text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1880/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 3201/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τριμίντζιο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρ, 216 παρ. 1 του Π Κ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοποί του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρ. 216 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο αποτελεί συντιμωρητή υστέρα πράξη, και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπό5 του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτω5 αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ.1 περ. α' του ΠΚ, ορίζεται ότι: Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Ετσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για "κρείσονες αποδείξεις" κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 3201/2007 κυρίας αποφάσεως του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ'άρθρο 352 παρ.3 ΚΠοινΔ για νέες αποδείξεις, υποβληθέν από το συνήγορό του και συγκεκριμένα "αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου να ολοκληρωθεί η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ΑΑ και να κληθούν να καταθέσουν και οι άλλοι πραγματογνώμονες ΒΒ και ΓΓ". Το άνω Δικαστήριο, αφού επιφυλάχθηκε στην αρχή να απαντήσει, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Επειδή δεν συντρέχει λόγος αναβολής της συζήτησης της κρινόμενης απόφασης προκειμένου να κλητευθούν και να εξετασθούν στο ακροατήριο ο διορισθείς με την υπ' αριθμ. 18975|2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημ. Θεσσαλονίκης πραγματογνώμων, ΒΒ καθώς και η ενεργήσασα για λογαριασμό του κατηγορουμένου γραφολογική γνωμάτευση ΓΓ, που είχε διορισθεί τεχνική σύμβουλος, γιατί μετά την ανάγνωση των εγγράφων γνωματεύσεων τους, δεν κρίνεται απαραίτητη και η προφορική εξέτασή τους από το παρόν δικαστήριο καθόσον όλα τα συμπέρασμά τους αναφέρονται σαφώς στις εν λόγω γνωμοδοτήσεις, αλλά και επειδή δεν συντρέχει λόγος να χορηγηθεί αναβολή προκειμένου να συντάξει νέα έκθεση γραφολογικής διερευνήσεως και γνωμοδοτήσεως ο ΑΑ, δικαστικός Γραφολόγος,την συνδρομή του οποίου ζήτησε ο κατηγορούμενος, καθόσον ήδη υπάρχουν οι προαναφερόμενες γνωμοδοτήσεις και εκτός αυτού γιατί αν ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να προσκομίσει και νέα επί πλέον γνωμοδότηση θα μπορούσε έγκαιρα να προβεί στις σχετικές ενέργειες ώστε να προσκομίσει αυτή την γνωμοδότηση και να μην αναμένει να διορίσει αυτόν λίγο πριν από τη συγκεκριμένη δίκη, πρέπει το αίτημα για αναβολή της υπόθεσης για τους συγκεκριμένους λόγους, που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου, να απορριφθεί". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του. Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ'αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της αιτήσεως αναβολής κρίση του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το τρίτο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και ο ΚΠΔ και έτσι πρέπει να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και ως προς την περί ενοχής διάταξή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3201/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος κάτοικος ... διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με την εγκαλούσα. Στα πλαίσια της αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης που είχαν εκείνη του δάνεισε σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-94 μέχρι και 1-6-95 συνολικά ποσό ανερχόμενο σε 3900000 δρχ. Επίσης κατέβαλε για λογαριασμό του σε τρίτους ποσό ανερχόμενο σε 451.562 δρχ, Έναντι αυτού του οφειλόμενου ποσού ο κατηγορούμενος της κατέβαλε ποσό 421.562 δρχ και απέμεινε υπόλοιπο ανερχόμενο σε 3930000 δρχ. Επειδή όμως δεν της κατέβαλε το ποσό αυτό παρά τις υπενθυμίσεις εκείνης για την εν λόγω υποχρέωσή του, στις οποίες προέβαινε με όσο το δυνατόν ευγενέστερο τρόπο, η εγκαλούσα άσκησε εναντίον του αγωγή με αίτημα την καταβολή του ποσού. Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της εκδικαζόμενης εν λόγω αγωγής στη ... την 21-12-01 προέβη σε κατάρτιση πέντε αποδείξεων με αρ. 29/20-6-94, 82/7-3-95, 80/10-2-95, 84/10-5-95 και 83/2-4-95 ποσών 900.000, 700.000, 500.000, 1.100.000, 700.000 δρχ επί των οποίων ανεγράφετο ότι η εγκαλούσα είχε λάβει κατά τις ως ανωτέρω ημεροχρονολογίες τα προαναφερθέντα ποσά ως δάνειο, στο τέλος δε των αποδείξεων έθεσε την υπογραφή της, καθώς και μία σφραγίδα με τα στοιχεία "Ψ, Διακοσμήτρια, ..., ...". Περαιτέρω έχοντας εις χείρας του δύο προσωπικές προς αυτόν ιδιόγραφες επιστολές της εγκαλούσας προέβη στη νόθευσή τους, θέτοντας σ' αυτές τις χρονολογίες 17-5-94 και 10-4-94. Στις ανωτέρω πράξεις του ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να εμφανίσει ότι ο ίδιος είχε προβεί σε δανειοδότηση της εγκαλούσας με τα προπεριγραφέντα χρηματικά ποσά και ότι ο ίδιος είχε την ιδιότητα του δανειστού και όχι του οφειλέτου της. Με την δε προσθήκη των ημερομηνιών στις ιδιωτικές επιστολές της επεχείρησε να αποσυνδέσει τις επιστολές αυτές και το περιεχόμενο παραπόνων που δι' αυτών εξέφραζε η εγκαλούσα προς το πρόσωπό του για την μη επιστροφή των δανεισθέντων σ' αυτόν χρημάτων, από το κρίσιμο χρονικό σημείο της προς αυτόν και εκ μέρους της δανειοδότησής του. Τα ως άνω δε έγγραφα ακολούθως χρησιμοποίησε καταθέτοντάς τα ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια των προτάσεων του. Επίσης την 8-1-02 εξεταζόμενος ως διάδικος χωρίς όρκο ενώπιον αρχής αρμοδίως να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα Ειδικότερα εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου κατά την εκδίκασή της σε βάρος κατά τα προπεριγραφέντα αγωγής της νυν εγκαλούσης, μεταξύ άλλων θέλοντας να αποδείξει ότι δεν όφειλε τίποτε σ'αυτήν κατέθεσε και τα εξής:" Όλα τα χρήματα της τα έδινα εγώ όταν κατέβαινα εδώ ή τα έστελνα και έχω και τα παραστατικά. Η ενάγουσα είχε οικονομικό πρόβλημα και της έδινα εγώ μετρητά και αυτή μου τα επέστρεφε και έχω και τις αντίστοιχες αποδείξεις." Τα ως ανωτέρω όμως κατατεθέντα εκ μέρους του κατηγορουμένου ήταν εν γνώσει του ψευδή. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αδικημάτων της πλαστογραφίας με χρήση εξακολούθηση και ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης". Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για τις άνω πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κηρύχθηκε ένοχος και ειδικότερα του ότι "στη ... την 21-12-01 και την 8-1-02 τέλεσε τις παρακάτω ποινικώς κολάσιμες πράξεις. Συγκεκριμένα 1] την 21-12-01 με περισσότερες πράξεις οι οποίες αποτελούν εξακολουθητική τέλεση του αυτού εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ακολούθως δε έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα στα πλαίσια εκδικαζομένης μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας [Ψ] αστικής διαφοράς, η οποία προέκυψε κατόπιν ασκηθείσας σε βάρος του και ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης αγωγής εκ μέρους της νυν εγκαλούσης δια της οποίας του εζητείτο η προς αυτή επιστροφή χρηματικού ποσού ύψους 3.930.000 δρχ το οποίο του είχε καταβληθεί από την εγκαλούσα τμηματικώς ως δάνειο, ο κατηγορούμενος προέβη σε κατάρτιση πέντε αποδείξεων με αρ. 29/20-6-94, 82/7-3-95, 80/10-2-95, 84/10-5-95 και 83/2-4-95 ποσών 900.000, 700.000, 500.000,1.100.000, 700.000 δρχ επί των οποίων ανεγράφετο ότι η εγκαλούσα είχε λάβει κατά τις ως ανωτέρω ημεροχρονολογίες τα προαναφερθέντα ποσά ως δάνειο, στο τέλος δε των αποδείξεων ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσης, καθώς και μία σφραγίδα με τα στοιχεία "Ψ, Διακοσμήτρια, ..., ...". Περαιτέρω ο κατηγορούμενος έχοντας εις χείρας του δύο προσωπικές προς αυτόν ιδιόγραφες επιστολές της εγκαλούσας προέβη στη νόθευσή τους, θέτοντας σ' αυτές τις χρονολογίες 17-5-94 και 10-4-94. Στις ανωτέρω πράξεις του ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να εμφανίσει ότι ο ίδιος είχε προβεί σε δανειοδότηση της εγκαλούσας με τα προπερίγραφέντα χρηματικά ποσά και ότι ο ίδιος είχε την ιδιότητα του δανειστού και όχι του οφειλέτου της εγκαλούσας. Με την δε προσθήκη των ημερομηνιών στις ιδιωτικές επιστολές της εγκαλούσας επεχείρησε να αποσυνδέσει τις επιστολές αυτές και το περιεχόμενο παραπόνων που δι' αυτών εξέφραζε η εγκαλούσα προς το πρόσωπό του για την μη επιστροφή των δανεισθέντων σ'αυτόν χρημάτων, από το κρίσιμο χρονικό σημείο της προς αυτόν και εκ μέρους της εγκαλούσης δανειοδότησης. Τα ως άνω δε έγγραφα ακολούθως χρησιμοποίησε καταθέτοντας τα ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια των προτάσεών του. 2] Την 8-102 εξεταζόμενος ως διάδικος χωρίς όρκο ενώπιον αρχής αρμοδίως να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα Ειδικότερα εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου κατά την εκδίκαση της σε βάρος κατά τα προπεριγραφέντα αγωγής της νυν εγκαλούσης, μεταξύ άλλων θέλοντας να αποδείξει ότι δεν όφειλε τίποτε σ'αυτήν κατέθεσε και τα εξής: "Όλα τα χρήματα της τα έδινα εγώ όταν κατέβαινα εδώ ή τα έστελνα και έχω και τα παραστατικά. Η ενάγουσα είχε οικονομικό πρόβλημα και της έδινα εγώ μετρητά και αυτή μου τα επέστρεφε και έχω και τις αντίστοιχες αποδείξεις". Τα ως ανωτέρω όμως κατατεθέντα εκ μέρους του κατηγορουμένου ήταν εν γνώσει του ψευδή. Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1α, 98, 216 παρ, 1α και 225 παρ. 1 ΠΚ τις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΔΔ και ΕΕ, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν λήφθηκαν υπόψη οι από'10/4 και 10/5/94 χειρόγραφες επιστολές, με αριθμούς 3 και 4 στα αναγνωστέα έγγραφα, καθώς επίσης το δικάσαν Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο νοθεύσεως των άνω επιστολών εντελώς αναιτιολόγητα χωρίς να αναφέρει στο σκεπτικό του πότε αυτός προέβη στη νόθευση, καθόσον, κατά τα άνω εκτιθέμενα, έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ αναφέρεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο χρόνος καταρτίσεως των πλαστών εγγράφων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και παραδεκτά προβάλλει τον άνω λόγω, εξεταζόμενος λόγος κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Δεκεμβρίου 2007 (υπ'αριθμ. πρωτ. 67/6-12-2007) αίτησή του Χ για αναίρεση της με αριθμό 3.201/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και ψευδής ανώμοτη κατάθεση. Έννοια όρων. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Αιτιολογημένη. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη άνω αιτιολογίας και ως προς ενοχή. Έλλειψη νόμιμης βάσης αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Αναβολής αίτημα, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1879/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 3382/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 913/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 317/9-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 19-5-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., οδός ..., ... και τώρα κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 3382/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρα 386 παρ. 1 και 372 παρ. 1β και 136 στ' Π.Κ.), σε κάθειρξη 5 ετών για την πρώτη και φυλάκιση 4 ετών για την δεύτερη και σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ'αυτής ασκηθείσα έφεση με αριθμό 1073/3-8-2006 απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ'αριθ. 2869/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, παρόντος αυτού, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 21-12-2007 και μέχρι σήμερα δεν ασκήθηκε αναίρεση, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα υπ'αριθ. 139/2-5-2008 και 1918/9-5-2008 πιστοποιητικά των γραμματέων του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου που υπάρχουν στη συνημμένη δικογραφία. Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επιτρέπεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως "κάνουν φανερό" ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα, με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων, οι οποίες τέθηκαν υπ'όψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κ.τ.λ., με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο να κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η φράση "κάνουν φανερό" αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο", η οποία είχε ερμηνευθεί ότι είχε την έννοια ότι τα νέα στοιχεία πρέπει να "εγγίζουν την βεβαιότητα" περί αθωώτητας (ΑΠ 1546/1984 Π.Χρ. ΛΕ'/491). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών επικαλείται ως νέα γεγονότα, α) ότι η ιδία η παθούσα ΑΑ κατέθεσε ότι το σύνολο των χρημάτων τα οποία είχε αποσπάσει από αυτήν και τον αδελφό της τα επέστρεψε μετά τόκων και εξόδων και β) ότι ο παθών ΒΒ δηλώνει ότι του κατέβαλε μέρος των χρημάτων τα οποία όφειλε και ότι έχει συμφωνήσει τον τρόπο καταβολής. Πράγματι η πρώτη παθούσα κατέθεσε στις 22-11-2005 ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας ότι "τα χρήματα μου τα επέστρεψε, το ίδιο και στον αδελφό μου μέσω δικηγόρου ... Δεν έχω καμία αξίωση. Δεν ξέρω γιατί μου τα επέστρεψε". Ο δεύτερος παθών αντίθετα από αυτά που αναφέρει ο αιτών, κατέθεσε ότι "τα χρήματά μου δεν τα έχω πάρει. Μέσω κάποιου δικηγόρου μου έδωσε κάποια γραμμάτια. Μέχρι σήμερα δεν έχω πληρωθεί". Τα ανωτέρω γεγονότα που προβάλλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του ως νέα, δεν είναι αληθινά νέα, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, κατατέθηκαν από την πρώτη παραπάνω παθούσα και διαψεύσθηκαν από την κατάθεση του δευτέρου πιο πάνω παθόντος. Ερευνήθηκαν δε περαιτέρω από το δικαστήριο σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτιμήθηκαν. Εσφαλμένη δε ενδεχομένως εκτίμηση και στάθμιση των γεγονότων αυτών που δεν θεωρούνται νέα και άγνωστα, δεν στηρίζει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, καθ'όσον η τελευταία στρέφεται κατά αμετάκλητης απόφασης και δεν αποτελεί ένδικο μέσο δια του οποίου ελέγχεται η ουσιαστική ή νομική ορθότητα της αποφάσεως, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 964/2006 και ΑΠ 1588/2005 Ποιν.Δικ. σελ. 1347 και 364 αντίστοιχα). Πρέπει λοιπόν κατά ταύτα να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας καθώς και η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη διαδικασία αυτή, διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα δεν πιθανολογείται ότι η περί ης ο λόγος αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας θα γίνει δεκτή (δείτε και ΑΠ 259/1995 Π.Χρ. ΜΕ/598). Ακόμη να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 19-5-2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας της υπ'αριθμ. 3382/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών του Χ, καθώς και η αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε με αυτήν και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 31 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 19-5-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3382/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτά.
Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρα 386 παρ.1 και 372 παρ.1β και 13 στ' Π.Κ.), σε κάθειρξη 5 ετών για την πρώτη και φυλάκιση 4 ετών για την δεύτερη και σε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση με αριθμό 1073/3-8-2006, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθ. 2869/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, παρόντος αυτού, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 21-12-2007 και μέχρι σήμερα δεν ασκήθηκε αναίρεση, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα υπ' αριθ. 139/2-5-2008 και 1918/9-5-2008 πιστοποιητικά των γραμματέων του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου που υπάρχουν στη δικογραφία.
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περίπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου, περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού.
Περαιτέρω, η προβλεπόμενη από το άρθρο 393 ΠΚ απαλλαγή του υπαιτίου της απάτης από κάθε ποινή, λόγω πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος, έχει εφαρμογή επί πλημμελημματικής απάτης και προϋποθέτει πλήρη ικανοποίηση του ζημιωθέντος μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δήλωση του ζημιωθέντος ή των κληρονόμων του περί της ικανοποιήσεως αυτής. Τέλος, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ.3 Κ.Ποιν.Δ., το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών επικαλείται ως νέα γεγονότα: α) ότι η ιδία η παθούσα, ΑΑ, κατέθεσε ότι το σύνολο των χρημάτων τα οποία είχε αποσπάσει από αυτήν και τον αδελφό της τα επέστρεψε μετά τόκων και εξόδων και β) ότι ο παθών, ΒΒ, δηλώνει ότι του κατέβαλε μέρος των χρημάτων τα οποία όφειλε και ότι έχει συμφωνήσει τον τρόπο καταβολής. Πράγματι, η πρώτη παθούσα κατέθεσε στις 22-11-2005 ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, ότι "τα χρήματα μου τα επέστρεψε, το ίδιο και στον αδελφό μου, μέσω δικηγόρου ... Δεν έχω καμία αξίωση. Δεν ξέρω γιατί μου τα επέστρεψε". Ο δεύτερος παθών, αντίθετα από αυτά που αναφέρει ο αιτών, κατέθεσε ότι "τα χρήματά μου δεν τα έχω πάρει. Μέσω κάποιου δικηγόρου μου έδωσε κάποια γραμμάτια. Μέχρι σήμερα δεν έχω πληρωθεί". Τα ανωτέρω γεγονότα που προβάλλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του ως νέα, δεν είναι αληθινά νέα, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, κατατέθηκαν από την πρώτη παραπάνω παθούσα και διαψεύσθηκαν από την κατάθεση του δευτέρου πιο πάνω παθόντος. Ερευνήθηκαν δε περαιτέρω από το δικαστήριο σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτιμήθηκαν. Εσφαλμένη δε ενδεχομένως εκτίμηση και στάθμιση των γεγονότων αυτών που δεν θεωρούνται νέα και άγνωστα, δεν στηρίζει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, καθ' όσον η τελευταία στρέφεται κατά αμετάκλητης απόφασης και δεν αποτελεί ένδικο μέσο δια του οποίου ελέγχεται η ουσιαστική ή νομική ορθότητα της αποφάσεως, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ούτε άλλωστε, από αυτά προκύπτει πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος και δήλωση αυτού (ή των κληρονόμων του) περί της ικανοποιήσεως αυτής, ώστε να υπάρξει, κατά τα άνω εκτεθέντα, η κατ' άρθρο 393 ΠΚ απαλλαγή του υπαιτίου της απάτης.
Κατ' ακολουθίαν, ο επικαλούμενος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστες στους δικάσαντες δικαστές, οι οποίες καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνώμενος κατ' ουσίαν με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί αφενός η κρινόμενη αίτηση, αφετέρου η σωρευόμενη στο αυτό δικόγραφο (αίτηση) αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατ' άρθρο 529 ΚΠΔ, λόγω ελλείψεως αντικειμένου και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2008 αίτηση του καταδικασμένου, Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 3382/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Δεν αποδείχθηκαν νέα στοιχεία. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1878/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο Εισηγήτη, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Συμεών Γιαννιώτη - Γαλανό, περί αναιρέσεως της 988/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 995/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
To άρθρο 259 ΠΚ ορίζει ότι "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος είναι α) η υπαλληλική ιδιότητα του δράστη, β) η παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και γ) η προσφορότατα (δηλαδή η αντικειμενική δυνατότητα) της παραβάσεως καθήκοντος να προσπορίσει στον δράστη ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να προκαλέσει βλάβη στο Κράτος ή σε άλλον. Υπάλληλος, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι όποιος ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 13 περ. α' ΠΚ (ή του άρθρου 263 α' του ίδιου Κώδικα). Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 και 4 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (παρ. 1). Με την ίδια ποινή της παρ, 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της παρ. 1 απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των αρ. 13 εδ. α' και 263 Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερομένου στο άρθρο 438 ΚΠολΔ "δημοσίου εγγράφου", γ) οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στην θέληση να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 988/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ενώ ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος του Δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω αρχή η έκδοση δημοσίων εγγράφων στο γραφείο αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών, ενεργώντας με πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς στις 30-6-2003 ότι ο αλλοδαπός ... υπέβαλε δικαιολογητικά στον Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια είναι ότι ο εν λόγω αλλοδαπός ουδέποτε υπέβαλε δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής. Προς τούτο, ο κατηγορούμενος εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση περί κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση άδειας παραμονής, ενώ, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, προέκυψε ότι ο αριθμός που έφερε η βεβαίωση ήταν εικονικός, αφού αντιστοιχούσε σε υπόθεση άλλου αλλοδαπού, ενώ ουδέποτε κατατέθηκε φάκελος με δικαιολογητικά του ανωτέρω αλλοδαπού. Ακολούθως, στις 21-4-2003 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός υπήκοος Γεωργίας ... υπέβαλε δικαιολογητικά στον Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια είναι ότι ο εν λόγω αλλοδαπός ουδέποτε υπέβαλε δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής. Προς τούτο ο κατηγορούμενος εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση περί κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση άδειας παραμονής, ενώ κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, προέκυψε ότι ο αριθμός που έφερε η βεβαίωση ήταν εικονικός, αφού αντιστοιχούσε σε υπόθεση άλλου αλλοδαπού, ενώ ουδέποτε κατατέθηκε φάκελος με δικαιολογητικά του ανωτέρω αλλοδαπού. Τα όσα δε βεβαίωσε σε καθένα από τα ανωτέρω έγγραφα, μπορούσαν να επιφέρουν έννομες συνέπειες, αφού ήταν πρόσφορα να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την εξασφάλιση της παραμονής έστω και προσωρινής, καθενός από τους ανωτέρω αλλοδαπούς στην χώρα. Περαιτέρω, ο ίδιος κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του έτους 2003, ενεργώντας επίσης με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του Δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω Αρχή η άσκηση δημοτικής εξουσίας στο γραφείο αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών, με πρόθεση, προέβη στην έκδοση βεβαιώσεων περί κατάθεσης δικαιολογητικών για τους αλλοδαπούς ... και ..., μολονότι ουδέποτε οι εν λόγω αλλοδαποί υπέβαλαν στον Δήμο ... τα απαιτούμενα από τον νόμο δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής. Αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής ήταν να ωφεληθούν οι ανωτέρω αλλοδαποί, αφού με την χορήγηση αυτών των βεβαιώσεων σ' αυτούς, εξασφαλίστηκε προσωρινά η παραμονή τους στη χώρα. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου και Ιουλίου του 2003 και σε ανεξακρίβωτες ημερομηνίες, ωσαύτως υπό την ως άνω ιδιότητά του, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του στις παρακάτω περιπτώσεις: ήτοι κατά τον μήνα Ιούλιο του 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού υπηκόου Γεωργίας ... για χορήγηση αδείας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από τις 28-9-2002, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση από τον υπήκοο Γεωργίας ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν μολονότι ο εν λόγω αλλοδαπός βρισκόταν για διάστημα 17 μηνών παράνομα στην χώρα, κατά το μήνα Ιούνιο του 2003 παρέλαβε αίτηση του υπηκόου ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από τις 19-1-2002, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού (υπηκόου Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από το έτος 2002, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αιτήσεις των αλλοδαπών (υπηκόων Γεωργίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τα τέλη Απριλίου του έτους 2002, κατά το μήνα Ιούνιο) του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού (υπηκόου Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από τις 31-1-1-2003, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση των αλλοδαπών (υπηκόων Γεωργίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τις 7-1-2003, κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση των αλλοδαπών (υπηκόων Γεωργίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τις 7-2-2003, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση των αλλοδαπών (υπηκόων Ουκρανίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τις 2-3-2002, παραβιάζοντας με τον ανωτέρω τρόπο το υπηρεσιακό Μ: ου καθήκον, καθόσον η παραλαβή των ανωτέρω αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας παραμονής στους προαναφερθέντες αλλοδαπούς ήταν αντίθετη με τα όσα ορίζουν τα άρθρα· 37 και 51 Ν. 2910/2001, ενόψει του ότι οι προαναφερθέντες αλλοδαποί δεν είχαν νόμιμη παραμονή στη χώρα κατά το χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω για καθένα από αυτούς ούτε δε η αίτηση καθενός από τους προαναφερθέντες αλλοδαπούς έγινε λόγω του ότι από ανθρωπιστικούς λόγους ήταν αδύνατη ή επιστροφή του στη χώρα τους. Ο δε σκοπός του ήταν να παράσχει παράνομο όφελος στους ανωτέρω αλλοδαπούς, ώστε με την παραλαβή των αιτήσεών τους να εξασφαλιστεί η παραμονή τους στη χώρα. Β) Στον πιο πάνω τόπο ότι στις 16-1-2003, 15-5-2003, 9-6-200 και 30-6-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως υπάλληλος, που στα καθήκοντά του αναγόταν η έκδοση δημόσιων εγγράφων, σε τέτοια έγγραφα βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του Δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω αρχή (δια των νομίμων οργάνων της) η έκδοση δημόσιων εγγράφων στο Γραφείο Αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών στον Δήμο ..., με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς στις 16-1-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Αρμενίας) ... υπέβαλε στον Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στον Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, στις 9-6-2003, ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στον Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στον Δήμο ... για έκδοση άδεια παραμονής στη χώρα, στις 30-6-2003, ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στον Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στον Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, στις 15-5-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στον Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στον Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, στις 15-5-2003, ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στον Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στον Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα. Τα όσα δε βεβαίωσε σε καθένα από τα ανωτέρω έγγραφα ήταν πρόσφορα να δημιουργήσουν συνθήκες για την επιμήκυνση της παραμονής καθενός από τους ανωτέρω αλλοδαπούς στη χώρα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, με πρόθεση παρέβη ο ανωτέρω τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, αφού οι ενέργειές του δεν αποτελούσαν αντικείμενο νόμιμης αίτησης των αλλοδαπών που προαναφέρθηκαν προς αυτόν, αφού μπόρεσαν και εξασφάλισαν παράνομη παραμονή στην χώρα, προς βλάβη της έννομης τάξης της (Α.Π. 1234/1991 Ελλ.Δ/νη, Α.Π. 1745/2000 NοB 49.700). Ο κατηγορούμενος, σ' όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις όφειλε να διενεργεί έλεγχο για την συνδρομή ή μη των νομίμων προϋποθέσεων πριν την παραλαβή αιτήσεων. Παρά το γεγονός της ελλείψεως τέτοιων προϋποθέσεων, αυτός, καίτοι γνώριζε τις ελλείψεις αυτές, όπως καταγράφονται κατά περίπτωση παραπάνω, προχωρούσε στην έκδοση ψευδών βεβαιώσεων ή παραλαβή των αιτήσεων, έχοντας τον παραπάνω σκοπό. Περί των οφειλομένων ενεργειών του κατηγορουμένου, τις οποίες παρέβη, καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως οι εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας, ΑΑ και ΒΒ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται".
Στην συνέχεια, το άνω Δικαστήριο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της παραβάσεως καθήκοντος και της ψευδούς βεβαιώσεως και των δύο (2) πράξεων κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι: "Στις ... στους χρόνους που αναφέρονται πιο κάτω, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, όλα δε κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα: 1) Α) Στον πιο πάνω τόπο σε χρόνο, που δεν προέκυψε επακριβώς κατά την προανάκριση αλλά πάντως κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2003, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως υπάλληλος, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του Δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω αρχή (δια των νομίμων οργάνων της) η άσκηση δημοτικής εξουσίας στο Γραφείο Αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών στο Δήμο ..., με πρόθεση κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού (υπηκόου Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από τις 28-9-2002, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση από τον αλλοδαπό (υπήκοο Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι ο εν λόγω αλλοδαπός βρισκόταν για διάστημα 17 μηνών παράνομα στη χώρα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού (υπηκόου Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από τις 19-1-2002, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού (υπηκόου Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από το έτος 2002, κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2003 παρέλαβε αιτήσεις των αλλοδαπών (υπηκόων Γεωργίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τα τέλη Απριλίου του έτους 2002, κατά το μήνα Ιούνιο) του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση του αλλοδαπού (υπηκόου Γεωργίας) ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτόν, μολονότι η νόμιμη παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού είχε λήξει από τις 31-11-2003, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση των αλλοδαπών (υπηκόων Γεωργίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τις 7-1-2003, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση των αλλοδαπών (υπηκόων Γεωργίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τις 7-2-2003, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 παρέλαβε αίτηση των αλλοδαπών (υπηκόων Ουκρανίας) ... και ... για χορήγηση άδειας παραμονής σε αυτούς, μολονότι η νόμιμη παραμονή των εν λόγω αλλοδαπών είχε λήξει από τις 2-3-2002, παραβιάζοντας με τον ανωτέρω τόπο το υπηρεσιακό του καθήκον, καθόσον η παραλαβή των ανωτέρω αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας παραμονής στους προαναφερθέντες αλλοδαπούς ήταν αντίθετη με τα όσα ορίζουν τα άρθρα 37 και 51 Ν. 2910/2001, ενόψει του ότι οι προαναφερθέντες αλλοδαποί δεν είχαν νόμιμη παραμονή στη χώρα κατά το χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω για καθένα από αυτούς, ούτε δε η αίτηση καθενός από τους προαναφερθέντες αλλοδαπούς έγινε λόγω του ότι από ανθρωπιστικούς λόγους ήταν αδύνατη η επιστροφή του στη χώρα τους. Ο δε σκοπός του ήταν να παράσχει παράνομο όφελος στους ανωτέρω αλλοδαπούς, ώστε με την παραλαβή των αιτήσεών τους να εξασφαλιστεί η παραμονή τους στη χώρα. Β) Στον πιο πάνω τόπο στις 16-1-2003, 15-5-2003, 9-6-2003 και 30-6-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως υπάλληλος, που στα καθήκοντά του αναγόταν η έκδοση δημόσιων εγγράφων, σε τέτοια έγγραφα βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του Δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω αρχή (δια των νομίμων οργάνων της) η έκδοση δημόσιων εγγράφων στο Γραφείο Αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών στο Δήμο ..., με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς στις 16-1-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Αρμενίας) ...υπέβαλε στο Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στο Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, στις 9-6-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στο Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στο Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, στις 30-6-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ..., υπέβαλε στο Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στο Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, σης 15-5-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στο Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στο Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα, στις 15-5-2003 ότι ο αλλοδαπός (υπήκοος Γεωργίας) ... υπέβαλε στο Δήμο ... δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια ήταν ότι ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε προβεί στην κατάθεση δικαιολογητικών στο Δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής στη χώρα. Τα όσα δε βεβαίωσε σε καθένα από τα ανωτέρω έγγραφα ήταν πρόσφορα να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την επιμήκυνση της παραμονής καθενός από τους ανωτέρω αλλοδαπούς στη χώρα. 2) Α) Στις ... και στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) στον παραπάνω τόπο και στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α ΠΚ, στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος του δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω αρχή η έκδοση δημοσίων εγγράφων στο γραφείο αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς στις 30-6-2003 ότι ο αλλοδαπός ... υπέβαλε δικαιολογητικά στο δήμο ...για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια είναι ότι ο εν λόγω αλλοδαπός ουδέποτε υπέβαλε δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής. Προς τούτο, ο κατηγορούμενος εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση περί κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση άδειας παραμονής, ενώ κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, προέκυψε ότι ο αριθμός που έφερε η βεβαίωση ήταν εικονικός, αφού αντιστοιχούσε σε υπόθεση άλλου αλλοδαπού, ενώ ουδέποτε κατατέθηκε φάκελος με δικαιολογητικά του ανωτέρω αλλοδαπού. Ακολούθως, στις 21-4-2003 βεβαίωσε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός υπήκοος Γεωργίας ... υπέβαλε δικαιολογητικά στο δήμο ... για έκδοση άδειας παραμονής, μολονότι η αλήθεια είναι ότι ο εν λόγω αλλοδαπός ουδέποτε υπέβαλε δικαιολογητικά για άδεια παραμονής. Προς τούτο, ο κατηγορούμενος εξέδωσε υπ' αριθμ. 15430/2003 βεβαίωση περί κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση άδειας παραμονής, ενώ κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε, προέκυψε ότι ο αριθμός που έφερε η βεβαίωση ήταν εικονικός, αφού αντιστοιχούσε σε υπόθεση άλλου αλλοδαπού, ενώ ουδέποτε κατατέθηκε φάκελος με δικαιολογητικά του ανωτέρω αλλοδαπού. Τα όσα δε βεβαίωσε σε καθένα επιφέρουν έννομες, αφού ήταν πρόσφορα να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την εξασφάλιση της παραμονής, έστω και προσωρινής, καθενός από τους ανωτέρω αλλοδαπούς στην χώρα. Β) Κατά τον παραπάνω τόπο και σε ανεξακρίβωτη κατά την προανάκριση ημερομηνία, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως Ιούνιο του έτους 2003, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του νόμου, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα, με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του δήμου ..., στον οποίο είχε ανατεθεί από την εν λόγω αρχή η άσκηση δημοτικής εξουσίας στο γραφείο αλλοδαπών σχετικά με την τακτοποίηση και διευθέτηση των ζητημάτων της παραμονής αλλοδαπών, ενεργώντας με πρόθεση, προέβη στην έκδοση βεβαιώσεων περί κατάθεσης δικαιολογητικών για τους αλλοδαπούς ... και ..., μολονότι ουδέποτε οι εν λόγω αλλοδαποί υπέβαλαν στο δήμο ... τα απαιτούμενα από τον νόμο δικαιολογητικά για έκδοση άδειας παραμονής. Αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής ήταν να ωφεληθούν οι ανωτέρω αλλοδαποί, αφού με την χορήγηση αυτών των βεβαιώσεων σ' αυτούς, εξασφαλίστηκε προσωρινά η παραμονή τους στη χώρα".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1, 98, 242 παρ. 1, 259, 263, 283α' ΠΚ, σε συνδ. προς 37, 51 Ν. 2190/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 988/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ΑΑ και ΒΒ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: το Δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη το νομικό καθεστώς που ίσχυε από το έτος 2001 και ύστερα σχετικά με την αναγνώριση και την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας στους αλλοδαπούς και τις συνεχείς για τα επόμενα τέσσερα (4) έτη παρατάσεις του αρχικού νόμου, 2190/01, όπως αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα, το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη για την κρίση του". Ο κατ' εκτίμηση του δικογράφου περί ελλείψεως ακροάσεως δια του ισχυρισμού του αυτού προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά της αποφάσεως προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε η ανάγνωση τέτοιου υπομνήματος. Από τα ίδια πρακτικά επίσης, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) ολοκλήρωσε την απολογία του και, έτσι, αβάσιμα επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, ούτε τέλος, από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι κατά την απολογία του περιορίστηκε να εκθέσει τις απόψεις του στο άνω Δικαστήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίοι αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως, κατά την διάταξη της ΚΠΔ 511 λαμβανόμενος υπόψη, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και προβάλλει τον άνω λόγο παραδεκτά, λόγος αναιρέσεως κατά την 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαΐου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 22/10.5.2007) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 988/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος και ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση από υπάλληλο Δήμου. Έννοια όρων. Αίτηση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτεπάγγελτη εξέταση και άλλου λόγου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.
| 2
|
Αριθμός 1877/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ραχιώτη, περί αναιρέσεως της 5/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1036/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 380 παρ. 1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται τόσον η προσωπική ελευθερία όσον και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ' αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία ξένου κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος. Το έγκλημα της ληστείας στη βασική του μορφή (380 § 1), τιμωρείται με κάθειρξη. Αν όμως η πράξη τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα του δράστη εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη (ΠΚ 380 § 2 εδ. β'). Ιδιαίτερη σκληρότητα του δράστη είναι αυτή που προέρχεται από ανέλεγκτη και στερημένη οποιουδήποτε ανθρωπίνου αισθήματος ενέργεια. Κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση η διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Ειδικότερα στην, κατά συναυτουργία, τέλεση ίου εγκλήματος της ληστείας η σύμπραξη των περισσοτέρων συμμετοχών συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή στο ότι ο καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που συγκροτούν το έγκλημα της ληστείας, οπότε με την ενέργειά του αυτή πραγματώνει συγχρόνως ή διαδοχικώς πράξη τns αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 5/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος Χ γεννήθηκε το ... στο ..., έχει ύψος 1,65 με 1,70 μ. περίπου και είναι κανονικής σωματικής διάπλασης. Όντας φυγόποινος από 15-12-1990, όταν και απέδρασε από τις φυλακές ..., κυκλοφορούσε έκτοτε με κλεμμένα αυτοκίνητα. Στις 7 προς 8 Ιουλίου 1991 κλάπηκε από την ... (περιοχή καταγωγής του κατηγορουμένου) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας OPEL ASKONA GT 200, χρώματος ασημί μεταλλικό, με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του ... . Την ίδια ως άνω ημερομηνία κλάπηκαν από την Καρδίτσα οι με αριθ. ... πινακίδες από αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ..., τις οποίες οι δράστες τοποθέτησαν στο προαναφερόμενο κλεμμένο ασημί OPEL ASKONA αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος, όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, γνώρισε το καλοκαίρι του 1980 στο καφενείο ... της ... τον ΑΑ, επίσης τότε στρατιώτη, που κατάγεται από το ... . Ο τελευταίος κατά το έτος 1986 άρχισε να λειτουργεί στα ... συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε, μετά το τέλος του 1990, αρκετές φορές τον ΑΑ στο ανωτέρω συνεργείο, οδηγώντας σχεδόν πάντα OPEL ASKONA, και μεταξύ τους αναπτύχθηκε φιλική σχέση. Οι επισκέψεις αυτές πύκνωσαν το καλοκαίρι του 1991 και ιδίως το μήνα Ιούλιο του 1991, πριν από την τέλεση της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Κατά τις τελευταίες αυτές επισκέψεις ο κατηγορούμενος είχε παρέα και κάποιο φίλο του, με το όνομα ΒΒ, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Οι προαναφερόμενοι κατά τις επισκέψεις τους αυτές στον ΑΑ χρησιμοποιούσαν το εν λόγω κλεμμένο ασημί OPEL ASKONA αυτοκίνητο, με πινακίδες ... . Εντός του Ιουλίου 1991 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το ΑΑ, στο συνεργείο του, αρκετές φορές. Τελευταίες φορές τον επισκέφθηκε στις 11, 13 και στις 17 Ιουλίου, με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο στη δεξιά μπροστινή πόρτα έφερε "βαθούλωμα". Στις 18 Ιουλίου 1991, ώρα 08.15' πρωινή, το άνω αυτοκίνητο εθεάθη να κινείται εντός της κωμοπόλεως των ..., μπροστά από το Ταχυδρομείο, και να κινείται με ταχύτητα προς το κέντρο των ... και προς το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, στο ισόγειο της οποίας γίνονταν οι συνήθεις συναλλαγές με πελάτες και στον πρώτο όροφο, που επικοινωνούσε εσωτερικά με σκάλες, γίνονταν οι λοιπές τραπεζικές εργασίες. Όταν το αυτοκίνητο έφθασε στην Τράπεζα, το στάθμευσε ο οδηγός του έξω από αυτήν και αποβιβάστηκαν τέσσερα άτομα, τα οποία ένοπλα εισήλθαν αμέσως στην Τράπεζα, περί ώρα 08.30'. Άλλο άτομο παρέμεινε εντός του αυτοκινήτου, με τη μηχανή σε λειτουργία, ώστε να είναι έτοιμο για την αναχώρηση όλων μετά τη ληστεία. Μόλις εισήλθαν στην Τράπεζα οι ανωτέρω και ενώ ο ταμίας του υποκαταστήματος αυτού συναλλασσόταν με τον πελάτη ΓΓ, ο ένας απ' αυτούς (ληστές), που έλαβε θέση απέναντι από το γκισέ του ταμείου, φώναξε δυνατά "ληστεία" και είπε απειλητικά "ακίνητοι, ψηλά τα χέρια", στρέφοντας ταυτόχρονα όλοι τα όπλα κατά των υπαλλήλων και των πελατών της Τράπεζα. Οι εργαζόμενοι στο ισόγειο έστρεψαν τα βλέμματα τους προς αυτούς και διαπίστωσαν ότι ήταν τέσσερα άτομα, τα οποία είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με μαύρες νάιλον γυναικείες κάλτσες, φορούσαν γάντια και κρατούσαν στα χέρια τους όπλα, που ήταν στραμμένα προς το μέρος τους. Ο ένας απ' αυτούς, ο πιο κοντός, ύψους 1,65-1,70 μ. περίπου, όσο και ο κατηγορούμενος, κρατούσε πιστόλι, ενώ οι άλλοι τρεις, ψηλότεροι από τον πρώτο, ύψους ο καθένας περίπου 1,80 μ, κρατούσαν κοντόκανες καραμπίνες. Στο άκουσμα της φράσης "ληστεία, ακίνητοι, ψηλά τα χέρια" δημιουργήθηκε σύγχυση και πανικός και πριν ακόμη συνειδητοποιήσουν οι υπάλληλοι και οι τέσσερις-πέντε εκείνη τη στιγμή πελάτες της Τράπεζας τι συνέβαινε, ακούστηκε ένας πυροβολισμός από το όπλο του ψηλού ληστή, που είχε λάβει θέση απέναντι από το ταμείο. Ο δεύτερος ληστής είχε λάβει τη θέση στην πόρτα εσόδου του υποκαταστήματος από το μέσα μέρος, ο τρίτος είχε λάβει τη θέση κοντά στις σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο και ο τέταρτος, ο κοντός, που κρατούσε πιστόλι, κατευθύνθηκε τάχιστα προς τον αναπληρωτή διευθυντή της Τράπεζας. Από τον πυροβολισμό τραυματίστηκε πολύ σοβαρά ο πελάτης της Τράπεζας ΓΓ, ο οποίος ήταν στο γκισέ του ταμείου και στον οποίο η σφαίρα προκάλεσε: α)πλήρη διατομή της κοινής μηριαίας αρτηρίας με έλλειμμα αυτής, β)πλήρη διατομή της μηριαίας φλέβας με έλλειμμα εκτεταμένο, γ)εκτεταμένη κάκωση του μηριαίου νεύρου, δ)μεγάλη καταστροφή των μυϊκών μαζών της περιοχής και των υπαρχόντων εντός αυτών αγγείων. Λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού έπεσε ευθύς στο δάπεδο της Τράπεζας, μπροστά στο ταμείο, βογκώντας από τον πόνο και αιμορραγώντας. Αν μετά το πέρας της ληστείας, που κράτησε ελάχιστα λεπτά, ο ανωτέρω τραυματισθείς δεν διακομιζόταν αμέσως στο νοσοκομείο, θα πέθαινε από αιμορραγία. Στις κραυγές πόνου του άνω αιμορραγούντος θύματος και στη θέα της λίμνης του αίματος στο δάπεδο οι ληστές έμειναν απαθείς και φάνηκαν άσπλαχνοι, επιδεικνύοντας στέρηση οποιουδήποτε ανθρώπινου αισθήματος. Με την ιδιαίτερη αυτή σκληρότητα, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του κατηγορουμένου, που πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, πέτυχαν να "παραλύσουν" τον βουλητικό και συναισθηματικό κόσμο και να επιτείνουν τη σύγχυση και το φόβο των υπαλλήλων και των πελατών της τράπεζας, οι οποίοι φοβήθηκαν για τη ζωή τους και σήκωσαν ψηλά τα χέρια τους, σε ανάταση. Μάλιστα, ο ένας εκ των υπαλλήλων της τράπεζας, ο ΔΔ, που εργαζόταν στον πρώτο όροφο, μόλις, κατεβαίνοντας τις σκάλες, αντελήφθη τι γινόταν, επέστρεψε πίσω και, πιστεύοντας ότι θα σώσει τη ζωή του, βγήκε στη βεράντα του ορόφου αυτού, από εκεί πήδηξε στην κεραμοσκεπή στέγη της παρακείμενης γειτονικής οικοδομής και από κει στην στέγη του παρακείμενου κρεοπωλείου, με αποτέλεσμα να υποστεί ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς πτέρνας. Με αυτά τα δεδομένα το έργο της ληστείας κατέστη γι' αυτούς ευκολότερη υπόθεση. Πράγματι, μέσα σ' αυτήν τη σύγχυση ο "κοντός ληστής" με προτεταμένο το πιστόλι κινήθηκε αστραπιαία προς τον εκτελούντα χρέη διευθυντή ΕΕ, του έθεσε το πιστόλι στο κεφάλι και υβρίζοντάς τον με τη φράση "μαλάκα, πούστη, τα λεφτά γρήγορα", τον εξανάγκασε να μεταβεί στο χρηματοκιβώτιο, που βρισκόταν δίπλα στον ταμία, και να το ανοίξει. Τότε, ο κοντός, που φαινόταν "να κάνει κουμάντο", αφαίρεσε γρήγορα από το χρηματοκιβώτιο ελληνικά και ξένα χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 6.953.000 δραχμών, και τα έβαλε μέσα σε ένα σάκο, χρώματος λαδί, σαν αυτούς που χρησιμοποιεί η Τράπεζα Ελλάδος για τις χρηματαποστολές. Αμέσως μετά τον ρώτησε ποιος είναι ο διευθυντής και που είναι χρηματοκιβώτιο του. Ο ΕΕ του απάντησε "εγώ είμαι" και του έδειξε το χρηματοκιβώτιο του διευθυντή, προς το οποίο, στην συνέχεια, τον οδήγησε και τον εξανάγκασε να ανοίξει, στο οποίο όμως δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά διάφορα έγγραφα. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος από τους άλλους ληστές φώναξε "τέλος χρόνου" και όλοι τους εξήλθαν, τρέχοντας, από την τράπεζα, επιβιβάστηκαν στο εν λόγω κλεμμένο ασημί OPEL ASKONA αυτοκίνητο, με πινακίδες ..., ο οδηγός του οποίου τους περίμενε με τη μηχανή σε λειτουργία, και, αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα, απομακρύνθηκαν από την Τράπεζα και δια της κεντρικής οδού ... κατευθύνθηκαν προς την έξοδο της πόλεως και προς την εθνική οδό ...-... . Το αυτοκίνητο αυτό, κατά την έξοδό του από τα ..., πέρασε μπροστά από το καφενείο του ΣΤ, το οποίο βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ...-...-...και στο οποίο [καφενείο] καθόταν και έπινε καφέ ο μάρτυρας κατηγορίας ΖΖ, ο οποίος είχε γνωρίσει τον κατηγορούμενο στο συνεργείο του ΑΑ και τον είχε δει με το εν λόγω ασημί ΑΣΚΟΝΑ να κατευθύνεται εκεί τελευταία φορά στις 17-07-1991 (προηγούμενη ημέρα της ληστείας). Ο μάρτυρας αυτός είδε μετά τη ληστεία να διέρχεται μπροστά από το εν λόγω καφενείο, που έπινε καφέ, το ανωτέρω αυτοκίνητο και αναρωτήθηκε "πάλι εδώ είναι ο ... (αναφέρεται το μικρό όνομα του Χ) και πότε χτύπησε την πόρτα". Τελικώς, το αυτοκίνητο αυτό με τους ληστές κατευθύνθηκε προς το χωριό ..., από εκεί ακολούθησε τη διαδρομή ...-...-..., αλλά αρκετά χιλιόμετρα πριν από τη ... παρεξέκλινε δεξιά σε αγροτικούς χωματόδρομους, έφθασε στην ... και από κει κατευθύνθηκε προς άγνωστη περιοχή του Νομού ..., απ' όπου κατάγεται ο κατηγορούμενος και γνωρίζει άριστα το εν γένει οδικό δίκτυο του Νομού αυτού, χωρίς να εντοπισθεί και χωρίς να συλληφθούν οι δράστες, παρά την κινητοποίηση και καταδίωξή τους από αρκετό αριθμό περιπολικών οχημάτων των Αστυνομικών Υπηρεσιών ..., ... και ... . Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο "κοντός ληστής", που είχε καλυμμένο το πρόσωπό του με μαύρη νάιλον γυναικεία κάλτσα, φορούσε γάντια και κρατούσε στα χέρια του ένα πιστόλι, με το οποίο κινήθηκε αστραπιαία προς τον εκτελούντα χρέη διευθυντή της Τράπεζας ΕΕ, του έθεσε το πιστόλι στο κεφάλι και, υβρίζοντάς τον με τη φράση "μαλάκα, πούστη, τα λεφτά γρήγορα", τον εξανάγκασε να μεταβεί στο χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν δίπλα στον ταμία, να το ανοίξει, και αφαίρεσε γρήγορα από το χρηματοκιβώτιο ελληνικά και ξένα χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 6.953.000 δραχμών, ποσό το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα με τους υπόλοιπους ληστές. Όλοι τους, δηλαδή ο οδηγός και οι τέσσερις ληστές που εισήλθαν στην Τράπεζα, ενώθηκαν και με κοινό δόλο συναποφάσισαν να διαπράξουν την άνω περιγραφείσα ληστεία, ενεργώντας προς πραγμάτωση αυτής συγχρόνως, με διαφορετική ο καθένας ενέργεια, η οποία, όμως, κατέτεινε στην πραγμάτωση των συνθετικών στοιχείων της εν λόγω ληστείας. Ο καθένας απ' αυτούς θέλησε και αποδέχθηκε την τέλεση της εν λόγω ληστείας, γνώριζε ότι και ο άλλος ενεργούσε με δόλο τελέσεως της άνω πράξεως και θέλησε και αποδέχθηκε να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Κατά τη διάπραξη της ληστείας αυτής οι ληστές διένειμαν τους ρόλους τους. Ο ένας απ' αυτούς [αγνώστων στοιχείων] ανέλαβε το ρόλο να οδηγήσει τους λοιπούς με το αυτοκίνητο ΟΠΕΛ ΑΣΚΟΝΑ έξω από την Τράπεζα και μετά την ληστεία να παραλάβει αυτούς και να τους απομακρύνει από τον τόπο του εγκλήματος, πράγμα που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο δεύτερος απ' αυτούς (αγνώστων στοιχείων) ανέλαβε το ρόλο, εισερχόμενος στην τράπεζα, να τοποθετηθεί, οπλοφορώντας, στην είσοδο της Τράπεζας, κοιτώντας προς τα έξω, ώστε να εποπτεύει την κίνηση όσων θα κυκλοφορούσαν εκτός της Τράπεζας και, αν κινδύνευε η αποστολή τους από ενδεχόμενη εμφάνιση αστυνομικών, να δώσει το κατάλληλο σύνθημα προς εξαφάνισή τους ή προς λήψη άλλων μέτρων, ρόλο που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο τρίτος απ' αυτούς (αγνώστων στοιχείων) ανέλαβε το ρόλο, εισερχόμενος στην τράπεζα, να τοποθετηθεί, οπλοφορώντας, στην αρχή του σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο, ώστε να εποπτεύει την παραμικρή κίνηση των υπαλλήλων και πελατών της τράπεζας που βρίσκονταν στο ισόγειο, να αποτρέψει την κάθοδο υπαλλήλων που βρίσκονταν και εργάζονταν στον πρώτο όροφο και να αντιδράσει βιαίως σε οποιαδήποτε τυχόν εκδήλωση αντίστασης των υπαλλήλων και πελατών της τράπεζας, ρόλο που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο τέταρτος απ' αυτούς ανέλαβε το ρόλο, εισερχόμενος στην τράπεζα, να βροντοφωνάξει "ληστεία, ακίνητοι, ψηλά τα χέρια" και στη συνέχεια να τοποθετηθεί, οπλοφορώντας, απέναντι από το γκισέ του ταμείου και να πυροβολήσει πελάτη της τράπεζας, ώστε να δημιουργήσει με τον πυροβολισμό και τα αίματα του τραυματισθέντος ιδιαίτερα σκληρό σκηνικό, τρομοκρατικό περιβάλλον και τεταμένη σύγχυση στους υπαλλήλους και στους πελάτες της τράπεζας και μετά την αφαίρεση των χρημάτων να φωνάξει "τέλος χρόνου", ρόλο που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο τελευταίος απ' αυτούς, ήτοι ο κατηγορούμενος, ανέλαβε το ρόλο, αφού εισέλθει στην τράπεζα με τους λοιπούς, να κατευθυνθεί με το πιστόλι προς το διευθυντή του υποκαταστήματος και με ύβρεις και προτεταμένο το πιστόλι του να τον εξαναγκάσει να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο, από το οποίο αφαίρεσε τα χρήματα, και έφερε επιτυχώς εις πέρας την αποστολή του. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά έξι μέλη (τρεις τακτικοί δικαστές και τρεις ένορκοι) του Δικαστηρίου έκριναν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο ένας εκ των εν λόγω ληστών και μάλιστα αυτός που με το πιστόλι αφαίρεσε τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο. Η κρίση αυτή, εκτός των άλλων, στηρίζεται κυρίως στο ότι α) ο κατηγορούμενος πολλές φορές πριν από την εν λόγω ληστεία εθεάθη να επισκέπτεται την πόλη των ..., οδηγώντας αυτοκίνητο OPEL ASKONA, χρώματος ασημί, προς κατόπτευση της Τράπεζας και των γύρω χώρων, για την κατάστρωση του σχεδίου τέλεσης της ληστείας και την ασφαλή απομάκρυνση από τον τόπο του εγκλήματος, β) οι ληστές χρησιμοποίησαν για την πράξη τους το κλεμμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο από την περιοχή των ... (τόπο καταγωγής του κατηγορουμένου), χρώματος ασημί, μάρκας OPEL ASKONA, που έφερε επίσης τις κλεμμένες πινακίδες ..., με το οποίο και απομακρύνθηκαν από την Τράπεζα μετά τη ληστεία. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν αυτό που οδηγούσε ο κατηγορούμενος τις προηγούμενες της ληστείας ημέρες, όταν επισκεπτόταν το φίλο του ΑΑ στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων στα ..., και έως την ημέρα της ληστείας αυτός δεν ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο έφυγε από τα χέρια του είτε με κλοπή είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ούτε ότι το παρέδωσε σε άλλον για τη διάπραξη της ληστείας, γ) το εν λόγω αυτοκίνητο αντιλήφθηκε ο μάρτυρας κατηγορίας ΖΖ να διέρχεται, κατά την έξοδό του, από τα ... μετά τη ληστεία, μπροστά από το ευρισκόμενο στα ... και στη διασταύρωση των οδών ...-...-... καφενείο, στο οποίο έπινε καφέ, και αναρωτήθηκε "πάλι εδώ είναι ο ... (αναφέρεται το μικρό όνομα του Χ) και πότε χτύπησε την πόρτα", δ) το ως άνω αυτοκίνητο με τους ληστές δεν κατευθύνθηκε μετά τη ληστεία προς οποιαδήποτε γεωγραφική περιφέρεια της χώρας, αλλά προς τη ... και ειδικότερα προς το Νομό ..., το εν γένει οδικό δίκτυο του οποίου (κύριες οδούς, χωματόδρομους κλπ) γνωρίζει κάλλιστα ο κατηγορούμενος, γι' αυτό και κατάφερε, οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο, όταν εξήλθε με τους συνεργούς του των ..., να διαφύγει τα "μπλόκα" των αστυνομικών μετά τη ληστεία και να εξαφανιστεί μαζί τους, ε) όλοι οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας, στην οποία έγινε η ληστεία, αναγνώρισαν ότι ο κατηγορούμενος έφερε το ύψος και τον τύπο του σώματος που είχε ο "κοντός ληστής" που άρπαξε τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο, και στ] διάχυτη ήταν η πεποίθηση και η φήμη στην κοινωνία των ... ότι την αιματηρή ληστεία τη διέπραξε ο Χ με την παρέα του. Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων, πρέπει κατά την γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη που κατηγορείται, δηλαδή για ληστεία από κοινού που εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου". Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία της ληστείας από κοινού που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα και, ειδικότερα, του ότι: "στις 18-7-1991, στα ..., από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα, αγνώστων στοιχείων, με κοινό δόλο και κοινές ενέργειες, χρησιμοποιώντας σωματική και ψυχολογική βία και με ενωμένες απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, εξανάγκασαν άλλον να παραδώσει ξένα (ολικά) κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, και συγκεκριμένα τον διευθυντή και τους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας ..., να τους παραδώσουν από το χρηματοκιβώτιο της άνω Τράπεζας το ποσό των 6.953.500 δραχμών σε Ελληνικά και ξένα χαρτονομίσματα, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Τούτο δε έπραξαν υπό την απειλή όπλων (ένα πιστόλι και τρεις κοντόκανες καραμπίνες) και με ταυτόχρονο πυροβολισμό εναντίον πελάτου της Τράπεζας, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του, η πράξη δε αυτή εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, επέβαλε στον κατηγορούμενο ισόβια κάθειρξη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 79, 380 §§1,2 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, 1) ΓΓ, 2) ΕΕ, 3) ΗΗ, 4) ΘΘ, 5) ΑΑ, 6) ΖΖ, 7) ΝΝ, 8) ΚΚ, 9) ΛΛ, 10) ΜΜ και 11) ΞΞ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αξιόποινη πράξη της ληστείας, όσο και ως προς την επιβαρυντική τέλεση αυτής με ιδιαίτερη σκληρότητα. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα' στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: ως ιδιαίτερα σκληρό τρόπο τελέσεως της ληστείας η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνει την έλλειψη στους ληστές αισθημάτων πάθους και ευσπλαχνίας προς το θύμα πυροβολισμού συνεργού τους, χωρίς όμως τα ανωτέρω ανθρώπινα αισθήματα να συνιστούν πράξη κατά την έννοια της ΠΚ 14. Ενόψει, όμως, όσων έχουν λεχθεί, το δικάσαν Δικαστήριο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού του με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, έχει δεχθεί ως ιδιαίτερη σκληρότητα του δράστη κατηγορουμένου, αυτήν που προήλθε από ανέλεγκτη και στερούμενη οποιουδήποτε ανθρώπινου αισθήματος ενέργειά του. Αβάσιμα επίσης ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπήγαγε στην έννοια της ιδιαίτερης σκληρότητας τα πραγματικά περιστατικά, ότι οι δράστες της ληστείας "έμειναν απαθείς και φάνηκαν άσπλαχνοι" στις κραυγές του πόνου του αιμορραγούντος σώματος και "στη θέα της λίμνης του αίματος στο δάπεδο", αφού τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται από το νόμο ως αναγκαία στοιχεία για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης σκληρότητας της διατάξεως της ΠΚ 380 § 2. Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η αιτίαση ότι το δικάσαν κατ' έφεση Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη της § 2 του άρθρου 380 του ΠΚ, δεχόμενο ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική αυτή περίσταση προς ευόδωση της ληστείας, η οποία θεμελιώνεται στα περιστατικά, ότι οι δράστες της ληστείας "έμειναν απαθείς και φάνηκαν άσπλαχνη" στις κραυγές πόνου του αιμοραγούντος θύματος και "στη θέα της λίμνης του αίματος στο δάπεδο". Και ότι τα ανθρώπινα αισθήματα δεν συνιστούν πράξη κατά την έννοια του άρθρου 14 ΠΚ, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, μη παραθέτουσα, πέραν των αισθημάτων, και πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση της περί εκτέλεσης της ληστείας με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό, υπέπεσε και στην πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την κατάγνωση σε αυτόν της επιβαρυντικής αυτής περίστασης. Όμως, με το αναλυτικό και λεπτομερές σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται με κάθε λεπτομέρεια πραγματικά περιστατικά και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, που οι τελευταίες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 § 2 του ΠΚ, περιλαμβάνονται στον όρο "πράξεις". Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την επιβαρυντική αυτή περίπτωση της ληστείας για τον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο προαναφερόμενος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσβάλλεται η άνω απόφαση, ως προς την καταδικαστική κρίση για το βάσιμο έγκλημα της ληστείας για παράθεση αντιφατικής αιτιολογίας, που εκθέτει στην αίτησή του, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, και συγκεκριμένα, σχετικά με το αναφερόμενο στο σκεπτικό και κλεμμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με το οποίο ο αναιρεσείων θεάθηκε να μεταβαίνει στο συνδεόμενο φιλικά με αυτόν πρόσωπο, στο συνεργείο του στα ..., αλλά και αυτό χρησιμοποιήθηκε και για τη διαφυγή των ληστών μετά την πράξη τους, από την Τράπεζα των ... . Τέλος, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του επικαλείται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που αποτελείται κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι το δικάσαν Εφετείο ανέγνωσε τις καταθέσεις των μαρτύρων, ΠΠ, ΡΡ, ΣΣ και ΤΤ χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αν υπήρχε και ποιο ήταν το εξαιρετικό σοβαρό κώλυμα, που εμπόδιζε την κλήση τους στο ακροατήριο, με την παράλειψή του δε αυτή, το Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα που παρέχεται στον κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 6 § 3 εδάφ. δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 § 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, να εξετάσει τους μάρτυρες και έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 § 1 περ. δ' ΚΠΔ, που στηρίζει τον άνω λόγο αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται όχι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποίο ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχεχικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύναμη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μιας τέτοιας κατάθεσης, δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρ. 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και από το άρ. 14 παρ. 2 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1996, κυρώθηκε από την Ελλάδα με τo Ν. 2462/1997 και ισχύει από 5.8.1997 (ΦΕΚ Α. 25), να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρ. 171 παρ. 1 σχοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση, πλην άλλων, όχι η ανάγνωση αυτής έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Επομένως ο από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, που λήφθηκαν κατά την προδικασία κι έτσι δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις σ'αυτούς, μολονότι δεν απεδείχθη το ανέφικτο της κλήτευσή τους είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι από τα ενσωματωμένα στην απόφαση που προσβάλλεται, πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η ανάγνωση αυτή έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Συνεπώς, δεν επήλθε καμία ακυρότητα της διαδικασίας και εντεύθεν απορριπτέος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 443/20-5-1998) αίτηση του Χ γα αναίρεση της με αριθμό 5/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία από κοινού που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα. Έννοια όρων. Λόγοι αναιρέσεως. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (ανάγνωση καταθέσεων μαρτύρων χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι εναντιώθηκε προς τούτο ο αναιρεσείων). Εσφαλμένη ερμηνεία του όρου "ιδιαίτερη σκληρότητα". Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την τέλεση ληστείας αλλά και επιβαρυντικής περιπτώσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Συναυτουργία, Ληστεία.
| 0
|
Αριθμός 1876/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Παπαθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 6730/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1840/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής όχι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Πα την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Με το μοναδικό λόγος της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Χ1, η αιτίαση ότι το δίκασαν κατ'έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ, αφού δέχθηκε ότι ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί του Χ2, Χ3 και Χ4, που ήταν όλοι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εδρεύουσας στην ... (...) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ASTRA INTERNATIONAL S.A.", διέπραξαν το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως εις βάρος του παθόντος Ψ, Προέδρου του Συνδέσμου Υπαλλήλων Ανωνύμων Εταιρειών και Γραφείων, όταν υπέβαλαν κατ'αυτού την από 2-1-2002 έγκληση της εκπροσωπούμενης από τους ίδιους ως άνω ανώνυμης εταιρείας, την οποία εγχείρισαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και με την οποία τον κατεμήνυσαν για τα όσα είχε αναφέρει ψευδώς για την εταιρεία αυτή στις αρμόδιες υπηρεσίες του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας-Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Δυτικού Τομέα Αθηνών, όπου επρόκειτο να γίνει απόπειρα για την επίλυση εργατικών διαφορών μεταξύ της υπ'αυτών εκπροσωπούμενης εργοδότριας εταιρείας και της εργαζομένης ΑΑ, με αποτέλεσμα να ασκηθεί κατ'αυτού ποινική δίωξη για την κατ'έγκληση διωκόμενη αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας (άρθρο 364 του ΠΚ), αν και δεν ήταν έγκυρη η παραπάνω έγκληση, αφού υποβλήθηκε αυτή από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσας εταιρείας Π. Τσαμάκο, δυνάμει του προσαρτημένου σ'αυτήν (έγκληση) από 5-12-2001 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της, το οποίο δεν έφερε τις υπογραφές των μελών του τελευταίου, ούτε και βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών τους, κατά το άρθρο 42 § 2 του ΚΠΔ και, δεν ήταν, κατόπιν τούτου, σύννομη η υποβολή της εγκλήσεως αυτής. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ'αριθ. 6935/31-1-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έπαυσε οριστικά η κατά του Ψ ασκηθείσα ποινική δίωξη για τη δυσφήμηση της εκπροσωπούμενης από αυτούς ανώνυμης εταιρείας, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως αυτής και παρέλευσης έκτοτε τριμήνου. Επομένως, από την ίδια την ως άνω από 2-1-2002 έγκληση προέκυπτε, κατά τον ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, το απαράδεκτο της τυχόν ασκηθησόμενης κατά του εγκαλούμενου με αυτήν, Ψ, ποινικής δίωξης για την πράξη της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στηριχθεί κατηγορία κατ'αυτού για ψευδή καταμήνυση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 6730/2007 απόφαση του δικάσαντος κατ'έφεση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί του, Χ2, Χ3 και Χ4, κηρύχθηκαν, εκτός των άλλων, ένοχοι ψευδούς καταμηνύσεως, συνιστάμενης στο ότι: "εν γνώσει τους κατεμήνυσαν άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι'αυτήν και συγκεκριμένα την 2-1-2002, ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" κατέθεσαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών τη με αριθμό ΒΜ Β2002/18 μήνυση της ανωτέρω εταιρείας σε βάρος του εγκαλούντος Ψ στην οποία ανέφεραν ψευδώς ότι: "Την 16-10-2001 ημέρα Τρίτη και περί ώρα 9.30πμ ο μηνυόμενος με την παρούσα, Ψ, παρευρέθη (αυτοβούλως) στην ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας τμήμα Κοινωνικής Επιθ/σης Δυτικού Τομέα Αθηνών απόπειρα επίλυσης των μεταξύ της εταιρίας μας (ως εργοδότριας) και της κ. ΑΑ (ως εργαζομένης) εργατικών διαφορών που προέβαλε η ανωτέρω εργαζομένη κατόπιν της από 1-10-2001 προσφυγής της ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών του Σώματος Επιθ/σης Εργασίας. Κατά την ανωτέρω απόπειρα επίλυσης, ο μηνυόμενος προέβη όλων αδικαιολογήτων στις κατωτέρω ανακριβείς, ψευδείς, συκοφαντικές και δυσφημιστικές δηλώσεις σε βάρος της εταιρίας και ειδικότερα δήλωσε αυτολεξεί τα εξής: (Ο Πρόεδρος του σωματείου δηλώνει ότι στη συγκεκριμένη επιχείρηση αυτό που βασιλεύει είναι ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία του ίδιου του εργοδότη. Σωρεία παραβιάσεων της εργατικής νομοθεσίας, όπως η μη εφαρμογή των ΣΣΕ της παροχής υπηρεσιών, η απλήρωτη πολλές φορές εργασία είναι από τα στοιχεία που αντιπροσωπεύουν το ήθος και το ύφος της εταιρίας). Οι ως άνω δηλώσεις του μηνυομένου αποτυπώθηκαν όπως ακριβώς διατυπώθηκαν από αυτόν στο υπ'αριθμ. ... Δελτίο Εργατικής Διαφοράς (σχ. 1) που συνέταξε η επόπτρια της Επιθ/σης Εργασίας κ. ΒΒ, δελτίο το οποίο υπεγράφη και από τον μηνυόμενο. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί και δηλώσεις του μηνυομένου, ότι δήθεν στην εταιρία μας βασιλεύει ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία ότι δήθεν παραβιάζει η εταιρία μας την εργατική νομοθεσία, ότι η διοίκηση της εταιρίας μας δεν εφαρμόζει για την αμοιβή του προσωπικού της τις ισχύουσες ΣΣΕ, ότι δήθεν η διοίκηση της εταιρίας μας πολλές φορές δεν αποδίδει δεδουλευμένες αποδοχές στους εργαζόμενους της, πράξεις οι οποίες όπως σαρκαστικά δηλώνει ο μηνυόμενος επιδεικνύουν το ήθος και το ύφος της εταιρίας μας, αποτελούν για την εταιρία μας και την διοίκηση της αμιγώς δυσφημιστικές δηλώσεις. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις του μηνυομένου, ευθέως παρουσιάζουν την εταιρία μας, ως επιχείρηση η οποία λειτουργεί και διοικείται με αυταρχισμό, επιβάλλει και ασκεί στους εργαζομένους την τρομοκρατία, δηλ. εν ολίγοις δήθεν χρησιμοποιεί έναντι των εργαζομένων της μεθόδους βίας που κυριεύουν τάχα αυτούς με ιδιαίτερο φόβο-τρομοκρατία. Περαιτέρω, ο μηνυόμενος ευθέως παρουσιάζει την εταιρία μας ως παραβαίνουσα την εργατική νομοθεσία η οποία τάχα επιδιώκει να καταβάλλει κατώτερες των νομίμων αποδοχές προς τους εργαζομένους της και κυρίως ο μηνυόμενος με τις ανωτέρω διαφημιστικές δηλώσεις του "περί απλήρωτης εργασίας", παρουσιάζει την εταιρία μας και την διοίκησή της ως παραβάτη του ποινικού δικαίου, που δεν αποδίδει δεδουλευμένες αποδοχές στους εργαζομένους της, πράξη ιδιαίτερα μειωτική που διώκεται κατά το ποινικό δίκαιο. Ο μηνυόμενος προέβη στις ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις σε βάρος της εταιρίας μας, ενώπιον της επόπτριας της Επιθ/σης Εργασίας κ. ΒΒ, του λογιστού της εταιρίας μας κ. ΓΓ και της προσφεύγουσας εργαζομένης κ. ΑΑ, με προφανή σκοπό να μειώσει ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, το όνομα και την φήμη της εταιρίας μας, γεγονός που περίτρανα αποδεικνύεται από την τελευταία σαρκαστική δήλωση του μηνυομένου ότι "... η απλήρωτη πολλές φορές εργασία είναι από τα στοιχεία που αντιπροσωπεύουν το ήθος και το ύφος της εταιρίας ..." εμμέσως πλην σαφώς υπονοώντας ότι η εταιρία μας και η διοίκησή της είναι μειωμένου ήθους γεγονός που αποδεικνύεται τάχα από την δήθεν απλήρωτη εργασία των εργαζομένων της". Οι ως άνω δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμοί του μηνυομένου σε βάρος της εταιρίας μας και της διοίκησής της, στις οποίες, κατά τα ανωτέρω, ο μηνυόμενος προέβη ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, αποτελούν διαδόσεις γεγονότων απολύτως ψευδών σε βάρος της εταιρίας μας και της διοίκησης της, ειδικότερα διαδόσεων που παρουσιάζουν την εταιρία μας ως επιχείρηση, η οποία λειτουργεί παρανόμως τάχα προσβάλλοντας τα εργασιακά δικαιώματα, ακόμη και της αμοιβής της δεδουλευμένης εργασίας, των εργαζομένων, ως επιχείρηση μειωμένης πίστης, ονόματος και φήμης, η διοίκηση της οποίας τάχα τρομοκρατεί τους εργαζομένους της και συγχρόνως επιχείρηση που προβαίνει σε ποινικά κολάσιμες πράξεις (μη πληρωμή αμοιβής δεδουλευμένης εργασίας), διαδόσεις του μηνυόμενου ψευδών γεγονότων σαφώς δυνάμενων να βλάψουν την προς την εταιρία μας και την διοίκηση της εμπιστοσύνη εν γένει του κοινού, των προσώπων που συγκροτούν εποπτικές αρχές (όπως επόπτριας Επιθ/σης Εργασίας) των συνεργατών και των εργαζομένων της εταιρίας μας και οι οποίες πράγματι έβλαψαν την πίστη προς την εταιρία μας και την διοίκηση της. Οι ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμοί που διέδωσε ο μηνυόμενος είναι συγχρόνως και απολύτως ψευδείς και συκοφαντικές, διότι ουδέποτε ακολουθήθηκαν από την διοίκηση της εταιρίας μας μέθοδοι βίας και εμποτισμού φόβου σε βάρος των εργαζομένων της, διότι οι μηνιαίες αποδοχές που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στην εταιρία μας είναι μεγαλύτερες των οριζομένων από τις ισχύουσες σσε, διότι πάντα οι εργαζόμενοι της εταιρίας μας ελάμβαναν και λαμβάνουν εμπροθέσμως τις μηνιαίες αποδοχές τους, γεγονότα των οποίων ο μηνυόμενος έλαβε γνώση και από τον παρευρισκόμενο στην ανωτέρω απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης εργατικής διαφοράς λογιστή της εταιρίας μας, ο οποίος και του έθεσε τα σχετικά στοιχεία περί των αμοιβών των εργαζομένων στην εταιρία μας. Επιπροσθέτως ο μηνυόμενος σαφώς γνώριζε και λόγω της ιδιότητας του ως Πρόεδρος Συνδέσμου Υπαλλήλων ΑΕ, ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι οι ανωτέρω δηλώσεις του ήτο ψευδείς, εφόσον η εταιρία μας από το έτος 1996 που λειτουργεί ουδέποτε αντιμετώπισε εργατικές αγωγές ή καταδικάστηκε σε ποινικά ή πολιτικά δικαστήρια για οποιασδήποτε μορφής εργασιακές απαιτήσεις των εργαζομένων της. Μετά ταύτα την 29-10-2001 κοινοποιήσαμε στον μηνυόμενο την από 26-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση (σχ. 2), με την οποία διαμαρτυρόμαστε για τις ανωτέρω δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμούς που διέδωσε σε βάρος της εταιρίας μας και με την οποία τον καλούμε να ανακαλέσει τα όσα ψευδή γεγονότα διέδωσε στην ανωτέρω εξώδικη δήλωσή μας ρητά και κατηγορηματικά χαρακτηρίζουμε τις ως άνω δηλώσεις του μηνυόμενου ως ψευδείς, συκοφαντικές και δυσφημιστικές για την εταιρία μας και συγχρόνως απολύτως αόριστες και κενές γεγονότων που να την αποδεικνύουν. Παρά ταύτα ο μηνυόμενος μέχρι σήμερα ουδόλως προάσπισε (προφορικά ή εγγράφως) τα όσα ψευδή γεγονότα σε βάρος της εταιρίας μας διέδωσε ως τάχα αληθή, αλλά ούτε ανακάλεσε τις ανωτέρω ψευδείς δηλώσεις του, επιδεικνύοντας την έλλειψη μεταμέλειας από μέρους του. Επειδή ο μηνυόμενος με τις ανωτέρω δηλώσεις και ισχυρισμούς του σε βάρος της εταιρίας μας και της διοίκησής της, στις οποίες προέβη ενώπιον των προαναφερομένων προσώπων, διέδωσε γεγονότα απολύτως συκοφαντικά και δυσφημιστικά για την εταιρία μας, διαδόσεις από μέρους του ψευδών γεγονότων, των οποίων γνώριζε την αναλήθειά τους, δυνάμενων να βλάψουν την προς την εταιρία μας και την διοίκηση της εμπιστοσύνη εν γένει του κοινού, των προσώπων που συγκροτούν εποπτικές αρχές (όπως επόπτριας Επιθ/σης Εργασίας), των συνεργατών και των εργαζομένων της εταιρίας μας βλάβη της εταιρίας μας την οποία με την διάδοση των ανωτέρω ψευδών δηλώσεών του επεδίωκε και οι οποίες πράγματι έβλαψαν την πίστη του κοινού προς την εταιρία μας και την διοίκησή της. Επειδή ο μηνυόμενος παρά την από 26-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωσή μας με την οποία τον καλούσαμε σε ανάκληση των όσων συκοφαντικά δυσφημιστικών διέδωσε σε βάρος της εταιρίας μας, μέχρι σήμερα ουδεμία μεταμέλεια των πράξεών του σε βάρος της εταιρίας μας επέδειξε. Επειδή οι ανωτέρω πράξεις του μηνυομένου σε βάρος της εταιρίας μας πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δυσφήμισης ανωνύμου εταιρίας, που εισάγεται με το άρθρο 364 ΠΚ. Επειδή προς απόδειξη της παρούσης εγκλήσεώς μας προσκομίζουμε και επικαλούμεθα τα προαναφερόμενα σχετικά έγγραφα (σχ.1,2). Επειδή η παρούσα έγκληση μας είναι νόμιμος, βάσιμη και αληθής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Και με ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματος μας ΕΓΚΑΛΟΥΜΕ - ΜΗΝΥΟΥΜΕ Τον Ψ, Πρόεδρο του Συνδέσμου Υπαλλήλων ΑΕ και Γραφείων, για τις προαναφερθείσες συκοφαντικές, δυσφημιστικές δηλώσεις και ισχυρισμούς του, που διέδωσε κατά τα ανωτέρω σε βάρος της εταιρίας μας, διαδόσεις δυνάμενες να βλάψουν την προς την εταιρία μας και την διοίκηση της εμπιστοσύνη εν γένει του κοινού των προσώπων που συγκροτούν εποπτικές αρχές (όπως επόπτριας Επιθ/σης Εργασίας), των συνεργατών και των εργαζομένων της εταιρίας μας και οι οποίες πράγματι έβλαψαν την πίστη του κοινού προς την εταιρία μας και την διοίκησή της ... "τελούντες εν γνώσει ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή, έπραξαν δε τούτο με σκοπό να προκαλέσουν τη δίωξη του ανωτέρω εγκαλούντος ότι δήθεν τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη". Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος Νικόλαος Γεωργακόπουλος, που εκπροσώπησε τους μη εμφανισθέντες αυτοπροσώπως στην κατ'έφεση δίκη, αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Χ1 και τους συγκατηγορουμένους του Χ2, Χ3 και Χ4, κατά τη διάρκεια της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ακροαματικής διαδικασίας, ζήτησε να κηρυχθούν απαράδεκτες οι αποδιδόμενες σ'αυτούς κατηγορίες για τους παρακάτω λόγους - ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως και έχουν ως εξής: "Η υπό κρίση από 20.02.2002 έγκληση του κ. Ψερείδεται εν πολλοίς επί του περιεχομένου της από 04.01.2002 έγκλησης η οποία κατετέθη στο όνομα της Εταιρίας εναντίον του εδώ εγκαλούντος. Το εν λόγω έγγραφο έγκλησης εναντίον του κ. Ψ δεν έφερε καμία υπογραφή εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, κατετέθη δε από τον Δικηγόρο κ. Χ. Τσαμάκο, ο οποίος υπέβαλε το ανωτέρω έγγραφο άνευ Πρακτικού Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας νομίμως υπογραφόμενου υπό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, παρέχοντος σε αυτόν εξουσιοδότηση για υποβολή της επίμαχης έγκλησης.
Για τους λόγους αυτούς, η επίμαχη από 04.01.2002 έγκληση κατά του κ. Ψ απερρίφθη ως μη ασκηθείσα και απαράδεκτη με την 6935/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία τονίζει ότι εν λόγω έγκληση λογίζεται "ως μη γενομένη". Εκ των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η έγκληση επί της οποίας ερείδονται οι υπό κρίση κατηγορίες κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου: 1. είναι ανυπόστατη και 2. δεν εμπεριέχει κανένα νόμιμο σύνδεσμο με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της φερομένης ως εγκαλούσας Εταιρίας, των οποίων η υπογραφή δεν ετέθη ούτε επί του εγγράφου της έγκλησης ούτε και σε έγγραφο παρέχον σχετική εξουσία στον καταθέσαντα την έγκληση. Κατά συνέπεια, όπως εκρίθη για τυπικούς λόγους ότι η επίμαχη έγκληση είναι ανυπόστατη και ουδέποτε ασκήθηκε από την Εταιρία, ομοιοτρόπως, για τους αυτούς τυπικούς λόγους, η επίμαχη έγκληση δεν συνιστά νομίμως "πράξη", δηλαδή νομίμως εξωτερικευμένη συμπεριφορά της Εταιρίας, και συγκεκριμένα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ως απαιτεί το άρθρο 14 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση της κατά το Ποινικό Δίκαιο έννοιας του "εγκλήματος", με αποτέλεσμα οι σχετικές υπό κρίση κατηγορίες να καθίστανται εντεύθεν απαράδεκτες και απορριπτέες". Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το κατ'έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών με τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ακόλουθη αιτιολογία: "... στις 5.12.2001 αποφάσισαν να υποβάλλουν έγκληση κατά του Ψ δια δυσφήμιση ανώνυμης εταιρείας (άρθρ. 364 Π.Κ.), με βάση τα όσα αυτός ανωτέρω ανέφερε στην Επιθεώρηση εργασίας, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή του. Έτσι οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι, ως εκπρόσωποι της πιο πάνω αν. εταιρείας στις 2 Ιανουαρίου 2002 υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με αρ. ΑΜΒ 2002/18 μήνυση δια του ορισθέντος με το από 5-12-01 πρακτικό ΔΣ πληρεξουσίου δικηγόρου Π. Τσομάκου το ακριβές περιεχόμενο της οποίας διαλαμβάνεται στο διατακτικό με την οποία ψευδώς καταμήνυσαν αυτόν, ότι τα όσα ανέφερε στην Επιθεώρηση Εργασίας ήσαν δήθεν ψευδή και έγιναν από τον τελευταίο ενώπιον τρίτων προκειμένου να βλάψουν την εμπορική φήμη και πίστη της πιο πάνω εταιρείας. Είναι δε αδιάφορο το ότι, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος Ψ για δυσφήμιση ανώνυμης εταιρείας, εκδόθηκε η με αρ. 6935/31-1-05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη, η οποία έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι η ως άνω από 2-1-2002 έγκληση δεν συνοδευόταν από πρακτικό του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρείας, φέρον τις υπογραφές των μελών του ΔΣ, που να παρέχει εντολή στον δικηγόρο Π. Τσομάκο που υπέβαλε αυτήν, αφού για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, ακόμη και για εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, οιαδήποτε ακυρότητα ως προς τον τύπο υποβολής της, δεν αποκλείει την τέλεση του αδικήματος (Μ. Μαργαρίτης Ποινικός Κώδικας ερμηνεία κατ' άρθρο, σελ. 588 αρ. 9 με περαιτέρω παραπομπές), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των κατηγορουμένων ...". Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, χωρίς να χωρήσει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 229 § 1 Π.Κ. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Η έλλειψη υπογραφής του ιδίου αλλά και των συγκατηγορουμένων του προκύπτει από την έγκληση στον αρμόδιο γραμματέα του Πλημ/κείου Αθηνών, ο οποίος ώφειλε να εντοπίσει την έλλειψη υπογραφών και να αρνηθεί την παραλαβή της και κατά συνέπεια, να ασκηθεί ποινική δίωξη και, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, να θεωρήσει τετελεσμένο το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. 2) Η έλλειψη νόμιμης υπογραφής της έγκλησης, καθιστά αυτήν όχι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη και συνεπώς, δεν μπορεί να δημιουργήσει έννομες συνέπειες και να αποτελέσει αξιόποινη συμπεριφορά. Και 3) Η υποβολή της εν λόγω έγκλησης δεν συνιστά εξωτερικευμένη συμπεριφορά της εταιρίας και δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν η ιδιότητα του "δράστη". Και τούτο διότι αρκεί και άκυρη έγκληση για να ασκηθεί η ποινική δίωξη και, γενικά, η όποια ακυρότητα των τύπων στην αναφορά, μήνυση κ.λ.π., δεν αποκλείει την τέλεση της πράξης, μάλιστα δε, το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως είναι τετελεσμένο, μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή, ανεξάρτητα αν ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Οκτωβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτ. 373/2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμό 6.730/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Για την τέλεσή της αρκεί και άκυρη έγκληση και γενικά η όποια ακυρότητα των τύπων στην αναφορά, μήνυση κλπ, δεν αποκλείει την τέλεση της πράξης. Αναίρεση για εσφαλμένη εφαρμογή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ψευδής καταμήνυση
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1875/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3778/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1988/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 61/6.2.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 25-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 3778/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διά της οποίας κατεδικάσθη εις συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών διά ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση και ψευδορκία κατ'εξακολούθηση, εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1 και 509 § 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι διά το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι διά τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (βλ ΑΠ 417/2006, ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/909, 906). Εξ άλλου, η κρίση του δικαστηρίου και του δικαστικού συμβουλίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, οι δε αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται αυτή δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως και είναι απαράδεκτες (βλ. ΑΠ 1615/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/971, ΑΠ 23/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από την έκθεση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ουδένα ορισμένο λόγο αναιρέσεως, εκ των υπό του άρθρ. 510 Κ.Π.Δ. προβλεπομένων, προβάλλει, αλλά ζητεί να προσκομίση στο δικαστήριο στοιχεία περί της αθωώτητός του, πλήττων έτσι, απαραδέκτως, την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ εκθέτει και ότι απέστειλε "Fax" ενημερωτικά περί της ασθενείας του, καθιστώσης αδύνατη την παρουσία του στο δικαστήριο, πλην όμως, δεν ισχυρίζεται ότι υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, εκ της εν λόγω αιτίας, στο οποίο δεν απήντησε το δικαστήριο. Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μη περιέχουσα ορισμένο αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθή στα δικαστικά έξόδα.
Για τους λόγους αυτούς - προτείνω
Να απορριφθή η από 25-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 3778/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 23 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα των από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αντιστοίχως, πρέπει: 1) στην πρώτη περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, ΟλΑΠ 19/2001) και 2) στη δεύτερη περίπτωση, να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση της, σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως. Εξάλλου, η κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, οι δε αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται αυτή δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως και είναι απαράδεκτες.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων άσκησε την αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της 3778/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και ψευδορκία κατ' εξακολούθηση. Στην παραπάνω έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 3778/13/11/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για τους εξής λόγους: "1) Για να μου δώσετε την ευκαιρία, να σας προσκομίσω τα στοιχεία, τα οποία δεν έφτασαν εγκαίρως στα χέρια σας κ.κ. Δικαστές την 13.11.2007, ενώ τα fax απαντήθηκαν θετικά πως ελήφθησαν, με τα οποία fax σας ενημέρωνα ότι λόγω ασθενείας μου, μου ήταν αδύνατον να γνωρίζω τα αίτια φυσικά που δεν έφτασαν οι βεβαιώσεις και γνωματεύσεις των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου ..., που βρισκόμουν στο κρεβάτι του πόνου. 2) Να έχω την ευκαιρία για να σας παρουσιάσω κ.κ. Δικαστές τα όποια και όσα νέα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την αθωότητα μου περίτρανα. 3) Δηλώνω δε υπευθύνως πως πάντα είχα - έχω εμπιστοσύνη προς τη δικαιοσύνη και σεβασμό προς τα Δικαστήρια και το λειτούργημα που επιτελείτε κ.κ. Δικαστές. 4) Είμαι βέβαιος πως θα επιληφθείτε το τεράστιο αυτό πρόβλημα μου, που, ομολογουμένως, μου είναι αδύνατον να κατανοήσω το πώς και το γιατί βρέθηκα κατηγορούμενος, αφού είμαι πραγματικά πέρα για πέρα αθώος! 5) Απορώ με τη συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων, όπως π.χ. του αντιδίκου μου, αλλά εγώ πιστεύω στον Παντοδύναμο Θεό μας και ελπίζω πάρα πολύ σ' αυτόν, από βάθος καρδιάς". Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά ζητεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο στοιχεία περί της αθωότητας του, πλήττοντας έτσι απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ εκθέτει και ότι απέστειλε fax ενημερωτικά περί της ασθενείας του, η οποία καθιστούσε αδύνατη την εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως δεν ισχυρίζεται ότι υπέβαλε και αίτημα αναβολής της δίκης από την ως άνω αιτία, στο οποία (αίτημα) δεν απάντησε το Δικαστήριο, Επομένως και εφόσον προκύπτει ότι ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της ως άνω αοριστίας της.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 62/25.11.2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... κατά της 3.778/13.11.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 1
|
Αριθμός 1874/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και 2) Χ2, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδριόπουλο, για αναίρεση της 3035/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Φεβρουαρίου 2009 και 9 Φεβρουαρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 288/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρον 5 παρ. 1 εδ. β' και ζ' Ν. 1729/1987, όπως ίσχυαν προ του Ν. 3459/2006 και εκωδικοποιήθηκαν με αυτόν (άρθρο 20 εδ. β' και ζ' αυτού), με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ. τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Ως αγορά νοείται η μεταβίβαση της κυριότητος από τον πωλητή στον αγοραστή που γίνεται με την προς τον τελευταίο παράδοση των ναρκωτικών αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, με τον όρο "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά την δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της κατοχής δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός α) της ποσότητος (βάρους) των ναρκωτικών ουσιών που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση της αγοράς, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με αυτήν (ποσότητα), β) του συμφωνηθέντος και επιτευχθέντος τιμήματος και γ) της ταυτότητος πωλητών και αγοραστών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 23 του ως άνω, Κώδικα) με τις σ' αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5,6 και 7 του ιδίου νόμου, αν εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ' αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει κατά τη βούληση του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 3035/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αστυνομικές αρχές είχε περιέλθει η πληροφορία 'ότι κατηγορούμενος πωλεί ναρκωτικές ουσίες σε χρήστες στο κατάστημα που διατηρεί επί της οδού ... και ότι σε κάποιο άλλο σπίτι κατέχει μεγαλύτερες ποσότητες από κοινού με κάποιον αλλοδαπό. Έτσι οργάνωσαν ομάδα παρακολουθήσεως του πρώτου κατηγορουμένου. Διαπίστωσαν έτσι ότι σχεδόν καθημερινά αυτός, φεύγοντας από το ως άνω κατάστημα του, επισκεπτόταν την επί της οδού ... πολυκατοικία, παρέμενε για λίγο χρονικό διάστημα σε κάποιο διαμέρισμα και, στη συνέχεια, έφευγε είτε για το κατάστημά του είτε για την οικία του, που βρίσκεται στην οδό ... . Την ίδια πολυκατοικία επισκεπτόταν επίσης και αλλοδαπός, ο οποίος έμοιαζε με το άτομο, που, κατά την πληροφορία που είχε δοθεί στις αστυνομικές αρχές, περιγραφόταν ως συνεργός του πρώτου κατηγορουμένου. Αυτός ομοίως παρέμενε εκεί για λίγο χρονικό διάστημα και μετά μετέβαινε σε πολυκατοικία επί της οδού ..., ... . Μετά από τρεις ημέρες παρακολουθήσεως, μέλη της ομάδας των αστυνομικών αντελήφθησαν περί ώραν 23.30 της 1-7-2001 τον πρώτο κατηγορούμενο να εξέρχεται από την επί της οδού ... αριθμός ... οικία του και να μεταβαίνει στο κατάστημα του επί της οδού ... . Στο κατάστημα μετέβησαν διάφορα άτομα, χωρίς να επέμβουν οι αστυνομικοί για να διαπιστώσουν το λόγο επισκέψεώς τους, γιατί περίμεναν μήπως εμφανιστεί εκεί ο αλλοδαπός. Περί ώραν 01.15 της 2-7-2001 ο πρώτος κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα εισόδου του καταστήματος, παραμένοντας όμως εντός αυτού. Αντελήφθησαν, ακόμη τον ίδιο αλλοδαπό να προσέρχεται στην επί της οδού ... πολυκατοικία περί ώραν 02.05 της 2-7-2001 και, μετά ημίωρο περίπου παραμονή, να εξέρχεται. Αμέσως οι αστυνομικοί τον κάλεσαν για έλεγχο στοιχείων ταυτότητας, του ζήτησαν να τους εξηγήσει το λόγο της παρουσίας του και αυτός τους οδήγησε στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου. Τους είπε ότι αυτό ανήκει στον πρώτο κατηγορούμενο και, μετά από παράκληση αυτού, το φροντίζει και ποτίζει τα λουλούδια, γιατί, μετά το θάνατο της μητέρας αυτού (πρώτου κατηγορουμένου), δεν κατοικούσε κανείς σε αυτό. Στη συνέχεια, οι αστυνομικοί εισήλθαν στο κατάστημα της ..., όπου βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος αλλά και ο αποβιώσας ήδη (17-7-2005) τοξικομανής ΑΑ. Εκεί σε δερμάτινη τσάντα του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν τρία νάιλον ανισοβαρή σακουλάκια με κοκαΐνη συνολικού μεικτού βάρους 3,5 γραμμαρίων, χρηματικό ποσό 5.325 ευρώ και δυο κινητά τηλέφωνα. Κατόπιν, οδήγησαν τον πρώτο κατηγορούμενο στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας της οδού ..., όπου, σε έρευνα που διενεργήθηκε παρουσία των κατηγορουμένων, βρέθηκαν α) 14 ανισοβαρή σακουλάκια με ηρωίνη συνολικού βάρους 565,50 γραμμαρίων, β) 2 ανισοβαρή σακουλάκια με ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 840 γραμμαρίων, γ) όπλα και πυρομαχικά, όπως αυτά περιγράφονται στο διατακτικό, δ) 3.610 ευρώ και 1.823 δολάρια ΗΠΑ, ε) στην κατοχή του δεύτερου κατηγορουμένου 1.650 ευρώ και 88 δολάρια ΗΠΑ και στ) ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας ΤΑΝΙΤΑ και μια συσκευή ελέγχου της γνησιότητας χαρτονομισμάτων. Επακολούθησε έρευνα και στην κατοικία του πρώτου κατηγορουμένου επί της οδού ..., όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν σε ανισοβαρείς συσκευασίες 10,50 γραμμάρια ηρωίνης, 34 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και 4 γραμμάρια κοκαΐνης, μια ηλεκτρονική ζυγαριά και δύο κινητά τηλέφωνα. Τις ναρκωτικές ουσίες, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο διαμέρισμα της οδού ..., οι κατηγορούμενοι τις είχαν αγοράσει από κοινού, με σκοπό την εμπορία, αντί αγνώστου ανταλλάγματος από άγνωστο άτομο το τελευταίο πριν τη σύλληψη τους δίμηνο. Μέσα δε στο ως άνω διαμέρισμα, για τον ίδιο σκοπό της εμπορίας, τις κατείχαν από κοινού, με την έννοια της δυνατότητας καθενός από αυτούς ασκήσεως της φυσικής εξουσιάσεως αυτών με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτών. Η από κοινού αγορά και κατοχή αποδεικνύεται από α) τις τακτικές επισκέψεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων στο διαμέρισμα της οδού ... κυρίως νυχτερινές ώρες και την παραμονή τους εκεί για λίγο χρονικό διάστημα, ενώ τρίτο άτομο δεν αποδείχθηκε ότι επισκεπτόταν το διαμέρισμα, β) την κατοχή από αμφότερους κλειδιών του διαμερίσματος, γ) την ύπαρξη μέσα στο διαμέρισμα ζυγαριάς ακριβείας και κινητών τηλεφώνων και δ) από τους αντιφατικούς και μη πειστικούς ισχυρισμούς των διαδίκων ως προς τη γνωριμία και τη μεταξύ τους σχέση. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, διατηρεί κατάστημα πωλήσεως χρωμάτων και συναφών ειδών, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, υπήκοος Λιβάνου, είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός Ε.Μ.Π. Αθηνών. Ως προς τον τρόπο γνωριμίας τους οι ισχυρισμοί τους είναι αντιφατικοί, αφού ο μεν πρώτος ισχυρίζεται ότι ο δεύτερος τον επισκέφθηκε στο κατάστημα του ως "..." και, στη συνέχεια, του πρότεινε να του πωλεί ναρκωτικά, ενώ ο δεύτερος, ο οποίος δεν παρέστη αυτοπροσώπως ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο παρόν Δικαστήριο και, επομένως, δεν απολογήθηκε, ότι επισκεπτόταν το κατάστημα, όπου γνώρισε και τη μητέρα του πρώτου, για να αγοράζει χρώματα και άλλα είδη για τη δουλειά του. Περαιτέρω α) ο μεν πρώτος από αυτούς ισχυρίζεται ότι τα ναρκωτικά και τα όπλα ανήκουν στο δεύτερο, ο οποίος του πωλούσε κατά καιρούς δόσεις με αντάλλαγμα τη φιλοξενία του στο διαμέρισμα και β) ο δεύτερος ότι ουδεμία σχέση έχει με τα όπλα και τα ναρκωτικά, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε και ότι η παρουσία του εκεί οφειλόταν σε φιλική εξυπηρέτηση του πρώτου για το πότισμα των λουλουδιών. Όμως, ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε μόνιμη κατοικία επί της οδού ..., όπως προαναφέρεται, και ουδέποτε κατοικούσε στο διαμέρισμα της οδού ..., ούτε άλλωστε αποδείχθηκε πώληση ναρκωτικών από το δεύτερο στον πρώτο κατηγορούμενο. Ομοίως δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός και του δεύτερου ότι ο λόγος της μεταβάσεως του ήταν το πότισμα των λουλουδιών του διαμερίσματος με αντάλλαγμα την χρήση του τηλεφώνου του διαμερίσματος για να επικοινωνεί με τους δικούς του στο ... . Με βάση τα παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων της από κοινού αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, που βρέθηκαν στο διαμέρισμα πολυκατοικίας της οδού ... και της από κοινού κατοχής των όπλων και πυρομαχικών, που βρέθηκαν στο ίδιο διαμέρισμα και επί πλέον ο πρώτος της κατοχής με τον ίδιο σκοπό των ναρκωτικών ουσιών που κατασχέθηκαν στο κατάστημα και στην κατοικία του. Επιπρόσθετα, από τη βαρύτητα των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως αυτών, τα αίτια που ώθησαν τους κατηγορουμένους, καταδεικνύεται αντικοινωνικότητα αυτών και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη νέων ανάλογων εγκλημάτων στο μέλλον. Τα παραπάνω συνάγονται από το γεγονός ότι είχαν τοποθετήσει τις προαναφερόμενες σχετικά μεγάλες ποσότητες ηρωίνης και ινδικής κάνναβης στο κενό διαμέρισμα της οδού ..., τις φύλασσαν εκεί με σκοπό την εμπορία, είχαν στον ίδιο χώρο ζυγαριά ακριβείας κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών ουσιών, συσκευή ελέγχου της γνησιότητας των νομισμάτων που θα εισέπρατταν από την πώληση, μετέβαιναν τακτικά εκεί προκειμένου προδήλως να λαμβάνουν μικρές ποσότητες προς πώληση, είχαν δηλαδή πλήρη υποδομή για διενέργεια πωλήσεως των ναρκωτικών, ομοίως δε κατείχαν στον ίδιο χώρο πλήθος όπλων και πυρομαχικών, χωρίς να σταθμίσουν την τεράστια ζημία που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σε ανθρώπους, κυρίως νέους, που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ως άνω πράξεων με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του άρθρου 23 του ν.3459/2006, ο πρώτος ως τοξικομανής, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως. Στον δεύτερο πρέπει να αναγνωριστεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ ελαφρυντικό, το οποίο του είχε αναγνωρισθεί με την εκκαλουμένη. Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και παρ. 2 Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και ζ' Κ.Ν.Ν. 3459/2006). Ειδικότερα σ' αυτήν (την αιτιολογία) περιλαμβάνονται τα στοιχεία της κατοχής και της αγοράς και ο σκοπός αυτών των πράξεων προς εμπορίαν ως και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει αυτός. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. 2 περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι αναίρεσης και των δύο αναιρετηρίων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στο άρθρ. 510 § 1 του ΚΠΔ προβλεπομένων λόγων αναίρεσης.
II. Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2161/1993 και όπως ίσχυε, μετά επίσης την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ. 2 και 3 του ν. 3189/2003 κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (22-4-2004), "όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους. Η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικά δικής του ανάγκης για τη συγκεκριμένη ουσία, γίνεται με συνεκτίμηση του είδους της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερόμενων στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου". Επίσης κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 2160/1993, "όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού", κατά δε την παράγραφο 4α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2β' του ν. 2408/1996. "δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αν είναι υπαίτιος τελέσεως της πράξεως του άρθρου 12 παρ. 1 παραμένει ατιμώρητος και εφαρμόζονται σ' αυτόν οι διατάξεις του άρθρου 14 του παρόντος νόμου". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος όταν προβάλει τον ισχυρισμό, προκειμένου να γίνει μεταβολή της κατηγορίας και να παραμείνει ατιμώρητος, ότι είναι τοξικομανής και ότι προμηθεύθηκε την ναρκωτική ουσία για δική του αποκλειστική χρήση, πρέπει, για την πληρότητα του ισχυρισμού αυτού να προσδιορίζει ακριβώς και την ποσότητα της ημερήσιας δόσης συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας, που ήταν απολύτως αναγκαία σ' αυτόν, ως τοξικομανή. Περαιτέρω, για να συντρέξει η από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ. προβλεπόμενη ελαφρυντική περίσταση, πρέπει η μετάνοια του κατηγορουμένου, να είναι ειλικρινής, και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και να μαρτυρούν ότι αυτός επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Τέλος, για να συντρέξει και η από το ίδιο πάνω άρθρο 84 "παρ. 2 εδ. ε' άλλη ελαφρυντική περίσταση, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, πρέπει η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας της πράξης του, αλλά και πρέπει ν' αναφέρει ο κατηγορούμενος τα συγκεκριμένα περιστατικά, που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, καλή συμπεριφορά του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν με σημείωμα που κατέθεσαν για καταχώρηση του στα πρακτικά και ανέπτυξαν και προφορικά ν' αναγνωρισθεί, αντιστοίχως στον μεν 1ο κατηγορούμενο ότι η ποσότητα των ναρκωτικών προοριζόταν για δική του αποκλειστικά χρήση, χωρίς αναφορά της ποσότητας της ημερήσιας δόσης που ήταν απολύτως αναγκαία σ' αυτόν, ως τοξικομανή, ως και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' Π.Κ, με την επίκληση μόνο του πραγματικού περιστατικού ότι οδήγησε αυτός τους αστυνομικούς στο διαμέρισμα, που είχε εκμισθώσει στον απόντα συγκατηγορούμενό του, στο δε 2ο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 ε' Π.Κ., χωρίς αναφορά περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι μετά την πράξη του και για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε αυτός καλά. Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί ήταν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (αόριστοι) και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επ' αυτών πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Παρά ταύτα απέρριψε τους μεν ως άνω ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου με την αιτιολογία όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό ότι "δεν πρόκειται για μικροποσότητα, είχε κατανεμηθεί σε ανισοβαρείς δόσεις και υπήρχε ζυγαριά ακριβείας, κατάλληλη προς ζύγιση ναρκωτικών ουσιών" όσον δε αφορά τον δεύτερο ότι "δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να θεμελιώνουν την μεταμέλεια αυτού, η οποία βεβαίως δεν νοείται εφόσον αυτός δεν παραδέχεται τις πράξεις του, χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι οδήγησε τους Αστυνομικούς στο διαμέρισμα που είχε εκμισθώσει στον συγκατηγορούμενό του" τον δε ισχυρισμό του δευτέρου κατηγορουμένου "γιατί αυτός είναι ήδη φυγόποινος, αποφεύγοντας να υποβληθεί στην εκτέλεση της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά και γιατί το χρονικό διάστημα που διήλθε μέχρι σήμερα από την τέλεση των πράξεων, εν όψει της βαρύτητας αυτών δεν θεωρείται σχετικά μεγάλο. Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου από τα άρθρα 510 § 1 στοιχ. Δ' σχετικοί λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Επειδή η παράλειψη της εξέτασης προταθέντος μάρτυρα υπεράσπισης από το διευθύνοντα τη συζήτηση δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρ. 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠΔ, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση τούτου, σε περίπτωση δε άρνησης απόφασης ή παρά το νόμο απόρριψης του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, από αυτό υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο της από 10-2-2009 αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβίασης διάταξης που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν κάλεσε για να εξετασθεί τον από τον συνήγορό του προταθέντα μάρτυρα υπεράσπισης ΒΒ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, ανεξάρτητα του ότι στα πρακτικά της δίκης δεν αναφέρονται ποια ήταν τα ονόματα των μαρτύρων υπεράσπισης τα οποία περιέχοντο στο σημείωμα το οποίο οι συνήγοροι υπεράσπισης παρέδωσαν στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, και συνεπώς αν μεταξύ αυτών ήταν και ο ως άνω μάρτυς, δεν προκύπτει από αυτά (πρακτικά) ότι επί παραλείψεως του Προέδρου να καλέσει αυτόν προς εξέταση, προσέφυγε ο συνήγορος του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, ώστε σε περίπτωση που αρνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί ή απορρίψει παρά το νόμο το αίτημα να ιδρύεται κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ και μόνο λόγος για έλλειψη ακρόασης. IV.- Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο κατ' εκτίμηση, τέταρτος λόγος της από 10-2-2009 αίτησης του Χ1 (2ου κατηγορουμένου) για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο προς σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του με την ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων εγγράφων και εκείνων που προσκομίσθηκαν από τον συνήγορο τούτου (δεύτερου κατηγορουμένου) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο τα αναγνωσθέντα και προσκομισθέντα από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορουμένου. Και τούτο καθόσον από την στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφαση φράση "καθώς και από τα έγγραφα, που ότι ο πρώτος αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά" προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συνεπώς και τα έγγραφα που επικαλείται ο ως άνω αναιρεσείων, αφού, οι παρεμβαλλόμενες μεταξύ της λέξης "που" και της λέξης "αναγνώσθηκαν" τρεις λέξεις "ότι ο πρώτος" έχουν παρεμβληθεί από προφανή παραδρομή. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 9/2/2009 και από 10/2/2009 αιτήσεις των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση της 3035/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών από κοινού, από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την κατοχή και αγορά ναρκωτικής ουσίας. Όταν ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό, προκειμένου να γίνει μεταβολή της κατηγορίας ότι είναι τοξικομανής και ότι προμηθεύτηκε την ναρκωτική ουσία για δική του αποκλειστικά χρήση, πρέπει για την πληρότητα του ισχυρισμού του αυτού να προσδιορίζει ακριβώς και την ποσότητα της ημερήσιας δόσης της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας που ήταν απολύτως αναγκαία σ' αυτόν ως τοξικομανή. Απόρριψη ως αόριστου του ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 Π.Κ. Η παράλειψη της εξέτασης προταθέντος μάρτυρα υπεράσπισης από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ΄ ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 § 2 ΚΠΔ, δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστή-ριο προς άσκηση. Απορρίπτεται ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντα διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι επί παραλείψεως του Πρόεδρου να καλέσει τον μάρτυρα αυτόν προς εξέταση, προσέφυγε ο συνήγορος του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συναυτουργία, Κατηγορίας μεταβολή, Ακροάσεως έλλειψη, Μάρτυρες.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1872/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπακωνσταντίνου περί αναιρέσεως της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.771/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί σε αίτημα του κατηγορουμένου για την ανάγνωση εγγράφων της αποδεικτικής διαδικασίας ή αν ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται σχετική και απόλυτη κατά περίπτωση ακυρότητα. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο δικαστήριο, τα αποδεικτικά επιδόσεως των κλήσεων αυτών, παρεμπίπτουσες αποφάσεις, τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικά τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην ... την 22.9.03 εκμεταλλευόμενος την κάποια επαγγελματική σχέση του με τον υπομηχανικό ΑΑ (είχαν συνεργαστεί παλαιότερα με την ανάθεση στον τελευταίο τοπογραφικών διαγραμμάτων οικοπέδων γης που ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόταν ή είχε πρόθεση να το πράξει) και επωφελούμενος της σύντομης απουσίας του από το γραφείο του, χρησιμοποίησε την επαγγελματική σφραγίδα του πολιτικού μηχανικού Ψ, την οποία ο τελευταίος είχε εμπιστευθεί στον ΑΑ και έθεσε επί του τοπογραφικού διαγράμματος που απεικόνιζε την ιδιοκτησία του εντολέα του ΒΒ, στον οποίο είχε εμφανιστεί ως πολιτικός μηχανικός και είχε αναλάβει τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος της ιδιοκτησίας του. Επίσης, εκτός από την υπογραφή και σφραγίδα του πολιτικού μηχανικού ΒΒ, έθεσε χειρόγραφη δήλωση του Ν. 651/77 και 1337/83 με την οποία δηλωνόταν ότι το οικόπεδο που απεικονιζόταν στο διάγραμμα ήταν εντός οικισμού, άρτιο και οικοδομήσιμο. Πλην όμως, όλα τα ανωτέρω στοιχεία και ειδικότερα η υπογραφή και η σφραγίδα, καθώς και οι δηλώσεις του φερόμενου ως συντάκτη Ψ είχαν τεθεί από τον κατηγορούμενο χωρίς την γνώση ή την συναίνεσή του, προκειμένου να παραπλανηθεί ο εντολέας του ΒΒ στον οποίο είχε εμφανιστεί ως πολιτικός μηχανικός ότι αυτός είχε καταρτίσει νομότυπο τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου του και έτσι μπορέσει να το χρησιμοποιήσει (ο τελευταίος) όπως και έγινε στην κατάρτιση του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δαφνούλας Ιατρού - Ξηρού που αφορούσε δωρεά του ανωτέρω ακινήτου από τον ΒΒ στον ΓΓ. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που έθεσε την υπογραφή και σφραγίδα του μηχανικού (αναφέρεται το επώνυμο του Ψ) αποδεικνύεται από το ότι ο τελευταίος ουδεμία σχέση ή επαφή είχε με τον εγκαλούντα εκτός με εκείνη με τον ΑΑ, με τον οποίο στο παρελθόν είχε συνεργαστεί και εξ αιτίας αυτής προφανώς της συνεργασίας βρισκόταν η σφραγίδα του στα γραφεία του τελευταίου, όπως και από το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε σε τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχε με τον πολιτικό μηχανικό που ανέλαβε στη συνέχεια και μετά την αποκάλυψη της πλαστότητας του τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο εκτός από τα άνω ψευδή στοιχεία είχε και εσφαλμένη απεικόνιση του ακινήτου, το οποίο εμφάνιζε μικρότερο σε σχέση με την παρακείμενη ιδιοκτησία του κατηγορουμένου, ότι αυτός ήταν πολιτικός μηχανικός και είχε αρμοδιότητα να συντάξει ως εκ τούτου το τοπογραφικό διάγραμμα. Επίσης, ο ίδιος παραδέχθηκε στον εγκαλούντα και περιέχεται στην κατάθεση του τελευταίου, χωρίς να διαψεύδεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της δικογραφίας, σε τηλεφωνική τους επικοινωνία σχετικά με την υπογραφή του στο ένδικο τοπογραφικό διάγραμμα ότι το έκανε για να εξυπηρετήσει κάποιον "φουκαρά", δηλαδή ότι είχε την πρόθεση να βεβαιώσει, όπως και έγινε στο τέλος, τα στο κατηγορητήριο ψευδή άνω γεγονότα. Αλλά και η τυφλότητα του εντολέα του, ο οποίος δεν μπορούσε να διακριβώσει ότι υπήρχε άλλο όνομα και σφραγίδα στην θέση του πολιτικού μηχανικού από εκείνο του κατηγορουμένου ήταν ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο αυτός εκμεταλλεύτηκε για να τελέσει την εγκληματική του ενέργεια, η οποία διαπιστώθηκε όταν ο ενδιαφερόμενος προσκόμισε το τοπογραφικό διάγραμμα στη συμβολαιογράφο, η οποία του είπε ότι συντάκτης ήταν κάποιος ... (αναφέρεται το επώνυμο του Ψ). Τέλος, μόνος που είχε έννομο συμφέρον από την πλαστογράφηση του συγκεκριμένου τοπογραφικού διαγράμματος ήταν ο κατηγορούμενος, αφού και την αμοιβή του "μηχανικού" εισέπραξε και το ακίνητο στο τοπογραφικό εμφάνισε κατά 20 τ.μ. μικρότερο προς όφελος της όμορης ιδιοκτησίας του. Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο πείσθηκε ότι αυτός είχε τελέσει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ότι ενώ ανέγνωσε τα τοπογραφικά που ελήφθησαν από την Πολεοδομία, παρέλειψε να προβεί σε σχολιασμό αυτών και να συγκρίνει τις υπάρχουσες υπογραφές και λοιπά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η ταυτότητα του προσώπου που έθεσε τις υπογραφές και τα στοιχεία αυτά ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλομένη απόφαση από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι ο αναιρεσείων έλαβε αμοιβή, ούτε σχολιάζεται η υπ' αριθ. 20/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας η οποία απέρριψε την αγωγή του ΒΒ και ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγράψει το αναγνωσθέν τοπογραφικό που συνετάγη προς τριακονταετίας, από το οποίο προέκυπτε πλήρως ότι το νέο τοπογραφικό που συνετάγη καθ' υπόδειξη των ορίων από αυτόν (αναιρεσείοντα) απέδιδε την πραγματικότητα και την αλήθεια, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες αφού, όπως και στην μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρεται, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα ενώ δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. Επίσης και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιλαμβάνει μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και το φερόμενο ως πλαστό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, παρά το γεγονός ότι ως προς αυτό γίνεται επανειλημμένη αναφορά στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι, όπως και ανωτέρω εκτίθεται, δεν απαιτείται η ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, αφού πράγματι αυτό είναι και το αντικείμενο του εγκλήματος της πλαστογραφίας. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. Γ στοιχ. Δ Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλον λόγο αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Οκτωβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι κατά τον αναιρεσείοντα, το Δικαστήριο προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και περιέχει αυθαίρετα συμπεράσματα. Τέλος, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν περιλαμβάνεται, ενώ θα έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα, να περιληφθεί και το φερόμενο ως πλαστό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, διότι η απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα. Δεν απαιτείται η ανάγνωση του πλαστού εγγράφου, διότι τούτο είναι το αντικείμενο του εγκλήματος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 1
|
Αριθμός 1870/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, περί αναιρέσεως της 363-363α/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 250/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α1 και η' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, 93 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τιμωρείται με τις εκεί προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, διαμετακομίζει ναρκωτικά ή αποστέλλει ή παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα που περιέχουν οποιοδήποτε ναρκωτικό ή δίνει εντολή σε άλλον για όμοια αποστολή ή παραλαβή. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ως άνω διακεκριμένο και αυτοτελές έγκλημα της αποστολής δέματος, που περιέχει ναρκωτικές ουσίες, το οποίο, σημειωτέον αποτελεί ειδικότερη μορφή μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, πραγματώνεται, αντικειμενικώς, με την παράδοση του δέματος, που περιέχει τη ναρκωτική ουσία στον μεταφορέα για τη μεταφορά του στον παραλήπτη, χωρίς να απαιτείται η παράδοση του δέματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι το δέμα περιέχει ναρκωτική ουσία και τη θέληση (αποκλείεται ο ενδεχόμενος δόλος) πραγματώσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Εν προκειμένω, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την 363-363α/2007 απόφασή του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε φυλάκιση δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), για αποστολή δέματος με ναρκωτικές ουσίες από μη τοξικομανή. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 9.10.2003, σε έλεγχο, που όργανα του Λιμενικού Σώματος έκαναν σε ασυνόδευτα δέματα, κατά τον απόπλου από το λιμάνι του ... του Ε/Γ - Ο/Γ "Ε... Σ...", βρήκαν σε ένα από αυτά 1) μία πλαστική συσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους 4,7 γραμμαρίων, 2) μία πλαστική συσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους 0,9 γραμμαρίων και 3) ένα κινητό τηλέφωνο και μία λάμπα. Από τα στοιχεία που του έδωσε ο αποθηκάριος του πλοίου, διαπιστώθηκε ότι αποστολέας ήταν ο κατηγορούμενος Χ και παραλήπτης ο ήδη αποβιώσας (αρχικά δεύτερος κατηγορούμενος) ΑΑ, ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Η εν λόγω μεταφορά των ως άνω ναρκωτικών ουσιών έγινε από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να μεταφερθούν αυτά στον ΑΑ, ο οποίος κατά τον ανωτέρω χρόνο ζούσε στο νησί της ... . Είχαν δε συμφωνήσει για την ως άνω μεταφορά τους, καθώς και για τον τρόπο και το μέσο της αποστολής τους. Γνώριζε δε ο κατηγορούμενος ότι μέσα σ' αυτό το ανωτέρω δέμα περιείχε τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες και έθεσε στη θέση του αποστολέως το όνομά του, γιατί δεν πίστευε ότι θα επακολουθούσε έλεγχος του περιεχομένου του. Όλα αυτά αποδείχθηκαν από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία αναννώσθηκαν. Ειδικά από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΒΒ- λιμενικού υπαλλήλου, που αναγνώστηκε, ως περιλαμβανομένη στην αναννωσθείσα εκκαλουμένη απόφαση, επιβεβαιώνονται όλα τα ανωτέρω, που αφορούν την αποστολή του ως άνω δέματος στον προαναφερόμενο παραλήπτη του, με τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε συνεχείς επαφές. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, αλλ' ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν για την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και όχι συγκεκριμένα περιστατικά της ως άνω πράξης του. Περαιτέρω, ο τελευταίος ισχυρίζεται με τους έγγραφους ισχυρισμούς του, ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη, γιατί δεν ηδύνατο να γνωρίζει την ύπαρξη ναρκωτικών ουσιών εντός του δέματος. Ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν είναι αυτοτελής εκ του άρθρου 30 Π Κ, όπως επικαλείται ο κατηγορούμενος, αλλά αποτελεί άρνηση της εις βάρος του κατηγορίας. Ανεξαρτήτως όμως αυτών, ο εν λόγω ισχυρισμός αποδείχθηκε ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, γιατί προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο του ως άνω δέματος με τις ναρκωτικές ουσίες, γεγονός το οποίο δεν ανατρέπεται από το ότι εντός αυτού ήταν και ένα κινητό τηλέφωνο. Αυτός δε ήταν που έθεσε το όνομά του στη θέση του αποστολέως, το απέστειλε στον ανωτέρω χρήστη ναρκωτικών ουσιών, ενώ αυτός δεν ήταν τοξικομανής. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ., που του χορηγήθηκαν πρωτοδίκως, ενώ πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης". Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ. η' του ν. 1729/1987, όπως σήμερα ισχύει, την οποία εφήρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσειοντος ότι στο δέμα, το οποίο απέστειλε, περιέχονταν ναρκωτικές ουσίες Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ, καθ' ό μέρος πλήττεται η απόφαση ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, με τις ειδικότερες αιτιάσεις της εσφαλμένης εκτιμήσεως εγγράφων και καταθέσεως μάρτυρος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Επειδή, η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 30 του Ποινικού Κώδικα περί πραγματικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξεως στον δράστη. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 30 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιας του ή της εσφαλμένης αντιλήψεως του. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την πιο πάνω διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίω κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής αναπτύξεως τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (ΟλΑΠ 2/2005).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί πραγματικής πλάνης. Ο λόγος όμως αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός υποβλήθηκε με έγγραφο από την συνήγορο του αναιρεσείοντος και ενσωματώθηκε στα πρακτικά, χωρίς όμως να αναπτυχθεί και προφορικά, ούτε προκύπτει ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αναγνώσθηκε στο Δικαστήριο. Από την περιληφθείσα δε στα πρακτικά φράση ότι "η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την απαλλαγή του πελάτη της διότι τελούσε σε πραγματική πλάνη και παρέδωσε τους ακόλουθους γραπτούς ισχυρισμούς" δεν προκύπτει και ότι ο ισχυρισμός αυτός αναπτύχθηκε και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απήντησε. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.1.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 363-363α/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά Έλλειψη αιτιολογίας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί Αν δεν αναπτυχθούν προφορικά, είναι απαράδεκτοι και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1869/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βώβο, περί αναιρέσεως της 105/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. α' και ζ' του ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/26.7.93 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τιμωρείται με τις εκεί προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται α) ότι η κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά το ποινικό δίκαιο, έχει την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Υπό την έννοια δε αυτή δράστες (αυτουργοί) του παραπάνω εγκλήματος μπορεί να είναι και περισσότεροι, χωρίς κατ' ανάγκη να τους συνδέει κοινός δόλος, β) μεταφορά ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν ο δράστης φέρει μαζί του, διακινώντας από τόπο σε τόπο, την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με πρόθεση περαιτέρω διαθέσεως αυτής. Η μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας, μπορεί να γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, είτε με μεταφορικό μέσο, είτε με μετακίνηση αυτού (δράστη), μεταφέροντος αυτήν στις αποσκευές του. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 46 παρ.1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας, απαιτείται ηθελημένη, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση και παραγωγή αποφάσεως από κάποιον σε άλλον για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξεως και ο άλλος (αυτουργός) να διαπράξει την άδικη πράξη, την οποία αποφάσισε, κατά τον ανωτέρω τρόπο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 152/2007 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα α) ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της εισαγωγής στη Χώρα, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών που τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και μη διάδικος στην παρούσα διαδικασία Χ2 και β) ψευδούς δηλώσεως και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Πενταμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι είναι Αλβανοί υπήκοοι και διαμένουν από χρόνια στην ... . Τις πρωινές ώρες της 5.7.2005, άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ... εκινούντο με υπηρεσιακό όχημα στην επαρχιακή οδό ...-... . Σε μια στροφή του δρόμου διασταυρώθηκαν με ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που εκινείτο με κατεύθυνση προς ... . Αυτοί θεώρησαν ύποπτο το αυτοκίνητο και αφού έκαναν αναστροφή προσπάθησαν να ακολουθήσουν το αυτοκίνητο για να το ελέγξουν. Ο οδηγός του αυτοκινήτου το οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα σε ερημική τοποθεσία και στη συνέχεια το εγκατέλειψε και κινήθηκε προς το βουνό. Στη συνέχεια, οι αστυνομικοί αφού έφθασαν το παραπάνω αυτοκίνητο, προσπάθησαν να συλλάβουν τον οδηγό, πλην όμως αυτό κατέστη ανέφικτο λόγω του σκότους και του δύσβατου της περιοχής. Σε έρευνα που έκαναν στο ΙΧΕ αυτοκίνητο βρέθηκαν τέσσερις σάκοι με 116 δέματα του ενός κιλού ινδικής κάνναβης, ήτοι συνολικά 116 κιλά ινδικής κάνναβης. Στο ίδιο αυτοκίνητο βρέθηκε το από 4.7.2005 μισθωτήριο συμβόλαιο εκμίσθωσης αυτοκινήτου, από το οποίο προέκυπτε ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε μισθώσει ο πρώτος κατηγορούμενος από την εταιρεία ... . Σε τηλεφωνική επικοινωνία των αστυνομικών με τον πρώτο κατηγορούμενο βρέθηκε αυτός στην οικία του, στην ... και σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών για την τύχη του μισθωμένου αυτοκινήτου, απάντησε ότι βρίσκεται στο δρόμο, έξω από την οικία του. Όταν οι αστυνομικοί του γνώρισαν ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο βρισκόταν σε περιοχή των ..., μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας ... και δήλωσε ότι το προδιαληφθέν αυτοκίνητο εκλάπη την προηγούμενη ημέρα. Σε έρευνα δακτυλικών αποτυπωμάτων, που έγινε στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, βρέθηκαν τα δακτυλικά αποτυπώματα του δευτέρου κατηγορουμένου, όπως προκύπτει ιδία από το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή τους στις πράξεις που κατηγορούνται. Ο πρώτος τούτων, αφού, όπως προαναφέρεται, αρχικά αρνήθηκε τα πάντα και μάλιστα κατέθεσε μήνυση ψευδή εν γνώσει του για κλοπή του αυτοκινήτου, στη συνέχεια ομολόγησε ότι το μίσθωσε και το παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, κουνιάδο του, "προκειμένου να πάει βόλτα με την κοπέλα του". Ο δεύτερος κατηγορούμενος, αρνούμενος οποιαδήποτε συμμετοχή, δικαιολογεί την ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε τη γυναίκα του και το παιδί του στο σπίτι του και αυτός άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να πάρει και να μεταφέρει το παιδί. Ειδικότερα, απ' όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, χωρίς να είναι τοξικομανής, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο κατείχε την προμνημονευόμενη ποσότητα των 116 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, την εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια και την μετέφερε με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εντός της Ελληνικής Επικράτειας με άγνωστο προορισμό. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρεται είχε μισθώσει το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το παρέδωσε στον δεύτερο και με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, τον έπεισε να τελέσει τις προπεριγραφόμενες πράξεις. Ο ισχυρισμός του ότι το έδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο "για να πάει βόλτα με την κοπέλα του" δεν είναι πειστικός, διότι είναι όψιμος, ήτοι μετά την ανεύρεση των δακτυλικών αποτυπωμάτων στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ενώ αρχικά είχε ισχυριστεί ότι το αυτοκίνητο ήταν έξω από την οικία του και στη συνέχεια υπέβαλε ψευδή μήνυση για κλοπή του. Εξάλλου από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδείχθηκε ότι αυτός (1ος κατηγορούμενος) έπεισε τον δεύτερο κατηγορούμενο να τελέσει τις παραπάνω πράξεις, λαμβανομένων υπόψη, αφ' ενός μεν της παραχώρησης του αυτοκινήτου, αφετέρου της μεγαλύτερης ηλικίας του. Επομένως, ο ισχυρισμός του συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου ότι η οποιαδήποτε συμμετοχή τούτου στις παραπάνω πράξεις φέρει τη μορφή της απλής συνέργειας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ1 επάγγελμα τέλεσης των πράξεων και του ιδιαίτερα επικίνδυνου των δραστών, εφόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν αυτές τις επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσης των πράξεων". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 περ. α' και ζ' του ν. 1729/1987 όπως σήμερα ισχύει και 46 παρ.1 εδ. α' και 230 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων έπεισε τον συγκατηγορούμενό του, φυσικό αυτουργό να τελέσει τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, της κατοχής και μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, αφού με την αναφορά, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, ότι ο αναιρεσείων "με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του την απόφαση να μεταφέρει την παραπάνω ναρκωτική ουσία", επαρκώς αιτιολογείται η κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος, ως ηθικού αυτουργού στην τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό του μεταφορά ναρκωτικής ουσίας, δεδομένου ότι αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την θεμελίωση της σχετικά με αυτήν κρίσης του Δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την εν λόγω κρίση Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 24.3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 105/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία στις πράξεις της εισαγωγής στη Χώρα, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και συνήθεια με περιστάσεις που μαρτυρούν δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ψευδής καταμήνυση. Λόγος αναιρέσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1871/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 240/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1383/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης εκείνος που με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση για την εκτέλεση της άδικης πράξεως που τέλεσε εκείνος, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως για τέλεση ορισμένης αδικοπραγίας, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση για την τέλεση άδικης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του Ποινικού Κώδικα, με την τρίτη των οποίων καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών, από το αξιόποινο εκείνου που τέλεσε την πράξη, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξη για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για τον λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή γιατί βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 240/2.6.2008 απόφαση του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δεκατεσσάρων μηνών για ηθική αυτουργία σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, που διέπραξε χωρίς δόλο ο αυτουργός τούτων, Κ1. Για να καταλήξει το Δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας 1) στην πράξη της απάτης, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και 2) στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που αποδίδονται σ' αυτόν και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτός στην... την 8.8.2000 με προτροπές, συνεχείς, φορτικές συμβουλές και παραινέσεις, προκάλεσε με πρόθεση στον Κ1 την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της απάτης, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που ο τελευταίος διέπραξε κατά τα αντικειμενικά τους στοιχεία και ειδικότερα αυτός (Κ1) α) στον παραπάνω τόπο και χρόνο να εμφανιστεί στους υπαλλήλους της ... Δ.Ο.Υ. ... και να παραστήσει σ' αυτούς ψευδώς ότι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος "...", του οποίου γενικός γραμματέας ήταν ο Κ1 είναι διοργανωτής και διαχειριστής των εισπράξεων της συναυλίας με τους ερμηνευτές ... και ... στο χώρο των εκδηλώσεων του ..., καταθέτοντας στην Υπηρεσία αυτή την υπ' αριθμ. 20 και από 8.8.2000 αίτηση, ενώ αληθές ήταν ότι πραγματικός διοργανωτής της συναυλίας αυτής ήταν ο Χ1, πείθοντας έτσι τον Προϊστάμενο της ... ΔΟΥ ... να εγκρίνει επί της ανωτέρω αιτήσεως την απαλλαγή από την καταβολή του ΦΠΑ επί των εισπράξεων της ανωτέρω συναυλίας. Με τον τρόπο αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο ζημιώθηκε με το ποσό των τριών εκατομμυρίων τετρακοσίων δέκα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (3.410.640) δραχμών, που αφορούσε τη μη καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ επί των εισπράξεων από την πώληση των εισιτηρίων της ανωτέρω συναυλίας που ανήλθαν στο ποσόν των 18.948.000 δρχ. για τη συναυλία της 134.8.2000, δηλαδή ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, με αντίστοιχο παράνομο όφελος του ιδίου (Χ1), δηλαδή να ενεργήσει με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, η δε ζημία που προξενήθηκε από την πράξη του είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ενήργησε δε ο Κ1 χωρίς δόλο και β) στον ανωτέρω τόπο και χρόνο να προσέλθει στους υπαλλήλους τής ...ΔΟΥ ... και να παραστήσει σ' αυτούς ψευδώς ότι ο Ποδοσφαιρικός Σύλλογος "...", του οποίου γενικός γραμματέας ήταν ο Κ1, είναι διοργανωτής και διαχειριστής των εισπράξεων της συναυλίας με τους ερμηνευτές ... και .... στο χώρο των εκδηλώσεων του ..., καταθέτοντας στην Υπηρεσία αυτή την υπ' αριθμ. 20 και από 8.8.2000 αίτηση, με την οποία ζητούσε έγκριση απαλλαγής από την καταβολή του ΦΠΑ επί των εισπράξεων της συναυλίας αυτής και ζήτησε να βεβαιωθεί αυτό σε δημόσιο έγγραφο, βεβαίωση η οποία θα είχε ως συνέπεια την απαλλαγή από την καταβολή του ΦΠΑ επί των εισπράξεων της πιο πάνω συναυλίας, πετυχαίνοντας έτσι να εγκριθεί από τον Προϊστάμενο της ...ΔΟΥ ... η απαλλαγή από την καταβολή του ΦΠΑ επί των εισπράξεων της συναυλίας αυτής, για τα υπ' αριθμ. 1 έως 6.000 εισιτήρια των 5.000 δρχ. έκαστο και για τα υπ' αριθμ. 6.001 έως 7.000 εισιτήρια των 3.000 δρχ. έκαστο, δηλαδή να πετύχει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσια έγγραφα αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενήργησε δε ο Κ1 χωρίς δόλο. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι πραγματικός διοργανωτής και διαχειριστής των εισπράξεων ήταν ο ίδιος και όχι ο Α.Π.Σ. "....", όπως αναληθώς παραστάθηκε από τον Κ1 στους υπαλλήλους της ..' ΔΟΥ .... Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, που είναι κάτοικος ...., μετέβη στην... και συναντήθηκε με τους παραπάνω, προκειμένου να διακανονίσει τα ζητήματα της συναυλίας, που επρόκειτο να γίνει στις 13.8.2000, με κύριο εκείνο της απαλλαγής από τον ΦΠΑ που εδικαιούτο το αθλητικό σωματείο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 22 Ν. 2859/2000 (παρ. 1 δ' και 1 η'). Μεταξύ των παραπάνω ήταν γνωστό ότι από πλευράς του το σωματείο δεν επρόκειτο να προβεί στη διοργάνωση της συναυλίας, διότι δεν είχε σχετική εμπειρία, αλλά ούτε και ανέθεσε με άτυπη σύμβαση μίσθωσης έργου τη διεξαγωγή της συναυλίας στο Χ1 , πράγμα που θα συνεπαγόταν ιδιαίτερη διαδικασία, απόφαση του Δ.Σ. και εγγραφή στα βιβλία του, με τις αντίστοιχες φορολογικές επιβαρύνσεις. Έτσι, ο Χ1 που δραστηριοποιείτο στο χώρο εκδηλώσεων συναυλιών, έχοντας τη σχετική εμπειρία, ήταν εκείνος που αναζητούσε κάποιο ενδιαφερόμενο αθλητικό σωματείο, ενδιαφερόμενος ο ίδιος ως οργανωτής συναυλίας να επιτύχει διά μέσου αυτού την απαλλαγή από το ΦΠΑ, δηλ. να εκμεταλλευτεί την ευεργετική διάταξη του νόμου προς τα αθλητικά σωματεία, υποσχόμενος ότι εξαιτίας της διευκόλυνσης θα δώσει ποσό των εσόδων και κερδών του από τις εισπράξεις της συναυλίας, προς οικονομική ενίσχυση του συλλόγου. Ο Κ1 μετέφερε τις διαβεβαιώσεις αυτές στη διοίκηση του συλλόγου, οι οποίοι γνωρίζοντας το ενδιαφέρον αυτού αλλά και του .... για την υποστήριξη του συλλόγου, τον άφησαν εν λευκώ να διαχειριστεί το ζήτημα. Έτσι, ο Κ1, που είχε την ιδιότητα του γενικού γραμματέα του συλλόγου, υπέγραψε την υπ' αριθμ. 20/8/8.2000 αίτηση, υπό την επωνυμία του αθλητικού σωματείου, όπου έθεσε και τη σφραγίδα του, απευθυνόμενη προς τη ... ΔΟΥ ...., με την οποία το σωματείο αιτείτο από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία, ως διοργανωτής συναυλίας στις 13.8.2000 στο ... με τους παραπάνω καλλιτέχνες, απαλλαγή του ΦΠΑ επί των εισπράξεων, με προβλεπόμενη διάθεση εισιτηρίων 1 - 6.000 των 5.000 δρχ. και 6000 - 7.000 των 3.000 δρχ., την οποία υπέβαλε προς τη ...ΔΟΥ ... και την 9.8.2000 καταχωρήθηκε 10028/9.8.2000, προς άμεση έγκριση και η οποία έγινε δεκτή, καθώς εγκρίθηκε η απαλλαγή από τον ΦΠΑ της συναυλίας από τον ποδοσφαιρικό σύλλογο "..." και για τον παραπάνω αριθμό εισιτηρίων από τον Προϊστάμενο της ... ΔΟΥ ..., που υπέγραψε την έγκριση επί της αίτησης. Ο Κ1, κατά τον παραπάνω χρόνο (8.8.2000) εμφανίστηκε στους υπαλλήλους της ... ΔΟΥ ...και συγκεκριμένα στον Προϊστάμενο της υπηρεσίας αυτής, προσκομίζοντας τη σχετική αίτηση παριστάμενος ψευδώς ότι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος είναι διοργανωτής και διαχειριστής των εισπράξεων της συναυλίας και καταθέτοντας αυτήν στην υπηρεσία, πείθοντας τον προϊστάμενο της Β' ΔΟΥ να εγκρίνει την απαλλαγή.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Χ1 των παραπάνω πράξεων". Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα προσδιορίζεται με επάρκεια ο τρόπος και τα μέσα, που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων για να προκαλέσει στον αυτουργό την απόφαση για την τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφαση του, αφού εκτίθεται με σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος έπεισε τον ως άνω Κ1 με προτροπές, συνεχείς φορτικές συμβουλές και παραινέσεις να εμφανισθεί στους υπαλλήλους της ...ΔΟΥ...και να παραστήσει σ' αυτούς ψευδώς το ανωτέρω ψευδή περιστατικά και έτσι να τους πείσει να εγκρίνουν την απαλλαγή από την καταβολή του ΦΠΑ επί των εισπράξεων της συναυλίας, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Ελληνικό Δημόσιο με το ποσό των 3.410.640 δραχμών. Επίσης αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι πραγματικός διοργανωτής και διαχειριστής των εισπράξεων ήταν ο ίδιος και όχι ο Α.Π.Σ. "...", όπως αναληθώς παρέστησε ο Κ1 στους υπαλλήλους της ... ΔΟΥ ... . Οι αναφορές αυτές προσδιορίζουν με επάρκεια τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στον αυτουργό των ως άνω πράξεων την απόφαση για την τέλεση τους, το γεγονός δε ότι ο φυσικός αυτουργός απηλλάγη για έλλειψη δόλου δεν αποκλείει, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη της παρούσας την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε'του ΚΠΔ, λόγοι της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκ πλαγίου παραβιάσεως του περί ηθικής αυτουργίας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τα όσα αναφέρει ο αναιρεσείων για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του ότι το αξιόποινο των προαναφερόμενων εγκλημάτων, που είναι πλημμελήματα και φέρονται τελεσθέντα στις 8 Αυγούστου 2000, εξαλείφθηκε λόγω συμπληρώσεως μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως του χρόνου της οκταετούς παραγραφής, διότι η παραγραφή εξετάζεται και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της και μετά την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι η αναίρεση είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο παραδεκτό και συγχρόνως βάσιμο, προϋπόθεση όμως, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 28.7.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 240/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε απάτη. Λόγοι αναιρέσεως. Πρώτος λόγος, δεν αιτιολογείται η παραδοχή ηθικής βλάβη εκ μέρους του αναιρεσείοντος στις πράξεις του συγκατηγορουμένου του (ο οποίος πρωτοδίκως αθωώθηκε για έλλειψη δόλου) και παραβιάζεται εκ πλαγίου η ουσιαστική διάταξη περί ηθικής αυτουργίας, διότι α) δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και οδήγησαν το παραπάνω Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του, την απόφαση να τελέσει τις ως άνω πράξεις και β) δεν αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία προκάλεσε την ως άνω απόφαση, αφού δεν εξειδικεύεται με επίκληση κάποιου περιστατικού σε τι συνίσταται η γενικός και αορίστως επικαλούμενη πειθώ και φορτικότητα. Αίτημα να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1873/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 1621/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ,1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρία πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Εν προκειμένω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε με την 1621/2007 απόφαση του τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "στην ..., στις 01.07.2003, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Χ2 - Χ1", που εδρεύει στον ..., εξέδωσε από κοινού με τον Χ2, κάτοικο ..., επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 155.000 ευρώ, σε διαταγή ΑΑ και ΣΙΑ Ο.Ε., η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα, στις 02.07.2003 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στην κρίση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Χ1 - Χ2 ΟΕ, που εδρεύει στον ..., εξέδωσε στις 1.7.2003 από κοινού με τον συνέταιρο του Χ2, μία επιταγή ποσού 155.000 ευρώ σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας. Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στις 2.7.2003 προς πληρωμή στην Τράπεζα και τότε διαπιστώθηκε ότι ήταν ακάλυπτη. Υπήρχε χρόνια ανοιχτή συνεργασία μεταξύ της εταιρείας του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας. Ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό έναντι της επίδικης επιταγής. Στις 1 Ιουλίου του 2003 ο ΒΒ, πατέρας του κατηγορουμένου, είχε έρθει ο ίδιος στην ... και έδωσε την επίδικη επιταγή στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας, σφραγισμένη και υπογεγραμμένη, με συμπληρωμένο μόνο το ποσό, αλλά λευκή ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία, για τα οποία συμφώνησαν ότι θα συμπληρωνόταν εκ των υστέρων, κατόπιν συμφωνίας τους. Πράγματι, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας με τον κατηγορούμενο και τον ΒΒ και μόνο μετά από δική τους έγκριση, συμπληρώθηκε η επίδικη επιταγή ως προς τον τόπο και χρόνο έκδοσης της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω πράξη του". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή της επιταγής, η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, ήτοι τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι όπως προαναφέρεται στη μείζονα σκέψη, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συμμέτοχους. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, διότι στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι η επιταγή παραδόθηκε την 1η Ιουλίου 2003 στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας και ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να συμπληρωθεί εκ των υστέρων ως προς τον τόπο και τον χρόνο, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή την ίδια ακριβώς ημέρα είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο χρόνος εκδόσεως της ως άνω επιταγής ήταν πράγματι η 1η Ιουλίου 2003, κατά την οποία παραδόθηκε αυτή στον εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας με τη συμφωνία συμπληρώσεως των προαναφερομένων στοιχείων της. Ενόψει όλων των παραπάνω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά της 1621/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην απόφαση δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συμμετέχοντες. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1882/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κροντηρά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 367, 368, 369/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1340/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 461/8-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την 6711/31-7-08 αίτηση του καταδικασμένου Χ, Ρωμάνου, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 367-369/05 αμετάκλητης απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, που τον καταδίκασε για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία [άρθρα 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1β, 10 παρ.10β και 13α, 14, 16 Ν.2168/93, όπως αντικατ. με το άρθρο 4 παρ.3 Ν.2334/95], σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης ενός έτους και 6 μηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα.
2- Η αίτηση ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του καταδικασμένου Νικολάου Κροντηρά, ο οποίος διορίσθηκε ειδικά για την άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου από τις καταστάσεις υπηρεσίας δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, με την 153/06 Πράξη του, την οποία εξέδωσε συνεπεία της από 24-7-06 αιτήσεως του ενδιαφερομένου για το λόγο ότι στερείται των αναγκαίων οικονομικών πόρων για να διορίσει δικηγόρο της εκλογής του [Ν 3226/2004 Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις]. Η απόφαση κατά της διαδικασίας της οποίας στρέφεται έχει καταστεί αμετάκλητη, καθόσον δεν επιτρέπεται κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο, αφού εκδόθηκε παρουσία του κατηγορουμένου στις 17-6-05, καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου στις 14-9-05 και μέχρι τις 20-7-08 δεν ασκήθηκε κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως [βλ. τα 28/08 και 807/08 πιστοποιητικά του Εφετείου Αθηνών και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα]. Ο λόγος που ασκείται έγκειται στο ότι μετά την οριστική του καταδίκη προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε. Επομένως, η αίτηση είναι νομότυπη, επιτρεπόμενη από το νόμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2,παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία (βλ. ΑΠ 1097/1995/ Π.ΧΡ. ΜΣΤ/1247 ΑΠ 127/2001 Π. Χρ. ΝΑ/896, ΑΠ 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660).
3- Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης , υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα [ΑΠ 756/93 ΠΧΡ. 83/535, ΑΠ 216/98 ΠΧΡ. 98/801].
4- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, [άρθρα 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1β, 10 παρ. 10β και 13α, 14, 16 Ν.2168/93, όπως αντικατ. με το άρθρο 4 παρ.3 Ν.2334/95], σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης ενός έτους και 6 μηνών, για τους εξής λόγους: Στο ..., στη θέση ..., στις 12-9-03, ώρα 00.45, με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας υπό τα εξής κατ' εκτίμηση περιστατικά: Βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε και σκότωσε τον ομοεθνή του ΩΩ, πυροβολώντας τον εξ επαφής με το δίκαννο κυνηγετικό όπλο, το οποίο παρανόμως, χωρίς δηλ. άδεια του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών, έφερε μαζί του. Ο λόγος που τον σκότωσε οφείλεται σε λόγους ερωτικής αντιζηλίας, γιατί η πρώην ερωμένη του, ΑΑ, προτιμούσε αυτόν ως ερωτικό της σύντροφο. Ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε τούτους, ΑΑ και θύμα, να ερωτοτροπούν μέσα σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο [ατράκτορα], όπλισε το όπλο του, πλησίασε το αυτοκίνητο, πυροβόλησε στον αέρα για να τους εξαναγκάσει να εξέλθουν απ' αυτό και όταν το θύμα εξήλθε και βεβαιώθηκε για την ταυτότητά του, το πυροβόλησε εξ επαφής στο στέρνο του με αποτέλεσμα να επιφέρει τον ακαριαίο θάνατό του. Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του υποστηρίζει ότι το δικαστήριο έσφαλε που ήχθη στην καταδικαστική απόφαση, για τους εξής λόγους: 1) δεν προσήλθε στο δικαστήριο η μάρτυρας ΑΑ για να καταθέσει, καθόσον δεν κλητεύθηκε καθόλου, 2) δεν διενεργήθηκε αναπαράσταση του εγκλήματος για να διευκρινισθούν οι λεπτομέρειές του, 3) δεν διενεργήθηκε ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί η ικανότητά του για καταλογισμό, 4) δεν του παραδόθηκε η δικογραφία στα ελληνικά ή στα ρουμάνικα για να μπορέσει να αναπτύξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και 5) η διερμηνέας δεν ερμήνευσε ορθά τις θέσεις του και δη ενώ αυτός μετά την πράξη είπε "ξαφνιάστηκα και το όπλο εκπυρσοκρότησε", η διερμηνέας μετέφρασε ότι "σήκωσα το όπλο". Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν συγκροτούν νέα γεγονότα και αποδείξεις, όπως τα χαρακτηρίζει εσφαλμένα ο αιτών, τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας.
5- Κατ' ακολουθία, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί τούτος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
Για τούτο προτείνω
Α- Να απορριφθεί η 6711/31-7-08 αίτηση του καταδικασμένου Χ, Ρωμάνου, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 367-369/05 αμετάκλητης απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών Και
Β- Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 €.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η 6711/31-7-08 αίτηση του καταδικασμένου Χ, Ρουμάνου, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 367-369/05 αμετάκλητης απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία (άρθρα 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ. 1β, 10 παρ.10β και 13α, 14, 16 Ν.2168/93, όπως αντικατ. με το άρθρο 4 παρ.3 Ν.2334/95), σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης ενός έτους και 6 μηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Ειδικότερα, η απόφαση κατά της διαδικασίας της οποίας στρέφεται, έχει καταστεί αμετάκλητη, καθόσον δεν επιτρέπεται κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο, αφού εκδόθηκε παρουσία του κατηγορουμένου στις 17-6-05, καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου στις 14-9-05 και μέχρι τις 20-7-08, δεν ασκήθηκε κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (βλ. τα 28/08 και 807/08 πιστοποιητικά του Εφετείου Αθηνών και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα). Ο λόγος που ασκείται έγκειται στο ότι μετά την οριστική του καταδίκη προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε.
Επομένως, η αίτηση είναι νομότυπη, επιτρεπόμενη από το νόμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3 και 528 παρ.1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περίπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορει να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου, περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, (άρθρα 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1β, 10 παρ.10β και 13α, 14, 16 Ν.2168/93, όπως αντικατ. με το άρθρο 4 παρ.3 Ν.2334/95), σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης ενός έτους και 6 μηνών, για τους εξής λόγους: Στο ..., στη θέση ..., στις 12-9-03, ώρα 00.45, με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας υπό τα εξής κατ' εκτίμηση περιστατικά: Βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε και σκότωσε τον ομοεθνή του ΩΩ, πυροβολώντας τον εξ επαφής με το δίκαννο κυνηγετικό όπλο, το οποίο παρανόμως, χωρίς δηλ. άδεια του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών, έφερε μαζί του. Ο λόγος που τον σκότωσε οφείλεται σε λόγους ερωτικής αντιζηλίας, γιατί η πρώην ερωμένη του, ΑΑ, προτιμούσε αυτόν ως ερωτικό της σύντροφο. Ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε τούτους, ΑΑ και θύμα, να ερωτοτροπούν μέσα σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο (τράκτορα), όπλισε το όπλο του, πλησίασε το αυτοκίνητο, πυροβόλησε στον αέρα για να τους εξαναγκάσει να εξέλθουν απ' αυτό και όταν το θύμα εξήλθε και βεβαιώθηκε για την ταυτότητά του, το πυροβόλησε εξ επαφής στο στέρνο του με αποτέλεσμα να επιφέρει τον ακαριαίο θάνατό του.
Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του υποστηρίζει ότι το δικαστήριο έσφαλε που ήχθη στην καταδικαστική απόφαση, για τους εξής λόγους: 1) δεν προσήλθε στο δικαστήριο η μάρτυρας ΑΑ για να καταθέσει, καθόσον δεν κλητεύθηκε καθόλου, 2) δεν διενεργήθηκε αναπαράσταση του εγκλήματος για να διευκρινισθούν οι λεπτομέρειές του, 3) δεν διενεργήθηκε ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί η ικανότητά του για καταλογισμό, 4) δεν του παραδόθηκε η δικογραφία στα Ελληνικά ή στα Ρουμάνικα για να μπορέσει να αναπτύξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και 5) η διερμηνέας δεν ερμήνευσε ορθά τις θέσεις του και δη ενώ αυτός μετά την πράξη είπε "ξαφνιάστηκα και το όπλο εκπυρσοκρότησε", η διερμηνέας μετέφρασε ότι "σήκωσα το όπλο".
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν συγκροτούν νέα γεγονότα και αποδείξεις, όπως τα χαρακτηρίζει εσφαλμένα ο αιτών, τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, καθόσον δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Κατ' ακολουθίαν, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψαν γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ' ουσία με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 6711/31-7-08 αίτηση του καταδικασμένου Χ, Ρουμάνου, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 367-369/05 αμετάκλητης απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Κατ' ουσία αβάσιμοι οι νέοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1883/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 501/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1278/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 484/17.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περ. 2, 527 § § 1,3 και 528 Κ.Π.Δ. την από 24-7-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 501/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των), με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και εννέα (9) μηνών, για τις πράξεις της εκβίασης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της εκβίασης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό πλημ/τος και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν, νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο, τη σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες τέτοιες, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές αυτών που είχαν τεθεί υπ'όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την σαφή όμως προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, από μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστική και νομική πλευρά έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας στρέφεται εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 1240/06 Ποιν.Χρ. ΝΖ' 1138 Α.Π. 127/2001 Ποιν.Χρ. ΝΑ' 896).
Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 501/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 879/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της αίτηση αναιρέσεως του αιτούντα. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα για το ότι: Α) Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-1995 μέχρι 29-6-1995, ενώ ήταν Ιατροδικαστής και είχε, ως εκ τούτου, την αρμοδιότητα να προβαίνει σε διενέργεια νεκροτομής των θανόντων, με την απειλή ότι θα καθυστερούσε τη διενέργεια νεκροτομής και την πρόσθετη απειλή ότι θα ανέθετε τις νεκρώσιμες τελετές σε γραφεία τελετών που βρίσκονταν εκτός της πόλεως της ..., εξανάγκασε τους ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ιδιοκτήτες των συνεταιριζομένων γραφείων τελετών ..., να του καταβάλουν διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να αποφύγουν βλάβη της επιχείρησής τους και ειδικότερα ποσό 150.000 δρχ. για νεκροτομή του θανόντα ..., ποσό 50.000 δρχ. για νεκροτομή του ..., ποσό 80.000 δρχ. για νεκροτομή της ..., ποσό 70.000 δρχ. για νεκροτομή του ..., και ποσό 100.000 δρχ. για νεκροτομή του ..., στις πράξεις δε αυτές προέβη κατ'επάγγελμα.
Β) Στη ..., στο χρονικό διάστημα από 21-5-95 μέχρι 7-6-95, με την απειλή καθυστέρησης διενέργειας νεκροτομής και έκδοσης πιστοποιητικού θανάτου, η οποία (καθυστέρηση) προξενούσε ψυχικό άλγος, εξανάγκασε τους οικείους των αποβιωσάντων ... και ... να το δώσουν 160.000 δρχ., τους οικείους του θανόντα ... να του δώσουν 75.000 δρχ., τους οικείους της θανούσης ..., να του δώσουν 100.000 δρχ. και τους οικείους του θανόντα ..., να του δώσουν 80.000 δρχ.
Το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων, ΔΔ, ΓΓ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και στην απολογία του κατηγορουμένου.
Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του ο αιτών επικαλείται: 1) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΛΛ ενώπιον της Συμβ/φου Θηβών Αικατερίνης Στέφα και 2) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΜΜ ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης-Αλίκης Λεμπέση.
Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις πράξεις εκβίασης για τις οποίες καταδικάστηκε.
Η δια μαρτύρων επιβεβαίωση ενός "γεγονότος" είναι, γενικώς και με βάση τους κανόνες της λογικής, πολύ πιο εφικτή από την άρνηση συνδρομής του.
Όταν ο μάρτυρας καταθέτει ότι κάτι συνέβη, ο λόγος γνώσεώς του ταυτίζεται την αντικειμενική πραγματικότητα. Αντίθετα όταν καταθέτει αρνητικά, λέει δηλαδή ότι κάτι δεν συνέβη, ο λόγος γνώσεώς του υπολείπεται της αντικειμενικής πραγματικότητας, αφού ενδέχεται να συνέβη και απλώς ο μάρτυς να μην γνωρίζει ότι συνέβη.
Ο ΛΛ, στην ... ένορκη βεβαίωσή του, που αναφέρθηκε παραπάνω, κάνει λόγο για "σκευωρία" των ΑΑ και ΒΒ σε βάρος του αιτούντα, αναφέρει μάλιστα ότι ζήτησαν και απ'αυτόν να καταθέσει αναληθώς σε βάρος του Ιατροδικαστή (αιτούντα) και πως είχαν αποκαλύψει σ'αυτόν ότι υπήρχε σχέδιο παγίδευσης του Ιατροδικαστή στον οποίο σκόπευαν να δώσουν φάκελο με χρήματα, αφού προηγουμένως θα είχαν ενημερώσει το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα.
Ο ΜΜ, στην από 19-6-2008 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρει κυρίως περί του ήθους του αιτούντα και ότι, σε συζητήσεις του με τον ως άνω ΛΛ, ο τελευταίος αυτός του είχε αναφέρει τα περί σκευωρίας σε βάρος του αιτούντα.
Οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις κάθε άλλο παρά καθιστούν φανερό ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού το δικάσαν δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του στηρίχθηκε, εκτός από την κατάθεση του ΑΑ και σε αυτές των ΓΓ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, οι οποίοι ανέφεραν σαφώς και συγκεκριμένα το τι συνέβη σε κάθε περίπτωση και τα ποσά τα οποία ο αιτών εκβιαστικά απαίτησε και έλαβε. Επίσης στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων εγγράφων και: α) στην από 29-6-95 έκθεση σήμανσης χαρτονομισμάτων και β) την από 29-6-95 έκθεση σύλληψης του αιτούντα.
Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι ο αιτών, ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας και για τους εξής λόγους: α) διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, τα εμφανισθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, αφού οι φερόμενοι ως παθόντες είχαν τη δυνατότητα να διαφύγουν του εκβιασμού και β) διότι, κατά την άποψη του αιτούντα πάντοτε, εσφαλμένως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 4036-4040/1999 αποφάσεως του Τριμ. Εφετείου Αθηνών (κακ/των), με την υπ'αριθμ. 872/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των).
Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, αλλά αφορούν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της απόφασης, με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών.
Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, μπορεί να προσβληθεί μόνο με τα ένδικα μέσα, όμως δεν δικαιολογεί την αποδοχή της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας.
Με βάση τα παραπάνω, οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω
Α) Να απορριφθεί η από 24-7-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 501/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των).
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ.
Αθήνα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 24-7-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αρίθμ. 501/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των), με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και εννέα (9) μηνών, για τις πράξεις της εκβίασης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της εκβίασης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημ/τος και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 525 παρ, 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου, περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού. Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 501/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 879/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, Χ, καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα για το ότι: Α) Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-1995 μέχρι 29-6-1995, ενώ ήταν Ιατροδικαστής και είχε, ως εκ τούτου, την αρμοδιότητα να προβαίνει σε διενέργεια νεκροτομής των θανόντων, με την απειλή ότι θα καθυστερούσε τη διενέργεια νεκροτομής και την πρόσθετη απειλή ότι θα ανέθετε τις νεκρώσιμες τελετές σε γραφεία τελετών που βρίσκονταν εκτός της πόλεως της ..., εξανάγκασε τους ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ιδιοκτήτες των συνεταιριζομένων γραφείων τελετών ..., να του καταβάλουν διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να αποφύγουν βλάβη της επιχείρησής τους και ειδικότερα, ποσό 150.000 δρχ. για νεκροτομή του θανόντα ..., ποσό 50.000 δρχ. για νεκροτομή του ..., ποσό 80.000 δρχ. για νεκροτομή της ..., ποσό 70.000 δρχ. για νεκροτομή του ..., και ποσό 100.000 δρχ. για νεκροτομή του ..., στις πράξεις δε αυτές προέβη κατ'επάγγελμα.
Β) Στη ..., στο χρονικό διάστημα από 21-5-95 μέχρι 7-6-95, με την απειλή καθυστέρησης διενέργειας νεκροτομής και έκδοσης πιστοποιητικού θανάτου, η οποία (καθυστέρηση) προξενούσε ψυχικό άλγος, εξανάγκασε τους οικείους των αποβιωσάντων, ... και ..., να του δώσουν 160.000 δρχ., τους οικείους του θανόντος ..., να του δώσουν 75.000 δρχ., τους οικείους της θανούσης ..., να του δώσουν 100.000 δρχ. και τους οικείους του θανόντος, ..., να του δώσουν 80.000 δρχ.
Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του ο αιτών επικαλείται: 1) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΛΛ ενώπιον της Συμβ/φου Θηβών Αικατερίνης Στέφα και 2) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΜΜ ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης - Αλίκης Λεμπέση. Ο ΛΛ, στην ... ένορκη βεβαίωσή του, που αναφέρθηκε παραπάνω, κάνει λόγο για "σκευωρία" των ΑΑ και ΒΒ σε βάρος του αιτούντος, αναφέρει μάλιστα ότι ζήτησαν και απ'αυτόν να καταθέσει αναληθώς σε βάρος του Ιατροδικαστή (αιτούντος) και πως είχαν αποκαλύψει σ'αυτόν ότι υπήρχε σχέδιο παγίδευσης του Ιατροδικαστή στον οποίο σκόπευαν να δώσουν φάκελο με χρήματα, αφού προηγουμένως θα είχαν ενημερώσει το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα. Ο ΜΜ, στην από 19-6-2008 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρει κυρίως περί του ήθους του αιτούντος και ότι, σε συζητήσεις του με τον ως άνω ΛΛ, ο τελευταίος αυτός του είχε αναφέρει τα περί σκευωρίας σε βάρος του αιτούντος.
Οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις κάθε άλλο παρά καθιστούν φανερό ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού το δικάσαν δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του στηρίχθηκε, εκτός από την κατάθεση του ΑΑ και σε αυτές των ΓΓ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, οι οποίοι ανέφεραν σαφώς και συγκεκριμένα το τι συνέβη σε κάθε περίπτωση και τα ποσά τα οποία ο αιτών εκβιαστικά απαίτησε και έλαβε. Επίσης στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων εγγράφων και: α) στην από 29-6-95 έκθεση σήμανσης χαρτονομισμάτων και β) την από 29-6-95 έκθεση σύλληψης του αιτούντος.
Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι ο αιτών, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας και για τους εξής λόγους: α) διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, τα εμφανισθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, αφού οι φερόμενοι ως παθόντες είχαν τη δυνατότητα να διαφύγουν του εκβιασμού και β) διότι, κατά την άποψη του αιτούντος πάντοτε, εσφαλμένως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 4036-4040/1999 αποφάσεως του Τριμ. Εφετείου Αθηνών (κακ/των), με την υπ'αριθμ. 872/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των). Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, αλλά αφορούν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της απόφασης, με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, μπορεί να προσβληθεί μόνο με τα ένδικα μέσα, όμως δεν δικαιολογεί την αποδοχή της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας.
Κατ' ακολουθίαν, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψαν γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ' ουσία με βάση τα αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 501/2003 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των). Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Κατ' ουσία αβάσιμοι οι νέοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 1868/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άλκηστη Κίκη, περί αναιρέσεως της 69049/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με τον χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή, οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση που δεν ασκήθηκε προσφυγή πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής του παραβάσεως, που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτή σε περίπτωση ασκήσεώς της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ρύθμιση ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, δε προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλ' ούτε, σε περιπτώσεις που ασκείται προσφυγή από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την 69.049/2007 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετετράπη σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ειδικότερα, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 28.1.2002 έως 30.11.2004, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ ..., όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 2.5.2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 750.028,14, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Για να καταλήξει το Δικαστήριο της ουσίας στην ως άνω καταδικαστική απόφαση, δέχθηκε ειδικότερα ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την κατάθεση του μάρτυρος, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον δικηγόρο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο, προέκυψαν τα εξής: "Όσα βεβαιωμένα ποσά δεν πληρώθηκαν στο Δημόσιο από τον δράστη του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, ανάγονται σε χρόνο ισχύος της ανωτέρω διάταξης πριν την αντικατάστασή της με το ν. 3220/2004, δεν ξεπερνούν το ποσό των 3.000 ευρώ, εφόσον αφορούν παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και το ποσό των 6.000 ευρώ, εφόσον αφορούν λοιπούς φόρους, δεν είναι αξιόποινη πράξη και δεν πρέπει να συνυπολογίζονται στο σύνολο των λοιπών χρεών, αφού πλέον με το Ν. 3220/2004 απαξιολογείται η συνολική συμπεριφορά κατά την οποία το όριο της ποινικής ευθύνης ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 10.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, με αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για καθυστέρηση καταβολής των χρεών, ήτοι για παράβαση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, προς την ανωτέρω ΔΟΥ, για τα βεβαιωθέντα σε βάρος του χρέη, συνολικού ποσού 752.012,60 ευρώ, που αναλύονται ειδικότερα στον επισυναπτόμενο στην ανωτέρω αίτηση και αναγνωσθέντα πίνακα χρεών. Από τα ανωτέρω χρέη τα με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 8 του παραπάνω πίνακα, που αφορούν λοιπούς και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και ποσά αντίστοιχα 66,51, 1.065,20, 24,62, 587,41, 192,16 και 48,56 ευρώ, αναγόμενα σε χρόνο ισχύος της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, πριν την αντικατάσταση της από τον ν. 3220/2004, αφού βεβαιώθηκαν αντίστοιχα στις 5.7.2001, 15.1.2002, 18.4.2002, 14.6.2002, 22.7.2003 και 9.6.2004 και μη υπερβαίνοντα το ποσό των 3.000 και 6.000 ευρώ, δεν είναι αξιόποινα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσης. Ως εκ τούτου, για τα χρέη αυτά, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Προέκυψε όμως περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος δεν κατάβαλε εμπροθέσμως στην ίδια ΔΟΥ, τα βεβαιωθέντα σε βάρος του λοιπά χρέη του ιδίου πίνακα συνολικού ποσού 750.028,14 ευρώ, για τα οποία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Τέλος η προτεινόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου ένσταση παραγραφής των επιδίκων χρεών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού η παραγραφή του προκειμένου αδικήματος είναι πενταετής και αρχίζει από το χρόνο που έληξε η προθεσμία καταβολής του κάθε χρέους και στην προκειμένη περίπτωση η προθεσμία αυτή ξεκινά από τις 28.9.2001 και εντεύθεν, κατά τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα για το κάθε χρέος στον εν λόγω πίνακα, με συνέπεια, συνυπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής αυτής, με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος να μην έχει παρέλθει κατά τον χρόνο εκδικάσεώς της η οκταετής παραγραφή των διατάξεων 111 και 113 του Π.Κ.". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κατ' εξακολούθηση καθυστερήσεως καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην απόφαση προσδιορίζονται α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος των χρεών, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 750.028,14 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό ότι πρόκειται για εφάπαξ καταβολή, και δ) ο ακριβής χρόνος που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακόλουθα ο χρόνος τελέσεως της πράξεως. Διευκρινίζεται δε στην απόφαση, ότι τα καθυστερούμενα χρέη είναι χρέη προς το Δημόσιο και όχι προς τρίτους και αφορούν καθυστερούμενους φόρους και λοιπά χρέη, χωρίς να είναι αναγκαία η περαιτέρω διευκρίνιση της ακριβούς προελεύσεως κάθε ποσού ούτε ο χρόνος βεβαιώσεώς τους. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προέβαλε ο συνήγορός του, ότι τα χρέη από εισοδήματα, για τα οποία διώχθηκε, ήταν της συζύγου του δεν ευσταθεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η αμφισβήτηση δε του χρέους δεν ασκεί επιρροή για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, προκειμένου να εξαλειφθεί το χρέος, πράγμα που αν δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Πέραν δε αυτών, το Δικαστήριο αιτιολογημένα και ορθά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση παραγραφής και η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επομένως, ο μοναδικός, κατά τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.1.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 69.049/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) την αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και αν αυτό δεν συμβεί το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 1867/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας ΑΑ, συζύγου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Πεχλιβανίδη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 144/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.1.2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 183/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 221/ 29.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 Κ.Ποιν.Δ. την από 22-1-2008 αίτηση της ΑΑ, κατοίκου ..., οδ. ..., την οποία υπέβαλε με την ιδιότητά της ως συζύγου του Χ, κατοίκου ... ομοίως, με την οποία αυτή ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του παραπάνω συζύγου της της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 144/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, δέκα (10) μηνών και δέκα πέντε (15) ημερών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 € ημερησίως για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή (άρθρα 94 παρ. 1, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1 Π.Κ.) εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα απόδειξη αποτελεί και η κατά τα άρθρα 183 επ. Κ.Π.Δ., γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα και μάλιστα όταν η εξέταση του πραγματικού γεγονότος γίνεται με νέες επιστημονικές γνώσεις, όχι όμως η νέα ή διαφορετική αξιολόγηση ή εκτίμηση του αυτού γεγονότος ή απλά επιχειρήματα και κρίσεις σε προϋπάρχουσες αποδείξεις ή λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 Κ.Ποιν.Δ. ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της αποφάσεως που καταδίκασε τον σύζυγο της αιτούσας (ΑΠ 1743/1990 ΠΧ, ΜΑ, 737, ΑΠ 717/1986 ΠΧ, ΛΣΤ, 725). Ακόμα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 137/2004 ΠΧ, ΝΔ, 1070, ΑΠ 552/2002, ΠΧ, ΝΓ, 37, ΑΠ 1269/2001, ΠΧ, ΝΒ, 507, ΑΠ 127/2001 ΠΧ, ΝΑ, 896). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα τη διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντιστοίχου άρθρου 427 του Σχεδίου Κ.Π.Δ. έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην πιο πάνω διάταξη προσώπων είναι ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (βλ. Αιτιολογική 'Εκθεση Σχεδίου Κ.Ποιν.Δ. 1934, έκδοση Ζαχαροπούλου, σελ. 591, ομοίως Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία Κ.Π.Δ., τόμος Β, σελ. 318, Ηλ. Γάφου, Ποινική Δικονομία, τεύχος Γ', σελ. 82 κλπ).
Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 144/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 2041/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα από το σύζυγό της αιτούσας, Χ, αίτηση αναιρέσεως. Με την απόφαση αυτή ο παραπάνω σύζυγος της αιτούσας την επανάληψη της διαδικασίας ΑΑ, Χ, καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που συνίστανται στο ότι: Στις 20-2-2000 και ώρα 15.55 περίπου οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο, και κινούμενος με αυτό στη Ν.Ε.Ο. ...-... με κατεύθυνση προς την ..., από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και έτσι: α) με μία πράξη επέφερε το θάνατο των πιο κάτω αναφερομένων προσώπων και β) προκάλεσε σωματικές κακώσεις στα πιο κάτω, επίσης, μνημονευόμενα πρόσωπα, αν και για τις κακώσεις αυτές ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του ως οδηγού αυτοκινήτου να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Συγκεκριμένα, οδηγώντας το άνω ΔΧΦ ρυμουλκό μετά ρυμουλκουμένου, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως ήταν υποχρεωμένος, αλλ' έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 60χ/ω, μολονότι υπήρχε αυξημένη κυκλοφορία και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, το οδόστρωμα ήταν ιδιαίτερα ολισθηρό λόγω σφοδρής βροχόπτωσης και το ρυμουλκούμενο ήταν φορτωμένο. Επιπλέον, δεν τηρούσε αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού όχημα, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς και να διακόψει χωρίς κίνδυνο την πορεία του. Έτσι στο ύψος της 206,400 χιλ. θέσης της άνω οδού, όταν τα προπορευόμενα αυτού οχήματα μετρίασαν την ταχύτητα τους, λόγω των καιρικών συνθηκών, και αναγκάστηκε να πεδήσει απότομα για να μη συγκρουσθεί με το προπορευόμενο όχημα, λόγω της αυξημένης ταχύτητας του οχήματος του, του έμφορτου και μεγάλου μεγέθους αυτού, της ολισθηρότητας της οδού και της απότομης πεδήσεως, το ρυμουλκούμενο μέρος του οχήματος του "δίπλωσε" και εισήλθε εξ ολοκλήρου κάθετα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια αυτό αποκολλήθηκε από το ρυμουλκό, το οποίο παρεξέκλινε προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε στο δεξιό του ρεύματος πορείας του, ενώ το ρυμουλκούμενο συνέχισε να κινείται ανέλεγκτα στο αντίθετο προς την πορεία του (προς ...) ρεύμα κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να παρεμβληθεί ξαφνικά το ρυμουλκούμενο όχημα στην πορεία των κανονικά κινουμένων, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αυτοκινήτων και να συγκρουστεί αρχικά με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ..., κάτοικος εν ζωή ..., στη συνέχεια με το υπ' αριθ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΥΥ, κάτοικος εν ζωή ..., και τέλος με το υπ αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧ τουριστικό, λεωφορείο, που οδηγούσε ο ΠΠ, κάτοικος εν ζωή ... . Στη συνέχεια το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ..., κάτοικος ..., και έβαινε πίσω από το προαναφερόμενο λεωφορείο, επέπεσε σ'αυτό, το οποίο μετά τη σύγκρουση του με το ρυμουλκούμενο εξωθήθηκε προς τα πίσω, προς τα δεξιά και απέκλεισε την πορεία του. Εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίστηκαν βαρύτατα και συνεπεία των τραυμάτων επήλθε ο θάνατος των 1) ..., (οδηγού του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αριστερού θώρακος και ρήξη ήπατος, 2) ΥΥ, (οδηγού του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη ακρωτηριασμό κεφαλής, κατάγματα αμφοτέρων πλευρών και θλάση δεξιού πνεύμονος, 3) ..., (επιβάτη του ως άνω οχήματος), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαρεία κάκωση αριστερού ημιθωρακίου, αιμοπνευμονοθώρακος, 4) ΠΠ, (οδηγού του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακος, κατάγματα αμφοτέρων πλευρών και θλάση αμφοτέρων πνευμόνων, 5) ..., (επιβάτιδας του ως άνω λεωφορείου), η οποία υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενδοκοιλιακή αιμορραγία, ρήξη σπλήνας και θλάση δεξιού πνεύμονος, 6) ..., (επιβάτη του ως άνω λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση αριστερού ημιθωρακίου, αιμοπνευμονοθώρακος, 7) ΡΡ, (επιβάτιδας του λεωφορείου), η οποία υπέστη δεξιά αιμοθώρακος, ρήξη ήπατος και ολιγοαιμική ωταπληγία και 8) ..., (επιβάτιδας του λεωφορείου), η οποία υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με θλάσεις και οίδημα του εγκεφάλου και αιμοδυναμική αστάθεια. Επίσης τραυματίσθηκαν οι 1) ..., (επιβάτης του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαρύ θώρακος, μετώπου, 2) ΦΦ, (επιβάτης του ως άνω αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη βαρεία κάκωση κεφαλής - έπεσε σε κώμα -, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, 3) ..., (επιβάτης του ως άνω οχήματος), 4) ΤΤ, (επιβάτης του ως άνω οχήματος), ο οποίος υπέστη δεξιά πηχειοκαρπική κάκωση κρανίου, κάκωση ΑΜΣΣ, κάταγμα δεξιάς ''πηχειοκαρπικής θλ. κάτω γνάθου, 5) ΗΗ, (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα αριστερού ώμου, 6) ..., (επιβάτιδα του λεωφορείου) 7) ..., (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κάταγμα δεξιού μηρού, παρακέντηση κοιλίας, 8) ΑΑ, (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα δεξιού αντιβραχίονα, 9) ΔΔ, (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κάκωση στέρνου, κεφαλής, 10) ΕΕ, (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κάκωση κεφαλής, κάκωση ΑΜΣΣ, κάκωση δεξιού γόνατος, 11) ΖΖ, (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, 12) ..., (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη ΑΜΣΣ θώρακος πηχιοκαρπικής, 13) ..., (επιβάτης του λεωφορείου), 14) ΓΓ, (επιβάτιδα του λεωφορείου), 15) ΣΤ, (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση ημιθωρακίου, 16) ..., (επιβάτης του λεωφορείου), 17) ..., (επιβάτης του λεωφορείου), 18) ΘΘ,(επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση αριστερού ημιθωρακίου, κάκωση δεξιού ώμου, 19) ΒΒ, (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση, πλευρών, 20) ..., (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση προσώπου, κρανίου, δεξιού ώμου, θώρακα, 21) ΛΛ, (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση θώρακος, ολικός δεξιά πνευμονοθώρακος, 22) ΚΚ, (επιβάτης του λεωφορείου), η οποία υπέστη πολλαπλά θλαστικά τραύματα προσώπου, κάκωση θώρακος, κάταγμα δεξιού αντιβραχιονίου, 23) ΜΜ, (επιβάτης του λεωφορείου), η οποία υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής, κάκωση θώρακος, 24) ..., (επιβάτης του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου), 25) ..., (οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου), 26) ..., (επιβάτης του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου), η οποία υπέστη κάκωση θώρακος, αριστερού βραχίονα και 27) ..., (επιβάτης του ως άνω αυτοκινήτου).
Το δικαστήριο, στην καταδικαστική, για τον σύζυγο της αιτούσας, κρίση του, κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ, ΜΜ, ΝΝ, ΞΞ, ΠΠ, ΣΣ, ΤΤ, ΦΦ και ΩΩ, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων, ή έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, το από 20-2-2000 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της επιληφθείσας Τροχαίας και η από 25-2-2000 έκθεση επιθεώρησης των οχημάτων και στην απολογία του κατηγορουμένου συζύγου της αιτούσας. Ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς της επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα την από Σεπτέμβριο 2005 έκθεση διερευνήσεως-αναλύσεως τροχαίου ατυχήματος που συνέβη την 20-2-2000 στην 206, 400 χ.θ. της Ν.Ε.Ο. ...-... του ειδικού πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων ΩΩ. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή ο παραπάνω πραγματογνώμονας αφού αξιολογεί το σχεδιάγραμμα της επιληφθείσας Τροχαίας, την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, την από 25-2-2000 έκθεση επιθεώρησης οχημάτων, τις καταθέσεις των μαρτύρων-επιβατών του λεωφορείου και όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και προβαίνει σε υποκειμενικές επανεκτιμήσεις αυτών καταλήγει στα συμπεράσματα ότι η εκτροπή του φορτηγού (ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου) δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπερφόρτωσή του, ότι η σύγκρουση του λεωφορείου με το ρυμουλκούμενο ήταν καθαρά μετωπική και έκκεντρη, ότι η ταχύτητα του φορτηγού, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ήταν 81,5 χιλ. την ώρα, ενώ του λεωφορείου 97 χιλ. την ώρα, ότι η σύγκρουση μεταξύ λεωφορείου και συρμού (ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου) συνετελέσθη σε δύο φάσεις ήτοι την πρωτογενή πλευρομετωπική πρόσκρουση του λεωφορείου επί του οπισθίου αριστερού τμήματος του ρυμουλκού και σχεδόν ταυτόχρονα τη δευτερογενή μετωπική πρόσκρουση του λεωφορείου επί του εμπροσθίου ακραίου αριστερού τμήματος του μετώπου του ρυμουλκουμένου, με αποτέλεσμα την αποκόλληση του "μύλου" έδρασης του ρυμουλκουμένου μετά του τριγώνου ζεύξης με το ρυμουλκό και τελικά ότι δεν συντελέσθηκε είσοδος του ρυμουλκού στο αντίθετο ρεύμα, αλλά κατά τη στιγμή της πρωτογενούς σύγκρουσης λεωφορείου και ρυμουλκού, το λεωφορείο ήταν αυτό που μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εν συνεχεία ακολούθησε η δευτερογενής μετωπική σύγκρουση του λεωφορείου επί του ρυμουλκούμενου και η επακολουθήσασα εκτροπή του ρυμουλκουμένου με αποτέλεσμα την περαιτέρω σύγκρουσή του με τα δύο προπορευόμενα του λεωφορείου ΙΧΕ αυτοκίνητα ... και ... και ότι η φερόμενη εκτροπή του ρυμουλκουμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του, λόγω απότομης τροχοπέδησης του φορτηγού θα πρέπει να αποκλεισθεί.
Όμως η έκθεση αυτή, δεν εκθέτει νέα περιστατικά και καταστάσεις αλλά συμπεράσματα, που αποτελούν επιχειρήματα και υποκειμενικές επανεκτιμήσεις των συνθηκών σύγκρουσης των αυτοκινήτων και κρίσεις σε προϋπάρχουσες αποδείξεις, που το δικαστήριο διαφορετικά αξιολόγησε και επομένως η έκθεση αυτή δεν αποτελεί νέα απόδειξη, κατά την έννοια της προαναφερθείσης διάταξης του άρθρου 525 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω ο πραγματογνώμονας ωω που συνέταξε την παραπάνω έκθεση κατέθεσε και ως μάρτυρας στη σχετική δίκη, επί της οποίας εξεδόθη η ένδικη με αριθμό 144/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας (βλ. 12η σελίδα των οικείων πρακτικών) και αναφέρθηκε στην έκθεσή του αυτή, το περιεχόμενο δε της καταθέσεώς του αυτής είναι σχεδόν ταυτόσημο με τα συμπεράσματα που περιέχονται στην έκθεσή του και επομένως, εμμέσως, αξιολογήθηκε το περιεχόμενό της από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε και κατά συνέπεια δεν ήταν άγνωστο στους δικαστές που καταδίκασαν τον σύζυγο της αιτούσας.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο, που επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς της, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο σύζυγος της αιτούσας Χ τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά ο επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Καθόσον αφορά το αίτημα της αιτούσας να κληθεί ενώπιον του Συμβουλίου σας, αυτό είναι άνευ αντικειμένου, αφού η κλήτευσή της είναι υποχρεωτική, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η από 28-1-2008 αίτηση της ΑΑ, κατοίκου ..., οδ. ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 144/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αιτούσα ΑΑ.
Αθήνα 22 Απριλίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ".
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο των διαδίκων, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορο που παρέστη στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, που περάτωσε αμετακλήτως τη διαδικασία ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, που τον καταδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντιστοίχου άρθρου 427 του Σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, το δικαίωμα εκάστου από τα αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη πρόσωπα είναι ανεξάρτητο και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 144/2006 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας [με την οποία ο σύζυγος της αιτούσας, Χ καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, δέκα (10) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 € ημερησίως για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή], στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του συζύγου της αιτούσας, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο σύζυγος της αιτούσας, Χ, καταδικάστηκε με την 144/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (πλημμελημάτων), η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 2041/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την ως άνω εφετειακή απόφαση ο αναφερόμενος Χ καταδικάστηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που συνίστανται στο εξής: Στις 20 Φεβρουαρίου 2000, και ώρα 15.55, περίπου, οδηγώντας ο Χ το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο, και κινούμενος με αυτό στη Νέα Εθνική Οδό ...-..., με κατεύθυνση προς την ..., από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε, κατά τις περιστάσεις, και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του και έτσι: α) με μία πράξη επέφερε τον θάνατο των πιο κάτω αναφερομένων προσώπων και β) προκάλεσε σωματικές κακώσεις στα πιο κάτω επίσης μνημονευόμενα πρόσωπα, αν και ήταν υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματός του, ως οδηγός αυτοκινήτου, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Συγκεκριμένα, οδηγώντας το ως άνω ΔΧΦ ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως ήταν υποχρεωμένος, αλλ' έβαινε με ταχύτητα, υπερβαίνουσα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, μολονότι υπήρχε αυξημένη κυκλοφορία και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, το οδόστρωμα ήταν ιδιαίτερα ολισθηρό, λόγω σφοδρής βροχοπτώσεως και το ρυμουλκούμενο ήταν φορτωμένο. Επί πλέον, δεν τηρούσε αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού όχημα, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς και να διακόψει χωρίς κίνδυνο την πορεία του. Έτσι, στο ύψος 206,400 χιλ. θέσεως της άνω οδού, όταν τα προπορευόμενα αυτού οχήματα μετρίασαν την ταχύτητά τους, λόγω των καιρικών συνθηκών, και αναγκάστηκε να πεδήσει απότομα για να μη συγκρουσθεί με το προπορευόμενο όχημα, λόγω της αυξημένης ταχύτητας του οχήματός του, του έμφορτου και μεγάλου μεγέθους αυτού, της ολισθηρότητας της οδού και της απότομης πεδήσεως, το ρυμουλκούμενο μέρος του οχήματός του "δίπλωσε" και εισήλθε εξ ολοκλήρου κάθετα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια, αυτό αποκολλήθηκε από το ρυμουλκό, το οποίο παρεξέκλινε προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε στο δεξιό του ρεύματος πορείας του, ενώ το ρυμουλκούμενο συνέχισε να κινείται ανέλεγκτα στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα (προς ...) ρεύμα κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να παρεμβληθεί ξαφνικά το ρυμουλκούμενο όχημα στην πορεία των κανονικά κινουμένων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αυτοκινήτων και να συγκρουσθεί αρχικά με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ..., κάτοικος εν ζωή ..., στη συνέχεια με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΥΥ, κάτοικος εν ζωή ... και τέλος με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως τουριστικό λεωφορείο, που οδηγούσε ο ΠΠ, κάτοικος εν ζωή ... . Στη συνέχεια, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ..., κάτοικος ... και έβαινε πίσω από το προαναφερόμενο λεωφορείο, επέπεσε σ' αυτό, το οποίο μετά τη σύγκρουσή του με το ρυμουλκούμενο εξωθήθηκε προς τα πίσω, προς τα δεξιά και απέκλεισε την πορεία του. Εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίστηκαν βαρύτατα και συνεπεία των τραυμάτων επήλθε ο θάνατος των: 1) ... (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αριστερού θώρακος και ρήξη ήπατος, 2) ΥΥ (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη ακρωτηριασμό κεφαλής, κάταγμα αμφοτέρων πλευρών και θλάση δεξιού πνεύμονας, 3) ... (επιβάτη του ως άνω οχήματος), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαρεία κάκωση αριστερού ημιθωρακίου, αιμοπνευμονοθώρακος, 4) ΠΠ (οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως λεωφορείου), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιο-εγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακος, κατάγματα αμφοτέρων πλευρών και θλάση αμφοτέρων πνευμόνων, 5) ... (επιβάτιδας του ως άνω λεωφορείου), η οποία υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ενδοκοιλιακή αιμορραγία, ρήξη σπληνός και θλάση δεξιού πνεύμονος, 6) ... (επιβάτη του ως άνω λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση αριστερού ημιθωρακίου, αιμοπνευμονοθώρακος, 7) ΡΡ(επιβάτιδας του λεωφορείου), η οποία υπέστη δεξιά αιμοθώρακος, ρήξη ήπατος και ολιγοαιμική ωταπληγία και 8) ... (επιβάτιδας του λεωφορείου), η οποία υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με θλάσεις και οίδημα του εγκεφάλου και αιμοδυναμική αστάθεια. Επίσης τραυματίσθηκαν οι: 1) ... (επιβάτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη κρανιο-εγκεφαλική κάκωση, βαρύ θώρακος, μετώπου, 2) ΦΦ (επιβάτης του ως άνω αυτοκινήτου), ο οποίος υπέστη βαρεία κάκωση κεφαλής - έπεσε σε κώμα -, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, 3) ... (επιβάτης του ως άνω οχήματος), 4) ΤΤ (επιβάτης του ως άνω οχήματος), ο οποίος υπέστη δεξιά πηχεοκαρπική κάκωση κρανίου, κάκωση ΑΜΣΣ, κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής θλ. κάτω γνάθου, 5) ΗΗ (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα αριστερού ώμου, 6) ... (επιβάτιδα του λεωφορείου), 7) ... (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κάταγμα δεξιού μηρού, παρακέντηση κοιλίας, 8) ΑΑ (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση δεξιού αντιβραχίονα, 9) ΔΔ (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κάκωση στέρνου, κεφαλής, 10) ΕΕ (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κάκωση κεφαλής, κάκωση ΑΜΣΣ, κάκωση δεξιού γόνατος, 11) ΖΖ (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, 12) ... (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη ΑΜΣΣ θώρακος, πηχεοκαρπικής, 13) ... (επιβάτης του λεωφορείου), 14) ΓΓ (επιβάτιδα του λεωφορείου), 15) ΣΤ (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση ημιθωρακίου, 16) ... (επιβάτιδα του λεωφορείου), 17) ... (επιβάτιδα του λεωφορείου), 18) ΘΘ (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση αριστερού ημιθωρακίου, κάκωση δεξιού ώμου, 19) ΒΒ (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση πλευρών, 20) ... (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση προσώπου, κρανίου, δεξιού ώμου, θώρακα, 21) ΛΛ (επιβάτης του λεωφορείου), ο οποίος υπέστη κάκωση θώρακος, ολικός δεξιά πνευμονοθώρακος, 22) ΚΚ (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη πολλαπλά θλαστικά τραύματα προσώπου, κάκωση θώρακος, κάταγμα δεξιού αντιβραχιονίου, 23) ΜΜ (επιβάτιδα του λεωφορείου), η οποία υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής, κάκωση θώρακος, 24) ... (επιβάτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου, 25) ... (οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου), 26) ... (επιβάτιδα του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου), η οποία υπέστη κάκωση θώρακος, αριστερού βραχίονα και 27) ... (επιβάτιδα του ως άνω αυτοκινήτου). Το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του για τον σύζυγο της αιτούσας, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ, ΜΜ, ΝΝ, ΞΞ, ΡΡ, ΣΣ, ΤΤ, ΦΦ και ΩΩ, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, το από 20 Φεβρουαρίου 2000 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που επιλήφθηκε και η από 25 Φεβρουαρίου 2000 έκθεση επιθεωρήσεως των οχημάτων και στην απολογία του κατηγορουμένου συζύγου της αιτούσας.
Ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς της, επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα την από Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση διερευνήσεως - αναλύσεως τροχαίου ατυχήματος, που συνέβη στις 20.2.2000 στην 206,400 χ.θ. της Νέας Εθνικής Οδού ...-..., του ειδικού πραγματογνώμονας ατυχημάτων ΩΩ. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση, ο πραγματογνώμων, αφού αξιολογεί το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, την από 25 Φεβρουαρίου 2000 έκθεση επιθεωρήσεως οχημάτων, τις καταθέσεις των μαρτύρων - επιβατών του λεωφορείου και όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και προβαίνει σε υποκειμενικές επανεκτιμήσεις αυτών, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκτροπή του φορτηγού (ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου) δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπερφόρτωση του φορτηγού, ότι η σύγκρουση του λεωφορείου με το ρυμουλκούμενο ήταν καθαρά μετωπική και έκκεντρη, ότι η ταχύτητα του φορτηγού, κατά τη στιγμή της συγκρούσεως ήταν 81,5 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ του λεωφορείου 97 χιλιόμετρα την ώρα, ότι η σύγκρουση λεωφορείου και συρμού (ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου) συντελέσθηκε σε δύο φάσεις, ήτοι την πρωτογενή πλευρομετωπική πρόσκρουση του λεωφορείου στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ρυμουλκού και σχεδόν ταυτόχρονα τη δευτερογενή μετωπική πρόσκρουση του λεωφορείου στο εμπρόσθιο ακραίο αριστερό τμήμα του μετώπου του ρυμουλκούμενου, με αποτέλεσμα την αποκόλληση του "μύλου" εδράσεως του ρυμουλκούμενου με το τρίγωνο ζεύξεως με το ρυμουλκό και ότι τελικά δεν συντελέσθηκε είσοδος του ρυμουλκού στο αντίθετο ρεύμα, αλλά κατά τη στιγμή της πρωτογενούς συγκρούσεως λεωφορείου και ρυμουλκού, το λεωφορείο ήταν αυτό που μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εν συνεχεία ακολούθησε η δευτερογενής μετωπική σύγκρουση του λεωφορείου επί του ρυμουλκούμενου και η επακολουθήσασα εκτροπή του ρυμουλκούμενου, με αποτέλεσμα την περαιτέρω σύγκρουσή του με τα δύο προπορευόμενα του λεωφορείου ΙΧΕ αυτοκίνητα ... και ... και ότι η φερόμενη εκτροπή του ρυμουλκούμενου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του, λόγω απότομης τροχοπεδησεως του φορτηγού θα πρέπει να αποκλεισθεί. Όμως, στην ως άνω έκθεση δεν εκτίθενται νέα περιστατικά και καταστάσεις, αλλά συμπεράσματα, τα οποία αποτελούν επιχειρήματα και υποκειμενικές επανεκτιμήσεις των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων και κρίσεις σε προϋπάρχουσες αποδείξεις, τις οποίες το Δικαστήριο αξιολόγησε κατά διαφορετικό τρόπο, και επομένως η έκθεση αυτή δεν αποτελεί νέα απόδειξη κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 εδ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμων, ΩΩ, που συνέταξε την παραπάνω έκθεση, κατέθεσε και ως μάρτυς στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 144/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και αναφέρθηκε στην έκθεση του αυτή, το περιεχόμενο δε της καταθέσεώς του αυτής είναι σχεδόν ταυτόσημο με τα συμπεράσματα που περιέχονται στην έκθεσή του και, επομένως, εμμέσως αξιολογήθηκε το περιεχόμενό της από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε και κατά συνέπεια δεν ήταν άγνωστο στους δικαστές, που καταδίκασαν τον σύζυγο της αιτούσας. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς της, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο σύζυγος της αιτούσας Χ τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τέλος, το αίτημα της αιτούσας να κληθεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου είναι άνευ αντικειμένου, διότι η κλήτευσή της είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Επειδή, η αιτούσα πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.1.2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., οδός ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 144/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά από τη σύζυγο του καταδικασθέντος. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1866/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1954/06.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 174/4.5.07 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 6-12-2006 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με τις οποίες καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για τις πράξεις της εξυβρίσεως ανωτέρου, της εξυβρίσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής κατά συρροή, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 765/2006, ΑΠ 1416/2006, ΑΠ 1620/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αιτών Χ, υπολοχαγός τότε, καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 167/1980 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για εξύβριση ανωτέρου, συνισταμένη στο ότι περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1979 προσέβαλε την τιμή του κατά βαθμό ανωτέρου του ταγματάρχη ΑΑ, με την τηλεφωνικώς απευθυνθείσα προς τη σύζυγο του ΒΒ φράση "τον άνδρα, σου τον μετέθεσα εις μονάδα που πάνε οι αποτυχημένοι αξιωματικοί", η οποία φράση περιήλθε σε γνώση του ταγματάρχη αυτού. Β) για κατ' εξακολούθηση απειλή, σε βάρος της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι: α) περί τις αρχές Μαρτίου 1979 τηλεφώνησε σε αυτήν και την κάλεσε για συνουσία, με την απειλή ότι σε περίπτωση αρνήσεώς της θα ισχυριζόταν στο σύζυγο της ότι της έδωσε 100.000 δραχμές για να κάνουν έρωτα και ότι του οφείλει το ποσό αυτό γιατί δεν φάνηκε συνεπής, β) τον ίδιο μήνα Μάρτιο απείλησε αυτήν δια της πράξεως "είδα τις κόρες σου, είναι πανέμορφες σαν εσένα, τι θέλεις; να τις στείλω πακεταρισμένες;, γ) κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 1979 απείλησε την ίδια δια της φράσεως "αν δεν έλθεις στις 12.00' στο μέρος που θα ορίσω, θα περιμένω έξω από το σπίτι και θα σε σκοτώσω με ένα εξάσφαιρο πιστόλι", δ) περί τα μέσα Ιουλίου 1979, ενώ η ΒΒ βρισκόταν στη ..., διεμήνυσε προς αυτήν δια της αδελφής της "είμαι φίλος της ΒΒ, να την ειδοποιήσεις να έλθει σε 24 ώρες, γιατί θα γίνει εκείνο που δεν έγινε ποτέ", ε) περί τα τέλη Ιουλίου 1979 απείλησε αυτήν δια της φράσεως "Γύρισες κούκλα μου, μην τολμήσεις να βγεις έξω γιατί το αίμα σου θα αποτυπωθεί στο αυτοκίνητο μου και στ) την 3-11-1979 απείλησε την ίδια γυναίκα δια της φράσεως "Γεια σου κούκλα μου, λυπάμαι, αλλά θα σε κονιορτοποιήσω" . Γ) Για απειλή σε βάρος της ΓΓ, συνισταμένη στο ότι: α) περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1979 απηύθυνε προς αυτήν τηλεφωνικώς τη φράση "θα σε κονιορτοποιήσω, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", β) την 20.10.1979 της επανέλαβε "τα ξέρω όλα για σένα, σε κρατώ στο χέρι, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", γ) περί την 22.10.1979 στο τηλέφωνο της υπηρεσίας που εργαζόταν της επανέλαβε "θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", δ) την 24.10.1979 την εκάλεσε και πάλι στο ίδιο τηλέφωνο και της είπε "σε κρατώ στο χέρι , θα σε κονιορτοποιήσω" και ε) την 8.11.1979 από το ίδιο τηλέφωνο της επανέλαβε "δεν παραιτήθηκες ακόμη;". Με την υπ'αριθ. δε 395/1981 απόφαση του ίδιου Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για κατ'εξακολούθηση εξύβριση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι: α) κατά μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία του Σεπτεμβρίου 1979 εκάλεσε αυτήν στο τηλέφωνο και της απηύθυνε τη φράση "αν δεν έλθεις για να κάνουμε έρωτα θα σε μεταθέσω εις ... . Ακόμη δεν έβαλες μυαλό", β) Κατά τον ίδιο χρόνο την κάλεσε και πάλι στο τηλέφωνο και της είπε "Αν δεν έλθεις να κάνουμε έρωτα, θα σε εξευτελίσω σε όλο το Στράτευμα και θα πάω στον ΔΔ που είναι φίλος μου και θα κάνω τον άνδρα σου στρατιώτη και σένα να μαζεύεις ραδίκια" και γ) κατά τον ίδιο χρόνο σε νέα τηλεφωνική κλήση του της είπε "αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο μόνος μου και σε φαντάζομαι γυμνή δίπλα μου να κάνουμε έρωτα μαζί. Είσαι πολύ αδύνατη και να μαγειρεύεις και να τρως καλά", για να καταλήξει, όταν άκουσε φράση που δεν του άρεσε "πόρνη γαμώ το Χριστό σου, γαμώ την Παναγία σου, γαμώ το Σταυρό σου", Β) για κατ'εξακολούθηση εξύβριση της ΕΕ, συνισταμένη στο ότι: α) την 22.10.1979 τηλεφώνησε ανωνύμως για τετάρτη φορά (τις τρεις πρώτες του έκλεισε το τηλέφωνο) και της είπε "ή θα καθήσεις να ακούσεις ή θα σε ενοχλώ συνέχεια" και στη συνέχεια εδήλωσε "είμαι κύριος σοβαρός, όχι βέβαια Κοζανίτης, είμαι ξένος και αν θέλεις να με γνωρίσεις", β) την 26.10.1979 κατά τις εσπερινές ώρες της ετηλεφώνησε εκ νέου και της είπε "γιατί δεν ήλθες στο ραντεβού" και γ) την 11.11.1979, ημέρα Κυριακή, της ετηλεφώνησε και της είπε "εφόσον αγαπάς θά κάνεις τα πάντα για μένα, θα σε γλείφω, θα τον πάρεις και τσιμπούκι και θα καταπιείς τα σπέρματα". Και Γ) για συκοφαντική δυσφήμηση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο 1979 και περί ώρα 23.30', μη επακριβώς προσδιορισθείσας ημερομηνίας, τηλεφώνησε στην οικία της και είπε προς την ηλικίας 14 ετών θυγατέρα της ΣΤ "Ξέρεις που είναι τώρα η μητέρα σου, είναι στη γκαρσονιέρα μου", περιστατικά ψευδή, της αναληθείας των οποίων τελούσε εν γνώσει. Με την κρινόμενη αίτησή του ο αιτών ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, για το λόγο ότι στην καταδίκη του άσκησαν ουσιώδη επιρροή οι καταθέσεις των παθουσών ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ, οι οποίες όμως καταθέσεις τους ήταν ψευδείς, όπως αυτό προκύπτει από νεώτερες δικαστικές αποφάσεις. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της αιτήσεώς τους αυτής επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών: 1) Την υπ'αριθ. 56342/14-12-1989 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η ΒΒ καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. 2) Την υπ'αριθ. 12707/12-2-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΖΖ και η ΒΒ καταδικάσθηκαν η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Και 3) Την υπ'αριθ. 12708/12-2-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΣΤ και η ΒΒ καταδικάσθηκαν, η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.
Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε τις ως άνω υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του, των οποίων ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας. Ειδικότερα ο αιτών υπέβαλε την από 3-4-1989 αίτησή του, με την οποία και για τους ίδιους λόγους ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση των ανωτέρω υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επί της αιτήσεώς του αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 1498/1989 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε το Εφετείο Πειραιώς ως αρμόδιο να βεβαιώσει το ψευδές ή μη των καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου την 19-3-1980 και την 30-6-1981, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981, αντιστοίχως, αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού. Στη συνέχεια εξεδόθη η υπ' αριθ. 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 528 ΚΠΔ, ότι, εκτός από ένα μέρος της καταθέσεως της ΒΒ κατά την 30-6-1981 ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περί του ότι "Ο ΗΗ της ανακοίνωσε ότι πληροφορήθηκε από τον Συνταγματάρχη ΘΘ, ότι ο αιτών Χ είπε στον τελευταίο ότι την είχε φιλενάδα και ότι αυτή του χρωστάει χρήματα", για το οποίο μέρος της καταθέσεώς της καταδικάσθηκε για ψευδορκία αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 972/1984 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι λοιπές καταθέσεις της ΒΒ και εκείνες των ΓΓ και ΕΕ, που περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εξεδόθησαν οι υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου δεν είναι ψευδείς. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό του, το Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 231/1994 απόφαση, συνεκτίμησε και την επικαλούμενη από τον αιτούντα υπ' αριθ. 56342/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, καταδικάσθηκε η ΒΒ μόνο (όχι δε και οι άλλες δύο μάρτυρες ΓΓ και ΕΕ) για ψευδορκία, σχετικά με τα περισσότερα περιστατικά, που κατέθεσε στις δύο δίκες ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επομένως η υπ' αριθ. 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, που αποφαίνεται στο διατακτικό της τα ανωτέρω, δημιουργεί δεδικασμένο, ως προς το ότι οι εν λόγω καταθέσεις των παραπάνω τριών μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ δεν είναι ψευδείς. Για τον λόγο μάλιστα αυτό απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 63/1995 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 3-4-1989 καθώς οι συμπληρωματικές από 22-3-1990, 14-8-1991, 17-12-1991 και 2-2-1994 αιτήσεις επαναλήψεως διαδικασίας του αιτούντα, που στηρίχθηκαν στα ίδια περιστατικά. Περαιτέρω ούτε και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αιτούντα υπ' αριθ. 12707/12-2-1999 και 12708/12-2-1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι ικανές να οδηγήσουν στην κρίση ότι αυτός είναι αθώος των παραπάνω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως με τις υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα με την υπ' αριθ. 12707/12-2-1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκαν η μεν ΖΖ για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη, ενώ με την υπ'αριθ. 12708/12-2-1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου καταδικάσθηκαν η μεν ΣΤ για ψευδορκία μάρτυρα, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη. Όμως οι πράξεις αυτές των παραπάνω καταδικασθέντων προσώπων αφορούσαν τις καταθέσεις που δόθηκαν την 20-12-1995 και την 23-11-1995, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Πταισματοδίκη Καλλιθέας, αντιστοίχως και δεν έχουν καμία σχέση με την ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία εξεδόθησαν οι παραπάνω υπ'αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, των οποίων την ακύρωση ζητάει ο αιτών. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών. Τα λοιπά επιχειρήματα, που προβάλλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, με τις οποίες καταδικάσθηκε και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠΔ. Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η από 6-12-2006 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ' αριθ. 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ.
Αθήνα 11 Απριλίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα, μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο.
Εν προκειμένω ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση των ν 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, υπέβαλε προς το Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο), δια του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου το από 13 Ιανουαρίου 2009 τηλεομοιοτύπημα (fax) με το οποίο ζητεί την αναβολή της εκδικάσεως της αιτήσεως του, προκειμένου να εξεύρει το αναγκαίο χρηματικό ποσό, που θα απαιτηθεί για την καταβολή της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του, με τον οποίο, επιθυμεί να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου για την υποστήριξη της αιτήσεώς του. Από τα έγγραφα της δικογραφίας, προέκυψαν εν σχέσει προς το ως άνω αίτημα τα ακόλουθα: Η κρινόμενη αίτηση, εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου στις 13 Νοεμβρίου 2007. Η συζήτηση, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5ης Φεβρουαρίου 2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατόπιν νέου αιτήματος του αιτούντος, αναβλήθηκε και πάλιν η συζήτηση για τη δικάσιμο της 16ης Σεπτεμβρίου 2008. Κατά την νέαν αυτή δικάσιμο εμφανίσθηκε ο αιτών και ζήτησε νέαν αναβολή, προκειμένου να διορίσει σ' αυτόν, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συνήγορο, λόγω της επικαλούμενης πενίας του. Το Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) έκανε δεκτό και το αίτημα αυτό και ανέβαλε τη συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή του βουλεύματος τούτου. Εν τω μεταξύ, ο αιτών υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτηση, με την οποία ζητούσε, επικαλούμενος την οικονομική του αδυναμία, τον διορισμό συνηγόρου. Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την 206/2008 πράξη του απέρριψε την ως άνω αίτηση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι "από το προσκομιζόμενο και συνημμένο στην παρούσα φωτοαντίγραφο φορολογικής δήλωσης του αιτούντα, που κατάθεσε στη Δ.Ο.Υ. Λάρισας το τρέχον έτος 2008 προκύπτει ότι το ετήσιο οικογενειακό του εισόδημα ανέρχεται σε 32.899,68 ευρώ (21.997,98 € του ίδιου και 10.899,68 € της συζύγου του) και άρα η αίτηση του πρέπει να απορριφθεί". Ενόψει, όλων αυτών και ειδικότερα του γεγονότος ότι η συζήτηση της υποθέσεως έχει αναβληθεί ήδη τρεις φορές και του ότι δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο οικονομική αδυναμία του αιτούντος, η οποία τον κωλύει στον διορισμό δικηγόρου, προς συμπαράστασή του, πρέπει το ως άνω αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των 167/1970 και 395/1981 αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με τις οποίες ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για τις πράξεις της εξυβρίσεως ανωτέρου, της εξυβρίσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροήν, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής κατά συρροή, στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών Χ, υπολοχαγός τότε, καταδικάστηκε αμετακλήτως με την 167/1980 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για εξύβριση ανωτέρου, συνισταμένη στο ότι περί το τέλος του Σεπτεμβρίου 1976, προσέβαλε την τιμή του κατά βαθμό ανωτέρου του, ταγματάρχη ΑΑ, με την φράση που απηύθυνε τηλεφωνικώς προς τη σύζυγο του, ΒΒ και περιήλθε σε γνώση του ανωτέρω ταγματάρχη, "τον άνδρα σου τον μετέθεσα εις μονάδα που πάνε οι αποτυχημένοι αξιωματικοί", Β) για απειλή κατ' εξακολούθηση εις βάρος της ΒΒ, η οποία συνίστατο στο ότι α) Κατά τις αρχές του Μαρτίου του έτους 1979 τηλεφώνησε σε αυτήν και την κάλεσε για συνουσία, με την απειλή ότι σε περίπτωση αρνήσεώς της θα ισχυριζόταν στον σύζυγο της ότι της έδωσε 100.000 δραχμές για να κάνουν έρωτα και ότι του οφείλει το ποσό αυτό γιατί δεν φάνηκε συνεπής, β) τον ίδιο μήνα Μάρτιο, απείλησε αυτήν με την φράση "είδα τις κόρες σου, είναι πανέμορφες σαν εσένα. Τι θέλεις; Να τις στείλω πακεταρισμένες;", γ) κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 1979 απείλησε την ίδια με τη φράση "αν δεν έλθεις στις 12.00' στο μέρος που θα ορίσω, θα περιμένω έξω από το σπίτι και θα σε σκοτώσω με ένα εξάσφαιρο πιστόλι", δ) περί τα μέσα Ιουλίου 1979, ενώ η ΒΒ βρισκόταν στη ..., διεμήνυσε προς αυτήν, δια της αδελφής της "είμαι φίλος της ΒΒ, να την ειδοποιήσεις να έλθει σε 24 ώρες, γιατί θα γίνει εκείνο που δεν έγινε ποτέ", ε) περί τα τέλη Ιουλίου 1979 απείλησε αυτήν με τη φράση "γύρισες κούκλα μου; Μην τολμήσεις να βγεις έξω, γιατί το αίμα σου θα αποτυπωθεί στο αυτοκίνητο μου και στ) στις 3 Νοεμβρίου 1979 απείλησε την ίδια γυναίκα με τη φράση "γεια σου, κούκλα μου, λυπάμαι, αλλά θα σε κονιορτοποιήσω", Γ) για απειλή σε βάρος τής ΓΓ, συνισταμένη στο ότι α) περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1979 απηύθυνε προς αυτήν τηλεφωνικώς τη φράση "θα σε κονιορτοποιήσω, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", β) στις 20 Οκτωβρίου 1979 της επανέλαβε "τα ξέρω όλα για σένα, σε κρατώ στο χέρι, θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", γ) στις 22 Οκτωβρίου 1979, στο τηλέφωνο της υπηρεσίας που εργαζόταν της επανέλαβε "θα σε αναγκάσω να παραιτηθείς", δ) στις 24 Οκτωβρίου 1979, την κάλεσε και πάλι στο ίδιο τηλέφωνο και της είπε "σε κρατώ στο χέρι, θα σε κονιορτοποιήσω" και ε) στις 8 Νοεμβρίου 1979, από το ίδιο τηλέφωνο της επανέλαβε "δεν παραιτήθηκες ακόμη;". Με την 395/1981 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου ως άνω Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο αιτών καταδικάστηκε για τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) για κατ' εξακολούθηση εξύβριση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι α κατά μία ημερομηνία του Σεπτεμβρίου του έτους 1979, η οποία δεν έχει επακριβώς προσδιοριστεί, την κάλεσε στο τηλέφωνο και της απηύθυνε τη φράση "αν δεν έλθεις, για να κάνουμε έρωτα, θα σε μεταθέσω εις ... . Ακόμη δεν έβαλες μυαλό;", β) κατά τον ίδιο χρόνο, την κάλεσε και πάλι στο τηλέφωνο και της είπε "αν δεν έλθεις να κάνουμε έρωτα, θα σε, εξευτελίσω σε όλο το Στράτευμα και θα πάω στον ΔΔ που είναι φίλος μου και θα κάνω τον άνδρα σου στρατιώτη και σένα να μαζεύεις ραδίκια" και γ) κατά τον ίδιο χρόνο, σε νέα τηλεφωνική κλήση του της είπε "αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο μόνος μου και σε φαντάζομαι γυμνή δίπλα μου να κάνουμε έρωτα μαζί. Είσαι πολύ αδύνατη και να μαγειρεύεις και να τρως καλά", για να καταλήξει, όταν άκουσε φράση που δεν του άρεσε "πόρνη, γαμώ το Χριστό σου, γαμώ την Παναγία σου, γαμώ το Σταυρό σου", Β) για κατ' εξακολούθηση εξύβριση της ΕΕ, συνισταμένη στο ότι α) στις 22 Οκτωβρίου 1979 τηλεφώνησε ανωνύμως για τετάρτη φορά (τις τρεις πρώτες του έκλεισε το τηλέφωνο) και της είπε "ή θα καθίσεις να ακούσεις ή θα σε ενοχλώ συνέχεια" και ακολούθως δήλωσε "είμαι κύριος σοβαρός, όχι βέβαια Κοζανίτης, είμαι ξένος και αν θέλεις να με γνωρίσεις", β) στις 26 Οκτωβρίου 1979, κατά τις εσπερινές ώρες, της τηλεφώνησε εκ νέου και της είπε "γιατί δεν ήλθες στο ραντεβού" και γ) στις 11 Νοεμβρίου 1979, ημέρα Κυριακή της τηλεφώνησε και της είπε "εφ' όσον αγαπάς θα κάνεις τα πάντα για μένα, θα σε γλείφω, θα τον παίρνεις και τσιμπούκι και θα καταπιείς τα σπέρματα" και Γ) για συκοφαντική δυσφήμηση της ΒΒ, συνισταμένη στο ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο 1979 και περί ώρα 23.30", σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε ακριβώς, τηλεφώνησε στην οικία της και είπε προς την ηλικίας 14 ετών θυγατέρα της, ΣΤ "Ξέρεις πού είναι τώρα η μητέρα σου; Είναι στη γκαρσονιέρα μου", περιστατικά ψευδή, της αναληθείας των οποίων τελούσε σε γνώση.
ΕΠΕΙΔΗ, με την κρινόμενη αίτηση του, ο αιτών ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, διότι στην καταδίκη του άσκησαν ουσιώδη επιρροή οι καταθέσεις των παθουσών ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ, οι οποίες όμως καταθέσεις τους ήταν ψευδείς, όπως αυτό προκύπτει από νεότερες δικαστικές αποφάσεις. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της αιτήσεως του αυτής επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών: 1) την 56.342/14.12.1989 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η ΒΒ καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους για τις πράξεις ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. 2) Την 12.707/12.2.1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΖΖ και η ΒΒ καταδικάστηκαν η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και 3) την 12.708/12.2.1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η ΣΤ και η ΒΒ καταδικάστηκαν, η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος. Όμως, τα παραπάνω που επικαλείται ο αιτών ως νέα γεγονότα -αποδείξεις, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε τις παραπάνω 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του, των οποίων ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η ακύρωση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, που να μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα, ο αιτών υπέβαλε την από 3.4.1989 αίτησή του, με την οποία και για τους ίδιους λόγους ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των παραπάνω 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επί της αιτήσεως του αυτής εκδόθηκε η 1498/1989 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ορίστηκε το Εφετείο Πειραιώς ως αρμόδιο να βεβαιώσει το ψευδές ή μη των καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου στις 19 Μαρτίου 1980 και στις 30 Ιουνίου 1980, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι 167/1980 και 395/1981, αντιστοίχως, αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού. Ακολούθως, εκδόθηκε η 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 528 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι, εκτός από ένα μέρος της καταθέσεως της ΒΒ στις 30 Ιουνίου 1981, ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περί του ότι "ο ΗΗ της ανακοίνωσε ότι πληροφορήθηκε από τον Συνταγματάρχη ΘΘ, ότι ο αιτών Χ είπε στον τελευταίου ότι την είχε φιλενάδα και ότι αυτή του χρωστάει χρήματα", για το οποίο μέρος της καταθέσεώς της καταδικάσθηκε για ψευδορκία αμετακλήτως με την 972/1984 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι λοιπές καταθέσεις της ΒΒ και εκείνες των ΓΓ και ΕΕ, που περιέχονται στα πρακτικά των δικών, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου δεν είναι ψευδείς, όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό του, το Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω 231/1994 απόφαση, συνεκτίμησε και την επικαλούμενη από τον αιτούντα 56.342/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, καταδικάσθηκε η ΒΒ μόνο (όχι δε και οι άλλες δύο μάρτυρες ΓΓ και ΕΕ) για ψευδορκία σχετικά με τα περισσότερα περιστατικά, που κατέθεσες στις δύο δίκες ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Επομένως, η 231/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που αποφαίνεται στο διατακτικό της τα ανωτέρω, δημιουργεί δεδικασμένο, ως προς το ότι οι εν λόγω καταθέσεις των παραπάνω τριών μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ και ΕΕ δεν είναι ψευδείς. Για τον λόγο μάλιστα αυτόν απορρίφθηκε με την 63/1995 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η από 3 Απριλίου 1989, καθώς και οι συμπληρωματικές από 22 Μαρτίου 1990, 14 Αυγούστου 1991, 17 Δεκεμβρίου 1991 και 2 Φεβρουαρίου 1994 αιτήσεις επαναλήψεως διαδικασίας του αιτούντος, που στηρίχθηκαν στα ίδια περιστατικά. Περαιτέρω, ούτε και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αιτούντα 12.707/12.2.1999 και 12.708/12.2.1999 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι ικανές να οδηγήσουν στην κρίση ότι αυτός είναι αθώος των παραπάνω πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως με τις 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, με την 12.707/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκαν η μεν ΖΖ για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη, ενώ με την 12.708/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου καταδικάστηκαν η μεν ΣΤ για ψευδορκία μάρτυρος, η δε ΒΒ για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη, Όμως, οι πράξεις αυτές των παραπάνω καταδικασθέντων προσώπων αφορούσαν τις καταθέσεις που δόθηκαν στις 20 Δεκεμβρίου 1995 και στις 23 Νοεμβρίου 1995 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Πταισματοδίκη Καλλιθέας, αντιστοίχως και δεν έχουν καμία σχέση με την ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκαν οι ειρημένες 167/1980 και 395/1981 αποφάσεις του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, των οποίων ο αιτών ζητεί την ακύρωση. Ενόψει όλων αυτών, συνάγεται ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για την ευδοκίμηση της υπό κρίσην αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το από 13.1.2009 αίτημα του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως.
Απορρίπτει την από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ως άνω Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση των 167/1980 και 395/1981 αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009 Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων για τα οποία κατα8ικάστηκε αμετακλήτως. Απορρίπτει αίτημα αναβολής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1864/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1105/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από τον δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 1105/2007 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κλοπής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην ... στις 24 Μαρτίου 2002, αφαίρεσε από την κατοχή του ΑΑ την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα KAWASAKI 900 CC URZ, χρώματος μαύρου, με σκοπό να την ιδιοποιηθεί. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την κατάθεση του ανωτέρω παθόντος - ιδιοκτήτη της κλεμμένης μοτοσυκλέτας, ο οποίος βεβαιώνει με σαφήνεια ότι τη μοτοσυκλέτα την κλέψανε κάτω από το σπίτι του και ειδοποιήθηκε από την ασφάλεια ότι βρέθηκε στα χέρια του κατηγορουμένου. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι την αγόρασε από κάποιον ΒΒ, ο οποίος όμως απεβίωσε, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο αληθής, ούτε δύναται να επιβεβαιωθεί η βασιμότητά του. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κλοπής, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία εφήρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι από όλα τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη, την κρίση του δε αυτή το Δικαστήριο δεν στηρίζει μόνο στο γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα βρέθηκε στην κατοχή του αναιρεσείοντος, οι αιτιάσεις δε του κατηγορουμένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός τέλεσε την κλοπή, οι οποίες, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επίσης απαράδεκτη είναι και η αιτίαση αυτού ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι αγόρασε την μοτοσυκλέτα από τον αποθανόντα ήδη ΒΒ, διότι, πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλ' αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.3.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1105/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 1863/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 378/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους 1) X1, 2) X2 και 3) X3, κατοίκους ... . Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6 Μαρτίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 359/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 117/3-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 ΚΠΔ, προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως την 11/6-3-2009 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το 378/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και μόνον όσον αφορά την διάταξή του με την οποία παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ2 και Χ1, κάτοικοι ..., για να δικαστούν ως υπαίτιοι όλοι μεν εξύβρισης, οι δε δεύτερος και τρίτος και για ηθική αυτουργία στην εξύβριση, που φέρεται να τελέστηκε από τη πρώτη.
ΙΙ. Για την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε αναίρεση, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της 11/6-3-2009 έκθεσης αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να γίνει δεκτή η αίτησή μου.
ΙΙ. Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο 378/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και μόνον ως προς τις ως άνω παραπεμπτικές διατάξεις του και
ΙΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα το αποτελέσουν άλλοι δικαστές, από εκείνους που το εξέδοσαν.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται να αναιρεθεί το 378/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και μόνον όσον αφορά την διάταξή του με την οποία παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι κατηγορούμενοι: Χ3, Χ2 και Χ1, κάτοικοι ..., για να δικαστούν ως υπαίτιοι, όλοι μεν εξύβρισης, οι δε δεύτερος και τρίτος και για ηθική αυτουργία στην εξύβριση, που φέρεται να τελέστηκε από τη πρώτη. Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται, εκτός άλλων, να διατυπωθούν από το δράστη, γραπτά ή προφορικά, για κάποιον άλλον, λέξεις ή φράσεις, που, κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή άλλου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ. προκύπτει ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της δυσφήμησης εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλο τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτόν. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής (ή δυσφημιστικής) εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου. Ο ειδικός αυτός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος ο τρόπος αυτός για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του και που, ενώ αυτός (ο δράστης) το γνώριζε, ωστόσο τον χρησιμοποίησε για να προσβάλλει την τιμή του άλλου. Για το λόγο αυτό το Συμβούλιο που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής συμπεριφοράς προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης και γενικότερα για να προστατεύσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α)όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίο ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Περαιτέρω, αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός ο προβλεπόμενος από το άρ. 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσει που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και, επομένως, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Όπως, όμως, συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρ. 362 Π Κ) ή της εξύβρισης (άρ. 361 παρ.1 ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσει αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρ. 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπερισταιωμένης αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων απολογία και τις έγγραφες εξηγήσεις κατηγορουμένων κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα παρακάτω κατά λέξη πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών, Ψ, εργαζόταν στο Σωματείο με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", που εδρεύει στην ..., επί της οδού ..., από το έτος 1963 έως και τον Οκτώβριο του έτους 1996. Έκτοτε, ο εν λόγω εγκαλών βρίσκεται σε μακροχρόνια δικαστική αντιδικία με το ως άνω Σωματείο, το οποίο εκπροσωπούν νομίμως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου, αντίστοιχα. Στα πλαίσια της ως άνω αντιδικίας τους, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, υπέβαλαν, ατομικά και ως νόμιμοι εκπρόσωποι του ως άνω Σωματείου, την από 19-4-2006 αίτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να διαταχθεί προσωρινά ο νυν εγκαλών να παραλείπει στο μέλλον προσβλητικές της προσωπικότητας τους ενέργειες. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεώς τους προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου την από 27-10-2006 ψυχομετρική πραγματογνωμοσύνη, που συνέταξε η τρίτη κατηγορουμένη, με την ιδιότητα της Ψυχολόγου-Κοινωνιολόγου, κατόπιν δικής εντολής τους, στην οποία διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα "Το Σωματείο με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" ... μου ανέθεσε να πραγματοποιήσω μία εξειδικευμένη ψυχομετρική έρευνα που αφορά την προσωπικότητα και τα συναισθήματα από τα οποία διακατέχεται ο κ. Ψ ... Για τον σκοπό αυτό μου προσκόμισαν 42 έγγραφα τα οποία αφορούσαν καταγγελίες, μηνύσεις, αναφορές, διεκδικήσεις, αγωγές κατά του Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" και των νομίμων εκπροσώπων του. Ύστερα από την εξέταση όλων αυτών των καταγγελτικών στοιχείων του κ. Ψ, αναδύεται μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα με τάσεις εμμονής και αντιφατικές συμπεριφορές. Ενώ, σε πρώτο στάδιο, το Σωματείο με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" ικανοποίησε τα χρηματικά του αιτήματα στο ακέραιο, όπως φαίνεται από τα σχετικά έγγραφα, ο κ. Ψ επανήλθε με συνεχείς διεκδικήσεις οι οποίες αποσκοπούν σε πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση. Αυτή η συμπεριφορά συνθέτει εκβιαστική τάση μιας προσωπικότητας η οποία παραμένει συνεχώς ανικανοποίητη. Είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από τις ενέργειες του κ. Ψ, να εμφορείται από ιδέες καταστροφής και δίωξης κατά του Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση" και των νομίμων εκπροσώπων του". Οι προαναφερόμενες όμως αξιολογικές κρίσεις, αλλά και οι χαρακτηρισμοί, που διέλαβε στην ως άνω ψυχομετρική της πραγματογνωμοσύνη η εν λόγω κατηγορουμένη, προσβάλουν αναμφισβήτητα την τιμή του εγκαλούντος, ο δε ισχυρισμός της ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της εξύβρισης διότι αποτελούν επιστημονική της γνώμη, για την αντιδικία μεταξύ εγκαλούντος και του προαναφερόμενου Σωματείου και δεν ενέχουν σκοπό προσβολής αυτού, κρίνεται αβάσιμος, πρωτίστως, διότι ουδέποτε εξέτασε τον εγκαλούντα, προκειμένου να διαμορφώσει σαφή άποψη, για την προσωπικότητά του. Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, εκτός του ότι προκάλεσαν την απόφαση στην ως άνω κατηγορουμένη να διαλάβει τους ως άνω προσβλητικούς χαρακτηρισμούς στην ψυχομετρική της έρευνα, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν το έγγραφο αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου διαπράττοντας έτσι και οι ίδιοι την πράξη της εξύβρισης". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων προκειμένου να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις όλοι μεν της εξυβρίσεως, οι δε δεύτερος και τρίτος και για ηθική αυτουργία στην εξύβριση, που φέρεται ότι τελέστηκε από την πρώτη. Όμως, οι παραπάνω παραδοχές δεν αποτελούν την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική αιτιολογία. Συγκεκριμένα η μοναδική αναφορά που γίνεται, προκειμένου να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 Π.Κ. είναι η φράση "κρίνεται αβάσιμος (ο σχετικός ισχυρισμός). Κατά πρώτο λόγο, διότι ουδέποτε εξέτασε τον εγκαλούντα, προκειμένου να διαμορφώσει σαφή άποψη, για την προσωπικότητά του. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί αιτιολογημένη απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού. Ειδικότερα, το παραπάνω Συμβούλιο, εκείνο που είχε υποχρέωση να κάνει, προκειμένου να στηρίξει την περί ύπαρξης "σκοπού εξύβρισης" των κατηγορουμένων κρίση του, ήταν να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος που ενέργησαν οι κατηγορούμενοι δεν ήταν αναγκαίος για να εκφράσουν τις απόψεις τους, προς στήριξη των νομίμων συμφερόντων τους και, περαιτέρω να εκθέσει (το ίδιο Συμβούλιο) ποιες φράσεις αντί εκείνων που χρησιμοποιήθηκαν, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης της επιστημονικής άποψης της πρώτης και της προστασίας των συμφερόντων τους, για τα οποία είχαν προσφύγει ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, όπου και αποκλειστικά χρησιμοποιήθηκε το κρίσιμο έγγραφο.
Περαιτέρω και σε σχέση με την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε εξύβριση, δεν υπάρχει η αναγκαία αιτιολογία αφού το Συμβούλιο περιορίζεται στη φράση "οι δύο κατηγορούμενοι προκάλεσαν την απόφαση να διαλάβει τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς στην ψυχομετρική έρευνα", χωρίς να αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία προκλήθηκε η απόφαση στον φυσικό αυτουργό και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε ότι οι "ηθικοί αυτουργοί" παρήγαγαν με τον τρόπο και τα μέσα αυτά την απόφαση του φυσικού αυτουργού να εκτελέσει την άδικη πράξη της εξύβρισης. Επομένως στο παραπάνω βούλευμα, υπάρχει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 ΚΠΔ. Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 378/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς όλους τους κατηγορούμενους. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ανωτέρω Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τρεις (3) κατηγορούμενοι. Όλοι παραπέμπονται για εξύβριση. Οι α΄ και β΄ παραπέμπονται και για ηθική αυτουργία στην πράξη. Έννοια όρων. Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Εξύβριση.
| 0
|
Αριθμός 1861/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 12/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1900/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 75/18.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 20/13-11-2008, αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Χρυσούλα Καπαρτζιάνη, κατόπιν της από 13-11-2008 νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του με αριθμό 12/2008 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Δικαστικό Συμβούλιο του Στρατοδικείου Αθηνών, με το με αριθμό 1021/07 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, Ταξίαρχο ε.α., προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απλής συνέργειας σε απάτη κατ'επάγγελμα με συνολική ζημία άνω των 15.000 €, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... σε μη επακριβώς γνωσθείσα ημερομηνία του μηνός Μαΐου 2003. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 12/2008 βούλευμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεση του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 16/11/2008, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 13/11/2008 (προ πάσης επιδόσεως) ενώπιον του Γραμματέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 20/13-11-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 484 § 1αβ και δ Κ.Π.Δ.).
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι δι'αυτής προβαλλόμενοι λόγοι.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη όλα και τα συνεκτίμησε και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ - 697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ-795). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή εγένετο εκ πλαγίου. Η παράβαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 9/2001 ΠΧ ΝΑ -788, ΑΠ 259/2006 ΠΧ ΝΣΤ-811).
Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένη τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητας του. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 47 § 1 Π.Κ., συνάγεται ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική, ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως από αυτόν ωρισμένης άδικης πράξης και με τη βούληση η αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με την συνδρομή του, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής διάστασης ωρισμένου εγκλήματος (ΑΠ 540/06 ΠΧ ΝΣΤ-932, ΑΠ 625/2005 ΠΧ ΝΣΤ-21, ΑΠ 1505/04 ΠΧ ΝΕ -622).
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο του τα εξέδωσε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εκκαλών είναι γεγονός ότι είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον ΒΒ, που υπηρετούσε τότε ως ΕΜΘ Λοχίας (ΕΜ) στη ΓΔΕ και ήταν οδηγός του υπηρεσιακού οχήματος του κατά τα έτη 1999-2000.
Ο ΒΒ κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2002 έως το Μάιο του 2003, είχε αναπτύξει μία πολυσχιδή έκνομη οικονομική δραστηριότητα, όπως ακριβώς περιγράφεται στο εκκαλούμενο βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, παίζοντας στο τυχερό παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", δραστηριότητα που του απέφερε μεγάλα κέρδη καθόσον είχε πείσει τους ιδιοκτήτες Πρακτορείων ΠΡΟΠΟ ότι, επειδή ήταν φερέγγυος και κάτοχος σημαντικής ακίνητης και κινητής περιουσίας εντός ..., να του επιτρέπουν τη συμμετοχή στο εν λόγω παιχνίδι του ΟΠΑΠ, χωρίς να καταβάλει το τίμημα με την απλή υπόσχεση μελλοντικής καταβολής και χωρίς απαίτηση εγγυήσεως, κατορθώνοντας έτσι να αποσπάσει από τον ιδιοκτήτη του Πρακτορείου ΠΡΟΠΟ ΓΓ, μεθοδικά και με επανειλημμένη τέλεση, συνολικά το ποσό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000) EYPΩ.
Στο ως άνω παιχνίδι αλλά και στη δραστηριότητα του ΒΒ ζήτησε να συμμετάσχει και ο εκκαλών και να μοιράζονται εξίσου τα έξοδα και τα τυχόν κέρδη. Μάλιστα ο εκκαλών στα πλαίσια της παραπάνω "συνεργασίας τους" τον εφοδίασε με έξι (6) τραπεζικές επιταγές της Γενικής Τράπεζας, υπογεγραμμένες από τον ίδιο (τον εκκαλούντα) για τις οποίες δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, προκειμένου, κατά το δοκούν, ο ΒΒ να κάνει χρήση τους στις πολυσχιδείς δραστηριότητες του.
Σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία κειμένη όμως περί τα μέσα Μαΐου του 2003, ο ΒΒ εμφανίστηκε στον παλαιό γνώριμο του, πρατηριούχο υγρών καυσίμων, Ψ, επί της Λεωφόρου ... στην περιοχή της ... και επικαλούμενος την αποπληρωμή των δόσεων δανείου το οποίο έλαβε για την αγορά μιας νέας κατοικίας στην περιοχή της ..., του ζήτησε να του δανείσει για μικρό χρονικό διάστημα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ΕΥΡΩ, το οποίο θα του επέστρεφε το αργότερο μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2003. Προκειμένου δε να τον πείσει να του δανείσει το πιο πάνω ποσό και ότι θα το έπαιρνε εγκαίρως πίσω, του δήλωσε ότι στο στρατό που υπηρετεί είχε προσωπικές φιλικές σχέσεις με ένα Στρατηγό (εννοώντας τον εκκαλούντα, ο οποίος τότε έφερε το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη), στον οποίο ήταν οδηγός του υπηρεσιακού του οχήματος και για εξασφάλιση των χρημάτων του θα του έδιδε μία ισόποση προσωπική επιταγή, την οποία θα κατέθετε στην Τράπεζα και θα ελάμβανε τα χρήματα του σε περίπτωση που αυτός (ο ΒΒ) θα αδυνατούσε να του τα επιστρέψει την συμφωνηθείσα ημερομηνία.
Πράγματι μετά από αυτή τη συμφωνία, ο Ψ του έδωσε το ποσό που ζήτησε και ο ΒΒ αμέσως παρέδωσε στον Ψ ως εγγύηση την υπ'αριθμ. ... (μεταχρονολογημένη) επιταγή της Γενικής Τράπεζας, με ημερομηνία 17-06-2003, υπογεγραμμένη από τον εκκαλούντα, την οποία ήδη είχε ο ΒΒ στην κατοχή του, αφού όπως προαναφέρθηκε στα πλαίσια της συνεργασίας τους "είχε παραχωρηθεί" από τον εκκαλούντα.
Η ως άνω επιταγή ως προελέχθη μολονότι προερχόταν από φερέγγυο πρόσωπο (τον Στρατηγό Χ), εμφανισθείσα στη συνέχεια σε Τράπεζα δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων υπολοίπων στο λογαριασμό του εκκαλούντος.
Ο εκκαλών βεβαίως εγνώριζε αφενός ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της επιταγής, αφετέρου ότι ο ΒΒ θα μετεβίβαζε στον Ψ ως εγγύηση προκειμένου να του αποσπάσει το ποσό των 50.000 ευρώ ως άτοκο δάνειο μέχρι την 17-07-2003.
Με την ως άνω ενέργεια του ο εκκαλών, να εφοδιάσει τον ΒΒ με επιταγές χωρίς αντίκρισμα πριν την πράξη της απάτης που ενήργησε ο ΒΒ σαφώς παρέσχε συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο και κατέστη υπαίτιος απλής συνέργειας σε απάτη κατ επάγγελμα που το συνολικό όφελος υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ.
Το ότι η πράξη των δύο συγκατηγορουμένων συνιστά τη διακεκριμένη αυτή περίπτωση απάτης προκύπτει από το ότι ενεργούσαν μεθοδικά και επιτηδευμένα. Ο πρώτος (ΒΒ) δημιουργούσε σε τρίτους την πεπλανημένη εντύπωση ότι υποστηρίζεται οικονομικά από φερέγγυο πρόσωπο (Στρατηγό) δηλαδή τον εκκαλούντα, ώστε να αποσπά χρηματικά ποσά και ο εκκαλών εν γνώσει της δράσης του πρώτου παρείχε σ'αυτόν την υποδομή, εφοδιάζοντας τον με επιταγές που ο ίδιος εξέδιδε (υπέγραφε), άνευ διαθεσίμων κεφαλαίων, προς πορισμό εισοδήματος.
Σε σχέση τώρα με τις αιτιάσεις του εκκαλούντος κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος παρατηρούνται τα εξής:
Ναι μεν ο Ψ στην κατάθεση του στην προκαταρκτική εξέταση, την 31 Μαρτίου 2004 κάνει λόγο για χορήγηση του δανείου στον ΒΒ τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2002 και παράδοση της επιταγής του εκκαλούντος τον Μάιο του 2003, ούτως ώστε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία να μην προκύπτει κατά τα προεκτεθέντα συμμετοχική δράση στον δι'εξαπατήσεως του Ψ δανεισμό του ΒΒ, όμως πολύ νωρίτερα από την κατάθεση αυτή και συγκεκριμένα την 30 Οκτωβρίου 2003, στη σχετική έγκληση του κατά του ΒΒ, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κάνει λόγο για παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών από τον ΒΒ με σκοπό ο τελευταίος να αποκομίσει απ'αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα ότι περί τα μέσα Μαΐου του 2003 ο ΒΒ του παρέστησε ότι αγόρασε καινούργιο σπίτι στην ... και ως εκ τούτου είχε απόλυτη ανάγκη για την πληρωμή του τιμήματος και ότι για την εξασφάλιση του ποσού που θα του δάνειζε ο Ψ, θα του χορηγούσε ισόποση επιταγή (50.000 ΕΥΡΩ) διά της της υπ'αριθ. ... επιταγής της Γενικής Τράπεζας εκδότης της οποίας ήταν φερέγγυο πρόσωπο, Στρατηγός του Ελληνικού Στρατού, ο Χ, ο οποίος είχε τα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της παραπάνω επιταγής.
Το ότι η χορήγηση του δανείου στον ΒΒ έγινε από τον Ψ περί τα μέσα Μαΐου 2003 και όχι νωρίτερα ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, πατέρα του Ψ, ΔΔ, αλλά και του ιδίου του Ψ, την 19 Ιουνίου 2006 ενώπιον της ενεργούσης κυρία ανάκριση, Ανακρίτριας του Στρατοδικείου Αθηνών.
Ούτε όμως και η περίπτωση της κλοπής των επιταγών του εκκαλούντος από τον ΒΒ ευσταθεί.
Επί της σχετικής δε μηνύσεως του Χ κατά του ΒΒ, από 30 Απρ. 2004 για κλοπή των επιταγών του και πλαστογράφηση των ως προς όλα πλην της υπογραφής των στοιχείων τους, εκδόθηκε ήδη η υπ'αριθ. 93/14-09-05 διάταξη απόρριψης εγκλήσεως του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, ο οποίος έκρινε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο ΒΒ αφαίρεσε παράνομα έξι επιταγές του εκκαλούντος και ότι πλαστογράφησε κάποιες απ'αυτές και τις μετεβίβασε με οπισθογράφηση σε οφειλέτες του αλλά φαίνεται ότι ενήργησε έτσι κατόπιν συμφωνίας τους. Κατά της πιο πάνω διατάξεως δεν προσέφυγε ο Χ στον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου μολονότι η εν λόγω διάταξη του επιδόθηκε νομίμως.
Την εμπεριστατωμένη κρίση του ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών στηρίζει μεταξύ άλλων και στο ότι όταν ο ΒΒ έδωσε από τις επίδικες επιταγές Χ στο Πρακτορείο ΠΡΟΠΟ ΕΕ στη ... προς εξόφληση οφειλών τόσο του ξαδέλφου του ΣΤ, όσο και δικών του αλλά και του εκκαλούντος από το παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ" και η εκ των συνιδιοκτητών του Πρακτορείου ΖΖ (μητέρα του ΕΕ) επεκοινώνησε με τον εκκαλούντα για να βεβαιωθεί για τη φερεγγυότητα του προσώπου του, ο τελευταίος την καθησύχασε και τη διαβεβαίωσε ότι ήταν γνώστης των ενεργειών του ΒΒ σχετικά με τις επιταγές καθώς και ότι αυτές θα επληρώνοντο εγκαίρως και μάλιστα πριν από την ημερομηνία όψεως που έφεραν "χέρι με χέρι". Επίσης ο εκκαλών ανακοίνωσε την ιδιότητα του στην ΖΖ. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο εκκαλών εφοδίαζε τον ΒΒ με επιταγές από το λογαριασμό του στη Γενική Τράπεζα και ότι οι εν λόγω επιταγές δεν περιήλθαν στα χέρια του ΒΒ συνεπεία κλοπής τους από τον τελευταίο.
ΙV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου 1021/07 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της απλής συνέργειας σε κακουργηματική απάτη που αποδίδεται σ'αυτόν, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 47 § 1 -386 § 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου τ'αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας. Τέλος ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε από την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από τη σχετική διάταξη του προσβαλλομένου βουλεύματος, για την απόρριψη του αιτήματός αυτού διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. ΑΠ 960/2006 Ποιν. Δ. 2006-1346, ΑΠ 292/03 Ποιν.Δ. 2003-844).
V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Ακόμη, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας, δεδομένου ότι με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων, οι οποίες δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 20/13-11-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ, κατά του με αριθμό 12/2008 βουλεύματός του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
ΙΙ) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον Σας. Και
ΙΙΙ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσεί ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΠΚ 13 περ. στ').
Συνεπώς, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος.
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ΠΚ, ορίζεται ότι: "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ύπαρξη απλής συνέργειας, απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης με γνώση του συνεργού ότι ο αυτουργός τελεί αξιόποινη πράξη και με την θέληση και αποδοχή του συνεργού να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της τελευταίας. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, εκθέσεις παροχής εξηγήσεων, απολογίες κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση: "από την ενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις εκθέσεις παροχής εξηγήσεων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα παρακάτω: Με την υπ'αριθμ. 1333/02-12-2005 απόφασή του το Πενταμελές Στρατοδικείό Αθηνών, ενώπιον του οποίου είχε παραπεμφθεί ο πρώην ΕΜΘ Επιλοχίας (ΕΜ) ΒΒ, για να δικασθεί ως υπαίτιος: α) απάτης κατ'εξακολούθηση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (εις βάρος του ΓΓ), β) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συρροή (πράξεις δύο), γ) λιποταξίας στο εσωτερικό σε ειρηνική περίοδο (αρθ. 33 παρ. 1β ΣΠΚ) και δ) απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (εις βάρος του Ψ), κάνοντας δεκτό αυτοτελή ισχυρισμό του συνηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος Ψ για χαρακτηρισμό της εις βάρος του πράξεως της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσης από τον ως άνω κατηγορούμενο, ως κακουργηματικής, διεβίβασε τις σχετικές δικογραφίες στον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, προκειμένου ο τελευταίος δια παραγγελίας προς κυρία ανάκριση να κινήσει δίωξη για διακεκριμένες περιπτώσεις απάτης (κακουργηματικές), στα πλαίσια της οποίας να διερευνηθεί και πιθανή συμμετοχική δραστηριότητα του εκκαλούντος με οποιαδήποτε μορφή. Ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια με παραγγελία του προς τον Ανακριτή του Β' Τμήματος του Στρατοδικείου Αθηνών, άσκησε την 17 Φεβρουαρίου 2006, ποινική δίωξη και εις βάρος του εκκαλούντος για απλή συνεργεία σε μια πράξη απάτης κατ' επάγγελμα με φυσικό αυτουργό τον ΒΒ και δη για την τελεσθείσα στην ... περί τα μέσα Μαΐου 2003, ενώ για τον ΒΒ για: α. απάτη κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και β. απάτη κατ' επάγγελμα με συνολική ζημία άνω των 15.000 ΕΥΡΩ. Ο εκκαλών είναι γεγονός ότι είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον ΒΒ, που υπηρετούσε τότε ως ΕΜΘ Λοχίας (ΕΜ) στη ΓΔΕ και ήταν οδηγός του υπηρεσιακού οχήματός του κατά τα έτη 1999-2000. Ο ΒΒ κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2002 έως το Μάιο του 2003, είχε αναπτύξει μία πολυσχιδή έκνομη οικονομική δραστηριότητα, όπως ακριβώς περιγράφεται στο εκκαλούμενο βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, παίζοντας στο τυχερό παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ", δραστηριότητα που του απέφερε μεγάλα κέρδη, καθόσον είχε πείσει τους ιδιοκτήτες Πρακτορείων ΠΡΟΠΟ ότι, επειδή ήταν φερέγγυος και κάτοχος σημαντικής ακίνητης και κινητής περιουσίας εντός ..., να του επιτρέπουν τη συμμετοχή στο εν λόγω παιχνίδι του ΟΠΑΠ, χωρίς να καταβάλει το τίμημα με την απλή υπόσχεση μελλοντικής καταβολής και χωρίς απαίτηση εγγυήσεως, κατορθώνοντας έτσι να αποσπάσει από τον ιδιοκτήτη του Πρακτορείου ΠΡΟΠΟ ΓΓ, μεθοδικά και με επανειλημμένη τέλεση, συνολικά το ποσό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000) ευρώ. Στο ως άνω παιχνίδι, αλλά και στη δραστηριότητα του ΒΒ, ζήτησε να συμμετάσχει και ο εκκαλών και να μοιράζονται εξίσου τα έξοδα και τα τυχόν κέρδη. Μάλιστα ο εκκαλών, στα πλαίσια της παραπάνω "συνεργασίας τους", τον εφοδίασε με έξι (6) τραπεζικές επιταγές της Γενικής Τράπεζας, υπογεγραμμένες από τον ίδιο (τον εκκαλούντα), για τις οποίες δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, προκειμένου, κατά το δοκούν, ο ΒΒ να κάνει χρήση τους στις πολυσχιδείς δραστηριότητές του. Σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κειμένη όμως περί τα μέσα Μαΐου του 2003, ο ΒΒ εμφανίστηκε στον παλαιό γνώριμό του, πρατηριούχο υγρών καυσίμων, Ψ, επί της Λεωφόρου ... στην περιοχή της ... και επικαλούμενος την αποπληρωμή των δόσεων δανείου, το οποίο έλαβε για την αγορά μιας νέας κατοικίας στην περιοχή της ..., του ζήτησε να του δανείσει για μικρό χρονικό διάστημα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ΕΥΡΩ, το οποίο θα του επέστρεφε το αργότερο μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2003. Προκειμένου δε να τον πείσει να του δανείσει το πιο πάνω ποσό και ότι θα το έπαιρνε εγκαίρως πίσω, του δήλωσε ότι στον στρατό που υπηρετεί είχε προσωπικές φιλικές σχέσεις με έναν Στρατηγό (εννοώντας τον εκκαλούντα, ο οποίος τότε έφερε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη), στον οποίο ήταν οδηγός του υπηρεσιακού του οχήματος και για εξασφάλιση των χρημάτων του θα του έδιδε μία ισόποση προσωπική επιταγή, την οποία θα κατέθετε στην Τράπεζα και θα ελάμβανε τα χρήματά του, σε περίπτωση που αυτός (ο ΒΒ) θα αδυνατούσε να του τα επιστρέψει την συμφωνηθείσα ημερομηνία. Πράγματι μετά από αυτή τη συμφωνία, ο Ψ του έδωσε το ποσό που ζήτησε και ο ΒΒ αμέσως παρέδωσε στον Ψ ως εγγύηση την υπ' αριθμ. ... (μεταχρονολογημένη) επιταγή της Γενικής Τράπεζας, με ημερομηνία 17-06-2003, υπογεγραμμένη από τον εκκαλούντα, την οποία ήδη είχε ο ΒΒ στην κατοχή του, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στα πλαίσια της συνεργασίας τους "είχε παραχωρηθεί" από τον εκκαλούντα. Η ως άνω επιταγή, ως προελέχθη, μολονότι προερχόταν από φερέγγυο πρόσωπο (τον Στρατηγό Χ), εμφανισθείσα στη συνέχεια σε Τράπεζα, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων υπολοίπων στον λογαριασμό του εκκαλούντος. Ο εκκαλών βεβαίως εγνώριζε, αφενός ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφαλαία για την εξόφληση της επιταγής, αφετέρου ότι ο ΒΒ θα την μετεβίβαζε στον Ψ ως εγγύηση, προκειμένου να του αποσπάσει το ποσό των 50.000 ευρώ, ως άτοκο δάνειο, μέχρι την 17-07-2003. Με την ως άνω ενέργειά του ο εκκαλών, να εφοδιάσει τον ΒΒ με επιταγές χωρίς αντίκρυσμα πριν την πράξη της απάτης που ενήργησε ο ΒΒ, σαφώς παρέσχε συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο και κατέστη υπαίτιος απλής συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα που το συνολικό όφελος υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ. Το ότι η πράξη των δύο συγκατηγορουμένων συνιστά την διακεκριμένη αυτήν περίπτωση απάτης, προκύπτει από το ότι ενεργούσαν μεθοδικά και επιτηδευμένα. Ο πρώτος (ΒΒ) δημιουργούσε σε τρίτους την πεπλανημένη εντύπωση ότι υποστηρίζεται οικονομικά από φερέγγυο πρόσωπο (Στρατηγό), δηλαδή τον εκκαλούντα, ώστε να αποσπά χρηματικά ποσά, και ο εκκαλών εν γνώσει της δράσης του πρώτου παρείχε σ' αυτόν την υποδομή, εφοδιάζοντάς τον με επιταγές που ο ίδιος εξέδιδε (υπέγραφε), άνευ διαθεσίμων κεφαλαίων, προς πορισμό εισοδήματος. Σε σχέση τώρα με τις αιτιάσεις του εκκαλούντος κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος, παρατηρούνται τα εξής: Ναι μεν ο Ψ στην κατάθεσή του στην προκαταρκτική εξέταση, την 31 Μαρτίου 2004 κάνει λόγο για χορήγηση του δανείου στον ΒΒ τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2002 και παράδοση της επιταγής του εκκαλούντος τον Μάιο του 2003, ούτως ώστε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία να μην προκύπτει κατά τα προεκτεθέντα συμμετοχική δράση στον δι' εξαπατήσεως του Ψ δανεισμό του ΒΒ, όμως πολύ νωρίτερα από την κατάθεση αυτή και συγκεκριμένα την 30 Οκτωβρίου 2003, στη σχετική έγκλησή του κατά του ΒΒ, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κάνει λόγο για παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών από τον ΒΒ, με σκοπό ο τελευταίος να αποκομίσει απ' αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα ότι περί τα μέσα Μαΐου του 2003 ο ΒΒ του παρέστησε ότι αγόρασε καινούργιο σπίτι στην ... και ως εκ τούτου είχε απόλυτη ανάγκη για την πληρωμή του τιμήματος και ότι για την εξασφάλιση του ποσού που θα του δάνειζε ο Ψ, θα του χορηγούσε ισόποση επιταγή (50.000 ΕΥΡΩ) δια της υπ' αριθ. ... επιταγής της Γενικής Τράπεζας εκδότης της οποίας ήταν φερέγγυο πρόσωπο, Στρατηγός του Ελληνικού Στρατού, ο Χ, ο οποίος είχε τα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της παραπάνω επιταγής. Το ότι η χορήγηση του δανείου στον ΒΒ έγινε από τον Ψ περί τα μέσα Μαΐου 2003 και όχι νωρίτερα ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, πατέρα του Ψ, ΔΔ, αλλά και του ιδίου του Ψ, την 19 Ιουνίου 2006 ενώπιον της ενεργούσης κυρία ανάκριση, Ανακρίτριας του Στρατοδικείου Αθηνών. Ούτε όμως και η περίπτωση της κλοπής των επιταγών του εκκαλούντος από τον ΒΒ ευσταθεί. Επί της σχετικής δε μηνύσεως του Χ κατά του ΒΒ, από 30 Απριλίου 2004 για κλοπή των επιταγών του και πλαστογράφηση των ως προς όλα πλην της υπογραφής των στοιχείων τους, εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθ. 93/14-09-05 διάταξη απόρριψης εγκλήσεως του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, ο οποίος έκρινε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο ΒΒ αφαίρεσε παράνομα έξι επιταγές του εκκαλούντος και ότι πλαστογράφησε κάποιες απ' αυτές και τις μετεβίβασε με οπισθογράφηση σε οφειλέτες του αλλά φαίνεται ότι ενήργησε έτσι κατόπιν συμφωνίας τους. Κατά της πιο πάνω διατάξεως δεν προσέφυγε ο Χ στον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, μολονότι η εν λόγω διάταξη του επιδόθηκε νομίμως. Την εμπεριστατωμένη κρίση του ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθηνών στηρίζει, μεταξύ άλλων, και στο ότι, όταν ο ΒΒ έδωσε από τις επίδικες επιταγές Χ στο Πρακτορείο ΠΡΟΠΟ ΕΕ στη ... προς εξόφληση οφειλών τόσο του ξαδέλφου του ΣΤ, όσο και δικών του αλλά και του εκκαλούντος από το παιχνίδι "ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ" και η εκ των συνιδιοκτητών του Πρακτορείου ΖΖ (μητέρα του ΕΕ) επεκοινώνησε με τον εκκαλούντα για να βεβαιωθεί για την φερεγγυότητα του προσώπου του, ο τελευταίος την καθησύχασε και την διαβεβαίωσε ότι ήταν γνώστης των ενεργειών του ΒΒ σχετικά με τις επιταγές, καθώς και ότι αυτές θα επληρώνοντο εγκαίρως, και μάλιστα πριν από την ημερομηνία όψεως που έφεραν, "χέρι με χέρι". Επίσης, ο εκκαλών ανακοίνωσε την ιδιότητά του στην ΖΖ. Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι ο εκκαλών εφοδίαζε τον ΒΒ με επιταγές από τον λογαριασμό του στη Γενική Τράπεζα και ότι οι εν λόγω επιταγές δεν περιήλθαν στα χέρια του ΒΒ, συνεπεία κλοπής τους από τον τελευταίο". Ενόψει αυτών, έκρινε το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη που τελείται κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ' εδ. α', 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 47 απρ. 1, 386 παρ. 1-3α' ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και στη συνέχεια με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, Χ και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Στρατοδικείου Αθηνών, για να δικασθεί για την κακουργηματική άνω πράξη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, 1021/07 του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Στρατοδικείου Αθηνών, για να δικασθεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, Χ, ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Αντισυνταγματάρχης (ΤΧ) και υπηρετούσε στη ΓΔΕ, στην ..., σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κειμένη πάντως περί τα μέσα Μαΐου 2003, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον συνδρομή πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε κατ' επάγγελμα, δηλαδή γνωρίζοντας ότι ο συγκατηγορούμενός του και παραπεμπόμενος με το ίδιο εκκαλούμενο βούλευμα για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συρροή (πράξεις δύο), η μία εξ αυτών κατ' εξακολούθηση, με συνολική ζημία άνω των 15.000 ΕΥΡΩ, ΒΒ, ΕΜΘ Λοχίας τότε, διέπραττε κατ' επάγγελμα απάτες, παρέσχε σ' αυτόν αναγκαία συνδρομή, προκειμένου να πεισθεί ο Ψ, να χορηγήσει στον ΒΒ, άτοκο δάνειο 50.000 ΕΥΡΩ, εκδίδοντας, σε συνεννόηση με αυτόν (ΒΒ) την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Γενικής Τράπεζας με ημερομηνία 17 Ιουνίου 2003, παρόλο που γνώριζε ότι δεν υπήρχαν τα αναγκαιούντα κεφάλαια και ότι η ως άνω επιταγή θα εχρησιμοποιείτο για να κάμψει οποιεσδήποτε αντιρρήσεις του προαναφερόμενου δανειοδότη (Ψ), με αποτέλεσμα ο ΒΒ να πείσει τον Ψ να προβεί στο ως άνω δάνειο και να βλάψει έτσι την περιουσία του Ψ κατά πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Να σημειωθεί εδώ ότι ο ΒΒ παραπέμπεται με το ίδιο βούλευμα, γιατί ως στρατιωτικός, δηλαδή ΕΜΘ Λοχίας που υπηρετούσε στο Τ/ΓΕΣ, στην Αθήνα, σε μη επακριβώς προσδιορισμένες ημερομηνίες, κείμενες εντός του χρονικού διαστήματος από μηνός Δεκεμβρίου 2002 έως μηνός Μαρτίου 2003, κατ' επάγγελμα, δηλαδή έχοντας δημιουργήσει υποδομή, δηλαδή όχι ευκαιριακά ή μη οργανωμένα, απ' όπου συνάγεται η πρόθεσή του για επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης και ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, με πολλές πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προκλήθηκε υπερέβαινε συνολικά το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Επίσης, το Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του και του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεω που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ', επάγεται και η παραβίαση της διατάξεως του αρ. 309 παρ 2 του ΚΠΔ με την οποία παρέχεται δικαίωμα στον διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, στην οποία το Συμβούλιο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά προβαίνει, προκύτπει ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την έφεσή του ζήτησε να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για την παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την ουσία της υποθέσεως και την βασιμότητα των λόγων της εφέσεώς του. Το αίτημά του, που είναι νόμιμο (ΚΠΔ 309 παρ. 2), το εν λόγω Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, το απέρριψε, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "με το αίτημα του εκκαλούντος που διατυπώνεται στην έκθεση εφέσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (άρθρα 317, 318 και 309 παρ. 2 ΚΠΔ) επισημαίνονται τα εξής: ·Ο εκκαλών δια της πολυσέλιδης εφέσεώς του υπεστήριξε επαρκώς τον εαυτό του και η υπόθεσή του διερευνήθηκε εξαντλητικά. Άλλωστε, επιθυμεί να εμφανισθεί, μόνο για παροχή διευκρινήσεων σχετικά με την ουσία της υποθέσεως και τη βασιμότητα των λόγων της εφέσεώς του, δηλαδή προκειμένου να επαναλάβει ό,τι ακριβώς έχει συμπεριλάβει στην έφεσή του χωρίς να κάνει μνεία για προσκόμιση νέων στοιχείων. Κατά συνέπεια, επειδή παρέλκει κάθε νέα διασάφηση εκ μέρους του εκκαλούντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του μετά του συνηγόρου του ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου".
Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτησή του ζητεί να διαταχθεί η ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου αυτοπρόσωπη εμφάνισή του σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 3 ΚΠΔ, προκειμένου να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του, ο δε συνήγορός του, προκειμένου να προβεί στην προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως. Το νόμιμο αίτημά του (ΚΠΔ 485 παρ. 1, 3, 309 παρ. 2) πρέπει να απορριφθεί, διότι με την έφεσή του και την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ανέπτυξε πλήρως τους ισχυρισμούς του και γενικά την υπόθεσή του και έτσι, δεν κρίνεται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του μετά του συνηγόρου του στο Συμβούλιο αυτό προς παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την παρούσα υπόθεση και β) την από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του (αναιρεσείοντος) Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 12/2008 βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεσή του κατά βουλεύματος του Συμβουλίου του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών για να δικαστεί για άμεση συνδρομή σε απάτη που διέπραξε άλλος κατ' επάγγελμα και η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Έννοια των ως άνω όρων. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπέρβαση εξουσίας λόγω απόλυτης ακυρότητας, απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφανίσεως στο Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Αιτιολογία απορρίψεως αυτού. Νέο αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο Αρείου Πάγου. Απόρριψη και αυτού του αιτήματος. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 0
|
Αριθμός 1.859/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Νικολακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, το γένος ΑΑ, κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευδοξία Τζοβλά.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 981/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρ. 369 παρ. Ι του ΠΚ, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (363 ΠΚ), η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε το άρθρο 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε, τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η απόφαση επί εγκλήματος διωκόμενου κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχους αυτής. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την 153/2009 προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το αδίκημα τελέσθηκε τη 1.11.2001 αλλά οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της πράξεως, δηλαδή της υποβολής μηνύσεως κατ' αυτών για τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν εγκλήματα, την 14.12.2001, χρόνο από τον οποίο δεν παρήλθε τρίμηνο μέχρι την υποβολή της εγκλήσεως την 14.3.2002. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση, ώστε να ελεγχθεί η εμπρόθεσμη υποβολή της εγκλήσεως. Επομένως, οι ενιαίως ερευνώμενοι δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' με τους οποίους αποδίδεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση της πράξεως που τελέσθηκε εις βάρος των και του προσώπου που την τέλεσε και της υπέρβασης εξουσίας, διότι θεώρησε εμπρόθεσμη την έγκληση, αν και υποβλήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας, δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 119 και 120 παρ. 2 του ΠΚ καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως, που αφορά την πράξη και όχι τα κατ' ιδίαν πρόσωπα και έχει εφαρμογή όταν ο εγκαλών δεν επιθυμεί οπωσδήποτε την τιμωρία του εις βάρος του διαπραχθέντος και κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος, οπότε η υπέρ ενός των συμμετόχων ανάκληση ή παραίτηση εκ της εγκλήσεως επεκτείνεται και στους υπολοίπους (ΑΠ (ολ.) 2/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, αν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα της εγκλήσεως, το δικαίωμα αυτό είναι αυτοτελές για τον καθένα. Δηλαδή το αδιαίρετο της εγκλήσεως δεν ισχύει επί πλειόνων παθόντων ως δικαιούχων της εγκλήσεως, καθένας εκ των οποίων έχει αυτοτελές δικαίωμα εγκλήσεως, με την έννοια ότι η τρίμηνη προθεσμία αρχίζει χωριστά για τον καθένα από τότε που έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε και η αντίθετη βούληση ή παραίτηση από την έγκληση ή η ανάκληση της εγκλήσεως του ενός δεν επηρεάζει το δικαίωμα των λοιπών. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ αποδίδεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 117 παρ. 1, 119 και 120 παρ. 2 του ΚΠΔ, διότι, αν και ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με την από 1.10.2001 μήνυσή του την ποινική δίωξη των ΒΒ, Ψ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, μόνο οι τρείς πρώτοι εξ αυτών υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, έτσι δε, εφόσον οι δύο τελευταίοι δεν υπέβαλαν έγκληση και παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία του άρθρ. 117 παρ. 1 του ΠΚ, επήλθε σιωπηρή παραίτησή τους από το δικαίωμα της εγκλήσεως, η οποία λόγω της αρχής του αδιαιρέτου αυτής επεκτείνεται υποχρεωτικά και για τους λοιπούς τρείς εγκαλούντες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή του σκεπτικού, δεν είναι βάσιμος, αφού κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις το αδιαίρετο της εγκλήσεως δεν ισχύει επί πλειόντων παθόντων και δικαιούχων σε έγκληση. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί (είναι κατάλληλο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδή καταμήνυση, στη συκοφαντική δυσφήμηση και στην ψευδορκία μάρτυρα ή υπερχειλής δόλος, όπως στην ψευδή καταμήνυση, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικώς με τις ανωτέρω μορφές δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή και επί πλέον, όταν απαιτείται υπερχειλής δόλος (εγκληματικός σκοπός), να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, για να αποκλειστεί και στις δύο περιπτώσεις, ότι ο δράστης ενήργησε από ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 1.11.2001 ο αναιρεσείων κατέθεσε μήνυση, στην οποία ανέφερε ότι οι ήδη μηνυτές ΓΓ, Ψ (αδελφή του και ήδη πολιτικώς ενάγουσα) και ο ΣΤ (γαμβρός του), καθώς και οι συμβολαιογράφοι Χαλκίδας ΔΔ και ΕΕ, συνέταξαν δύο πλαστές διαθήκες του αποβιώσαντος την 10.4.1999 πατέρα του ΑΑ και συγκεκριμένα τις ... και ... δημόσιες διαθήκες ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας ΔΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ανέφερε στη μήνυσή του ότι οι μηνυτές συμμετείχαν στην κατάρτιση των πλαστών διαθηκών, αφού ο πατέρας του για λόγους υγείας δεν ήταν σε θέση να δηλώσει την τελευταία του βούληση. Επί της μηνύσεώς του, μετά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης, εκδόθηκε το 76/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ΒΒ λόγω θανάτου, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των λοιπών κατηγορουμένων - καταμηνυθέντων από τον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος άσκησε έφεση κατά του άνω βουλεύματος, η οποία απορρίφθηκε με το 1.769/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, ενώ και οι αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων απορρίφθηκαν με το 2336/2005 βούλευμα του Αρείου Πάγου. Όλα όσα ανέφερε ο αναιρεσείων, συνεχίσει η προσβαλλόμενη απόφαση, στη μήνυσή του για τους ήδη εγκαλούντες ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των αναφερομένων στη μήνυσή του περιστατικών. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους εγκαλούντες και εν γνώσει του κατέθεσε ως μάρτυρας κατά την υποβολή της μηνύσεώς του ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν περιστατικά ήταν αληθινά και ακόμη εν γνώσει του ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες ότι ήταν πλαστογράφοι και κατάρτισαν τις πιο πάνω πλαστές δημόσιες διαθήκες, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή τους. Η γνώση του αναιρεσείοντος ότι τα περιστατικά που ανέφερε στη μήνυσή του ήταν ψευδή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι γνώριζε την υπογραφή του πατέρα του και συνεπώς γνώριζε ότι ο ίδιος ο πατέρας του και όχι άλλος τρίτος είχε υπογράψει τις παραπάνω δημόσιες διαθήκες. Ο αναιρεσείων, μετά από επιμελή εξέταση των δύο διαθηκών, μπορούσε να διακριβώσει και πράγματι διακρίβωσε ότι ο πατέρας του και όχι άλλος τρίτος είχε υπογράψει τις εν λόγω διαθήκες, ότι δηλαδή η υπογραφή του πατέρα του ήταν γνήσια. Ακόμη, ο αναιρεσείων γνώριζε ότι ο πατέρας του, λόγω της ηλικίας του, είχε μεν προβλήματα υγείας, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν τον εμπόδιζαν να προβεί στη σύνταξη δημόσιας διαθήκης. Επίσης, γνώριζε ότι οι σχέσεις του ιδίου με τον πατέρα του δεν ήταν καλές και συνεπώς, η εκ μέρους του τελευταίου εγκατάσταση ως κληρονόμων του της θυγατέρας του Ψ, καθώς και των τέκνων και του συζύγου αυτής, αποτελούσε έκφραση των συναισθημάτων του διαθέτη προς τα παιδιά του και όχι απαραιτήτως προϊόν πλαστογραφίας. Κατόπιν αυτών, κατέληξε το Εφετείο, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αδικημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 224 παρ. 2, 229 παρ. 1 και 363 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου. Ακόμη αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, καθώς και ο εγκληματικός σκοπός αυτού ως προς το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος του ψευδούς γεγονότος που αναφέρει στη μήνυσή του, ισχυρίσθηκε δε και κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο με αμετάκλητο βούλευμα, αφού αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των μηνυθέντων από τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία κ.λ.π., έκρινε, κατ' άρθρ. 585 παρ. 1 του ΚΠΔ, ότι δεν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον τελευταίο, διότι η μήνυσή του δεν υπεβλήθη από δόλο ή αμέλεια, ούτε δεδικασμένο παράγει για την παρούσα υπόθεση, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 57 του ίδιου κώδικα, αφού το βούλευμα εκείνο δεν εκδόθηκε μετά από ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τα εγκλήματα που ήδη καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η κρίση του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων αυτών συνιστά για τον ίδιο λόγο υπέρβαση εξουσίας εκ του ότι η ύπαρξη ή μη του δόλου είχε δήθεν κριθεί με το 76/2004 ως άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που δεν επέβαλε τα έξοδα στον μηνυτή - αναιρεσείοντα. Εξάλλου, η κρίση περί της επιβολής ή μη των δικαστικών εξόδων, κατά το άρθρ. 585 παρ. 1 του ΚΠΔ, λόγω ελλείψεως του στοιχείου του δόλου κατά την υποβολή της μηνύσεως, δεν έχει σχέση ούτε ασκεί έννομη επίδραση στο από το άρθρ. 366 παρ. 2 του Π.Κ. τεκμήριο περί της αλήθειας ή αναλήθειας του γεγονότος που αφορά η δυσφήμηση, το οποίο αναφέρεται στην καταδίκη ή αθώωση του υπαιτίου για την πράξη που αφορούσε το γεγονός που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε. Επομένως, οι ενιαίως ερευνώμενοι τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κατ' εκτίμηση ότι το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στον αναιρεσείοντα κατά τη σύνταξη και κατάθεση της μηνύσεώς του, παρότι με το πιο πάνω αμετάκλητου βούλευμα είχε απαλλαγεί των δικαστικών εξόδων, διότι δεν είχε προκύψει ότι υπέβαλε τη μήνυση από δόλο, α) υπερέβη θετικά την εξουσία του, αφού έτσι αναίρεσε και ακύρωσε εν μέρει το εν λόγω βούλευμα, β) στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία λόγω αντιφατικών κρίσεων με την εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων περιστατικών (στοιχείο του δόλου) περί των οποίων είχε αποφανθεί αμετακλήτως το Δικαστικό Συμβούλιο και γ) εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρ. 366 παρ. 2 του ΠΚ. δεν είναι βάσιμοι. Επειδή από τον συνδυασμό των άρθρ. 329, 358, 362 και 365 του ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρ.358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσει και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σχετικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, κατ' άρθρ. 183 του ίδιου κώδικα, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, εκθέτει ότι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και έγγραφο υπ' αριθμ. 9 )Η από 18.9.2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και έγγραφο υπ' αριθμ. 27) Δύο (2) εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς άλλα στοιχεία. Δοθέντος όμως ότι σχετικά με την ένδικη υπόθεση έχουν συνταχθεί και επισυναφθεί στη δικογραφία έξι συνολικά εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή α) δύο εκθέσεις των γραφολόγων Ζ-1 και Ζ-2, που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, β) δύο εκθέσεις των γραφολόγων Ζ-3 και Ζ-4, που συντάχθηκαν με επιμέλεια των αντιδίκων του αναιρεσείοντος και γ) δύο εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τη διορισθείσα από τον ανακριτή γραφολόγο Ζ-5, δεν καθίσταται βέβαιο από το αναφερόμενο με αριθμ. 27 έγγραφο ποιά έκθεση από όλες αναγνώσθηκε ούτε διευκρινίζεται σε κάποιο άλλο σημείο της αποφάσεως. Έτσι, υπάρχει αμφιβολία περί της ταυτότητας των αναγνωσθέντων εγγράφων και εντεύθεν παραβίαση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να εκθέσει, κατά το άρθρ. 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό τους, με συνέπεια την επέλευση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως και ο αναιρεσείων συνομολογεί, μόνο δύο εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης έχουν συνταχθεί και συγκεκριμένα από την ορισθείσα από τον ανακριτή γραφολόγο Ζ-5 και συνεπώς ουδεμία αμφιβολία γεννάται ότι τα αναφερόμενα στον αριθμ. 27 της αποφάσεως αναγνωσθέντα με παρόντα τον αναιρεσείοντα και τον συνήγορό του έγγραφα, είναι οι πιο πάνω εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και ο τελευταίος γνώριζε το περιεχόμενό τους και είχε τη δυνατότητα σχολιασμού αυτών και πάντως, να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση σχετικά με την ταυτότητα και το περιεχόμενό τους και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς αυτά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για το έγγραφο με την ένδειξη: Η από 18.9.03 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, το οποίο αντιδιαστέλλεται σαφώς από την κατά τα άνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνης και όπως ο αναιρεσείων εκθέτει, συντάχθηκε με επιμέλεια του ιδίου από τον γραφολόγο Ζ-1 και συνεπώς, προσκομίσθηκε από τον ίδιο και γνώριζε σαφώς την ταυτότητα και το περιεχόμενό του. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 367 παρ. 1 του ΠΚ αυτοτελής ισχυρισμός, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όπως συνάγεται από την παρ.2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 362 Π.Κ.) ή της εξύβρισης (άρθρ. 361 παρ. 1 του ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς (συκοφαντική δυσφήμηση). Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβάλει την αιτίαση ότι τον προβληθέντα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως από το άρθρ. 367 παρ.1 του ΠΚ ισχυρισμό του ότι η υποβολή της από 1.10.2001 μηνύσεώς του έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και αποτελούσε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη και ικανοποίηση των δικαιωμάτων του μοναδικό μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν ήταν δυνατή η προστασία τους, απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία να διαλαμβάνει ποιο άλλο νόμιμο μέσο είχε για την προστασία της περιουσίας, της τιμής και της υπολήψεώς του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο, διότι, όπως έκρινε, η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται όταν υπάρχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αδίκημα το οποίο διέπραξε ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Χειροτέρευση όμως της θέσεως του καταδικασθέντος δεν συνιστά η αναστολή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία είχε πρωτοδίκως μετατραπεί, διότι το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι προδήλως ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής της. Με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας λόγω χειροτέρευσης της θέσεώς και συγκεκριμένα, ενώ με την 4746/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως, η οποία μετετράπη προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε σε μικρότερη μεν ποινή φυλακίσεως, η οποία όμως ανεστάλη επί τριετία, ενώ έπρεπε, για να μη χειροτερεύσει τη θέση του, να μετατρέψει την επιβληθείσα ποινή με το ίδιο τουλάχιστον ποσό που είχε κάμει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή του σκεπτικού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΣΔ (ν.δ. 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α)όπως πληροφορηθή εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομέρεια την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β)όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεως του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την 4746/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αυτός έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων μόνον, ενώ δεν περιείχετο στην εν λόγω έκθεση λόγος εφέσεως αναφορικά με ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Άλλωστε, τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε στην,, πρωτόδικη δίκη που διεξήχθη με παρόντα τον κατηγορούμενο (εκπροσωπούμενο από δικηγόρο) ούτε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπου, πάντως, δεν θα μπορούσε να προβληθεί το πρώτον παραδεκτώς. Με τον δέκατο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη απαγγελία ακυρότητας της διαδικασίας που δημιουργήθηκε στο ακροατήριο από ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος συνιστάμενος στο ότι δεν περιείχε τα άρθρα του νόμου που προβλέπουν τις πράξεις που του αποδίδονται και ειδικότερα δεν περιείχε και τις διατάξεις των άρθρ. 61 και 63 του ΠΚ περί στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, αφού κατά μεν το άρθρο 363 του ΠΚ επί καταδίκης για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης μπορεί να επιβληθεί και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, κατά δε το άρθρο 227 παρ. 1 του ίδιου κώδικα επί καταδίκης για ψευδορκία σε φυλάκιση ανώτερη των έξι μηνών επιβάλλεται υποχρεωτικά και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν προβλήθηκε και μάλιστα εγκαίρως και νομοτύπως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και συνεπώς, εάν υφίσταται, ως σχετική, καλύφθηκε λόγω μη έγκαιρης προτάσεώς της.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη η ακυρότητα επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που τους παρέχεται ρητά από τον νόμο και το δικαστήριό τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Τέτοιο είναι και το από το άρθρο 349 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομισθεί έγγραφο κρίσιμο για την εκδικαζόμενη υπόθεση. Η μη απάντηση σε αίτημα αναβολής συνιστά έλλειψη ακροάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλαν τέτοιο αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι αν και ο κατηγορούμενος υπέβαλε με την απολογία του ενώπιον του Εφετείου αίτημα αναβολής της υποθέσεως για να προσκομισθεί σημείωμα που άφησε ο αποβιώσας αιφνιδίως μετά την υποβολή της ένδικης εγκλήσεως εκ των μηνυτών ΒΒ (σύζυγος της ήδη πολιτικώς ενάγουσας Ψ) και το οποίο σημείωμα περιείχε πιθανότατα σημαντικά στοιχεία από τις αμοιβαίες προσπάθειες των διαδίκων για την εξώδικη επίλυση των διαφορών τους και είχαν άμεση σχέση με την κρινόμενη υπόθεση, αντίγραφο δε αυτού, αν και είχε ζητηθεί από τον αναιρεσείοντα δια του Εισαγγελέα Χαλκίδας να συσχετισθεί στην παρούσα δικογραφία, δεν χορηγήθηκε, το Εφετείο δεν απεφάνθη επί της αναγκαιότητας του εγγράφου και της συνδρομής σημαντικού αιτίου για αναβολή της δίκης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών και ιδίως της απολογίας του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος αναφερόμενος στο εν λόγω σημείωμα είπε μόνο ότι "ο γαμπρός μου (ΒΒ) αυτοκτόνησε και είχε αφήσει ένα γράμμα που πιστεύω ότι εκφράζει συγγνώμη για μένα και γι' αυτό δεν το εμφανίζουν" και δεν υπέβαλε αίτημα ούτε και εμμέσως να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να προσκομισθεί το εν λόγω σημείωμα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας και στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.6.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 153/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έγκληση. Υποβολή μετά την τρίμηνη προθεσμία, αιτιολογία. Αδιαίρετο της εγκλήσεως, έννοια. Ψευδής καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδορκία μάρτυρα, προϋποθέσεις, Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Έγγραφα, λήψη υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί - απόλυτη ακυρότητα. Άρθρ. 367 ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας. Μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία στο πρωτοβάθμιο είχε ανασταλεί - όχι χειροτέρευση θέσεως εκκαλούντος - καταδικασθέντος. Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος μέχρι πότε προβάλλεται. Έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 510 § 1Β ΚΠΔ) και επί υποβολής αιτήματος αναβολής για το οποίο δεν απεφάνθη το Δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Κλητήριο θέσπισμα, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακυρότητα σχετική, Έγκληση, Ποινής μετατροπή.
| 2
|
Αριθμός 1857/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσιμικλή, περί αναιρέσεως της 1814/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1777/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 394 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίο προέρχεται το πράγμα. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο του εγκλήματος της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος που είναι υπαλλακτικώς μικτό, δυνάμενο να τελεστεί με έναν από τους ως άνω αναφερομένους τρόπους και προϋποθέτει προηγούμενη τέλεση αξιόποινης πράξεως, από την οποία προήλθε το πράγμα που μεταβιβάστηκε σε τρίτον, είναι, εκτός άλλων, και ο δόλος του αποδεχομένου το προϊόν του εγκλήματος, δηλαδή η γνώση του τρίτου ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και η θέληση αποδοχής του πράγματος αυτού. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά που καταδεικνύουν αμέσως ή και εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενο έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής αυτού, μολονότι γνωρίζει την προέλευσή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1814/2008 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (ένορκη κατάθεση μάρτυρα και αναγνωσθέντα έγγραφα) αποδείχθηκαν τα εξής: Στο ..., την 28/31-3-2003, ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρεί μάντρα πωλήσεως παλαιώνσιδήρων, ενεργώντας από πρόθεση, αγόρασε από άγνωστους δράστες τριάντα δύο (32) κεφαλές σύνδεσης σωλήνων (αρσενικές - θηλυκές), με αντίστοιχα κομμάτια σωλήνων, και ειδικότερα 3 αρσενικές κεφαλές συνδέσεων των 5 ιντσών, 7 θηλυκές κεφαλές συνδέσεων 3 και κεφαλές 1/2 ιντσών και 3 δακτυλίδια συνδέσεων σωλήνων, που βρέθηκαν στις 31.3.03 στην ανωτέρω μάντρα που διατηρεί, των οποίων δεν δικαιολόγησε την αγορά με νόμιμα παραστατικά, γνωρίζοντας ότι τα ως άνω προέρχονται από κλοπή, που διαπράχθηκε από άγνωστους δράστες την 28-3-2003, οι οποίοι αφαίρεσαν τους παραπάνω σωλήνες από το αγρόκτημα του ..., που βρίσκεται στην θέση ... . Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Μετά από αυτά, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι έλαβε χώρα η αξιόποινη πράξη της κλοπής και τα προϊόντα αυτής τα αγόρασε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι προέρχονται από αξιόποινη πράξη, την γνώση του δε αυτή και τον δόλο του τον στηρίζει κυρίως στο ότι δεν κατείχε για την αγορά αυτή νόμιμα παραστατικά και ότι αγόρασε τα παραπάνω εμπορεύματα από αγνώστους δράστες. Επίσης, προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του και όχι μερικά από αυτά. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι δεν αναγνώσθηκαν προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα και συγκεκριμένα τα υπ' αριθ. ...-... και ...-... τιμολόγια αγοράς. Όμως, από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκαν από πλευράς κατηγορουμένου έγγραφα και ζητήθηκε η ανάγνωσή τους και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β σε συνδυασμό με 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.10.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1814/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου που διατηρεί μάντρα πωλήσεως παλαιών σιδήρων για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, ο οποίος αγόρασε χωρίς νόμιμα παραστατικά σωλήνες και εξαρτήματα αυτών αξίας 3.500.000 δρχ., εν γνώσει του ότι προέρχονταν από κλοπή. Δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακροάσεως για μη ανάγνωση προσκομισθέντων από τον κατηγορούμενο εγγράφων, εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι προσκομίστηκαν τέτοια έγγραφα και ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, Ακροάσεως έλλειψη, Πρακτικά συνεδρίασης.
| 0
|
Αριθμός 1856/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αμπόνη, περί αναιρέσεως της 1414/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία Ψ1,Ψ2.. ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο ..., με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1722/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται η συνδρομή του κατά την πρώτη παράγραφο σκοπού του δράστη, που αποβλέπει στην παραπλάνηση άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, που αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, καθώς και η γνώση τούτου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ως άνω αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ συνιστά η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στην διαδικασία του ακροατηρίου (άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ). Τέλος, κατά το άρθρο 63 του ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου από τους δικαιούχους κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 του ΑΚ, που είναι εκείνοι οι οποίοι ζημιώθηκαν αμέσως από το έγκλημα. Μεταξύ τούτων, περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα, τα οποία μπορούν να υποστούν ηθική βλάβη από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη τους και στο κύρος τους η άδικη πράξη που έγινε εις βάρος τους. Στη δήλωση του νομικού προσώπου, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για την ηθική του βλάβη, δεν απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου με τον οποίο επήλθε αυτή, γιατί αναφέρεται προφανώς στον παραπάνω αντίκτυπο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1414/2007 απόφασή του δέχθηκε ως νόμιμη την παράσταση της Ομόρρυθμης Εταιρείας "Ψ1,Ψ2...ΟΕ", ως πολιτικώς ενάγουσας, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου και απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής επειδή δεν εξειδικεύεται ο τρόπος προκλήσεως της ως άνω βλάβης, η οποία όμως εξειδίκευση δεν απαιτείτο κατά τα προαναφερόμενα για τη νομιμότητα της παραστάσεως. Επομένως, ο υπό στοιχείο Ι συναφής λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται, κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού, ότι η πολιτικώς ενάγουσα παραστάθηκε παράνομα στην διαδικασία του ακροατηρίου επειδή δεν εξειδίκευσε τον τρόπο προκλήσεως της ηθικής βλάβης και ότι έτσι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ), είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, δέχθηκε δε στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο Ψ1 και ο Ψ2 διατηρούσαν επιχείρηση τυπογραφείου και ήσαν ομόρρυθμοι εταίροι της εγκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ψ1,Ψ2 ΟΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Ψ1. Στις αρχές καλοκαιριού 1999, ο κατηγορούμενος Χ ανέθεσε στην εγκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία να εκτυπώσει 6.000 διαφημιστικά φυλλάδια (προσπέκτους). Τα ως άνω 6.000 διαφημιστικά έντυπα εκτυπώθηκαν από την εγκαλούσα εταιρεία και παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο την 6.8.1999. Η εγκαλούσα εταιρεία για τη συναλλαγή αυτή εξέδωσε το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, αξίας 1.150.000 δρχ. και 207.010 δρχ. για ΦΠΑ, δηλαδή συνολικής αξίας 1.357.000 δρχ., με την συμφωνία να πιστωθεί η αμοιβή και να καταβληθεί μετά από ένα μήνα από την έκδοση του τιμολογίου, στο οποίο δεν γράφτηκε η λέξη "επί πιστώσει", ούτε, βέβαια, και η λέξη "εξοφλήθη", δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το τιμολόγιο αυτό δεν είχε εξοφληθεί. Ο Ψ1 αξίωσε την καταβολή της αμοιβής από τον κατηγορούμενο μετά την παρέλευση της προθεσμίας πιστώσεως, ο τελευταίος όμως ανέβαλε συνέχεια την πληρωμή της αμοιβής και τελικά αρνήθηκε να την καταβάλει. Κατόπιν της αρνήσεώς του αυτής, η εγκαλούσα εταιρεία κατέθεσε στην υπ' αριθ. καταθ. 4552/2000 αγωγή εναντίον του κατηγορουμένου στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Κατά την συζήτηση της εν λόγω αγωγής στις 11.4.2002, ο κατηγορούμενος αντικρούοντας την αγωγή ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο τιμολόγιο είχε εξοφληθεί και για απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού (περί εξοφλήσεως) προσκόμισε το άνω τιμολόγιο, στο σώμα του οποίου αναγραφόταν με στυλό η λέξη "εξοφλήθη", η οποία όμως δεν είχε τεθεί από την εγκαλούσα εταιρεία που εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό, γι' αυτό και δεν υπήρχε η λέξη αυτή ("εξοφλήθη") στο στέλεχος που έμεινε στο μπλοκ των τιμολογίων. Και ναι μεν δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι την λέξη αυτή την έθεσε ο κατηγορούμενος, όπως δέχθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός (κατηγορούμενος) γνώριζε ότι η λέξη αυτή ("εξοφλήθη") δεν τέθηκε από την εγκαλούσα, αλλά από πρόσωπο του δικού του περιβάλλοντος και παρά ταύτα, παρότι δηλαδή γνώριζε τη νόθευση του επίμαχου τιμολογίου με την αυθαίρετη προσθήκη της λέξης "εξοφλήθη", που εμφάνιζε την οφειλή του ως εξοφληθείσα, έκανε χρήση του τιμολογίου αυτού, προσκομίζοντας αυτό στον Ειρηνοδίκη που δίκασε την εναντίον του αγωγή της εγκαλούσας εταιρείας, με πρόθεση να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής αυτής. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της χρήσεως πλαστού εγγράφου, όπως και πρωτοδίκως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του υπ' αριθ. 1414/2007 την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα, αιτιολογεί την γνώση του κατηγορουμένου περί της νοθεύσεως του τιμολογίου, δεχόμενο ότι η νόθευση έγινε από πρόσωπο του δικού του περιβάλλοντος και εν γνώσει του και επίσης αιτιολογεί τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, δεχόμενο ότι αυτός εν γνώσει της νόθευσης χρησιμοποίησε το τιμολόγιο στο Δικαστήριο με σκοπό να πετύχει την απόρριψη της εναντίον του αγωγής. Τέλος, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την κατάθεση της απούσης μάρτυρος Β, η οποία κατάθεση αναγνώσθηκε κατά πρόταση του Εισαγγελέα, το ότι δε δεν έκανε στο αιτιολογικό ρητή αναφορά στην κατάθεση αυτή δεν σημαίνει ότι την αγνόησε. Επομένως, ο σχετικός υπό στοιχεία α, β και γ λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε αφενός στο αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω της απουσίας της μάρτυρος Β και αφετέρου στο αίτημα για διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στο φερόμενο ως νοθευθέν τιμολόγιο. Από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε ότι η ανωτέρω μάρτυρας είναι ασθενής και προσκόμισε και ιατρική βεβαίωση, η οποία αναγνώσθηκε, πλην όμως δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής ώστε να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. Επίσης προκύπτει από τα ίδια πρακτικά ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου "αφού ζήτησε και πήρε τον λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε να γίνει γραφολογική εξέταση". Το αίτημα αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο, γιατί δεν προσδιόριζε το αντικείμενο της εξέτασης και έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, ο σχετικός, υπό στοιχεία δ και ε, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο απέρριψε σιγή τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε περί συγγνωστής νομικής πλάνης και περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου. Από τα ίδια πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο αυτό ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης και περαιτέρω προκύπτει ότι "ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του εντίμου προτέρου βίου", δηλαδή ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος, αφού δεν συνοδεύεται από τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αλλά αναφέρεται μόνο με τον χαρακτηρισμό που είναι γνωστός στη νομική ορολογία. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε μη προβληθέντα και σε αόριστο ισχυρισμό, αντίστοιχα, και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως υπό στοιχεία στ και θ, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, προβάλλει ο αναιρεσείων ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα, επειδή εξετάστηκε με όρκο ο μάρτυρας Ψ2, ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας και έτσι έπρεπε να εξεταστεί χωρίς όρκο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως υπό στοιχείο η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η παραβίαση του άρθρου 221 του ΚΠΔ και συγκεκριμένα η ένορκη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος δεν απάγεται ακυρότητα, επειδή δεν απαγγέλλεται ρητώς τέτοια ακυρότητα, όπως απαγγέλλεται στο άρθρο 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή όταν δεν ορκιστεί ο μάρτυρας πριν εξεταστεί. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.9.2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1414/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστού νοθευμένου εγγράφου. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου ο οποίος χρησιμοποίησε σε πολιτικό δικαστήριο, τιμολόγιο που είχε νοθεύσει πρόσωπο του περιβάλλοντός του, αναγράφοντας σ' αυτό τη λέξη "εξωφλήθη", με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή για πληρωμή της αξίας του. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής νομικού προσώπου δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής του βλάβης. Είναι αόριστο αίτημα διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης χωρίς να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτής και δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει. Επίσης αόριστος είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου αν δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία για τη θεμελίωση του περιστατικά. Η ένορκη εξέταση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1854/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2240/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 166/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 83/10.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ..., από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησιν αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 2240/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 62/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον διά να δικασθή δια τοκογλυφίαν κατ'εξακολούθησιν, κατά συρροήν και κατ'επάγγελμα (άρθρα 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 404 παρ. 2 στοιχ. α'και β'και 3 Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.
ΙΙ. 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.).
ΙΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών του κατηγορουμένου και απολογητικού υπομνήματος αυτού προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη εν σχέσει με την υπόθεσιν σημεία των έχουν ως εξής:
Ι. Στην ..., σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, στις αρχές Οκτωβρίου 2005, την 10.11.2005, την 15.1.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατά την παροχή και παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση, την προεξόφληση δανείου, με πρόθεση συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, επιχειρεί δε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα : 1. Στην ..., εντός του κατ/τος υδραυλικών ειδών που διατηρεί στην οδό ..., όταν δυνάμει συμφωνίας του με τον ΑΑ, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του ΒΒ, ως άμεσος αντιπρόσωπος του, κατέβαλε σ' αυτόν, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του, το ποσό των 3.000 ευρώ αιτία δανείου με την υποχρέωση ο αντιπροσωπευόμενος και οφειλέτης του να του αποδώσει το ποσό των 6.000 ευρώ την 10.11.2005, παρέλαβε κατ' απαίτηση του (κατηγορουμένου) με οπισθογράφηση την ...μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης και εις διαταγήν του με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 10.11.2005 συρόμενη επί του ... λογαριασμού, οπότε και θα μπορούσε, κατά τα συμφωνηθέντα, να την εμφανίσει προς είσπραξη, αν εν τω μεταξύ αυτός δεν του είχε αποδώσει το ποσό της ύψους 6.000 ευρώ, πληρωτέα από την ΑΛΦΑ BANK, συνομολογώντας και λαμβάνοντας έτσι περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το κατά νόμον θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας, ειδικότερα, ακόμη και αν εκληφθεί ότι η λήψη του δανείου έλαβε χώρα την 1.10.2005, το εκ 3.000 ευρώ ποσό των τόκων, που ενσωματώθηκαν πλέον του κεφαλαίου στην ανωτέρω επιταγή, αντιστοιχεί σε ποσοστό 68,4% μηνιαίως επί του ποσού του δανείου, ενώ κατά το εν λόγω διάστημα το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν 10% ετησίως (ΔΣ ΕΚΤ της 5.6.2003) και επομένως το ποσό που μπορούσε να λάβει για την αιτία αυτή, κατ'ανώτατο όριο, κατά το χρονικό αυτό διάστημα που του παρασχέθηκε το δάνειο, ανερχόταν σε 32,88 ευρώ, 2. στον ίδιο ως άνω τόπο, την 10.11.2005, κατά την ανανέωση του ανωτέρω δανείου και τη χορήγηση παράτασης της προθεσμίας του μέχρι την 15.1.2006, αφού στο αρχικό κεφάλαιο των 3.000 ευρώ συνυπολόγισε πέραν των νομίμων 32,88 ευρώ και τους αθέμιτους τοκογλυφικούς τόκους 2.967,12 ευρώ, παρέλαβε από τον οφειλέτη ΒΒ, με οπισθογράφηση, σε αντικατάσταση της προαναφερθείσας επιταγής, την ... μεταχρονολογημένη επίσης επιταγή έκδοσης και εις διαταγήν του, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 15.1.2006, συρόμενη επί του ... λογαριασμού, οπότε και θα μπορούσε, κατά τα συμφωνηθέντα, να την εμφανίσει προς πληρωμή, εάν εν τω μεταξύ αυτός δεν του είχε αποδώσει το ποσό της ύψους 7.800 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ΑΛΦΑ BANK, συνομολογώντας και λαμβάνοντας έτσι εκ νέου περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας και δη το εκ 1.800 ευρώ ποσό των τόκων που ενσωματώθηκαν στην παραδοθείσα σ' αυτόν ανωτέρω επιταγή για το χρονικό διάστημα από 10.11.2005 έως 15.1.2006, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των νομίμων τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.10.2005 έως 10.11.2005 εκ 32,88 ευρώ και επομένως το ποσό των 1.767,12 ευρώ αντιστοιχεί σε ποσοστό 51,43% μηνιαίως επί του κεφαλαίου, ενώ κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (από 10.11.2005 έως 15.1.2006) το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν μέχρι την 5.12.2005 10% ετησίως (ΔΣ ΕΚΤ της 5.6.2003) και εφεξής 10,25% (ΔΣ ΕΚΤ 5.12.2005), το δε ποσό που μπορούσε να λάβει για την αιτία αυτή, κατ' ανώτατο όριο, κατά το χρονικό αυτό διάστημα (10.11.2005 έως 15.1.2006) ανερχόταν σε 110,18 ευρώ, 3. Στον ίδιο ως άνω τόπο, την 15.1.2006, κατά την ανανέωση του ανωτέρω δανείου και τη χορήγηση παράτασης της προθεσμίας πληρωμής του μέχρι την 15.2.2006, έλαβε προκαταβολικά κατ' απαίτηση του από τον ως άνω οφειλέτη του ΒΒ, το ποσό των 1.500 ευρώ, που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας διορθώνοντας παράλληλα την ημερομηνία έκδοσης της προαναφερθείσας επιταγής που εκτίθεται υπό στοιχ. 2 ανωτέρω από 15.1.2006 σε 15.2.2006 και δη το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε ποσοστό 50% μηνιαίως επί του δανεισθέντος κεφαλαίου, ενώ κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (15.1.2006 έως 15.2.2006) το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν 10,25% (ΔΣ ΕΚΤ 5.12.2005) και το ποσό που μπορούσε να λάβει για την αιτία αυτή, κατ' ανώτατο όριο, κατά το χρονικό αυτό διάστημα (15.11.2006 έως 15.2.2006) ανερχόταν σε 52,23 ευρώ.
Είναι δε πρόσωπο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό.
ΙΙ. Στην ..., σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία επακριβώς του μηνός Σεπτεμβρίου 2001, από τότε έως και το τέλος του έτους 2005, την 9.1.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατά την παροχή και παράταση προθεσμίας πληρωμής με πρόθεση συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστού τόκου, επιχειρεί δε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα: 1. Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Σεπτεμβρίου 2001, κατά την παροχή δανείου προς τον ΓΓ ύψους 12.000.000 δρχ. (ήδη 35.216,43 ευρώ) συνομολόγησε μαζί του την καταβολή κάθε μήνα τόκου που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 4% επί του ανωτέρω κεφαλαίου, έκτοτε δε και μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 ελάμβανε εξακολουθητικώς δυνάμει της συμφωνίας αυτής το ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως κατ' ελάχιστον, που αντιστοιχεί σε ποσοστό τόκου 4,54% μηνιαίως και 54,48% ετησίως (ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η συνομολόγηση του δανείου έλαβε χώρα την 1.9.2001 και επομένως είχε δικαίωμα λήψης τόκων για ολόκληρο τον μήνα Σεπτέμβριο 2001), δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 20.800 ευρώ (1.600 Χ 49), ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα το ποσοστό του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου ανερχόταν από την 1.9.2001 έως τις 17.9.2001 σε 10,25%, από 18.9.2001 έως 8.11.2001 σε 9,75%, από τις 9.11.2001 έως τις 5.12.2002 σε 9,25%, από τις 6.12.2002 έως τις 6.3.2003 σε 8,75 %, από τις 7.3.2003 έως τις 5.6.2003 σε 8,5% (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2842/2001), από τις 6.6.2003 έως και όλο τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 σε 8% ετησίως (ΔΣ ΕΚΤ 5.6.2003) και επομένως το ποσό που μπορούσε να λάβει ως τόκο δεν μπορούσε να υπερβεί κατ'ανώτατο όριο κατά τους μήνες του έτους 2001 σε ευρώ το ποσό των 280,52 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 282,21 τον Οκτώβριο, των 262,19 ευρώ τον Νοέμβριο, των 267,74 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2001, κατά τους μήνες του έτους 2002 σε ευρώ το ποσό των 267,74 ευρώ τον Ιανουάριο, των 240,97 ευρώ τον Φεβρουάριο, των 267,74 τον Μάρτιο, των 258,82 ευρώ τον Απρίλιο, των 267,74 τον Μάϊο, των 258,82 ευρώ τον Ιούνιο, των 267,74 ευρώ τον Ιούλιο, των 267,74 ευρώ τον Αύγουστο, των 258,82 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 267,74 τον Οκτώβριο, των 258,82 ευρώ τον Νοέμβριο και των 255,20 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2002, κατά τους μήνες του έτους 2003 σε ευρώ το ποσό των 253,27 ευρώ τον Ιανουάριο, των 227,94 τον Φεβρουάριο, των 247,24 ευρώ τον Μάρτιο, των 237,83 ευρώ τον Απρίλιο, των 246,03 ευρώ τον Μάϊο, των 225,77 ευρώ τον Ιούνιο, των 231,56 ευρώ τον Ιούλιο, των 231,56 ευρώ τον Αύγουστο, των 223,84 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 231,56 ευρώ τον Οκτώβριο, των 223,84 ευρώ τον Νοέμβριο και των 231,56 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2003, κατά τους μήνες του έτους 2004 σε ευρώ το ποσό των 230,93 ευρώ τον Ιανουάριο, των 215,53 ευρώ τον Φεβρουάριο, των 230,93 ευρώ τον Μάρτιο, των 223,23 ευρώ τον Απρίλιο, των 230,93 ευρώ τον Μάϊο, των 223,23 ευρώ τον Ιούνιο, των 230,93 ευρώ τον Ιούλιο, των 230,93 ευρώ τον Αύγουστο, των 223,23 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 239,03 ευρώ τον Οκτώβριο, των 223,23 ευρώ τον Νοέμβριο και των 230,93 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2004, κατά τους μήνες του έτους 2005 σε ευρώ το ποσό των 231,56 ευρώ τον Ιανουάριο, των 208,40 ευρώ τον Φεβρουάριο, των 231,56 ευρώ τον Μάρτιο, των 223,84 ευρώ τον Απρίλιο, των 231,56 ευρώ τον Μάϊο, των 223,84 ευρώ τον Ιούνιο, των 231,56 ευρώ τον Ιούλιο, των 231,56 ευρώ τον Αύγουστο και των 223,84 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2005, ήτοι συνολικά το ποσό των 12.198,15 ευρώ.
2. Ενώ είχε ήδη λάβει και είχε εισπράξει, περί το τέλος Νοεμβρίου του έτους 2005, μία επιταγή έκδοσης του ΓΓ ποσού 11.000 ευρώ και περί το μήνα Δεκέμβριο 2005 είχε λάβει μια δεύτερη επιταγή, επίσης έκδοσης του, με ημερομηνία 15.1.2006, ποσού 20.000ευρώ, την οποία και εισέπραξε προς μερική εξόφληση του δανείου, την 9.1.2006, κατά την χορήγηση της παράτασης της προθεσμίας ολοσχερούς εξόφλησης του δανείου, έως την 30.3.2006, έλαβε κατ' απαίτηση του, μια συν/κή αποδοχής του ΓΓ, σε αντικατάσταση (τρίτης) επιταγής ποσού 20.000 ευρώ που του είχε παραδώσει, αλλά δεν πληρώθηκε, έκδοσης της 30.12.2005 με ημερομηνία λήξης την 30.3.2006, ποσού 23.000 ευρώ και συνομολόγησε τοκογλυφικά ωφελήματα ύψους 20.129,99 ευρώ, υπερβαίνοντα το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Με βάση το ισχύον επιτόκιο του δικαιοπρακτικού τόκου κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (8% ετησίως με βάση την ΔΣ ΕΚΤ/5.6.2003 από 10.10.2005 έως 5.12.2005, 8,25% ετησίως με βάση την ΔΣ ΕΚΤ/5.12.2005 από 6.12.2005 έως 7.3.2006 και 8,5% ετησίως με βάση την ΔΣ ΕΚΤ/7.3.2006) και τις γενόμενες εκ μέρους του ανωτέρω καταβολές, κατά τα άνω, στις 30.11.2005, που οι νόμιμοι τόκοι για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του ίδιου έτους ανέρχονταν σε 463,12 ευρώ, εξοφλήθηκε μέρος του κεφαλαίου, απομένοντας υπόλοιπο 24.669,55 ευρώ (35.216,43 - (11.000 - 463,12), στις 15.1.2006, που οι νόμιμοι τόκοι του απομένοντος κεφαλαίου ανέρχονταν στο ποσό των 250,25 ευρώ, εξοφλήθηκε περαιτέρω μέρος του κεφαλαίου απομένοντας υπόλοιπο 2.919,30 [24.669,55- (20.000-250,25)] ευρώ, στις 30.3.2006 το ποσό των τόκων που μπορούσε να λάβει κατ' ανώτατο όριο ανέρχονταν σε 49,29 ευρώ και ως εκ τούτου το ποσό των 23.000 ευρώ που συνομολόγησε στις 9.1.2006 αντιστοιχεί σε τοκογλυφικά ωφελήματα ύψους 20.129,99 (23.000 - 2.870,01 (2.919,30+49,29 ) ευρώ.
Είναι δε πρόσωπο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό.
III. Στον ..., την 20.12.2001, κατά την παροχή δανείου με πρόθεση συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και στο ..., την 4.2.2004, με πρόθεση επεδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγαζε από την ανωτέρω απαίτηση του, επιχειρεί δε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα : 1. Στον ..., την 20.12.2001, κατά την χορήγηση δανείου 1.000.000 δρχ. (ήδη 2.934,70 ευρώ) τρίμηνης διάρκειας, δηλαδή μέχρι το τέλος Απριλίου του επομένου έτους 2002, προς τη ΔΔ και τον σύζυγο της, συνομολόγησε μαζί τους την απόδοση 1.500.000 δρχ. (4.402,05 ευρώ) και ως τόκο το ποσό των 500.000 δρχ. (ήδη 1.467,35 ευρώ), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 6,66% μηνιαίως και 79,82% ετησίως, υπερβαίνοντα κατά πολύ το θεμιτό ποσοστό τόκου, καθόσον το ποσοστό του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου, για το χρονικό αυτό διάστημα ανερχόταν σε 9,25% ετησίως (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 2842/2001) και το ποσό που μπορούσε να συνομολογήσει και να λάβει κατ' ανώτατο όριο ανερχόταν σε 97,43 ευρώ, λαμβάνοντας προς εξασφάλιση του συν/κές προς επιστροφή του δανείου σε τρεις δόσεις ποσού 500.000 δρχ. κάθε μίας, λήξης την 28.2.2002, 30.3.2002 και 10.4.2002 αντίστοιχα και δη για την πρώτη δόση λήξης 28.2.2002, ποσού 500.000 δραχμών, εξέδωκε δύο συν/κές ποσού 300.000 και 200.000 δραχμών, εκάστης αντίστοιχα, για την δεύτερη δόση, λήξης 30.3.2002 ποσού 500.000 δραχμών, εξέδωκε δύο συν/κές ποσού 300.000 και 200.000 δρχ. εκάστης αντίστοιχα και για την τρίτη δόση, λήξης 10.4.2002, ποσού 500.000 δραχμών, εξέδωκε δύο συν/κές ποσού 280.000 και 220.000 δρχ. αντίστοιχα, όλες αποδοχής της μητέρας της ανωτέρω, ΕΕ.
2. Στο ..., την 4.2.2004, επεδίωξε την λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγαζαν από την ανωτέρω απαίτηση του υπό στοιχ. III-1 του παρόντος, καταθέτοντας στο Ειρηνοδικείο Μαραθώνα στο Καπανδρίτι Αττικής, την από 18.12.29003 αγωγή του (αριθμ. καταθ. 20/2004) κατά της ΕΕ, ως αποδέκτριας των υπό στοιχ. III-1 προαναφερομένων συν/κών, στο κείμενο της οποίας ανέγραψε ότι είχε χορηγήσει αιτία ατόκου δανείου το ποσό των 4.402 ευρώ και ότι είχε λάβει αυτές προς εξασφάλιση του, ακολούθως δε ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλλει το ποσό αυτό πλέον τόκων για κάθε επιμέρους ποσό από τη λήξη κάθε συν/κής και έως την εξόφληση. Είναι δε πρόσωπο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό.
ΙV. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν διά το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκρισιν και την κυρίαν ανάκρισιν, σχετικώς με την ανωτέρω αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τας σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον. Ειδικώτερον, εις το προοίμιον του αιτιολογικού του βουλεύματος αναφέρονται γενικώς κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προέκυψαν από την προανάκρισιν και την κυρίαν ανάκρισιν, εις την οποίαν περιλαμβάνεται και η διενεργηθείσα συμπληρωματική ανάκρισις και είναι αβάσιμος η αιτίασις, ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και επιπροσθέτως δεν αναφέρεται το αποδεικτικόν υλικόν που συνεκομίσθη κατά την διενεργηθείσαν συμπληρωματικήν κυρίαν ανάκρισιν. Περαιτέρω είναι αβάσιμος η αιτίασις περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, συνισταμένη εις το ότι η εισαγγελική πρότασις, που ενεσωματώθη εις το βούλευμα και αποτελεί το αιτιολογικόν αυτού, είναι αντιγραφή του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος, αφού το τελευταίον περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσον αναλυτικά και με τόσην πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίησις του σκεπτικού του πληττομένου βουλεύματος (Α.Π. 547/2008, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 699 κ.ά.). Τέλος σχετικώς με την μερικωτέραν πράξιν που αφορά παροχήν δανείου προς τον ΓΓ, υπό την επίκλησιν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική κρίσις του Συμβουλίου, που τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτος (Α.Π. 851/2008, Π Λογ 2008 σελ. 565 κ.ά.). Εξ άλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντικήν περίστασιν της κατ'επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δεδομένου ότι η κατ'εξακολούθησιν τέλεσις του εγκλήματος αυτού, κατά τας παραδοχάς του Συμβουλίου, στοιχειοθετεί την επιβαρυντικήν αυτήν περίστασιν (Α.Π. 111/2008, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 991 κ.ά.).
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθή η από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ'αριθμ. 2240/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αθήνα 3 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 404 Π.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 8 του ν. 2721/3.6.1999, "1. Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιαδήποτε πίστωσης, ανανέωσής της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την αναπηρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά οφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. 2. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, β) Όποιος απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ. α' ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν απ' αυτήν την απαίτηση. 3 Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις των παρ. 1 και 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. 5. Η ποινική δίωξη των πράξεων των παρ. 1 και 2 ασκείται ύστερα από έγκληση". Με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν.2721/3.6.1999 επήλθε νομοθετική μεταβολή στις ποινικές κυρώσεις του ανωτέρω εγκλήματος της τοκογλυφίας και ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 404 Π.Κ. η φράση "με φυλάκιση μέχρι δύο ετών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών", στη δε παράγραφο 3 του άρθρου αυτού η φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", ενώ η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου καταργήθηκε. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις για την ποινική δίωξη της πράξεως της τοκογλυφίας με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ" επάγγελμα τέλεσης της πριν από την τροποποίηση του άρθρου 404 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν.2721/1999 δεν απαιτούνταί έγκληση. Η έγκληση προβλεπόταν μόνο για τις πράξεις της τοκογλυφίας στις παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού (αυτές δηλαδή που δεν τελούνταν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια κατά την παράγραφο 3) από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. γ' του ως άνω νόμου 2721/3.6.199, από της ισχύος του οποίου για την ποινική δίωξη, κάθε μορφής τοκογλυφίας δεν απαιτείται πλέον έγκληση. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Π.Κ. σαφώς προκύπτει ότι σ' αυτές προβλέπονται δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες πράξεις τοκογλυφίας. Ειδικότερα στην πρώτη παράγραφο προβλέπεται η υπό στενή έννοια αισχροκέρδεια ή καταπλεονέκτηση, η οποία συνίσταται, πλην άλλων, στην κατά τη σύναψη πιστωτικής δικαιοπραξίας εκμετάλλευση της ανάγκης κ.λ.π. εκείνου που λαμβάνει την πίστωση. Στην δε παράγραφο 2 εδ. α' προβλέπεται η κυρίως τοκογλυφία, η οποία συνίσταται στη συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου κατά τη σύναψη, παράταση προθεσμίας ή ανανέωση συμβάσεως δανείου χρημάτων και όχι άλλης πιστωτικής δικαιοπραξίας, χωρίς να προσαπαιτείται στην περίπτωση αυτή η εκμετάλλευση της ανάγκης κ.λ.π. του λαμβάνοντος το δάνειο. Περαιτέρω, το έγκλημα της κυρίως τοκογλυφίας, όπως συνάγεται από το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' Π.Κ., θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο. Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο ως παθόντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νομίμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή η επιδίωξη αυτών. Οι ανωτέρω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δηλαδή η με συνομολόγηση, με λήψη ή με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, κατά την έννοια του άρθρου 98 Π.Κ., εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής πράξης από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 Π.Κ. και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα του δόλου του δράστη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει. Όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος με περισσότερες από μια φορές, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2240/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 59/8-2-2008 έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του υπ' αριθμ. 62/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 404 παρ. 2 στοιχ. α και β και 3 ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στην Αθήνα, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κατά τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου 2005, την 10-11-2005 και την 15-1-2006. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε για τον αναιρεσείοντα, με αναφορά κατά μεγάλο μέρος στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι "Ι. Στην ..., σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, στις αρχές Οκτωβρίου 2005, την 10.11.2005, την 15.1.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατά την παροχή και παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση, την προεξόφληση δανείου, με πρόθεση συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, επιχειρεί δε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα: 1. Στην ..., εντός του κατ/τος υδραυλικών ειδών που διατηρεί στην οδό ..., όταν δυνάμει συμφωνίας του με τον ΑΑ, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του ΒΒ, ως άμεσος αντιπρόσωπος του, κατέβαλε σ' αυτόν, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του, το ποσό των 3.000 ευρώ αιτία δανείου με την υποχρέωση ο αντιπροσωπευόμενος και οφειλέτης του να του αποδώσει το ποσό των 6.000 ευρώ την 10.11.2005, παρέλαβε κατ' απαίτηση του (κατηγορουμένου) με οπισθογράφηση την ... μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης και εις διαταγήν του με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 10.11.2005 συρόμενη επί του ... λογαριασμού, οπότε και θα μπορούσε, κατά τα συμφωνηθέντα, να την εμφανίσει προς είσπραξη, αν εν τω μεταξύ αυτός δεν του είχε αποδώσει το ποσό της ύψους 6.000 ευρώ, πληρωτέα από την ΑΛΦΑ BANK, συνομολογώντας και λαμβάνοντας έτσι περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το κατά νόμον θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας, ειδικότερα, ακόμη και αν εκληφθεί ότι η λήψη του δανείου έλαβε χώρα την 1.10.2005, το εκ 3.000 ευρώ ποσό των τόκων, που ενσωματώθηκαν πλέον του κεφαλαίου στην ανωτέρω επιταγή, αντιστοιχεί σε ποσοστό 68,4% μηνιαίως επί του ποσού του δανείου, ενώ κατά το εν λόγω διάστημα το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν 10% ετησίως (ΔΣ ΕΚΤ της 5.6.2003) και επομένως το ποσό που μπορούσε να λάβει για την αιτία αυτή, κατ'ανώτατο όριο, κατά το χρονικό αυτό διάστημα που του παρασχέθηκε το δάνειο, ανερχόταν σε 32,88 ευρώ, 2. στον ίδιο ως άνω τόπο, την 10.11.2005, κατά την ανανέωση του ανωτέρω δανείου και τη χορήγηση παράτασης της προθεσμίας του μέχρι την 15.1.2006, αφού στο αρχικό κεφάλαιο των 3.000 ευρώ συνυπολόγισε πέραν των νομίμων 32,88 ευρώ και τους αθέμιτους τοκογλυφικούς τόκους 2.967,12 ευρώ, παρέλαβε από τον οφειλέτη ΒΒ, με οπισθογράφηση, σε αντικατάσταση της προαναφερθείσας επιταγής, την ... μεταχρονολογημένη επίσης επιταγή έκδοσης και εις διαταγήν του, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 15.1.2006, συρόμενη επί του ... λογαριασμού, οπότε και θα μπορούσε, κατά τα συμφωνηθέντα, να την εμφανίσει προς πληρωμή, εάν εν τω μεταξύ αυτός δεν του είχε αποδώσει το ποσό της ύψους 7.800 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ΑΛΦΑ BANK, συνομολογώντας και λαμβάνοντας έτσι εκ νέου περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας και δη το εκ 1.800 ευρώ ποσό των τόκων που ενσωματώθηκαν στην παραδοθείσα σ' αυτόν ανωτέρω επιταγή για το χρονικό διάστημα από 10.11.2005 έως 15.1.2006, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των νομίμων τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.10.2005 έως 10.11.2005 εκ 32,88 ευρώ και επομένως το ποσό των 1.767,12 ευρώ αντιστοιχεί σε ποσοστό 51,43% μηνιαίως επί του κεφαλαίου, ενώ κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (από 10.11.2005 έως 15.1.2006) το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν μέχρι την 5.12.2005 10% ετησίως (ΔΣ ΕΚΤ της 5.6.2003) και εφεξής 10,25% (ΔΣ ΕΚΤ 5.12.2005), το δε ποσό που μπορούσε να λάβει για την αιτία αυτή, κατ' ανώτατο όριο, κατά το χρονικό αυτό διάστημα (10.11.2005 έως 15.1.2006) ανερχόταν σε 110,18 ευρώ, 3. Στον ίδιο ως άνω τόπο, την 15.1.2006, κατά την ανανέωση του ανωτέρω δανείου και τη χορήγηση παράτασης της προθεσμίας πληρωμής του μέχρι την 15.2.2006, έλαβε προκαταβολικά κατ' απαίτηση του από τον ως άνω οφειλέτη του ΒΒ, το ποσό των 1.500 ευρώ, που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας διορθώνοντας παράλληλα την ημερομηνία έκδοσης της προαναφερθείσας επιταγής που εκτίθεται υπό στοιχ. 2 ανωτέρω από 15.1.2006 σε 15.2.2006 και δη το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε ποσοστό 50% μηνιαίως επί του δανεισθέντος κεφαλαίου, ενώ κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (15.1.2006 έως 15.2.2006) το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν 10,25% (ΔΣ ΕΚΤ 5.12.2005) και το ποσό που μπορούσε να λάβει για την αιτία αυτή, κατ' ανώτατο όριο, κατά το χρονικό αυτό διάστημα (15.11.2006 έως 15.2.2006) ανερχόταν σε 52,23 ευρώ.
Είναι δε πρόσωπο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό.
ΙΙ. Στην ..., σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία επακριβώς του μηνός Σεπτεμβρίου 2001, από τότε έως και το τέλος του έτους 2005, την 9.1.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατά την παροχή και παράταση προθεσμίας πληρωμής με πρόθεση συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστού τόκου, επιχειρεί δε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα: 1. Σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Σεπτεμβρίου 2001, κατά την παροχή δανείου προς τον ΓΓ ύψους 12.000.000 δρχ. (ήδη 35.216,43 ευρώ) συνομολόγησε μαζί του την καταβολή κάθε μήνα τόκου που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 4% επί του ανωτέρω κεφαλαίου, έκτοτε δε και μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 ελάμβανε εξακολουθητικώς δυνάμει της συμφωνίας αυτής το ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως κατ' ελάχιστον, που αντιστοιχεί σε ποσοστό τόκου 4,54% μηνιαίως και 54,48% ετησίως (ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η συνομολόγηση του δανείου έλαβε χώρα την 1.9.2001 και επομένως είχε δικαίωμα λήψης τόκων για ολόκληρο τον μήνα Σεπτέμβριο 2001), δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 20.800 ευρώ (1.600 Χ 49), ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα το ποσοστό του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου ανερχόταν από την 1.9.2001 έως τις 17.9.2001 σε 10,25%, από 18.9.2001 έως 8.11.2001 σε 9,75%, από τις 9.11.2001 έως τις 5.12.2002 σε 9,25%, από τις 6.12.2002 έως τις 6.3.2003 σε 8,75 %, από τις 7.3.2003 έως τις 5.6.2003 σε 8,5% (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2842/2001), από τις 6.6.2003 έως και όλο τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 σε 8% ετησίως (ΔΣ ΕΚΤ 5.6.2003) και επομένως το ποσό που μπορούσε να λάβει ως τόκο δεν μπορούσε να υπερβεί κατ'ανώτατο όριο κατά τους μήνες του έτους 2001 σε ευρώ το ποσό των 280,52 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 282,21 τον Οκτώβριο, των 262,19 ευρώ τον Νοέμβριο, των 267,74 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2001, κατά τους μήνες του έτους 2002 σε ευρώ το ποσό των 267,74 ευρώ τον Ιανουάριο, των 240,97 ευρώ τον Φεβρουάριο, των 267,74 τον Μάρτιο, των 258,82 ευρώ τον Απρίλιο, των 267,74 τον Μάϊο, των 258,82 ευρώ τον Ιούνιο, των 267,74 ευρώ τον Ιούλιο, των 267,74 ευρώ τον Αύγουστο, των 258,82 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 267,74 τον Οκτώβριο, των 258,82 ευρώ τον Νοέμβριο και των 255,20 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2002, κατά τους μήνες του έτους 2003 σε ευρώ το ποσό των 253,27 ευρώ τον Ιανουάριο, των 227,94 τον Φεβρουάριο, των 247,24 ευρώ τον Μάρτιο, των 237,83 ευρώ τον Απρίλιο, των 246,03 ευρώ τον Μάϊο, των 225,77 ευρώ τον Ιούνιο, των 231,56 ευρώ τον Ιούλιο, των 231,56 ευρώ τον Αύγουστο, των 223,84 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 231,56 ευρώ τον Οκτώβριο, των 223,84 ευρώ τον Νοέμβριο και των 231,56 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2003, κατά τους μήνες του έτους 2004 σε ευρώ το ποσό των 230,93 ευρώ τον Ιανουάριο, των 215,53 ευρώ τον Φεβρουάριο, των 230,93 ευρώ τον Μάρτιο, των 223,23 ευρώ τον Απρίλιο, των 230,93 ευρώ τον Μάϊο, των 223,23 ευρώ τον Ιούνιο, των 230,93 ευρώ τον Ιούλιο, των 230,93 ευρώ τον Αύγουστο, των 223,23 ευρώ τον Σεπτέμβριο, των 239,03 ευρώ τον Οκτώβριο, των 223,23 ευρώ τον Νοέμβριο και των 230,93 ευρώ τον Δεκέμβριο του 2004, κατά τους μήνες του έτους 2005 σε ευρώ το ποσό των 231,56 ευρώ τον Ιανουάριο, των 208,40 ευρώ τον Φεβρουάριο, των 231,56 ευρώ τον Μάρτιο, των 223,84 ευρώ τον Απρίλιο, των 231,56 ευρώ τον Μάϊο, των 223,84 ευρώ τον Ιούνιο, των 231,56 ευρώ τον Ιούλιο, των 231,56 ευρώ τον Αύγουστο και των 223,84 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2005, ήτοι συνολικά το ποσό των 12.198,15 ευρώ.
2. Ενώ είχε ήδη λάβει και είχε εισπράξει, περί το τέλος Νοεμβρίου του έτους 2005, μία επιταγή έκδοσης του ΓΓ ποσού 11.000 ευρώ και περί το μήνα Δεκέμβριο 2005 είχε λάβει μια δεύτερη επιταγή, επίσης έκδοσης του, με ημερομηνία 15.1.2006, ποσού 20.000ευρώ, την οποία και εισέπραξε προς μερική εξόφληση του δανείου, την 9.1.2006, κατά την χορήγηση της παράτασης της προθεσμίας ολοσχερούς εξόφλησης του δανείου, έως την 30.3.2006, έλαβε κατ' απαίτηση του, μια συν/κή αποδοχής του ΓΓ, σε αντικατάσταση (τρίτης) επιταγής ποσού 20.000 ευρώ που του είχε παραδώσει, αλλά δεν πληρώθηκε, έκδοσης της 30.12.2005 με ημερομηνία λήξης την 30.3.2006, ποσού 23.000 ευρώ και συνομολόγησε τοκογλυφικά ωφελήματα ύψους 20.129,99 ευρώ, υπερβαίνοντα το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Με βάση το ισχύον επιτόκιο του δικαιοπρακτικού τόκου κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (8% ετησίως με βάση την ΔΣ ΕΚΤ/5.6.2003 από 10.10.2005 έως 5.12.2005, 8,25% ετησίως με βάση την ΔΣ ΕΚΤ/5.12.2005 από 6.12.2005 έως 7.3.2006 και 8,5% ετησίως με βάση την ΔΣ ΕΚΤ/7.3.2006) και τις γενόμενες εκ μέρους του ανωτέρω καταβολές, κατά τα άνω, στις 30.11.2005, που οι νόμιμοι τόκοι για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του ίδιου έτους ανέρχονταν σε 463,12 ευρώ, εξοφλήθηκε μέρος του κεφαλαίου, απομένοντας υπόλοιπο 24.669,55 ευρώ (35.216,43 - (11.000 - 463,12), στις 15.1.2006, που οι νόμιμοι τόκοι του απομένοντος κεφαλαίου ανέρχονταν στο ποσό των 250,25 ευρώ, εξοφλήθηκε περαιτέρω μέρος του κεφαλαίου απομένοντας υπόλοιπο 2.919,30 [24.669,55- (20.000-250,25)] ευρώ, στις 30.3.2006 το ποσό των τόκων που μπορούσε να λάβει κατ' ανώτατο όριο ανέρχονταν σε 49,29 ευρώ και ως εκ τούτου το ποσό των 23.000 ευρώ που συνομολόγησε στις 9.1.2006 αντιστοιχεί σε τοκογλυφικά ωφελήματα ύψους 20.129,99 (23.000 - 2.870,01 (2.919,30+49,29 ) ευρώ.
Είναι δε πρόσωπο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό.
III. Στον ..., την 20.12.2001, κατά την παροχή δανείου με πρόθεση συνομολόγησε και έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και στο ..., την 4.2.2004, με πρόθεση επεδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγαζε από την ανωτέρω απαίτηση του, επιχειρεί δε τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα : 1. Στον ..., την 20.12.2001, κατά την χορήγηση δανείου 1.000.000 δρχ. (ήδη 2.934,70 ευρώ) τρίμηνης διάρκειας, δηλαδή μέχρι το τέλος Απριλίου του επομένου έτους 2002, προς τη ΔΔ και τον σύζυγο της, συνομολόγησε μαζί τους την απόδοση 1.500.000 δρχ. (4.402,05 ευρώ) και ως τόκο το ποσό των 500.000 δρχ. (ήδη 1.467,35 ευρώ), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 6,66% μηνιαίως και 79,82% ετησίως, υπερβαίνοντα κατά πολύ το θεμιτό ποσοστό τόκου, καθόσον το ποσοστό του νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου, για το χρονικό αυτό διάστημα ανερχόταν σε 9,25% ετησίως (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 2842/2001) και το ποσό που μπορούσε να συνομολογήσει και να λάβει κατ' ανώτατο όριο ανερχόταν σε 97,43 ευρώ, λαμβάνοντας προς εξασφάλιση του συν/κές προς επιστροφή του δανείου σε τρεις δόσεις ποσού 500.000 δρχ. κάθε μίας, λήξης την 28.2.2002, 30.3.2002 και 10.4.2002 αντίστοιχα και δη για την πρώτη δόση λήξης 28.2.2002, ποσού 500.000 δραχμών, εξέδωκε δύο συν/κές ποσού 300.000 και 200.000 δραχμών, εκάστης αντίστοιχα, για την δεύτερη δόση, λήξης 30.3.2002 ποσού 500.000 δραχμών, εξέδωκε δύο συν/κές ποσού 300.000 και 200.000 δρχ. εκάστης αντίστοιχα και για την τρίτη δόση, λήξης 10.4.2002, ποσού 500.000 δραχμών, εξέδωκε δύο συν/κές ποσού 280.000 και 220.000 δρχ. αντίστοιχα, όλες αποδοχής της μητέρας της ανωτέρω, ΕΕ.
2. Στο ..., την 4.2.2004, επεδίωξε την λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων που πήγαζαν από την ανωτέρω απαίτηση του υπό στοιχ. III-1 του παρόντος, καταθέτοντας στο Ειρηνοδικείο Μαραθώνα στο Καπανδρίτι Αττικής, την από 18.12.29003 αγωγή του (αριθμ. καταθ. 20/2004) κατά της ΕΕ, ως αποδέκτριας των υπό στοιχ. III-1 προαναφερομένων συν/κών, στο κείμενο της οποίας ανέγραψε ότι είχε χορηγήσει αιτία ατόκου δανείου το ποσό των 4.402 ευρώ και ότι είχε λάβει αυτές προς εξασφάλιση του, ακολούθως δε ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλλει το ποσό αυτό πλέον τόκων για κάθε επιμέρους ποσό από τη λήξη κάθε συν/κής και έως την εξόφληση. Είναι δε πρόσωπο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα, καθόσον από επανειλημμένη τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός του για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος προς βιοπορισμό".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, σχετικώς με την ανωτέρω αξιόποινο πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προοίμιο του αιτιολογικού του βουλεύματος αναφέρονται γενικώς κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, στην οποία περιλαμβάνεται και η διενεργηθείσα συμπληρωματική ανάκριση και είναι αβάσιμη η αιτίαση, ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και επιπροσθέτως δεν αναφέρεται το αποδεικτικό υλικό που συγκομίσθηκε κατά τη διενεργηθείσα συμπληρωματική κυρία ανάκριση. Περαιτέρω είναι αβάσιμη η αιτίαση περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι η εισαγγελική πρόταση, που ενσωματώθηκε στο βούλευμα και αποτελεί το αιτιολογικό αυτού, είναι αντιγραφή του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος, αφού το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού του πληττομένου βουλεύματος (Α.Π. 547/2008). Τέλος σχετικώς με την μερικότερη πράξη που αφορά παροχή δανείου προς τον ΓΓ, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, που τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξ άλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δεδομένου ότι η κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος αυτού, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, στοιχειοθετεί την επιβαρυντική αυτήν περίσταση (Α.Π. 111/2008, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 991 κ.ά.).
