text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1757/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΒΤ 5379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σχινά και με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνιο Αντωνίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 62/05.12.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1938/2008
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη τους από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (§ 1 περ. Δ), η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (§ 1 περ. Ε) και η υπέρβαση εξουσίας (§1 περ. Η). Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτικής απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον. κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου (ΚΠΔ 504, 505, 510) άσκησε αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 5379/2008 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. στις 14-11-2008 [βλ. βεβαίωση του οικείου γραμματέα] και με την οποία, αφενός κηρύχθηκε αθώος ο Χ της παραβάσεως εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, αφετέρου έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη άλλων μερικότερων πράξεων του άνω εγκλήματος, διότι η ως άνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 19 ν. 2523/97 και υπερέβη την εξουσία του.
Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη - λόγω παραγραφής - για τις πράξεις από 13-1-1998 έως 16-9-2000 κατά του κατηγορουμένου ο οποίος με την ιδιότητα του διαχειριστή ατομικής επιχείρησης εξέδωσε τα παρακάτω τιμολόγια "τιμολόγια πώλησης της επιχείρησης "ALFA INTERNATIONAL s.r.l , β) κήρυξε αυτόν αθώο του ότι εξέδωσε από 20-9-2000 έως 4-4-2001 τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια πώλησης της επιχείρησης "ALFA INTERNATIONAL s.r.l.". Ως λόγοι δε που καθιστούν την ως άνω απόφαση αναιρετέα προβάλλονται η έλλειψη σε αυτήν ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το σκεπτικό και την αιτιολογία της ως άνω απόφασης που κατέληξε στην αθώωσή μου από τις αποδιδόμενες πράξεις, και η εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 και η υπέρβαση των ορίων εξουσίας του κρίνοντος Δικαστηρίου κατά το μέρος που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για μερικότερες πράξεις του εγκλήματος που του αποδίδεται (παράβαση εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων).
Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικό φορολογικό στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με. την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (όρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του όρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ. α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του όρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 5.379/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς: α) έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για τον κατηγορούμενο, κατά τα ανωτέρω, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του w. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών τιμολογίων), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-1998 έως 16-9-2000 και β) κηρύχθηκε αυτός αθώος του ότι εξέδωσε από 20-9-2000 έως 4-4-2001 τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 19-9-2008, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής, λόγω παρόδου οκταετίας για τις μέχρι την 16-9-2000, μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε διάκριση των τιμολογίων που εκδόθηκαν: α) από 20-9-2000 έως την 4-4-2001 και β) των τιμολογίων που εκδόθηκαν από 13-1-1998 έως 16-9-2000, δέχθηκε δε, κατά πιστή αντιγραφή τους σκεπτικού της, τα παρακάτω: "Κατά το χρονικό διάστημα από την 20-9-2000 έως την 4-4-2001, εκδόθηκαν τα τιμολόγια που αναφέρονται αναλυτικώς στο διατακτικό της παρούσας, για συναλλαγές που φέρονται να διενεργήθηκαν με διάφορα τρίτα πρόσωπα (επιχειρήσεις κλπ) και ειδικότερα για πωλήσεις διαφορών ειδών ενδύσεως. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διαχειριστή ατομικής επιχείρησης, που αφορά τα ως άνω τιμολόγια, όπως κατηγορείται αλλά αυτός ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "ALFA INTERNATIONAL s.r.l.", η οποία είχε συσταθεί και δραστηριοποιείτο νομίμως στη ... της ..., που ήταν η έδρα της και η οποία πώλησε τα ως άνω εμπορεύματα προς τρίτους. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος λειτουργούσε ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο ενδυμάτων, στην οδό ... αρ. ... στον ..., όπως κατηγορείται, αφού προέκυψε ότι στο διαμέρισμα της οικοδομής που βρίσκεται εκεί, διενεργείτο μόνον ο δειγματισμός των σχετικών ειδών προς τρίτους, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σχετική παραγγελία προς την προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρία, η οποία ήταν πωλήτρια των ειδών αυτών. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε ατομικώς ο ίδιος τα ως άνω τιμολόγια, για τα οποία κατηγορείται, αφού προέκυψε ότι αυτά είχαν εκδοθεί για λογαριασμό της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρίας από το νόμιμο εκπρόσωπο της, ενόψει του ότι αυτά φέρουν την επωνυμία της ως πωλήτριας των ειδών αυτών. Σημειωτέον ότι, ενόψει της ιδιότητας της προαναφερθείσας εταιρίας ως αλλοδαπής, τα ως άνω τιμολόγια αφορούν διεθνή συναλλαγή, μάλιστα διενεργηθείσα εντός του χώρου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, κατά συνέπεια έχουν εφαρμογή σ' αυτήν οι σχετικοί κανόνες δικαίου περί της ελευθέρας διακινήσεως των εμπορευμάτων. Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω τιμολόγια εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις, με σκοπό την απόκρυψη φορολογικής ύλης, όπως κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα τιμολόγια αυτά αφορούν πραγματοποιηθείσες πωλήσεις των ως άνω ειδών από την εταιρία με την επωνυμία "ALFA INTERNATIONAL s.r.l." προς τις αναφερόμενες σ' αυτά εκάστοτε επιχειρήσεις. Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέπτυξε αποκλειστικώς διαμεσολαβητική δραστηριότητα αναφορικά με τις εν λόγω συναλλαγές (δειγματισμός ειδών, επικοινωνία στην Ελλάδα με υποψήφιους αγοραστές κλπ) δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν από τον ίδιο για δικό του λογαριασμό, ούτε ότι αυτός, άνευ άλλου τινός στοιχείου, είναι ποινικώς υπεύθυνος για τις ως άνω συναλλαγές της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρίας. Μάλιστα, μόνον το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν τήρησε τις τυχόν φορολογικού χαρακτήρα διατυπώσεις, αναφορικά με την ως άνω διαμεσολαβητική εμπορική δραστηριότητά του, δεν μπορεί να θεμελιώσει ποινική ευθύνη αυτού για την έκδοση των ένδικων τιμολογίων, έστω και αν αυτά θεωρηθούν ως εικονικά κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 19 ν. 2523/1997), δηλαδή ότι αφορούν συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω συναλλαγές δεν πραγματοποιήθηκαν ατομικώς από τον κατηγορούμενο, αλλά από την εταιρία με την επωνυμία "ALFA INTERNATIONAL s.r.l.", η οποία σε κάθε περίπτωση όφειλε να τηρήσει τις σχετικές φορολογικές διατυπώσεις (δηλαδή ο νόμιμος εκπρόσωπός της), σε περίπτωση που απαιτείτο να τηρηθούν τέτοιες εκτός της Ιταλίας (που είχαν διενεργηθεί) και στην Ελλάδα. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι η προαναφερθείσα εταιρία λειτουργούσε νομίμως στην ..., σε συνδυασμό με τους γενικώς ισχύοντες κανόνες περί της ελευθέρας διακινήσεως των αγαθών μεταξύ χωρών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο κατηγορούμενος ευλόγως είχε την πεποίθηση ότι μπορούσε να αναπτύξει στην Ελλάδα την ως άνω διαμεσολαβητική εμπορική δραστηριότητα για λογαριασμό αυτής, κατά συνέπεια αυτός δεν είχε την πρόθεση να συμμετάσχει σε παράνομες
συναλλαγές. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, δεν στοιχειοθετούνται τα στοιχεία (αντικειμενικά και υποκειμενικά) του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, επομένως πρέπει να κηρυχθεί- αυτός αθώος (όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από την 20-9-2000 έως την 4-4-2001). Στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο". Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής συνάγεται ότι το ευμενέστερο του ενός ή του άλλου ποινικού νόμου θα κριθεί βάσει των συγκεκριμένων στοιχείων κάθε περίπτωσης και όχι αφηρημένα. Περαιτέρω, όσον αφορά την ποινική δίωξη του κατ' άρθρον 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004), εγκλήματος περί φοροδιαφυγής για έκδοση η αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, το άρθρο 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, ενώ "κατ' εξαίρεση", στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης. Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 της άνω παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2423/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2753/1999. Επίσης, ως προς την παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος ο νόμος 2523/1997, με την παρ. 10 του άρθρου 21 όριζε αρχικά ότι "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στα πλημμελήματα που προβλέπονται στο άρθρο 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 12 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17, 111 και 112 του ΠΚ, κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τέλεσης τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Τούτο προκύπτει και από το ότι, με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενέργησε τον έλεγχο". Όμως, η με το ν. 2954/2001 ως άνω προσθήκη, με την οποία επιμηκύνεται ο χρόνος της παραγραφής των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, αφού η έναρξή της, αντί του χρόνου τέλεσης της πράξης, που έως τότε ίσχυε κατά τα προαναφερόμενα, αφετηριάζεται στο μετέπειτα χρόνο διαπίστωσης αυτής, με αποτέλεσμα η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και η εξάλειψη του αξιοποίνου να επέρχεται βραδύτερα από ότι προβλεπόταν με τις προηγούμενες διατάξεις, δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 2523/1997 (1-1-1998 κατ' άρθρον 38 παρ. 5 του νόμου αυτού) έως την έναρξη ισχύος του ν. 2954/2001 (2-11-2001), αφού οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου, είναι δυσμενέστερες ως προς το θέμα της παραγραφής για τον κατηγορούμενο και δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ (βλ. ΑΠ 786/2008 Λογιστής 2008 985, ΑΠ 1009/2006 ΝΟΜΟΣ, ΆΠ 616/2006 ΠοινΧρ 2007 140, ΣυμΕφΘεσ 766/2005 ΠοινΔ/νη 2006 267). Στην προκειμένη περίπτωση με την εκκαλουμένη με αριθμό AM 10283/2007 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ως ένοχος της ένδικης αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση (άρθρο 19 του ν. 2523/1997) και για τις μερικότερες πράξεις που φέρονται να έχουν τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από την 13-1-1998 έως τη 16-9-2000, ενώ για τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από την 7-11-1996 έως την 2-12-1997 το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (ως προς το τελευταίο κεφάλαιο δεν εκκαλείται η απόφαση αυτή, βλ. τη με αριθμό 1538/2007 έκθεση έφεσης). Όμως, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από την 13-1-1998 έως τη 16-9-2000, ενόψει του ότι από τον ως άνω χρόνο τέλεσης τους μέχρι σήμερα, ήδη, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, για τις επιμέρους πράξεις αυτές να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω συμπληρώσεως του νομίμου χρόνου παραγραφής (άρθρα 17, 111, 112, 113 του ΠΚ και 370 εδ β του ΚΠοινΔ), γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλλε ο κατηγορούμενος ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη στην αυτή διάκριση στο διατακτικό της, και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής κατά του κατηγορουμένου για την πράξη: "Στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-1998 έως 16-9-2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Ειδικότερα με την ιδιότητα του διαχειριστή ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο ενδυμάτων στην οδό ... αρ. ..., εξέδωσε τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια, προς διάφορες επιχειρήσεις για χρήσεις των ετών 1998, 1999, 2000 και 2001.
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 1998 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/98/13.1.98 323.000 ...
2. 2/98/24.1.98 239.828 ...
3. 3/98/24.1.98 88.704 ...
4. 4/98/28.1.98 145.152 ... Ο.Ε.
5. 6/98/13.3.98 149.246 ... Ε.Ε.
6. 7/98/17.3.98 883.473 ... Ο.Ε.
7. 8/98/17.3.98 889.865 ...
8. 9/98/18.3.98 96.900 ...
9. 10/98/19.3.98 33.810 ... Ε.Ε.
10. 11/98/25.4.98 3.296.615 ...
11. 12/98/8.5.98 238.213 ...
12. 13/98/12.5.98 180.880 ...
13. 14/98/15.5.98 248.710 ...
14. 15/98/25.6.98 88.825 ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε.
15. 16/98/25.6.98 266.475 BRAVI ΕΠΕ
16. 17/98/30.6.98 557.175 ...
17. 18/98/3.7.98 1.889.550 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
18. 19/98/4.9.98 421.515 ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε.
19. 20/98/9.9.98 131.708 ... Ε.Ε.
20. 21/98/11.9.98 820.420 ...
21. 22/98/12.9.98 152.618 ...
22. 23/98/22.10.98 . 831.725 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
23. 24/98/23.10.98 129.200 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
24. 26/98/20.11.98 295.868 ...
