγματι, από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι το αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς Θ1, ήταν μεν αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως προαναφέρθηκε, όμως, λόγω μη καταβολής της προσοχής που όφειλαν, δεν προέβλεψαν ότι μπορεί να προέλθει το αποτέλεσμα του θανάτου. Κατόπιν όλων αυτών, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.ΠΔ, προβαλλόμενος δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 καθώς και ο πρώτος του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων, ως πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-9-2008 αίτηση του Χ1 ιατρού, κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 10-4-2009 πρόσθετους λόγους και την από 22-9-2008 αίτηση του Χ2 ιατρού, κατοίκου ..., και τους επ' αυτής από 9-4-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 5433α και 5433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα από τους αναιρεσείοντες, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ για τον καθένα αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009 και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια ιατρών. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της υπερβάσεως εξουσίας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) απόλυτης ακυρότητας. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από την άσκηση από μέρους του Εισαγγελέα Εφετών, εφέσεως κατά της απαλλακτικής διατάξεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία (έφεση) ειδικά και αιτιολογημένα εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την κρίση του θεμελιώνουν την άσκηση της. Δεν επάγετε απόλυτη ακυρότητα το γεγονός ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί ενοχής των κατηγορουμένων, και έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν (πραγματογνωμοσύνες που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, καθώς και έκθεση τεχνικού συμβουλίου), χωρίς να έχουν αναγνωσθεί, αφού στο αιτιολογικό γίνεται άμεση και ρητή αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων. Απορρίπτει αιτήσεις και πρόσθετους λόγους.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πρόσθετοι λόγοι.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1890/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Μπανταβάνο, περί αναιρέσεως της 52863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 73/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' τού ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση τού δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ένεκα προβλήματος υγείας του, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση τού δικαστηρίου. Πρέπει όμως, η αίτηση να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας τού συγκεκριμένου αιτήματος, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στην ουσιαστική παραδοχή τού αιτήματος. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στην αόριστη αίτηση αναβολής, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 500 εδ. γ' και 501 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως η δια συνηγόρου (όπου τούτο επιτρέπεται), η έφεση του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο εκκαλών κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση για οποιονδήποτε λόγο από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 § 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 και 166 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύθηκε με κλήση προς συζήτηση της εφέσεως του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η χρονολογία τούτου, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευσή του, κατά το άρθρο 166 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 52.863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 76.675/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40 €) ημερησίως για παράβαση του νόμου 5.960/33, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν εμφανίστηκε στη δίκη ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, αλλ' ως άγγελος, η Λ1, η οποία ανήγγειλε προς το Δικαστήριο ότι "ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και κλινήρης και κατά σύσταση του ιατρού του δεν μπορεί να μετακινηθεί για να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο", έδωσε στον Πρόεδρο την από 8.10.2007 βεβαίωση του ιατρού ... και ζήτησε την αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων. Ακολούθως, ο Εισαγγελεύς πρότεινε την εξέταση της ανωτέρω Λ1 ως μάρτυρος, η οποία κατέθεσε ενόρκως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι ασθενής. Μου έδωσε ιατρική βεβαίωση να προσκομίσω. Εν συνεχεία, ο Εισαγγελεύς πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής το οποίο απορρίφθηκε με την πληττόμενη απόφαση, με την αιτιολογία, ότι "από την κατάθεση της μάρτυρος και το προσκομιζόμενο ιατρικό πιστοποιητικό δεν προκύπτει το ανέφικτο της εμφάνισής του στο Δικαστήριο. Ενόψει δε του ότι η πράξη του φέρεται τελεσθείσα το 2001, θα μπορούσε να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτήν, καθώς και οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του, όπως η κατάθεση της μάρτυρος και το ιατρικό πιστοποιητικό που αναγνώσθηκε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος. Το Δικαστήριο, στη συνέχεια της απορρίψεως του αιτήματος της αναβολής δέχτηκε τα εξής: "Από το αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., που βρίσκεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος κατηγορούμενος και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχει ασκήσει κατά της 76.675/04 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δ., να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη". Ενόψει αυτών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος αναβολής συζητήσεως της εφέσεως, προχώρησε και στην απόρριψη αυτής ως ανυποστήρικτης, αφού προηγουμένως ερεύνησε και διαπίστωσε το νομότυπο της κλητεύσεως του τότε εκκαλούντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, διότι άσκησε δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος (άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, έτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της 52.863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, διότι η περί απορρίψεως του αιτήματος της αναβολής παρεμπίπτουσα απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Καθ' όσον όμως ο λόγος αναιρέσεως πλήττει την απόφαση κατά το μέρος που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1894/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσέγα, περί αναιρέσεως της 36254/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2011/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 349 παρ. 1 και 501 παρ. 1 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι σε περίπτωση υποβολής από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας εμφανίσεως αυτού στο ακροατήριο του δικαστηρίου από ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα και απορρίψεως από το δικαστήριο (κατά την ανέλεγκτη κρίση του) του αιτήματος αυτού και στη συνέχεια της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, είναι επιτρεπτή κατά τής αποφάσεως αυτής του Εφετείου η άσκηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, επομένως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η αιτιολογία, προβλεπομένη στα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, απαιτείται τόσο για την κυρία απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, όσο και για την προπαρασκευαστική (παρεμπίπτουσα), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής. Η πληρότητα της δε προϋποθέτει, για μεν την κυρία απόφαση αναφορά της προβλεπομένης από το άρθρο 500 εδ. γ' του ΚΠΔ, εμπρόθεσμης κλητεύσεως του εκκαλούντος, για δε την προπαρασκευαστική, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και των αποδείξεων και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 59.235/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών για παράβαση του Ν. 5960/1933, ύστερα από απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων (ασθένεια της θυγατέρας του). Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της εφέσεως του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 30 Μαΐου 2006, δεν εμφανίσθηκε, εμφανίσθηκε όμως ως άγγελος ο Λ1 και ζήτησε αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, λόγω ασθενείας τής θυγατέρας του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Μετά πρόταση του Εισαγγελέως, ο ως άνω εμφανισθείς ως άγγελος, Λ1, εξετάσθηκε ως μάρτυς και κατέθεσε τα εξής: "Η κόρη του αρρώστησε, είναι φοιτήτρια στη ... και έφυγε το βράδυ", αλλά το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ασθένεια της θυγατέρας τού κατηγορουμένου καθιστά αδύνατη τη μετακίνηση του και προσέλευση αυτού στο Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα για αναβολή της δίκης, με την παρακάτω αιτιολογία: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο δεν προέκυψε ότι συντρέχει σημαντικό αίτιο στο πρόσωπο του εκκαλούντος για να αναβληθεί η δίκη, ενόψει τού ότι κατατέθηκε ότι ήταν ασθενής η κόρη αυτού, χωρίς να αναφέρεται η συγκεκριμένη ασθένεια αυτής, για να κριθεί από το Δικαστήριο αν ήταν αναγκαία η παρουσία του στη ... . Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής, που κρίνεται προσχηματικό, με δεδομένο ότι χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 30.7.1998". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή. Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πιο πάνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η μη αναφορά από το Δικαστήριο της συγκεκριμένης ασθένειας της θυγατέρας του, χωρίς να αναζητηθούν άλλα επιπλέον στοιχεία, όπως αν υπήρχε ή όχι κάποιο άλλο πρόσωπο να φροντίζει την θυγατέρα του ή αν τυχόν χρειαζόταν να εισαχθεί αυτή σε κάποιο νοσοκομείο, δεν δικαιολογεί από μόνη της την απόρριψη του αιτήματος του, είναι αβάσιμη διότι με το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι είναι ελλιπής η αιτιολογία της προσβαλλομένης ότι "το αίτημα κρίνεται προσχηματικό, με δεδομένο ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης είναι η 30.7.98", δεδομένου ότι δεν αναφέρεται με σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο συσχετίζει την κρίση του περί προσχηματικού αιτήματος με τον χρόνο τέλεσης της πράξης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο την απορριπτική του κρίση στήριξε στο γεγονός ότι δεν προσδιορίσθηκε το είδος τής ασθένειας της θυγατέρας του αναιρεσείοντος, αλλ' ούτε αποδείχθηκε ότι λόγω της ως άνω ασθενείας ήταν αναγκαία η παραμονή του αναιρεσείοντος πλησίον της θυγατέρας του, η δε αναφορά στην απόφαση του χρόνου τελέσεως της πράξεως και του προσχηματικού του αιτήματος, έγινε ως εκ περισσού. Μετά την κατά τα άνω αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, ως ανυποστήρικτη. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του, χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Όμως, η προσβαλλόμενη παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου με την παρεμπίπτουσα διάταξη της, στη συνέχεια, αφού εξέτασε το νόμιμο της κλητεύσεώς του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, δεχόμενη τα εξής: "Από τα .... και .... αποδεικτικά επιδόσεως του 1) Αρχιφύλακα ... και 2) της Επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., που βρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος και ο αντίκλητος δικηγόρος του Τσέγας Κωνσταντίνος κλητεύτηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχουν ασκήσει κατά της 59235/02 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δικ., να απορριφθεί η έφεση του ως ανυποστήρικτη". Η ως άνω απόφαση έχει την προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, γίνεται με σαφήνεια αναφορά της απαιτούμενης από το άρθρο 500 εδ. γ' του ΚΠΔ, εμπρόθεσμης και νομότυπης κλητεύσεως του εκκαλούντος και ειδικότερα αναφέρονται η κλήτευση αυτού και του αντίκλητου δικηγόρου του από τα ως άνω μνημονευόμενα όργανα επιδόσεως και τα οικεία αποδεικτικά από τα οποία προκύπτει η κλήτευση του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, μετά δε την απόρριψη αυτών και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 114/19.10.2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 36254/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια η έφεσή του ως ανυποστήρικτη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 1897/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κωνταξόγλου, για αναίρεση της 870/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς, με συγκατηγορούμενους τους 1)..., 2)... 3).... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 213/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 50 παρ. 1α' του Ν. 2910/2001 "Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια κ.λ.π.", όποιος εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ. 1 τού Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2408/1996, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν τού έχει επιβληθεί ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο αλλοδαπός που καταδικάστηκε και βρίσκεται παράνομα στο ελληνικό έδαφος, υπόκειται σε απέλαση, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της τελέσεως εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβιώσεως. Το δικαστήριο έχει δυνατότητα να κρίνει για το αναγκαίο ή μη της απελάσεως, λαμβάνοντας υπόψη το είδος τού εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, τον χρόνο παραμονής τού αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 2 τού Ποινικού Κώδικα, αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, καταδικασθεί σε περιοριστική τής ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλαση του από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ' αόριστο αναστολή τής εκτελέσεως της ποινής κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102 του ίδιου Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση. Η αναστολή τής εκτελέσεως της ποινής επέρχεται με την πραγματοποίηση της απελάσεως του αλλοδαπού από τη χώρα. Τέλος, η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, αφού κήρυξε την κατηγορουμένη, μαζί με τους αναφερόμενους άλλους τρεις συγκατηγορουμένους της, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, όντας αλλοδαπούς λαθρομετανάστες, υπηκόους Αλβανίας, για παράνομη είσοδο στο Ελληνικό Έδαφος, που έλαβε χώρα στο ..., στις 27 Νοεμβρίου 2007 και αφού δέχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας η ελαφρυντική περίσταση της τελέσεως της πράξεως από αίτια μη ταπεινά την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών και στη συνέχεια διέταξε την απέλαση της από τη χώρα και την επ' αόριστο αναστολή της εκτελέσεως της ανωτέρω ποινής. Για την απέλαση της κατηγορουμένης από τη χώρα το δίκασαν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την εξής αιτιολογία: "οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, που καταδικάστηκαν με την παραπάνω ταυτάριθμη απόφαση σε ποινή φυλακίσεως είναι αλλοδαποί υπήκοοι και δεν βρίσκονται νόμιμα στη χώρα . Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι για τη δεύτερη κατηγορουμένη που κηρύχθηκε ένοχος δεν συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να εξαιρεθεί του πιο κάτω μέτρου, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι πρέπει να διαταχθεί η επ' αόριστο αναστολή τής εκτελέσεως της ποινής και η άμεση απέλαση αυτών από τη χώρα". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, καθ' όσον αφορά στη διάταξη περί απελάσεως της αναιρεσείουσας και εκείνη της επ' αόριστο αναστολής εκτελέσεως της ως άνω ποινής που τής επιβλήθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού κατά την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 ΠΚ και κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την απέλαση ή μη της αναιρεσείουσας, το δίκασαν Δικαστήριο, δεν αναφέρει κανένα σχεδόν περιστατικό που να δικαιολογεί την κρίση του για το αναγκαίο αυτής (απελάσεως) και που ανάγονται στη βαρύτητα και στο είδος του εγκλήματος, στον χρόνο παραμονής της αναιρεσείουσας στο ελληνικό έδαφος, στην εν γένει συμπεριφορά αυτής, στο επάγγελμα της και στην ύπαρξη ή μη οικογένειας αυτής στην Ελλάδα. Ως προς την διάταξη περί της ενοχής της αναιρεσείουσας και της επιβολής της ανωτέρω ποινής, η απόφαση δεν πλήττεται με την αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικού λόγου της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την αναιρεσείουσα και τη διάταξη της περί απελάσεως αυτής και περί της επ' αόριστο αναστολής της εκτελέσεως της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την αριθ. 870/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς, κατά το μέρος της που αφορά την αναιρεσείουσα ... και τη διάταξη της περί απελάσεως αυτής και περί της επ' αόριστο αναστολής τής εκτελέσεως της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η απόφαση ως προς την παρεπόμενη ποινή για ισόβια απέλαση, διότι η αιτιολογία "οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, που καταδικάσθηκαν με την παραπάνω ταυτάριθμη απόφαση σε ποινή φυλακίσεως είναι αλλοδαποί υπήκοοι και δεν βρίσκονται νόμιμα στη χώρα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δεδομένου ότι για τη δεύτερη κατηγορουμένη που κηρύχθηκε ένοχη δεν συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να εξαιρεθεί του πιο κάτω μέτρου, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι πρέπει να διαταχθεί η επ' αόριστο αναστολή της εκτελέσεως της ποινής και η άμεση απέλαση αυτών από τη χώρα" δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αλλοδαπού απέλαση.