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καθώς και τις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Συμβούλιο αυτό κατά τα λοιπά αναφέρεται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2240/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών ου απέρριψε έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πήμμελειοδικών που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου για κακουργηματική τοκογλυφία με λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου και της αίτησης αναίρεσης συνολικά.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1852/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, για αναίρεση της 39958/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 329, 331,333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθ. 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατ' άρθ. 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί, διότι διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Δεν δημιουργείται, όμως, ακυρότητα, όταν από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια σε ποια έγγραφα στήριξε το δικαστήριο την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη 39958/2009 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος, και τώρα αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε ( 15) μηνών και χρηματική ποινή 1500€. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που φέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, δηλ. και όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά την εκκληθείσα απόφαση και τα πρακτικά της "και τα έγγραφα". Και ναι μεν αυτά αναφέρονται χωρίς άλλον ειδικότερο προσδιορισμό, πλην όμως από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι πέραν των ανωτέρω, ειδικά κατονομαζομένων, ελήφθη υπόψη, αναγκαίως άλλωστε και αυτονοήτως, και η επίμαχη επιταγή, από την οποία, όπως ρητά αναφέρεται στο διατακτικό, προέκυψε η έκδοση και μη πληρωμή αυτής καθώς και τα περιεχόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης εγγράφου που αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά αυτά. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. II.- Η απαιτουμένη από τα άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τα άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της β) Αρκεί να μνημονεύονται τ' αποδεικτικά μέσα γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς ν' απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε ένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τ' αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη 39958|2009 απόφαση του και όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενα ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, συνεκτιμώντας τ' αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τ' αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας " PREMIUM FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΕΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ" εξέδωσε στην ... την 28-12-2001 την με αριθ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 14.000.000 δρχ. (41.985,84 €), πληρωτέα σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας G.N. TRAVEL από τον με αριθ. ... λογαριασμό, η οποία αφορούσε την πληρωμή εισιτηρίων (ακτοπλοϊκών και αεροπορικών) για τις ανάγκες της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ότι την επιταγή αυτή η μηνύτρια εταιρεία κατέθεσε ως αξία σε ενέχυρο στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE (κατάστημα ...), ότι η ως άνω επιταγή εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 28-12-2001 στην παραπάνω Τράπεζα (EFG Eurobank Ergasias) δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον παραπάνω λογαριασμό της εκδότριας, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος και όπως αυτό βεβαιώθηκε με βεβαίωση του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου επί του σώματος της επιταγής, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της τράπεζας, στην οποία ετηρείτο ο λογαριασμός, ότι η μηνύτρια εταιρεία πλήρωσε το ποσό της επιταγής στην ως άνω τράπεζα και έλαβε το σώμα αυτής, ως εκ τούτου δε τυγχάνει νόμιμη από αναγωγή κομίστρια της επίδικης επιταγής και ότι κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτήν. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παραδεκτή συμπλήρωση του αιτιολογικού από το διατακτικό, του οποίου το αιτιολογικό ουδόλως αποτελεί απλή αντιγραφή και επανάληψη, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και δη ότι α) εξέδωσε κατά τον προσδιοριζόμενο χρόνο και στον αναφερόμενο τόπο την επίμαχη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, β) η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκε ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, γ) η μη πληρωμή της επιταγής βεβαιώθηκε νόμιμα επ' αυτής δ) η μηνύτρια πλήρωσε το ποσό της επιταγής στην τράπεζα, την έλαβε στην κατοχή της και ήταν νόμιμη από αναγωγή κομίστρια αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς όλα τα σκέλη του, με τα οποία ειδικότερα: α) Ο αναιρεσείων αβασίμως αιτιάται ότι το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης περιορίζεται σε απλή αντιγραφή του διατακτικού, απαραδέκτως δε, καθόσον πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, ότι το δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, β) Απαραδέκτως επίσης προβάλλεται ότι με την προσβαλλομένη απόφαση δεν αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις των αναφερομένων εκεί μαρτύρων, καθόσον και αυτός ο λόγος αναφέρεται στην κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, γ) Προβάλλεται αβασίμως ότι στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι η τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης αποδείχθηκε μεταξύ άλλων και " από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο", ενώ από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε στην ουσία ένα έγγραφο και δη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπως, όμως, προαναφέρθηκε, από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης σαφώς συνάγεται, ότι πέρα των ρητώς αναφερομένων στα πρακτικά ως αναγνωσθέντων εγγράφων, δηλ. της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των σχετικών πρακτικών, αναγνώσθηκε, αυτονοήτως άλλωστε, και η επίμαχη επιταγή και τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 3 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 39958|2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθ. 171 §1 περ. δ' ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Δεν δημιουργείται τέτοια ακυρότητα, όταν από το διατακτικό σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια, σε ποια έγγραφα στήριξε το δικαστήριο την κρίση του. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικής ποινικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το στοιχ. Δ' της ως άνω διάταξης λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας (α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (β) αρκεί να μνημονεύονται τ' αποδεικτικά μέσα γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς ν' απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε ένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τ' αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1851/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, για αναίρεση της 2064/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1043/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτουμένη από τα άρθρα93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ.510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς τ' αποδεικτικά μέσα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τ' αποδεικτικά μέσα γενικά, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τ' αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, όταν δε εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε τούτο σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν ελήφθησαν υπόψη. Δεν ιδρύουν, όμως, λόγους αναίρεσης, και δη τον προβλεπόμενο ως άνω, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά το στοιχ. Ε' της αυτής διάταξης λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή, όταν δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης ή όταν ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμον αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 44 ΠΚ η απόπειρα (η πράξη δηλ. που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης κακουργήματος ή πλημμελήματος, άρθ. 42 παρ.1 ΠΚ) μένει ατιμώρητη, αν ο δράστης άρχισε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά δεν την ολοκλήρωσε από δική του βούληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια, ενώ, αν ο δράστης, αφού ολοκλήρωσε την ενέργεια του, παρεμπόδισε ύστερα με δική του βούληση το αποτέλεσμα που μπορούσε να προέλθει από την ενέργεια του αυτή και που ήταν απαραίτητο για την τέλεση του κακουργήματος ή του πλημμελήματος, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό, το δικαστήριο, όμως, μπορεί, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις, να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 224 παρ. Ι και 2 ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα είναι τετελεσμένο, όταν περατωθεί η κατάθεση του. Ειδικότερα, η ένορκη κατάθεση μάρτυρα που δίδεται στα πλαίσια προανάκρισης ενώπιον αστυνομικού ή άλλου αρμόδιου προανακριτικού υπαλλήλου ολοκληρώνεται με την υπογραφή εκ μέρους του εξετασθέντος της συντασσόμενης προς τούτο κατά νόμον σχετικής έκθεσης (άρθρα 148, 149, 151, 243 ΚΠΔ) και κατά συνέπεια, εάν η ένορκη αυτή κατάθεση είναι ψευδής εν γνώσει του εξετασθέντος, η ψευδορκία έχει συντελεσθεί κατά τον ως άνω χρόνο και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή μετά ταύτα υπαναχώρηση, καθόσον πρόκειται για τετελεσμένο έγκλημα ψευδορκίας και όχι για απόπειρα. Επομένως, εάν ο ψευδορκήσας κατά τα ως άνω προβεί στην συνέχεια, στα πλαίσια της αυτής προανακριτικής διαδικασίας, σε νέα κατάθεση και καταθέσει την αλήθεια, πρόκειται για δύο αυτοτελείς και χωριστές καταθέσεις και όχι για μία, δοθείσα απλώς σε δύο στάδια, και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα υπαναχώρησης από μη πεπερασμένη απόπειρα, αφού η ψευδορκία έχει τελειωθεί με την πρώτη, ψευδή, κατάθεση, πρόκειται δηλ. για ήδη τετελεσμένο έγκλημα ψευδορκίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ψευδορκία είναι έγκλημα τυπικό (έγκλημα συμπεριφοράς), εξαντλείται δηλ. και τελειώνεται με μία ενέργεια, την εν γνώσει ψευδή κατάθεση, χωρίς την επέλευση περαιτέρω αποτελέσματος και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή ούτε η εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 44 ΠΚ, η οποία προϋποθέτει έγκλημα ουσιαστικό (αποτελέσματος). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη 2064/2009 απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, συνεκτιμώντας τ' αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλ τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρακτικά, τα εξής: " Ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) στις 13-12-2001, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ΥΒ του Α.Τ. ..., που ήταν αρμόδια αρχή να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, κατέθεσε ότι στις 23.00 ώρα της ίδιας ημέρας (13-12-2001) οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα και είχε ως αποτέλεσμα τον θανατηφόρο τραυματισμό του ΑΑ, ήταν ο ίδιος, ενώ η αλήθεια ήταν ότι στο επίδικο αυτό ατύχημα οδηγός του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου (... Ι.Χ.Φ.) ήταν ο γιος του κατηγορουμένου ΒΒ. Ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω πράξη, προκειμένου ν' αποφύγει ο γιος του (ΒΒ) τις συνέπειες του ατυχήματος που προκάλεσε η πράξη του, γιατί αυτός (ΒΒ) στερούνταν άδειας οδηγήσεως, αποσκοπούσε δε ο κατηγορούμενος μ' αυτή την πράξη του να στερήσει από την ασφαλιστική εταιρεία το δικαίωμα της ν' αξιώσει από τον γιο του τις όποιες νόμιμες αξιώσεις είχε εναντίον του. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος, όταν αντιλήφθηκε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές την αλήθεια σχετικά με το επίδικο ατύχημα παραδέχθηκε τόσο με το από 19-12-2002 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Πταισματοδίκη Νάουσας όσο και με την από 21-2-2002 ένορκη προανακριτική του κατάθεση ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. ..., ..., ότι αυτός ήταν οδηγός του προαναφερομένου ζημιογόνου αυτοκινήτου. Στην αποκάλυψη της αλήθειας προέβη γιατί ταυτόχρονα και ο γιος του (ΒΒ) αποκάλυψε ενώπιον της ίδιας αρχής ότι αυτός οδηγούσε τελικά το παραπάνω αυτοκίνητο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι με την μεταγενέστερη από 21-2-2002 ένορκη κατάθεση του υπήρξε εκουσία υπαναχώρηση του από απόπειρα και συνεπώς πρέπει (κατά τους ισχυρισμούς του) να τύχει εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 44 ΠΚ και να οδηγηθεί το δικαστήριο στην προσωπική απαλλαγή του πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα από μέρους του κατηγορουμένου συνετελέσθη στις 13-12-2001 κατά την προαναφερθείσα προανακριτική του εξέταση στο Α.Τ. ... και συνεπώς δεν υφίσταται υπαναχώρηση από απόπειρα. Αλλά και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η από 21-2-2002 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Α.Τ. ... τελεί σε ενότητα με την από 13-12-2001 προγενέστερη ένορκη κατάθεση του και πάλι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπαναχωρήσεως από απόπειρα. Και τούτο διότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο υπαναχώρηση από απόπειρα δεν έγινε από αίτια εσωτερικά που πήγαζαν από την συνείδηση του κατηγορουμένου, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που ανάγονται στην αποκάλυψη της αλήθειας και στην επικείμενη άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθ. 224 παρ. Ι και 2 ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, δεχθέν το δικαστήριο ότι το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα είχε συντελεσθεί την 13-12-2001 με την υπό την αυτήν ημερομηνία ψευδή ένορκη προανακριτική κατάθεση του, δηλ. ότι αυτή δεν τελεί σε ενότητα με την μεταγενέστερη από 21-2-2002 παρόμοια και δεν αποτελεί μία μ' αυτήν, και ότι συνεπώς δεν υφίσταται υπαναχώρηση από απόπειρα, ορθώς ερμήνευσε την διάταξη του άρθ. 44 ΠΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κρίνοντας ότι αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, μη υφισταμένης απόπειρας αλλά τετελεσμένης ψευδορκίας. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθ. 44 ΠΚ. με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά ως άνω, σχετικά με το ζήτημα αυτό, περιστατικά και στις δύο διατάξεις του άρθρου 44 ΠΚ περί υπαναχώρησης από μη πεπερασμένη και από πεπερασμένη απόπειρα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο δέχθηκε, και ορθώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της ψευδορκίας ήταν ήδη τετελεσμένο από την 13-12-2001 (αρχική, ψευδή, ένορκη προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος) και όχι στο στάδιο της απόπειρας και επομένως, μη υφισταμένης απόπειρας, δεν είναι δυνατόν να τεθεί και θέμα υπαναχώρησης απ' αυτήν οποιασδήποτε μορφής (και δη από πεπερασμένη απόπειρα, λόγω της φύσης του αδικήματος της ψευδορκίας ως τυπικού), για τον ίδιο δε λόγο είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το δεύτερο σκέλος αυτού. Περαιτέρω, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως άνω, τετελεσμένη και όχι σε απόπειρα ψευδορκία και επομένως την μη συνδρομή υπαναχώρησης από (μη πεπερασμένη ή πεπερασμένη) απόπειρα ψευδορκίας ως εκ περισσού και χωρίς έννομη επιρροή διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, για την πληρότητα αυτής, και πρόσθετη, επικουρική αιτιολογία και δη ότι και αν εγίνετο δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η από 21-2-2002 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Α.Τ. ... τελεί σε ενότητα με την από 13-12-2001 προγενέστερη και πάλι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπαναχώρησης από απόπειρα, καθόσον η υπαναχώρηση που επικαλείται ο κατηγορούμενος δεν έγινε από αίτια εσωτερικά που πήγαζαν από την συνείδηση του αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που ανάγονται στην αποκάλυψη της αλήθειας και στην επικείμενη άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και αλυσιτελείς οι δεύτερος (κατά τα λοιπά) και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό για εκούσια υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη και από πεπερασμένη απόπειρα ψευδορκίας και δη για αξιολογική εκτίμηση ενός μόνον ειδικά και επιλεκτικά κατονομαζομένου αποδεικτικού μέσου, δηλ. της από 21-2-2002 ένορκης προανακριτικής κατάθεσης του υιού του κατηγορουμένου ΒΒ (τούτο, πάντως, όλως ανακριβώς, καθόσον στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης ουδόλως γίνεται ειδική μνεία της κατάθεσης αυτής, σε κάθε δε περίπτωση η ιδιαίτερη αναφορά ενός αποδεικτικού μέσου δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν λήφθηκαν υπόψη), μη προσδιορισμό των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων ως προς την κρίση του για υπαναχώρηση του κατηγορουμένου από την απόπειρα λόγω "εξωτερικών παραγόντων" και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον τρόπο εξαναγκασμού του προς αποκάλυψη της αλήθειας (με την δεύτερη προανακριτική κατάθεση του) λόγω του ότι και ο υιός του αποκάλυψε στην προανακριτική αρχή ότι αυτός οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στην Αρχή αυτή ο κατηγορούμενος προσήλθε ταυτόχρονα με τον υιό του και όχι έπειτα απ' αυτόν. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2064/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται γενικά τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης, και δη τον ως άνω προβλεπόμενο, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων κλπ.. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως λόγος αναίρεσης κατά το στοιχ. Ε' της αυτής ως άνω διάταξης. Άρθρα 44 και 224§§ 1 και 2 ΠΚ. Η ένορκη κατάθεση στα πλαίσια προανάκρισης ενώπιον αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου ολοκληρώνεται με την υπογραφή από τον εξετασθέντα της σχετικής έκθεσης και κατά συνέπεια, εάν η κατάθεση αυτή είναι εν γνώσει του ψευδής, η ψευδορκία έχει συντελεσθεί κατά τον ως άνω χρόνο, δεν είναι νοητή μετά ταύτα υπαναχώρηση, καθόσον πρόκειται για τετελεσμένο έγκλημα ψευδορκίας και όχι για απόπειρα. Επομένως, εάν ο ψευδορκήσας κατά τα ως άνω προβεί στην συνέχεια, στα πλαίσια της αυτής προανακριτικής διαδικασίας, σε νέα κατάθεση και καταθέσει την αλήθεια, πρόκειται για δύο αυτοτελείς και χωριστές καταθέσεις και όχι για μία σε δύο στάδια, και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα υπαναχώρησης από μη πεπερασμένη απόπειρα, αφού η ψευδορκία, ως έγκλημα τυπικό (συμπεριφοράς), έχει τελειωθεί με την πρώτη, ψευδή κατάθεση και δεν είναι νοητή ούτε η εφαρμογή της §2 του άρθ. 44 ΠΚ που προϋποθέτει έγκλημα ουσιαστικό (αποτελέσματος). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης .
| null | null | 0
|
Αριθμός 1853/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικολάου Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μυταλούλη, για αναίρεση της 538/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Ιουνίου 2008, 21 Μαρτίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 27 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1293/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεως της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμό 538/29-2-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε για την πράξη της παράβασης ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από πρόθεση και κατ' εξακολούθηση, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 5000 ευρώ. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 29-2-2008 με παρόντα τον κατηγορούμενο και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 3 Ιουνίου 2008, κατά την, επί του σώματος της αποφάσεως, υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα, με χρονολογία 3 Ιουνίου 2008. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ..., την 17 Ιουνίου 2008, ημέρα της εβδομάδας Τρίτη, δηλαδή μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας, που προβλέπει το άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, χωρίς σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως) να επικαλείται ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 17-6-2008 αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Επειδή, κατά το άρθρο 514 εδ. γ του Κ.Π.Δ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως στις 21 Μαρτίου 2008, ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., την από 21-3-2008 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμό 538/29-2-2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται, προ της καταχωρήσεώς της, στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από τη Γραμματεία του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στις 3 Ιουνίου 2008, και πρέπει μετά ταύτα να εξετασθεί. Επειδή στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β' του ν. 1756/1988, που περιλαμβάνει τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ορίζονται στην παρ. 1 "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση και στην παρ. 3 "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ... στην εισαγγελία εφετών α) ... β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων", ενώ στην παρ. 4 "με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός ... . Τέλος, στην παρ. 10 ορίζεται "Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, συνιστάμενη στο γεγονός ότι σ' αυτήν (απόφαση), δεν αναγράφεται ότι ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, ορίσθηκε με απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών, να προεδρεύει επί μια διετία, καθώς επίσης, δεν αναγράφεται ότι και οι σύνεδροι δικαστές ορίσθηκαν μετά από κλήρωση. Ο σχετικός, όμως, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, γιατί, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν απαιτείται η αναγραφή του τρόπου με τον οποίο ορίσθηκε τόσον ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, όσο και τα λοιπά μέλη αυτού. Σε κάθε όμως περίπτωση, εκτός από το ότι δεν υπάρχει ανάλογη υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια όμως πρόταση δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι προβλήθηκε. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ), όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, που εξέδωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το μεν γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο να απολογηθεί, το δε γιατί δεν του δόθηκε επίσης ο λόγος επί της ποινής, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο Πρόεδρος κάλεσε τον κατηγορούμενο, να απολογηθεί και εκείνος απολογήθηκε προσέτι δε από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, ο οποίος ας σημειωθεί πρότεινε προς το δικαστήριο την επιβολή της ποινής φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 5000 ευρώ, ο κατηγορούμενος ζήτησε να του επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής (σελίδα 51 πρακτικών).
Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητας προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1α στοιχ. ι του Ν. 3213/2003, με την οποία ορίζεται "Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία, θεωρούνται ιδίως: 1) Τα έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 538/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τα πρακτικά της δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος X: "στην ... κατά τους παρακάτω χρόνους τέλεσε με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος την αξιόποινη πράξη της υποβολής δήλωσης περιουσιακής του κατάστασης ("πόθεν έσχες") με ανακριβή στοιχεία και συγκεκριμένα, ενώ ήταν δικαστικός λειτουργός (Πρόεδρος Πρωτοδικών) και λόγω της ιδιότητάς του είχε την υποχρέωση να υποβάλλει κάθε χρόνο δήλωση περιουσιακής κατάστασης ("πόθεν έσχες") στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της υποβολής τους περιουσιακά στοιχεία και μεταξύ άλλων τις καταθέσεις του σε τρέπεζες ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα τις οικονομικές ενισχύσεις του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, καθώς και τα κάθε χρήσεως οχήματα, εν τούτοις, υπέβαλε στον εν λόγω Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ανακριβείς εν γνώσει του (του κατηγορουμένου) δηλώσεις περιουσιακής του καταστάσεως για τα έτη, 2002, 2003, 2004 και 2005, τις οποίες κατέθεσε στις 27 Μαΐου 2002, 23 Μαΐου 2003, 7 Ιουνίου 2004 και 17 Μαΐου 2005, αντίστοιχα. Ειδικότερα, 1) στη δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης του έτους 2002, την οποία υπέβαλε στις 27 Μαΐου 2002, εν γνώσει του παρέλειψε να δηλώσει τραπεζικές καταθέσεις του που είχε κατά την παραπάνω ημερομηνία, συνολικού ύψους 30,644 ευρώ και πιο συγκεκριμένα, καταθέσεις ύψους 29.130 ευρώ, στο λογαριασμό του με αριθμό ... της Τράπεζας ALPHA BANK και καταθέσεις ύψους 1.514 ευρώ στο λογαριασμό του με αριθμό ... της ίδιας Τράπεζας και ακόμη, στην ίδια δήλωσή του παρέλειψε να δηλώσει οικονομικές ενισχύσεις που έλαβε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, συνολικού ύψους 15.500.000 δραχμών και πιο συγκεκριμένα την οικονομική ενίσχυση ύψους 500.000 δραχμών που έλαβε στις 23 Ιουλίου 2001 από τον ..., την οικονομική ενίσχυση ύψους 5.000.000 δραχμών που έλαβε ... από τον ..., η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό του με αριθμό ... της ALPHA BANK, την οικονομική ενίσχυση ύψους 10.000.000 δραχμών (29.347.03 ευρώ) που έλαβε στις 21 Νοεμβρίου 2001 από τον ..., η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό του με αριθμό ... της ίδιας Τράπεζας (ALPHA BANK) και τέλος, στην ίδια δήλωση εν γνώσει του παρέλειψε να δηλώσει ότι είναι ιδιοκτήτης ιδιωτικής χρήσεως οχήματος και ειδικότερα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 2) στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2003, την οποία υπέβαλε (κατέθεσε) στις 23 Μαΐου 2003, εν γνώσει του παρέλειψε να δηλώσει τραπεζικές καταθέσεις του που διατηρούσε κατά την ημερομηνία, αυτή, συνολικού ύψους 31.117 ευρώ και συγκεκριμένα, καταθέσεις ύψους 27.056 ευρώ στο λογαριασμό του με αριθμό ... της Τράπεζας ALPHA BANK, καταθέσεις ύψους 2086 ευρώ στο λογαριασμό του με αριθμό ... της ίδιας Τράπεζας και καταθέσεις ύψους 2033 ευρώ στο λογαριασμό του με αριθμό ... της ίδιας επίσης Τράπεζας και ακόμη, στην ίδια δήλωση παρέλειψε να δηλώσει οικονομικές ενισχύσεις που έλαβε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και συγκεκριμένα, την οικονομική ενίσχυση ύψους 1500 ευρώ, που έλαβε στις 26 Φεβρουαρίου 2003 από τον Ιωάννη Κούτσικο, η οποία κατετέθη στο λογαριασμό του με αριθμό 00-2101-265917 της Τράπεζας ALPHA BANK και την οικονομική ενίσχυση ύψους 14.674 ευρώ, που έλαβε στις 18 Ιουνίου 2002 από άγνωστο που κατετέθη στον ίδιο λογαριασμό του και τέλος, στην ίδια δήλωση του παρέλειψε εν γνώσει του να δηλώσει ότι είναι ιδιοκτήτης του αναφερθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 3) στη δήλωση του περιουσιακής του κατάστασης του έτους 2004, την οποία υπέβαλε στις 7 Ιουνίου 2004, παρέλειψε εν γνώσει του να δηλώσει τραπεζικές καταθέσεις που διατηρούσε κατά την παραπάνω ημερομηνία, συνολικού ύψους 29.943 ευρώ και συγκεκριμένα, καταθέσεις ύψους 25.888 ευρώ, στο λογαριασμό με αριθμό ... της Τράπεζας ALPHA BANK, καταθέσεις ύψους 715 ευρώ στο λογαριασμό του με αριθμό .... της ίδιας Τράπεζας και καταθέσεις ύψους 3.340 ευρώ, στο λογαριασμό του με αριθμό ... της Τράπεζας GENIKI BANK και ακόμη, στην ίδια δήλωση παρέλειψε εν γνώσει του να δηλώσει οικονομική ενίσχυση που έλαβε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και συγκεκριμένα, την οικονομική ενίσχυση ύψους 5.000 ευρώ, την οποία έλαβε στις 4 Ιουνίου 2003 από τον ..., που κατετέθη στο λογαριασμό του με αριθμό ... της Τράπεζας ALPHA BANK και τέλος, στην ίδια δήλωση παρέλειψε εν γνώσει του να δηλώσει ότι είναι ιδιοκτήτης του αναφερθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου με αρ. κυκλ. .., 4) στη δήλωση περιουσιακής του κατάστασης, την οποία υπέβαλε (κατέθεσε) στις 27 Μαΐου 2005, παρέλειψε εν γνώσει του παρέλειψε εν γνώσει οικονομικές ενισχύσεις που έλαβε από τις 27 Οκτωβρίου 2004 έως τις 11 Ιανουαρίου 2005, συνολικού ύψους 38.700 ευρώ και συγκεκριμένα, Ι) την οικονομική ενίσχυση ύψους 5.000 ευρώ, που έλαβε στις 27 Οκτωβρίου 2004 από άγνωστο άτομο που κατετέθη στο λογαριασμό του (του κατηγορουμένου) με αριθμό ... της Τράπεζας ALPHA BANK, με την ένδειξη "Γ.Φ" στην αιτιολογία καταθέσεως. II) την οικονομική ενίσχυση ύψους 3.700 ευρώ, που έλαβε στις 29 Οκτωβρίου 2004 από άγνωστο άτομο στον ίδιο λογαριασμό του, με την ένδειξη "δια υπόθεση" στην αιτιολογία του παραστατικού καταθέσεως, III) την οικονομική ενίσχυση ύψους 5.000 ευρώ, που έλαβε στις 8 Δεκεμβρίου 2004 από τον ..., η οποία κατετέθη στο λογαριασμό του κατηγορουμένου με αριθμό ... της Αγροτικής Τράπεζας, IV) την οικονομική ενίσχυση ύψους 7.000 ευρώ, που έλαβε στις 9 Δεκεμβρίου 2004 από τον ..., η οποία κατετέθη στον αμέσως πιο πάνω λογαριασμό του κατηγορουμένου, V) την οικονομική ενίσχυση 3.000 ευρώ, που έλαβε στις 23 Δεκεμβρίου 2004 από τον ..., η οποία κατάθεση περιλαμβάνεται στον παραπάνω λογαριασμό του κατηγορουμένου και VI) την οικονομική ενίσχυση ύψους 15.000 ευρώ που έλαβε την 11 Ιανουαρίου 2005 από την ..., η οποία κατάθεση περιλαμβάνεται στον προαναφερθέντα λογαριασμό του κατηγορουμένου στην Αγροτική Τράπεζα. Όλα τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύονται από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και ειδικότερα από τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2001 έως 2005, οι οποίες υποβλήθηκαν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Α.Π, τις φορολογικές δηλώσεις των ιδίων ως άνω ετών που υποβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο στην Α' Δ.Ο.Υ Κατερίνης, από τα έγγραφα και τους αναλυτικούς λογαριασμούς του κατηγορουμένου στις Τράπεζες "ALPHA BANK", "ATE bank" και "GENIKI BANK", καθώς και το από 3-2-2006 πόρισμα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμ. Αντωνακάκη. Εδώ ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν αρνείται ότι δεν περιέλαβε στις ως άνω δηλώσεις του τα προαναφερόμενα περιουσιακά του στοιχεία. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία δεν έπρεπε να περιληφθούν στις δηλώσεις του, επειδή το στεγαστικό δάνειο που έλαβε φέρονταν στις δηλώσεις του "πόθεν έσχες", αλλά συνιστούν χρηματικά ποσά προς επιστροφή και έτσι δεν υφίσταται μια τέτοια υποχρέωση. Επίσης για τα ποσά που είχε λάβει ως "δώρα", κατ' αυτόν, ισχυρίστηκε ότι θα τα επέστρεφε και δεν αποτελούσαν οικονομική ενίσχυση ώστε να είναι υποχρεωμένος να αναφέρει τα ποσά αυτά στη δήλωση "πόθεν έσχες" και ότι σε κάθε περίπτωση και αν τα ποσά αυτά θεωρηθούν δώρα που δεν επιστρέφονται και πάλι δεν υποχρεούτο να τα δηλώσει βάσει του άρθρου 231 § 2 ΠΚ, αφού κατά την εκδοχή του παραμένει ατιμώρητη η υπόθαλψη εγκληματία, αν ο υπαίτιος την τέλεσε υπέρ κάποιου οικείου του, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για τον ίδιο (αυτοϋπόθαλψη), επικαλούμενος και το γεγονός ότι για τις περιπτώσεις των συγκεκριμένων καταθέσεων που προέρχονται από "δώρα" έχει ήδη ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστού (άρθρ. 237 του ΠΚ). Όσον αφορά ένα ποσό 1.500 ευρώ που έχει καταθέσει στο λογαριασμό του την 26-2-2003 ο δικηγόρος ... στην Τράπεζα ALPHA BANK ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για χρήματα που είχε καταβάλει στον τελευταίο η σύζυγός του ως αμοιβή για τη συμβιβαστική επίλυση διαφοράς αυτής με την εταιρία "ΝΑΝΑ Α.Ε" που όμως απέτυχε και γι' αυτό επέστρεψε το άνω ποσό καταθέτοντάς το στο λογαριασμό του. Περαιτέρω, για το μη δηλωθέν ΙΧΕ αυτοκίνητό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν μάρκας LADA και παλαιό και ότι δεν είχε περιουσιακή αξία, καθόσον ήδη από το έτος 1998 είχε συμπληρώσει 20 έτη κυκλοφορίας και γι' αυτό δεν το δήλωσε κατά τα ως άνω έτη, ενώ σε ότι αφορά την επί μέρους πράξη της ανακριβούς υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης η οποία αναφέρεται στην από 27-5-2005 δήλωση "πόθεν έσχες" και αφορά κατάθεση της ... ισχυρίζεται ότι δεν στοιχειοθετείται η συγκεκριμένη πράξη, αφού οι καταθέσεις του στην ΑΤΕ που αναφέρονται στο έτος 2005 θα μπορούσαν να δηλωθούν στη δήλωση "πόθεν έσχες" που θα υπέβαλε το έτος 2006, κάτι το οποίο έπραξε κατά την υποβολή της σχετικής δήλωσης κατά το τελευταίο αυτό έτος. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ουδόλως αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Ν. 2429/1996 σαφώς προκύπτει ότι οι υπόχρεοι σε υποβολή δηλώσεων "πόθεν έσχες", μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, οφείλουν να περιλάβουν στις δηλώσεις αυτές όλα τα υπάρχοντα κατά το χρόνο υποβολής κάθε δήλωσης περιουσιακά τους στοιχεία και συγκεκριμένα τις τραπεζικές τους καταθέσεις, τα εισοδήματα και τις οικονομικές ενισχύσεις, περιλαμβανομένων και των δανείων, καθώς και τα ΙΧΕ αυτοκίνητά τους, χωρίς καμία διάκριση σχετικά με την αξία του κάθε αυτοκινήτου και το αν οι τραπεζικές καταθέσεις αποτελούν υπόλοιπο εκείνων που δηλώθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη ή υπόλοιπο του μισθού του δηλούντος. Ειδικότερα, ως προς τις τραπεζικές καταθέσεις πρέπει να περιλαμβάνονται στις δηλώσεις κι αυτές που αναφέρονται στο ίδιο έτος και μέχρι την υποβολή της δήλωσης. Άλλωστε τα παραπάνω αναγράφονται και στο σχετικό έντυπο που συμπληρώνεται από τους υποχρέους στην υποβολή των δηλώσεων "πόθεν έσχες" και δη στα στοιχεία του εντύπου με τους αριθμούς "Α.1.2", "Β.1.4.1" και "Β.1.5" και με τις ενδείξεις "πλωτά μέσα, εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα", "χρεώγραφα και καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα" και "εισοδήματα και οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή που αποκτήθηκαν το προηγούμενο έτος", αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος που ήταν τότε δικαστικός λειτουργός γνώριζε οπωσδήποτε το ακριβές νόημα των ως άνω διατάξεων και των ενδείξεων του εντύπου δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης που έπρεπε κάθε φορά να συμπληρώσει και επομένως η παράλειψή του να καταγράψει στις επίμαχες δηλώσεις του τα προαναφερθέντα περιουσιακά του στοιχεία ήταν σκόπιμη και έτσι καθιστά τις δηλώσεις του αυτές εν γνώσει του ανακριβείς, όσα δε ανωτέρω ισχυρίστηκε προς ανατροπή της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Ειδικότερα δε πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του ότι άλλως τέλεσε κατ' εξακολούθηση το αξιόποινο αδίκημα της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης ("πόθεν έσχες") με ανακριβή στοιχεία από αμέλεια και όχι από δόλο, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός δεν κατηγορείται για παράλειψη υποβολής της ως άνω δήλωσης παντελώς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά ακριβώς για με πρόθεση υποβολή της δήλωσης αυτής με ανακριβή στοιχεία. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι η μερικότερη πράξη της ανακριβούς δήλωσης με την εν γνώσει του παράλειψη της δήλωσης ότι είναι ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου έχει υποπέσει στη πενταετή παραγραφή επειδή έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των πέντε (5) ετών από την τέλεση της μερικότερης αυτής πράξης μέχρι την επίδοση προς αυτόν της κλήσεως την 5-6-2006. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι από την τέλεση της μερικότερης αυτής κατ' εξακολούθηση πράξεως την 27-5-2002, 23-5-2003, 7-6-2004 και 27-5-2005, αντίστοιχα, μέχρι την 5-6-2006 δεν παρήλθε πενταετία. Αβάσιμος και απορριπτέος είναι επίσης ο ισχυρισμός ότι δεν είχε υποχρέωση να δηλώσει τα περιουσιακά του στοιχεία που αποτελούσαν προϊόν του εγκλήματος της δωροληψίας, του έχει ήδη αποδοθεί, και που αφορά τις περιπτώσεις των προαναφερθέντων ποσών του ..., του ..., της ... και ... που κατετέθηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του. Και είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον η σχετική διάταξη του άρθρου 231 ΠΚ που τιμωρεί το έγκλημα της υπόθαλψης εγκληματία, δηλαδή τρίτου που τέλεσε κακούργημα ή πλημμέλημα, δεν θεσπίζει κάποιον γενικό λόγο ατιμωρησίας του δράστη άλλου εγκλήματος, όπως το ήδη διωκόμενο της με πρόθεση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με ανακριβή στοιχεία, αλλά προβλέπει με την διάταξη του άρθρου 231 παρ. 2 του Π.Κ. ότι η υπόθαλψη μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος την τέλεσε υπέρ κάποιου οικείου του και όχι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αν ο ίδιος ο υπαίτιος της υπόθαλψης είναι ο δράστης του κακουργήματος ή του πλημμελήματος. Τα ποσά δε που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς του από τον ... και τον ... ακόμη και αν ήταν δάνεια και όχι "δώρα" έπρεπε να δηλωθούν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. Το ποσό που κατέθεσε η ... στο λογαριασμό του στην Αγροτική Τράπεζα ύψους 15.000 ευρώ κατατέθηκε την 11-1-2005 και επομένως έπρεπε να δηλωθεί στη σχετική δήλωση την 27-5-2005 και δεν έχει σημασία ότι δηλώθηκε στη σχετική δήλωση του 2006, αφού και τότε έπρεπε να δηλωθεί, εφόσον υπήρχε στο λογαριασμό. Επομένως, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της με πρόθεση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με ανακριβή στοιχεία κατ' εξακολούθηση". Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με ανακριβή στοιχεία, από πρόθεση και κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 5000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, ήτοι της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με ανακριβή στοιχεία, από πρόθεση, κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.1, του ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 περ. 1α, 2 παρ.1, 4 παρ.3 εδ. α, β, 5, 9 παρ.5 του ν. 3213/2003, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.4 εδ. β του ν. 3242/2004 και 27 παρ.3 σε συνδ. προς τα άρθρα 24 παρ.1 περ. 1β και 2, 25 παρ. 1, 2, 3 και 28 του ν. 2429/1996, όπως η παρ. 2 του άρθρου 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2836/2000, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, από πρόθεση τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης "πόθεν έσχες", με ανακριβή στοιχεία. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων, όντας δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών, και λόγω της ιδιότητας του αυτής, ενώ, είχε την υποχρέωση να υποβάλλει κάθε χρόνο τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης, στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία πρέπει να περιέχει τα, κατά το χρόνο της υποβολής της, υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του δηλούντος, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέσεις του σε Τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και τις διάφορες οικονομικές ενισχύσεις του, από οποιαδήποτε πηγή προέρχονται αυτές, κατά το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος, αυτός υπέβαλε, σε γνώση του, ανακριβείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2005, που κατέθεσε αντίστοιχα στις 27-5-2002, 23-5-2003, 7-6-2004 και 17-5-2005. Πράγματι, α) στη δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης του έτους 2002, που υπέβαλε την 27-5-2002, από πρόθεση παρέλειψε να δηλώσει τραπεζικές καταθέσεις, που είχε την αντίστοιχη ημερομηνία ύψους 30.644 ευρώ, καθώς και οικονομικές ενισχύσεις συνολικού ύψους 15.500.000 δραχμών που είχε λάβει την 23-7-2001, την 17-10-2001 και 21-11-2001, όπως επίσης, παρέλειψε να δηλώσει την κυριότητα ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) στην αντίστοιχη δήλωση του έτους 2003, που υπέβαλε την 23-5-2003, παρέλειψε από πρόθεση να δηλώσει τραπεζικές καταθέσεις ύψους 31.117 ευρώ, που διατηρούσε στην ALPHA BANK, καθώς και διάφορες οικονομικές ενισχύσεις ύψους 1500 ευρώ, που είχε λάβει την 26-2-2003 από τον ... και αντίστοιχη ύψους 14.674 ευρώ, που έλαβε την 18-6-2002 από άγνωστο καταθέτη, παραλείποντας επίσης να δηλώσει ότι είναι κύριος του ως άνω αυτοκινήτου, γ) στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2004, που υπέβαλε την 7-6-2004, παρέλειψε από πρόθεση να δηλώσει τραπεζικές καταθέσεις που διατηρούσε την αντίστοιχη ημερομηνία ύψους 29.943 ευρώ, καθώς και οικονομική ενίσχυση ποσού 5000 ευρώ, που έλαβε την 4-6-2003 από τον ..., παραλείποντας επίσης να δηλώσει την κυριότητα του ως άνω Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και δ) στη δήλωση του έτους 2005, που υπέβαλε την 27-5-2005, παρέλειψε από πρόθεση να δηλώσει οικονομικές ενισχύσεις που έλαβε στο χρονικό διάστημα από 27-10-2004 έως 11-1-2005 συνολικού ύψους 38.700 ευρώ που έλαβε από διαφόρους. Σημειώνεται, ότι οι παραδοχές αυτές αιτιολογούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν όχι μόνο από το σύνολο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, προσέτι δε και από το πόρισμα του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Αντωνακάκη, όπως επίσης και από την απολογία του ιδίου του κατηγορουμένου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εκτίμησε και αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε επιλεκτική χρήση αυτών. Αιτιολογείται επίσης, η πρόθεση του αναιρεσείοντος να αποκρύψει περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχε υποχρέωση να περιλάβει στην εκάστοτε υποβαλλόμενη κατ' έτος απ' αυτόν δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, τα οποία αυτός είχε αποκτήσει, κατά την αντίστοιχη και μέχρι την ημέρα υποβολής της δηλώσεως χρονολογία. Τούτο, προεχόντως, γιατί αυτή καθ' εαυτή η ιδιότητα του ως δικαστικού λειτουργού, αποτελούσε αυτονόητη υποχρέωση και ανάγκη με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή να περιλαμβάνει εκάστοτε στην υποβαλλόμενη υπό τούτου δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο από εκείνα που επιτάσσουν οι σχετικές διατάξεις. Περαιτέρω, η αιτίαση με την οποία πλήττεται η απόφαση, ότι το ποσό των 1500 ευρώ που κατατέθηκε, σε προσωπικό του λογαριασμό, από το δικηγόρο ..., αφορούσε επιστροφή ποσού που του κατέβαλε η σύζυγος του, ως αμοιβή για ανατεθείσα σε αυτόν εντολή νομικής φύσεως, αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και συνεπώς η απόρριψη του, δεν απαιτούσε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ως εκ τούτου ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, δέκατος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων είναι απορριπτέος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως και δη οι τρίτος του κυρίου δικογράφου, πέμπτος, έκτος, έβδομος και δωδέκατος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, ή ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο ισχυρισμό. Έτσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, είχε ζητήσει κατά τρόπο παραδεκτό να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε του Π.Κ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως, που απορρίφθηκαν με την ακόλουθη αιτιολογία. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα να χορηγηθούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε του Π.Κ, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός για μακρότατο χρονικό διάστημα, δεν έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ενώ ήδη, για μακρό διάστημα και δη από την 25-5-2005 είναι κρατούμενος στις φυλακές". Η αιτιολογία που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, και με την οποία απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, για την αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠΔ, δεδομένου ότι και από το σύνολο των παραδοχών, ενόψει κυρίως της λειτουργικής ιδιότητάς του, ως δικαστικού λειτουργού, η επί σειρά ετών εκδηλωθείσα αξιόποινη συμπεριφορά του, δεν δικαιολογούσε την παραδοχή του αιτήματος για αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, όπως και εκείνου της επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως επιδείξεως από μέρους του, καλής συμπεριφοράς, λόγω της ποινής της καθείρξεως που εξέτιε στις δικαστικές φυλακές, όπου υφίσταται υποχρέωση συμμόρφωσης του κρατούμενου στον κανονισμό των φυλακών. Επομένως, οι σχετικοί τρίτος και ενδέκατος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και ο αντίστοιχος όγδοος περί συνδρομής συγγνωστής νομικής πλάνης, συνιστάμενης στο γεγονός ότι οι οικονομικές ενισχύσεις που έγιναν προς αυτόν, ιδία εκείνες του έτους 2004, δεν δηλώθηκαν από μέρους του, όχι από πρόθεση αλλά από αμέλεια και με τους οποίους πλήττεται η απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της αυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα με α.α 1-12 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, τα οποία και αναγνώσθηκαν, γεγονός το οποίο δέχεται και ο αναιρεσείων. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το περιεχόμενο των ως άνω δώδεκα (12) εγγράφων (η υπ' αριθμό 4/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το υπ' αριθμό 2042/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έξι (6) αντίγραφα δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, το από 13-1-2006 έγγραφο της ΑΤΕ, έγγραφο του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμό πρωτοκόλλου ..., αντίγραφα τραπεζικών του λογαριασμών και αναλυτικό καθολικό της τράπεζας), προκύπτει αναμφισβήτητα από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων και από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται η χρονολογία εκδόσεως, ο εκδότης αυτών ή το περιεχόμενο τους. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα αναγνώσθηκαν και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο τους, και είχε πλέον τη δυνατότητα προσωπικά ή δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ναι μεν αναγνώσθηκαν, χωρίς όμως, να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 100Α παρ.1 του Π.Κ, αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 Π.Κ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος μετά την επιβολή σ' αυτόν υπό του δικαστηρίου της ποινής φυλάκισης των 4 ετών και της χρηματικής ποινής από 5000 ευρώ, υπέβαλε προς το δικαστήριο αίτημα αναστολής της ποινής κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, που απορρίφθηκε από το δικαστήριο, με την ακόλουθη αιτιολογία "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100Α παρ.1 του Π.Κ, αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 του Π.Κ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη. Στην προκείμενη περίπτωση το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, που καταδικάστηκε με ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής είναι απαραίτητη για την αποτροπή του δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων". Η αιτιολογία την οποία διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και για την κρίση του αυτή λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση ενός εκάστου από αυτά, κρίση στην οποία άλλωστε κατέληξε το δικαστήριο, εκτιμώντας όχι μόνο την προσωπικότητα του, αλλά και τη συχνά επαναλαμβανόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του, η οποία προ παντός άλλου ήλθε σε προφανή αντίθεση με τα λειτουργικά του καθήκοντα, αυτά του δικαστικού λειτουργού.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ιΔ του Κ.Π.Δ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής, από 19-3-2009 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), για κάθε αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 17-6-2008 αίτηση και β) την από 21-3-2008 αίτηση καθώς και τους από 27-2-2009 πρόσθετους λόγους, του X, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 538/29-2-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για κάθε αίτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει πρώτη αναίρεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, χωρίς να γίνεται επίκληση ανώτερης βίας. Παραδεκτή η δεύτερη που ασκήθηκε προ της καταχωρήσεώς της. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση "του πόθεν έσχες" - δήλωση περιουσιακής κατάστασης, από πρόθεση και κατ' εξακολούθηση, με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών (ελαφρυντικές περιστάσεις- συγγνωστή νομική πλάνη - απόρριψη αιτήματος αναστολής της ποινής,), β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) της απόλυτης ακυρότητας (έλλειψη ακρόασης - κακή σύνθεση του δικαστηρίου - ταυτότητα των εγγράφων). Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε με απόφαση της ολομέλειας, ούτε πως ορίσθηκαν τα λοιπά μέλη. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πόθεν έσχες, Δικαστηρίου σύνθεση, Πλάνη νομική.
| 0
|
Αριθμός 1858/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαγρόπουλο, περί αναιρέσεως της 49159/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 131/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ'αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σ'αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσεως εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ανωτέρω διατάξεως του ΑΝ 690/1945, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρει μεταξύ των άλλων και την ακριβή ιδιότητα του υπόχρεου προς πληρωμή των αποδοχών κατηγορουμένου, ότι δηλαδή αυτός έχει κάποια από τις ανωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενες στο νόμο ιδιότητες (εργοδότης, διευθυντής, επιτετραμμένος ή εκπρόσωπος επιχείρησης εκμετάλλευσης ή εργασίας), αφού μόνο με βάση τις ιδιότητες αυτές καθίσταται ποινικώς υπεύθυνος για την μη καταβολή των οφειλόμενων πάσης φύσεως αποδοχών. Αν δεν αναφέρεται ή δεν περιγράφεται η ως άνω ιδιότητα του υποχρέου κατηγορουμένου, υπάρχει ασάφεια ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εγκλήματος και ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 49159/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για παράβαση του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 μηνών και 40 ημερών και σε συνολική χρηματική ποινή 500 Ευρώ ο καθένας. Η ανωτέρω απόφαση στο αιτιολογικό της διαλαμβάνει μεταξύ άλλων ότι οι κατηγορούμενοι που διατηρούν επιχείρηση "φυτωρίων", απασχόλησαν στην εν λόγω επιχείρηση τους αναφερόμενους εκεί τρεις αλλοδαπούς για διάφορα χρονικά διαστήματα που περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 7-5-2001 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 και δεν τους κατέβαλαν τα ημερομίσθια του διαστήματος αυτού. Περαιτέρω στο διατακτικό της η απόφαση κηρύσσει ενόχους τους κατηγορουμένους για το ότι αυτοί με την ιδιότητα των υπευθύνων επιχείρησης με την επωνυμία "Φυτώρια Χ1", αν και απασχόλησαν στην επιχείρηση αυτή τους αναφερόμενους εκεί αλλοδαπούς, δεν κατέβαλαν σ'αυτούς δεδουλευμένες αποδοχές διαφόρων χρονικών διαστημάτων που περιλαμβάνονται στο διάστημα από 7-5-2001 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απόφαση δέχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την ιδιότητα του εργοδότη των εργασθέντων αλλοδαπών και η ιδιότητα αυτή προκύπτει σαφώς από την περιγραφή που γίνεται στην απόφαση, δηλαδή ότι οι κατηγορούμενοι διατηρούν την ως άνω επιχείρηση και απασχόλησαν στην επιχείρηση αυτή τους εν λόγω εργάτες, στοιχεία τα οποία περιγράφουν την ιδιότητα του εργοδότη. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα των υπόχρεων προς πληρωμή κατηγορουμένων, είναι αβάσιμος, ενώ οι λοιπές συναφείς αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί του ότι αποδείχτηκε: α) ότι μόνο ο πρώτος από αυτούς προσέλαβε τους εργάτες, β) ότι προσκλήθηκαν οι εργασθέντες να εξοφληθούν και δεν προσήλθαν και γ) ότι ο ένας εξ αυτών έχει εξοφληθεί, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Από το συνδυασμό των άρθρων 502 παρ. 1 και 340 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επιτρέπεται κατά τη συζήτηση έφεσης κατά καταδικαστικής απόφασης να εκπροσωπείται από συνήγορο τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του και ο οποίος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Η ανωτέρω εκπροσώπηση δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του Κ.Π.Δ. απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση και πρέπει να δίνεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορό του, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι'αυτόν και να απαντά στις τυχόν ερωτήσεις αντί γι'αυτόν. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον εκπροσωπούντα τους απόντες κατηγορουμένους συνήγορό τους να απολογηθεί αντί γι'αυτούς, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2009 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 49159/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ΑΝ 690/1945 - Μη πληρωμή αποδοχών εργαζομένων. Υποκείμενο του εγκλήματος είναι κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιαδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας. Αν στην καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρεται ή δεν περιγράφεται κάποια από τις παραπάνω ιδιότητες του κατηγορουμένου, δημιουργείται ασάφεια ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εγκλήματος και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα των κατηγορουμένων των οποίων η ιδιότητα ως εργοδοτών αναφέρεται περιγραφικά στην απόφαση. Ο συνήγορος που εκπροσωπεί τον απόντα κατηγορούμενο στη δίκη δεν αποκτά εξ αυτού και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί αντί γι' αυτόν. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 1.860/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φατούρο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 347/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.147/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια μη συνειδητής, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι δεν καταβλήθηκε από τον δράστη η απαιτούμενη προσοχή, την οποία κατ' αντικειμενική κρίση κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κοινή πείρα και λογική οφείλει να καταβάλλει και β) ότι αυτός μπορούσε με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Εξάλλου η δικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας του ΩΩ, το Δικαστήριο δέχεται στο σκεπτικό του ότι αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι την 9.12.2002 και περί ώρα 05.00' ο αναιρεσείων, οδηγώντας αυτοκίνητο εργοστασίου CITROEN και ο συγκατηγορούμενός του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και μη διάδικος στην παρούσα δίκη ΑΑ, οδηγώντας αυτοκίνητο εργοστασίου ALFA ROMEO, εκινούντο προς την ίδια κατεύθυνση επί της επαρχιακής οδού ...-..., που είναι ευθεία σε μήκος 2,5 χιλιομέτρων προπορευομένου του οχήματος του αναιρεσείοντος. Όταν τα δύο οχήματα ευρίσκονταν στο ύψος του ημίσεος περίπου του μήκους της άνω οδού, ο ΑΑ επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το όχημα του αναιρεσείοντος, αλλά ο τελευταίος, που ήταν γνωστός του, δεν του επέτρεψε "χάριν παιδιάς" να ολοκληρώσει το προσπέρασμα, χρησιμοποιώντας προς τούτο την πολύ μεγαλύτερη ιπποδύναμη του οχήματός του (150 ίπποι έναντι 105), καθώς και τη δυνατότητα να επιταχύνει λόγω του συστήματος TURBO που διέθετε, με συνέπεια να παρεμποδίσει την ολοκλήρωση της υπέρβασης από το δεύτερο όχημα. Έτσι τα δύο οχήματα εκινούντο παράλληλα για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι το όχημα του αναιρεσείοντος να επιβάλει την ισχύ του και να προχωρήσει μπροστά, οπότε το δεύτερο όχημα, εγκαταλείποντας την προσπάθεια, παρέμεινε και επανήλθε στο ρεύμα πορείας που είχε προηγουμένως. Η απότομη όμως έως άγρια επιτάχυνση και απόκτηση μεγάλης ταχύτητας, κατά πολύ ανώτερης της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, που είχε αναπτύξει το πρώτο όχημα, σε συνδυασμό με τη μέτρια μέθη του αναιρεσείοντος (0,80 ο/οο), προκάλεσε σε αυτόν (αναιρεσείοντα) την απώλεια του ελέγχου του οχήματός του τη στιγμή που έφθανε σε στένωμα της οδού και κυριολεκτικά απογειούμενο το αυτοκίνητό του καρφώθηκε με μπαλκόνι παρακείμενης πολυκατοικίας με αποτέλεσμα τον από αποκλειστική του υπαιτιότητα θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη του ΩΩ (ενώ ο οδηγός του δεύτερου οχήματος ΑΑ, που ευρισκόταν σε αρκετή απόσταση πίσω, διήλθε με ασφάλεια από το σημείο του ατυχήματος χωρίς να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή σε αυτό). Ακολούθως, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κηρύσσει ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι κατά τον ήδη προαναφερθέντα τόπο και χρόνο "όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του, ως οδηγός αυτοκινήτου, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την πορεία του αυτοκινήτου του, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε με το όχημά του και κατά την οδήγησή του, τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας (από παραδρομή δεν αναγράφεται ο αριθμός) Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ΒΒ και ο δεύτερος κατηγορούμενος ΑΑ, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, βαίνοντας και οι δύο στην επαρχιακή οδό ...-..., με κατεύθυνση προς ..., ο 1ος κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν νύχτα, διέρχονταν από κατοικημένη περιοχή, όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ/μ, ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0.80 γρ. ανά λίτρο αίματος και ότι στο όχημά του επέβαιναν και άλλα τρία άτομα, ήτοι ο ΩΩ, ο ΓΓ και ο ΔΔ και τέλεσαν αυτοσχέδιο αγώνα με τα οχήματά τους κι έτσι το υπ' αριθμ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΒΒ, εξετράπη της οδού δεξιά ως προς την πορεία του και προσέκρουσε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντα ΩΩ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρ. 93 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρ. 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Εφετείο εκθέτει ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι, όντας υπόχρεος ως οδηγός αυτοκινήτου να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση, από έλλειψη της προσοχής την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα προκειμένου να παρεμποδίσει τον συγκατηγορούμενό του ΑΑ, ο οποίος επίσης οδηγούσε αυτοκίνητο και εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση και πίσω από τον αναιρεσείοντα, να διενεργήσει υπέρβαση από τα αριστερά, χρησιμοποιώντας την πολύ μεγαλύτερη ιπποδύναμη του οχήματός του και τη δυνατότητα επιτάχυνσης που διέθετε, ανέπτυξε ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπομένης την 50 χ/ω κι έτσι ανάγκασε τον δεύτερο να εγκαταλείψει την προσπάθεια προσπεράσματος και να επανέλθει κανονικά στο ρεύμα πορείας του πίσω από τον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος όμως λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν νύκτα και τελούσε σε μέτρια μέθη (0,80ο/οο), απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή που πλησίαζε σε στένωμα της οδού, εξετράπη δεξιά ως προς την πορεία του και καρφώθηκε σε μπαλκόνι παρακείμενης οικοδομής με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης του ΩΩ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για να καταλήξει στη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, εκτίθενται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση επί πλέον περιστατικά, που αναφέρονται στην αιτία για την οποία ο αναιρεσείων δεν επέτρεψε στον ΑΑ να πραγματοποιήσει την υπέρβαση, δηλαδή κατά μεν το σκεπτικό ότι το έκαμε "χάριν παιδιάς", κατά δε το διατακτικό, διότι οι δύο οδηγοί "τέλεσαν αυτοσχέδιο αγώνα με τα οχήματά τους", παρά την αντιφατικότητα που ενέχουν, δεν συνιστούν έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ούτε εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεώς που εφαρμόσθηκε, ως προς την εξενεχθείσα για τον ήδη αναιρεσείοντα κρίση (η οποία και μόνο αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως), διότι, ενόψει των λοιπών γενομένων πιο πάνω δεκτών πραγματικών περιστατικών και κυρίως ότι ο αναιρεσείων παρεμπόδισε τον ΑΑ να πραγματοποιήσει την υπέρβαση, η παραδοχή ότι το έκαμε είτε "χάριν παιδιάς" είτε διότι "τέλεσαν αυτοσχέδιο αγώνα", κατ' ουδέν επηρεάζει την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς του, ούτε προσδίδει, ασχέτως της μη μεταβολής του ποινικού της χαρακτήρα, μείζονα αντικειμενική απαξία στην πράξη και εντεύθεν ενδεχόμενη δυσμενή κρίση του Δικαστηρίου ως προς την επιβλητέα ποινή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης των ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν λόγω της πιο πάνω αντιφατικότητας που υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς την εκ μέρους του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος και του αθωωθέντος για την ίδια πράξη ΑΑ τέλεση αυτοσχέδιου αγώνα με τα αυτοκίνητά τους, δεν είναι βάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη η ακυρότητα επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που τους παρέχεται ρητά από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Τέτοιο είναι και το από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει ανάγνωση εγγράφου, που προσκομίσθηκε από τον ίδιο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η μη ανάγνωση τέτοιου εγγράφου συνιστά έλλειψη ακροάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν υπέβαλαν αίτηση για να αναγνωσθεί η 165/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αναγνώσει κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας την παραπάνω απόφαση, παρότι ο αναιρεσείων υπέβαλε σχετικό αίτημα, είναι, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 364 παρ. 2β' του ΚΠΔ, διαβάζονται επίσης στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η διάταξη αυτή όμως δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίασή της ούτε και επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ανεγνώσθη και λήφθηκε υπόψη η ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ΕΕ, η οποία χρησιμοποιήθηκε σε πολιτική δίκη από τον ΑΑ, επί της οποίας είχε εκδοθεί όμως μόνο η 469/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκκρεμούσε έφεση κατ' αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εναντιώθηκε στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου. Το αυτό ισχύει και για την ανάγνωση της από 5.6.2006 αιτήσεως στον Άρειο Πάγο της εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που κατά τον αναιρεσείοντα ήταν έγγραφο άσχετο προς την εκδικαζόμενη υπόθεση και αφορούσε άλλους διαδίκους, διότι και πάλι δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων εναντιώθηκε στην ανάγνωσή του (αντιθέτως γίνεται ρητή μνεία ότι αμφότερα τα πιο πάνω έγγραφα ανεγνώσθησαν χωρίς αντίρρηση από κανένα διάδικο). Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.7.2009 αίτηση για αναίρεση της 347/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημμελημάτων).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, προϋποθέσεις. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί καταδίκης. Έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 510 § 1β ΚΠΔ) και επί αρνήσεως ή παραλείψεως του δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, κατά το άρθρ. 364 § 1 ΚΠΔ. Έννοια διατάξεως του άρθρ. 364 § 1 ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1862/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της 4094/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 47/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση οπό τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με ΐη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, όταν για την τέλεση του οικείου εγκλήματος αρκεί και ενδεχόμενος, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Ετσι, η παρεμπίπτουσα, απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, λόγω μη εμφανίσεως κλητευθέντων μαρτύρων ή της προσαγωγής νέων αποδείξεων (ΚΠΔ 352), πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως κρίση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4094/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ1 είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο ενάγων είναι νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας καθαρισμού κτιρίων και συμμετέχει σε διαγωνισμούς του Δημοσίου. Την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα ασκεί και ο κατηγορούμενος. Σημειώνεται, ότι, μεταξύ αυτών, αλλά και άλλων που ασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο, υπήρχαν έντονες διενέξεις και αντιπαλότητες, λόγω του μεγάλου ανταγωνισμού. Στις 9.7.2002 διενεργείτο σε αίθουσα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διαγωνισμός για την ανάθεση του έργου καθαριότητας του των κτιριακών εγκαταστάσεων του εν λόγω Πανεπιστημίου. Στον διαγωνισμό αυτό συμμετείχε και ο πολιτικώς ενάγων και παρευρίσκετο, μεταξύ άλλων, και ο κατηγορούμενος, λόγω του ότι συμμετείχε στον ίδιο διαγωνισμό και ο συνεργάτης του ΑΑ. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πολιτικώς ενάγοντα να κατευθύνεται στην αίθουσα, όπου διενεργείτο ο διαγωνισμός, απείλησε αυτόν με τις φράσεις "Μου είπες ότι δεν θα έρθεις στον διαγωνισμό, θα σε τακτοποιήσω", "δεν φοράς παντελόνια, αλλά φουστάνια", "καλά θα σε πάρω το κεφάλι". Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού ο πολιτικώς ενάγων, μόλις πληροφορήθηκε από την αρμόδια επιτροπή ότι ο συμμετέχων ως άνω συνεργάτης του κατηγορουμένου (ΑΑ), δεν όφειλε στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, προϋπόθεση απαραίτητη για τη συμμετοχή του στον εν λόγω διαγωνισμό, ενώ ο ίδιος είχε πληροφορίες περί του αντιθέτου, μετέβη, μαζί με τον μάρτυρα κατηγορίας, ΒΒ, στο ΙΚΑ ..., προκειμένου να ελέγξει την ασφαλιστική ενημερότητα αυτού, αφού προηγουμένως γνωστοποίησε την απόφαση του αυτή στους παρευρισκομένους (και στον κατηγορούμενο). Κατά την έξοδο του από το ΙΚΑ του επιτέθηκε άγνωστο άτομο, πλήττοντας με τη γροθιά του στο κεφάλι και προκαλώντας σ' αυτόν θλαστκό τραύμα των μαλακών μορίων στη ρινική χώρα, θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων του άνω χείλους στου στόματος, θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων του αριστερού υπερόφρυου, θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων στην αριστερή κροταφική χώρα, χειρουργικώς συνεραμμένο, αρχόμενο υπόσφαγμα αριστερού οφθαλμού, κεφαλγία και ζάλη. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τόσο ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού, όσον και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στο ως άνω άγνωστο άτομο την απόφαση να εκτελέσει σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, προκειμένου να αποτρέψει αυτόν από την συμμετοχή του στον προαναφερθέντα διαγωνισμό, ενόψει της έντονης αντιπαλότητας και των διενέξεων, που υπήρχαν μεταξύ τους, λόγω του μεγάλου, όπως προαναφέρθηκε, ανταγωνισμού, σημειουμένου ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε διαφορές και διενέξεις και με κάποιο άλλο πρόσωπο, πλην του κατηγορουμένου, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι αυτός (κατηγορούμενος) και προγενέστερα και συγκεκριμένα, κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2001, στα ..., αλλά και σε προγενέστερη διενέργεια διαγωνισμού, που έλαβε χώρα στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, στις 14.6.2002, απείλησε τον πολιτικώς ενάγοντα με παρόμοιες με τις ανωτέρω φράσεις, προκειμένου να επιτύχει τον ίδιο ως άνω σκοπό του. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσέλθουν οι μάρτυρες υπερασπίσεώς του, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο, αφού οι μάρτυρες υπερασπίσεως προτείνονται από τον κατηγορούμενο και εξετάζονται από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν δικαιολογείται αναβολή της δίκης για το λόγο αυτό, σημειουμένου ότι αυτοί δεν είναι μάρτυρες που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, οπότε και μόνο ένα τέτοιο αίτημα θα είχε έρεισμα το νόμο (άρθρο 352 Κ.Π.Δ.). Επίσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα τα αιτήματα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας ΓΓ και για να ζητηθεί από το κανάλι ΤV ... επίσημη απομαγνητοφώνηση σχετικής εκπομπής, διότι από τα ως άνω υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία το Δικαστήριο σχημάτισε εδραία δικανική πεποίθηση για την ουσία της υπόθεσης και δεν κρίνει αναγκαία την αναβολή της δίκης για τους λόγους αυτούς. Τέλος, ως προς το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνώσεως του εγγράφου της απομαγνητοφώνησης της σχετικής εκπομπής στο κανάλι ΤV ..., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να αναγνωσθεί αυτό, διότι αυτό, έτσι όπως προσκομίζεται στο Δικαστήριο, δεν πληροί του όρους του νόμου. Και ναι μεν, ως άκυρο έγγραφο μπορεί, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα του να αναγνωσθεί (βλ. Α.Π.1722/1999 Ποιν.Χρ. Ν 795). πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πολιτικώς ενάγων δεν ανέφερε στο ακροατήριο ότι αναγνωρίζει τη γνησιότητα του και με δεδομένο ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ' αυτό είναι πιστή απομαγνητοφώνηση των διαμειφθέντων στην εν λόγω σχετική τηλεοπτική εκπομπή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κήρυξε αυτόν ένοχο της ηθικής αυτουργίας σε απλή σωματική βλάβη και ειδικότερα, ότι: "Στη ..., στις 9-7-2002, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που τελικά εκείνος διέπραξε και συγκεκριμένα με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε σε ένα άτομο, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθούν κατά την προανάκριση, την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της απλής σωματικής βλάβης και ειδικότερα να προκαλέσει σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας στον εγκαλούντα Ψ, κάτοικο ... πλήττοντάς τον με γροθιά στο κεφάλι και προκαλώντας του θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων στη ρινική χώρα, θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων του άνω χείλους του στόματος, θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων του αριστερού υπερόφρυου, θλαστικό τραύμα των μαλακών μορίων στην αριστερή κροταφική χώρα, χειρουργικώς συνεραμμένο, αρχόμενο υπόσφαγμα αριστερού οφθαλμού, κεφαλαλγία και ζάλη". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40) για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1α' και 308 παρ. 1α'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 4094/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) απολογία κατηγορουμένου δεν υπάρχει διότι αυτός παρέστη δια πληρεξούσιου δικηγόρου από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ΒΒ και ΔΔ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει: 1) έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε στοιχεία που συνδέουν τον αναιρεσείοντα με τον άγνωστο φυσικό αυτουργό, 2) ανυπαρξία αναφοράς των μέσων με τα οποία ο αναιρεσείων έπεισε τον άγνωστο φυσικό αυτουργό στην τέλεση του άνω εγκλήματος, 3) ελλιπής αιτιολογία ως προς το δόλο, 4) πλημμελής και αντιφατική έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από την εκτίμηση των οποίων οδηγήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόσον υπάρχει η, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, πλήρης και σαφής αιτιολογία στην απόφαση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τόσο κατά το αντικειμενικά, όσο και κατά το υποκειμενικά της στοιχεία, και συγκεκριμένα, περιγράφεται ο δόλος του κατηγορουμένου, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο αυτό παραδεκτά προβαίνει, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπήσαντος αυτού στη δίκη εκείνη συνηγόρου του, πρόσβαλε σταδιακά, αιτήματα αναβολής της δίκης και συγκεκριμένα: α) αρχικά, για να προσέλθουν τρεις (3) μάρτυρες υπερασπίσεως οι οποίοι δεν είχαν κλητευθεί, πλην όμως αδυνατούσαν να παραστούν κατά τη δικάσιμο εκείνη, β) στη συνέχεια, νέο αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της δίκης, προκειμένου να προσέλθει να καταθέσει ο απολιπόμενος μάρτυρας, ΓΓ και γ) τέλος, άλλο αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να ζητηθεί από το κανάλι "TV ..." να στείλει αυτό επίσημη απομαγνητοφώνηση της συζήτησης, που έγινε στο δημοσιογράφο, ΕΕ. Το δικάσαν Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, που εκτίθεται παραπάνω, απέρριψε τα πιο πάνω αιτήματα αναβολής. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης προκειμένου να εξεταστεί μάρτυρας και συνακόλουθη υπέρβαση εξουσίας κατά την ΚΠΔ 510 στοιχ. Δ' και Η', είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επίσης είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και η αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και έλλειψη ακροάσεως ως προς το αίτημα ανάγνωσης εγγράφου και αναβολής της δίκης προκειμένου να επιβεβαιωθεί η γνησιότητα εγγράφου και συνακόλουθη υπέρβαση εξουσίας, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής της δίκης καθώς και αυτού να προσέλθει ο απολιπόμενος μάρτυρας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την 511 ΚΠΔ εξεταζόμενος λόγος, του στοιχ. Ε' του αυτού άρθρου, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1) έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 77/2008) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 4094/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε απλή σωματική βλάβη. Έννοια ηθικής αυτουργίας, Τι πρέπει να περιλαμβάνει η απόφαση. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας, απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών. Αιτιολογημένη απόφαση. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ηθική αυτουργία, Σωματική βλάβη απλή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1865/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Παπασιδέρη και Γεώργιο Κατσαμπάνη, περί αναιρέσεως της 5291/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ... και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σφαλαγκάκου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1529/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά τον νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, και 68 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 7 του Ν. 1650/86 ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις των εγκλημάτων της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, άσκηση δραστηριότητας ή επιχείρησης, χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή έγκριση ή καθ' υπέρβαση των ορίων τους) ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρίσταται και το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στην περιφέρεια των οποίων τελέστηκε το έγκλημα και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ανεξάρτητα αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία με αίτημα την αποκατάσταση των πραγμάτων στο μέτρο που είναι δυνατή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκτός από τα κατά το άρθρο 68 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας φυσικά ή νομικά πρόσωπα που νομιμοποιούνται για παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο για αποζημίωση ή αποκατάσταση ηθικής βλάβης, νομιμοποιούνται προσέτι και οι αναφερόμενοι στη διάταξη αυτοί Οργανισμοί, καθώς και το Δημόσιο. Ήτοι, η διάταξη αυτή, δεν αποκλείει και την παράσταση και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων. Επομένως, νομίμως και παραδεκτώς παρέστησαν, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγοντες, οι Ψ1 και ο Ψ2, οι οποίοι δηλώνοντας ότι κατέχουν ακίνητα όμορα της επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να πλήττεται η υγεία και η προσωπικότητα τους, δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 1003 ΑΚ, να στραφούν με αγωγή κατά των υπευθύνων της ρυπάνσεως. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ο οποίος, καταδικάστηκε με την 5291/2008 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) σε συνολική ποινή φυλακίσεως 6 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 1.200 ευρώ για παράβαση του Ν. 1650/1986, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 23.9.2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της 5.291/2008 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ν. 1650/1986. Προστασία περιβάλλοντος. Νομίμως και παραδεκτώς παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων εκείνος που επικαλείται ηθική βλάβη από την παράβαση του ως άνω νόμου, έστω και αν δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 28 παρ. 7 του Ν. 1650/1986. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως με την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Περιβάλλοντος προστασία.
| 0
|
Αριθμός 1850/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 17379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 ν. 2523/1997 όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών, εικονικό δε στοιχείο είναι αυτό που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά απ' αυτά που αναγράφονται στα στοιχεία ή το ένα απ' αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφομένη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Περαιτέρω, κατά το αρθ. 20 παρ. 1β του αυτού ως άνω νόμου, στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται στις εταιρείες, ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και στις περιορισμένης ευθύνης εταιρείες οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτουμένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκεν ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης 17379/2008 απόφασής του, που αποτελούν ενιαίο όλο και αλληλοσυμπληρώνονται παραδεκτά, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που την στήριξε στ' αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δηλ. στα περιεχόμενα στα ταυτάριθμα πρακτικά και αναγνωσθέντα έγγραφα και στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος στην ... τα έτη 2000 και 2001, έχοντας την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Ε.Π.Ε. με την επωνυμία ΣΟΦΗ ΤΕΞΤΙΛ ΕΠΕ, που εδρεύει στην ..., με αντικείμενο εργασιών βιοτεχνία ενδυμάτων, έλαβε τα εξής τιμολόγια πώλησης για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους έκδοσης της εταιρείας ΝΗΜΑ ΑΕ και ειδικότερα τα τιμολόγια 1) ..., καθαρής αξίας 840,000 με αναλογούντα Φ.Π.Α. 151.200 και συνολικής αξίας 991.200 2) ..., καθαρής αξίας 1.752.000 με αναλογούντα Φ.Π.Α. 315.360 και συνολικής αξίας 2.067.360 3) ..., καθαρής αξίας 1.392.000 με αναλογούντα Φ.Π.Α. 250.560 και συνολικής αξίας 1.642.560 και 4) ..., καθαρής αξίας 64.500 με αναλογούντα Φ.Π.Α. 11.610 και συνολικής αξίας 76.110, ότι η φερόμενη ως εκδότρια εταιρεία εστερείτο επαγγελματικής εγκατάστασης, αφού δεν είχε καμία δραστηριότητα στην δηλωθείσα έδρα της στο ..., καθόσον από το έτος 1999 δεν υφίστατο φορολογικά και προσέτι εστερείτο έδρας, επαγγελματικής εγκατάστασης και περιουσιακών στοιχείων, ότι περαιτέρω η εταιρεία ΣΟΦΗ ΤΕΞΤΙΛ Ε.Π.Ε. που αποδέχθηκε τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία, κατά τα έτη 2000 και 2001, δεν προμηθεύθηκε κανένα εμπόρευμα τόσο από την εγχώρια αγορά όσο και από τρίτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε υπέβαλε κανενός είδους δηλώσεις στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ότι συνεπώς δεν είχε προμηθευθεί τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα ληφθέντα φορολογικά στοιχεία, αποδέχθηκε δε τα ανωτέρω εικονικά φορολογικά στοιχεία για να προσδώσει αληθοφάνεια στις συναλλαγές της και στις εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις με σκοπό την παράνομη είσπραξη ως επιστροφή ΦΠΑ ποσού 792.899, 62 ευρώ. Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων) κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 19 παρ. παρ. 1, 3 και 4, 20, 21 ν. 2523, 11997, 98 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης ενός έτους (μετατραπείσα προς 5 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης). Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο, η προσβαλλομένη απόφασή του στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι σ' αυτήν δεν διευκρινίζεται, αν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής της ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ΣΟΦΗ ΤΕΞΤΙΛ ΕΠΕ ή εταίρος αυτής, ώστε σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας του διαχειριστή να ευθύνεται προσωπικά ως αυτουργός του εγκλήματος, σύμφωνα με τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, μη αρκούσης για την κατάφαση της ενοχής του της αναφερομένης στην προσβαλλομένη απόφαση ιδιότητάς του ως "νομίμου εκπροσώπου" της ως άνω εταιρείας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. κατά το Α σκέλος του, παρελκούσης της έρευνας του αυτού λόγου κατά τα λοιπά, καθώς και του ετέρου λόγου αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 17379 2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Κατά τα άρθ. 19§§ 1 και 4 και 20§1β ν.2523/1997 ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται στις ΕΠΕ οι διαχειριστές τους και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν ο κάθε εταίρος. Αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι με αυτήν ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το ως άνω αδίκημα ως νόμιμος εκπρόσωπος Ε.Π.Ε., χωρίς να διευκρινίζεται, αν ήταν διαχειριστής αυτής ή εταίρος της, ώστε σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας του διαχειριστή να ευθύνεται προσωπικά ως αυτουργός, μη αρκούσης για την κατάφαση της ενοχής του της αναφερομένης στην απόφαση ιδιότητας του ως «νομίμου εκπροσώπου» της. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ζωοκλοπή
|
Ζωοκλοπή.
| 1
|
Αριθμός 1843/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Στρουγγάρη, περί αναιρέσεως της 379/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 787/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ. "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη... Η διάταξή του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δικ. για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ". Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 εδαφ. γ' όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφορά όχι μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης. Αν δεν υπάρχει αυτή η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δικ. η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως με τη μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Η άνω παρεμπίπτουσα απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη όταν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο, στην απορριπτική κρίση του αιτήματος αναβολής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 379/6.2.2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5503/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πλημμελήματα, αφού κρίθηκε ότι είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως ο εκκαλών για να παραστεί κατά τη συζήτηση. Για τις αξιόποινες πράξεις τις απάτης με χρόνο τέλεσης εντός του Ιανουαρίου 2002 και στις 28/5/2002 και της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση με χρόνο τέλεσης στις 12/7/2002 και στις 9/8/2002, είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως έχων την ιδιότητα του δικηγόρου, πρωτοδίκως σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και οκτώ (8) μηνών. Από την προσβαλλόμενη άνω απόφασή του κατ' έφεση δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του στις 6/2/2009 δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο ίδιος ο αναιρεσείων. Εμφανίσθηκε στο άνω δικαστήριο η δικηγόρος Αθηνών ... ως άγγελος και για λογαριασμό του εκκαλούντος ανήγγειλε ότι αυτός ήταν ασθενής και είχε εισαχθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ, με δύσπνοια και δεν μπορούσε να εμφανισθεί στο Δικαστήριο. Επίσης προκύπτει από την απόφαση που προσβάλλεται ότι η δικηγόρος που ανήγγειλε το κώλυμα του εκκαλούντος προς απόδειξη της συνδρομής λόγου αναβολής της δίκης από αυτό παρέδωσε στο Δικαστήριο την από 6/2/2009 γνωμάτευση του ανωτέρω Νοσοκομείου, η οποία αναγνώσθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για διακοπή της εκδικάσεως της υποθέσεως άλλως για απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, απέρριψε ως αβάσιμο, το αίτημα αυτό κατ' ουσία με την εξής αιτιολογία "Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ., το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την δίκη, για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο λόγος που προβάλλει ο κατηγορούμενος είναι τέτοιος ώστε να τον εμποδίζει να εμφανιστεί στο ακροατήριο αυτό, κατά τη σημερινή δικάσιμο, και συνακόλουθα να αποτελεί σημαντικό αίτιο, που δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Γι' αυτό πρέπει το κρινόμενη αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο". Η αιτιολογία όμως αυτή της εν λόγω παρεμπιπτούσης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ., διότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση ότι δεν ήταν βάσιμος ο λόγος αναβολής. Δεν αναφέρονται στην απόφαση οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο να αποφασίσει ότι δεν συνέτρεχαν σημαντικά αίτια για αναβολή της δίκης ούτε γίνεται μνεία των αποδείξεων που επιστηρίζουν αυτήν την κρίση του. Ειδικότερα δεν εξειδικεύεται ούτε το κώλυμα που αναγγέλθηκε ότι αντιμετώπιζε ο εκκαλών ούτε αναφέρεται το περιεχόμενο της αναγνωσθείσης ιατρικής βεβαιώσεως που εγχειρίσθηκε και αν αξιολογήθηκε, και κατά ποιο τρόπο, παρά ταύτα, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου ότι ο λόγος αναβολής που προβλήθηκε δεν συνιστούσε σημαντικό αίτιο για αδυναμία εμφανίσεώς του στο ακροατήριο. Επομένως είναι βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγος αναιρέσεως που περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αίτηση και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η άνω απόφαση και ως προς την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτης. Απορρίπτοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έφεση ως ανυποστήρικτη, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα τον προβληθέντα λόγο αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια υπερέβη την εξουσία του κατά τον βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δικ. δεύτερο λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως που επίσης γίνεται δεκτός, αν και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δικ.). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δικ.) αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 379/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται κατά παραδοχή των λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας. Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην του, καθόσον το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε προηγουμένως χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αίτημα αναβολής της κατ' έφεση δίκης που είχε υποβληθεί για λογαριασμό του απουσιάζοντος κατηγορουμένου από την εμφανισθείσα και αναγγείλασα το κώλυμα αυτό δικηγόρο και έτσι η απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης παρά την μη απόρριψη αιτιολογημένα του προ-βληθέντος λόγου αναβολής έγινε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1840/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ... . Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, Πρωτοδίκη Πειραιά, 2. Χ2, Πρόεδρο Πρωτοδικών Πειραιά, 3. Χ3, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου και 4. Χ4, Πρωτοδίκη Πειραιά.
Η αίτηση αυτή με αριθ.πρωτ.181/5.2.09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 240/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 102/26.3.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την αριθμ. 181/5-2-2009 αίτηση της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το δικαστήριό σας, κατ'άρθρο 136 εδαφ. ε και 137 παρ. 1 εδ. γ Κ.Ποιν.Δ. και εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 136 εδάφ. ε' Κ.Ποιν.Δ. όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 του ανωτέρω κώδικα. Από το δικαιολογητικό λόγο της ανωτέρω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας, περιλαμβανομένων και των σταδίων της προκαταρτικής εξετάσεως και της ασκήσεως ποινικής διώξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη συνοδεύουσα την άνω αίτηση της Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς ποινική δικογραφία, διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών η από 11-6-2008 (ΑΒΜ Γ08/2283) έγκληση του Ψ, κατοίκου ..., που στρέφεται, μεταξύ άλλων, και κατά των Χ2, Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Χ1 και Χ4, Πρωτοδικών, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και Χ3, Εισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρεθύμνου. Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί ούτε άσκηση ποινικής διώξεως ούτε ενέργεια οποιασδήποτε πράξεως της προδικασίας και κύριας διαδικασίας να γίνει κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Δοθέντος δε ότι και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δεν μπορεί να αποφασίσει παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του, ελλείψει άλλου τέτοιου δικαστηρίου, πρέπει όπως το Συμβούλιό Σας ορίσει το κατά παραπομπή αρμόδιο δικαστήριο και σαν τέτοιο προτείνω το Πρωτοδικείο Αθηνών, και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, καθόσον αφορά τους τρεις πρώτους των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας για τον τέταρτο, προς άσκηση διώξεως και ενέργεια των τυχόν απαραιτήτων πράξεων της προδικασίας και κύριας διαδικασίας-
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί νω: Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιο για να επιληφθεί της από 11-6-2008 εγκλήσεως του Ψ, το Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου αυτού.
Αθήνα 24 Μαρτίου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 181/5.2.2009 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς επιδιώκεται, λόγω της δικαστικής ιδιότητας των παρακάτω αναφερόμενων προσώπων, να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή της υποθέσεως, που περιγράφεται στη με αριθμό ΑΒΜ -Γ08/2283 από 11.6.2008 έγκληση του Ψ που στρέφεται μεταξύ άλλων και κατά των 1) Χ2, Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, 2) Χ1, Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, 3) Χ4, Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και 4) Χ3, Εισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρεθύμνου, από το κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. αρμόδιο Δικαστήριο, στο οποίο υπηρετούν οι τρεις πρώτοι, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, αφού στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο πρωτοδικείο, εκτός απ' αυτό στο οποίο υπηρετούν οι τρεις πρώτοι μηνυόμενοι. Ενόψει του γεγονότος ότι στην κρινόμενη περίπτωση οι ως άνω τρεις πρώτοι μηνυόμενοι, Πρόεδρος Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες, υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο είναι το μόνο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητας, κατά παραπομπή από το Συμβούλιο τούτο και παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους μηνυομένους από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς σε εκείνες άλλου Εφετείου και ειδικότερα στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου οι ως άνω εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να ασχοληθούν με τη διερεύνηση της υποθέσεως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ κατά παραπομπή ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών για το χειρισμό της υποθέσεως που αφορά στη με αριθμό ΑΒΜ - Γ08/2283 από 11.6.2008 έγκληση του Ψ που στρέφεται μεταξύ άλλων και κατά των 1) Χ2, Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, 2) Χ1, Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, 3) Χ4, Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και 4) Χ3, Εισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρεθύμνου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές Πειραιώς σε εκείνες του πρωτοδικείου Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1839/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ... . Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, 2. Χ2, 3. Χ3, Εφέτες Αθηνών, 4. Χ4, Δικηγόρο, 5. Χ5, πρώην Πρωτοδίκη, 6. Χ6, Εφέτη Αθηνών και 7. Χ7, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθ.πρωτ.1028/23.12.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 58/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 63/9.2.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
H Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 1028/08/23-12-08 έγγραφο, υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη συνημμένη, δικογραφία, για καθορισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τ'ακόλουθα.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 § 1 εδ. γ' του ίδιου Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημ/κών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ψ, κάτοικος ... υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 11-12-2006 έγκλησή του κατά των: 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ6, Εφετών που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 4) Χ7, Αντεισαγγελέα Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, 5) Χ5, πρώην Πρωτοδίκη και ήδη αποβιώσαντος, 6) Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών και 7) Χ4, Δικηγόρου, κατοίκου ..., και ζήτησε την ποινική τους δίωξη για τα δικήματα: α) της παράβασης καθήκοντος, των τεσσάρων πρώτων και β) της ψευδορκίας μάρτυρα, των λοιπών εγκαλουμένων.
Η Εισαγγελέας Πλημ/κών Αθηνών με την υπ'αριθμ. ΕΓ 135-07/333/32Δ/08 Διάταξή της απέρριψε την ανωτέρω έγκληση ως νόμω και ουσία αβάσιμη, κατά το άρθρο 47 § 1 Κ.Π.Δ.
Κατά της διάταξης αυτής, ο εγκαλών προσέφυγε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την υπ'αριθμ. 536/2008 προσφυγή του.
Επειδή οι τρεις πρώτοι εγκαλούμενοι υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και ο τέταρτος απ'αυτούς υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, ως προς τους τέσσερις πρώτους εγκαλούμενους και ως προς τους λοιπούς λόγω συναφείας, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφερείας Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να διατάξει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή της υπόθεσης, που αφορά την από 11-12-2006 έγκληση του Ψ, κατοίκου ... κατά των: 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ6, Εφετών που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 4) Χ7, Αντεισαγγελέα Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, 5) Χ5, πρώην Πρωτοδίκη και ήδη αποβιώσαντος, 6) Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών και 7) Χ4, Δικηγόρου, κατοίκου Θηβών από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές περιφερείας Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές περιφερείας Εφετείου Πειραιώς.
Αθήνα 29 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο.
Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Ψ κατεμήνυσε με τη με αριθμό ΑΒΜ - Β06/5733 από 11.12.2006 μηνυτήρια αναφορά του για διάφορες αξιόποινες πράξεις τους 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ6, εφέτες, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 4) Χ7, Αντεισαγγελέα Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, 5) Χ5, πρώην Πρωτοδίκη και ήδη αποθανόντα, 6) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών και 7) Χ4, δικηγόρο, κάτοικο ... . Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την ΕΓ 135-Ο7/333/32Δ7θ8/16.9.2008 διάταξη, απέρριψε, για τους λόγους που αναφέρονται σ1 αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την έγκληση (βλ. διάταξη). Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως ασκήθηκε από τον εγκαλούσα η με αριθμό 536/12.11.2008 προσφυγή και η σχετική δικογραφία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να κρίνει επ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. Δεδομένου όμως ότι οι παραπάνω τρεις πρώτοι εγκαλούμενοι είναι δικαστικοί λειτουργοί, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και ο τέταρτος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 1028/08/13.12.2008 αίτηση του, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελίες για το χειρισμό των προαναφερομένων μηνύσεων, ως προς όλους τους μηνυομένους, λόγω συνάφειας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς για τον χειρισμό της υποθέσεως που αφορά την από 11.12.2006 μήνυση του Ψ κατά των 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ6, εφετών, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 4) Χ7, Αντεισαγγελέως Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, 5) Χ5, πρώην Πρωτοδίκη και ήδη αποθανόντος, 6) Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών και 7) Χ4, δικηγόρου, κατοίκου ... .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές Αθηνών σε εκείνες του πρωτοδικείου Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1838/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, για να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί συμπληρώσεως της υπ'αριθμ. 924/2009 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (Σε Συμβούλιο).
Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την συμπλήρωση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 617/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ'αριθμ 167/5-5-2009 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με το άρθρο 469 εδ. τελ. Κ.Π.Δ., την από 27-4-2009 αίτηση της κατηγορούμενης Χ, Πρωτοδίκη Αθηνών, για συμπλήρωση της με αριθμό 924/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας, σχετικά με το επεκτατικό αποτέλεσμα της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως υπό του συγκατηγορουμένου της ΑΑ κατά του με αριθμό 1209/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατ'εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται, σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορούμενους και αν ακόμη χορηγείται μόνο σ'αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορούμενους ... Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτού ή του Εισαγγελέα, να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του.
Από τη διάταξη αυτή, δικαιολογητικός λόγος της οποίας, είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, προκύπτει ότι προϋπόθεση εφαρμογής είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο στην άσκησή του και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες απ'αυτόν λόγοι να μην αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπό του, γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε θα εδικαιούντο να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε εδικαιούντο αλλά δεν το άσκησαν στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Εάν συντρέχουν αυτοί οι όροι και εφ'όσον με το ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση εκείνου που το άσκησε, ωφελούνται οι συμπαραπεμφθέντες ή συγκαταδικασθέντες, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους και όχι για λόγους που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 846/08, ΑΠ 1966/07, ΑΠ 1929/07. ΑΠ 1154/07).
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας, για την εξέταση της βασιμότητας της κρινόμενης αιτήσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το με αριθμό 1209/08 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται σ'αυτό, οι ΑΑ και ΒΒ, κατηγορούμενοι για κακουργηματικές πράξεις και λόγω συναφείας οι ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, Χ και λοιποί, κατηγορούμενοι για πλημμελήματα. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν αναίρεση οι δύο πρώτοι εκ των κατηγορουμένων, οι οποίοι και εδικαιούτο, ως παραπεμπόμενοι για κακούργημα. Το Συμβούλιό Σας, με το με αριθμό 924/2009 βούλευμά του, έκανε τυπικά δεκτές και απέρριψε στην ουσία τις αιτήσεις αναίρεσης των προαναφερθέντων. Όμως, έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη σε βάρος του ΑΑ για τις σε βαθμό πλημμελήματος αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της αποσιώπησης λόγω εξαίρεσης που αποδίδονται σ'αυτόν. Ως εκ τούτου η εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, αφού δεν αναφέρεται αποκλειστικά στον ανωτέρω ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης συγκατηγορούμενο της αιτούσας, πρέπει να επεκταθεί και στην τελευταία, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της, για τις σε βαθμό πλημμελήματος, τιμωρούμενες αξιόποινες πράξεις, της παράβασης καθήκοντος και της αποσιώπησης λόγω εξαίρεσης, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/03 μέχρι 23/7/03, παρελθούσης πενταετίας από την τέλεση τους, σύμφωνα με τα άρθρα 111-113 ΠΚ και 370 περ.β' Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η από 27/4/2009 αίτηση της κατηγορουμένης Χ, Πρωτοδίκη Αθηνών.
2) Να επεκταθεί το ευνοϊκό αποτέλεσμα του με αριθμό 924/2009 βουλεύματος Σας και στην αιτούσα.
3) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της λόγω παραγραφής για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της αποσιώπησης λόγω εξαίρεσης, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2003 μέχρι 23/7/2003.
Αθήνα 4 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρο 128 και 131), ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Επομένως, επί συμπαραπομπής δια του ιδίου βουλεύματος, πλειόνων κατηγορουμένων μη συμμετοχών, για συναφή εγκλήματα, όπως αυτά νοούνται κατά το άρθρο 129 ΚΠοινΔ, όπου οι εν γένει περισσότεροι του ενός δρώντες μη συναίτιοι, ενεργούν χωρίς προηγούμενη γνώση και συναπόφαση, κατά ρητή απαίτηση του άνω άρθρου 469 εδ, β του ΚΠοινΔ, απαιτείται επί πλέον, οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο να αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και να μην αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκούντος το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το με αριθ. 1209/5-9-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, για να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) Ο κατηγορούμενος Πρόεδρος Πρωτοδικών και ήδη εφέτης Αθηνών ΑΑ, 1) για απάτη και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, σε βαθμό κακουργήματος, 2) για τα πλημμελήματα, της παραβάσεως καθήκοντος και αποσιωπήσεως λόγου εξαίρεσης, για το ότι ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών τότε (1-7-2003 έως 8-7-2003) εκδίκασε την από 3-12-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής επιδικάσεως απαιτήσεως από αυτοκινητιστικό ατύχημα της αιτούσας ... και εξέδωσε τη με αριθ. 5088/2003 ευνοϊκή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπέρ της αιτούσας την αποζημίωση και σε βάρος των καθών, κατά παράβαση του καθήκοντός του ως δικαστικού λειτουργού και χωρίς να δηλώσει αποχή, όπως όφειλε κατά νόμο, αφού συνέτρεχε στο πρόσωπό του λόγος εξαίρεσης, λόγω διατήρησης στενής φιλικής σχέσης με τη νομικό σύμβουλο της αιτούσας δικηγόρο Αθηνών ... και 3) για το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, β) η κατηγορουμένη Πρωτοδίκης Αθηνών Χ, για δύο πλημμελήματα, τελεσθέντα από 1-7-2003 έως 23-7-2003, ήτοι για παράβαση καθήκοντος δικαστικού λειτουργού και για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως, από τη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου, λόγω δήλωσης αποχής του Προέδρου του εμπορικού αυτού τμήματος του Πρωτοδικείου, ΑΑ, συμμετέσχεν αυτή και προήδρευσε ως αρχαιότερη πρωτοδίκης της συνθέσεως και ορίστηκε μάλιστα η ίδια εισηγήτρια, επί συζητηθεισών και συνεκδικασθεισών, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επτά αγωγών της εταιρείας "ΔΑΝΙΗΛ Σ. ΓΚΑΤΕΝΙΟ και ΥΙΟΣ ΑΕ", κατά αλλοδαπής εταιρείας, εκδοθείσας, με εισήγηση της, ευνοϊκής υπέρ της ενάγουσας αποφάσεως, μεροληπτώντας η εν λόγω πρωτοδίκης και υιοθετώντας παράνομα καθολοκληρίαν τις θέσεις της ενάγουσας σε βάρος των συμφερόντων της εναγομένης, τούτο δε έπραξε για να ωφελήσει και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας ..., με τον οποίο συνδεόταν φιλικώς από το 1991, όταν τότε είχε εγγραφεί ως ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του ..., που συστεγαζόταν και είχε δικηγορική εταιρεία με τον προαναφερόμενο ... .
Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεων αναιρέσεως, εκ μέρους των παραπεμπομένων και για κακουργηματικές πράξεις κατηγορουμένων ΑΑ και ΒΒ, εκδόθηκε, σε συμβούλιο, η με αριθμ. 924/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκαν οι προβληθέντες λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως αβάσιμοι, πλην όμως, λόγω παραδεκτού και μόνο των άνω λόγων αναιρέσεως, το Δικαστήριο, κατά παραδοχή και ειδικού λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ΑΑ, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα εναντίον του τελευταίου ποινική δίωξη, μόνο για τα προαναφερθέντα δύο σε βάρος του πλημμελήματα της παραβάσεως καθήκοντος και της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως, λόγω συμπληρώσεως χρόνου πενταετούς παραγραφής. Η νυν αιτούσα, παραπεμπόμενη μόνον για τα παραπάνω δύο πλημμελήματα, δεν άσκησε, ούτε είχε δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε και παραστάθηκε στην ενώπιον του Αρείου Πάγου ως άνω δίκη, για να ζητήσει εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος για τον εαυτό της, ούτε το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί αυτού και ήδη ζητεί με την κρινόμενη αυτοτελή αίτηση της συμπλήρωση της άνω αποφάσεως και εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και γι αυτήν, λόγω παραγραφής των δύο πλημμελημάτων για τα οποία παραπέμπεται.
Όμως, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δε συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, συμμετοχή περισσοτέρων στο ίδιο έγκλημα κατά τα άρθρα 45 έως 49 του ΠΚ, ούτε η ποινική ευθύνη της αιτούσας εξαρτάται από εκείνη του άνω συμπαραπεμφθέντος κατηγορουμένου ΑΑ, αλλά πρόκειται για συμπαραπομπή με το ίδιο βούλευμα, μη συμμετοχών κατηγορουμένων, όχι για το αυτό έγκλημα στον ίδιο τόπο και χρόνο (περίπτωση συναυτουργίας ή παραυτουργίας), αλλά για διαφορετικά κατά τόπο και χρόνο συναφή εγκλήματα (άρθρο 129 ΚΠοινΔ), χωρίς το στοιχείο του κοινού δόλου και εφόσον ο λόγος για τον οποίο έγινε δεκτή η ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ΑΑ, κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν αφορούσε παράβαση της διαδικασίας, αλλά συνδρομή περιπτώσεως εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του αιτούμενου επεκτατικού αποτελέσματος στην αιτούσα κατηγορουμένη, που συμπαραπέμπεται για τα παραπάνω πλημμελήματα, αδιάφορου όντος του ότι πράγματι και αυτά φερόμενα ως τελεσθέντα από 1-7-2003 έως 23/7/2003, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας στις 23/7/2008, έχουν ήδη υποπέσει σε παραγραφή, με την έκδοση στις 5/9/2008 του με αριθ 1209/5-9-2008 παραπεμπτικού βουλεύματος.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν στην αιτούσα, γιατί δεν προβλέπεται καταδίκη σε περίπτωση απορρίψεως αιτήσεως συμπληρώσεως αποφάσεως ή βουλεύματος από το άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2009 αίτηση της Χ για συμπλήρωση της με αριθ. 924/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση συμπλήρωσης αποφάσεως σε Συμβούλιο Αρείου Πάγου, για παραγραφή πλημμελήματος συμπαραπεμπομένης με το ίδιο βούλευμα κατηγορουμένης, μη ασκήσασας αναίρεση, λόγω επεκτατικού αποτελέσματος άρθρου 469 ΚΠΔ. Έννοια εφαρμογή άρθρου 469 ΚΠΔ. Δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, συμμετοχή περισσοτέρων στο ίδιο έγκλημα κατά τα άρθρα 45 έως 49 του ΠΚ, ούτε η ποινική ευθύνη της αιτούσας εξαρτάται από εκείνη του συμπαραπεμφθέντος κατηγορουμένου, αλλά πρόκειται για συμπαραπομπή με το ίδιο βούλευμα, μη συμμέτοχων κατηγορουμένων, όχι για το αυτό έγκλημα στον ίδιο τόπο και χρόνο (περίπτωση συναυτουργίας ή παραυτουργίας), αλλά για διαφορετικά κατά τόπο και χρόνο συναφή εγκλήματα, (άρθρο 129 ΚΠΔ), χωρίς το στοιχείο του κοινού δόλου και εφόσον ο λόγος για τον οποίο έγινε δεκτή η ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν αφορούσε παράβαση της διαδικασίας, αλλά συνδρομή περιπτώσεως εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, που αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού, δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του αιτούμενου επεκτατικού αποτελέσματος στην αιτούσα κατηγορουμένη, που συμπαραπέμπεται για συναφή πλημμελήματα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επεκτατικό αποτέλεσμα
|
Αποφάσεως διόρθωση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1837/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη, περί αναιρέσεως της 1462/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 185/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου σε αυτόν από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ). Στην προκείμενη περίπτωση, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του στο αιτιολογικό του (σελ. 7 και 8), για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, πλην άλλων αποδεικτικών στοιχείων, α) τη με αριθ. ΙΕ/ 5742/70258/Ν 1262/20-3-1985 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας περί υπαγωγής της εταιρείας "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ", στις διατάξεις του ν. 1262/1985 και λήψεως επιχορήγησης και β) την ΑΠ ΔΣΑ/Γ/640/70258Ν/Ν. 1262/82/6-6-2003 απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης για επιστροφή της άνω καταβληθείσας επιχορήγησης και επιδότησης. Από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 5), προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη αναγνώσθηκαν τα έγγραφα με αυξ. αριθμό ... το "με αριθ. πρωτ. ... έγγραφο - απόφαση υπαγωγής επένδυσης της εταιρείας ΑΕ ΑΙΓΑΙΟΝ του ΑΑ στις διατάξεις του ν. 1262/1982" και με αυξ. αριθμό 8 αναγνώσθηκε "η απόφαση ανάκλησης υπαγωγής επένδυσης της εταιρείας Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Αιγαίον Ανώνυμος Εταιρεία, στις διατάξεις του ν. 1262/82". Τα παραπάνω δύο έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καίτοι δεν ταυτίζονται απόλυτα ως προς τα στοιχεία τους, είναι κατά περιεχόμενο ακριβώς τα ίδια ως άνω έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και ο ως άνω συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των ΔΣ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές
Τέλος, κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήσαν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις του προαναφερθέντος πληρεξούσιου Δικηγόρου του κατηγορούμενου για την πράξη που αποδίδεται στον τελευταίο, αλλά και από όλη γενικά την διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Γ. ΠΛΑΤΖΗΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΙΓΑΙΟΝ" με την ΙΕ/5742/70258/Ν1262/82/ 20-3-85 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής οικονομίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, υπήχθη στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/82 και έλαβε επιχορήγηση 52.884.000 δρχ και επιδότηση επιτοκίου 5.517.680 δρχ σχετικά με την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας Β κατηγορίας, δυναμικότητας 60 κλινών, στην περιοχή ... Ν. ... . Στις 8-9-1987 εγκρίθηκε με απόφαση του Νομάρχη Καβάλας η καταβολή της τελευταίας δόσης της επιχορήγησης. Όρος της προαναφερόμενης υπαγωγής ήταν να μην μεταβιβαστεί η επιχείρηση με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς άδεια του υπουργού οικονομίας σε διάστημα δέκα ετών από τη δημοσίευση της απόφασης της υπαγωγής (από 20-3-85) ή εφόσον η επιχείρηση ανήκε σε Έλληνες του εξωτερικού, όπως εν προκειμένω, θα πρέπει οι μετοχές της να είναι ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες για το ίδιο διάστημα δεκαετίας, ειδάλως υποχρεούταν σε ολική επιστροφή της επιχορήγησης, ήτοι με την παραβίαση του όρου γεννιόταν η υποχρέωσή της για επιστροφή, η οποία γινόταν απαιτητή κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν 1360/83 (έκδοση απόφασης υπουργού Οικονομίας ήδη γενικού γραμματέα της Περιφέρειας για επιστροφή στο δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας είσπραξης δημοσίων εσόδων). Το έτος 1992 (20-7-1992) η εταιρία που ανήκε σε Έλληνα του εξωτερικού, μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών (άρα στην ουσία μεταβιβάστηκε και εν συνόλω) στους ΒΒ (99%) και ΓΓ (κατηγορούμενο με 1%), χωρίς άδεια Υπουργού Οικονομίας και επομένως παραβίασε τον όρο υπαγωγής της στο αναπτυξιακό νόμο 1262/82, με αποτέλεσμα να γεννηθεί τότε η υποχρέωσή της για επιστροφή του ποσού της επιχορήγησης και επιδότησης (52.884.000 δρχ και 5.517.680 δρχ). Συνάμα μεταβλήθηκε και επωνυμία της εταιρίας σε "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ".Το παραπάνω γεγονός κατέστη γνωστό στη διοίκηση στις 12-9-2002 με βάση την με ιδία ημερομηνία έκθεση του αρμοδίου οργάνου ελέγχου και με την ΑΠ ΔΣΑ/Γ/640/70258Ν/Ν1262/82/6-6-2003 απόφαση του Γενικού γραμματέα της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης διατάχθηκε η επιστροφή της καταβληθείσης επιχορήγησης και επιδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας είσπραξης δημοσίων εσόδων και η ως άνω απαίτηση του Ελληνικού δημοσίου βεβαιώθηκε ως δημόσιο έσοδο στη ΔΟΥ ... στις 15-12-2003 (ύψους 171.391,58 ευρώ). Η βεβαίωση έγινε σε βάρος του κατηγορουμένου ως διευθύνοντα συμβούλου της παραπάνω ΑΕ υπόχρεης σε επιστροφή για χρέος ύψους (321.980,59) ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την 28-11-2006 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), καθυστέρησε δε ο κατηγορούμενος να το καταβάλει στο Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη μέρα που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως οι ημερομηνίες αυτές και τα αντίστοιχα ποσά αναλύονται στον παρακάτω στο διατακτικό της παρούσας πίνακα χρεών που συνέταξε η ΔΟΥ ... . Ο κατηγορούμενος Χ δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του χρέους, ισχυρίζεται όμως ότι αυτός κατά το χρόνο βεβαίωσης δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντα συμβούλου και επομένως δεν ευθύνεται ποινικά. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 ν 1882/90 ως ισχύει για τους διευθύνοντες συμβούλους ανωνύμων εταιριών η δίωξη ασκείται για τα χρέη που α) ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της παραπάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα την απέβαλαν β) καθώς επίσης για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι με την από 29-6-1997 απόφαση της γενικής συνέλευσης της παραπάνω εταιρίας που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 5393/97 ΦΕΚ διορίσθηκε διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας αυτής με ιδιότητα να εκπροσωπεί τούτη για διάστημα θητείας του πενταετή ήτοι μέχρι 29-6-2002. Κατά το καταστατικό της εταιρίας, η θητεία των οργάνων του διοικητικού συμβουλίου είναι πενταετής και παρατείνεται μέχρι την τακτική γενική συνέλευση που εγκρίνει τον ισολογισμό του πέμπτου έτους χωρίς να υφίσταται δυνατότητα να υπερβεί τα έξη έτη (άρθρο 19). Γενική συνέλευση της παραπάνω εταιρίας το πέμπτο έτος δεν συγκλήθηκε και επομένως η θητεία του κατηγορουμένου παρατάθηκε ως 29-6-2003. Συνακόλουθα το χρέος, ναι μεν γεννήθηκε το έτος 1992 κατά τα προαναφερθέντα, πλην όμως ανάγεται και σε όλο το διάστημα που ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος της προαναφερθείσας εταιρίας και επομένως υφίσταται ποινική του ευθύνη, αφού συντρέχει η παραπάνω β περίπτωση, ήτοι πρόκειται για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα με το χρόνο βεβαίωσης και ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά ανάγονται στο χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κύρια μέτοχος της παραπάνω ξενοδοχειακής εταιρίας ήταν η εταιρία "ΛΑΣΚΟΥ ΑΒΒΕ" την οποία ήλεγχε ο κατηγορούμενος και η οποία πτώχευσε το έτος 1999 με την υπ' αριθμό 56/99 απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, διορίστηκε δε σύνδικος αυτής ο δικηγόρος Καβάλας Μάρκος Αποστολίδης. Ο κατηγορούμενος έκτοτε ουδέποτε ασχολήθηκε με τη διοίκηση της παραπάνω ξενοδοχειακής εταιρίας, η οποία μάλιστα αφού πραγματοποίησε εργασίες κατασκευής και επισκευής σε υφιστάμενο χώρο ξενοδοχειακής εγκατάστασης, δεν πρόλαβε να λειτουργήσει και να αναπτύξει δραστηριότητα ως το έτος 1999. Μάλιστα στις 24-7-2003, όταν κοινοποιήθηκαν στον κατηγορούμενο από την περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης οι αποφάσεις ανάκλησης υπαγωγής της επένδυσης, εγγράφως γνωστοποιούσε στην παραπάνω υπηρεσία ότι από τις 28-7-1999 παραιτήθηκε από οποιαδήποτε θέση στην εταιρία (παραίτηση όμως άτυπη που χωρίς δημοσίευση στο ΦΕΚ ουδεμία είχε έννομη συνέπεια) και ουδεμία ανάμιξη είχε στη διαχείρισή της. Επομένως στον κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι στην παραπάνω παράνομη πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά και να επιβληθεί σε αυτόν ποινή μειωμένη κατ' άρθρο 84 §2β ΠΚ". Στην συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στην ... την 31-5-2004, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ" πρώην ΤΙΛΑΝΤΖΗΣ ΑΕ, που εδρεύει στη ..., καθυστέρησε να καταβάλει προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρέη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Ειδικότερα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ... σε βάρος του κατηγορουμένου με την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω εταιρίας χρέη ύψους (321.980, 59) ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την 28-11-2006 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), καθυστέρησε να τα καταβάλει στο Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη μέρα που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως οι ημερομηνίες αυτές και τα αντίστοιχα ποσά αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε η ΔΟΥ ..., ως εξής:
Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β του ΠΚ, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 25 παρ.1 εδ.γ, 2α, 7, 8 του Ν.1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ. 1, 2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1) Το αιτιολογικό δεν είναι τυπικό, ούτε εξαντλείται σε. απλή επανάληψη του διατακτικού, στο δε διατακτικό, στο οποίο και παραπέμπει το αιτιολογικό, με ρητή αναφορά, προσαρτάται και αναλυτικός Πίνακας Χρεών του κατηγορουμένου, της ΔΟΥ ... και περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, αναλυτικά κατ' είδος προελεύσεως και ποσά επί μέρους και συνολικά (αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι 28-11-2006), η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού κατά την 15-12-2003, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους κατά την 30-1-2004 και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-5-2004, ήτοι μέσα στην τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως, 2) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στην επίσης αναγνωσθείσα αίτηση ποινικής διώξεως και στο διατακτικό παρατιθέμενο αναλυτικό Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., 3) Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος σε καταβολή των άνω χρεών προς το Δημόσιο, ως αχρεωστήτων, λόγω υποχρεώσεως της εταιρείας "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΕ", σε επιστροφή επιχορηγήσεως του ν. 1262/1982, λόγω της ιδιότητας αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας αυτής, από την 29-6-1997 μέχρι 29-6-2003, βάσει αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως και του καταστατικού της υπόχρεης ανώνυμης εταιρείας, το δε χρέος αυτό "ανάγεται σε όλο το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος ήταν ως άνω διευθύνων σύμβουλος", 4) Ορθά συνυπολογίστηκαν στα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ως άνω χρέη και οι προσαυξήσεις των χρεών αυτών μέχρι την κατά τα άνω ημερομηνία της 28-11-2006 συντάξεως του σχετικού Πίνακα Χρεών, καίτοι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι η 31-5-2004, διότι τούτο σαφώς προβλέπεται από την αρχική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, και από τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτής, αρχικά με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, χωρίς να ανακύπτει από αυτό και ζήτημα παραγραφής του εγκλήματος, αφού δεν μεταβάλλεται ο ως άνω χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 2/22-1-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1462/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση Καταβολής Χρεών προς το Δημόσιο 25 παρ. 1, 2a, 7, 8 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1, 2 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Από το άρθρο 25 παρ. 3 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 ν. 2523/1997, ορίζεται ότι για τα χρέη ΑΕ προς το Δημόσιο ποινικά υπεύθυνοι θεωρούνται οι Διοικητές- Διευθύνοντες Σύμβουλοι των ΑΕ, καθώς επίσης και εκείνοι που στη διάρκεια της θητείας τους γεννήθηκαν ή ανάγονται σε αυτήν. Το χρέος εδώ ανάγεται, κατά τις παραδοχές, σε χρόνο που ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος της οφειλέτριας ΑΕ. 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος απόλυτης ακυρότητας, για το λόγο ότι λήφθηκαν υπόψη στο σκεπτικό (σελ.7, 8), δύο έγγραφα , τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα, διότι από τα πρακτικά προκύπτει σαφώς ότι αναγνώσθηκαν.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1835/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου-Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της 2611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο Κατερίνης, που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1081/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 242 § 2, 13 περ. α' και γ' του ΠΚ συνάγεται ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου, από υπάλληλο, ήτοι πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινώς, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, προϋπόθεση αποτελεί η εκ προθέσεως μεταβολή της εννοίας του εγγράφου, το οποίο μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά τρόπο που επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αποδεικτικής ισχύος του. Η μεταβολή αυτή μπορεί να τελεσθεί είτε με προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου, ψηφίων, αριθμών, φράσεων, είτε με την απόσβεση ή ξέση τέτοιων στοιχείων, καθ' οιονδήποτε τρόπο και με την αναγραφή άλλων, αντί αυτών. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση, για να έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2611/2009 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως και 11-11-2001 και σε αδιευκρίνιστες επακριβώς ημερομηνίες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' Π.Κ., καθόσον του είχε νομίμως ανατεθεί η άσκηση δημοτικής υπηρεσίας, με πρόθεση νόθευσε έγγραφα, που του ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας τους. Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ενεργώντας με την ιδιότητα τους ως δημοτικού υπαλλήλου στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών (Γ.Ε.Α.) του Δήμου Κατερίνης νόθευσε το βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας του ως άνω γραφείου έτους 2001, το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα διέγραψε με απλές διαγραμμίσεις με στυλό τα καταχωρημένα με αριθμούς πρωτοκόλλου ..., ..., ..., ..., ... στοιχεία των αιτήσεων για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα ισάριθμων αλλοδαπών (..., ..., ..., ... και ...), οι οποίοι είχαν καταθέσει τις αιτήσεις τους με τα απαραίτητα δικαιολογητικά εμπροθέσμως, δηλαδή εντός της αποκλειστικής δίμηνης προθεσμίας, που έληγε στις 2-8-2001, βάσει του άρθρου 66 παρ. 21 Ν.2910/2001, και στη θέση τους ανέγραψαν τα στοιχεία ταυτότητας άλλων αλλοδαπών, δήθεν εμπροθέσμως αιτούντων, για τους οποίους όμως είχε λήξει η ανωτέρω προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων, ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι οι τελευταίοι αλλοδαποί είχαν καταθέσει εμπροθέσμως τις αιτήσεις και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα και έτσι να ικανοποιηθούν αυτοί εις βάρος όσων οι αιτήσεις διεγράφησαν, οι οποίοι έτσι απώλεσαν την προθεσμία χορήγησης προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος, ο οποίος ρητώς ομολόγησε την πράξη του, ως προς την εκπροθέσεως νόθευση και ψευδή βεβαίωση των ανωτέρω εγγράφων να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής, δηλαδή της νόθευσης εγγράφων από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση για τις περιπτώσεις που ο ίδιος ως άνω ομολόγησε ...". Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, για την πράξη της νοθεύσεως εγγράφων από υπάλληλο, κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των πέντε ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, την οποία εφήρμοσε ορθώς και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Η ύπαρξη δε του δόλου του αναιρεσείοντος δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικώς, εφ' όσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις συνθήκες τελέσεως αυτού, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή και ειδικότερα στις παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος "νόθευσε το βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας....το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα διέγραψε με απλές διαγραμμίσεις με στυλό τα καταχωρημένα με αριθμούς ... στοιχεία των αιτήσεων για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα ισάριθμων αλλοδαπών ... και στη θέση τους ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητος άλλων αλλοδαπών, δήθεν εμπροθέσμως αιτούντων, για τους οποίους είχε λήξει η ανωτέρω προθεσμία ..." ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι η τελευταίοι αλλοδαποί είχαν καταθέσει εμπροθέσμως τις αιτήσεις ... και έτσι να ικανοποιηθούν αυτοί εις βάρος όσων οι αιτήσεις διεγράφησαν, οι οποίοι απώλεσαν την προθεσμία χορήγησης προσωρινής διαμονής στην Ελλάδα". Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι ενώ οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων κρίνονται απαράδεκτες. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 583 § 1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) της Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου από υπάλληλο. Ποιος θεωρείται υπάλληλος. Πότε υπάρχει έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Πότε υφίσταται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση, Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1833/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 7219/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Ρίζου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 983/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1, 2 και 3 και 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, αν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η προθεσμία για την άσκηση από αυτόν αναιρέσεως, με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερος και αρχίζει από τότε που η απόφαση αυτή θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Παρών, κατά την απαγγελία της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο αυτό από δικηγόρο, διορισθέντα με έγγραφη δήλωση αυτού, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 του αυτού κώδικα. Η αναίρεση, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της, ως άνω, προθεσμίας, απορρίπτεται, κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., ως απαράδεκτη. Σύμφωνα δε με την γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Ως ανωτέρα βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο, και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας, ο αναιρεσείων, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7219/29-10-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία μετετράπη σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας. Ενώπιον του Εφετείου ο ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό του, δικηγόρο Αθηνών Θ. Παγκιογιάννη, διορισθέντα με την από 28-10-2008 εξουσιοδότηση αυτού, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η προσβαλλομένη δε απόφαση απαγγέλθηκε, την 29-10-2008, με την παρουσία τούτου. Η απόφαση αυτή καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., όπως τούτο προκύπτει από την από 1-7-2009 βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως, την 18-5-09. Η υπό κρίση, όμως, αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 29-6-2009. Επομένως, ασκήθηκε εκπροθέσμως, εφ' όσον η προαναφερομένη εικοσαήμερη προθεσμία, για την άσκησή της, συμπληρώνετο την 8-6-2009. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στη δήλωση αναιρέσεως, ότι δεν του επιδόθηκε ακόμη η ανωτέρω απόφαση, είναι χωρίς έννομη επιρροή, εφ' όσον, όπως προελέχθη, η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απαγγέλθηκε με την παρουσία του δικηγόρου που τον εκπροσώπησε και δεν απαιτείτο επίδοση αυτής, ως προϋπόθεση, για την έναρξη της προθεσμίας της αναιρέσεως. Η αορίστως δε επικαλουμένη από αυτόν ασθένεια και η ανάκτηση της εντολής του προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο που τον εκπροσώπησε και μάλιστα "την επομένη" της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα πρόταση έννοιας για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε θεωρηθεί όταν προτείνεται τέτοιος ισχυρισμός, για το επιτρεπτό ασκήσεως της εκπροθέσμου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7219/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όταν ο κατηγορούμενος διαμένει στην ημεδαπή και είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία για την άσκηση από αυτόν αναιρέσεως, με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερος και αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος διορίσθηκε με έγγραφη δήλωση αυτού κατά το άρθρ. 42 ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται επίδοση της αποφάσεως. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως επιτρέπεται όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Πότε υπάρχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1832/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο και 2. Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σωτηρίου, περί αναιρέσεως της 354/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουνίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και στους από 19 Αυγούστου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 962/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι από 10-6-2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2 καθώς και ο από 19-8-2009 πρόσθετος λόγος αναίρεσης του δεύτερου κατά της 354|2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (που συνεδρίασε στην Χαλκίδα) ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473, 474, 507 και 509 ΚΠΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας.
II. Επί της αιτήσεως του Χ1.
Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθ. 2 παρ. 5 ν. 2408|1996, επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όλων χωρίς εξαίρεση των δικαστικών αποφάσεων, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια ή την ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, επομένως και της παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων έλλειψη της επιβαλλομένης απ' αυτές αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, όταν στην απόφαση δεν μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και στήριξε την απορριπτική του αιτήματος της αναβολής κρίση του, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα ως άνω περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες κατέληξε στο απορριπτικό πόρισμα του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 ν. 3346 (2005, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση, μπορεί δε επίσης να διατάξει την διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για τον λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σημαντικό αίτιο για την αναβολή της δίκης αποτελεί και η αδυναμία, από ανυπέρβλητο κώλυμα, εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο συνήγορος του κατηγορουμένου αδυνατεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο λόγω απασχόλησης του σε άλλη δίκη ενώπιον άλλου, ανωτέρου, δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την σαφή διατύπωση της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη "σημαντικών αιτίων", η παραδοχή αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαίως και υποχρεωτικώς την αναβολή της δίκης, αλλά παρέχεται στο δικαστήριο η εναλλακτική ευχέρεια και δυνατότητα της διακοπής της δίκης μέχρι την άρση του σημαντικού αιτίου, το οποίο δυσχεραίνει ή παρεμποδίζει την πρόοδο της δίκης, ύστερ' από στάθμιση του είδους, της φύσης και της διάρκειας του σημαντικού αυτού αιτίου. Η επιλογή της λύσης της διακοπής της δίκης, για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, και η απόρριψη του αιτήματος αναβολής δεν σημαίνει την μη αποδοχή των περιστατικών που προβάλλονται ως συνιστώντα το σημαντικό αίτιο αναβολής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και η δυνατότητα της διακοπής της δίκης ή της συνεδρίασης, αντί της αναβολής, προβλέπεται ακριβώς σε περίπτωση συνδρομής σημαντικών αιτίων. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 354/2008 απόφασης του συνεδριάσαντος στην Χαλκίδα Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών προκύπτει ότι: 1) Κατά την έναρξη της δίκης την 4-11-2008 ο απών πρώτος κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ1 διά των συνηγόρων του Δημ. Βενέτη και Νικ. Καρπέτα ζήτησε την αναβολή της δίκης προβάλλοντας ως σημαντικό αίτιο λιποθυμικό επεισόδιο που υπέστη εντός του δικαστηρίου, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς για το θέμα αυτό μάρτυρας ΒΒ. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, όπως εκτίθεται στην σχετική ταυτάριθμη με την προσβαλλομένη, παρεμπίπτουσα απόφαση του, το μεν τον κίνδυνο παραγραφής του αξιοποίνου των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αυτόν πράξεων, συμπληρουμένης την 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2009, το δε ότι το κώλυμα εμφάνισης του στο δικαστήριο, συνιστάμενο σε λιποθυμικό επεισόδιο που υπέστη εντός του ακροατηρίου, ήταν δυνατόν ν' αντιμετωπισθεί με ολιγοήμερη διακοπή της δίκης, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την διακοπή μέχρι την 11-11-2008. Από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της απόφασης αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη του ως άνω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε προδήλως υπόψη, αν και αυτό δεν αναφέρεται ρητά, την κατάθεση του εξετασθέντος προς τούτο μάρτυρα, καθόσον από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι για το ζήτημα αυτό δεν προσκομίσθηκαν, ούτε χρησιμοποιήθηκαν άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα κλπ.), και στην συνέχεια με βάση τις παραδοχές αυτές προέκρινε, ενόψει και της φύσεως του προταθέντος και γενομένου δεκτού σημαντικού αιτίου, την λύση της διακοπής της δίκης, κατά την παρεχομένη από την διάταξη του άρθ. 349 παρ. 1 ΚΠΔ ευχέρεια, ουδόλως, επομένως, στήριξε την κρίση του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής μόνο στον κίνδυνο παραγραφής. Κατά συνέπεια η απόφαση αυτή περιέχει την απαιτουμένη ως άνω αιτιολογία. 2) Στην συνέχεια κατά την συνεδρίαση της 25-11-2008, για την οποία είχε διακοπεί η εκδίκαση της υπόθεσης από την ορισθείσα ως άνω της!|·11-2008 (ύστερα από νέο αίτημα αναβολής, υποβληθέν και από τους δύο αναιρεσείοντες) και όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά κατά την έναρξη της διαδικασίας η ΓΓ δήλωσε προς το δικαστήριο ότι ο εκ των τριών συνηγόρων υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος (Χ1), απόντος σε εκείνο χρονικό σημείο της διαδικασίας, Αθανάσιος Τάρτης ζητεί την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, διότι είναι απασχολημένος στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών χειριζόμενος άλλη υπόθεση που εκδικάζεται ύστερα από διακοπή και βρίσκεται στο στάδιο των αγορεύσεων, μη δυνάμενος ως εκ τούτου να παραστεί ενώπιον του ως άνω εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. Το Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη με την προσβαλλομένη, απέρριψε το αίτημα αναβολής το μεν λόγω επικείμενης παραγραφής εντός του έτους 2009, το δε διότι ο ως άνω κατηγορούμενος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις (πλημμελήματα) είχε διορίσει τρεις συνηγόρους υπεράσπισης, από τους οποίους παρίσταντο οι δύο και συγκεκριμένα οι Δημ. Βένετης και Νικ. Καρπέτας, που επαρκούσαν για την πλήρη υπεράσπιση του, δεν χρειαζόταν δε να παραβρίσκεται και ο τρίτος συνήγορος του Αθαν. Τάρτης, ο οποίος θα μπορούσε να επανέλθει και να τον υπερασπισθεί μέχρι την περάτωση της δίκης με την έκδοση της οριστικής απόφασης περί της ενοχής του εντολέα του. Η απόφαση αυτή ,και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το αίτημα αναβολής δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή για λογαριασμό αυτού αλλά από τρίτο άτομο για λογαριασμό του ως άνω συνηγόρου του, δεν στηρίχθηκε μόνο στον κίνδυνο παραγραφής αλλά και στην επάρκεια υπεράσπισης του κατηγορουμένου από τους άλλους δύο συνηγόρους του, προκειμένης μάλιστα κατηγορίας για πλημμελήματα, και έχει την απαιτουμένη αιτιολογία. Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ο με στοιχ. Α' λόγος της αίτησης αυτής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ.
III. Επί των αιτήσεων αμφοτέρων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων.
Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 510 παρ. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, ειδικότερα, αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Δεν ιδρύουν, όμως, λόγους αναίρεσης, και δη τον προβλεπόμενο ως άνω, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του στοιχ. Ε' της παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου 510 ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμον αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 παρ. παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. θ' του ν. 1165/1918 λαθρεμπορία είναι η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξαγωγή απ' αυτά εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής η σε άλλον από τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διαφορετικό εκείνου που ορίζει ο νόμος, ενώ ταυτόσημες και ουσιαστικά όμοιες είναι οι διατάξεις του άρθ. 155 παρ. παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. ζ' του ν. 2960|2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα) που ισχύει από 1-1-2002 (άρθ. 185 αυτού). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 157 παρ. 1 εδ. β'περ. δ' του ως άνω ν. 2960|2001, ο οποίος περιέχει συνολικά ευμενέστερες διατάξεις ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας (βλ. και άρθ. 160 παρ. Ι και 2 αυτού) σε σχέση με τον προηγούμενο τελωνειακό κώδικα (το άρθ. 102 παρ. 1 Α και Β περ. δ' του οποίου κατά τα λοιπά περιέχει την αυτή ποινική πρόβλεψη) και εφαρμόζεται και σε πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του και δεν έχουν εκδικασθεί αμετάκλητα, η λαθρεμπορία τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 354/2008 απόφαση του και όπως προκύπτει απ' αυτήν δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλ. τις περιεχόμενες στα ταυτάριθμα πρακτικά καταθέσεις των μαρτύρων, τ' αναφερόμενα εκεί και αναγνωσθέντα πολυάριθμα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την από τους αναιρεσείοντες τελεσθείσα αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, στην οποία και μόνον (και όχι και στην ετέρα πράξη του άρθ. 187 παρ. 3β ΠΚ, εγκληματική οργάνωση, για την οποία επίσης καταδικάσθηκαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) αναφέρονται κατά τα λοιπά οι προβαλλόμενες με τις αιτήσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, και κατ' ορθή εκτίμηση αυτών αιτιάσεις: Την 29-9-2001 μετά από ενέργειες του Τμήματος Ασφαλείας ... και του Λιμενικού Σταθμού ..., εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν στην περιοχή ... τέσσερα (4) φορτηγά αυτοκίνητα φορτωμένα με λαθραία τσιγάρα και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο φορτωμένο με 900 κούτες τσιγάρων "ΒF SUPER LIGHTS", 800 κούτες τσιγάρων "ΒF ULTRA", 1.000 κούτες τσιγάρων "ΒF ULTRA ΟΝΕ", 3.450 κούτες τσιγάρων "GR LIGHTS", 1.250 κούτες τσιγάρων "ΒF LIGHTS", 1.500 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIΑ FILTER", 8.900 κούτες τσιγάρων "KARELIA LIGHTS" και 9.250 κούτες τσιγάρων "ΑSSOS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL", ήτοι συνολικά με 27.050 κούτες τσιγάρων, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο φορτωμένο με 1.750 κούτες τσιγάρων "ΒF ULTRA ΟΝΕ", 3.950 κούτες τσιγάρων "GR LIGHTS", 850 κούτες τσιγάρων "ΒF SUPER LIGHTS", 1.100 κούτες τσιγάρων "ΒF SUPER LIGHTS", 6.450 κούτες τσιγάρων "ΑSSOS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL", 1.850 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS" και 8.900 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS", ήτοι συνολικά με 24.850 κούτες τσιγάρων, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο φορτωμένο με 1.800 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIΑ ΚΑΣΕΤΙΝΑ", 5.000 κούτες τσιγάρων "ΒF", 3.350 κούτες τσιγάρων "GR", 7.750 κούτες τσιγάρων "ΑSSΟS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL" και 9.250 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS", ήτοι συνολικά με 27.150 κούτες τσιγάρων και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο φορτωμένο με 9.350 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS", 8.900 κούτες τσιγάρων "ΑSSΟS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL", 6.500 κούτες τσιγάρων "ΒF", 2.650 κούτες τσιγάρων "GR", 1.350 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA ΚΑΣΕΤΙΝΑ", ήτοι συνολικά με 28.250 κούτες τσιγάρων, τα οποία τσιγάρα είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να φέρουν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών και χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σε αυτά και ανέρχονταν στα ποσά των 157.056.736, 144.283.175, 157.637.353 και 164.024.133 δραχμών, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 623.001.397 δραχμών, το οποίο με τον τρόπο αυτό στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Τα ως άνω φορτηγά τα οδηγούσαν και τα συνόδευαν οκτώ (8) συνολικά άτομα, όλοι τους ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και συγκεκριμένα ο ΑΑ, ο ΔΔ, ο ΕΕ, ο ΣΤ, ο ΖΖ, ο ΗΗ, ο ΘΘ και ο ΚΚ, οι οποίοι και συνελήφθησαν για κατοχή εμπορευμάτων κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και συγκεκριμένα για κατοχή λαθραίων τσιγάρων για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι νόμιμοι δασμοί και φόροι και παραπέμφθηκαν για να δικασθούν για την πράξη τους αυτή και από τους οποίους οι ΑΑ, ΔΔ, ΕΕ και ΗΗ έχουν ήδη καταδικασθεί αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 3105/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κατοχή εμπορευμάτων κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας από περισσότερους από τρεις δράστες ενωμένους, με στέρηση του Δημοσίου δασμών και τελών ποσού 623.001,397 δραχμών. Περαιτέρω, από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων που έγινε με τα αναγνωσθέντα υπ' αριθμ. 2196/2002 και 2779/2002 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για την διαλεύκανση του αδικήματος της ως άνω λαθρεμπορίας, προέκυψαν συχνές τηλεφωνικές επαφές του ενός εκ των ανωτέρω συλληφθέντων και καταδικασθέντων ΕΕ, ο οποίος οδηγούσε ένα από τα φορτηγά με τα λαθραία τσιγάρα και συνελήφθη κατά την ανωτέρω ημερομηνία (29-9-2001) και περί ώρα 09:15 από άνδρες του Τ.Α. ..., με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος τότε υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό ... ως Διοικητής και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο που γινόταν η μεταφορά των λαθραίων τσιγάρων. Επίσης προέκυψε τηλεφωνική επαφή και επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της μεταφοράς των λαθραίων τσιγάρων με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, με τον οποίο είχε γνωριμία από παλιά και ο οποίος, όπως αποδείχθηκε είναι ιδιοκτήτης του αμαξώματος του φορτηγού αυτ/του μάρκας ΣΚΑΝΙΑ 141, χρώματος πορτοκαλί, που είχε αριθμό ... και το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά την μεταφορά των ως άνω λαθραίων τσιγάρων στις 29-9-2001 φέροντας κλεμμένες πινακίδες και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. ..., οδηγούμενο από τον ΑΑ και το οποίο κατασχέθηκε από το Τ.Α. ... μαζί με το παράνομο φορτίο του. Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε τον δεύτερο κατηγορούμενο από το έτος 1998 όταν τον είχε συλλάβει μαζί με το ίδιο φορτηγό αυτοκίνητο ως ύποπτο στα ... και παρόλο που και τότε το φορτηγό αυτοκίνητο δεν είχε τις πινακίδες που έπρεπε, δεν τον κατήγγειλε και τον άφησε και έκτοτε ανέπτυξαν φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Ακόμη προέκυψαν τηλεφωνικές επαφές και επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 με τον ΛΛ, Αστυφύλακα του Α.Τ. ..., ο οποίος ήταν σκοπός πύλης από 06:00 έως 14:00 του οικήματος της Α.Δ. ..., όπου συστεγάζονται όλες οι Υπηρεσίες, για να πάρει πληροφορίες από τον τελευταίο για τις κινήσεις των Αστυνομικών Υπηρεσιών έδρας, ιδίως του Τμήματος Ασφαλείας, σχετικά με τον εντοπισμό, τη σύλληψη και προσαγωγή στην Αστυνομική Δ/νση ... των διακινητών λαθραίων τσιγάρων μετά των φορτηγών και του παράνομου φορτίου τους. Τέλος προέκυψαν τηλεφωνικές επαφές και επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 με τον άγνωστο κάτοχο της υπ' αριθμ. ... ΒΕ FRΕΕ καρτοκινητής τηλεφωνικής σύνδεσης, με τον οποίο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της μεταφοράς των λαθραίων τσιγάρων, επικοινώνησε τρεις φορές και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 καθώς επίσης και ο ΕΕ που οδηγούσε κατά τα ανωτέρω το ένα από τα φορτηγά με τα λαθραία τσιγάρα και ο οποίος κατά την ημέρα που γινόταν η μεταφορά και συνελήφθη επικοινώνησε με τον άγνωστο κάτοχο της ως άνω καρτοκινητής σύνδεσης ΒΕ FRΕΕ δέκα τέσσερις (14) φορές κατά τις ώρες από 00:07 έως 04:28, δηλαδή κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Έτσι, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν και κυρίως από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, στα ... Ν. ... και κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-01 έως 29-9-01, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, ενεργώντας από κοινού μεταξύ τους αλλά και με άλλο άγνωστο πρόσωπο που χρησιμοποιούσε την προαναφερθείσα καρτοκινητή σύνδεση ΒΕ FRΕΕ, ο δε πρώτος εξ αυτών ενώ κατείχε θέση δημοσίου υπαλλήλου και κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εμπνεύστηκαν και κατέστρωσαν σχέδιο εισαγωγής λαθραίων τσιγάρων με την συνδρομή και άλλων ατόμων τους οποίους χρησιμοποίησαν ως εκτελεστικά όργανα του σχεδίου αυτού και οι οποίοι συνελήφθησαν, μετερχόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα και δη συντονίζοντας μέσω κινητών τηλεφώνων όλη την παράνομη αυτή επιχείρηση της λαθρεμπορίαςτσιγάρων, κατευθύνοντας τους οδηγούς των φορτηγών με τα λαθραία τσιγάρα πώς να κινηθούν προκειμένου να αποτρέψουν τον εντοπισμό αυτών από τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα δίωξης οικονομικών εγκλημάτων, εισήγαγαν εντός του τελωνειακού εδάφους με άγνωστης εθνικότητας πλοίο και κατείχαν τις αναφερόμενες ανωτέρω και στο διατακτικόποσότητες λαθραίων τσιγάρων που μεταφέρονταν με τα προαναφερθέντα με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ..., ... και ... φορτηγά αυτοκίνητα, οδηγούμενα από τους ήδη καταδικασθέντες για λαθρεμπορία ΑΑ, ΔΔ, ΕΕ και ΗΗ, αντιστοίχως, τα οποία λαθραία τσιγάρα είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να φέρουν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών και χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σε αυτά και ανέρχονταν στα ποσά των 157.056.736, 144.283.175, 157.637.353 και 164.024.133 δραχμών, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 623.001.397 δραχμών, το οποίο ποσό με αυτόν τον τρόποστερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. παρ. Γ και β και 2ζ, 157 παρ. 1β περ. δ', 159 παρ. 1, 160 ν. 2960|2001 και 100 παρ. Γ, β και 102 παρ. 1Β στοιχ. γ', δ' του ν. 1165|1918, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, πλήρης και σαφής αιτιολογία υπάρχει ως προς την μορφή συμμετοχής του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1 στην πράξη της λαθρεμπορίας, αφού ρητά εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός και ο δεύτερος κατηγορούμενος "μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, ενεργώντας από κοινού μεταξύ τους αλλά και με άλλο άγνωστο πρόσωπο, εμπνεύστηκαν και κατέστρωσαν σχέδιο εισαγωγής λαθραίων τσιγάρων με την συνδρομή και άλλων ατόμων τους οποίους χρησιμοποίησαν ως εκτελεστικά όργανα του σχεδίου αυτού", ο ως άνω δηλ. κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ως συναυτουργός της πράξης αυτής, ενώ η περαιτέρω παραδοχή της απόφασης περί συνδρομής και άλλων προσώπων που χρησιμοποιήθηκαν ως εκτελεστικά όργανα του σχεδίου αυτού κατ' ουδέν συνιστά παραδοχή περί ηθικής αυτουργίας του ως άνω κατηγορουμένου, καθόσον ουδόλως περιέχει, ως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων αυτός, και στοιχεία της κατ' άρθρο 46 παρ. 1α ΠΚ ηθικής αυτουργίας, δηλ. την πρόκληση σε άλλον της απόφασης για την εκτέλεση της άδικης πράξης, η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι στο σκεπτικό της απόφασης παρατίθεται μεταξύ των ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και αφορούν την πράξη αυτή μόνον η διάταξη του άρθ. 45 ΠΚ περί συναυτουργίας και όχι η ως άνω περί ηθικής αυτουργίας. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο συναφής με στοιχ. Γ λόγος της αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1. Επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθ. 157 παρ. 1β περ. δ' ν. 2960/2001 περί τελέσεως της πράξης με ιδιαίτερα τεχνάσματα και ορθώς υπήγαγε σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δηλ. ότι οι κατηγορούμενοι συντόνιζαν μέσω κινητών τηλεφώνων όλη την παραπάνω επιχείρηση της λαθρεμπορίας τσιγάρων κατευθύνοντας τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων με τα λαθραία τσιγάρα προκειμένου ν' αποτρέψουν τον εντοπισμό τους από τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα, καθόσον και οι ενέργειες αυτές αποσκοπούν στην συγκάλυψη της λαθρεμπορίας και την παραποίηση των αρχών, διέλαβε δε πλήρη αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό και κατά συνέπεια είναι απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης Δ του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος και Ιδ' του δευτέρου Χ2 από το άρθ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά τα λοιπά σκέλη τους οι λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ενώ οι περιεχόμενες στην αίτηση αναίρεσης του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 αιτιάσεις ότι 1) η απαγγελία κατηγορίας κατ' αυτού του και η καταδίκη του στηρίχθηκε στην πνευματική συγγένεια του με τον πρώτο, καθώς και στην συγγένεια της συζύγου με έναν από τους καταδικασθέντες, με άλλη απόφαση, για την πράξη αυτή και στην πραγματοποίηση τηλεφωνήματος, το περιεχόμενο του οποίου δεν αναφέρεται, από την σύζυγο του και όχι από τον ίδιο προς τον πρώτο κατηγορούμενο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της τέλεσης της λαθρεμπορίας, όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία 2) χωρίς αιτιολογία και χωρίς την αναφορά οποιουδήποτε πραγματικού περιστατικού ή εγγράφου, δημοσίου ή ιδιωτικού, έγινε δεκτό ότι ήταν κύριος του αμαξώματος του αναφερομένου εκεί φορτηγού αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε, μαζί με άλλα, για την μεταφορά των λαθραίων τσιγάρων, καθώς και ότι (έγινε επίσης αναιτιολόγητα δεκτό) το έτος είχε συλληφθεί με το ίδιο φορτηγό αυτοκίνητο, ενώ αποδείχθηκε ότι αυτό ανήκε σε άλλον 3) αναιτιολόγητα αποδίδεται σ' αυτόν με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με άγνωστο άτομο κάτοχο της εκεί αναφερομένης καρτοκινητής σύνδεσης, χωρίς ν' αναφέρεται με ποιο τηλέφωνο πραγματοποιήθηκε αυτή η επικοινωνία, του ιδίου ή της συζύγου του, ποιος ο αριθμός του κινητού αυτού, ποιο το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος κλπ. (με στοιχ. Ια, β, γ και ε της αίτησης αναίρεσης του Χ2), οι οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.
IV. Επί του από 19-8-2009 προσθέτου λόγου αναίρεσης του Χ2.
Από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθ. 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, όταν ο κατηγορούμενος, κατά την συζήτηση έφεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, εκπροσωπείται από τον συνήγορο του που έχει εδική προς τούτο εντολή, η εκπροσώπηση του αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατ' άρθρο 366 του ως άνω Κώδικα απολογία του, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, προϋποθέτει δηλ. την φυσική παρουσία του, και γι' αυτό δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Ο τελευταίος, από την δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο, δεν αποκτά ταυτόχρονα την ιδιότητα και δικονομική θέση του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν μπορεί ν' απολογηθεί γι' αυτόν, ν' απαντά, αντί γι' αυτόν, στις τυχόν υποβαλλόμενες από το δικαστήριο ερωτήσεις και να παρέχει, αντ' αυτού, διασαφήσεις και διευκρινίσεις επί της κατηγορίας. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ο δεύτερος αναιρεσείων - κατηγορούμένος Χ2 εκπροσωπήθηκε από τους αναφερομένους εκεί συνηγόρους του με βάση νομότυπα χορηγηθείσες εξουσιοδοτήσεις, στους οποίους ο διευθύνων την συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου, έδωσε τον λόγο και οι οποίοι ανέπτυξαν την υπεράσπιση του, χωρίς προηγουμένως να τους καλέσει ν' απολογηθούν ή να παράσχουν εξηγήσεις αντ' αυτού επί της κατηγορίας στην συνέχεια δε, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, έδωσε (τελευταία) τον λόγο σ' αυτούς, οι οποίοι ζήτησαν να του επιβληθεί το ελάχιστο της ποινής, ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης και επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Χ2 πρέπει ν' απορριφθεί.
Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης αμφοτέρων των αναιρεσειόντων καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Χ2 και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10-6-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 καθώς και τον από 19-8-2009 πρόσθετο λόγο του Χ2 για αναίρεση της 354|2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο. Απαιτείται και για την επί αιτήματος αναβολής κατ" άρθ. 349 ΚΠΔ παρεμπίπτουσα απόφαση. Σημαντικό αίτιο για την αναβολή κατά την διάταξη αυτή αποτελεί και η αδυναμία εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος, την φύση και την διάρκεια του σημαντικού αιτίου αναβολής έχει την ευχέρεια αντί για αναβολή να διατάξει την διακοπή της δίκης μέχρι την άρση του αιτίου αυτού. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής και αντ’ αυτής διακοπή της δίκης λόγω του είδους κλπ. του προβαλλομένου αιτίου (λιποθυμικό επεισόδιο του συνηγόρου υπεράσπισης) σε συνδυασμό και με κίνδυνο παραγραφής, καθώς και λόγω αδυναμίας εμφάνισης ενός από τους τρεις συνηγόρους του κατηγορουμένου, για την πλήρη υπεράσπιση του οποίου επαρκούν οι υπόλοιποι. Λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατ’ άρθ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Αιτιολογημένη καταδίκη για λαθρεμπορία με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που με την επίκληση έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Η εκπροσώπηση κατ’ άρθ. 340§2 ΚΠΔ του απόντος κατηγορουμένου από συνήγορο δεν περιλαμβάνει και την απολογία του, η οποία προϋποθέτει πάντοτε την φυσική παρουσία του. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από τα άρθ. 171 § 1 στοιχ. Δ' και 510§ 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη απολογίας και μη παροχής εξηγήσεων εκ μέρους του εκπροσωπούντος απόντα κατηγορούμενο συνηγόρου.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1849/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιανακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Χ και εγκαλούντα τον Ψ, κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ... .
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 387/10-3-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 435/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 148/27-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1β ΚΠΔ, την με αριθμό 387/10-3-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία ζητάει την παραπομπή της με αριθμό ΑΒΜ/Γ08/785 έγκλησης του κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., Ψ, η οποία στρέφεται α) κατά του Χ, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και β) της Ω, διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων ..., για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), από το αρμόδιο Πρωτοδικείο Πειραιώς, σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, διατάσσει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν, μεταξύ των άλλων λόγων, συντρέχει και η περίπτωση του εδ. ε', κατά την οποία, ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις του άρθρου 136 στοιχ. γ' και δ' ΚΠΔ, μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει ... Γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, συνάγεται ότι δικαιολογητικός λόγος της παραπομπής στην περίπτωση του εδαφίου ε' του άρθρου 136 ΚΠΔ, είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού της υπόνοιας μεροληψίας αυτού, λόγω της συνυπηρέτησής του με τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα. Από την εννοιολογική παραβολή του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ προς τα άρθρα 122-125, στα οποία ρητώς αναφέρεται, συνάγεται ότι ο κανονισμός της αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στην εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά επεκτείνεται και στην άσκηση ποινικής δίωξης αλλά και της προκαταρκτικής ακόμη εξέτασης, αφού και στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της εξασφάλισης του ανεπηρεάστου και του αδιάβλητου των δικαστικών αποφάσεων.
ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση ο εγκαλούμενος Χ είναι Εισαγγελικός Λειτουργός και υπηρετεί ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς.
Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατά παραπομπή αρμοδιότητος από τον 'Αρειο Πάγο, αντί του κατ'αρχήν αρμοδίου Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, καθόσον δεν υπάρχει νομική δυνατότητα αυτού να διατάξει την παραπομπή, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο, πλην του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δηλαδή του αρμοδίου κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος.
ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και να παραπεμφθεί η με αριθμό ΑΒΜ/Γ08/785 έγκληση του Ψ, η οποία στρέφεται κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Χ και της διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων ... Ω (λόγω συναφείας) από τις αρμόδιες Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη δικαστική της διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 387/10-3-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Πειραιώς και 2) Να παραπεμφθεί η με αριθμό ΑΒΜ/Γ08/785 έγκληση του Ψ, κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Χ και της Ω (λόγω συναφείας) από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη δικαστική της διερεύνηση.
Αθήνα 2 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 ΚΠοινΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως αφού και γι1 αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κρατούμενος στην Κλειστή Φυλακή ..., Ψ υπέβαλε την υπ' αριθ. ΑΒΜ/Γ08/785 έγκληση κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Χ και της διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων ... Ω για παράβαση καθήκοντος. Ανακύπτει, συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι ο ανωτέρω εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δηλαδή του αρμοδίου κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠΔ, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθμ. 387/10.3.2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και να παραπεμφθεί η ως άνω έγκληση (και ως προς την Ω λόγω συνάφειας) από τις αρμόδιες Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών για τη δικαστική της διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την υπ' αριθ. 387/10.3.2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της υπ' αριθ. ΑΒΜ/Γ08/785 έγκλησης του Ψ κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Χ και της Ω (λόγω συνάφειας) αντί των αρμοδίων Δικαστικών, Ανακριτικών και Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Πειραιώς τις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Υποβολή εγκλήσεως κατά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού για παράβαση καθήκοντος. Παραπέμπει (και ως προς τη Διευθύντρια λόγω συναφείας) στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος εισαγγελέας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 1831/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γεωργιόπουλο, περί αναιρέσεως της 133/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 803/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου μόνου του ν. 1243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ και το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνονται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Επομένως και η προβλεπόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 486 παρ. 1γ και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, με ποινή απαραδέκτου, δεκαήμερη προθεσμία για την από μέρους του εισαγγελέα πλημμελειοδικών άσκηση εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία απαγγέλθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, συντέμνεται στο ήμισυ, δηλαδή στις πέντε ημέρες. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 939/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, η οποία απαγγέλθηκε την 30.6.2008 με παρόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κηρύχθηκε αυτός αθώος κατά πλειοψηφίαν για τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως τελεσθέντα δια του τύπου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κοζάνης άσκησε την 9.7.2008 έφεση για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 112/9.72008 έκθεση του αρμοδίου Γραμματέα. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 133/2009 απόφασή του, δικάζοντας επί της εφέσεως, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ένοχο για την πράξη της εξυβρίσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η έφεση του Εισαγγελέα που ασκήθηκε την ενάτη ημέρα από της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, ήταν εκπρόθεσμη, αφού δεν ασκήθηκε εντός πέντε ημερών από την ανωτέρω δημοσίευση και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όφειλε να την κηρύξει απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Με το να προχωρήσει όμως στην εκδίκαση της υποθέσεως και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερέβη θετικώς την εξουσία του, αφού άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και έτσι ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 133/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως συντέμνεται στο ήμισυ, δηλαδή στις πέντε ημέρες. Άσκηση εφέσεως από μέρους του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατά αθωωτικής αποφάσεως που απαγγέλθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, την ένατη ημέρα από της δημοσιεύσεως, είναι απαράδεκτη. Υπέρβαση εξουσίας από μέρους του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το οποίο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, αλλά τη δέχτηκε και εξετάζοντας στην ουσία την υπόθεση καταδίκασε τον κατηγορούμενο. Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και παραπομπή της υποθέσεως για νέα συζήτηση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο, Τύπος, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1830/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 6451/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρηστάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 585/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων, όπως τα ονόματα των μαρτύρων κ.λ.π., δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο αυτών και όχι ορισμένα από αυτά. Η κατά το άρθρ. 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα μόνο από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Οι καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος υπάγονται στις μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να είναι αναγκαία ειδικότερη μνεία αυτών. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις "των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο αυτό", χωρίς να μνημονεύεται και η κατάθεση του χωρίς όρκο εξετασθέντος στο ίδιο Δικαστήριο πολιτικώς ενάγοντος ούτε καμία άλλη αναφορά αυτής (καταθέσεώς του) γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης 6451/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των) μνημονεύεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις "των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο αυτό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται με την αιτίαση σε ποια σημεία η κατάθεση αυτή ωφελεί τον αναιρεσείοντα και ποια η βλάβη του από τη μη λήψη υπόψη της καταθέσεως αυτής, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, διότι εφόσον το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιόν του, παρέπεται ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο, ως του κατ' εξοχήν μάρτυρα κατηγορίας, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι με αυτήν κατατίθενται ιδιαιτέρως επιβαρυντικά για τον αναιρεσείοντα στοιχεία, η δε αντίθετη μνεία στο σκεπτικό περί "ενόρκως" εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας πρέπει να αποδοθεί σε προφανή από αβλεψία μη κατάλληλη προσαρμογή του τμήματος αυτού του εντύπου της αποφάσεως. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας ψευδή ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδή καταμήνυση, και στην ψευδορκία μάρτυρα ή υπερχειλής δόλος, όπως στη ψευδή καταμήνυση, απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικώς με τις ανωτέρω μορφές δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή και επί πλέον, όταν απαιτείται υπερχειλής δόλος (εγκληματικός σκοπός), να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, για να αποκλειστεί και στις δύο περιπτώσεις, ότι ο δράστης ενήργησε από ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 6451/2008 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, απεδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 2000 ο πολιτικώς ενάγων Ψ δάνεισε το ποσό των 17.000.000 δρχ. στον ΑΑ, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ανώνυμης εταιρείας "ERMIS MARTIME COMPORATION", τον οποίο γνώριζε από το έτος 1998. Ο ΑΑ παρέδωσε με οπισθογράφηση στον πολιτικώς ενάγοντα ισόποση μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, έκδοσης 12.11.2000 από την πιο πάνω εταιρία και πληρωτέα σε διαταγή του. Κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2000 ο πολιτικώς ενάγων εμφάνισε την πιο πάνω επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Μετά από παράκληση του ΑΑ μέσω κοινού τους φίλου του και μάρτυρα ΒΒ, στον πολιτικώς ενάγοντα να μη σφραγίσει την επιταγή, ο τελευταίος μετέβη μαζί με τον φίλο του στο γραφείο του ΑΑ και δέχθηκε να αντικαταστήσει την πιο πάνω επιταγή, που του την παρέδωσε, και σε αντικατάσταση της έλαβε το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ., καθώς και με οπισθογράφηση τέσσερις (4) τραπεζικές, επιταγές με αριθμούς ..., ..., ... και ..., με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 12-12-2000, 12-1-2001, 12-2-2001 και 12-3-2000, αντίστοιχα, ποσού 3.000.000, 3.000.000, 3.000.000 και 3.400.000 δραχμών, αντίστοιχα, έκδοσης της πιο πάνω εταιρίας πληρωτέες σε διαταγή του ιδίου από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο πολιτικώς ενάγων εμφάνισε την τελευταία ... επιταγή ποσού 3.400.000 δρχ. προς πληρωμή στην τράπεζα και πληρώθηκε. Στις 20.12.2000 ο πολιτικώς ενάγων εμφάνισε εμπρόθεσμα την πρώτη πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή, η οποία όμως δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου και της από 11.12.2000 υπεύθυνης δήλωσης του δικαιούχου του λογαριασμού για κλοπή της επιταγής. Στη συνέχεια ο πολιτικώς ενάγων εμφάνισε εμπρόθεσμα τις άλλες δύο επιταγές, οι οποίες είχαν ανακληθεί, λόγω κλοπής με επαρκές υπόλοιπο. Ο ΑΑ, που πράγματι όφειλε στον πολιτικώς ενάγοντα το ισόποσο των πιο πάνω επιταγών, ενεργώντας δόλια και με σκοπό να αντικρούσει δικαστική διεκδίκηση από τον πολιτικώς ενάγοντα της απαίτησης και να αποφύγει την πληρωμή της πιο πάνω οφειλής του, προκάλεσε στον αναιρεσείοντα που χρησιμοποιούσε σε διάφορες εργασίες και ο οποίος γνώριζε από τον ίδιο την πιο πάνω οφειλή στον πολιτικώς ενάγοντα, την απόφαση να καταγγείλει την κλοπή των επίδικων επιταγών. Πράγματι, ο αναιρεσείων μετά από προτροπή του ΑΑ, εμφανίσθηκε την 6.12.2000 στο Αστυνομικό Τμήμα ... και υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 για απώλεια των πιο πάνω επιταγών κατά τη μετάβαση του στο επί της οδού ... φαρμακείο της κ. ΓΓ. Στη συνέχεια ο ίδιος αναιρεσείων, μετά από προτροπή και εξυπηρέτηση του ΑΑ, παρότι ο τελευταίος ήταν ο ζημιωθείς ως δικαιούχος του λογαριασμού των επιταγών, υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 9.4.2001 έγκληση κατά του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, με την οποία κατήγγειλε ότι "την 1.12.2000, ενώ εκινείτο από την πλατεία ... στην οδό ... μέχρι την οδό ..., έχοντας στην τσέπη του φάκελλο με τέσσερις (4) επιταγές, εκδόσεως της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΒΙΟ - ΕCΟ - SOL ΑΒΕΕ, σε διαταγή ΑΑ, που τις είχε οπισθογραφήσει λευκές και συγκεκριμένα τις με αριθμούς ..., ..., ..., ... επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως 12.3.2000, 12.12.2000, 12.2.2001 και 12.1.2001 αντίστοιχα και ποσού 3.400.000 δρχ. η πρώτη και 3.000.000 δρχ. εκάστη των λοιπών, ο εγκαλών Ψ του αφαίρεσε το φάκελλο αυτό, χωρίς να το αντιληφθεί εκείνος, με σκοπό να ιδιοποιηθεί τις πιο πάνω επιταγές που ήταν μέσα σ' αυτόν". Το περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ο αναιρεσείων βεβαίωσε και στις 17.12.2001 εξεταζόμενος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Αγγελικής Δεμέστιχα, όπου κατέθεσε επιπλέον ότι "...εκ των υστέρων έμαθε ότι οι ως άνω επιταγές βρέθηκαν στα χέρια κάποιου Ψ, τον οποίο ο ΑΑ ούτε τον ξέρει ούτε είχε ποτέ συναλλαγές...", τα κατατεθέντα δε περιελήφθησαν στη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση. Μετά από αυτά ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πολιτικώς ενάγοντος για τις πράξεις της κλοπής, πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 68154/2004 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία κήρυξε αυτόν αθώο των παραπάνω πράξεων και η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη.
Συνεπώς, εν όψει των προεκτεθέντων η αναλήθεια αυτών που περιέλαβε ο αναιρεσείων στην παραπάνω από 9.4.2001 έγκληση του είναι αποδεδειγμένη. Περαιτέρω συνεχίζει το Εφετείο αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια τόσο αυτών που περιέλαβε στην έγκλησή του, όσο και αυτών που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκου, αφού ο ίδιος ήταν στη δούλεψη του ΑΑ (του έκανε θελήματα, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες) και γνώριζε ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε οικονομικές διαφορές με τον ΑΑ και συγκεκριμένα είχε δανείσει τον ΑΑ χρήματα και ο τελευταίος έδωσε τις με αριθμούς ..., ..., ..., ... μεταχρονολογημένες επιταγές, με ημερομηνίες εκδόσεως 12.3.2000, 12.12.2000, 12.2.2001 και 12.1.2001, αντίστοιχα και ποσού 3.400.000 δρχ. η πρώτη και 3.000.000 δρχ. εκάστη των λοιπών στον πολιτικώς ενάγοντα προς εξασφάλιση του δανείου. Γνώριζε δηλαδή ότι τις επιταγές έχει στα χέρια του ο Ψ και ουδέποτε ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε τις εν λόγω επιταγές στα χέρια του. Ισχυρίζονται βεβαίως οι μάρτυρες ΒΒ και ΔΔ ότι ο ΑΑ βρήκε θύμα τον αναιρεσείοντα, ότι ο Χ έκανε τη μήνυση και τα είπε, πλην όμως ότι τον έβαλε ο ΑΑ, ότι του τα επέβαλε ο ΑΑ και ότι τέλος ο αναιρεσείων είναι ένα ανθρωπάκι. Τα ανωτέρω όμως δεν αναιρούν τη γνώση του αναιρεσείοντος περί της αναλήθειας των γεγονότων που περιέγραψε, αντιθέτως θέλοντας έστω και από ανάγκη να εξυπηρετήσει τη σκευωρία του ΑΑ, υπέβαλε την ως άνω έγκληση γνωρίζοντας ότι τα αναφερόμενα σε αυτήν όσο και τα αναφερόμενα στη συνέχεια ενώπιον της Ειρηνοδίκου είναι ψευδή. Επίσης, αποδείχθηκε ότι με την έγκληση του αυτή ο αναιρεσείων είχε σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, πράγμα το οποίο και πέτυχε αυτός τελικά κατά τα εκτεθέντα. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν, κατέληξε το Εφετείο, προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρ. 93 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρ. 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως αλλά ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Η αιτιολογία δε αυτή δεν είναι τυπική και δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού. Ειδικότερα, εκτίθενται με επάρκεια και σαφήνεια τα ψευδή πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας και αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος αναφορικώς προς τα εγκλήματα που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, του αναιρεσείοντος του ψευδούς γεγονότος που αναφέρει στη μήνυση και την ένορκη κατάθεση προς επιβεβαίωση του περιεχομένου της. Επί πλέον αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντος, αφού με την καταγγελθείσα πράξη επιδίωκε τη δίωξη του καταμηνυθέντος με την ειδική αιτιολογία ότι τα σώματα των επιταγών, που κατήγγειλε ότι αφαίρεσε παρανόμως ο πολιτικώς ενάγων από αυτόν, ουδέποτε κατείχε ο ίδιος (αναιρεσείων) αλλά τα είχε παραδώσει στον πρώτο ο ΑΑ προς εξόφληση δανείου, με την καταγγελία δε περί κλοπής στην οποία προέβη κατά προτροπή του τελευταίου, στου οποίου "τη δούλεψη" ήταν, επιδίωκε την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος, ώστε να αποφευχθεί η εξόφληση των επιταγών. Εκ του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι με την 68154/2004 απόφαση του Α' Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, ο πολιτικώς ενάγων κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της κλοπής, πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων, για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του εξαιτίας της κατ' αυτού ως άνω καταγγελίας του αναιρεσείοντος και ότι συνεπώς "η αναλήθεια αυτών που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην παραπάνω από 9-4-2001 έγκλησή του είναι αποδεδειγμένη", δεν σημαίνει ότι το Εφετείο δέχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρ. 366 παρ. 2 του ΠΚ, αλλά με την αδόκιμη αυτή διατύπωση αναφέρεται ως εκ περισσού η τύχη της ψευδούς μηνύσεως που υπέβαλε ο αναιρεσείων κατά του πολιτικώς ενάγοντος.
Συνεπώς, ο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος έτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, έτσι ώστε να στερείται νόμιμης βάσης, πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6451/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία καθορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας αν δεν γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος περιλαμβάνεται στις μαρτυρικές καταθέσεις. Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα - προϋποθέσεις. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 2
|
Αριθμός 1822/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Ξανθοπούλου - Καλονάρου, για αναίρεση της με αριθμό 39.535/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.533/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτό (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 39.534/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 3.195/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό 14.736/19.11.2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει μόνιμα από το έτος του 1996 στη ... στην οδό ... Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτήν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στη ...., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοσή της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα, που δόθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα και τις εξηγήσεις της συνηγόρου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στο Δήμαρχο Αθηναίων για τον άγνωστης διαμονής εκκαλούντα, στις 10.4.2002, αφού προηγουμένως αυτός αναζητήθηκε στη ....γνωστή στην Εισαγγελία διαμονή του στην οδό .... Ο εκκαλών ασκεί την υπό κρίση έφεσή του στις 19.11.2007, ισχυριζόμενος ότι μόλις έλαβε γνώση της εκκαλουμένης, δεδομένου ότι ήταν γνωστής διαμονής, κατοικών από το 1996 στην οδό .... Προς απόδειξη του γεγονότος αυτού προσκόμισε τρείς αποδείξεις λογαριασμού ΟΤΕ, ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, που αφορούν όμως το έτος 2007 και είναι στο όνομα της συζύγου του, ενώ ο μάρτυρας που εξετάσθηκε δεν γνώριζε γι' αυτό. Κατόπιν αυτών δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών στις 10.4.2002 είχε γνωστή διαμονή και μάλιστα ότι αυτή τη γνώριζε η επιδούσα αρχή (Εισαγγελία Αθηνών) .... ασκηθείσα μετά την παρέλευση 30 ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρ. 473 και 476 ΚΠΔ". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής του μισθίας κατοικίας, στην οδό ..., που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στο παραδεκτώς αναγvωσθέv σώμα της εκδοθείσας από τον κατηγορούμενο αντίστοιχης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής που αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορουμένος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου Αθηναίων χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για χους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητούμενη στο κατάστημα του κατηγορούμενου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του , αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη.
Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναθέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. έκθ. 96/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 39.534/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσεioντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμοδίου δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, αφού αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική του στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1821/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κράγκαρη, περί αναιρέσεως της 1419/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1825/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προκύπτει, ότι κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, μπορεί ο εκκαλών να ασκήσει αναίρεση και να προβάλει, ως λόγο αυτής, την έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη δε αυτής της αιτιολογίας υπάρχει, όταν στην απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη και εντεύθεν ως απαράδεκτη, δεν εκτίθεται ο χρόνος της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και της ασκήσεως της εφέσεως καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο να προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, χωρίς ειδικότερα προσδιορισμού τούτου ή μνεία των κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων της εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση ισχυρισμός, ότι η επίδοση είναι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο άκυρη και ως εκ τούτου δεν άρχισε η προθεσμία της εφέσεως, οπότε η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1419/2008 απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, δικάζοντας την υπ'αριθμ. 285/2-4-2008 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ 5588/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για τα εγκλήματα της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απέρριψε αυτήν, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, με την εξής αιτιολογία "Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την υπ' αρ. ΑΤ ... απόφασή του, δικάζοντας τον γνωστής διαμονής κατηγορούμενο και ήδη εκκαλούντα ..., σαν να ήταν παρών, καταδίκασε αυτόν για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως σε ποινές φυλακίσεως οκτώ μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως. Η ως άνω απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στις 5-1-2007 στον κατηγορούμενο στην κατοικία του, που βρίσκετο στη ..., σύμφωνα με το αποδεικτικό επιδόσεως και χρονολογία 5-1-2007 του επιμελητή Δικαστηρίων ..., που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά. Η έφεση αυτού ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 2-4-2008, δηλαδή σε χρονικό διάστημα πολύ μετά την πάροδο της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Ο εκκαλών προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του αναφέρει σ'αυτήν ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως λόγω απουσίας του στην Αλβανία. Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο αποδεικτικό η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην ως άνω διεύθυνση, όπου η δηλωθείσα απ' αυτόν (εκκαλούντα) κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση (άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ) κατοικία του, γνωστοποιήθηκε δε σ'αυτόν ότι υποχρεούται να δηλώσει κάθε μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του εγγράφως στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή (βλ. την από 12-5-2004 έκθεση εξέτασης κατ/νου του Υ/Α ...), και αυτή θεωρείται τύπος κατοικίας στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (ΑΠ 746/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Την εκκαλούμενη απόφαση παρέλαβε η σύνοικος ενήλικη κουνιάδα του εκκαλούντος... επειδή o δικ/κός επιμελητής δεν βρήκε τον ίδιο προσωπικά αλλά εκείνη.
Συνεπώς, αφού η επίδοση της εκ/νης απόφασης είναι έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία της εφέσεως άρχισε στις 6-1-2007 και η άσκηση της στις 2-4-2008 είναι εκπρόθεσμη. Επομένως, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκ/νης απόφασης και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, όπως στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού διαλαμβάνονται εις αυτήν ο χρόνος της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εκκαλούντα, ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) δεν προέβαλε με την έφεση ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως για κάποιο συγκεκριμένο λόγο ούτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται, με την προβολή συγκεκριμένων περιστατικών σε ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει περαιτέρω αιτιολογία για την απορριπτική του σχετικού λόγου κρίση του. Εν πάση περιπτώσει ως εκ περισσού το Δικαστήριο απάντησε και στον ισχυρισμό του εκκαλούντος που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της εφέσεως, ότι "δεν έλαβε καθόλου γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως παρά μόνο χθες λόγω απουσίας του στην Αλβανία" παρότι ήταν, όπως ορθά έκρινε, αόριστος, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων - εκκαλών δεν γνωστοποίησε την αλλαγή της κατοικίας ή διαμονής του, όπως όφειλε στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή για να γίνει πλέον σ'αυτήν η επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και κάθε άλλη επίδοση σ'αυτόν (άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ).
Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση με το μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του...για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1419/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Αιτιολογία της απορριπτικής απόφασης. Αοριστία ισχυρισμού εκκαλούντος περί μη γνώσης της προσβαλλόμενης με την έφεσή του απόφασης. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με μόνο λόγο την έλλειψη αιτιολογίας της δευτεροβάθμιας απορριπτικής απόφασης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1819/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1871/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 893/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, ενώ κατά την παράγ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω κατά την παράγ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 ορίζεται ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για να στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, θα πρέπει το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων) να υπερβαίνει το ποσό των 2.000 Ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1871/2008 απόφασή του καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδυασμό με Ν. 6364/1934 και συγκεκριμένα επειδή δεν κατέβαλε στο ΤΕΒΕ στο οποίο ήταν ασφαλισμένος, τις βαρύνουσες τον ίδιο ασφαλιστικές εισφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2004, οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 3.398,94 Ευρώ. Επομένως εφόσον οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ, ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν έπαυσε τη δίωξη κατά του κατηγορουμένου και έτσι ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και ΚΠΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, συνιστάμενης στο ότι έπρεπε να παύσει τη δίωξη επειδή η κάθε οφειλόμενη μηνιαία εισφορά δεν υπερέβαινε το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 321 παρ. 1 δ', 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο πρέπει να περιέχει εκτός άλλων στοιχείων και τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ως άρθρο δε του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος προβάλει εγκαίρως ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, οφείλει αυτός, προκειμένου να υποβληθεί παραδεκτώς η εν λόγω ένσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να την επαναφέρει με ειδικό λόγο έφεσης, επειδή σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει στον παραδεκτώς κατά τα άνω επαναφερθέντα λόγο εφέσεως, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ για έλλειψη ακροάσεως, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι η ένσταση που προβάλλεται με τον λόγο εφέσεως είναι νόμιμη, γιατί αν δεν είναι νόμιμη το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει απορρίπτοντας αυτήν αιτιολογημένα, αλλά μπορεί να την απορρίψει και σιωπηρώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 22959/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε στη δίκη από το συνήγορό του, ο οποίος προέβαλε ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος την οποία ανέπτυξε και προφορικά, επικαλούμενος ότι αν και στον κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε, η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ που προβλέπει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και ο κατηγορούμενος επανέφερε αυτήν παραδεκτώς ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με ειδικό λόγο εφέσεως, το οποίο δεν απάντησε έως αυτής και σιωπηρώς την απέρριψε. Η ένσταση όμως αυτή ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος δεν είναι νόμιμη, γιατί το άρθρο 98 του ΠΚ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που τυποποιούν ως έγκλημα την πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και καθορίζουν την απειλούμενη γι'αυτό ποινή, όπως δεν περιλαμβάνονται και τα άρθρα 51, 53, 57 του ΠΚ που προβλέπουν τις κύριες ποινές ή τα άρθρα 83, 84, 85 του ΠΚ που προβλέπουν τις ελαφρυντικές περιστάσεις και τη συρροή λόγω μείωσης της ποινής ή το άρθρο 94 του ΠΚ που προβλέπει το μέτρο της συνολικής ποινής έως συρροής (ΑΠ 1263/2007, ΑΠ 1464/2006). Επομένως το δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει απορρίπτοντας αιτιολογημένα την ανωτέρω ένσταση και έτσι οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β του ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας και περί ελλείψεως ακροάσεως, λόγω μη απαντήσεως και σιωπηρής απορρίψεως της εν λόγω ένστασης, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1871/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίο 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (άρθρ. 1 του ΑΝ 86/1967). Για να μην είναι αξιόποινη θα πρέπει το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών (και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων) να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ. Ορθή καταδίκη του κατηγορουμένου για μη καταβολή των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών ΤΕΒΕ του έτους 2004, συνολικού ύψους 3.398, 94 ευρώ. Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος για έλλειψη μνείας του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την πράξη. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, στις διατάξεις δε αυτές δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 98 του ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 51, 53, 57, 83, 84, 85 και 94 του ΠΚ. Η εγκαίρως προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, υποβάλλεται παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν επαναφερθεί με ειδικό λόγο έφεσης. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει στην ανωτέρω παραδεκτώς επαναφερθείσα ένσταση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ένσταση αυτή είναι νόμιμη. Η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος επειδή δεν περιέχει τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ δεν είναι νόμιμη και δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Κλητήριο θέσπισμα, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1820/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικολάου Ζαΐρη, Νικολάου Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνος Φράγκος, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Καζούκα, για αναίρεση της 3133/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1983/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά in διάταξη του άρ. 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ. 1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο (παρ. 2). Από τις διατάξει αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου, όταν τελείται οπό τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας οπό το οποίο και απορροφάται και ότι αυτοτέλεια υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3133/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο (χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ... στις ...και ... με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει του έκανε χρήση πλαστών εγγράφων με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα Πρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνων της εισαγωγικής εταιρίας με την επωνυμία "VICKO Ηλ. Τριανταφυλλίδης Α.Ε" εισήγαγε α)την... είδη οικιακής χρήσης από πορσελάνη του Κ.Σ.Ο. ..., αξίας βάσει του αμέσως παρακάτω αναφερόμενου ταϋλανδικού τιμολογίου 28.925,22 δολαρίων Η.Π.Α., και τα παρέλαβε καταθέτοντας στο ενταύθα Β' Τελωνείο την υπ' αριθμ. ... Εισαγωγής με την οποία συνυπέβαλλε και το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο του οίκου Ταϋλάνδης LEE KO TRADING (ASIA) Co LTD, το υπ' αριθμ.... certificate of origin (πιστοποιητικό καταγωγής) του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου Ταϋλάνδης και την υπ' αριθμ. ... φορτωτική της εταιρίας Η & Τ CONTAINER LINE INC, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω δικαιολογητικά (τιμολόγιο αγοράς, πιστοποιητικό καταγωγής και φορτωτική) ήταν πλαστά καθ' όσον προμηθεύτρια εταιρία ήταν η BND Co LIMITED και όχι η αναγραφόμενη ταϋλανδική, χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν η Κίνα και όχι η Ταϋλάνδη, χώρα αποστολής των εμπορευματοκιβωτίων ήταν η Κίνα και συγκεκριμένα το λιμάνι ... και τέλος η πραγματική αξία των εμπορευμάτων που εκτελωνίστηκαν δεν ανερχόταν σε 28.925,22 αλλά σε 31.368,00 δολάρια Η.Π.Α. και β)την ... είδη οικιακής χρήσης από πορσελάνη του Κ.Σ.Ο...., αξίας βάσει του αμέσως παρακάτω αναφερόμενου ταϋλανδικού τιμολογίου 41.128,30 δολαρίων Η.Π.Α., και τα παρέλαβε καταθέτοντας στο ενταύθα Β' Τελωνείο την υπ' αριθμ ... Διασάφηση Εισαγωγής με την οποία συνυπέβαλλε και το υπ' αριθμ.... τιμολόγιο του οίκου Ταϋλάνδης LEE KO TRADING (ASIA) Co LTD, το υπ' αριθμ.... certificate of origin (πιστοποιητικό καταγωγής) του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου Ταϋλάνδης και τη υπ' αριθμ ... φορτωτική της εταιρίας Η & Τ CONTAINER LINE INC ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω δικαιολογητικά (τιμολόγιο αγοράς, πιστοποιητικό καταγωγής και φορτωτική) ήταν πλαστά καθ' όσον προμηθεύτρια εταιρία ήταν η BND Co LIMITED και όχι η αναγραφόμενη Ταϋλανδική, χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν Κίνα και όχι η Ταϋλάνδη, χώρα αποστολής των εμπορευματοκιβωτίων ήταν η Κίνα και συγκεκριμένα το λιμάνι ... και τέλος η πραγματική αξία των εμπορευμάτων που εκτελωνίσθηκαν δεν ανερχόταν σε 41.128,30 αλλά σε 60.676,00 δολάρια Η.Π.Α. Στις ως άνω πράξεις του προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλου του Β' Τελωνείου ότι δήθεν τα εισαγόμενα από την εταιρία που εκπροσωπούσε εμπορεύματα ήταν ταϋλανδικής και όχι κινεζικής προέλευσης ενόψει του ότι τα τελευταία υπόκεινται κατά την εισαγωγή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε ποσοτικούς περιορισμούς και απαιτείται η έκδοση εγγράφου άδειας εισαγωγής από την Υπηρεσία της "Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Διαχείρισης Πολιτικής-Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Ροών" του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και η κατάθεση της κατά τον τελωνισμό του προϊόντος, την οποία (άδεια εισαγωγής) δεν κατείχε, και επιπλέον ότι δήθεν ήταν μικρότερης αξίας (υποτιμολόγηση των προϊόντων), και έτσι να λάβει χώρα ο εκτελωνισμός των προαναφερθέντων εμπορευμάτων χαρακτηριζομένων ως ταϋλανδικών και με μικρότερες των πραγματικά αναλογούντων δασμολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν, εκτός από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από τη σαφή, τεκμηριωμένη και πειστική ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως τα περιστατικά που καταθέτει και τα οποία, κατά τα ανωτέρω, στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Άλλωστε και ο τελευταίος (κατηγορούμενος) δεν αρνείται την πλαστότητα των ανωτέρω εγγράφων, αλλά ισχυρίζεται ότι αυτός δεν γνώριζε την πλαστότητα και συνεπώς δεν είχε δόλο για την τέλεση της παραπάνω πράξης. Ο τελευταίος όμως αυτός ισχυρισμός του κατηγορουμένου (περί άγνοιας της πλαστότητας των επίμαχων εγγράφων) δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος κατ' ουσίαν και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε οι διαφορές μεταξύ των εγγράφων (γνησίων και πλαστών) ήταν τόσες πολλές και τόσο σοβαρές (αφού το τιμολόγιο αγοράς, το πιστοποιητικό καταγωγής και η φορτωτική είχαν σοβαρές διαφορές ως προς την προμηθεύτρια εταιρία, ως προς τη χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων, ως προς τη χώρα αποστολής των εμπορευματοκιβωτίων και ως προς την πραγματική αξία των εμπορευμάτων που εκτελωνίσθηκαν) που δεν δικαιολογούν άγνοια του κατηγορουμένου. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω πράξη. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο της τελέσεως της πράξης ..., ...) έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως, πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α' Π.Κ. και να του επιβληθεί μειωμένη ποινή (άρθρ.84 §1, 83 Π.Κ.). Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι : "Στη ... στις ... και ... με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει του έκανε χρήση πλαστών εγγράφων με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα Πρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνων της εισαγωγικής εταιρίας με την επωνυμία "VICKO Ηλ. Τριανταφυλλίδης Α.Ε." εισήγαγε: Α)την ... είδη οικιακής χρήσης από πορσελάνη του Κ.Σ.Ο. ..., αξίας βάσει του αμέσως παρακάτω αναφερόμενου ταϋλανδικού τιμολογίου 28.925,22 δολαρίων Η.Π.Α., και τα παρέλαβε καταθέτοντας στο ενταύθα Β' Τελωνείο την υπ1 αριθμ. ...Διασάφηση εισαγωγής με την οποία συνυπέβαλλε και το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο του οίκου Ταΰλάνδης LEE KO TRADING (ASIA) Co LTD, το υπ' αριθμ....certificate of origin (πιστοποιητικό καταγωγής του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου, Ταϋλάνδης, και την υπ' αριθμ. ... φορτωτική της εταιρίας Η & Τ CONTAINER LINE INC, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω δικαιολογητικά (τιμολόγιο αγοράς, πιστοποιητικό καταγωγής κατ φορτωτική) ήταν πλαστά καθ' όσον προμηθεύτρια εταιρία ήταν η BND Co LIMITED και όχι η αναγραφόμενη ταϋλανδική, χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν η Κίνα και όχι η Ταϋλάνδη, χώρα αποστολής των εμπρορευματοκιβωτίων ήταν η Κίνα και συγκεκριμένα το λιμάνι ... και τέλος η πραγματική αξία των εμπορευμάτων που εκτελωνίστηκαν δεν ανερχόταν σε 28.925,22 αλλά σε 31.368,00 δολάρια Η.Π.Α. Β)την ... είδη οικιακής χρήσης από πορσελάνη του Κ.Σ.Ο. ..., αξίας βάσει του αμέσως παρακάτω αναφερόμενου ταΰλανδικού τιμολογίου 41.128,30 δολαρίων Η.ΠΑ., και τα παρέλαβε καταθέτοντας στο ενταύθα Β' Τελωνείο την υπ' αριθμ ... Διασάφηση Εισαγωγής με την οποία συνυπέβαλλε και το υπ' αριθμ ...τιμολόγιο του οίκου Ταϋλάνδης LEE KO TRADING (ASIA) Co-LTD, το υπ' αριθμ.... certificate of origin (πιστοποιητικό καταγωγής) του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου Ταϋλάνδης και την υπ' αριθμ ... φορτωτική της εταιρίας Η & Τ CONTAINER LINE INC ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω δικαιολογητικά (τιμολόγιο αγοράς, πιστοποιητικό καταγωγής και φορτωτική) ήταν πλαστά καθ όσον προμηθεύτρια εταιρία ήταν η BND Co LIMITED και όχι η αναγραφόμενη Ταϋλανδική, χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν Κίνα και όχι η Ταϋλάνδη, χώρα αποστολής των' εμπορευματοκιβωτίων ήταν η Κίνα και συγκεκριμένα το λιμάνι ...και τέλος η πραγματική αξία των εμπορευμάτων που εκτελωνίσθηκαν δεν ανερχόταν σε 41.128,30 αλλά σε 60.676,00 δολάρια Η.Π.Α. Στις ως άνω πράξεις του προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλου του Β' Τελωνείου ότι δήθεν τα εισαγόμενα από την εταιρία που εκπροσωπούσε εμπορεύματα ήταν ταϋλανδικής και όχι κινεζικής προέλευσης ενόψει του ότι τα τελευταία υπόκεινται κατά την εισαγωγή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε ποσοτικούς περιορισμούς και απαιτείται η έκδοση εγγράφου άδειας εισαγωγής από την Υπηρεσία της "Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Διαχείρισης Πολιτικής - Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Ροών" του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και η κατάθεση της κατά τον τελωνισμό του προϊόντος, την οποία (άδεια εισαγωγής) δεν κατείχε, και επιπλέον ότι δήθεν ήταν μικρότερης αξίας (υποτιμολόγηση των προϊόντων), και έτσι να λάβει χώρα ο εκτελωνισμός των προαναφερθέντων εμπορευμάτων χαρακτηριζομένων ως ταϋλανδικών και με μικρότερες των πραγματικά αναλογούντων δασμολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλε αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 83, 84 § 2α 98 και 216 § 2-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 3.133/08 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ... . Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις της μάρτυρα κατηγορίας και τον μάρτυρα υπερασπίσεως, προφανώς εννοεί του δεύτερου των άνω μαρτύρων, ο οποίος στην απόφαση αναφέρεται ως μάρτυρας κατηγορίας, αφού μάρτυρες υπερασπίσεως δεν αναφέρονται στην απόφαση, β)δεν αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια το στοιχείο γνώσεως από τον κατηγορούμενο της χρήσεως πλαστού εγγράφου, καθόσον εκτίθεται στην απόφαση ότι ως Πρόεδρος - Δ/νων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της αναφερόμενης στην απόφαση Α.Ε είχε γνώση ότι χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν η Κίνα και όχι η Ταϋλάνδη, ότι χώρα αποστολής των εμπορευματοκιβωτίων ήταν η Κίνα και ότι η πραγματική αξία των εκτελωνισθέντων εμπορευμάτων δεν ανερχόταν σε 28.925,22 αλλά σε 31.368,00 δολ. ΗΠΑ λαμβανομένου υπόψη ότι οι διαφορές μεταξύ των γνησίων και πλαστών εγγράφων ήταν πολυάριθμες και σοβαρές. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. Πρωτ. 9997/25-11-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 3.133/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1816/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 641/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1105/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 409/27.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 111/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 641/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε κατ'ουσία την αριθμ. 618/12-11-2007 έφεση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 2692/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και επικύρωσε αυτό, αφού προηγουμένως χαρακτήρισε και τροποποίησε επί το ορθότερο την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος σε απάτη, που διαπράχθηκε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, παρέπεμψε τελικά τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι:
"Στην ... και στην ευρύτερη περιοχή των ... την 9η Φεβρουαρίου 1999, με σκοπό ν' αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 5.000.000 δραχμών, ισόποσο προς 15.000 ευρώ, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε την οποία προξένησε στην ξένη περιουσία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αυτός δε διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, τυγχάνων Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α Ε", εκμεταλλευθείς τις στενές οικογενειακές και φιλικές σχέσεις και την εξ αυτών οικειότητα που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του ίδιου και της οικογενείας του και της εκκαλούσας - εγκαλούσας -πολιτικώς ενάγουσας Ψ και του τότε εν ζωή συζύγου της Ω, που απεβίωσε στις 28/3/2005, οι οποίοι κατοικούσαν στην ίδια με αυτόν επί της οδού ... του ... πολυκατοικία, ως εκ των οποίων είχε πληροφορηθεί ότι αυτοί διέθεταν σε μετρητά το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, τους παρέστησε ψευδώς, αφενός μεν ότι ο ίδιος, ως επιχειρηματίας, ήταν φερέγγυος, είχε μεγάλη οικονομική άνεση και διέθετε και τεράστια περιουσία, αφετέρου δε ότι η ως άνω εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", της οποίας ο ίδιος ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, διέθετε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, ελεύθερες βαρών και δανειακών υποχρεώσεων, είχε ιδιαίτερα επιτυχή και κερδοφόρο πορεία, με άριστες προοπτικές ως προς την ανάπτυξη των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων και μάλιστα ότι επέκειτο η εισαγωγή της μετοχής της στο Χρηματιστήριο, αλλά αντιμετώπιζε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια σε ρευστό, ως και ότι, προκειμένου να διευκολυνθούν οι συναλλαγές της εν λόγω εταιρείας στο εξωτερικό δια της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών σε συνάλλαγμα, υπήρχε άμεση ανάγκη να ενεχυριασθεί κάποιο χρηματικό ποσό, ύψους τουλάχιστον 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ υπέρ της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με την οποία η ως άνω εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ", με το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", είχε ήδη συνάψει "ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΕΩΣ ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ" προς ασφάλεια των απαιτήσεων της τελευταίας εκ της ανωτέρω Συμβάσεως, επέδειξε δε ο κατ/νος Χ την προεκτεθείσα απατηλή συμπεριφορά, ενώ η αλήθεια την οποία συγκάλυψε δι' αυτής και την οποία γνώριζε συγκεκριμένα ήταν: ότι ο ίδιος είχε μικρή, ατομική ακίνητη περιουσία, η οποία, μάλιστα, ήταν βεβαρημένη με βάρη, πολλαπλάσια της αξίας της. Ότι η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ", έχουσα το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", από του έτους 1998 είχε ουσιαστικά διακόψει τη λειτουργία της, δεν ήταν φερέγγυα και κερδοφόρος, αλλά παντελώς αφερέγγυα και χωρίς πιστοληπτική ικανότητα, ήταν κατάχρεη, δοθέντος ότι στις 31/12/03 εβαρύνετο με προγενέστερα, μακροχρόνια, χρέη προς τους πάσης φύσεως πιστωτές της, Δημόσιο, Τράπεζες και Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, τα οποία υπερέβαιναν τα 18.122,811,26 ευρώ και με εγγεγραμμένες εμπράγματες ασφάλειες (υποθήκες - προσημειώσεις) συνολικού ύψους 14.970.186,40 ευρώ, δηλαδή ανώτερου των 12.000.000 ευρώ, η αξία των οποίων (χρεών και βαρών) ήταν πολλαπλάσια της αξίας των ακινήτων και της περιουσίας της. Ότι, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Κομοτηνής, στις 9 Φεβρουαρίου του 1999, δηλαδή κατά το χρόνο καταρτίσεως της υπ' αριθ. ... πράξεως ενεχυριάσεως απαιτήσεως υπέρ της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας επί του ποσού των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, υπήρχαν ήδη απαιτητές οφειλές της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ", ("ΣΤΑΡ ΑΕ") προς την ως άνω Τράπεζα, ύψους 100.000.000 δραχμών και 200.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί αντιστοίχως στις 26/8/1997, δηλ. σε χρόνο προγενέστερο, στον τόμο ... και στο φύλλο ... του βιβλίου υποθηκών του ανωτέρω υποθηκοφυλακείου οι υπ' αριθ. 1 και 2 προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της εν λόγω Τράπεζας, οι οποίες ετράπησαν σε υποθήκες για ποσά 293.470,20 ευρώ και 586.940,40 ευρώ στις 7/4/04. Ότι στις 18 Δεκεμβρίου του 2000, δηλαδή πριν από τις 13/3/01, ενεγράφη εις βάρος της εν λόγω εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" ("ΣΤΑΡ ΑΕ"), προσημείωση υποθήκης για ποσό 2.201.027,15 ευρώ υπέρ της Τράπεζας Κύπρου.
Ο κατ/νος Χ είχε ως στόχο να δημιουργήσει με την ανωτέρω συμπεριφορά του στην εκκαλούσα Ψ και στον τότε εν ζωή σύζυγο της Ω την πεποίθηση περί του ότι η εκ μέρους τους σύσταση του προαναφερομένου ενεχύρου επί του ανωτέρω ποσού, αφού, βεβαίως, τούτο θα είχε προηγουμένως μεταφερθεί σε κοινό λογαριασμό τους στην Τράπεζα "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", στην οποία θα τοκιζόταν με επιτόκιο μεγαλύτερο από το τρέχον κατά ποσοστό 1%, όχι μόνον δεν θα έθετε σε κίνδυνο τα αντίστοιχα χρήματα τους και την εν γένει περιουσία τους, αλλά, επί πλέον, θα ήταν εξαιρετικά συμφέρουσα και επικερδής γι' αυτούς, τόσο λόγω των περισσοτέρων τόκων που θα εισέπρατταν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όσο και λόγω των κερδοφόρων προοπτικών που επεφύλασσε η αναπτυσσόμενη επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας. Αυτός δε, προκειμένου να ενισχύει την αξιοπιστία των ανωτέρω ισχυρισμών του, αφενός μεν εξέδωσε ως πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, την υπ' αριθ. ... λευκή ως προς την ημερομηνία έκδοσης επιταγή, ποσού 87.607.800 δραχμών σε διαταγή του Ω, την οποία και του παρέδωσε, αφετέρου δε παρέδωσε σε αμφότερους ως ενέχυρο 4.000 ανώνυμες (εις τον κομιστή) μετοχές της ανωτέρω εταιρείας "ΣΤΑΡ ΑΕ", ονομαστικής αξίας 1.317 δραχμών και πραγματικής αξίας, κατά τους ισχυρισμούς του, 25.000 δραχμών εκάστη. Ο ίδιος (κατηγορούμενος) δια των ως άνω περιγραφεισών παραπλανητικών ενεργειών του έπεισε την εγκαλούσα Ψ και τον προαναφερόμενο σύζυγό της να καταθέσουν επ' ονόματι τους το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ στην υπ' αριθ. ... κοινή προθεσμιακή κατάθεση στην Τράπεζα με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και εν συνεχεία να χρηματοδοτήσουν με αυτό το ποσό την εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", συνιστώντας (αυτοί) υπέρ της ανωτέρω Τράπεζας ενέχυρο, καταρτισθείσας σχετικώς της υπ' αριθ. ... πράξεως ενεχυριάσεως απαιτήσεως επί της προαναφερόμενης κοινής καταθέσεως τους, "προς ασφάλεια της εν λόγω Τράπεζας για κάθε απαίτηση της από τον υπ' αριθ. ... ανοικτό λογαριασμό συνολικού ποσού 600.000.000 δραχμών", όπως αυτός ο λογαριασμός είχε διαμορφωθεί δια των: α) υπ' αριθ. ..., β) ... και γ) ... προσθέτων πράξεων συμπληρωματικής πιστώσεως, τον οποίο (λογαριασμό) διατηρούσε η προαναφερόμενη εταιρία του "ΣΤΑΡ ΑΕ" με την ανωτέρω Τράπεζα. Κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως ενεχύρου, διαβεβαίωσε και πάλι τους ανωτέρω αφενός μεν για το ότι η κατάθεση του ποσού των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ στον προαναφερόμενο κοινό προθεσμιακό λογαριασμό τους στην Τράπεζα με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" δεν κινδύνευε από την ενεχυρίαση αυτής λόγω της άριστης οικονομικής πορείας της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΜΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" - "ΣΤΑΡ ΑΕ", ως εκ της οποίας καθίστατο απίθανο το ενδεχόμενο να επιδιώξει η ως άνω Τράπεζα, ως ενεχυρούχος δανείστρια, να ικανοποιήσει δι' αυτού του ποσού τις τυχόν απαιτήσεις της, προερχομένων από τον προαναφερθέντα ανοικτό λογαριασμό κατά της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν εταιρίας, ως οφειλέτριας, αφετέρου δε ότι ο ίδιος και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρία είχαν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν άμεσα προς αυτούς το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, σε περίπτωση κατά την οποία η Τράπεζα με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" προέβαινε σε οποιαδήποτε δέσμευση ή είσπραξη της ενεχυρασθείσας καταθέσεως τους.
Μετά ταύτα, στις 16/5/2000, η εγκαλούσα και ο σύζυγος της, προς κάλυψη εκτάκτων οικονομικών αναγκών τους, πραγματοποίησαν ανάληψη ποσού 163.358 δολλαρίων ΗΠΑ από τον ως άνω υπ' αριθ. ... ενεχυρασθεντα κοινό προθεσμιακό τραπεζικό λογαριασμό τους, με αποτέλεσμα το κατά τα ανωτέρω ενεχυριασθέν ποσό να μειωθεί κατά το ποσό του αναληφθέντος εν συνεχεία, μετά την επακολουθήσασα συγχώνευση της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" με την Τράπεζα "ALPHA BANK". To ποσό των 159.175,19 δολλαρίων ΗΠΑ, κατατεθειμένο πλέον στον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό της Ψ και του συζύγου της Ω στην Τράπεζα "ALPHA BANK" παρέμεινε ως ενέχυρο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προς ασφάλεια των απαιτήσεων αυτής εκ του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της εταιρείας ΣΤΑΡ. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνοντας μέχρι τις 13/3/01 τις ως άνω μνημονευθείσες ψευδείς παραστάσεις του που αφορούσαν στην περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και κυρίως της εταιρείας ΣΤΑΡ, την οποία εκπροσωπούσε, προς την εγκαλούσα Ψ και προς το σύζυγο της, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πεπλανημένη πεποίθηση που τους είχε δημιουργήσει στις 9/2/99 περί της ομαλής και κερδοφόρας πορείας και των βραχυπρόθεσμα άριστων προοπτικών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ως άνω εταιρείας και έτσι τους έπεισε να μεταβούν στην ..., στο υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", και εκεί, αφού προηγουμένως αφ' ενός μεν τους είχε γνωστοποιηθεί ότι ως εκ της συγχωνεύσεως αυτής με την "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", έπρεπε, να υπογραφούν νέες συμβάσεις ενεχύρου αλλά και συμβάσεις εγγυήσεως, σχετικές με τον ως άνω υπ' αριθ. ... λογαριασμό, αφ' ετέρου δε τους είχαν παρασχεθεί από τον διευθυντή και τους υπαλλήλους του ίδιου καταστήματος της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις σχετικά με το είδος, με τη φύση και τις συνέπειες των συμβάσεων, δια των οποίων επρόκειτο να συμβληθούν με την Τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", να υπογράψουν στις 13/3/01, τελούντες εν γνώσει του περιεχομένου τους: α) τις υπ' αριθ. ... δύο (2) συμβάσεις - μία έκαστος - εγγυήσεως της υπ' αριθ. ... Σύμβασης Πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού (όπως ο εν λόγω λογαριασμός είχε διαμορφωθεί με τις τροποποιητικές συμβάσεις) υπέρ της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α Ε." - "ΣΤΑΡ ΑΕ", δια των οποίων αυτοί ευθύνονταν εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτες για το ποσό των 600.000.000 δραχμών που αφορούσε ο εν λόγω λογαριασμός και β) τις από 13/3/2001, δύο (2) συμβάσεις -μία έκαστος- "ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ-ΕΚΧΩΡΗΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ", με τις οποίες συνέστησαν, ενέχυρο υπέρ της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", επί της υπ' αριθ. ... κοινής καταθέσεώς τους, ύψους (τότε) 159.175,19 δολλαρίων ΗΠΑ, σε πίστωση του υπ' αριθ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της ως άνω εταιρίας "ΣΤΑΡ ΑΕ" με την ανωτέρω Τράπεζα, ύψους 600.000.000 δραχμών.
Η προαναφερθείσα παραπλανητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου (Χ) είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν περιουσιακή ζημία, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", η εγκαλούσα-εκκαλούσα Ψ και ο τότε εν ζωή σύζυγος της Ω κατά το συνολικό ποσό των 669.892,99 ευρώ (177,782,55 ευρώ + 492.110,44 ευρώ = 669.892,99 ευρώ), διότι, εξ αιτίας, των προαναφερθέντων χρεών αλλά και της γενικότερα ζημιογόνου εξελίξεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ ΑΕ", την οποία εκείνος εκπροσωπούσε, η τράπεζα, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", καθολική διάδοχος της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑIΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", προέβη στις ακόλουθες ενέργειες, προκειμένου να ικανοποιήσει τις κατά τα προεκτεθέντα οικονομικές απαιτήσεις της κατά της ανωτέρω εταιρείας και συγκεκριμένα:
Α) Στις 31/5/2002 κατήγγειλε την ως άνω υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως και έκλεισε τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, με λογιστικό υπόλοιπο 196.321,43 ευρώ και εν συνεχεία δέσμευσε και εισέπραξε το σύνολο του ποσού των 177.728,55 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν τότε η ενεχυριασθείσα υπέρ αυτής από την εγκαλούσα και το σύζυγο της κοινή προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση με αριθμό ... στις 9-2-1999 και ... στις 13/3/01 μετά τη συγχώνευση των ως άνω Τραπεζών.
Β) Στις 14/10/03 επέτυχε βάσει των προαναφερθεισών δύο συμβάσεων εγγυήσεως του υπ' αριθ. ... ανοικτού λογαριασμού, που καταρτίσθηκαν στις 13/3/01, να εκδοθεί η υπ' αριθ. 8789/2003 Διαταγή Πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των Ψ και Ω, βάσει της οποίας, ως εκτελεστού τίτλου, κατ' αρχήν επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση με την υπ' αριθ. ... κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...: α) επί οριζόντιας ιδιοκτησίας-αποθήκης, με τον αριθμό 23, εμβαδού 8,00 Μ2, που βρισκόταν στο υπόγειο και β) επί οριζόντιας ιδιοκτησίας - χώρου στάθμευσης, με τον αριθμό 32, εμβαδού 10,00 Μ2, που βρισκόταν στην πιλωτή της, επί της οδού ...-... πολυκατοικίας (η κατά τα ανωτέρω επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθ. 8789/2003 Διαταγής Πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεστάλη μετά από σχετική αίτηση της εγκαλούσας και του συζύγου της με την υπ' αριθ. 4432/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων) και εν συνεχεία ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, επί του ευρισκόμενου στον 6° όροφο της επί της οδού ... -... διαμερίσματος της ανωτέρω πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας του Ω, το οποίο προηγουμένως είχε κατασχεθεί αναγκαστικά, από την επισπεύδουσα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", βάσει της υπ' αριθ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., και μέχρι τότε δεν είχε εκπλειστηριασθεί, και στις 15/4/2004 υπέβαλε κατά τον κατά τα ανωτέρω επισπευδόμενο πλειστηριασμό γραπτή αναγγελία της απαιτήσεως της, ανερχόμενης συνολικά στο ποσό των 498.629,94 ευρώ. Εάν δε η πολιτικώς ενάγουσα-εγκαλούσα Ψ και ο σύζυγος της Ω γνώριζαν την ως άνω αναφερομένη αλήθεια για την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΜΠΟΥΛΟΙ ΑΕ", με το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α Ε.", την οποία ο κατηγορούμενος Χ συγκάλυψε στις 9/2/99 δια της ανωτέρω περιγραφόμενης παραπλανητικής συμπεριφοράς του, δεν θα προέβαιναν στις 13/3/01 στην υπογραφή των προαναφερθεισών τεσσάρων συμβάσεων, δύο ενεχύρου και δύο εγγυήσεως, εξ αιτίας των οποίων αυτοί υπέστησαν την ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία, συνολικού ποσού 669.892,99 ευρώ. Εξάλλου, από την εμμονή εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ στην εις βάρος των ζημιωθέντων παθόντων παραπλανητική τακτική του, από το γεγονός ότι η επίδικη πράξη του υλοποιήθηκε, στο πλαίσιο μιας οργανωθείσας δράσης, την οποία αυτός ανέπτυσσε ανυποχώρητα, με επιμονή, υπομονή και θέτοντας σε μεγάλο και απολύτως ορατό και προβλέψιμο από τον ίδιο κίνδυνο την περιουσία τους, δεδομένου ότι γνώριζε από την πρώτη στιγμή που πρότεινε στην εγκαλούσα-εκκαλούσα και στο σύζυγο της να "συνεργασθούν οικονομικά" ότι η εταιρεία του εβαρύνετο ήδη με χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων (από το 1997 εκκρεμούσαν προσημειώσεις υποθήκης ύψους, 300.000.000 δραχμών), αλλά και από το γεγονός ότι εξακολουθούσε να καλλιεργεί και να εκμεταλλεύεται τις προσδοκίες των ανωτέρω, για επικερδή επένδυση των χρημάτων τους δια μέσου της εταιρείας "ΣΤΑΡ ΑΕ", καίτοι από όλα τα στοιχεία της επιχειρηματικής της πορείας και της οικονομικής της καταστάσεως προέκυπτε μια σημαντικά προϊούσα και μη αναστρέψιμη επιδείνωση αυτής, ως και από το ότι στόχευε χωρίς αναστολές στην επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπουμένου στόχου, πλήττοντας, τόσο με τις επίδικες όσο και με άλλες πράξεις, όμοιες με αυτές, τις περιουσίες ατόμων του φιλικού του περιβάλλοντος όπως του ΕΕ, εκμεταλλευόμενος τη μεταξύ τους οικειότητα, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη που είχαν εκείνοι για το πρόσωπο του, αλλά και το γεγονός ότι εκπροσωπούσε μια εταιρεία, η οποία είχε πράγματι "γράψει ιστορία" στον επιχειρηματικό χώρο, στον οποίο δραστηριοποιείτο, συνάγεται, ότι τέλεσε τις ανωτέρω ενέργειες, με σκοπό να εξασφαλίσει εισόδημα, προς βιοπορισμό, ως και ότι, ως εκ της προσωπικότητας του, ρέπει προς την τέλεση τέτοιων πράξεων.
Κατά του ανωτέρω 641/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την κρινόμενη 111/2008 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 5-6-2008 από τον δικηγόρο Αθηνών Γρηγόριο-Αλέξανδρο Δημητριάδη για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει της επισυναπτόμενης από 4-6-2008 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο με θυροκόλληση στις 21-5-2008 και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών, Ευάγγελο Μπιτσαξή, στις 26-5-2008. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484 § ι στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ.), ενώ το βούλευμα αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια, 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσία. 1) 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα απ'αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικό μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και όχι μερικά απ'αυτά (ΑΠ 1010/1997, Π.Χ. ΜΗ/354, ΑΠ 108/2000, Π.Χ. Ν/313, ΑΠ 1303/2002, Π.Χ. ΝΓ/496, ΑΠ 1304/2003, Π.Χ ΝΔ/517). Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/02 Π.Χρ.ΝΓ 638, ΑΠ 336/02 Π.Χρ. ΝΒ'978, ΑΠ 348/96 Π.Χρ. ΜΖ' 33). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002, ΑΠ 1011/2000). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2253/02 Π.Χ. ΝΓ'795). Ακόμη για την πληρότητα της αιτιολογίας στο απαλλακτικό ή παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 417/1999, Π.Χ. Ν/40, ΑΠ 1608/2001, Π.Χ. ΝΒ/623). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σαυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 2275/2002, ΠΧ ΝΓ/808, ΑΠ 351/2003 Π.Χ. ΝΔ/206). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 386 § 1 και 3 Π.Κ. (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 11 του ν.2408/96 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως αρ. 2 Π.Κ.), προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η, προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων, ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, λόγω της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, άσχετα αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του, περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου και ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά τη νέα αντικατάσταση της παρ. 3 από το άρθρο 14 § 4 του ν.2721/99 (που ισχύει από 3-6-93) απαιτείται, επιπλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, οπότε η νεότερη αυτή διάταξη (παρ. 3α του αρ. 386 Π.Κ.) αποβαίνει ακόμα ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού, εκτός από την κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της απάτης, θεσπίζεται για την κακουργηματική μορφή της εν λόγω πράξεως και η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ΑΠ 1801/2007, ΑΠ 190/2005, ΑΠ 1142/2003). Περί μιας δε πράξεως απάτης πρόκειται όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατημένο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας της οποίας (άπαξ πλάνης) προβαίνει ο εξαπατώμενος σε μία ή και περισσότερες επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 471/2003, ΑΠ 2251/2002, ΑΠ 935/2003, ΑΠ 2203/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάνγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί, και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (βλ. ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ' σεΚ. 47 κ.λ.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, που μνημονεύει όλα τα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις αρχές του έτους 1999, ο πρώτος εγκαλούμενος, εκκαλών κατηγορούμενος, Χ, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων σύμβουλος και Νόμιμος Εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ... (στο ... χιλιόμετρο Νέας Εθνικής Οδού ...-.), εταιρείας, με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", έχουσας το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", και ο δεύτερος εγκαλούμενος, γιος του, ΑΑ, κατοικούσαν στην επί της οδού ...-..., πολυκατοικία, όπου, επίσης, διέμεναν η εκκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα, Ψ και ο σύζυγος της, Ω, (ο οποίος απεβίωσε, στις 28/3/2005), με τους οποίους, (οι δύο πρώτοι), διατηρούσαν στενότατες φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Στο πλαίσιο των ανωτέρω κοινωνικών επαφών τους, ο εκκαλών ανέφερε στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της, ότι οι ίδιοι, ως επιχειρηματίες, ήταν πολύ ευκατάστατοι, με μεγάλη οικονομική άνεση και τεράστια, ελεύθερη βαρών, περιουσία, ότι η ως άνω εταιρία τους ήταν μια επιτυχημένη και κερδοφόρα επιχείρηση, με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, χωρίς βάρη και δανειακές υποχρεώσεις, η οποία, μάλιστα, επρόκειτο να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και ότι, ως εκ τούτου, η εκ μέρους τους οικονομική επένδυση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της, χάρι, την οποία, θα καθίστατο ευκολότερη η έκδοση εγγυητικών επιστολών σε συνάλλαγμα, υπέρ της εταιρείας, για τις συναλλαγές της στο εξωτερικό, θα είχε γι' αυτούς ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον, διότι, θα τους εξασφάλιζε, χωρίς διακινδύνευση, εισόδημα από τόκους, το οποίο θα προέκυπτε βάσει επιτοκίου μεγαλυτέρου κατά 1%, από το τρέχον. Οι σχετικές συζητήσεις αφορούσαν στη σύσταση ενεχύρου, για ποσό 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α, δια του οποίου θα εξασφαλίζονταν οι απαιτήσεις της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", σύμφωνα με τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Την ανωτέρω πρόταση διατύπωσε, μόνος του, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη ή συμμετοχή του γιου του και β' κατηγορουμένου, ΑΑ (βλ. την από 25ης/1/2007 ανωμοτί κατάθεση της εκκαλούσας ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή).
Όπως προκύπτει, από το επισυναπτόμενο Ιδιωτικό Συμφωνητικό με ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 1999, που συνήφθη, μεταξύ του εκκαλούντος Χ και του Ω, ο εκκαλών, προκειμένου να διαλύσει οποιαδήποτε ανησυχία της εκκαλούσας και του συζύγου της, σχετικά, με τη δυνατότητα του ίδιου και της εταιρίας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", με το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", να τους εξοφλήσουν το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, σε περίπτωση, κατά την οποία η "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." προέβαινε σε οποιαδήποτε δέσμευση ή είσπραξη της ενεχυρασθείσας καταθέσεως τους, αφενός μεν, εξέδωσε, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, (η οποία θα όφειλε το εν λόγω ποσό), την υπ' αριθμ. ..., λευκή - ως προς την ημερομηνία έκδοσης - επιταγή, ποσού 87.607.800 δρχ., σε διαταγή του Ω, την οποία και του παρέδωσε, αφετέρου δε, παρέδωσε σε αμφότερους, ως ενέχυρο, 4.000 ανώνυμες - εις τον κομιστή - μετοχές της ανωτέρω εταιρίας, "ΣΤΑΡ Α.Ε.", ονομαστικής αξίας 1.317 δρχ. και πραγματικής αξίας - κατά τους ισχυρισμούς του - 25.000 δρχ. εκάστη. Στο προαναφερόμενο Ιδιωτικό Συμφωνητικό "της 4ης Φεβρουαρίου 1999", από το οποίο προκύπτουν η έκδοση και η παράδοση της ανωτέρω επιταγής και η κατάρτιση ενεχύρου, επί των μετοχών της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", αναφέρεται, επίσης, ότι η ανωτέρω εταιρεία είναι οφειλέτρια ποσού "306.000 δολλαρίων Η.Π.Α", "το οποίο θα επιστραφεί την 9°/8/99" και ότι ο δανειστής (Ω) προέβη σε άτοκο και φιλικό δανεισμό".
Υπό τις ως άνω, συνθήκες, η εκκαλούσα - εγκαλούσα και ο σύζυγος της πείσθηκαν, να χρηματοδοτήσουν την εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με το ποσό των "300.000" δολλαρίων ΗΠΑ, και έτσι, στις 9 Φεβρουαρίου 1999, αφού προηγουμένως κατέθεσαν το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ στον υπ' αριθμ. ... κοινό προθεσμιακό λογαριασμό στην "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. ... ενεχυριάσεως" συνέστησαν ενέχυρο, υπέρ της Τράπεζας, με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της κοινής καταθέσεως τους, (αυτής και του ανωτέρω συζύγου της), σε δολλάρια ΗΠΑ, στην ίδια ανωτέρω Τράπεζα, εις ασφάλεια των απαιτήσεων της τελευταίας, κατά της προαναφερόμενης εταιρίας, για κάθε απαίτηση της, που προερχόταν, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης, δι' ανοικτού λογαριασμού, (αρχικού ποσού 230.000.000 δρχ), μέχρι του ποσού των 600.000.000, (εξακοσίων εκατομμυρίων δρχ), τον οποίο η ανωτέρω εταιρία, είχε, προηγουμένως, συνάψει, με την προαναφερομένη Τράπεζα, όπως, αυτή η σύμβαση είχε διαμορφωθεί, μετά τις ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ, που καταρτίσθηκαν την 1η/8/1997, (για ποσό 100.000.000 δρχ), στις 24/9/1998 (για ποσό 50.000.000 δρχ) και στις 25/11/1998 (για ποσό 250.000.000 δρχ)" (Βλ. συνημ. όλα τα ανωτέρω έγγραφα).
Σύμφωνα, με τα αναγραφόμενα στο υπ' αρίθμ. ... ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ του ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, που επισυνάπτεται, στη δικογραφία. στις 9 Φεβρουαρίου του 1999, δηλαδή, κατά το χρόνο καταρτίσεως της ΠΡΑΞΕΩΣ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ, υπέρ της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, επί του ποσού των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α, (βλ. ανωτ.), ήσαν, ήδη, απαιτητές οφειλές της εταιρείας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", προς την, ως άνω, Τράπεζα, ύψους, "100.000.000 δρχ" και "200.000.000 δρχ", προς εξασφάλιση των οποίων, είχαν εγγραφεί, αντιστοίχως, στις 26/8/1997, στο Τόμο ... και στο φύλλο ..., οι υπ' αριθμ. 1 και 2 ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ, υπέρ της εν λόγω, Τράπεζας. Οι εν λόγω Προσημειώσεις ετράπησαν σε υποθήκες για ποσά 293.470,20 ευρώ και 586.940,40 ευρώ, στις 7/4/04 (Βλ. το ανωτέρω Πιστοποιητικό).
Εκ των ανωτέρω, προκύπτει, ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, (στις 9/2/99), η εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", (προς διασφάλιση των απαιτήσεων της οποίας, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της συνέστησαν ενέχυρο, επί του ποσού των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α.), ήταν, ήδη, βεβαρημένη, με την ανωτέρω, εξαιρετικά σημαντική οφειλή, συνολικού ύψους, τότε, τουλάχιστον "300.000.000 δρχ", την οποία δεν μπορούσε να καλύψει, με τα δικά της έσοδα, (μάλιστα, εκ του γεγονότος της μετατροπής αυτών των προσημειώσεων σε υποθήκες, το έτος 2004, προκύπτει, ότι η εν λόγω, οικονομική αδυναμία δεν ήταν παροδική), ως και ότι η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, όχι μόνο, δεν είχαν λάβει γνώση αυτού του γεγονότος, αλλά, αντιθέτως, συνεπεία, των προαναφερθεισών, ψευδών παραστάσεων του εκκαλούντα, ως προς την οικονομική ευρωστία του ιδίου και της ως άνωεταιρείας είχε δημιουργηθεί σ' αυτούς η πεποίθηση, ότι με τη συμβολή της δικής τους χρηματοδοτήσεως, η μεν εταιρεία θα διευκολυνόταν, κατά τις συναλλαγές της στο εξωτερικό, αυτοί δε, προέβαιναν, σε επικερδή επένδυση.
Μετά ταύτα, στις 16/5/2000, δηλαδή, μετά παρέλευση δέκα πέντε μηνών, από της καταρτίσεως της υπ' αριθμ. ... Πράξεως, ενεχυριάσεως απαιτήσεως, (Βλ.ανωτ.), και ενώ, η προθεσμιακή κατάθεση τους των 300.000 δολ. Η.Π.Α είχε υπερβεί το ποσό των 320.000 δολλαρίων Η.Π.Α χάρι, στον κερδοφόρο τοκισμό τους, (όπως, αναφέρεται στην έγκληση, σελ. 5), η εγκαλούσα και ο σύζυγος της, προς κάλυψη εκτάκτων oικονομικών αναγκών τους, πραγματοποίησαν ανάληψη ποσού 163.358 δολλαρίων ΗΠΑ, από τον, ως άνω, υπ' αριθμ. ... ενεχυριασθέντα κοινό προθεσμιακό Τραπεζικό λογαριασμό τους, με αποτέλεσμα, στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, (ο οποίος, μετά την ενεχυρίαση του ποσού των 300.000 δολ. Η.Π.Α προοριζόταν, για εξυπηρέτηση του υπ' αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της εταιρίας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με την "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", να μείνει πλέον, κατατεθειμένο, μόνον, το ποσό των "160.000" δολλαρίων ΗΠΑ. Μετά την ανάληψη των 163.358 δολλαρίων ΗΠΑ, κατόπιν, αιτήματος του εκκαλούντα κατηγορουμένου, Χ, (το οποίο έγινε δεκτό, από την εκκαλούσα και από το σύζυγό της), αφ' ενός μεν επεστράφησαν, στις 17/5/2000, 2.000 μετοχές της εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", αφετέρου δε, αντικατεστάθη η υπ αριθμ. ..., "λευκή" προς την ημερομηνία έκδοσης - επιταγής, ποσού 87.607.800 δρχ, με την υπ' αριθμ. ..., νέα, λευκή - ως προς τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης - οπισθογραφημένη επιταγή της Γενικής Τράπεζας (Κεντρικό Κατάστημα), εκδόσεως του β' κατηγορουμένου, ΑΑ, σε διαταγή του, ποσού 170.212,00 €, (βλ. το αντίγραφο της ανωτέρω επιταγής και το χειρόγραφο σημείωμα, με ημερομηνία 17/5/2000, με τον έντυπο τίτλο STAR).
Στις 18 Δεκεμβρίου του 2000, ενεγράφη, εις βάρος, της εν λόγω εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", Προσημείωση Υποθήκης, για ποσό "2.201.027,15 ευρώ", υπέρ της Τράπεζας Κύπρου. (Βλ. σχετ. τις σελ. 6 και 7 του εγγράφου με τίτλο "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ", στην οποία παραπέμπει η συνημμένη σ' αυτήν, υπ' αριθμ. ... Αίτηση Επικύρωσης Συμφωνίας Πιστωτών και Επιχείρησης, που υποβλήθηκε από τη παρούσα εταιρεία στο Εφετείο Θράκης).
Εν συνεχεία, το Μάρτιο του έτους 2001, μετά την απορρόφηση της Τράπεζας, "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", από την Τράπεζα, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, επισκέφθηκαν το Υποκατάστημα της ΑΛΦΑ στην ..., προκειμένου, να διευθετήσουν κάποιο ζήτημα, που είχε ανακύψει, σχετικά, με τη μη καταβολή των τόκων της υπ' αριθμ. ... κοινής προθεσμιακής τραπεζικής κατάθεσης τους, ύψους 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, για ένα τρίμηνο του έτους 2000. Το εν λόγω, ζήτημα, ρυθμίσθηκε από τον Διευθυντή ΔΔ, τρίτο κατηγορούμενο, (μετά από τη μελέτη του φακέλου της υπ'αριθμ. ... ενεχυριασμένης, κοινής προθεσμιακής τραπεζικής κατάθεσης της εκκαλούσας και του συζύγου της). Όμως, την ίδια ημέρα, προέκυψε και ότι αυτοί, ενώ, είχαν υπογράφει την υπ' αριθμ. ... πράξη ενεχυριάσεως της ανωτέρω κοινής προθεσμιακής καταθέσεως τους, προς εξασφάλιση της υπ'αριθμ. ... συμβάσεως πιστώσεως, δι ανοικτού λογαριασμού, (που είχε συνάψει η εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με την "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία, εν συνεχεία, απορροφήθηκε, από την Τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε."), δεν είχαν υπογράψει, ως εγγυητές, στη σχετική σύμβαση πιστώσεως, υπέρ της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρίας. Η εν λόγω, υποχρέωση επιβάλλεται, βάσει, των οριζομένων, στην από 22ας/5/1989, ισχύουσα Γνωμοδότηση της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." (Βλ. συνημ. το εν λόγω, έγγραφο, από το οποίο προκύπτει, ότι το συνιστώμενο ενέχυρο θα πρέπει, να συνδέεται, με κάποια σχέση, διότι, άλλως, η σύμβαση μένει μετέωρη και ότι, για τη μεγαλύτερη εξασφάλιση της Τράπεζας θα πρέπει, ο τρίτος να ενεχυριάζει τις απαιτήσεις του, αφού, προηγουμένως, υπογράψει, ως εγγυητής). Έτσι, με πρωτοβουλία του γ' κατηγορουμένου, ΔΔ, η εκκαλούσα, ο σύζυγος της και ο εκκαλών κατηγορούμενος, Χ, ως Πρόεδρος του Δ.Σ., Διευθύνων Σύμβουλος και Νόμιμος Εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας, ΣΤΑΡ, κλήθηκαν στο υποκατάστημα ... της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", προκειμένου, αφενός μεν, να συνάψουν ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ, επί της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως πιστώσεως, δι' ανοικτού λογαριασμού, υπέρ της εταιρίας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", (όπως, ο εν λόγω, λογαριασμός είχε διαμορφωθεί με τις τροποποιητικές συμβάσεις, βλ. ανωτ.), ευθυνόμενοι, εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτες, για το ποσό των 600.000.000 ευρώ", στο οποίο αφορούσε ο εν λόγω, λογαριασμός αφετέρου δε, να υπογράψουν νέα Σύμβαση Ενεχύρου της ανωτέρω κοινής προθεσμιακής καταθέσεως τους, (159.175,19 δολ. Η.Π.Α), προς εξασφάλιση -της ανωτέρω, ..., Συμβάσεως Πιστώσεως, υπέρ της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", καθολικής διαδόχου της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".
Πράγματι, στις 13/3/2001, η Ψ και ο σύζυγος της πήγαν, στην ..., στο υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", όπου, αφού, προηγουμένως, ο Διευθυντής τρίτος κατηγορούμενος, Γεώργιος ΖΕΡΒΟΣ, και οι υπάλληλοι, του ίδιου καταστήματος, ΒΒ και ΓΓ, τους παρέσχον όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις, σχετικά με το είδος, με τη φύση και με τις συνέπειες των Συμβάσεων, που επρόκειτο να υπογράψουν, (βλ. τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ΒΒ, ΓΓ και ΣΤ, καθώς και την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του ΔΔ), αυτοί, εν γνώσει, υπέγραψαν τις εξής, συγκεκριμένα, Συμβάσεις: α) τις υπ' αριθ. ..., δύο (2) Συμβάσεις, (μία έκαστος), ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ της υπ; αριθμ. ... Σύμβασης Πιστώσεως, δι' ανοικτού λογαριασμού, υπέρ της εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", (βλ. αμέσως, ανωτ.), και β) τις από 13/3/2001, δύο (2) συμβάσεις, (μία έκαστος) "ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ ΕΚΧΩΡΗΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ", με τις οποίες συνέστησαν, ενέχυρο, υπέρ της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", επί της υπ' αριθμ. ... κοινής καταθέσεως τους, ύψους (τότε) 159.175,19 δολλαρίων ΗΠΑ σε πίστωση του υπ' αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της ως άνω, εταιρίας "ΣΤΑΡ Α.Ε." με την ανωτέρω Τράπεζα, ύψους - τότε - 600.000.000 δρχ. (Βλ. συνημ. όλες τις ανωτ. ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ).
Σχετικώς, με την υπογραφή, στις 13/3/2001, των ανωτέρω Συμβάσεων, ορθώς, επισημαίνεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ότι τόσο, η εγκαλούσα, Ψ, η οποία, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ. ... δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας, (εκδοθέντος από το IB' Παρ. Ασφαλείας Αθηνών, βλ. τη φωτοτυπία αυτού), ήταν επιχειρηματίας όσο και ο σύζυγος της, Ω, ο οποίος σύμφωνα με την αντίστοιχη, προς την ανωτέρω, εγγραφή, επί του υπ' αριθμ. ... δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας, (εκδοθέντος από το Τ Παρ. Ασφαλείας Πειραιώς, βλ. τη φωτοτυπία αυτού), ήταν υπάλληλος και δη πιλότος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, κατά τεκμήριο, είχαν τις απαιτούμενες γραμματικές και κοινωνικές γνώσεις, ώστε, να αντιληφθούν το είδος, τη φύση και τις συνέπειες των εγγράφων - δικαιοπραξιών, τις οποίες υπέγραψαν, σύμφωνα, με τα προαναφερόμενα.
Επίσης, οι μάρτυρες, ΒΒ, ΓΓ και ΣΤ βεβαιώνουν, πειστικά, ότι, η εγκαλούσα και ο ανωτέρω σύζυγος της, πριν, υπογράψουν τις ανωτέρω γραπτές συμβάσεις, διάβασαν το περιεχόμενο τους, το οποίο αναλύθηκε λεπτομερώς και διευκρινίσθηκε, σ' αυτούς, τόσο, από τους ίδιους, όσο, και από τον ΔΔ, τρίτο κατηγορούμενο, Διευθυντή - τότε - του υποκαταστήματος ... της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." (Βλ. τις ένορκες καταθέσεις των ανωτ. μαρτύρων).
Κατόπιν, των κατά τα ανωτέρω προκυψάντων, αποδυναμώνεται καθοριστικά ο ισχυρισμός της εγκαλούσας, Ψ, σύμφωνα, με τον οποίο, στις 13/3/2001, κατά την υπογραφή ,των νέων συμβάσεων παροχής ενεχύρου - εκχώρησης απαιτήσεων, αυτή και ο σύζυγος της παραπλανήθηκαν, σχετικά, με την ταυτότητα των εγγράφων, που υπέγραψαν, ως συμβάσεων ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ και ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ της ανωτέρω κοινής τραπεζικής προθεσμιακής κατάθεσης τους, στην ίδια Τράπεζα, (βλ. ανωτ.).
Επιπροσθέτως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε, ότι η εκκαλούσα Ψ και ο σύζυγος της, πριν, προβούν στην υπογραφή των προαναφερθεισών Συμβάσεων, (Ενεχυριάσεως και Εγγυήσεως), στις 31/3/2001, είχαν ενημερωθεί, τουλάχιστον, για την εγγραφή Προσημειώσεως Υποθήκης (για ποσό 2.201.027,15 ευρώ), υπέρ της Τράπεζας Κύπρου (βλ. ανωτ.), αντιθέτως, από όλα τα στοιχεία συνάγεται ότι αυτοί αγνοούσαν το εν λόγω γεγονός.
Ακολούθως, στις 31/5/2002, εξ αιτίας της επιδεινώσεως της πορείας των οικονομικών της οφειλέτριας εταιρείας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", που έφερε το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", η κατά τα ανωτέρω πιστούχος Τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως, με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό της προαναφερομένης εταιρίας και κάλεσε, τόσο εκείνη, (την εταιρεία), ως πρωτοφειλέτρια, όσο και τον εκκαλούντα Χ (α' κατηγορούμενο), τον Ω και την εκκαλούσα Χ, ως εγγυητές, να καταβάλουν, σ' αυτήν, έκαστος εις ολόκληρον, το χρεωστικό υπόλοιπο του ανωτέρω κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, το οποίο, κατά την 31η /5/2002, ανερχόταν στο ποσό των 196.321,43 € (Βλ. συνημ. το Αντίγραφο λογαριασμού χορηγήσεων επί του λογ. ...). Παραλλήλως, η ανωτέρω Τράπεζα, στις 27/5/2002, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της, κατά της οφειλέτριάς της εταιρίας, "ΣΤΑΡ Α.Ε.", η οποία προερχόταν, από το υπόλοιπο του ανωτέρω κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δέσμευσε και εισέπραξε το σύνολο του ποσού των 177.728,55 €, στο οποίο, ανερχόταν, τότε, η ενεχυριασθείσα, υπέρ αυτής, από την εκκαλούσα και από το σύζυγο της, υπ' αριθμ. ... κοινή προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση αυτών, σε πίστωση του υπ' αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της εταιρίας, με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με την ίδια (την ανωτέρω Τράπεζα), ύψους (κατά το χρόνο της καταρτίσεως της) 600.000.000 δρχ.
Όμως, η "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", επιδιώκοντας την αναγκαστική είσπραξη, μέσω, της δικαστικής οδού, των ανωτέρω απαιτήσεων της, δια της περιουσίας της εκκαλούσας και του συζύγου της, ως εγγυητών, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ.8789/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' αυτών (βλ. το αντίγραφο αυτής), βάσει της οποίας, ως εκτελεστού τίτλου, με την υπ' αριθμ. ... κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση: α) Επί οριζόντιας ιδιοκτησίας -αποθήκης, με τον αριθμό 23, εμβαδού 8,00 Μ2, που βρισκόταν στο υπόγειο και β) επί οριζόντιας ιδιοκτησίας - χώρου στάθμευσης, με τον αριθμό 32, εμβαδού 10,00 Μ2, που βρισκόταν στην πυλωτή της, επί της οδού ...-..., πολυκατοικίας. Η κατά τα ανωτέρω επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθμ. 8789/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεστάλη, (μετά από σχετική αίτηση της εκκαλούσας και του συζύγου της), με την υπ' αριθμ. 4432/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων (βλ. το αντίγραφο αυτής). Εν συνεχεία, η ανωτέρω Τράπεζα, προκειμένου, να εισπράξει αναφερθείσες απαιτήσεις της, κατά της εταιρείας ΣΤΑΡ, δια των περιουσιακών στοιχείων της εκκαλούσας και του συζύγου της, ενέγραψε προσγείωση υποθήκης, επί του ευρισκόμενου στον 6° όροφο της, επί της οδού ...-..., διαμερίσματος της ανωτέρω πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας του Ω, το οποίο, σημειωτέον, ότι ήταν, ήδη, κατεσχημένο αναγκαστικά, από την επισπεύδουσα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (βάσει, της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., και μέχρι τότε, δεν είχε εκπλειστηριασθεί). Η "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", στις 15/4/2004, κατά τον, κατά τα ανωτέρω επιισπευδόμενο, πλειστηριασμό, προέβη σε γραπτή αναγγελία της απαιτήσεως της, ανερχομένης, συνολικά, στο ποσό των 498.629,94 €, (βλ. την, από 15ης /4/2004, αναγγελία της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." και την υπ' αριθμ. ... δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού της ανωτέρω Τράπεζας).
Εκ των ανωτέρω ενεργειών της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.",εις βάρος, των περιουσιακών στοιχείων της Ψ και του συζύγου της Ω, προκύπτει, ότι η συνολική ζημία, την οποία υπέστησαν αυτοί, ως ενεχυρούχοι δανειστές και ως εγγυητές, των οφειλών της εταιρείας ΣΤΑΡ (βλ. ανωτ.), ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των "669.892,99 ευρώ" (177,782,55 ευρώ +492.110,44 ευρώ = 669.892,99 ευρώ).
Από τις επισυναπτόμενες στη παρούσα δικογραφία: α) υπ' αρίθμ. ... Αίτηση Επικύρωσης Συμφωνίας Πιστωτών και Επιχείρησης, που υποβλήθηκε, από τη παρούσα εταιρεία, στο Εφετείο Θράκης, (βλ. τη σελ. 2 αυτής), β) "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ", που επισυνάπτεται στη αμέσως, προηγουμένη Αίτηση, (βλ. ιδίως, τις σελίδες σελ. 5 - 8) και γ) υπ' αρίθμ. 612 / //3 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει, ότι, στις 31/12/2003, η επιχείρηση με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.": ι) όφειλε προς τους πάσης φύσεως πιστωτές της, Δημόσιο, Τράπεζες και Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, το συνολικό ποσό των "18.122.811,26 ευρώ", ιι) όφειλε προς τους συμβαλλομένους πιστωτές της, το ποσό των "11.057.758,89 ευρώ", (ποσοστό 61,0157%, επί του γενικού συνόλου των υποχρεώσεων) και ιιι) ήταν βεβαρημένη με εμπράγματες ασφάλειες, συνολικού ύψους, "14.970.186,40 ευρώ".
Τέλος, από την έγκληση, με στοιχεία ABM A 2004/3736, του ΕΕ, η οποία επισυνάπτεται στη δικογραφία, προκύπτει, ότι ο νυν πρώτος κατηγορούμενος, (εκκαλών), κατηγορήθηκε από τον ανωτέρω, ότι, δια της επιδείξεως απατηλής συμπεριφοράς, όμοιας με την υπό κρίσιν, και με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της εταιρείας του, προσήγγιζε άτομα του φιλικού περιβάλλοντός του, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω εγκαλών, (ΕΕ), από τον οποίο, στις αρχές του Ιουλίου του 2000, απέσπασε, σύμφωνα, με τους ισχυρισμούς του, εγγυητική επιστολή αξίας "300.000 δολ. Η.Π.Α.", προκειμένου, να εισαγάγει η εταιρεία του σιτηρά, σε τιμή, ευκαιρίας, τα οποία κινδύνευαν να χάσουν, εξ αιτίας, του ότι καθυστερούσε η καταβολή σ' αυτήν, της εγκεκριμένης πριμοδότησης της, ύψους 747.467,116 δρχ, από τη Γεν. Γραμματεία Μακεδονίας - Θράκης (του επέδειξαν τη σχετική Εγκριτική Έκθεση). Σύμφωνα, με το περιεχόμενο της ΑΒΜ Α 2004/3736, ο Χ και ο ΕΕ, στις 8/8/2000, συνυπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο νυν εκκαλών ανελάμβανε την υποχρέωση, να του μεταβιβάσει 14.000 μετοχές της εταιρείας του, μέσα, σ' ένα έτος, από τότε, και εφ' όσον, βεβαίως, η εταιρεία ΣΤΑΡ Α.Ε θα εισήγετο στο ΧΑΑ. Ο ΕΕ ισχυρίζεται, ότι υπέστη οικονομική ζημία κ.λ.π. και ότι η εν λόγω, εταιρεία ήταν κατάχρεη με οφειλές 18.277.726,57 ευρώ, ενώ, το μετοχικό της κεφάλαιο ανερχόταν στα 6.215.168,74 ευρώ (βλ. την εν λόγω έγκληση).
Από τη συνεκτίμηση των στοιχείων του αποδεικτικού υλικού, αφ' ενός μεν, προκύπτουν, επαρκείς ενδείξεις, περί του ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, προέβη, τόσο, στις ενέργειες, για τις οποίες παραπέμπεται, με το εκκαλούμενο βούλευμα, για να δικασθεί, ενώπιον, του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όσο, και σε εκείνες, για τις οποίες απηλλάγη με αυτό, οι οποίες συναρτώνται, με τα γεγονότα της 13ης/3/01, αφ' ετέρου δε, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, για τη παραπομπή στο ακροατήριο των συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι, με το ίδιο βούλευμα απηλλάγησαν των κατηγοριών, που τους είχαν αποδοθεί.
Στον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό και στη περιγραφή του εγκλήματος, για το οποίο θα πρέπει, να παραπεμφθεί ο εκκαλών, αναφερόμαστε, ειδικότερα κατωτέρω. Σχετικώς, με τη συναγωγή των προαναφερθέντων, νομικών συμπερασμάτων, εκτίθενται τα ακόλουθα:
Α) Ως προς το παραπεμπτικό σκέλος του εκκαλουμένου βουλεύματος, κατόπιν, όσων, κατά τα ανωτέρω, παρετέθησαν, συνάγεται, ότι με αυτό: Ι) καλώς, κρίθηκαν, ως επαρκείς, οι ενδείξεις που προέκυψαν (στο βαθμό, που απαιτείται, για τη παραπομπή στο ακροατήριο), εις βάρος, του εκκαλούντος κατηγορουμένου, οι οποίες όμως, στοιχειοθετούν το κακούργημα" της απάτης, που διαπράχθηκε, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, προκληθείσας εξ αυτού αντιστοίχου ζημίας σε ξένη περιουσία, συνολικού ύψους, υπερβαίνοντος το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000), δραχμών, (15.000 ευρώ), τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια", κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, (επιτρεπτή η προσθήκη ακόμη και επιβαρυντικής περιστάσεως, από το Συμβούλιο Εφετών, επί εφέσεως του κατηγορουμένου, ΑΠ 1281/85 ΠΧΡ ΛΣΤ 272 κ.λ.π βλ. ανωτ.), σύμφωνα, με την οποία, (την απαγγελθείσα κατηγορία), το εν λόγω έγκλημα εφέρετο ως τελεσθέν βάσει των οριζομένων στις διατάξεις της παραγράφου 3β του άρθρου 386 Π.Κ., ενώ, κατά το χρόνο, της τελέσεως αυτού και για τους λόγους, που αναλύονται κατωτέρω, δεν είχαν θεσπισθεί, ακόμη, οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της τρίτης παραγράφου του άρθρου 386 Π.Κ, οι οποίες συνιστούν νέα ποινική ρύθμιση και τέθηκαν σε ισχύ με το Ν. 2721/99, (η εν λόγω, ρύθμιση, του β ' εδαφ. είναι αυστηρότερη εκείνης, που ίσχυε πριν από το νόμο 2721/99 και εφαρμόζεται, στις πράξεις που τελέσθηκαν μετά από αυτόν, ενώ για τις πρότερον τελεσθείσες (δηλ. πριν από τις 3/6/99), εφαρμόζεται το εδάφιο α της παραγρ. 3, που θεσπίζει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση για το κατηγορούμενο (ΑΠ 1801/07, ΣΤ' Ποινικό Τμήμα).
Ως προς τους λόγους, που προβάλλονται, με την ασκηθείσα έφεση του παραπεμπομένου κατηγορουμένου, σημειώνεται, ότι αυτοί, όχι μόνον, δεν βρίσκουν έρεισμα στα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού αλλ' αντιθέτως, κλονίζονται καθοριστικά από αυτά.
Βάσει, της προαναφερθείσας διερευνήσεως, σε πραγματικό επίπεδο, και κατόπιν, της ποινικής αξιολογήσεως των υπό κρίσιν, ενεργειών, που συναρτώνται αναγκαστικά, με τα γεγονότα της παραπλανήσεως ή μη της εκκαλούσας και του συζύγου της, με το χρόνο τελέσεως αυτής, με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της προκληθείσας πλάνης και των περιουσιακών διαθέσεων των ανωτέρω καθώς και με το αν αυτές οι περιουσιακές διαθέσεις συνεπέφεραν τη περιουσιακή τους ζημία, εστιάζουμε, ειδικότερα, στις ακόλουθες διαπιστώσεις, τις οποίες θεωρούμε καθοριστικές, για τη στοιχειοθέτηση του επιδίκου εγκλήματος . Συγκεκριμένα:
Προέκυψε, ότι, στις 9 Φεβρουαρίου του 1999, όταν καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ. ... ΠΡΑΞΗ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ, εκκρεμούσαν κατά της εταιρείας "ΣΤΑΡ ΑΕ", απαιτήσεις της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Της ΕΛΛΑΔΟΣ", συνολικού ύψους, 300.000.000 δρχ (200.000.000 και 100.000.000 δρχ), βάσει των οποίων είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης από τις 26/8/97 (βλ. ανωτ.).
Προέκυψε, ότι, στις 13 Μαρτίου του 2001, όταν καταρτίσθηκαν οι νέες συμβάσεις παροχής ενεχύρου και εγγυήσεως, η εταιρεία ΣΤΑΡ Α.Ε ήταν βεβαρυμένη οικονομικά ακόμη περισσότερο απ' ότι στις 9/2/99, δεδομένου ότι στις 18/12/2000 η Τράπεζα Κύπρου είχε εγγράψει εις βάρος της προσημείωση υποθήκης για ποσό 2.201.027,15 ευρώ.
Προέκυψε, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος επανελάμβανε την απατηλή συμπεριφορά, που επέδειξε στις 9/2/99, χωρίς, να γνωστοποιήσει τα ανωτέρω, δυσμενή στοιχεία, που αφορούσαν στη περιουσιακή κατάσταση της εν λόγω, εταιρείας, στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της.
(Η επίκληση, μόνον, των αμέσως, ως άνω, μνημονευθεισών οφειλών, παρά το γεγονός, ότι, η εταιρεία ΣΤΑΡ, στις 31/12/03 φέρεται βεβαρημένη με χρέη, ύψους "18.122.811,26 ευρώ", γίνεται, ενδεικτικά, διότι, αυτές οι οφειλές είναι οι μόνες, ως προς τις οποίες, από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει, με βεβαιότητα, απολύτως, συγκεκριμένος χρόνος τελέσεως, ο οποίος, αντιστοίχως, προηγείται, των χρόνων, κατά τους οποίους η εκκαλούσα και ο σύζυγος της προέβησαν στην υπογραφή των υπό κρίσιν, συμβάσεων, (στις 9/2/99 και στις 13/3/01), που απέβησαν οικονομικά ζημιογόνες γι' αυτούς).
Ως εκ των ανωτέρω, δια των ψευδών παραστάσεων, σχετικώς, με την οικονομική ευρωστία της εταιρείας, που έλαβαν χώρα στις 9/2/99, και δια των αντιστοίχου φύσεως διαβεβαιώσεων, περί αυτής, που επαναλαμβάνονταν, μέχρι τις 13/3/01, (καθ'ην στιγμή, αποδεδειγμένα, υφίσταντο πολύ σημαντικά χρέη), δημιουργήθηκε και εδραιώθηκε η πεποίθηση στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της, περί του ότι, στις 13/3/01, δια της υπογραφής των συμβάσεων, τις οποίες κλήθηκαν, να υπογράψουν, όπως, και υπέγραψαν εκείνη την ημέρα, δεν έθεταν, υπό διακινδύνευση, ούτε, τη περιουσία τους, γενικότερα, εγγυόμενοι, υπέρ της "ΣΤΑΡ Α.Ε", (πιστούχου, της Τράπεζας ΑΛΦΑ, βάσει, της υπ'αριθμ. ... Συμβάσεως Πιστώσεως, μετά τη συγχώνευση της με την ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ), ούτε, το ποσό των 159.175,19 δολ. Η.Π.Α, δια της συστάσεως ενεχύρου, επί αυτού. Το γεγονός, ότι δέκα πέντε μήνες, μετά τη κατάρτιση της πρώτης Συμβάσεως, (της υπ' αριθμ. ...), η εκκαλούσα και ο σύζυγος της εισέπραξαν, κατόπιν, δικού τους αιτήματος, το ήμισυ του ποσού, επί του οποίου, αρχικά, είχαν συστήσει ενέχυρο, (προς ασφάλεια της Τράπεζας, για τις απαιτήσεις της, από την υπ' αριθμ. ... Σύμβαση, βλ. ανωτ.), δεν αρκεί, για να υποβαθμίσει, καθοριστικά, υπέρ του εκκαλούντος, την αποδεικτική ισχύ των γεγονότων, που στηρίζουν την άποψη, περί, της, εκ μέρους του, παραπλανήσεως της εκκαλούσας και του συζύγου της και περί της άμεσα συνδεόμενης, με αυτή τη παραπλάνηση, περιουσιακής τους ζημίας, αντιθέτως, μάλιστα, από την αξιολόγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του εκκαλούντα, συνδυαστικά, με το ιστορικό της παρούσας υποθέσεως, συνάγεται, ότι δι'αυτής, στηρίχθηκε, ακόμη περισσότερο η διαμορφωθείσα εσφαλμένα, (εξ αιτίας, της προηγηθείσας δικής του στάσεως), θετική εντύπωση των ανωτέρω, για τη καλή περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας του, καθ' ήν στιγμή, ήταν πλέον ή βέβαιο, ότι, στις 13/3/01, όταν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της δεσμεύθηκαν, με τη σύμβαση ενεχύρου, επί του ποσού των "159.175,19 δολ. Η.Π.Α." και με τη σύμβαση εγγυήσεως, "εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες", για το αρχικό, συνολικό ποσό των "600.000.000" δρχ, εκκρεμούσαν, εις βάρος της, πολλές και μεγάλου ύψους οικονομικές απαιτήσεις.
Εν κατακλείδι, από όλα τα στοιχεία προέκυψε, στον προαναφερθέντα βαθμό ενδείξεων:
Ι) Ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, στις 9/2/ 99, δια των μνημονευθεισών ψευδών παραστάσεων του, (που αφορούσαν στη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας ΣΤΑΡ, την οποία εκπροσωπούσε), τις οποίες επαναλάμβανε, μέχρι, τις 13/3/01, προς την εκκαλούσα και προς το σύζυγο της, δημιούργησε και εδραίωσε σ' αυτούς πεπλανημένη πεποίθηση, περί ομαλής και κερδοφόρας πορείας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ως άνω εταιρείας και έτσι τους έπεισε, να προβούν, στις 13/3/01, στην υπογραφή των υπό κρίσιν τεσσάρων Συμβάσεων (ενεχύρου και εγγυήσεως), που αναφέρθηκαν, ανωτέρω, εξ αιτίας των οποίων, εκείνοι υπέστησαν εν συνεχεία περιουσιακή ζημία σύμφωνα με τα λεπτομερώς ήδη παρατεθέντα.
II) Ότι ο εκκαλών, ενεργώντας, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΣΤΑΡ ΑΕ", σκόπευε, με τη προαναφερθείσα, κατ' επανάληψη εκδηλωθείσα, συμπεριφορά του, να ενισχύσει παράνομα τη περιουσία της, δια της οικονομικής συμβολής της εκκαλούσας και του συζύγου της, στη κάλυψη των κατ' αυτής απαιτήσεων, αρχικώς, της Τράπεζας ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, οι οποίες στηρίζονταν στην υπ' αριθμ. ... Σύμβαση Πιστώσεως και των τροποποιητικών αυτής, συνολικού ποσού "600.000.000 δρχ", και, εν συνεχεία, της ALPHA BANK, με την οποία συγχωνεύθηκε η πρώτη (βλ. ανωτ.).
ΙΙΙ) Εάν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, από τις 9/2/99, μέχρι και τις 13/3/01, είχαν υπ' όψιν τους την αληθινή εικόνα της περιουσιακής καταστάσεως της "ΣΤΑΡ Α.Ε." και όχι αυτή, που τους παρουσίαζε ο εκκαλών κατηγορούμενος, δεν θα δεσμεύονταν με την υπογραφή των επιδίκων τεσσάρων Συμβάσεων, δια των οποίων έθεσαν, σε άμεσο και βέβαιο κίνδυνο τη δική τους περιουσία, όπως, και συνέβη, δια της επελθούσας βλάβης αυτής (βλ. ανωτ. αλλά και αμέσως, κατωτ.).
IV) Η περιουσιακή ζημία την οποία υπέστησαν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της αποτελείται, ειδικότερα:
α) Από το ποσό των "177.782,55 ευρώ", το οποίο, (όπως, αναφέρεται και στην έγκληση, (σελ. 16), αποτελούσε το σύνολο του ενεχυριασμένου δολλαριακού λογαριασμού τους, όπως δε, προκύπτει, από τα δύο αντίγραφα των συνημμένων ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ, που υπογράφηκαν, στις 13/3/01, το ανωτέρω ποσό προέρχεται από το ποσό των "159.175,19 δολ. Η.Π.Α.", που ήταν κατατεθειμένο, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό καταθέσεως της εκκαλούσας και του συζύγου της, επί του οποίου συνεστήθη ενέχυρο, στις 13/3/01, προς ασφάλεια της υπ' αριθμ. ... Συμβάσεως Πιστώσεως (βλ.τα εν λόγω, έγγραφα, ως ανωτ.).
Συνεπώς, από τις 13/3/01 και εντεύθεν, οι απαιτήσεις της Τράπεζας, που απέρρεαν, από την υπ' αριθμ. ... Σύμβαση Πιστώσεως και από τις τροποποιητικές αυτής συμβάσεις, διασφαλίζονταν, με τις δύο νέες Συμβάσεις ενεχύρου, που είχαν συσταθεί, (αναγκαστικά, λόγω, της συγχωνεύσεως των Τραπεζών, για την εξασφάλιση της ALPHA BANK, επί του ποσού των "159.175,19 δολ. Η.Π.Α."), και όχι, με τη προηγουμένη, υπ' αριθμ. ... Σύμβαση (βλ. ανωτ.), η οποία, μετά τη 13η/3/01, κατέστη ανενεργή. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται προφανές, ότι η είσπραξη του ποσού των "177.782,55 ευρώ" από τη Τράπεζα ALPHA BANK υλοποιήθηκε, βάσει, των Συμβάσεων ενεχύρου, που συνεστήθησαν, στις 13/3/01, και όχι βάσει, της υπ' αριθμ. ... ΠΡΑΞΕΩΣ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ, που υπογράφηκε, στις 9/2/99.
β) Από το ποσό των "492.110,44 ευρώ", το οποίο, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, διατάχθηκαν να καταβάλουν, με την υπ' αριθμ. 8789/2003 Διαταγή Πληρωμής, η οποία εκδόθηκε, κατ' αυτών, βάσει, των δύο Συμβάσεων Εγγυήσεως, που υπογράφηκαν, από την εκκαλούσα και από το σύζυγο της, στις 13/3/01, εξ αιτίας, της παραπλανήσεως τους από τον πρώτο κατηγορούμενο, η οποία όμως, υπήρξε αποτέλεσμα, (όπως, και στις περιπτώσεις των συμβάσεων ενεχύρου, που καταρτίσθηκαν, επίσης, στις 13/3/01), της εκ μέρους του παραστάσεως ψευδών στοιχείων, ως προς την εν γένει, περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, η οποία έλαβε χώρα στις 9/2/ 99 και επαναλαμβανόταν, μέχρι τις 13/3/01 (βλ. ανωτ.), και δεν οφείλεται στο γεγονός, ότι παρεπλανήθησαν, ως προς το περιεχόμενο, των Συμβάσεων Εγγυήσεως, τις οποίες υπέγραψαν, χωρίς, να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις, που ανελάμβαναν, δια της υπογραφής τους (βλ. ανωτ.). Η είσπραξη του ανωτέρω ποσού επιδιώχθηκε, δια της κατασχέσεως της, πέραν, του ενεχυριασθέντος ποσού, περιουσίας των ζημιωθέντων.
Εκ των αμέσως, ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα, ότι αμφότερες οι προαναφερθείσες, επιζήμιες περιουσιακές διαθέσεις, υπήρξαν αποτέλεσμα της ίδιας παραπλανητικής συμπεριφοράς του εκκαλούντα, που έλαβε χώρα στις 9/2/99, ενισχυθείσα με επακολουθήσασες ενέργειες του, απατηλού χαρακτήρα, ομοίου προς εκείνον της ανωτέρω συμπεριφοράς, έως τις 13/3/01, δηλαδή, έως ότου, καλλιεργήθηκε στους εξαπατηθέντες η επιδιωκομένη από αυτόν, πλάνη (βλ. ανωτ. ως και ΑΠ 935/03 ΠΧΡ ΝΔ 2004, σελ. 219), και συνδέονται, (οι εν λόγω, διαθέσεις), με την υπογραφή των δύο Συμβάσεων Ενεχύρου και των δύο Συμβάσεων Εγγυήσεως, στις 13/3/01.
Οι ανωτέρω ενέργειες του εκκαλούντα στοιχειοθετούν προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, τελεσθείσας, άπαξ όχι, κατ' εξακολούθηση, εφ' όσον, στη παρούσα περίπτωση, δεν έλαβαν χώρα περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους και κάθε μια να περιέχει τα στοιχεία του εγκλήματος της απάτης κ.λ.π. αλλά στις 9/2/99, εκδηλώθηκε από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο παραπλανητική συμπεριφορά, που συνεχίσθηκε με απατηλές διαβεβαιώσεις, οι οποίες επαναλαμβάνονταν, μέχρι τη πραγματοποίηση του προαναφερθέντος σκοπουμένου στόχου, δηλαδή, μέχρις τις 13 / 3 / 01, όταν καλλιεργήθηκε στους εξαπατηθέντες η επιδιωκόμενη πλάνη, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η υπογραφή όλων των επίμαχων Συμβάσεων, την ίδια ημέρα (δηλ. στις 13/3/01, βλ. ανωτ.), των οποίων η ενεργοποίηση επέφερε τη πρόκληση των ανωτέρω ζημιών στη περιουσία της εκκαλούσας και του συζύγου της (Βλ. ΑΠ 935 / 03 ΠΧΡ ΝΔ 2004, σελ. 219 και ανωτ. το αντίστ. Νομικό μέρος, επί του κατ' εξακολ. Εγκλήματος).
Ιδιαιτέρως τονίζεται, ότι από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει, πλέον ή επαρκώς, ότι στο πρόσωπο του εκκαλούντα κατηγορουμένου συντρέχουν τα επιβαρυντικά στοιχεία του ότι "μετέρχεται, απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια", δεδομένου, ότι προέκυψε, στον προαναφερόμενο βαθμό ενδείξεων, ότι αυτός, κατά τρόπο, ανενδοίαστο και οργανωμένο, προέβαινε σε ενέργειες, χαρακτήρα, όμοιου αυτού, των υπό κρίσιν πράξεων, και μάλιστα, εις βάρος, ατόμων, του φιλικού του περιβάλλοντος, εκμεταλλευόμενος τη μεταξύ τους, οικειότητα, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη, που έτρεφαν εκείνοι, για το πρόσωπο του αλλά και το γεγονός, ότι εκπροσωπούσε μια εταιρεία, η οποία, είχε, πράγματι, "γράψει ιστορία" στον επιχειρηματικό χώρο, στον οποίο δραστηριοποιείτο (βλ. ανωτ. τη περίπτωση του ΕΕ), με σκοπό, να εξασφαλίσει εισόδημα, προς βιοπορισμό, ως και ότι, ως εκ της προσωπικότητας του, ρέπει, προς τη τέλεση τέτοιων πράξεων. Κατά την άποψη μου, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, για το χαρακτηρισμό της προσωπικότητας του εκκαλούντα κατηγορουμένου, το γεγονός, ότι αυτός τέλεσε τις υπό κρίσιν ενέργειες, ενώ, γνώριζε, από τη πρώτη στιγμή, που πρότεινε στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της, να "συνεργασθούν οικονομικά", ότι η εταιρεία του εβαρύνετο ήδη, με χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων (από το 1997, εκκρεμούσαν προσημειώσεις υποθήκης, ύψους 300.000.000 δρχ) (βλ. ανωτ.), ως και ότι εξακολούθησε, να καλλιεργεί και να εκμεταλλεύεται τις προσδοκίες των ανωτέρω, για επικερδή επένδυση των χρημάτων τους, μέσω, της εταιρεία "ΣΤΑΡ ΑΕ", καίτοι, από όλα τα στοιχεία της επιχειρηματικής της πορείας και της οικονομικής της καταστάσεως προέκυπτε, μια σημαντικά προϊούσα επιδείνωση αυτής, ως και ότι ήταν πλέον, εξ αντικειμένου αδύνατον, να επέλθει βελτίωση στα οικονομικά της, και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε, να είναι σε θέση, αφ' ενός μεν, να καλύψει τις, απαιτητές, ύψους "εκατομμυρίων ευρώ", οφειλές της, προς τρίτους (Δημόσιο και ιδιώτες), αφ' ετέρου δε, να ικανοποιήσει τις επιχειρηματικές προσδοκίες της εκκαλούσας και του συζύγου της, τις οποίες εκείνος είχε δημιουργήσει (Βλ. ανωτ. την αίτηση στο Εφετείο Θράκης).
Β) Ως προς το απαλλακτικό σκέλος του εκκαλουμένου βουλεύματος και τους αντιστοίχους, προβληθέντες από την εκκαλούσα, λόγους εφέσεως, πέραν, των ήδη, παρατεθέντων, αναφέρονται και τα εξής:
Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, επαρκώς, ότι η εκκαλούσα Ψκαι ο σύζυγος της, στις 9/2/99 και στις 13/3/01, δεν γνώριζαν την έννοια του περιεχομένου των Συμβάσεων, που υπέγραψαν. Αντίθετα, προέκυψε, ότι ενημερώθηκαν, από τους αρμοδίους υπαλλήλους. Επισημαίνεται, ιδιαιτέρως, ότι το κρισιμότερο γι' αυτούς τμήμα, από το περιεχόμενο των, μιάμισης, μόνο, σελίδας, Συμβάσεων Εγγυήσεως, αναπτύσσεται στη πρώτη σελίδα εκάστης εξ αυτών, στην οποία γράφεται, με απόλυτη σαφήνεια και κατά τρόπο, πλήρως, κατανοητό στον οποιοδήποτε, μέσης νοημοσύνης και ανεξαρτήτως μορφώσεως, άνθρωπο, ότι "οι συμβαλλόμενοι ευθύνονταν, εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτες". Οι προβληματισμοί της εκκαλούσας, ως προς τη σκοπιμότητα, της εκ μέρους τους υπογραφής των επιδίκων Συμβάσεων, τις οποίες χαρακτηρίζει επαχθείς, δεν συναρτώνται αιτιωδώς, με την απόδοση "δολίων κινήτρων" στον απαλλασόμενο, (με το πρωτόδικο βούλευμα), τραπεζικό υπάλληλο ΔΔ, δεν συνιστούν, εις βάρος του, επαρκείς ενδείξεις τελέσεως του επιδίκου εγκλήματος και, κατά συνέπεια, δεν αρκούν για τη παραπομπή του.
Μάλιστα δε, από το ίδιο το γεγονός, (το οποίο προέκυψε από τα προαναφερθέντα), ότι η εκκαλούσα και ο σύζυγος της ενήργησαν παραπλανηθέντες από τον εκκαλούντα, (α' κατηγορούμενο), επειδή, πίστεψαν, ότι η εταιρεία "ΣΤΑΡ ΑΕ" αντιμετώπιζε, μόνο, πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία και είχε ανάγκη διευκολύνσεων, ειδικά, για τις συναλλαγές της στο εξωτερικό (βλ. έγκληση σελ. 2 και 3), αλλά και ότι επέκειντο, η Επιχορήγηση της, βάσει, του Αναπτυξιακού Νόμου και ιδίως, η Εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο, δίδονται, και οι απαντήσεις, στα "ρητορικά" ερωτήματα της εκκαλούσας, για το κίνητρο των ενεργειών της ιδίας και του συζύγου της, διότι είναι προφανές, ότι, εν όψει, των ως άνω, "αναμενόμενων θετικών εξελίξεων", αυτοί είχαν κίνητρο για να εγγυηθούν κ.λ.π, (δια της υπογραφής των επίμαχων συμβάσεων), εφ' όσον, ήταν πεπεισμένοι για το ότι υπήρχε βάσιμη και θετική προσδοκία, ως προς τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της "ΣΤΑΡ ΑΕ" και ότι, ως εκ τούτου, οι ίδιοι θα είχαν οικονομικό όφελος, όχι μόνον, εκ του υψηλότερου επιτοκίου, με το οποίο θα υπολογίζονταν οι τόκοι των καταθέσεων τους αλλά, κυρίως, και εκ της ανόδου της μετοχής της εταιρείας, μετά την εισαγωγή της στο Χ.Α.Α. Τελικώς, σημειώνεται, ότι οι λοιποί προβληματισμοί της εκκαλούσας δεν συναρτώνται με γεγονότα, που ασκούν επιρροή στη συγκρότηση του επιδίκου εγκλήματος, εις βάρος, των κατηγορουμένων, που απηλλάγησαν με το εκκαλούμενο βούλευμα, και, ως εκ τούτου, παρέλκει ν' ασχοληθούμε με αυτούς.
Περαιτέρω, καθίσταται προφανές, ότι, κατόπιν, όσων εξετέθησαν, ως προς τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, εις βάρος, του εκκαλούντα, Χ, θα πρέπει, να τροποποιηθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, καθ' ό μέρος αφορά σ' αυτόν και να αναδιατυπωθεί n κατηγορία για την οποία θα παραπεμφθεί, προκειμένου να δικασθεί, ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης, σύμφωνα, με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.3α-1β Π.Κ, με χρόνο, εκδηλώσεως της παραπλανητικής συμπεριφοράς, την 9η/2/99 . Η υπογραφή των κρισίμων συμβάσεων στις 13/3/01, είναι το αποτέλεσμα της παραπλάνησης, που εκδηλώθηκε, στις 9/2/99.
Η κατά τα προαναφερθέντα παραπομπή κατηγορουμένου, για πράξη, για την οποία απηλλάγη, με το πρωτόδικο βούλευμα είναι επιτρεπτή, εφ' όσον, το Συμβούλιό σας αποφαινόμενο, κατόπιν, δικής του εφέσεως, νομίμως, μπορεί να καταστήσει, ακόμη και χείρονα τη θέση του. Η αναδιατύπωση της κατηγορίας, για την οποία παραπέμφθηκε ο εκκαλών α 'κατηγορούμενος, με το εκκαλούμενο βούλευμα, προτείνεται, ως πλέον δόκιμη.
(Το νόμιμο των ανωτέρω μεταβολών της κατηγορίας προκύπτει, από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 317 παρ. 1,2 και 318 Κ.Π.Δ., περί της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας του Συμβουλίου Εφετών, καθ' ό μέρος αυτές συναρτώνται, με στοιχεία του χαρακτηρισμού και του, εν γένει, βάσιμου της κατηγορίας, τα οποίος λαμβάνονται, υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως).
Τόσο, η ανωτέρω παραπομπή, όσο και η αναδιατύπωση της επίδικης κατηγορίας πραγματοποιούνται, δια της χρησιμοποιήσεως στοιχείων, τα οποία, όχι μόνον, περιέχονται στη παρούσα δικογραφία και περιλαμβάνονται στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος αλλά, αποτελούν και αντικείμενο της κατηγορίας, που απαγγέλθηκε εις βάρος, του εκκαλούντα, από τον Ανακριτή, με συνέπεια, εκείνος, να έχει, ήδη, λάβει, γνώση όλων αυτών, ως στοιχείων της κατηγορίας, που τον βαρύνει .
Ο προσδιορισμός της 9ης/2/99, ως χρόνου τελέσεως και ο νομικός χαρακτηρισμός του εγκλήματος, ως τελεσθέντος άπαξ και όχι κατ' εξακολούθηση, δεν επιβαρύνουν τη θέση του εκκαλούντα.
Ο προσδιορισμός της απάτης, ως τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, είναι επιτρεπτή και δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας και μάλιστα, ανεπίτρεπτη.
Σημειώνεται, ιδιαιτέρως, ότι στη προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται, καν, περί χειροτερεύσεως, της θέσεως του ασκήσαντος έφεση κατηγορουμένου, η οποία εξ άλλου είναι επιτρεπτή για το Συμβούλιο Εφετών, (άρθρο 318 Κ.Π.Δ), αλλά, περί "σαφέστερου προσδιορισμού των στοιχείων της πράξεως, με τη προσθήκη στοιχείων, που περιέχονται, στη δικογραφία" (όπως, τα συγκεκριμένα χρέη, που υφίσταντο, πριν από τις 9/2/99 και μεταξύ 9ης/2/99 και 13ης/3/01,), (ΑΠ 1187/86 ΠΧΡΛΣΤ 1015, ΑΠ 1378/92 ΠΧΡ MB 1046, 1281/85 ΠΧΡ ΛΣΤ 272,που αναφέρονται, σε μεταβολή του προσώπου του παθόντος και στη προσθήκη και άλλων φυσικών προσώπων, ως πλανηθέντων, η δε ΑΠ 1281/85 ΠΧΡ ΛΣΤ 272 αναφέρεται, σε προσθήκη επιβαρυντικής περίπτωσης, από το Συμβούλιο εφετών, επί εφέσεως, κατηγορουμένου κ.λ.π), και περί "ορθότερης διατυπώσεως" της ίδιας (κατά τα αντικειμενικά στοιχεία) κατηγορίας, η οποία υπάγεται στις υποχρεώσεις, που λαμβάνονται, υπ' όψιν, αυτεπαγγέλτως, από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, διότι, συναρτάται άμεσα και αναγκαία με τη σωστή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η οποία βεβαίως, πρέπει, να επιτυγχάνεται, χωρίς Πρόκληση Ανεπίτρεπτης Μεταβολής της Κατηγορίας και χωρίς Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3° της ΕΣΔΑ.
Η κατά τα ανωτέρω εισήγηση μας, θεωρούμενη υπό το πρίσμα της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 3α της ΕΣΔΑ, δεν έρχεται σε σύγκρουση με αυτήν, εφ' όσον δεν αναφέρεται σε στοιχεία που δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος όταν απελογείτο και, ως εκ τούτου, δεν γεννάται θέμα απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας λόγω παραβιάσεως του άρθρου 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ. (ως προς την υπεράσπιση του κατηγορουμένου), λαμβανομένης υπ' όψιν, και αυτεπαγγέλτως, και δυναμένης να προβληθεί μέχρι της αμετακλήτου παραπομπής (άρθρο 173 παρ. 2 Κ.Π.Δ., κατ' αναλ. Βλ. σχετ. ΕΔΔΑ απόφ. της 25.99. επί υποθέσ. Pellisier κατά Γαλλίας και απόφ. 10.2.95, Catalon κατά Ισπανίας).
Κατά τα λοιπά, αναφερόμεθα, συμπληρωματικά, προς όσα παραθέσαμε, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις και στις ορθές παραθέσεις νομικών διατάξεων του προσβαλλομένου, υπ'αριθμ 2962/16-1-07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1, 27 § 1 και 386 § 1-3α Π.Κ. (όπως το τελ. αντικ. με το αρ. 14 § 4 ν.2721/99), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε τις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο ο τρόπος παραπλανήσεως της εγκαλούσας Ψ και του συζύγου της Ω (που απεβίωσε στις 28-3-2005) εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που είναι η παράσταση εν γνώσει του ψευδών γεγονότων ως αληθινών, όσο και ο τρόπος επελεύσεως της ζημίας των ανωτέρω, καθώς και ο σκοπός αυτού (αναιρεσείοντος) να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία της παθούσας και του συζύγου της, ενώ προσδιορίζεται με σαφήνεια και το ύψος της ζημίας των τελευταίων, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος, αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης, καθόσον στηρίχθηκε η κρίση του εκδόσαντος το βούλευμα αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην τέλεση της εν λόγω πράξεως, όπως και σε άλλα πρόσωπα του φιλικού του περιβάλλοντος, κατά τρόπο ανενδοίαστο και οργανωμένο, εκμεταλλευόμενος την οικειότητα, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη, που έτρεφαν οι παθόντες προς το πρόσωπό του, αλλά και το γεγονός ότι εκπροσωπούσε μία εταιρεία που είχε "γράψει ιστορία" στον επιχειρηματικό χώρο, όπου εδραστηριοποιείτο, από την οποία προκύπτει σκοπός του κατηγορουμένου να εξασφαλίσει εισόδημα προς βιοπορισμό και σταθερή ροπή αυτού προς της διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, που προβλέπονται από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμοι και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 111/2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορούμενου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 641/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 618/12-11-2007 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 2692/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και επικυρώθηκε αυτό, αφού προηγουμένως χαρακτηρίστηκε - τροποποιήθηκε επί το ορθότερο η αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος σε απάτη, που διαπράχθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, παραπέμφθηκε δε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστεί για την ως άνω πράξη. Από τη διάταξη του άρθρου 386 §§ 1, 3 Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΚΠΔ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Ειδικότερα, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι, όμως, ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή του έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό, εισοδήματος. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ, 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων - ένορκες και ανωμοτί απολογίες κατηγορουμένου και λοιπών συγκατηγορουμένων του, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, αλλά και από τα υπομνήματα αυτών, καθώς και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση:
"Στις αρχές του έτους 1999, ο πρώτος εγκαλούμενος, εκκαλών κατηγορούμενος, Χ, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων σύμβουλος και Νόμιμος Εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ..., (στο ... χιλιόμετρο Νέας Εθνικής Οδού ...-...), εταιρείας, με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", έχουσας το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", και ο δεύτερος εγκαλούμενος, γιος του, ΑΑ, κατοικούσαν στην επί της οδού ...-... πολυκατοικία, όπου, επίσης, διέμεναν η εκκαλούσα -πολιτικώς ενάγουσα, Ψ και ο σύζυγος της, Ω, (ο οποίος απεβίωσε, στις 28/3/2005), με τους οποίους, (οι δύο πρώτοι), διατηρούσαν στενότατες φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Στο πλαίσιο των ανωτέρω κοινωνικών επαφών τους, ο εκκαλών ανέφερε στην εκκαλούσα και στο σύζυγό της, ότι οι ίδιοι, ως επιχειρηματίες, ήταν πολύ ευκατάστατοι, με μεγάλη οικονομική άνεση και τεράστια, ελεύθερη βαρών, περιουσία ότι η ως άνω εταιρία τους ήταν μια επιτυχημένη και κερδοφόρα επιχείρηση, με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, χωρίς βάρη και δανειακές υποχρεώσεις, η οποία, μάλιστα, επρόκειτο να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και ότι, ως εκ τούτου, η εκ μέρους τους οικονομική επένδυση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της, χάρη στην οποία, θα καθίστατο ευκολότερη η έκδοση εγγυητικών επιστολών σε συνάλλαγμα, υπέρ της εταιρείας, για τις συναλλαγές της στο εξωτερικό, θα είχε γι' αυτούς ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον, διότι, θα τους εξασφάλιζε, χωρίς, διακινδύνευση, εισόδημα από τόκους, το οποίο θα προέκυπτε, βάσει, επιτοκίου, μεγαλυτέρου, κατά 1%, από το τρέχον. Οι σχετικές συζητήσεις αφορούσαν στη σύσταση ενεχύρου, για ποσό 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α, δια του οποίου θα εξασφαλίζονταν οι απαιτήσεις της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.",σύμφωνα, με τα κατωτέρω, ειδικότερα αναφερόμενα. Την ανωτέρω πρόταση διατύπωσε, μόνος του, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη ή συμμετοχή του γιου του και β' κατηγορουμένου, ΑΑ (βλ. την από 25ης/1/2007, ανωμοτί κατάθεση της εκκαλούσας ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή). Όπως προκύπτει, από το επισυναπτόμενο, Ιδιωτικό Συμφωνητικό, με ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 1999, που συνήφθη, μεταξύ, του εκκαλούντος Χ και του Ω, ο εκκαλών, προκειμένου, να διαλύσει οποιαδήποτε ανησυχία της εκκαλούσας και του συζύγου της, σχετικά, με τη δυνατότητα του ίδιου και της εταιρίας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", με το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", να τους εξοφλήσουν το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, σε περίπτωση, κατά την οποία η "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." προέβαινε σε οποιαδήποτε δέσμευση ή είσπραξη της ενεχυρασθείσας καταθέσεως τους, αφενός μεν, εξέδωσε, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, (η οποία θα όφειλε το εν λόγω ποσό), την υπ' αριθμ. ..., λευκή - ως προς την ημερομηνία έκδοσης - επιταγή, ποσού 87.607.800 δρχ., σε διαταγή του Ω, την οποία και του παρέδωσε, αφετέρου δε, παρέδωσε σε αμφότερους, ως ενέχυρο, 4.000 ανώνυμες - εις τον κομιστή - μετοχές της ανωτέρω εταιρίας, "ΣΤΑΡ Α.Ε.", ονομαστικής αξίας 1.317 δρχ. και πραγματικής αξίας - κατά τους ισχυρισμούς του - 25.000 δρχ. εκάστη. Στο προαναφερόμενο Ιδιωτικό Συμφωνητικό "της 4ης Φεβρουαρίου 1999", από το οποίο προκύπτουν η έκδοση και η παράδοση της ανωτέρω επιταγής και η κατάρτιση ενεχύρου, επί των μετοχών της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", αναφέρεται, επίσης, ότι η ανωτέρω εταιρεία είναι οφειλέτρια ποσού "306.000 δολλαρίων Η.Π.Α", "το οποίο θα επιστραφεί την 9η/8/99" και ότι ο δανειστής (Ω) προέβη σε άτοκο και φιλικό δανεισμό". Υπό τις ως άνω, συνθήκες, η εκκαλούσα εγκαλούσα και ο σύζυγος της πείσθηκαν, να χρηματοδοτήσουν την εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με το ποσό των "300.000" δολλαρίων ΗΠΑ, και έτσι, στις 9 Φεβρουαρίου 1999, αφού, προηγουμένως, κατέθεσαν το ποσό των 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, στον υπ' αριθμ. ... κοινό προθεσμιακό λογαριασμό στην "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. ... Πράξη ενεχυριάσεως "συνέστησαν ενέχυρο, υπέρ της Τράπεζας, με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", επί του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της κοινής καταθέσεως τους, (αυτής και του ανωτέρω συζύγου της), σε δολλάρια ΗΠΑ, στην ίδια ανωτέρω Τράπεζα, εις ασφάλεια των απαιτήσεων της τελευταίας, κατά της προαναφερόμενης εταιρίας, για κάθε απαίτηση της, που προερχόταν, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης, δι' ανοικτού λογαριασμού, (αρχικού ποσού 230.000.000 δρχ.), μέχρι του ποσού των 600.000.000, (εξακοσίων εκατομμυρίων δρχ.), τον οποίο η ανωτέρω εταιρία, είχε, προηγουμένως, συνάψει, με την προαναφερομένη Τράπεζα, όπως, αυτή η σύμβαση είχε διαμορφωθεί, μετά τις ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ, που καταρτίσθηκαν την 1η/8/1997, (για ποσό 100.000.000 δρχ), στις 24/9/1998, (για ποσό 50.000.000 δρχ) και στις 25/11/1998, (για ποσό 250.000.000 δρχ)" (Βλ. συνημ. όλα τα ανωτέρω έγγραφα). Σύμφωνα, με τα αναγραφόμενα στο υπ' αρίθμ. ... ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ του ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, που επισυνάπτεται, στη δικογραφία, στις 9 Φεβρουαρίου του 1999, δηλαδή, κατά το χρόνο καταρτίσεως της ΠΡΑΞΕΩΣ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ, υπέρ της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, επί του ποσού των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α, (βλ. ανωτ.), ήσαν ήδη απαιτητές οφειλές της εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", προς την ως άνω Τράπεζα, ύψους "100.000.000 δρχ" και "200.000.000 δρχ", προς εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί, αντιστοίχως, στις 26/8/1997, στο Τόμο ... και στο φύλλο ..., οι υπ' αρίθμ. 1 και 2 ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ, υπέρ της εν λόγω, Τράπεζας. Οι εν λόγω, Προσημειώσεις ετράπησαν, σε υποθήκες, για ποσά 293.470,20 ευρώ και 586.940,40 ευρώ, στις 7/4/04 (Βλ. το ανωτέρω Πιστοποιητικό). Εκ των ανωτέρω, προκύπτει, ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, (στις 9/2/99), η εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", (προς διασφάλιση των απαιτήσεων της οποίας, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της συνέστησαν ενέχυρο, επί του ποσού των 300.000 δολλαρίων Η.Π.Α.), ήταν, ήδη, βεβαρημένη, με την ανωτέρω, εξαιρετικά σημαντική οφειλή, συνολικού ύψους, τότε, τουλάχιστον "300.000.000 δρχ", την οποία δεν μπορούσε να καλύψει, με τα δικά της έσοδα, (μάλιστα, εκ του γεγονότος της μετατροπής αυτών των προσημειώσεων σε υποθήκες, το έτος 2004, προκύπτει, ότι η εν λόγω, οικονομική αδυναμία δεν ήταν παροδική), ως και ότι η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, όχι μόνο, δεν είχαν λάβει γνώση αυτού του γεγονότος, αλλά, αντιθέτως, συνεπεία, των προαναφερθεισών, ψευδών παραστάσεων του εκκαλούντα, ως προς την οικονομική ευρωστία του ιδίου και της, ως άνω, εταιρείας, είχε δημιουργηθεί σ' αυτούς η πεποίθηση, ότι με τη συμβολή της δικής τους χρηματοδοτήσεως, η μεν εταιρεία θα διευκολυνόταν, κατά τις συναλλαγές της στο εξωτερικό, αυτοί δε, προέβαιναν, σε επικερδή επένδυση. Μετά ταύτα, στις 16/5/2000, δηλαδή, μετά παρέλευση δέκα πέντε μηνών, από της καταρτίσεως της υπ' αριθμ. ... Πράξεως, ενεχυριάσεως απαιτήσεως, (Βλ.ανωτ.), και ενώ, η προθεσμιακή κατάθεση τους των 300.000 δολ. Η.Π.Α είχε υπερβεί το ποσό των 320.000 δολλαρίων Η.Π.Α χάρι, στον κερδοφόρο τοκισμό τους, (όπως, αναφέρεται στην έγκληση, σελ. 5), η εγκαλούσα και ο σύζυγος της, προς κάλυψη εκτάκτων οικονομικών αναγκών τους, πραγματοποίησαν ανάληψη ποσού 163.358 δολλαρίων ΗΠΑ, από τον, ως άνω, υπ' αριθμ. ... ενεχυριασθέντα κοινό προθεσμιακό Τραπεζικό λογαριασμό τους, με αποτέλεσμα, στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, (ο οποίος, μετά την ενεχυρίαση του ποσού των 300.000 δολ. Η.Π.Α προοριζόταν, για εξυπηρέτηση του υπ' αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της εταιρίας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με την "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", να μείνει πλέον, κατατεθειμένο, μόνον, το ποσό των "160.000" δολλαρίων ΗΠΑ. Μετά την ανάληψη των 163.358 δολλαρίων ΗΠΑ, κατόπιν, αιτήματος του εκκαλούντα κατηγορουμένου, Χ, (το οποίο έγινε δεκτό, από την εκκαλούσα και από το σύζυγο της), αφ' ενός μεν επεστράφησαν, στις 17/5/2000, 2.000 μετοχές της εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", αφετέρου δε, αντικατεστάθη η υπ αριθμ. ..., λευκή - προς την ημερομηνία έκδοσης - επιταγής, ποσού 87.607.800 δρχ, με την υπ' αριθμ. ..., νέα, λευκή - ως προς τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης - οπισθογραφημένη επιταγή της Γενικής Τράπεζας (Κεντρικό Κατάστημα), εκδόσεως του β' κατηγορουμένου, ΑΑ, σε διαταγή του, ποσού 170.212,00 € (βλ. το αντίγραφο της ανωτέρω επιταγής και το χειρόγραφο σημείωμα, με ημερομηνία 17/5/2000, με τον έντυπο τίτλο STAR). Στις 18 Δεκεμβρίου του 2000, ενεγράφη, εις βάρος, της εν λόγω εταιρείας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", Προσημείωση Υποθήκης, για ποσό "2.201.027,15 ευρώ", υπέρ της Τράπεζας Κύπρου (Βλ. σχετ. τις σελ. 6 και 7 του εγγράφου με τίτλο "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ", στην οποία παραπέμπει η συνημμένη σ' αυτήν, υπ' αριθμ. ... Αίτηση Επικύρωσης Συμφωνίας Πιστωτών και Επιχείρησης, που υποβλήθηκε από τη παρούσα εταιρεία στο Εφετείο Θράκης). Εν συνεχεία, το Μάρτιο του έτους 2001, μετά την απορρόφηση της Τράπεζας, "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", από την Τράπεζα, με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, επισκέφθηκαν το Υποκατάστημα της ΑΛΦΑ στην ..., προκειμένου, να διευθετήσουν κάποιο ζήτημα, που είχε ανακύψει, σχετικά, με τη μη καταβολή των τόκων της υπ' αριθμ. ... κοινής προθεσμιακής τραπεζικής κατάθεσης τους, ύψους 300.000 δολλαρίων ΗΠΑ, για ένα τρίμηνο του έτους 2000. Το εν λόγω, ζήτημα, ρυθμίσθηκε από τον Διευθυντή ΔΔ, τρίτο κατηγορούμενο, (μετά, από τη μελέτη του φακέλου της υπ'αριθμ. ... ενεχυριασμένης, κοινής προθεσμιακής τραπεζικής κατάθεσης της εκκαλούσας και του συζύγου της). Όμως, την ίδια ημέρα, προέκυψε και ότι αυτοί, ενώ, είχαν υπογράφει την υπ' αριθμ. ... πράξη ενεχυριάσεως της ανωτέρω κοινής προθεσμιακής καταθέσεως τους, προς εξασφάλιση της υπ'αριθμ. ... συμβάσεως πιστώσεως, δι ανοικτού λογαριασμού, (που είχε συνάψει η εταιρία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με την "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία, εν συνεχεία, απορροφήθηκε, από την Τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε."), δεν είχαν υπογράψει, ως εγγυητές, στη σχετική σύμβαση πιστώσεως, υπέρ της ανωτέρω αναφερόμενης εταιρίας. Η εν λόγω, υποχρέωση επιβάλλεται, βάσει, των οριζομένων, στην από 22ας/5/1989, ισχύουσα Γνωμοδότηση της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." (Βλ. συνημ. το εν λόγω, έγγραφο, από το οποίο προκύπτει, ότι το συνιστώμενο ενέχυρο θα πρέπει, να συνδέεται, με κάποια σχέση, διότι, άλλως, η σύμβαση μένει μετέωρη και ότι, για τη μεγαλύτερη εξασφάλιση της Τράπεζας θα πρέπει, ο τρίτος να ενεχυριάζει τις απαιτήσεις του, αφού, προηγουμένως, υπογράψει, ως εγγυητής). Έτσι, με πρωτοβουλία του γ' κατηγορουμένου, ΔΔ, η εκκαλούσα, ο σύζυγος της και ο εκκαλών κατηγορούμενος, Χ, ως Πρόεδρος του Δ.Σ., Διευθύνων Σύμβουλος και Νόμιμος Εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας, ΣΤΑΡ, κλήθηκαν στο υποκατάστημα ... της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", προκειμένου, αφενός μεν, να συνάψουν ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ, επί της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως πιστώσεως, δι' ανοικτού λογαριασμού, υπέρ της εταιρίας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", (όπως, ο εν λόγω, λογαριασμός είχε διαμορφωθεί με τις τροποποιητικές συμβάσεις, βλ. ανωτ.), ευθυνόμενοι, εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτες, για το ποσό των 600.000.000 ευρώ", στο οποίο αφορούσε ο εν λόγω, λογαριασμός αφετέρου δε, να υπογράψουν νέα Σύμβαση Ενεχύρου της ανωτέρω κοινής προθεσμιακής καταθέσεως τους, (159.175,19 δολ. Η.Π.Α), προς εξασφάλιση -της ανωτέρω, ..., Συμβάσεως Πιστώσεως, υπέρ της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", καθολικής διαδόχου της Τράπεζας "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Πράγματι, στις 13/3/2001, η Ψ και ο σύζυγος της πήγαν, στην ..., στο υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", όπου, αφού, προηγουμένως, ο Διευθυντής τρίτος κατηγορούμενος, ΔΔ, και οι υπάλληλοι, του ίδιου καταστήματος, ΒΒ και ΓΓ, τους παρέσχον όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις, σχετικά με το είδος, με τη φύση και με τις συνέπειες των Συμβάσεων, που επρόκειτο να υπογράψουν, (βλ. τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ΒΒ, ΓΓ και ΣΤ, καθώς και την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του ΔΔ), αυτοί, εν γνώσει, υπέγραψαν τις εξής, συγκεκριμένα, Συμβάσεις: α) τις υπ' αριθ. ..., δύο (2) Συμβάσεις, (μία έκαστος), ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ της υπ' αριθμ. ... Σύμβασης Πιστώσεως, δι' ανοικτού λογαριασμού, υπέρ της εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", "ΣΤΑΡ Α.Ε.", (βλ. αμέσως, ανωτ.), και β) τις από 13/3/2001, δύο (2) συμβάσεις, (μία έκαστος) "ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ ΕΚΧΩΡΗΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ", με τις οποίες συνέστησαν, ενέχυρο, υπέρ της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", επί της υπ' αριθμ. ... κοινής καταθέσεως τους, ύψους (τότε) 159.175,19 δολλαρίων ΗΠΑ σε πίστωση του υπ' αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της ως άνω, εταιρίας "ΣΤΑΡ Α.Ε." με την ανωτέρω Τράπεζα, ύψους - τότε - 600.000.000 δρχ. (Βλ. συνημ. όλες τις ανωτ. ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ). Σχετικώς, με την υπογραφή, στις 13/3/2001, των ανωτέρω Συμβάσεων, ορθώς, επισημαίνεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ότι τόσο, η εγκαλούσα, Ψ, η οποία, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ. ... δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας, (εκδοθέντος από το IB' Παρ. Ασφαλείας Αθηνών, βλ. τη φωτοτυπία αυτού), ήταν επιχειρηματίας όσο και ο σύζυγος της, Ω, ο οποίος σύμφωνα με την αντίστοιχη, προς την ανωτέρω, εγγραφή, επί του υπ' αριθμ. ... δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας, (εκδοθέντος από το Τ Παρ. Ασφαλείας Πειραιώς, βλ. τη φωτοτυπία αυτού), ήταν υπάλληλος και δη πιλότος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, κατά τεκμήριο, είχαν τις απαιτούμενες γραμματικές και κοινωνικές γνώσεις, ώστε, να αντιληφθούν το είδος, τη φύση και τις συνέπειες των εγγράφων - δικαιοπραξιών, τις οποίες υπέγραψαν, σύμφωνα, με τα προαναφερόμενα. Επίσης, οι μάρτυρες, ΒΒ, ΓΓ και ΣΤ βεβαιώνουν, πειστικά, ότι, η εγκαλούσα και ο ανωτέρω σύζυγος της, πριν, υπογράψουν τις ανωτέρω γραπτές συμβάσεις, διάβασαν το περιεχόμενο τους, το οποίο αναλύθηκε λεπτομερώς και διευκρινίσθηκε, σ' αυτούς, τόσο, από τους ίδιους, όσο, και από τον ΔΔ, τρίτο κατηγορούμενο, Διευθυντή - τότε - του υποκαταστήματος ... της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.". (Βλ. τις ένορκες καταθέσεις των ανωτ. μαρτύρων). Κατόπιν, των κατά τα ανωτέρω προκυψάντων, αποδυναμώνεται καθοριστικά ο ισχυρισμός της εγκαλούσας, Ψ, σύμφωνα, με τον οποίο, στις 13/3/2001, κατά την υπογραφή, των νέων συμβάσεων παροχής ενεχύρου - εκχώρησης απαιτήσεων, αυτή και ο σύζυγος της παραπλανήθηκαν, σχετικά, με την ταυτότητα των εγγράφων, που υπέγραψαν, ως συμβάσεων ΕΓΓΥΗΣΕΩΣ και ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ της ανωτέρω κοινής τραπεζικής προθεσμιακής κατάθεσης τους, στην ίδια Τράπεζα, (βλ. ανωτ.). Επιπροσθέτως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε, ότι η εκκαλούσα Ψ και ο σύζυγος της, πριν, προβούν στην υπογραφή των προαναφερθεισών Συμβάσεων, (Ενεχυριάσεως και Εγγυήσεως), στις 31/3/2001, είχαν ενημερωθεί, τουλάχιστον, για την εγγραφή Προσημειώσεως Υποθήκης, (για ποσό 2.201.027,15 ευρώ), υπέρ της Τράπεζας Κύπρου, (βλ. ανωτ.), αντιθέτως, από όλα τα στοιχεία συνάγεται, ότι αυτοί αγνοούσαν το εν λόγω, γεγονός. Ακολούθως, στις 31/5/2002, εξ αιτίας, της επιδεινώσεως της πορείας των οικονομικών της oφειλέτριας εταιρείας, "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε.", που έφερε το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", η κατά τα ανωτέρω, πιστούχος Τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", κατήγγειλε την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως, με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό της προαναφερομένης εταιρίας και κάλεσε, τόσο εκείνη, (την εταιρεία), ως πρωτοφειλέτρια, όσο και τον εκκαλούντα Χ (α' κατηγορούμενο), τον Ω και την εκκαλούσα Ψ, ως εγγυητές, να καταβάλουν, σ' αυτήν, έκαστος εις ολόκληρον, το χρεωστικό υπόλοιπο του ανωτέρω κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, το οποίο, κατά την 31η /5/2002, ανερχόταν στο ποσό των 196.321,43 € (Βλ. συνημ. το Αντίγραφο λογαριασμού χορηγήσεων, επί του λογ. ...). Παραλλήλως, η ανωτέρω Τράπεζα, στις 27/5/2002, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της, κατά της οφειλέτριάς της εταιρίας, "ΣΤΑΡ Α.Ε.", η οποία προερχόταν, από το υπόλοιπο του ανωτέρω κλεισθέντος ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δέσμευσε και εισέπραξε το σύνολο του ποσού των 177.728,55 €, στο οποίο, ανερχόταν, τότε, η ενεχυριασθείσα, υπέρ αυτής, από την εκκαλούσα και από το σύζυγο της, υπ' αριθμ. ... κοινή προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση αυτών, σε πίστωση του υπ' αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού της εταιρίας, με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.", με την ίδια (την ανωτέρω Τράπεζα), ύψους - (κατά το χρόνο, της καταρτίσεως της) -600.000.000 δρχ. Όμως, η "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", επιδιώκοντας την αναγκαστική είσπραξη, μέσω, της δικαστικής οδού, των ανωτέρω απαιτήσεων της, δια της περιουσίας της εκκαλούσας και του συζύγου της, ως εγγυητών, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 8789/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' αυτών, (βλ. το αντίγραφο αυτής), βάσει, της οποίας, ως εκτελεστού τίτλου, με την υπ' αριθμ. ... κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση: α) Επί οριζόντιας ιδιοκτησίας - αποθήκης, με τον αριθμό 23, εμβαδού 8,00 Μ2, που βρισκόταν στο υπόγειο και β) επί οριζόντιας ιδιοκτησίας - χώρου στάθμευσης, με τον αριθμό 32, εμβαδού 10,00 Μ2, που βρισκόταν στην πυλωτή της επί της οδού ...-... πολυκατοικίας. Η κατά τα ανωτέρω επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθμ. 8789/2003 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεστάλη, (μετά από σχετική αίτηση της εκκαλούσας και του συζύγου της), με την υπ' αριθμ. 4432/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων (βλ. το αντίγραφο αυτής). Εν συνεχεία, η ανωτέρω Τράπεζα, προκειμένου, να εισπράξει αναφερθείσες απαιτήσεις της, κατά της εταιρείας ΣΤΑΡ, δια των περιουσιακών στοιχείων της εκκαλούσας και του συζύγου της, ενέγραψε προσγείωση υποθήκης, επί του ευρισκόμενου στον 6° όροφο της, επί της οδού ... αρ. ... -..., διαμερίσματος της ανωτέρω πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας του Ω, το οποίο, σημειωτέον, ότι ήταν, ήδη, κατεσχημένο αναγκαστικά, από την επισπεύδουσα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", (βάσει, της υπ' αριθμ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., και μέχρι τότε, δεν είχε εκπλειστηριασθεί). Η "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", στις 15/4/2004, κατά τον, κατά τα ανωτέρω επιισπευδόμενο, πλειστηριασμό, προέβη σε γραπτή αναγγελία της απαιτήσεως της, ανερχομένης, συνολικά, στο ποσό των 498.629,94 € (βλ. την από 15ης/4/2004 αναγγελία της Τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." και την υπ' αριθμ. ... δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού της ανωτέρω Τράπεζας). Εκ των ανωτέρω ενεργειών της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", εις βάρος, των περιουσιακών στοιχείων της Ψ και του συζύγου της Ω, προκύπτει, ότι η συνολική ζημία, την οποία υπέστησαν αυτοί, ως ενεχυρούχοι δανειστές και ως εγγυητές, των οφειλών της εταιρείας ΣΤΑΡ, (βλ. ανωτ.), ανέρχεται, στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των "669.892,99 ευρώ", ("177,782,55 ευρώ + 492.110,44 ευρώ = 669.892,99 ευρώ"). Από τις επισυναπτόμενες στη παρούσα δικογραφία: α) υπ' αρίθμ. ... Αίτηση Επικύρωσης Συμφωνίας Πιστωτών και Επιχείρησης, που υποβλήθηκε, από τη παρούσα εταιρεία, στο Εφετείο Θράκης, (βλ. τη σελ. 2 αυτής), β "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ", που επισυνάπτεται στη αμέσως, προηγουμένη Αίτηση, (βλ. ιδίως, τις σελίδες σελ. 5 - 8) και γ) υπ' αρίθμ. 612 / //3 Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει, ότι, στις 31/12/2003, η επιχείρηση με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ ΑΦΟΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΙ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΡ Α.Ε.": I) όφειλε προς τους πάσης φύσεως πιστωτές της, Δημόσιο, Τράπεζες και Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, το συνολικό ποσό των "18.122.811,26 ευρώ", II) όφειλε προς τους συμβαλλομένους πιστωτές της, το ποσό των "11.057.758,89 ευρώ", (ποσοστό 61,0157%, επί του γενικού συνόλου των υποχρεώσεων) και III) ήταν βεβαρημένη με εμπράγματες ασφάλειες, συνολικού ύψους, "14.970.186,40 ευρώ". Τέλος, από την έγκληση, με στοιχεία ABM A 2004/3736, του ΕΕ, η οποία επισυνάπτεται στη δικογραφία, προκύπτει, ότι ο νυν πρώτος κατηγορούμενος, (εκκαλών), κατηγορήθηκε από τον ανωτέρω, ότι, δια της επιδείξεως απατηλής συμπεριφοράς, όμοιας με την υπό κρίσιν, και με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της εταιρείας του, προσήγγιζε άτομα του φιλικού περιβάλλοντός του, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω εγκαλών, (ΕΕ), από τον οποίο, στις αρχές του Ιουλίου του 2000, απέσπασε, σύμφωνα, με τους ισχυρισμούς του, εγγυητική επιστολή αξίας "300.000 δολ. Η.Π.Α.", προκειμένου, να εισαγάγει η εταιρεία του σιτηρά, σε τιμή, ευκαιρίας, τα οποία κινδύνευαν να χάσουν, εξ αιτίας, του ότι καθυστερούσε η καταβολή σ' αυτήν, της εγκεκριμένης πριμοδότησης της, ύψους 747.467,116 δρχ, από τη Γεν. Γραμματεία Μακεδονίας - Θράκης, (του επέδειξαν τη σχετική Εγκριτική Έκθεση). Σύμφωνα, με το περιεχόμενο της ΑΒΜ Α 2004/3736, ο Χ και ο ΕΕ, στις 8/8/2000, συνυπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο νυν εκκαλών ανελάμβανε την υποχρέωση, να του μεταβιβάσει 14.000 μετοχές της εταιρείας του, μέσα, σ' ένα έτος, από τότε, και εφ' όσον, βεβαίως, η εταιρεία ΣΤΑΡ Α.Ε θα εισήγετο στο ΧΑΑ. Ο ΕΕισχυρίζεται, ότι υπέστη οικονομική ζημία κ.λ.π. και ότι η εν λόγω, εταιρεία ήταν κατάχρεη με οφειλές 18.277.726,57 ευρώ, ενώ, το μετοχικό της κεφάλαιο ανερχόταν στα 6.215.168,74 ευρώ (βλ. την εν λόγω, έγκληση). Από τη συνεκτίμηση των στοιχείων του αποδεικτικού υλικού, αφ' ενός μεν, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί του ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, προέβη τόσο στις ενέργειες για τις οποίες παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όσο και σε εκείνες για τις οποίες απηλλάγη με αυτό, οι οποίες συναρτώνται με τα γεγονότα της 13ης/ 3/01, αφ' ετέρου δε, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή στο ακροατήριο των συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι με το ίδιο βούλευμα απηλλάγησαν των κατηγοριών, που τους είχαν αποδοθεί. Στον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό και στη περιγραφή του εγκλήματος, για το οποίο θα πρέπει, να παραπεμφθεί ο εκκαλών, αναφερόμαστε, ειδικότερα κατωτέρω. Σχετικώς, με τη συναγωγή των προαναφερθέντων, νομικών συμπερασμάτων, εκτίθενται τα ακόλουθα: Α) Ως προς το παραπεμπτικό σκέλος του εκκαλουμένου βουλεύματος, κατόπιν, όσων, κατά τα ανωτέρω, παρετέθησαν, συνάγεται, ότι με αυτό: Ι) καλώς, κρίθηκαν, ως επαρκείς, οι ενδείξεις που προέκυψαν, (στο βαθμό, που απαιτείται, για τη παραπομπή στο ακροατήριο), εις βάρος, του εκκαλούντος κατηγορουμένου, οι οποίες όμως, στοιχειοθετούν το κακούργημα "της απάτης, που διαπράχθηκε, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, προκληθείσας εξ αυτού αντιστοίχου ζημίας σε ξένη περιουσία, συνολικού ύψους, υπερβαίνοντος το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000), δραχμών, (15.000 ευρώ), τελεσθείσας, από υπαίτιο, που διαπράττει απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια", κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (επιτρεπτή η προσθήκη ακόμη και επιβαρυντικής περιστάσεως από το Συμβούλιο Εφετών επί εφέσεως του κατηγορουμένου, ΑΠ 1281/85 ΠΧΡ ΛΣΤ 272 κ.λ.π βλ. ανωτ.), σύμφωνα με την οποία (την απαγγελθείσα κατηγορία το εν λόγω έγκλημα εφέρετο ως τελεσθέν βάσει των οριζομένων στις διατάξεις της παραγράφου 3β του άρθρου 386 Π.Κ, ενώ κατά το χρόνο της τελέσεως αυτού και για τους λόγους, που αναλύονται κατωτέρω, δεν είχαν θεσπισθεί ακόμη οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της τρίτης παραγράφου του άρθρου 386 Π.Κ, οι οποίες συνιστούν νέα ποινική ρύθμιση και τέθηκαν σε ισχύ με το Ν. 2721/99 (η εν λόγω, ρύθμιση, του β ' εδαφ. είναι αυστηρότερη εκείνης που ίσχυε πριν από το νόμο 2721/99 και εφαρμόζεται στις πράξεις που τελέσθηκαν μετά από αυτόν ενώ για τις πρότερον τελεσθείσες (δηλ. πριν από τις 3/6/99 εφαρμόζεται το εδάφιο α της παραγρ. 3, που θεσπίζει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση για το κατηγορούμενο, ΑΠ 1801/07, ΣΤ ' Ποινικό Τμήμα). Ως προς τους λόγους, που προβάλλονται, με την ασκηθείσα έφεση του παραπεμπομένου κατηγορουμένου, σημειώνεται, ότι αυτοί, όχι μόνον, δεν βρίσκουν έρεισμα στα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού αλλ' αντιθέτως, κλονίζονται καθοριστικά από αυτά. Βάσει, της προαναφερθείσας διερευνήσεως, σε πραγματικό επίπεδο, και κατόπιν, της ποινικής αξιολογήσεως των υπό κρίσιν, ενεργειών, που συναρτώνται αναγκαστικά, με τα γεγονότα της παραπλανήσεως ή μη της εκκαλούσας και του συζύγου της, με το χρόνο τελέσεως αυτής, με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της προκληθείσας πλάνης και των περιουσιακών διαθέσεων των ανωτέρω καθώς και με το αν αυτές οι περιουσιακές διαθέσεις συνεπέφεραν τη περιουσιακή τους ζημία, εστιάζουμε, ειδικότερα, στις ακόλουθες διαπιστώσεις, τις οποίες θεωρούμε καθοριστικές, για τη στοιχειοθέτηση του επιδίκου εγκλήματος . Συγκεκριμένα: Προέκυψε, ότι, στις 9 Φεβρουαρίου του 1999, όταν καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ. ...ΠΡΑΞΗ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ, εκκρεμούσαν, κατά της εταιρείας "ΣΤΑΡ Α.Ε.", απαιτήσεις της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤHΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", συνολικού ύψους, 300.000.000 δρχ (200.000.000 και 100.000.000 δρχ), βάσει, των οποίων είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης, από τις 26/8/97, (βλ. ανωτ.). Προέκυψε, ότι, στις 13 Μαρτίου του 2001, όταν καταρτίσθηκαν οι νέες συμβάσεις παροχής ενεχύρου και εγγυήσεως, η εταιρεία ΣΤΑΡ Α.Ε ήταν βεβαρυμένη, οικονομικά, ακόμη περισσότερο, απ' ότι στις 9/2/99, δεδομένου, ότι στις 18/12/2000, η Τράπεζα Κύπρου είχε εγγράψει, εις βάρος της, Προσημείωση υποθήκης, για ποσό 2.201.027,15 ευρώ. Προέκυψε, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος επανελάμβανε την απατηλή συμπεριφορά, που επέδειξε στις 9/2/99, χωρίς, να γνωστοποιήσει τα ανωτέρω, δυσμενή στοιχεία, που αφορούσαν στη περιουσιακή κατάσταση της εν λόγω, εταιρείας, στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της. (Η επίκληση, μόνον, των αμέσως, ως άνω, μνημονευθεισών οφειλών, παρά το γεγονός, ότι, η εταιρεία ΣΤΑΡ, στις 31/12/03 φέρεται βεβαρημένη με χρέη, ύψους "18.122.811,26 ευρώ", γίνεται, ενδεικτικά, διότι, αυτές οι οφειλές είναι οι μόνες, ως προς τις οποίες, από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει, με βεβαιότητα, απολύτως, συγκεκριμένος χρόνος τελέσεως, ο οποίος, αντιστοίχως, προηγείται, των χρόνων, κατά τους οποίους η εκκαλούσα και ο σύζυγος της προέβησαν στην υπογραφή των υπό κρίσιν, συμβάσεων, (στις 9/2/99 και στις 13/3/01), που απέβησαν οικονομικά ζημιογόνες γι' αυτούς). Ως εκ των ανωτέρω, δια των ψευδών παραστάσεων, σχετικώς, με την οικονομική ευρωστία της εταιρείας, που έλαβαν χώρα, στις 9/2/99, και δια των αντιστοίχου φύσεως διαβεβαιώσεων, περί αυτής, που επαναλαμβάνονταν, μέχρι τις 13/3/01, (καθ'ην στιγμή, αποδεδειγμένα, υφίσταντο πολύ σημαντικά χρέη), δημιουργήθηκε και εδραιώθηκε η πεποίθηση στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της, περί του ότι, στις 13/3/01, δια της υπογραφής των συμβάσεων, τις οποίες κλήθηκαν, να υπογράψουν, όπως, και υπέγραψαν εκείνη την ημέρα, δεν έθεταν, υπό διακινδύνευση, ούτε, τη περιουσία τους, γενικότερα, εγγυόμενοι, υπέρ της "ΣΤΑΡ Α.Ε", (πιστούχου, της Τράπεζας ΑΛΦΑ, βάσει, της υπ'αριθμ. ... Συμβάσεως Πιστώσεως, μετά τη συγχώνευση της με την ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ), ούτε, το ποσό των 159.175,19 δολ. Η.Π.Α, δια της συστάσεως ενεχύρου, επί αυτού. Το γεγονός, ότι δέκα πέντε μήνες, μετά τη κατάρτιση της πρώτης Συμβάσεως (της υπ' αριθμ. ...), η εκκαλούσα και ο σύζυγος της εισέπραξαν, κατόπιν, δικού τους αιτήματος, το ήμισυ του ποσού, επί του οποίου, αρχικά, είχαν συστήσει ενέχυρο, (προς ασφάλεια της Τράπεζας, για τις απαιτήσεις της, από την υπ' αριθμ. ... Σύμβαση, βλ. ανωτ.), δεν αρκεί, για να υποβαθμίσει, καθοριστικά, υπέρ του εκκαλούντος, την αποδεικτική ισχύ των γεγονότων, που στηρίζουν την άποψη, περί, της, εκ μέρους του, παραπλανήσεως της εκκαλούσας και του συζύγου της και περί της άμεσα συνδεόμενης, με αυτή τη παραπλάνηση, περιουσιακής τους ζημίας, αντιθέτως, μάλιστα, από την αξιολόγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του εκκαλούντα, συνδυαστικά, με το ιστορικό της παρούσας υποθέσεως, συνάγεται, ότι δι'αυτής, στηρίχθηκε, ακόμη περισσότερο η διαμορφωθείσα εσφαλμένα, (εξ αιτίας, της προηγηθείσας δικής του στάσεως), θετική εντύπωση των ανωτέρω, για τη καλή περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας του, καθ' ήν στιγμή, ήταν πλέον ή βέβαιο, ότι, στις 13/3/01, όταν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της δεσμεύθηκαν, με τη σύμβαση ενεχύρου, επί του ποσού των "159.175,19 δολ. Η.Π.Α" και με τη σύμβαση εγγυήσεως, "εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες", για το, αρχικό, συνολικό ποσό των "600.000.000" δρχ, εκκρεμούσαν, εις βάρος της, πολλές και μεγάλου ύψους οικονομικές απαιτήσεις. Εν κατακλείδι, από όλα τα στοιχεία προέκυψε, στον προαναφερθέντα βαθμό ενδείξεων:
Ι) Ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, στις 9/2/99, δια των μνημονευθεισών ψευδών παραστάσεων του, (που αφορούσαν στη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας ΣΤΑΡ, την οποία εκπροσωπούσε), τις οποίες επαναλάμβανε, μέχρι, τις 13/3/01, προς την εκκαλούσα και προς το σύζυγο της, δημιούργησε και εδραίωσε σ' αυτούς πεπλανημένη πεποίθηση, περί ομαλής και κερδοφόρας πορείας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ως άνω εταιρείας και έτσι τους έπεισε, να προβούν, στις 13/3/01, στην υπογραφή των υπό κρίσιν τεσσάρων Συμβάσεων, (ενεχύρου και εγγυήσεως), που αναφέρθηκαν, ανωτέρω, εξ αιτίας, των οποίων, εκείνοι, υπέστησαν, εν συνεχεία, περιουσιακή ζημία, σύμφωνα, με τα λεπτομερώς, ήδη, παρατεθέντα.
II) Ότι ο εκκαλών, ενεργώντας, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΣΤΑΡ Α.Ε.", σκόπευε, με τη προαναφερθείσα, κατ' επανάληψη εκδηλωθείσα, συμπεριφορά του, να ενισχύσει παράνομα τη περιουσία της, δια της οικονομικής συμβολής της εκκαλούσας και του συζύγου της, στη κάλυψη των κατ' αυτής απαιτήσεων, αρχικώς, της Τράπεζας ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, οι οποίες στηρίζονταν στην υπ' αριθμ. ...Σύμβαση Πιστώσεως και των τροποποιητικών αυτής, συνολικού ποσού "600.000.000 δρχ.", και, εν συνεχεία, της ALPHA BANK, με την οποία συγχωνεύθηκε η πρώτη, (βλ. ανωτ.).
ΙΙΙ) Εάν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, από τις 9/2/99, μέχρι και τις 13/3/01, είχαν υπ' όψιν τους την αληθινή εικόνα της περιουσιακής καταστάσεως της "ΣΤΑΡ Α.Ε." και όχι αυτή, που τους παρουσίαζε ο εκκαλών κατηγορούμενος, δεν θα δεσμεύονταν με την υπογραφή των επιδίκων τεσσάρων Συμβάσεων, δια των οποίων έθεσαν, σε άμεσο και βέβαιο κίνδυνο τη δική τους περιουσία, όπως, και συνέβη, δια της επελθούσας βλάβης αυτής. (βλ. ανωτ. αλλά και αμέσως, κατωτ.).
IV) Η περιουσιακή ζημία την οποία υπέστησαν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της αποτελείται, ειδικότερα:
α) Από το ποσό των "177.782,55 ευρώ", το οποίο, (όπως, αναφέρεται και στην έγκληση, (σελ. 16), αποτελούσε το σύνολο του ενεχυριασμένου δολλαριακού λογαριασμού τους, όπως δε, προκύπτει, από τα δύο αντίγραφα των συνημμένων ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΝΕΧΥΡΟΥ, που υπογράφηκαν, στις 13/3/01, το ανωτέρω ποσό προέρχεται από το ποσό των "159.175,19 δολ. Η.Π.Α.", που ήταν κατατεθειμένο, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό καταθέσεως της εκκαλούσας και του συζύγου της, επί του οποίου συνεστήθη ενέχυρο, στις 13/3/01, προς ασφάλεια της υπ' αριθμ. ... Συμβάσεως Πιστώσεως. (βλ.τα εν λόγω, έγγραφα, ως ανωτ.).
Συνεπώς, από τις 13/3/01 και εντεύθεν, οι απαιτήσεις της Τράπεζας, που απέρρεαν, από την υπ' αριθμ. ... Σύμβαση Πιστώσεως και από τις τροποποιητικές αυτής συμβάσεις, διασφαλίζονταν, με τις δύο νέες Συμβάσεις ενεχύρου, που είχαν συσταθεί, (αναγκαστικά, λόγω, της συγχωνεύσεως των Τραπεζών, για την εξασφάλιση της ALPHA BANK, επί του ποσού των "159.175,19 δολ. Η.Π.Α"), και όχι, με τη προηγουμένη, υπ' αριθμ. ... Σύμβαση (βλ. ανωτ.), η οποία, μετά τη 13η/3/01, κατέστη ανενεργή. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται προφανές, ότι η είσπραξη του ποσού των "177.782,55 ευρώ" από τη Τράπεζα ALPHA BANK υλοποιήθηκε, βάσει, των Συμβάσεων ενεχύρου, που συνεστήθησαν, στις 13/3/01, και όχι βάσει, της υπ' αριθμ. ... ΠΡΑΞΕΩΣ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ, που υπογράφηκε, στις 9/2/99.
β) Από το ποσό των "492.110,44 ευρώ", το οποίο, η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, διατάχθηκαν να καταβάλουν, με την υπ' αριθμ. 8789/2003 Διαταγή Πληρωμής, η οποία εκδόθηκε, κατ' αυτών, βάσει, των δύο Συμβάσεων Εγγυήσεως, που υπογράφηκαν, από την εκκαλούσα και από το σύζυγο της, στις 13/3/01, εξ αιτίας, της παραπλανήσεως τους από τον πρώτο κατηγορούμενο, η οποία όμως, υπήρξε αποτέλεσμα, (όπως, και στις περιπτώσεις των συμβάσεων ενεχύρου, που καταρτίσθηκαν, επίσης, στις 13/3/01), της εκ μέρους του παραστάσεως ψευδών στοιχείων, ως προς την εν γένει, περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, η οποία έλαβε χώρα στις 9/2/ 99 και επαναλαμβανόταν, μέχρι τις 13/3/01, (βλ. ανωτ.), και δεν οφείλεται στο γεγονός, ότι παρεπλανήθησαν, ως προς το περιεχόμενο, των Συμβάσεων Εγγυήσεως, τις οποίες υπέγραψαν, χωρίς, να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις, που ανελάμβαναν, δια της υπογραφής τους. (βλ. ανωτ.). Η είσπραξη του ανωτέρω ποσού επιδιώχθηκε, δια της κατασχέσεως της, πέραν, του ενεχυριασθέντος ποσού, περιουσίας των ζημιωθέντων. Εκ των αμέσως, ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα, ότι αμφότερες οι προαναφερθείσες, επιζήμιες περιουσιακές διαθέσεις, υπήρξαν αποτέλεσμα της ίδιας παραπλανητικής συμπεριφοράς του εκκαλούντα, που έλαβε χώρα στις 9/2/99, ενισχυθείσα με επακολουθήσασες ενέργειες του, απατηλού χαρακτήρα, ομοίου προς εκείνον της ανωτέρω συμπεριφοράς, έως τις 13/3/01, δηλαδή, έως ότου, καλλιεργήθηκε στους εξαπατηθέντες η επιδιωκομένη από αυτόν, πλάνη (βλ. ανωτ. ως και ΑΠ 935/03 ΠΧΡ ΝΔ 2004, σελ. 219), και συνδέονται, (οι εν λόγω, διαθέσεις), με την υπογραφή των δύο Συμβάσεων Ενεχύρου και των δύο Συμβάσεων Εγγυήσεως, στις 13/3/01. Οι ανωτέρω ενέργειες του εκκαλούντος στοιχειοθετούν προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, τελεσθείσας, άπαξ όχι, κατ' εξακολούθηση, εφ' όσον, στη παρούσα περίπτωση, δεν έλαβαν χώρα περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους και κάθε μια να περιέχει τα στοιχεία του εγκλήματος της απάτης κ.λ.π. αλλά στις 9/2/99, εκδηλώθηκε από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο παραπλανητική συμπεριφορά, που συνεχίσθηκε με απατηλές διαβεβαιώσεις, οι οποίες επαναλαμβάνονταν, μέχρι τη πραγματοποίηση του προαναφερθέντος σκοπουμένου στόχου, δηλαδή, μέχρις τις 13/3/01, όταν καλλιεργήθηκε στους εξαπατηθέντες η επιδιωκόμενη πλάνη, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η υπογραφή όλων των επίμαχων Συμβάσεων, την ίδια ημέρα, (δηλ. στις 13/3/01, βλ. ανωτ.), των οποίων η ενεργοποίηση επέφερε τη πρόκληση των ανωτέρω ζημιών στη περιουσία της εκκαλούσας και του συζύγου της (βλ. ΑΠ 935/03 ΠΧΡ ΝΔ 2004, σελ. 219 και ανωτ. το αντίστ. Νομικό μέρος, επί του κατ' εξακολ. Εγκλήματος). Ιδιαιτέρως τονίζεται, ότι από τα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει, πλέον ή επαρκώς, ότι στο πρόσωπο του εκκαλούντα κατηγορουμένου συντρέχουν τα επιβαρυντικά στοιχεία του ότι "μετέρχεται, απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια", δεδομένου, ότι προέκυψε, στον προαναφερόμενο βαθμό ενδείξεων, ότι αυτός, κατά τρόπο, ανενδοίαστο και οργανωμένο, προέβαινε σε ενέργειες, χαρακτήρα, όμοιου αυτού, των υπό κρίσιν πράξεων, και μάλιστα, εις βάρος, ατόμων, του φιλικού του περιβάλλοντος, εκμεταλλευόμενος τη μεταξύ τους, οικειότητα, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη, που έτρεφαν εκείνοι, για το πρόσωπο του αλλά και το γεγονός, ότι εκπροσωπούσε μια εταιρεία, η οποία, είχε, πράγματι, "γράψει ιστορία", στον επιχειρηματικό χώρο, στον οποίο δραστηριοποιείτο, (βλ. ανωτ. τη περίπτωση του ΕΕ), με σκοπό, να εξασφαλίσει εισόδημα, προς βιοπορισμό, ως και ότι, ως εκ της προσωπικότητας του, πρέπει, προς τη τέλεση τέτοιων πράξεων. Κατά την άποψη μου, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, για το χαρακτηρισμό της προσωπικότητας του εκκαλούντα κατηγορουμένου, το γεγονός ότι αυτός τέλεσε τις υπό κρίσιν ενέργειες, ενώ, γνώριζε, από τη πρώτη στιγμή, που πρότεινε στην εκκαλούσα και στο σύζυγο της, να "συνεργασθούν οικονομικά", ότι η εταιρεία του εβαρύνετο ήδη, με χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων, (από το 1997, εκκρεμούσαν προσημειώσεις υποθήκης, ύψους, 300.000.000 δρχ βλ. ανωτ.), ως και ότι εξακολούθησε, να καλλιεργεί και να εκμεταλλεύεται τις προσδοκίες των ανωτέρω, για επικερδή επένδυση των χρημάτων τους, μέσω, της εταιρείας "ΣΤΑΡ Α.Ε", καίτοι, από όλα τα στοιχεία της επιχειρηματικής της πορείας και της οικονομικής της καταστάσεως προέκυπτε, μια σημαντικά προϊούσα επιδείνωση αυτής, ως και ότι ήταν πλέον, εξ αντικειμένου αδύνατον, να επέλθει βελτίωση στα οικονομικά της, και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε, να είναι σε θέση, αφ' ενός μεν, να καλύψει τις, απαιτητές, ύψους "εκατομμυρίων ευρώ", οφειλές της, προς τρίτους, (Δημόσιο και ιδιώτες), αφ' ετέρου δε, να ικανοποιήσει τις επιχειρηματικές προσδοκίες της εκκαλούσας και του συζύγου της, τις οποίες εκείνος είχε δημιουργήσει. (Βλ. ανωτ. την αίτηση στο Εφετείο Θράκης).
Β) Ως προς το απαλλακτικό σκέλος του εκκαλουμένου βουλεύματος και τους αντιστοίχους, προβληθέντες από την εκκαλούσα, λόγους εφέσεως, πέραν, των ήδη, παρατεθέντων, αναφέρονται και τα εξής: Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, επαρκώς, ότι η εκκαλούσα Ψ και ο σύζυγος της, στις 9/2/99 και στις 13/3/01, δεν γνώριζαν την έννοια του περιεχομένου των Συμβάσεων, που υπέγραψαν. Αντίθετα, προέκυψε, ότι ενημερώθηκαν, από τους αρμοδίους υπαλλήλους. Επισημαίνεται, ιδιαιτέρως, ότι το κρισιμότερο γι' αυτούς τμήμα, από το περιεχόμενο των, μιάμισης, μόνο, σελίδας, Συμβάσεων Εγγυήσεως, αναπτύσσεται στη πρώτη σελίδα εκάστης εξ αυτών, στην οποία γράφεται, με απόλυτη σαφήνεια και κατά τρόπο, πλήρως, κατανοητό στον οποιοδήποτε, μέσης νοημοσύνης και ανεξαρτήτως μορφώσεως άνθρωπο, ότι "οι συμβαλλόμενοι ευθύνονταν, εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτες". Οι προβληματισμοί της εκκαλούσας, ως προς τη σκοπιμότητα, της εκ μέρους τους υπογραφής των επιδίκων Συμβάσεων, τις οποίες χαρακτηρίζει επαχθείς, δεν συναρτώνται αιτιωδώς, με την απόδοση "δολίων κινήτρων" στον απαλλασόμενο, (με το πρωτόδικο βούλευμα), τραπεζικό υπάλληλο ΔΔ, δεν συνιστούν, εις βάρος του, επαρκείς ενδείξεις τελέσεως του επιδίκου εγκλήματος και, κατά συνέπεια, δεν αρκούν για τη παραπομπή του. Μάλιστα δε, από το ίδιο το γεγονός, (το οποίο προέκυψε από τα προαναφερθέντα), ότι η εκκαλούσα και ο σύζυγος της ενήργησαν παραπλανηθέντες από τον εκκαλούντα, (α' κατηγορούμενο), επειδή, πίστεψαν, ότι η εταιρεία "ΣΤΑΡ Α.Ε." αντιμετώπιζε, μόνο, πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία και είχε ανάγκη διευκολύνσεων, ειδικά, για τις συναλλαγές της στο εξωτερικό (βλ. έγκληση σελ. 2 και 3), αλλά και ότι επέκειντο η Επιχορήγηση της βάσει του Αναπτυξιακού Νόμου και ιδίως, η Εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο, δίδονται, και οι απαντήσεις, στα "ρητορικά" ερωτήματα της εκκαλούσας, για το κίνητρο των ενεργειών της ιδίας και του συζύγου της, διότι είναι προφανές, ότι, εν όψει, των ως άνω, "αναμενόμενων θετικών εξελίξεων", αυτοί είχαν κίνητρο για να εγγυηθούν κ.λ.π. (δια της υπογραφής των επίμαχων συμβάσεων), εφ' όσον, ήταν πεπεισμένοι για το ότι υπήρχε βάσιμη και θετική προσδοκία, ως προς τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της "ΣΤΑΡ Α.Ε" και ότι, ως εκ τούτου, οι ίδιοι θα είχαν οικονομικό όφελος, όχι μόνον, εκ του υψηλότερου επιτοκίου, με το οποίο θα υπολογίζονταν οι τόκοι των καταθέσεων τους αλλά, κυρίως, και εκ της ανόδου της μετοχής της εταιρείας, μετά την εισαγωγή της στο Χ.Α.Α. Τελικώς, σημειώνεται, ότι οι λοιποί προβληματισμοί της εκκαλούσας δεν συναρτώνται με γεγονότα, που ασκούν επιρροή στη συγκρότηση του επιδίκου εγκλήματος, εις βάρος, των κατηγορουμένων, που απηλλάγησαν με το εκκαλούμενο βούλευμα, και, ως εκ τούτου, παρέλκει, ν' ασχοληθούμε με αυτούς. Περαιτέρω, καθίσταται προφανές, ότι, κατόπιν, όσων εξετέθησαν, ως προς τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, εις βάρος, του εκκαλούντα, Χ, θα πρέπει, να τροποποιηθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, καθ' ό μέρος αφορά σ' αυτόν και να αναδιατυπωθεί n κατηγορία για την οποία θα παραπεμφθεί, προκειμένου να δικασθεί, ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης, σύμφωνα, με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.3α-1β Π.Κ, με χρόνο, εκδηλώσεως της παραπλανητικής συμπεριφοράς, την 9η/2/99. Η υπογραφή των κρισίμων συμβάσεων στις 13/3/01, είναι το αποτέλεσμα της παραπλάνησης, που εκδηλώθηκε, στις 9/2/99. Η κατά τα προαναφερθέντα παραπομπή κατηγορουμένου, για πράξη, για την οποία απηλλάγη, με το πρωτόδικο βούλευμα είναι επιτρεπτή, εφ' όσον, το Συμβούλιό σας αποφαινόμενο, κατόπιν, δικής του εφέσεως, νομίμως, μπορεί να καταστήσει, ακόμη και χείρονα τη θέση του. Η αναδιατύπωση της κατηγορίας, για την οποία παραπέμφθηκε ο εκκαλών α' κατηγορούμενος, με το εκκαλούμενο βούλευμα, προτείνεται, ως πλέον δόκιμη. (Το νόμιμο των ανωτέρω μεταβολών της κατηγορίας προκύπτει, από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 317 παρ. 1, 2 και 318 Κ.Π.Δ, περί της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας του Συμβουλίου Εφετών, καθ' ό μέρος αυτές συναρτώνται, με στοιχεία του χαρακτηρισμού και του, εν γένει, βάσιμου της κατηγορίας, τα οποίος λαμβάνονται, υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως). Τόσο, η ανωτέρω παραπομπή, όσο και η αναδιατύπωση της επίδικης κατηγορίας πραγματοποιούνται, δια της χρησιμοποιήσεως στοιχείων, τα οποία, όχι μόνον, περιέχονται στη παρούσα δικογραφία και περιλαμβάνονται στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος αλλά, αποτελούν και αντικείμενο της κατηγορίας, που απαγγέλθηκε εις βάρος, του εκκαλούντα, από τον Ανακριτή, με συνέπεια, εκείνος, να έχει, ήδη, λάβει, γνώση όλων αυτών, ως στοιχείων της κατηγορίας, που τον βαρύνει. Ο προσδιορισμός της 9ης/2/99, ως χρόνου τελέσεως και ο νομικός χαρακτηρισμός του εγκλήματος, ως τελεσθέντος άπαξ και όχι κατ' εξακολούθηση, δεν επιβαρύνουν τη θέση του εκκαλούντα. Ο προσδιορισμός της απάτης, ως τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, είναι επιτρεπτή και δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας και μάλιστα, ανεπίτρεπτη. Σημειώνεται, ιδιαιτέρως, ότι στη προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται, καν, περί χειροτερεύσεως, της θέσεως του ασκήσαντος έφεση κατηγορουμένου, η οποία εξ άλλου είναι επιτρεπτή για το Συμβούλιο Εφετών, (άρθρο 318 Κ.Π.Δ), αλλά, περί "σαφέστερου προσδιορισμού των στοιχείων της πράξεως, με τη προσθήκη στοιχείων, που περιέχονται, στη δικογραφία", (όπως, τα συγκεκριμένα χρέη, που υφίσταντο, πριν, από τις 9/2/99 και μεταξύ, 9ης/2/99 και 13ης/3/01,), (ΑΠ 1187/86 ΠΧΡΛΣΤ 1015, ΑΠ 1378/92 ΠΧΡ MB 1046, 1281/85 ΠΧΡ ΛΣΤ 272,που αναφέρονται, σε μεταβολή του προσώπου του παθόντος και στη προσθήκη και άλλων φυσικών προσώπων, ως πλανηθέντων, η δε ΑΠ 1281/85 ΠΧΡ ΛΣΤ 272 αναφέρεται, σε προσθήκη επιβαρυντικής περίπτωσης, από το Συμβούλιο εφετών, επί εφέσεως, κατηγορουμένου κ.λ.π), και περί "ορθότερης διατυπώσεως" της ίδιας, (κατά τα αντικειμενικά στοιχεία), κατηγορίας, η οποία υπάγεται στις υποχρεώσεις, που λαμβάνονται, υπ' όψιν, αυτεπαγγέλτως, από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, διότι, συναρτάται άμεσα και αναγκαία με τη σωστή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η οποία βεβαίως, πρέπει, να επιτυγχάνεται, χωρίς, Πρόκληση Ανεπίτρεπτης Μεταβολής της Κατηγορίας και χωρίς Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3° της ΕΣΔΑ. Η κατά τα ανωτέρω πρότασή μου, θεωρούμενη υπό το πρίσμα της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 3α της ΕΣΔΑ, δεν έρχεται σε σύγκρουση με αυτήν, εφ' όσον δεν αναφέρεται σε στοιχεία που δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος, όταν απελογείτο και, ως εκ τούτου, δεν γεννάται θέμα απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας λόγω παραβιάσεως του άρθρου 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ (ως προς την υπεράσπιση του κατηγορουμένου), λαμβανομένης υπ' όψιν, και αυτεπαγγέλτως, και δυναμένης, να προβληθεί, μέχρι της αμετακλήτου παραπομπής (άρθρο 173 παρ. 2 Κ.Π.Δ (κατ' αναλ. Βλ. σχετ. ΕΔΔΑ απόφ. της 25.99. επί υποθέσ. Pellisier κατά Γαλλίας και απόφ. 10.2.95, Catalon κατά Ισπανίας)".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 13 στ', 386 παρ. 1-3α' (όπως ισχύει) Π.Κ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, Χ και τροποποιώντας, παραδεκτά και νόμιμα, το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική απάτη, επαναδιατυπώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην εγκαλούσα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας και του εν ζωή τότε συζύγου της, Ω, που ανέρχεται στο ποσό των 669.892,99 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000 ΕΥΡΩ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τον κατηγορούμενο, σε βάρος της εγκαλούσας, της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αυτής και δεν επιχειρείται να στηριχθεί σε επινόηση της μηνύτριας. Ότι η ζημία της εγκαλούσας και του εν ζωή τότε συζύγου της επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται. Ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της απάτης και ως προς τον πορισμό περιουσιακού οφέλους, διότι δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση καθώς επίσης διότι περιέχονται και αντιφατικές διατάξεις ως προς τον πορισμό του οφέλους, αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα, τόσο τα περιστατικά της απάτης και μάλιστα, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά την έννοια της ΚΠΔ 13στ', τελέσεως αυτής, όσο και ως προς τον πορισμό του οφέλους, που επήλθε από αυτή.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 641/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡEYΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος ή συνολική ζημία του εγκαλέσαντος πλέον των 15.000 ευρώ. Έννοια όρων. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει τέτοια αιτιολογία και όταν γίνεται από το Συμβούλιο εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 1814/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, για αναίρεση της με αριθμό 862-863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 17 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1450/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, (δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Ειδικότερα, "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 ετέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της απόπειρας πώλησης της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών (1.550 γρ. ηρωίνης) και ο 2ος κατηγορούμενος την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών του 1ου κατηγορουμένου, ειδικότερα δε αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών του τμήματος Ασφαλείας ... αρχές του θέρους του 2001 περιήλθαν σαφείς συγκεκριμένες πληροφορίες ότι πολλοί χρήστες ναρκωτικών της περιοχής του, προμηθεύοντο ναρκωτικές ουσίες από κάποιον τσιγγάνο της ... με το όνομα "..." (όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια επρόκειτο για τον 1° κατηγορούμενο Χ1 που έμενε στην ...). 'Ετσι, ανετέθη σε ομάδα αστυνομικών με επικεφαλής τον εξετασθέντα ως μάρτυρα κατηγορίας Μ1 συνεπικουρούμενο από τον συνάδελφο του Μ2 (εξετασθέντα στο πρωτόδικο δικαστήριο) η αξιοποίηση των πληροφοριών αυτών. Έτσι, ο ως άνω αξιωματικός του Τ.Α. Μ1, αρχές Ιουλίου 2001, προσέγγισε τον 2° κατηγορούμενο, Αλβανικής υπηκοότητας, Χ2, γεννηθέντα την 29-6-82, χωρίς να αποκαλύψει την ιδιότητα του, παρουσιασθείς ως "προστάτης γυναικών" και "έμπορος ναρκωτικών", με το όνομα "...", και του ζήτησε να αγοράσει τρία (3) κιλά ηρωίνης. Ο ως άνω Αλβανός του είπε ότι ο γαμβρός του ονόματι "...", 1ος κατηγορούμενος (του οποίου δεν αποκάλυψε τα στοιχεία της ταυτότητας του) που συζούσε με την αδελφή του, είχε ναρκωτικά στην κατοχή του, θα τον προμήθευε με την ζητούμενη ποσότητα. Η επικοινωνία και γενικά οι διαπραγματεύσεις για την πραγματοποίηση της σχετικής συναλλαγής, οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε 15 περίπου, γινόταν πάντα μεταξύ του ως άνω αστυνομικού Μ1 και του 2ου κατηγορουμένου, είτε προσωπικά σε συναντήσεις τους, είτε τηλεφωνικά μέσω του κινητού τηλεφώνου του 2ου, ο οποίος και ενημέρωνε πάντα τον 1° κατηγορούμενο (γαμβρό του). Την κατοικία του τελευταίου και τα στοιχεία της ταυτότητας του τα ήξεραν ήδη οι αστυνομικοί αμέσως μετά την πρώτη επαφή του αξιωματικού Μ1 με τον 2° κατηγορούμενο, καθόσον παρακολούθησαν αυτόν και διαπίστωσαν ότι μετέβη στην οικία εκείνου στη ... . Προηγήθηκαν δε πολλές διαπραγματεύσεις, διότι οι κατηγορούμενοι και κυρίως ο 1°ί ο οποίος κατείχε και τα ναρκωτικά, ήθελαν να βεβαιωθούν για την σοβαρή πρόθεση του αγοραστή τον οποίο δε γνώριζαν να κινείται "στο κύκλο τους", ενόψει και της μεγάλης αξίας της ποσότητας που θα αγόραζε. Τελικά η συμφωνία κλείστηκε με την μεσολάβηση πάντα του 2ου,, όπως εξάλλου και οι διαπραγματεύσεις για αγορά 1550 γραμ. ηρωίνης έναντι τιμήματος 9.000.000 δρχ. και ορίστηκε ως ημερομηνία η..., ώρα 9.00 βραδυνή περίπου και τόπος η περιοχή της ... . Το βράδυ εκείνο ο 1°ς κατηγορούμενος, έχων στην κατοχή του τρία δέματα, βάρους 512, 516 και 522 γρ. με ηρωίνη (όπως προέκυψε από την επιστημονική εξέταση της ποσότητας που κατασχέθηκε, βλ. αναγνωσθείσες εκθέσεις χημικής εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας ...) οδηγώντας το ... Ι.Χ.Φ. αυτ/το μάρκας MITSUBISHI, (ιδιοκτησίας της πρώτης γυναίκας του ... με την οποία έχει αποκτήσει 10 παιδιά που διαμένουν στην περιοχή ...) με συνεπιβάτη το 2° κατηγορούμενο, κατέφθασαν στην ... . Μετά από τηλεφωνικές επαφές του αξιωματικού Μ1 με τον 2° κατηγορούμενο (που πάντα ενεργούσε υπό τις εντολές και τις υποδείξεις του 1ου, με τον οποίο εσυνεννοείτο τηλεφωνικά σε κινητό τηλέφωνο, καθότι ο 1ος κατηγορούμενος ελάμβανε μέτρα ασφαλείας και προστασίας), ορίστηκε συγκεκριμένο σημείο στην άκρη της πόλης για την αγοροπωλησία των ναρκωτικών και ώρα 01:30 νυκτερινή της 10-9-01. Έτσι ο 1ος κατηγορούμενος, αφού παρέδωσε στον 2° κατηγορούμενο τα ως άνω τρία δέματα που περιείχαν ηρωίνη, συνολικού βάρους 1.550 γρ., τον άφησε πλησίον του συγκεκριμένου σημείου συνάντησης του με τον αστυνομικό Μ1, ο οποίος περίμενε μέσα σε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Ο Αλβανός κατηγορούμενος, πλησίασε τον αστυνομικό Μ1 μέσα στο αυτοκίνητό του και αφού του επιδείχθηκε το συμφωνηθέν τίμημα της αγοραπωλησίας των ναρκωτικών (9.000.000 δρχ.) - καθότι είχε τέτοια εντολή από τον 1° κατηγορούμενο- παρέδωσε σ' εκείνον την ποσότητα αυτή της ηρωίνης (τα τρία δέματα). Την χρονική εκείνη στιγμή ο ως άνω φερόμενος ως αγοραστής, αστυνομικός Μ1, πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου και άναψαν τα φώτα STOP αυτού, προκειμένου να καταλάβουν το "σήμα του" αυτό οι συνάδελφοι του, (που μετείχαν στην "επιχείρηση" και ήταν κρυμμένοι και με τους οποίους είχε προηγουμένως, συνεννοηθεί σχετικά) ότι δηλαδή είχε στην κατοχή του τα ναρκωτικά και να επέμβουν. Όμως το "σήμα" αυτό και τους αστυνομικούς το αντελήφθη και ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος ετράπη σε φυγή, τόσον ο ίδιος όσον και ο 1ος κατηγορούμενος για να αποφύγουν την σύλληψη, αφήνοντας τελικά στα χέρια του αστυνομικού την ποσότητα αυτή της ηρωίνης, χωρίς να παραλάβουν το τίμημα. Οι κατηγορούμενοι βέβαια αναζητήθηκαν, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση και σύλληψη τους το βράδυ εκείνο αλλά και την επόμενη ημέρα (μετά από ένα μήνα περίπου ο ως άνω αστυνομικός συνάντησε τυχαία τον 1° κατηγορούμενο στα Δικαστήρια Θεσσαλονίκης, του είπε ότι είναι ο ... και του ζήτησε να του αποκαλύψει τον προμηθευτή του, ο τελευταίος όμως προσποιούμενος ότι δεν τον γνωρίζει, αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση) Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών σαφής, κατηγορηματική, μετά λόγου γνώσεως και χωρίς αντιφάσεις, τυγχάνει η κατάθεση του αστυνομικού του Τ.Α Μ1, ο οποίος ήταν και επικεφαλής της ομάδας των αστυνομικών που ανέλαβε την όλη "επιχείρηση", συνεπικουρούμενος και από τον αστυνομικό του ιδίου τμήματος Μ2, ο οποίος κατέθεσε πρωτοδίκως και η κατάθεση του εμπεριέχεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι καταθέσεις των οποίων δεν μπορούν να τεθούν σε αμφιβολία από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Απεναντίας ενισχύονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από .... έκθεση παράδοσης-κατάσχεσης της ποσότητας ηρωίνης, το από ... πρακτικό ζύγισης αυτής, οι από ... εκθέσεις εξέτασης ναρκωτικών ουσιών της χημικής υπηρεσίας Θεσσαλονίκης του Γ.Χ. του Κράτους), Βέβαια οι κατηγορούμενοι αρνούνται παντελώς, εξ αρχής οποιαδήποτε συμμετοχή τους στις πράξεις που τους αποδίδονται (ομολογούν μόνον την μεταξύ τους "συγγενική σχέση") και ειδικότερα ο 1ος διατείνεται ότι πρόκειται για σκευωρία εις βάρος του οργανωμένη από τους αστυνομικούς του Αστ. Τμήματος των ... και των αδελφών...., αθίγγανων επίσης, ενώ προβάλλει ως άλλοθι το γεγονός ότι την ίδια ημεροχρονολογία ...) και ώρα 16:00 βρισκόταν στους ..., όπου γινόταν η βάπτιση του 13ου παιδιού του που έχει αποκτήσει με την πρώτη γυναίκα του ... με νονό τον ασφαλιστή ..., και στη συνέχεια στο γλέντι που επακολούθησε, και προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού πέραν του ότι εξέτασε μάρτυρες υπεράσπισης ο ίδιος (αλλά και ο 2°ζ), στον πρώτο βαθμό κυρίως, οι οποίοι όμως ως συγγενείς και γνωστοί δεν είναι αξιόπιστοι τυγχάνοντες μητέρα, σύζυγος, αδελφή του 2ου κατηγορουμένου, σύζυγος του 1ου κατηγορουμένου και οι λοιποί γνωστοί-φίλοι του 1ου κατηγορουμένου, προσκομίζει την από ...δήλωση βαφτίσεως του ιερέα ..., ακριβές φωτοαντίγραφο από το βιβλίο βαπτίσεων της ενορίας Αγίου Γεωργίου του Δήμου ... και το ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης-βάπτισης του γιού του ... του ληξιαρχείου του Δήμου ..., διατεινόμενος περαιτέρω ότι ο νονός του γιού του ενώ αρχικά (16-9-02) είχε δώσει ένορκη κατάθεση στην Ανακρίτρια Θεσσαλονίκης ότι πράγματι την ...ημέρα Κυριακή γινόταν η βάπτιση, στην συνέχεια με την από 25-9-2002 δεύτερη κατάθεση του, αναίρεσε (επειδή δεν υπέκυψε αυτός (1ος κατηγορούμενος) στους εκβιασμούς του για καταβολή χρημάτων) την πρώτη ως προς την ημέρα τέλεσης του μυστηρίου, δηλώσας στην Ανακρίτρια Θεσσαλονίκης ότι αυτή έγινε άλλη ημέρα καθημερινή, όχι δηλαδή την Κυριακή και ασφαλώς όχι την ...), Όμως, ανεξάρτητα από την δεύτερη αυτή κατάθεση του νονού ..., η οποία αναγνώσθηκε κατά τα άνω, χωρίς αντίρρηση των κατηγορουμένων, αλλά και την δήλωση βαπτίσεως και τα λοιπά περί αυτήν (βάπτιση) έγγραφα, η τέλεση του μυστηρίου της βαπτίσεως περί ώρα 16:00 της ... αυτή καθ' εαυτή, δεν αποκλείει από μόνη της την παρουσία του 1ου κατηγορουμένου (και του 2ου, αδελφού της δεύτερης γυναίκας του με την οποία συζεί έχων αποκτήσει και τρία παιδιά), στην .... το ίδιο βράδυ περί ώρα 21:00, έχοντας τον προς τούτο απαραίτητο χρόνο για την μετακίνηση του, όπου και αναγνωρίσθηκαν εξ' αποστάσεως ο 1ος και εξ επαφής ο 2ος, από τους αστυνομικούς Μ1 και Μ2, αλλά και μετέπειτα περί ώρα 01:30 νυκτερινή της 10-9-01 ότε έγινε η απόπειρα πώλησης των ναρκωτικών, όπως περιγράφηκε ως άνω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο πρώτος κατοχής ναρκωτικών ουσιών, αφού κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσία και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική βούληση του σε τρίτους όπως ήταν ο σκοπός του ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα 1550 γρ. ηρωίνης, (την οποία είχε προμηθευτεί από άγνωστο άτομο) και απόπειρας πώλησης της ίδιας ποσότητας στον αστυνομικό Μ1, φερόμενο ως αγοραστή, οι οποίες πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και θα επιβληθεί μία ποινή (αρχή της ενιαίας ποινής, άρθρο 5 παρ. 2, Ν. 1729/87, όπως κωδ. με άρθρ. 20 §2 Ν.3459/06".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, τον κατηγορούμενο αυτό και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της κατοχής - απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα το ότι: "...στην περιοχή ... την .... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και δη: (A) Χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ν. 1729/1987, κατείχε, δηλ. είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά βούληση ναρκωτικά, και συγκεκριμένα, κατείχε ποσότητα ηρωίνης, συσκευασμένη σε τρεις συσκευασίες των (512), (516) και (522) γραμυπρίων αντίστοιχα, ήτοι ηρωίνη συνολικού βάρους (1550) γραμμαρίων, οι οποίες βρέθηκαν και κατασχέθηκαν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Ασφαλείας ..... Β), Χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοιαν του άρθρου 13 του Ν.1729/1987, αφού ο 1ος κατηγορούμενος (Χ1) αποφάσισε να τελέσει το κακούργημα της πώλησης ναρκωτικών, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως του αδικήματος αυτού, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, όχι από δική του θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της βουλήσεως του, και, συγκεκριμένα αφού αποφάσισε να πωλήσει, αντί τιμήματος εννέα εκατομμυρίων (9.000,000) δρχ., τις ανωτέρω υπό στοιχ. Α' κατεχόμενες από αυτόν ποσότητες ηρωίνης, συσκευασμένες σε τρεις (3) συσκευασίες βάρους (512), (516) και (522) γραμμαρίων αντίστοιχα, ήτοι συνολικού βάρους (1550) γραμμαρίων, στον προϊστάμενο αστυνομικό της ομάδας Δίωξης Ναρκωτικών του Τμήματος Ασφαλείας ..., Μ1, ο οποίος κατ' εντολή των προϊσταμένων του, προσποιήθηκε τον υποψήφιο αγοραστή ναρκωτικών, προκειμένου να επιτύχει την σύλληψη του, μετέβη με το υπ' αριθ. ...ΙΧΦ αυτοκίνητο (κλούβα), μάρκας MITSUBISHI, στην παραπάνω περιοχή, με τον Χ2, που παρείχε άμεση συνεργεία στον 1ου κατηγορούμενο (Χ1) ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό του 1ου και μετά από επανειλημμένες διαπραγματεύσεις με τον προαναφερθέντα υποψήφιο (δήθεν) αγοραστή, που βρισκόταν, κατόπιν προσυνεννοημένου ραντεβού τους, με το αυτοκίνητο του, στην ως άνω περιοχή, συμφώνησε μαζί του για την ανωτέρω αγοραπωλησία, και, στη συνέχεια, περί ώρα 1.30' επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο αυτού (του υποψήφιου αγοραστή) όπου του παρέδωσε την συμφωνηθείσα ποσότητα ηρωίνης, δεν πρόλαβε όμως να παραλάβει το ως άνω συμφωνηθέν τίμημα, ώστε να ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία, όχι από δική τους βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της βουλήσεως τους, και συγκεκριμένα, γιατί κατά την στιγμή εκείνη ο Χ2 αντιλήφθηκε την παρουσία αστυνομικών, οι οποίοι βρισκόταν εκεί για συνδρομή του συναδέλφου τους, υποψήφιου αγοραστή, και προ επικείμενης συλλήψεως του, εκμεταλλευόμενος το σκότος, διέφυγε χωρίς το τίμημα". Ακολούθως, επειδή οι παραπάνω πράξεις (Α+Β) αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, επέβαλε μία (1) ποινή, αυτήν της καθείρξεως των δέκα πέντε (15) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, το οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.Χ, 26 παρ.Ια, 27 παρ.Ι, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ και 4 παρ. 1-3 πιν. Α' αρ. 5 § 1 στοιχ. β', ζ', 2,15, 16, 17, 19, 22 του Ν. 1729/1967 (ως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 862-863/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Μ1 και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ...., .... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν, οι δύο πρώτοι ενόρκως στο αυτό ακροατήριο, η δε τρίτη, επικαλούμενη την τιμή και υπόληψή της στο άνω ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναίρεσε ιόντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Δεν ήταν κάτοχος της άνω ποσότητας ναρκωτικών ουσιών που θα πωλούντο στον εμφανιζόμενο δήθεν αγοραστή, δοθέντος ότι η κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως μπορεί να γίνει και δια μέσου του ενεργούντος κατ' εντολή και για του ενεργούντος κατ' εντολή και για λογαριασμό του πωλητή, άμεσου συνεργού του, που ήταν τέτοιος ο δεύτερος κατηγορούμενος, η δε παράδοση και αντίστοιχη παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας, δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλόμενους, αλλά μπορεί να συντελεστεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτου προσώπου, που ενεργεί για λογαριασμό τους, 2) Ότι δεν λήφθηκε υπόψη "κατάσταση κλήσεων κινητού τηλεφώνου COSMOTE" και δεν συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, οι κλήσεις που έγιναν προς το αναφερόμενο κινητό τηλέφωνο, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο (έγγραφο) λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ο περαιτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για "άλλοθι", δεν είναι αυτοτελής και κατά συνέπεια, δεν απαιτείται για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία. Επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, είναι αβάσιμη διότι η απόρριψή του από το Δικαστήριο της ουσίας, έχει γίνει με επαρκή αιτιολογία. Ο προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που αποτελεί το στηριζόμενο στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγο αναιρέσεως, ότι ο μάρτυρας κατηγορίας, Μ1, που εξετάσθηκε πρωτόδικα και κατ' έφεση, καθώς και ο μάρτυρας, επίσης κατηγορίας, που εξετάσθηκε, μόνο, πρωτόδικα Μ2, δεν κατονόμασαν την πηγή των πληροφοριών τους και έτσι, κατά του ΚΠΔ 224 παρ. 2, η κατάθεσή τους δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, πρέπει να απορριφθεί, διότι η συνεκτίμηση των καταθέσεων αυτών μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ακόμα και αν τους ζητήθηκε η αποκάλυψη του πληροφοριοδότη, δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, αφού δεν προβλέπεται δικονομική κύρωση της παραβάσεως αυτής και κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται εντεύθεν κάποιος λόγος αναιρέσεως. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η καταδικαστική απόφαση γι' αυτόν, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση του αστυνομικού, Μ1, ο οποίος είχε αρνηθεί στο κατ' έφεση δικάσαν Δικαστήριο να κατονομάσει την πηγή των πληροφοριών του, στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋποθέσεις, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω πρακτικών, προκύπτει ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του, στηρίχθηκε και στα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εξεταζόμενος λόγος, στηριζόμενος στο στοιχ. Ε' της αυτής παραγράφου του άνω άρθρου, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτ., ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 14/2007) αίτηση του Χ1, καθώς και τους, με το από 17.11.2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με ξεχωριστό δικόγραφο, πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 862-863/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών. Η αυτή ποσότητα μια ποινή. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εφόσον η αίτηση περιέχει τον άνω παραδεκτό λόγο, εξετάζεται κατά την ΚΠΔ 511, και ο λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πρόσθετος λόγος αυτός της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, γιατί ο μάρτυρας δεν κατονόμασε την πηγή των πληροφοριών του. Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1815/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κρατουμένων στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, περί αναιρέσεως της 36-37/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 650/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 36-37/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως :
"Στην Αστυνομική Διεύθυνση ... είχε περιέλθει η πληροφορία ότι δύο Αλβανοί εμπορεύονται μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και όπλων. Την πληροφορία αυτή αξιοποίησαν οι αστυνομικοί του τμήματος Ασφαλείας ..., οι οποίοι πληροφορήθηκαν ότι οι κατηγορούμενοι διέμεναν στους... και άρχισαν την παρακολούθηση τους. Κατ' αυτήν και ενώ παρακολουθούσαν το αυτοκίνητο, στο οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν συνοδηγός, αντιλήφθηκαν ότι αυτός πέταξε έξω από το αυτοκίνητο ένα φιξάκι, όταν τους σταμάτησαν για έλεγχο. Ακολούθως, οι αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία, όπου διέμεναν οι κατηγορούμενοι. Εκεί ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει από την οπίσθια πόρτα, κρατώντας έναν πλαστικό κουβά, που περιείχε κοκαΐνη, σε πολλές συσκευασίες. Κατά τον έλεγχο της οικίας, βρήκαν επίσης χρήματα, δύο αποκόμματα εισιτηρίων με προορισμό την Ολλανδία κατά τις ημερομηνίες 7-1-2005 και 30-1-2005, που μάλιστα εκδότης τους ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος έφερνε τα ναρκωτικά από την Ολλανδία. Όμως η πράξη της εισαγωγής των ναρκωτικών δεν καταλογίζεται πλέον στους κατηγορούμενους, διότι γι' αυτήν έχουν αθωωθεί πρωτοδίκως και δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση τους. Επίσης, στην οικία βρέθηκαν ναρκωτικά μέσα σε συσκευασίες που έδειχναν ότι προέρχονται από την Ολλανδία, ζυγαριά ακριβείας, σφαίρες, φυσίγγια και όπλα. Ειδικώτερα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-2005 έως 30-1-2005, χωρίς να είναι τοξικομανείς, κατείχαν με σκοπό την εμπορία, μέσα στην οικία τους, που βρισκόταν στους ..., διάφορες ποσότητες κοκαΐνης, σε βραχώδη μορφή, που βρίσκονταν σε νάϋλον συσκευασίες μέσα σε μεταλλικά κουτιά, που περιείχαν ρύζι, συνολικού βάρους 99,3 100,5 99,8 20, 10,1 15,2 5,1 49,9 20,3 και 99,8 γραμμαρίων και 4 φιξάκια κοκαΐνης συνολικού βάρους 4,1 και 14 γραμμαρίων περίπου. Επίσης κατείχαν από κοινού, με σκοπό την εμπορία, ομοίως, ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, σε έξι (6) χάρτινες συσκευασίες, συνολικού βάρους 16,9 18, 17,6 16,4 18 και 16,8 γραμμαρίων, μια ηλεκτρονική ζυγαριά ΤΑΝΚΕΜ, και 68 δισκία στα οποία ανιχνεύθηκε η ναρκωτική ουσία ΜDΜΑ. Εκεί, επιπλέον κατείχαν παράνομα από κοινού 49 φυσίγγια, 100 φυσίγγια, 1 πτυσσόμενο στιλέτο, 1 πιστόλι, 99 φυσίγγια και 100 φυσίγγια, τα οποία βρέθηκαν σε αποθήκη, παραπλεύρως της οικίας, που διέμεναν, όπως αυτά ειδικώτερα περιγράφονται και αναφέρονται στο διατακτικό. Τέλος, οι κατηγορούμενοι, μέσα σε αποθήκη, που βρίσκεται στο συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων του ..., στο ... είχαν αποθηκεύσει διάφορες ποσότητες ινδικής κάνναβης σε δέματα, συνολικού βάρους 224, 540, 1054, 1058, και 552 γραμμαρίων, περίπου, καθώς και 1 ζυγαριά ακριβείας DELONGI.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως και πρωτοδίκως, κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, και οπλοκατοχής απόκοινού, με το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν σ'αυτούς ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου".
"Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες κήρυξε ενόχους των αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, καθώς και της κατοχής όπλων επίσης από κοινού και ειδικότερα του ότι: "χωρίς να είναι τοξικομανείς, δηλαδή να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις τέλεσαν την αντικειμενική υπόσταση των παρακάτω εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα από πρόθεση στους παρακάτω τόπους και χρόνους, από κοινού τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) κατείχαν από κοινού σε αδιευκρίνιστο κατά την προανάκριση χρόνο, πάντως μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 7-1-2005 έως 30-1-2005, μέσα στην οικία τους, στους ... ουσίες ήτοι: α) ποσότητες κοκαΐνης, σε βραχώδη μορφή, οι οποίες βρίσκονταν σε τρεις (3) νάϋλον αυτοσχέδιες συσκευασίες μέσα σε μεταλλικό κουτί από καφέ που περιείχε ρύζι, συνολικού μεικτού βάρους ενενήντα εννέα κόμμα τριών (99,3) γραμμαρίων, εκατό κόμμα πέντε (100,5) γραμμαρίων και ενενήντα εννέα κόμμα οκτώ (99,8) γραμμαρίων, η κάθε αυτοσχέδια συσκευασία, β) ποσότητες κοκαΐνης, οι οποίες βρίσκονταν σε επτά (7) νάϋλον αυτοσχέδιες συσκευασίες μέσα σε μεταλλικό κουτί από καφέ που περιείχε ρύζι, συνολικού μεικτού βάρους είκοσι (20) γραμμαρίων, δέκα κόμμα ενός (10,1) γραμμαρίων, δέκα πέντε κόμμα δύο (15,2) γραμμαρίων, πέντε κόμμα ενός (5,1)γραμμαρίων, σαράντα εννέα κόμμα εννέα (49,9) γραμμαρίων, είκοσι κόμμα τριών ( 20,3) γραμμαρίων και ενενήντα εννέα κόμμα οκτώ (99,8) γραμμαρίων η κάθε συσκευασία, γ) ποσότητες κοκαΐνης, οι οποίες βρίσκονταν σε αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες, μέσα σε πακέτο τσιγάρων μάρκας "ΑΣΣΟΣ" και ειδικότερα τέσσερα (4) φιξάκια κοκαΐνης συνολικού μεικτού βάρους τεσσάρων κόμμα ενός (4,1) γραμμαρίων και δεκατέσσερα (14) γραμμαρίων περίπου, δ) ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης (τρίμματα-κορυφάδες) σε έξι (6) αυτοσχέδιες χάρτινες συσκευασίες συνολικού μεικτού βάρους δέκα έξι κόμμα εννέα (16,9) γραμμαρίων, δέκα οκτώ (18) γραμμαρίων, δέκα επτά κόμμα έξι (17,6) γραμμαρίων, δέκα έξι κόμμα τεσσάρων (16,4) γραμμαρίων, δέκα οκτώ (18) γραμμαρίων και δέκα έξι κόμμα οκτώ (16,8) γραμμαρίων η κάθε συσκευασία, καθώς και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας ΤΑΝΚΕΜ τα οποία βρέθηκαν σε μία νάϋλον σακκούλα σκουπιδιών που κρατούσε στα χέρια του ο Χ2 ενώ βρισκόταν στον προαύλιο χώρο της ανωτέρω οικίας, επιχειρώντας να διαφύγει τη σύλληψη από τα αστυνομικά όργανα, ε) μαζί με ποσότητα κοκαΐνης μέσα στην οικία τους ... εξήντα οκτώ (68) δισκία, στα οποία ανιχνεύθηκε η ναρκωτική ουσία ΜDΜΑ (3,4 μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη). Α1) Μέσα σε αποθήκη που βρίσκεται στο συγκρότημα ενοικιαζόμενων δωματίων του ..., στο ..., σε αδιευκρίνιστο κατά την προανάκριση χρόνο, είχαν αποθηκεύσει από κοινού, τις παρακάτω ναρκωτικές ουσίες : α) ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, σε αυτοσχέδιο δέμα, συνολικού μεικτού βάρους διακοσίων είκοσι τεσσάρων (224) γραμμαρίων, περίπου, β) ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, σε αυτοσχέδιο δέμα, συνολικού μεικτού βάρους πεντακοσίων σαράντα (540) γραμμαρίων περίπου, γ) ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, σε δύο δέματα τυλιγμένα με ταινία, συνολικού μεικτού βάρους χιλίων πενήντα τεσσάρων (1054) γραμμαρίων το κάθε δέμα, δ) ποσότητα ακατέργαστης ινδυχής κάνναβης σε αυτοσχέδιο δέμα, συνολικού μεικτού βάρους χιλίων πενήντα οκτώ (1058) γραμμαρίων περίπου και ε) ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, σε αυτοσχέδιο δέμα, συνολικού μεικτού βάρους πεντακοσίων πενήντα δύο (552) γραμμαρίων περίπου καθώς και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας DELONGHI. - Β) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατείχαν από κοινού τα παρακάτω όπλα: α) σαράντα εννέα (49) φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm μάρκας BROWNING, εκατό (100) φυσίγγια διαμετρήματος 7,65 mm μάρκας BROWNING, τα οποία βρέθηκαν σε χάρτινα κουτιά μέσα σε μία νάϋλον σακούλα σκουπιδιών που κρατούσε στα χέρια του ο Χ2 ενώ βρισκόταν στον προαύλιο χώρο της ανωτέρας οικίας επιχειρώντας να διαφύγει τη σύλληψη από τα αστυνομικά όργανα, καθώς και ένα (1) πτυσσόμενο στιλέτο μήκους δέκα οκτώ (18) εκατοστών με μήκος λάμας οκτώ (8) εκατοστών το οποίο βρέθηκε μέσα στην ως άνω οικία, β') ένα (1) πιστόλι μάρκας BROWNING διαμετρήματος 7,65 mm με αριθμό ... με γεμιστήρα κενό φυσιγγίων, ενενήντα εννέα (99) φυσίγγια διαμετρήματος 9mm μάρκας BROWNING και εκατό (100) φυσίγγια διαμετρήματος 7,65 mm τα οποία βρέθηκαν σε αποθήκη παραπλεύρως της οικίας όπου διέμεναν.
Δέχεται το Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν ως το χρόνο που έγιναν τα πιο πάνω εγκλήματα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο, μετά την αναγνώριση σε κάθε κατηγορούμενο του παραπάνω ελαφρυντικού, επέβαλε σε καθένα από αυτούς συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. α, 27 παρ. 45, 83, 84 παρ. 2α', 94 παρ. 1 του ΠΚ, και άρθρ. 4 παρ. 1, 3 πιν. Α6 και πιν. Β3, άρθρ. 5 παρ. 1 β'και ζ', 2, 19, 22 του ν. 1729/1987 (όπως ισχύει) και άρθρ. 1 παρ. 1δ', 2β', 4γ', 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 7 παρ. γ', 8α'του ν. 2168/199 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 36-37/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, .... και του μάρτυρα υπερασπίσεως ... ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους, αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα, ότι είναι αδύνατον να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση της κατοχής 68 δισκίων ΜDMA σε βάρος τους, όταν τα ναρκωτικά αυτά δεν κατασχέθηκαν και δείγμα τους δεν απεστάλη στο ΓΧΚ προς ανάλυση, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά προβαίνει προκύπτει ότι ανάμεσα στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, περιλαμβάνεται και η από ... έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθώς και οι από 4-2-2005 δύο (2) εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως των άνω ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο των αναιρεσειόντων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που όμως κατ' αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. Ενώπιον του Εισαγγελέα Α.Π. 2.727/2008 αίτηση των: 1) Χ1 και 2)Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 36-37/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχοται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών ουσιών (κατοχή - αποθήκευση) και παράνομη οπλοκατοχή από κοινού. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη νόμιμης βάσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1817/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 375/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 989/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 88 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3386/2005, πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που του προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με παράθεση δηλαδή όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης της οποίας γίνεται η επίκληση. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά ή γίνεται επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο η τελευταία είναι γνωστή στη νομική ορολογία, καθίσταται αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ, και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενό του και έτσι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο που αναφέρθηκε το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 375/2007 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (μάρτυρες, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα) αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 27 -8-2006 στο 26° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...., τέλεσε την πράξη της παρ. Ι του αρθρ. 88 Ν. 3386/2005, αφού αυτός μετέβη, από τη ... στο 26° χιλιόμετρο της Ε.Ο...., με το με αριθμ. ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας ... και ..., οι οποίοι δεν γνώριζαν το σκοπό της μετάβασης του κατηγορουμένου στην ..., και επιβίβασε σ' αυτό τους αναφερόμενους στο διατακτικό τέσσερις αλλοδαπούς, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στην Ελλάδα, μέσω του ποταμού Έβρου, από άγνωστο Τούρκο υπήκοο, με σκοπό να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας, ενώ γνώριζε ότι αυτοί στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ως άνω πράξη και να απορριφθούν ως αόριστοι οι προβληθέντες από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2β', 2δ' και 2ε' ΠΚ, αφού αυτός δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά των εν λόγω ισχυρισμών του". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3386/2005 που εφάρμοσε. Επίσης, διέλαβε αιτιολογία και για την απόρριψη των προβληθέντων από μέρους του κατηγορουμένου αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ισχυρισμούς έκρινε αορίστους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε αρχικώς ότι ο κατηγορούμενος ομολογεί την τέλεση της πράξεως και στη συνέχεια προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων "των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ)", "της καλής διαγωγής" και "της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ), γιατί ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη του και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει". Με τον τρόπο που προβλήθηκαν οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήταν αόριστοι, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, αφού δεν συνοδεύονται από τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά, ενώ η επίκληση στον τελευταίο ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ότι μετανοεί και δεν προτίθεται να επαναλάβει την πράξη, δεν αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, αλλά περιγράφει τον ενδιάθετο ψυχισμό και ενδεχόμενη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, που δεν εξετάζεται εν προκειμένω. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ως άνω αόριστων αυτοτελών ισχυρισμών και η αιτιολογία που διέλαβε ήταν εκ περισσού.
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος, ενώ η συναφής αιτίαση ότι δεν αποδείχθηκαν τα στοιχεία του εγκλήματος, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αφού στερήθηκε της ασκήσεως των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου, αλλά και υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας, γιατί α) αγνοήθηκαν έγγραφα τα οποία προτάθηκαν και αναγνώσθηκαν και τα οποία θα ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και β) στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν δύο εκθέσεις σύλληψης, η από 27.8.2006 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου...με διερμηνέα, η υπ' αριθ. πρωτ. ... βεβαίωση, η από ... ιατρική γνωμάτευση, το από ... πιστοποιητικό, η από 4.3.2007 βεβαίωση της Κλινικής "...", το από 4.3.2007 εξιτήριο της κλινικής "..." και από την αόριστη αυτή αναφορά των εγγράφων, δεν προκύπτει η ταυτότητα αυτών και ιέτσι αποστερήθηκε ο κατηγορούμενος του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα ανωτέρω έγγραφα. Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος ως εκ του περιεχομένου του τείνει να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και όχι έλλειψη ακροάσεως ή υπέρβαση εξουσίας, είναι κατά το πρώτο σκέλος του αόριστος γιατί δεν προσδιορίζει τα έγγραφα τα οποία το Δικαστήριο αγνόησε. Κατά το δεύτερο σκέλος του ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, γιατί από την αναφορά των συγκεκριμένων ως άνω εγγράφων στα πρακτικά προκύπτει με επάρκεια η ταυτότητά τους, ενώ με τη βεβαίωση περί αναγνώσεως αυτών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου τους (πέρα από το ότι τα δύο τελευταία έγγραφα τα προσκόμισε προς ανάγνωση η ίδια η συνήγορος του κατηγορουμένου) και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα και έτσι δεν στερήθηκε του σχετικού δικαιώματός του που απορρέει από το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.5.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 375/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη καταδίκη για διευκόλυνση μεταφοράς και προώθηση λαθρομεταναστών στη χώρα. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Για να είναι ορισμένοι θα πρέπει να συνοδεύονται από τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά, ενώ η επίκληση ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη του και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει, δεν καθιστά ορισμένο τον σχετικό ισχυρισμό περί ειλικρινούς μετάνοιας, γιατί δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά αλλά περιγράφει τον ενδιάθετο ψυχισμό του δράστη, ο οποίος δεν εξετάζεται εν προκειμένω. Αναγνωσθέν έγγραφο του οποίου η ταυτότητα προσδιορίζεται επαρκώς σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αυτό πράγματι αναγνώσθηκε, ενώ περαιτέρω εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και έτσι ο κατηγορούμενος έλαβε πλήρη γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 1
|
Αριθμός 1818/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέας Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λαμπίρη, για αναίρεση της 3732/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1522/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2168/1993 "περί όπλων κλπ", στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται επίσης ανταλλακτικά, μέρη και εξαρτήματα όπλων και εκρηκτικών μηχανισμών, ως και μέρη πυρομαχικών. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ως άνω νόμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρ. 5 και των παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, η εμπορία και η διάθεση, με οποιονδήποτε τρόπο, όπλων και αντικειμένων, που αναφέρονται στο άρθρ. 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται. Κατά την παράγραφο 3 περ. α' του ίδιου άρθρου με άδεια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης επιτρέπεται η εμπορία και η κατά οποιονδήποτε τρόπο διάθεση των περιστρόφων, πιστολίων, μερών, ανταλλακτικών και φυσιγγίων αυτών, ενώ στην παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου αυτού τιμωρούνται με τις εκεί αναφερόμενες ποινές (φυλάκιση και χρηματική ποινή). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι απαγορεύεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος η εμπορία και η διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο ανταλλακτικών, μερών και εξαρτημάτων όπλων χωρίς άδεια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ως τοιούτων νοουμένων όλων των ανταλλακτικών, μερών και εξαρτημάτων των όπλων και όχι μόνον των ουσιωδών μερών και εξαρτημάτων τους, όπως είναι η κάννη, το κλείστρο και ο γεμιστήρας, αφού από τη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 2 του Ν. 2514/1997 που ορίζει ότι ο μηχανισμός του κλείστρου, ο γεμιστήρας και η κάννη των πυροβόλων όπλων υπόκεινται κατ' αναλογία στις διατάξεις που ισχύουν για το όπλο του οποίου αποτελούν τμήμα ή για το οποίο προορίζονται, δεν συνάγεται κάτι το διαφορετικό. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3732/2007 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά σχετικά με τη δεύτερη κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα: "Η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "DPM ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "DPM Systems Technologies Ltd", η οποία έχει ως μοναδική εταίρο και διαχειρίστρια την δεύτερη κατηγορουμένη Χ1, αδελφή του πρώτου κατηγορουμένου και αστυνομικού και έδρα της την οικία της επί της οδού ...(βλ. το αναγνωσθέν από 6-11-2003 καταστατικό της ως άνω εταιρίας), εμπορευόταν μέσω διαδικτύου (Internet) ανταλλακτικά, μέρη και εξαρτήματα πυροβόλων όπλων, τα περισσότερα ευρεσιτεχνίας του πρώτου κατηγορουμένου και αδελφού της, ο οποίος της είχε παραχωρήσει το δικαίωμα εμπορικής εκμεταλλεύσεως των ευρεσιτεχνιών του και συγκεκριμένα κατείχε και διέθετε προς πώληση (εμπορευόταν) 287 τεμάχια μετατρεπτικών μερών (ανταλλακτικών) όπλων GLOCK, πληθώρα επαναντατικών ελατηρίων, πείρων, σωλήνων, κοχλιών, πλήθος ανταλλακτικών μερών όπλων για μείωση κραδασμών, γεμιστήρες όπλων και σφαίρες, χωρίς άδεια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Ενόψει τούτων αποδεικνύεται ότι η δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 στην ... και στις 2-2-2006, ενεργώντας με πρόθεση, εμπορευόταν μέσω της ως άνω μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που είχε συστήσει και της οποίας ήταν μοναδική εταίρος και διαχειρίστρια, ανταλλακτικά, μέρη και εξαρτήματα όπλων, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο άδεια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως και γιαυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης αυτής πράξεως σύμφωνα με το διατακτικό". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα Χ1 σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, δηλαδή ότι τα είδη που εμπορευόταν η ανωτέρω κατηγορουμένη χωρίς άδεια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και συγκεκριμένα 287 τεμάχια μετατρεπτικών μερών (ανταλλακτικών) όπλων GLOCK, πληθώρα επαναντατικών ελατηρίων, πείρων, σωλήνων κοχλιών, πλήθος ανταλλακτικών μερών όπλων για μείωση κραδασμών, γεμιστήρες όπλων και σφαίρες, αποτελούν ανταλλακτικά, μέρη και εξαρτήματα όπλων και υπάγονται στη διάταξη της παραγρ. 3 περίπτ. Δ' του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993 και στην απαγόρευση εμπορίας και διαθέσεως που θεσπίζεται με την παράγρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΠΚ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 6-8-2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3732/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2168/1993 "περί όπλων κλπ" υπάγονται και όλα τα ανταλλακτικά, μέρη και εξαρτήματα όπλων και όχι μόνο τα ουσιώδη όπως είναι η κάνη, ο μηχανισμός του κλείστρου και ο γεμιστήρας, αφού από τη διάταξη του άρθρου 78 § 2 του Ν. 2514/1997 που ορίζει ότι ο μηχανισμός του κλείστρου, ο γεμιστήρας και η κάνη των πυροβόλων όπλων υπόκεινται κατ' αναλογία στις διατάξεις που ισχύουν για το όπλο του οποίου αποτελούν τμήμα ή για το οποίο προορίζονται, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και καταδίκη της κατηγορουμένης, η οποία εμπορευόταν μέσω διαδικτύου ανταλλακτικά όπλων. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Όπλων εμπορία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Όπλων εμπορία.
| 0
|
Αριθμός 1812/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σάββα Παραστατίδη και Χρυσάνθη Κορέλα και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σάββα Παραστατίδη και Χρήστο Τσόλκα, περί αναιρέσεως της 1704/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15.6.2007 και 10.6.2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1237/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αναιρέσεις, από 15.6.2007 του πρώτου των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, Χ1 και του δευτέρου από αυτούς, Χ2, με δήλωσή τους που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδ. α έως β τou Ν. 3386/2005 "Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει αα) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα, τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε άλλους κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ββ) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος, και γγ) ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση η αναφερόμενη μεταφορά των αλλοδαπών, που ενεργείται κατ' επάγγελμα ή από δράστη, ο οποίος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Ειδικότερα, για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, με το άρθρο 187 παρ. 3 ΠΚ, ορίζεται ότι "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1704/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώςαλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Με βάση τις πληροφορίες που είχε η διεύθυνση αλλοδαπών ... ότι ένας αλλοδαπός υπήκοος Ιράκ, που διέμενε μόνιμα στην ..., ότι ασχολείται με τη διευκόλυνση της εισόδου λαθρομεταναστών στο ελληνικό έδαφος από την ελληνοτουρκική μεθόριο και με την παράνομη προώθηση αλλοδαπών που δρουν στην Ελλάδα και την Ιταλία μέσω του λιμανιού της ..., οδηγήθηκε στον εντοπισμό του πρώτου κατηγορουμένου Χ2. Στη συνέχεια ο αστυνομικός και μάρτυρας στην παρούσα δίκη ΑΑ κατάφερε να τον προσεγγίσει και προσποιούμενος τον ιδιοκτήτη φορτηγών αυτοκινήτων και λεωφορείων, που ασχολείται ταυτόχρονα και με την διακίνηση λαθρομεταναστών, αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη του, προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του. Συγκεκριμένα προσφέρθηκε να μεταφέρει για λογαριασμό του λαθρομετανάστες από την περιοχή του ... στην ... ή στην ... έναντι αμοιβής 600 ευρώ ανά άτομο και αλλοδαπούς από τη χώρα μας μέσω του λιμανιού της ... προς την Ιταλία και από εκεί προς τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης έναντι αμοιβής 1000 ευρώ ανά άτομο. Στα πλαίσια αυτής της "συνεργασίας", ο παραπάνω πρώτος κατηγορούμενος πρότεινε στον παραπάνω αστυνομικό με τον οποίο διατηρούσε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία να πραγματοποιήσει ταυτόχρονα (την ίδια ημέρα) μεταφορά λαθρομεταναστών και προς την Ιταλία και προς το εσωτερικό της χώρας από τον ... . Σε συνάντηση που είχαν ορίσει οι τελευταίοι για την 01-12-06 στη ..., ο πρώτος κατηγορούμενος έφτασε περί ώρα 16.00 με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ιδιοκτησίας της συντρόφου του ΒΒ, συνοδευόμενος από τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και αφού συναντήθηκε με τον παραπάνω μάρτυρα αστυνομικό, του γνωστοποίησε ότι υπάρχουν 35 λαθρομετανάστες στην περιοχή του ... έτοιμοι να περάσουν στην Ελλάδα και ταυτόχρονα 10 αλλοδαποί που διαμένουν στην ..., οι οποίοι επιθυμούν να ταξιδέψουν στην Ιταλία. Κατά τη "συμφωνία" τους, επίσης, οι τελευταίοι, αφού ερχόταν στην ..., θα επιβιβαζόταν σε ειδικές κρύπτες λεωφορείου "ιδιοκτησίας" του μάρτυρος αστυνομικού, ειδικά διαμορφωμένου προς τούτο. Μετά από τον καθορισμό των λεπτομερειών, αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας κινήθηκαν με φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ένας από αυτούς, τις βράδυνες ώρες της 01/02 -12-2006 προς το ... και στο σημείο "... 2", το οποίο είχε υποδειχθεί από τους δύο κατηγορουμένους ως τόπος παραλαβής των λαθρομεταναστών. Από το οποίο αυτό οι αστυνομικοί παρέλαβαν 37 λαθρομετανάστες, οι οποίοι αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό και οι οποίοι είχαν διέλθει εκείνο το βράδυ τον ποταμό ..., συνοδευόμενοι από τον κατηγορούμενο ΓΓ, ως προς τον οποίο έχει διαχωρισθεί η δικογραφία και τους επιβίβασαν στο παραπάνω φορτηγό. Ο τελευταίος καθ' όλη τη διάρκεια της διέλευσής του, αλλά και μετά από αυτή, επικοινωνούσε συνεχώς τηλεφωνικώς με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος και του υπέδειξε το σημείο επιβίβασης, αλλά και το όχημα επιβίβασης. Επίσης ο κατηγορούμενος ΓΓ επιβιβάστηκε και αυτός στο όχημα με τους λαθρομετανάστες, προκειμένου να τους καθησυχάζει καθ' όλη τη διαδρομή μέχρι τον τελικό τους προορισμό, όπως είχαν συμφωνήσει με τον δεύτερο κατηγορούμενο. Τηλεφωνικές επικοινωνίες έγιναν και μετά την αναχώρηση του φορτηγού με τους λαθρομετανάστες για τη ... μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και του κατηγορουμένου ΓΓ, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, ο οποίος ήταν όλο το βράδυ μαζί με τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων αναμένοντας τους αλλοδαπούς να φθάσουν στην ... . Τους τελευταίους, κατά τη "συμφωνία" τους, ο μάρτυρας αστυνομικός θα μετέφερε στην ... για να μεταφερθούν στην συνέχεια στην Ιταλία. Εκτός από τους 37 προαναφερθέντες αλλοδαπούς μετά από προτροπή του πρώτου κατηγορουμένου σε συνεργασία με τον δεύτερο κατηγορούμενο, αλλά και μέριμνα των ίδιων ταξίδευσαν από ... στη ... οι αναφερόμενοι στο διατακτικό δέκα αλλοδαποί, προκειμένου να γίνει η μεταφορά τους από την Ελλάδα στην Ιταλία, μέσω του λιμανιού της ..., χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, αφού δεν διέθεταν ταξιδιωτικά έγγραφα, με τουριστικό λεωφορείο το οποίο προσποιήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο ότι διέθετε ο προαναφερθείς ίδιος μάρτυρας. Στο ταξίδι αυτό τους συνόδευε ο κατηγορούμενος ΔΔ ως προς τον οποίο, επίσης, έχει διαχωρισθεί η δικογραφία, ο οποίος, εκτός του ότι σκόπευε και ο ίδιος να ταξιδέψει παράνομα για την Ιταλία μαζί με τους υπόλοιπους, είχε αναλάβει να τους καθοδηγήσει τους άλλους στο ταξίδι προς τη ... . Ο ίδιος κατηγορούμενος ήταν αυτός που μόλις έφθασε το λεωφορείο στη ... περί ώρα 03.50, όπου το ανέμεναν ο μάρτυρας αστυνομικός και ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων εντός του προαναφερθέντος ΙΧΕ, αφού αποβιβάσθηκε, κατευθύνθηκε προς το ΙΧΕ, από το οποίο αποβιβάσθηκε, κατόπιν εντολής του πρώτου κατηγορουμένου ο δεύτερος για να πάρει την προκαταβολή από αυτόν για τη μεταφορά. Στο σημείο εκείνο επενέβησαν άλλοι αστυνομικοί και τους συνέλαβαν. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ενώθηκαν με τον τρίτο κατηγορούμενο με σκοπό να διαπράξουν το αδίκημα της μεταφοράς και προώθησης στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτης, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην χώρα. Το αδίκημα δε αυτό της παράνομης προώθησης το διέπρατταν κατ' επάγγελμα, αφού από κάθε μεταφερόμενο θα ελάμβαναν το ποσό των 1.000 ευρώ. Επίσης το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενοι ήσαν αυτοί που προέτρεψαν τους δέκα αλλοδαπούς να εξέλθουν από τη χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσει προκύπτει από το ότι κατόπιν συνεννόησης μαζί τους και με δική τους μέριμνα ταξίδευσαν στη ... με τη συνοδεία γνωστού του (δ κατηγορουμένου) από όπου θα ταξίδευαν για ... και από εκεί για Ιταλία με όχημα που οι ίδιοι τους διαβεβαίωσαν ότι τους εξασφάλισαν. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων της παράβασης του άρθρου 88 παρ. 88 περ. 1 β' Ν. 3386/05 από κοινού και κατά συρροή, της παράβασης του άρθρου 187 παρ. 3 εδ β' ΠΚ, και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εξόδου από τη χώρα υπηκόων τρίτης χώρας χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις κατά συρροή. Τέλος, εις όλους τους κατηγορουμένους πρέπει να αναγνωρισθεί ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι ως τότε διήγαγον καθ' όλα έντομο βίον (84 παρ. 2 ΠΚ), κατά παραδοχήν του σχετικού ισχυρισμού". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τους άνω κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της παραβάσεως του άρθρου 88 περ. β' του Ν. 3386/05 από κοινού και κατά συρροή και της παραβάσεως του άρθρου 187 παρ. 3 εδ. β' του ΠΚ, κήρυξε ενόχους και ειδικότερα του ότι: "Στην ..., στις 2-12-2006, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα; Οι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού με δόλο συναποφάσισαν την μεταφορά, προώθηση αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια την μεταφορά από την περιοχή ... στην ... μέσω ... των κάτωθι αναφερομένων 37 υπηκόων τρίτης χώρας: ... (ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ 37 ΑΤΟΜΩΝ). 2) Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώθηκαν μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκετο οικονομικό όφελος. Συγκεκριμένα ενώθηκαν για να διαπράξουν το πλημμέλημα της παράβασης του αρθρ. 88 παρ. 1β' του Ν. 3368/05 από κοινού και κατά συρροή, ήτοι της μεταφοράς και προώθησης στην Ελληνική Επικράτεια υπηκόων τρίτης χώρας μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στην χώρα, όπως περιγράφεται αυτό στο υπό στοιχείο (1) του παρόντος, πρόκειται δε για αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. To Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων τους διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και καθ' όλα κοινωνικό βίο.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Χ2 μετά την τέλεση των παραπάνω πράξεων του επί σχετικά μακρύ χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε καλώς".
Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε και στους δύο το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου, επιπλέον δε στον δεύτερο κατηγορούμενο, και το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς, επέβαλε σε καθέναν από αυτούς συνολική ποινή φυλακίσεως, είκοσι έξι (26) ετών και έξι (6) μηνών, εκτιτέα όμως κατά τα δέκα (10) έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. l, 42 παρ. 1, 83, 84, 84 παρ. 2α', 84 παρ. 2ε', 94, 187 παρ. 3β' και άρθρο 88 παρ. 1β' Ν. 3386/05, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1704/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΑΑ, ΕΕ και ΣΤ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καθένας από αυτούς καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Δεν υπάρχει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς και του δευτέρου από αυτούς, ούτε θεμελιώνεται η κατ' επάγγελμα τέλεση της παράνομης μεταφοράς και προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας των 37 αλλοδαπών, αφού υπάρχει κατά τα άνω η κατά νόμον ειδική αιτιολογία, ενώ θεμελιώνεται η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως αυτής στο γεγονός ότι είχαν συμφωνήσει και οι δύο κατηγορούμενοι με τους παράνομα μεταφερομένους αλλοδαπούς και επρόκειτο να λάβουν από αυτούς ως κόμιστρο το ποσό των 1000 ευρώ ανά άτομο για την πραγματοποίηση της εν λόγω μεταφοράς και προωθήσεώς τους στο εσωτερικό της χώρας. 2) ότι το άνω Δικαστήριο απέρριψε χωρίς αιτιολογία το αίτημά του (α' κατηγορουμένου) για αναγνώριση και των ελαφρυντικών του άρθρου 84 εδ. β', δ' και ε' ΠΚ, αφού διατυπώθηκε μεν τέτοιο αίτημα από τον συνήγορό του, έγινε όμως κατά τρόπο αόριστο, διότι το αίτημα αυτό δεν συνοδευόταν από πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν τις αντίστοιχες ελαφρυντικές περιστάσεις και έτσι το άνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψή του. 3) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ότι οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, αφού χρησιμοποιείται στην απόφαση ο όρος λαθρομετανάστης, που σημαίνει πρόσωπο το οποίο εγκαθίσταται παράνομα σε ξένη χώρα χωρίς να χρησιμοποιεί τις νόμιμες διαδικασίες (βλ. Λεξικό Μπαμπινιώτη, σελ. 563).
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 358. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω έγγραφα: 1) έκθεση σύλληψης ομαδική (με διερμηνέα), 2) έκθεση σύλληψης (με διερμηνέα) (τέσσερις), 3) έκθεση έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης κατά την ημέρα, 4) τέσσερις εκθέσεις σωματικής έρευνας, 5) έκθεση έρευνας αυτοκινήτου (αρνητική), 6) έκθεση κατάσχεσης αυτοκινήτου, 7) έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης με διερμηνέα, 8) Α/φο ειδικού δελτίου αλλοδαπού. Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των παραπάνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τρίτος και πρώτος λόγοι αναιρέσεως, αντίστοιχα, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 470 εδαφ. α' του ΚΠΔ "Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του". Η παραβίαση της υπό της διατάξεως αυτής καθιερουμένης αρχής της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου που άσκησε έφεση συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ίδιου Κώδικα. Τέτοια παραβίαση της ανωτέρω αρχής υφίσταται και όταν το δικαστήριο που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αυτού αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 187 παρ. 3 εδ. β' του ΠΚ, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, επιβάλλει σ' αυτόν μεγαλύτερη ποινή φυλακίσεως από εκείνην που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 16051/06 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο α' κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε για την άνω πράξη σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και, κατά την επιμέτρηση της με την α' πράξη, υπολογίστηκε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, το Τριμελές δε Εφετείο Θεσσαλονίκης που επελήφθη της έρευνας της εφέσεως που άσκησε αυτός, τον κήρυξε ένοχο και για την ίδια πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως, κατόπιν επιμετρήσεως με την πρώτη πράξη, έξι (6) μηνών. Έτσι όμως το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε αναιρετέα την απόφαση αυτού κατά το βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ σχετικό λόγο αναιρέσεως. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο πρέπει να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν για να προβεί στην επιμέτρηση μόνο της επιβληθείσας για την πράξη (παράβαση άρθρου 187 παρ. 3 εδ. β' ΠΚ) ποινής, επεκταθεί δε το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα και ως προς τον έτερο κατηγορούμενο γιατί ο λόγος αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1704/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της και ως προς τους δύο (2) κατηγορουμένους. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών προσώπων, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα από κοινού, με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση. Λόγοι αναιρέσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μη ορθή εφαρμογή του νόμου. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής για β΄ πράξη, της παραβάσεως του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, επέβαλε μεγαλύτερη ποινή από την πρωτόδικη. Υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Θ΄ λόγο αναιρέσεως. Δεκτός ο λόγος αυτός. Αναιρεί ως προς την επιμέτρηση ποινής για την άνω πράξη. Επεκτείνει αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς άλλον κατηγορούμενο. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα επιμέτρηση ποινής για την πράξη αυτή.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναίρεση μερική, Επεκτατικό αποτέλεσμα, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
Αριθμός 1810/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 και 11 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με εκζητούμενο τον Χ, Τούρκο υπήκοο, προσωρινά κρατούμενο στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Κούρτοβικ και Σπυρίδωνα Φυτράκη, κατά της υπ' αριθμ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Τουρκίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε την με αριθμό 156 και ημερομηνία 31.7.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Γεωργίας Αράπου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1200/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτό το αίτημα έκδοσης για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής και να απορριφθεί το αίτημα έκδοσης για τις πράξεις που δεν προσδιορίζονται επαρκώς.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίον ζητείται η έκδοση και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στον Άρειο Πάγο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης, συντασσομένης εκθέσεως από τον Γραμματέα Εφετών. Επομένως, η από 31.7.2009 και με αριθμό εκθέσεως 156/31.7.2009 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 65/31.7.2009 οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία το Συμβούλιο γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως στην Τουρκία του Τούρκου υπηκόου Χ, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω.
Με το υπ' αριθ. 1999/3-67 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας του Uskudar ζητείται από τις Τουρκικές Αρχές η έκδοση του Χ, γεν. την ... στην ..., υπηκόου Τουρκίας, προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής που του έχει επιβληθεί με την πιο κάτω απόφαση και το οποίο (υπόλοιπο) συνίσταται σε 8 μήνες και 16 ημέρες. Στα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν το αίτημα αυτό, εκτός των άλλων, αναφέρονται και τα εξής: "... Ο Χ ... έχει τιμωρηθεί όπως κάτωθι: 1. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1981/949 της υπόθεσης 1981/579 του 2ου Στρατιωτικού Δικαστηρίου Κωνσταντινούπολης με ποινή θανάτου βάσει του άρθρου 146/1 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. 2. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1984/927 της υπόθεσης 1983/334 του 1ου Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, με ποινή φυλάκισης 4 ετών και 16 μηνών, ως αποτέλεσμα παραβίασης παραπάνω της μιας φοράς των άρθρων 159, 158 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. 3. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1985/156 της υπόθεσης 1983/564 του 1ου Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, με ποινή κάθειρξης 3 ετών και 12 μηνών και ποινή φυλάκισης 1 έτους και 4 μηνών για παραβίαση παραπάνω της μιας φοράς των άρθρων 159, 158 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. 4. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1986/82 της υπόθεσης 1986/143 του Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, με ποινή κάθειρξης 2 ετών και 8 μηνών και ποινή φυλάκισης 1 έτους και 4 μηνών για παραβίαση του άρθρου 159 και δύο φορές παραβίαση του άρθρου 158 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. Οι συνολικές ποινές του κατάδικου είναι ποινή θανάτου και ποινή φυλάκισης 11 ετών και 44 μηνών. Η ποινή θανάτου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη με το νόμο υπ' αριθμόν 4771 από 03-08-2002, όμως αργότερα μετατράπηκε σε προσαυξημένη ισόβια κάθειρξη με το νόμο 5218 από 14-7-2004. Υπήρξε αίτημα για να αθροιστούν οι ποινές του καταδίκου, όμως το 3° Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο του Ουσκούνταρ απέρριψε αυτό το αίτημα, επειδή δεν συνελήφθη ακόμη ο αναφερόμενος. Ο κατάδικος Χ, ο οποίος συνελήφθη στις 8-02-1981 και οδηγήθηκε στις φυλακές στις 05-05-1981, απέδρασε από τις Κλειστές Φυλακές του ... στις 28-5-1990". Από το περιεχόμενο του ως άνω αιτήματος εκδόσεως δημιουργείται αμφιβολία για το αν η από μέρους του 3ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου του Ουσκούνταρ απόρριψη του αιτήματος για άθροιση των ποινών του ανωτέρω καταδικασθέντος επειδή δεν έχει ακόμη συλληφθεί, δημιουργεί διαφοροποίηση του υπολοίπου της ποινής που πρέπει αυτός να εκτίσει, με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστό το τελικό υπόλοιπο της ποινής του. Κατόπιν τούτου, συντρέχει λόγος να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί του ανωτέρω αιτήματος εκδόσεως και να ζητηθούν διευκρινίσεις για το θέμα αυτό από το εκζητούν Κράτος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4165/1961, προκύπτει ότι η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως που έχει την ίδια ισχύ, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διαπράξεως αυτών, του χαρακτηρισμού των πράξεων και αναφοράς στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται και γ) αντίγραφο του κειμένου των διατάξεων που προβλέπουν τις αξιόποινες πράξεις και κάθε άλλη πληροφορία για τον χαρακτηρισμό και την ταυτότητα του εκζητουμένου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου. Ωστόσο είναι επιβεβλημένο, τα εγκλήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση να καθορίζονται σαφώς και με συγκεκριμένο τρόπο στην αίτηση του αιτούντος μέρους και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη (ένταλμα συλλήψεως ή εκτελεστή καταδικαστική απόφαση). Ειδικότερα, απαιτείται περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος αυτού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή της συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη. Τούτο ενισχύεται και από την καθιερούμενη με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 14 της ανωτέρω συμβάσεως, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 450 του ΚΠοινΔ, αρχή της ειδικότητας, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για έγκλημα ειδικώς οριζόμενο τόσο στην αίτηση όσο στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για μια άλλη πράξη, δηλαδή για άλλη πράξη διαφορετική απ' αυτήν που αναφέρεται στην αίτηση κατά τα συγκροτούντα την υπόσταση αυτής στοιχεία. Με την αρχή της ειδικότητας, που θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζεται η κυριαρχική εξουσία του εκζητήσαντος κράτους και ειδικότερα το κράτος που ζητεί την έκδοση δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις προγενέστερες της παραδόσεως, άλλες από εκείνες για τις οποίες χορηγήθηκε η έκδοση, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Η αρχή της ειδικότητας θεμελιώνεται στην κυριαρχία του εκδίδοντος κράτους και συνδέεται με το συμφέρον του να μη διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικούς σκοπούς, επιδιώκει δηλαδή να αποκλείσει το ενδεχόμενο να τιμωρηθεί ο εκζητούμενος και για πολιτικά εγκλήματα. Αν το εκζητούν κράτος μπορούσε να διώξει τον εκδοθέντα και για πράξεις άλλες από εκείνες για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των περιορισμών της έκδοσης και κυρίως της μη δίωξης για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής. Έτσι, εφόσον η έκδοση συντελείται σε εκτέλεση μιας συμφωνίας μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί. Αλλά και πέραν αυτού η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών της διπλής εγκληματικότητας και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνο για εκείνες τις πράξεις που είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του εκδίδοντος κράτους. Διότι αλλιώς, αν δηλαδή το κράτος που πέτυχε την έκδοση μπορούσε να δικάζει ανεξέλεγκτα και για πράξεις μη καλυπτόμενες από την τελευταία, οι ανωτέρω αρχές θα μπορούσαν ευχερώς να περιγραφούν και να καταστούν γράμμα κενό περιεχομένου. Εξάλλου, η υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξεως για την έκδοση θεμελιώνεται και από τις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και ειδικότερα με το άρθρο 6 παρ. 3 αυτής (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και ειδικότερα δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας), καθώς και του άρθρου 14 παρ. 3 περ. α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη που έχουν κυρώσει τα ως άνω κείμενα, στο μέτρο που αυτοπεριορίζονται στην ποινική τους εξουσία, υποχρεούνται όχι μόνο να μην αγνοούν αλλά και να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται από τις Τουρκικές Αρχές η έκδοση του ως άνω εκζητουμένου και με τα εξής δύο αιτήματα : Α) το υπ' αριθ. 2004/453 από 8-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Άγκυρας. Το ως άνω αίτημα υποβλήθηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 2009/336 D. IS εντάλματος σύλληψης από τον Πρόεδρο του 11ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της 'Αγκυρας. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται, εκτός των άλλων, και τα εξής "... Ημερομηνία αδικήματος: Από το 1987. Πράξεις που προσάπτονται στον ύποπτο: Λόγω του ότι η ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/ Μέτωπο), της οποίας ο ύποπτος είναι μέλος, έχει ως σκοπό να χαλάσει την υπάρχουσα συνταγματική τάξη και αντί αυτού να ιδρύσει μία κομμουνιστική τάξη βασισμένη στις Μαρξιστικές-Λενινιστικές αρχές, έκανε την πρώτη της ενέργεια στις 20-9-1994 και έκτοτε συνεχίζει τις αιματηρές της δράσεις ... και έχει προκαλέσει τον θάνατο πολλών πολιτών και ανδρών της ασφαλείας σε αυτές τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Εν κατακλείδι, η τρομοκρατική οργάνωση με το όνομα DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο), που ιδρύθηκε το 1978 και με την χρήση εξαναγκασμού και βίας έχει ως σκοπό να άρει την τάξη που προβλέπει το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ή να ιδρύσει μια άλλη τάξη αντί αυτής ή να εμποδίσει την έμπρακτη εφαρμογή αυτής της τάξης, και προς τούτον τον σκοπό η σχισματική τρομοκρατική οργάνωση έχει διοργανώσει πάρα πολλές ένοπλες και προπαγανδιστικές πράξεις και έχει προκαλέσει τον θάνατο και τον τραυματισμό πάρα πολλών πολιτών μας. Ο ύποπτος Χ ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/ Μέτωπο), της οποίας ο σκοπός και η στρατηγική περιγράφονται παραπάνω, και σύμφωνα με τις καταθέσεις των συλληφθέντων υπόπτων ... Το αδίκημα που προσάπτεται στον ύποπτο κατά την ημερομηνία του αδικήματος είναι το αδίκημα της απόπειρας άρσης της τάξης που προβλέπει το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ή την δημιουργία μιας άλλης τάξης αντί αυτής ή της παρεμπόδισης της έμπρακτης εφαρμογής αυτής της τάξης με την χρήση του εξαναγκασμού και της βίας και τα άρθρα του νόμου που "ενδέχεται να εφαρμοστούν" είναι το άρθρο 146/1 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα υπ' αριθ. 765 και το άρθρο 309 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα υπ' αριθ. 5237 ... Τόπος του Εγκλήματος: Διάφοροι νομοί της Τουρκίας, όπου η τρομοκρατική οργάνωση DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/ Μέτωπο), στην διοίκηση της οποίας ήταν ο ύποπτος, από τη σύστασή της έως και τώρα πραγματοποιούσε τις δράσεις της ... Για τον ύποπτο Χ διενεργείται ανάκριση από την Εισαγγελία μας με αριθμό 2004/453 για τα αδικήματα της διατέλεσης διοικητή του παράνομου Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος/Μετώπου (DHKP/C) και παραβίασης του Συντάγματος ... Ο ύποπτος Χ είναι από τους διοικητές του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος/ Μετώπου (DHKP/C) και στην περίπτωση που εκδοθεί στην Τουρκία πρέπει να γίνει ανάκριση βάσει των συνημμένων "πιθανών άρθρων που θα εφαρμοστούν" και να ασκηθεί δημόσια αγωγή εναντίον του. Επειδή τα αδικήματα διοίκησης οργάνωσης είναι από τα αδικήματα που παρατείνονται, οι δραστηριότητες του υπόπτου, από τη χρονολογία που ξεκίνησε τη σχέση του με την οργάνωση έως την ημερομηνία που συνελήφθη, θα αξιολογηθούν ως σύνολο και γι' αυτό το λόγο θα εκδικαστεί ... Κατ' αυτόν τον τρόπο διαπιστώνεται πως ο ύποπτος Χ διοικούσε αυτοπροσώπως τις ενέργειες δίνοντας εντολές, βρισκόταν στην κεντρική επιτροπή της τρομοκρατικής οργάνωσης ... και ήταν σε διοικητική θέση και βρίσκεται στο εξωτερικό ...". Και Β) Το υπ' αριθ. ανακρ. 2007/56 από 3-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης. Το ως άνω αίτημα υποβλήθηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 2009/44/16-1-2009 εντάλματος σύλληψης από τον Δικαστή του 13ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται, εκτός των άλλων, και τα εξής "...Πράξη που προσάπτεται στον κατηγορούμενο: Μέλος της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C. Ημερομηνία Αδικήματος: 2001. Έχει διαπιστωθεί ότι ο Χ είναι ύποπτος για το ότι είναι μέλος της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C-..η πράξη του υπόπτου είναι ότι είναι διοικητής στην οργάνωση... είναι δραπέτης και λαμβάνοντας υπόψη την φύση και τον χαρακτήρα του αδικήματος ... Σύμφωνα με αυτές τις καταθέσεις έχει καθοριστεί πως ο ύποπτος είναι από τους υψηλόβαθμους υπεύθυνους της οργάνωσης ... Στην περίπτωση που ο ύποπτος εκδικαστεί στην Τουρκία, θα γίνει αίτημα να τιμωρηθεί βάσει του άρθρου 5 του Νόμου υπ' αριθ. 314/1 περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας. Επιπλέον, λόγω του ότι είναι από τους υψηλόβαθμους αρμόδιους της οργάνωσης, θα υπάρξει η δυνατότητα να αιτηθεί η τιμώρησή του και για όλα τα άλλα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί από την οργάνωση". Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι δεν υφίσταται ο επιβαλλόμενος από τις ως άνω διατάξεις ακριβής, σαφής και ορισμένος καθορισμός των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου με βάση τα ως άνω δύο αιτήματα, αλλά αντίθετα ο προσδιορισμός αυτών γίνεται κατά ασαφή και αόριστο τρόπο. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται η κάθε επί μέρους πράξη που του αποδίδεται, ούτε ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης της κάθε πράξης με τα άρθρα του Ποινικού Νόμου που προβλέπουν την κάθε πράξη και τα οποία θα εφαρμοστούν, ούτε τέλος προσδιορίζεται ο τρόπος συμμετοχής του εκζητουμένου στην κάθε πράξη. Ενόψει αυτών, το Συμβούλιο κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινομένης εφέσεως και να ζητηθούν οι αναγκαίες πληροφορίες από το εκζητούν Κράτος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά την υπ' αριθ. 156/31.7.2009 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω εφέσεως.
Ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες που θα προσκομιστούν σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, από το κράτος που ζητεί την έκδοση του Τούρκου υπηκόου Χ, και ειδικότερα: 1) Σε σχέση με το υπ' αριθ. 1999/3-67 αίτημα εκδόσεως της Εισαγγελίας του Ουσκούνταρ, να διευκρινισθεί αν, μετά την από μέρους του 3ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου του Ουσκούνταρ απόρριψη του αιτήματος για άθροιση των ποινών του ανωτέρω καταδικασθέντος επειδή δεν έχει ακόμη συλληφθεί, υπάρχει διαφοροποίηση στο υπόλοιπο της ποινής που πρέπει αυτός να εκτίσει και σε καταφατική περίπτωση ποιο είναι το τελικό υπόλοιπο ποινής του. 2) Σε σχέση με το υπ' αριθ. 2004/Κ53 αίτημα εκδόσεως της Εισαγγελίας της Άγκυρας και το υπ' αριθ. 2007/56 αίτημα εκδόσεως της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης, να προσδιοριστεί λεπτομερώς το κάθε έγκλημα που αποδίδεται στον ανωτέρω εκζητούμενο και για το οποίο θα γίνει ανάκριση, καθώς και τα άρθρα που Ποινικού Νόμου που το προβλέπουν και τα οποία άρθρα πρόκειται να εφαρμοσθούν και συγκεκριμένα να προσδιοριστεί για κάθε επί μέρους πράξη ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές συνθήκες τελέσεώς της καθώς και ο τρόπος συμμετοχής σ' αυτήν του εκζητουμένου.
Τάσσει προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσης για να περιέλθουν οι πληροφορίες αυτές στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση αλλοδαπού με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ν. 4165/1961). Απαιτούμενα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως, Μεταξύ αυτών απαιτείται και πλήρης περιγραφή του εγκλήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση, δηλαδή των περιστάσεων τελέσεώς του, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως καθώς και η μορφή συμμετοχής σ' αυτό του εκζητουμένου, σύμφωνα με της αρχή της ειδικότητας. Αίτηση των Τουρκικών Αρχών για έκδοση Τούρκου υπηκόου για εγκλήματα που δεν προσδιορίζονται επακριβώς, Αναβάλλεται η έκδοση αποφάσεως και ζητούνται συμπληρωματικές πληροφορίες από το αιτούν Κράτος.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1809/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 και 11 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, υπηκόου Κίνας, κατοίκου ... και προσωρινά κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, κατά της υπ'αριθμ. 64/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Σερβίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 154/24-7-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1172/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να εκδοθεί αυτός στις Αρχές της Σερβίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδοτεί επί αίτησης έκδοσης, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον εισαγγελέα ν' ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η κρινόμενη με αριθ. 154|24-7-2009 έφεση, που ασκήθηκεν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά της 64/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις αρχές του κράτους της Σερβίας του εκζητουμένου εκκαλούντος Χ, υπηκόου Κίνας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν, αφού ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης, ενώπιον του κατ' άρθ. 451 παρ. 1 ΚΠΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως, η κρινόμενη έφεση θα εξετασθεί μόνον ως προς την βασιμότητα των λόγων που προβάλλονται με αυτήν.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 436 ΚΠΔ αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων (437-456), οι οποίες εφαρμόζονται, ακόμη και εάν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Περαιτέρω με το ν.δ. 4009/1959 κυρώθηκε η από 18-6-1959 Σύμβαση μεταξύ της Ελλάδος και της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων,στην οποία περιλαμβάνονται και διατάξεις για την αμοιβαία έκδοση εγκληματιών και η οποία υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου (άρθ. 28 παρ 1 Συντ., πρβλ. και άρθ. 436 ΚΠΔ). Είναι γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας που συμβλήθηκε με την Ελλάδα διαλύθηκε και δεν υφίσταται πλέον με την αυτοτελή κρατική μορφή και υπόσταση που είχε ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου κατά την σύναψη της προαναφερομένης Σύμβασης, η ως άνω, όμως, διμερής σύμβαση δικαστικής συνδρομής εξακολουθεί να ισχύει, και μετά την διάλυση του ως άνω κράτους, ως προς το (διάδοχο και προκύψαν από την διάλυση) κράτος της Δημοκρατίας της Σερβίας, αφού δεν καταγγέλθηκε ούτε απ' αυτή. Ειδικότερα, με την Σύμβαση αυτή ορίζονται τα εξής: (1) Τα συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παραδίδουν αμοιβαίως, με τους όρους που προβλέπονται στην Σύμβαση αυτή, τα πρόσωπα που διώκονται ή κατά των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στο Κράτος που ζητεί την έκδοση (άρθ. 45). (2) Το Κράτος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θα συναινεί στην έκδοση ατόμου που διώκεται ποινικά στο αιτούν την έκδοση Κράτος για κακούργημα ή πλημμέλημα αξιόποινο κατά τους ποινικούς νόμους των δύο συμβαλλομένων κρατών, εάν οι νόμοι αμφοτέρων των Μερών επιτρέπουν την απαγγελία ποινής στερητικής της ελευθερίας διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών ή βαρυτέρων ποινών, στις περιπτώσεις δε αυτές ως απόδειξη της βασιμότητας της αίτησης για την έκδοση αρκεί να προσαχθεί η πράξη του αρμοδίου οργάνου του αιτούντος Κράτους η διατάσσουσα την ποινική δίωξη, την σύλληψη, την παραπομπή του υποδίκου ή κατηγορουμένου στην κατασταλτική δικαιοδοσία ή κάποια άλλη πράξη που έχει την αυτή ισχύ. Οι πράξεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν την περιγραφή της παράβασης, για την οποία ζητείται η έκδοση, το κείμενο του ποινικού νόμου του αιτούντος Κράτους, ο οποίος εφαρμόζεται στην παράβαση και ορίζει την σχετική ποινή, τον χρόνο και τον τόπο της τέλεσης της παράβασης και το νομικό χαρακτηρισμό της (άρθ. 46). (3) Η αίτηση για την έκδοση πρέπει να γίνεται πάντοτε διά της διπλωματικής οδού, διά της οποίας τα συμβαλλόμενα κράτη θα κοινοποιούν αμοιβαία κάθε πληροφορία και απόφαση σχετικά με την έκδοση, και πρέπει να συνοδεύεται, εκτός των ως άνω αναφερομένων, από α) τις αποδείξεις ή τα δεδομένα τα σχετικά με την υπηκοότητα του ζητουμένου ατόμου β) τα δεδομένα και τα μέσα εξακρίβωσης της ταυτότητας του ζητουμένου ατόμου και, εάν είναι δυνατόν, άλλα δεδομένα που επιτρέπουν την ταχεία ανακάλυψη του, εάν δεν έχει εξακριβωθεί η ταυτότητα του στο Κράτος, προς το οποίο η αίτηση γ) το κείμενο του ποινικού νόμου που αναφέρεται στο αδίκημα, για το οποίο ζητείται η έκδοση, τόσο του Κράτους που υποβάλλει την αίτηση έκδοσης όσο και του Κράτους, στο οποίο διεπράχθη το αδίκημα, περαιτέρω δε η αίτηση και όλα τα συνημμένα έγγραφα πρέπει να έχουν μεταφρασθεί στην επίσημη γλώσσα του Κράτους, προς το οποίο η αίτηση και κοινοποιούνται στο πρωτότυπο ή σε κεκυρωμένα αντίγραφα (άρθ. 53 παρ. 1,2 και 4). Από τις διατάξεις αυτές της ανωτέρω Σύμβασης προκύπτει ότι σε περίπτωση που ζητείται η έκδοση ατόμου που διώκεται ποινικά για τα ως άνω εγκλήματα, το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών που επιλαμβάνεται της αιτήσεως εκδόσεως δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής του, διότι το άρθ. 450 παρ. 2 ΚΠΔ (που ορίζει ότι το συμβούλιο εφετών εξετάζει ακόμη, αν δεν κωλύεται από την συνθήκη, αν υπάρχουν ενδείξεις για την βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται σε εκείνον που έχει συλληφθεί, με βάση τα προσαγόμενα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία από το κράτος που ζητεί την έκδοση) δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ως άνω διεθνής σύμβαση ορίζει διαφορετικά και δεν διαλαμβάνει μεταξύ των δικαιολογητικών στοιχείων που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης, όπως αυτά μνημονεύονται περιοριστικά στις προαναφερθείσες διατάξεις της, και άλλα αποδεικτικά στοιχεία περί ενοχής του εκζητουμένου. Αντίθετα η σύμβαση προβλέπει ότι αρκεί να προσκομίζεται η πράξη του αρμοδίου οργάνου του αιτούντος Κράτους, με την οποία διατάσσεται η ποινική δίωξη, η σύλληψη, η προσωρινή σύλληψη, η παραπομπή του υποδίκου ή κατηγορουμένου στην κατασταλτική δικαιοδοσία ή κάποια άλλη πράξη που έχει την ίδια ισχύ. Περαιτέρω από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι του εκζητουμένου για εγκλήματα αρκεί να έχει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους, εκδοθεί εναντίον αυτού ένταλμα σύλληψης, η προσκομιδή του οποίου απαιτείται για την υποστήριξη της αίτησης έκδοσης, ανεξάρτητα από το εάν έχει ολοκληρωθεί η ανάκριση που αφορά τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Εξάλλου, αντίστοιχα και η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 4165/1961 (κατ' εφαρμογή της οποίας, σημειωτέον, παραλλήλως ισχυούσης, ζητείται από το κράτος της Σερβίας η έκδοση του εκκαλούντος) ορίζει στο άρθρο 12 αυτής πλην των άλλων, ότι προς υποστήριξη της αίτησης, με την οποία ζητείται η έκδοση, πρέπει να προσκομισθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμον χαρακτηρισμού και τις παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερον και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη κλπ. καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Στη προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος και ο συνήγορός του προφορικά στο ακροατήριο και με το έγγραφο υπόμνημά του, κατατεθέν μετά την συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις αρχές του Κράτους της Σερβίας του εκκαλούντος κινέζου υπηκόου Χ που γεννήθηκε την ... στην ... Κίνας, ο οποίος συνελήφθη την 5-6-2009 σε εκτέλεση της 38/4-6-2009 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και κατά του οποίου εκδόθηκε στην συνέχεια το 58/9-7-2009 ένταλμα του Προέδρου Εφετών Αθηνών με σκοπό την έκδοσή του στην Σερβία, για τους αναφερόμενους στην συνέχεια λόγους, κρατούμενος από 10-7-2009 στην Δικαστική Φυλακή ... . Για την έκδοση του εκκαλούντος υποβλήθηκε διά της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Σερβίας στην Αθήνα η με αριθ. ... αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Σερβίας, στην σερβική και σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική, την οποία συνοδεύουν τα παρακάτω έγγραφα, επίσης στην σερβική και σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική και δη: 1) η με αριθ. Κι.Π.-29/08/5-11-2008 απόφαση του Ανακριτή του Ειδικού Τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου Βελιγραδίου για την διεξαγωγή έρευνας-ανάκρισης, στην οποία διαλαμβάνεται λεπτομερής αναφορά και περιγραφή των αποδιδομένων στον εκκαλούντα εκζητούμενο αξιοποίνων πράξεων, 2) η με αριθ. Κι.Π-29/8/5-11-2008 απόφαση του ίδιου ανακριτή για τον ορισμό προφυλάκισης, 3) η με αριθ. Κι.-29/08/5-11-2008 απόφαση αυτού για την έκδοση του ταυταρίθμου εντάλματος σύλληψης, 4) τα στοιχεία ταυτότητας του εκζητουμένου και 5) το κείμενο των ποινικών διατάξεων της σερβικής νομοθεσίας, τις οποίες φέρεται ότι παραβίασε ο ανωτέρω καθώς και εκείνων που προβλέπουν τον χρόνο παραγραφής, και διακοπής αυτής, των αντίστοιχων αξιοποίνων πράξεων. Από τ' ανωτέρω συνάγεται, ότι ο εκζητούμενος με την Κι.-29/08/5-11-2008 απόφαση του Ανακριτή του Ειδικού Τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου Βελιγραδίου και το ταυτάριθμο ένταλμα σύλληψης αυτού διώκεται ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της Α) εγκληματικής συνέργειας συνισταμένης στο ότι τον Απρίλιο του 2008 στην Δημοκρατία της Σερβίας, στην ΠΓΔΜ ο εκζητούμενος, τ' αναφερόμενα εκεί πρόσωπα και άλλα, άγνωστα ακόμη, από πρόθεση και γνωρίζοντας ότι αυτό απαγορεύεται οργάνωσαν εγκληματική ομάδα, η οποία είχε στόχο να προβαίνει σε παράνομες πράξεις παράνομης διέλευσης των κρατικών συνόρων και λαθρεμπορίας ανθρώπων και ειδικότερα να βοηθήσουν μη υπηκόους της Σερβίας και δη πολίτες της Κίνας να περάσουν παράνομα τα σύνορα της Σερβίας, οργανώνοντας την παράνομη παραμονή τους, την εγκατάσταση και την παράνομη διαμετακόμισή τους μέσω της Σερβίας, με σκοπό το κέρδος, αποκομίζοντας τα ποσά των 300 ευρώ ανά άτομο για την μεταφορά από το ... ή το ... έως το ... ή το ..., των 25 ευρώ για την μεταφορά από το ... ή το ... στο ... ή το ..., των 25 ευρώ για την μεταφορά από το ... ή το ... στην γραμμή των συνόρων και 5.000 ευρώ ανά άτομο για την άφιξη από την Κίνα έως το ... . Β) κατά συρροή παράνομης διέλευσης των συνόρων και λαθρεμπορίας ανθρώπων συνισταμένης στο ότι οι οργανωτές της ως άνω εγκληματικής ομάδας, εκζητούμενος και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα μαζί με τα εκεί μέλη της ομάδας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2008 στην Ελλάδα, την Σερβία και την ΠΓΔΜ και σύμφωνα με την λεπτομερή και αναλυτική περιγραφή των μερικοτέρων πράξεων με πρόθεση, έχοντας την πρόθεση ν' αποκομίσουν υλικά οφέλη για τον εαυτό τους και για άλλους, βοήθησαν μεγάλο αριθμό κινέζων υπηκόων ως προς την παράνομη διαμετακόμιση μέσω της Δημοκρατίας της Σερβίας, την παράνομη παραμονή σ' αυτήν και την παράνομη διέλευση των συνόρων της Σερβίας προς την ΠΓΔΜ, με σκοπό την περαιτέρω μετάβαση αυτών στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά συγκροτούν τις προδιαληφθείσες πράξεις και τιμωρούνται: (Α) Η εγκληματική συνεργεία σύμφωνα με το άρθ. 346 παρ.1 του σερβικού ΠΚ με ποινή φυλάκισης από τρεις μήνες έως πέντε έτη και σύμφωνα με το άρθ. 187 παρ. 3 του ελληνικού ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και (Β) Η παράνομη διέλευση και λαθρεμπορία ανθρώπων σύμφωνα με το άρθ. 350 παρ. 2 και 3 του σερβικού ΠΚ με ποινή φυλάκισης ενός έως δέκα ετών και σύμφωνα με το άρθ. 87 παρ. 5 εδ, β'ν. 3386|2005 με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών κλπ, στην δε περίπτωση του άρθ. 88 παρ. 1β του ως άνω νόμου με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών κλπ. για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Εξάλλου, δεν προέκυψε νόμιμος λόγος που να εμποδίζει την εκτέλεση της ποινής ή να εξαλείφει το αξιόποινο, ειδικότερα δε δεν τίθεται θέμα κατ' αμφότερα τα δίκαια παραγραφής των ως άνω πράξεων, αφού αυτή για την πρώτη πράξη είναι κατ' άρθ. 103 παρ.5 του σερβικού ΠΚ και 111 παρ. 3 και 112 του ελληνικού ΠΚ πέντε έτη από την τέλεση της πράξης, ενώ για την δεύτερη δέκα έτη κατ' άρθ. 103 παρ. 4 του σερβικού ΠΚ και δέκα πέντε έτη κατ' άρθ. 111 παρ. 2 του ελληνικού ΠΚ, αρχομένη σε αμφότερες τις περιπτώσεις από την ως άνω τέλεση της πράξης. Ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, χωρίς ν' αμφισβητεί τα ως άνω στοιχεία της ταυτότητάς του, τα οποία αντιθέτως επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται ότι δεν είναι το πρόσωπο, του οποίου ζητείται η έκδοση και ειδικότερα, ότι κάποιος από τους διαβιούντες στην Σερβία ομοεθνείς του κατά ψευδή δήλωσή του έδωσε τα δικά του στοιχεία ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης παράνομης διακίνησης αλλοδαπών. Ο ισχυρισμός αυτός που ανάγεται στην αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της κατ' αυτού κατηγορίας είναι απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορούσε να ερευνήσει την ύπαρξη ενδείξεων ενοχής. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του, που περιλαμβάνεται στον ίδιο λόγο, ότι από τις φωτογραφίες που διαβιβάσθηκαν τηλεομοιοτυπικά και υποτίθεται ότι τον απεικονίζουν εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν είναι το εκζητούμενο πρόσωπο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, μη προσκομιζομένου, άλλωστε αν και το επικαλείται με το υπόμνημά του, του διαβατηρίου του, από το οποίο προκύπτουν, κατά τους ισχυρισμούς του, τα παραπάνω. Οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναφέρονται επίσης στην έλλειψη στοιχείων ενοχής σε βάρος του και γι' αυτό είναι απορριπτέοι κατά τα προαναφερθέντα. Τέλος με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλει ότι οι αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται στους αριθ. 8, 9 και 10 της αίτησης έκδοσης φέρονται να τελέσθηκαν στα πλαίσια μεταφοράς των παρανόμων αλλοδαπών στην Ελλάδα, στην περίπτωση δε αυτή αρμοδιότητα δίωξης και τιμωρίας των πράξεων αυτών έχουν οι ελληνικές δικαστικές αρχές, γεγονός που κωλύει την έκδοσή του στις σερβικές αρχές. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με το άρθ. 49 της ως άνω διμερούς σύμβασης ευχέρεια απλώς παρέχεται στο κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έκδοσης να την απορρίψει, εάν το αδίκημα διεπράχθη στο έδαφός του. Εξάλλου, οι προβαλλόμενοι με το κατατεθέν μετά την συζήτηση ισχυρισμοί του εκκαλούντος ως λόγοι έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι κατ' άρθ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ οι λόγοι έφεσης είναι παραδεκτοί μόνον εφόσον περιέχονται στην έκθεση έφεσης. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2009 έφεση του Χ κατά της 64/2009 απόφασης τους Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση αλλοδαπών εγκληματιών. Η κυρωθείσα με το ν.δ. 4009/1959 Σύμβαση μεταξύ της Ελλάδος και της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων, στην οποία περιλαμβάνονται και διατάξεις για την αμοιβαία έκδοση εγκληματικών, εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη διάλυση του ως άνω κράτους ως προς το διάδοχο (και προκύψαν από τη διάλυση) κράτος της Δημοκρατίας της Σερβίας. Ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την αμοιβαία έκδοση εγκληματιών με βάση τη Σύμβαση αυτή. Το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών που εξετάζει την αίτηση έκδοσης δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής του διωκομένου ποινικά ατόμου, Έκδοση Κινέζου υπηκόου στις αρχές του κράτους της Σερβίας, όπου διώκεται για τις αξιόποινες πράξεις της εγκληματικής συνέργειας και της κατά συρροή παράνομη διέλευσης των συνόρων και της λαθρεμπορίας ανθρώπων - αντιστοιχία με πράξεις που τιμωρούνται σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Λόγοι έφεσης προβαλλόμενοι με το υπόμνημα που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι με την έκθεση της έφεσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1808/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος τη συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα-Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 και 11 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, κατοίκου ... και προσωρινά κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος εμφανίσθηκε ο ίδιος αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ'αριθμ. 18/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αποφάσισε την εκτέλεση των από 15-4-2009 και 25-5-2009 Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης που έχουν εκδοθεί από τον Δικαστή του Δικαστηρίου της Περιοχής Κουρζέμσκι της Ρίγας της Δημοκρατίας της Λετονίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Λετονίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 4/14-7-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιά Νικολάου Σιτζάνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να εκδοθεί αυτός στις Αρχές της Λετονίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση από 14-7-2009 έφεση του Χ κατά της 18/13-7-2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση των κατ'αυτού εκδοθέντων από 15-4-2009 και 25-5-2009 ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως των Λετονικών Δικαστικών Αρχών, ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει να γίνει τύποις δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσίαν. Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ως άνω Ν.3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προκειμένου α) να ασκηθεί ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη που έχει ήδη αποδοθεί σ' αυτό ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που περιέχει, ειδικότερα, α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.λ.π. σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεως του. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και β) τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και στο άρθρο 12 οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος προφορικά στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση των από 15-4-2009 και 25-5-2009 ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, που έχουν εκδοθεί από τον Δικαστή του Δικαστηρίου της περιοχής Κουρζέμσκι της Ρίγας Λετονίας κατά του εκκαλούντος, που γεννήθηκε στη ... την 10-2-1970, μη όντος, σύμφωνα με τη σχετική επισημείωση στα οικία εντάλματα, υπηκόου της Δημοκρατίας της Λετονίας. Κατ'αυτού εκδόθηκε η 1108 ΦΕ 620/6-7-2009 εντολή σύλληψης και προσωρινής κράτησης του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, ήδη όμως ο εκζητούμενος είχε προηγουμένως συλληφθεί και εκρατείτο προσωρινά από 17-3-2009 σε εκτέλεση του 6/20-3-2008 εντάλματος προσωρινής κράτησης του 11ου Τακτικού Ανακριτή Πλημ/κών Αθηνών, κατηγορούμενος για απόπειρα ληστείας, στη συνέχεια δε παρατάθηκε για την οποία αυτή η κράτησή του με τα 1618/2008 και 372/2009 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς μέχρι 17-9-2009. Με τα ανωτέρω εντάλματα των δικαστικών αρχών της Λετονίας αποδίδεται στον εκκαλούντα η κατά συρροή διάπραξη του αδικήματος του χουλιγκανισμού, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 231 του Λετονικού Ποινικού Κώδικα με φυλάκιση μέχρι επτά (7) ετών και αστυνομική επιτήρηση μέχρι τρία (3) έτη, συνιστάμενο ειδικότερα στο ότι: Α) Την 14-11-2007 ευρισκόμενος σε δημόσιο χώρο, μεθυσμένο και κρατώντας αεροβόλο όπλο, που μπορεί να προκαλέσει σωματική βλάβη, άρχισε να πυροβολεί χωρίς κανένα λόγο ενώπιον τρίτων, έστρεψε δε αυτό και κατά της ... και των δίδυμων τέκνων της, ηλικίας 10 μηνών, που ευρίσκονταν μέσα σε καροτσάκι και πυροβόλησε προς την κατεύθυνσή τους κατ'επανάληψη, αναγκάζοντάς τους να αποχωρήσουν, φοβούμενοι για τη σωματική τους ακεραιότητα. Στη συνέχεια άνοιξε πυρ προς την κατεύθυνση των διερχόμενων αυτοκινήτων και ακολούθως μετέβη σε κατάστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών και οργισμένος, διότι αυτό ήταν κλειστό, έθραυσε με τον υποκόπανο του όπλου τη γυάλινη πόρτα του καταστήματος, την οποία κατέστρεψε, και Β) Την 4-12-2007, ευρισκόμενος στο παραπάνω κατάστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών, όταν του ζητήθηκε να καταβάλει το ορισμένο αντίτιμο για τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή που έκαμε, αρνήθηκε και ορισμένος, ενώπιον πελατών του καταστήματος πυροβόλησε έξι (6) φορές με το αεροβόλο όπλο που κρατούσε κατά της γυάλινης θύρας του καταστήματος, την οποία κατέστρεψε, αναγκάζοντας έτσι του πελάτες να αποχωρήσουν και την επιχείρηση να διακόψει τη λειτουργία της. Οι παραπάνω πράξεις είναι αξιόποινες και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, χαρακτηριζόμενες ως απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και τιμωρούνται, κατ'άρθρο 42 παρ.1, 299 παρ.1, 382 παρ.1 και 381 παρ.1 ΠΚ και 1 παρ.1 γ', 10 παρ.1 και 13 β και 14 του Ν. 2168/1993, με πρόσκαιρη κάθειρξη και φυλάκιση, της οποίας το ανώτατο όριο είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών (για την ανθρωποκτονία από πρόθεση δεν απαιτείται έλεγχος του διττού αξιοποίνου, αφού περιλαμβάνεται στο άρθρο 10 παρ.2 στοιχ. ιδ' του Ν. 3251/2004). Τα ως άνω εντάλματα περιέχουν όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν.3251/2004 στοιχεία, δεν αντίκεινται στις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι αποδιδόμενες στον εκζητούμενο πράξεις τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, το ανώτατο όριο της οποίας είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, οπότε είναι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ.1 α του ίδιου νόμου και δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτέλεσης ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεση των ενταλμάτων για τις αναφερόμενες σε αυτά πράξεις, οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν στη Λετονία, που είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης. Περαιτέρω, ουδόλως προέκυψε ότι τα εν λόγω ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης έχουν εκδοθεί προς τον σκοπό διώξεως ή τιμωρίας του εκκαλούντος εκ του λόγου ότι δεν είναι Λετονός πολίτης και ότι υφίσταται κίνδυνος για τη ζωή του αν παραδοθεί στη Λετονία. Κατά συνέπεια, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των παραπάνω ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάνθηκε υπέρ της εκτελέσεως αυτών, αναβάλλοντας μόνο την προσαγωγή μέχρι την έκτιση της τυχόν επιβληθησόμενης για την πράξη της απόπειρας ληστείας, που διέπραξε στην Ελλάδα, ποινής, δεν έσφαλε και η υπό κρίση έφεση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο του Καταστήματος Κράτησης ..., ο εκκαλών αποφυλακίσθηκε τυπικά την 6-7-2009, διότι με την 3415/3-7-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών για επικίνδυνη σωματική βλάβη. (ενώ αθωώθηκε για την πράξη της απόπειρας ληστείας), του αφαιρέθηκε ο χρόνος προσωρινής κράτησης από 17-3-2008 έως 3-7-2009, ενώ η ποινή που του επιβλήθηκε ανεστάλη επί τριετία και η ασκηθείσα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, έκτοτε δε κρατείται προκειμένου να εκδοθεί στις Λετονικές αρχές. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν. 3251/2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσία την από 14-7-2009 έφεση του Χ κατά της 18/13-7-2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση των από 15-4-2009 και 25-5-2009 ευρωπαϊκών Ενταλμάτων σύλληψης του Δικαστή του Δικαστηρίου της Περιοχής Κουρζέμσκι της Ρίγας της Δημοκρατίας της Λετονίας κατά του εκκαλούντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εκζητουμένου με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την άσκηση ποινικής διώξεως. Προϋποθέσεις εκδόσεως και στοιχεία που πρέπει να περιέχει το ένταλμα. Έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που διατάσσει την εκτέλεση του εντάλματος (Ν. 3251/2004). Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1805/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη - Δωρόθεο Παπαρρηγόπουλο και Γεώργιο Μπουρμά, περί αναιρέσεως της 4765/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1105/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη ή επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επήρχετο και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον κατ' αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκεν ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας ειδικότερα: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, με πληρότητα και πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. β) Αρκεί ν' αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς ν' απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε ένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι: "Ο κατηγορούμενος από αμέλεια του, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε τον θάνατο άλλου. Ειδικότερα, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου (αγροτικό) και εκινείτο επί της ως άνω ΕΟ με κατεύθυνση από ... προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και προκειμένου να εισέλθει σε πρατήριο υγρών καυσίμων, παρότι στην πορεία του ήταν τοποθετημένη απαγορευτική πινακίδα στροφής αριστερά (Ρ-27), παρεβίασε την πινακίδα αυτή, διέβη την εκ δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση της οδού και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα εκ της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του, τη στιγμή που είχε καταλάβει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να επιπέσει επ' αυτού η υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία εκινείτο επί της ιδίας ως άνω οδού και με την ιδίαν κατεύθυνση και κατά τη στιγμή εκείνη επιχειρούσε υπέρβαση από αριστερά, εκ της συγκρούσεως δε αυτής να τραυματισθεί ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ..., ο οποίος υπέστη βαρείες κακώσεις κεφαλής, θώρακος, λεκάνης και άκρων εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Ενόψει αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πιο πάνω πράξης". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τις διατάξεις των αρθ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος (αρθ. 26 παρ 1β, 28, 302 παρ. 1 ΠΚ), καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τ' αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, μη απαιτουμένης, όπως προαναφέρθηκε, της στάθμισης της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων ούτε της αναφοράς των συγκεκριμένων καταθέσεων, και του περιεχομένου τους, που άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης, όπως επίσης εκτίθενται και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Εξάλλου, ειδικότερα οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το πρώτο σκέλος του (μοναδικού) λόγου αναίρεσης, ότι από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ΤΤ...δεν αποδεικνύεται η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για το ατύχημα, καθώς και ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του φερομένου ως αυτόπτη μάρτυρα, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου βάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και η εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, αβάσιμη είναι και η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και λόγω αλληλο-συμπλήρωσης αιτιολογικού και διατακτικού αυτής και ειδικότερα διότι το αιτιολογικό αποτελεί επανάληψη - αντιγραφή του διατακτικού, αφού αυτό περιέχει με πληρότητα όλα τ' απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα οποία περιέχονται και στο αιτιολογικό. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' αμφότερα τα σκέλη του ο μοναδικός από το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος και ακολούθως και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.6.2009 αίτηση αναίρεσης του ... κατά της 4675|2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Τμήμα ΣΤ).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά τα άρθρ. 302 § 1 και 28 ΠΚ. Έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, που ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και δεν υπάρχει έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, εφόσον αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, με πληρότητα και πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της, ενώ εξάλλου αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε ένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο, αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο και με το πρόσχημα του ως άνω αναιρετικού λόγου βάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και η εκτίμηση των αποδείξεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1802/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ..., και εγκαλουμένους τους: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 665/7.8.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1201/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 268/17.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 14-6-2007 αναφορά του Ψ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά των 1) Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 2) Χ2, Πρωτοδίκη Αθηνών, 3) Χ3, Πρωτοδίκη Αθηνών και 4) Χ4, Εφέτη Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 § ιγ' Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι η παραπομπή της υποθέσεως, πρέπει, να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού γι'αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 766/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Ψ με την από 14-6-2007 αναφορά του, κατήγγειλε τους μνημονευόμενους παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.). Επί της υποθέσεως αυτής εξεδόθη η υπ'αριθ. 45/2009 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, διά της οποίας απερρίφθη η πιο πάνω αναφορά, εκληφθείσα ως έγκληση, ως ουσία αβάσιμη. Κατά της διατάξεως αυτής άσκησε ο πιο πάνω αναφέρων την υπ'αριθ. 58/2009 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Με το από 4-8-2009 έγγραφό του ο αναπληρωτής του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, Εφέτης Γεώργιος Κούτος, βεβαιώνει ότι η παραπάνω αναφερόμενη Χ4 είναι Εφέτης και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, ο δε Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με το από 7-8-2009 έγγραφό του μας υπέβαλε τη συνημμένη δικογραφία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, αφού η εκ των αναφερομένων Χ4 είναι Εφέτης και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως και λόγω συναφείας για τους λοιπούς αναφερομένους, όχι σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο, αφού κατά των αναφερομένων μηνυομένων δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί καν ποινική δίωξη, αλλά στις Εισαγγελικές και Ανακριτικές Αρχές άλλου δικαστηρίου και ως τέτοιες πρέπει να ορισθούν αυτές της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά και του Εφετείου Πειραιά.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να παραπεμφθεί η υπ'αριθ. 58/2009 προσφυγή του Ψ κατά της υπ'αριθ. 45/2009 διατάξεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών από τις Εισαγγελικές και λοιπές Ανακριτικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, σ'αυτές του Εφετείου Πειραιά.
Αθήνα 14 Αυγούστου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε του ΚΠοινΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρκτικής εξετάσεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτήν το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Ψ, κάτοικος ..., με την από 14.6.2007 αναφορά του, κατήγγειλε τους αναφερόμενους σε αυτήν δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συμμετείχαν στη σύνθεση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εξέδωσε το 5795/2004 βούλευμα, ότι παρέβησαν το καθήκον τους. Με αφορμή την καταγγελία αυτή, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, από την οποία δεν επιβεβαιώθηκε η βασιμότητα των καταγγελλομένων περιστατικών και κατόπιν αυτών η σχετική δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, με την 45/2009 διάταξή του, με την οποία και απέρριψε την ως άνω μηνυτήρια αναφορά. Κατά της διατάξεως αυτής, ο καταγγέλλων άσκησε την 58/2009 προσφυγή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Κατόπιν αυτών και αφού οι καταγγελλόμενοι είναι δικαστικοί λειτουργοί και η εξ αυτών Χ4, Εφέτης που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται, κατά το στάδιο αυτό, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών (άρθρα 111 παρ. 7, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 του ΚΠΔ), πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η περιεχόμενη στην από 14.6.2007 καταγγελία εις βάρος των δικαστικών λειτουργών Χ1, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, Χ2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Χ3, Πρωτοδίκη Αθηνών, και Χ4, ήδη Εφέτη Αθηνών, και η ασκηθείσα κατά της 58/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών προσφυγή, να παραπεμφθούν στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί της προσφυγής αυτής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητός του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την 58/2009 προσφυγή του εγκαλούντος Ψ κατά της 42/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, που εκδόθηκε επί της από 14.6.2007 αναφοράς του εγκαλούντος κατά των προαναφερθέντων δικαστικών λειτουργών, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναφορά κατά δικαστικού λειτουργού για παράβαση καθήκοντος - προκαταρκτική εξέταση - απόρριψη αναφοράς με διάταξη εισαγγελέα - προσφυγή. Παραπομπή της υπόθεσης σε άλλη εισαγγελική και δικαστική αρχή, διότι ο καταγγελλόμενος υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρ. 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο (άρθρ. 136 ε΄ και 137 § 1 γ΄ ΚΠΔ). Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 1801/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο και Σοφία Καραχάλιου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ... και με εγκαλούμενους τους: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 5 Μαΐου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 691/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 218/22.06.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την υπ'αριθ. πρωτ. 427/5-5-2009 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, επί υποθέσεως με εγκαλούμενο και τον Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Κατά την διάταξη του άρθρ. 136 περ. ε' ΚΠΔ, ζήτημα καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή υπάρχει και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρ. 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελόμενος, όταν η υπόθεση ευρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθή ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίση για την παραπομπή δικαστήριο είναι ο 'Αρειος Πάγος, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπ'αριθμ. ΕΓ 112-07/428/17Δ/09 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών απερρίφθη η από 21-4-2006 έγκληση του Ψ, στρεφομένη και κατά του Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών. 'Ηδη δε, ο ανωτέρω Ψ ήσκησε την υπ'αριθμ. 226/2009 προσφυγή στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της ως άνω διατάξεως.
Εφ'όσον, όμως, ο εκ των εγκαλουμένων Χ1, Αντεισαγγελεύς Εφετών, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, συντρέχει περίπτωση καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, και παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους εγκαλουμένους, λόγω συναφείας, από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές άλλου Εφετείου και ειδικότερα αυτές του Εφετείου Λαμίας, λαμβανομένου υπ'όψη και ότι η επίσης εγκαλουμένη Χ2 υπηρετεί ως Αντεισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να παραπεμφθή η υπόθεση περί της οποίας η υπ'αριθμ. 226/2009 προσφυγή του Ψ, κατοίκου ..., στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 112-07/428/17Δ/09 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά της οποίας απερρίφθη η από 21-4-2006 έγκληση του προσφεύγοντος, στρεφομένη και κατά του Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Λαμίας.
Αθήναι 18 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ιδίου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει, ότι η παραπομπή της υπόθεσης πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι, με την υπ αριθ. ΕΓ/112-07/428/17Δ/09 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορρίφθηκε η από 21-4-2006 έγκληση του Ψ, κατοίκου ..., η οποία στρέφεται και κατά του Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 226/2009 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι ανωτέρω εγκαλούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθ. 427/2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και να ορισθεί αρμόδιος να αποφανθεί επί της άνω προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Λαμίας καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Λαμίας, ως και οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' 226/2009 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. ΕΓ-112-07/428/17δ/09 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Λαμίας και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές της Λαμίας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 1799/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 2332, 2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 3 Μαρτίου 2009 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1953/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται: Α)....Β) δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους α)....β)...γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 102 και 107 που περιέχονται στο υπό τον τίτλο "περί ποινών της λαθρεμπορίας" ΙΔ' κεφάλαιο του Ν 1165/1918, κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, εκτός από την ποινή φυλακίσεως που επιβάλλεται, δημεύονται τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής και, εάν, για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η δήμευση τους, επιβάλλεται στον κηρυχθέντα ένοχο αυτής χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Με το άρθρο 2 παρ. 13 του Ν. 2443/1996, αντικ. οι παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2127/1993, που όριζαν μέχρι τότε, ότι η με οιοδήποτε τρόπο διαφυγή καταβολής για τα εισαγόμενα κοινοτικά αυτοκίνητα του ειδικού φόρου κατανάλωσης, δε συνιστούσε το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας, αλλά χαρακτηριζόταν ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επέσυρε την επιβολή μόνον πολλαπλών τελών και προστίμου, και ορίστηκαν τα εξής: "παρ.1. Η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων των αναφερομένων στο άρθρο 75 οχημάτων, καθώς και η μη τήρηση των προβλεπομένων από τα άρθρα 75 και επόμενα διατυπώσεων, με σκοπό τη μη καταβολή των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία και τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Ν. 1165/1918". " παρ.2. . .". Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κωδικός". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές με τις ίδιες διακρίσεις ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Έτσι, ο νέος νόμος ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που τελέσθηκαν προ της 1-1-2002 και που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής απόφαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2332,2335/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της λαθρεμπορίας εισαχθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό το ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α, β και δ' του ΠΚ. Όπως δε προκύπτει από το αιτιολογικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου και των συγκατηγορουμένων του), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, τρίτο κατηγορούμενο Χ1: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (...) ασχολούταν, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, με την εμπορία αυτοκινήτων στην..., ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ2), ανέπτυσσε την αυτή επαγγελματική δραστηριότητα στην ..., όπου και διατηρούσε μάνδρα αυτοκινήτων, συνεργαζόταν δε στενά με τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως τούτο προέκυψε από τις ιδιόχειρες καταχωρήσεις που είχε διενεργήσει στο προσωπικό του ημερολόγιο, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, που κατασχέθηκε στα χέρια του όταν συνελήφθη στο Τελωνείο σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που εκκρεμούσαν σε βάρος του, το οποίο και αποτελεί στοιχείο της δικογραφίας, οι επίμαχες σελίδες του οποίου και αναγνώσθηκαν, καταχωρήσεις οι οποίες αφορούν συγκεκριμένες συναλλαγές από τις επίμαχες που αναφέρονται στο διατακτικό, όπως λ.χ. η αφορώσα τον τρίτο κατηγορούμενο. (Χ1). 1.Ειδικότερα για την περίπτωση αυτή του τρίτου κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 2-3-2001, από αστυνομικούς της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής, οι οποίοι ερευνούσαν τις παράνομες δραστηριότητες των δύο πρώτων κατηγορουμένων, κατασχέθηκε στην ...αυτοκίνητο τύπου ΑUIDI 100 που έφερε πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου .... Το αυτοκίνητο κατείχε ο τρίτος κατηγορούμενος, κάτοικος ..., ο οποίος στις αρχές του προηγουμένου έτους 2000, παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, που, όπως λέχθηκε, δραστηριοποιούταν επαγγελματικά με την εμπορία αυτοκινήτων στη ... ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Mitsubihi, το οποίο αποτιμήθηκε στο ποσό του 1.300.000 δραχμών και επιπλέον ποσό 2.300.000 δραχμών, με την συμφωνία να του φέρει από το εξωτερικό ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής AUDI τύπου Α4. Επειδή αυτός, όπως του δήλωσε, αδυνατούσε να του προμηθεύσει το εν λόγω αυτοκίνητο τον παρέπεμψε, στις αρχές Φεβρουαρίου 2000, στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ασχολούταν με την εμπορία αυτοκινήτων στην περιοχή της ..., μετά του οποίου και τελούσε σε συνεννόηση, τον διαβεβαίωσε δε ότι θα τακτοποιούσε το ζήτημα του, γνώριζε όμως ότι η "τακτοποίηση" θα γινόταν με τον κατωτέρω τρόπο και εν τούτοις τον διαβεβαίωσε ότι θα του παρέδιδε νομίμως εισαχθέν αυτοκίνητο, το οποίο μπορούσε να εκτελωνισθεί και θα εκτελωνιζόταν και θα επακολουθούσε η νόμιμη κυκλοφορία του. Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 7-2-2000, του παρέδωσε ένα αυτοκίνητο του ιδίου εργοστασίου κατασκευής, τύπου όμως 100, το οποίο έφερε ξένες πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας. Παρέστησε δε ψευδώς σ αυτόν ότι το αυτοκίνητο είχε εισαχθεί νομίμως από την Γερμανία και ως εκ τούτου μπορούσε και έπρεπε να εκτελωνισθεί γι αυτό και ο Χ1 του κατέβαλε, πέραν του ανωτέρω ποσού των 3.600.000 δραχμών, για τον σκοπό αυτό και ποσό 300.000 δραχμών. Το αληθές όμως ήταν ότι το αυτοκίνητο εκείνο δεν μπορούσε να εκτελωνισθεί, διότι δεν είχε εισαχθεί νομίμως, χωρίς όμως, λόγω της κατωτέρω επεμβάσεως σ' αυτό του τρίτου κατηγορουμένου, η οποία αλλοίωσε τα στοιχεία που αφορούσαν την "ταυτότητα" του αυτοκινήτου, να καταστεί δυνατή η διαπίστωση της Χώρας από την οποία είχε εισαχθεί και του έτους κατασκευής του, εκτός βέβαια του ότι κατασκευάζεται στην Γερμανία. Τις ψευδείς αυτές παραστάσεις επιβεβαίωσε, όπως λέχθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, παρότι ήξερε την ως άνω πραγματική κατάσταση ως προς την αδυναμία εκτελωνισμού του αυτοκινήτου. Στις ψευδείς αυτές παραστάσεις του πρώτου που επιβεβαιώθηκαν και ενισχύθηκαν από τον δεύτερο πείσθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος και αγόρασε το αυτοκίνητο και κατέβαλε το προαναφερθέν ποσό κατά το οποίο, ωφελήθηκαν παράνομα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, με αντίστοιχη ζημία του τρίτου, αφού το αυτοκίνητο ουδεμία εμπορική αξία είχε, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να εκτελωνισθεί, ούτε βέβαια μπορούσε να μεταβιβασθεί περαιτέρω και ενόψει της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ο τρίτος προέβη στην αμέσως κατωτέρω εκτιθέμενη ενέργεια, με την οποία φρονούσε ότι θα επέλυε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε, το οποίο, όχι μόνον δεν λύθηκε, αλλά και κατέληξε στην κατάσχεση στις 2-3-2001 και αφαίρεση από την κατοχή του του αυτοκινήτου. Ειδικότερα, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος ανέβαλε συνεχώς τον εκτελωνισμό του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα ο τρίτος να μη μπορεί να το κυκλοφορήσει, προς επίλυση του προβλήματος που αντιμετώπιζε και, ενόψει του ότι είχε ήδη καταβάλλει το ποσό των 3.900.000 δραχμών και ήθελε να κρατήσει το αυτοκίνητο, όπως ομολογεί, αγόρασε ένα άλλο προγενέστερου έτους κατασκευής ιδίου τύπου και εργοστασίου αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου .... Απέκοψε δε, σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, το τμήμα της λαμαρίνας στο οποίο ήταν χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου και το "εντοίχισε" στην αντίστοιχη θέση του αυτοκινήτου που κατείχε, του οποίου εξαφάνισε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου και στο οποίο τοποθέτησε τις πινακίδες με τον ανωτέρω αριθμό κυκλοφορίας και από τις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2000 άρχισε να το κυκλοφορεί, χωρίς βέβαια να το εκτελωνίσει και να καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς τέλη και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου, ανερχόμενα, ενόψει του ότι κατά τα εξωτερικά γνωρίσματα του αυτοκινήτου εκτιμήθηκε, λόγω της προαναφερθείσας αδυναμίας την οποία με την ως άνω επέμβασή του προκάλεσε ο κατηγορούμενος, εξακριβώσεως επακριβώς του έτους κατασκευής, το οποίο, παρά τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, μόνον με τον αριθμό πλαισίου είναι δυνατόν να εξακριβωθεί και όχι με τον αριθμό κινητήρος, διότι ο κινητήρας μπορεί να μεταφερθεί από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο, ως έτους κατασκευής 1991 (τα συγκεκριμένου τύπου αυτοκίνητα σταμάτησαν να παράγονται το έτος 1994), στο ποσό των 16.110,19 € (βλ. από 24-10-2002 Πράξη χρέωσης δασμών ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, που αναγνώσθηκε). Το ποσό αυτό των δασμών κλπ. επιβαρύνσεων, όχι μόνον δεν το κατέβαλε ο κατηγορούμενος, αλλ αντιθέτως αμφισβήτησε και αμφισβητεί με τον σχετικό ισχυρισμό του, το ύψος αυτού, μάλιστα υπέβαλε στην ανωτέρω Υπηρεσία την από 4-2-2008 αίτηση, η οποία αναγνώσθηκε, με την οποία ζήτησε αναχρέωση του εν λόγω ποσού, ούτε βέβαια υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στις ανωτέρω υπό στοιχείο Ι αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 137 Ν. 2960/2001, αλλ'αντιθέτως άσκησε, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 12-5-2005 αναγνωσθείσα προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξεως του Διευθυντή της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, με την οποία επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των ανωτέρω επιβαρύνσεων του αυτοκινήτου, πλέον τέλους χαρτοσήμου και ΟΓΑ, συνολικού ποσού 49.490,55 €., το οποίο επιμερίσθηκε, όπως αναφέρεται στην προσφυγή.
Συνεπώς η πράξη της λαθρεμπορίας, την οποία, κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, τέλεσε ο κατηγορούμενος, δεν τυγχάνει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, απλή τελωνειακή παράβαση, αφού δεν εκπλήρωσε αυτός τις στην ίδια σκέψη αναφερθείσες προς τούτο προϋποθέσεις.
Συνεπώς το υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως με σκοπό την προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών και της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο, αφού, παρεκτός του ότι δεν προέκυψε ότι υφίσταται τέτοια αλληλογραφία, δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως. Επίσης αβάσιμο και απορριπτέο τυγχάνει το αίτημα του ίδιου κατηγορουμένου για αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως προκειμένου να κλητευθεί και προσέλθει ως μάρτυρας υπάλληλος της ΔΙΠΑΕ, για να καταθέσει επί του ζητήματος αυτού, αφού, με αίτηση του κατηγορουμένου, με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης και κλητεύθηκαν οι μάρτυρες υπάλληλοι της ΔΙΠΕΑΚ, οι οποίοι και κατέθεσαν και διαφώτισαν το Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, στο μέτρο που αυτό ήταν δυνατόν, εξαιτίας της εγγενούς ως άνω αδυναμίας εξευρέσεως, λόγω της ανωτέρω πράξεως του κατηγορουμένου, του ακριβούς έτους κατασκευής του αυτοκινήτου. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την ανωτέρω πράξη χρέωσης δασμών, η δασμολογητέα αξία του αυτοκινήτου, με βάση την οποία καθορίσθηκαν οι διάφορες επιβαρύνσεις στο ανωτέρω ποσό, υπολογίσθηκε με βάση το κριθέν ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα κατά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά στοιχεία του αυτοκινήτου, έτος κατασκευής αυτού (1991), το οποίο ρητώς αναφέρεται στην πράξη, εξού και η μείωση αυτής κατά 62%, ανεξάρτητα βέβαια του ότι ο χρόνος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας δεν ασκεί έννομη επιρροή στην στοιχειοθέτηση ή όχι της πράξεως που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, ενόψει του ότι αυτή (στοιχειοθέτηση) δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε χαμηλότερο, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, του ποσού των 16.110,19 € ποσό των επιβαρύνσεων του αυτοκινήτου, που στερήθηκε το Δημόσιο, αφού το ποσό τούτο είναι χαμηλότερο των 30.000 €, η δε υπαγωγή της πράξεως του κατηγορουμένου στην επιβαρυντική περίπτωση του εδαφ. β της παραγ. 1 άρθρου 157 Ν. 2960/2001 γίνεται, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, λόγω μεταχειρίσεως ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και όχι ύψους διαφυγόντων δασμών κλπ. επιβαρύνσεων. Κατ' ακολουθία τούτων η πράξη που τέλεσε ο τρίτος κατηγορούμενος, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, τυγχάνει η της λαθρεμπορίας που προβλέπεται και τιμωρείται από τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω, κατά τα εκεί εκτεθέντα, διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 β και 2 η και 157 παρ. 1 β, Ν. 2960/2001, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μεταχειρίσθηκε το προαναφερθέν ιδιαίτερο τέχνασμα του "εντοιχισμού" του αριθμού πλαισίου άλλου αυτοκινήτου, ο οποίος συνιστά, όπως λέχθηκε, την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου. Στον κατηγορούμενο αυτό πρέπει να αναγνωρισθούν, πέραν εκείνης που του αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, αφού συντρέχουν στο πρόσωπά του οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι εν λόγω διατάξεις. Το αίτημά του για αναγνώριση και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 γ και 2 ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι είναι αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση επειδή δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις που τάσσουν προς τούτο οι εν λόγω διατάξεις.
Συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής εξειδικεύονται στο διατακτικό, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής και ειδικότερα των μερικότερων πράξεων του χρονικού διαστήματος από 8/10/2008-2/3/2001, κατά το διατακτικό, ενώ για τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 1-7/10/2001 πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, διότι από την τέλεσή τους παρήλθε 8ετία και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής (111 αριθ. 3, 112, 113 αριθ. 1, 2, 3 ΠΚ και 370 β ΚΠΔ). Αντιθέτως για την πράξη της λαθρεμπορίας, σε σχέση με το αυτοκίνητο αυτό, που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, πρέπει να παύσει οριστικά η σε βάρος του ποινική δίωξη, διότι, από τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα (7-2-2000) παρήλθε 8ετία και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής (111 αριθ. 3, 112, 113 αριθ. 1, 2, 3 ΠΚ, 370 β ΚΠΔ)".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της λαθρεμπορίας, τελεσθείσας με μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 του ΠΚ, και εκείνες των άρθρων 73,155 παρ.1 α, β, 2 α, στ, ζ, 156,157 παρ.1 α, β, 159,160,164,165,166,172,175 και 177 του εφαρμοζόμενου ως επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο,ν.2960/2001, τις οποίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος που τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-2000 έως 2-3-2001 (διατακτικό) και όχι από 8-10-2008 έως 2-3-2001, που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αιτιολογικό, ενώ έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία οκταετούς παραγραφής, για το διάστημα από 1-10-2000 έως 8-10-2000, (διατακτικό) και όχι από 1-10-2001 έως 7-10-2001, που επίσης από παραδρομή σημειώνεται στο αιτιολογικό (σελ.32), μη δημιουργούμενης από τις παραδρομές αυτές στο αιτιολογικό μόνον, ουδεμίας ασάφειας, β) αναφέρονται συγκεκριμένα ιδιαίτερα τεχνάσματα που μεταχειρίστηκε ο κατηγορούμενος και έθεσε σε κυκλοφορία στην Ελλάδα παράνομα εισαχθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο που αυτός είχε αγοράσει, αλλά κατείχε και κυκλοφορούσε εν γνώσει του παράνομα, χωρίς την πληρωμή του αναλογούντος εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 16.110,19 ευρώ, γ) ορθά εφαρμόστηκε, κατά τα προεκτεθέντα ο νεότερος νόμος 2960/2001, καίτοι η εν λόγω λαθρεμπορία διαπράχθηκε από 8-10-2000 έως 2-3-2001 παρότι η ισχύς του νόμου αυτού άρχισε από 1-1-2002, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, καθόσον ο νεότερος αυτός νόμος περιέχει ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, ως προς την ποινική μεταχείριση, του προϊσχύσαντος Ν. 1165/1918, άρθρα 100,102,107. (βλ.ΑΠ 195/2008, 932/2007), ο δε επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα Ν. 2682/1999 "περί διαρρυθμίσεων στη φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλες διατάξεις", που ήδη καταργήθηκε κατ'άρθρο 184 του Ν. 2960/2001, αφορά το τέλος ταξινόμησης αυτοκινήτων κλπ οχημάτων και όχι απωλεσθέντας δασμούς εισαγωγής και λαθρεμπορία, λόγω μη πληρωμής των αναλογούντων δασμών κλπ επιβαρύνσεων, ενώ δεν επικαλείται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ότι υπήχθη στις ευνοϊκές διατάξεις του άρθρου 137 παρ.1 του άνω νόμου 2960/2001, καταβαλών στο Δημόσιο το επιβληθέν σε αυτόν πολλαπλό τέλος εκ ποσού 17.990,55 ευρώ, ώστε να θεωρηθεί η προ της ισχύος του νόμου αυτού διαπραχθείσα αξιόποινη λαθρεμπορία (2000-2001), ως απλή τελωνειακή παράβαση (ΑΠ 77/2006), δ) ο προσδιορισμός από την αρμόδια Τελωνειακή Υπηρεσία Αξιών της δασμολογητέας και φορολογητέας αξίας του παράνομα εισαχθέντος και κατεχομένου από τον κατηγορούμενο αυτοκινήτου σε 16.110,19 ευρώ, έγινε σύννομα, κατά το άρθρο 4 του Ν. 2682/1999, με βάση τα γνωστά εξωτερικά γνωρίσματα αυτού, αφού ήταν άγνωστο το έτος κατασκευής αυτού, που προσδιορίστηκε στο 1991, ενόψει του ότι ήταν παραποιημένος ο κωδικός αριθμός πλαισίου του οχήματος αυτού, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 24-12-2002 πράξη χρέωσης δασμών της ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ, στ) ορθώς το Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για το χρονικό διάστημα μέχρι 8-10-2000, λόγω παραγραφής, αφού η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 8-10-2008. Το γεγονός δε, ότι η εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 4-2-2009, αναβλήθηκε, λόγω σημαντικών αιτίων, κωλύματος μέλους της συνθέσεως, με τη με αριθ. 378/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως επηρεάζει ούτε επιφέρει την παραγραφή της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως, καίτοι συμπληρώθηκε έκτοτε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως οκταετία, όπως αβάσιμα αιτιάται με πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, διότι η παραγραφή που επέρχεται μετά τη δημοσίευση της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάζεται και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, μόνο σε περίπτωση παραδοχής ως βάσιμου, ενός τουλάχιστον λόγου αναιρέσεως και δεν αρκεί η πάροδος του χρόνου, ζ) με επαρκή και ειδική αιτιολογία, (σελ. 31), απορρίφθηκε το υποβληθέν εκ μέρους του κατηγορουμένου αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου, να προσκομισθεί η αλληλογραφία μεταξύ Διευθύνσεως Συγκοινωνιών και AUDI και ΔΙΠΕΑΚ-ΔΙΠΑΕ και να κλητευθεί και εξετασθεί επί της δασμολογητέας αξίας του αυτοκινήτου ως μάρτυρας, τελωνειακός υπάλληλος της υπηρεσίας ΔΙΠΑΕ, η) αφού ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την άνω λαθρεμπορία, διαπραχθείσα με μεταχείριση ιδιαίτερων τεχνασμάτων και οι απωλεσθέντες δασμοί του Δημοσίου ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 16.110,19 ευρώ, εφαρμογή έχει επί της ποινής η διάταξη του άρθρο 157 παρ.1 α του Ν. 5960/2001, που επανέλαβε την πρόϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 102 περ. Β εδ. γ, δ του Ν. 1165/1918, που προβλέπει για την περίπτωση αυτή ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και όχι εκείνη της περ. Β, του ιδίου άρθρου 102, που προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών, μειωμένη στο ήμισυ, όταν η λαθρεμπορία έχει αντικείμενο μη σημαντικής αξίας και έγινε για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη των αυτοτελώς ισχυρισμών του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και εσφαλμένο προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2008 αίτηση του Χ1, μετά των από 3-3-2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 2332,2335/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία. Παράβαση ν. 2960/ 2001. Όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, κύριοι και πρόσθετοι, με τους οποίους ειδικότερα προ-βάλλεται η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσον για την ενοχή, όσον και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναβολής της δίκης και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί λαθρεμπορίας, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1798/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στην Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς, περί αναιρέσεως της 2892/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 229/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (βλ. ήδη άρθρο 20 του ΚΝΝ 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η πώληση πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και για το σκοπό αυτό παράδοσης της από τον πωλητή στον αγοραστή με τίμημα που συμφωνήθηκε. Ακόμη για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσος εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της πώλησης, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορος για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου των επιμέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη και δ) της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος, ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (βλ. Ολ.ΑΠ 1276/1973). Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ΠΚ, αν οι περισσότερες πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΠΚ, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της δε το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, ενώ αν η πράξη της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών έχει τελεσθεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς (πώληση, αγορά, κατοχή κλπ) και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράστη του (άρθρο 5 παρ.2 του ν. 1729/1987 ήδη άρθρο 20 παρ.2 του ν. 3459/2006). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 2892/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το άνω Δικαστήριο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Στις αρχές Δεκεμβρίου 2003 περιήλθαν στους αστυνομικούς τους τμήματος Ασφαλείας .... πληροφορίες, ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών στην περιοχή του ..., ενώ στις 17 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ακολούθησε τηλεφωνική καταγγελία περί του ότι ο κατηγορούμενος κατείχε στην οικία της μνηστής του ... επί της οδού ... στα ..., όπου διέμενε και ο ίδιος συζώντας με αυτήν, ναρκωτικές ουσίες και δη ηρωΐνη. Σε νομότυπη έρευνα που πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα στην ως άνω οικία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο λεβητοστάσιο της οικοδομής 10 αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες, που περιείχαν ανισοβαρείς ποσότητες ηρωΐνης, συνολικού βάρος 491,1 γραμμαρίων, που ήταν επιμελώς κρυμμένες εντός γυναικείας τσάντας καθώς και μία ζυγαριά ακριβείας, μάρκας ΤΑΝΙΤΑ, κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών. Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκτός από την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης κατείχε κατά το διάστημα από 6-12-2003 και εφεξής έως την πλήρη διάθεσή της και άλλη ποσότητα ηρωΐνης συνολικού βάρους 500 γρ., γεγονός που ομολόγησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Αμφότερες τις ως άνω ποσότητες, αγόρασε ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατά του αμέσως προηγούμενο χρόνο από άγνωστο άτομο, αντί αγνώστου τιμήματος, με σκοπό την εμπορία, όπως τούτο καταδεικνύεται από την ποσότητα ηρωΐνης που ήταν μεγάλη, από τη συσκευασία της σε περισσότερες αυτοσχέδιες συσκευασίες, έτοιμες προς πώληση και από την ύπαρξη της ζυγαριάς ΤΑΝΙΤΑ στον ίδιο χώρο που φυλασσόταν η ηρωΐνη. Μάλιστα μέρος της ως άνω αγορασθείσης ποσότητας ανερχομένης σε 500 γρ. κατά το από 6 έως 17 Δεκεμβρίου 2003 διάστημα, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος επώλησε ο κατηγορούμενος σε άγνωστα άτομα στην περιοχή των ..., αντί αγνώστου κάθε φορά τιμήματος, ήτοι επώλησε την αγορασθείσα την πρώτη φορά στις 6-12-2003 ποσότητα, αιτία για την οποία προχώρησε στις 15-12-2003 στην αγορά και δεύτερης ποσότητας, όπως τούτο προκύπτει από την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Μ1, αστυνομικού, οι πληροφορίες του οποίου περί κατοχής και διακινήσεως υπό του κατηγορουμένου ναρκωτικών, οι οποίες και επιβεβαιώθηκαν, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, καταδεικνύει ότι η δράση του κατηγορουμένου ήταν πλέον γνωστή. Ενόψει τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πιο πάνω και στο διατακτικό αναφερόμενες με λεπτομέρεια αξιόποινες πράξεις. Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών της ειλικρινούς μεταμελείας (84 2δ ΠΚ) και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (84 2εΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Και τούτο διότι ως προς το πρώτο αίτημα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε για τις πράξεις του και δη ειλικρινά, διότι αν και αυτός ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ομολόγησε εμμέσως, πλην σαφώς, τις πράξεις του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προσπάθησε να αποσείσει την εις βάρος του ευθύνη, ισχυριζόμενος ότι τα ναρκωτικά απέκρυψε, στο σημείο που ανευρέθησαν, ο πεθερός του και όχι ο ίδιος. Ως προς δε το άλλο ελαφρυντικό, διότι η καλή συμπεριφορά στον τόπο της κράτησης δεν αρκεί, η δε προσκόμιση του πιστοποιητικού του διευθυντή των φυλακών περί καλής διαγωγής δεν αποδεικνύει καλή συμπεριφορά, αφού αυτή για να έχει αξία πρέπει να επιδεικνύεται υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης και όχι εγκλεισμού του δράστη στις φυλακές, εφόσον η καλή συμπεριφορά που επιδεικνύεται κατά την ελεύθερη διαβίωση αποδεικνύεται συνειδητή επιλογή και όχι επιλογή οφειλομένη στο κλειστό περιβάλλον της φυλακής και στο φόβο των πειθαρχικών κυρώσεων και του κανονισμού της". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ' και ε' του ΠΚ, τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ'εξακολούθηση και τον καταδίκασε συνολικά σε ποινή κάθειρξης δέκα τεσσάρων (24) ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 98 ΠΚ, 4 παρ.1 και 3 πιν Α αρ. 5, άρθρ. 5 παρ.1 εδ.β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίηση του με τον ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικού Μ1 ως και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ..., πατέρα του κατηγορουμένου. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ' και ε' του ΠΚ και χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο και το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τα αιτήματά του για αναγνώριση στο πρόσωπό του των αντίστοιχων ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μεταμέλειας και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, καθόσον ερμηνεύοντας σωστά τις εν λόγω διατάξεις με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς, ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκαν όλα εκείνα τα περιστατικά που θεμελιώνουν αντίστοιχα το βάσιμο αυτών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της εσφαλμένης ερμηνεία και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2009 (υπ'αριθμ. πρωτ. 734/2009) αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 2892/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Έννοια αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης. Ισχυρισμός κατηγορουμένου περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 δ΄ και ε΄ ΠΚ. Ορισμένο του ανωτέρω ισχυρισμού. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης με λόγους την έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1797/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 350/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρ. 13 εδ στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της πράξης κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 350/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο Φ1, στις ...και περί την 17:15 ώρα, μετέβη στο Λιμάνι του Πειραιώς προκειμένου να αποστείλει δέμα, ακτοπλοϊκώς με το Ε/Γ-Ο/Γ " P...." στη νήσο ..., με παραλήπτη τον Π1, κάτοικο .... Εντός του δέματος αυτού και κατόπιν ερεύνης που πραγματοποιήθηκε από όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, ανευρέθη μία πλαστική συσκευασία με ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης, βάρους 31,9 γραμμαρίων. Ο Φ1 συνελήφθη τότε από τα όργανα του ως άνω Γραφείου Ασφαλείας του Λιμεναρχείου Πειραιώς και οδήγησε αυτά, υποδεικνύοντας ως πωλητή της ναρκωτικής αυτής ουσίας στον Π1 τον κατηγορούμενο Χ2, στην οικία του τελευταίου στο ...επί της οδού ... . Σε σχετική έρευνα που πραγματοποίησαν οι άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς στην οικία του Χ2 περί την 19:30 ώρα, ο τελευταίος βρέθηκε να κατέχει εντός της οικίας του αυτής, έχοντας στη φυσική εξουσίασή του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά, τη ναρκωτική ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση απ'αυτήν, την ηρωίνη, συσκευασμένη σε πέντε (5) συσκευασίες. Οι πέντε αυτές συσκευασίες περιείχαν αντιστοίχως 37,7 γραμμάρια, 7,6 γραμμάρια, 38 γραμμάρια, 248,8 γραμμάρια και 1,5 γραμμάρια ηρωίνης, συνολικού δηλαδή βάρους 343,6 γραμμαρίων. Ο ίδιος κατηγορούμενος (Χ2), στις ... από πρόθεση ενεργώντας, αγόρασε από τον συγκατηγορούμενό του Χ1 ποσότητα συνολικού βάρους 375,5 γραμμαρίων (343,6 γραμμ. + 31,9 γραμμ.) ηρωίνης, έναντι τιμήματος 6.000 ευρώ, μέρος της οποίας βάρους 31,9 γραμμαρίων, από πρόθεση ενεργώντας, πώλησε μεταβιβάζοντας την κυριότητα της έναντι τιμήματος που δεν εξακριβώθηκε στον Π1. Αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Χ2, κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω αξιόποινων πράξεων, ανήκε στα εξαρτημένα από τις ναρκωτικές ουσίες άτομα σωματικά και ψυχολογικά, μη δυνάμενος να αποβάλει την εξάρτησή του αυτή με τις δικές του δυνάμεις (βλ. την από... έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ...., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ'αριθμ. 447/2004 διάταξη του Γ' Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος είχε αγοράσει έναντι τιμήματος 6.000 ευρώ από τον δεύτερο κατηγορούμενο την προαναφερθείσα ποσότητα ηρωίνης που βρέθηκε να κατέχει στην οικία του, συνεργάστηκε με τους άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς και συνετέλεσε στη σύλληψη του τελευταίου, διότι, όπως κατατέθηκε από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρα Μ1, που υπηρετεί στο ως άνω Τμήμα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, ο κατηγορούμενος αυτός (Χ2) έδωσε ραντεβού με τον δεύτερο κατηγορούμενο στην Πλατεία ..., στις ... και ώρα 21:40, προκειμένου να αγοράσει απ'αυτόν ναρκωτικές ουσίες σε συνεργασία όμως με τα όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, τα οποία παρακολουθούσαν χωρίς να είναι ορατά από τους κατηγορούμενους, τη συνάντηση αυτή. Εκεί, στην εν λόγω συνάντηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, προσπάθησε να πωλήσει στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 526,2 γραμμαρίων, την οποία είχε αποκρύψει σε αυτοκίνητο που κατείχε έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, διότι επενέβησαν τα όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς και αφού έκαναν έλεγχο σ'αυτόν και βρήκαν την ως άνω ποσότητα ηρωίνης, συνέλαβαν αυτόν. Στη συνέχεια, τα όργανα του Τμήματος Ασφαλείας του ως άνω Λιμεναρχείου και περί την 21:50 ώρα της ..., σε έρευνα που έκαναν εντός του υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου που κατείχε ο κατηγορούμενος Χ1 στην Πλατεία ... βρήκαν να κατέχει ο τελευταίος εντός αυτού, ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων. Στη συνέχεια, τα ίδια όργανα και περί την 22:00 ώρα ερεύνησαν την οικία του κατηγορούμενου Χ1 επί της οδού ... όπου βρέθηκε αυτός να κατέχει εντός αυτής οκτώ (8) συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 4.792,7 γραμμαρίων, κατανεμημένη ως ακολούθως: Μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 517,7 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 529,7 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 528,5 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 505,4 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 508,8 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 543,3 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 549,3 γραμμαρίων και μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 1.110 γραμμαρίων. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ1, στη ...κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο της ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα έναντι τιμήματος 6.000 ευρώ στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ποσότητα ηρωίνης βάρους 375,5 γραμμαρίων, ενώ στην ίδια περιοχή στις ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, αποφάσισε να τελέσει το κακούργημα της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και επιχείρησε πράξεις που περιείχαν αρχή εκτελέσεως αυτού, πλην όμως δεν το ολοκλήρωσε από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτως της θελήσεως του και συγκεκριμένα μετέβη, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Χ2 την 21:40 ώρα της .... στην Πλατεία ... για να πωλήσει στον Χ2 ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων έναντι τιμήματος, πράξη την οποία δεν ολοκλήρωσε γιατί ο συγκατηγορούμενός του ενεργούσε σε συνεργασία με τα όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, τα οποία έσπευσαν και τον συνέλαβαν. Να σημειωθεί εδώ ότι οΧ2, προκειμένου να αγοράσει τις ως άνω ποσότητες της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης από τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ερχόταν πρώτα σε τηλεφωνική επαφή με άτομο που διέμενε στην Αλβανία με το όνομα "TONY" και κατόπιν προσυνεννοήσεων με το άτομο αυτό, έκλεινε ραντεβού για την εν λόγω αγορά με τον κατηγορούμενο Χ1. Κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων, ο τελευταίος (Χ1) δεν ήταν, όπως προειπώθηκε, τοξικομανής, όπως προκύπτει από την από ... έκθεση διενέργειας ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ειδικού Ιατροδικαστή ... σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος αυτός κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω πράξεων, δεν πληρούσε τρία των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό του ως άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες που δεν δύναται να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις, όπως νοείται στο άρθρο 13 παρ.1 ν. 1729/1987. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1 ότι τυχαία ενεπλάκη στην προκείμενη υπόθεση αγοραπωλησίας ναρκωτικών ουσιών μετά από τροχαίο ατύχημα που είχε στην Αλβανία με άτομο άνευ άλλων στοιχείων, με μόνο το όνομα "..." ή "..." και κατόπιν πιέσεως απ' αυτόν λόγω χρέους του προς εκείνον ύψους 1.000 ευρώ που όφειλε για την επισκευή του αυτοκινήτου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αλλά και αληθώς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι όφειλε σε κάποιο άτομο στην Αλβανία ποσό 1.000 ευρώ ως αποζημίωσή του από την εμπλοκή του σε τροχαίο ατύχημα, ουδόλως δύναται να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε συμμετοχή αυτού σε τόσο σοβαρές αξιόποινες πράξεις, λόγω προτροπής του από άλλο άτομο, αγνώστων στοιχείων έστω και κατά τρόπο φορτικό. Κατόπιν των παραπάνω προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών, σε συνδυασμό και με το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ1 είχε οργανώσει υποδομή για την τέλεση των πιο πάνω πράξεων της εισαγωγής στη χώρα, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και εκτελούσε αυτές κατά τρόπο μεθοδικό και επιτήδειο, με σκοπό πορισμού εισοδήματος εμπορευόμενες μεγάλες ποσότητες ηρωίνης, προκειμένου να κερδίζει σημαντικά ποσά προς απόκτηση εισοδημάτων, δεδομένου ότι: 1) είχε τον τρόπο και τη μέθοδο να εισάγει στη χώρα από ακαθόριστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, 2) ήταν ενταγμένος σε ομάδα που είχε σκοπό την εμπορία ναρκωτικών ουσιών, αφού τα ραντεβού με τους πελάτες του τα έκλεινε κατόπιν προσυνεννοήσεων με άλλο άτομο που διαμένει στην Αλβανία, 3) απέκρυβε συγχρόνως μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών στην οικία του και στο αυτοκίνητο που κατείχε, για να τις εμπορευθεί με παράλληλη δράση χωρίς να χάνει χρόνο από τη δραστηριότητά του αυτή, 4) αποθήκευε στην οικία του σε χωριστές συσκευασίες μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών έτοιμες προς πώληση και προς απόληψη σημαντικότατων χρηματικών ποσών προς βιοπορισμό του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ) πρέπει να γίνει δεκτός κατ'ουσίαν. Και τούτο διότι ο εν λόγω κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διήγε έντιμο, ατομικό και κοινωνικό βίο. Αναφορικά δε με την προσωπικότητά του πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος οδήγησε τους διώκτες του στην οικία του μετά τη σύλληψή του, και όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση Πειθαρχικού Ελέγχου και Εργασίας του καταστήματος της Δικαστικής Φυλακής..., δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά κατά το χρονικό διάστημα της προσωρινής του κράτησης, ενώ εργαζόταν και στη θέση του καθαριστή. Κατ'ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος Χ1 να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της κατοχής πωλήσεως και απόπειρας πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας της ηρωίνης, πράξεις που ενήργησε κατ'επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Στο ως άνω κατηγορούμενο πρέπει να επιβληθεί μία μόνον ποινή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 1729/1987, αφού όλες οι πράξεις τους αφορούν την ίδια ποσότητα της αυτής ναρκωτικής ουσίας, της ηρωίνης".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των άνω πράξεων και ειδικότερα του ότι: "Α) Στην ..., στις ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική εξουσίασή του έτσι ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά, ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα: 1) στην Πλατεία ..., περί ώρα 21:50, εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτ/του του, κατείχε ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων, και 2) περί ώρα 22:00 και εντός της επί της οδού ..., οικία του, κατείχε οκτώ (8) συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 4.792,7 γραμμαρίων (1 χ 517,7 γρ. 1 χ 529,7 γρ. 1 χ 528,5 γρ. 1 χ 505,4 γρ. 1 χ 508,8 γρ. 1 χ 543,3 γρ. 1 χ 549,3 γρ. και 1 χ 1110 γρ.), είναι δε η ηρωίνη ναρκωτική ουσία, δηλαδή ουσία, που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή. Β) Στην ..., κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο της ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος, στο συγκατηγορούμενό του Χ2, ποσότητα ηρωίνης βάρους 375,5 γραμμαρίων αντί τιμήματος 6.000 ευρώ, είναι δε η ηρωίνη ναρκωτική ουσία δηλαδή ουσία, που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή. Γ) Στην ..., στις ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της πώλησης ναρκωτικής ουσίας, επιχείρησε πράξεις, που περιέχουν τουλάχιστον αρχή τελέσεως αυτού, πλην όμως δεν το ολοκλήρωσε για λόγους εξωτερικούς ανεξαρτήτους της θελήσεως του και συγκεκριμένα κατόπιν τηλεφωνικής προσυνεννόησης μετέβη περί ώρα 21:40 της ... στην Πλατεία ..., προκειμένου να πωλήσει στο συγκατηγορούμενό του Χ2 ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων, πράξη την οποία δεν ολοκλήρωσε γιατί ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του ενεργούσε σε συνεργασία με όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, τα οποία τον συνέλαβαν. Τις παραπάνω πράξεις του ενήργησε κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή, που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο, μετά την αναγνώριση στον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2α Π.Κ., επέβαλε σε αυτόν ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών, καθώς επίσης επέβαλε σε αυτόν πρόσκαιρη αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων διάρκειας πέντε (5) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 § 2α', 42 § 1, 98 ΠΚ και άρθρ. 4 §§1, 3 Πιν. Α5, 5 § 1 περ. β', ζ' και 2 Ν. 1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ... και Μ1, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, ... και..., οι οποίου, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο αυτό ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλεται κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, συντρέχει δε και περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα, αφού το δικάσαν Δικαστήριο προκειμένου να στοιχειοθετήσει την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, διέλαβε στο αιτιολογικό αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να γίνεται αναφορά σε εξατομικευμένες πράξεις υποδομής, λόγω δε της αντιφατικής αιτιολογίας καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 13 στ' ΠΚ, η οποία παραβιάστηκε εκ πλαγίου και έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Όμως, η απόφαση περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων, υποκειμενικά και αντιφατικά, αφού εκθέτει στο αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό σκεπτικό της, στοιχεία για την επανειλημμένη τέλεση αυτών, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη αναιρεσείοντος. Επίσης, εκθέτει ότι ο δράστης είχε σκοπό να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, χωρίς οι πράξεις του να τελούνται ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου. Δηλαδή, ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπό αυτού για πορισμό εισοδήματος. Έτσι δεν υπάρχει αντίφαση των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως με αυτών του διατακτικού, ούτε υπάρχει αντίφαση για το γεγονός της αθωώσεως του κατηγορουμένου για τη μερικότερη πράξη της εισαγωγής ναρκωτικών από το εξωτερικό στην Ελληνική Επικράτεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. 10.576/15-12-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 350/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή, πώληση και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα. Ελλιπής αιτιολογία και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Απόπειρα.
| 1
|
Αριθμός 1796/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αλεξανδρή, περί αναιρέσεως της 87374/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλέ.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.11.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1943/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1, 3 του ΠΚ, ορίζεται, "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ.1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, απαιτεί δόλο, αρκούντος και του ενδεχόμενου, διαβαθμίζεται δε αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, που είναι η έχουσα ήπιες συνέπειες. Η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, προκειμένου να συναγάγει τι δέχθηκε τούτο, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνο δέχθηκε, προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε. Κατά την παραπάνω διάταξη νοείται, ως σωματική κάκωση, κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, η κάκωση δε μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς, επίσης, μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δε δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του παθόντος ταυτόχρονα. Επίσης, με την άνω παράγραφο 3, εισάγεται προσωπικός λόγος απαλλαγής του δράστη από την ποινή, συνιστών αυτοτελή ισχυρισμό, αν παρασύρθηκε στην πράξη της σωματικής βλάβης, εξ αιτίας αμέσως χρονικά προηγηθείσας πράξεως που τέλεσε ο παθών εναντίον του προσώπου του ιδίου, ή και εναντίον άλλου, αλλά ενώπιόν του και δεν αρκεί απλώς ανάρμοστη συμπεριφορά, αλλά απαιτείται η προηγηθείσα πράξη του παθόντος να είναι ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση. Από την άνω διατύπωση της παρ. 3, συνάγεται ότι το Δικαστήριο έχει δυνητική ευχέρεια να απαλλάξει ή όχι τον κατηγορούμενο, η δε κρίση περί της συνδρομής ή μη δικαιολογημένης αγανακτήσεως είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, απλώς ελέγχεται η ύπαρξη ή μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψή του, όταν προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, με παράθεση των αναγκαίων ως παραπάνω πραγματικών περιστατικών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ή και περί μη νομίμου υποβολής της απαιτουμένης κατά νόμο εγκλήσεως, εφόσον βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της ανέκκλητης, λόγω επιβληθείσας ποινής 20 ημερών, προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, το δίκασαν σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, αναγνωσθέντα πρακτικά και έγγραφα, απολογίες των τριών κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι, έχοντες προς τούτο κοινό δόλο, συνιστάμενο στο ότι η παρακάτω περιγραφόμενη συμπεριφορά τους ήταν ικανή και πρόσφορη για την πρόκληση σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του Ψ και αποδεχόμενοι τούτη ως ενδεχόμενη συνέπεια αυτής της πράξης τους, έπληξαν με τα χέρια και τα πόδια τους τον εγκαλούντα σε ολόκληρο το σώμα του, προξενώντας του μικροεκδορές στη δεξιά παρειακή χώρα, γραμμοειδή εκδορά και διάσπαρτες μικροεκδορές στον αριστερό βραχίονα και εκδορά στην αριστερή κατά γόνυ άρθρωση. Το επεισόδιο, από το οποίο επήλθε η βλάβη της υγείας του παθόντος, έλαβε χώρα στην επιχείρηση της αδελφής του παθόντος με αντικείμενο την εμπορία ποσών και αναψυκτικών (κάβα), ΑΑ, και είχε ως αίτιο τις διαφορές εργασιακού χαρακτήρα ανάμεσα στην αδελφή των κατηγορουμένων ΑΑ και στον εγκαλούντα Ψ, ο οποίος προέβη σε απαξιωτικές και προσβλητικές για το πρόσωπό της φράσεις, σε αμέσως προηγούμενο χρόνο. Ως εκ τούτου, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ειδικός προσωπικός λόγος άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης της σωματικής βλάβης (308 παρ. 3 ΠΚ), αφού η αμέσως προηγούμενη βάναυση συμπεριφορά δεν αφορά το πρόσωπο των κατηγορουμένων.
Συνεπώς, τυγχάνει απορριπτέος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός τους".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε και τους τρεις κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, για την πράξη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης του πολιτικώς ενάγοντος και ειδικότερα του ότι ... την 12 Απριλίου 2006, ενεργώντας με πρόθεση, τέλεσαν από κοινού την εξής αξιόποινη πράξη: Με πρόθεση προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και δη εντελώς ελαφρά και συγκεκριμένα έπληξαν με τα χέρια και τα πόδια τους τον εγκαλούντα Ψ σε όλο του το σώμα, προξενώντας του μικοοεκδορές εις την δεξιά παρειακή χώρα, γραμμοειδή εκδορά και διάσπαρτες μικροεκδορές εις τον αριστερό βραχίονα και εκδορά εις την αριστερή κατά γόνυ άρθρωση, η προκληθείσα δε σωματική κάκωση και βλάβη στην υγεία του ήταν εντελώς ελαφρά". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί απαλλαγής της ποινής, που υποβλήθηκε για δικαιολογημένη αγανάκτηση του πρώτου κατηγορουμένου εκ του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, επέβαλε στους κατηγορουμένους ποινή φυλακίσεως 20 ημερών σε καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για όλους επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 308 παρ. 1, 3 του Π Κ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Αναφορικά δε με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό: 1) Το αιτιολογικό δεν είναι τυπικό, ούτε εξαντλείται σε απλή επανάληψη του διατακτικού, έχει και ίδιες σκέψεις και στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος, 2) αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, 3) αναφέρεται μεν στο διατακτικό ότι προκλήθηκε σωρευτικά "σωματική κάκωση και βλάβη στην υγεία του εγκαλούντος", στο δε αιτιολογικό ότι οι κατηγορούμενοι "έπληξαν σε ολόκληρο το σώμα τον εγκαλούντα με τα χέρια και τα πόδια τους, προξενώντας μικροεκδορές στη δεξιά παρειακή χώρα, γραμμοειδή εκδορά και διάσπαρτες μικροεκδορές στον αριστερό βραχίονα και εκδορά στην αριστερή κατά γόνυ άρθρωση", που σαφώς είναι σωματικές κακώσεις, και ότι "το επεισόδιο αυτό, από το οποίο επήλθε βλάβη της υγείας του παθόντος, έλαβε χώρα ... και είχεν ως αίτιο τις διαφορές εργασιακού χαρακτήρα...", αλλά δεν διευκρινίζεται ως συνέπεια απλώς, ότι από τις συγκεκριμένες ως άνω, όλως ελαφρές, σωματικές κακώσεις (εκδορές και μικροεκδορές) που επέφεραν οι τρεις κατηγορούμενοι από κοινού σε διάφορα σημεία του σώματος του παθόντος, επήλθε βλάβη της υγείας του παθόντος, χωρίς να δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση εκ τούτου, μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, 4) αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του προβληθέντος υπό των τριών, για λογαριασμό μόνον του πρώτου εξ αυτών κατηγορουμένου, αυτοτελή ισχυρισμού απαλλαγής του από κάθε ποινή γιατί παρασύρθηκε από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξ αιτίας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών πολιτικώς ενάγων εναντίον της αδελφής του με απαξιωτικές προσβλητικές για το πρόσωπό της φράσεις και όχι εναντίον του προσώπου του ιδίου, ούτε ενώπιόν του, αλλά σε επεισόδιο που έλαβε χώρα στην επιχείρηση της αδελφής παθόντος σε προηγούμενο χρόνο, η δε αναφορά στο σκεπτικό (σελ. 6), ότι η αμέσως προηγούμενη βάναυση συμπεριφορά δεν αφορά το πρόσωπο "των κατηγορουμένων", ήτοι η χρήση του πληθυντικού αριθμού, έγινε προφανώς από παραδρομή και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται εκ τούτου, δικαιολογείται δε η παραδρομή αυτή, εκ του γεγονότος ότι στον γραπτό ως άνω ισχυρισμό, που κατέθεσε η συνήγορος των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σημειώνεται ότι υποβάλλεται "από την συνήγορο των κατηγορουμένων αυτοτελής ισχυρισμός των Χ1, Χ2 και Χ3" και στο παρακάτω περιεχόμενο διευκρινίζεται ότι ο ισχυρισμός αφορά μόνο το πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου. Όσον αφορά την αιτίαση ελλείψεως ακροάσεως, καθόσον ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός είχε προβληθεί και για προηγηθείσα βάναυση συμπεριφορά σε βάρος του πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου, που δεν απαντήθηκε, το Δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικά, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι υποβλήθηκε αορίστως, με τη φράση "ο παθών εξύβρισε και έσπρωξε βάναυσα τον πατέρα μου", αφού δεν διευκρινίστηκαν στον υποβληθέντα ισχυρισμό οι εξυβριστικές λέξεις ούτε και ο χρόνος εξυβρίσεως και απωθήσεως, αν δηλαδή έγιναν πριν ή μετά τη σωματική βλάβη, ούτε εκτίθεται ότι η συμπεριφορά αυτή του παθόντος ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση, ώστε να κριθεί αν είναι νόμιμος και μετά βάσιμος.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Β, Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως και των τριών αναιρεσειόντων, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, καθ'ό μέρος δια τούτων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2008 αίτηση-δήλωση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της με αριθμ. 87374/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος η οποία ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Όλως ελαφρά σωματική βλάβη. Έννοια 308 παρ 1,.3 ΠΚ. Απορριπτέοι, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Β΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ Λόγοι αναιρέσεως και των τριών αναιρεσειόντων. για έλλειψη ακροάσεως. για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού δικαιολογημένης αγανάκτησης. Απορρίπτει.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Σωματική βλάβη απλή, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1800/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου εν ζωή ..., για αναίρεση της 336, 337/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1150/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε την από ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Παρειλίων Κέρκυρας και από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 26 Ιουλίου 2009, πρότεινε να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατ' αυτού, ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 370 περ. β' ΚΠοινΔ η ποινική δίκη τελειώνει και με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από την διάταξη αυτή που εφαρμόζεται ανάλογα και στην κατ' αναίρεση δίκη προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος πεθάνει μετά την άσκηση απ' αυτόν αίτησης αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση με αριθ.εκθ. 3|24-7-2009 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον Χ την 24-7-2009 και στρέφεται κατά των 336, 337/2009 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κερκύρας, με τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για σωματική βλάβη από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών. Όπως, όμως, προκύπτει από την με αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Παρειλίων Κερκύρας, η οποία κατατέθηκε στο ακροατήριο σε φωτοαντίγραφο κατά την συζήτηση της υπόθεσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος πέθανε την 26-7-2009, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, πρέπει ν' αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για την ως άνω πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις 336, 337|2009 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κερκύρας ΚΑΙ
Παύει οριστικά λόγω θανάτου την κατά του Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι "στην ... στις 12-9-2001 στον επαρχιακό δρόμο ...-..., οδηγός τυγχάνων του υπ' αριθ. ... ΔΤ ΤΑΞΙ και υπόχρεος από το επάγγελμα του ως οδηγός σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την πορεία του οχήματος του, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε με το όχημα του, κατά την οδήγηση του, σωματική και βλάβη και κάκωση της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα, οδηγώντας το ανωτέρω όχημα του με αδέξιο τρόπο και κινούμενος επί της οδού ...-... από έλλειψη της προσοχής που επέβαλλαν οι περιστάσεις ενόψει της υπάρχουσας στο σημείο του ατυχήματος στροφής την οποία κάθε συνετός οδηγός με βάση τους νομικούς κανόνες της κοινής πείρας και λογικής σε παρόμοιες περιπτώσεις καταβάλλει, την οποία (προσοχή) μπορούσε με βάση την προσωπική του ικανότητα και γνώση να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, αλλά εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο κινούνταν ο Ψ, οδηγός του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτ/του, με συνέπεια τα οχήματα τους να συγκρουστούν και να τραυματισθούν οι δύο οδηγοί οι οποίοι υπέστησαν: ο μεν κατηγορούμενος κάκωση ΑΡ ώμου και υποκεφαλικό κάταγμα ΑΡ βραχιονίου και ο Ψ, κάταγμα μεσότητας ΑΡ βραχιονίου και κάταγμα μηριαίου ΑΡ υπερδιακονδύλιου".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν ο κατηγορούμενος πεθάνει μετά την άσκηση απ' αυτόν αίτησης αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 370 περ. β΄ ΚΠΔ παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .
| 2
|
Αριθμός 1813/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 158/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.5.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιηθεί στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παρασιάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της απάτης και για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάvnς. Γι' αυτό, είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια τούτου δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, αλλά μπορεί να συναξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξει, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση απάτης, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Πα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτήν, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 158/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, με την ιδιότητα της δικηγόρου, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003 ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα Ψ, η οποία της είχε αναθέσει λίγες ημέρες πριν, να προβεί στις δέουσες δικαστικές ενέργειες για την εξάλειψή της από τη μαύρη λίστα του Τειρεσία, ότι εκτέλεσε την εντολή και είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τις 23/10/03, η δε απόφαση αναμένεται να εκδοθεί το Μάρτιο του 2003. Κατά τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του 2003, ζήτησε από την εγκαλούσα να της καταβάλει το ποσόν των 400 ευρώ, για τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε το ποσόν αυτό. Στις 30.3.2003, ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα ότι εκδόθηκε η δικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είναι θετική για την εγκαλούσα, διέτασσε δηλαδή την διαγραφή της από την λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία και βρίσκεται στο στάδιο της καθαρογραφής, η οποία θα ολοκληρωνόταν τους προσεχείς μήνες, της ζήτησε δε προς επίσπευση της καθαρογραφής το χρηματικό ποσόν των 300 ευρώ. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και το ποσόν αυτό. Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003, της παρέστησε ψευδώς ότι πρέπει να της καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 280 ευρώ για να το δώσει, όπως επί λέξει είπε: ''στον άνθρωπο που θα έβγαζε την απόφαση, καθώς και το ποσόν των 500 ευρώ για να εκδώσει επ' ονόματί της νέο μπλοκ επιταγών. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Στις 29/10/2003 και ενώ η εγκαλούσα της είχε αναθέσει και την υπόθεση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου μετά του εν διαστάσει συζύγου της, ψευδώς της παρέστησε ότι στις 26/11/2003, έχει ορισθεί δεύτερη δικάσιμος για την έκδοση του διαζυγίου και ζήτησε για τον λόγο αυτό να της καταβάλει το ποσόν των 220 ευρώ και την επομένη, 30/10/2003 της ζήτησε άλλα 300 ευρώ για να επισπεύσει τη δεύτερη συζήτηση και να τελειώσει η υπόθεση και με το Εφετείο. H εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Εκ των υστερών όμως αποδείχθηκε, ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και τούτο διότι: 1) Η κατηγορουμένη δεν είχε εκδικάσει αγωγή της εγκαλούσας στο ως άνω Δικαστήριο ούτε βέβαια είχε εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει τη διαγραφή της από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία ούτε έλαβε χώρα καθαρογραφή της απόφασης, ούτε απαιτείτο το ως άνω ποσόν για αμοιβή δικαστικού επιμελητή. 2) Δεν είχε ορισθεί δεύτερη συζήτηση αίτησης εκδόσεως συναινετικού διαζυγίου κατά τον ανωτέρω χρόνο ούτε άλλη ημέρα, αφού δεν είχε λάβει χώρα πρώτη συζήτηση. 3) Δεν εξέδωσε νέο μπλοκ επιταγών, διότι δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα. Με τις ψευδείς, αυτές παραστάσεις η κατηγορουμένη ωφελήθηκε παρανόμως τα ως άνω χρηματικά ποσά των 400, 300, 230, 500, 220 και 300 ευρώ και συνολικά των ποσών των 2000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν από την κατάθεση της μάρτυρος - παθούσης Ψ, η οποία κατέθεσε με πειστικό τρόπο ότι η κατηγορουμένη τις ψευδείς παραστάσεις, στις οποίες διαδοχικά προέβη η κατηγορουμένη, καθώς και τα χρηματικά πόσά που κάθε φορά της κατέβαλε εξ αιτίας των ψευδών παραστάσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι, σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών της κατέβαλε συνολικά 4.000 ευρώ, κάθε φορά που την συναντούσε την διαβεβαίωνε ότι επίκειται η λύση του προβλήματός, δηλαδή η "έξοδος από τον Τειρεσία" και λύση του γάμου της, αφού είχε καταθέσει αγωγή διαζυγίου, ενώ όλα αυτά ήταν ανακριβή, καθόσον ούτε ενέργειες για την χορήγηση μπλοκ επιταγών από την Τράπεζα είχε διενεργήσει, ούτε αγωγή διαζυγίου είχε καταθέσει. Μετά ταύτα, θα πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που της αποδίδεται".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την άνω πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, κήρυξε ένοχη και ειδικότερα, του ότι: "στην ... κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και ταυ αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, με την ιδιότητα της δικηγόρου, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003 ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα Ψ, η οποία της είχε αναθέσει, λίγες ημέρες πριν, να προβεί στις δέουσες δικαστικές ενέργειες για την εξάλειψή της από τη μαύρη λίστα του Τειρεσία, ότι εκτέλεσε την εντολή και είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τις 23/10/03, η δε απόφαση αναμένεται να εκδοθεί το Μάρτιο του 2003. Κατά τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του 2003, ζήτησε από την εγκαλούσα να της καταβάλει το ποσόν των 400 ευρώ, για τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε το ποσόν αυτό. Στις 30-3-2003 ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα ότι εκδόθηκε η δικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είναι θετική για την εγκαλούσα, διέτασσε δηλαδή τη διαγραφή της από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία και βρίσκεται στο στάδιο της καθαρογραφής, η οποία θα ολοκληρωνόταν τους προσεχείς μήνες, της ζήτησε δε προς επίσπευση της καθαρογραφής το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και το ποσόν αυτό. Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003, της παρέστησε ψευδώς ότι πρέπει να της καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 230 ευρώ για να το δώσει, όπως επί λέξει είπε: "στον άνθρωπο που θα έβγαζε την απόφαση", καθώς και το ποσόν των 500 ευρώ για να εκδώσει επ' ονόματί της νέο μπλοκ επιταγών. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Στις 29.10.2003 και ενώ η εγκαλούσα της είχε αναθέσει και την υπόθεση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου μετά του εν διαστάσεις συζύγου της, ψευδώς της παρέστησε ότι στις 26/11/2003 έχει ορισθεί δεύτερη δικάσιμος για την έκδοση του διαζυγίου και ζήτησε για τον λόγο αυτό να της καταβάλει το ποσόν των 220 ευρώ και την επομένη, 30/10/2003 της ζήτησε άλλα 300 ευρώ για να επισπεύσει τη δεύτερη συζήτηση και να τελειώσει η υπόθεση και με το Εφετείο. Η εγκαλούσα πείσθηκε και της κατέβαλε και τα ποσά αυτά. Εκ των υστερών όμως αποδείχθηκε ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και τούτο διότι: 1) Η κατηγορουμένη δεν είχε εκδικάσει αγωγή της εγκαλούσας στο ως άνω Δικαστήριο ούτε βέβαια είχε εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει τη διαγραφή της από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία ούτε έλαβε χώρα καθαρογραφή της απόφασης, ούτε απαιτείτο το ως άνω ποσόν για αμοιβή δικαστικού επιμελητή. 2) Δεν είχε ορισθεί δεύτερη συζήτηση αίτησης εκδόσεως συναινετικού διαζυγίου κατά τον ανωτέρω χρόνο ούτε άλλη ημέρα, αφού δεν είχε λάβει χώρα πρώτη συζήτηση. 3) Δεν εξέδωσε νέο μπλοκ επιταγών, διότι δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα. Με τις ψευδείς, αυτές παραστάσεις η κατηγορουμένη ωφελήθηκε παρανόμως τα ως άνω χρηματικά ποσά των 400, 300, 230, 500, 220 και 300 ευρώ και συνολικά των ποσών των 2000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο στην κατηγορουμένη επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ και ΑΑ, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ΒΒ, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι όχι μόνο το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, αλλά και διότι αυτό και μόνο το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της απόφασης, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. 2) Ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθόσον η ιδιαίτερη μνεία στην κατάθεση της εγκαλούσας δεν σημαίνει ότι η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτή, διότι έγινε απλά μνεία αυτής και όχι συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή της με κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. 3) Η αναφορά στο σκεπτικό, όπου παρατίθεται η κατάθεση της εγκαλούσας, ποσού 4.000 ευρώ, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε το ποσό αυτό ως ύψος της ζημίας της εγκαλούσας και αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της κατηγορουμένης, αφού διευκρινίζεται ότι η εγκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ζημία ανήλθε στο ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ το Δικαστήριο δέχθηκε ως πραγματικό ποσό ζημίας τα 2.000 ευρώ, όπως είχε δεχθεί και το πρωτόδικο δικαστήριο, πράγμα το οποίο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον είναι παραδεκτός ο άνω λόγος, έτερος λόγος από το ίδιο άρθρο και παράγραφο, περ. Ε', της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 3923/3.5.2007) αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 158/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ' εξακολούθηση. Έννοια όρων. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας. Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1795/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, περί αναιρέσεως της 1465/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 182/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1,2 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι, "Με την επιφύλαξη του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή ...Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Ο εισαγγελέας μπορεί να δηλώσει την άσκηση του ενδίκου μέσου και τηλεγραφικά , οπότε το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεση του τηλεγραφήματος. Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα... ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, ..ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο σχετικά... κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο... ".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 498 ορίζεται ότι, " Για την έφεση συντάσσεται στον αρμόδιο υπάλληλο κατά το άρθρο 474 παρ. 1 έκθεση, η οποία περιέχει τους λόγους της έφεσης σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου... ".
Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΠοινΔ προκύπτουν τα ακόλουθα. Η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως πρέπει, καταρχήν να γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Ως γραμματέας του άνω Δικαστηρίου νοείται κάθε υπάλληλος στον οποίο έχει ανατεθεί η υπηρεσία αυτή, πράγμα το οποίο μπορεί να συνάγεται από την ίδια την έκθεση ή συνοδευτικά της έγγραφα, προκειμένου δε για έφεση Εισαγγελέα, η δήλωση ασκήσεως μπορεί να γίνει και τηλεγραφικά στον αρμόδιο γραμματέα. Αν δε η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Αν δε η έκθεση εφέσεως γίνει ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Δικαστηρίου, στο γραφείο του ασκούντος την έφεση Εισαγγελέα στο δικαστικό κατάστημα της Εισαγγελίας και όχι στο γραφείο του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου, στο κατάστημα του πρωτοδικείου, ουδεμία ακυρότητα επέρχεται και δεν είναι εκ τούτου και μόνου του λόγου απαράδεκτη. Επίσης η έκθεση εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά όμως προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 486 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, (άρθρο 7 του νόμου αυτού), ορίζεται ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή του νόμου προκύπτει σαφώς ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του νόμου 2408/1996, ήτοι μετά τις 4 Ιουνίου 1996. Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται όπως γινόταν δεκτό μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2408/1996, στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως "της κακής εκτίμησης των αποδείξεων" από την εκκαλούμενη αθωωτική απόφαση, αλλά αξιώνει από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων του νόμου ή λόγω ελλείψεως αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως (βλ. Ολ.ΑΠ 9/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της με αριθ. κατ. 503/3-7-2007 εφέσεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας, κατά της με αριθμ. 2601/27-6-2007 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Καβάλας και αφού δέχθηκε ως τυπικά παραδεκτή την ως άνω έφεση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, στη συνέχεια, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, τον οποίον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποίαν μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Στην ως άνω έκθεση εφέσεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας, που συντάχθηκε ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας ... και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλομένου πρώτου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι η παραπάνω Εισαγγελέας, " στο κατάστημα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας εμφανίστηκε στη γραμματέα ..., την οποία είχε καλέσει στο κατάστημα της Εισαγγελίας και της ζήτησε να συντάξει την έκθεση αυτή, δηλώνοντας ότι ασκεί έφεση κατά της 2601/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώ έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε, "δεδομένου ότι όπως προέκυψε από τα έγγραφα (ιδίως την έκθεση ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων) και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ήταν αδύνατον να ανταποκρίνεται σε πραγματική συναλλαγή, αφού η εταιρία που εμφανίζεται να τα εκδίδει είχε πτωχεύσει σε προγενέστερο χρόνο της εκδόσεώς τους, ήτοι εν έτη 1999, στην τότε έδρα της εκδότριας είχε εγκατασταθεί άλλη εταιρία με συναφές αντικείμενο στην οποία εταίρος είναι η σύζυγος του διαχειριστή της εκδότριας, η οποία με βάση τους κανόνες της λογικής, αν πράγματι λειτουργούσε η επιχείρηση του συζύγου της θα συμμετείχε σε αυτή και μόνο σε αυτή, ο δε κατηγορούμενος έμπειρος επιχειρηματίας δεν θα καταχωρούσε ποτέ στα βιβλία της εταιρίας του φορολογικά στοιχεία αθεώρητα από την οικεία ΔΟΥ (βλ. σχετικά έκθεση ελέγχου) ή τουλάχιστον ακόμη κι αν μεσολαβούσε υπαρκτή συναλλαγή θα το είχε επισημάνει και δεν θα ξαφνιαζόταν, όπως δήλωσε στο ακροατήριο".
Η παραπάνω δε έκθεση εφέσεως, φέρει τον τίτλο "Πρωτοδικείο Καβάλας - Τμήμα Ποινικών Ενδίκων Μέσων". Η αιτιολογία αυτή της εφέσεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, και επομένως δεν έπρεπε αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι, καίτοι στρέφεται κατά αθωωτικής αποφάσεως, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σε αυτήν ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και περιστατικά συνάγεται ότι πρόκειται για ανύπαρκτη συναλλαγή της εταιρείας του κατηγορουμένου και για καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας αθεώρητων από την οικεία ΔΟΥ φορολογικών στοιχείων και επομένως δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της ύπαρξης του δόλου του αθωωθέντος κατηγορουμένου, αφού ο δόλος αυτός, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και δη των παραπάνω αναφερόμενων τιμολογίων και προκύπτει από τις ως άνω ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Τούτο δε, διότι η παραπάνω πράξη της αποδοχής των άνω εικονικών τιμολογίων τελέσθηκε μετά την κατά την 1-1-1999 έναρξη ισχύος του Ν. 2523/1997 και, συνεπώς, σύμφωνα με την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του νόμου αυτού, αρκούσε, για τη συνδρομή της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, ο κοινός δόλος και δεν ήταν αναγκαία, τα από την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 εδ. η' του Ν. 1591/1986 για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτούμενα πρόσθετα στοιχεία της γνώσης από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό και του σκοπού τούτου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ήτοι στοιχεία που δεν απαιτεί πλέον ο ισχύων στην προκειμένη περίπτωση ως άνω νεότερος νόμος.
Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, με το να κρίνει τυπικά παραδεκτή την άνω έφεση της Εισαγγελέως που ασκήθηκε ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, αδιάφορα αν αυτή συνετάγη στο γραφείο της Εισαγγελέως στο κατάστημα της Εισαγγελίας και όχι σε εκείνο της γραμματέα στο Πρωτοδικείο Καβάλας. Επίσης το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, με το να κρίνει ορισμένο τον άνω λόγο εφέσεως της Εισαγγελέως και να απορρίψει την ένσταση του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της εφέσεως. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος ( α και β σκέλος) της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, στο άρθρο 21 παρ.2 εδάφια. β' και γ' του Ν.2523/1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι "κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμοδίας ΔΟΥ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο... Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Ακολούθησε η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 κατά την οποία, ορίζεται "ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου άρθρου". Με τον πρώτο λόγο (γ σκέλος)της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο καθ' υπέρβαση εξουσίας τον καταδίκασε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού παρέλειψε να ερευνήσει τη συνδρομή δικονομικών προϋποθέσεων τις οποίες τάσσει ο νόμος για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής διώξεως. Ειδικότερα, επικαλείται ότι για την φερόμενη έκδοση και αποδοχή φορολογικών στοιχείων η μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Β' ΔΟΥ ... υποβλήθηκε την 8-2-2007, ενώ ακόμη δεν του είχαν επιδοθεί οι οικείες αποφάσεις επιβολής προστίμων και δεν είχε περάσει άπρακτη η προθεσμία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επιδόθηκαν δε οι αποφάσεις για την επιβολή προστίμου την 8-3-2007, δηλαδή μετά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Όμως, από την παραδεκτή για τον έλεγχο του λόγου αναιρέσεως επισκόπηση του σκεπτικού ( σελ.7) της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η χρηματική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων για την έκδοση και αποδοχή των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, για ανύπαρκτη συναλλαγή, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 211.273 ευρώ και υπερβαίνει κατά πολύ το χρηματικό όριο των 150.000 ευρώ, το οποίο τίθεται στο νόμο ως κατώτατο όριο για την άμεση υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Άρα, με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 40 παρ.2 του νέου ν. 3220/2004, που έχει ως δικονομικού χαρακτήρα άμεση εφαρμογή και επί της υπό κρίση υποθέσεως, φερομένης ως διαπραχθείσας το έτος 2001-2002, παραδεκτά ασκήθηκε η ποινική δίωξη αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου και δεν ήταν απαραίτητη η αναμονή της παρόδου απράκτου της προθεσμίας προσφυγής του φορολογουμένου κατηγορουμένου, όπως έκρινε σχετικά και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας με το εν λόγω αιτιολογικό υποβληθείσα στο ακροατήριο εκ μέρους του κατηγορουμένου ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής διώξεως.