25. 27/98/24.11.98 427.329 ...
26. 28/98/24.11.98 264.537 ELTEX ΕΠΕ
27. 29/98/18.12.98 938.315 ...
ΣΥΝΟΛΟ 14.029.656
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 1999 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/99/6.1.99 52.228 ...
2. 2/99/12.1.99 925.229 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
3. 3/99/12.1.99 618.260 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
4. 4/99/13.1.99 204.069 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
5. 5/99/15.1.99 430.447 ELTEX ΕΠΕ
6. 6/99/4.3.99 529.801 ...
7. 7/99/4.3.99 535.854 ...
8. 8/99/6.3.99 157.375 ΙΟΛΚΟΣ Α.Ε.
9. 9/99/8.3.99 166.022 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
10. 10/99/2.4.99 471.607 ...
11. 11/99/3.4.99 356.775 ...
12. 12/99/5.4.99 924.191 ... ΕΠΕ
13. 13/99/5.4.99 312.329 ΝΙΚΟΛΑΟΥ -ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
14. 14/99/9.4.99 94.252 ...
15. 15/99/22.4.99 289.388 ... Ο.Ε.
16. 16/99/29.4.99 290.539 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
17. 17/99/3.5.99 1.133.102 ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α.Ε.
18. 18/99/8.6.99 296.246 ... ΕΠΕ
19. 19/99/8.6.99 64.956 ...
20. 20/99/8.6.99 429.582 ...
21. 21/99/11.6.99 276.012 ...
22. 22/99/14.6.99 97.687 ...
23. 23/99/15.6.99 378.738 VIRUS ΕΠΕ
24. 24/99/15.6.99 96.846 VIRUS ΕΠΕ
25. 25/99/16.6.99 253.357 ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ Α.Ε.
26. 26/99/16.6.99 90.793 ...
27. 27/99/18.6.99 265.600 ...
28. 28/99/20.7.99 276.704 ...
29. 29/99/20.7.99 881.994 ...
30. 30/99/1.9.99 77.823 ... ΕΠΕ
31. 31/99/3.9.99 365.768 ...
32. 32/99/3.9.99 273.591 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
33. 33/99/9.9.99 276.704 ELTEX ΕΠΕ
34. 34/99/9.9.99 645.930 ...
35. 35/99/16.9.99 255.951 ...
36. 36/99/14.10.99 1.106.816 ...-... Ο.Ε.
37. 37/99/22.10.99 742.258 ...-... Ο.Ε.
38. 38/99/25.10.99 98.575 ... ΕΠΕ
39. 39/99/27.10.99 460.885 ...
40. 40/S9/27.10.99 514.496 ...
41. 41/99/29.10.99 935.605 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
42. 42/99/22.11.99 110.681 ...
43. 43/99/24.11.99 166.022 ... ΕΠΕ
44. 44/99/4.12.99 96.846 ...
45. 45/99/21.12.99 122.670 ...
46. 46/99/22.12.99 312.329 ...-... Ο.Ε
47. 47/99/27.12.99 321.088 ...
ΣΥΝΟΛΟ 17.784.021
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 2000 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/2000/25.1.2000 436.661 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
2. 2/2000/2.2.2000 854.260 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
3. 3/2000/15.3.2000 112.254 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
4. 4/2000/26.3.2000 287.695 ...
5. 5/2000/1.4.2000 190.620 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
6. 6/2000/1.4.2000 111.195 ...-... Ο.Ε.
7. 7/2000/17.4.2000 152.424 ...
8. 8/2000/19.4.2000 256.807 Π. ΤΕΣΤΕΜΠΑΣΗΣ ΕΠΕ
9. 9/2000/24.4.2000 545.738 ...
10. 10/2000/25.4.2000 754.361 ...-... Ο.Ε.
11. 11/2000/26.4.2000 776.600 ...
12. 12/2000/26.4.2000 1.318.102 ...
13. 13/2000/3.6.2000 382.354 ...
14. 14/2000/5.6.2000 540.090 ...-... Ο.Ε
15. 15/2000/15.6.2000 942,025 ...
16. 16/2000/16.6.2000 874,734 ...
17. 17/2000/29.6.2000 84.014 ...