0
Αριθμός 1886/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρούμπη και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Καστραντά, περί αναιρέσεως της 7657/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 272/08. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρ. 167 παρ. 1α ΠΚ, περίπτωση, οποίος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπάλληλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου απαιτείται η πράξη σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στο κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική (άρ. 13 περ. 6 ΠΚ) όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της πράξης. Επίσης, κατά την ΠΚ 361 παρ.1, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (αρθρ. 362-363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον σης περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7657/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Την 29-8-2006 και περί ώρα 21.00 ο μάρτυρας αστυνομικός προσέγγισε στην συμβολή των οδών ... και ... την αλλοδαπή Λ1 και προσποιούμενος τον πελάτη της ζήτησε να συνευρεθούν ερωτικά. Εκείνη του ζήτησε το ποσό των 30 ευρώ για να του προσφέρει ερωτικές υπηρεσίες σε γειτονικό ξενοδοχείο. Μετά από αυτά ο αστυνομικός Μ1 την συνέλαβε για να την οδηγήσει στο ΑΤ ... . Κατά την στιγμή της σύλληψης επενέβη ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρχικά σε έντονο ύφος, ρώτησε τους αστυνομικούς γιατί συλλαμβάνουν την κοπέλα. Όταν οι αστυνομικοί Μ1 και Μ2 του γνωστοποίησαν την ιδιότητά τους εξύβρισε αυτούς με τις φράσεις "είστε νταβατζήδες και ντροπή της αστυνομίας", με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατά των παραπάνω αστυνομικών, κτύπησε στο πρόσωπο τον αστυφύλακα Μ1 και τράβηξε βίαια από το πουκάμισο το Μ2, σκίζοντας αυτό. Στο διάστημα αυτό η αλλοδαπή προσπάθησε να διαφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. Αυτή ήταν καταχωρημένη ως ανεπιθύμητη στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας (SCHENGEN) και δεν ήταν εφοδιασμένη με πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος επ' αμοιβή εκδιδόμενου προσώπου. Αυτός και ο λόγος που ο κατηγορούμενος μεταχειρίστηκε βία κατά των ως άνω υπαλλήλων για να εξαναγκάσει αυτούς να παραλείψουν τη σύλληψη της ανωτέρω αλλοδαπής. Πρέπει, κατ' ακολουθία όλων αυτών, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις της αντίστασης και εξύβρισης που του αποδίδονται. Πρέπει, όμως, να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ. β' Π.Κ." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο για τις πράξεις της αντίστασης και της εξύβρισης κατά συρροή και ειδικότερα, του ότι: "με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα αυτός από πρόθεση στην ..., στις 29-8-2006: α) μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη και ειδικότερα επιτέθηκε κατά των αστυνομικών Μ2 και Μ1, οι οποίοι είχαν συλλάβει την κατηγορουμένη Λ1, και τράβηξε βίαια τον πρώτο, ενώ κτύπησε στο πρόσωπο τον δεύτερο, προσπαθώντας να τους αποτρέψει από το να συλλάβουν την κατηγορουμένη και να την οδηγήσουν στο Αστυνομικό Τμήμα και β) προσέβαλε με λόγο την τιμή αυτού και ειδικότερα, απευθυνόμενος στους δύο παραπάνω αναφερόμενους αστυνομικούς, τους είπε "Είστε νταβατζήδες και ντροπή στην Αστυνομία". Το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στις άνω πράξεις από μη ταπεινά αίτια, επέβαλλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και είκοσι (20) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ. 2β', 94, 61, 167 και 361 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 7657/07 του τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Μ1, καθώς και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως, η οποία, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε σιγή και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε ειδικά τον αυτοτελή ισχυρισμό του "ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι, στους οποίους φέρεται ότι αντιστάθηκε και εξύβρισε, δεν τελούσαν σε διατεταγμένη υπηρεσία", όπως κατά λέξη (ο αναιρεσείων), ισχυρίζεται, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή η συνήγορός του υπέβαλε οποιονδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οπότε θα είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και προβάλλει τον πιο πάνω, που κρίθηκε παραδεκτός, λόγο, από το αυτό άρθρο περ. Ε', εξεταζόμενος λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Φεβρουαρίου 2008, (υπ'αριθμ.πρωτ.40/2008) αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 7657/2007 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πράξεις: αντίσταση κατά της αρχής. Έννοια. Εξύβριση, λόγος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αντίσταση κατά της αρχής, Εξύβριση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1885/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 24108/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1156/2008. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004, ορίζονται τα επόμενα: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείο. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιαδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ.10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ,3 του ν. 2528/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικό με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ.10 του άρθρου 21 του ν.2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστό τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 24108/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης τουάρθρου 19 του ν.2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3-4-2000 έως 23-3-2001, σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 2-4-2008, συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής, των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος από 3-4-2000 και μέχρι 23-3-2001 λόγω παρόδου πενταετίας από του χρόνου τελέσεως τους και μέχρι της επιδόσεως σ'αυτόν στις 7-5-2007 του κλητηρίου θεσπίσματος. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παράθεση της νομικής σκέψης για το έγκλημα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και νια την παραγραφή, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, τα επόμενα". Στην προκείμενη περίπτωση, στον εκκαλούντα αποδίδεται η τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών ή φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση από την ισχύ του Ν. 2523/1997, πράξη που διώκεται σε βαθμό πλημ/τος και φέρεται να έχει τελεσθεί κατά το από 3-4-2000 έως και 23-3-2001 χρονικό διάστημα και που διαπιστώθηκε στις ... με την έκθεση οριστικού ελέγχου του ΣΔΟΕ - περ/κή Δ/νση Αττικής, που ελέγχθηκε στις ...-5-2004 και θεωρήθηκε στις ...-5-2004. Επομένως, με βάση τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και δοθέντων των ότι, η έναρξη του χρόνου παραγραφής του ως άνω διωκόμενου εγκλήματος, αφετηριάζεται στις 14-5-2004 (ημ/α θεώρησης της έκθεσης οριστικού φορολογικού ελέγχου του ΣΔΟΕ), το δε σχετικό κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον εκκαλούντα τότε κατ/νο στις 7-5-2007 (όπως τούτο προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης του αστ/κα του Α.