Συνεπώς και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (γ σκέλος πρώτου λόγου), με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο με το να απορρίψει σχετική ένστασή του και να τον κηρύξει ένοχο, υπερέβη την εξουσία του, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη επειδή η κατ' αυτού μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την διοικητική επίλυση της διαφοράς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά την παρ. 4 εδ. πρώτο και δεύτερο του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτό είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Η παραπάνω διάταξη, η οποία αναφέρεται στα αδικήματα φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών τιμολογίων, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 5 του ίδιου νόμου, διαπράττονται από 1-1-1998, αντικατέστησε, ως προς το συγκεκριμένο αδίκημα, εκείνη του άρθρου 31 παρ.1 εδ. ζ' και η' του ν. 1591/1986, η οποία ήταν επιεικέστερη από την ανωτέρω νεότερη διάταξη. Και αυτό, γιατί απαιτούσε, μεταξύ άλλων, ως πρόσθετο αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του ίδιου αδικήματος τη γνώση από τον υπαίτιο ότι το φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας , δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις του προαναφερθέντος πληρεξουσίου Δικηγόρου του κατηγορούμε-νου για την πράξη που αποδίδεται στον τελευταίο, αλλά καιαπό όλη γενικά τη διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο όσον αφορά την αποδοχή φορολογικών στοιχείων έτους 2002. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης "ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ Α.Ε." με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές - εξαγωγές τηλεοράσεων - ηλεκτρικών ειδών - μικροσυσκευών με έδρα το Πολύστυλο Καβάλας, αποδέχτηκε και. καταχώρησε στα λογιστικά βιβλία του ΚΒΣ φορολογικά στοιχεία και συγκεκριμένα έξι (6) τιμολόγια - δελτία αποστολής χρήσης 2002 συνολικής αξίας (82.176,00) ευρώ, τα οποία εκδόθηκαν από την επιχείρηση "Υ1" με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές φορτηγών αυτοκινήτων - ανταλλακτικά & ελαστικά αυτοκινήτων - δομικά μηχανήματα με έδρα στο .... και εμφαίνονται στο διατακτικό της παρούσας τα οποία είναι εικονικά φορολογικά στοιχεία καθόσον αφορούν ανύπαρκτη στο σύνολο τους συναλλαγή. Η εικονικότητα των στοιχείων αυτών προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι η επιχείρηση "Υ1" με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές φορτηγών αυτοκινήτων - ανταλλακτικά & ελαστικά αυτοκινήτων - δομικά μηχανήματα με έδρα στο .... σταμάτησε εντελώς τη δραστηριότητα της και έκλεισε τουλάχιστον το έτος 2001 δεδομένου ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και χρωστούσε χρήματα σε οφειλέτες. Μάλιστα στις 26-10-2001 ημέρα Παρασκευή και ώρα 11.30 π.μ. κατόπιν της υπ' αριθμό ... εντολής ελέγχου (τα πορίσματα της εμπεριέχονται και στη νεότερη αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 13-10-2005 με αριθμό υπόθεσης ....έκθεση ελέγχου) επισκέφθηκαν την έδρα της επιχείρησης οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ...., ....και .... όπου αναζητήσαντες τον υπεύθυνο της επιχείρησης Υ1 δεν τον βρήκαν εκεί ούτε στην κατοικία του στην πόλη των ...ούτε βρήκαν αποθέματα - εμπορεύματα της εν λόγω επιχείρησης του. Αντίθετα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης αυτής ανηύραν άλλη επιχείρηση ήτοι την "... ΕΕ" (μάνδρα αυτοκινήτων) ο εκπρόσωπος της οποίας τους δήλωσε ότι ο Υ1 έκλεισε την επιχείρηση του το έτος 1999 λόγω οικονομικών προβλημάτων και επειδή χρωστούσε χρήματα και σ' αυτόν παραχώρησε τις εγκαταστάσεις του καθώς και ότι ομόρρυθμο μέλος της επιχείρησης του με ποσοστό 90% ήταν ο ίδιος και ετερόρρυθμο μέλος η σύζυγος του Υ1. Συστέγαση στον ίδιο χώρο και των δύο επιχειρήσεων δεν διαπίστωσαν οι ελέγχοντες υπάλληλοι και ούτε αποθέματα της επιχείρησης του Υ1 βρήκαν, άλλωστε εάν υπήρχε επιχείρηση του παραπάνω δεν υπήρχε λόγος η σύζυγος του να συμμετέχει σε ξένη επιχείρηση και όχι του συζύγου της. Επομένως αφού δεν υπήρχε επιχείρηση "Υ1" με αντικείμενο εργασιών εισαγωγές φορτηγών αυτοκινήτων -ανταλλακτικά & ελαστικά αυτοκινήτων - δομικά μηχανήματα με έδρα στο ... δεν υπήρχε και υπαρκτή συναλλαγή της επιχείρησης του κατηγορουμένου με αυτήν και τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καταδεικνύοντας τόσο τη γνώση του για την εικονικότητα των αναφερόμενων στο διατακτικό φορολογικών στοιχείων όσο και τη θέληση του να αποδεχθεί τα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία. Τα επιχειρήματα του δε περί του ότι είχε συνεργασία με την εμπορική τράπεζα για την είσοδο του στο χρηματιστήριο και έπρεπε να παρουσιάζει κέρδη και όχι αυξημένα έσοδα, ότι υποβλήθηκε σε νομικό, οικονομικό αλλά, και με περαίωση, φορολογικό έλεγχο ,ότι ο αριθμός των φορτηγών του συναντιστοιχείται με τις δαπάνες συντήρησης τους δεν μπορούν να κατατείνουν έμμεσα στο αντίθετο πόρισμα ενόψει της απόδειξης του προηγούμενου άμεσου πραγματικού γεγονότος. Αντίθετο πόρισμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις αναγνωσθείσες ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αποτυπώνονται καταθέσεις μαρτύρων περί αντιθέτων πραγματικών περιστατικών αφού αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες δεδομένου ότι οι καταθέσεις αυτές αναιρούνται από τις ιδίοις όμμασι διαπιστώσεις των ελεγχόντων υπαλλήλων που περιέχονται στην παραπάνω αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου και στην επίσης αναγνωσθείσα με αριθμ. υπόθεσης 2402/2006 από ...έκθεση ελέγχου ΥΠΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι σύμφωνες και με το γεγονός ότι πράγματι η επιχείρηση του Υ1 πτώχευσε με την 402/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που όρισε ως ημέρα παύσης των πληρωμών την 10-1-99 (κατά της απόφασης αυτής ουδέν μέσο ασκήθηκε ούτε πτωχευτική ανακοπή), ότι οι συναλλαγές φερόταν τοις μετρητοίς ,κάτι που δε συνηθίζεται τη στιγμή μάλιστα που ο μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ότι πολλές πληρωμές γινόταν με επιταγές, ότι πρώτα οι οδηγοί πήγαιναν τα τιμολόγια στο λογιστήριο της επιχείρησης και μετά οι ίδιοι μετέφεραν τα χρήματα στην επιχείρηση του Υ1 λαμβάνοντας απόδειξη πληρωμών (όχι συναλλαγές χέρι με χέρι) χωρίς βέβαια να προσκομίζονται κάποια στοιχεία πληρωμών (αποδείξεις, επιταγές). Ακόμη ο ίδιος ο Υ1 στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Θεσσαλίας δήλωσε ότι το έτος 2002 απεχώρησε στην ... (οι ίδιοι τον αναζήτησαν και στην οικία του στα ... όπου δεν τον βρήκαν στις 26-10-2001 άρα τουλάχιστον από τότε είχε αναχωρήσει από τα ...) όπου πλέον εργαζόταν ως οδηγός πλην όμως το ίδιο και κυρίως το επόμενο έτος ο κατηγορούμενος αποδέχεται τιμολόγια της επιχείρησης του άρα τιμολόγια εικονικά".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για αποδοχή μόνον έξι εικονικών φορολογικών στοιχείων - τιμολογίων, έτους 2002, αφορώντων ανύπαρκτη συναλλαγή, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 19 παρ. 1, 2, 4 , 20, 21 παρ.2, 10 του Ν.2523/1997 και 40 παρ.2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με το διατακτικό, τόσον στην αιτιολογία, όσο και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου: 1). Το αιτιολογικό δεν είναι τυπικό, ούτε εξαντλείται σε απλή επανάληψη του διατακτικού, στο δε διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η εκ μέρους της ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ο κατηγορούμενος είναι διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος, αποδοχή και καταχώρηση στα λογιστικά βιβλία του ΚΒΣ αυτής, έξι τιμολογίων- δελτίων αποστολής , χρήσεως 2002, συνολικής αξίας 82.176 ευρώ, τα οποία εκδόθηκαν από την ήδη από το 2000 πτωχεύσασα επιχείρηση " Υ1" ... αφορώσα δηλαδή ανύπαρκτη συναλλαγή και επομένως ότι ήταν εικονικά, 2). Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στις αναγνωσθείσες εκθέσεις ελέγχου της ΥΠΕΕ Θεσσαλίας και της ΥΠΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, 3). Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος λόγω της ιδιότητας αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας αυτής, και γνώριζε την εικονικότητα των τιμολογίων, και η γνώση τουσυνάγεται και από την παραδοχή ότι πρόκειται για ανύπαρκτη συναλλαγή, ανεξάρτητα από το ότι η γνώση αυτού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η γνώση της εικονικότητας δεν είναι πλέον αναγκαίο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος αποδοχής φορολογικών στοιχείων. (ΑΠ 406/2007). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/21-1-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμ. 1465/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, 19 , 20, 21 ν. 2523/1997. 1. Απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ, περί υπερβάσεως εξουσίας, λόγος αναιρέσεως, διότι: α) δεν είναι άκυρη η έκθεση εφέσεως. ούτε απαράδεκτη η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, συνταγείσα κατά τα άρθρα 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ. ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε απόφαση, εκ του ότι έγινε στο γραφείο του Εισαγγελέα στο κατάστημα της Εισαγγελίας και όχι στο γραφείο του γραμματέα στο Πρωτοδικείο, β) είναι ορισμένος και όχι αόριστος ο λόγος εφέσεως του Εισαγγελέα για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και γ) παραδεκτά, κατά τη δικονομικού χαρακτήρα νέα διάταξη του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, δεν ισχύει πλέον η διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του ν. 2523/1997 και για τα αδικήματα του άρθρου 19 του τελευταίου νόμου, όπως εδώ της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται άμεσα, πριν εκπνεύσει η προθεσμία της διοικητικής επιλύσεως της φορολογικής διαφοράς, επειδή η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (ΑΠ 440/2008). 2. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 19 παρ 4 του ν. 2523/1997. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1794/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 2889/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 68/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του ΠΚ, " όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του σύνθετου εγκλήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, εμπεριέχοντας στην αντικειμενική υπόστασή του στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της παράνομης βίας (330 ΠΚ) και της κλοπής (372 ΠΚ), απαιτείται είτε άσκηση σωματικής βίας, με φυσική δύναμη και ενέργεια ή με μέσα υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα περιαγωγή του θύματος σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας προς αντίσταση, χωρίς να είναι απαραίτητη η συνείδηση του θύματος για την ασκούμενη βία, είτε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, δηλαδή ψυχολογική βία, που επιδιώκει την κάμψη της προσωπικής αυτενέργειας για να καταστεί δυνατή η αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος. Αν με την παράνομη βία εξουδετερώνεται πλήρως κάθε προβαλλόμενη ή αναφερόμενη αντίσταση του θύματος, τότε με την αφαίρεση (κλοπή) του κινητού πράγματος, συντελείται η αντικειμενική υπόσταση της κυρίως ληστείας( παρ. 1 περ. α άρθρου 380), ενώ αυθύπαρκτη αντικειμενική υπόσταση της ληστείας(ληστρική εκβίαση της παρ.1 περ. β του άρθρου 380), υφίσταται, όταν με παράνομη βία το θύμα εξαναγκάζεται στην παράδοση του κινητού πράγματος. Το έγκλημα της παράνομης βίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και επομένως, είτε ως παράνομη βία, είτε ως απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, εφόσον συνδυάζεται με κλοπή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος της ληστείας, του οποίου η παράνομη βία αποτελεί το ένα συνθετικό στοιχείο. Είναι αδιάφορο δε για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως της ληστείας, το αν εκδηλώθηκε αντίσταση του θύματος ή απλώς με το ενδεχόμενο εκδηλώσεώς της ασκήθηκε εναντίον του παράνομη βία, ούτε αν αυτή ήταν πρόσφορη, αρκεί ότι κατά την αντίληψη του δράστη, ήταν κατάλληλη για την επιτυχία της κλοπής.
Εξάλλου, φαινόμενη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται μεν εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, από τη λογική όμως και αξιολογική σχέση των οποίων προκύπτει ότι ο ένας μόνο από τους νόμους αυτούς είναι εφαρμοστέος αποκλείοντας τους λοιπούς που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Έτσι φαινόμενη συρροή υφίσταται στην περίπτωση που οι περισσότεροι ποινικοί νόμοι, οι οποίοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό οπότε, κατά την αρχή της ειδικότητας, ο ειδικός νόμος, αν δεν έχει ρήτρα επικουρικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού νόμου. Επίσης, φαινόμενη συρροή υπάρχει και όταν οι περισσότερες πράξεις δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, γιατί συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε γιατί η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο της άλλης, όπως η κλοπή της ληστείας. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της ληστείας πραγμάτων το έγκλημα τούτο, και συγκεκριμένα με απειλή αμέσου κινδύνου για την υγεία και τη σωματική ακειραιότητα των παρακάτω ανηλίκων παθόντων αφαίρεσε βίαια από αυτούς ή τους εξανάγκασε να του παραδώσουν κινητά πράγματα της ιδιοκτησίας τους με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα 1) την 13.3.2003 και ώρα 7.30 στην οδό ...αφού πλησίασε τον μαθητή Λυκείου ... απαίτησε από αυτόν με επιτακτικό ύφος να του παραδώσει το κινητό του τηλέφωνο και όταν ο παθών αρνήθηκε να το πράξει του κατάφερε με το χέρι του δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο και απείλησε ότι αν δε του το παρέδιδε θα χρησιμοποιούσε εναντίον του στιλέτο που έφερε μαζί του (η σχετική δε περί τούτου φήμη κυκλοφορούσε στο σχολείο του παθόντα και ο τελευταίος την είχε ακούσει) και έτσι συνεπεία της άμεσης αυτής απειλής για την σωματική του ακεραιότητα και τη ζωή του, ο παθών εξαναγκάστηκε να του παραδώσει το κινητό του τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ 3330 και το ποσόν των 150 ευρώ, που έφερε μαζί του 2) την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία και μισή ώρα αργότερα (8.00 π.μ.) στην οδό ... πλησίασε τον μαθητή Λυκείου ... και με το πρόσχημα ότι θέλει να στείλει κάποιο μήνυμα ζήτησε να του παραδώσει το κινητό του τηλέφωνο. Στην απάντηση του ως άνω μαθητή ότι δεν φέρει κινητό τηλέφωνο μαζί του, ο κατηγορούμενος του ανακοίνωσε ότι θα του υπέβαλε σε σωματική έρευνα και εάν τυχόν αντιδρούσε θα τον χτυπούσε με αιχμηρό αντικείμενο (κατσαβίδι) λέγοντάς του μάλιστα να προσέξει διότι είχε βγει από τη φυλακή. Ετσι με την απειλή του άμεσου αυτού κινδύνου για την σωματική του ακεραιότητα (διότι και αυτός είχε ακούσει στο σχολείο του ότι ο κατηγορούμενος κυκλοφορούσε με αιχμηρό αντικείμενο και με απειλές έπαιρνε τα κινητά των μαθητών) ο ως άνω μαθητής εξαναγκάστηκε να του παραδώσει το κινητό του τηλέφωνο ERICSSON Τ65 και το γουώκμαν τύπου AIWA, τα οποία ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος παράνομα 3) την ίδια ημεροχρονολογία και 10'αργότερα (8:10' Π.Μ.), στην οδό ..., με το ίδιο πρόσχημα πλησίασε τον μαθητή Λυκείου ..., ο οποίος επίσης είχε ακούσει την φήμη που κυκλοφορούσε στο σχολείο του για τον κατηγορούμενο, και με την απειλή άμεσης σωματικής βίας κατ' αυτού, του αφαίρεσε από τις τσέπες του το ποσόν των 60 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν και αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των παθόντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τους οποίους δεν διαψεύδει ο κατηγορούμενος με την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (απλώς διατείνεται ότι δεν θυμάται καλά τα γεγονότα διότι ήταν υπό την επήρρεια των ναρκωτικών), πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως της ληστείας, κατ' εξακολούθηση, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, με το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, που δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο, καθόσον αυτός κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεών του είχε συμπληρώσει το 18ο όχι όμως το 21ο έτος της ηλικίας του".
Στη συνέχεια το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο ληστείας κατ'εξακολούθηση και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του νεαρού κατηγορουμένου η περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας του άρθρου 133 ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 83, 98, 133 και 380 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σχετικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, β) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα, ότι δράστης του άνω εγκλήματος της ληστείας κατ'εξακολούθηση είναι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, γ) αναφέρονται οι συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε με δόλο η αναφερόμενη ληστεία για απόσπαση με απειλές και σωματική βία από ανήλικους μαθητές σχολείου των κινητών τηλεφώνων και μικροποσών χρημάτων με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση, δ) αιτιολογείται επαρκώς ότι πρόκειται για πραγμάτωση κατ'εξακολούθηση της αξιόποινης πράξεως της ληστείας και όχι εκείνης της απλής κλοπής, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, ο δε προβληθείς από τη συνήγορο του κατηγορουμένου σχετικός ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας από ληστεία σε κλοπή, δε συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και δεν απαιτείτο για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, που ορίζει περιοριστικά τους συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, μη δυναμένου να ελέγξει σφάλματα εκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως και είναι γι' αυτό απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό", κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, "αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη στη μεν πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο κατά την απολογία του ή από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι και ο περί ελλείψεως ή μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, αφού, σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του, έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη ή την επιβολή μειωμένης ποινής αντιστοίχως. Για την πληρότητα όμως του ισχυρισμού αυτού, δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί τις σχετικές μόνο διατάξεις του ΠΚ, αλλά πρέπει και να αναφέρει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνει κάθε περίπτωση νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή της συνειδήσεως, ώστε το Δικαστήριο, ύστερα από αξιολόγηση αυτών να κρίνει, αν συντρέχει περίπτωση ελλείψεως ή ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό. Μόνη η επίκληση των παραπάνω διατάξεων του ΠΚ ή των εννοιών που αναφέρονται σ' αυτές, δεν συνιστά παραδεκτή προβολή αυτοτελούς ισχυρισμού περί ελλείψεως ή περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. (ΑΠ 2371/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συνήγορος του κατηγορουμένου δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί ελατωμένης ικανότητας προς καταλογισμό εξ αιτίας κάποιας ψυχικής καταστάσεως, αλλά μόνον ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του, μεταξύ άλλων, είπε "είχα κάνει χρήση, σχεδόν όλη την ημέρα ήμουν υπό την επήρεια, για να πάρω τη δόση μου το έκανα. Δεν καταλαβαίναμε τι κάναμε... ". Με τη διατύπωση αυτή, ο ως άνω ισχυρισμός από το άρθρο 36 του ΠΚ, προβλήθηκε αφηγηματικά χωρίς αίτημα, αλλά και αόριστα, διότι δεν εξειδικεύονται και δεν αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνεται κάποια και ποία περίπτωση νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή της συνειδήσεως, ώστε το Δικαστήριο, ύστερα από αξιολόγηση αυτών να κρίνει, αν συντρέχει περίπτωση έλλειψης ή ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και δη αιτιολογημένα σε ένα τέτοια αόριστο ισχυρισμό και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠοινΔ, το δελτίο Ποινικού Μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου Ποινικού Μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠοινΔ, με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου Ποινικού Μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα, όχι δε και όταν αναγιγνώσκεται μετά την περί ενοχής απόφαση και πριν από την επιβολή της ποινής( ΑΠ 1433/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής του κατηγορουμένου απαγγελία της απόφασης του δικαστηρίου, αναγνώσθηκε το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου (σελ.12). Επομένως, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και κατά συνέπεια, δεν επήλθε από την ανωτέρω ανάγνωση καμία απόλυτη ακυρότητα και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, στον οποίον αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας του άρθρου 133 του ΠΚ, δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο κανένα αίτημα ή αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 β του ΠΚ, και συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτόν αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 -12- 2008 αίτηση - δήλωση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 2889/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία κατ' εξακολούθηση. Άρθρο 380 παρ.1 ΠΚ. 1. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2. Ο περί μεταβολής της κατηγορίας ισχυρισμός, από ληστεία σε κλοπή, δεν είναι αυτοτελής και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ιδιαίτερα αυτόν. 3. Ο από το άρθρο 36 ΠΚ αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. 4. Για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΚΠΔ, δεν υπήρχε αίτημα και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει αυτόν αυτεπαγγέλτως χωρίς αίτημα και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του. 5. Η ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, κατ' άρθρο 577 παρ.2 του ΚΠΔ, απαγορεύεται και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (άρθρα 171 παρ. 1δ, 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ), μόνον αν γίνει προ της απαγγελίας της περί ενοχής αποφάσεως και όχι αν αναγνωσθεί μετά την απαγγελία της ενοχής (ΑΠ 1433/2007). Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ληστεία, Ποινικό μητρώο.
| 0
|
Αριθμός 1792/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη, περί αναιρέσεως της 175/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1205/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην αυθεντική κρίση του Δικαστηρίου Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 175/5-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ερήμην της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 18.11.2005 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της καταδικαστικής υπ' αριθμ. 3120/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχη η αναιρεσείουσα για τα εγκλήματα που τέλεσε στο ...στις 16-4-2004 της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της είχε επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκε αυτή, αλλά αντ'αυτής εμφανίσθηκε ως άγγελος, ο σύζυγός της ... ο οποίος ανήγγειλε ότι η κατηγορούμενη και τότε εκκαλούσα αδυνατεί, λόγω ασθενείας της, να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού προσκόμισε στο Δικαστήριο την από ... ιατρική βεβαίωση της Διοίκησης Πρώτης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής Νοσοκομείου Πρόνοιας, "..." η οποία αναγνώσθηκε και ο ίδιος εξετάσθηκε ως μάρτυρας και κατέθεσε τα εξής: "Σύζυγός μου είναι η κατηγορουμένη. Είναι σοβαρή (η) κατάσταση της υγείας της. 414 είχε φτάσει το ζάχαρο το 1999. Τώρα έχει προχωρήσει. Θέλει να παραστεί και για το λόγο αυτό ζητάει την αναβολή της δίκης". Το Δικαστήριο ακολούθως, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα της αναβολής της δίκης ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία "Από την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με το αναγνωσθέν ιατρικό πιστοποιητικό και την όλη διαδικασία, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η χρόνια ασθένεια της κατηγορουμένης (Σακχαρώδης διαβήτης) δεν της επιτρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο προς υπεράσπιση της έφεσής της, αφού δεν νοσηλεύεται σε νοσοκομείο, αλλά αναπαύεται κατ' οίκον. (Βλ. σημείωμα του Νοσοκομείου Θ. Πρόνοιας). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής περιστατικά: Το Δικαστήριο αυτό (Εφετείο) την 30.01.2007 δέχθηκε ότι εξαιτίας της ως άνω ασθένειας δεν μπορούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο και ανέβαλε τη συζήτηση για 8.5.2007. Κατά την ως άνω ημερομηνία δεν εμφανίσθηκε και απορρίφθηκε η έφεσή της ως ανυποστήρικτη. Στη συνέχεια το Εφετείο την 11-6-2007 δέχθηκε αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας εξαιτίας της ως άνω ασθένειας, ακύρωσε την απόφαση και όρισε δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, οπότε εκ νέου δεν προσήλθε λόγω ασθενείας (βλ. τις με αριθμ. 134/2007, 857/2007 (από εσφαλμένη αναρίθμηση αναφέρεται 587/2007), 763/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου). Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούμενη παρελκυστικά επικαλείται την ασθένεια για αναβολή της δίκης, άλλως δε μπορούσε να την εκπροσωπήσει δικηγόρος με εξουσιοδότηση, για το λόγο αυτό απορρίπτει το αίτημα της αναβολής". Έτσι, που αποφάνθηκε το Δικαστήριο της ουσίας: α) διέλαβε στην προμνημονευόμενη προπαρασκευαστική απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ'αυτή τα προκύψαντα περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις στις οποίες στηρίχθηκε το ως άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στο προεκτεθέν πορισμό του για απόρριψη του άνω περί αναβολής της δίκης αιτήματος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και β) ουδαμώς υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη λόγω της μη εμφάνισής της στο Δικαστήριο εκείνο (άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ) μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Τέλος, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 134/2007, 857/2007 και 763/2007 προηγούμενες αποφάσεις του και τα ταυτάριθμα πρακτικά, τα οποία μάλιστα, ρητώς μνημονεύονται στην εν λόγω απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας από το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 175/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως ανυποστήρικτης μετ' απόρριψη αιτήματος νέας αναβολής της δίκης. Πλήρης και αιτιολογημένη αιτιολογία απόρριψης του εν λόγω αιτήματος. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω απορριπτικής απόφασης με λόγους την έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 2
|
Αριθμός 1791/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά, περί αναιρέσεως της 309-314/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 173/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 299 παρ. 1 του ΠΚ., όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας (έτσι ΑΠ 540/2006 ΠοινΧρ NET', 932), των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 27 παρ. 1 του ΠΚ, με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρ. 229 του ΠΚ (κατά την οποία, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά την λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρ. 299 για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλ. για την επιβολή της πρόσκαιρης, αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη δε του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλ' απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει την σκέψη, δηλ. τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ' αυτήν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 42 παρ. 1 του ΠΚ όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που αποτελεί αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83). Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας, απαιτείται πράξη την οποία επιχειρεί ο δράστης με το δόλο τελέσεως ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια δε πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία αν δεν αποκοπεί από οποιονδήποτε λόγο οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 309-314/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Στις 17-11-2002 το απόγευμα οι Σ1, Σ3, Σ2, .... και ..., μετέβησαν με τις οικογένειες τους στην ορεινή περιοχή του χιονοδρομικού κέντρου .... Όταν έφθασαν εκεί οι τρεις πρώτοι άφησαν τους τελευταίους και τις οικογένειές τους και ξεκίνησαν να πραγματοποιήσουν ανάβαση με μοτοσικλέτες ανωμάλου δρόμου προς την κορυφή του βουνού. Κατά την κάθοδό τους συνάντησαν στην πορεία τους τον κατηγορούμενο με την πρώην σύζυγο του Π1, οι οποίοι και αυτοί ενεργούσαν ανάβαση, αλλά πεζή. Εξαιτίας των εκπομπών καυσαερίων των μοτοσικλετών, ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε και πέταξε πέτρα προς τον Σ3 μόλις πέρασε πρώτος από δίπλα τους. Ο Σ2 που είδε το περιστατικό, σταμάτησε και τον ρώτησε γιατί έκανε αυτή την ενέργεια. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε εκνευρισμένος "εμείς ερχόμαστε εδώ για καθαρό αέρα και εσείς μας φλομώνετε με τα καυσαέρια σας" και ταυτόχρονα έβγαλε από την τσέπη του ένα μαχαίρι και το έτεινε προς το μέρος του. Ο Σ2 ζήτησε συγνώμη και το επεισόδιο έληξε. Οι μοτοσικλετιστές έφθασαν στο εστιατόριο, κάθισαν στον εξώστη του για να γευματίσουν και άρχισαν να συζητούν όλοι μαζί για το προηγηθέν περιστατικό. Λίγη ώρα αργότερα, ο κατηγορούμενος και η Π1 επέστρεψαν από τον περίπατό τους και κατευθύνθηκαν προς το παρακείμενο πάρκιγκ για να πάρουν το αυτοκίνητό τους και να αναχωρήσουν. Τότε τους αντιλήφθηκαν οι παραπάνω εκδρομείς και ο Σ1 ενοχλημένος από την απειλητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, κινήθηκε προς το μέρος τους μαζί με τον Σ3, για να ζητήσουν εξηγήσεις. Ο κατηγορούμενος με την Π1 όταν τους είδε και αντιλήφθηκε ότι κινούνται προς το μέρος τους κατευθύνθηκε και αυτός προς το δικό τους μέρος και αφού συναντήθηκαν ο κατηγορούμενος, ενοχλημένος από τις παρατηρήσεις και την λογομαχία που είχαν με τον Σ1 του επιτέθηκε με ένα ξύλο. Ο τελευταίος προέταξε το χέρι του και το ξύλο έσπασε. Μετά απ' αυτό ο κατηγορούμενος έβγαλε από την τσέπη του το μαχαίρι που έφερε και που είχε λάμα 10 εκατοστών και κάνοντας κινήσεις που φανέρωναν άτομο εκπαιδευμένο σε πολεμικές τέχνες ("καράτε"), επιχείρησε να κτυπήσει τον Σ1 στο λαιμό, με σκοπό να τον σκοτώσει, Εκείνος, χωρίς να μετακινηθεί, έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω για να αποφύγει το κτύπημα και τότε ο κατηγορούμενος τον κτύπησε με το μαχαίρι στην κοιλιακή χώρα, οπότε κατέπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος. Στην παρατήρηση του Σ1"με τρύπησες, με κάρφωσες" ο κατηγορούμενος απάντησε "θα σε σκοτώσω και θα έλθω στην κηδεία σου". Τότε ο Σ2 που ακολουθούσε τον παθόντα και έπετο του Σ3 αντιλαμβανόμενος τον κατηγορούμενο να επιχειρεί και πάλι να πλήξει με το μαχαίρι τον Σ1, πέταξε μία πέτρα προς το μέρος του, για να αποτρέψει την ενέργεια αυτή, και η πέτρα βρήκε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο, στο ύψος του αριστερού φρυδιού. Το γεγονός αυτό απέτρεψε τον κατηγορούμενο να ολοκληρώσει την πράξη του και σε λίγο με ασθενοφόρο, που κλήθηκε, ο Σ1 οδηγήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, δεδομένου ότι είχε υποστεί από το πλήγμα που δέχθηκε βαθύ τραύμα της αριστερής πλάγιας κοιλιακής χώρας πλάτους 6 εκατοστών περίπου, με τρώση του κοιλιακού τοιχώματος και του περιτοναίου σύστοιχα, έξοδο του επίπλουν και ρήξεις αγγείων αυτού. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατέφερε μεν πλήγμα στον παθόντα, αλλά για να αμυνθεί έχοντας δεχθεί την επίθεση και κτυπήματα από εκείνον και την ομάδα του και χωρίς να. έχει πρόθεση ανθρωποκτόνο. Πλην όμως, οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν είναι βάσιμοι, ενόψει του ότι, αφενός ενώ μπορούσε να αποφύγει το επεισόδιο, όταν αντιλήφθηκε τον παθόντα να κινείται προς το μέρος αυτού και της συζύγου του, αντί να πράξει τούτο και μάλιστα για να μην εκθέσει και εκείνη, όπως αυτός ισχυρίστηκε, σε κίνδυνο, κινήθηκε προς εκείνον, ενεργώντας βίαια και επιθετικά και χωρίς παρόμοια συμπεριφορά του τελευταίου να δικαιολογεί άμυνά του και πάντως όχι αυτού του είδους και αφετέρου ότι εκτός από τις παραπάνω έμπρακτες ενέργειες, στο ενδιάμεσο διάστημα δήλωσε φραστικά στον παθόντα τι σκόπευε να του κάνει. Απ' όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση αφού έπληξε τον παθόντα σε ευαίσθητα σημεία του σώματος του (κοιλιακή χώρα) πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του θέληση αλλά από αίτια εξωτερικά ήτοι το πλήγμα που δέχθηκε από την ρίψη πέτρας από τον Σ2, που απέτρεψε αυτόν (κατηγορούμενο) να επιφέρει και άλλα κτυπήματα με το μαχαίρι στον παθόντα. Ενδεικτικό της ανθρωποκτόνου προθέσεώς του είναι η φράση του "θα σε σκοτώσω και θα έλθω στην κηδεία σου". Ο παθών ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο για την προηγούμενη στάση του έναντι των φίλων του χωρίς να είναι προκλητικός και επιθετικός. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής. Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, περί τελέσεως απ' αυτόν της αξιοποίνου πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης άλλως της βαριάς σωματικής βλάβης, άλλως της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας αφού έφερε μαζί του όπλο (μαχαίρι) χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, ούτε αυτό προοριζόταν για οικιακή ή επαγγελματική χρήση, και παράνομης οπλοχρησίας αφού έκανε χρήση αυτού (μαχαιριού) δια την διάπραξη της πρώτης πράξεως και τέλος της απειλής, αφού με την φράση του "θα σε σκοτώσω και θα έλθω στην κηδεία σου", περιήγαγε τον παθόντα σε τρόμο και ανησυχία. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι τον χρόνο της τελέσεως των άνω πράξεων ζούσε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο. Αντιθέτως πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2ε και δ' του Π.Κ., διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ούτε επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, προσπαθώντας να άρει τις συνέπειες των πράξεων του. Η μετά την πρωτόδικη καταδίκη του, καλή συμπεριφορά έναντι του παθόντος, δεν αίρει την άνω κρίση". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απειλής, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κα ειδικότερα του ότι: "Στις 17-11-2002 και περί ώρα 16.00', στην ορεινή περιοχή του ..., έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού. Συγκεκριμένα έπληξε τον παθόντα, Σ1, για ασήμαντη αφορμή, στην κοιλιακή χώρα, με μαχαίρι μήκους λάμας 10 εκ. περίπου. Από την τρώση της κοιλιακής χώρας ο παθών υπέστη βαθύ τραύμα δια τέμνοντος οργάνου, της αριστερής κοιλιακής χώρας πλάτους 6 εκ., με τρώση του κοιλιακού τοιχώματος και του περιτοναίου σύστοιχα, έξοδο του επίπλουν και ρήξεις αγγείων του επίπλουν. Το σκοπούμενο αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος, δεν επήλθε εξαιτίας λόγων που δεν ανάγονται στη βούληση του δράστη αλλά εξαιτίας της άμεσης αντίδρασης του παρισταμένου φίλου του παθόντα Σ2, της ρίψης πέτρας εκ μέρους του στον κατηγορούμενο καθώς και λόγω της άμεσης μεταφοράς του παθόντος στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών και της άμεσης ιατρικής επέμβασης και 2) Στον ίδιο τόπο και χρόνο με τη φράση "θα σε σκοτώσω και θα έρθω στην κηδεία σου", απείλησε τον Σ1, προκαλώντας σ' αυτόν τρόμο και ανησυχία. Ειδικότερα με την εξαγγελία επέλευσης κινδύνου για τη ζωή του παθόντα και με την επίδειξη του μαχαιριού απείλησε αυτόν, προκαλώντας του τρόμο και ανησυχία και Β) ομόφωνα του ότι: 3) στον ίδιο τόπο και χρόνο έφερε μαζί του όπλο κατά την έννοια του νόμου (μαχαίρι), ενώ αυτό δεν προοριζόταν για οικιακή ή επαγγελματική χρήση και 4) στον ίδιο τόπο και χρόνο έκανε χρήση του προαναφερομένου όπλου για τη διάπραξη του κακουργήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας. Το Δικαστήριο δέχεται, ομόφωνα, ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι η πράξη του έχει χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης, άλλως βαριάς σωματικής βλάβης, άλλως βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, τον ισχυρισμό του περί βρασμού ψυχικής ορμής και περί αναγνωρίσεως και των ελαφρυντικών περί καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως και επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας, ενώ αναγνώρισε μόνο το ελαφρυντικό ότι ο κατηγορούμενος έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, τεσσάρων (4) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών, για τις παραπάνω πράξεις.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 83, 84 § 2α, 42 § 1, 299 § 1, 333 Π.Κ. και 1 § 2 περ. β', 10 § 1, 13β', 1 § 2 περ. β' Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 309-314/2008 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσ/νίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Σ1 (παθόντος που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται της παραστάσεως πολιτικής αγωγής, που είχε δηλώσει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), Σ2, Σ3 και Π1.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την κατά νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα στοιχεία που αποτελούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα, ως προς τα στηρίζοντα το δόλο του κατηγορουμένου να αναιρέσει τη ζωή του παθόντος, Σ1, αφού εκτίθενται στο σκεπτικό της αποφάσεως οι ανθρωποκτόνες ενέργειες του κατηγορουμένου, που αποτελούν αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του άρθρου 299 § 1 Π.Κ. Επίσης, εκτίθεται πως έγινε η αποκοπή των ενεργειών αυτών με την πράξη του εξετασθέντος ως μάρτυρα, Σ2, που ακολουθούσε τον παθόντα και κτύπησε με πέτρα τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο (ανακόπτοντας έτσι αυτόν από την άνω πράξη του). Οι ενέργειες δε του κατηγορουμένου οδηγούσαν αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση του ανθρωποκτόνου σκοπού του, χωρίς να βρίσκεται ο τελευταίος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Δέχεται επίσης το δικάσαν Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση, αφού έπληξε τον παθόντα σε ευαίσθητα σημεία του σώματός του, δηλαδή στην κοιλιακή χώρα, με μαχαίρι, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του θέληση αλλά από αίτια εξωτερικά, δηλαδή, από το πλήγμα που δέχθηκε από την κατά τα άνω ρήψη πέτρας στο πρόσωπό του, που του απέτρεψε να επιφέρει και άλλα κτυπήματα με το μαχαίρι στον παθόντα, ο οποίος με ασθενοφόρο οδηγήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση προς θεραπεία των τραυμάτων του. Δέχθηκε επίσης το Δικαστήριο της ουσίας ότι ενδεικτικό του ανθρωποκτόνου σκοπού του κατηγορουμένου είναι η φράση του προς τον παθόντα: "θα σε σκοτώσω και θα έλθω στην κηδεία σου". Επίσης, το ίδιο Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί βρασμού ψυχικής ορμής, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δέχθηκε ότι κατά τη λήψη του ανθρωποκτόνου σκοπό του, βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, η οποία, κατά τα εν αρχή εκτεθέντα, αποκλείει την εφαρμογή της ΠΚ 299 § 2. Εξάλλου, δεν ήταν αρκετή οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, όπως της οργής που αισθάνθηκε ο κατηγορούμενος από την προηγούμενη συμπεριφορά του παθόντος, αλλά απαιτείτο η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν, πράγμα το οποίο δεν συνέβη με τον κατηγορούμενο. Τέλος, ο κατηγορούμενος με αυτοτελείς ισχυρισμούς, που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 περ. δ' και ε' του Π.Κ. Αφού δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 περ. α', δηλαδή του πρότερου έντιμου βίου και κατά την Π.Κ. 83 προέβη σε μείωση της ποινής, στη συνέχεια, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς για χορήγηση και των ελαφρυντικών της καλής συμπεριφοράς και ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρ. 84 § 2 περ. δ' και ε' αντίστοιχα), με την εξής δικαιολογία: "πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματά του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 δ' και ε' του Π.Κ., διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ούτε επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, προσπαθώντας να άρει τις συνέπειες των πράξεών του. Η μετά την πρωτόδικη καταδίκη του, καλή συμπεριφορά έναντι του παθόντος, δεν αίρει την άνω κρίση". Η ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής και ειδική κατά τα αναφερόμενα στην αρχή και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα λοιπά κεφάλαιά της, οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1/19 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 309-314/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονίας. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για βρασμό ψυχικής ορμής και χορηγήσεως των ελαφρυντικών της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη και ειλικρινούς μετάνοιας. Αιτιολογημένη απόρριψη (ανθρωποκτονία από πρόθεση - απόπειρα - αιτιολογίας επάρκεια - βρασμός ψυχικής ορμής - ισχυρισμός αυτοτελής - ελαφρυντικές περιστάσεις.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1790/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετρόπουλο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 1277/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1048/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 Κ.Π.Δικονομίας έλλειψη ακρόασης που συνιστά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, επέρχεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος αυτού ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που παρέχεται ρητώς σ' αυτούς από το νόμο και το δικαστήριο, αρνήθηκε σ' αυτούς τούτο ή παρέλειψε να αποφανθεί σε σχετική αίτηση που υποβλήθηκε από κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα (κατηγορούμενο ή συνήγορο του ή Εισαγγελέα), όπως είναι και η αίτηση από το παρεχόμενο σ' αυτούς από το άρθρο 352 του Κ.Π.Δικονομίας δικαίωμα να ζητήσουν την αναβολή της δίκης λόγω της μη εμφάνισης κλητευθέντων μαρτύρων ή της ανάγκης προσαγωγής νέων αποδείξεων. Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία, ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, προκύπτει ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο Εισαγγελέας που παρίστατο κατά τη δίκη ενώπιον του Εφετείου το οποίο δίκασε, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο ζήτησε να αναβληθεί η ποινική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠοινΔ. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε (αρνητικά) επί της αιτήσεως αυτής, από την οποία δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι παραιτήθηκε ο Εισαγγελέας, αλλά προχώρησε στην έκδοση αποφάσεως επί της εφέσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση του κατηγορουμένου κατά της ΑΜ 3494/98 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Κατά την ημέρα της δικασίμου στις 26.2.2008 ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου βάσει εξουσιοδοτήσεως και εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεώς του, ο πατέρας του, .... Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο εκπροσωπηθείς από τον συνήγορό του κατηγορούμενος, κανένα αίτημα αναβολής υπέβαλε. Ο μόνος που ζήτησε αναβολή ήταν ο μάρτυρας υπερασπίσεως. Ο μάρτυρας αυτός, ως μη διάδικος, δεν δικαιούται να υποβάλει αιτήματα στο Δικαστήριο. Επίσης, από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι ο εισαγγελέας της έδρας, αφού έλαβε τον λόγο, πρότεινε να αναβληθεί η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσκομισθεί η φορολογική δήλωση του κατηγορουμένου από το 1997 μέχρι το 2000 και να κληθεί ο εκκαλών. Το Δικαστήριο με το σκεπτικό της αποφάσεώς του απέρριψε το αίτημα αναβολής ως "μη συντρέχοντος, κατά την κρίση του, λόγου αναβολής της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις", όπως χαρακτηριστικά σε αυτό αναφέρεται και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως απαράδεκτη. Κατόπιν αυτών, για μεν το αίτημα αναβολής που υπέβαλε στο Δικαστήριο ο άνω μάρτυρας δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, για δε το αίτημα που υπέβαλε ο Εισαγγελέας, δεν είχε επίσης τέτοια υποχρέωση, γιατί κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, ανεξάρτητα από την αιτιολογημένη ή μη απόρριψη του αιτήματος αυτού, την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος.
Έτσι, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Απριλίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 10/24.4.2008) αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ-1277/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης. Δικαίωμα να ζητήσουν αναβολή έχουν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος αυτού και ο Εισαγγελέας. Αναβολή και κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ (κρείσσονες αποδείξεις). Απόλυτη ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ. Την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος. Αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις από μάρτυρα υπερασπίσεως. Δεν είναι διάδικος. Δεν δικαιούται να υποβάλλει αιτήματα. Απορρίπτει έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1789/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, περί αναιρέσεως της 1604-1605/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπατσώρη και 2. Ψ2 που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Μαρτίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 172/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι, από τα σημειούμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
"Με τη με αριθμό ... κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Βέροιας ... η Τράπεζα Εργασίας είχε προβεί στη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, ενός αγρού-οικοπέδου, επί του οποίου ήταν κτισμένη διώροφη κατοικία εμβαδού 250 τ.μ., που ανήκε στις πολιτικώς ενάγουσες, με πρώτη προσφορά το ποσό των 32.500.000 δραχμών. Κατά την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού [20-9-2000] και δέκα λεπτά πριν από τη λήξη του, δηλαδή περί ώραν 13.50, εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος δικηγόρος Βέροιας ο οποίος είχε αποκτήσει την επικαρπία με έκθεση κατακυρώσεως σε άλλο αναγκαστικό πλειστηριασμό και ζήτησε να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό, καταθέτοντας τη σχετική εγγύηση και προσφέροντας για την απόκτηση του το ποσό των 32.501.000 δρχ. Αμέσως μετά απ' αυτόν εμφανίσθηκε ο Ε1, ο οποίος αφού κατέθεσε την προβλεπόμενη εγγύηση προσέφερε 1000 δρχ. επί πλέον. Ο πλειστηριασμός συνεχίστηκε με τις εκατέρωθεν πλειοδοσίες των ανωτέρω πλειοδοτών με αποτέλεσμα η προσφερόμενη τιμή για το πλειστηριαζόμενο ακίνητο να φθάσει το ποσό των 32.750.000 δρχ. εκ μέρους του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε και άλλος πλειοδότης ο Ε2, ο οποίος προσέφερε 1000 δρχ. επί πλέον. Ο πλειστηριασμός συνεχίστηκε και η τιμή προσφοράς είχε φθάσει στο ποσό των 32.769.000 δρχ. με τελευταίο προσφέροντα τον κατηγορούμενο, οπότε οι προαναφερθέντες απεσύρθησαν, αφού προηγουμένως είχαν συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο. Έτσι το ακίνητο κατακυρώθηκε σ' αυτόν. Όπως προέκυψε την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει δύο μεταχρονολογημένες, την μια σε διαταγή του Ε2 ποσού 3.000.000 δρχ. και την άλλη σε διαταγή Ε1 ποσού 1.500.000 δρχ. τις οποίες αργότερα ανακάλεσε. Και η μεν επιταγή των 1.500.000 δρχ. πληρώθηκε, η δεύτερη όμως δεν πληρώθηκε γι' αυτό εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας κομίστριας εταιρίας με την επωνυμία "ΗΑΡΡΥLAND LTD" η υπ' αριθμ. 3512/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Κατά της άνω ανακοπής ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 3927/2000 ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της, διότι κατά τους ισχυρισμούς του εξέφυγε των χειρών του παρανόμως, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τι συνίστατο η παρανομία. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 15/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, κατά της οποίας ο κατηγορούμενος - ανακόπτων δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο κι έτσι κατέστη αμετάκλητη. Οι πολιτικώς ενάγουσες μετά τη μη πληρωμή της δεύτερης επιταγής, πληροφορηθείσες την επιδίωξη είσπραξης αυτής δια της δικαστικής οδού, υπέβαλαν σε βάρος του κατηγορουμένου την από 6-11-2000 μήνυση τους, με βάση την οποία διατάχθηκε προανάκριση. Στα πλαίσια αυτής εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, ο Μ1 και ο Μ2 ο πρώτος των οποίων, στις 7-5-2001, κατέθεσε μεταξύ άλλων "... την επόμενη μέρα (του πλειστηριασμού) πληροφορήθηκα ότι επισκέφθηκαν τον μηνυόμενο (κατηγορούμενο) οι Ε1 και Ε2, οι οποίοι αφού τον απείλησαν πέτυχαν να του πάρουν δύο επιταγές και αξίωσαν από αυτόν να αποφύγει οποιαδήποτε καταγγελία, εναντίον τους, πράγμα που αξιώνουν ακόμη και σήμερα με απειλές κατά της ζωής του ...", ο δε δεύτερος "... την επόμενη μέρα (του πλειστηριασμού) πληροφορήθηκα ότι ο συνεργάτης μας, Χ1 δέχθηκε την επίσκεψη του Ε2 και Ε1, οι οποίοι απειλώντας τον με απειλές που επιθυμώ να μην εκθέσω λόγω της ωμότητας αυτών, επέτυχαν να του αποσπάσουν δύο επιταγές ...". Ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για παρακώλυση συναγωνισμού, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έκδοση της με αριθμό 745-746/2007 απαλλακτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου. Στη συνέχεια εκ μέρους των πολιτικώς εναγουσών ασκήθηκε η με αριθμό καταθέσεως ...ανακοπή ακυρώσεως του ανωτέρω πλειστηριασμού, η οποία έγινε δεκτή, ακολούθως δε απορρίφθηκαν τόσον η ασκηθείσα εκ μέρους του κατηγορουμένου έφεση κατ' αυτής με την με αριθμό 1314/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης όσο και η αναίρεση κατά της τελευταίας με τη με αριθμό 822/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στα πλαίσια δε της δίκης της εν λόγω ανακοπής προσκομίσθηκε με επίκληση εκ μέρους του καθού η ανακοπή-κατηγορούμενου, η με αριθμό 652/6-12-2001 ένορκη βεβαίωση του Μ1, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Βέροιας, στην οποία μεταξύ άλλων αυτός ανέφερε ότι "... ενώ είναι ψευδές ότι ο Χ1 ενεχείρησε σ' αυτούς επιταγές προκειμένου να επιτύχει την αποχώρηση τους από τον πλειστηριασμό γνωρίζω ότι οι ευρεθείσες εις χείρας του Ε2 και Ε1 επιταγές δεν έχουν καμία σχέση και ούτε συνδέονται με τον διενεργηθήσαντα πλειστηριασμό, αφού γνωρίζω από τον Χ1, ότι αποσπάστηκαν από αυτόν το βράδυ της ημέρας του πλειστηριασμού συνέπεια βίας και, απειλής κατά της ζωής αυτού και της οικογένειας του... ". Παράλληλα με πρόταση του κατηγορούμενου εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενόρκως στη δίκη της ανωτέρω ανακοπής (συνεδρίαση Μον. Πρωτ. Βέροιας 9-1-02) ο Μ2, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι " ...την επόμενη μέρα ο Χ1 είπε σε μένα και στον Μ1 ότι οι δύο επανήλθαν το βράδυ της ίδιας ημέρας στο γραφείο του και με απειλές απέσπασαν από αυτόν κάποιες επιταγές με απειλές, κατά της ζωής του και των μελών της οικογένειας του καθώς και ότι θα του κάψουν το γραφείο, απέσπασαν τις επιταγές λέγοντας του ότι εμείς θέλουμε τα λεφτά το πρωί, μας ανάγκασε να φύγουμε, εννοώντας ότι έφυγαν από το φόβο της αστυνομίας που θα καλούσαμε αν εμείς διαπιστώναμε από την ερευνά μας ότι οι επιταγές ήταν ακάλυπτες ο Χ1 φοβήθηκε και αφού του έδωσε τις επιταγές αυτοί εξαφανίστηκαν. Εβαλαν ημερομηνία γιατί εκείνη τη στιγμή δε σκέφτεσαι, φοβάσαι. Στη συνέχεια ο Χ1 δεν έκανε μήνυση ούτε καταγγελία, γιατί φοβόταν μετά την εκβιαστική κίνηση των δύο και πριν ο Χ1 κάνει εξώδικη καταγγελία, αυτός ενημέρωσε τον εισαγγελέα, ο οποίος εφ' ενός του συνέστησε να απέχει από κάθε καταγγελία, και αφετέρου του πρότεινε αν ήθελε να τον προστατέψει με κάποιον πράγμα που ο Χ1 δεν δέχτηκε. Δεν ξέρω ποιος Εισαγγελέας ήταν. Απλά ο Χ1 του είπε τους φόβους του και εκείνος τη γνώμη του... ". Στις παραπάνω καταθέσεις τους και ένορκη βεβαίωση, αμφότεροι οι προαναφερθέντες δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες των περιστατικών που εξιστορούσαν και ότι όσα κατέθεσαν ήταν όχι από δική τους αντίληψη αλλά εκ πληροφοριών του ίδιου κατηγορουμένου. Έτσι το με αριθμό 80/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Βέροιας, δεχθέν τον ισχυρισμό τους ότι δεν είχαν λόγους να μην πιστέψουν στα όσα τους είχε εξιστορήσει ο κατηγορούμενος σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής και παράδοσης των δύο επιταγών, αυτούς μεν απάλλαξε από τη κατηγορία της ψευδορκίας, τον δε κατηγορούμενο παρέπεμψε για το αδίκημα της παραπλάνησης σε ψευδορκία, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που αρχικά είχε αποδοθεί σ' αυτόν. Περαιτέρω αποδείχθηκε πλήρως ότι τα παραπάνω γεγονότα που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες ήταν απολύτως ψευδή, αφού ουδέποτε έλαβαν χώρα και ότι η έκδοση των προαναφερθεισών επιταγών ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου. Αυτός δε προκειμένου να αντιμετωπίσει την ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού και να αποσείσει την σε βάρος του κατηγορία της παρακώλυσης συναγωνισμού, επινόησε και κατασκεύασε τα σχετικά περιστατικά περί εκβίασης, απειλών εξιστόρησε δε στους προαναφερθέντες μάρτυρες, συνεργάτες του τα άνω ψευδή περιστατικά προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει [εν αγνοία αυτών περί του ψεύδους] για την υπεράσπιση των απόψεων του στις παραπάνω δίκες. Ο κατηγορούμενος αρνούμενος την αποδιδόμενη σ' αυτόν άνω αξιόποινη πράξη, ισχυρίζεται ότι πράγματι έλαβε χώρα εκβιασμός κ.λ.π., περιστατικό που είχε ουσιαστικό και δικονομικό σύνδεσμο με την υπόθεση της ανακοπής των πολιτικώς εναγουσών - ανακοπτουσών. Όμως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι τούτο είναι ψευδές, παραπλανώντας και τους μάρτυρες του, αφού γνώριζε ότι ο όρκος αυτών ήταν ψευδής. Οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν σαφείς και κατηγορηματικοί ότι δεν έλαβε χώρα εκβιασμός του. Ο κατηγορούμενος, έμπειρος και έγκριτος Δικηγόρος, δεν υπέβαλε έγκληση σε βάρος των εκβιαστών του, όπως είχε, ως παθών, το προς τούτο δικαίωμα, αλλά ανακάλεσε τις μεταχρονολογημένες επιταγές, μετά πάροδο δύο ημερών από την έκδοση τους. Ο ισχυρισμός του ότι φοβήθηκε να εμπλακεί σε ποινικές δίκες δεν είναι πειστικός. Στην ανακοπή του ισχυρίστηκε κατά των παραπάνω όλως αορίστως περί της παρανομίας της εκδόσεως των επιταγών, χωρίς να επικαλεστεί την έκβαση τους. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται με αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 745-746/2007 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε αθώο αυτόν της αποδιδόμενης αξιόποινη πράξης της παρακώλυσης συναγωνισμού. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι τα πραγματικά περιστατικά εκείνης της υπόθεσης δεν ταυτίζονται με αυτά της κρινόμενης.
Εν προκειμένω κρίσιμο θέμα είναι εάν ο κατηγορούμενος παραπλάνησε τους μάρτυρες του να ψευδορκήσουν ως προς τα περιστατικά της εκβιάσεως το βράδυ της 20-9-2000. Κατόπιν αυτών, πλήρως αποδεικνύεται υποκειμενικά και αντικειμενικά η αξιόποινη πράξη της παραπλάνησης σε ψευδορκία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας καθώς και το γεγονός ότι αμέσως βλαβείσες από τη πράξη αυτή είναι οι πολιτικώς ενάγουσες, αφού υπήρξαν διάδικοι στις παραπάνω δίκες. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του περί κλητεύσεως της Μ3 διότι σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση επί της άνω υποθέσεως. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Όπως προκύπτει από το παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αριθ.1604,1605/2008 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του, περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής της δίκης, περί απορρίψεως ενστάσεως δεδικασμένου και τελικά περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για παραπλάνηση σε ψευδορκία μάρτυρος των σε αυτή αναφερόμενων δύο μαρτύρων, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, για να θεμελιώσει ειδικότερα τη δικανική του κρίση περί απορρίψεως των ως άνω υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρου και περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος στο πρόσωπο αυτού, στηρίχθηκε και στα παρακάτω έγγραφα: α) στη με αριθμό ... κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Βέροιας ..., β) στην υπ'αριθ. 3927/2000 ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, γ) στην υπ'αριθ.15/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, δ) στην από 6-11-2000 μήνυση των πολιτικώς εναγουσών, ε) στη με αριθ. καταθ. 3637/31-10-2000 ανακοπή των πολιτικώς εναγουσών περί ακυρώσεως πλειστηριασμού και στ) στο με αριθ. 80/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας.
Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει μεν ότι τα έγγραφα αυτά δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλ' ούτε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως ανεξάρτητα του ότι αναφέρονται στο αιτιολογικό διηγηματικά για να καταδείξουν απλώς το αντικείμενο της αντιδικίας και των δικών για τις οποίες δόθηκαν οι ψευδείς καταθέσεις των δύο μαρτύρων, προκύπτουν από το περιεχόμενο άλλων αναγνωσθέντων εγγράφων, και δη από την αναγνωσθείσα με αριθ. 4278/2000 έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτων και από τις αναγνωσθείσες δικαστικές αποφάσεις, 3512/2000, 15/2002 και 102/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, 1314/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 822/2005 του Αρείου Πάγου. Άρα, παρά τη μη ανάγνωση του κειμένου των ανωτέρω σημειούμενων έξι εγγράφων στο ακροατήριο, κατέστησαν εμμέσως και αυτά τα έγγραφα γνωστά, κατά το περιεχόμενό τους, στον αναιρεσείοντα και το συνήγορό του και αυτοί είχαν την πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους και έτσι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, να λάβει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου και να προβεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ΠΚ, όπως είχε προ της αντικαταστάσεως του από το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου ως άνω ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 228 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι " όποιος με πρόθεση παρασύρει κάποιον να δώσει από πλάνη ψευδή όρκο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 224, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου, ο Ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εφ' όσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σ' αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, Πρέπει, όμως, για να μπορούν αυτές να ληφθούν υπόψη, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σε αυτές. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του παραπάνω άρθρου 228 του ΠΚ, πρέπει επίσης αντικειμενικά να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 224 ΠΚ, ήτοι αναλήθεια , αλλά και αρμοδιότητα της αρχής ως άνω.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για κλήτευση της μάρτυρος Μ3 και τους προβληθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για αποβολή της πολιτικής αγωγής και περί δεδικασμένου, δέχθηκε με το προπαρατεθέν ως άνω αιτιολογικό του, ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία δύο μαρτύρων για δύο περιπτώσεις καθένα τούτων, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο και επέβαλε σε αυτόν μία ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω στο προεκτεθέν αιτιολογικό παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τις τρεις περιπτώσεις παραπλάνησης σε ψευδορκία μαρτύρων, (πλην εκείνης της τετάρτης περιπτώσεως που έγινε με την ένορκη βεβαίωση για την οποία θα γίνει αναφορά παρακάτω), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, στ, 26 παρ.1 α, 27, 228 παρ.1 σε συνδ. με 224 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, η εκ μέρους του κατηγορουμένου με πρόθεση παράσυρση δύο μαρτύρων να δώσουν από πλάνη ψευδή όρκο και να καταθέσουν ψευδή γεγονότα, χωρίς να γνωρίζουν οι μάρτυρες αυτοί το ψευδές τούτων, στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως και δίκης επί ανακοπής πλειστηριασμού ακινήτου, β) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος χωρίς να γίνεται επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, γ) αναφέρεται ότι οι δύο παραπλανηθέντες μάρτυρες, συνεργάτες του κατηγορουμένου, που κατέθεσαν ψευδή υπέρ του κατηγορουμένου γεγονότα ότι έλαβε δήθεν χώρα εκβιασμός αυτού δηλαδή έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές σε άλλους πλειοδότες, ώστε αυτοί να αποχωρήσουν από τη διαδικασία του πλειστηριασμού, είχαν ως πηγή των πληροφοριών τους τον κατηγορούμενο, ο οποίος και τους παρέσυρε να τα καταθέσουν, για να αποσείσει τη σε βάρος του κατηγορία της παρακωλύσεως συναγωνισμού και να αποκρούσει την εναντίον του ανακοπή ακυρώσεως του πλειστηριασμού, δ) με επαρκή επίσης αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κλητευθεί η μάρτυρας Μ3, ε) με επαρκή και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής δεδικασμένου, απορρέοντος από την αμετάκλητη με αριθ. 745,746/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αθώωσε τον κατηγορούμενο για άλλη πράξη, εκείνη της παρακωλύσεως συναγωνισμού σε πλειστηριασμό, (396 ΠΚ), ελλείψει ταυτότητας πράξεων, (57 ΚΠοινΔ), στ) με πλήρη και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής των πολιτικώς εναγουσών, διαδίκων στις δίκες για τις οποίες δόθηκαν οι ψευδείς καταθέσεις και βεβαιώσεις αντίστοιχα των άνω δύο μαρτύρων, που υπέστησαν βλάβη αμέσως από την εν λόγω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, επικαρπωτή, στον οποίον κατακυρώθηκε το πλειστηριαζόμενο ακίνητο, αφού αυτές είχαν την ψιλή κυριότητα του πλειστηριαζόμενου ακινήτου.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω όμως, ούτε στο παραπάνω εκτεθέν αιτιολογικό, ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται μνεία αν η με αριθ. 652/6-12-2001 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας δοθείσα ένορκη βεβαίωση του φερόμενου ως παραπλανηθέντος σε ψευδορκία μάρτυρος Μ1, λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των ανακοπτουσών - πολιτικώς εναγουσών, αντιδίκων του καθού η ανακοπή κατηγορουμένου, με επιμέλεια του οποίου δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ούτε επίσης αναφέρεται ότι ο Ειρηνοδίκης Βέροιας, ήταν αρμόδια Αρχή για λήψη της, ώστε να θεωρηθεί αυτή νόμιμο αποδεικτικό μέσο και να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία του κατηγορουμένου προς τον δώσαντα την εν λόγω ένορκη βεβαίωση μάρτυρα.
Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την επί μέρους αυτή πράξη, στερείται της παραπάνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αξιώνουν οι διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ και είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά τη καταδικαστική της διάταξη που αφορά τη μία από τις τέσσερις περιπτώσεις παραπλάνησης σε ψευδορκία, ήτοι εκείνης του μάρτυρος Μ1 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας, με τη με αριθ. 652/6-12-2001 ένορκη βεβαίωση και συνακόλουθα και κατά την περί ποινής διάταξη αυτής, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση ως αβάσιμη. Ενόψει όμως του ότι το παραπάνω έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία (228 παρ.1 ΠΚ), είναι πλημμέλημα κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, εφόσον φέρεται ότι τελέσθηκε στις 7-5-2001, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ1,3, 112 και 113 παρ.1,2,3 του ΠΚ, εξαλείφθηκε το αξιόποινό της, συνεπεία παραγραφής λόγω παρελεύσεως μέχρι σήμερα χρόνου πέραν της οκταετίας. Επομένως, αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τη μερικότερη αυτή πράξη και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η οριστική παύση της ασκηθείσας ποινικής διώξεως για την παραπάνω πράξη από το Δικαστήριο τούτο, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο δικάσαν Δικαστήριο, για νέα συζήτηση, κατ'άρθρον 519 παρ.1 ΚΠοινΔ, μόνον κατά την περί ποινής διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 1604,1605/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διάταξη αυτής που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Χ1, για παραπλάνηση σε ψευδορκία του μάρτυρος Μ1, γενόμενη με τη με αριθ. 652/6-12-2001 ένορκη βεβαίωση αυτού ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας και κατά την περί επιβολής της ποινής διάταξη αυτής.
Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ1, Δικηγόρου, για παραπλάνηση σε ψευδορκία του μάρτυρος Μ1, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στη Βέροια στις 7-5-2001, σε βάρος των εγκαλουσών - πολιτικώς εναγουσών Ψ2 και Ψ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά την περί επιβολής ποινής αναιρούμενη ως παραπάνω διάταξη, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22-12-2008 αίτηση με τους από 23-3-2009 προσθέτους λόγους αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπλάνηση σε ψευδορκία - 228 παρ. 1 ΠΚ. 1. Αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το 171 παρ. 1δ και 510 παρ.1 στοιχ Α΄ ΚΠΔ, γιατί συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο έξι μη αναγνωσθέντα έγγραφα και έτσι παραβιάστηκε το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και σε εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, καθόσον πρόκειται για αναφερόμενα διηγηματικά έγγραφα, τα οποία μάλιστα κατά το περιεχόμενο, προκύπτουν από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 922/2009, 15, 335, 420, 1828/2008). 2. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού προσθέτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, να αναιρεθεί εν μέρει, για τη μία από τις 4 περιπτώσεις παραπλάνησης σε ψευδορκία, για το λόγο, ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως, γίνεται μνεία αν η ενώπιον του Ειρηνοδίκη δοθείσα ένορκη βεβαίωση του φερόμενου ως παραπλανηθέντος σε ψευδορκία μάρτυρα, λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των ανακοπτουσών - πολιτικώς εναγόντων, αντιδίκων του καθού η ανακοπή κατηγορουμένου, με επιμέλεια του οποίου δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ούτε επίσης αναφέρεται ότι ο ίδιος Ειρηνοδίκης ήταν αρμόδια Αρχή για λήψη της παραπάνω ένορκης βεβαιώσεως, ώστε να θεωρηθεί αυτή ότι συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο και να στοιχειοθετηθεί, κατ' άρθρο 228 ΠΚ, όπως είναι αναγκαίο, το έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία του κατηγορουμένου προς τον δώσαντα την εν λόγω ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 549/1984, Μ. Μαργαρίτη ΠΚ - 228 ΠΚ) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Πρόσθετοι λόγοι, Παραπλάνηση σε ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1788/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα και 2) Χ2 , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1482/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Τριμελές Εφετείου Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19.1.2009 και 23.1.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 133/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση του δευτέρου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη 1482/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατ' έφεση, καταδικάστηκαν: α) ο Χ1 για: 1) αποδοχή και διάθεση προϊόντος εγκλήματος και 2) νόθευση γνησίου εγγράφου μετά χρήσεως και β) ο Χ2 για: 1) αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, 2) ηθική αυτουργία σε απόπειρα απάτης και 3) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Κατά της αποφάσεως αυτής, που δημοσιεύθηκε στις 11.11.2008 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 9.1.2009, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ξεχωριστές αναιρέσεις και συγκεκριμένα, από τον πρώτο (Χ1), με δήλωση από τον παραστάντα συνήγορό του ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Λάρισας στις 19.1.2009, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 2/2009 έκθεση και από τον δεύτερο (Χ2 ) με δήλωση, που υπογράφεται από τον ίδιο ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε στις 28.1.2009. Περιέχουν ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να ερευνηθούν.
Α) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ2:
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ" Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2009 αποδεικτικό επίδοσης του ..., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με επίδοση της κλήσεως στον ίδιο) για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Β) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ1
Από την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι στοιχείο του εγκλήματος αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, το οποίο είναι υπαλλακτικώς μικτό, δυνάμενο να τελεσθεί με έναν από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπου, και προϋποθέτει προηγουμένη τέλεση αξιόποινης πράξεως, από την οποία προήλθε το πράγμα που μεταβιβάσθηκε σε τρίτον, είναι, εκτός άλλων, ο δόλος του αποδεχόμενου το προϊόν του εγκλήματος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αποδοχής αυτού. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά που καταδεικνύουν αμέσως ή και εμμέσως την ύπαρξή του και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση του ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής τούτου, μολονότι γνωρίζει την προέλευσή του αυτή. Για την ύπαρξη τέτοιοι αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1482/2008 αποφάσεώς του, κατά το μέρος που αφορά τον άνω αναιρεσείοντα, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "1.- Ο πρώτος στην προσβαλλόμενη απόφαση κατηγορούμενος, Χ1 ήταν κύριος και κάτοχος του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας FIAT και τύπου UNO, το οποίο είχε ολοσχερώς καταστραφεί σε τροχαίο ατύχημα και ως εκ τούτου ήταν ακατάλληλο για κυκλοφορία. Ήθελε όμως τα στοιχεία του αυτοκινήτου αυτού να τα επιθέσει σε ένα άλλο όμοιο αυτοκίνητο (μεταχειρισμένο, αλλά σε καλή κατάσταση) ώστε να κυκλοφορεί το νέο με τα στοιχεία του παλιού. Γι' αυτό ερεύνησε και βρήκε στην αγορά και αγόρασε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO, το οποίο είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από τη ... και ανήκε στην Κ1, κάτοικο ... Αφού παρέλαβε το κλεμμένο στην κατοχή του και το έφερε στην ..., κατά το χρονικό διάστημα 3-8-2001 έως 13-6-2003, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η ακριβής ημερομηνία, προέβη σε μηχανική επέμβαση επί του κλεμμένου και παραποίησε τα στοιχεία του αριθμού πλαισίου αυτού που είχαν αποτυπωθεί νομίμως (εργοστασιακά) συνθέτοντας τον αριθμό *...*. Αυτός, αφού έσβησε τα νόμιμα στοιχεία, ανέγραψε άλλα που συνέθεταν τον αριθμό *...*. Τα στοιχεία αυτά ήταν εκείνα που έφερε το δικό του κατεστραμμένο πλέον αυτοκίνητο. Ο σκοπός του είναι εύλογος: Ήθελε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές αλλά και κάθε τρίτο σχετικά με την πραγματική ταυτότητα και το νόμιμο της κυκλοφορίας του κλεμμένου αυτοκινήτου, ώστε να εμφανίζεται ότι αυτό δεν είναι το κλεμμένο αλλά το δικό του. Ακολούθως, μετέθεσε τις πινακίδες από το κατεστραμμένο αυτοκίνητό του στο κλεμμένο, το οποίο έθεσε σε κυκλοφορία εμφανίζοντας ότι δήθεν αυτό κυκλοφορεί νόμιμα. Έτσι μπορούσε πλέον να το μεταβιβάσει σε άλλους ως δήθεν δικό του. Γι' αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, κάνοντας χρήση του πλαστού, το μεταβίβασε στις 3-8-2001 στον κατηγορούμενο Χ3. Πρέπει λοιπόν ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, όπως στο διατακτικό. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οι άλλοι κατηγορούμενοι είχαν κάποια συμμετοχή στην πράξη αυτή της πλαστογραφίας του αριθμού πλαισίου του κλεμμένου αυτοκινήτου. Αυτοί ενεπλάκησαν στην υπόθεση αμέσως μετά την πλαστογραφία, την οποία κάθε συμφέρον να την ενεργήσει είχε τότε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος. 2.- Αφού οΧ1ολοκλήρωσε την παραποίηση του κλεμμένου αυτοκινήτου, θέλησε αμέσως να το μεταβιβάσει σε τρίτους και να καρπωθεί το τίμημα, αλλά και να αποδεσμευθεί από το βάρος του κλεμμένου. Όπως προαναφέρθηκε, αυτό (υπ' αριθ. κυκλοφορίας . ... FIAT τύπου UNO) είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από την Κ1, κάτοικο ... στη .... Ο πρώτος κατηγορούμενος το δέχτηκε στην κατοχή του, αν και γνώριζε ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής, γιατί ακριβώς σ' αυτό προσδοκούσε: Να θέσει σ' αυτό τα στοιχεία του κατεστραμμένου δικού του δια παραποιήσεως. Ακολούθως στις 3-8-2001 το μεταβίβασε, παραποιημένο πλέον, ως δήθεν δικό του στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ3 (μη διάδικο στην παρούσα δίκη). Αυτός κατά τη μεταβίβαση, δεν ενεργούσε για δικό του λογαριασμό, αλλά για λογαριασμό άλλου και συγκεκριμένα του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 , ο οποίος ήταν εργοδότης του. Ο τελευταίος, επειδή δεν ήθελε να φαίνεται ο ίδιος ως κύριος του κλεμμένου και παραποιημένου αυτοκινήτου, πράγμα που γνώριζε λόγω των στενών σχέσεών του με τον Χ1, χρησιμοποίησε ως παρένθετο πρόσωπο για την αγορά του τον έμπιστο υπάλληλό του Χ3, ο οποίος επίσης γνώριζε την προέλευση του αυτοκινήτου. Δέχθηκε να ενεργήσει έτσι για να εξυπηρετήσει τα σχέδια του εργοδότη του, τα οποία αποσκοπούσαν στην εξαπάτηση της ασφαλιστικής εταιρίας, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω, και την είσπραξη του ασφαλίσματος. Εν συνεχεία ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 παρέδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο στον τρίτο κατηγορούμενο Χ2 , ο οποίος ήταν ουσιαστικά ο κύριός του και αυτός με τη σειρά του το μεταβίβασε στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε τελικά το αυτοκίνητο στις 13-6-2003. Για τον τελευταίο δεν προέκυψαν στοιχεία και υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο γνώριζε ότι το αυτοκίνητο που απέκτησε ήταν κλεμμένο. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος (και) της πράξεως αυτής. Αντίθετα, οι λοιποί κατηγορούμενοι, οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα, δέχτηκαν στην κατοχή τους πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη (κλοπή) εν γνώσει αυτού, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αποδοχής και διάθεσης προϊόντος εγκλήματος που εκτελέστηκε όχι από κοινού, αλλά διαδοχικά κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω και στο διατακτικό.
3.- Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι πράξεις της πλαστογραφίας και της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 3-8-2001 έως 13-6-2003. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι συντελέστηκαν νωρίτερα από τις 19.1.2000, που κατ' αυτόν έγινε η επισκευή του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα οι πράξεις που του αποδίδονται να έχουν παραγραφεί αφού παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4.- Τέλος, το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος έζησε ως ον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αυτόν των πράξεων της αποδοχής και διάθεσης προϊόντος εγκλήματος, καθώς και της νόθευσης εγγράφου μετά χρήσεως και ειδικότερα του ότι: 1.- "Στην ..., σε άγνωστο επακριβώς κατά την προανάκριση χρόνο, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως 13-6-2003, με πρόθεση, δέχτηκε στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη, μεταβίβαση σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος και συνέργησε σε μεταβίβαση τέτοιου πράγματος και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος δέχτηκε στην κατοχή του το με αριθμ. κυκλοφορίας ...αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO, το οποίο είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από τη ...και ανήκε στη Κ1, κάτοικο ..., αν και γνώριζε ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στις 3-8-2001, μεταβίβασε στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος κατά τη μεταβίβαση ενεργούσε για λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 , το ανωτέρω κλεμμένο αυτοκίνητο, αν και γνώριζαν ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής. Εν συνεχεία, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 παρέδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο στον τρίτο κατηγορούμενο Χ2 και αυτός με τη σειρά του στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε τελικά το αυτοκίνητο στις 13-6-2003, αν και γνώριζαν (πλην του τελευταίου) ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής. 2.- Στην ... σε άγνωστο επακριβώς κατά την προανάκριση χρόνο, πάντως κατά το χρονικό διάστημα 3-8-2001 έως 13-6-2003, νόθευσε γνήσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13γ του Π Κ, με σκοπό με τη χρήση αυτού να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Ειδικότερα, με μηχανική επέμβαση παραποίησε τα στοιχεία του αριθμού πλαισίου που είχαν αποτυπωθεί νομίμως (εργοστασιακά) συνθέτοντας τον αριθμό *...* του IX επιβατικού αυτοκινήτου, με πινακίδες αριθμ. κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO, το οποίο είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από τη ...., που ανήκε στη Κ1, κάτοικο ..., και ανέγραψε άλλα στοιχεία που μαζί με τα υπόλοιπα συνέθεσαν τον αριθμ....*, που ανήκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ίδιας μάρκας και τύπου με το κλαπέν, που είχε νομίμως στην κατοχή του ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 και το οποίο είχε ολοσχερώς καταστραφεί σε τροχαίο ατύχημα και ήταν ακατάλληλο για κυκλοφορία. Στην ανωτέρω πράξη προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές αλλά και κάθε τρίτον, περί της ταυτότητας και του νομίμου της κυκλοφορίας του ως άνω κλαπέντος αυτοκινήτου. Εν συνεχεία, δε, έκανε χρήση του πλαστού αριθμού πλαισίου, καθότι, αφού μετέθεσε τις πινακίδες από το κατεστραμμένο και νομίμως αποκτηθέν αυτοκίνητο, στο κλεμμένο, έθεσε το ανωτέρω όχημα (το κλεμμένο) σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας ότι αυτό κυκλοφορεί νομίμως και ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στις 3.8.2001, μεταβίβασε στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος κατά τη μεταβίβαση, ενεργούσε για λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 , το ανωτέρω (κλεμμένο) αυτοκίνητο που έφερε τον παραποιημένο αριθμό πλαισίου. Εν συνεχεία, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 παρέδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο στον τρίτο κατηγορούμενο Χ2 και αυτός στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε τελικά το αυτοκίνητο στις 13-6-2003. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ως άνω κατηγορούμενος έζησε, ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α', 27 παρ.1, 84 παρ. 2α', 94 παρ. 1, 216 παρ. 1, 394 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του αυτού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντίφαση ως προς τον χρόνο τελέσεως των αποδιδομένων στον αναιρεσείοντα πράξεων και ειδικότερα, αφενός δέχεται ότι οι πράξεις της περιελεύσεως σε αυτόν του κλεμμένου αυτοκινήτου και της πλαστογραφίας από αυτόν ολοκληρώθηκαν στις 3.8.2001 πριν τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στον συγκατηγορούμενό του Χ3, αφετέρου τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι οι άνω πράξεις συντελέστηκαν από 3.8.2001 έως 13.6.2003. Έτσι, το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ένσταση παραγραφής που νόμιμα είχε προτείνει, στέρησε την απόφασή του αυτή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως προκύπτει ότι στο σκεπτικό της το Δικαστήριο δέχεται ότι οι πράξεις της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος και νοθεύσεως εγγράφου μετά χρήσεως από τον αναιρεσείοντα, τελέστηκαν στις 3.8.2001. Από παραδρομή όμως αναφέρεται στο διατακτικό ως χρόνος τελέσεως των πράξεων αυτών από αυτόν το χρονικό διάστημα από 3.8.2001 έως 13.6.2003, το οποίο αφορά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως αποδοχής προϊόντος εγκλήματος από τους λοιπούς, τότε, συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος, χωρίς ο χρόνος αυτός να επιδρά στην ταυτότητα των πράξεων αυτών ή την παραγραφή τους και χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση από την αναφορά αυτή, όπως αβάσιμα με την αναίρεσή του ισχυρίζεται ο τελευταίος. Και β) ενώ κηρύχθηκε ένοχος αποδοχής προϊόντος εγκλήματος από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, παρ' όλα αυτά, με την απόφαση, όχι μόνο δεν αιτιολογείται η από κοινού διάπραξη του εγκλήματος αυτού, αλλά με το σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι μόνος του προέβη σε παραποίηση του κλεμμένου αυτοκινήτου και αποδοχή προϊόντος εγκλήματος και από την αντίφαση αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμα όμως και πάλι ο αναιρεσείων επικαλείται αντίφαση στα γενόμενα από την άνω απόφαση δεκτά, διότι, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση, στο σκεπτικό της γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος μεμονωμένως και δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση από τη μη διαγραφή στο διατακτικό της φράσεως "από κοινού", που προήλθε από την αντιγραφή του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'
ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ λαμβανόμενος υπόψη, εφόσον η αναίρεση έχει παραδεκτό τον άνω λόγο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί και ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις: 1) από 19 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2/2009) αίτηση του Χ1 και 2) από 23 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 711/28.1.2009) αίτηση του Χ2 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1482/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντος εγ-κλήματος - Έννοια. Νόθευση εγγράφου. Παραποίηση στοιχείων αριθμού πλαισίου κλπ αυτοκινήτου. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω αντιφάσεων στην απόφαση. Απορριπτική ενστάσεως παραγραφής στην προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτει κατ' ουσίαν αναίρεση παρόντος αναιρεσείοντος. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη αναίρεση του απόντος αναιρεσείοντος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1787/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Θεοδοσιάδη, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και τον Ιωάννη Σταυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 61-62-63-66-67-71-75-75α-76-79/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Γεωργίου.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 77/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 περ. δ' της τελευταίας αυτής διάταξης, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται, για απόλυτη ακυρότητα, η προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, α) γιατί το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αναβολής, που υπέβαλε ο αναιρεσείων προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας ο ΓΓ, Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Γενετιστών, β) γιατί, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με παρεμπίπτουσα απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, παρέλειψε να προβεί σε ορισμό εισηγητή Δικαστή, γ) γιατί το δικαστήριο απαγόρευσε την υποβολή, από μέρους του κατηγορουμένου, ερωτήσεων σε μάρτυρα με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός των δικαιωμάτων υπεράσπισής του. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δεν υπέβαλε ευθέως προς το δικαστήριο αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας ΓΓ, αλλά διατύπωσε απλώς ευχή προς το δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο, να διαλάβει στην απορριπτική απόφασή του, σχετική περί τούτου αιτιολογία. Όσον αφορά την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, είναι αβάσιμη, αφού, από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι εφόσον ανατέθηκε από το δικαστήριο η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε εργαστήριο, που ιδρύθηκε ειδικά από το νόμο, όπως είναι το Τμήμα Εργαστηρίου της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας (άρθρα 3 παρ.6 και 10 του ν. δ 1273/1972 και 48 περ. η' Π. Δ/τος 342/1977 "περί κυρώσεως του κανονισμού λειτουργίας της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Υπηρεσιών και Περιφερειακών Υπηρεσιών", για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν ήταν αναγκαίος ο ορισμός εισηγητή δικαστή, και εξ' αυτού του λόγου δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα και κατ' επέκταση, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Και τέλος, όσον αφορά την υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, το δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ορθώς απαγόρευσε την υποβολή ερωτήσεων προς το μάρτυρα Ψ1, οι οποίες δεν είχαν σχέση με τη συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά με προηγούμενη συμπεριφορά του ίδιου του αναιρεσείοντος σε βάρος αλλοδαπής γυναικός, σε κάθε δε περίπτωση ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα, στην άρνηση του διευθύνοντος να του επιτρέψει την υποβολή των ερωτημάτων, να προσφύγει στο δικαστήριο, πράγμα το οποίο αυτός ή ο παραστάς συνήγορός του, δεν έπραξαν. Επομένως, οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το Δικαστήριο που την εξέδωσε και με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις α) του βιασμού και β) της τετελεσμένης ανθρωποκτονίας από πρόθεση και κατά συρροή, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του, έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και τις ιδιωτικές γνωματεύσεις των ΔΔ και ΓΓ, που ορθώς αξιολογήθηκαν ως έγγραφα. Ειδικότερα, από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες στο ακροατήριο μαρτυρικές καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, από την ανάγνωση της απόφασης και των πρακτικών της Πρωτοβαθμίου (εκκαλουμένης) απόφασης, τις από 5-11-2001, ιατροδικαστικές εκθέσεις που αφορούν τον ΒΒ και την ΕΕ, από τις υπ' αριθμό πρωτ. ..., ... εργαστηριακές εξετάσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία καθενός από αυτά ξεχωριστά, δέχθηκε ότι, κατά την επικρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη της πλειοψηφίας, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ειδικότερα κατά την πλειοψηφία (6-1) αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο αυτουργός των αποδιδόμενων σ' αυτόν εγκλημάτων. Την 1η Νοεμβρίου 2001 βρίσκονταν στη ... για να εμφανισθεί στο Α.Τ. και επισκέφθηκε την πατρική του οικία στη ... . Αυτός (Χ) ως γείτονας γνώριζε τις συνήθειες και τις κινήσεις του ΒΒ, τις ώρες εξόδου και επιστροφής στην οικία του. Εξάλλου είχε εργασθεί στον πορτοκαλεώνα γνώριζε ότι η οικία του ΒΒ επικοινωνούσε και απ' αυτόν και υπήρχε μικρότερη πιθανότητα να γίνει αντιληπτός από τους γείτονες. Ο ΒΒ ηλικίας ογδόντα επτά (87) ετών ζούσε στη ... και απασχολούσε ως οικιακή βοηθό την ΕΕ πενήντα επτά (57) ετών. Στις 3-11-2001 και ώρα 10.00, όταν αντελήφθηκε τον ΒΒ να εξέρχεται από την οικία του αποφάσισε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία με την ΕΕ. Εισήλθε στην οικία από την κατεύθυνση του πορτοκαλεώνα επιτέθηκε εναντίον της την ώρα που εκείνη ανυποψίαστη παρασκεύαζε φαγητό και αφού πρώτα την κτύπησε, με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις έκαμψε την αντίσταση της και την εξανάγκασε σε εξώγαμη συνουσία, εκσπερματώνοντας στον κόλπο της. Ακολούθως, εκμεταλλευόμενος την έλλειψη κάθε αντίστασης από την παθούσα ενήργησε εναντίον της παρά φύση ασελγείς πράξεις για να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του. Επειδή η παθούσα τον γνώριζε για να μην αποκαλύψει την πράξη του βιασμού της, αποφάσισε να την θανατώσει ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και την έπληξε στο κεφάλι με το κλαδευτήρι. Την 11.00 ώρα ο ΒΒ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κατηγορούμενο έξω από την πόρτα της κουζίνας. Τότε αυτός για να μην αποκαλυφθεί το διπλό του έγκλημα εναντίον της ΕΕ, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αποφάσισε να τον θανατώσει επιτέθηκε εναντίον του, τον στραγγάλισε με τα χέρια του και ακολούθως τον έπληξε με το κλαδευτήρι στον αυχένα και τον λάρυγγα. Μετά την πράξη του αυτή έσυρε τον ΒΒ στο υπνοδωμάτιο, ερεύνησε τους χώρους αυτού προκαλώντας αναστάτωση των πραγμάτων, αφαίρεσε δύο βιβλιάρια καταθέσεων και τις αστυνομικές ταυτότητες των θυμάτων και κλείδωσε το υπνοδωμάτιο. Πριν την αποχώρηση του εισήλθε στην κουζίνα πάτησε στην καρέκλα για να ελέγξει από το παράθυρο της τυχόν εμφάνιση γειτόνων, αφήνοντας αποτυπώματα με τα αθλητικά του υποδήματα στο δάπεδο της κουζίνας και στο πλαστικό κάλυμμα της καρέκλας και διέφυγε από τον πορτοκαλεώνα, στον οποίο πέταξε και τα κλειδιά του υπνοδωματίου. Εκτός από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η πλειοψηφία του δικαστηρίου στηρίζεται και στα ακόλουθα στοιχεία στην έκθεση ανάλυσης του DΝΑ σε συνδυασμό με την κατάθεση της βιολόγου ΣΤ, η οποία βεβαιώνει ότι στην πέμπτη περιοχή από το βιολογικό υλικό που εξέτασε (κολπικό και πρωκτικό της ΕΕ) βρέθηκαν σπέρματα προερχόμενα από τον κατηγορούμενο και η πιθανότητα λάθους της ανάλυσης είναι 1/8.000.000. Τα αποτυπώματα των υποδημάτων στο δάπεδο της κουζίνας και στο κάλυμμα της καρέκλας προέρχονταν από υπόδημα του ιδίου τύπου με αυτό που φορούσε ο κατηγορούμενος. Οι πατημασιές που βρέθηκαν είναι ίδιες με τις πατημασιές των παπουτσιών που φορούσε ο Χ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την περιγραφή της τοποθεσίας, όταν βγει κάποιος από τους "μπαξέδες" στο δρόμο, ακόμη και όταν τον δει κάποιος γείτονας δεν μπορεί να καταλάβει από που βγήκε στο δρόμο, και φυσικά είναι προφανές ότι μπορεί να νομίσει ότι πρόκειται για κάποιο περαστικό. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε το άλλοθι του, ότι δηλαδή την 3-11-2001 μεταξύ της 10.00-11.00 ώρας, που έγιναν τα εγκλήματα, ήταν στη ... που το πατρικό του σπίτι ήταν εγκαταλελειμμένο τριάντα χρόνια γιατί τώρα κατοικούσαν στη ... . Ο ίδιος δε περιέπεσε στην απολογία του σε αντιφάσεις λέγοντας ότι τον άκουσε η μεγάλης ηλικίας γειτόνισσα ΖΖ από το χτύπημα στην πόρτα και στη συνέχεια είπε: ότι τσακώθηκε με αυτή (ΖΖ) και το γυιό της επειδή της ζήτησε ένα λοστό "για να σπάσει την πόρτα". Περαιτέρω εξακολούθησε να περιπλανάται από 3-6/11/2001 και να διαμένει σε εκκλησίες και στάνες, όπου και συνελήφθη κρυπτόμενος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενισχύονται ακόμη περισσότερο τα στοιχεία της έκθεσης ανάλυσης του DΝΑ καθόσον έχει βεβαρυμένο ποινικό παρελθόν και το χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν αφήνει αποτυπώματα στις κλοπές και σε άλλες αξιόποινες πράξεις που έχει κάνει. Έχει πλήρη έλεγχο των κινήσεων του και χαρακτηρίζεται από άποψη ποινικού ενδιαφέροντος ως άτομο με υψηλή νοημοσύνη σε αντίθεση με τον ΗΗ του οποίου τα λεγόμενα είναι αποκυήματα της φαντασίας του, και ανυπόστατα. Δεν είναι το άτομο που μπορεί να δημιουργήσει άλλοθι, είναι διανοητικά αδύνατος και τα αντανακλαστικά του δεν λειτουργούν σωστά. Όλα αυτά συνεπικουρούνται από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων γιατί με σαφήνεια αποδείχθηκε ότι δεν γνώριζε ο εν λόγω ΗΗ που είναι το σπίτι του ΒΒ. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τη νύχτα της 2ας Νοεμβρίου 2001 μέχρι τα ξημερώματα διασκέδαζε στο κέντρο ... μέχρι την 3η πρωινή και μετά στο κέντρο ..., μαζί με γυναίκες μέχρι τις 6.00 π.μ. έως 7.00 π.μ. όπου και διασκέδαζε και μάλιστα υποστηρίζει ότι στις 6.30 π.μ. ήταν με γυναίκα. Εκτός από όλα αυτά είχε λάβει και άλλες προφυλάξεις για να μην ανακαλυφθεί η ταυτότητα του, δημιούργησε αταξία στο δωμάτιο, έβγαλε όλα τα ρούχα από τις ντουλάπες και το μπαούλο ψάχνοντας για τιμαλφή αντικείμενα. Πέταξε όλα τα αντικείμενα του δωματίου, "το κλαδευτήρι" βρέθηκε γεμάτο αίματα τυλιγμένο σε σεντόνι. Έκοψε το καλώδιο σύνδεσης του τηλεφώνου και έχυσε λάδι στο δάπεδο. Σκοπός του ήταν να τους κάψει για να εξαφανίσει τα ίχνη του. Όμως για να μην τον αντιληφθούν έγκαιρα οι γείτονες δεν προέβη σ' αυτή την ενέργεια. Γενικά ο κατηγορούμενος εχώρησε σε προσεγμένες ενέργειες, για να μην αποκαλυφθεί ότι αυτός υπήρξε ο δράστης των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων, ώστε καθίσταται σαφές ότι κατά την εκτέλεση των πράξεων του αυτών βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά τη λήψη της απόφασης αλλά είχε και την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο αυτών και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του (για το άδικο). Επιπλέον τον βοήθησε πάρα πολύ το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά το χώρο γι' αυτό και δεν βγήκε από την κυρία είσοδο που βγάζει στον κοινοτικό δρόμο μήπως τον έβλεπε κάποιος, κλείδωσε το υπνοδωμάτιο και έφυγε από "τον μπαξέ" στο πίσω μέρος του σπιτιού που υπάρχει πέρασμα, γεγονός που γνώριζε καλά. Εκεί βρέθηκαν ίχνη από βαμβάκι και τα κλειδιά πεταμένα. Είναι βέβαιος ότι πέτυχε τον ανθρωποκτόνο σκοπό του ο οποίος συνάγεται από την αφορμή που παρακινήθηκε, το μέσο που χρησιμοποίησε, και τον ύπουλο τρόπο με τον οποίο έδρασε, επιφέροντας δυνατά χτυπήματα σε ευαίσθητα σημεία της κεφαλής των θυμάτων του. Έφυγε καταματωμένος και συνήθως φορούσε αθλητικές φόρμες και στο χωριό του φαινόταν λίγο γιατί έλειπε στις φυλακές. Τα υποδήματα που φορούσε ήταν αυτά τα οποία φαίνονταν με τις πατημασιές που άφησε στο δάπεδο και στην καρέκλα που ανέβηκε για να κατέβει στο μπαξέ. Βέβαια βρέθηκαν τρία δακτυλικά αποτυπώματα που όμως παραμένουν ανόμοια από τα θυμάτων και του κατήγορου. Σχετικά με τα δύο τεμάχια πλαστικού δαπέδου και το πλαστικό κάλυμμα καρέκλας που παρελήφθησαν από την κουζίνα παρατηρήθηκαν εκτυπώματα υποδημάτων τα οποία παρεδόθησαν στο Τμήμα Χημείου καθώς και το αριστερό αθλητικό παπούτσι μάρκας "RΕΕΒΟΚ". Βέβαια το Τμήμα Χημείου με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο διαπίστωσε από την οπτική παρατήρηση των πειστηρίων ότι τα ίχνη πελμάτων υποδημάτων προήλθαν από υπόδημα του ιδίου τύπου με το ως άνω αθλητικό υπόδημα, όμως δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός ιχνών χαρακτηριστικών σημείων ικανών να τους προσδώσουν ούτε να συγκριθούν με ασφάλεια με το αποτύπωμα του πέλματος του αθλητικού υποδήματος, για τη διαπίστωση της προέλευσης τους από συγκεκριμένο υπόδημα. Κατ' ακολουθίαν όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν τη σχέση του κατηγορουμένου ως αυτουργού των ανωτέρω εγκλημάτων και ο λόγος που φυγοδίκησε και περιπλανιόταν μέχρι τη σύλληψη του στο χωριό ... ήταν για να αποφύγει τη σύλληψη του. Επίσης μολονότι ο εργοδότης του τον αναζήτησε γιατί τον χρειαζόταν στη δουλειά που τον απασχολούσε ως βοσκό στο σπίτι του και στη συνέχεια στην αδελφή του τηλεφωνικά δεν προβλημάτισε καθόλου την αδελφή του αλλά ούτε και τον αδελφό του για την απουσία του γιατί συνήθιζε να μη δίνει σε κανέναν εξηγήσεις που βρίσκεται. Πάντως ο αδελφός του ΑΑ τον ρώτησε μην έχει κάνει "κανένα κακό", γεγονός βέβαια που το αρνήθηκε, και τούτο γιατί απειλούσε τους πάντες με απειλές άμεσες και έμμεσες αλλά σαφείς. Ο ισχυρισμός του κατά την απολογίαν του ότι είχε πάρει σπόρο από το φυτό "ΤΑΤΟΥΛΑ" που φύεται στον ... δεν αναιρεί τις εγκληματικές του πράξεις ανεξαρτήτως του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύεται. Εξάλλου τις εγκληματικές πράξεις διέπραξε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και με πλήρη διαύγεια. Το ότι υπάρχει ταύτιση του θύματος ΕΕ και του Χ δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση διότι και η ΣΤ και η ΘΘ αλλά και ο μάρτυρας γενετιστής ΚΚ συμφωνούν στις καταθέσεις τους, ως προς ότι ο κατηγορούμενος αποδεικνύει τη σχέση του ως αυτουργού των εγκλημάτων. Πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλη εντύπωση προξένησε το θέμα της μη εμφάνισης εις την κηδεία του γείτονα ΒΒ που τους χώριζε ο δρόμος (δηλαδή τα σπίτια τους) από κανένα μέλος της οικογενείας του, όχι ότι ήταν άκρως απαραίτητον αλλά για λόγους και μόνον συμπαράστασης στον γυιό του για το χαμό του πατέρα του, δεδομένου μάλιστα ότι και ο κατηγορούμενος και ο αδελφός του δούλευαν πολλές φορές στο κτήμα του ΒΒ.
Συνεπώς από όλο το αποδεικτικό υλικό και από εκείνο που δεν γίνεται ειδική μνεία προκύπτει ανενδοίαστα και αναμφίβολα ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αλλά ενεργούσε την εκτέλεση των αξιοποίνων πράξεων κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μην ανακαλυφθεί ότι είναι ο δράστης και το κυριότερον τελούσε σε κατάσταση εγρήγορσης και επαγρύπνησης γι' αυτό και έτρεξε να απομακρυνθεί αφού είχε πραγματοποιήσει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του για να διαφύγει από το μέρος του "μπαξέ" ώστε να μην γίνει αντιληπτός και να αποφύγει τη σύλληψη του, πράγμα που κατάφερε εφόσον περιπλανιόταν όπως προαναφέρθηκε σε στάνες και εκκλησίες εξαφανίζοντας τα ίχνη των πράξεων του και πιστεύοντας ότι δεν θα συλληφθεί διότι του διέφυγε το γεγονός ότι για την ανακάλυψη των δραστών εγκληματικών πράξεων εξετάζεται πλέον το DΝΑ με το οποίο (DΝΑ) και αποδείχθηκε η σχέση του ως αυτουργού των εγκλημάτων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφίαν (6-1) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα".
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων του βιασμού και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και του επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και της κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους, στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94, 336 παρ.1 και 299 παρ.1 του Π.Κ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά, για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Εξάλλου, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αναφέρονται, όλα τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε σχέση με κάθε περιστατικό που δέχεται, αφού, με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση, ότι ο αναιρεσείων, τέλεσε τόσο την πράξη του βιασμού, σε βάρος της ΕΕ, όσο και τις ανθρωποκτονίες, σε βάρος αυτής και του ΒΒ. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία, ο κατηγορούμενος, με τη χρήση σωματικής βίας εξανάγκασε την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία και σε ανοχή ασελγούς πράξεως. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος, αφού εισήλθε κρυφίως στην οικία του ΒΒ, κατά τη διάρκεια της προσωρινή απουσίας του, επιτέθηκε στην παθούσα ΕΕ, την έρριψε στο δάπεδο του υπνοδωματίου, και με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, κατόρθωσε να κάμψει την αντίστασή της. Στη συνέχεια και αφού αφαίρεσε δια της βίας το παντελόνι της και το εσώρουχό της, ήλθε σε εξώγαμη με αυτή συνουσία, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό την γενετήσια επιθυμία του, ενώ παράλληλα ασέλγησε παρά φύση επ' αυτής. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία αυτός και ενώ ευρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασής του, όσο και κατά την εκτέλεσή της, αφαίρεσε με πρόθεση τη ζωή άλλων προσώπων και ειδικότερα όχι μόνο της ως άνω ΕΕ, την οποία έπληξε με ένα μεταλλικό κλαδευτήρι στην κεφαλή, προκαλώντας της κάταγμα δεξιάς κροταφικής χώρας, εξαιτίας δε της βαριάς κακώσεως, αυτή κατέληξε, αλλά και του ΒΒ, τον οποίο αφού περιέσφιξε με τα χέρια του στην περιοχή του λαιμού, τον έρριψε στο δάπεδο του υπνοδωματίου και στη συνέχεια με το ίδιο μεταλλικό όργανο, του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα στο πρόσωπο και στην οπίσθια κροταφική χώρα, προκαλώντας του κάταγμα αυχένα και κάταγμα του υοειδούς οστού του λάρυγγα, συνεπεία των οποίων επήλθε και ο θάνατος αυτού. Είναι δε αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν εκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν οι ιδιωτικές γνωματεύσεις των ΔΔ και ΓΓ, που προσκομίσθηκαν από το συνήγορό του και των οποίων αυτός έκανε χρήση, δεδομένου δε ότι αυτές αποτελούν απλά έγγραφα, δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο να διαλάβει στην απορριπτική του απόφαση ειδική αιτιολογία. Ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ότι το εργαστήριο το οποίο διενήργησε την ανάλυση του D.N.A, πληρούσε τους όρους και τις προδιαγραφές των Διεθνών Οργανισμών και Ενώσεων για τη διενέργεια του D.N.A. Μετά από αυτά, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, σχετικός, δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 339 παρ. 2γ του ΚΠΔ "εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών ... και σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει αυτός ο κώδικας". Τέτοια περίπτωση, που ορίζεται στον ΚΠΔ, είναι και η προβλεπόμενη από το άρθρο 375 παρ. 3 του αυτού Κώδικα, κατά το οποίο σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο (Εφετείο) μπορεί να διατάξει τη διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά. Στο χρόνο της διακοπής της δίκης δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν συνεδριάζει λόγω αργιών, απεργιών, αποχής ή ανωτέρας βίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα που επισυνέβη στο ακροατήριο και συνίσταται στο γεγονός ότι το δικαστήριο που εκδίκασε τις εναντίον του κατηγορίες, διέκοψε τη διαδικασία στο ακροατήριο δυο φορές για διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ημερών ενώ απέρριψε σχετική ένστασή του για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Από τις επικαλούμενες αυτές διακοπές ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι το δικαστήριο δίκαζε σε βάρος του κατηγορουμένου κακουργηματικές πράξεις (βιασμός και ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή). Επομένως, ελέγχεται αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, τελευταίος λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-12-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 61-62-63-66-67-71-75-75α-76-79/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220)ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή και βιασμό, με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έλλειψη νόμιμης βάσης) και εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Βιασμός, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 1786/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παϊππέτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ 6753/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 923/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά το άρ.79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 1 του Ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε οπό τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, όχι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή γιο χρέος της εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, δ) έλλειψη αντίστοιχου διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή και ε) γνώση του εκδότη της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ-6753/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ότι η κατηγορούμενη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι προέκυψε ότι αυτή στην ... την ... εξέδωσε την υπ'αριθ. ... επιταγή ποσού 5900 ευρώ, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, χωρίς να διαθέτει τα αντίστοιχα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, πράγμα που γνώριζε και η οποία επιταγή, αν και εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκε για την αιτία που μνημονεύθηκε". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα του ότι: "Στην ... την ... ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας "... Ο.Ε." εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθ. ... για να πληρωθεί από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ για ευρώ 5.900 σε διαταγή ..... Και αφού παρουσιάστηκε την 30-9-2009 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Ακολούθως δε, το Δικαστήριο της ουσίας επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40) για κάθε ημέρα φυλακίσεως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, και άρθρ 77 Ν. 5960/1933 σε συνδ. με άρθρο 1 ΝΔ 337/69 ως αντίκ. με άρθρ. 1 ΝΔ 1325/72 και άρθρ. 4 παρ.1 Ν. 2408/96, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ1. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση όλα τα στοιχεία της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και συγκεκριμένα: α) η έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής με τη συμπλήρωση στο έντυπό της (επιταγής) των προβλεπομένων από το νόμο στοιχείων, β) υπογραφή του εκδότη στην οικεία θέση της επιταγής, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, δ) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων στον πληρωτή κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής αλλά και κατά το χρόνο που εμφανίστηκε προς πληρωμή και ε) η γνώση της εκδότριας της επιταγής περί ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της. Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν ερεύνησε το γεγονός ότι η εν λόγω επιταγή είχε ήδη πληρωμή είναι αβάσιμη, αφενός διότι το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το θέμα αυτό, χωρίς υποβολή σχετικού ισχυρισμού, αφετέρου η πληρωμή της επιταγής δεν εμπίπτει στο θεσπιζόμενο με την παρ.3 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 λόγον εξαλείψεως του αξιοποίνου, που απαιτεί πλήρη αποζημίωση του κομιστή. Σε κάθε περίπτωση όμως, από την κατάθεση του μάρτυρα Μ1, προέκυπτε η μη πληρωμή της επιταγής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. 3534/17-4-2008) αίτηση της ..., για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ-6753/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Λόγοι αναιρέσεως: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Ν. περί επιταγής. Δεν εμπίπτει στην εφαρμογή του άρθρου 79 του Ν. 5960/33 περί επιταγής, για εξάλειψη της ποινής, όταν ο εκδότης της επιταγής δεν επικαλεστεί και αποδείξει ότι αποζημίωσε πλήρως του κομιστή. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1784/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της 60/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 366/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτός πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 60/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στις 8-4-2001 και περί ώρα 06.25', η ΑΑ, θυγατέρα των Ψ1 και Ψ2 που παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες, οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN τύπου GOLF, στην Ε.Ο. ...-..., με κατεύθυνση την ... . Στο αυτοκίνητο επέβαινε στη θέση του συνοδηγού ο σύζυγός της ΒΒ. Επέστρεφαν από νυκτερινή διασκέδαση και προορισμός τους ήταν το χωριό ..., όπου κατοικούσαν. Το ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος Χ, ανθυπαστυνόμος που υπηρετούσε στο Α.Τ. ..., και κατά τις νυκτερινές ώρες εκτελούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας, οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN τύπου PASSAT, στην ανωτέρω Ε.Ο., προερχόμενος από το μπαρ ... στην ..., στο οποίο, αφού είχε φύγει πριν από τη λήξη της βάρδιας του από το αστυνομικό τμήμα, σταμάτησε και ήπιε ένα ουίσκι. Ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει και άλλα ποτά σε άλλο όμοιο κατάστημα, τούτο δε συνάγεται από την ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης που διαπιστώθηκε στο αίμα του ύστερα από εξέταση, ανερχόμενη σε ποσοστό 0,80 γραμμ/λίτρο αίματος, που δεν δικαιολογείται από την κατανάλωση ενός ποτού και από το ότι οπωσδήποτε η αναλογία αυτή μειώθηκε λόγω της μη άμεσης λήψης αίματος μετά από το ατύχημα και τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, αλλά την 09.15'ώρα, ήτοι τρεις περίπου ώρες μετά το ατύχημα. Ο κατηγορούμενος κινούνταν με το αυτοκίνητο του με κατεύθυνση προς ... . Τα δύο οχήματα κινούμενα αντίρροπα, συγκρούστηκαν στο 6,7 χιλιομετρικό σημείο της άνω Ε.Ο. Στο σημείο τούτο η οδός έχει πλάτος ασφάλτινου οδοστρώματος οκτώ μέτρα. Επίσης, δεξιά του κινούμενου προς ... υπάρχει έρεισμα με επικάλυψη ασφάλτου πλάτους 0,90 μέτρων και δεξιά του κινούμενου προς ... έρεισμα με επικάλυψη ασφάλτου πλάτους 1,10 μέτρων. Επίσης υπάρχει χωμάτινο πλάτωμα από κάθε πλευρά αυτής μετά το ασφάλτινο έρεισμα. Είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας η οποία είναι συνεχόμενη για τον κινούμενο προς ... απαγορευτική της εισόδου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και διακεκομμένη για τον κινούμενο προς ... . Το όριο ταχύτητας των οχημάτων περιορίζεται με πινακίδα Ρ 32 σε 70 χ/ω. Η οδός στο σημείο αυτό δεν είναι ευθεία, αλλά έχει μικρή καμπύλη, αριστερή κατά την πορεία του κινούμενου προς .... . Ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο του με ταχύτητα 120 χιλιομέτρων την ώρα, όχι μόνο υπερβαίνουσα το θεσπισμένο όριο ταχύτητας αλλά και ανεπίτρεπτη λόγω της περιορισμένης ορατότητας αφού ήταν ακόμη νύκτα, κινούνταν με τη χρήση των φώτων του αυτοκινήτου και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, επηρεασμένος από την κούραση της νυκτερινής υπηρεσίας και με μειωμένη αντίληψη του κινδύνου, του ελέγχου του αυτοκινήτου και της δυνατότητας αντίδρασης λόγω του οινοπνεύματος, δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του. Έτσι, συντελούσης και της ταχύτητας του αυτοκινήτου του, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας το προορισμένο για την κίνηση των αυτοκινήτων προς ... . Αντιληφθείς δε την κίνηση του άλλου αυτοκινήτου επιχείρησε να εκτελέσει ελιγμό αποφυγής αριστερά. Το τελευταίο, περί του επιχειρηθέντος συγκεκριμένου ελιγμού, καταθέτει η σύζυγός του, επικαλούμενη ως πηγή της πληροφόρησης της τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Το ότι η σύγκρουση έγινε εντός του αντίθετου σε σχέση με την πορεία του κατηγορούμενου ρεύματος κυκλοφορίας προκύπτει σαφώς από το ασφαλές στοιχείο της έναρξης χαραγής που προκλήθηκε από το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στο ασφάλτινο οδόστρωμα σχεδόν αμέσως μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Η χαραγή αυτή προκλήθηκε γιατί από τη σφοδρή σύγκρουση εξαρτήματα του καταστραφέντος εμπρόσθιου δεξιού μέρους του αυτοκινήτου αυτού ήρθαν σε επαφή με το οδόστρωμα. Λόγω δε της εκτροπής του αυτοκινήτου τούτου μετά τη σύγκρουση προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συνεπεία και του ενεργηθέντος από την οδηγό του αποφευκτικού ελιγμού προς τ'αριστερά, ενόψει και της κινήσεως του κατηγορουμένου, η χαραγή εξακολούθησε κατά την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΑΑ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια στο χωμάτινο πλάτωμα μέχρι την πτώση του σε χαντάκι δίπλα στην οδό. Το ότι τα λοιπά ευρήματα όπως θραύσματα προερχόμενα από τη σύγκρουση, εξαρτήματα των οχημάτων που αποσπάστηκαν λόγω αυτής, νερά και λάδια προερχόμενα από τα συστήματα των οχημάτων, εντοπίζονται στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και γίνεται σχετική σημείωση στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας ... που επιλήφθηκε της διακρίβωσης των συνθηκών του ατυχήματος, δεν αναιρεί την κρίση αυτή, δεδομένης της μικρής αποστάσεως του σημείου συγκρούσεως από τη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και της άμεσης εισόδου του στο ρεύμα κυκλοφορίας που βρέθηκαν τα στοιχεία αυτά μετά την επέλευση της σύγκρουσης, λαμβανομένης υπόψη και της φυγόκεντρης δύναμης προερχόμενης από την κίνηση του αυτοκινήτου με κατεύθυνση πλέον προς το ρεύμα αυτό. Αντίθετα, δεν διαπιστώνεται αμελής κυκλοφοριακή συμπεριφορά της ΑΑ, η οποία να συντέλεσε στην επέλευση του προπεριγραφέντος ατυχήματος. Η ανωτέρω ενόψει της με μεγάλη ταχύτητα εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου στο ρεύμα κυκλοφορίας της, και της κατεύθυνσης αυτού προς τα δεξιά της, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προτιθέμενη να αποφύγει τουλάχιστον τη μετωπική σύγκρουση των οχημάτων. Τούτο συνάγεται και από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σχετικά με την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο της μετά τη σύγκρουση. Εξάλλου, ναι μεν και η ανωτέρω οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού διαπιστώθηκε στο αίμα της σημαντική ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 2,0 γραμ/λίτρο αίματος, αλλά αυτοτελώς η συγκεκριμένη παράβαση της επιταγής του άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν μπορεί να θεμελιώσει υπαιτιότητα αυτής στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού το ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συγκεκριμένη παράβαση, καθόσον η οδική κίνηση της στην οδό ήταν η επιβαλλόμενη και εντός του ρεύματος πορείας της, ο δε αποφευκτικός ελιγμός ήταν σωστός και έγκαιρος, ανεξάρτητα από το ότι δεν απετράπη η σύγκρουση. Τούτο, δηλαδή η μη αποφυγή της σύγκρουσης των οχημάτων, οφείλεται στο ότι λόγω της μικρής αποστάσεως που χώριζε αυτά κατά το χρόνο που έγινε η είσοδος του κατηγορούμενου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και της με την ανωτέρω ταχύτητα αντίρροπης κίνησης τους, σε ασήμαντο χρόνο έγινε η σύγκλιση τους προς το σημείο συγκρούσεως. Οπωσδήποτε η ανωτέρω οδηγός δεν κινούνταν στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αλλά περί το μέσον του ρεύματος πορείας της, όμως το γεγονός τούτο δεν μπορεί να στηρίξει υπαιτιότητα της στην επέλευση του ατυχήματος. Εξαιτίας του αριστερού αποφευκτικού ελιγμού που πραγματοποίησε, η σύγκρουση έγινε στο προσδιοριζόμενο ανωτέρω σημείο που απέχει από τη διαχωριστική γραμμή περίπου 0,80 μέτρα. Επίσης, το αυτοκίνητο της ανωτέρω οδηγού κινούνταν με ταχύτητα περίπου 80 χ/ω, η οποία όμως δεν συντέλεσε στην πρόκληση της σύγκρουσης, αφού κινούνταν εντός του ρεύματος πορείας της με σταθερή πορεία και δεν θα αποφεύγονταν το ατύχημα και αν ακόμη την περιόριζε στο προαναφερόμενο νόμιμο όριο, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν για την κίνηση του κατηγορουμένου. Η ταχύτητα των οχημάτων εκτιμάται με βάση τις σοβαρές υλικές ζημίες που αυτά υπέστησαν από τη σύγκρουση, όπως αυτές εκτίθενται κατωτέρω. Ο μάρτυρας ΓΓ, μηχανολόγος, εκτιμά την ταχύτητα των οχημάτων, με βάση τα στοιχεία αυτά σε 100 χ/ω. Κρίνεται όμως ότι τα δύο οχήματα δεν είχαν την ίδια ταχύτητα, ενόψει των διαφορετικών υλικών ζημιών που καθένα υπέστη, λαμβανομένου βέβαια υπόψη, και του διαφορετικού βάρους καθενός, αλλά και της πορείας που διάγραψε καθένα εξ αυτών μετά τη σύγκρουση. Ειδικότερα, το ... αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έπαθε υλικές βλάβες στη μετώπη, μάσκα, εμπρόσθιο προφυλακτήρα, φώτα, καπό, εμπρόσθια φτερά, παρμπρίζ, ουρανό, μηχανή, εμπρόσθιες πόρτες, ταμπλό, ενώ το ... αυτοκίνητο έπαθε υλικές βλάβες στη μετώπη, μάσκα, εμπρόσθιο προφυλακτήρα, φώτα, καπό, φτερά, παρμπρίζ, ουρανό, μηχανή, εμπρόσθιες πόρτες, πίσω δεξιά πόρτα, εμπρόσθιο δεξιό τροχό και ταμπλό, όμως οι υλικές ζημίες του δεύτερου αυτοκινήτου εκτείνονταν σε μεγαλύτερο τμήμα και ήταν περισσότερο έντονες, όπως προκύπτει ιδία από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που αποτελούν περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης του ΓΓ, και τις φωτογραφίες που υπήρχαν στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αλλά και από τα αναφερόμενα στην από 24.4.2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΔΔ ο οποίος αναφέρει παραμόρφωση του μπροστινού μέρους των δύο αυτοκινήτων από τη σύγκρουση και για μεν το πρώτο και του δεξιά κάτω μέρους, για δε το δεύτερο στο δεξιό μέρος και μέχρι την πόρτα του συνοδηγού και επίσης διαπιστώνει στο πρώτο μετατόπιση του κινητήρα προς την καμπίνα των επιβατών, ενώ στο δεύτερο μετατόπιση, όχι μόνο του κινητήρα, αλλά και όλων των μηχανικών μερών του μπροστινού τμήματος αυτού προς την καμπίνα των επιβατών. Εξάλλου, ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μετά τη σύγκρουση παρέμεινε στο οδόστρωμα, το άλλο αυτοκίνητο διέγραψε την πορεία που προεκτέθηκε και σταμάτησε σε αποστραγγιστικό αύλακα μετά το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και μάλιστα σε σχέση με το σημείο συγκρούσεως προς τα ... και όχι κατά την αρχική του κατεύθυνση. Εάν δε δεν υπήρχε ο αύλακας αυτός που διέκοψε την πορεία του άνω αυτοκινήτου είναι φανερό ότι τούτο θα συνέχιζε την εκτροπή του σε μεγαλύτερη απόσταση. Τούτο δείχνει ότι η δύναμη που άσκησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν μεγαλύτερη εκείνης του άλλου οχήματος οφειλόμενη, όχι μόνο στον όγκο του και το βάρος αυτού, αλλά και στην μεγαλύτερη ορμή του συνεπεία της μεγαλύτερης ταχύτητας του. Τα ανωτέρω περί του σημείου συγκρούσεως δεν αναιρούνται επίσης από την αναφορά του Τμήματος Τροχαίας ... στο βιβλίο συμβάντων, στην οποία εσφαλμένα αναφέρονται αντίθετα οι ανωτέρω κατευθύνσεις των δύο οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, δεδομένου ότι τούτο έγινε αρχικά χωρίς επιμελή εξέταση και μελέτη των στοιχείων του ατυχήματος, όπως συνέβη κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος, τούτο δε προκύπτει και από το ότι στο ίδιο έγγραφο εκτίθεται ως παρατήρηση ότι "οι κατευθύνσεις των οχημάτων θεωρήθηκαν πιθανές και ερευνώνται", παρεκτός του ότι η εσφαλμένη αυτή αναγραφή είναι πιθανό να οφείλεται και σε παραδρομή δεδομένου ότι στη σημαντική αναφορά που συντάχθηκε την 09.00 ώρα της ημέρας αυτής αναφέρεται η κίνηση του κατηγορουμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Κατά την προπεριγραφείσα σύγκρουση των δύο οχημάτων και λόγω της σφοδρότητας αυτής, τραυματίστηκαν η οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ΑΑ και ο σύζυγος της ΒΒ οι οποίοι έπαθαν βαρείες σωματικές κακώσεις η πρώτη κεφαλής, κοιλίας και κάτω άκρων και ο δεύτερος κεφαλής θώρακος και κοιλίας, όπως ειδικότερα αυτές περιγράφονται στις από 4.5.2001 ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή ΕΕ, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος τους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο του με την εκτεθείσα αμελή κυκλοφοριακή συμπεριφορά, από αποκλειστική αμέλεια του επέφερε το θάνατο των δύο ανωτέρω θανόντων, δεδομένου ότι εάν επιδείκνυε την επιμέλεια που όφειλε και ηδύνατο να επιδείξει, ως οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν θα προκαλούσε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και δεν θα επέρχονταν το ανωτέρω αποτέλεσμα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια αυτών που του αποδίδεται". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ'αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου των δύο επιβαινόντων στο άλλο αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε. Επίσης αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η έλλειψη αμέλειας της παθούσης οδηγού και η έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπ' αυτής οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επελθόντος αποτελέσματος. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που περιέχονται στους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές που περιέχονται στους ίδιους λόγους αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδαφ. 1 του ΚΠΔ, κατά την οποία "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή αν παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου στην ανάγνωση, το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιωθεί η αδυναμία εμφανίσεως του μάρτυρα, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες το οποίο απορρέει από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. δ' της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ' του ΚΠΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα στην προδικασία, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί σχετικά. Επίσης δεν δημιουργείται ακυρότητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου από άλλη ποινική δίκη, ακόμη και αν δεν προκύπτει ότι στη δίκη αυτή εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί για την ανάγνωση αυτή.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης αναγνώσθηκαν: 1) η από 18-5-2001 ένορκη κατάθεση στην προδικασία του μάρτυρα ΣΤ και 2) οι από 8-8-2005 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ΖΖ και ΗΗ, οι οποίες δόθηκαν σε άλλη ποινική δίκη, χωρίς ο κατηγορούμενος να εναντιωθεί στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών. Επομένως δεν προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας και έτσι ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο μέρος του. Επίσης ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης στους δικαστές του Δικαστηρίου (άρθρ. 171 παρ. 1 περίπτ. α' του ΚΠΔ), αφού από τα πρακτικά της δίκης που παραδεκτώς επισκοπούνται, δεν προκύπτει κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, το οποίο συγκροτήθηκε από τον Προεδρεύοντα Εφέτη Θωμά Γκατζογιάννη, λόγω κωλύματος των Προέδρων Εφετών και από τους Εφέτες Ιλεάνα Πάσχου και Μαρία Κρεμμύδα, δεδομένου ότι στο Εφετείο Ιωαννίνων δεν γίνονται πληρώσεις συνθέσεων, λόγω του αριθμού των υπηρετούντων δικαστών. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 60/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή του κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο των παθόντων, προκαλώντας το θάνατό τους. Αν ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί σχετικά δεν δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας όταν το δικαστήριο αναγνώσει και λάβει υπόψη του είτε την ένορκη εξέταση μάρτυρα στην προδικασία χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, είτε έγγραφο από άλλη ποινική δίκη, ακόμη και αν δεν προκύπτει ότι επί της δίκης αυτής εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση. Η κακή σύνθεση του δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Μάρτυρες.
| 0
|
Αριθμός 1783/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) X1 και 2) X2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Γεωργίου, περί αναιρέσεως της 417-418-419/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.10.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1768/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 310 του ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης και ορίζει στην πρώτη παράγραφο, ότι "αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική η διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", στην δεύτερη παράγραφο, ότι "βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής η βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν την εμπόδισε σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή την διάνοιά του" και στην τρίτη παράγραφο, "αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", σε συνδυασμό με το άρθρο 308 του ιδίου Κώδικα, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, το ως άνω έγκλημα, είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα και για την θεμελίωσή του απαιτείται α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή, ως επακόλουθο, βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, κατά την έννοια που προκύπτει από την ενδεικτική αναφορά στην παράγραφο 2 του άρθρου 310 των περιπτώσεων που ορίζονται ότι αυτή υπάρχει σ' αυτές και γ) να υπάρχει, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς, που επακολούθησε. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση της μη σκοπούμενης βαρείας σωματικής βλάβης, που είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, για την υποκειμενική θεμελίωσή της, προσαπαιτείται, εκτός από την πρόθεση, για το βασικό έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης και αμέλεια του δράστη, για την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Κώδικα. Εάν δε το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα, επεδίωκε ο δράστης και συνεπώς για την επέλευσή του είχε αυτός άμεσο δόλο, τότε στοιχειοθετείται η σκοπούμενη βαριά σωματική βλάβη, που τιμωρείται, σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, η από την διάταξη του άρθρου 47 του ΠΚ προβλεπόμενη και τιμωρούμενη απλή συνέργεια, ήτοι η με πρόθεση και κατά τρόπον άλλον από εκείνον της άμεσης συνέργειας παροχή οποιασδήποτε συνδρομής πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της κυρίας πράξης, είναι δυνατή και επί του εγκλήματος της βαρείας σκοπουμένης βλάβης. Εξάλλου, η απαιτουμένη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠΔ, πρέπει δε, να δημιουργεί βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο.Για τη βεβαιότητα του αν λήφθηκε υπόψη το παραπάνω αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης από το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται αυτό είτε στο προοίμιο του σκεπτικού είτε στο κείμενο της απόφασης ή του βουλεύματος, όταν από το όλο περιεχόμενό τους, προκύπτει αναμφίβολα ότι οι παραδοχές τους δεν αντιστρατεύονται προς τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις της πραγματο-γνωμοσύνης. Τέλος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 417-418-419/2008 απόφασή του δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό ότι, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, από τα στην αρχή του σκεπτικού, κατά το είδος τους, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί ώραν 00.30' της ... ο μηνυτής Ψ1 οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινούμενο επί της Ε. Οδού ... με κατεύθυνση προς ..., ότε στην περιοχή των διυλιστηρίων της Ελευσίνας, όπου ομορρόπως έβαινε και το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος X2, έλαβε χώρα μεταξύ των οδηγών τούτων επεισόδιο, αναγόμενο στην οδήγηση και την προτεραιότητα επί της οδού. Όταν ο εκεί σηματοδότης έδειξε ερυθμό φως, ο κατηγορούμενος X2 προσπέρασε τον μηνυτή Ψ1 και ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του μπροστά του και διαγωνίως ώστε να παρεμποδίζεται η μετακίνηση του Ψ1. Αμέσως, ο X2 και ο συγκατηγορούμενός του X1, που καθόταν στο πίσω κάθισμα, κατήλθαν του αυτοκινήτου τους και κατευθύνθηκαν με επιθετικές διαθέσεις εναντίον του Ψ1, ο οποιός ευρίσκετο στη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου του. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος X2 άρχισε να κτυπά με γροθιές και κλωτσιές το καπώ, τα φτερά, τις πόρτες του αυτοκινήτου του Ψ1, σπάζοντας την κεραία του και σκίζοντας την πλαστική κουκούλα του αυτοκινήτου του Ψ1, ενώ παράλληλα και ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος X1 έσπασε με κλωτσιές το τζάμι του οδηγού του αυτοκινήτου του Ψ1 και άρχισε με μανία να κτυπά τον Ψ1 με κλωτσιές και γροθιές στο κεφάλι και στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα, από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα που δέχθηκε ο Ψ1 από τον X1 στο κεφάλι και στο πρόσωπο να χάσει αιμόφυρτος τις αισθήσεις του. Από τα συνεχή αυτά κτυπήματα του X1, ο Ψ1 υπέστη κάταγμα του ζυγωματικού τόξου αριστερά, για το οποίο υποβλήθηκε στις ... σε χειρουργική επέμβαση προς ανάταξή του στο Νοσοκομείο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Ο Ψ1 υπέστη ακόμη μικρό κάταγμα ρινικών οστών, για το οποίο υποβλήθηκε σε ανάταξη στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας Θριάσειο. Υπέστη επίσης και εκχυμώσεις άνω και κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, ελαφρό περιορισμό της κινητικότητας του βολβού, ρήξη του επιπεφυκότα 1 mm από το σκληροκερατοειδές όριο με υπόσφαλμα ρινικό και οίδημα Berlin οπισθίου πόλου, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά στο μέτωπο και το βρεγματικό, εγκεφαλική θλάση και οίδημα με παρεκτόπιση της μεσαίας γραμμής. Η σφοδρότητα των κτυπημάτων του X1, τα οποία αυτός συνέχισε και όταν ο Ψ1 είχε εγκλωβισθεί στη θέση του αιμόφυρτος και είχε χάσει τις αισθήσεις τους, μαρτυρούν τον σκοπό του X1 να επιφέρει στον Ψ1 βαρειά σωματική βλάβη, την οποία και επέφερε. Οι ανωτέρω σωματικές βλάβες του Ψ1 προξένησαν σε αυτόν βλάβες της λειτουργικής ακεραιότητάς του και βαρύ τραυματισμό αυτού, δυσχεραίνοντας τη λειτουργία του αριστερού του οφθαλμού, και παρουσιάζοντας στο μέλλον σοβαρά προβλήματα στην όραση του αριστερού οφθαλμού. Πλέον τούτων, ο Ψ1 από τα παραπάνω κτυπήματα του X1 υπέστη και διανοητική πάθηση, η οποία του επιδεινώθηκε, αντιμετωπίζοντας ψυχολογικά προβλήματα, με συνέπεια να παρακολουθείται συστηματικά από ψυχίατρο, λαμβάνοντας ψυχοθεραπευτική αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, η σκοπουμένη σωματική βλάβη του Ψ1 κρίνεται βαρεία, αφού τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρονικό διάστημα να χρησιμοποιεί το σώμα του και την διανόησή του. Περαιτέρω, η παρουσία του X2 και η επίθεση αυτού στο αυτοκίνητο του Ψ1 ήταν ουσιαστικώς στρεφομένη κατά του Ψ1, η εκδήλωση οργής κατά του Ψ1, η διευκόλυνση τούτου προς τον X1 με την έξοδο τούτου εκ του αυτοκινήτου του ως και η άμεση επιδοκιμασία του X1 στα κτυπήματα που αυτός κατέφερε στον Ψ1, ασφαλώς συνιστούν υλική και ψυχική συνέργεια του X2 στο έγκλημα της άνω σκοπούμενης σωματικής βλάβης σε βάρος του Ψ1.
Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι ο κατηγορούμενος X1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της άνω σκοπουμένης βαρείας σωματικής βλάβης σε βάρος του Ψ1, ο δε X2 να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην ως άνω πράξη του X1. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μ.Ο.Ε. κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, τον μεν πρώτο βαρείας σωματικής βλάβης του ανωτέρω παθόντος, τον δε δεύτερο απλής συνέργειας στην αξιόποινη πράξη του πρώτου και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2δ' επέβαλε στον μεν πρώτο ποινή φυλάκισης τριών ετών, στον δε δεύτερο ποινή φυλάκισης ενός έτους, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτώς επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, με την 11, 12/2005 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών αναβλήθηκε η κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων εκδίκαση της κατ' αυτών κατηγορίας για βαρειά σκοπούμενη σωματική βλάβη και απλή συνέργεια σ' αυτήν και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματο-γνωμοσύνης α) από οφθαλμίατρο και β) από νευρολόγο - ψυχίατρο, προκειμένου ο μεν πρώτος (οφθαλμίατρος) να αποφανθεί, αν εξαιτίας των σωματικών βλαβών που υπέστη οΨ1 από τα κτυπήματα στην κεφαλή στο επεισόδιο, που συνέβη στις ...επήλθε δυσχέρανση της λειτουργίας του αριστερού οφθαλμού του, με ποία μορφή και για ποιο χρονικό διάστημα. Επίσης, εάν η κατάσταση αυτή εξακολουθεί μέχρι σήμερα και σε καταφατική περίπτωση ποία η μελλοντική πρόβλεψη. Ο δε δεύτερος (νευρολόγος-ψυχίατρος) να αποφανθεί εάν, εξαιτίας του παραπάνω σε βάρος του παθόντος επεισοδίου, επήλθε διανοητική πάθηση και ποιάς μορφής, η οποία να καθιστά έκτοτε αναγκαία την ψυχιατρική του παρακολούθηση και σε καταφατική περίπτωση, ποία η μελλοντική πρόβλεψη. Διόρισε δε προς τούτο πραγματογνώμονες α) τον οφθαλμίατρο χειρουργό Ρ1 και β) τον ..., νευρολόγο - ψυχίατρο. Από αυτούς, ο μεν πρώτος, με την από ...Έκθεσή του Πραγματογνωμοσύνης, σε ό,τι αφορά την λειτουργία του αριστερού οφθαλμού του Ψ1, αποφάνθηκε ότι: "Ο δεξιός οφθαλμός έχει όραση 10/10 με διόρθωση. Το πρόσθιο τμήμα και οπίσθια τμήματα είναι φυσιολογικά. Ο αριστερός οφθαλμός έχει όραση. 10/10 με διόρθωση. Το πρόσθιο τμήμα, κατά τον επιπεφυκότα, εμφανίζει μικρή παλαιά, ουλή. Ο χοριοαμφιβληστροειδής εμφανίζει κατά την 7ην ώραν ουλές οφειλόμενες σε εφαρμογή argon laser. 1) Ο τύπος του τραυματισμού του βολβού με την ρήξη που περιγράφεται, χρειάζεται τοπική θεραπεία με κολλύρια, και αλοιφές, συνήθως επί ένα μήνα. 2) Το οίδημα του αμφιβληστροειδούς τύπου Berlin προκαλεί μεγάλη πτώση της οράσεως, η οποία αποκαθίσταται σταδιακά περίπου μετά έξι εβδομάδες. 3) Η ρωγμή του αμφιβληστροειδούς που εμφανίστηκε είναι επιπλοκή του τραυματισμού, αντιμετωπίστηκε όμως εγκαίρως με εφαρμογή argon laser. 4) Ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του, θα πρέπει να είχε ενοχλήματα και δυσκολίες στην καθημερινή του ζωή, τουλάχιστον επί έξι εβδομάδες. 5) Ο τραυματισμός του ενάγοντα ουδεμία επίπτωση έχει σήμερα στην οπτική λειτουργία του αριστερού οφθαλμού, συνιστάται όμως περιοδικός έλεγχος", ο δε δεύτερος, με την από ... Έκθεσή του Πραγματογνωμοσύνης, σε ό,τι αφορά την διανοητική λειτουργία του Ψ1, αποφάνθηκε ότι: "Ο Ψ1, όπως με πληροφόρησε, παρακολουθείται από τις 26/4/1999 από τον έγκριτο συνάδελφο κ. Ν1, νευρολόγο - ψυχίατρο, μέχρι σήμερα, με συμπτωματολογία έντονου άγχους, φοβίας και αδυναμίας να εκφράσει τον εαυτόν τον σε επίπεδο χειρισμού των συναισθημάτων του από χαμηλή αυτοεκτίμηση, εξαρτητική τάση από τους γονείς και αμφιθυμική συμπεριφορά. Ο Ψ1, πριν προσέλθει στον κ. Ν1 είχε δεκάχρονη εμπειρία ψυχιατρικής παρακολούθησης, ως αναφέρει, με φαρμακευτική αγωγή στα πλαίσια ανώριμης δομής και δυσλειτουργίας της προσωπικότητάς του, με φοβικούς δείκτες στα όρια κοινωνικής φοβίας και ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. Το γεγονός της κακοποίησης από τον έντονο ξυλοδαρμό, που υπέστη στις ..., του προκάλεσε σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αλλά και ψυχολογικές επιπτώσεις, γιατί ήδη, ως φοβικό άτομο, φοβήθηκε έτι περαιτέρω εκδίκηση από το κάψιμο του αυτοκινήτου του μέχρι και για τη ζωή του, στα πλαίσια πάντα της φοβικής του και ψυχαναγκαστικής νεύρωσής του". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ίδιοι ως άνω πραγματογνώμονες, εξεταζόμενοι ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσαν ο μεν Ρ1 "το πλήγμα ήταν αρκετά ισχυρό. Είχε βλάβη της ωχράς κηλίδας και αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, η οποία θεραπεύθηκε με λέιζερ. Δεν μπορώ να αξιολογήσω αλλοιώσεις του ματιού, ακόμη και σήμερα αποκαθίσταται μόνη της. Υπήρξαν προβλήματα, αλλά τώρα πια δεν έχουν καμμία σημασία", ο δε δεύτερος: "Ό,τι γράφω στην έκθεση, το περιέγραψε και ο κ. Ν1.... Υπήρχε κλειστή κάκωση με λειτουργικά προβλήματα. Η κατάστασή του είναι βελτιωμένη σίγουρα. Θα έχει μετατραυματική εμπειρία". Οι παραπάνω διαπιστώσεις των ανωτέρω πραγματογνωμόνων στις ως άνω εκθέσεις τους, τις οποίες και επαναλαμβάνουν και διευκρινίζουν επακριβέστερα στις ένορκες καταθέσεις τους στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες και αρκούν, κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, για την θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της βαρείας σκοπουμένης σωματικής βλάβης. Και τούτο, καθόσον: α) όσον αφορά την βλάβη που υπέστη ο παθών στον αριστερό του οφθαλμό δεν ήταν απαραίτητο να είναι μόνιμη, το δε χρονικό διάστημα που παρήλθε από τον τραυματισμό του μέχρι την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ο ως άνω τραυματισμός δεν έχει πλέον επίπτωση στην οπτική του λειτουργία, ήτοι σχεδόν επταετία, εμπίπτει στην έννοια του απαιτουμένου στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος να διήρκεσε η μη χρησιμοποίηση αυτού για πολύ χρόνο, β) όσον αφορά την διανοητική βλάβη που υπέστη ο παθών, είναι αδιάφορο αν αυτός είχε διαπιστωθεί πριν από τον τραυματισμό του ότι ήταν φοβικό άτομο, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι αυτός (τραυματισμός) συνετέλεσε στο να επιδεινωθεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Έτσι, επομένως, κρίνοντας το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, αφού, κατά το περιεχόμενο του σκεπτικού, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, τοσούτον μάλλον που αυτές ταυτίζονται με τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των πραγματογνωμόνων που συνέταξαν αυτές, τις οποίες και έλαβε τούτο αναμφίβολα υπόψη του με την στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορά της κατηγορίας "των ενόρκων καταθέσεων" στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του.
Συνακόλουθα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη κατ' εκτίμηση αιτίαση, ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Μ.Ο.Ε. έλαβε υπόψη του τις ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, από τις οποίες προέκυπτε ότι οι σωματικές βλάβες του παθόντος έφεραν τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 310 του ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους των αποδιδομένων σ' αυτούς ως άνω αξιοποίνων πράξεων, χωρίς να δεχθεί ότι η σωματική βλάβη που επήλθε στον παθόντα ήταν μόνιμη. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.10.2008 αίτηση των 1) X1 και 2) X2, κατοίκων..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 417-418-419/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για βαριά σωματική βλάβη και απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, αφού αρκεί να προκύπτει από το κείμενο του σκεπτικού και β) εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ως άνω αξιόποινης πράξης, χωρίς να δεχθεί ότι η σωματική βλάβη που επήλθε στον παθόντα ήταν μόνιμη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά.
| 0
|
Αριθμός 1781/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣT' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 1857/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενη την ...
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ1 κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2001 αίτησή του και στους από 22 Φεβρουαρίου 2002 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 221/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο 1ος λόγος των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠοινΔ αν η αναίρεση έγινε για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.α',β',γ',δ' και θ', ο 'Αρειος Πάγος αποφασίζει μόνο για την αναίρεση και, αν συντρέχει περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση σε ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, άλλο από εκείνο του οποίου η απόφαση προσβλήθηκε με αναίρεση, ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει τη διατήρηση της καθύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου του οποίου αναιρέθηκε η απόφαση. 'Ετσι, σε περίπτωση που κατά την διαδικασία στο κατά παραπομπή δικαστήριο προκύψει ότι έχουν εκλείψει οι λόγοι συνάφειας, δυνάμει των οποίων το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση είχε καταστεί καθ'ύλην αρμόδιο, τότε το δικαστήριο της παραπομπής καθίσταται αναρμόδιο, και αποφαινόμενο περί της αρμοδιότητας του παραπέμπει την υπόθεση στο καθ'ύλην αρμόδιο δικαστήριο.Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1857/2001 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση με την 1048/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου της 2597/1999 προηγούμενης απόφασής του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση 8 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρ. 214 παρ.1, 2 ΠΚ). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο αναιρεσείων την από 30-10-2001 αίτηση αναίρεσης και τους από 29-2-2002 προσθέτους λόγους. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης κρίθηκε ότι έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα με την 2379/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κάνοντας δεκτή την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του αναιρεσείοντα, μετά την έκδοση της 39295/2002 τελεσίδικης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ακύρωσε την 757/2002 προηγούμενη απόφασή του (Αρείου Πάγου) η οποία είχε απορρίψει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.
Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, οι λόγοι του οποίου παραδεκτά εξετάζονται δεδομένου ότι η εμπροθέσμως κριθείσα αίτηση περιέχει σαφείς λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων απέδιδε στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της καθ'ύλην αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στο οποίο παρέπεμψε ο 'Αρειος Πάγος με την ως άνω 1048/2001 απόφαση και το οποίο ήταν αρμόδιο να εκδικάσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, λόγω συνάφειας της με την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 25.000.000 δρχ., κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης του ενώπιον αυτού της πλημμεληματικής αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας, είχε παύσει να είναι αρμόδιο δεδομένου ότι ο συγκατηγορούμενος του για την κακουργηματική πλαστογραφία είχε ασκήσει ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου έφεση κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε ετών. 'Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας ή όχι αναιρετικού λόγου, πράγματι, κατά της 2597/2645/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Π1 είχε ασκήσει έφεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς εφόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη εξέλιπε ο λόγος της συνάφειας της ένδικης αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας, η οποία έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και η εκδίκαση της υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (άρθρο 5 παρ.2 ΚΠΔ), είναι βάσιμος ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης και όφειλε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση να κηρυχθεί αναρμόδιο. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ζ' ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης και ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.Δεδομένου δε ότι ο χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης και αποδίδεται στον αναιρεσείοντα είναι η 2-11-1994, και συνεπώς παρήλθε έκτοτε ο για την παραγραφή αυτής χρόνος της οκταετίας, πρέπει κατ'εφαρμογή των άρθρων 224 παρ.3 2 και 1, 111 παρ.1 και 3, 112 και 113 παρ.3 ΠΚ και 511 ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1857/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος Χ1, ποινική δίωξη για το ότι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα. Συγκεκριμένα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατά τη δικάσιμο της 2-11-94, κατά την οποία συζητήθηκε η από 2-10-94 αίτηση του πατέρα του Π1 για αναστολή εκτέλεσης της υπ'αριθμ. 2185/94 Διαταγή πληρωμής, κατέθεσε ψευδώς ότι: "Στις 20-8-93 υπεγράφη το έγγραφο που σας προσκόμισα. Είδα εκείνη την ημέρα ένα σακ-βουαγιάζ με πολλά χρήματα. Θα πηγαίναμε με τον πατέρα μου στο συμβ/φο να υπογράψει αυτό το χαρτί... Γνωρίζω ότι έχει φύγει ο Φ1 από τις ΗΠΑ για λόγους φορολογίας... Τα κατέβαλε τα χρήματα ο πατέρας μου στον Φ1... Εισπράχθησαν τα χρήματα, όχι όμως μέσω Τραπέζης", ενώ η αλήθεια, την οποία αυτός γνώριζε, ήταν ότι ουδέποτε ο Φ1 υπέγραψε την από 20-8-93 εξοφλητική απόδειξη, ούτε και έλαβε από τον πατέρα του το ποσό των 22.900.000 δρχ., που αναφέρεται στην ως άνω απόδειξη, .... ο δε Φ1 αναχώρησε από τις ΗΠΑ για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και όχι γιατί εδιώκετο για φορολογικές παραβάσεις.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για αναρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων που δίκασε παρά το γεγονός ότι μετά από απόφαση του Αρείου Πάγου που ανήρεσε προηγούμενη απόφαση του ως άνω Εφετείου, προέκυψε ότι ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντα, ο οποίος καταδικάσθηκε από αυτό για ψευδορκία μάρτυρα λόγω συνάφειας με κακουργηματική απάτη που τελέσθηκε από τον συγκατηγορούμενό του, είχε ασκήσει έφεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και συνεπώς έπαυσε να υπάρχει συνάφεια μεταξύ των δύο υποθέσεων που να δικαιολογεί τη συνεκδίκασή τους. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της ως άνω πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινης πράξης.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναρμοδιότητα.
| 1
|
Αριθμός 1780/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ2, 2. Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 κάτοικο ... που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Ιουλίου 2008 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1655/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος και τον αυτοπροσώπως παραστάντα δεύτερο αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 1-7-2008 αιτήσεις α) του Χ1 και β) του Χ2, κατά της 658/2008 απόφασης τους Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν.
I.Απόλυτη ακυρότητα, η οποία καθιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., επιφέρει κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας διατάξεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 παρ. 2, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς τον χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Έτσι και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 172 του Κ.Π.Δ. δεν δημιουργείται ακυρότητα ως προς την δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής εάν ο προς τούτο δικαιούμενος τη δήλωσή του δεν συνοδεύει με αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου, το οποίο σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 Κ.Π.Δ. μπορεί να καταβληθεί είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κυρία διαδικασία. Εξ άλλου το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωσε δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ'εφεση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, υποχρέωσε τους κατηγορουμένους Χ1, Χ3 και Χ2 να πληρώσουν στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 χωρίς προσωπική τους κράτηση 40 ευρώ έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η παραπάνω πράξη της παράβασης των άρθρων 47, 98, 404 ΠΚ που τελέστηκε σε βάρος της πολιτικής ενάγουσας Συνεπώς η Ψ1 είναι αμέσως παθούσα από τις αξιόποινες πράξεις τοκογλυφίας και άμεσης συνέργειας σε τοκογλυφία, για τις οποίες καταδικάσθηκαν, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων Χ1 και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, για την πρώτη, και ο επίσης συγκατηγορούμενός Χ2, για τη δεύτερη, και νομιμοποιείται, επομένως, να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό Δικαστήριο και να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις πράξεις αυτές, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων τούτων και της ηθικής βλάβης που υπέστη η ίδια. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη 688/2007 απόφαση του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό την υπόθεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, υποχρεώθηκαν οι καταδικασθέντες με αυτήν κατηγορούμενοι (Χ1, Χ3 και Χ2) να πληρώσουν στην πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 ο καθένας το ποσό των 40 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, ορθώς, υποχρεώθηκαν αυτοί και με την απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου παρέστη επίσης νομίμως η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα, να πληρώσουν στην τελευταία το ίδιο χρηματικό ποσό ο καθένας εξ αυτών. Τέλος όπως προκύπτει, από την επί της από 19-7-2004 μηνύσεως της Ψ1 κατά των τότε μηνυομένων ως άνω κατηγορουμένων, για τοκογλυφία κ.λπ., που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και επισυνάφθηκε στη δικογραφία, υπάρχουσα "έγγραφη σημείωση" του αρμόδιου Γραμματέα της Εισαγγελίας Πλημ/κών Αθηνών, είχε επισυνάψει η ως άνω μηνύτρια στη συγκεκριμένη μήνυσή της το υπ'αριθμ. 538/2005 παράβολο υπέρ του Δημοσίου για την δηλωθείσα απ'αυτή με την ως άνω μήνυσή της παραστάσης πολιτικής αγωγής.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, 1ος, 2ος, ταυτόσημοι λόγοι αναίρεσης και των δύο δικογράφων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέος ως αβάσιμος δε είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 559 αρ.9 του ΚΠολΔ 3ος λόγος αναίρεσης και των δύο δικογράφων με την ειδικότερη αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση μεγαλύτερο του αιτηθέντος από την πολιτικώς ενάγουσα χρηματικό ποσό.
ΙΙ. Κατά το άρθρ. 463 ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει όχι μόνο για την άσκηση του ενδίκου μέσου, αλλά και για την προβολή καθενός λόγου του ενδίκου μέσου. Ειδικότερα για το συμφέρον αυτό απαιτούνται τα εξής: α) ο δικαιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση β) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, γ) το συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, να αναφέρεται δηλαδή στο δικαίωμα και όχι σε άλλο διάδικο. Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο ή για τον προβαλλόμενο λόγο του ενδίκου μέσου, καθιστά αυτά απαράδεκτα κατ' άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ., 250 και 321 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως. Τέλος, κατά το άρθρο 470 εδ. α του ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που του δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ. του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης με το 117/2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, ασκήθηκε σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντα ποινική δίωξη για απλή τοκογλυφία συνιστάμενη στο ότι α) στις αρχές Ιανουαρίου 2001 δάνεισε στην εγκαλούσα το ποσό των 4.500.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα 8 μηνών και συμφώνησαν για τόκο το ποσό των 2.500.000 δραχμών που αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, το οποίο υπερβαίνει το ανώτατο κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, και β) ότι στην Αθήνα στις αρχές Ιουνίου του 2001 κατέβαλε στην εγκαλούσα Ψ1 λόγω δανείου το ποσό των 12.000.000 δρχ. για χρονικό διάστημα 12 μηνών και συνομολόγησε για τον εαυτό του τόκο του διαστήματος αυτού το ποσό των 2.800.000 δρχ. το οποίο, αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 4,6%, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου που ήταν 15,25% ετησίως, κατά δε του δευτέρου αναιρεσείοντα για το ότι κατά τις αρχές Ιανουαρίου και Ιουνίου 2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος παρείχε με πρόθεση σε άλλον οποιανδήποτε συνδρομή κατά τη τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε και συγκεκριμένα καίτοι εγνώριζε ότι τα δάνεια που συνήφθησαν μεταξύ της εγκαλούσας Ψ1 και του συγκατηγορουμένου του Χ1 ήταν τοκογλυφικά, εντούτοις μεσολάβησε για τη σύναψη αυτών και συμμετείχε στη διαδικασία διεκπεραίωσής τους παρέχοντας με τον τρόπο αυτό απλή συνδρομή προς τον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη τέλεση από αυτόν της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας. Περαιτέρω όπως προκυπτει από την 668/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ο πρώτος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αναφερόμενης στο ως άνω κλητήριο θέσπισμα με στοιχεία α) απλής τοκογλυφίας και αθώος της δεύτερης που τελέσθηκαν σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας και ο δεύτερος τούτων κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ένοχος άμεσης συνέργειας στην αναφερόμενη στο ως άνω κλητήριο θέσπισμα με στοιχείο α' αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του και ήδη πρώτος αναιρεσείων Χ1, αθώος δε της υπό στοιχεία β' πράξεως που τέλεσε ο τελευταίος. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την ίδια ακριβώς, όπως και πρωτόδικα αξιόποινη πράξη. Τέλος, όπως προκύπτει από το διατακτικό τόσο της πρωτόδικης, όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης κηρύχθηκε ένοχος απλής τοκογλυφίας και ο συγκατηγορούμενος των αναιρεσειόντων Χ3 που τέλεσε σε βάρος της εγκαλούσας Ψ1 κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2000, καταβάλλοντας σ'αυτήν λόγω δανείου το ποσό των 4.500.000 δρχ. για χρονικό διάστημα 6 μηνών, συνομολογώντας για τον εαυτόν και λαμβάνοντας για τόκο του τον εν λόγω διαστήματος το ποσό των 3.200.000 δρχ.. Στη σελίδα 2 του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνεται η παραδοχή ότι ο ως άνω συγκατηγορούμενος των αναιρεσειόντων κατέβαλε το ως άνω ποσό των 4.500.000 δρχ. μέσω του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, αντί του διαλαμβανομένου στο σκεπτικό της πρωτόδικης 668/2007 απόφασης ότι η καταβολή αυτή του ποσού των 4.500.000 δρχ. έγινε μέσω τρίτου προσώπου, το οποίο απέστειλε μάλιστα στο Δικαστήριο με τρίτο πρόσωπο, το οποίο το παρέδωσε στην εγκαλούσα, χωρίς να γίνεται αναφορά του ονόματος του 1ου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου. Εν όψει των ανωτέρω, ανεξάρτητα του ότι η παραπάνω διευκρίνιση της προσβαλλόμενης, δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας για τον καταδικασθέντα Χ3 οι από το άρθρο 510 παρ.1 Α' και Η' του ΚΠΔ, τέταρτος και πέμπτος ταυτόσημοι λόγοι αναιρέσεως και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι όσον αφορά την τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό τους Χ3 ως άνω αξιόποινη πράξη της απλής τοκογλυφίας φέρεται να έχει καταβάλει στην εγκαλούσα ο 1ος αναιρεσείων Χ1 το ως άνω ποσό των 4.500.000 δρχ, και β0 της υπέρβασης εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι το πρώτο με την προσβαλλόμενη απόφασή του η δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ότι ο ως άνω αναιρεσείων ήταν εκείνος ο οποίος κατέβαλε το ως άνω ποσό των 4.500.000 δρχ. στην ως άνω εγκαλούσα, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος για έλλειψη προς τούτο εννόμου συμφέροντος, αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι καταδικάσθηκαν και για άλλη αξιόποινη πράξη, πλην της τοκογλυφίας που φέρεται ότι τελέσθηκε στις αρχές Ιανουαρίου 2001, η οποία του αποδίδεται με το ως άνω 117/2005 κλητήριο θέσπισμα και για την οποία και μόνο κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν τόσο πρωτόδικα, όσο και τελεσίδικα, ο μεν πρώτος τούτων ως αυτουργός, ο δε δεύτερος ως άμεσος συνεργός.
ΙΙΙ. Κατά την έννοιαν του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στη πράξη. Αντιθέτως δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών με την οποίαν κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποίαν απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Στη τελευταία μόνον περίπτωση εφ' όσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα ν' απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠΔ κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια την δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο, που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεώτερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως. Επομένως ο 6ος λόγος αναιρέσεως και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, το οποίο δημιουργήθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. ΕΓ 64-05/126/16Δ/06 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, η οποία είχε καταστεί ήδη αμετάκλητη και με την οποία τέθηκε στο αρχείο η ίδια ακριβώς μήνυση της εγκαλούσας Ψ1 κατ'αυτού για την ίδια ακριβώς πράξη, κατά τον ίδιο ακριβώς χρόνο και τόπο και ως προς το ίδιο χρηματικό ποσό, χωρίς κανένα απολύτως νεώτερο αποδεικτικό στοιχείο ή διαφορετικό πραγματικό περιστατικό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.1 ΚΠΔ "η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνον όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 218 παρ.1 ΚΠΔ κάθε μάρτυρας οφείλει, πριν εξετασθεί στο ακροατήριο, να ορκισθεί δημόσια.... Αν δεν τηρηθεί η διάταξη αυτή, η διαδικασία είναι άκυρη", ενώ κατά δε τη διάταξη του άρθρου 173 παρ.1 εδ.β' "αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κυρίας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό". Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 174 παρ.1 "ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από τη μη όρκιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δημιουργείται σχετική ακυρότητα που μπορεί να προταθεί μέχρι να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό, άλλως καλύπτεται και η όψιμη πρόταση της είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς ο 7ος λόγος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως για ακυρότητα της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών διαδικασίας λόγω εξετάσεως της μάρτυρας ... χωρίς να ορκισθεί προηγουμένως, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι την ακυρότητα αυτή πρότεινε κάποιος από τους διαδίκους ή ο Εισαγγελέας της έδρας, ενώπιον του Εφετείου πριν εκείνο εκδόσει την οριστική απόφασή του, αλλ'ούτε και από τα ταυτάριθμα προς την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι έγινε πρόταση της ως άνω ακυρότητας. Τούτο δε ανεξάρτητα του ότι το αναφερόμενο στα πρακτικά ότι η ανωτέρω μάρτυς φέρεται ότι εξετάστηκε ανωμοτί, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και συγκεκριμένα στην σύγχυση μεταξύ του επωνύμου της ίδιας και της πολιτικής ενάγουσας Ψ1.
V. Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του, κατά την ανανέωση ή προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και τιμωρείται με μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Κατά την παρ. 3 του ίδιου αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ" επάγγελμα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η συνομολόγηση ή η λήψη των δυσαναλόγων προς την παροχή του δράστη περιουσιακών ωφελημάτων είναι και οι δύο τρόποι τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παρ. 1 και ότι αν συντρέξουν και οι δύο αυτοί τρόποι τέλεσης του εγκλήματος (ο δράστης συνομολογήσει και κατόπιν λάβει τα περιουσιακά ωφελήματα) ένα έγκλημα πραγματώνεται. Περαιτέρω από τη διάταξη του όρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως και παροχή της συνδρομής αυτής κατά την εκτέλεση της πράξεως, συνδεόμενης προς αυτή κατά τρόπο ώστε, χωρίς τη βοήθεια του άμεσου συνεργού, δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος, με τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Εξ άλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή -όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η αξιούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όχι όμως και για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για την αποδοχή ή απόρριψη των οποίων δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να διαλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 658/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές Ιανουαρίου 2001 ο κατηγορούμενος και ήδη 1ος αναιρεσείων Χ1 κατά την παροχή δανείου εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του δανειολήπτη συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερέβαιναν το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2001, κατέβαλε λόγω δανείου, με τη μεσολάβηση του 3ου των κατηγ/νων και δικηγόρου του Χ2, στην εγκαλούσα Ψ1 το ποσό των 4.500.000 δραχμών προκειμένου με αυτό η τελευταία να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούσε η ασθένεια του υιού της, πάσχοντος από βαρειά αναπηρία νοητικής στέρησης, το δάνειο συνομολογήθηκε για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, ήτοι ήταν υπέρτερο του ανώτατου, τότε, κατά νόμον, θεμιτού ποσοστού τόκου, που ήταν από 6-9-2000 έως 18-9-2001, 15,25% ετησίως, σύμφωνα με την οικεία (39/2000) πράξη της Τραπέζης της Ελλάδος. Για την επίτευξη της συνομολογήσεως του εν λόγω μη νομίμου περιουσιακού ωφελήματος, ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την ανωτέρω αδύνατη οικονομική ανάγκη της εγκαλούσας. Προς εξασφάλιση δε της απαιτήσεώς του αυτής ζήτησε και επέτυχε με τη μεσολάβηση, επίσης, του 3ου κατηγορουμένου, την από μέρους της εγκαλούσας αποδοχής 14 συν/κών των 500.000 δραχμών, εκάστη, ως και την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης με την από'18-1-2001 αίτησή του κατά της εγκαλούσας, η οποία και διατάχθηκε επί του σ' αυτή (αίτηση) αναφερομένου ακινήτου της τελευταίας με την υπ'αριθ. 1669/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση ποσού 6.000.000 δραχμών, πλέον 1.000.000 δρχ. για τόκους και έξοδα, ήτοι ποσό υπέρτερο εκείνου των 4.500.000 δραχμών που έλαβε ως δάνειο η εγκαλούσα, 2) Ο 2ος κατ/νος Χ3, κατά την παροχή δανείου, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του δανειολήπτη, συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα υπερβαίνοντα το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου, και συγκεκριμένα στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2000 κατέβαλε, μέσω του 1ου κατηγορουμένου Χ1, στην εγκαλούσα Ψ1 λόγω δανείου, το ποσό των 4.500.000 δραχμών, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, συνομολογώντας για τον εαυτό του και λαμβάνοντας για τόκο του εν λόγω διαστήματος, το ποσό των 3.200.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 12% ήτοι ήταν υπέρτερο του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού τόκου, το οποίο κατά τον στο κατηγορητήριο και το διατακτικό χρόνο ήταν 15,25% ετησίως. Τούτο δε έπραξε εκμεταλλευόμενος την επιτακτική ανάγκη της ανωτέρω δανειολήπτριας να προσέλθει σε συνομολόγηση του ένδικου δανείου προκειμένου με το προϊόν του τελευταίου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ασθενείας του τέκνου της, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του ο εν λόγω κατ/νος, ζήτησε, με την από 11-12-2000 αίτησή του, την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, η οποία και διατάχθηκε με την υπ'αρ. 313182/11-12-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί ενός οροφοδιαμερίσματος της εγκαλούσας εμβαδού 108,84 μ2, ευρισκομένου στον πρώτο όροφο της στα ...και επί της οδού...οικοδομής, όχι όμως για το ποσό του δανείου του πράγματι έλαβε η εγκαλούσα, ήτοι εκείνο των 4.500.000 δραχμών, αλλά με βάση το εν μέρει αναληθές περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεως, προς εξασφάλιση ποσού δανείου 7.200.000 δραχμών, ως και των ποσών 525.000 δραχμών και 75.000 δραχμών, για τόκους και έξοδα, αντίστοιχα. 3) Ο 3ος κατ/νος Χ2, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε αυτός, και συγκεκριμένα στις αρχές Ιανουαρίου 2001, χρόνον κατά τον οποίον ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 κατέβαλε στην εγκαλούσα Ψ1 λόγω δανείου, το προαναφερόμενο ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, συνομολογώντας για τον εαυτό του και λαμβάνοντας για τόκο, του εν λόγω διαστήματος, το ποσό των 2.500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, ήτοι υπέρτερο του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού τόκου ανερχομένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε 15,25% ετησίως, αυτός (3ος κατ/νος), μεσολάβησε στη σύναψη του δανείου αυτού αν και τελούσε σε πλήρη γνώση ότι τούτο ήταν τοκογλυφικό, ενόψει του συνομολογηθέντος υπερβολικά μεγάλου ποσοστού τόκου, γεγονός που δεν ήταν δυνατόν να μην υποπέσει στην αντίληψή του, ενόψει και της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, με την οποία, επίσης, συμμετέσχε στη διαδικασία της χορηγήσεως του ένδικου δανείου και παραδόσεως των χρημάτων στην εγκαλούσα . Η εμπλοκή του στη σύναψη και τη χορήγηση του δανείου, αποδεικνύεται, από το υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, αφού τα κρίσιμα προς τούτο περιστατικά έλαβαν χώρα στο επί της οδού .... γραφείο του, όπου και παρέδωσε ο ίδιος στην εγκαλούσα το δανεισθέν από αυτή ποσόν χρημάτων. Με την αυτή ιδιότητά του, ως δικηγόρου, έλαβε, περαιτέρω μέρος και στη διαδικασία υποβολής της από 18-1-2001 αιτήσεως του 1ου κατ/νου κατά της εγκαλούσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προμνημονεύμενη υπ'αριθμ. 1669/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του προαναφερομένου οροφοδιαμερίσματος της εγκαλούσας ήτοι εκείνο του Α' όρόφου της στα ... και επί της οδού...οικοδομής, παρέχοντας, με τον τρόπο αυτό άμεση συνδρομή, στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του (1ο κατ/νο) κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης την οποία ο τελευταίος διέπραξε. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων, του Δικαστηρίου δεχομένου ότι η τέλεση των έλαβε χώρα υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, κατά τα στο διατακτικό. Με την κρίση του αυτή το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β 404 παρ.2 1 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της ως άνω καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες κρίσης του έλαβε υπόψη του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και την κατάθεση της φερομένης ως ανωμοτί εξετασθείσας ως άνω μάρτυρας ..., με την αναφορά ότι έλαβε υπόψη του μεταξύ των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, και δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας της να αναφέρει χωριστά, την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρα, αφού κατά τ'ανωτέρω από προφανή παραδρομή φέρεται αυτή ως εξετασθείσα χωρίς να ορκισθεί. Ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Χ2 και του συγκατηγορουμένου του Χ1 ότι ο Χ1 "συμφώνησε με τη μηνύτρια να της χορηγήσει δάνειο 6.000.000 δρχ., αλλ'επειδή επειγόταν τον παρακάλεσε να της καταβάλει ένα μέρος του δανείου λίγες ημέρες πριν να ολοκληρωθούν οι εργασίες εγγραφής της σχετικής προσημείωσης υποθήκης πάνω σε διαμέρισμά της στα ... και ότι την 10-1-2001 της κατέβαλε προκαταβολικά 1.500.000 δρχ., λαμβάνοντας μία συναλλαγματική της, τα δε υπόλοιπα 4.500.000 δρχ. της κατέβαλε στα Δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων την 18-1-2001, όταν συνήνεσε στην προσημείωση του ακινήτου της", είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και συνεπώς δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας η απόρριψή του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ ταυτόσημος 8ος λόγος και των δύο αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και β) ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ίδιου Κώδικα 9ος λόγος της αναίρεσης του Χ2 με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 1-7-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, Δικηγόρου, κατοίκων ..., για αναίρεση της 658/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει για τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, δεδομένου ότι η δηλώσασα παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι η αμέσως παθούσα από την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω μεταβολής κατηγορίας και ως απαράδεκτος για υπέρβαση εξουσίας, δεδομένου ότι στερείται ο αναιρεσείων εννόμου συμφέροντος. Δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την οποία αρχειοθετείται κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά. Απορρίπτεται ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως. Η μη όρκιση πραγματογνώμονα στο ακροατήριο συνιστά σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πραγματογνωμοσύνη, Πολιτική αγωγή, Ακυρότητα σχετική, Τοκογλυφία.
| 1
|
Αριθμός 1777/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ρέκκα, για αναίρεση της 39628/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1839/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του αν. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του αν. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ1 αυτόν εργαζόμενους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που τελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερομένων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, σου βάσει των τακτικών και αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται νια προσωπική (ατομική) η εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση του κατηγορουμένου στην τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού ως εργοδότη. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 39.628/20067 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκαν πλήρως τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται αναφέρονται αναλυτικά και λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στις ... 16 Σεπτεμβρίου 2004 τυγχάνοντες εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Χ, ΑΜ ... ΑΓΜ ... είδος επιχείρησης Μεταλλικές κατασκευές και έχοχντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 4/02 έως 2/04 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 346.725,79 μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ΠΟΣΟΥ 231.150,53 δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού δρχ. 115.575,26 με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται (45) μισθωτοί με ύψος αποδοχών 782.972,45 συνολικά". Μετά από αυτά, επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ. Δεν αναφέρονται όμως στην αιτιολογία πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, η ιδιότητα και η θέση του αναίρεσείοντος στην επιχείρηση αυτή, στην οποία απασχολήθηκε το προσωπικό, υπέρ του οποίου δεν καταβλήθηκαν εισφορές, αλλά αναφέρεται μόνο ότι αυτός ήταν εργοδότης. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται αν η επιχείρηση αυτή, ήταν ατομική ή όχι, και σε καταφατική περίπτωση ποία ήταν η νομική μορφή της, καθώς και η θέση του αναιρεσείοντος σε αυτήν, ώστε να κρινόταν αν βαρυνόταν ή όχι ως εργοδότης με την καταβολή των άνω εισφορών. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας, εκ της οποίας δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην άνω επιχείρηση, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωση του, για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητά του ως εργοδότη, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχανδικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 39628/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής από τον εργοδότη εργατικών και εργοδοτικών εισφορών των ασχοληθέντων με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Δεν καθορίζεται η σχέση η οποία υπάρχει ανάμεσα στον κατηγορούμενο, που φέρεται στην απόφαση ως εργοδότης και στην επιχείρηση, στην οποία απασχολήθηκαν οι εργασθέντες. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1785/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 168/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 159/30.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 7/27-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (...) και ήδη κρατούμενου προσωρινά στη Δικαστική Φυλακή ..., η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο και στρέφεται κατά του με αριθμό 168/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με τ με αριθμό 1631/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης του βιασμού (παρ. άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 168/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (διορθωθέν με το με αριθμό 736/2009 όμοιο), το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του, ο αναιρεσείων, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 17-3-2009 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 27-3-2009, δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας, ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 7/2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος για τους οποίους ζητείται η αναίρεση του βουλεύματος αυτού.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει να προκύπτει όμως ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερογια το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη επεξήγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένης εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ( Βλ. ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ 697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ'-795).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 336 § 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι άλλον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ'ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε σθεναρά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη θέλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανώς από δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε την βούληση του θύματος να αντισταθεί. Επιπλέον απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος περιλαμβάνει ακόμη τη γνώση ότι ο παθών δεν συναινεί στην τέλεση αυτής ( ΑΠ 1608/07, ΑΠ 57/07, ΑΠ 1/07).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ'είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ διέμενε στη ..., ... και διατηρούσε φιλικούς δεσμούς, με την οικογένεια του ΑΑ, ο οποίος κατοικεί με τη γυναίκα του ΒΒ και τα παιδιά τους ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ στα ... . Επίσης ο εκκαλών διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ΣΤ, θείο της παθούσας ανήλικης ΓΓ και με την ΖΖ, γιαγιά της παθούσας, οι οποίοι διαμένουν και αυτοί στη ... .
Ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 5/4/2007 και περί ώρα 13.00 μμ επισκέφθηκε την ΖΖ στην οικία της και της είπε ότι ήθελε, εν όψει των εορτών του Πάσχα, να αγοράσει ως δώρο στην εγγονή της και παθούσα ανήλικη ΓΓ, που είχε γεννηθεί την 14/12/1993, ένα ζευγάρι παπούτσια. Κατόπιν αυτού και εν όψει της εμπιστοσύνης που του είχε η ΖΖ επέτρεψε αυτή στον εκκαλούντα να μεταβεί αυτός με την ανήλικη παθούσα σε σχετικό εμπορικό κατάστημα. Έτσι ο εκκαλών αφού επιβίβασε στο με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του την ανήλικη παθούσα ΓΓ, την οδήγησε στο κατάστημα "..." ..., το οποίο βρίσκεται σε παράλληλη οδό της Εθνικής Οδού ...- ... .Ακολούθως ο εκκαλών, αφού στάθμευσε εκεί το αυτοκίνητο του, αγόρασε από το εν λόγω κατάστημα μια φιάλη, περιέχουσα, οινοπνευματώδες ποτό, την οποία έδωσε στην παθούσα, προς πόση του περιεχομένου της, λέγοντος της ότι θα ξεδιψούσε με αυτό. Εν συνεχεία ο εκκαλών οδήγησε το αυτοκίνητο του κοντά στο κατάστημα, σε μια αλάνα, όπου δεν είχε κόσμο, προκειμένου να πιει η παθούσα το ποτό που περιείχε η φιάλη, λέγοντας της ότι εκεί θα το έπινε αυτό με την ησυχία της. Πράγματι εκεί, σ' αυτόν τον ερημικό χώρο, η παθούσα άρχισε και έπινε το ποτό, ενώ ο εκκαλών της έλεγε για διάφορα πράγματα που της αγόρασε.