Τ. ..., το αξιόποινο ως αποδιδόμενης στον εκκαλούντα πράξης, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού, κατά μεν την εκδίκαση της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 5-6-2007, η παραγραφή η οποία συμπληρωνόταν στις 15-5-2009, είχε διακοπεί με την επίδοση του προεκτεθέντος κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρ. 111 παρ. 3 και 112 του ΠΚ), κατά δε την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η παραγραφή είχε ανασταλλεί κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας που άρχισε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρ. 113 ΠΚ) και δεν έχει εισέτι συμπληρωθεί, αφού ο χρόνος συμπλήρωσής της λήγει στις 15-5-2012. Πρέπει συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ μέρους του συνηγόρου του εκκαλούντος προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής της αποδιδόμενης στον εκκαλούντα υπό κρίση αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρηση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις μερικότερες πράξεις του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3270/9-4-1008 αίτησή του..., για αναίρεση της με αριθμό 24.148/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 Ν. 2523/1997 (έκδοση εικονικών τιμολογίων). Η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Δεν έχει παραγραφεί η πράξη. Καλώς απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
2
Αριθμός 1884/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, κρατουμένης στις Γυναικείες Φυλακές ..., η οποία δεν παραστάθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2787/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό1032/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 361/7-7-2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία 6-5-2008 και εγχειρισθείσα την 29.5.2008 αίτηση της Χ, κρατουμένης των Γυναικείων Φυλακών ..., με την οποίαν διώκει την ακύρωση της με αριθμό 2787/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή η οποία υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από πληρεξούσιο ο οποίος έχει ειδική προς τούτο εντολή και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε και στρεφόμενη κατά της με αριθμ. 2787/2001 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από την με αριθμ. 820/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η από αυτή ασκηθείσα έφεση σαν ανυποστήρικτη και την με αριθμ. 1699/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης της κατά της με αριθμ. 820/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω: Από τη διάταξη του άρθρου 525§1 αριθμ. 2 κατά την οποία "Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1. ... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο του πραγματικά διέπραξε ... 3. ... "προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια της διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και 856/2008 σελ.4 αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται και εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο της εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν . Τέτοια δε είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 Α Π 816/1999 ΠΧ Ν 343 Α Π 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/ 1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067 Α Π 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 ΑΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987) όπως επίσης, βεβαιώσεις ή αποδείξεις περί καταβολής ή επιστροφής χρηματικών ποσών και γενικά κάθε τι σχετικό το οποίο είτε μόνο του ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπ' όψη από τους δικαστές που δίκασαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης καθιστά βέβαιο ότι ο καταδικασμένος ήταν αθώος . Δεν μπορούν όμως ν' αποτελέσουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η αναπροσαρμογή του ορίου της κακουργηματικής πλαστογραφίας στα 25.000.000 της διατάξεως αυτής εφαρμοζόμενης μόνο επί υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετάκλητα (ΑΠ 1109/1998 ΠΧ ΜΘ 603) όπως επίσης, και η μη αναγνώριση ελαφρυντικών προερχόμενη από μεταγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου γιατί η διαπίστωση της συνδρομής τους μετά την αμετάκλητη καταδίκη του υπαιτίου δεν καθιστούν το διαπραχθέν από αυτόν βαρύτερο έγκλημα ελαφρότερο (ΑΠ 736/1999 ΠΧ Ν 27). Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της με αριθμ. 2787//2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση λόγω του ότι παρέστησε ψευδώς στον Ψ, επιχειρηματία, ότι προκειμένου να τον πείσει να της δανείσει διάφορα ποσά (6.260.000 και 4.000.000) ότι ήταν φερέγγυα, ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι διατηρούσε στο όνομα της και στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστης τον με αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό όψης σε χρέωση του οποίου υπέγραψε δύο ισόποσες επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν και ότι όλα αυτά ήταν ψευδή γιατί ούτε φερέγγυα ήταν, ούτε μεγάλη οικονομική επιφάνεια είχε ούτε διατηρούσε στην παραπάνω τράπεζα τον αναφερθέντα λογαριασμό όψης, ούτε και οι επιταγές που υπέγραψε και έδωσε στο μηνυτή προερχόταν από μπλοκ επιταγών δικό της. Η υπό κρίση αίτηση δεν είναι η πρώτη που υποβάλλει η άνω αιτούσα για την ακύρωση της άνω υπ'αριθμόν 2787/2001 απόφασης και την επανάληψη της διαδικασίας και συγκεκριμένα: 1) Την 15-10-2007 υπέβαλε άλλη αίτηση, για την ευδοκίμηση της οποίας προσκόμισε και επικαλέσθηκε την με αριθμό ... ένορκη κατάθεση του Ψ, διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά, την με ημερομηνία 4.5.2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της ΑΑ, το υπ'αριθμόν ... πιστοποιητικό του Τμήματος Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι η αιτούσα είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ'αριθμόν 1149/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την από 18-3-2005 απόδειξη της ΑΤΕ καταβολής 5.000 € προς τον Ψ. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το υπ'αριθμόν 856/2008 βούλευμα του Αρείου Πάγου για τους εις αυτό αναφερομένους λόγους. 2) Την 14-3-2007 υπέβαλε άλλη αίτηση, για την ευδοκίμηση της οποίας προσκόμισε και επικαλέσθηκε α) την από 18.3.2005 απόδειξη καταβολής υπ'αυτής μέσω της Αγροτικής Τράπεζας ποσού 5.000 € στον άνω παθόντα και 2) το από 28-2-2005 έμβασμα πληρωμής της Eurobank ποσού 5.000. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ'αριθμόν 1811/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Για την ευδοκίμηση της υπό κρίση αιτήσεως προσκομίζει και επικαλείται τις υπ'αριθμόν ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των ΒΒ και ΓΓ, αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Ελένης-Αλίκης Λεμπέση-Βουρδουλάκη. Ο πρώτος εξ αυτών ΒΒ, στην άνω ένορκη βεβαίωση αναφέρει ότι "... έζησα όλο το δράμα της οικογένειας και ιδιαίτερα της συζύγου του Χ, που προσπαθούσε να ανταποκρίνεται και στις υποχρεώσεις της έναντι του ασθενούς συζύγου της και στις εμπορικές της τοιαύτες, στο κατάστημα υγρών καυσίμων που διατηρούσε στην οδό ... συνεταιρικά στην αρχή και μόνη της αργότερα. Ήταν πολύ καλή επιχείρηση και από την αρώστια του συζύγου της ΑΑ, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της βιοσημότητάς της και της σχεδιασμένης επέκτασης της στην ... . Απεγνωσμένα η Χ προσπαθούσε, δανειζόμενη χρήματα από γνωστούς της, να κρατήσει την επιχείρηση της, χωρίς δυστυχώς να τα καταφέρει. Γνώρισα και ένα υψιλόβαθμο Αστυνομικό, που πρωτοσυνάντησα στο δανεισμό της Χ από φιλικά του πρόσωπα, όπως τον κ. Ψ που την δάνεισε το Νοέμβριο του 1994 έξη εκατομμύρια δραχμές και άλλα 4.000.000 δραχμές δια φιλικού του προσώπου. Η Χ ήταν χρεωμένη στην επιχείρηση της και προσπαθούσε με τα δάνεια αυτά να την εξυγιάνη και να την επεκτείνη και σε άλλο χώρο που είχε νοικιάσει στην ... . Δεν ζήταγε τα δάνεια με δόλο, για να μην τα επιστρέψει. Μάλιστα δεν τα ζητήσει η ίδια από τους ίδιους τους δανειστές, αλλά ο υψηλόβαθμος Αστυνομικός, που περνούσε συχνά από την επιχείρηση της και είχε στενή φιλική σχέση μαζί της, παρακαλούσε αυτούς να δώσουν τα χρήματα, έχοντας ο ίδιος την πεποίθηση ότι η Χ θα τα επλήρωνε, όπως και έκανε, πολύ αργότερα, δια του αδελφού της στον Καναδά. Βέβαιον όμως είναι ότι η επιχείρηση της ήταν σε ακμή γιατί τροφοδοτούσε με καύσιμα τα εκατοντάδες αυτοκίνητα της ΕΡΤ και τα δεκάδες αυτοκίνητα του Δασαρχείου και στην προσπάθεια της Χ να την επεκτείνει με συνεργάτη κάποιον ΔΔ από την ... . Επιδεινώθηκε η ασθένεια του συζύγου της και έτσι έχασε τον έλεγχο και επτώχευσε, εγώ είμαι πεπεισμένος από όσα εγνώρισα μέσα στην επιχείρηση την εποχή που προσέφερα, έτσι η Χ δεν εξαπάτησε τους δύο δανειστές της, που επειθάρχησαν στην παράκληση του κυρίου ΕΕ, στενούς φίλους του και όχι στην απαίτηση της Χ για το δάνειο. Ο δεύτερος εξ αυτών ΓΓ βεβαιώνει ότι "... Από τις αρχές του 1990 η Χ είχε ανοίξει μεγάλο κατάστημα καυσίμων στην λεωφόρο ... στην ... όπου είχε μεγάλη πελατεία αυτοκινήτων και από το δασαρχείο της περιοχής αλλά και από τους διερχόμενους εκείθεν οδηγούς και ήταν το καλύτερα οργανωμένο με πληρότητα βενζινάδικο της περιοχής [με πλυντήριο mini market κ.λ.π.] Στα πρώτα τρία [3] χρόνια πήγαινε πολύ καλά και είχε αρχίσει την διαδικασία να ανοίξει παράρτημα του καταστήματος της στην ..., όμως η επιδείνωση της αρρώστιας του συζύγου της ΑΑ, από το τέλος του 1994 και στους πρώτους μήνες το 1995 την έκανε να χάσει τον έλεγχο της εμπορίας της και να πτωχεύσει τον Μάρτιο του 1995, παρά το γεγονός ότι περί τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο του 1994 έκανε προσπάθειες τακτοποίησης οικονομικών υποχρεώσεων της εμπορίας της παίρνοντας δανεικά χρήματα από φιλικά της πρόσωπα, τα οποία με ευχαρίστηση τους, τα έδιναν γιατί είχαν εμπιστοσύνη στην τότε φερεγγυότητα της που προερχόταν από την μεγάλη επιχείρηση καυσίμων που είχε στην ... . Βεβαιώνω δε κατηγορηματικά ότι αν είχα προσωπικά μου χρήματα θα της έδινα εγώ, τα δέκα εκατομμύρια δραχμές που είχε ανάγκη τους τελευταίους μήνες του 1994. 'Εχοντας διαβάσει τα πρακτικά της δίκης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων του 2001 που καταδικάστηκε η Χ σε κάθειρξη έξι [6] ετών και που αν εγώ δεν ήμουν την εποχή εκείνη , εκτός Ελλάδος για επαγγελματικούς μου λόγους θα πήγαινα μάρτυρας υπεράσπισης της και θα αντέκρουα όλες τις εις βάρος της καταθέσεις από τις οποίες φαίνεται ότι τελικά υπήρξε θύμα εμπάθειας κάποιων μαρτύρων που πίστευαν ότι είχαν χάσει τα χρήματα τους και αναληθώς κατέθεσαν στο Δικαστήριο ότι τους εξαπάτησε, αφού όταν έλαβε στο τέλος Νοεμβρίου του 1994 το δάνειο των δέκα εκατομμυρίων [10.00.000] δραχμών επίστευε ότι με την καλή οργάνωση της επιχείρησης της στην ... θα μπορούσε να τα επιστρέψει. Όμως η βαρύτατης μορφή ασθένεια του συζύγου της ΑΑ, που τελικά πέθανε το 2003 την αποπροσανατόλισε επαγγελματικά και την οδήγησε σε πτώχευση τον Μάρτιο του 1995. Παρά την δικαστικήν εμπλοκή της από την μήνυση του δανειστού της, επίεσε τον εκ του Καναδά εργαζόμενο αδελφό της να πληρώσει το χρέος της όλο στο δανειστή της και μηνυτής της, Ψ που και ο ίδιος τελικά μετάνιωσε για την μήνυση του αυτή". Όμως τα αναφερόμενα στις άνω ένορκες βεβαιώσεις και ιδίως ότι η αιτούσα δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τους παθόντες και ότι είχε την πεποίθηση ότι θα επέστρεφε σ'αυτούς τα χρήματα που τη δάνεισαν, όπως έκανε αργότερα, δεν αναιρούν την οποιαδήποτε προηγουμένη συμπεριφορά της, όπως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο της απόφασης που ζητεί την ακύρωση, αλλά ήταν δυνατόν να συστήσουν λόγους για αναγνώριση ελαφρυντικών, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί επανάληψη της διαδικασίας. Κατ'ακολουθίαν, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη της αιτούσας προέκυψαν γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ'ουσία με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, καθώς επίσης, το περί αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής αίτημα της αιτούσας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί η με ημερομηνία 6-5-2008 (εγχειρισθείσα σ'εμάς την 29-5-2008) αίτηση της Χ, κρατουμένης των Φυλακών ..., με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμό 2787/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως 6 ετών και την επανάληψη της διαδικασίας. 2) Να απορριφθεί το αίτημά της για αναστολή εκτέλεσης ποινής και 3) να καταδικασθεί η άνω αιτούσα στα έξοδα της διαδικασίας αυτής. Αθήνα 30-6-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται προς συζήτηση η από 29-5-2008 αίτηση της Χ, κρατουμένης των Γυναικείων Φυλακών ..., με την οποίαν διώκεται η ακύρωση της με αριθμό 2787/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η επανάληψη της διαδικασίας. Η αίτηση έχει ως λόγους για τους οποίους η αιτούσα ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 παρ.1 ΚΠΔ, την επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν, τα οποία προέκυψαν μετά τη δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε. Αυτή στρέφεται κατά της με αριθμ. 2.787/2001 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 820/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από αυτή ασκηθείσα έφεση ως ανυποστήρικτη και τη με αριθμ. 1699/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσής της κατά της με αριθμ. 820/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές, ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου, περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού. Περαιτέρω, η προβλεπόμενη από το άρθρο 393 ΠΚ απαλλαγή του υπαιτίου της απάτης από κάθε ποινή, λόγω πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος, έχει εφαρμογή πλημμελημματικής απάτης και ικανοποίηση του ζημιωθέντος μέχρι οριστικής αποφάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δήλωση του ζημιωθέντος ή των κληρονόμων τοπ περί της ικανοποιήσεως αυτής. Τέλος, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της με αριθμ. 2787//2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση λόγω του ότι παρέστησε ψευδώς στον Ψ, επιχειρηματία και, προκειμένου να τον πείσει να της δανείσει διάφορα ποσά (6.260.000 και 4.000.000), ότι ήταν φερέγγυα, ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι διατηρούσε στο όνομα της και στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστης τον με αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό όψης σε χρέωση του οποίου υπέγραψε δύο ισόποσες επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν και ότι όλα αυτά ήταν ψευδή γιατί ούτε φερέγγυα ήταν, ούτε μεγάλη οικονομική επιφάνεια είχε, ούτε διατηρούσε στην παραπάνω τράπεζα τον αναφερθέντα λογαριασμό όψης, ούτε και οι επιταγές που υπέγραψε και έδωσε στο μηνυτή προέρχονταν από μπλοκ επιταγών δικό της. Η υπό κρίση αίτηση δεν είναι η πρώτη που υποβάλλει η άνω αιτούσα για την ακύρωση της άνω υπ'αριθμόν 2.787/2001 απόφασης και την επανάληψη της διαδικασίας και συγκεκριμένα: 1) Την 15-10-2007 υπέβαλε άλλη αίτηση, για την ευδοκίμηση της οποίας προσκόμισε και επικαλέσθηκε την με αριθμό ... ένορκη κατάθεση του Ψ, διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά, την με ημερομηνία 4.5.2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της ΑΑ, το υπ'αριθμόν ... πιστοποιητικό του Τμήματος Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι η αιτούσα είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ'αριθμόν 1149/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την από 18-3-2005 απόδειξη της ΑΤΕ καταβολής 5.000 € προς τον Ψ. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το υπ'αριθμόν 856/2008 βούλευμα του Αρείου Πάγου για τους εις αυτό αναφερομένους λόγους. 2) Την 14-3-2007 υπέβαλε άλλη αίτηση, για την ευδοκίμηση της οποίας προσκόμισε και επικαλέσθηκε α) την από 18.3.2005 απόδειξη καταβολής υπ'αυτής μέσω της Αγροτικής Τράπεζας ποσού 5.000 € στον άνω παθόντα και 2) το από 28-2-2005 έμβασμα πληρωμής της Eurobank ποσού 5.000. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ'αριθμόν 1811/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Για την ευδοκίμηση της υπό κρίση αιτήσεως προσκομίζει και επικαλείται τις υπ'αριθμόν ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των ΒΒ και ΓΓ, αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Ελένης-Αλίκης Λεμπέση-Βουρδουλάκη. Ο πρώτος εξ αυτών, ΒΒ, στην άνω ένορκη βεβαίωση αναφέρει ότι "έζησα όλο το δράμα της οικογένειας και ιδιαίτερα της συζύγου του Χ, που προσπαθούσε να ανταποκρίνεται και στις υποχρεώσεις της έναντι του ασθενούς συζύγου της και στις εμπορικές της τοιαύτες, στο κατάστημα υγρών καυσίμων που διατηρούσε στην οδό ... συνεταιρικά στην αρχή και μόνη της αργότερα. Ήταν πολύ καλή επιχείρηση και από την αρρώστια του συζύγου της ΑΑ, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της βασιμότητάς της και της σχεδιασμένης επέκτασης της στην ... . Απεγνωσμένα η Χ προσπαθούσε, δανειζόμενη χρήματα από γνωστούς της, να κρατήσει την επιχείρηση της, χωρίς δυστυχώς να τα καταφέρει. Γνώρισα και ένα υψηλόβαθμο Αστυνομικό, που πρωτοσυνάντησα στο δανεισμό της Χ από φιλικά του πρόσωπα, όπως τον κ. Ψ που την δάνεισε το Νοέμβριο του 1994 έξη εκατομμύρια δραχμές και άλλα 4.000.000 δραχμές δια φιλικού του προσώπου. Η Χ ήταν χρεωμένη στην επιχείρηση της και προσπαθούσε με τα δάνεια αυτά να την εξυγιάνη και να την επεκτείνη και σε άλλο χώρο που είχε νοικιάσει στην ... . Δεν ζήταγε τα δάνεια με δόλο, για να μην τα επιστρέψει. Μάλιστα δεν τα ζήτησε η ίδια από τους ίδιους τους δανειστές, αλλά ο υψηλόβαθμος Αστυνομικός, που περνούσε συχνά από την επιχείρησή της και είχε στενή φιλική σχέση μαζί της, παρακαλούσε αυτούς να δώσουν τα χρήματα, έχοντας ο ίδιος την πεποίθηση ότι η Χ θα τα επλήρωνε, όπως και έκανε, πολύ αργότερα, δια του αδελφού της στον Καναδά. Βέβαιον όμως είναι ότι η επιχείρησή της ήταν σε ακμή γιατί τροφοδοτούσε με καύσιμα τα εκατοντάδες αυτοκίνητα της ΕΡΤ και τα δεκάδες αυτοκίνητα του Δασαρχείου και στην προσπάθεια της Χ να την επεκτείνει με συνεργάτη κάποιον ΔΔ από την ... . Επιδεινώθηκε η ασθένεια του συζύγου της και έτσι έχασε τον έλεγχο και επτώχευσε, εγώ είμαι πεπεισμένος από όσα εγνώρισα μέσα στην επιχείρηση την εποχή που προσέφερα, έτσι η Χ δεν εξαπάτησε τους δύο δανειστές της, που επειθάρχησαν στην παράκληση του κυρίου Αγγελάκου, στενούς φίλους του και όχι στην απαίτηση της Χ για το δάνειο. Ο δεύτερος εξ αυτών ΓΓ βεβαιώνει ότι "Από τις αρχές του 1990 η Χ είχε ανοίξει μεγάλο κατάστημα καυσίμων στην λεωφόρο ... στην ... όπου είχε μεγάλη πελατεία αυτοκινήτων και από το δασαρχείο της περιοχής αλλά και από τους διερχόμενους εκείθεν οδηγούς και ήταν το καλύτερα οργανωμένο με πληρότητα βενζινάδικο της περιοχής [με πλυντήριο mini market κ.λ.π.] Στα πρώτα τρία [3] χρόνια πήγαινε πολύ καλά και είχε αρχίσει την διαδικασία να ανοίξει παράρτημα του καταστήματος της στην ..., όμως η επιδείνωση της αρρώστιας του συζύγου της ΑΑ, από το τέλος του 1994 και στους πρώτους μήνες το 1995 την έκανε να χάσει τον έλεγχο της εμπορίας της και να πτωχεύσει τον Μάρτιο του 1995, παρά το γεγονός ότι περί τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο του 1994 έκανε προσπάθειες τακτοποίησης οικονομικών υποχρεώσεων της εμπορίας της παίρνοντας δανεικά χρήματα από φιλικά της πρόσωπα, τα οποία με ευχαρίστησή τους, τα έδιναν γιατί είχαν εμπιστοσύνη στην τότε φερεγγυότητα της που προερχόταν από την μεγάλη επιχείρηση καυσίμων που είχε στην ... . Βεβαιώνω δε κατηγορηματικά ότι αν είχα προσωπικά μου χρήματα θα της έδινα εγώ, τα δέκα εκατομμύρια δραχμές που είχε ανάγκη τους τελευταίους μήνες του 1994. 'Εχοντας διαβάσει τα πρακτικά της δίκης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων του 2001 που καταδικάστηκε η Χ σε κάθειρξη έξι [6] ετών και που αν εγώ δεν ήμουν την εποχή εκείνη, εκτός Ελλάδος για επαγγελματικούς μου λόγους θα πήγαινα μάρτυρας υπεράσπισης της και θα αντέκρουα όλες τις εις βάρος της καταθέσεις από τις οποίες φαίνεται ότι τελικά υπήρξε θύμα εμπάθειας κάποιων μαρτύρων που πίστευαν ότι είχαν χάσει τα χρήματά τους και αναληθώς κατέθεσαν στο Δικαστήριο ότι τους εξαπάτησε, αφού όταν έλαβε στο τέλος Νοεμβρίου του 1994 το δάνειο των δέκα εκατομμυρίων [10.00.000] δραχμών επίστευε ότι με την καλή οργάνωση της επιχείρησης της στην ... θα μπορούσε να τα επιστρέψει. Όμως η βαρύτατης μορφή ασθένεια του συζύγου της ΑΑ, που τελικά πέθανε το 2003 την αποπροσανατόλισε επαγγελματικά και την οδήγησε σε πτώχευση τον Μάρτιο του 1995. Παρά την δικαστικήν εμπλοκή της από την μήνυση του δανειστού της, επίεσε τον εκ του Καναδά εργαζόμενο αδελφό της να πληρώσει το χρέος της όλο στο δανειστή της και μηνυτή της, Ψ , που και ο ίδιος τελικά μετάνιωσε για την μήνυσή του αυτή." Όμως τα αναφερόμενα στις άνω ένορκες βεβαιώσεις και ιδίως ότι η αιτούσα δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τους παθόντες και ότι είχε την πεποίθηση ότι θα επέστρεφε σ'αυτούς τα χρήματα που τη δάνεισαν, όπως έκανε αργότερα, δεν αναιρούν την οποιαδήποτε προηγουμένη συμπεριφορά της, όπως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο της απόφασης που ζητεί την ακύρωση, αλλά ήταν δυνατόν να συστήσουν λόγους για αναγνώριση ελαφρυντικών, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί επανάληψη της διαδικασίας. Κατ'ακολουθίαν, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη της αιτούσας προέκυψαν γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ'ουσία με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, καθώς επίσης, το περί αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής αίτημα της αιτούσας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Μαΐου 2008 αίτηση της καταδικασμένης Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 2787/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημά της για αναστολή εκτελέσεως ποινής. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Κατ' ουσία αβάσιμοι οι επικαλούμενοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
2
Αριθμός 1881/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X, κατοίκου ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παρασκευόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1328/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 467/9-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 § 1 περ. 2, 527 § 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 24/7/2008 αίτηση του X, κατοίκου ... (...), με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1831-1832/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, για πλαστογραφία με χρήση, απάτη στο δικαστήριο και απάτη κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι, οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους, ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ'-896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ-507). Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την με αριθμό 1764/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτησης αναίρεσης, από τον αιτούντα. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, X, καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι "Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 15.12.1999 έως 28.12.1999 κατάρτισε πλαστό έγγραφο προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση του εν λόγω εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής έγγραφο, φέρον τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης διαλυτικής αίρεσης υπεκμισθώσεως", με το οποίο εμφάνιζε τον εαυτό του ως υπεκμισθωτή και την εγκαλούσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την Ψ, αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, ως υπομισθώτρια να συμφωνούν και να συναποδέχονται μεταξύ των άλλων, επί λέξει τα ακόλουθα: "Ήδη με το παρόν τα συμβαλλόμενα μέρη αναγωρίζουν ότι η από 14 Δεκεμβρίου 1999 σύμβαση υπεκμισθώσεως συνομολογήθηκε προς εξυπηρέτηση της συνεργασίας υπεκμισθωτή και υπομισθώτριας εν όψει ότι ο πρώτος ασκεί καθήκοντα διευθυντή του εν ... καταστήματος της υπομισθώτριας στο πλαίσιο συμβατικής σχέσης που συνδέει τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως σύμβαση παρεπόμενη της επαγγελματικής συνεργασίας τους, η συναφθείσα υπεκμίσθωση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της καθ οιονδήποτε τρόπο ή αιτία λύσης της συνεργασίας τους (παραίτηση υπεκμισθωτή από τη θέση του διευθυντή, καταγγελία της συμβατικής σχέσης από την υπομισθώτρια ή συναινετική λύση της συμβατικής σχέσης τους). Η υπομισθώτρια υποχρεούται σε άμεση απόδοση του μισθίου στον υπεκμισθωτή ακόμη και πριν την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, σε περίπτωση λύσης της συμβατικής επαγγελματικής σχέσης που τους συνδέει και πλήρωσης της προβλεπόμενης από τον παρόντα όρο της διαλυτικής αίρεσης. Ο συνομολογούμενος με το παρόν όρος διαλυτικής αίρεσης ως ειδικός και συμπληρωματικός του αρχικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως καθίσταται αναπόσπαστο μέρος αυτού και κατισχύει κάθε περιλαμβανόμενου σ'αυτό όρου". Εν συνεχεία, δε έθεσε στην αρχή του εγγράφου ως ημερομηνία καταρτίσεως του την 15.12.1999, ενώ στο τέλος του εγγράφου έθεσε την δική του υπογραφή, όπως επίσης κατ' απομίμηση την υπογραφή της νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας Ψ χωρίς τη γνώση και την συγκατάθεση αυτής (βλ. και την έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της γραφολόγου ...) με δήθεν θεωρημένο μάλιστα το γνήσιο της υπογραφής της από το Τ.