Κάποια στιγμή η παθούσα από το ποτό άρχισε να ζαλίζεται. Τότε αυτός, ενώ αυτή βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και ενώ άρχιζε αυτή να εμφανίζει συμπτώματα ζάλης, της είπε πλησιάζοντας την : "όταν σε βλέπω καβλώνω". Ξεκουμπώνοντας δε το παντελόνι του, έβγαλε το γεννητικό του όργανο και της είπε "θέλω να μου το γλύψεις". Η παθούσα εν όψει και του απόμερου σημείου που βρισκόντουσαν φοβήθηκε, βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και κάθισε στη συνέχεια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μαζεμένη από το φόβο της. Τότε ο εκκαλών την ακολούθησε και μπήκε και αυτός στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όπου προκειμένου να τελέσει σε βάρος της την πράξη του βιασμού, της επιτέθηκε, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και βιαίως χωρίς τη θέληση της" της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο της, ενώ αυτή προσπαθούσε να τον σπρώξει μακριά της χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια της. Εν όψει όμως, αφ' ενός μεν της κατανάλωσης από την ανήλικη παθούσα, του ως άνω οινοπνευματώδους ποτού που της έδωσε ο εκκαλών με σκοπό να κάμψει την αντίσταση της, αφ' ετέρου δε των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων, κάμφθηκε εν τέλει η αντίσταση, της παθούσης. Έτσι ο εκκαλών κατηγορούμενος πέτυχε και έβαλε ένα δάκτυλο του εντός του κόλπου της παθούσας, κατ' απομίμηση της πράξεως της συνουσίας, χωρίς όμως να τη διακορεύσει, λέγοντας της ταυτόχρονα: "σ' αρέσει;". Στη συνέχεια τη φίλησε στο στόμα με δύναμη και προσπάθησε να εισχωρήσει το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της. Τότε η παθούσα κατάφερε να τον γρατζουνίσει στο πρόσωπο με τα νύχια της και να αποτραβηχτεί από αυτόν, κάνοντας στη συνέχεια εμετό.
Ακολούθως ο εκκαλών είπε στην παθούσα: "πρέπει να φύγουμε, πέρασε η ώρα" και την οδήγησε με το ως άνω αυτοκίνητο του, στην οικία της γιαγιάς της ΖΖ, η οποία βρίσκεται στη ... . Καθ' οδόν ο εκκαλών είπε στην παθούσα "αν σε ερωτήσει η γιαγιά σου, γιατί είσαι ζαλισμένη, να της πεις, ότι πήγαμε σε χώρο με παιχνίδια από τα οποία και ζαλίστηκες". Στην οικία της γιαγιάς της παθούσας ο εκκαλών παρέμεινε για λίγη ώρα και μετά έφυγε. Εκεί ο ΣΤ, θείος της παθούσας, παρατήρησε τις εκδορές που προκάλεσε στο πρόσωπο του εκκαλούντα η παθούσα ανηψιά του, με τα νύχια της. Μετά την αποχώρηση του εκκαλούντα κατηγορουμένου η ανήλικη παθούσα ανέφερε το περιστατικό του βιασμού της στον αδελφό της ΕΕ και την επόμενη ημέρα στην γιαγιά της ΖΖ. Τελευταίοι ενημερώθηκαν οι γονείς της παθούσας ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι στις 10/4/2007 κατάγγειλαν τον εκκαλούντα στο ως άνω Τμήμα Ασφαλείας ... . Από τα παραπάνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα περιστατικά, βάσει του ως άνω αποδεικτικού υλικού, φρονούμε ότι, κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου Χ, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του, συνιστάμενες στο ότι αυτός τέλεσε την ως άνω αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη του βιασμού, δια των προπεριγραφεισών ασελγών πράξεων, που επιχείρησε αυτός, σε βάρος της παθούσας ανήλικης ΓΓ, με σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες επιθυμίες του, αφού προηγούμενα έκαμψε αυτός την αντίσταση της, ασκώντας επ' αυτής σωματική βία, καθ' ον τρόπο προπεριγράφηκε.
IV.- Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος αναφορικά με την πράξη του βιασμού για την οποία αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ειδικά ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως. Και τούτο διότι δεν μνημονεύει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων την από 11-4-2007 ιατροδικαστική έκθεση της ... ιατροδικαστού Αθηνών, η οποία ως πραγματογνωμοσύνη, διαταχθείσα από ανακριτικό υπάλληλο, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στο βούλευμα ή την απόφαση, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 1897/2008, 2034/2008, 2069/2008). Όθεν βασίμως προβάλλει την σχετική αιτίαση ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι από την πλημμέλεια αυτή ιδρύεται ο από το άρθρο 484 § 1 εδ'δ' ΚΠΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβασίμως όμως προβάλλει την αιτίαση της έλλειψης αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας από την απόρριψη του αιτήματος που υπέβαλε για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα για την απόρριψή του διέλαβε την απαιτουμένη αιτιολογία και δεν προκλήθηκε εξ αυτού ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας (ΑΠ 292/03 Ποιν. Δικαιοσύνη 2003-σελ. 844, ΑΠ 960/2006 Ποιν. Δικαιοσύνη 2006-σελ. 1346).
V. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος πρέπει να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή η με αριθμό 7/27-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (...) και ήδη κρατούμενου προσωρινά στη Δικαστική Φυλακή ... . Και
2) Να αναιρεθεί το με αριθμό 168/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που μετείχαν στην προηγούμενη σύνθεσή του.
Αθήνα 30 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του σαρκική ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Για την εξ υποκειμένου συγκρότηση του εγκλήματος απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Έτσι, έχει κριθεί ότι αποτελούν ασελγείς πράξεις με την παραπάνω έννοια και οι ψαύσεις και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος του θύματος, ο εναγκαλισμός και το καταφίλημα στο πρόσωπο και στο σώμα, εφ' όσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, η θωπεία του γεννητικού μορίου, η προστριβή του πέους στο σώμα του θύματος.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ., πρέπει δε, να δημιουργείται βεβαιότητα, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο.
Για τη βεβαιότητα όμως του αν λήφθηκε το παραπάνω αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης από το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται αυτό είτε στο προοίμιο του σκεπτικού είτε στο κείμενο της απόφασης ή του βουλεύματος, όταν από το όλο περιεχόμενό τους, προκύπτει αναμφίβολα ότι οι παραδοχές τους συμπίπτουν και ταυτίζονται με τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις της πραγματογνωμοσύνης, ενώ αντίθετα απαιτείται όχι μόνο η μνεία αυτής όταν οι παραδοχές αντιστρατεύονται με τα συμπεράσματά της αλλά και αιτιολόγηση της αντίθεσης των παραδοχών από τα τελευταία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα σ' αυτή μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι από της καταθέσεως των μαρτύρων, των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ διέμενε στη ... και διατηρούσε φιλικούς δεσμούς, με την οικογένεια του ΑΑ, ο οποίος κατοικεί με τη γυναίκα του ΒΒ και τα παιδιά τους ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ στα ... . Επίσης ο εκκαλών διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ΣΤ, θείο της παθούσας ανήλικης ΓΓ και με την ΖΖ, γιαγιά της παθούσας, οι οποίοι διαμένουν και αυτοί στη ... . Ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 5/4/2007 και περί ώρα 13.00 μ.μ. επισκέφθηκε την ΖΖ στην οικία της και της είπε ότι ήθελε, εν όψει των εορτών του Πάσχα, να αγοράσει ως δώρο στην εγγονή της και παθούσα ανήλικη ΓΓ, που είχε γεννηθεί την 14/12/1993, ένα ζευγάρι παπούτσια. Κατόπιν αυτού και εν όψει της εμπιστοσύνης που του είχε η ΖΖ επέτρεψε αυτή στον εκκαλούντα να μεταβεί αυτός με την ανήλικη παθούσα σε σχετικό εμπορικό κατάστημα. Έτσι ο εκκαλών αφού επιβίβασε στο με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του την ανήλικη παθούσα ΓΓ, την οδήγησε στο κατάστημα "...," ..., το οποίο βρίσκεται σε παράλληλη οδό της Εθνικής Οδού ...-.... Ακολούθως ο εκκαλών, αφού στάθμευσε εκεί το αυτοκίνητο του, αγόρασε από το εν λόγω κατάστημα μια φιάλη, περιέχουσα, οινοπνευματώδες ποτό, την οποία έδωσε στην παθούσα, προς πόση του περιεχομένου της, λέγοντος της ότι θα ξεδιψούσε με αυτό. Εν συνεχεία ο εκκαλών οδήγησε το αυτοκίνητο του κοντά στο κατάστημα, σε μια αλάνα, όπου δεν είχε κόσμο, προκειμένου να πιει η παθούσα το ποτό που περιείχε η φιάλη, λέγοντας της ότι εκεί θα το έπινε αυτό με την ησυχία της. Πράγματι εκεί, σ' αυτόν τον ερημικό χώρο, η παθούσα άρχισε και έπινε το ποτό, ενώ ο εκκαλών της έλεγε για διάφορα πράγματα που της αγόρασε. Κάποια στιγμή η παθούσα από το ποτό άρχισε να ζαλίζεται. Τότε αυτός, ενώ αυτή βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και ενώ άρχιζε αυτή να εμφανίζει συμπτώματα ζάλης, της είπε πλησιάζοντας την: "όταν σε βλέπω καβλώνω". Ξεκουμπώνοντας δε το παντελόνι του, έβγαλε το γεννητικό του όργανο και της είπε "θέλω να μου το γλύψεις". Η παθούσα εν όψει και του απόμερου σημείου που βρισκόντουσαν φοβήθηκε, βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και κάθισε στη συνέχεια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μαζεμένη από το φόβο της. Τότε ο εκκαλών την ακολούθησε και μπήκε και αυτός στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όπου προκειμένου να τελέσει σε βάρος της την πράξη του βιασμού, της επιτέθηκε, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και βιαίως χωρίς τη θέληση της" της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο της, ενώ αυτή προσπαθούσε να τον σπρώξει μακριά της χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια της. Εν όψει όμως, αφ' ενός μεν της κατανάλωσης από την ανήλικη παθούσα, του ως άνω οινοπνευματώδους ποτού που της έδωσε ο εκκαλών με σκοπό να κάμψει την αντίσταση της, αφ' ετέρου δε των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων, κάμφθηκε εν τέλει η αντίσταση, της παθούσης. Έτσι ο εκκαλών κατηγορούμενος πέτυχε και έβαλε ένα δάκτυλο του εντός του κόλπου της παθούσας, κατ' απομίμηση της πράξεως της συνουσίας, χωρίς όμως να τη διακορεύσει, λέγοντας της ταυτόχρονα: "σ' αρέσει;". Στη συνέχεια τη φίλησε στο στόμα με δύναμη και προσπάθησε να εισχωρήσει το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της. Τότε η παθούσα κατάφερε να τον γρατζουνίσει στο πρόσωπο με τα νύχια της και να αποτραβηχτεί από αυτόν, κάνοντας στη συνέχεια εμετό. Ακολούθως ο εκκαλών είπε στην παθούσα: "πρέπει να φύγουμε, πέρασε η ώρα" και την οδήγησε με το ως άνω αυτοκίνητο του, στην οικία της γιαγιάς της ΖΖ, η οποία βρίσκεται στη ... . Καθ' οδόν ο εκκαλών είπε στην παθούσα "αν σε ερωτήσει η γιαγιά σου, γιατί είσαι ζαλισμένη, να της πεις, ότι πήγαμε σε χώρο με παιχνίδια από τα οποία και ζαλίστηκες". Στην οικία της γιαγιάς της παθούσας ο εκκαλών παρέμεινε για λίγη ώρα και μετά έφυγε. Εκεί ο ΣΤ, θείος της παθούσας, παρατήρησε τις εκδορές που προκάλεσε στο πρόσωπο του εκκαλούντα η παθούσα ανηψιά του, με τα νύχια της. Μετά την αποχώρηση του εκκαλούντα κατηγορουμένου η ανήλικη παθούσα ανέφερε το περιστατικό του βιασμού της στον αδελφό της ΕΕ και την επόμενη ημέρα στην γιαγιά της ΖΖ. Τελευταίοι ενημερώθηκαν οι γονείς της παθούσας ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι στις 10/4/2007 κατάγγειλαν τον εκκαλούντα στο ως άνω Τμήμα Ασφαλείας ... . Από τα παραπάνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα περιστατικά, βάσει του ως άνω αποδεικτικού υλικού, φρονούμε ότι, κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου Χ, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του, συνιστάμενες στο ότι αυτός τέλεσε την ως άνω αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη του βιασμού, δια των προπεριγραφεισών ασελγών πράξεων, που επιχείρησε αυτός, σε βάρος της παθούσας ανήλικης ΓΓ, με σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες επιθυμίες του, αφού προηγούμενα έκαμψε αυτός την αντίσταση της, ασκώντας επ' αυτής σωματική βία, καθ' ον τρόπο προπεριγράφηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο αναιρετικού λόγου, με την υπ' αριθμ. ... έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Ασφαλίας ..., διατάχθηκε στα πλαίσια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης για τον φερόμενο ως τελεσθέντα σε βάρος της ΓΓ, έγκλημα του βιασμού στη 3/4/2007, η διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη σωματικών κακώσεων - σεξουαλικής παρενοχλήσεως, της φερομένης ως άνω παθούσας. Επί της ως άνω παραγγελίας εκδόθηκε η από 11.04.07 με αριθμ. ... από 11-4-2007 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού ..., η οποία απεστάλη στην ως άνω προαναφερόμενη αρχή και αποτέλεσε στοιχείο της παρούσας δικογραφίας, και στο συμπέρασμα της οποίας διαλαμβάνεται ότι η ανωτέρω φερομένη ως παθούσα εξετασθείσα αυθημερόν, α) δεν φέρει κακώσεις σώματος, είναι ανατομικά παρθένος, τυχούσες ασελγείς προστριβές δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν ή να αποκλεισθούν. Και ναι μεν ούτε στην αρχή του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος ούτε στο κείμενο αυτού, αναφέρεται η παραπάνω ιατροδικαστική έκθεση, όμως οι διαπιστώσεις της τελευταίας δεν έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοχές τούτου αλλά πλήρως ταυτίζονται μ' αυτήν αφού κατ' αυτές α) δεν προκλήθηκε σωματική κάκωση στο σώμα της παθούσας, β) δεν διακορεύθηκε αυτή και γ) για τις ασελγείς πράξεις σε βάρος της συνιστάμενες κατά τις παραδοχές του βουλεύματος στην εισαγωγή του δακτύλου του κατηγορουμένου στον κόλπο της, στο φίλημα στο στόμα της και στην προσπάθειά του να εισχωρήσει το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της, η ιατροδικαστική έκθεση αποφαίνεται ότι "τυχούσες ασελγείς προστριβές δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν ή να αποκλεισθούν ιατροδικαστικώς". Συνακόλουθα, εφόσον από τις παραπάνω παραδοχές, του ως άνω Συμβουλίου με βεβαιότητα προκύπτει ότι τούτο απορρίπτοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου 1631/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Περιφέρειας Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να δικασθεί για τη πράξη του βιασμού, έλαβε υπόψη του την αποτελούσα το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης ως άνω ιατροδικαστή έκθεση, δεν στέρησε το βούλευμα που εξέδωσε την από το Σύνταγμα και την διάταξη του άρθρου 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ και 309 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ, εάν το δικαστικό συμβούλιο που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας παραλείψει ή απορρίψει αναιτιολόγητα την αίτηση του κατηγορουμένου για να εμφανισθεί ενώπιον του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Εάν όμως το συμβούλιο απορρίψει την αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο βούλευμα δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου να εμφανισθεί στο συμβούλιο για να παράσχει εξηγήσεις του για το λόγο ότι έκρινε ότι αυτός αρκούντως παρέσχε τις εξηγήσεις του για τις κατηγορίες που τον βαρύνει με τα υπομνήματα και την έφεσή του, οπότε η εμφάνιση του δεν ήταν αναγκαία. Άλλωστε, δεν προέβαλαν σε τι συνίσταται η αναγκαιότητα της προφορικής αναπτύξεως της υποθέσεως στο Συμβούλιο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/3/2009 αίτηση του Χ, πρώην κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ..., για αναίρεση του 168/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για βιασμό. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη της ιατροδικαστικής έκθεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Βιασμός.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1793/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσίπρα, περί αναιρέσεως της 4705/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπανδρικόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1723/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του Π.Κ, όποιος αφαιρεί ξένο(ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 47053/2008 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την εξέδωσε, απέρριψε προηγουμένως, ως αβάσιμο το αίτημα για αναβολή, κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, που υπέβαλε ο συνήγορος της εκπροσωπηθείσας απ' αυτόν κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο τελευταίος, ζήτησε την αναβολή της δίκης, προβάλλοντας κατά λέξη τα ακόλουθα: " ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο ζήτησε να αναβληθεί η δίκη καθόσον στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο θα δικαστούν 3 επιταγές μαζί και η επιταγή που αφορά τη σημερινή υπόθεση και έτσι θα κριθεί συνολικά η υπόθεση". Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, το αίτημα αναβολής της δίκης, ως ουσιαστικά αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα αναβολής της δίκης πρέπει να απορριφθεί γιατί υπάρχει επικείμενος κίνδυνος (χρόνος τέλεσης του αδικήματος Ιούλιος 2002) και η χορήγηση της αναβολής μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν συμβάλλει στην καλύτερη ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης". Έτσι, όμως, που υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αναβολής, προεχόντως είναι απορριπτέο ως αόριστο. Τούτο γιατί, δεν προσδιορίζονταν τα στοιχεία των άλλων δυο επιταγών, ή αν οι δυο αυτές επιταγές αυτές ήσαν μεταξύ εκείνων, για τις οποίες η κατηγορουμένη είχε κατηγορηθεί και πολύ περισσότερο, εάν είχε προσδιοριστεί η εκδίκαση της υπόθεσης για τις λοιπές επιταγές και για την οποία υπέβαλε το πιο πάνω αίτημα, και τέλος σε ποιο συγκεκριμένο δικαστήριο και σε ποιά συγκεκριμένη δικάσιμο, είχε προσδιοριστεί η εκδίκασή τους. Το Δικαστήριο δε της ουσίας, ορθώς απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα, ως εκ περισσού δε διέλαβε στην ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, αιτιολογία, αφού, όπως διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα, δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο παραδεκτό, που να δικαιολογεί την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως. Περαιτέρω, όσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με την κήρυξη ως ενόχου της αναιρεσείουσας, για τις πράξεις της κλοπής και της πλαστογραφίας, αυτό δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως και την εξέταση χωρίς όρκο της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια Ψ1, διατηρώντας κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων στο ..., γνωρίσθηκε με την κατηγορουμένη και ανέπτυξαν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις, η δε κατηγορουμένη την επισκεπτόταν τακτικά στο κατάστημά της. Αρχές Ιουλίου 2002 η κατηγορουμένη εκμεταλλευόμενη την ολιγόλεπτη απουσία της από το κατάστημά της αφαίρεσε από το συρτάρι 3 επιταγές (υπογεγραμμένες και σφραγισμένες από την μηνύτρια, λευκές δε κατά τα λοιπά στοιχεία, οι οποίες προορίζονταν για την εξόφληση των προμηθειών της. Μεταξύ των επιταγών αυτών περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. ... επιταγή της ALPHA BANK, την οποία η κατηγορουμένη ακολούθως στις 6/6/2003 ενόθευσε θέτοντας ημερομηνία έκδοσης "30/5/2003", ποσό "45.000 ευρώ" μετά τη φράση σε διαταγή το ονοματεπώνυμό της ("Χ1, και στη συνέχεια τη μεταβίβασε σε τρίτο πρόσωπο με σκοπό να το παραπλανήσει ότι η επιταγή ήταν γνήσια. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την κατάθεση χωρίς όρκο της παθούσας, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ... και τα αναγνωστέα έγγραφα, ιδίως δε από το από... ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο η κατηγορουμένη δηλώνει προς την παθούσα ότι αναλαμβάνει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις προς τρίτους από τις εκδοθείσες επιταγές της μηνύτριας και τις οποίες είναι κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως η κατηγορουμένη. Το γεγονός εξάλλου ότι η παθούσα πιεζομένη από τους τελευταίους κομιστές των άλλων, εκτός της επίδικης επιταγής, επιταγών και για να αποφύγει ως έμπορος τις δυσμενείς συνέπειες της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών (καταχώρηση σε "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", εξόφλησε τις επιταγές αυτές, δεν ασκεί καμία επιρροή και δεν απαλλάσσει την κατηγορουμένη από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της κλοπής και πλαστογραφίας μετά χρήσεως της προαναφερόμενης επιταγής. Εξάλλου πρέπει το (επανυποκληθέν) αίτημα αναβολής να απορριφθεί για τους ήδη αναφερθέντες λόγους".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, ένοχο των πράξεων της κλοπής και της πλαστογραφίας, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 216 παρ.1 και 372 παρ.1 του ΠΚ. Την κρίση του δε αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, στήριξε στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και της από 5-10-2006 κατάθεσης της μάρτυρος ..., η οποία αναγνώσθηκε,, ως έγγραφο από τον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε επιλεκτική χρήση αυτών. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η κατηγορουμένη με πρόθεση, αφαίρεσε από την κατοχή της εγκαλούσας ξένο στο σύνολο κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα την υπ' αριθμό ... επιταγή της alpha bank. Αιτιολογείται ακόμη, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία την ως άνω τραπεζική επιταγή η κατηγορουμένη, χωρίς οποιαδήποτε έγκριση ή συναίνεση της εγκαλούσας νόθευσε στις 6-6-2003, συμπληρώνοντας αυθαίρετα τόσο την ημερομηνία έκδοσης, και θέτοντας ως χρονολογία εκδόσεως αυτήν την 30-5-2003, όσο και το ποσό των 45.000 ευρώ, επιπρόσθετα δε έθεσε επί του σώματος της επιταγής τη φράση "σε διαταγή" με την προσθήκη του ονόματος και του επώνυμου της.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο γεγονός ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού και ειδικότερα ότι, ενώ στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι αφαίρεσε με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, τα σώματα τριών (3) τραπεζικών επιταγών, στο διατακτικό αυτή κηρύχθηκε ένοχος για την αφαίρεση μιας επιταγής και συγκεκριμένα της υπ' αριθμό ... τραπεζικής επιταγής. Η ως άνω αιτίαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον η μνεία της κλοπής και άλλων δυο επιταγών, εκτός από την ένδικη υπ' αριθμό...της ALPHA BANK, στο σκεπτικό γίνεται ιστορικώς, τόσο δε στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό διευκρινίζεται ότι η αναιρεσείουσα κηρύσσεται ένοχη μόνο για την τελευταία αυτή επιταγή. Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα α) ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο πληρεξούσιος συνήγορός της, που την εκπροσώπησε, και β) ότι δεν έλαβε υπόψη του το από 9-6-2003 έγγραφο από το βιβλίο συμβάντων του Α' Α.Τ ..., καθώς και τη από 28-5-2003 δήλωση της εγκαλούσας Ψ1, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Τούτο γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά τα οποία και αναγνώσθηκαν, λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής της, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και αναφορά χωριστά σε κάθε ένα αποδεικτικό στοιχείο. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 4705/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια(500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για κλοπή και πλαστογραφία (νόθευση) με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) της υπερβάσεως εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι αφαίρεσε τρεις επιταγές, ενώ στο διατακτικό τελικά κηρύχθηκε ένοχος για την κλοπή μιας επιταγής. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 1776/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 158/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 7 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1761/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 11 του Ν. 2.267/2000, ορίζονται τα παρακάτω: § 2. Όποιος παραβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις εχεμύθειας, σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και τήρησης του απορρήτου των κάθε είδους δεδομένων που μεταβιβάζονται ή μετάγονται μέσω των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων που χρησιμοποιεί ή διαθέτει, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) έως είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, εφόσον δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές από άλλες ισχύουσες διατάξεις. Σε περίπτωση που ο παραβάτης της παρούσας διάταξης ανήκει στο προσωπικό τηλεπικοινωνιακής επιχείρησης, η επιβαλλόμενη ποινή φυλάκισης είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών και η χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές. § 3. Ο τεχνικός εξοπλισμός και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν νια την τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων δημεύονται. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτονομίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να πραγματώσει ή να αποπειραθεί να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλή, απειλή, πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης (πραγματικής ή νομικής η περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., β) διάπραξη από τον άλλον της άδικης πράξης στην οποία παρακινήθηκε και γ) δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) τη συνείδηση ότι παράγει σε κάποιο την ειρημένη απόφαση, β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί, χωρίς να απαιτείται και ο καθορισμός αυτής μέχρι λεπτομερειών και γ) τη βούληση ή αποδοχή, όπως ο παρακινούμενος πραγματώνει ή αποπειραθεί να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινείται. Τέλος από τις διατάξεις των άρ. 329, 331, 333, παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρ. 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το Δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρ. 358 του ίδιου Κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Περίπτωση, τέλος, μη αναγνώσεως εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος, ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του, μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 158/2008 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο, και τώρα αναιρεσείοντα, ένοχο ins αξιόποινη πράξεως της ηθικής αυτουργίας παρ. του άρθρ. 11 εδ. β-α και 3 του Ν. 2867/2000 τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην προμνημονευθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβεν υπόψη του αμέσως και κυρίως, και όχι ιστορικώς, και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν". Μεταξύ αυτών ήταν, όπως συνάγεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το πιο κάτω έγγραφο, που είχε συνταχθεί στην Αγγλική γλώσσα, ήτοι: το υπ' αριθμ. 5 χειρόγραφη σελίδα με ξενόγλωσσο ιατρικό ιστορικό. Σε σχέση, όμως με το ανωτέρω συνταγμένο σε ξένη γλώσσα έγγραφο, δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος να προβεί ο ίδιος, ή ο συνήγορος του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στο παραπάνω έγγραφο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρ. 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός με αριθ. 1 λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 158/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε παράβαση άρθρου 11 Ν. 2867/2000. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου υπάρχει και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε στο ακροατήριο ήταν συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σε αυτό. Αναιρείται λόγω απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας η απόφαση. Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ηθική αυτουργία, Παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1775/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις δύο αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2636/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Δεκεμβρίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 399/31-7-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., τις παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 465§1, 473, 474, 482§1 στοιχ. α' και 484§1 στοιχ. α' και δ' Κ.Π.Δ., αιτήσεις αναιρέσεως με αριθ. 305/31-12-2007 και 306/31-12-2007, που ησκήθησαν υπό των κατηγορουμένων: α)Χ1 και β)Χ2, κατοίκου ομοίως, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 2636/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεως των κατά του υπ'αριθ. 972/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το υπ'αριθ. 972/2007 βούλευμα του, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για απάτη από την οποία προεκλήθη ζημία εις βάρος του παθόντος ποσού που υπερβαίνει το τοιούτο των 73.00 ευρώ (αρθρ. 386§§1, 2 στοιχ. β' Π.Κ., ως αντικατεστάθη δι'άρθρ. 14§4 ν. 2721/99), κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθησαν αι υπ'αριθ. 247/2007 και 229/2007 εκθέσεις εφέσεως των κατηγορουμένων, αντιστοίχως, επί των οποίων εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθησαν ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως των κατηγορουμένων ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών, καθόσον εκ παραδρομής φέρεται ότι επεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα εις τον εκ των αναιρεσειόντων Χ2 την 8-1-2007, αντί του ορθού 8-1-2008 αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα εξεδόθη την 17-12-2007, δηλαδή εις χρόνον μεταγενέστερον και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη: α)της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)της απολύτου ακυρότητος (αρθρ. 484§1 στοιχ.α' και δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθούν κατ'ουσίαν.
II) Από την διάταξη του αρθρ. 386§1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή εις άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β)η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό^ αιτία παρεπλανήθη κάποιος και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 στοιχ.β' του ίδιου αρθρ. 386 Π.Κ. όπως αντικατεστάθη με το αρθρ. 14 § 4 ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Εξάλλου έλλειψη της κατά τα αρθρ. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω κατά το αρθρ. 308§2 Κ.Π.Δ. οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ'αυτήν την Περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο, που ήσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην αυτή, για να προσέλθει εντός είκοσι τεσσάρων ωρών. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου κα δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως vα εμποδίζεται από τον λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στον γραμματέα της Εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης αυτής. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί vα γίνει και προφορική ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελέως, που επισυνάπτεται στην δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στην γραμματεία της εισαγγελίας. Από την διάταξη αυτή, που εθεσπίσθη για την προστασία των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και εφαρμόζεται και στην ενώπιον του συμβουλίου εφετών διαδικασία, προκύπτει ότι η παράβαση της επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το αρθρ. 170§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., η οποία ιδρύει τον από το αρθρ. 484§1 εδ. α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Το εν λόγω αίτημα των διαδίκων ότι επιθυμούν vα γνωρίσουν το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως προς το Δικαστικό Συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του Εισαγγελέως, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεως του λαμβάνει γνώση της εφέσεως. (Α.Π. 2116/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 548 Α.Π. 358/2001 Ποιν.Χρ. ΝΑ/990). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις με αριθ. 247/11-5-2007 και 229/7-5-2007 εφέσεις τους κατά του υπ'αριθ. 972/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίον παρεπέμφθησαν εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), για απάτη από την οποία προεκλήθη ζημία ποσού που υπερβαίνει το τοιούτο των 63.000 ευρώ, γνωστοποίησαν ότι επιθυμούν να λάβουν γνώση δια του συνηγόρου και αντικλήτου των του περιεχομένου της σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών. Έτσι, όπως προκύπτει από την από 24-9-2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, η πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών με αριθ. Β.Δ. 450/2007 επί της προαναφερομένης υποθέσεως μετά της σχετικής δικογραφίας, εισήχθη εις το αρμόδιο τμήμα και αυθημερόν, δηλαδή την 24-9-2007, εκλήθη τηλεφωνικώς ο συνήγορος και αντίκλητος των κατηγορουμένων Αντώνιος Γεωργικόπουλος προκειμένου να λάβει γνώσιν του περιεχομένου της εν λόγω προτάσεως. Έκτοτε και επί δεκαήμερον, δηλαδή μέχρι την 5-10-2007, η σχετική δικογραφία παρέμεινε στην γραμματεία της Εισαγγελίας, πλην όμως ουδέποτε προσήλθε ο ανωτέρω αντίκλητος των κατηγορουμένων για να λάβει γνώσιν της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών, δι'ον λόγον και, μετά την λήξιν της δεκαημέρου προθεσμίας, εισήχθη εις το Συμβούλιον Εφετών το οποίον διεσκέφθη την 22-11-2007 και εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως δεν παρεβιάσθη η προαναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 308§2 Κ.Π.Δ. και εντεύθεν δεν επήλθε η ως άνω απόλυτος ακυρότης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων.
Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του με αριθ. 2636/2007, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, εδέχθη ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο δεύτερος και αντιπρόεδρος και οικονομικός διευθυντής ο τρίτος της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΔΙΑΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ - ΕΚΔΟΣΕΩΝ -ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ - ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΟΣ ΔΙΑΥΛΟΣ Α.Ε.", που συνεστήθη με το υπ'αριθ. ... συμβόλαιο ης Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μυζήθρα -Πορτοκαλάκη, όπως τούτο διορθώθηκε με την υπ'αριθ. ...πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Σημειώνεται, ότι στις εν λόγω συμβολαιογραφικές πράξεις ο κατηγορούμενος Χ2 αναγράφεται με στοιχεία "Χ2Α", αλλά συνομολογείται από τον ίδιο ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Η παραπάνω εταιρία έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την επιμέλεια και έκδοση διαφημιστικών εντύπων, επαγγελματικών, τουριστικών, διαφημιστικών οδηγών, καταλόγων και εντύπων γενικά. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο καταστατικό της εταιρίας το μετοχικό της κεφάλαιο ορίστηκε σε 60.000 ευρώ, ενώ η πρώτη εταιρική χρήση προβλέφθηκε να αρχίσει από την νόμιμη σύσταση της και να λήξει την 31-12-2002. Στην πραγματικότητα, η ως άνω εταιρεία συνεστήθη με πρωτοβουλία και κεφάλαια του πρώτου των κατηγορουμένων Χ1, πατέρα των λοιπών δύο κατηγορουμένων, ο οποίος είχε, μαζί με τον δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2, την ουσιαστική διοίκηση, εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρίας. Στην εταιρία αυτή εργαζόταν ως διευθυντής πωλήσεων και ο Π1, ο οποίος κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2002 ανέφερε στον μηνυτή, με τον οποίο είχε φιλική σχέση, ότι η εταιρία είχε καλές προοπτικές στον τομέα της έκδοσης και δωρεάν διανομής σε καταστήματα και γραφεία της Αττικής επαγγελματικών καταλόγων (όπως οι Χρυσοί Οδηγοί του Ο.Τ.Ε.), με έσοδα από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις, πλην όμως αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητος και του πρότεινε, να εξετάσει την δυνατότητα δανεισμού και περαιτέρω συνεργασίας του με την εν λόγω εταιρία. Πράγματι, κατά τον μήνα Ιανουάριο 2003 ο μηνυτής, ο οποίος αναζητούσε τρόπο επικερδούς επένδυσης ποσού 30.000.000 δρχ. ή 88.000 ευρώ, περίπου, που είχε λάβει ως αποζημίωση από συμμετοχή του στην εταιρία Ελληνικά πετρέλαια, συνάντησε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, προκειμένου να ερευνήσει το ανωτέρω ενδεχόμενο. Κατά την συνάντηση τους αυτή, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων (Χ1 και Χ2, αντίστοιχα), παρέστησαν σ'αυτόν ότι η εταιρία βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και είχε καλές προοπτικές, δεδομένου ότι είχε ευρύ κύκλο εργασιών και είχε ήδη συνάψει πολλές συμφωνίες για διαφημίσεις με τρίτους, πλην όμως αντιμετώπιζε προσωρινό πρόβλημα ρευστότητος, το οποίο οφειλόταν, κατά τους ισχυρισμούς τους, στο ότι οι προκαταβολές που η εταιρία έλαβε κατά τις παραγγελίες των ανωτέρω διαφημιστικών καταχωρήσεων στον κατάλογο της, που θα εκδιδόταν μετά από 12 μήνες, ήταν πολύ μικρότερες από τις αναμενόμενες, με συνέπεια να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τα τρέχοντα έξοδα της. Οι παραστάσεις αυτές των ως άνω δύο κατηγορουμένων ήσαν ψευδείς, αφού, όπως εκτίθεται και παρακάτω, η εταιρία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, είχε παρουσιάσει μεγάλες ζημιές και, ως εκ τούτου, δεν επρόκειτο απλά και μόνον για ένα παροδικό πρόβλημα ρευστότητος. Το γεγονός αυτό γνώριζαν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, είχαν την ουσιαστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας. Παρ'όλα αυτά, όμως, οι άνω δύο κατηγορούμενοι, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρία τους παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν στον μηνυτή τα ως άνω ψευδή γεγονότα ως αληθή, προκειμένου να παραπλανήσουν τον τελευταίο σχετικά με την υφισταμένη πραγματική οικονομική κατάσταση και τις προοπτικές της εταιρίας και να πεισθεί, έτσι, ο μηνυτής να δανείσει την εταιρία, διαβεβαιώνοντας παράλληλα αυτόν, ότι, κατά την λήξη του δανείου, θα είχε την δυνατότητα αντί να λάβει το ποσό του δανείου, να πάρει ισάξιες μετοχές της εταιρίας και να γίνει μέτοχος αυτής. Ο μηνυτής πείσθηκε, πράγματι, στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων για την υφισταμένη οικονομική κατάσταση της εταιρίας, ότι δηλαδή αυτή βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και είχε καλές προοπτικές, λόγω του ότι είχε ευρύ κύκλο εργασιών και είχε ήδη συνάψει πολλές συμφωνίες για διαφημίσεις με τρίτους, και ότι για τον λόγο αυτό το πρόβλημα ρευστότητος ήταν πρόσκαιρο. Έτσι, λόγω της παραπλάνησης του αυτής, συμφώνησε να χορηγήσει στην εταιρία ως δάνειο το ποσό των 87.908,02 ευρώ, με εξάμηνη διάρκεια, έχοντας το δικαίωμα να επιλέξει να λάβει, κατά την λήξη του, είτε το ανωτέρω ποσό σε χρήματα είτε ίσης αξίας μετοχές της εταιρίας, ενώ, αν γνώριζε την αληθή κακή κατάσταση της εταιρίας και ότι αυτή δεν αντιμετώπιζε πρόσκαιρο μόνον πρόβλημα ρευστότητος, δεν επρόκειτο να προβεί στην κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας. Σε εκτέλεση, λοιπόν, της συμφωνίας αυτής, ο μηνυτής παρέδωσε στις 31-1-2003 στον δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2, για λογαριασμό της εταιρίας, επτά μεταχρονολογημένες επιταγές τρίτων, συνολικής αξίας 87.908,02 ευρώ και ειδικότερα: α) την με αριθμό ...τραπεζική επιταγή της EUROBANK ποσού 1.288,02 ευρώ, με εκδότη την Ε1 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ..., β)την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK, ποσού 12.000 ευρώ, με εκδότη την "... Ε.Ε." και φερόμενο χρόνος έκδοσης την ..., γ) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της NOVA BANK 1.770. ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ...., δ)την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας εργασίας ποσού 16.450 ευρώ, με εκδότη την... και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ..., ε)την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της NOVA BANK ποσού 18.800 ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ..., στ) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της NOVA BANK ποσού 18.800 ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ... και ζ)την με αριθμό...επιταγή της NOVA BANK, ποσού 18.800 ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ... . Οι δύο κατηγορούμενοι προεξόφλησαν, στην συνέχεια, τις ανωτέρω επιταγές και εισέπραξαν έτσι το προαναφερόμενον συνολικό ποσό του δανείου. Μετά την πάροδο του εξαμήνου, ο μηνυτής, επειδή του φάνηκε προβληματικός ο τρόπος που λειτουργούσε η ανωτέρω εταιρία, αποφάσισε να ζητήσει το ποσό του δανείου και περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2003 γνώρισε στον πρώτο των κατηγορουμένων, ότι επιθυμεί την απόδοση του. Αυτός τον διαβεβαίωσε, ότι σε μερικές εβδομάδες θα του επέστρεφαν όλα τα χρήματα, δεδομένου ότι είχαν προχωρήσει οι συζητήσεις με κάποιον άλλο κεφαλαιούχο, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει σημαντικό τμήμα των μετοχών της εταιρίας. Τελικά, ο μηνυτής, έναντι μέρους των χρημάτων που είχε δανείσει την εταιρία, παρέλαβε στις 9-10-2003 ένα προσωρινό τίτλο για το 10% των μετοχών της εταιρίας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες, προκειμένου να καταστεί μέτοχος, ενώ ουδέποτε έλαβε και το χρηματικό ποσό του δανείου, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της προαναφερόμενης απατηλής συμπεριφοράς του πρώτου και του δευτέρου των κατηγορουμένων, να ζημιωθεί το ανωτέρω ποσό των 87.908,02 ευρώ, με αντίστοιχα όφελος των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της εταιρίας τους. Τα παραπάνω προκύπτουν από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις του ίδιου του μηνυτή και των μαρτύρων Μ1 και Μ2, από τους οποίους ο τελευταίος, κατόπιν αιτήματος του μηνυτή, πραγματοποίηση οικονομικό έλεγχο στην εταιρία για τα έτη 2002, 2003 και 2004, καταθέτοντας, μεταξύ άλλων, ενώπιον του Ανακριτή και τα εξής: "... Αυτό που διεπίστωσα σαν πρώτη εικόνα ήταν ότι επρόκειτο για ανοργάνωτη εταιρία σε θέματα λογιστικής τάξης. Αντικείμενο της εταιρίας ήταν διαφημίσεις και εκτυπώσεις. Διαπίστωσα ότι το υπόλοιπο του Ταμείου ήταν ένα μεγάλο ποσό ως λογιστικό μέγεθος, το οποίο δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Επίσης διεπίστωσα ότι γινόταν συναλλαγές, οι οποίες πολλές φορές δεν καταχωρούντο στα λογιστικά βιβλία, κυρίως τα έξοδα και διεπίστωσα ότι υπήρχε πλήρης αναντιστοιχία μεταξύ των οικονομικών καταστάσεων και λογιστικών βιβλίων της εταιρίας κατά την ημερομηνία του ελέγχου". Μάλιστα στις 29-12-2003 δημοσιεύθηκε (Φ.Ε.Κ. τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 13725/2003) ο Ισολογισμός της εταιρίας για την πρώτη εταιρική χρήση, σύμφωνα με τον οποίο η τελευταία παρουσίαζε στις 31-12-2002, δηλαδή μερικές ημέρες πριν την ανωτέρω συμφωνία μηνυτή και κατηγορουμένων, ζημίες ύψους 27.912,64 ευρώ, υπερτετραπλάσιες, δηλαδή, του μετοχικού κεφαλαίου της (60.000,00 ευρώ). Επίσης την 1-7-2004 δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 8095/2004) ο Ισολογισμός για την δεύτερη εταιρική χρήση, σύμφωνα με τον οποίο η ανωτέρω εταιρία παρουσίαζε την 31-12-2003 ζημίες ύψους 104.791, 85 ευρώ. Ο ισχυρισμός των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ότι ο μηνυτής είχε γνώση της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας από τις πρώτες συζητήσεις που είχε με τον φίλο του και διευθυντή πωλήσεων της εταιρίας Π1, είναι αβάσιμος, αφού ουδόλως προέκυψε ότι ο τελευταίος γνώριζε την μόνιμη δυσχερή οικονομική κατάσταση της εταιρίας, ενώ η αναφορά αυτού στην έλλειψη ρευστότητας της εταιρίας δεν ισοδυναμεί ούτε και καλύπτει και τη δυσμενή οικονομική κατάσταση, στην οποία πράγματι αυτή βρισκόταν, σε αντίθεση με όσα ψευδώς οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν στον μηνυτή. Εξάλλου, ούτε και τα προσκομιζόμενα από τους κατηγορουμένους έγγραφα (όπως φορολογικές δηλώσεις της εταιρίας κ.λ.π.), αναιρούν τα όσα προαναφέρθηκαν, αφού, σύμφωνα με τις καταθέσεις του λογιστή Μ2, τα εμφανιζόμενα λογιστικά μεγέθη της εταιρίας, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθόσον, ουσιαστικά, υπήρχε έλλειμμα άνω των 500.000 ευρώ (βλ. κατάθεση μηνυτή και Μ1). Ενισχυτικό της πρόθεσης των κατηγορουμένων να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του μηνυτή είναι και το γεγονός ότι αυτοί, καίτοι μάλιστα πραγματοποιήθηκε και σχετική συνάντηση παρουσία του μάρτυρα Μ2, συνεχώς αποφεύγουν να αναφέρουν στον μηνυτή, που ακριβώς χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα που έλαβαν από αυτόν, γι'αυτό και ο παραπάνω μάρτυρας αναφέρει στην από 24-10-2005 προανακριτική του κατάθεση, ότι μάλλον δεν χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς της εταιρίας.
Με βάση τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε απορρίπτοντας κατ'ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων και επικυρώνοντας, ως προς αυτούς, το πρωτόδικο βούλευμα, έκρινε, κατά την ανέλεγκτον κρίσιν του μετά από την αξιολόγησιν των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ'όψιν του, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων εις το ακροατήριο, προκειμένου να δικασθούν για απάτη, με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ. Με όσα, κατά τα προεκτεθέντα, εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης εις τους αναιρεσείοντας αξιόποινης πράξης της απάτης, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν σ'αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις του Συμβουλίου με βάση τις οποίες έκρινε τούτο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο. Επίσης το Συμβούλιο εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα του και τις σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζεται η βλάβη του παθόντος η οποία επήλθε στην περιουσία του, εξαιτίας των αναφερομένων παραπλανητικών ενεργειών των αναιρεσειόντων και η οποία συνίσταται εις την απώλεια του ποσού των 87.908,02 ευρώ. Εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και οι παραστάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες επέτυχαν αυτοί να δημιουργήσουν εις τον παθόντα της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνηθεί με βάση την ψευδή κατάσταση που είχαν εμφανίσει οι αναιρεσείοντες ως προς την περιουσιακήν κατάστασιν της υπ'αυτών εκπροσωπούμενης εταιρίας, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσουν τα όσα είχαν συμφωνηθεί, τέλος προσδιορίζεται ο σκοπός των αναιρεσειόντων για να περιποιήσουν στην ως άνω εταιρία που εκπροσωπούσαν παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίσταται εις την χορήγησιν υπό του παθόντος εις τους κατηγορουμένους του προαναφερομένου χρηματικού ποσού υπό την μορφή δανείου που αντιστοιχεί εις την βλάβη που επήλθε. Επομένως ο από το αρθρ. 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως τοιούτος πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα δε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθούν, ως κατ'ουσίαν αβάσιμες αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεις και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων (αρθρ. 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠ ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθούν αι υπ'αριθ. 305/31-12-2007 και 306/31-12-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2 κατοίκου ομοίως αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 2636/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήναι τη 17η Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτήσεις αναιρέσεως με αριθ. 305/31-12-2007 και 306/31-12-2007, που ησκήθηκαν από τους κατηγορουμένους: α) Χ1 και β) Χ2, κάτοικο ομοίως, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 2636/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεώς τους, κατά του υπ'αριθ. 972/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για απάτη από την οποία προεκλήθη ζημία εις βάρος του παθόντος ποσού που υπερβαίνει το τοιούτο των 73.000 ευρώ (άρθρ.386 παρ.1, 2 στοιχ. β' ΠΚ, ως αντικατεστάθη δι'άρθρο 14 παρ.4 ν. 2721/99, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Aπό τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη...Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά δε την έννοια της διατάξεως του άρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση η διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της και γνωρίζει όχι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Ειδικότερα στην, κατά συναυτουργία, τέλεση του εγκλήματος, η σύμπραξη των περισσοτέρων συμμετόχων συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή στο ότι ο καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που συγκροτούν το έγκλημα οπότε με την ενέργειά του αυτή πραγματώνει συγχρόνου ή διαδοχικώς πράξη της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος.
Περαιτέρω έλλείψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στο στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων-ανωμοτί και ένορκες-, απολογίες κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο δεύτερος και αντιπρόεδρος και οικονομικός διευθυντής ο τρίτος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΔΙΑΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ - ΕΚΔΟΣΕΩΝ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ- ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΟΣ ΔΙΑΥΛΟΣ ΑΕ", που συνεστήθη με το υπ' αριθμ ...συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μυζήθρα-Πορτοκαλάκη. όπως τούτο διορθώθηκε με την υπ' αριθμ ... πράξη της ίδιας ως άνω συμβ/φου. Σημειώνεται, ότι στις εν λόγω συμβ/κές πράξεις ο κατηγορούμενος Χ2 αναγράφεται με τα στοιχεία "Χ2Α", αλλά συνομολείται από τον ίδιο ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Η παραπάνω εταιρία έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την επιμέλεια και έκδοση διαφημιστικών εντύπων, επαγγελματικών, τουριστικών, διαφημιστικών οδηγών, καταλόγων και εντύπων γενικά. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο καταστατικό της εταιρίας το μετοχικό της κεφάλαιο ορίστηκε σε 60.000 ευρώ, ενώ η πρώτη εταιρική χρήση προβλέφθηκε να αρχίσει από τη νόμιμη σύσταση της και να λήξει την 31.12.2002. Στην πραγματικότητα, η ως άνω εταιρία συνεστήθη με πρωτοβουλία και κεφάλαια του πρώτου των κατηγορουμένων Χ1, πατέρα των λοιπών δύο κατηγορουμένων, ο οποίος είχε, μαζί με το δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2, την ουσιαστική διοίκηση, εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρίας. Στην εταιρία αυτή εργαζόταν ως διευθυντής πωλήσεων και ο Π1, ο οποίος κατά το μήνα Δεκέμβριο 2002 ανέφερε στο μηνυτή, με τον οποίο είχε φιλική σχέση, ότι η εταιρία είχε καλές προοπτικές στον τομέα της έκδοσης και δωρεάν διανομής σε καταστήματα και γραφεία της Αττικής επαγγελματικών καταλόγων (όπως οι χρυσοί οδηγοί του ΟΤΕ), με έσοδα από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις, πλην όμως αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας και του πρότεινε, να εξετάσει τη δυνατότητα δανεισμού και περαιτέρω συνεργασίας του με την εν λόγω εταιρία. Πράγματι, κατά το μήνα Ιανουάριο 2003 ο μηνυτής, ο οποίος αναζητούσε τρόπο επικερδούς επένδυσης ποσού 30.000.000 δρχ ή 88.000 ευρώ, περίπου, που είχε λάβει ως αποζημίωση από συμμετοχή του στην εταιρία Ελληνικά Πετρέλαια, συνάντησε τους δύο πρώτους κατηγορούμενους προκειμένου να ερευνήσει το ανωτέρω ενδεχόμενο. Κατά τη συνάντηση τους αυτή, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων (Χ1 και Χ2, αντίστοιχα), παρέστησαν σ' αυτόν ότι η εταιρία βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και είχε καλές προοπτικές, δεδομένου ότι είχε ευρύ κύκλο εργασιών και είχε ήδη συνάψει πολλές συμφωνίες για διαφημίσεις με τρίτους, πλην όμως αντιμετώπιζε προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας, το οποίο οφειλόταν, κατά τους ισχυρισμούς τους, στο ότι οι προκαταβολές που η εταιρία έλαβε κατά τις παραγγελίες των ανωτέρω διαφημιστικών καταχωρήσεων στον κατάλογο της. που θα εκδιδόταν μετά από 12 μήνες, ήταν πολύ μικρότερες από τις αναμενόμενες, με συνέπεια να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τα τρέχοντα έξοδα της. Οι παραστάσεις αυτές των ως άνω δύο κατηγορουμένων ήσαν ψευδείς, αφού, όπως εκτίθεται και παρακάτω, η εταιρία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, είχε παρουσιάσει μεγάλες ζημίες και, ως εκ τούτου, δεν επρόκειτο απλά και μόνον για ένα παροδικό πρόβλημα ρευστότητας. Το γεγονός αυτό γνώριζαν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, είχαν την ουσιαστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας. Παρ' όλα αυτά, όμως, οι ως άνω δύο κατηγορούμενοι, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρία τους παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν στο μηνυτή τα ως άνω ψευδή γεγονότα ως αληθή, προκειμένου να παραπλανήσουν τον τελευταίο σχετικά με την υφιστάμενη πραγματική οικονομική κατάσταση και τις προοπτικές της εταιρίας και να πεισθεί, έτσι, ο μηνυτής να δανείσει την εταιρία, διαβεβαιώνοντας παράλληλα αυτόν, ότι κατά τη λήξη του δανείου θα είχε τη δυνατότητα αντί να λάβει το ποσό του δανείου, να πάρει ισάξιες μετοχές της εταιρίας και να γίνει μέτοχος αυτής. Ο μηνυτής πείσθηκε, πράγματι, στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων για την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση της εταιρίας, ότι δηλαδή αυτή βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και είχε καλές προοπτικές, λόγω του ότι είχε ευρύ κύκλο εργασιών και είχε ήδη συνάψει πολλές συμφωνίες για διαφημίσεις με τρίτους, και ότι για το λόγο αυτό το πρόβλημα ρευστότητας ήταν πρόσκαιρο. Έτσι, λόγω της παραπλάνησης του αυτής, συμφώνησε να χορηγήσει στην εταιρία ως δάνειο το ποσό των 87.908,02 ευρώ, με εξάμηνη διάρκεια, έχοντας το δικαίωμα να επιλέξει να λάβει, κατά την λήξη του, είτε το ανωτέρω ποσό σε χρήματα είτε ίσης αξίας μετοχές της εταιρίας, ενώ, αν γνώριζε την αληθή κακή κατάσταση της εταιρίας και ότι αυτή δεν αντιμετώπιζε πρόσκαιρο μόνον πρόβλημα ρευστότητας, δεν επρόκειτο να προβεί στην κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας. Σε εκτέλεση, λοιπόν, της συμφωνίας αυτής, ο μηνυτής παρέδωσε στις 31-1-2003 στο δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2, για λογαριασμό της εταιρίας, επτά μεταχρονολογημένες επιταγές τρίτων συνολικής αξίας 87.908,02 ευρώ και ειδικότερα α) την με αριθμό ...τραπεζική επιταγή της ΕUROΒΑΝΚ ποσού 1.288,02 ευρώ, με εκδότη την Ε1 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ..., β) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ποσού 12.000 ευρώ, με εκδότη την "... Ε.Ε." και φερόμενο χρόνο έκδοσης την .... γ) την με αριθμό ...τραπεζική επιταγή της ΝΟVΑ ΒΑΝΚ 1.770 ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ..., δ) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Εργασίας ποσού 16.450 ευρώ, με εκδότη την ... και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ..., ε) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της ΝΟVΑ ΒΑΝΚ ποσού 18.800 ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την .... στ) την με αριθμό ...τραπεζική επιταγή της ΝΟVΑ ΒΑΝΚ ποσού 18.800 ευρώ, με εκδότη τον Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ... και ζ) την με αριθμό .... επιταγή της ΝΟVΑ ΒΑΝΚ, ποσού 18.800 ευρώ, με εκδότη το Ε2 και φερόμενο χρόνο έκδοσης την ... . Οι δύο κατηγορούμενοι προεξόφλησαν, στη συνέχεια, τις ανωτέρω επιταγές και εισέπραξαν έτσι το προαναφερόμενο συνολικό ποσό του δανείου. Μετά την πάροδο του εξαμήνου, ο μηνυτής, επειδή του φάνηκε προβληματικός ο τρόπος που λειτουργούσε η ανωτέρω εταιρία, αποφάσισε να ζητήσει το ποσό του δανείου και περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2003 γνώρισε στον πρώτο των κατηγορουμένων, ότι επιθυμεί την απόδοσή του. Αυτός τον διαβεβαίωσε, ότι σε μερικές εβδομάδες θα του επέστρεφαν όλα τα χρήματα, δεδομένου ότι είχαν προχωρήσει οι συζητήσεις με κάποιον άλλο κεφαλαιούχο, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει σημαντικό τμήμα των μετοχών της εταιρίας. Τελικά, ο μηνυτής, έναντι μέρους των χρημάτων που είχε δανείσει την εταιρία, παρέλαβε στις 9-10-2003 ένα προσωρινό τίτλο για το 10% των μετοχών της εταιρίας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες, προκειμένου να καταστεί μέτοχος, ενώ ουδέποτε έλαβε και το χρηματικό ποσό του δανείου, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της προαναφερόμενης απατηλής συμπεριφοράς του πρώτου και του δευτέρου των κατηγορουμένων, να ζημιωθεί το ανωτέρω ποσό των 87.908,02 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της εταιρίας τους. Τα παραπάνω προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις του ίδιου του μηνυτή και των μαρτύρων Μ1 και Μ2, από τους οποίους ο τελευταίος, κατόπιν αιτήματος του μηνυτή, πραγματοποίησε οικονομικό έλεγχο στην εταιρία για τα έτη 2002, 2003 και 2004, καταθέτοντας, μεταξύ άλλων, ενώπιον του ανακριτή και τα εξής: "...Αυτό που διαπίστωσα σαν πρώτη εικόνα ήταν ότι επρόκειτο για ανοργάνωτη εταιρία σε θέματα λογιστικής τάξης. Αντικείμενο της εταιρίας ήταν διαφημίσεις και εκτυπώσεις. Διαπίστωσα ότι το υπόλοιπο του ταμείου ήταν ένα μεγάλο ποσό ως λογιστικό μέγεθος, το οποίο δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Επίσης διαπίστωσα ότι γινόταν συναλλαγές, οι οποίες πολλές φορές δεν καταχωρούντο στα λογιστικά βιβλία, κυρίως τα έξοδα, και διαπίστωσα, ότι υπήρχε πλήρης αναντιστοιχία μεταξύ των οικονομικών καταστάσεων και λογιστικών βιβλίων της εταιρίας και της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας κατά την ημερομηνία του ελέγχου". Μάλιστα, στις 29.12,2003 δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ τ.Α.Ε. & ΕΠΕ 13725/2003) ο ισολογισμός της εταιρίας για την πρώτη εταιρική χρήση, σύμφωνα με τον οποίο η τελευταία παρουσίαζε στις 31.12.2002, δηλαδή μερικές ημέρες πριν την ανωτέρω συμφωνία μηνυτή και κατηγορουμένων, ζημίες ύψους 271.912,64 ευρώ, υπερτετραπλάσιες, δηλαδή, του μετοχικού κεφαλαίου της (60.000,00 ευρώ). Επίσης, την 1.7.2004 δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ τ.Α.Ε. & ΕΠΕ 8095/2004) ο ισολογισμός για την δεύτερη εταιρική χρήση, σύμφωνα με τον οποίο η ανωτέρω εταιρία παρουσίαζε την 31.12.2003 ζημίες ύψους 104.791,85 ευρώ. Ο ισχυρισμός των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ότι ο μηνυτής είχε γνώση της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας από τις πρώτες συζητήσεις που είχε με το φίλο του και διευθυντή πωλήσεων της εταιρίας Π1, είναι αβάσιμος, αφού ουδόλως προέκυψε, ότι ο τελευταίος γνώριζε τη μόνιμη δυσχερή οικονομική κατάσταση της εταιρίας, ενώ η αναφορά αυτού στην έλλειψη ρευστότητας της εταιρίας δεν ισοδυναμεί ούτε και καλύπτει και τη δυσμενή οικονομική κατάσταση, στην οποία πράγματι αυτή βρισκόταν, σε αντίθεση με όσα ψευδώς οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν στο μηνυτή. Εξάλλου, ούτε και τα προσκομιζόμενα από τους κατηγορουμένους έγγραφα (όπως φορολογικές δηλώσεις της εταιρίας κλπ) αναιρούν τα όσα προαναφέρθηκαν, αφού, σύμφωνα με τις καταθέσεις του λογιστή Μ2, τα εμφανιζόμενα λογιστικά μεγέθη της εταιρίας δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθόσον, ουσιαστικά, υπήρχε έλλειμμα άνω των 500.000 ευρώ (βλ καταθέσεις μηνυτή και Μ1). Ενισχυτικό της πρόθεσης των κατηγορουμένων να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του μηνυτή είναι και το γεγονός ότι αυτοί, καίτοι μάλιστα πραγματοποιήθηκε και σχετική συνάντηση παρουσία του μάρτυρα Μ2, συνεχώς αποφεύγουν να αναφέρουν στο μηνυτή, που ακριβώς χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα που έλαβαν από αυτόν, γι' αυτό και ο παραπάνω μάρτυρας αναφέρει, στην από 24-10-2005 προανακριτική του κατάθεση, ότι μάλλον δεν χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς της εταιρίας. Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο, κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία (άρθρ 313 ΚΠΔ) σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης εκ της οποίας το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14-18, 26 παρ. 1α' 27 παρ. 1, 45, 386 παρ 3 στοιχ β' ΠΚ. Επομένως, ορθά το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών έκρινε με το εκκαλούμενο βούλευμα, ότι πρέπει οι ως άνω δύο κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν (άρθρ 309 παρ. 1ε ΚΠΔ) στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Κατά συνέπεια, οι υπ' αριθμ 247/11-5-2007 και 229/7-5-2007 εφέσεις των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν".
Ενόψει αυτών, το Δικαστικό Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.3 στοιχ. β' ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικαστούν για την κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, διέλαβε σ'αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστούν τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτό και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω δε παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τυγχάνοντες Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ο πρώτος και Αντιπρόεδρος και οικονομικός διευθυντής ο δεύτερος της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας και, γνωρίζοντας ότι αυτή αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας που μπορούσε να ξεπεραστεί με δανεισμό της εταιρίας, προσέγγισαν το μηνυτή που διέθετε 30.000.000 δραχμές και αναζητούσε τρόπο επικερδούς επενδύσεως του ποσού αυτού και, παρέστησαν σ'αυτόν ότι η εταιρία βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική και είχε καλές προοπτικές, διότι είχε ήδη συνάψει πολλές συμφωνίες για διαφημίσεις με τρίτους, πλην όμως αντιμετώπιζε προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας. 'Όμως οι παραστάσεις αυτές των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς, αφού η εταιρία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και είχε παρουσιάσει σοβαρές ζημίες. 'Ετσι, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρία τους παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν τα άνω γεγονότα ως αληθή στο μηνυτή και τον έπεισαν να δανείσει την εταιρία, διαβεβαιώνοντας παράλληλα αυτό ότι κατά τη λήξη του δανείου θα είχε τη δυνατότητα, αντί να λάβει το ποσό του δανείου, να πάρει ισάξιες μετοχές της εταιρίας και να γίνει μέτοχος αυτής. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων για την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση της εταιρίας, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και συμφώνησε να χορηγήσει στην εταιρία ως δάνειο το ποσό των 87.908,02 ευρώ, με εξάμηνη διάρκεια και σε εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας, ο τελευταίος να παραδώσει στον Χ2 , για λογαριασμό της εταιρίας, επτά (7) ίσες με το δάνειο επιταγές εκδόσεως τρίτων, τα ποσά των οποίων εισέπραξαν οι κατηγορούμενοι, με προεξόφληση των επιταγών. Με τη λήξη του δανείου, παρότι ο μηνυτής γνώρισε στον πρώτο των κατηγορουμένων ότι επιθυμεί την απόδοση του δανείου, αυτός με διάφορες προφάσεις, ανέβαλε την απόδοσή του, για να ματαιωθεί τελικά η επιστροφή του δανείου και να ζημιωθεί έτσι ο μηνυτής με το άνω ποσό του δανείου, με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων. 'Ετσι, στοιχειοθετείται η άνω πράξη κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασή της, καθώς και η σε βαθμό κακουργήματος μορφή της, όπως επίσης και η συναυτουργία των κατηγορουμένων στην πράξη αυτή.
Επίσης, το Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τι οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διαπιστώνει κάθε αναιρεσείων, ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 10 παρ. 8 του Ν. 1941/1991 και 3 παρ. 5 του Ν. 2145/1993 "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό τους. Ο εισαγγελέας οφείλει σ'αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερες ώρες. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκεπτικό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα προκειμένου να υποβάλλουν έγκαιρα τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνον στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (αρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση είναι ο κατηγορούμενος επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ γιατί ανάγεται στη στέρηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στο,χ. δ' του ΚΠΔ. Όταν όμως ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε για την κατάθεση της πρότασης του Εισαγγελέα και προσήλθε στο αρμόδιο γραφείο και έλαβε γνώση ικανοποιείται ο σκοπός του νόμου και δεν είναι αναγκαίο να παραμείνει η πρόταση στο γραφείο του γραμματέα επί 10 ημέρες αλλά μπορεί να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο για περαιτέρω έρευνα χωρίς να προκύπτει ακυρότης. Η λύση αυτή είναι άμεση συνεπεία της υλοποίησης της δυνατότητας του κατηγορουμένου ο οποίος ικανοποίησε το δικαίωμά του και είχε την ευχέρεια να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Ενόψει των παραπάνω, κάθε αναιρεσείων με την αίτησή του ισχυρίζεται ότι με την "έφεσή μου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος γνωστοποίησα στον Εισαγγελέα Εφετών ότι επιθυμώ να λάβω γνώση της προτάσεώς του. Πλην όμως δεν ειδοποιήθηκα προς τούτο, με συνέπεια να προκληθεί κατά τ' ανωτέρω πλήρης ακυρότητα και συνεπεία αυτού πρέπει ν' αναιρεθεί το ενταύθα προσβαλλόμενο Βούλευμα". Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο δικηγόρος Αντώνιος Γεωργικόπουλος, ο οποίος είχε διορισθεί συνήγορος και αντίκλητος κάθε εκκαλούντος-κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά στις 24-9-2007, κατά τη σχετική βεβαίωση του γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών χωρίς όμως ποτέ να προσέλθει στο άνω γραφείο ο εν λόγω συνήγορος, μέχρι την 5-10-2007, που παρέμεινε η πρόταση αυτή στο άνω γραφείο, οπότε στις 22-11-2007 επελήφθη το Συμβούλιο Εφετών. 'Ετσι, κάθε αναιρεσείων μπορούσε να ικανοποιήσει το δικαίωμά του για έγκαιρη γνώση της εισαγγελικής πρότασης ώστε να έχει τη δυνατότητα υποβολής σχετικών παρατηρήσεων και διασαφήσεων προς το Συμβούλιο. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως κατά το μέρος με το οποίο κάθε αναιρεσείων-κατηγορούμενος προσάπτει στο προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2636/2007 βούλευμα την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας διότι ενώ είχε γνωστοποιήσει στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ότι επιθυμεί να λάβει γνώση της πρότασής του δεν ειδοποιήθηκε προς τούτο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς 305 και 306/31-12-2007 των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2636/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατά συναυτουργία από το οποίο προκλήθηκε ζημία πλέον των 73.000 ευρώ. Έννοια όρων. Παραπονούνται για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας για την απόρριψη των εφέσεών τους και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη ειδοποιήσεως τους να λάβουν γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 1.774/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης περί αναιρέσεως της με αριθμό 16.310/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους Ευριπίδη Τσιτσέλλη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 3/20.10.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Κερασαρίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.802/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.3, 479 παρ. 2, 504 παρ. 1 και 505 παρ.1 περ. δ', προκύπτει ότι ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και κατά των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων και των πταισματοδικείων της περιφέρειάς του, καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν τη δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα. Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Ε, δηλ. για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το άρθρ. 506 στοιχ. β'. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 3/20.10.2008 έκθεσή του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 16.310/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η κατά του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
Ο παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης γιατί με αυτή το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 17 και 112 Π.Κ. και έτσι έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την, κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη, ενώ έπρεπε εφαρμόζοντας σωστά τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας, της υπόθεσης. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία ", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του όρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο αυτό, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά προβαίνει, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη με αριθμό 16.310/2008 απόφαση του, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ, κατηγορουμένου του ότι "στη ...στις 9-10-1998 και στις 16-10-1998, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του ως υποκρυπτόμενου προσώπου στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΗΜΑ Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή - εξαγωγή νημάτων, υφασμάτων και ενδυμάτων και τη βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων με έδρα το ..., εξέδωσε τα υπ' αριθμ. ..., ... και ... τιμολόγια πώλησης (ενδοκοινοτικών παραδόσεων) προς τη γερμανική επιχείρηση ... ποσού 50.287,50 DM, 13.912,50 DM και 24.250,00 DM, αντίστοιχα και συνολικά ποσού 44.759,94 ευρώ, τα οποία όμως ήταν εικονικά, διότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, καθόσον ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η πώληση και παράδοση των περιγραφόμενων σ' αυτά υπουκαμίσων προς την ανωτέρω γερμανική επιχείρηση". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, για να στηρίξει την κρίση του για οριστική παύση της ποινικής διώξεως σε βάρος του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: "κατηγορούμενος με την ιδιότητα: του ως υποκρυπτόμενου προσώπου στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΗΜΑ ΑΕ" φέρεται ότι εξέδωσε στη ... στις 9-10-1998 και 16-10-1998 τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο εικονικά φορολογικά στοιχεία, γεγονός που διαπιστώθηκε με έκθεση της ΥΠ.Ε.Ε. και συντάχθηκε το σχετικό πόρισμα ελέγχου, το οποίο θεωρήθηκε από τον αναπληρωτή διευθυντή της ΥΠ.Ε.Ε. ... στις 4-12-2006. Οι ανωτέρω όμως πράξεις που φέρεται ότι έχουν τελεστεί από τον κατηγορούμενο στις 9-10-1998 και 16-10-1998 έχουν παραγραφεί, διότι από τον φερόμενο ως χρόνο τέλεσης μέχρι την 3-2-2008, οπότε επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, το αξιόποινο της πράξης έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, διότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ η έναρξη της παραγραφής από τη θεώρηση του οικείου πορίσματος δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέστηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του Ν. 2523/1997 έως και την έναρξη ισχύος του Ν. 2954/2001, όπως εν προκειμένω". Όμως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, με το να δεχτεί, ότι η παραγραφή του ανωτέρω αξιόποινου αδικήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 112 Π.Κ., άρχισε από την ημέρα που τελέστηκε αυτό και όχι από το χρόνο διαπιστώσεώς του, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα ειδική διάταξη, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω κατά το άρθρο 112 Π.Κ., όπως προαναφέρθηκε και ότι το εν λόγω αδίκημα υπέπεσε σε παραγραφή, αφού από το χρόνο τελέσεως του (9-10-1998 και 16-10-1998) μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (3-2-2008), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πέντε (5) έτη, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 17 και 112 Π.Κ. και πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 17 και 112 ΠΚ, είναι βάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 16.310/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της περιφέρειάς του που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής. Δεκτή. Αναιρεί. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1773/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 302/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1733/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 88 παρ. 1 εδ. α έως β του Ν. 33586/2005 "Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτος χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 302/2007 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: ο κατηγορούμενος κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο ως "οδηγός του ...ΙΧΕ αυτοκινήτου, μετέφερε στο εσωτερικό της χώρας τον Λ1, ο οποίος εισήλθε στη χώρα από ελεγχόμενη διάβαση πλησίον του τελωνείου χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν πέραν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - συνοριοφυλάκων Φ1 και Φ2, αλλά και από την απολογία του κατηγορουμένου ο οποίος τελειώνοντας την απολογία του είπε "Ξέχασα να τον ρωτήσω αν πήρε άδεια για να μπει ή να βγει από τη χώρα, αυτό ήταν το λάθος μου". Ενόψει λοιπόν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτός για την πράξη του αυτή με την ελαφρυντική περίσταση του ότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης του αυτής από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ.) όπως στο διατακτικό".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την άνω πράξη ένοχο και ειδικότερα του ότι: "στις .... στο 10ο χλμ. Της Ε.Ο. ... ως οδηγός μεταφορικού μέσου, προώθησε στο εσωτερικό της Χώρας και διευκόλυνε τη μεταφορά αλλοδαπού, ο οποίος, σύμφωνο με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δεν είχε δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και συγκεκριμένα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το μετέφερε με αυτό προς το εσωτερικό της χώρας τον Λ1 Αλβανό υπήκοο, ο οποίος εισήλθε στο ελληνικό έδαφος παράνομα από μη ελεγχόμενη μεθοριακή διάβαση πλησίον του τελωνείου ...χωρίς τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα κα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από αίτια μη ταπεινά".
Ακολούθως, αφού του είχε αναγνωρίσει το άνω ελαφρυντικό επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα.- Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 83, 84 παρ. 2β' ΠΚ και 88 παρ. 1α'Ν. 3386/05, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας,Φ1 και Φ2 και την μάρτυρα υπερασπίσεως, ...συζ. Χ1, η οποία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η γνώση του αναιρεσείοντος περί του παρανόμου της εισόδου του αλλοδαπού στη χώρα, ούτε περιέχει τη διαβεβαίωση ότι αυτός τελούσε σε γνώση του παρανόμου της εισόδου του αλλοδαπού στο εσωτερικό της χώρας, ούτε αν τέλεσε την πράξη από πρόθεση ή από αμέλεια, καθόσον ο δόλος του αναιρεσείοντος δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αυτό υπάρχει στις παραδοχές των γεγονότων, που συγκροτούν αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της μεταφοράς λαθρομεταναστών.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ εξεταζόμενος από το αυτό άρθρο περ. Ε του ιδίου Κώδικα, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8.481/25-9-2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμό 302/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταφορά λαθρομεταναστών. Αναίρεσης λόγος: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, έλλειψη νόμιμης βάσεως. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
Αριθμός 1772/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων .., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Με συγκατηγορούμενους τους: Χ4 και 2) Χ5 .
Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουλίου 2008 τρεις χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1298/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 462/08.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρ. 485 § 1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 2,3,4/14-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεων των Χ1, Χ2 συζ. Χ1 και Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας , με το οποίο απορρίπτονται κατ ουσία οι με αριθμ. 7,8,και 9 /2008 εφέσεις του κατά του με αριθμ. 79/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικαστούν για άμεση συνεργεία σε απάτη κατ εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα .Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους κατηγορουμένους και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους , της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας -έλλειψη νόμιμης βάσης, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής- εκ πλαγίου της απόλυτης ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας και, ( αρθρ. 484 & 1 α, δ και στ, ΚΠΔ) Είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι και να συνεκδικαστούν λόγω του ότι είναι συναφείς. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στις αιτήσεις είναι 1. Η έλλειψη αιτιολογίας α. Δεν περιέχει την ειδική και επιβαλλόμενη αιτιολογία λόγω του ότι δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά γιατί παραπέμπει εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση η οποία αποτελεί επανάληψη του πρωτόδικου βουλεύματος όπως και ότι δεν αιτιολογείται το στο βούλευμα αναφερόμενο για το πως και από ποια στοιχεία προέκυψε ότι η αξία του ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε ανέρχονταν στο ύψος των 500.000 ώστε με βάση τον υπολογισμό αυτού του ποσού να προκύψει το ύψος του οφέλους που επιδίωξαν οι κατηγορούμενοι β. Γιατί απέρριψε αναιτιολόγητα άλλως με τυπική και μη πλήρη αιτιολογία το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
2. Η έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης.
Περιλαμβάνει και εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά με ασάφειες και αντιφάσεις όπως δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει συγκεκριμένη δραστηριότητα και γενικά δεν προκύπτει σύνδεση της δραστηριότητας των αναιρεσειόντων με την δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων τους Χ4 και Χ5 προς τους οποίους κατηγορήθηκαν ότι παρέσχον άμεση βοήθεια για την πράξη την κακουργηματικής απάτης την οποία αυτοί τέλεσαν με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος.
3 Η εσφαλμένη εφαρμογή - εκ πλαγίου παράβαση Περιλαμβάνει και εκθέτει περιστατικά συναυτουργίας και όχι άμεσης συνέργειας κατ εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 386&1-2 και 46&1β ΠΚ.
4 Η Απόλυτη ακυρότητα Ότι εμφιλοχώρησε απόλυτη ακυρότητα γιατί η πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών δεν παρέμεινε στο γραφείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών το προβλεπόμενο 10 ήμερο διάστημα άλλα αμέσως μετά την ειδοποίηση και λήψη γνώσης της πρότασης από τους αναιρεσείοντες και πριν από την παρόδου των 10 ημερών υποβλήθηκε στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο το οποίο συνήλθε προς διάσκεψη πριν από την πάροδο των 10 ημερών και 5. Η υπέρβαση εξουσίας.
Ότι το δικαστικό συμβούλιο χωρίς ν' αποφανθεί επί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και χωρίς αξιολόγηση των αναφερομένων στην πρόταση του Εισαγγελέα για επάρκεια ή ανεπάρκεια των προβληθέντων με της απολογίες τους, αιτήσεις και υπομνήματα τους και χωρίς ν'ακουστούν προχώρησε στην απόρριψη των εφέσεων τους Κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτά εκτίθενται αντιφατικά ή υπάρχει αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, ώστε δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Η παραπομπή του βουλεύματος στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη δηλ. διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά μετά κεφάλαια των κατηγοριών για τις πράξεις για τίς οποίες επιλήφθηκε αποτελεί πλήρη αιτιολογία όπως και όταν μετά από παράθεση δικών του σκέψεων και συλλογισμών αναφέρεται συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα και στην εισαγγελική που ενσωματώθηκε σ'αυτό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογία ( ΑΠ Ολ. 1127/79 , ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005ΑΠ 1464/2003,ΑΠ 59/2005 ΑΠ 1416/2000).
Τουναντίον υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν το κατ'έφεση βούλευμα μετά από έφεση κατηγορουμένου αναφέρεται καθολικά στο πρωτόδικο βούλευμα ή στην ενσωματωμένη πρόταση του εισαγγελική πρόταση η οποία αποτελεί αντιγραφή ή παραπέμπει εξ ολοκλήρου στο πρωτόδικο βούλευμα χωρίς να κάνει καμιά σκέψη , όπως επίσης υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αν το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του πρωτόδικου βουλεύματος χωρίς παράθεση δικών του σκέψεων , δείχνοντας έτσι ότι υιοθετεί τις απόψεις του χωρίς καμιά επί πλέον σκέψη ή συλλογισμό γιατί έτσι εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται της προβλεπόμενης από τον νόμο κρίσης σε δεύτερο βαθμό η οποία κρίση απαιτεί δικές της σκέψεις για την αντιμετώπιση και απόκρουση των παραπόνων του κατηγορουμένου (ΑΠ 1151/2006, ΑΠ732/2005, ΑΠ 2253/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχτηκε, μετά από απόρριψη του αιτήματος της αυτοπρόσωπης και της ακυρότητας λόγω της μη παραμονής των δικογραφιών επί δεκαήμερο χρονικό διάστημα κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν, ότι:
Η Χ4 διατηρεί επιχείρηση - μονάδα παραγωγής στρουθοκαμήλων την οποία διαχειρίζεται ο υιός της Χ5 . Την 26-2001 συμφώνησαν με τον εγκαλούντα , και πώλησαν σ'αυτόν 50 στρουθοκαμήλους αντί 14.995.800 δρχμ. τίμημα το οποίο εξοφλήθηκε ολοσχερώς.
Την 28-6-2001 συμφώνησαν και πώλησαν σ'αυτόν τρείς μητέρες στρουθοκαμήλους αντί 1.500.000 δραχμ. Τίμημα πιστώθηκε και προς εξασφάλιση του ο εγκαλών έδωσε στους πωλητές μία μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 4.402,06 € λήξης ... . Για την μεταφορά των παραπάνω στρουθοκαμήλων και για φορολογικούς λόγους στην επιχείρηση του εκκαλούντος εκδόθηκε από την Χ4 το με αριθμ. ...δελτίο αποστολής τιμολόγιο στο οποίο κατόπιν κοινής συμφωνίας τους αναγράφηκε σ'αυτό σαν τίμημα το ποσό των 3.499.279 δρχμ. Την 11-12-2001 και πριν από την λήξη της μεταχρονολογημένης επιταγής που δόθηκε προς εξασφάλιση της πληρωμής των τριών στρουθοκαμήλων η Χ4 υπέβαλλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο αίτηση και αφού απέκρυψε τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά πέτυχε την έκδοση της με αριθμ. 479/2001 διαταγής πληρωμής για το ποσό που είχε αναγραφεί εικονικά στο δελτίο αποστολής - τιμολόγιο , δηλ. 3.499.279 δρχμ. , απόγραφο της οποίας κοινοποίησε στον εγκαλούντα την 18-1-2002 . Εγκαλών και οι δύο προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι μέσα στα πλαίσια τακτοποίησης των διαφορών που αναφύησαν από την πώληση των στρουθοκαμήλων , την έκδοση της διαταγής πληρωμής ,και της συμφωνίας επιστροφής από τον εγκαλούντα μέρους του ζωικού κεφαλαίου των στρουθοκαμήλων συμφώνησαν την επιστροφή 12 στρουθοκαμήλων στους πωλητές αντί 1521.37 € και θεώρησαν ότι με το τρόπο αυτό ότι εξοφλήθηκε και αποσβέστηκε πλήρως κάθε οφειλή του εγκαλούντα προς τους πωλητές Μετά ταύτα και παρά την παραπάνω συμφωνία οι κατηγορούμενοι Χ4 και Χ5 , ζήτησαν την έκδοση διαταγής πληρωμής για την επιταγή που τους είχε δοθεί από τον εγκαλούντα για εξασφάλιση της οφειλής του η οποία κατά τον εγκαλούντα κατά την γενομένη συμφωνία τους δεν υπήρχε αφού η οφειλή του προς αυτούς είχε αποσβεστεί πλήρως με την γενόμενη συμφωνία , και εκδόθηκε η με αριθμ. 244/2002 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαμίας την οποία κοινοποίησαν και μετά τις απαραίτητες διαδικασίες επέβαλλαν βάσει αυτής αναγκαστική κατάσχεση σε ένα ακίνητο του εγκαλούντα έκτασης 4.000 τ.μ στη θέση ...και ακολούθως συντάχθηκε η με αριθμ. ... κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή ... . Μετά ταύτα και μετά την παραπλάνηση του εγκαλούντα από τους δύο παραπάνω για το ότι δεν θα γινόταν ο πλειστηριασμός γιατί όπως αναφέρει ο εγκαλών δέχθηκαν την ανυπαρξία οφειλής αυτοί προχώρησαν στην αναγκαστική εκτέλεση και κατά την ημέρα της διενέργειας του πλειστηριασμού που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κων/νας Τρίγκα -Γκλαντζούνη εμφανίστηκε η εκ των αναιρεσειόντων Χ2 συζ. Χ1 η οποία δήλωσε ότι ενεργεί για λογαριασμό και κατ'εξουσιοδότηση του εκ αναιρεσειόντων Χ3 ο οποίος υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία και υπερθεματίζοντας κατά 10 ε ευρώ από την τιμή της πρώτης προσφοράς που ήταν το ποσό των 70.010 € αναδείχθηκε πλειοδότης. Μετά ταύτα εμφανίστηκε ο Χ3 στο επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και δήλωσε ότι αποδέχεται και εγκρίνει την προσφορά της μητέρας του και ζήτησε την κατακύρωση σ'αυτόν του ακινήτου το οποίο εκπλειστηριάστηκε γεγονός το οποίο και έγινε.
Στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την αιτιολογία της παραπομπής μετά την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων τότε εκκαλούντων παραπέμπει στην ενσωματούμενη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση η οποία αποτελεί αντιγραφή της εισαγγελικής πρότασης του πρωτόδικου βουλεύματος χωρίς ειδικώτερες σκέψεις και χωρίς ν' αναφέρει τί περί της συμμετοχής των αναιρεσειόντων εκτός των σκέψεων τις οποίες έκανε για την απόρριψη ως αβασίμων των ισχυρισμών τους ότι δεν είχαν καμιά συμμετοχή στην πράξη των δύο πρώτων κατηγορουμένων με το αιτιολογικό ότι είχαν εμπειρία σχετικά με πλειστηριασμούς ότι από τις συζητήσεις που έγιναν μεταξύ των κατηγορουμένων ο εγκαλών κατάλαβε ότι ήταν γνωστοί από πολλά χρόνια και βρισκόταν σε συνεννόηση με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους σχετικά με τον πλειστηριασμό και ότι πριν από τον πλειστηριασμό ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 είχε τηλεφωνήσει στον τελευταίο για να μάθει αν ο εξοφλήθηκε η απαίτηση και αν θα γινόταν ή όχι ο πλειστηριασμός, απέρριψε στην ουσία τις εφέσεις τους. Η παρατιθέμενη αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είναι πλήρης αφού δεν αναφέρει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την από κοινού δραστηριότητα των αναιρεσειόντων με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, δεν εκτίθενται σ'αυτό στοιχεία του τί έκαναν οι αναιρεσείοντες ώστε από την παράθεση των στοιχείων αυτών να προκύπτουν οι κατά τον νόμο απαραίτητες αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, δεν αναφερόνται στοιχεία περί του πώς προέκυψε η ζημία των 500.000 € αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται καμιά σκέψη για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, όπως και ότι η παρατιθέμενη αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα αποτελεί επανάληψη της ενσωματούμενης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης χωρίς ειδικώτερες σκέψεις η οποία και αυτή επίσης αποτελεί αντιγραφή της εισαγγελικής πρότασης του πρωτόδικου βουλεύματος χωρίς ειδικώτερες σκέψεις για την συμμετοχή και την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων Επομένως το βούλευμα δεν περιέχει την απαραίτητη αιτιολογία και γι'αυτό ο προβαλλόμενος αυτός λόγος των αναιρεσειόντων είναι βάσιμος.
Επίσης βάσιμοι κρίνονται και οι δεύτερος και τρίτος προβαλλόμενοι λόγοι γιατί στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει σύνδεση των δραστηριοτήτων των αναιρεσειόντων με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, ή άλλως δεν εκτίθενται στοιχεία για από κοινού και βάσει κοινού σχεδίου δράση των αναιρεσειόντων ή την συμμετοχική δραστηριότητα με τη δραστηριότητα των δύο πρώτων κατηγορουμένων ώστε η πράξη για την οποία παραπέμπονται να στηρίζεται σε έκθεση, ανάλυση και αξιολόγηση πραγματικών περιστατικών και παράθεση αποδεικτικών στοιχείων.
Αβάσιμος όμως πρέπει να κριθεί ο μερικότερος λόγος για το ότι το προσβαλλόμενο απέρριψε χωρίς η με μή πλήρη αιτιολογία την αίτηση αυτοπρόσωπης εμφάνισης τους στο Συμβούλιο Εφετών γιατί η παρατιθέμενη αιτιολογία στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση συνισταμένη στο ότι οι αιτούντες κατηγορούμενοι απολογήθηκαν εκτενώς και διεξοδικώς στο ανακριτή Λαμίας και υπέβαλλαν και αναλυτικό και εμπεριστατωμένο υπόμνημα με το οποίο επαρκώς υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να μην καταλείπεται καμιά ασάφεια ή αοριστία για τις υποστηριζόμενες απόψεις τους είναι επαρκής ( ΑΠ 960/2006,1346/2003 2125/2002 300/2001) όπως επίσης αβάσιμος μετά ταύτα είναι και ο προβαλλόμενος λόγος για υπέρβαση εξουσίας γιατί το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφανή ση των αναιρεσειόντων Σχετικά με την απόλυτη ακυρότητα συνισταμένη στο ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών δεν παρέμεινε στο γραφείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών το προβλεπόμενο 10 ήμερο διάστημα άλλα αμέσως μετά την ειδοποίηση και λήψη γνώσης της πρότασης από τους αναιρεσείοντες και πριν από την παρόδου των 10 ημερών υποβλήθηκε στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο το οποίο συνήλθε προς διάσκεψη πριν από την πάροδο των 10 ημερών.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 308 του Κ.Π.Δ, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 10 του Ν. 1941/1991 και την παρ. 5 του άρθρου 3 του Ν. 2145/1993, ο κατηγορούμενος δικαιούται να γνωστοποιήσει και προφορικά στον εισαγγελέα, ότι επιθυμεί να λάβει γνώση της πρότασης του, οπότε ο εισαγγελέας υποχρεούται να τον ειδοποιήσει προφορικά ή τηλεφωνικά προκειμένου να λάβει γνώση και η δικογραφία παραμένει υποχρεωτικά στη γραμματεία της εισαγγελίας για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών από την ειδοποίηση, και ότι πριν από την πάροδο των 10 ημερών η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. α' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές που θεσπίσθηκαν για την προστασία των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και οι οποίες για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται και στην ενώπιον του συμβουλίου Εφετών διαδικασία, έχουν σαν περιεχόμενο τον αποκλεισμό της δυνατότητας οποιασδήποτε κρίσης επί της Εισαγγελικής πρότασης πριν να περάσει το χρονικό διάστημα των 10 ημερών από του χρόνου ειδοποίησης του κατηγορουμένου προκειμένου αυτός να έχει τον χρόνο να προβάλλει και να αντικρούσει τα αναφερόμενα στην Εισαγγελική πρόταση και ως εκ τούτου με τη θέσπιση της προθεσμίας αυτής προβλέπεται αφ ενός μεν παραμονή της δικογραφίας στο γραφείο της Εισαγγελίας και έμμεσα πλην σαφώς απαγόρευση λήψης οποιασδήποτε απόφασης και ιδιαίτερα παραπεμπτικής από το Δικαστικό Συμβούλιο εάν η δικογραφία με την Εισαγγελική πρόταση εισαχθούν στο Δικαστικό Συμβούλιο κατά παραβίαση της παραπάνω προθεσμίας το οποίο επιβάλλεται να απέχει να αποφασίσει πριν από την συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής εκτός από την περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κίνδυνος παραγραφής γεγονός που πρέπει ν'αναφέρεται ρητά στο εκδιδόμενο βούλευμα . ( ΑΠ 287,358/2001, ΑΠ 615/2000 ΑΠ 863/2000 Contra ΑΠ 362/2006 ΑΠ 2556/2003 ΑΠ 821/2000) Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προέβαλλαν και σαν λόγο έφεσης και το προσβαλλόμενο βούλευμα απάντησε σχετικά απορρίπτοντας τον λόγο αυτό της απόλυτης ακυρότητας δεχθέν ότι οι αναιρεσείοντες κλήθηκαν και έλαβαν γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα στις 30-11-2007 και ότι μετά ταύτα ικανοποιήθηκε το δικαίωμα των τότε κατηγορουμένων για γνώση του περιεχομένου της πρότασης του Εισαγγελέα για την άσκηση των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων και ως εκ τούτου δεν επήλθε καμιά ακυρότητα σχετικά με την παραβίαση του δεκαημέρου αυτού χρονικού διαστήματος . Περαιτέρω όμως προκύπτει από το πρωτόδικο βούλευμα ότι το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο συνήλθε και συνεδρίασε για ν αποφανθεί για την κατά των αναιρεσειόντων κατηγορία με βάση την κατά τ'άνω υποβληθείσα εισαγγελική πρόταση στις 4-12-2007 τουτέστιν το δικαστικό συμβούλιο συνεδρίασε πριν από την πάροδο της κατά τ'άνω δεκαήμερης προθεσμίας αφού η προθεσμία αυτή έληγε την 10-12-2007 χωρίς ν'αναφέρεται πουθενά στο βούλευμα αυτό ότι συνέτρεχε λόγος παραγραφής ώστε το δικαστικό συμβούλιο να αποφανθεί επί της κατά των κατηγορουμένων κατηγορίας πριν από την παρέλευση τής δεκαήμερης προθεσμίας κατά ταύτα στην περίπτωση αυτή εμφιλοχώρησε η προβαλλόμενη ακυρότητα γιατί με τον κατά τ'άνω περιγραφόμενο τρόπο έγινε περιγραφή των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.
Και αν μπορεί να πει κανείς ότι η παραμονή στην Εισαγγελία της δικογραφίας με την Εισαγγελική πρόταση μετά την ειδοποίηση των κατηγορουμένων και την από μέρους τους αποδεδειγμένη γνώση του περιεχομένου της εισαγγελικής πρότασης είναι μετά ταύτα άκρως τυπολατρική ανεξάρτητα ότι αναφέρεται σε άσκηση υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και αυτό υποστηρίζεται στις παραπάνω αποφάσεις των τελευταίων ετών η μη αναμονή όμως της παρόδου της προθεσμίας αυτής από το δικαστικό συμβούλιο προκειμένου οι κατηγορούμενοι ν'ασκήσουν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα σχετικά με την προβολή των ισχυρισμών τους προς ανατροπή του περιεχομένου της εισαγγελικής πρότασης συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων αυτών γιατί με τον τρόπο αυτό περιγράφεται ουσιώδες υπερασπιστικό δικαίωμα κατηγορουμένων το οποίο κάμπτεται μόνο όταν συντρέχει περίπτωση παραγραφής, γεγονός που πρέπει ν'αναφέρεται ρητά στο εκδιδόμενο βούλευμα και το οποίο συνίσταται στο ότι πρέπει να υπάρχει στη διάθεση του κατηγορουμένου επαρκής χρόνος για την απόκρουση του περιεχομένου της εισαγγελικής πρότασης, χρονικό διάστημα που ο νομοθέτης το προσδιόρισε σε δεκαήμερο τουλάχιστον και κατά ταύτα αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή συγκροτείται ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του άρθρου 484&1 περ. α ΚΠΔ . Κατά συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η προθεσμία αυτή συγκροτείται ο λόγος αυτός και κατά ταύτα και ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες λόγο περί τούτου είναι βάσιμος.
Κατ ακολουθία των παραπάνω οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι βάσιμες και για τον λόγο αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει ν'αναιρεθεί .
Δια ταύτα
Προτείνω Α Να γίνουν δεκτές οι με αριθμ. 2,3,4/14-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεων των Χ1 , Χ2 συζ. Χ1 και Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με το οποίο απορρίπτονται κατ ουσία οι με αριθμ. 7,8,και 9 /2008 εφέσεις του κατά του με αριθμ. 79/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικαστούν για άμεση συνεργεία σε απάτη κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και ν' αναιρεθεί το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας Β Να παραπεμφθεί στο αυτό Συμβούλιο για επανάκριση το οποίο πρέπει να συντεθεί με διαφορετικούς από αυτούς που συμμετείχαν στην σύνθεση του δικαστές
Αθήνα την 6-10-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι με αριθμούς 2,3,4/14-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεων των Χ1, Χ2 συζ. Χ1 και Χ3 για αναίρεση του με αριθμ. 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με το οποίο απορρίπτονται κατ' ουσίαν οι με αριθμ. 7, 8, και 9 /2008 εφέσεις τους κατά του με αριθμ. 79/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικαστούν για άμεση συνεργεία σε απάτη κατ εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι σαφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Από το άρθρο δε 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη μόνο, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξ άλλου, κατά το άρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τελέσεως της κυρίας πράξεως, συνδεομένης προς αυτήν κατά τρόπον, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις υπό τις οποίες είχε διαπραχθεί. Επίσης, κατά το άρ, 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει. όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Υπέρβαση δε εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, εκθέσεις παροχής εξηγήσεων, απολογίες κατηγορουμένων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή. "Η Χ4 διατηρεί επιχείρηση - μονάδα παραγωγής στρουθοκαμήλων - στο ... τη διεύθυνση και διαχείριση της οποίας έχει αναλάβει ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ5 . Την 26-6-2001 κατόπιν συμφωνίας τους με τον εγκαλούντα Ψ1, ο οποίος διατηρούσε ταβέρνα - κέντρο συνεστιάσεων στη..., πώλησαν σε αυτόν πενήντα (50) στρουθοκαμήλους, που εκτρέφονταν στο πτηνοτροφείο τους, αντί του τιμήματος των 277.700 δραχμών καθεμίας και συνολικά, των δραχμών 13.885.000, πλέον Φ.Π.Α. εκ δραχμών 1.110.800, ήτοι δραχμών 14.995.800, το οποίο τίμημα εξοφλήθηκε ολοσχερώς με δάνειο που έλαβε ο εγκαλών από κατάστημα της Τράπεζας EUROBANK EFG στη .... Στη συνέχεια, την 28-6-2001, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους, κατόπιν συμφωνίας τους με τον εγκαλούντα πώλησαν σε αυτόν τρεις (3) ακόμη στρουθοκαμήλους (μητέρες), αντί τιμήματος πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών καθεμίας και συνολικά, ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να πιστωθεί μέχρι την 30-6-2002. Προς εξασφάλιση της πληρωμής ο εγκαλών εξέδωσε την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, εκδόσεως την ..., ποσού 4.402,06 ευρώ με χρέωση του με αριθμό .... λογαριασμού του στην τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.", σε διαταγή της πρώτης κατηγορουμένης και παρέδωσε την επιταγή αυτή στους κατηγορουμένους, ενώ για τη νομότυπη μεταφορά των τριών στρουθοκαμήλων προς την επιχείρηση του εγκαλούντος η Χ4 εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, στο οποίο ανέγραψε εικονικά και φαινομενικά, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, ως τίμημα μαζί με το Φ.Π.Α. το ποσό των 3.499.279 δραχμών. Με την από 11-12-2001 αίτησή της η πρώτη κατηγορουμένη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της προσκόμισε το ανωτέρω τιμολόγιο, στο οποίο αναγραφόταν εικονικά ως τίμημα το ποσό των 3.499.279 δραχμών, αντί του αληθούς συμφωνηθέντος τιμήματος των 1.500.000 δραχμών, και με βάση το έγγραφο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ότι δήθεν αυτό ήταν το οφειλόμενο τίμημα και δια της ανωτέρω προσαγωγής ανακριβούς κατά το περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 479/2001 διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντος για το ποσό των 3.499.279 δρχ., νομιμοτόκως από τις 11-12-2001, ήτοι την πάροδο της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την από 29-11-2001 εξώδικη δήλωση που επεδόθη στον καθ' ού. Ακολούθως, αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο, με την κάτωθι αυτού επιταγή πληρωμής των επιδικαζόμενων χρηματικών ποσών, κοινοποιήθηκε στις 18-1-2002 στον εγκαλούντα. Η ανωτέρω απαίτηση ήταν εικονική και ανύπαρκτη κατά το υπερβάλλον ποσό των 1.500.000 δραχμών, το οποίο άλλωστε, είχε πιστωθεί δια της εκδόσεως της προαναφερομένης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, ποσού 4.402,06 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την ... . Η ανυπαρξία δε της οφειλής ήταν σε γνώση τόσο της πρώτης κατηγορουμένης Χ4 που τυπικά διατηρούσε την προαναφερόμενη επιχείρηση όσο και του προστιθέντος ουσιαστικά ασκούντος τη διαχείριση της τελευταίας δεύτερου κατηγορουμένου Χ5 ο οποίος εξάλλου, συνδέεται με συγγενική σχέση με την πρώτη (μητέρα του). Στη συνέχεια, μετά την κοινοποίηση στον εγκαλούντα του εκτελεστού τίτλου και σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία, ο εγκαλών προσήλθε στην επιχείρηση των δύο πρώτων κατηγορουμένων, όπου αυτοί, αναγνωρίζοντας τις εύλογες διαμαρτυρίες του για τη δικαστική επιδίωξη του ανύπαρκτου χρέους, τον καθησύχασαν παραπλανητικά, διαβεβαιώνοντας τον ψευδώς ότι η έκδοση της επιδοθείσας διαταγής πληρωμής είναι προϊόν παρανόησης του δικηγόρου, ότι δεν υφίσταται δικαστική διαφορά μεταξύ τους και ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν περαιτέρω δικαστικές ενέργειες με βάση τον εν λόγω εκτελεστό τίτλο, λέγοντας του επί λέξει χαρακτηριστικά ότι "δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και να μην ανησυχείς", ενώ τον παρότρυναν παραπλανητικά "να σκίσει το χαρτί", εννοώντας το αντίγραφο του δελτίου αποστολής, βάσει του οποίου εξεδόθη και η υπ' αριθμ. 479/2001 διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, αν και κατά την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων πώλησης των στρουθοκαμήλων ανέλαβαν προφορικά την υποχρέωση να παράσχουν στον εγκαλούντα κάθε βοήθεια και συνδρομή για τη σφαγή και τη διάθεση από αυτόν σε πελάτες του κρέατος των πωλούμενων στρουθοκαμήλων, δεν τήρησαν τη δέσμευση τους, με συνέπεια ο εγκαλών να αντιμετωπίζει προβλήματα ως προς την εκμετάλλευση και τη διάθεση του κρέατος των στρουθοκαμήλων. Προς διευθέτηση και επίλυση των διαφορών αυτών συμφωνήθηκε να επιστραφούν οι δώδεκα (12) στρουθοκάμηλοι, που απέμειναν στον εγκαλούντα και με την αξία τους να εξοφληθεί και να αποσβεσθεί πλήρως κάθε υποχρέωση και οφειλή του τελευταίου απορρέουσα από τη ρηθείσα αγοραπωλησία των τριών (3) στρουθοκαμήλων (μητέρων) και ειδικότερα, τόσο για τα ποσά που επιδικάστηκαν ακύρως με την υπ' αριθμ. 479/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας όσο και για το ποσό της προαναφερθείσης με αριθμό... μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, ποσού 4.402,06 ευρώ. Την 9-2-2002 σε εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ενεργώντας η πρώτη ως ιδιοκτήτρια και ο δεύτερος ως διευθυντής της επιχείρησης πτηνοτροφείου, παρέλαβαν από την επιχείρηση του εγκαλούντος τις δώδεκα (12) στρουθοκαμήλους, ενώ ο τελευταίος εξέδωσε το υπ' αριθμ. .... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, στο οποίο κατόπιν συμφωνίας αναγράφηκε ως φαινομενικό τίμημα το ποσό των 1.521,37 ευρώ, ενώ η αξία των επιστραφέντων στρουθοκαμήλων ήταν πολύ μεγαλύτερη. Με τον τρόπο αυτό συμφωνήθηκε ότι την 9-2-2002 εξοφλήθηκε και αποσβέστηκε πλήρως κάθε οφειλή του εγκαλούντος προς τους δύο πρώτους κατηγορουμένους Χ4 και Χ5 . Ωστόσο, την 16-7-2002 η Χ4 και ο Χ5 ενεργώντας από κοινού, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους υπέβαλαν προς το Ειρηνοδικείο Λαμίας αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τη με αριθμό ...Τραπεζική επιταγή, που είχε εκδοθεί στη..., στις ..., για το λόγο που προεκτέθηκε, την οποία εμφάνισαν εμπροθέσμως για να πληρωθεί, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω μη υπάρξεως υπολοίπου στο λογαριασμό του καθού. Με βάση το αξιόγραφο αυτό παραπλάνησαν τον Ειρηνοδίκη Λαμίας ότι δήθεν πρόκειται περί για μη πληρωθείσα επιταγή κι ότι η ενσωματωμένη σε αυτή απαίτηση είναι υπαρκτή και δια της ανωτέρω προσαγωγής ανακριβούς κατά το περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου πέτυχαν την έκδοση της υπ' αρθμ. 244/2002 διαταγής πληρωμής, της οποίας αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο, με την κάτωθι αυτού επιταγή πληρωμής των επιδικαζομένων χρηματικών ποσών, κοινοποίησαν στις 29-11-2002 στον εγκαλούντα.
Συνεπώς, με τις ανωτέρω παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών, δια της προβολής ψευδών πραγματικών ισχυρισμών, αλλά και με την ταυτόχρονη προσαγωγή προς υποστήριξή τους κι απατηλού αποδεικτικού μέσου, με σκοπό να περιποιήσουν στον εαυτό τους και στους λοιπούς κατηγορουμένους παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι να εισπράξουν την ίδια ακριβώς απαίτηση δύο φορές, παραπλάνησαν τον αρμόδιο Δικαστή που εξέδωσε δυσμενείς για την περιουσία του εγκαλούντος διαταγές πληρωμής, ήτοι τη με αριθμό 479/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και τη με αριθμό 244/2002 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαμίας. Με βάση την τελευταία εξάλλου, ως εκτελεστό τίτλο, την 27-12-2002 και κατόπιν εντολών των δύο πρώτων κατηγορουμένων που ενεργούσαν από κοινού προς ικανοποίηση της επιδικασθείσας ανύπαρκτης οφειλής, ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Λαμίας ... επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της υπ' αριθμ....έκθεσης του αναγκαστικής κατάσχεσης, σε ακίνητο του εγκαλούντος, που βρίσκεται στη θέση ..., εκτάσεως 4.000 τετραγωνικών μέτρων, με την επ' αυτού οικοδομή, εμβαδού 400 τετραγωνικών μέτρων. Ακολούθως, συντάχθηκε η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, με την οποία ορίστηκε η ημέρα, η ώρα και ο τόπος του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου, καθώς και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι όροι αυτού. Ενόψει αυτών, ο εγκαλών ανέθεσε στον Ζ1, οικογενειακό φίλο του, συνδεόμενο φιλικά και με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, να μεσολαβήσει και να διαμαρτυρηθεί προς τους τελευταίους, για την επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού του ακινήτου του, βάσει της αποσβεσθείσας την 9-2-2002 απαίτησης, καθώς και να ενεργήσει προς τη διακοπή κάθε διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του. Από τα τέλη του 2002 έως και το Φεβρουάριο του 2003, σε πολλές συναντήσεις τους ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ5, ενεργών για τον εαυτό του ατομικά, αλλά και για λογαριασμό της μητέρας του, πρώτης κατηγορουμένης, Χ4 αναγνώρισε ενώπιον του Ζ1 ότι η απαίτηση του εγκαλούντος Ψ1, για την οποία επισπεύθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός, είχε εξοφληθεί και αποσβεσθεί πλήρως και ότι δεν θα προχωρούσε στη διενέργεια του πλειστηριασμού του πιο πάνω ακινήτου. Λόγω των ανωτέρω διαβεβαιώσεων των κατηγορουμένων ότι παραιτούνται της περαιτέρω διαδικασίας του πλειστηριασμού και ότι θεωρούν αποσβεσθείσα τη σχετική οφειλή, δημιουργήθηκε στον εγκαλούντα η πεποίθηση ότι δεν θα πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός, με αποτέλεσμα αυτός να εφησυχάσει, να μην παρακολουθήσει την περαιτέρω πορεία αυτού και να μην ασκήσει εμπροθέσμως τα σχετικά ένδικα βοηθήματα κατά του εκτελεστού τίτλου και του πλειστηριασμού. Με την ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά τους έπεισαν τον εγκαλούντα να παραλείψει να αντιδράσει εγκαίρως, ασκώντας τα νόμιμα ένδικα βοηθήματα, ώστε να αποτραπεί η διενέργεια του πλειστηριασμού την 26-2-2003, ενώ κρυφίως επέσπευσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο τον πλειστηριασμό του εν λόγω ακινήτου, ενώπιον της υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Λαμίας Κωνσταντίνας Τρίγκα - Γκλαντζούνη. Την 26-2-2003, ημέρα του πλειστηριασμού, που ορίστηκε με την με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου ... εμφανίστηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κων/νας Τρίγκα - Γκλαντζούνη ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού μοναδική υπερθεματίστρια η τέταρτη κατηγορουμένη, Χ2 συζ.Χ1, η οποία δήλωσε ότι ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου και υιού της, Χ3 , ο οποίος τότε υπηρετούσε την στρατιωτική θητεία του και στον οποίο κατακυρώθηκε το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αντί του προσφερθέντος ποσού των 70.010 ευρώ, ήτοι όσο και η τιμή πρώτης προσφοράς πλέον 10 ευρώ. Εν συνεχεία, ο τρίτος κατηγορούμενος, εμφανισθείς μετά τον πλειστηριασμό ενώπιον της άνω υπαλλήλου του πλειστηριασμού, δήλωσε ότι αποδέχεται και εγκρίνει τη ρηθείσα προσφορά της μητρός του και την κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου σε αυτόν, ως υπερθεματιστή. Καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, από την έκδοση των ως άνω διαταγών πληρωμής έως και την ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού ο εγκαλών Ψ1, πιστεύοντας στις διαβεβαιώσεις των δύο πρώτων κατηγορουμένων ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν αντέδρασε. Μόλις μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού στις 26-2-2003 άσκησε την από 19-3-2003 ανακοπή του κατά της με αριθμό 479/2001 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Η δίκη όμως, που άνοιξε με την ανακοπή αυτή καταργήθηκε δυνάμει του με αριθμό ...πρακτικού κατάργησης δίκης του Συμβολαιογράφου Λαμίας Κων. Καψάλη που συνήφθη μεταξύ του εγκαλούντος και των δύο πρώτων κατηγορουμένων Χ4 και Χ5. Στο ίδιο δε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμφωνήθηκε και ομολογήθηκε από τους δύο τελευταίους ότι οι απαιτήσεις τους βάσει των εκδοθέντων υπ' αριθμ. 479/2001 και 244/2002 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και του Ειρηνοδίκη Λαμίας αντίστοιχα δεν υφίσταντο και ότι ο εγκαλών δεν όφειλε κανένα ποσό, καθώς την 9-2-2002 είχε τακτοποιηθεί κάθε μεταξύ τους οικονομική εκκρεμότητα που αφορούσε την πώληση από την πρώτη κατηγορουμένη στον εγκαλούντα στρουθοκαμήλων και δεν υπήρχε καμία οφειλή. Ωστόσο, με τη συμπεριφορά τους αυτή οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι εξαπάτησαν τον εγκαλούντα, ο δε πλειστηριασμός έγινε κατόπιν συμπαιγνίας και των πέντε κατηγορουμένων και με συναπόφαση απάντων να τελέσουν σε βάρους του εγκαλούντος Ψ1 την αξιόποινη πράξη της απάτης, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα, οι μεν δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ωφελήθηκαν από την είσπραξη των ανύπαρκτων απαιτήσεων τους που επιδικάστηκαν με τις προαναφερθείσες διαταγές πληρωμής, συνολικού ποσού 14.671,40 ευρώ, καθώς επίσης κι από ένα πρόσθετο αντάλλαγμα, ποσού 6.000.000 δραχμών περίπου, που έλαβαν από τους λοιπούς κατηγορουμένους, αφού τους διαβεβαίωσαν ότι θα εκπλειστηριαστεί το ακίνητο και θα κατακυρωθεί σε αυτούς αντί του προσφερθέντος ποσού το)ν 70.010 ευρώ. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ4 και Χ5 επέτυχαν να παραπλανήσουν τον εγκαλούντα, αλλά και υποψήφιους πλειοδότες, όπως τον Ζ1, τον ... και άλλους, τα στοιχεία των οποίων δεν εξακριβώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση, διαβεβαιώνοντας αυτούς σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να εξειδικευτούν κατά την κύρια ανάκριση και πάντως κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της επίδοσης στον εγκαλούντα του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 479/2001 διαταγής πληρωμής την 18-1-2002 και της διενέργειας του πλειστηριασμού την 26-2-2003, ότι εξοφλήθηκε πλήρως η οφειλή του και ότι δεν συνεχίζεται η διαδικασία του πλειστηριασμού. Επίσης, την 26-2-2003, ημέρα του πλειστηριασμού, παριστάνοντας οι ίδιοι στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, Συμβολαιογράφο Λαμίας Κωνσταντίνα Τρίγκα - Γκλαντζούνη, ψευδώς ότι η απαίτηση, για την οποία επισπευδόταν ο πλειστηριασμός, ήταν υπαρκτή, ενώ αυτή απεσβέσθη πλήρως την 9-2-2002, έπεισαν αυτή να προβεί στη διενέργεια του ρηθέντος πλειστηριασμού, προς βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Ο εγκαλών υπέστη βλάβη όχι μόνο από την απώλεια της ανωτέρω ακίνητης περιουσίας του, αλλά και αποθετική ζημία λόγω της στέρησης κάρπωσης της επιχείρησής του, που έδρευε επί του εν λόγω ακινήτου, λόγω της αδυναμίας οργάνωσης δεξιώσεων και συνεστιάσεων, ανερχομένης της αποθετικής ζημίας σε 3.000 ευρώ κατά μήνα και συνολικά σε 396.000 Ευρώ. Περαιτέρω, οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος κατηγορούμενοι ωφελήθηκαν από την απόκτηση του πλειστηριαθέντος ακινήτου, η πραγματική αξία του οποίου ανερχόταν κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού στο ποσό των 500.000 Ευρώ, ενώ αυτοί κατέβαλαν μόνο το πλειστηρίασμα ύψους 70.010 ευρώ και καρπώθηκαν τη διαφορά των 429.990 ευρώ. Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος κατηγορούμενοι από κοινού αποφάσισαν την ανωτέρω συμμετοχή του Χ3 στον εν λόγω πλειστηριασμό, ενώ η Χ2 και ο Χ1 διέθεσαν για λογαριασμό του Χ3 το ποσό του εκπλειστηριάσματος, δεδομένου ότι ο υπερθεματιστής, ως υπηρετών τη στρατιωτική θητεία του, δεν διέθετε ιδίους χρηματικούς πόρους. Οι κατηγορούμενοι Χ4 και Χ5 στην από 23-4-2007 απολογία τους ενώπιον του Ανακριτή Λαμίας, έχοντας κοινούς υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, αρνούνται την αποδιδόμενη σε αυτούς κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι οι διαταγές πληρωμής εξεδόθηκαν για υπαρκτές οφειλές, ενώ ο επακολουθήσας πλειστηριασμός διενεργήθηκε νομίμως, αφού ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία με την επίδοση στον καθ' ου των σχετικών εγγράφων, και επομένως, ο εγκαλών ήταν ενήμερος για την πορεία αυτού. Τέλος, αρνούνται οποιαδήποτε σχέση και συνδιαλλαγή με τον υπερθεματιστή και τους γονείς αυτού, τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των κατηγορουμένων, ενώ χαρακτηρίζουν την επίδικη υπόθεση ως ποινικοποίηση μιας αστικής διαφοράς. Οι ισχυρισμοί των δύο πρώτων κατηγορουμένων κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, καθόσον ο δεύτερος εξ αυτών ομολογεί την αιτία έκδοσης της επιταγής ποσού 4.402,06 ευρώ, ενώ δε δικαιολογεί πειστικά για ποιο λόγο ζήτησαν την έκδοση των Διαταγών πληρωμής, καθώς κι αν υπήρχαν άλλες ανεξόφλητες απαιτήσεις τους σε βάρος του εγκαλούντος. Η κρίση αυτή ενισχύεται κι από τις καταθέσεις τρίτων προσώπων, αλλά και το πρακτικό κατάργησης δίκης που συνήφθη μεταξύ του εγκαλούντος και των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Οι λοιποί δε κατηγορούμενοι αρνούνται επίσης την κατηγορία κι ισχυρίζονται ότι δε γνώριζαν τον εγκαλούντα ούτε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, στους οποίους αρνούνται ότι κατέβαλαν χρήματα για να επισπεύσουν τον πλειστηριασμό, τον οποίο πληροφορήθηκαν από τον τοπικό τύπο κι αποφάσισαν να πλειοδοτήσουν, εφαρμόζοντας τη νόμιμη διαδικασία. Ωστόσο, οι ανωτέρω αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Κατ' αρχάς, προέκυψε ότι διέθεταν εμπειρία από τη διαδικασία του πλειστηριασμού, καθώς έχουν στο παρελθόν πλειοδοτήσει σε πλειστηριασμούς, αλλά δεν έδωσαν πειστική απάντηση σχετικά με το αν τους προβλημάτισε η δυσαναλογία του οφειλομένου ποσού των 4.402,06 ευρώ προς την αξία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Εξάλλου, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Ζ1, από τις συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ των κατηγορουμένων αμέσως μετά τον πλειστηριασμό, κατάλαβε ότι ήταν γνωστοί από πολλά χρόνια, καθώς μιλούσαν με τα μικρά τους ονόματα. Το γεγονός της επικοινωνίας του Χ1 με τον Χ5 επιβεβαιώνει ο τελευταίος με δήλωσή του, που περιέχεται στο υπ' αριθμ. 17.184/2004 πρακτικό κατάργησης δίκης, κατά την οποία "πριν τον πλειστηριασμό που έγινε στις 26-2-2003. του τηλεφώνησε ο Χ1 για να μάθει αν εξοφλήθηκε η απαίτησή της η δεύτερη των εμφανισθέντων την απαίτησή της, για την οποία θα έβγαινε το παραπάνω ακίνητο του πρώτου στον πλειστηριασμό και του είπε ότι υποσχέθηκε στον πρώτο των εμφανισθέντων ότι δεν πρόκειται να γίνει ο πλειστηριασμός. Όλα τα παραπάνω αν χρειαστεί μπορεί να τα βεβαιώσει όπου δει". Άλλωστε, η συμπαιγνία απάντων των κατηγορουμένων ως προς την εκπλειστηρίαση του συγκεκριμένου ακινήτου συνάγεται και από το γεγονός ότι δεν κατασχέθηκε άλλο ακίνητο του εγκαλούντος, εκτάσεως 650 τ.μ. κείμενο στη θέση ..., η αξία του οποίου υπερκάλυπτε μεν την απαίτηση των 4.402,06 ευρώ, για την οποία επισπεύθηκε ο πλειστηριασμός, χωρίς όμως να προκαλεί μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ της απαίτησης και της αξίας του πλειστηριασθέντος ακινήτου. Έτσι, το Συμβούλιο Πλημ/κών Λαμίας, που με το εκκαλούμενο βούλευμά του έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων για την παραπομπή τους στο ακροατήριο για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία από την οποία το περιουσιακό όφελος που επεδίωξαν οι δράστες με αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 386 παρ.1,3β' Π.Κ.), ορθώς τα υφιστάμενα αποδεικτικά στοιχεία εξετίμησε και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι λόγοι των εφέσεων ως ουσιαστικά αβάσιμοι και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων), για να δικαστούν για άμεση συνέργεια σε απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και ή η συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 74.000 ΕΥΡΩ, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενους διέλαθε σ'αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λαμίας, για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες, ανωτέρω δε παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι από κοινού αποφάσισαν την προαναφερόμενη στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, συμμετοχή του Χ3 στον άνω πλειστηριασμό, ενώ η Χ2 και ο Χ1 διέθεσαν για λογαριασμό του Χ3 το ποσό του εκπλειστηριάσματος, δεδομένου ότι ο υπερθεματιστής, ως υπηρετών τη στρατιωτική θητεία του, δεν διέθετε ιδίους χρηματικούς πόρους. Έτσι ωφελήθηκαν από την απόκτηση του πλειστηριασθέντος ακινήτου, η πραγματική αξία του οποίου ανερχόταν κατά το χρόνο του πλειστηριασμού στο ποσό των 500.000 ΕΥΡΩ, ενώ αυτοί κατέβαλαν μόνο το πλειστηρίασμα ύψους 70.000 ΕΥΡΩ και καρπώθηκαν τη διαφορά των 429.990 ΕΥΡΩ. Ο εγκαλών δε, υπέστη βλάβη, όχι μόνο από την απώλεια της άνω ακίνητης περιουσίας του, αλλά και λόγω της στέρησης κάρπωσης της επιχείρησής του, που έδρευε επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου. Επίσης, το Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί κάθε αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων, ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 10 παρ. 8 του Ν. 1941/1991 και 3 παρ, 5 του Ν. 2145/1993 "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό τους. Ο εισαγγελέας οφείλει σαυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερες ώρες. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκεπτικό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα προκειμένου να υποβάλλουν έγκαιρα τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνον στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (αρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση είναι ο κατηγορούμενος επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠΔ γιατί ανάγεται στη στέρηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ. Όταν όμως ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε για την κατάθεση της πρότασης του Εισαγγελέα και προσήλθε στο αρμόδιο γραφείο και έλαβε γνώση ικανοποιείται ο σκοπός του νόμου και δεν είναι αναγκαίο να παραμείνει η πρόταση στο γραφείο του γραμματέα επί 10 ημέρες αλλά μπορεί να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο για περαιτέρω έρευνα χωρίς να προκύπτει ακυρότης. Η λύση αυτή είναι άμεση συνεπεία της υλοποίησης της δυνατότητας του κατηγορουμένου ο οποίος ικανοποίησε το δικαίωμά του και είχε την ευχέρεια να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Ενόψει αυτών, κάθε αναιρεσείων - κατηγορούμενος με την αίτηση αναιρέσεώς του και με το σχετικό (τρίτο) λόγο αυτής, ισχυρίστηκε ότι "με ειδικό λόγο εφέσεώς μου επικαλέστηκα απόλυτη ακυρότητα του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος εκ του λόγου ότι, ενώ είχα ζητήσει εγκαίρως να λάβω γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κών Λαμίας επί της εναντίον μου κατηγορίας και, ως εκ τούτου, έπρεπε η πρόταση αυτή να παραμείνει στη Γραμματεία της Εισαγγελίας επί 10 ημέρες από της ειδοποιήσεώς μου, παρά ταύτα, ενώ η σχετική ειδοποίησή μου για να λάβω γνώση της έγινε την 30.11.2007, ευθύς αμέσως την επομένη επακολούθησε η υποβολή της εισαγγελικής προτάσεως, μετά της οικείας δικογραφίας, προς το Συμβούλιο των Πλημ/κών Λαμίας, το οποίο συνεδρίασε στια 04.12.07 (βλ. σελ. 1 βουλ/τος 79/08), χωρίς να τηρηθεί η, περί ης ο λόγος, δεκαήμερη προθεσμία παραμονής της προτάσεως στη γραμματεία της Εισαγγελίας, δημιουργηθείσης, εντεύθεν, της ως άνω ακυρότητας, αφού, όχι μόνον η υποβολή της προτάσεως και δικογραφίας, αλλά και η συνεδρίαση του Συμβουλίου έγινε προ της εκπνοής της νόμιμης προθεσμίας των 10 ημερών. Ο νόμιμος και βάσιμος αυτός λόγος εφέσεώς μου απερρίφθη υπό του προσβαλλομένου βουλεύματος με την αιτιολογία, ότι, αφού την 30.11.2007 ειδοποιήθηκα και έλαβα γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, δεν ήταν αναγκαία η παραμονή της δικογραφίας στη γραμματεία της Εισαγγελίας μέχρι την εξάντληση του δεκαημέρου από της ειδοποιήσεως, ήτοι; α) χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Έτσι β) επήλθε απόλυτη ακυρότητα, αφού και η συνεδρίαση του Συμβουλίου έγινε είσω της 10ήμερης προθεσμίας και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεώς μου, να αναιρεθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ! και 484 παρ. 1 στοιχ. α!, δ! και στ! ΚΠοινΔ. τόσον η, απορριπτική του ως άνω λόγου εφέσεώς μου. διάταξη του προσβαλλομένου βουλεύματος, όσο και οι λοιπές διατάξεις του περί ουσιαστικής απορρίψεως της εφέσεως στο σύνολό της, αφού οι τελευταίες στηρίζονται επί της πρώτης και, με την έκδοσή τους γ) το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας υπερέβη την εξουσία του". Όμως, το άνω Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε την προαναφερόμενο λόγο των εφέσεών τους, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο δικηγόρος Κων/νος Πολύζος, ο οποίος είχε διοριστεί συνήγορος και αντίκλητος των 3ου, 4ου και 5ου κατηγορουμένων - εκκαλούντων, που με αίτησή τους είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, ειδοποιήθηκε, κατά τη σχετική από 30.11.2007 βεβαίωση της γραμματέας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Λαμίας Π. Καρανάσιου, να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την ειδοποίηση, της οποίας πρότασης και έλαβε αυτός γνώση την ίδια ημέρα (30-11-2007). Περί αυτού υπάρχει σχετική επισημείωση στην ίδια βεβαίωση που φέρει την υπογραφή του ανωτέρω δικηγόρου. Έτσι οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες ικανοποίησαν το δικαίωμα τους για έγκαιρη γνώση της εισαγγελικής πρότασης, ώστε να έχουν τη δυνατότητα υποβολής σχετικών παρατηρήσεων και διασαφήσεων προς το πρωτοβάθμιο συμβούλιο. Επομένως, και υπό την εκδοχή που υποστηρίζουν οι ανωτέρω εκκαλούντες, ότι δηλαδή από την υποβολή της εισαγγελικής πρότασης στο συμβούλιο δεν παρήλθαν δέκα ημέρες και επομένως δεν παρέμεινε η δικογραφία στη γραμματεία της εισαγγελίας, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, δεδομένου ότι εφόσον, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, οι κατηγορούμενοι ειδοποιήθηκαν για την κατάθεση της πρότασης του εισαγγελέα και προσήλθε ο αντίκλητος τους στο αρμόδιο γραφείο και έλαβε γνώση, ικανοποιήθηκε ο σκοπός του νόμου και δεν ήταν πλέον αναγκαίο, να παραμείνει η πρόταση στο γραφείο του γραμματέα επί δέκα ημέρες, αλλά μπορούσε αμέσως να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο για περαιτέρω έρευνά της. Επομένως ο σχετικός λόγος της εφέσεως των 3ου, 4ου και 5ου κατηγορουμένων, με τον οποίο παραπονούνται για την απόρριψη από το εκκαλούμενο βούλευμα του ισχυρισμού τους περί ακυρότητας της εισαγωγής της προτάσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στο πρωτοβάθμιο συμβούλιο διότι δεν παρέμεινε η δικογραφία επί 10ήμερο στα γραφεία της εισαγγελίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και αυτή που επιβάλλεται από το άρθρο 139 ΚΠΔ. Επομένως, ο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεώς τους, κατά το σκέλος με το οποίο κάθε αναιρεσείων προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα την πλημμέλειά του, στο άνω άρθρο, στηριζόμενου, λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεώς τους, κατά το δεύτερο σκέλος του για απόλυτη ακυρότητα του αυτού βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί, διότι εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο δικηγόρος Λαμίας, Κωνσταντίνος Πολύζος, ο οποίος είχε διορισθεί συνήγορος και αντίκλητος κάθε εκκαλούντος κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά στις 30-11-2007, κατά τη σχετική από 30-11-2007, βεβαίωση του γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Πλημ/κών Λαμίας, να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κών της οποίας και έλαβε αυτός γνώση την ίδια ημέρα (στις 30-11-2007). Έτσι, ο κάθε αναιρεσείων ικανοποίησε το δικαίωμά του για έγκαιρη γνώση της εισαγγελικής πρότασης ώστε να έχει την δυνατότητα υποβολής υποβολής σχετικών παρατηρήσεων και διασαφήσεων προς το Συμβούλιο. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως κατά το μέρος με το οποίο κάθε αναιρεσείων κατηγορούμενος προσάπτει στο προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 93/2008 βούλευμα την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας διότι ενώ είχε γνωστοποιήσει στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας ότι επιθυμεί να λάβει γνώση της πρότασής του δεν ειδοποιήθηκε προς τούτο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αλλά και κατά την αιτίαση σύμφωνα με την οποίαν η δικογραφία δεν παρέμεινε στα γραφεία της εισαγγελίας επί δέκα ημέρες αλλά εισήχθη στο συμβούλιο πολύ ενωρίτερα και έτσι στερήθηκε της δυνατότητας μελέτης της δικογραφίας καθ' όλο το άνω χρονικό διάστημα ο αυτός ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι εφόσον κάθε αναιρεσείων, όπως προεκτέθηκε έλαβε γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως, πληρώθηκε ο σκοπός του νόμου και δεν ήταν αναγκαίο να παραμείνει η δικογραφία στα γραφεία της εισαγγελίας καθόλη την διάρκεια της ως άνω προθεσμίας, η οποία τίθεται για να λάβει γνώση ο διάδικος της εισαγγελικής πρότασης και όχι στην περίπτωση που έλαβε γνώση αυτής ούτε επί πλέον ήταν απαραίτητη η μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα της γενόμενης καταθέσεως της προτάσεως αυτής. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ο αυτός λόγος αναιρέσεώς τους κατά το τρίτο σκέλος του, για υπέρβαση εξουσίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, καθόσον ουδεμία το άνω Συμβούλιο υπέρβαση δικαιοδοσίας του άσκησε. Μετά ταύτα πρέπει ν'απορριφθεί ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεώς τους. Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρ. 171 § 1δ' επάγεται και η παραβίαση της διατάξεως του άρ. 309 παρ. 2 του ΚΠΔ με την οποία παρέχεται δικαίωμα στο διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεων. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες με την έφεσή τους υπέβαλαν αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς τους, ως κατηγορουμένων ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων επί της αποδιδομένης εις βάρος τους κατηγορίας.
Το άνω Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε το πιο πάνω αίτημά τους, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν με τα εφετήριά τους αίτημα να εμφανισθούν ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπροσώπως για να παράσχουν και άλλες διευκρινίσεις για την υπόθεση. Ωστόσο το αίτημα τους αυτό, αν και νόμιμο (άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο διότι ήδη οι κατηγορούμενοι με τα πολυσέλιδα απολογητικά υπομνήματα και τα έγγραφα που προσκόμισαν ενώπιον του ανακριτή, αλλά και τα διεξοδικά εφετήριά τους και τα μετά την πρόταση του εισαγγελέα αναλυτικά υπομνήματα τους ανέπτυξαν επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις τους και γι' αυτό δεν παρίσταται ανάγκη για ακόμη πληρέστερη ανάλυση των απόψεων τους. Τα ανωτέρω συνιστούν νόμιμο λόγο, που μπορεί να αποκλείσει το αξιούμενο δικαίωμα τους". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και, αυτή που επιβάλλεται από το άρθρο 139 ΚΠΔ. Επομένως, οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' και στ' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως (πρώτο και τρίτο σκέλος) κατά το μέρος με το οποίο κάθε αναιρεσείων προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα την πλημμέλεια της ελλείψεως της κατά νόμο αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Αλλά, ο αυτός λόγος αναιρέσεώς τους, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά το μέρος με το οποίο κάθε αναιρεσείων προσβάλλει το αυτό βούλευμα, για απόλυτη ακυρότητα (ΚΠΔ 484 § 1 στοιχ. α' - 171 § 1δ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 14 Ιουλίου 2008 και με αριθμούς 2, 3, 4/2008, αντίστοιχα, αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2 συζ. Χ1 και 3) Χ3 , για αναίρεση του με αριθμό 93/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Έννοια όρων. Παραπονούνται για απόρριψη εφέσεών τους από το Συμβούλιο Εφετών. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας για απόρριψη αιτημάτων τους για μη γνώση προ-τάσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Εμφάνισή τους στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1771/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, περί αναιρέσεως της 9061/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1731/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 9061/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπ' αριθμ. 573/26-2-2007 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 20.552/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό 573/26-2-2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διάμενει τόσο κατά το χρόνο κλητεύσεώς του ενώπιον του Μ/λούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, όσο και κατά το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στη Θεσ/νίκη, στην οδό .... Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτον μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως, στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτήν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ..., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Κατά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ασκήθηκε, από τον ενταύθα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και κατόπιν της από 19-9-1996 εγκλήσεως της υπό την επωνυμία "ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε." ανωνύμου εταιρείας, ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, την οποία εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενταύθα εδρευούσης υπό την επωνυμία "Β. ΔΟΛΜΑΣ - ΦΙΛ. ΧΑΡΙΤΙΔΗΣ -ΡΟΚΑ ΑΕΒΕ" ανωνύμου εταιρείας και παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του ενταύθα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στη συνεδρίαση του της 4ης Απριλίου 2000. Η μόνη γνωστή διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την εγκαλέσασα εταιρεία, η οποία και περιέλαβε ταύτην στην έγκληση της και, συνακολούθως, και για την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, προς την οποία η έγκληση αυτή υπεβλήθη και επελήφθη της ασκήσεως της ποινικής κατ' αυτού διώξεως και παρήγγειλε και επεμελήθη κάθε συναφούς με την ποινική διαδικασία επιδόσεως, ήταν αυτή στη Θεσσαλονίκη και στην οδό ..., όπου και η έδρα της εταιρείας, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είχε ο εκκαλών - κατηγορούμενος εκδώσει την επίδικη, εν προκειμένω, επιταγή, διεύθυνση η οποία προέκυπτε και από τη σχετική σημείωση επί του σώματος της επιταγής αυτής και στην οικεία, παρά την υπογραφή του εκδότη, θέση. Στη διεύθυνση αυτή επιχειρήθηκε να γίνει η προς αυτόν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά της παρά πόδας αυτού κλήσεως όπως εμφανισθεί στην κατά τα άνω δικάσιμο, πλην όμως το επιφορτισμένο με την επίδοση όργανο διαπίστωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος απουσίαζε από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του και η διαμονή του ήταν πλέον άγνωστη, ενώ εκεί δεν ανευρέθη άλλο πρόσωπο εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η προς αυτόν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος εγένετο κατά τους όρους της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ..., σε συνδυασμό με την από 21-1-2000 (αναγνωσθείσα στο ακροατήριο) βεβαίωση της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης,.... Τελικά, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δικάσθηκε και καταδικάσθηκε ερήμην, στην ως άνω δικάσιμο, με την (ήδη εκκαλουμένη) υπ' αριθμ. 20552/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), η οποία, αφού ακολουθήθηκε η αυτή, ως άνω διαδικασία και για τους εκεί αναφερομένους λόγους, επιδόθηκε σε αυτόν την 5-1-2001, ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης,.... Ο εκκαλών όμως άσκησε την ένδικη έφεση του εκπροθέσμως, πολύ πέραν της εν αρχή αναφερομένης προθεσμίας των τριάντα ημερών και δη, ως προκύπτει εκ του εφετηρίου, μετά εξαετία και, ειδικότερα, την 26η Φεβρουαρίου 2007, επικαλούμενος ότι είχε πάντοτε γνωστή αστική κατοικία στην περιοχή ... επί της οδού ..., ισχυρισμό που επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση του επιμέλεια του εξετασθέντος μάρτυρος και από τα επιμέλεια του προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα. Παρατηρείται όμως ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι η επαγγελματική του κατοικία ήταν, κατά το χρόνο εκδόσεως της επιδίκου επιταγής και υποβολής της ενδίκου κατ' αυτού εγκλήσεως, η προαναφερθείσα στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού ..., η οποία ήταν και η μόνη γνωστή στην δανείστρια του - εγκαλέσασα εταιρεία και, συνακολούθως, στην ασκήσασα την κατά τα άνω κατ' αυτού ποινική δίωξη Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Εν όψει τούτων και όσων εκτενώς στη νομική σκέψη που προηγήθηκε εκτέθηκαν, νομίμως επιδόθηκαν σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής τόσο το κλητήριο θέσπισμα, όσο και κυρωμένο αντίγραφο της σε βάρος του εκδοθείσης -εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως, αφ' ενός γιατί, ειδικότερα, η μόνη γνωστή στην εγκαλούσα εταιρεία και περιληφθείσα στην ένδικη έγκληση της διεύθυνση επαγγελματικής κατοικίας του, στην οποία νομίμως, κατά τα εν αρχή αναφερόμενα, η επιληφθείσα αυτής και ασκήσασα την κατ' ακολουθίαν ταύτης ποινική σε βάρος του δίωξη, μπορούσε να παραγγείλει κάθε συναφή με την ποινική διαδικασία επίδοση, ήταν αληθής και υπαρκτή και αφ' ετέρου γιατί τα αρμόδια όργανα της επιδόσεως δεν μπορούσαν να τον ανεύρουν στη διεύθυνση αυτή, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ. Τα πράγματα δεν μεταβάλλονται εκ του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από την συνήγορο του εκκαλούντος και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο αντίστοιχα έγγραφαστοιχεία, αυτός (εκκαλών - κατηγορούμενος), σε χρονικάσημεία, εντοπιζόμενα σε χρόνο προγενέστερο των ως άνω επιδόσεων, κλήθηκε σε απολογία, την 27-4-1998, από τον Πταισματοδίκη ΙΒ' Τμήματος Θεσσαλονίκης για υπόθεση σχετική με παράβαση του Ν. 1882/90, ενώ την 28-7-1998 παραγγέλθηκε, από τον ενταύθα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, η επίδοση προς αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος για την ιδία αξιόποινη πράξη, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις στην προαναφερθείσα αστική του κατοικία, στην .... και επί της οδού ..., αφού δεν θα μπορούσε ν' αξιωθεί από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να έχει τη δυνατότητα συσχετισμού των δύο, εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους, υποθέσεων, ώστε να είναι σε θέση να ενεργήσει και τις επιδόσεις της ενδίκου υποθέσεως στη να αστική κατοικία του εκκαλούντος, όπως ο τελευταίος διατείνεται, αφ' ενός γιατί είχε εις χείρας της υπαρκτή και αληθή, κατά το χρόνο υποβολής της σε βάρος του ενδίκου εγκλήσεως, επαγγελματική του κατοικία, προκύπτουσα από την υποβληθείσα εναντίον του έγκληση και αφ' ετέρου, εν όψει της όλης, υπαγορευθείσης εξ υστεροβουλίας, στάσεώς του. Ειδικότερα, σε σχέση με την τελευταία αυτή παρατήρηση, να σημειωθεί ότι, μολονότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε, υπό την ως άνω ιδιότητα του, εκδώσει ακάλυπτη και μηδέποτε πληρωθείσα επιταγή και ήταν εκ των πραγμάτων αναμενόμενη η σε βάρος του κίνηση αντιστοίχου ποινικής διώξεως αλλά και η κίνηση της νομίμου κομίστριάς της - εγκαλούσης εταιρείας για την αστική ικανοποίηση της, εντούτοις, επί μακρά σειρά ετών, δεν γνωστοποίησε, ούτε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ούτε στην Τράπεζα, παρά της οποίας είχε ληφθεί το σώμα της επιταγής, ούτε στην κομίστριά της, ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, την σταθερή διεύθυνση της αστικής κατοικίας του, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της πράξεως του να εκδώσει ακάλυπτη επιταγή, έπραξε δε τούτο εξ υστεροβουλίας, ώστε να ενεργήσει μετά πάροδο πολλών ετών, οπότε και θα είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως του. Υπό τις παραδοχές αυτές πρέπει, μετά ταύτα, ν' απορριφθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος, να επιβληθούν δε σε βάρος του, σύμφωνα με την ιδία διάταξη τα δικαστικά έξοδα, τα οποία εν προκειμένω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 663/1977 και την υπ' αριθμ. 58553/19-6-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ανέρχονται στο ύψος των εκατόν είκοσι (120) ευρώ".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτη, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεσή του ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά, ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής του μίσθιας κατοικίας, στην οδό ... που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στο παραδεκτώς αναγνωσθέν σώμα της εκδοθείσας από τον κατηγορούμενο αντίστοιχης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής που αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθείς η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου Θεσ/νίκης, χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι ο αναζητούμενος στο κατάστημα του κατηγορουμένου στη τελευταία γνωστή διεύθυνσή της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, δεν βρέθηκε εκεί αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας του αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας του και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες.- Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.- Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 79/28-9-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 9061/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμοδίου δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, αφού αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική του στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αναίρεση κατ' αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1770/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2215/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. ..., 2. ... και 3. ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 159/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 119/3.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 6/19-1-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2215/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 126/2008 έφεση του κατά του με αριθμ. 428/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για πλαστογραφία με χρήση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου με συνολικό όφελος ποσού που υπερβαίνει τις 73.000 € , απάτη στο Δικαστή με περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 € και υπεξαγωγή εγγράφων και εκθέτω τα ακόλουθα Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένο λόγο της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1 α , ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος ο οποίος συνίσταται στο ότι, στο προσβαλλόμενο βούλευμα έχει εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 &1 λόγω του ότι παραβιάστηκαν δικαιώματα του κατηγορουμένου όσον αφορά την κατ'αυτού άσκηση της ποινικής δίωξης και συγκεκριμένα αναφέρει ότι ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη χωρίς κατά να έχει προηγουμένως κληθεί για να δώσει εξηγήσεις με συνέπεια να παραβιαστούν δικαιώματά του κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΠΔ και του άρθρου 6&3 της ΕΣΔΑ.
Κατά τήν διάταξη των άρθρων 31&1 α και 2 και 43&1 εδ. β ΚΠΒ κατά μεν την πρώτη ''1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση, για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης, β) προανάκριση, για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. ....."2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης έχει δικαίωμα να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του. Τα ως άνω δικαιώματα του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 96 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για τα παραπάνω δικαιώματά του. Οι διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 περιπτώσεις γ', δ' και ε' εφαρμόζονται αναλόγως. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέταση του." Κατά δε την δεύτερη "1. Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί προκαταρκτική εξέταση για να κρίνει αν πρέπει ή όχι πρέπει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του , καθ'ου η προκαταρκτική εξέταση ''υπόπτου '' προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προκειμένου ν'ασκήσει ποινική διωξη στήν οποία καλείται ο ''ύποπτος '' να δώσει εξηγήσεις απολαμβάνοντας τα δικαιώματα τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 31 και ότι κάθε εξέταση του υπόπτου που έγινε χωρίς την δυνατότητα παράστασης δικηγόρου δεν μπορεί ν'αποτελέσει μέρος της δικογραφίας άλλα παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας και προκειμένου για πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς ή για κακούργημα ο Εισαγγελέας κινεί την ποινική διαδικασία μόνο εφ'όσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά το άρθρο 243 ΚΠΔ και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις κατά του υπόπτου ''. Με τα παραπάνω ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας εισήγαγε και αναγνώρισε σαν δικονομική οντότητα τον '' ύποπτο '' και αναγνώρισε σ'αυτόν συγκεκριμένα δικαιώματα τα οποία περιγράφονται σαφώς στις διατάξεις του άρθρου 31 ΚΠΔ το οποίο προβλέπει σαν δικονομική κύρωση 'ότι κάθε προηγούμενη εξέταση του που έγινε ένορκα ή χωρίς την δυντότητα παράστασης με συνήγορο δεν μπορεί ν'αποτελέσει μέρος της δικογραφίας άλλα παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας . και ότι ο ύποπτος καλείται να δώσει εξηγήσεις και όχι για να απολογηθεί όπως ο κατηγορούμενος , τουτέστιν ο ύποπτος δεν εχει καταστεί κατηγορούμενος Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 96 έως 107 στις οποίες περιγράφονται τα δικαιώματα κατηγορουμένου και της διατάξεις 6 &3 της ΕΣΔΑ κατά την οποία πάς κατηγορούμενος έχει δικαίωμα ... προκύπτει ότι τα δικαιώματα τα οποία περιγράφονται στις διατάξεις αυτές τόσο του ΚΠΔ όσο και του άρθρου 6 &3 της EΣΔA τ'απολαμβάνει ο κατηγορούμενος με τις δικονομικές συνέπειες της απόλυτης ακυρότητας των πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων αυτών και όχι ο ύποπτος ο οποίος δεν έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου η οποία αποκτάται κατά τις διατάξεις του άρθρου 72 και 73 ΚΠΔ . Η άποψη αυτή δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις διατάξεις του άρθρου 6&3 της ΕΣΔΑ που επικαλείται ο αναιρεσείων γιατί σ'αυτήν όπως αναφέρθηκε και παραπάνω προϋπόθεση για την αναγνώριση των δικαιωμάτων αυτών που περιγράφονται στην διάταξη αυτή είναι η ιδιότητα του κατηγορουμένου και όχι του υπόπτου, άλλα και πέρα τούτου δεν έρχεται σε αντίθεση γενικότερα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ συνολικά γιατί και στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου δεν γίνεται λόγος για δικαιώματα κατηγορουμένου για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο τρία αλλά για δημόσια , εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο το οποίο λειτουργεί νόμιμα δίκαιη δίκη που δεν έχουν σχέση με τον ύποπτο .
Πέρα όμως αυτών επειδή στην περίπτωση του άρθρου 43&1 γίνεται λόγος ότι '' Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 ΚΠΔ και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη'' πρέπει ν'απασχολήσει το Συμβούλιο σας τί δικαίωμα καθιερώνεται και τί συνέπειες έχει ή παραβίαση του . Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας καλείται να εκτιμήσει το προκύπτον αποδεικτικό υλικό από την προκαταρκτική εξέταση και να κρίνει περί του αν προέκυψαν ή όχι επαρκείς ενδείξεις κατά του υπόπτου και μέσα στα πλαίσια αυτά τοποθετεί και την υποχρέωση της εξέτασης του υπόπτου ο οποίος καλείται να δώσει εξηγήσεις . Η κρίση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών περί του αν προέκυψαν ή όχι επαρκείς εκτιμήσεις υπόκειται στην μεν περίπτωση της θετικής εκτίμησης δηλ. της άσκησης ποινικής δίωξης στην κρίση του αρμοδίου δικαστικού Συμβουλίου το οποίο είναι αρμόδιο κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠΔ και επί αρνητικής εκτίμησης , επί θέσεως της δικογραφίας στο αρχείο στην κρίση του Εισαγγελέα Εφετών ο οποίος εκτιμά περί του αν υπάρχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για την αρχειοθέτηση αυτή και συμφωνεί ή απορρίπτει την σχετική πράξη αρχειοθέτησης διατάσσοντας τον Εισαγγελέα πρωτοδικών να ασκήσει ποινική δίωξη Τουτέστιν στην περίπτωση αυτή στον ύποπτο σαν κατηγορούμενο πλέον αναγνωρίζεται το σχετικό δικαίωμα να απευθυνθεί στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο για την παραβίαση αυτού του δικαιώματος το οποίο και θα αποφανθεί για την παραβίαση αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠΔ . Περαιτέρω κατά το άρθρο 171&1 στ δ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης και στον Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος .
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 1 &2 , 174&1 και 176&1 του ΚΠΔ κατά τις οποίες 173 &1 κάθε σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή τον διάδικο που έχει συμφέρον. 'Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας πρέπει να προταθεί έως το τέλος της ..... και &2 από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρ. 171 και 173 όσες αναφέρονται σε πράξεις τις προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο οι ακυρότητες του άρθρου 171 και μέχρι το τέλος της προδικασίας του 173&1 και ότι κατά το άρθρο 174&1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται και ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 176 &1 Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύρια διαδικασία το δικαστήριο που επαναλαμβάνει την εκδίκαση της υπόθεσης και ότι τα κατά την διάταξη του άρθρου 171&1β αναφερόμενα περί του ότι υφίσταται απόλυτη ακυρότητα όσον αφορά την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα έχει την έννοια της κίνησης της ποινικής διαδικασίας από τον αρμόδιο Εισαγγελέα και όχι άλλο και για την περίπτωση της μεταβολής κατηγορίας δεδομένου ότι το δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει μόνο επί των πράξεων που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και όχι για διαφορετικές και πάντοτε μέσα στα πλαίσια των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 733/2004 ΑΠ 293/2006, ΑΠ 492/2003) Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι πράξεις η παραλείψεις προανακριτικών ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν σχέση με την εμφάνιση εκπροσώπηση και υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον ''ύποπτο ''του παρέχονται σύμφωνα με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος και πρέπει να κριθεί ότι ο ύποπτος δεν πρέπει να εκλαμβάνεται σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων ότι απολαμβάνει όσα ο κατηγορούμενος και με τον τυπολατρικό τρόπο που καθιερώνεται από τον ΚΠΔ αλλά μόνο όσα του αναγνωρίζει ο ΚΠΔ ρητά και με τις συνέπειες που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 31 ΚΠΔ. Περαιτέρω οι οποιεσδήποτε ακυρότητες κατά την προδικασία πρέπει να προτείνονται στο αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο το οποίο είναι αρμόδιο κατά τις διατάξεις του άρθρου 176&! ΚΠΔ μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου οπότε απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης Α Π 1259/2000 ΠΧ.ΝΑ 440 και 1260/2000 Π.Χ ΝΑ 441 ΑΠ 44/2005 ΠΧ ΝΕ 831, Α Κονταξή κατ' άρθρο ερμηνεία ΚΠΔ έκδοση Δ στα άρθρα 31 και 43).
Στην προκειμένη περίπτωση από το προσβαλλόμενο βούλευμα όσο και από το πρωτόδίκο αλλά και τα υπόλοιπα έγγραφα της δικογραφίας νόμιμα και επιτρεπτά επισκοπούμενα προκύπτει ότι επί της κατά του αναιρεσείοντα μήνυσης ενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από την οποία κατά την κρίση του αρμόδιου Εισαγγελέα χωρίς να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλήθηκε για παροχή εξηγήσεων ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις παραπάνω αναφερόμενες κακουργηματικές πράξεις. Περαιτέρω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλήθηκε από τον αρμόδιο Ανακριτή μετά την άσκηση της κατ'αυτού ποινικής δίωξης προς απολογία και απολογήθηκε χωρίς ν αναφέρει τί για το ότι η κατ'αυτού ποινική δίωξη ασκήθηκε κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 43 ΚΠΔ όπως επίσης του κοινοποιήθηκε και το πέρας της Ανάκρισης νομότυπα χωρίς να προκύπτει από αυτόν ότι διατυπώθηκε οιαδήποτε αιτίαση ή ασκήθηκε από αυτόν οποιαδήποτε προσφυγή στο αρμόδιο Συμβούλιο το οποίο επιλήφθηκε επί της ουσίας των κατ'αυτού κατηγοριών και αποφάνθηκε για την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του αρμόδιο δικαστηρίου . Σημειωτέον δε ότι παρέστη κατά την απολογία τόσο την πρώτη όσο και την συμπληρωματική κατά την οποία υπέβαλλε και σχετικά υπομνήματα με τον αυτόν συνήγορο υπεράσπισης. Μετά ταύτα άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού έφεση αναφέροντας μεταξύ των λόγων και τον λόγο αυτό , αιτίαση την οποία το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε με την αιτιολογία ότι η ακυρότητα αυτή με τον να μην προβληθεί στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο το οποίο ήταν αρμόδιο καλύφθηκε. Με την αιτιολογία αυτή το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθά ερμήνευσε και ορθά έκρινε τις αντίστοιχες διατάξεις και σε καμιά ακυρότητα δεν υπέπεσε και για τον λόγο αυτό ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για ακυρότητα είναι αβάσιμος
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 6/19-1-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2215/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 126/2008 έφεση του κατά του με αριθμ. 428/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας .
Αθήνα την 27-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος δημιουργείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ'αυτόν δικαιωμάτων, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 31 παρ. 2 εδ. β' ΚΠοινΔ, αν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά την διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξεως, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται αμέσως μετά. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης το οποίο επακολούθησε αυτής. (ΑΠ 1131/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλείται την πλημέλλεια της απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 α, δ και 484 παρ. 1 στ του ΚΠοινΔ, καθόσον πριν ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για τις κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται στο ακροατήριο, διατάχθηκε από τον εισαγγελέα προκαταρκτική εξέταση, κατά την οποίαν όμως αυτός ουδέποτε κλήθηκε για να παράσχει εξηγήσεις επί των καταγγελομένων σε βάρος του από τους μηνυτές, καίτοι ήταν γνωστής διαμονής και έτσι παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ως υπόπτου, κατά παράβαση των άρθρων 31 και 43 του ΚΠοινΔ και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και επομένως εσφαλμένως, δεν εξετάσθηκε αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ο ανωτέρω λόγος ακυρότητας και συνακόλουθα εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως.
Από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και το προσβαλλόμενο με αριθμό 2215/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όσο και από το πρωτοβάθμιο με αριθ. 126/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που απέρριψε κατ'ουσίαν έφεση του παραπεμπομένου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, προκύπτουν συναφώς με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως τα ακόλουθα. Κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη και μετά κυρία ανάκριση, με το με αριθ. 126/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί, α) σε βαθμό κακουργήματος για πλαστογραφία μετά χρήσεως και για απάτη, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία των μηνυτών ποσού υπερβαίνοντος τις 73.000 ευρώ και β) για υπεξαγωγή εγγράφου. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, παραπονούμενος για τη μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, αλλά και για απόλυτη ακυρότητα των πράξεων της προηγηθείσας της κυρίας ανακρίσεως προδικασίας διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως, καθόσον αυτός, ως ύποπτος δεν κλήθηκε να δώσει σχετικές εξηγήσεις, κατ'άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, για τις πράξεις που του αποδίδοντο. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε κατ'ουσία την άνω έφεση. Όσον αφορά δε το λόγο εφέσεως, περί της άνω ακυρότητας της προδικασίας, το Συμβούλιο δέχτηκε ότι δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα, αφού ο κατηγορούμενος άσκησε πλήρως τα δικαιώματά του τόσο κατά την απολογία του στη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, όσο και με τα εκτενή υπομνήματα που υπέβαλε χωρίς να προβάλει με αυτά οποιαδήποτε ακυρότητα. Με την αιτιολογία αυτή, το προσβαλλόμενο βούλευμα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σε ουδεμία πλημμέλεια ή παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ υπέπεσε και ο σχετικός μοναδικός από τα άρθρα 171 παρ. 1 δ και 484 παρ. 1 α, β, στ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 6 /19-1-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθ. 2215/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Αυγούστου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία κακουργηματική και Χρήση πλαστού, με όφελος υπερβαίνον τις 73.000 ευρώ. Απάτη στο Δικαστή. Υπεξαγωγή εγγράφων. Το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψεν ουσία έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που παραπέμπεται με το πρωτόδικο βούλευμα. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σε ουδεμία πλημμέλεια ή παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ υπέπεσε και ο σχετικός μοναδικός από το άρθρο 484 παρ, 1 α΄, β΄, στ΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όσον αφορά το λόγο εφέσεως, περί της ακυρότητας της προδικασίας, ορθά έκρινεν ότι η για παραβίαση του άνω υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου ως υπόπτου, επικαλούμενη ακυρότητα της προδικασίας, για το λόγο ότι δεν κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις, κατά την προηγηθείσα της κυρίας ανακρίσεως προκαταρκτική εξέταση, θα έπρεπε να προταθεί από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο της κυρίας ανακρίσεως στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, μετά από σχετική αίτηση ή ένσταση αυτού οπότε και μόνον μπορούσε αυτός, σε περίπτωση απορρίψεως του, να επαναφέρει τον ισχυρισμό της ακυρότητας αυτής, με ειδικό λόγο εφέσεως, στο Συμβούλιο Εφετών, ήτοι η επικαλούμενη ακυρότητα της προδικασίας έχει καλυφθεί. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1769/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 128/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1795/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 44/27.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 1 και 528 § 1 του Κ.Π.Δ., την από 12-11-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 128/3-4-2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (Πλημ/των), με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης -26- μηνών για τις πράξεις της δωροδικίας για νόμιμες πράξεις κατ'εξακολούθηση (παθητική δωροδοκία) και της ψευδής βεβαίωσης (άρθρ. 94§1, 98, 235, όπως αντ/θηκε με το άρθρ. 2 Ν.2802/2000, 242§1 Π.Κ. σε συνδ. με άρθρ. 183 επ. Κ.Π.Δ.) και εκθέτω τ'ακόλουθα: Κατά τη ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά Τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε. σημεία που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν; άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507).
Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 128/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας είναι αμετάκλητη αφού με την υπ'αριθμ. 1445/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών έκανε δεκτά τα εξής:
"Από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την όλη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Στις 20-11-00 και περί ώρα 12:20 έως 12:30 η Ω οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της εκινείτο στην Εθνική οδό ...-... με κατεύθυνση προς ... . Κατά τον παραπάνω χρόνο και ενώ εκινείτο στο 107,6 χιλιόμετρο της άνω Εθνικής οδού απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, προσέκρουσε στα εξωτερικά προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού και εν συνεχεία σε κολώνα της ΔΕΗ, με συνέπεια να τραυματισθεί και να αποβιώσει τουλάχιστον μετά την παρέλευση μιας ώρας από το τροχαίο ατύχημα και μέχρι συμπληρώσεως 90 λεπτών (1 1/2 ώρας). Η ανωτέρω διεκομίσθη με νοσοκομειακό όχημα στο Γενικό Νοσοκομείο ... περί ώρα 13:40 περίπου, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος της. Ο πατέρας της θανούσης, ΑΑ, όταν πληροφορήθηκε το συμβάν μετέβη αμέσως στο Νοσοκομείο ... συνοδευόμενος από τον κουνιάδο του ΔΔ και τον φίλο του ΕΕ. Στο Νοσοκομείο μετέβησαν ακόμη η θυγατέρα του ΒΒ και ο φίλος του ΣΤ, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από την ... . Η διενέργεια της νεκροψίας-νεκροτομής ανατέθηκε, κατόπιν της υπ' αριθμ. ... έγγραφης παραγγελίας του τμήματος Τροχαίας ..., στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του αρθρ. 13 α Π.Κ. και δη του ιατροδικαστή, ο οποίος διενεργεί ιατροδικαστικές πράξεις ως πραγματογνώμων σύμφωνα με τα αρθρ. 183 ε π .Π.Δ., διενήργησε την ανατεθείσα σαυτόν νεκροψία - νεκροτομή. Μετά το τέλος αυτής και παρουσία όλων των προαναφερόμενων προσώπων είπε, υπευθυνόμενος προς τον ΑΑ, ότι "το παιδί σου στο φάγανε, γιατί πέθανε αβοήθητο, ήταν τουλάχιστον 1,5 ώρα ζωντανό". Σε ερώτηση του ΑΑ "τι θα γινόταν εάν έφθανε εγκαίρως-το ασθενοφόρο" αυτός απήντησε "μόνο στο χέρι της θα είχε πρόβλημα". Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των ανωτέρω αυτοπτών μαρτύρων ΒΒ, ΣΤ, ΔΔ και ΕΕ και δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό μέσο (ούτε και από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 4-8-03 ένορκη κατάθεση του ΖΖ). Περαιτέρω, στις 25-1-01, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΑΑ και του ζήτησε να μεταβεί στο νεκροτομείο του Νοσοκομείου ... γιατί ήθελε να του μιλήσει. Κατά τη συνάντηση τους την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (25-1-01) ο κατηγορούμενος, ζήτησε από το δεύτερο να του καταβάλει ποσό 2.500.000 δραχμών, ήτοι 2.000.000 δραχμές για τον εαυτόν του και 500.000 δραχμές για τον καθηγητή νεκροτομίας ΗΗ. προκειμένου "να του φτιάξει ένα καλό χαρτί", εννοώντας την ιατροδικαστική του έκθεση, για να τη χρησιμοποιήσει στη δίκη που έπρεπε, όπως τον προέτρεψε, να διεξαγάγει εναντίον όλων των εμπλεκομένων στο τροχαία (Αστυνομίας, Πυροσβεστικής, Ασθενοφόρου) με την αιτιολογία ότι καθυστέρησαν να προστρέξουν στο χώρο του ατυχήματος προκειμένου να απεγκλωβίσουν τη θυγατέρα του από το αυτοκίνητο της και να την μεταφέρουν εγκαίρως στο νοσοκομείο. Είπε ακόμη ότι τον ΗΗ επρόκειτο να τον χρησιμοποιήσει προς όφελος του (ΑΑ) ως τεχνικό σύμβουλο και ότι έπρεπε να ανατεθεί η υπόθεση αυτή σε ένα γνωστό του δικηγόρο των Αθηνών, ήτοι τον ΘΘ, τα στοιχεία του οποίου έγραψε σε ένα σημείωμα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα), το οποίο και παρέδωσε στον άνω ΑΑ. Ζήτησε, δηλαδή, χρήματα για να συντάξει την έκθεση του, με αναφορά σαυτήν του αληθούς χρόνου επέλευσης του θανάτου. Ο τελευταίος αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό που του εζητήθη και απεχώρησε. Ακολούθως, στις 4-2-01 και περί ώρα 12:30, και ενώ ο ΑΑ ευρίσκετο σε καφενείο της κεντρικής πλατείας της ... μαζί με τους ΔΔ και ΚΚ, ειδοποιήθηκε από τη σύζυγο του ΓΓ, η οποία διατηρούσε περίπτερο στην άνω κεντρική πλατεία, ότι τηλεφώνησε στο περίπτερο ο κατηγορούμενος και τον ζήτησε και ότι θα ξανατηλεφωνούσε μετά από λίγο. Ο ΑΑ μετέβη στο περίπτερο συνοδευόμενος από τους παραπάνω και όταν τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος ζήτησε από αυτόν να του καταβάλει 3.000.000 δραχμές για να του δώσει το "καλό χαρτί" γιατί, όπως του είπε, ο καθηγητής (ΗΗ) ζητούσε περισσότερα (1.000.000 δραχμές). Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων ΓΓ, ΔΔ και ΚΚ, οι οποίοι άκουσαν τη συνομιλία σε ανοικτή ακρόαση του ντούμπλεξ τηλεφώνου του περιπτέρου. Στις 15-3-2001 ο κατηγορούμενος ενεχείρισε στο τμήμα τροχαίας ... που διενεργούσε την προανάκριση την ιατροδικαστική έκθεση του, που φέρει ημερομηνία 20-11-00 αλλά συνετάγη κατά το χρονικό διάστημα από 4-2-01 έως 15-3-01, στην οποία βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, εκδικούμενος έτσι τον ΑΑ, ο οποίος αρνήθηκε να του δώσει τα χρήματα που του ζήτησε. Ειδικότερα υπό την άνω ιδιότητα του βεβαίωσε ότι ο θάνατος της Ω επήλθε συνεπεία της εσωτερικής αιμορραγίας από τη ρήξη του σπληνός, "ο δε χρόνος μέχρι της παρελεύσεως του θανάτου της υπολογίζεται σε 5-10 λεπτά της ώρας περίπου", ενώ το αληθές ήταν ότι ο θάνατος της ανωτέρω επήλθε τουλάχιστον μετά την παρέλευση μιας ώρας από το τροχαίο ατύχημα και έως τη συμπλήρωση 90 λεπτών (1 1/2 ώρας). Η άνω βεβαίωση είχε έννομες συνέπειες διότι η αληθής αναγραφή του χρόνου επέλευσης του θανάτου θα καταδείκνυε ότι η θανούσα επέζησε για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά ιο τροχαίο ατύχημα και ότι ο θάνατος της θα μπορούσε να αποφευχθεί με την έγκαιρη διακομιδή της σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα με ενδεχόμενη ύπαρξη ή αναζήτηση ευθυνών τρίτων προσώπων. Ο κατηγορούμενος εγνώριζε τον αληθή χρόνο επέλευσης του θανάτου της ανωτέρω, αφού τον γνωστοποίησε στους παραπάνω μάρτυρες και τον πατέρα της, όπως. προειπώθηκε. Εξάλλου, η βεβαίωση ότι "ο χρόνος επελεύσεως του θανάτου υπολογίζεται σε 5-10 λεπτά της ώρας περίπου" αναιρείται και από 1) τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης HELLAS SERVICE ΛΛ, ο οποίος κατέθεσε ότι έφτασε πρώτος στον τόπο του ατυχήματος, ότι ειδοποίησε το 100 της ..., ότι μετά από λίγο ήρθε η τροχαία, στη συνέχεια η Πυροσβεστική και η ΔΕΗ, ότι οι Πυροσβέστες ασχολήθηκαν με τον απεγκλωβισμό της κοπέλας και ότι κατά το χρόνο του απεγκλωβισμού, ο οποίος διήρκησε περίπου 20 λεπτά, η κοπέλα είχε τις αισθήσεις της και του μιλούσε λέγοντας του να τη βγάλουν από τα όχημα γρήγορα. 2)τη νοσηλεύτρια ΜΜ, η οποία κατέθεσε ότι πέρασε με το αυτοκίνητό της, όπως πήγαινε για ..., από το σημείο του ατυχήματος στις 12:30 περίπου, ότι είχαν έρθει οχήματα της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας, που έκαναν ενέργειες για τον απεγκλωβισμό της οδηγού, ότι η Ω διατηρούσε τις αισθήσεις της και συνομιλούσε μαζί της μέχρι τις 13:00 ώρα έως 13:15 ώρα περίπου, οπότε και ξεψύχησε στα χέρια της, τη στιγμή πού γίνονταν οι προετοιμασίες για τη μεταφορά της με φορείο στο ασθενοφόρο νοσοκομειακό αυτοκίνητο και 3) την από 15-9-2003 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ΝΝ στην οποία αναφέρεται ότι ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε τραυματικής αιτιολογίας γραμμοειδή ρήξη της διαφραγματικής (άνω) επιφανείας του σπληνός και της συνεπόμενης ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας (όπως τούτο άλλωστε προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... ιστολογική εξέταση του ΞΞ, της οποίας γίνεται μνεία και στην ιατροδικαστική έκθεση του κατηγορουμένου) και "επήλθε βραδέως (σε χρονικό διάστημα πέραν της 1 - 1 1/2 ώρας από τον τραυματισμό της) και σε καμία περίπτωση εντός ολίγων λεπτών, όπως επιστημονικώς ατεκμηρίωτα αναφέρει ο νεκροτομήσας ιατρός Χ στην έκθεσή του". Για τη στήριξη της κρινόμενης αίτησής του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία τα εξής: α) την υπ'αριθμ. Δ03/16 (εν μέρει απορριπτική) διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου β) το υπ'αριθμ. 88/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου γ) τις από 28-3-2001, 10-4-2002 και 9-12-2002 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μαρτύρων ΛΛ, ΟΟ και ΠΠ, αντιστοίχως. δ) την υπ'αριθμ. ... απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην από 8-4-2008 αίτησή του (του αιτούντα) για καταγγελία του στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. κατά του Ιατροδικαστή ΝΝ και υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. ε) την από 8-1-2001 έκθεση ιστολογικής εξέτασης του αναπληρωτή καθηγήτη ΞΞ, στ) την από 20-5-2003 ένορκη εξέταση μάρτυρα, του Επίκουρου Καθηγητή ΗΗ, ζ) την από 4-8-2003 ένορκη κατάθεση του ΖΖ, η) τα διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αίτηση 48 συνολικά έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται από τον αιτούντα ως εξής:
1) Η υπ' αριθμ. 1432/5-5-2004του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, η οποία καθαρογράφηκε την 9-6-2004, 2) Η υπ' αριθ. 128/03.04.2006 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Πλημ. Καλαμάτας, η οποία καθαρογράφηκε την 01.06.2006 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αποφάσεων, το οποίο τηρείται στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας, 3) Η με αριθμ. 1445/2007 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία απέρριψε την από 19-6-2006 αίτηση μου και με καταδίκασε σε δικαστικά έξοδα 220 ευρώ, 4) Η από 19-6-2006 αίτηση αναιρέσεως μου ενώπιον του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 128/2006 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, 5) Το από 22-2-2007 υπόμνημα μου προς τον Άρειο Πάγο Ποινικό Τμήμα, 6) Το από 30-10-2002 υπόμνημα μου προς τον κ. Εισ. Πλημ/κών Καλαμάτας, 7) Η από 23-5-2006 γραφολογική γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου ΡΡ, 8) Η με αριθμ. ΑΒΜ ΓΟ/127/31-1-02 έγκληση μου κατά του ΑΑ, 9) Η από 22-3-2002 έγκληση του ΑΑ, 10) Η από 12-3-2002 έγκληση του ΑΑ, 11) Το από 22-1-2002 φύλλο της Εφημερίδος "...", 12) Το από 1-2-2002 φύλλο της Εφημερίδος "...", 13) Το από 23-1-2002 φύλλο της Εφημερίδος "...", 13) Το από 23-1-2002 φύλλο της Εφημερίδος "...", 14) Η με αριθμ. Πρωτ. ... παραγγελία έκθεσης νεκροψίας του Τ.Τ. ... επί του πτώματος της Ω, 15) Η από 20-11-2000 ιατροδικαστική έκθεση μου, 16) Η από 08-01-2001 έκθεση ιστολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Παθολογικής- Ανατομικής Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, 17) Η από 14-12-2000 έκθεση εξέτασης αίματος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, 18) Η με ΑΒΜ Γ-2002/716/23-7-2002 έγκληση μου κατά του ΑΑ, 19) Η από 20-5-2003 ένορκη εξέταση ενώπιον της Κ. Πταισματοδίκου Αθηνών του καθηγητή ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ΗΗ, 20) Η από 15-9-2003 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών ΝΝ, 21) Η υπ' αριθμ. 9/2003 Γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου σχετικά με τα καθήκοντα των ιατροδικαστών, 22) Η από 17-10-2003 ένορκη εξέταση ενώπιον της Κ. Πταισματοδίκου Κορίνθου του καθηγητή ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ΗΗ, 23) Η από 4-8-2003 ένορκη εξέταση ενώπιον της Κ. Πταισματοδίκου Κορίνθου του διευθυντού του χειρουργικού τμήματος ... ΖΖ, 24) Η από 14-2-2002 μήνυση του ΑΑ, 25) Το από 29-3-2004 κατηγορητήριο ΑΑ, 26) To A02/2403 κατηγορητήριο κατ' εμού, 27) Το από 21-1-2003 υπόμνημα μου ενώπιον του κ Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου, 28) Τα υπ' αριθ. 372/2002 Πρακτικά και Απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Γυθείου, 29) Τα υπ' αριθ. 2702/2007 Πρακτικά και Απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας με την οποία αθωώθηκα για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, κατόπιν της σχετικής εγκλήσεως του ΑΑ, 30) Η υπ' αριθμ. 33897/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετική με το τροχαίο ατύχημα της Ω, 31) Την με αριθμ. Πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής των ιατροδικαστών της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά ΣΣ και ΤΤ, που αφορά παρόμοιο περιστατικό, 32) Η από 11-12-2002 ιστολογική εξέταση του Εργαστηρίου Παθολογικής Ανατομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών σε δείγματα του ΥΥ, 33) Το από 23-8-2002 πιστοποιητικό θανάτου του ΥΥ, 34) Η από 20-12-2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής του ιατροδικαστού, διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών ΦΦ, που αφορά παρόμοιο περιστατικό, 35) Η από 24-6-2005 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών, 36) Η με αριθμ. Πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πειραιά σχετική με τη νεκροτομή της Ω, 37) Η υπ' αριθμ. 4408 /2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 38) Η υπ' αριθμ. 257 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών του ΨΨ, σύμφωνα με την οποία βαρύτατες κακώσεις επέφεραν αμέσως το θάνατο, 39) Η από 27-10-2000 ιατροδικαστική μου έκθεση προς τις ασφάλειες "Μινέτα" με την οποία συμφωνώ για ακαριαίο θάνατο του Ψ, 40) Η από 6-1-1998 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της ΑΑ-Ι, 41) Η από 6-1-1998 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα του ΒΒ-Ι, 42) Η υπ' αριθμ. 270/29-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας με την οποία καταδικάσθηκε ο ΑΑ σε φυλάκιση 5 μηνών με αναστολή για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, 43) Έγγραφο σημείωμα δήθεν προελθόν από εμένα, 44) Η υπ' αριθμ. Δ03/16 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου, 45) Η υπ' αριθμ. 88/2004 απόφαση του Συμβουλίου Πλημ/κών Κορίνθου, 46) Από τις ένορκες εξετάσεις μαρτύρων: ΛΛ την 28-3-2001, ΟΟ την 10-4-2002 και ΠΠ την 9-12-2002, 47) Το αριθμ.πρωτ. ... απάντησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην από 8-4-2008 αίτησή μου, 48) Η καταγγελία-αναφορά μου στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. με αριθμ. πρωτ. ... κατά του Ιατροδικαστή ΝΝ και υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης".
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας (Πλημ/των) που εξέδοσε την υπ'αριθμ. 128/3-4-2006 καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση, στήριξε την κρίση του αυτή, στις καταθέσεις αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων ο πολιτικώς ενάγων ΑΑ και οι ΓΓ, ΒΒ, ΕΕ, ΔΔ, ΜΜ, ΚΚ, ΣΤ, οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτών, ενώ ελήφθη υπ'όψη και η ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία κατά την οποία ζητήθηκε από τον αιτούντα να γράψει το ίδιο κείμενο με αυτό που περιέχεται σε σημείωμα που κατέθεσε στο δικαστήριο ο πολιτικώς ενάγων, ισχυριζόμενος ότι του το είχε δώσει ο κατηγορούμενος (αιτών) συστήνοντάς του ποιόν Δικηγόρο να προσλάβει και συγκεκριμένα το κείμενο "Δικηγόρος Ποινικολόγος ΘΘ, ..., ... (αναφέρεται διεύθυνση και τηλέφωνο)".
Τα προσκομιζόμενα για την στήριξη της κρινόμενης αίτησης αποδεικτικά στοιχεία και αν θεωρηθούν "νέα", εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου προσκομιστεί ουδόλως ανατρέπουν την προαναφερθείσα κρίση και δεν κάνουν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αυτός για εγκλήματα βαρύτερα απ'αυτά που πράγματι τέλεσε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η από 12-11-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 128/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (Πλημ/των).
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα.
Αθήνα 28 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης "
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών με την κρινόμενη από 10-11-2008 αίτησή του εκθέτει ότι καταδικάστηκε με τη με αριθ. 128/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, σε συνολική ποινή φυλακίσεως εικοσιέξι μηνών, για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση και της ψευδούς βεβαιώσεως, που τελέστηκαν το έτος 2001.
Ήδη ο αιτών, ισχυρίζεται με την αίτησή του αυτή, ότι υπάρχουν νέα μεταγενέστερα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προαναφερόμενη σε βάρος του απόφαση και ότι από τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος των πράξεων που καταδικάσθηκε, γιαυτό και πρέπει να ακυρωθεί η άνω σε βάρος του καταδικαστική απόφαση.
Η κρινόμενη ως άνω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έχει ασκηθεί νομοτύπως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και είναι νόμιμη (άρθρα 525 παρ.1,2, 527,528 του ΚΠοινΔ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολιπόμενος αιτών να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο, που εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε, (βλ. προσκομιζόμενο στη δικογραφία από 13-2-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσία. Η παραπάνω υπ'αριθμ. 128/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας είναι αμετάκλητη αφού με την υπ'αριθμ. 1445/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών έκανε δεκτά τα εξής:
"Από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την όλη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Στις 20-11-00 και περί ώρα 12:20 έως 12:30 η Ω οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της εκινείτο στην Εθνική οδό ...-... με κατεύθυνση προς ... . Κατά τον παραπάνω χρόνο και ενώ εκινείτο στο 107,6 χιλιόμετρο της άνω Εθνικής οδού απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, προσέκρουσε στα εξωτερικά προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού και εν συνεχεία σε κολώνα της ΔΕΗ, με συνέπεια να τραυματισθεί και να αποβιώσει τουλάχιστον μετά την παρέλευση μιας ώρας από το τροχαίο ατύχημα και μέχρι συμπληρώσεως 90 λεπτών (1 1/2 ώρας). Η ανωτέρω διεκομίσθη με νοσοκομειακό όχημα στο Γενικό Νοσοκομείο ... περί ώρα 13:40 περίπου, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος της. Ο πατέρας της θανούσης, ΑΑ, όταν πληροφορήθηκε το συμβάν μετέβη αμέσως στο Νοσοκομείο ... συνοδευόμενος από τον κουνιάδο του ΔΔ και τον φίλο του ΕΕ. Στο Νοσοκομείο μετέβησαν ακόμη η θυγατέρα του ΒΒ και ο φίλος του ΣΤ, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από την ... . Η διενέργεια της νεκροψίας-νεκροτομής ανατέθηκε, κατόπιν της υπ' αριθμ. ... έγγραφης παραγγελίας του τμήματος Τροχαίας ..., στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του αρθρ. 13 α Π.Κ. και δη του ιατροδικαστή, ο οποίος διενεργεί ιατροδικαστικές πράξεις ως πραγματογνώμων σύμφωνα με τα αρθρ. 183 ε π .Π.Δ., διενήργησε την ανατεθείσα σαυτόν νεκροψία - νεκροτομή. Μετά το τέλος αυτής και παρουσία όλων των προαναφερόμενων προσώπων είπε, υπευθυνόμενος προς τον ΑΑ, ότι "το παιδί σου στο φάγανε, γιατί πέθανε αβοήθητο, ήταν τουλάχιστον 1,5 ώρα ζωντανό". Σε ερώτηση του ΑΑ "τι θα γινόταν εάν έφθανε εγκαίρως το ασθενοφόρο" αυτός απήντησε "μόνο στο χέρι της θα είχε πρόβλημα". Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των ανωτέρω αυτοπτών μαρτύρων ΒΒ, ΣΤ, ΔΔ και ΕΕ και δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό μέσο (ούτε και από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 4-8-03 ένορκη κατάθεση του ΖΖ). Περαιτέρω, στις 25-1-01, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΑΑ και του ζήτησε να μεταβεί στο νεκροτομείο του Νοσοκομείου ... γιατί ήθελε να του μιλήσει. Κατά τη συνάντηση τους την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (25-1-01) ο κατηγορούμενος, ζήτησε από το δεύτερο να του καταβάλει ποσό 2.500.000 δραχμών, ήτοι 2.000.000 δραχμές για τον εαυτόν του και 500.000 δραχμές για τον καθηγητή νεκροτομίας ΗΗ. προκειμένου "να του φτιάξει ένα καλό χαρτί", εννοώντας την ιατροδικαστική του έκθεση, για να τη χρησιμοποιήσει στη δίκη που έπρεπε, όπως τον προέτρεψε, να διεξαγάγει εναντίον όλων των εμπλεκομένων στο τροχαίο (Αστυνομίας, Πυροσβεστικής, Ασθενοφόρου) με την αιτιολογία ότι καθυστέρησαν να προστρέξουν στο χώρο του ατυχήματος προκειμένου να απεγκλωβίσουν τη θυγατέρα του από το αυτοκίνητο της και να την μεταφέρουν εγκαίρως στο νοσοκομείο. Είπε ακόμη ότι τον ΗΗεπρόκειτο να τον χρησιμοποιήσει προς όφελος του (ΑΑ) ως τεχνικό σύμβουλο και ότι έπρεπε να ανατεθεί η υπόθεση αυτή σε ένα γνωστό του δικηγόρο των Αθηνών, ήτοι τον ΘΘ, τα στοιχεία του οποίου έγραψε σε ένα σημείωμα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα), το οποίο και παρέδωσε στον άνω ΑΑ. Ζήτησε, δηλαδή, χρήματα για να συντάξει την έκθεση του, με αναφορά σ' αυτήν του αληθούς χρόνου επέλευσης του θανάτου. Ο τελευταίος αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό που του εζητήθη και απεχώρησε. Ακολούθως, στις 4-2-01 και περί ώρα 12:30, και ενώ ο ΑΑ ευρίσκετο σε καφενείο της κεντρικής πλατείας της ... μαζί με τους ΔΔ και ΚΚ, ειδοποιήθηκε από τη σύζυγο του ΓΓ, η οποία διατηρούσε περίπτερο στην άνω κεντρική πλατεία, ότι τηλεφώνησε στο περίπτερο ο κατηγορούμενος και τον ζήτησε και ότι θα ξανατηλεφωνούσε μετά από λίγο. Ο ΑΑ μετέβη στο περίπτερο συνοδευόμενος από τους παραπάνω και όταν τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος ζήτησε από αυτόν να του καταβάλει 3.000.000 δραχμές για να του δώσει το "καλό χαρτί" γιατί, όπως του είπε, ο καθηγητής (ΗΗ) ζητούσε περισσότερα (1.000.000 δραχμές). Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων ΓΓ, ΔΔ και ΚΚ, οι οποίοι άκουσαν τη συνομιλία σε ανοικτή ακρόαση του ντούμπλεξ τηλεφώνου του περιπτέρου. Στις 15-3-2001 ο κατηγορούμενος ενεχείρισε στο τμήμα τροχαίας ... που διενεργούσε την προανάκριση την ιατροδικαστική έκθεση του, που φέρει ημερομηνία 20-11-00 αλλά συνετάγη κατά το χρονικό διάστημα από 4-2-01 έως 15-3-01, στην οποία βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, εκδικούμενος έτσι τον ΑΑ, ο οποίος αρνήθηκε να του δώσει τα χρήματα που του ζήτησε. Ειδικότερα υπό την άνω ιδιότητα του βεβαίωσε ότι ο θάνατος της Ω επήλθε συνεπεία της εσωτερικής αιμορραγίας από τη ρήξη του σπληνός, "ο δε χρόνος μέχρι της παρελεύσεως του θανάτου της υπολογίζεται σε 5-10 λεπτά της ώρας περίπου", ενώ το αληθές ήταν ότι ο θάνατος της ανωτέρω επήλθε τουλάχιστον μετά την παρέλευση μιας ώρας από το τροχαίο ατύχημα και έως τη συμπλήρωση 90 λεπτών (1 1/2 ώρας). Η άνω βεβαίωση είχε έννομες συνέπειες διότι η αληθής αναγραφή του χρόνου επέλευσης του θανάτου θα καταδείκνυε ότι η θανούσα επέζησε για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά ιο τροχαίο ατύχημα και ότι ο θάνατος της θα μπορούσε να αποφευχθεί με την έγκαιρη διακομιδή της σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα με ενδεχόμενη ύπαρξη ή αναζήτηση ευθυνών τρίτων προσώπων. Ο κατηγορούμενος εγνώριζε τον αληθή χρόνο επέλευσης του θανάτου της ανωτέρω, αφού τον γνωστοποίησε στους παραπάνω μάρτυρες και τον πατέρα της, όπως. προειπώθηκε. Εξάλλου, η βεβαίωση ότι "ο χρόνος επελεύσεως του θανάτου υπολογίζεται σε 5-10 λεπτά της ώρας περίπου" αναιρείται και από 1)τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης HELLAS SERVICE ΛΛ, ο οποίος κατέθεσε ότι έφτασε πρώτος στον τόπο του ατυχήματος, ότι ειδοποίησε το 100 της ..., ότι μετά από λίγο ήρθε η τροχαία, στη συνέχεια η Πυροσβεστική και η ΔΕΗ, ότι οι Πυροσβέστες ασχολήθηκαν με τον απεγκλωβισμό της κοπέλας και ότι κατά το χρόνο του απεγκλωβισμού, ο οποίος διήρκησε περίπου 20 λεπτά, η κοπέλα είχε τις αισθήσεις της και του μιλούσε λέγοντας του να τη βγάλουν από τα όχημα γρήγορα. 2) τη νοσηλεύτρια ΜΜ, η οποία κατέθεσε ότι πέρασε με το αυτοκίνητό της, όπως πήγαινε για ..., από το σημείο του ατυχήματος στις 12:30 περίπου, ότι είχαν έρθει οχήματα της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας, που έκαναν ενέργειες για τον απεγκλωβισμό της οδηγού, ότι η Ω διατηρούσε τις αισθήσεις της και συνομιλούσε μαζί της μέχρι τις 13:00 ώρα έως 13:15 ώρα περίπου, οπότε και ξεψύχησε στα χέρια της, τη στιγμή πού γίνονταν οι προετοιμασίες για τη μεταφορά της με φορείο στο ασθενοφόρο νοσοκομειακό αυτοκίνητο και 3) την από 15-9-2003 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ΝΝ στην οποία αναφέρεται ότι ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε τραυματικής αιτιολογίας γραμμοειδή ρήξη της διαφραγματικής (άνω) επιφανείας του σπληνός και της συνεπόμενης ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας, (όπως τούτο άλλωστε προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...ιστολογική εξέταση του ΞΞ, της οποίας γίνεται μνεία και στην ιατροδικαστική έκθεση του κατηγορουμένου) και "επήλθε βραδέως (σε χρονικό διάστημα πέραν της 1 - 1 1/2 ώρας από τον τραυματισμό της) και σε καμία περίπτωση εντός ολίγων λεπτών, όπως επιστημονικώς ατεκμηρίωτα αναφέρει ο νεκροτομήσας ιατρός Χ στην έκθεσή του". Για τη στήριξη της κρινόμενης αίτησής του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία τα εξής: α) την υπ'αριθμ. Δ03/16 (εν μέρει απορριπτική) διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου β) το υπ'αριθμ. 88/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου γ) τις από 28-3-2001, 10-4-2002 και 9-12-2002 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μαρτύρων ΛΛ, ΟΟ και ΠΠ, αντιστοίχως. δ) την υπ'αριθμ. ... απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην από 8-4-2008 αίτησή του (του αιτούντα) για καταγγελία του στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. κατά του Ιατροδικαστή ΝΝ και υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. ε) την από 8-1-2001 έκθεση ιστολογικής εξέτασης του αναπληρωτή καθηγήτη ΞΞ, στ) την από 20-5-2003 ένορκη εξέταση μάρτυρα, του Επίκουρου Καθηγητή ΗΗ, ζ) την από 4-8-2003 ένορκη κατάθεση του ΖΖ, η) τα διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αίτηση 48 συνολικά έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται από τον αιτούντα ως εξής:
1) Την υπ' αριθμ. 1432/5-5-2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, η οποία καθαρογράφηκε την 9-6-2004, 2) Την υπ' αριθ. 128/03.04.2006 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Πλημ. Καλαμάτας, η οποία καθαρογράφηκε την 1.6.2006 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αποφάσεων, το οποίο τηρείται στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας, 3) Την με αριθμ. 1445/2007 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία απέρριψε την από 19-6-2006 αίτηση μου και με καταδίκασε σε δικαστικά έξοδα 220 ευρώ, 4) Την από 19-6-2006 αίτηση αναιρέσεως μου ενώπιον του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 128/2006 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, 5) Το από 22-2-2007 υπόμνημα μου προς τον Άρειο Πάγο Ποινικό Τμήμα, 6) Το από 30-10-2002 υπόμνημα μου προς τον κ. Εισ. Πλημ/κών Καλαμάτας, 7) Την από 23-5-2006 γραφολογική γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου ΡΡ, 8) Την με αριθμ. ΑΒΜ ΓΟ/127/31-1-02 έγκληση μου κατά του ΑΑ, 9) Την από 22-3-2002 έγκληση του ΑΑ, 10) Την από 12-3-2002 έγκληση του ΑΑ, 11) Το από 22-1-2002 φύλλο της Εφημερίδος ..., 12) Το από 1-2-2002 φύλλο της Εφημερίδος ..., 13) Το από 23-1-2002 φύλλο της Εφημερίδος ..., 13) Το από 23-1-2002 φύλλο της Εφημερίδος ..., 14) Την με αριθμ. Πρωτ. ... παραγγελία έκθεσης νεκροψίας του Τ.Τ.... επί του πτώματος της Ω, 15) Την από 20-11-2000 ιατροδικαστική έκθεση μου, 16) Την από 08-01-2001 έκθεση ιστολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Παθολογικής- Ανατομικής Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, 17) Την από 14-12-2000 έκθεση εξέτασης αίματος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, 18) Την με ΑΒΜ Γ-2002/716/23-7-2002 έγκλησή του κατά του ΑΑ, 19) Την από 20-5-2003 ένορκη εξέταση ενώπιον της Κ. Πταισματοδίκου Αθηνών του καθηγητή ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ΗΗ, 20) Την από 15-9-2003 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών ΝΝ, 21) Την υπ' αριθμ. 9/2003 Γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου σχετικά με τα καθήκοντα των ιατροδικαστών, 22) Την από 17-10-2003 ένορκη εξέταση ενώπιον της Κ. Πταισματοδίκου Κορίνθου του καθηγητή ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ΗΗ, 23) Την από 4-8-2003 ένορκη εξέταση ενώπιον της Κ. Πταισματοδίκου Κορίνθου του διευθυντού του χειρουργικού τμήματος ... ΖΖ, 24) Την από 14-2-2002 μήνυση του ΑΑ, 25) Το από 29-3-2004 κατηγορητήριο ΑΑ, 26) To A02/2403 κατηγορητήριο κατ' αυτού, 27) Το από 21-1-2003 υπόμνημα μου ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Εφετών Ναυπλίου, 28) Τα υπ' αριθ. 372/2002 Πρακτικά και Απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Γυθείου, 29) Τα υπ' αριθ. 2702/2007 Πρακτικά και Απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας με την οποία αθωώθηκα για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, κατόπιν της σχετικής εγκλήσεως του ΑΑ, 30) Την υπ' αριθμ. 33897/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετική με το τροχαίο ατύχημα της Ω, 31) Την με αριθμ. Πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής των ιατροδικαστών της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά ΣΣ και ΤΤ, που αφορά παρόμοιο περιστατικό, 32) Την από 11-12-2002 ιστολογική εξέταση του Εργαστηρίου Παθολογικής Ανατομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών σε δείγματα του ΥΥ, 33) Το από 23-8-2002 πιστοποιητικό θανάτου του ΥΥ, 34) Την από 20-12-2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστού, διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών ΦΦ, που αφορά παρόμοιο περιστατικό, 35) Την από 24-6-2005 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών, 36) Την με αριθμ. Πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πειραιά σχετική με τη νεκροτομή της Ω, 37) Την υπ' αριθμ. 4408 /2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 38) Την υπ' αριθμ. 257 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών του ΨΨ, σύμφωνα με την οποία βαρύτατες κακώσεις επέφεραν αμέσως το θάνατο, 39) Την από 27-10-2000 ιατροδικαστική του έκθεση προς τις ασφάλειες "Μινέτα" με την οποία συμφωνεί για ακαριαίο θάνατο του ΨΨ, 40) Την από 6-1-1998 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της ΑΑ-Ι, 41) την από 6-1-1998 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα του ΒΒ-Ι, 42) Την υπ' αριθμ. 270/29-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας με την οποία καταδικάσθηκε ο ΑΑ σε φυλάκιση 5 μηνών με αναστολή για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, 43) Έγγραφο σημείωμα, 44) Την υπ' αριθμ. Δ03/16 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου, 45) Την υπ' αριθμ. 88/2004 απόφαση του Συμβουλίου Πλημ/κών Κορίνθου, 46) Τις ένορκες εξετάσεις μαρτύρων: ΛΛ την 28-3-2001, ΟΟ την 10-4-2002 και ΠΠ την 9-12-2002, 47) Την αριθμ.πρωτ. ... απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην από 8-4-2008 αίτησή μου, 48) Την καταγγελία-αναφορά μου στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. με αριθμ. πρωτ. ... κατά του Ιατροδικαστή ΝΝ και υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης".
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας (Πλημ/των) που εξέδοσε την υπ'αριθμ. 128/3-4-2006 καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση, στήριξε την κρίση του αυτή, στις καταθέσεις αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων ο πολιτικώς ενάγων ΑΑ και οι ΓΓ, ΒΒ, ΕΕ, ΔΔ, ΜΜ, ΚΚ, ΣΤ, οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτών, ενώ ελήφθη υπ'όψη και η ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία κατά την οποία ζητήθηκε από τον αιτούντα να γράψει το ίδιο κείμενο με αυτό που περιέχεται σε σημείωμα που κατέθεσε στο δικαστήριο ο πολιτικώς ενάγων, ισχυριζόμενος ότι του το είχε δώσει ο κατηγορούμενος (αιτών) συστήνοντάς του ποιόν Δικηγόρο να προσλάβει και συγκεκριμένα το κείμενο "Δικηγόρος Ποινικολόγος ΘΘ, ..., ...(αναφέρεται διεύθυνση και τηλέφωνο)".
Συγκεκριμένα ο αιτών κατηγορούμενος καταδικάστηκε αμετακλήτως, για την τέλεση κατ'εξακολούθηση των αξιοποίνων πράξεων, α) παθητικής δωροδοκίας, όντας υπάλληλος ιατροδικαστής, κατά παράβαση των καθηκόντων του στην ... στις 25-1-2001 και στις 4-2-2001, ζήτησε για τον εαυτόν του και για λογαριασμό του καθηγητή νεκροτομίας χρήματα, από τον πατέρα της θανούσας σε τροχαίο ατύχημα Ω, τον ΑΑ, προκειμένου να συντάξει την από 20-11-2000 ιατροδικαστική του έκθεση , ως εντεταλμένος ιατροδικαστής, από την οποία να προκύπτει ότι ο θάνατος της παθούσας επήλθε, όχι σε 5-10 λεπτά της ώρας όπως ανεγράφη τελικά, αλλά τουλάχιστον μετά παρέλευση μιας ώρας από του τροχαίου ατυχήματος, γεγονός που ήταν αληθές και β) Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 4-2-2001 έως 15-3-2001, υπάλληλος και δη ιατροδικαστής - πραγματογνώμονας, που στα καθήκοντά του, αναγόταν η σύνταξη και έκδοση δημοσίων εγγράφων, συνέταξε και εξέδωσε δημόσιο έγγραφο, την από 20-11-2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της θανούσας Ω, στην οποία βεβαίωσε ψευδώς γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο θάνατος επήλθε εντός 5-10 λεπτών από της επελεύσεως του ατυχήματος, ενώ το αληθές ήταν ότι ο θάνατος επήλθε, τουλάχιστον μετά παρέλευση μιας ώρας από του ατυχήματος.
Τα επικαλούμενα και ως παραπάνω προσκομιζόμενα προς στήριξη της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, έγγραφα, εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου, ουδόλως ανατρέπουν την προαναφερθείσα κρίση του παραπάνω Εφετείου Καλαμάτας, ότι ο καταδικασθείς αιτών υπάλληλος - ιατροδικαστής, ζήτησε χρήματα διαπράττοντας παθητική δωροδοκία του άρθρου 235 ΠΚ για να συντάξει ψευδή ευνοϊκή ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη νεκροψίας - νεκροτομής και τελικά, λόγω μη καταβολής των κατ'επανάληψη και ενώπιον καταθέσαντος μάρτυρος κατηγορίας αιτηθέντων χρημάτων, βεβαίωσε ψευδώς στην έκθεση που τελικά συνέταξε ( άρθρο 242 παρ.1 ΠΚ), ότι ο θάνατος της παθούσας επήλθε σε 5-10 λεπτά της ώρας από του συμβάντος τροχαίου ατυχήματος και όχι μετά μία ώρα, που ήταν η αλήθεια και καταδείκνυε ότι ήταν δυνατόν να αποφευγόταν ο επελθών θάνατος της τραυματισθείσας αν η διακομιδή της σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα γινόταν σύντομα, με ενδεχόμενη ύπαρξη ή αναζήτηση ευθυνών και τρίτων προσώπων. Επίσης τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών ιατροδικαστής δε ζήτησε χρήματα για να συντάξει ψευδή ιατροδικαστική έκθεση ως προς το χρόνο επελεύσεως του θανάτου της τραυματισθείσας στο τροχαίο ατύχημα κόρης του μηνυτή ΑΑ, ούτε και ότι ο θάνατος αυτής επήλθε, μέσα σε 5-10 λεπτά της ώρας από του ατυχήματος, όπως αυτός ψευδώς βεβαίωσε και επομένως δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 128/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως που απέρριψε την αίτηση για επανάληψη διαδικασίας. Ερήμην του αιτούντος. Έννοια 525 επ. ΚΠΔ. Απαιτούνται νέα, άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές που καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών ήταν αθώος. Απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη την αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1768/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κελαϊδή, περί αναιρέσεως της 16/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείου Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περ. η' του Κώδικα Οργανισμού και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν.1756/1988), το εφετείο ανηλίκων συγκροτείται από τον εφέτη ανηλίκων και δυο νεότερούς του, αν είναι δυνατόν, εφέτες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2172/1993, οι δυο εφέτες δεν ορίζονται από τον Πρόεδρο Εφετών, αλλά αναδεικνύονται μετά από κλήρωση, στις προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό περιπτώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στο γεγονός α) ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συμμετείχαν, εκτός της προεδρεύουσας δικαστού ανηλίκων και δυο εφέτες, οι οποίοι δεν είχαν οριστεί ως τέτοιοι δικαστές και β) ότι για την προεδρεύουσα του δικαστηρίου εφέτη δικαστή ανηλίκων, δεν γινόταν αναφορά και μνεία αν αυτή είχε διοριστεί με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο γιατί, όσον αφορά την υπό στοιχεία (α) αιτίαση, δεν τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη συγκρότηση του Τριμελούς Εφετείου ανηλίκων, εκτός του Προέδρου, τα λοιπά μέλη του δικαστηρίου, να είναι δικαστές ανηλίκων. Όσον δε αφορά την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, μόνη αναγκαία προϋπόθεση είναι ο προεδρεύων, να έχει την ιδιότητα του δικαστή ανηλίκων, και είναι αδιάφορο ο τρόπος με τον οποίο έχει διορισθεί ως δικαστής ανηλίκων. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αληθή, στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 16/2008 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην .... στις ... και περί ώρα 11.25', ο κατηγορούμενος, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που, από τις περιστάσεις όφειλε και μπορούσε να καταβάλει επέφερε το θάνατο της Ο1, ηλικίας 16 ετών, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Ειδικότερα, ενώ αυτός οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μητρός του, ..., χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 94 παρ. 3 Ν. 2696/1999, και εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση προς προάστειο, (έξοδο της πόλης), προτιθέμενος να αλλάξει πορεία προς τ' αριστερά προκειμένου να κινηθεί επί της οδού ..., η οποία είναι κάθετος προς την ανωτέρω οδό ...εισήλθε στη διασταύρωση αυτή (ανωτέρων οδών), όπου η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες και ενώ στην πορεία του είχε παλλόμενο κίτρινο φως (βλ. την από ... Έκθεση Αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των αρμοδίων οργάνων του Τμ. Τροχαίας ...) άρχισε να εκινείται αριστερά, χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο κανονικά επί της οδού ...., αντιθέτως, (προς την πόλη των ...), μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε η Ο1, με αποτέλεσμα να παρέμβει αιφνιδίως στην πορεία του κανονικώς κινούμενου ως άνω μοτοποδηλάτου, κατά παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1,4,6 και 23 παρ. 2 και 4 Ν. 2696/1999, και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκε η ανωτέρω οδηγός του μοτοποδήλατου, υποστάσα βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαρεία θλάση του θώρακος μετά αιμοπερικαρδίου (βλ.την από ... ιατροδικαστική έκθεση των ιατρών πραγματογνωμών. ... και ...). Από τις σωματικές δε αυτές κακώσεις, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της. Υπό τα περιστατικά αυτά ο θανάσιμος τραυματισμός της Ο1, οφείλεται κυρίως σε αμέλεια του κατηγορουμένου και κατά ένα μικρό ποσοστό σε συγκλίνουσα αμέλεια της ίδιας της θανούσας η οποία κατά το χρόνο της συγκρούσεως δεν έφερε προστατευτικό κράνος κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 6 Ν. 2696/1999. Η παράλειψή της δε αυτή, τελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε αιτιώδη συνάφεια, με την βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη, και συνετέλεσε κατά ένα ποσοστό στο θάνατο της. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (...) ήταν ανήλικος, αφού δεν είχε συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (γεννήθηκε 29-12-1983 όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. Τ... Δ.Τ. της Υ.Α. ...), κατ' άρθρο 121 Π.Κ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3189/2003, και ο οποίος ως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο εφαρμόζεται αναδρομικά, τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, επειδή ο κατηγορούμενος, έχει ήδη συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του Π.Κ., διότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του (κατηγορουμένου), πλην όμως ο περιορισμός του εντός σωφρονιστικού καταστήματος, δεν είναι πλέον σκόπιμος και ότι αντ' αυτού πρέπει το Δικαστήριο, να καταγνώσει την, για την τελεσθείσα πράξη, απειλούμενη ποινή, ελαττωμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του Π.Κ. Πρέπει επίσης να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., καθόσον αυτός μέχρι το χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξης, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και όπως προκύπτει από το Ποινικό του Μητρώο, δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα για καμία αξιόποινη πράξη".
Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, δέχθηκε σύμφωνα με το διατακτικό, ότι ο ανήλικος κατηγορούμενος τέλεσε την παρακάτω πράξη και ειδικότερα του ότι: "στην ... στις ... ως οδηγός του υπ' αριθμό .... ΙΧΕ, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και επέφερε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα ενώ οδηγούσε το παραπάνω όχημά του και έβαινε στην οδό ... με κατεύθυνση από... προς την οδό ..., προκειμένου να στρίψει αριστερά για να εισέλθει σε άλλη οδό και ειδικότερα στην ..., δεν παραχώρησε κατά την κίνησή του αυτή, την προτεραιότητα στα κινούμενα οχήματα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της πιο πάνω οδού ... με συνέπεια να ανακόψει την κανονική πορεία του υπ' αριθμό ...μοτοποδηλάτου, που έβαινε στο αντίθετο ρεύμα αυτό, να συγκρουσθούν τα δυο οχήματα και να τραυματισθεί η οδηγός του μοτοποδηλάτου Ο1 υποστάσα βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαρειά θλάση του θώρακα, μετά αιμοπερικαρδίου, εκ των οποίων κακώσεων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της. Στη συνέχεια το δικαστήριο, δέχθηκε ότι την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο, τέλεσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ναι μεν κατά το χρόνο που την τέλεσε (...), δεν είχε συμπληρώσει το 18ον έτος της ηλικίας του, το οποίο όμως, είχε υπερβεί κατά το χρόνο εκδίκασης της εναντίον του κατηγορίας, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.1β, 28, 121, 130, και 302 παρ. 1 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε. Συγκεκριμένα αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες: α) Το επελθόν αποτέλεσμα, του θανάσιμου τραυματισμού της Ο1, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, κατά την υπό τούτου οδήγηση του οχήματός του. Ειδικότερα, αν και στερείτο αυτός της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου, οδηγούσε το παραπάνω όχημα (αυτοκίνητο), κινούμενος επί της οδού ....με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλεως των ..., β) Αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο κατηγορούμενος, ο οποίος κινείτο επί της πιο πάνω οδού ... και ενώ, είχε πρόθεση να αλλάξει την πορεία του αυτοκινήτου του, προκειμένου να κατευθυνθεί προς την οδό ...αυτός άρχισε να κινείται αριστερά, χωρίς όμως, να παραχωρήσει όπως όφειλε την προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν κανονικά, σε αντίθετη με αυτόν κατεύθυνση επί της οδού ..., με αποτέλεσμα να παρέμβει στην πορεία του κανονικώς βαίνοντος και οδηγούμενου από την παθούσα δικύκλου μοτοποδηλάτου, να συγκρουσθούν τα δυο αυτά οχήματα, και από τη σύγκρουση αυτή να τραυματισθεί θανάσιμα η οδηγός του μοτοποδηλάτου Ο1, η οποία σύμφωνα με την από ... ιατροδικαστική έκθεση, υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαρεία θλάση του θώρακα, εξαιτίας δε των κακώσεων αυτών η παθούσα κατέληξε. Περαιτέρω, είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, πρώτον γιατί υφίσταται αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, δεύτερον διότι εσφαλμένα το δικαστήριο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 133 παρ.1 του Π.Κ, και όχι αυτή του άρθρου 130 του ίδιου Κώδικα, και τρίτο διότι το δικαστήριο έπρεπε να χωρήσει σε διπλή μείωση της ποινής και να επιβάλλει μετά ταύτα το ελάχιστον της ποινής. Ειδικότερα, όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξαιτίας του ότι ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος "τέλεσε" την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στο διατακτικό γίνεται μεν δεκτό ότι "τέλεσε" την ως άνω πράξη, στην αντίστοιχη όμως διάταξη για την επιβολή της ποινής το δικαστήριο, "καταδικάζει τον κηρυχθέντα ένοχο σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών". Το δικαστήριο, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι ο κατηγορούμενος που είχε διαπράξεις το έγκλημα κατά το χρόνο που ήταν ανήλικος "τέλεσε" την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη και η φράση "καταδικάζει τον κηρυχθέντα ένοχο" που τέθηκε προδήλως από παραδρομή στη διάταξη περί ποινής, ουδεμία αντίφαση δημιουργεί. Η δεύτερη αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν εφάρμοσε το άρθρο 133 ΠΚ. Αντιθέτως δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν ανήλικος κατά το χρόνο που τέλεσε την πράξη (...) και ότι είχε συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο εκδίκασης της εναντίον του κατηγορίας γιαυτό και έκρινε εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 130 παρ.1 ΠΔ. Τέλος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η τρίτη αιτίαση περί διπλής μειώσεως της ποινής, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 85 του Π.Κ, όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής, κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μια μόνο φορά η μείωση της ποινής, σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 και στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις.
Περαιτέρω, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορουμένος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, και του αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μετεφηβικής ηλικίας, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου του, που τον εκπροσώπησε ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπό του και τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2δ' και ε' του Π.Κ". Ειδικότερα, προς θεμελίωση της συνδρομής στο πρόσωπό του, των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων, ισχυρίσθηκε τα εξής: " συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα (7έτη), καθώς επίσης ότι επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης για την οποία κατηγορείται, αποζημιώνοντας τους συγγενείς της παθούσας". Με το πιο πάνω, όμως, περιεχόμενο, οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ήταν απαράδεκτοι και εντεύθεν απορριπτέοι, προεχόντως, λόγω της πρόδηλης αοριστίας τους, αφού δεν εκτίθενται καθόλου αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία να συνδέονται με συγκεκριμένα θετικά στοιχεία από μέρους του, ούτε άλλωστε τα ποσά που κατέβαλε και τα πρόσωπα στα οποία δόθηκε και κατά συνέπεια, το δικαστήριο που τους απέρριψε, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει περί τούτου οποιαδήποτε αιτιολογία. Κατ'ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 7 από 20 Μαρτίου 2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 16/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα από το γεγονός ότι στο Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων, εκτός του εφέτη δικαστή ανηλίκων, συμμετέχουν άλλοι δυο δικαστές που δεν είναι δικαστές ανηλίκων, όπως επίσης δεν επάγεται ακυρότητα, γιατί δεν αναγράφεται στην απόφαση, παραπλεύρως του ονοματεπωνύμου του δικαστή ανηλίκων και ο τρόπος διορισμού του. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1767/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Φεβρουαρίου 2009 και 9 Φεβρουαρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, μετά των από 6 Απριλίου και 9 Απριλίου 2009 προσθέτων λόγων, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 239/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Επίσης, κατά το άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα, η έκθεση του άρθρου 148, όπως είναι και η παραπάνω έκθεση, είναι άκυρη αν δεν έχει την υπογραφή του υπαλλήλου που την έχει συντάξει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της εφέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, το εθνικό δίκαιο προβλέπει, κατά τα άρθρα 148 επόμ. και 151 ΚΠοινΔ, ότι ο υπάλληλος ενώπιον του οποίου ασκείται η αίτηση εφέσεως πρέπει να σημειώνει τον τόπο και το χρόνο της συντάξεως, τα στοιχεία και την κατοικία των προσώπων που παραβρέθηκαν, να περιγράφει τις δηλώσεις των τρίτων που έγιναν σε αυτόν, να διαβάζει μπροστά σε όλους και να υπογράφει τη συντασσόμενη έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής. Ήτοι η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου, αφορούν μόνον τον υπάλληλο και όχι τον εκκαλούντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων, βάσει της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 28 παρ.1, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν η έκθεση του ενδίκου μέσου, μεταξύ των οποίων και της εφέσεως, ή το επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του εκκαλούντος, που περιέχει τους λόγους αυτής, φέρει μεν την υπογραφή αυτού ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, αλλά από παραδρομή δεν υπογράφηκε και από τον οικείο γραμματέα, ο εκκαλών δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου. Διαφορετικά, υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον εφετείο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Αντίθετα, από τα παραπάνω συνάγεται, ότι την ευθύνη του περιεχομένου της συντασσομένης εκθέσεως εφέσεως και δη της δηλώσεως του κατηγορουμένου ότι ασκεί έφεση και για ποίο λόγο ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δε φέρει ο δικαστικός γραμματέας, αλλά αυτή βαρύνει αποκλειστικά τον εκκαλούντα, ο οποίος προβαίνει στη δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα και υπογράφει την έκθεση στο τέλος, όπου και σημειώνεται, κατά το άνω άρθρο 151 ΚΠοινΔ, ότι " η έκθεση διαβάστηκε και μετά υπογράφηκε", ενώ από καμία διάταξη δε συνάγεται, ότι ο δεχόμενος τη δήλωση ασκήσεως εφέσεως γραμματέας έχει υποχρέωση, καταγράφοντας τη δήλωση, να προβεί σε κάποια υπόδειξη, διόρθωση ή συμπλήρωση της δηλώσεως που θα κάνει ο εμφανιζόμενος ενώπιόν του για άσκηση εφέσεως καταδικασθείς κατηγορούμενος. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, ασκεί δικαιοδοσία την οποία από το νόμο δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της. Διότι και στην τελευταία περίπτωση, παρά την υποχρέωση την οποία έχει να δικάσει και την έλλειψη διακριτικής ευχέρειας, κάνει κάτι που ο νόμος δεν του το επιτρέπει. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί ενδίκου μέσου, αλλά απορρίπτει αυτό, ως απαράδεκτο, χωρίς να συντρέχει τέτοια περίπτωση. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς έρευνα της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν, στις 24-4-2007, παρόντες μετά συνηγόρων, με τη με αριθ. 365/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για παράβαση καθήκοντος ο Χ2 και για ηθική αυτουργία στην άνω παράβαση καθήκοντος ο έτερος Χ1. Κατά της αποφάσεως αυτής οι καταδικασθέντες αναιρεσείοντες άσκησαν αυθημερόν αμέσως μετά την καταδίκη τους, αυτοπροσώπως, τις με αριθ. εκθέσεως 53/24-4-2007 και 54/24-4-2007 εφέσεις τους ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου Βασιλείου Γιολάρη, ο οποίος συνέταξε και τις σχετικές εκθέσεις εφέσεως. Στις πανομοιότυπες εκθέσεις αυτές, που περιέχουν όλα τα αναγκαία τυπικά στοιχεία, αναφέρεται ότι οι άνω καταδικασθέντες κατηγορούμενοι εμφανίσθηκαν και δήλωσαν στον γραμματέα, ότι " εκκαλούν ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου τη με αριθ. 365/24-4-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκαν για ...., ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγούν από την κατηγορία για τους λόγους που θα εκθέσουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η έκθεση αυτή αφού διαβάστηκε και επιβεβαιώθηκε υπογράφηκε από το γραμματέα και τους εκκαλούντες". Επομένως, στις άνω εκθέσεις δεν δηλώθηκε από τους καταδικασθέντας εκκαλούντες κανένας λόγος εφέσεως, όπως θάπρεπε κατά το άρθρο 474 παρ.2 και 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, με ευθύνη των εκκαλούντων κατηγορουμένων, ανεξάρτητα του ότι δεν είχε καθαρογραφεί ακόμα η δημοσευθείσα καταδικαστική απόφαση και επομένως, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που επιλήφθηκε αυτών και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε και απέρριψε τις δύο αυτές εφέσεις, κατά πλειοψηφία, ως απαράδεκτες, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεν παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, την αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα ακροάσεως και υπερασπίσεως των κατηγορουμένων και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού οι προεκτεθέντες όροι παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως για αναφορά στην έκθεση εφέσεως ενός τουλάχιστον λόγου εφέσεως, δικαιολούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας και δεν περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τη δε ευθύνη για το περιεχόμενο των δηλώσεων των εκκαλούντων που καταχωρήθηκαν από τον αρμόδιο δικαστικό γραμματέα στις συνταχθείσες ως άνω εκθέσεις εφέσεως, οι οποίες στο τέλος πριν υπογραφούν διαβάστηκαν στους εκκαλούντες, φέρουν αποκλειστικά οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι.
Συνεπώς οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α, Ε και Η του ΚΠοινΔ και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 20 παρ.1, 25 παρ.1 β,δ του Συντάγματος, λόγοι αναιρέσεως των δύο αναιρεσειόντων και ο συναφής πρόσθετος λόγος αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 6 ΚΠοινΔ, η οποία έχει προστεθεί με το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν. 2721/1999 και ίσχυσε από 3-6-1999 "αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι η πιο πάνω δέσμευση του δικαστηρίου, υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται, και συγκεκριμένα, όταν το Εφετείο στο οποίο έχει εισαχθεί για συζήτηση έφεση του κατηγορουμένου, έχει κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλει την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως, για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'εφαρμογή των άρθρων 59 και 61 του ΚΠοινΔ. Αν το δικαστήριο, στη μετ' αναβολή συζήτηση, ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της εφέσεως και την απορρίψει, ως απαράδεκτη, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, με τη μορφή της υπέρβασης εξουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα. Δυνάμει της με αριθ. 241/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στο οποίο εισήχθησαν οι με αριθ. εκθ. 53/2007 και 54/2007 εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, αναβλήθηκε η συζήτηση των εφέσεων αυτών, κατ'άρθρον 349 του ΚΠοινΔ, για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο του αιτήσαντος την αναβολή δευτέρου κατηγορουμένου και για το ενιαίο της κρίσεως και για τον πρώτο κατηγορούμενο, σε ρητή δικάσιμο της 3-4-2008. Δυνάμει της με αριθ. 93/2008 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, λόγω παρελεύσεως του νομίμου ωραρίου και κωλύματος της γραμματέας της έδρας, σε ρητή δικάσιμο της 15-5-2008. Δυνάμει της με αριθ. 113/2008 αποφάσεως, αναβλήθηκε η συζήτηση των άνω εφέσεων, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου και για το ενιαίο της κρίσεως και για τον πρώτο κατηγορούμενο, σε νέα ρητή δικάσιμο της 5-6-2008, ότε και πάλιν με τη με αριθ. 138/6-6-2008 απόφαση αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, λόγω παρελεύσεως του νομίμου ωραρίου, για νέα ρητή δικάσιμο της 18-9-2008, ότε, λόγω σειράς εκθέματος, την επομένη της συνεδριάσεως εκδικάσθηκε τελικά η υπόθεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι αναβολές δόθηκαν πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν το δικαστήριο αποφανθεί για το τυπικά παραδεκτό των δύο εφέσεων των κατηγορουμένων, γιαυτό και δεν περιέχεται καμία σχετική διάταξη περί τούτου σε καμία από τις άνω αναβλητικές αποφάσεις, ενώ σε ουδεμία περίπτωση η δίκη αναβλήθηκε για κρείσσονες αποδείξεις ή για λόγους του άρθρου 59 ή 61 του ΚΠοινΔ. Επομένως, το τυπικά παραδεκτό των δύο εφέσεων των κατηγορουμένων, δεν είχε κριθεί προηγουμένως, δεν συνέτρεχει περίπτωση του άρθρου 502 παρ.6 του ΚΠοινΔ και κρίθηκε για πρώτη φορά, το παραδεκτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε τις δύο εφέσεις ως απαράδεκτες, κατά τα παραπάνω. Έτσι, με αυτή την ειδική αιτιολογία, κρίνοντας το Πενταμελές Εφετείο, κατά πλειοψηφία, επί προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων κατηγορουμένων, τον οποίο και απέρριψεν, ότι δηλαδή με τις ως άνω γενόμενες επανειλημμένες αναβολές, κατ'άρθρον 349 ΚΠοινΔ, και όχι για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'άρθρο 59 ή 61 του ΚΠοινΔ, δεν είχαν γίνει τυπικά δεκτές οι άνω εφέσεις και κρίνοντας αυτές τυπικά το πρώτον κατά την τελευταία δικάσιμο της 19-9-2008, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τις απέρριψεν ως απαράδεκτες, ελλείψει λόγου εφέσεως, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 6 του ΚΠοινΔ ούτε υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ έτερος λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, κύριος και πρόσθετος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, πρέπει να απορριφθούν, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 4/6-2-2009 και 6/9-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως μετά των από 6-4-2009 και από 9-4-2009 προσθέτων λόγων αυτών, των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθ. 168/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στην 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δύο αιτήσεις αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι. Παράβαση καθήκοντος και ηθική αυτουργία. Ορθά απορρίφθηκαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ως απαράδεκτες, λόγω μη αναγραφής στην έκθεση εφέσεως ουδενός λόγου εφέσεως και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι για υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ λόγοι αναιρέσεως. Ορθά εφαρμόσθηκε το άρθρο 502 παρ. 1, 6 ΚΠΔ. αφού με τις προηγούμενες τέσσερις αναβολές της δίκης, κατ' άρθρον 349 ΚΠΔ και όχι για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' άρθρο 59 ή 61 του ΚΠΔ, δεν είχαν γίνει τυπικά δεκτές οι εφέσεις και σύννομα το δικαστήριο αποφάνθηκε το πρώτον, για το τυπικά μη παραδεκτό των εφέσεων των κατηγορουμένων. Απορρίπτει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Ηθική αυτουργία, Παράβαση καθήκοντος, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1766/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 2962/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Μαρτίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1708/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση του Χ1, που στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. ΒΤ 2962/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτόν θα εξετασθούν και οι από 18-3-2009 πρόσθετοι λόγοι που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1997, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής ή πολιτικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους, κατά την παρ. 1, οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Περαιτέρω κατά το αρ. 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το αρ. 26 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με το αρ. 1 αριθμ. 168 του Ν. 21 13/1952 οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επομένου μηνός από τον χρόνον ο οποίος έχει ορισθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτό εργαζομένους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Περαιτέρω, στο άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 1882/1990 "περί μέτρων για την καταστολή της φοροδιαφυγής κλπ" ορίζεται ότι με την παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής του χρέους, αναστέλλεται η ποινική δίωξη και τελικά εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξοφλήσεως. Στο άρθρο 4 παρ.7 του ν. 2408/1996, ορίζεται ότι οι διατάξεις της παραπάνω παραγράφου 4 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 εφαρμόζεται και επί οφειλών εργατικών ή εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά Ταμεία. Ακόμη, στο άρθρο 18 παρ.11 εδ.β' του ν.2434/1996, ορίζεται ότι αναστέλλεται η ποινική δίωξη για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, όσο διαρκεί ο διακανονισμός του χρέους και εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης. Τέλος, κατά το άρθρο 9 του ν. 3551/2007, η αναστολή είσπραξης οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονταν μέχρι την 31-3-2007 στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και η παράταση της τοιαύτης αναστολής μέχρι την 31-12-2008, ίσχυε υπό τον όρο ότι οι επιχειρήσεις κατέβαλαν εμπρόθεσμα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στους λοιπούς αναφερομένους στο άρθρο αυτό ασφαλιστικούς φορείς τις τρέχουσες από 1-4-2007, μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματική έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Ακόμη, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, και όταν ο κατηγορούμενος στερείται κάποιο δικαίωμά του που αφορά την εμφάνιση, την εκπροσώπησή του, την υπεράσπιση αυτού και όταν παρεμποδίζεται στην άσκηση δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (παρ.1 περ.δ' του ως άνω άρθρου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. ΒΤ 2962/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στον Πειραιά και επί της Λεωφόρου Χατζηκυριακού ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε.", παρότι απασχόλησε στην ως άνω εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 1999 έως Αύγουστο 1999 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας και συγκεκριμένα είκοσι μισθωτούς που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ με συνολικό ύψος αποδοχών (για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1998 έως Αύγουστο 1999, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 1999) 100.036.638 δραχμών, από πρόθεση δεν κατέβαλε όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, στον υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ως άνω ασφαλιστικό Οργανισμό (ΙΚΑ) τις βαρύνουσες την ίδια ως άνω εταιρεία ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) για καθένα των προαναφερομένων μηνών, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 1999, μέσα σε ένα μήνα από το τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου κατέστησαν απαιτητές, ήτοι δεν κατέβαλε από 31-5-1999 έως 30-9-1999 τις ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 23.536,81 ευρώ ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές). Επίσης ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην προαναφερόμενη εταιρεία είκοσι (20) μισθωτών που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ, για καθένα των προαναφερομένων μηνών, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 1999, με σκοπό να τις αποδώσει στο ΙΚΑ, από πρόθεση δεν απέδωσε αυτές στον ως άνω ασφαλιστικό Οργανισμό εντός μηνός από το τέλος εκείνου μηνός που κατέστησαν απαιτητές, ήτοι από 31-5-1999 έως 30-9-1999, ανερχομένων συνολικά στο ποσό των 11.768,40 ευρώ, καταστάς έτσι τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των ανωτέρω εργοδοτικών και εργατικών εισφορών συντάχθηκε η 21489 ΠΕΕ του ΙΚΑ Πειραιώς. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967.." Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω πράξεις και του επέβαλε συνολικά ποινή φυλάκισης 15 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παραβιάσει κάποιο δικαίωμα του αναιρεσείοντος και να προκληθεί οιαδήποτε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίος έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 94 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ, 31 του ν.δ. 1160/1977, 1 του ν. 363/1976 και 26 παρ.3 του αν. 1846/1951 που κυρώθηκε με το ν. 2115/1952 και 16 παρ.1 και 2 της υπ'αρ. 55575/1479/18-11-7-12-1965 απόφασης του Υπουργού Εργασίας ως και του άρθρου 9 του ν. 3551/2007 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς νατ ις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα και τα είδος τους (μάρτυρας και έγγραφα0, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλει με το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεώς του περί απολύτου ακυρότητας της επ'ακροατηρίου διαδικασίας λόγω της μη κοινοποιήσεως σ'αυτόν της σχετικής πράξης επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) του ΙΚΑ Πειραιώς, από τη μη πληρωμή της οποίας κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμη, αφού από καμμιά διάταξη νόμου θεσπίζεται τέτοια υποχρέωση αυτεπαγγέλτου ελέγχου από το ποινικό Δικαστήριο. Τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου της ουσίας κατάθεση του υπαλλήλου του ΙΚΑ ...γνώριζε τις προς το ΙΚΑ ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του που αφορούν τη χρονική περίοδο από 31-5-1999 έως 30-9-1999 και είχε προβεί σε ρύθμιση των σχετικών χρεών (καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που όφειλε η απ'αυτόν εκπροσωπούμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε."), χωρίς όμως να εκπληρώσει τις από τη ρύθμιση αυτή υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να στερηθεί του ευεργετήματος της αναστολής καταβολής των προς το ΙΚΑ οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3551/2007 όρος για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στη ρύθμιση του ως άνω νόμου για τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ μέχρι την 31-3-2007 ασφαλιστικές εισφορές είναι η εμπρόθεσμη καταβολή των από της 1-4-2007 και εντεύθεν μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3551/2007), ενώ ο αναιρεσείων όντας υπόχρεος προς το ΙΚΑ για ασφαλιστικές εισφορές που έπρεπε να καταβληθούν το 1999 δεν επικαλείται την εμπρόθεσμη πληρωμή των από 1-4-2007 και εντεύθεν οφειλομένων προς το ΙΚΑ εισφορών της ως άνω εταιρείας που εκπροσωπεί ούτε ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται από οποιοδήποτε άλλο λόγο τέτοια οφειλή προς το ΙΚΑ. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, τόσο κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσο και κατά το μέρος που προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την παράλειψη του να ερευνήσει την κοινοποίηση στον αναιρεσείοντα της σχετικής Π.Ε.Ε. του αρμοδίου καταστήματος του ΙΚΑ.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και των επ'αυτής προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός κύριος ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση και τους επ'αυτής από 18 Μαρτίου 2009 πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΒΤ 2962/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Ποιος ο υπόχρεος καταβολής τους επί ανωνύμου εταιρίας. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3553/2007. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγους την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
Αριθμός 1765/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, o οποίος ορίσθηκε με την 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 63246/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ασημακόπουλο και με πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ LEASING A.E.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ψ και που στο ακροατήριο παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Μπάτσου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 32/16.05.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 922/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-5-2008 και υπ' αριθμ. έκθεσης 32/2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 63246/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, με την παρουσία όλων των διαδίκων.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/1972), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά του οποίου δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά του χρόνου, της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2408/1996 προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη ( του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείοντα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του ν.2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν.2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ.1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ.1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.2 και 22 παρ. 3 του άνω ν.2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ.2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ.3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ,3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 5/2006, 6/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμο όροι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του βασίμου των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε δε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθμ. 63246/2007 απόφασή του, που εκδόθηκε κατ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 98801/2004 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος του Χ για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως από την παθούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ LEASING AE". Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία το Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την προαναφερόμενη ποινική δίωξη είναι η ακόλουθη: "... Στην κρινόμενη υπόθεση, κατά του κατηγορουμένου Χ ασκήθηκε ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, πράξη που όπως προαναφέρεται διώκεται κατ' έγκληση. Την έγκληση κατά του κατηγορουμένου υπέβαλε η φερομένη ως παθούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ LEASING AE", με το από 25-9-2003 έγγραφο, το οποίο υπέγραψε και ενεχείρισε στις 26-9-2003 στον Εισαγγελέα αυτού του Δικαστηρίου η ΑΑ, στην οποία (έγκληση) αναφέρεται ότι εκπροσωπεί την εγκαλούσα δυνάμει του υπ'αριθμ. ... ειδικού πληρεξουσίου. Με το ως άνω ειδικό πληρεξούσιο ο ΒΒ, ως Διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. της εγκαλούσας και εκπροσωπών αυτή σύμφωνα με το καταστατικό της, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Δ.Σ. διόρισε ειδική πληρεξουσία της εγκαλούσας εταιρείας την προαναφερόμενη ΑΑ με την εντολή να υποβάλει την ως άνω έγκληση κατά του κατηγορουμένου. Όμως το ως άνω υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Δ.Σ., με το οποίο ανατίθεται η εκπροσώπηση της εταιρείας στον προαναφερόμενο ΒΒ, ο οποίος με την σειρά του εξουσιοδότησε για την υποβολή της μήνυσης την ανωτέρω τρίτη ΑΑ, εκτός του ότι δεν προσαρτάται στην παραπάνω έγκληση, δημοσιεύθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 17-10-2003, δηλαδή μετά και την παροχή της πληρεξουσίας της στον ΒΒΒ και την υποβολή της ανωτέρω έγκλησης από την ΑΑ. Ενόψει αυτών, η υποβολή της παραπάνω έγκλησης κατά του κατηγορουμένου δεν είναι νομότυπη, γι'αυτό και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370 περιπτ. γ ΚΠΔ η ποινική δίωξη αυτού πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασής του και τη σύμφωνη εισαγγελική πρόταση". Με αυτά όμως που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατ' άρθρο 501 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, γιατί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, ο ως άνω αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιρείας ΒΒ ενήργησε ως καταστατικό όργανο αυτής σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του από 22-5-2007 οικείου καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας με το οποίο είχε παρασχεθεί στον προαναφερόμενο διευθύνοντα σύμβουλο και αντιπρόεδρο της Α.Ε. η εξουσία να διορίζει πληρεξουσίους για την έγερση αγωγών και υποβολή εγκλήσεων, η ίδια δε εξουσία παρασχέθηκε σ'αυτόν και με το υπ' αριθ. ... πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου. Μνεία του ανωτέρω πρακτικού γίνεται στο υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Λάβδα-Μπόμπου που είχε προσαρτηθεί στην υπό την ίδια ημερομηνία υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών έγκληση. Το ως άνω πρακτικό του οποίου δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο και ο χρόνος κατάρτισής του, καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο (Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών) της Νομαρχίας Αθηνών στις 17-10-2003 και η σχετική ανακοίνωση του Νομάρχη Αθηνών δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) στις 20.10.2003. Επομένως, ενόψει του ότι η ολοκλήρωση του ως άνω διορισμού της ΑΑ για την υποβολή της εγκλήσεως της ως άνω ανώνυμης εταιρείας κατά του Χ έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο της εγχειρίσεως της εγκλήσεως (1-4-2003 και 26-9-2003 αντίστοιχα), δεν ήταν αναγκαίο να προηγηθεί και η καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών του εν λόγω πρακτικού και περαιτέρω η δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης του οικείου Νομάρχη στο ΦΕΚ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που έκρινε αντιθέτως και κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 63246/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής, Ποιος ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων όταν η εκδότρια είναι ανώνυμη εταιρία. Νομιμοποίηση πολιτικώς ενάγοντος μέλους του ΔΣ της εταιρίας που του έχει δοθεί σχετική εξουσία για αντιπροσώπευση της ΑΕ για την υποβολή έγκλησης και παράσταση ως πολιτικώς ενάγουσας στην ποινική δίκη για την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πολιτική αγωγή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία, Απαράδεκτο ποινικής δίωξης.
| 0
|
Αριθμός 1763/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 11553/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6,7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. (ΑΠ 626/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11.553/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθ. εκθ. 9948/2007, έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 62070/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών. Από τη σχετική με αριθμό 9948/2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διέμενε με την οικογένειά του μόνιμα μέχρι τον Ιούνιο του 2003 στο .... και στη συνέχεια όμως έκτοτε κατοικούσε μέχρι τον Ιούνιο του 2006 στην οδό ... και μετά μέχρι και σήμερα στην οδό ... ήτοι σε oικία και διευθύνσεις γνωστές στις αρχές. Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην άνω έφεσή του, αν τη φερόμενη από αυτόν ως τελευταία γνωστή κατοικία του στο ... που έμενε στις 30-9-2000 που έγινε η εν λόγω επίδοση, είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή στις αρχές. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "από το προσκομιζόμενο από 30-3-2000 αποδεικτικό επιδόσεως στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής της 62070/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που επιδόθηκε ερήμην του, ο τελευταίος άσκησε έφεση την 19-7-2007 ήτοι μετά πάροδο επτά περίπου ετών από την επίδοση της ερήμην απόφασης δηλαδή εκπρόθεσμα. Πρέπει συνεπώς ν'απορριφθεί αυτή ως εκπρόθεσμη (άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η επίδοση της ερήμην αποφάσεως έγινε στην ... ως τελευταία γνωστή διαμονή του εκκαλούντος, και δεν προκύπτει ότι ατός παρά το γεγονός ότι είχε δικαστικές εκκρεμότητες γνωστοποίησε στον Εισαγγελέα, κατά κάποιο νόμιμο τρόπο, αλλαγή διευθύνσεως". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως.
Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω νέα διεύθυνση της κατοικίας του και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή στις αρχές, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του, στην οδό ...- που αναφέρεται στη μήνυση, με βάση την οποία, ασκήθηκε η σε βάρος του ποινική δίωξη, ενώ δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ τη νέα κατοικία του, ούτε επικαλείται άλλωστε ότι είχε γνωστοποιήσει με κάποιο νόμιμο τρόπο την άνω νέα διεύθυνσή του στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Η νέα διεύθυνση της κατοικίας του ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας του ήταν η ως άνω στο .... όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει άλλης γνωστής κατοικίας του και επομένως η ως άνω επίδοση ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομη.(ΑΠ 1363/2006). Σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η κατοικία του, όπως προέβαλε στο ακροατήριο του δικάσαντος κατ'έφεση, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προέκυπτε από τα ΦΕΚ, στα οποία είχε δημοσιευθεί η συγκρότηση του Δ.Σ. της αναφερόμενης στο σκεπτικό ανώνυμης εταιρίας, για λογαριασμό της οποίας φέρεται ότι εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και δεν ήταν άγνωστης διαμονής, όταν έγινε η επίδοση της εκκληθείσας αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σημειώνεται ότι δεν έχει προβάλλει με την έφεσή του λόγο ανώτερης βίας, εκ της οποίας παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, στην έννοια δε αυτής, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, δεν εμπίπτει ο ισχυρισμό του για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και συνεπεία αυτής, μη γνώση του, της εκκαλουμένης από αυτό αποφάσεως. Επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, για το λόγο ότι αυτή δεν επιχειρήθηκε πρώτα στο Δήμαρχο ... και μετά στον ιερέα του Ι.Ν.... με τη σειρά της ΚΠΔ 156 παρ.2, που είναι δεσμευτική, καθόσον η επιλογή του προσώπου που θα γίνει η επίδοση ανήκει στην αρχή που την παραγγέλλει (π.χ. Εισαγγελέα, ανακριτή), που δεν υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένη σειρά προτιμήσεως των ανωτέρω οργάνων (πρβλ. ΑΠ 1519/1994 Ποιν.Χρ. ΜΔ 1260, ΑΠ 1685/89 Ποιν.Χρ. Μ'811). Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για ελλιπή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ.έκθ. 61/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 11553/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου ως αγνώστου διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη της εφέσεως για το λόγο ότι ήταν άκυρη η επίδοση της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής στον ιερέα της ενορίας του. Δεν είχε γνωστοποιήσει μεταβολή της κατοικίας του στον Εισαγγελέα. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1762/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαϊρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσιούνη, περί αναιρέσεως της 22617/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.5 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως προστέθηκε με το άρθ.4 παρ.1 εδ.α' του Ν.2408/1996 που άρχισε να ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρ. 7 του ως άνω νόμου), η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνον κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής, ο οποίος δεν πληρώθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δικαίωμα εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών. Τέτοιος δε κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 42, 44 και 46 του Ν.5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος, ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνισή της (Ολ.ΑΠ 29/2007). 'Αλλωστε, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ.3 Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητά ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής, Επομένως και υπό την ισχύ της παρ.5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ.3 Ν. 3742/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο με βάση αυτή, απήγγειλε καταδίκη για το καταγγελόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκλημα ο 'Αρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 22.617/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και σε χρηματική πεντακοσίων (500) ευρώ για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" με το αιτιολογικό ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και όλα τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο εξέδωσε την αναφερόμενη στο διατακτικό επιταγή για να πληρωθεί από την ALPHA BANK για ποσό 6.000 ευρώ σε διαταγή εμού του ιδίου που περιήλθε στη συνέχεια δια οπισθογράφησης στην εγκαλούσα Τράπεζα και αφού παρουσιάστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε γιατί δεν είχε αντίκρυσμα". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", και ειδικότερα του ότι: "Στην ...την 30-7-2003 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθ. ... για να πληρωθεί από την ALPHA BANK για ευρώ 6.000 σε διαταγή "εμού του ιδίου", που περιήλθε με συνεχείς οπισθογραφήσεις στην εγκαλούσα Τράπεζα EFG EUROBANK-ERGASIAS A.E. Και αφού παρουσιάστηκε την 30-7-2003 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς και από την επισκόπηση της επίδικης άνω επιταγής, η εγκαλούσα Τράπεζα "EFG EUROBANK-ERGASIAS A.E" δεν ήταν η τελευταία κομίστρια της επιταγής κατά το χρόνο υποβολής της εγκλήσεως, αλλά προτελευταία οπισθογράφος, η οποία την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον ... που ήταν ο τελευταίος κομιστής. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε προς είσπραξη στην πληρώτρια ALPHA BANK. Όμως αυτή (επιταγή) δεν πληρώθηκε, διότι, όπως αυτό βεβαιώθηκε επί του σώματος της επιταγής, ο εκδότης αυτής αναιρεσείων, δεν είχε στο λογαριασμό του διαθέσιμα κεφάλαια. Στη συνέχεια η εγκαλούσα άνω εταιρία, αφού πλήρωσε την επιταγή αυτή στο νόμιμο κομιστή της, την ανέλαβε και έτσι, όπως ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτησή του συνομολογεί, κατέστη εξ αναγωγής κομίστρια της επιταγής και, σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, νόμιμα υπέβαλε κατά του αναιρεσείοντος έγκληση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Κατόπιν αυτών, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η ποινική δίωξη κινήθηκε ύστερα από την, από 25-9-2003, έγκληση της οπισθογράφου της επίδικης επιταγής, άνω Τράπεζας, EFG EUROBANK-ERGASIAS, η οποία όμως, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και μετέπειτα κομιστής αυτής, κατόπιν εξοφλήσεώς της, δεν είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως από αδικοπραξία και δεν δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως, ζητώντας έτσι την αναίρεση της προσβαλλομένης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 79 του Ν. 5963/1933, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, σύμφωνα με το στοιχ. Η' του αυτού άρθρου είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεώς του πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαΐου 2008 (υπ'αριθμ.πρωτ. 1602/2-6-2008) αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 22.617/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δικαιούχος εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, αλλά και κάθε άλλος που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής της. Πότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας (θετική ή αρνητική). Ήδη με το άρθρο 15 παρ. 3 Ν. 3471/2006 ορίζεται πλέον ρητά ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής, που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Απορρίπτει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1760/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 19/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με Πολιτικώς Ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία SEAFREIGHTERS SHIPPING LINES ING" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 372/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 129/9.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1980/2008 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα τον κατηγορούμενο: α) Χ, κάτοικο ... για να δικαστεί ως υπαίτιος απάτης με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε νομοτύπως από τον κατηγορούμενο έφεση και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 19/2009 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση (βλ. βούλευμα). Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομίμως στον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα στον μεν ίδιο στις 10-2-2009, στην δε αντίκλητό του στις 18-2-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά).
Στις 20-2-2009 εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Χρήστος Διαμάντης και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου και για λογαριασμό αυτού ασκεί αναίρεση κατά του 19/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για τη δήλωση αυτή συντάχθηκε η με αριθμό 25/20-2-2009 έκθεση αναιρέσεως (βλ. έκθεση). Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διάδικο που είχε σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται για κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη, στην δε σχετική έκθεση εμπεριέχεται σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιούται και τότε το αδίκημα της απάτης (βλ. ΑΠ 51/2007). Περαιτέρω, μετά την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ( 73.000 ευρώ). Γίνεται εξάλλου δεκτό ότι για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης απάτης πρέπει το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε το όφελος αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότης, από την οποία υλική αντιστοιχία προκύπτει ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (βλ. ΑΠ 502/2008).
ΙV. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ1 επιλογή μερικά εξ αυτών. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση της διάταξης γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση ή προανάκριση που διενεργήθηκε, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
V. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από το συλλεγέν, από τη προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση που διενεργήθηκαν και περατώθηκαν νόμιμα και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας και όσα προσκομίστηκαν στο Συμβούλιο τούτο από τους διαδίκους σε συνδυασμό με την ανωμοτί εξέταση του κατηγορουμένου τις από 10/2/06 έγγραφες εξηγήσεις του την απολογία του, το από 4/2/08 απολογητικό του υπόμνημα, τα από 8/9/08 και 20/10/08 υπομνήματα αυτού προς το Συμβούλιο, τις διευκρινίσεις των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη παράσταση τους κατά τα άνω στο Συμβούλιο κατά τη συζήτηση της έφεσης στις 11/12/08 (μετά την έκδοση της υπ' αρ. 2143/08 σχετικής απόφασης του Συμβουλίου) προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Χ για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 1, 5, 14, 16, 17, 26 § παρ. 1, 45, 386 § 1-3 β ΠΚ).
Δέχθηκε ειδικότερα το Συμβούλιο ότι από το πάνω αποδεικτικό υλικό προέκυψαν τα εξής:
Κατά του εκκαλούντος Χ, υπεβλήθη ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών η από 15-7-2005 έγκληση της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία " SEAFREIGHTERS SHIPPING LINES INC", η οποία εδρεύει στον ... . Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην έγκληση αυτή πραγματικά περιστατικά, ο εκκαλών είναι εφοπλιστής, μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και εκμεταλλεύεται για δικό του όφελος και λογαριασμό εμπορικά πλοία, καταβάλλει δαπάνες, δίνει προσωπικές εγγυήσεις για χρέη εταιριών με σκοπό την κερδοσκοπία και γενικά ενεργεί ατομικώς εμπορικές πράξεις που αφορούν στην διαχείριση και εκμετάλλευση πλοίων, η δε συμπεριφορά του είναι τέτοια που προκαλεί την εντύπωση και προσωπικής ευθύνης του από τα χρέη της εκμετάλλευσης των πλοίων. Ο εκκαλών-σύμφωνα με την ως άνω έγκληση- εκμεταλλευόταν για δικό του όφελος το πλοίο R..., υπό σημαία ..., καλυπτόμενος πίσω από τον εταιρικό μανδύα της αλλοδαπής ... εταιρίας με την επωνυμία ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ INK, την οποία ούτος εκπροσωπεί. Η εταιρία αυτή ουσιαστικά δεν είχε καμία νόμιμη εγκατάσταση και χρησιμοποιείτο από τον εκκαλούντα ως "βιτρίνα" των εφοπλιστικών του δραστηριοτήτων, τις οποίες στέγαζε σε γραφείο, στην ..., στην οδό ... αριθμ. ..., απ' όπου και επικοινωνούσε για τις ναυλώσεις των υπό προσωπική του εκμετάλλευση πλοίων. Δυνάμει εγγράφων προτάσεων και αποδοχών προσφορών και αντιπροσφορών αναλυομένων στα από 27-9-2002, 30-9-2002, 1-10-2002 και 3-10-2002 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της εταιρίας του εκκαλούντος ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ INK και των ναυτικών πρακτόρων της εγκαλούσης εταιρίας " SEAFREIGHTERS SHIPPING LINES INC" στην ..., ..., συμφωνήθηκε η ναύλωση του ως άνω πλοίου R... από την εγκαλούσα εταιρία για την μεταφορά 11.300 μετρικών τόνων τσιμέντου σε σάκους από τον λιμένα της ... προς ... και ή ... (...) έναντι ναύλου 26 δολ. ΗΠΑ ανά τόνο, με αναμενόμενο χρόνο αναχώρησης από την ... την 5/6 Οκτωβρίου 2002 και αναμενόμενη άφιξη στον λιμένα φόρτωσης την 13η Οκτωβρίου 2002 με εφαρμογή των γενικών ρητρών του εντύπου ναυλοσύμφωνου GENCON. Περαιτέρω υπήρχε η συμφωνία ότι ο επιτρεπόμενος χρόνος για τη φόρτωση του φορτίου ήταν 8-15 Οκτωβρίου 2002 και εν συνεχεία η ναύλωση θα ακυρωνόταν εάν το πλοίο δεν είχε καταπλεύσει στην ... για φόρτωση μέχρι τις 15-10-2002. Η καταβολή του ναύλου θα γινόταν μετρητοίς, χωρίς έκπτωση, κατά την παράδοση του φορτίου. Σημειωτέον δε ότι η εταιρία του εκκαλούντος ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ INK είχε ναυλώσει το πλοίο R... από τους πλοιοκτήτες του RANA SHIPPING CO, και επομένως η συμφωνία με την εγκαλούσα εταιρία ήτο επί το ακριβέστερον, υποναύλωση. Στις 3-10-2002 ο εκκαλών πιεστικά, τηλεφωνικά και μετά εγγράφως, ζήτησε από τους ναυτικούς πράκτορες (...) της εγκαλούσης εταιρίας να προκαταβληθεί μέρος του ναύλου, προκειμένου να διευκολυνθεί η χρηματική ροή των επιχειρήσεων του, συγχρόνως δε με μία σειρά από ψευδείς όπως αποδείχθηκε διαβεβαιώσεις, καλυπτόμενος πίσω από τον μανδύα της ελεγχόμενης από αυτόν εταιρίας, παρουσίαζε στους ναυτικούς πράκτορες της εγκαλούσης ότι το πλοίο δήθεν ήταν εν πλω με προορισμό τον λιμένα φόρτωσης. Ως εκ τούτου έπεισε την εγκαλούσα να του προκαταβάλει μέρος του ναύλου και δη 98.560,53 δολάρια Η.Π.Α. αν και το πλοίο δεν είχε φθάσει ακόμη στον λιμένα φόρτωσης, δηλαδή στην ..., ο δε εκκαλών εγγυήθηκε προσωπικά να καλύψει την εγκαλούσα για την προκαταβολή του παραπάνω ποσού. Ακολούθως, επειδή υπήρχε υποχρέωση εκ του ναυλοσύμφωνου να δίδονται ανά 48 ώρες ειδοποιήσεις( notices) περί της θέσεως του πλοίου, ο εκκαλών έστελνε ψευδείς αναφορές μέσω της εταιρίας του για την θέση του πλοίου, λέγοντας ότι το πλοίο έπλεε με προορισμό την ..., ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων δεν είχε αποπλεύσει καν από την ... . Στις 16-10-2002 οι πράκτορες της εγκαλούσης εταιρίας στην ..., ανησύχησαν διότι το πλοίο δεν είχε ακόμη καταπλεύσει στην ... και έστειλαν στον εκκαλούντα προσωπικά το από 16-10-2002 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, με το οποίο εξέφραζαν την ανησυχία τους. Ο εκκαλών την ίδια ημέρα απάντησε με τον ίδιο τρόπο και διαβεβαίωσε τους πράκτορες της εγκαλούσης ότι το πλοίο καθυστερούσε λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και επειδή ήταν κενό φορτίου και επρόκειτο να φθάσει στην ... στις 20-10-2002. Στις 21-10-2002 το πλοίο δεν είχε ακόμη φθάσει στην ... και ο εκκαλών μετά από οχλήσεις των πρακτόρων της εγκαλούσης εταιρίας οι οποίες διατυπώθηκαν σε τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, παραδέχτηκε ότι το πλοίο δεν είχε αποπλεύσει καν από την ..., είχε κατασχεθεί συντηρητικά από παραλήπτες φορτίων και είχε απαγορευθεί ο απόπλους αυτού. Παρά ταύτα όμως ο εγκαλούμενος-εκκαλών, δεν επέστρεψε στην εγκαλούσα εταιρία το παραπάνω ποσό των 98.560,53 το οποίο είχε εισπράξει ως προκαταβολή μέρος του ναύλου, αλλά ενσωμάτωσε αυτό στην περιουσία του, και απεκόμισε ούτω παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσης εταιρίας.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω αναφερομένη έγκληση, επιβεβαιώνονται από την κατάθεση της μάρτυρος ..., δικηγόρου, η οποία χειρίστηκε στο ... την διαιτησία την σχετική με τη ναύλωση του πλοίου R... από την ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ INK προς την εγκαλούσα εταιρία. Από την με ημεροχρονολογία 23-11-2005 ένορκη αυτή μαρτυρική κατάθεση που δόθηκε στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως συνάγεται ότι οι ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του απόπλου δήθεν του πλοίου από την ... με προορισμό την ..., παρασχέθηκαν από τον εγκαλούμενο ενώ αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, δεδομένου ότι αυτός είχε τον πλήρη έλεγχο του πλοίου R... και γνώριζε ότι αυτό είχε κατασχεθεί και είχε απαγορευθεί ο απόπλους του. Ο δε εκκαλών ουδέποτε επέστρεψε το παραπάνω ποσό του ναύλου που του καταβλήθηκε προκαταβολικώς, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια μαρτυρική κατάθεση. Περαιτέρω από τα περιεχόμενα στην δικογραφία αντίγραφα των τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων με ημεροχρονολογίες 27-9-2002, 30-9-2002, 1-10-2002, 3-10-2002, 4-10-2002, 7-10-2002, 9-10-2002, 16-10-2002, 21-10-2002 αλλά και την υπόλοιπη σειρά τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων που φθάνουν μέχρι και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003 προκύπτει ότι ο εκκαλών διαβεβαίωσε ψευδώς τους ναυτικούς πράκτορες της εγκαλούσης εταιρίας ως προς το γεγονός ότι το πλοίο είχε δήθεν αποπλεύσει από την ... με προορισμό την ... και με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις έπεισε την εγκαλούσα να του προκαταβάλει μέρος του ναύλου και δη 98.560,53 δολάρια Η.Π.Α. Η καταβολή του ποσού αυτού προκύπτει αβίαστα και από τα παραπάνω έγγραφα αφού σε αυτά αναφέρεται ρητώς η προκαταβολή ποσού 98.560,53 δολαρίων ΗΠΑ για τη ναύλωση του πλοίου R... . Στο από 7-10-2002 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα της εταιρίας του εκκαλούντος προς ... αναφέρεται μεταξύ άλλων και ότι: "... οι ναυλωτές θα πληρώσουν τον ναύλο του R... μείον το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 98.560,53 και ο κ. Χ παραμένει υπεύθυνος για αυτό το ποσό εάν το R... δεν φθάσει στην ...". Στο από 3-10-2002 μήνυμα αναφέρεται ότι: "Φ/Γ Κ...-ΠΑΡΟΝ ΤΑΞΙΔΙ ... . Σας παρακαλούμε ευγενικά να καταβάλετε το πλήρες ναύλο για το προαναφερόμενο ταξίδι και να αφαιρέσετε το παραπάνω (ναύλο) που έχετε πληρώσει για το Φ/Γ Α... από το ναύλο του Φ/Γ Ρ.... για να βοηθήσετε την ρευστότητα μας ...". Σε άλλα μηνύματα ο εκκαλών παραδέχεται την είσπραξη από την εταιρία του παραπάνω ποσού (σχετ. τα από 25-11-2002, 28-11-2002, 13-12-2002, 27-12-2002, 2-4-2003 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα). Από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται ότι η προκαταβολή για το ναύλο του Φ/Γ Ρ... επί τη βάσει των ψευδών παραστάσεων διαβεβαιώσεων έλαβε χώρα στις 3-7/10/2002 ως εξής: Η εγκαλούσα εταιρία κατά την πληρωμή στην εταιρία του εκκαλούντος ετέρου ναύλου που αφορούσε το πλοίο "Φ/Γ Κ..., είχε δικαίωμα να αφαιρέσει ποσό 98.560, 53 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο όμως δεν αφαίρεσε αφού συμφωνήθηκε το ποσό αυτό να καταβληθεί στην εταιρία του εκκαλούντος ως προκαταβολή του ναύλου για το πλοίο Φ/Γ Ρ... . Εξ άλλου και από την με ημεροχρονολογία 23-11-2004 διαιτητική απόφαση (συμπληρωματική της από 24-5-2004 τοιαύτης) των Ναυτιλιακών Διαιτητών Λονδίνου ... και ..., προκύπτει ότι η σύμβαση δεν εκτελέστηκε ποτέ, ότι η πραγματική ταυτότητα των ναυλωτών ήταν η ως άνω αναφερομένη εγκαλούσα εταιρία "SEAFREIGHTERS SHIPPING LINES INC" και ότι οι ναυλωτές δικαιούνται να απαιτήσουν το ποσό των 98.560 δολαρίων ΗΠΑ. Ενόψει των περιστατικών και δεδομένων αυτών φρονώ ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη της απάτης για την οποία διώκεται δεδομένου ότι ούτος με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι το πλοίο είχε αποπλεύσει από την ... με προορισμό τον λιμένα της ... προκειμένου να παραλάβει το φορτίο, έπεισε τους παραπάνω ναυτικούς πράκτορες να του καταβάλουν το παραπάνω ποσό ως προκαταβολή του ναύλου, με τον προεκτεθέντα τρόπο, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του και απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσης. Ενώ το Υ πλοίο ουδέποτε απέπλευσε διότι είχε κατασχεθεί και είχε απαγορευθεί ο απόπλους αυτού. Το δε ποσό αυτό των 98.560 δολαρίων ΗΠΑ το οποίο ούτος εισέπραξε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του στις 7-10-2002 υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι είναι πασίδηλον (εφόσον εις τα δύο αυτά νομίσματα βασίζεται κατά κύριο λόγο η παγκόσμια οικονομία και το μεγαλύτερο ποσοστό των συναλλαγών και η ισοτιμία μεταξύ των γνωστοποιείται καθημερινώς δια του συνόλου του τύπου και των μέσων μαζικής ενημερώσεως), ότι την ημεροχρονολογία εκείνη η ισοτιμία δολαρίου ευρώ ήτο 0,98 δολάρια το ένα ευρώ, δηλαδή το δολάριο τότε ήτο ακριβότερο του ευρώ και το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε αντίστοιχο σε ευρώ άνω των 73.000 αλλά και των 98.560 ευρώ.
VI. Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κύρια ανάκριση κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής απάτης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 386 παρ. 1, 3β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο. Το Συμβούλιο προσδιορίζει με τρόπο σαφή την απατηλή ενέργεια που συνίσταται στην διαβεβαίωση ότι το πλοίο μπορούσε να εκτελέσει τη μεταφορά, ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτό είχε κατασχεθεί, με τη βασική δε αυτή παραπλανητικά ενέργεια, που αναφέρεται σε "γεγονός του παρόντος", συνδέονται και οι άλλες διαβεβαιώσεις που συνδυάζονται με αυτή και αποτελούν το σύνολο της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Περαιτέρω προσδιορίζεται το ποσόν της βλάβης και του παρανόμου οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απατηλής ενέργειας και της περιουσιακής βλάβης.
Συνεπώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που προβάλλονται ως λόγος αναίρεσης και συγκεκριμένα ως εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ), είναι αβάσιμοι, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και πρέπει επίσης να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
Ι. Να απορριφθεί η 25/20-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χρήστου Διαμάντη, κατά του 19/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 6 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 β του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης που προβλέπεται από αυτές, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε πλάνη και από την παραπλάνηση αυτή να οδηγήθηκε ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε σ' αυτόν ή τρίτου περιουσιακή βλάβη. Ως γεγονότα κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιώνεται και τότε το έγκλημα της απάτης. Τέλος κρίσιμος χρόνος για την τέλεση του εγκλήματος αυτού είναι ο χρόνος εκείνος κατά τον οποίο ενήργησε ο δράστης, δηλαδή ολοκλήρωσε τις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών και είναι αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος που επιχειρήθηκε από τον παθόντα η ζημιογόνα πράξη η παράλειψη, καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημιάς. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 19/2009 βούλευμά του, με αναφορά κατά ένα μέρος στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος αναφέρει προέκυψαν τα εξής: "Κατά του εκκαλούντος Χ υπεβλήθη ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών η από 15-7-2005 έγκληση της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "SEAFREΙGHTERS SHIPPING LINES INC", η οποία εδρεύει στον ... . Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην έγκληση αυτή πραγματικά περιστατικά, ο εκκαλών είναι εφοπλιστής, μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και εκμεταλλεύεται για δικό του όφελος και λογαριασμό εμπορικά πλοία, καταβάλλει δαπάνες, δίνει προσωπικές εγγυήσεις για χρέη εταιριών με σκοπό την κερδοσκοπία και γενικά ενεργεί ατομικώς εμπορικές πράξεις που αφορούν στην διαχείριση και εκμετάλλευση πλοίων, η δε συμπεριφορά του είναι τέτοιαπου προκαλεί την εντύπωση και προσωπικής ευθύνης του από τα χρέη της εκμετάλλευσηςτων πλοίων.
Ο εκκαλών - σύμφωνα με την ως άνω έγκληση - εκμεταλλευόταν για δικό του όφελος το πλοίο R..., υπό σημαία ..., καλυπτόμενος πίσω από τον εταιρικό μανδύα της αλλοδαπής ... εταιρίας με την επωνυμία ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΙΝΚ,την οποία ούτος εκπροσωπεί. Η εταιρία αυτή ουσιαστικά δεν
είχε καμία νόμιμη εγκατάσταση και χρησιμοποιείτο από τον εκκαλούντα ως "βιτρίνα" των εφοπλιστικών του δραστηριοτήτων, τις οποίες στέγαζε σε γραφείο, στην ..., στην οδό ... αριθμ. ..., απ' όπου και επικοινωνούσε για τις ναυλώσεις των υπό προσωπική του εκμετάλλευση πλοίων. Δυνάμει εγγράφων προτάσεων και αποδοχών προσφορών και αντιπροσφορών αναλυομένων στα από 27-9-2002, 30-9-2002, 1-10-2002 και 3-10-2002 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της εταιρίας του εκκαλούντος ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΙΝΚ και των ναυτικών πρακτόρων της εγκαλούσης εταιρίας "SEAFREIGTERS SHIPPING LINES INC" στην ..., ..., συμφωνήθηκε η ναύλωση του ως άνω πλοίου R... από την εγκαλούσα εταιρία για την μεταφορά 11.300 μετρικών τόνων τσιμέντου σε σάκους από τον λιμένα της ... προς ... και ή ... (...) έναντι ναύλου 26 δολ. ΗΠΑ ανά τόνο, με αναμενόμενο χρόνο αναχώρησης από την ... την 5/6 Οκτωβρίου 2002 και αναμενόμενη άφιξη στον λιμένα φόρτωσης την 13η Οκτωβρίου 2002 με εφαρμογή των γενικών ρητρών του εντύπου ναυλοσύμφωνου GENCON. Περαιτέρω υπήρχε η συμφωνία ότι ο επιτρεπόμενος χρόνος για τη φόρτωση του φορτίου ήταν 8-15 Οκτωβρίου 2002 και εν συνεχεία η ναύλωση θα ακυρωνόταν εάν το πλοίο δεν είχε καταπλεύσει στην ... για φόρτωση μέχρι τις 15-10-2002. Η καταβολή του ναύλου θα γινόταν μετρητοίς, χωρίς έκπτωση, κατά την παράδοση του φορτίου. Σημειωτέον δε ότι η εταιρία του εκκαλούντος ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΙΝΚ είχε ναυλώσει το πλοίο R... από τους πλοιοκτήτες του RΑΝΑ SHIPPING CO και επομένως η συμφωνία με την εγκαλούσα εταιρία ήτο επί το ακριβέστερον, υποναύλωση.
Στις 3-10-2002 ο εκκαλών πιεστικά, τηλεφωνικά και μετά εγγράφως, ζήτησε από τους ναυτικούς πράκτορες (...) της εγκαλούσης εταιρίας να προκαταβληθεί μέρος του ναύλου, προκειμένου να διευκολυνθεί η χρηματική ροή των επιχειρήσεων του, συγχρόνως δεμεμίασειρά από ψευδείς όπως αποδείχθηκε διαβεβαιώσεις, καλυπτόμενος πίσω από τον μανδύα της ελεγχόμενης από αυτόν εταιρίας, παρουσίαζε στους ναυτικούςπράκτορες της εγκαλούσης ότι το πλοίο δήθεν ήταν ενπλω με προορισμό τον λιμένα φόρτωσης.
Ως εκ τούτου έπεισε την εγκαλούσα να του προκαταβάλει μέρος του ναύλου και δη 98.560,53 δολάρια Η.Π.Α., αν και το πλοίο δεν είχε φθάσει ακόμη στον λιμένα φόρτωσης, δηλαδή στην ..., ο δε εκκαλών εγγυήθηκε προσωπικά να καλύψει την εγκαλούσα για την προκαταβολή του παραπάνω ποσού. Ακολούθως, επειδή υπήρχε υποχρέωση εκ του ναυλοσύμφωνου να δίδονται ανά 48 ώρεςειδοποιήσεις (notices) περί της θέσεως του πλοίου, οεκκαλών έστελνε ψευδείς αναφορές μέσω της εταιρίαςτου για την θέση του πλοίου, λέγοντας ότι το πλοίοέπλεε με προορισμό την ..., ενώ στηνπραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρωνδεν είχε αποπλεύσει καν από την ... . Στις ... οι πράκτορες της εγκαλούσης εταιρίας στην ..., ανησύχησαν διότι το πλοίο δεν είχε ακόμη καταπλεύσει στην ... Μκαι έστειλαν στονεκκαλούντα προσωπικά το από 16-10-2002 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, με το οποίο εξέφραζαντην ανησυχία τους. Ο εκκαλών την ίδια ημέρα απάντησεμε τον ίδιο τρόπο και διαβεβαίωσε τους πράκτορες τηςεγκαλούσης ότι το πλοίο καθυστερούσε λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και επειδή ήταν κενόφορτίου και επρόκειτο να φθάσει στην ... στις 20-10-2002. Στις 21-10-2002 το πλοίο δεν είχεακόμη φθάσει στην ... και ο εκκαλών μετά από οχλήσεις των πρακτόρων της εγκαλούσης εταιρίας οι οποίες διατυπώθηκαν σε τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, παραδέχτηκε ότι το πλοίο δεν είχε αποπλεύσει καν από την ..., είχε κατασχεθεί συντηρητικά από παραλήπτες φορτίων και είχε απαγορευθεί ο απόπλους αυτού. Παρά ταύτα όμως ο εγκαλούμενος-εκκαλών, δεν επέστρεψε στην εγκαλούσα εταιρία το παραπάνω ποσό των 98.560,53 το οποίο είχε εισπράξει ως προκαταβολή μέρος του ναύλου, αλλά ενσωμάτωσε αυτό στην περιουσία του, και απεκόμισε ούτω παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσης εταιρίας.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω αναφερομένη έγκληση, επιβεβαιώνονται από την κατάθεση της μάρτυρος ...., δικηγόρου, η οποία χειρίστηκε στο ... την διαιτησία την σχετική με τη ναύλωση του πλοίου R... από την ΣΚΑΝΜΕΝΤ ΣΙΠΓΠΝΓΚ ΙΝΚ προς την εγκαλούσα εταιρία. Από την με ημεροχρονολογία 23-11-2005 ένορκη αυτή μαρτυρική κατάθεση που δόθηκε στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως συνάγεται ότι οι ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του απόπλου δήθεν του πλοίου από την ... με προορισμό την ..., παρασχέθηκαν από τον εγκαλούμενο ενώ αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, δεδομένου ότι αυτός είχε τον πλήρη έλεγχο του πλοίου R... και γνώριζε ότι αυτό είχε κατασχεθεί και είχε απαγορευθεί ο απόπλους του. Ο δε εκκαλών ουδέποτε επέστρεψε το παραπάνω ποσό του ναύλου που του καταβλήθηκε προκαταβολικώς, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια μαρτυρική κατάθεση. Περαιτέρω από τα περιεχόμενα στην δικογραφία αντίγραφα των τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων με ημεροχρονολογίες 27-9-2002, 30-9-2002, 1-10-2002, 3-10-2002, 4-10-2002, 7-10-2002, 9-10-2002, 16-10-2002, 21-10-2002 αλλά και την υπόλοιπη σειρά τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων που φθάνουν μέχρι και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003 προκύπτει ότι ο εκκαλών διαβεβαίωσε ψευδώς τους ναυτικούς πράκτορες της εγκαλούσης εταιρίας ως προς το γεγονός ότι το πλοίο είχε δήθεν αποπλεύσει από την ... με προορισμό την ... και με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις έπεισε την εγκαλούσανα του προκαταβάλει μέρος του ναύλου και δη 98.560,53 δολάρια Η.Π.Α. Η καταβολή του ποσού αυτού προκύπτει αβίαστα και από τα παραπάνω έγγραφα αφού σεαυτά αναφέρεται ρητώς η προκαταβολή ποσού 98.560,53 δολαρίων ΗΠΑ για τη ναύλωση του πλοίου R... . Στο από 7-10-2002 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα της εταιρίας του εκκαλούντος προς ... αναφέρεται μεταξύ άλλων και ότι: "... οι ναυλωτές θα πληρώσουν τον ναύλο του R... μείον το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 98.560,53 και ο κ. Χ παραμένει υπεύθυνος για αυτό το ποσό εάν το R... δεν φθάσει στην ...". Στο από 3-10-2002 μήνυμα αναφέρεται ότι: "Φ/Γ Κ...- ΠΑΡΟΝ ΤΑΞΙΔΙ ... . Σας παρακαλούμε ευγενικά να καταβάλετε το πλήρες ναύλο για το προαναφερόμενο ταξίδι και να αφαιρέσετε το παραπάνω (ναύλο) που έχετε πληρώσει για το Φ/Γ Α... από το ναύλο του Φ/Γ Ρ... για να βοηθήσετε την ρευστότητα μας ...". Σε άλλα μηνύματα ο εκκαλών παραδέχεται την είσπραξη από την εταιρία του παραπάνω ποσού (σχετ. τα από 25-11-2002, 28-11-2002, 13-12-2002, 27-12-2002, 2-4-2003 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα). Από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται ότι η προκαταβολή για το ναύλο του Φ/Γ Ρ... επί τη βάσει των ψευδών παραστάσεων διαβεβαιώσεων έλαβε χώρα στις 3-7/10/2002 ως εξής: Η εγκαλούσα εταιρία κατά την πληρωμή στην εταιρία του εκκαλούντος ετέρου ναύλου που αφορούσε το πλοίο "Φ/Γ Κ..., είχε δικαίωμα να αφαιρέσει ποσό 98.560,53 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο όμως δεν αφαίρεσε αφού συμφωνήθηκε το ποσό αυτό να καταβληθεί στην εταιρία του εκκαλούντος ως προκαταβολή του ναύλου για το πλοίο Φ/Γ Ρ... . Εξ άλλου και από την με ημεροχρονολογία 23-11-2004 διαιτητική απόφαση(συμπληρωματική της από 24-5-2004 τοιαύτης) των Ναυτιλιακών Διαιτητών Λονδίνου, ... και ..., προκύπτει ότι η σύμβαση δεν εκτελέστηκε ποτέ,ότι η πραγματική ταυτότητα των ναυλωτών ήταν η ως άνω αναφερομένη εγκαλούσα εταιρία "SEAFREIGHTERS SHIPPING LINES INC" και ότι οι ναυλωτές δικαιούνται να απαιτήσουν το ποσό των 98.560 δολαρίων ΗΠΑ. Ενόψει των περιστατικών και δεδομένων αυτών προκύπτουν κατά του εκκαλούντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη της απάτης για την οποία διώκεται δεδομένου ότι ούτος με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις περί του ότι το πλοίο είχε αποπλεύσει από την ... με προορισμό τον λιμένα της ... προκειμένου να παραλάβει το φορτίο, έπεισε τους παραπάνω ναυτικούς πράκτορες να του καταβάλουν το παραπάνω ποσό ως προκαταβολή του ναύλου, με τον προεκτεθέντα τρόπο, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του και απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσης, ενώ το πλοίο ουδέποτε απέπλευσε διότι είχε κατασχεθεί και είχε απαγορευθεί ο απόπλους αυτού. Το δε ποσό αυτό των 98.560 δολαρίων ΗΠΑ το οποίο ούτος εισέπραξε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του στις 7-10-2002 υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι είναι πασίδηλον (εφόσον εις τα δύο αυτά νομίσματα βασίζεται κατά κύριο λόγο η παγκόσμια οικονομία και το μεγαλύτερο ποσοστό των συναλλαγών και η ισοτιμία μεταξύ των γνωστοποιείται καθημερινώς δια του συνόλου του τύπου και των μέσων μαζικής ενημερώσεως), ότι την ημεροχρονολογία εκείνη η ισοτιμία δολαρίου ευρώ ήτο 0,98 δολάρια το ένα ευρώ, δηλαδή το δολάριο τότε ήτο ακριβότερο του ευρώ και το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε αντίστοιχο σε ευρώ άνω των 73.000 αλλά και των 98.560 ευρώ". Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθ. 1980/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο για να δικαστεί για την πράξη της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 β'του ΠΚ και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος την 3-10-2002 ζήτησε πιεστικά να του καταβληθεί μέρος του ναύλου του ναυλωθέντος πλοίου αφού συγχρόνως παρέστησε ψευδώς στους ναυτικούς πράκτορες της εγκαλούσης ότι το ανωτέρω πλοίο ήταν δήθεν εν πλω με προορισμό τον λιμένα φόρτωσης (...) και ότι θα πραγματοποιείτο η φόρτωση μέσα στη συμβατική προθεσμία της 15-10-2002, ενώ αυτό δεν είχε καν αποπλεύσει από το λιμάνι της ... επειδή είχε κατασχεθεί από πιστωτές και είχε απαγορευθεί ο απόπλους του, γεγονότα τα οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος και διαβεβαίωσε ψευδώς περί του αντιθέτου και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τους εκπροσώπους της εγκαλούσης να του καταβάλουν την 7-10-2002 το ποσό των 98.560,53 δολαρίων ΗΠΑ ως προκαταβολή του ναύλου, κατά το οποίο ποσό ζημιώθηκε η εγκαλούσα και ωφελήθηκε παρανόμως ο κατηγορούμενος. Επομένως το Συμβούλιο δέχτηκε ότι η καταβολή του ανωτέρω ποσού ήταν αποτέλεσμα των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων του κατηγορουμένου και ότι διαβεβαιώσεις του περί πραγματοποιήσεως της φορτώσεως μέσα στη συμβατική προθεσμία συνοδεύτηκαν συγχρόνως με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις γεγονότος του παρόντος (ότι το πλοίο ήταν εν πλω).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων συνιστάμενης στο ότι αφενός δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης επειδή η ζημία δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά και αφετέρου στο ότι η διαβεβαίωση για έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής του δεν αποτελεί γεγονός κατά την έννοια του νόμου, είναι αβάσιμος. Εξάλλου ο ίδιος λόγος που κατά τον αναιρεσείοντα συνίσταται σε παραβίαση εκ πλαγίου των ίδιων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων επειδή έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις και κενά, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος γιατί δεν προσδιορίζονται οι ανωτέρω πλημμέλειες. Επίσης προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας συνιστάμενης στο ότι η έφεση του κατηγορουμένου απορρίφθηκε χωρίς ουσιαστική έρευνα των λόγων της, αφού ούτε εδώ προσδιορίζονται οι πλημμέλειες. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 19/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος του δράστη και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Στην έννοια του γεγονότος εμπίπτουν και οι απλές υποσχέσεις και οι συμβατικές υποχρεώσεις, εφόσον συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση. Κρίσιμος χρόνος για την τέλεση του εγκλήματος αυτού είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ολοκλήρωσε ο δράστης τις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών και είναι αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος που επιχειρήθηκε από τον παθόντα η ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας. Ορθή παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέστησε ψευδώς στους εκπροσώπους της παθούσης εταιρίας ότι το πλοίο το οποίο η τελευταία είχε ναυλώσει για μεταφορά εμπορεύματος βρισκόταν εν πλω για το λιμάνι φορτώσεως του εμπορεύματος και ότι η μεταφορά θα γινόταν μέσα στη συμφωνειθείσα προθεσμία, ενώ το πλοίο δεν είχε καν αποπλεύσει γιατί είχε κατασχεθεί και έτσι τους έπεισε και προκατέβαλαν ναύλο ύψους 98.560,53 δολλαρίων ΗΠΑ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1759/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιγνατιάδη, περί αναιρέσεως της 1013-1014/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 .
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών, θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη καθώς και της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας.
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει, όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κάθε κατηγορούμενου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών Θεσσαλονίκης είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι κάποιο άτομο με το όνομα ο "...(ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΙΚΡΟ ΟΝΟΜΑ Χ1)", που συζεί με μια γυναίκα με το όνομα ..., και διαμένουν στο .... διακινούσαν ναρκωτικά. Οι αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας έθεσαν σε παρακολούθηση το σπίτι στο οποίο διέμενε ο Χ1 , πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, και διαπίστωσαν ότι τον επισκέπτονταν διάφοροι τοξικομανείς. Την 13-1-2004 επισκέφτηκε το σπίτι του κατηγορουμένου Χ2 ο Ε1, παρέμεινε για λίγο χρόνο και στη συνέχεια έφυγε με το αυτοκίνητό του. Οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν ακινητοποίησαν το αυτοκίνητου Ε1 στη διασταύρωση των οδών ... και ...και σε σωματικό έλεγχο βρέθηκε να έχει δύο μικροποσότητες ηρωϊνης τις οποίες, όπως ανέφερε, είχε αγοράσει λίγο χρόνο πριν από τον Χ2. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας βγήκε ο κατηγορούμενος από το σπίτι του, οι αστυνομικοί τον έλεγξαν και βρήκαν να κατέχει 17,3 γρ. ηρωΐνη, στη συνέχεια δε, σε έρευνα στο σπίτι του βρέθηκαν 12,2 γραμ. ηρωΐνης, σε μικροσυσκευασίες, 16,9 γρ. κάνναβης, ένα δέμα MDMA, 30 δισκία Lexotanil, χάπια Vulbegal και Lanalgal. Ο ίδιος είχε χρηματικό ποσό από 3.600 ευρώ και μία ζυγαριά ακριβείας. Ο Χ2 συνελήφθη και ομολόγησε ότι προμηθεύθηκε, πριν δύο ημέρες, τα ναρκωτικά που κατείχε, από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, από τον οποίο και στο παρελθόν είχε αγοράσει. Ειδικότερα είχε αγοράσει επτά τουλάχιστον φορές ποσότητες ηρωΐνης, καταβάλλοντας το χρηματικό ποσό των 1000 ευρώ κάθε φορά και την 11-12-2004 αγόρασε τουλάχιστον 32,5 γραμ. ηρωΐνη αντί τιμήματος 2300 ευρώ. Από το τελευταίο αυτό ποσό ο κατηγορούμενος Χ2 αμέσως κατέβαλε 1000 ευρώ και χρωστούσε ακόμη 1300 ευρώ. Με την ευκαιρία αυτή ο κατηγορούμενος Χ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ1, ενώ τη συνομιλία αυτή παρακολουθούσε ο αστυνομικός -μάρτυρας- Μ1. Ο Χ1ς ρώτησε τον Χ2 "αν θέλει ναρκωτικά" και οι δύο όρισαν συνάντηση σε τοποθεσία στην ... την ... σε "γνωστό σημείο", όπως είπαν. Η συμφωνία αναφερόταν σε 150 γραμ ηρωΐνης αντί τιμήματος 4.000 ευρώ. Ο Χ1 έφτασε στο σημείο συνάντησης οδηγώντας ένα αυτοκίνητο ALFA ROMEO, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, περί την 0.20 ώρα. 'Όμως αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών και τράπηκε σε φυγή, χωρίς οι αστυνομικοί παρά τη ρίψη, πυροβολισμών εκ μέρους τους, να κατορθώσουν να τον συλλάβουν. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων -αστυνομικών- οι πράξεις δε του κατηγορουμένου Χ1 πλήρως αποδεικνύονται όχι μόνον από όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος Χ2 στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές, όταν συνελήφθη, αλλά κυρίως από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας των δύο κατηγορουμένων, το οποίο άκουσε ο αστυνομικός Μ1 και την προσέλευση του Χ1 στο σημείο συνάντησης, αλλά και από την άρνησή του να σταματήσει, όταν αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς. Ο όψιμος ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ2 κατά την απολογία του, ότι ενοχοποίησε τον Χ1 μετά από πίεση των αστυνομικών, είναι εντελώς αναληθής, διότι οι πληροφορίες στη Δίωξη ναρκωτικών αναφέρονταν μόνο στον Χ2 χωρίς την εμπλοκή του Χ1. Μετά από αυτά στοιχειοθετείται από αντικειμενική και υποκειμενική άποψη, ως προς τον κατηγορούμενο Χ2 το έγκλημα της κατ'εξακολούθηση αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις κατ'επάγγελμα και συνήθεια κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, όπως αναφέρεται στη συνέχεια. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου είχε τη γνώμη ότι δεν πρέπει ν'αποδοθεί στον κατηγορούμενο Χ2 η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης στην τέλεση του παραπάνω εγκλήματος. Ειδικότερα διότι δεν αποδείχθηκε κατά συνήθεια τέλεση της πράξης και ότι από την επανειλημμένη τέλεση τους προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του αλλά ούτε κατ'επάγγελμα τέλεσή της, εφόσον η πράξη αυτή τελείται για πρώτη φορά. Οργανωμένη υποδομή με άλλα άτομα για τη διακίνηση ναρκωτικών δεν αποδείχθηκε, εφόσον ο κατηγορούμενος, μόνος, αγόραζε ναρκωτικά από τον συγκατηγορούμενό του, όχι σε μεγάλες ποσότητες και πουλούσε μικροποσότητες σε τοξικομανείς. 'Όμως η δραστηριότητά του αυτή είχε σκοπό να αποκομίζει κάποιο κέρδος, προκειμένου να εξασφαλίζει την ηρωϊνη που χρειαζόταν ο ίδιος για την κάλυψη των δικών του αναγκών. Η εξεύρεση χρημάτων για την κάλυψη των αναγκών της διαβίωσής του γινόταν από την εργασία του στο κατάστημα του συγκατηγορουμένου του και μόνο το πάθος της τοξικομανίας τον οδήγησε στην εμπορία, μικρών σχετικά ποσοτήτων ναρκωτικών. Τέλος στον κατηγορούμενο θ'αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ, εφόσον αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης είχε ζήσει έντιμη ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή. Στον κατηγορούμενο αυτό δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης άλλου ελαφρυντικού και μάλιστα των αιτουμένων του άρθρου 84 παρ.2 δ και ε ΠΚ. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε η ψυχική μεταστροφή του μετά την τέλεση της πράξης που αναφέρθηκε, εφόσον και απολογούμενος αρνείται την τέλεση των πράξεων που αναφέρθηκαν και ισχυρίζεται ότι οι ποσότητες των ναρκωτικών, που κατείχε, κάλυπταν μόνο τις προσωπικές του ανάγκες. Αλλά και τη σχέση του με το συγκατηγορούμενό του αποδίδει σε πίεση εκ μέρους των αστυνομικών, γεγονότα που επίσης δεν αποδείχθηκαν. Δεν είναι επομένως δυνατό να θεωρηθεί ότι αυτός έδειξε οποιαδήποτε μεταμέλεια και προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του. Ούτε όμως αποδέχθηκε η καλή συμπεριφορά του μετά την τέλεση της πράξης του, εφόσον, όντας κρατούμενος στις δικαστικές φυλακές κράτησης και με την ιδιότητα αυτή, έχει βέβαια επιδείξει καλή συμπεριφορά, όμως η διαγωγή του αυτή δεν έχει επιδειχθεί σε κατάσταση ελεύθερης διαβίωσής του, αλλά αποτελούσε απλή συμμόρφωσή του στους κανόνες του σωφρονιστικού καταστήματος, τους οποίους αν παρενέβαινε θ'αντιμετώπιζε δυσμενείς συνέπειες". Στη συνέχεια, το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ήτοι της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητας τουλάχιστον 32,5 γραμμαρίων, την οποία πώλησε στο συγκατηγορούμενό του Χ2 καθώς επίσης, ποσότητας ηρωϊνης 150 γραμμαρίων, που καταλήφθηκε να κατέχει την 14-12-2004, στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία και καταδικάσθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ( άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 του ΠΚ, και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 5, 5 παρ.1 εδ. β και ζ,' και 5 παρ. 2, 8, του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. από το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει ότι με πληρότητα και με σαφήνεια, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, κατείχε ναρκωτικές ουσίες, με την έννοια ότι μπορούσε να τις εξουσιάζει και να τις διαθέτει κατά τη θέλησή του. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία κατά το τελευταίο τρίμηνο, πριν την 14-12-2004, κατείχε απροσδιόριστες ποσότητες ηρωϊνης, τουλάχιστον όμως 32,5 και 150 τουλάχιστον γραμμάρια αντίστοιχα. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα πριν την 14-12-2004, πώλησε επανειλημμένα, και συγκεκριμένα επτά (7) φορές έναντι διαφόρων χρηματικών ανταλλαγμάτων, τουλάχιστον όμως, έναντι τιμήματος 1000 ευρώ, σε τρίτα πρόσωπα διάφορες ποσότητες από τη ναρκωτική ουσία ηρωϊνη, ανερχόμενες τουλάχιστον σε 32,5 γραμμάρια.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 § 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 § 1 εδαφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεσή ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι οι πράξεις για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος, πλήρως αποδεικνύονται όχι μόνο από όσα ανέφερε ο συγκατηγορούμενός του αναιρεσείοντος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Χ2 στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές, όταν συνελήφθη, αλλά κυρίως από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας των δυο κατηγορουμένων, (Χ2 και αναιρεσείοντος), το οποίο (περιεχόμενο) άκουσε ο αστυνομικός Μ1 κατά την προσέλευση του Χ1 (ήδη αναιρεσείοντος) στο σημείο συνάντησης, αλλά και από την άρνησή του να σταματήσει, όταν αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς. Από την αιτιολογία που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση όχι αποκλειστικά και μόνο σε όσα ο συγκατηγορούμενός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, Χ2 αποκάλυψε για τη συμμετοχική δράση του, στα πλαίσια της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές, αλλά κυρίως, στο περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας που πραγματοποιήθηκε, παρουσία και σε επήκοο των αστυνομικών μαρτύρων, μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη συγκατηγορουμένου του Χ2 και αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία όπως προαναφέρθηκε το Δικαστήριο στήριξε την ενοχή του κατηγορουμένου, προκύπτουν συνδυαστικά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και μάλιστα από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Μ1, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1013-1014/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας (παράβαση του 211Α), β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει ακυρότητα γιατί την κρίση περί ενοχής, δεν στήριξε αποκλειστικά και μόνο στην ομολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά και στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και στα έγγραφα. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών οινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1761/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γαλετζά, περί αναιρέσεως της 20782/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 734/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Γ ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δυνάμει της με αριθμό 20702/11-10-2007 ανέκκλητης απόφασής του η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο (άρθρο 9 ΝΔ 966/79) την 15.11.2007, αφενός έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη της αιτούσας - αναιρεσείουσας κατ' άρθρο 31 ν. 3346/2005 για την πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού από την αιτούσα-αναιρεσείουσα τελεσθείσα την 6.7.2004 στην ..., άρθρο 217 παρ. 1 Π.Κ, και αφετέρου κήρυξε την αιτούσα -αναιρεσείουσα ένοχη της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης τελεσθείσα την 6-7-2004 στην Θεσσαλονίκη, επιβάλλοντας της ποινή φυλάκισης 4 μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως. Την ανωτέρω απόφαση αναιρεσιβάλλει κατ' άρθρο 474 παρ.2 ΚΠΔ για τους ακόλουθους λόγους, αλλά μόνον ως προς το κεφάλαιο της αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης τελεσθείσας την 6-7-2004 στην ..., επιβάλλοντάς της ποινή φυλάκισης 4 μηνών η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στη ψευδή δήλωση του περιστατικού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Υπέρβαση δε εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 20782/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι, ως προς την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσας περιγράφεται. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη μετέβη στις 6.7.2004 στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και κατέθεσε αίτηση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, αλλά και για την προβλεπόμενη από το νόμο βεβαίωση εξάμηνης διάρκειας, η οποία επέχει θέση άδειας παραμονής και εργασίας. Μεταξύ των δικαιολογητικών που κατέθεσε ήταν και αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης και πιο συγκεκριμένα στο απαλλακτικό σκέλος αυτού, και τα οποία ήταν πλαστά, γεγονός που η ίδια γνώριζε. Έτσι, εξαπάτησε τους αρμοδίους υπαλλήλους της άνω υπηρεσίας, οι οποίοι της χορήγησαν την βεβαίωση εξάμηνης διάρκειας, δυνάμει της οποίας εμφανιζόταν αυτή (κατηγορουμένη) να έχει άδεια παραμονής και εργασίας στη χώρα, στην οποία, σημειωτέον, ενέργεια (δηλαδή η χορήγηση της βεβαίωσης) οι εν λόγω υπάλληλοι δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την πλαστότητα των άνω εγγράφων. Με βάση τα εν λόγω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος της κατηγορουμένης η νομοτυπική μορφή της άνω σ' αυτή αποδιδομένης σχετικής κατηγορίας, και γι' αυτό, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχη".
Στη συνέχεια, έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης κατ' άρθρο 31 του Ν. 3346/17.6.2005 για την πρώτη πράξη που κατηγορείτο και ειδικότερα για το ότι στη ... στις 6-7-2004 (με σκοπό να διευκολύνει την κίνηση και την κοινωνική πρόοδο της ίδιας χρησιμοποίησε εν γνώσει τα πλαστά πιστοποιητικά που μπορεί να χρησιμεύσουν για τέτοιο σκοπό και συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο) προσήλθε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και μεταξύ των απαιτουμένων δικαιολογητικών που κατέθεσε για την κτήση ελληνικής ιθαγένειας αλλά και της προβλεπόμενης από το νόμο βεβαίωσης εξάμηνης διάρκειας, η οποία επέχει θέση άδειας παραμονής και εργασίας κατέθεσε και: 1. Το με αριθμό ... πιστοποιητικό γάμου των γονέων της αιτούσας όπου αναγράφονται τα στοιχεία για το σύζυγο ... και για τη σύζυγο ..., το οποίο όμως ήταν πλαστό καθόσον ουδέποτε εκδόθηκε νομίμως από τις Μολδαβικές αρχές, το δε όνομα της μητέρας της ήταν ... και όχι ... . 2. Το με αριθμό ... πιστοποιητικό γέννησης της ιδίας όπου αναγράφονται τα στοιχεία για τη μητέρα της ..., το οποίο όμως ήταν πλαστό καθόσον ουδέποτε εκδόθηκε νομίμως από τις Μολδαβικές αρχές, το δε όνομα της μητέρας της ήταν ... και όχι .... Χρησιμοποίησε δε η κατηγορουμένη αυτά τα πιστοποιητικά με σκοπό να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια αλλά και την προβλεπόμενη από το νόμο βεβαίωση εξάμηνης διάρκειας, η οποία επέχει θέση άδειας παραμονής και εργασίας και να διευκολύνει την κίνηση και την κοινωνική της πρόοδο.
Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη της άνω δεύτερης πράξεως που κατηγορείτο (υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως) και ειδικότερα του ότι "στη ... στις 6-7-2004 πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφα αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, μετέβη στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, προκειμένου να καταθέσει τα αναγκαία έγγραφα για την κτήση ελληνικής ιθαγένειας αλλά και της προβλεπόμενης από το νόμο βεβαίωσης εξάμηνης διάρκειας, η οποία επέχει θέση άδειας παραμονής και εργασίας, και υπέβαλε την με αριθμό πρωτ. 15403/6-7-2004 σχετική αίτηση συνυποβάλλοντας, μεταξύ των λοιπών απαιτουμένων εγγράφων, και τα υπό στοιχείο Α περιγραφόμενα έγγραφα τα οποία ήταν πλαστά, η ίδια δε τελούσε εν γνώσει της πλαστότητας, τα προσκόμισε ωστόσο στους αρμόδιους υπαλλήλους, προκειμένου να τους εξαπατήσει και να επιτύχει να γίνει δεκτή η αίτηση της και να της χορηγηθεί βεβαίωση εξάμηνης διάρκειας, η οποία επέχει θέση άδειας παραμονής και εργασίας. Με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε τους αρμόδιους υπαλλήλους οι οποίοι παραπλανήθηκαν ως προς τη γνησιότητα των δύο ως άνω εγγράφων, θεώρησαν αυτά γνήσια, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστά και πέτυχε να της χορηγηθεί η ανωτέρω άδεια παραμονής, με την οποία βεβαιωνόταν αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα ότι η κάτοχος του βρισκόταν και εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα".
Μετά από αυτά, για την ανωτέρω πράξη, που κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, το Δικαστήριο της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, και 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, ... . Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι δεν γίνεται καμμία αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε και στο αιτιολογικό αυτής, ποιο ακριβώς δημόσιο έγγραφο τελικά της χορηγήθηκε, αφού ρητά αναφέρεται στο διατακτικό της αποφάσεως ότι κατόπιν της 15403/6.7.2004 αιτήσεως που υπέβαλε η αναιρεσείουσα μαζί με όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, της χορηγήθηκε βεβαίωση εξάμηνης διάρκειας, που επέχει θέση άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Με τα άνω δε στοιχεία, το έγγραφο που τη χορηγήθηκε προσδιορίζεται με σαφήνεια. Επίσης, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο δόλος της κατηγορουμένης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως και, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 εδ. Α' ΚΠΔ εξεταζόμενος από τον Άρειο Πάγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από την απούσα, άλλωστε, κατηγορουμένη. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να προβεί χωρίς καμμία αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας, στην κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 20782/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη ... ποινής φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών. Και
Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπέρβαση εξουσίας (αρνητική), γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων μηνών, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής μετατροπή.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1764/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως της 241/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Εδεσσας και 644/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βέττα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδεσσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1314/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος με την από 15-7-2008 και με αριθμ. καταθέσεως 6/08 ενώπιον του γραμματέα Πλημ/κών Έδεσσας αίτησή του, ζήτησε την αναίρεση των αποφάσεων: α) 241/07 του Μονομελούς Πλημ/κείου Έδεσσας και β) 644/08 του Τριμελούς Πλημ/κείου Εδεσσας. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των αποφάσεων αυτών, στην οποία το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά προβαίνει, το Τριμελές Πλημ/κείο Έδεσσας, κατά παραδοχή της σχετικής κατά της πρώτης από τις άνω αποφάσεις εφέσεως του Εισαγγελέα του Δικαστηρίου της Έδεσσας και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρώτης των άνω αποφάσεων, καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα με τη δεύτερη των άνω αποφάσεων, σε ποινή φυλακίσεως 30 ημερών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για εξύβριση με έργο. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως κατά της πρώτης αποφάσεως, η οποία μετά την εξαφάνισή της, χωρίς να προκύπτει η κατά νόμιμο τρόπο αναβίωσή της, πλέον δεν υπάρχει, πρέπει, αφού, όπως πιο κάτω αναφέρεται, έχει κατ' άρθρο 471 παρ. 1 ΚΠΔ ειδοποιηθεί ο ασκήσας την αναίρεση κατηγορούμενος, να κηρυχθεί απαράδεκτη (ΚΠΔ 476 παρ. 1) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την παρούσα συζήτηση εμφανίστηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού ο αναιρεσείων, χωρίς συνήγορο, όπως προς τούτο κατ' άρθρο 513 παρ. 3 ΚΠΔ είχε υποχρέωση, θεωρούμενος έτσι δικονομικώς απών. Προσκόμισε στο Δικαστήριο το, χωρίς ημεροχρονολογία, έγγραφο - αίτηση όπως το χαρακτηρίζει και ζήτησε "να αναβληθεί η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεώς του επειδή επί του παρόντος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει την υπέρογκη δικηγορική αμοιβή", όπως αναφέρει", όπως αναφέρει. Το Δικαστήριο όμως έκρινε ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος και, στη συνέχεια, απέρριψε το αίτημα αναβολής. Τη δυνατότητα δε αυτή είχε ο αναιρεσείων (να ζητήσει διορισμό συνηγόρου) από τον αρμόδιο για το θέμα αυτό να αποφανθεί, Πρόεδρο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ως "προϊστάμενο των υπηρεσιών του δικαστηρίου", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3226/2004 και να υποστηρίξει ότι είναι "πολίτης χαμηλού εισοδήματος, δικαιούχος νομικής βοήθειας", κατ' άρθρο 1 παρ. 2 του αυτού νόμου. Περαιτέρω, κατά το μέρος που προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, η δεύτερη των άνω αποφάσεων, δηλαδή η 644/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας, ως προς την οποία θεωρείται ερήμην δικαζόμενος.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 2008 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Έδεσσας, ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με επίδοση της κλήσεως στα χέρια του), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ) και να επιβληθείς σε βάρος του η δικαστική δαπάνη του παραστάντα πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση: 1) της 241/07 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Έδεσσας και 2) της 644/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για κάθε αναίρεση σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά δύο αποφάσεων. α) Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που έχει εξαφανιστεί κατόπιν εφέσεως. Απαράδεκτη και β) Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε κατ' έφεση απουσία αναιρεσείοντος. Ανυποστήρικτη κατά της δεύτερης αποφάσεως.
|
Ερημοδικία αναιρεσείοντος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ερημοδικία αναιρεσείοντος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1758/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 2. Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 291/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Νοεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 379/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 135/9.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... οδός ... αριθμ. ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ..., από 12 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 291/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1:
Εκ της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος συμβουλίου εφετών, υπό κατηγορουμένου γνωστής διαμονής εις την ημεδαπήν, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της επιδόσεως του βουλεύματος εις αυτόν (Α.Π. 1437/1995, 368/1994 Ποιν Χρ ΝΣΤ' σελ. 671, Υπερ 1994 σελ. 852 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 1942/2008 ΝοΒ 56 σελ. 1917 κ.ά.). Επί επιδόσεως του βουλεύματος εις τον κατηγορούμενον διά θυροκολλήσεως κατ'άρθρον 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η προθεσμία ενάρξεως των ενδίκων μέσων αρχίζει από της μεταγενεστέρας επιδόσεως τούτου εις τον τυχόν διωρισμένον αντίκλητον αυτού, υπό την προϋπόθεσιν του εγκύρου του διορισμού του, άλλως από της επιδόσεώς του εις τον κατηγορούμενον (Α.Π. 2034/2005 Ποιν Χρ ΝΣΤ' σελ. 537 κ.ά.). Ο κατ'άρθρον 96 παρ. 2 Κ.Π.Δ. διορισθείς υπό του κατηγορουμένου ως συνήγορός του δεν θεωρείται και αντίκλητός του, εφ'όσον δεν διωρίσθη υπ'αυτού ως τοιούτος, συνεπώς δε η επίδοσις εις αυτόν του βουλεύματος που επεδόθη εις τον κατηγορούμενον διά θυροκολλήσεως στερείται νομικής σημασίας (Α.Π. 1437/1995 ενθ'ανωτ. κ.ά.). Εκ της διατάξεως του άρθρου 308 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος δύναται να διορίση αντίκλητον εκ των εις την έδραν του ανακριτού διωρισμένων δικηγόρων (Α.Π. 1375/1989 Ποιν Χρ Μ' σελ. 649 κ.ά.). Επί ασκήσεως εφέσεως κατά βουλεύματος δεν προβλέπεται υπό των διατάξεων των άρθρων 477-481 Κ.Π.Δ. διορισμός αντικλήτου. Εφ'όσον όμως διορισθή τοιούτος πρέπει, κατά την κατ' αναλογίαν εφαρμοζομένην διάταξιν του άρθρου 498 ιδίου Κώδικος, να είναι δικηγόρος της έδρας του εκδόντος το εκκαλούμενον βούλευμα συμβουλίου ή του κατ'έφεσιν δικάζοντος συμβουλίου. Κατά το άρθρον 54 παρ. 5 του Κώδικος περί Δικηγόρων παρέχεται η δυνατότης εις τους δικηγόρους του Πρωτοδικείου Αθηνών να ενεργούν διαδικαστικάς πράξεις και εις την περιφέρειαν του Πρωτοδικείου Πειραιώς και αντιστρόφως. Πλην όμως εκ της διατάξεως αυτής δε εσκοπήθη η τροποποίησις των αναφερομένων εις την έδραν του δικαστηρίου και τον διορισμόν αντικλήτου εις αυτήν διατάξεων, ώστε εις τα όρια του Πρωτοδικείου Πειραιώς δύναται να διορισθή ως αντίκλητος μόνον δικηγόρος του Πρωτοδικείου Πειραιώς και όχι δικηγόρος του Πρωτοδικείου Αθηνών (Α.Π. 481/2002 Ποιν Δικ 2002 σελ. 968 κ.ά.). Τέλος η υπό του κατηγορουμένου εξουσιοδότησις δικηγόρου προς άσκησιν ενδίκου μέσου δεν καθιστά αυτόν και αντίκλητόν του, εφ'όσον δεν διωρίσθη υπ'αυτού ως τοιούτος ή δεν εξουσιοδοτήθη όπως διορίση εαυτόν ή έτερον δικηγόρον ως αντίκλητον τούτου (Α.Π. 2103/2005, 1480/1999 Π Λογ 2005 σελ. 1932, Ποιν Δικ 2000 σελ. 198 αντιστ. κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν υπό του Ανακριτού του Πρωτοδικείου Πειραιώς διενηργήθη κατά του ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και άλλων συγκατηγορουμένων του κυρία ανάκρισις διά χρήσιν πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργίαν, κατ'εξακολούθησιν, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το συνολικόν περιουσιακόν όφελος και η αντίστοιχος συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ, όπως και δι'άλλας αξιοποίνους πράξεις. Ο κατηγορούμενος αυτός κατά την απολογίαν του ενώπιον του ανωτέρω Ανακριτού διώρισεν ως πληρεξούσιον δικηγόρον του τον Διονύσιον Ράϊκον, δικηγόρον Αθηνών, κάτοικον ομοίως ... . Διά του υπ'αριθμ. 549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς παρεπέμφθη, μετά των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς διά να δικασθή διά τας προαναφερθείσας αξιοποίνους πράξεις. Διά της από 24 Ιουλίου 2008 εξουσιοδοτήσεώς του εξουσιοδότησε τον ανωτέρω δικηγόρον, όπως ασκήση έφεσιν κατά του άνω βουλεύματος. Πράγματι κατά την αυτήν ημερομηνίαν ο δικηγόρος αυτός ήσκησεν έφεσιν κατά του εν λόγω βουλεύματος, διορίσας εαυτόν ως αντίκλητον του παραπεμπομένου κατηγορουμένου. Ο διορισμός του εαυτού του ως αντικλήτου του κατηγορουμένου ήτο άκυρος, αφού δεν είχε διορισθή υπό του κατηγορουμένου ως τοιούτος, ούτε είχεν εξουσιοδοτηθή υπ'αυτού να διορίση τον εαυτόν του ως αντίκλητον τούτου. Πέραν όμως αυτού δεν ηδύνατο να διορισθή ως αντίκλητος του κατηγορουμένου επί της προκειμένης υποθέσεως, αφού ήτο δικηγόρος Αθηνών. Το Συμβούλιον Εφετών Πειραιώς διά του πληττομένου υπ'αριθμ. 291/2008 βουλεύματός του απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεσιν του άνω κατηγορουμένου και επεκύρωσεν ως προς αυτόν το πρωτόδικον βούλευμα. Το πληττόμενον βούλευμα επεδόθη εις τον κατηγορούμενον την 30/10/2008 διά θυροκολλήσεως εις την δηλωθείσαν υπ'αυτού τόσον κατά την απολογίαν του, όσον και διά της ασκηθείσης εφέσεώς του διεύθυνσιν, ήτοι εις ... επί της οδού ... αριθμ. ... . Επιπροσθέτως το ανωτέρω βούλευμα επεδόθη την 6 Νοεμβρίου 2008 και εις τον προαναφερθέντα δικηγόρον Διονύσιον Ράϊκον, φερόμενον ως αντίκλητον του κατηγορουμένου, ο οποίος όμως διά τους προαναφερθέντας λόγους δεν εκέκτητο την ιδιότητα αυτήν και επομένως η προς αυτόν επίδοσις του βουλεύματος εστερείτο νομικής σημασίας. Κατά συνέπειαν η προθεσμία προς άσκησιν αναιρέσεως ήρχισε την επομένην από της κατά την 30 Οκτωβρίου 2008 επιδόσεως του βουλεύματος εις τον κατηγορούμενον. Η δε κατ'αυτού αναίρεσις ησκήθη την 12 Νοεμβρίου 2008, ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν αναιρέσεως ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται, που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της.
Συνεπώς η αίτησις αναιρέσεως τούτου είναι απαράδεκτος ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και πρέπει ως τοιαύτη να απορριφθή και να καταδικασθή ο αναιρεσείων Χ1 εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
ΙΙ. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2:
Α) Η αίτησις αναιρέσεως τούτου είναι τυπικώς παραδεκτή. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις του κατηγορουμένου τούτου και επεκυρώθη το πρωτόδικον βούλευμα που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον μετ'άλλων συγκατηγορουμένων του διά να δικασθή διά α) λαθρεμπορίαν κατά συναυτουργίαν (άρθρα 155 παρ. 1 περ. β' και 2 περ. ζ' και 157 παρ. 1 εδ. β' ν. 2960/2001), β) χρήσιν πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργίαν, κατ'εξακολούθησιν, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το συνολικόν περιουσιακόν όφελος και η αντίστοιχος συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (άρθρον 216 παρ. 3 Π.Κ.) και γ) υφαρπαγήν ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργίαν (άρθρον 220 παρ. 1 Π.Κ.). Ο κατηγορούμενος διά της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως προσέβαλε το ανωτέρω βούλευμα ως προς τας διατάξεις του α) λαθρεμπορίας, δι'εσφαλμένην εφαρμογήν και ερμηνείαν των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 155 παρ. 1 περ. β' και 2 περ. ζ' ν. 2960/2001 και β) χρήσεως πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργίαν, κατ'εξακολούθησιν, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το συνολικόν περιουσιακόν όφελος και αντίστοιχος συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (άρθρ. 216 παρ. 3 Π.Κ.), δι'έλλειψιν ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την βασικήν μορφήν της αξιοποίνου αυτής πράξεως. Αντιθέτως αφήκεν απρόσβλητον την διάταξιν αυτού περί υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως.
Συνεπώς η υπόθεσις μετεβιβάσθη ενώπιον του Δικαστηρίου υμών μόνον ως προς τας ανωτέρω προσβληθείσας διά της αναιρέσεως διατάξεις, όχι δε και ως προς την απρόσβλητον διάταξιν της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (Α.Π. 132/2007 ΝοΒ 55 σελ. 1417, Μπουροπ. Ερμ. Κ.Π.Δ. έκδ. β' , τομ. β' σελ. 128-131 και 279-280).
Β) Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 Π.Κ. το αξιόποινον εξαλείφεται διά της παραγραφής, η οποία εις τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέραν κατά την οποίαν ετελέσθη η αξιόποινος πράξις. Από τας διατάξεις αυτάς εν συνδυασμώ με εκείνας των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 485 Κ.Π.Δ. συνάγεται, ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό των συμβουλίων εις παν στάδιον της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως συμβουλίου, ο οποίος εάν διαπιστώση την συμπλήρωσίν της και μετά την άσκησιν της αναιρέσεως κατά του βουλεύματος οφείλει να αναιρέση τούτο και να παύση οριστικώς την ποινικήν δίωξιν λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτησις αναιρέσεως να είναι παραδεκτή (Α.Π. 513/2008 Π Λογ 2008 σελ. 366 κ.ά.). Τούτο τελεί υπό την αυτονόητον προϋπόθεσιν, ότι διά της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται η διάταξις του βουλεύματος που αφορά την παραγεγραμμένην πράξιν (Α.Π. 132/2007 ενθ. ανωτ. κ.ά., Μπουροπ. Ερμ. Κ.Π.Δ. ενθ. ανωτ.). 'Αλλως, εάν η συγκεκριμένη διάταξις αφορά παραγεγραμμένην πράξιν, πλην αυτή δεν προσβάλλεται διά της ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, ο 'Αρειος Πάγος εις συμβούλιον, δεν δύναται να παύση οριστικώς την ποινικήν δίωξιν λόγω παραγραφής του αξιοποινου ταύτης, αφού αυτή δεν μετεβιβάσθη ενώπιόν του και συνεπώς δεν δύναται να επιληφθή οιουδήποτε θέματος αφορώντος αυτήν.
Γ) Εις την προκειμένην περίπτωσιν η διάταξις του βουλεύματος που αφορά την αξιόποιον πράξιν της λαθρεμπορίας προσεβλήθη διά του παραδεκτού αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Η πλημμεληματική αυτή πράξις φέρεται τελεσθείσα κατά το από 1 Δεκεμβρίου 2003 έως 16 Ιανουαρίου 2004 χρονικόν διάστημα. Επομένως παρελθούσης μέχρι σήμερον πενταετίας χωρίς να επέλθη αναστολή της παραγραφής αυτής, πρέπει να παύση οριστικώς η ποινική δίωξις λόγω παραγραφής του αξιοποίνου ταύτης, όχι μόνον διά τον αναιρεσείοντα, αλλά και δια τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, κατ'άρθρον 469 Κ.Π.Δ., αφού πρόκειται περί αντικειμενικού λόγου παραγραφής μη αφορώντος αποκλειστικώς τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 963/2008, 195/2007, Ποιν Δικ 2008 σελ. 1534 και 2007 σελ. 928 αντιστ. κ.α.).
Δ) Όσον αφορά την διάταξιν του βουλεύματος, που αφορά την επίσης παραγεγραμμένην πλημμεληματικήν πράξιν της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, ο 'Αρειος Πάγος εις συμβούλιον, δεν δύναται να παύση οριστικώς την ποινικήν δίωξιν λόγω παραγραφής του αξιοποίνου ταύτης. Τούτο δε διότι η διάταξις αυτή θα μετεβιβάσθη ενώπιον του υμετέρου Δικαστηρίου, αφού εις την ασκηθείσαν αίτησιν αναιρέσεως κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος δεν περιελήφθη και η διάταξις αυτή (Α.Π. 132/2007 ενθ'ανωτ. κ.ά., Μπουροπ. Ερμ. Κ.Π.Δ. ενθ'ανωτ.).
Ε) 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών των κατηγορουμένων, εν συνδυσμώ προς τας αιτιάσεις των διαλαμβανομένων εις τας εκθέσεις εφέσεών των προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη εν σχέσει με την υπόθεσιν σημεία των έχουν ως εξής:
Εις το ... κατά το από 1 Δεκεμβρίου 2003 έως 16 Ιανουαρίου 2004 χρονικόν διάστημα, ο άνω κατηγορούμενος από κοινού ενεργών μετά των συγκατηγορουμένων του, διά πλειόνων πράξεων συνιστωσών εξακολούθησιν ενός και του αυτού εγκλήματος, κατήρτισαν εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα με σκοπόν να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, ενεργώντας μετά από συναπόφαση και από κοινού έκαναν και χρήση των εγγράφων αυτών, μάλιστα με τις ενέργειες τους αυτές σκόπευαν να προσπορίσουν σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, την πράξη δε αυτή της πλαστογραφίας διαπράττουν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας μετά από συναπόφαση και από κοινού, με περισσότερες από μια πράξεις, κατάρτισαν εξ υπαρχής πλαστό πιστοποιητικό ταξινόμησης, το οποίο φέρεται να εκδόθηκε από το Τελωνείο ... σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε ακόμη επακριβώς, πάντως εντός του ίδιου άνω χρονικού διαστήματος (1-12-2003 έως 16-1-2004) και να αναγράφεται σ' αυτό ότι δήθεν κατατέθηκε στο άνω Τελωνείο ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης (Δ.Ε.Φ.Κ), από την οποία δήθεν προέκυπτε ότι είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες με βάση την φορολογητέα αξία του προπεριγραφομένου Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, ύψους 15.786,77 ευρώ, το οποίο ήταν πλαστό καθ' όλα τα στοιχεία του, καθόσον από έρευνα που διενεργήθηκε από αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΙΠΕΑΚ, διαπιστώθηκε ότι δεν κατατέθηκε ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης για το άνω αυτοκίνητο στο Τελωνείο ..., το οποίο άλλωστε δεν είχε αρμοδιότητα τελωνισμού αυτοκινήτων. Το εν λόγω πλαστό πιστοποιητικό ταξινόμησης, ως και τα συνοδεύοντα αυτό και επίσης καταρτισθέντα εξ υπαρχής από τους κατ/νους στον παραπάνω τόπο και χρόνο πλαστά παραστατικά, ήτοι ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης και ακριβές φωτοαντίγραφο της αλλοδαπής άδειας κυκλοφορίας για το άνω αυτοκίνητο (των οποίων παραστατικών τα ακριβή στοιχεία δεν έχουν διαπιστωθεί ανακριτικά, ενόψει του ότι τα σώματά τους, όπως και το σώμα του άνω πλαστού πιστοποιητικού ταξινόμησης, καταστράφηκαν, μετά την πυρπόληση στις 5-4-2005 του χώρου όπου φυλάσσονταν στο Γραφείο Συγκοινωνιών ...), τα κατήρτισαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση αυτών τους υπαλλήλους του Υπουργείου Συγκοινωνιών σχετικά με το γεγονός της καταβολής των αναλογούντων στη φορολογητέα αξία του άνω αυτοκινήτου εισαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, ύψους 15.786,77 ευρώ και ως εκ τούτου να ταξινομηθεί νόμιμα και να λάβει άδεια και αριθμό κυκλοφορίας, ακολούθως δε, ενεργώντας μετά από συναπόφαση και από κοινού έκαναν και χρήση των ως άνω πλαστογραφημένων εγγράφων, προσκομίζοντας τα, δι' ενός εκ των κατ/νων που δεν διαπιστώθηκε ανακριτικά, ως εκπροσώπου των λοιπών, στις 16-1-2004 στο Γραφείο Συγκοινωνιών ..., προκειμένου να παρουσιάσουν ότι είχε χωρήσει η καταβολή των αναλογούντων σ' αυτό εισαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και να πετύχουν την ταξινόμηση του και τη χορήγηση γι' αυτό άδειας και αριθμού κυκλοφορίας χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που δικαιούται το Δημόσιο και οι οποίοι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 15.786,77 ευρώ. Στην προαναφερόμενη πράξη τους προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στην αποφυγή της καταβολής του ως άνω ποσού (15.786,77 ευρώ) των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Είναι δε δράστες που διαπράττουν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν διά το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αρχικώς διενεργηθείσαν προκαταρκτικήν εξέτασιν και την επακολουθήσασαν κυρίαν ανάκρισιν, σχετικώς με την ανωτέρω αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τας σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, σχετικώς με την βασικήν μορφήν του εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργίαν και κατ'εξακολούθησιν.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθή η από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... οδός ... αριθμ. ..., κατά του υπ'αριθμ. 291/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
ΙΙ. Να γίνη εν μέρει δεκτή η από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησις αναιρέσεως του Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ..., κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος.
ΙΙΙ. Να αναιρεθή εν μέρει το βούλευμα τούτο.
ΙV. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξις κατά των 1) Χ2, 2) Χ1, 3) Χ4, 4) Χ5 και 5) Χ3 δια λαθρεμπορίαν κατά συναυτουργίαν, πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών από κοινού τελεσθείσαν εις ... και την ευρυτέραν περιοχήν της ... κατά το χρονικόν διάστημα από 1 Δεκεμβρίου 2003 έως 16 Ιανουαρίου 2004 εις βάρος του δημοσίου.
V. Να απορριφθή κατά τα λοιπά η αίτησις αναιρέσεως τούτου.
Αθήνα 6 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας "
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, ο αντίκλητος του 1ου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ,,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως: α) του Χ1 και β) Χ2, με αριθμό 55/12-11-2008 και 56/12-11-2008, κατά του υπ' αριθμό 291/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, προκειμένου να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, β) της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση πλαστών εγγράφων, με την οποία ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτόν του και σε άλλο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία τρίτου, το ύψος του οποίου και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και γ) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και να εξετασθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.
Α) επί της αιτήσεως του Χ1.
Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, από τον κατηγορούμενο που είναι γνωστής διαμονής στην ημεδαπή, είναι δέκα ημερών και αρχίζει από την επομένη ημέρα της επιδόσεως του βουλεύματος σ' αυτόν. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητα, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση δε επιδόσεως του βουλεύματος στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ.2 του Κ.Π.Δ, η προθεσμία ενάρξεως των ενδίκων μέσων αρχίζει από τη μεταγενέστερη επίδοση του βουλεύματος στον αντίκλητο που τυχόν έχει διορίσει, υπό την προϋπόθεση του έγκυρου διορισμού του, άλλως από την επίδοση τούτου στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο κατά το άρθρο 96 παρ.2 του Κ.Π.Δ, διορισθείς από τον κατηγορούμενο ως συνήγορός του, δε θεωρείται και αντίκλητός του, εφόσον δεν διορίσθηκε από αυτόν ως τέτοιος και κατά συνέπεια η επίδοση σ' αυτόν του βουλεύματος που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο δια θυροκολλήσεως, στερείται νομικής σημασίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 308 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να διορίσει αντίκλητο, από τους δικηγόρους που είναι διορισμένοι στην έδρα του ανακριτή, ενώ, επί ασκήσεως εφέσεως κατά βουλεύματος δεν προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 477-481 διορισμός αντικλήτου. Εφόσον όμως, διορισθεί τέτοιος, πρέπει κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 498 του ίδιου Κώδικα, να είναι δικηγόρος της έδρας του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ή του κατ' έφεση δικάζοντος συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 54 παρ. 5 του Κώδικα περί δικηγόρων, παρέχεται η δυνατότητα στους δικηγόρους του Πρωτοδικείου Αθηνών, να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις και στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιώς και αντίστροφα. Πλην όμως, από τη διάταξη αυτή δεν σκοπήθηκε η τροποποίηση των αναφερομένων στην έδρα του δικαστηρίου και το διορισμό αντικλήτου σ' αυτήν διατάξεων, ώστε στα όρια του Πρωτοδικείου Πειραιώς μπορεί να διορισθεί ως αντίκλητος μόνο δικηγόρος του Πρωτοδικείου Πειραιώς και όχι δικηγόρος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, η υπό του κατηγορουμένου εξουσιοδότηση δικηγόρου για άσκηση ενδίκου μέσου, δεν καθιστά αυτόν και αντίκλητό του, εφόσον δεν διορίσθηκε ως τέτοιος ή δεν εξουσιοδοτήθηκε όπως διορίσει τον εαυτόν του ή έτερο δικηγόρο ως αντίκλητό του. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του ως άνω αναιρεσείοντος και άλλων συγκατηγορουμένων του, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, διενεργήθηκε από τον ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, κυρία ανάκριση για χρήση πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και για άλλες αξιόποινες πράξεις. Ο ως άνω κατηγορούμενος διόρισε, κατά την απολογία του ενώπιον του ως άνω τακτικού ανακριτή Πειραιώς, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, το Διονύσιο Ραϊκο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με το εκκαλούμενο βούλευμα με αριθμό 549/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ο αναιρεσείων Χ1, παραπέμφθηκε μετά των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για τις προαναφερόμενες πράξεις. Ο ίδιος ως άνω αναιρεσείων με την από 24-7-2008 εξουσιοδότησή του, εξουσιοδότησε τον ως άνω δικηγόρο Διονύσιο Ραϊκο, να ασκήσει έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. Πράγματι ο εξουσιοδοτηθείς πληρεξούσιος δικηγόρος του, Διονύσιος Ραϊκος, άσκησε την υπ' αριθμό 60 από 24-7-2008 έφεση, κατά του υπ' αριθμό 549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και διόρισε τον εαυτόν του, ως αντίκλητο του κατηγορουμένου. Ο διορισμός όμως αυτός, ως αντικλήτου του κατηγορουμένου, ήτο άκυρος, αφού δεν είχε διορισθεί από τον κατηγορούμενο, ως αντίκλητός του, ούτε επίσης είχε εξουσιοδοτηθεί υπ' αυτού να διορίσει τον εαυτόν του ως αντίκλητο του κατηγορουμένου. Πέραν όμως τούτου, δεν μπορούσε να διορισθεί ως αντίκλητος του κατηγορουμένου, στην προκείμενη υπόθεση, αφού ήταν μέλος του Δ. Σ. Αθηνών. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 291/2008 βούλευμά του, απέρριψε στην ουσία την έφεση που άσκησε, και επικύρωσε ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 το πρωτόδικο βούλευμα. Το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, την 30-10-2008, με θυροκόλληση στη διεύθυνση που αυτός δήλωσε τόσο κατά την απολογία του, όσο και κατά την άσκηση της εφέσεως, και συγκεκριμένα στην οδό ... αρ. ... στον ..., όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς. Επιπρόσθετα, το ως άνω βούλευμα επιδόθηκε την 6-11-2008 και στον φερόμενο, ως αντίκλητό του κατηγορουμένου, δικηγόρο Διονύσιο Ραϊκο, στη διεύθυνση ..., ο οποίος για όσους λόγους προαναφέρθηκαν, δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του αντικλήτου και συνεπώς η γενόμενη προς τον ως άνω δικηγόρο επίδοση του βουλεύματος, στερείται οποιασδήποτε νομικής σημασίας. Κατά συνέπεια, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως, άρχισε την επομένη ημέρα από της, κατά την 30-10-2008 επιδόσεως του βουλεύματος στον κατηγορούμενο, ενώ η εναντίον αυτού αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 12-11-2008, ημέρα της εβδομάδας Τετάρτη, που ήταν εργάσιμη, ήτοι μετά την πάροδο της τασσόμενης προθεσμίας των δέκα ημερών, χωρίς όμως, στην αίτηση να αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, εξαιτίας των οποίων να μην μπόρεσε αυτός να ασκήσει εμπρόθεσμα την αίτηση αναιρέσεως. Μετά από αυτά, και την ειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας, του γραμματέα του συμβουλίου τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Χ1, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476, 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
Β) επί της αιτήσεως του Χ2.
Η αίτηση του είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, που άσκησε κατά του υπ' αριθμό 549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, και παραπέμφθηκε με άλλους συγκατηγορούμενούς του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικασθεί για τις πράξεις α) της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία (άρθρα 155 παρ.1 περ. β και 2 περ. ζ' και 157 παρ.1 εδ β' του ν. 2960/2001, β) χρήσεως πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (216 παρ. 3 Π.Κ), και γ) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία (άρθρο 220 παρ.1 του Π.Κ). Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ2, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προέβαλε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ως προς τις διατάξεις του εκείνες, με τις οποίες παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, και συγκεκριμένα μόνο για τις πράξεις: α) της λαθρεμπορίας, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αντίθετα, ως προς την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν προέβαλε τη διάταξη του βουλεύματος. Επομένως, η υπόθεση φέρεται προς κρίση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, μόνο ως προς τις διατάξεις του βουλεύματος, που προσβλήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 132/2007).
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1 και 3 και 112 του Π.Κ, το αξιόποινο εξαλείφεται δια της παραγραφής, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β, 370 στοιχ. β και 485 του Κ.Π.Δ, συνάγεται, ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια, σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως συμβουλίου, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, οφείλει να αναιρέσει αυτό και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. (ΑΠ 513/2008). Αυτό βέβαια τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η διάταξη του βουλεύματος, που αφορά παραγεγραμμένη πράξη. (ΑΠ 132/2007) Διαφορετικά, εάν η συγκεκριμένη διάταξη αφορά παραγεγραμμένη πράξη, η οποία όμως δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, δεν μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού αυτή δεν μεταβιβάσθηκε ενώπιόν του και συνεπώς, δεν μπορεί να επιληφθεί οποιουδήποτε θέματος που αφορά αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι η διάταξη του βουλεύματος που αφορά την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, προσβλήθηκε με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Η πράξη αυτή, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα, φέρεται να έχει τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 16-1-2004. Επομένως, αφού έχει παρέλθει μέχρι την ημέρα της διασκέψεως(24-6-2009) χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να έχει μεσολαβήσει αναστολή του χρόνου της παραγραφής, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου αυτής, όχι μόνο για τον ως άνω αναιρεσείοντα, αλλά και για τους λοιπούς συγκατηγορούμενούς του, σύμφωνα με το άρθρο 469 του Κ.Π.Δ, αφού πρόκειται περί αντικειμενικού λόγου παραγραφής, που δεν αφορά αποκλειστικά τον αναιρεσείοντα.(ΑΠ 963/2008). 'Οσον αφορά όμως, τη διάταξη του βουλεύματος σχετική με την επίσης, παραγεγραμμένη πλημμεληματική πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, το παρόν συμβούλιο δεν δύναται να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, δεν μεταβιβάστηκε η σχετική διάταξή του της στο παρόν Συμβούλιο (ΑΠ 132/2007).
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και γ) είναι επιτρεπτή η εξ' ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και ειδικότερα από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, των εγγράφων της δικογραφίας, των απολογιών των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τις αιτιάσεις τους που διαλαμβάνονται στις αντίστοιχες εκθέσεις εφέσεων, ότι προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν σχετικής παραγγελίας του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς, προς τη Διεύθυνση Παρακολούθησης και Ελέγχου Ανασταλτικών Καθεστώτων (ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ), διενεργήθηκε έρευνα από την εν λόγω υπηρεσία με αντικείμενο την ταξινόμηση ΙΧΕ αυτοκινήτων σε διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών, με πλαστά πιστοποιητικά ταξινόμησης (τελωνισμού). Μεταξύ των αυτοκινήτων που ερευνήθηκαν ήταν και το με αριθμό κυκλοφορίας ... μάρκας MERCEDES, το οποίο είχε ταξινομηθεί την 16-1-2004 στο όνομα Χ4 και κατόπιν συνεχών μεταβιβάσεων και αλλαγής του αριθμού κυκλοφορίας σε ..., κατέληξε στην κυριότητα και κατοχή της Α.Ε. "ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ ΘΗΒΩΝ", εις χείρας της οποίας κατασχέθηκε, διότι αποδείχθηκε ότι η αρχική ταξινόμηση στο γραφείο συγκοινωνιών ..., έγινε με πλαστά έγγραφα τελωνισμού. Και ενώ από την έρευνα προέκυπτε ότι υπήρχαν και άλλα παρόμοια κρούσματα από το γραφείο συγκοινωνιών ... και για τον λόγο αυτό ξεκίνησε έρευνα στην εν λόγω υπηρεσία, την 5/4/05, άγνωστοι δράστες πυρπόλησαν το αρχείο του γραφείο αυτής, προκειμένου να εξαφανισθούν ενοχοποιητικά στοιχεία. Μεταξύ σειράς ενεργειών της ΔΙΠΕΑΚ σχετικά με σωρεία οχημάτων με πλαστά πιστοποιητικά τελωνισμού, ζητήθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες πληροφορίες σχετικά με τον τελωνισμό και του επίδικου αυτοκινήτου. Αφού το ΚΕΠΥΟ απάντησε αρνητικά, η ως άνω υπηρεσία με το αρ. ... έγγραφο προς το ΣΤ' Τελωνείο ... ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τον τελωνισμό του ίδιου αυτοκινήτου. Το ΣΤ' Τελωνείο ... απάντησε επίσης αρνητικά. Το εν λόγω αυτοκίνητο, από το ιστορικό αρχείο του Υπ. Συγκοινωνιών φέρεται να μεταβιβάζεται την ίδια ημέρα από την Χ4- στο όνομα της οποίας ταξινομήθηκε - στην Χ5. Από το μηχανογραφικό κέντρο του Υπουργείου Συγκοινωνιών δεν φαίνεται πουθενά η ταξινόμηση στο όνομα της Χ4, αλλά φαίνεται ως πρώτη ταξινόμηση στο όνομα της Χ5. Πάντως και οι δυο ως άνω εμπλεκόμενες στην αρχική ταξινόμηση του αυτοκινήτου, εξεταζόμενες από την ερευνώσα υπηρεσία, αρνήθηκαν ότι γνώριζαν το γεγονός αυτό, ειδικά δε η δεύτερη, είπε ότι γνωρίζει τον Χ3 και τον Χ1 και πιστεύει ότι αυτοί είναι οι δράστες των παράνομων ταξινομήσεων διότι έχουν και στο παρελθόν κατηγορηθεί για παρόμοιες πράξεις. Την 20/2/04 το εν λόγω αυτοκίνητο άλλαξε με αίτηση της Χ5 τις πινακίδες του σε ... και 4 ημέρες μετά μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία "ΣΙΝΜΠΟΟΥ ΔΟΜΗ ΕΠΕ", της οποία διαχειριστής είναι ο Χ2 και αφανής εταίρος ο Χ1, ο οποίος μαζί με τον Χ3 έφεραν στην εταιρεία το αυτοκίνητο. Τα δύο αυτά άτομα διακινούσαν το αυτοκίνητο με έγγραφα της εταιρείας διότι ο μεν Χ1 έχει πτωχεύσει, ο δε Χ3 είναι κάτοικος εξωτερικού και συνεπώς δεν μπορούσαν να διαθέτουν φορολογικά στοιχεία αγοράς και πώλησης του αυτοκινήτου. Οι υπεύθυνες δηλώσεις της Χ5 για την πώληση και αλλαγή των πινακίδων δεν φέρουν την γνήσια υπογραφή της. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η ίδια όμως, ο Χ1 είχε στα χέρια του την ταυτότητα της και μπλοκ επιταγών της και μπορούσε με άνεση να πραγματοποιεί συναλλαγές επ' ονόματι της. Εν συνεχεία το αυτοκίνητο μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία ΠΑΛΜ ΑΕ την 26/2/04, το δε τίμημα ύψους 30.000 ευρώ, εξοφλήθηκε με επιταγή της αγοράστριας αντίστοιχου ποσού. Δύο μήνες μετά ο Χ1 πώλησε το ίδιο αυτοκίνητο προς τα Σωληνουργεία Θηβών, εκπρόσωπος των οποίων τύγχανε ο ..., ενώ θα έπρεπε τούτο να έχει πωληθεί από την ΠΑΛΜ ΑΕ, εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει η εκκαλούσα ... . Το τίμημα για την πώληση αυτή ανήρχετο στο ποσόν των 51,000 ευρώ" ενώ η ΠΑΛΜ ΑΕ είχε εκδόσει τιμολόγιο πώλησης αξίας 31.000 δρχ., το οποίο δεν παραδόθηκε ποτέ στα Σωληνουργεία Θηβών, αλλά εκδόθηκε για λόγους λογιστικής ταυτοποίησης. Στα Σωληνουργεία Θηβών καταχωρήθηκε το Νο ... τιμολόγιο, που εξέδωσε η ΣΙΝΜΠΟΟΥ ΔΟΜΗ, το οποίο ήταν εικονικό, διότι το αυτοκίνητο ανήκε στην ΠΑΛΜ ΑΕ και έπρεπε να πωληθεί από την εταιρεία αυτή, στην πραγματικότητα όμως διαχειριζόταν τα του αυτοκινήτου οι κατ/νοι Χ1, Χ3 και Χ2. Οι δύο πρώτοι εμπλέκονται και σε άλλες παράνομες ταξινομήσεις αυτοκινήτων. Από τα ως άνω περιστατικά σαφώς προκύπτει, ότι το εν λόγω αυτοκίνητο έχει τεθεί στην κυκλοφορία χωρίς ποτέ να καταβληθούν οι νόμιμοι φόροι και δασμοί γι' αυτό, δια της χρήσεως πλαστού πιστοποιητικού ταξινόμησης, το οποίο φέρεται να εκδόθηκε από το Τελωνείο ... μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 16-1-2004 στο οποίο αναφέρεται ότι δήθεν κατατέθηκε στο άνω Τελωνείο ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης (Δ.Ε.Φ.Κ), από την οποία δήθεν προέκυπτε ότι είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες με βάση την φορολογητέα αξία του εν λόγω αυτοκινήτου δασμοί, φόροι και λοιπέςεπιβαρύνσεις, ύψους 15.786,77 ευρώ. Το πιστοποιητικό αυτό ήταν πλαστό καθ' όλα τα στοιχεία του, καθόσον από έρευνα που διενεργήθηκε από αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΙΠΕΑΚ, διαπιστώθηκε ότι δεν κατατέθηκε ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης για το άνω αυτοκίνητο στο Τελωνείο ..., το οποίο άλλωστε δεν είχε αρμοδιότητα τελωνισμού αυτοκινήτων. Το εν λόγω πλαστό πιστοποιητικό ταξινόμησης, και τα λοιπά συνοδεύοντα αυτό πλαστά παραστατικά, δηλαδή ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης και ακριβές φωτοαντίγραφο της αλλοδαπής άδειας κυκλοφορίας για το άνω αυτοκίνητο δεν κατέστη δυνατόν να ευρεθούν διότι καταστράφηκαν με την φωτιά που τέθηκε στις 5-4-2005 στον χώρο όπου φυλάσσονταν στο Γραφείο Συγκοινωνιών ... φωτιά που αποδόθηκε από τις αρχές σε εμπρησμό από άγνωστους δράστες, προκειμένου να εξαφανισθούν ενοχοποιητικά στοιχεία, αφορώντα σε παράνομες ταξινομήσεις οχημάτων. Από τον τρόπο δε που ενήργησαν οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ1 και Χ2 στην συγκεκριμένη περίπτωση και με δεδομένο ότι οι Χ3 και Χ1 εμπλέκονται και σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις, ενώ ο Χ2 τους παρέχει την δυνατότητα τέτοιων συναλλαγών μέσω της ΣΙΝΠΟΟΥ ΕΠΕ, της οποίας εμφανίζεται ως διαχειριστής, συνάγεται ότι πρόκειται περί οργανωμένου κυκλώματος που δρα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από τέτοιες πράξεις, τις οποίες διαπράττουν από κοινού, με κοινό δόλο και κοινή οργάνωση. Τέλος, σχετικά με τον κοινοτικό ή μη χαρακτήρα του οχήματος, πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποδεικνύεται ο κοινοτικός του χαρακτήρας, δεδομένου ότι απέκτησε ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας μα πλαστά πιστοποιητικά του τελωνείου και πλαστή δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης, ενώ δεν υπάρχει η αλλοδαπή πρωτότυπη άδεια κυκλοφορίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 320 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2454/03, τα ταξινομημένα σε κράτος - μέλος της Κοινότητας οδικά οχήματα θεωρούνται κοινοτικά όταν από τα χαρακτηριστικά ταξινόμησης τους (άδεια κυκλοφορίας, πινακίδες κ.λ.π.) πιστοποιείται κατά τρόπο ασφαλή ο κοινοτικός τους χαρακτήρας.
Συνεπώς ουδόλως αποδεικνύεται, ούτε καν πιθανολογείται ο κοινοτικός χαρακτήρας του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο είναι μεταχειρισμένο και η εισαγωγή του δεν έχει γίνει από επίσημη αντιπροσωπεία".
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 216 παρ.3 του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας( άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθενται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο ο αναιρεσείων, από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορούμενούς του, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατάρτισαν εξ' υπαρχής πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ενεργώντας μετά από συναπόφαση και από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του, Χ1 και με άλλους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, στο χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 16-1-2004, α) κατάρτισαν εξ' υπαρχής πλαστό πιστοποιητικό ταξινόμησης, που φέρεται να έχει εκδοθεί από το Τελωνείο ... και να αναγράφεται σ' αυτό, ότι κατατέθηκε ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης, από την οποία δήθεν προέκυπτε ότι είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, ύψους 15.786,77 ευρώ, β) ότι το επίμαχο πιστοποιητικό ταξινόμησης ήταν πλαστό, όπως και τα διάφορα παραστατικά έγγραφα, που συνόδευαν το ως άνω πιστοποιητικό, και συγκεκριμένα η ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης, και ακριβές αντίγραφο της αλλοδαπής άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, γ) ότι σκοπός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ήτο να παραπλανήσουν με τη χρήση του ως άνω πιστοποιητικού ταξινόμησης, τους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Συγκοινωνιών, για το γεγονός ότι για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι, και οι λοιπές επιβαρύνσεις ύψους 15.786,77 ευρώ, δ) ότι με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να ταξινομηθεί το συγκεκριμένο όχημα, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις, ε) ότι με τον τρόπο αυτό που ενήργησαν, πέτυχαν αυτός μεν και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, να προσπορισθούν το ποσό των 15.786,77 ευρώ, το δε Ελληνικό Δημόσιο να ζημιωθεί το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, και στ) ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, είναι πρόσωπο που διαπράττει την πράξη της πλαστογραφίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή της και την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει με τους λοιπούς συγκατηγορούμενούς του, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται στο υποκειμενικό στοιχείο του κοινού δόλου του αναιρεσείοντος, ο οποίος γνώριζε εξ' υπαρχής ότι ουδέποτε είχε εκδοθεί το επίμαχο πιστοποιητικό ταξινόμησης, από την φερόμενη ως εκδώσασα αυτό αρχή και ότι δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις για τη νόμιμη ταξινόμηση του αυτοκινήτου. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες, γιατί προσβάλλουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ακολούθως να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 291/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ1, στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί κατά ένα μέρος το υπ' αριθμό 291/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων:1) Χ2, 2) Χ1, 3) Χ4, 4) Χ5 και 5) Χ3, για την πράξη της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία, που φέρεται ότι τέλεσαν από κοινού στον ... και στην ευρύτερη περιοχή της ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 16-1-2004 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12-11-2008 αίτηση του Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 291/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρέσεις κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες για τις πράξεις α) της λαθρεμπορίας με ιδιαίτερα τεχνάσματα, β) της κακουργηματικής πλαστογραφίας και γ) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Ο κατά το άρθρο 96 παρ.2 του ΚΠΔ διορισθείς συνήγορος δεν θεωρείται και αντίκλητος. Η επίδοση του βουλεύματος στον πληρεξούσιο δικηγόρο που δεν έχει διοριστεί και αντίκλητος του αναιρεσείοντος, δεν έχει έννομη συνέπεια σε περίπτωση επίδοσης στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη. Δεύτερη αναίρεση για αναίρεση του βουλεύματος με την επίκληση των λόγων α) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ποινι-κών διατάξεων και επάρκεια αιτιολογίας.. Αναιρεί εν μέρει και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, μόνο κατά το μέρος που η πράξη μεταβιβάστηκε στο συμβούλιο. Δεν επιλαμβάνεται το συμβούλιο για παραγεγραμμένη πράξη, εφόσον δεν προσβλήθηκε με αναίρεση το βούλευμα κατά τη σχετική διάταξή του. Απορρίπτει αναίρεση κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Παραγραφή, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.