Α. ... κατά την 28.12.1999 με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με την γνησιότητα του, καθόσον εμφάνιζε αυτόν (κατηγορούμενο) ως διευθυντή του υποκαταστήματος της εγκαλούσας εταιρείας στην ..., ακολούθως δε έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προσκομίζοντας το την 10.1.2002 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά την εκδίκαση της από 25.7.2000 εργατικής του αγωγής εναντίον της εγκαλούσας εταιρείας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 6.400.000 δρχ. ή 18.782 € για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 1999 έως και Μάρτιο 2000 που δήθεν του όφειλε ως μισθούς για την απασχόληση του ως διευθυντή του εν ... Υποκαταστήματος της. Β) Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, ήτοι την 10.1.2002, επιδιώκοντας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία και ειδικότερα της εγκαλούσας κατά το ποσό των 6.400.000 δρχ. ή 18.782 €, πείθοντας τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκαζε την από 25.7.2000 εργατική του αγωγή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, την οποία ενίσχυσε με την προσκομιδή του προεκτεθέντος πλαστού συμφωνητικού, να εκδώσει την υπ' αριθ. 304/2002 απόφασή του η οποία, στηριχθείσα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, στο ως άνω πλαστό έγγραφο, δέχτηκε την αγωγή του και επιδίκασε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) το ως άνω ποσό των 18.782 €, το οποίο αυτός δεν δικαιούνταν, αφού δεν ήταν Διευθυντής του Υποκαταστήματος της εγκαλούσας στην ..., αλλά συνεργάτης της με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 έως 24-2-2000 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έβλαψε ξένες περιουσίες πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ δυνάμει του από 14-12-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως είχε υπεκμισθώσει στην εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρεία διαβίβασης χρηματιστηριακών εντολών, με την επωνυμία "ΚΡΟΝΙΑ ΑΕΛΔΕ", ένα τμήμα 80 τ.μ. του επί της οδού ... στην ... ακινήτου - γραφείου προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιεί ως υποκατάστημα της στην ..., κρατώντας περαιτέρω ο ίδιος (κατηγορούμενος) από το ακίνητο αυτό ένα τμήμα 12 τ.μ. προς εξυπηρέτηση των δικών του αποκλειστικά επαγγελματικών δραστηριοτήτων, και ενώ περαιτέρω ανάμεσα στον κατηγορούμενο και την προαναφερόμενη εταιρεία είχε συμφωνηθεί ότι ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει απέναντι της μόνο την υποχρέωση να βρίσκει για λογαριασμό της πελάτες, οι οποίοι θα διαβιβάζουν προς την εταιρεία αυτή μόνο εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, καθόσον η συγκεκριμένη εταιρεία ως Α.Ε.Λ.Δ.Ε. δεν δικαιούταν να διακρατεί χρήματα κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της ούτε μπορούσε αυτή να παραλαμβάνει από τους πελάτες της χρηματικά ποσά και κινητές αξίες προκειμένου να τα παραδώσει στους οργανισμούς και εταιρείες στις οποίες διαμεσολαβούσε για λογαριασμό των πελατών της, ωστόσο ο ανωτέρω κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι βρισκόταν στον ίδιο χώρο με την εγκαλούσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 ως 24-2-2000 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους πελάτες της ανωτέρω εταιρείας α) ΑΑ, β) ΒΒ, γ) ΓΓ, δ) ΔΔ και ε) ΕΕ ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό και κατ'εντολή της προαναφερόμενης εταιρείας, ότι αυτός και η προαναφερόμενη εταιρεία είχαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τα χρήματα των πελατών της εταιρείας αυτής και ότι μπορούσαν να πράξουν αυτό αποφέροντας στους τελευταίους μεγάλα κέρδη, επιπρόσθετα δε ότι μέχρι να εκδοθούν οι διάφοροι κωδικοί των πελατών αυτών, στις αντίστοιχες χρηματιστηριακές εταιρείες, μπορούσε αυτός να επενδύσει για λογαριασμό τους διάφορα ποσά στο δικό του κωδικό, που ήταν παράλληλα και κωδικός της εταιρείας με απότομα εξαιτίας των ως άνω ψευδών της εταιρείας με αποτέλεσμα εξαιτίας των ως άνω ψευδών παραστάσεων να παραπλανηθούν οι ανωτέρω πελάτες και να καταβάλλουν στον κατηγορούμενο διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα διαχειρισθεί για λογαριασμό και προς όφελος τους η προαναφερόμενη εταιρεία και δη α) στις 28-9-1999 ο ΑΑ παραπλανηθείς κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ. β) στις 27-10-1999 η ΒΒ παραπλανηθείσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των (5.000.000) δραχμών, γ) στις 8-2-2000 η ΓΓ, παραπλανηθείσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των (500.000) δραχμών δ) Στις 8-2-2000 ο ΔΔ παραπλανηθείς κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των (4.500.000) δραχμών και ε) στις 24-2-2000, ο ΕΕ παραπλανηθείς κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό του (1.000.000) δραχμών, πράξεις στις οποίες δεν θα προέβαιναν τα προαναφερόμενα πρόσωπα αν γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων που τους εξέθεσε ο κατηγορούμενος και δεν θα ζημιώνονταν έτσι κατά τα ανωτέρω ποσά η περιουσία τους. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, ΒΒ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, στα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, μεταξύ των οποίων η κατάθεση της μάρτυρος-μηνυτρίας Ψ και το πλαστό συμφωνητικό, καθώς και στην από 25/1/2001 έκθεση γραφολογικής εξέτασης, της δικαστικής γραφολόγου ... . Ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησης του, ο X, προσκομίζει και επικαλείται την με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του αστυνομικού ΘΘ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Ελένης Καμπαδέλλη, ο οποίος βεβαιώνει ότι είναι αστυνομικός και κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 υπηρετούσε στο Αστυνομικό Τμήμα ... . Ότι σε όσες περιπτώσεις προέβη σε βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής οποιουδήποτε πολίτη, το έπραξε μόνο μετά από επίδειξη της αστυνομικής του ταυτότητας και έλεγχο ταυτοπροσωπίας. 'Ότι το ίδιο συνέβη και κατά την 28/12/1999, όταν προέβη στην βεβαίωση της υπογραφής της Ψ. Διατείνεται με το στοιχείο αυτό που προσκομίζει ο αιτών, ότι η καταδικαστική γι'αυτόν κρίση του δικαστηρίου, οφείλεται στην παραδοχή ότι αυτός κατάρτισε το "ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης διαλυτικής αίρεσης υπεκμισθώσεως" στο οποίο έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της μηνυτρίας, ενώ, αν το δικαστήριο εξέταζε ως μάρτυρα τον ανωτέρω αστυνομικό (ο οποίος καίτοι κλήθηκε δεν προσήλθε να εξετασθεί κατά τη δικάσιμο της 4/12/2006) θα κατέληγε σε απαλλακτική γι'αυτόν απόφαση. Από τ'ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι το περιεχόμενο της προσκομισθείσης από τον αιτούντα ένορκης βεβαίωσης, ως νέο γεγονός, είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο δικαιολογούντα την αιτουμένη επανάληψη της διαδικασίας, αφού καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι αν η κατάθεση του αστυνομικού ΘΘ, ο οποίος βεβαίωσε, ότι η μηνύτρια υπέγραψε το συμφωνητικό ενώπιον του και αυτός βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της, ήταν γνωστή στους δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική γι'αυτόν απόφαση, η κρίση τους θα ήταν απαλλακτική για τον αιτούντα. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του αιτούντος για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης κατ'εξακολούθηση, δεδομένου ότι αυτές, ως πλημμελήματα υπέκυψαν σε παραγραφή, παρελθούσης 8ετίας και πλέον από την τέλεση τους και τέλος να κηρυχθεί αυτός από τούδε αθώος, της αξιόποινης πράξης της απάτης στο δικαστήριο, μη χρηζούσης παραπομπής της υπόθεσης στο δικάσαν δικαστήριο. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 24/7/2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1831-1832/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΙΙ) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή. ΙΙΙ) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του Χ για πλαστογραφία με χρήση και απάτη κατ'εξακολούθηση, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 15/12/1999 μέχρι 28/12/1999 και 28/12/1999 μέχρι 24/2/2000 αντίστοιχα. ΙV). Να κηρυχθεί αθώος ο Χ για απάτη στο δικαστήριο, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ..., την 10/1/2002. Αθήνα 18 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 24/7/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... (...), με την οποία αυτός ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 1831-1832/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, για πλαστογραφία με χρήση, απάτη στο δικαστήριο και απάτη κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και παραδεκτά και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ 2 ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου, περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού. Περαιτέρω, η προβλεπόμενη από το άρθρο 393 ΠΚ απαλλαγή του υπαιτίου της απάτης από κάθε ποινή, λόγω πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος, έχει εφαρμογή επί πλημμεληματικής απάτης και προϋποθέτει πλήρη ικανοποίηση του ζημιωθέντος μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δήλωση του ζημιωθέντος ή των κληρονόμων του περί της ικανοποιήσεως αυτής. Τέλος, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την με αριθμό 1764/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, από τον αιτούντα. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, Χ, καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: "Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 15.12.1999 έως 28.12.1999 κατάρτισε πλαστό έγγραφο προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση του εν λόγω εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής έγγραφο, φέρον τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης διαλυτικής αίρεσης υπεκμισθώσεως", με το οποίο εμφάνιζε τον εαυτό του ως υπεκμισθωτή και την εγκαλούσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τη Ψ, αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, ως υπομισθώτρια να συμφωνούν και να συναποδέχονται μεταξύ άλλων και τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο. Β) Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, ήτοι την 10.1.2002, επιδιώκοντας να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία και ειδικότερα της εγκαλούσας κατά το ποσό των 6.400.000 δρχ. ή 18.782€, πείθοντας τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκαζε την από 25.7.2000 εργατική του αγωγή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, την οποία ενίσχυσε με την προσκομιδή του προεκτεθέντος πλαστού συμφωνητικού, να εκδώσει την υπ' αριθ. 304/2002 απόφασή του η οποία, στηριχθείσα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, στο ως άνω πλαστό έγγραφο, δέχτηκε την αγωγή του και επιδίκασε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) το ως άνω ποσό των 18.782€, το οποίο αυτός δεν δικαιούνταν, αφού δεν ήταν Διευθυντής του Υποκαταστήματος της εγκαλούσας στην ..., αλλά συνεργάτης της με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 έως 24-2-2000 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έβλαψε ξένες περιουσίες πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ δυνάμει του από 14-12-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως είχε υπεκμισθώσει στην εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρεία διαβίβασης χρηματιστηριακών εντολών, με την επωνυμία "ΚΡΟΝΙΑ ΑΕΛΔΕ", ένα τμήμα 80 τ.μ. του επί της οδού ... στην ... ακινήτου - γραφείου προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιεί ως υποκατάστημά της στην ..., κρατώντας περαιτέρω ο ίδιος (κατηγορούμενος) από το ακίνητο αυτό ένα τμήμα 12 τ.μ. προς εξυπηρέτηση των δικών του αποκλειστικά επαγγελματικών δραστηριοτήτων, και ενώ περαιτέρω ανάμεσα στον κατηγορούμενο και την προαναφερόμενη εταιρεία είχε συμφωνηθεί ότι ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει απέναντι της μόνο την υποχρέωση να βρίσκει για λογαριασμό της πελάτες, οι οποίοι θα διαβιβάζουν προς την εταιρεία αυτή μόνο εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, καθόσον η συγκεκριμένη εταιρεία ως Α.Ε.Λ.Δ.Ε. δεν δικαιούταν να διακρατεί χρήματα κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της ούτε μπορούσε αυτή να παραλαμβάνει από τους πελάτες της χρηματικά ποσά και κινητές αξίες προκειμένου να τα παραδώσει στους οργανισμούς και εταιρείες στις οποίες διαμεσολαβούσε για λογαριασμό των πελατών της, ωστόσο ο ανωτέρω κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι βρισκόταν στον ίδιο χώρο με την εγκαλούσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1999 ως 24-2-2000 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους πελάτες της ανωτέρω εταιρείας α) ΑΑ, β) ΒΒ, γ) ΓΓ, δ) ΔΔ και ε) ΕΕ ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή της προαναφερόμενης εταιρείας, ότι αυτός και η προαναφερόμενη εταιρεία είχαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τα χρήματα των πελατών της εταιρείας αυτής και ότι μπορούσαν να πράξουν αυτό αποφέροντας στους τελευταίους μεγάλα κέρδη, επιπρόσθετα δε ότι μέχρι να εκδοθούν οι διάφοροι κωδικοί των πελατών αυτών, στις αντίστοιχες χρηματιστηριακές εταιρείες, μπορούσε αυτός να επενδύσει για λογαριασμό τους διάφορα ποσά στο δικό του κωδικό, που ήταν παράλληλα και κωδικός της εταιρείας με αποτέλεσμα εξαιτίας των ως άνω ψευδών παραστάσεων να παραπλανηθούν οι ανωτέρω πελάτες και να καταβάλλουν στον κατηγορούμενο διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα διαχειρισθεί για λογαριασμό και προς όφελός τους η προαναφερόμενη εταιρεία, στις καταβολές δε αυτές, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, δεν θα προέβαιναν τα πρόσωπα αυτά, αν γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων που τους εξέθεσε ο κατηγορούμενος και δεν θα ζημιώνονταν έτσι, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της άνω αποφάσεως ποσά, η περιουσία τους". Με βάση τα παραπάνω που έχουν λεχθεί, συμπεραίνεται από το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από τον αιτούντα, ένορκης βεβαιώσεως, ως νέο γεγονός, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας αφού δεν καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο αιτών δεν διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, δοθέντος ότι αν η κατάθεση του ΘΘ, που βεβαίωσε ένορκα ότι η μηνύτρια υπέγραψε το συμφωνητικό ενώπιόν του και αυτός, ως αστυνομικό όργανο, βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της, ήταν γνωστή στους δικαστές οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, η κρίση τους θα ήταν διαφορετική για τον αιτούντα, καθόσον πολλές αμφιβολίες γεννώνται για την αλήθεια των υπ' αυτού ενόρκως βεβαιωθέντων. Και τούτο, διότι από το κείμενο της ένορκης βεβαιώσεώς του προκύπτει, κατά τα βεβαιωθέντα από αυτόν ότι το "μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα ...", η Ψ (πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη εκείνη), προσήλθε στο Τ.Α. ... στις 28-12-1999 και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της ο "ΘΘ, Ανθ/μος", δηλαδή ο ένορκα βεβαιώσας αστ/κός, που όμως κατά δήλωσή του, υπηρετούσε τότε στα ... . Αλλά, ο άνω βεβαιώσας, θα μπορούσε, είτε πρωτόδικα είτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να προσέλθει και να υποβληθεί σε εξέταση στο ακροατήριο για αυτά που βεβαίωσε ενόρκως, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κατ' ακολουθίαν, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψαν γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ' ουσία με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1831-1832/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Κατ' ουσία αβάσιμοι οι επικαλούμενοι νέοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0