18. 18/2000/30.6.2000 211.800 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
19. 19/2000/1.7.2000 887795 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
20. 20/2000/1.7.2000 1.173.019 VIRUS ΕΠΕ
21. 21/2000/5.8.2000 190.620 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
22. 22/2000/11.9.2000 247.100 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
23. 23/2000/15.9.2000 376.827 ...-... Ο.Ε.
24. 24/2000/16.9.2000 936.484 ...
Εξάλλου το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο, του ότι: Στο ίδιο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-2000 έως 4-4-01 εξέδωσε τα παρακάτω εικονικά τιμολόγια προς διάφορες επιχειρήσεις για τις χρήσεις έτους 2000:
25. 25/2000/20.9.2000 180.030 ...
26. 26/2000/17.10.2000 529.500 ...-... Ο.Ε
27. 27/2000/30.10.2000 201.085 ... Ε.Ε.
28. 28/2000/31.10.2000 818.960 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
29. 29/2000/1.11.2000 68.835 ...-... Ο.Ε.
30. 30/2000/6.11.2000 210.917 ... ΕΠΕ
31. 31/2000/6.11.2000 1.410.941 ΝΙΜΥ ΕΠΕ
32. 32/2000/7.11.2000 236.510 ...
33. 33/2000/18.12.2000 604.512 ...-... Ο.Ε.
34. 34/2000/19.12.2000 391.600 ...
35. 35/2000/21.12.2000 388.300 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
36. 36/2000/29.12.2000 344.175 ΝΙΜΥ ΕΠΕ
37. 37/2000/30.12.2000 788.778 ...
38. 38/2000/30.12.2000 521.557 ...
ΣΥΝΟΛΟ 18.839.279
ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ALFA INTERNASIONAL s.p.l. ΕΤΟΥΣ 2001 Α/Α ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ ΣΕ ΔΡΧ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΑΒΕ
1. 1/2001/10.1.2001 492.744 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε
2. 2/2001/12.2.2001 181.262 ... Ο.Ε
3. 3/2001/15.2.2001 487.472 ... Ο.Ε
4. 4/2001/15.2.2001 54.378 ...
5. 5/2001/17.2.2001 51.386 ...
6. 6/2001/18.2.2001 498.500 ...
7. 7/2001/26.2.2001 354.775 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
8. 8/2001/27.2.2001 306.205 ΟΜΙΛΟΣ ΜΟΔΑΣ Α.Ε.
9. 9/2001/28.2.2001 203.784 ...-... Ο.Ε.
10. 10/2001/5.3.2001 119.314 ... ΕΠΕ
11. 11/2001/6.3.2001 318.699 ΝΙΜΥ ΕΠΕ
12. 12/2001/14.3.2001 97.140 ΕΝΔΥΣΗ ΕΠΕ
13. 13/2001/16.3.2001 118.243 ... Ε.Ε.
14. 14/2001/21.3.2000 1.481.240 Β.B.F.A ΕΠΕ
15. 15/2001/3.4.2001 270.833 CASA DI FIRME
16. 16/2001/4.4.2001 1.311.775 B.B.F.A ΕΠΕ
ΣΥΝΟΛΟ 6.347.750 τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα εξέδωσε αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Με βάση τα παραπάνω, το δικάσαν επί της ουσίας Δικαστήριο: Α) Ως προς τα τιμολόγια από 13-1-1998 έως την 16-9-2000, δέχθηκε ότι το αξιόποινο της παραπάνω πράξεως παραγράφηκε, με την αιτιολογία ότι η πράξη της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση έλαβε χώρα από 13-1-1998 έως και 16-9-2000 και από τον ως άνω χρόνο τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών. Έτσι όμως όπως έκρινε το ως εφετείο δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, έσφαλε, διότι, από τον χρόνο που διαπιστώθηκε το παραπάνω έγκλημα, το οποίο είναι πλημμέλημα, ήτοι από την ημερομηνία της θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Διευθυντή του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Πειραιώς, από την οποία αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος, δηλαδή την 6-2-2004 μέχρι τις 11-7-2008, που επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, δεν παρήλθε πενταετία και επομένως δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή. Έτσι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραβιάστηκαν οι αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις και πρέπει η παραπάνω απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και λόγω υπερβάσεως εξουσίας, που στοιχειοθετεί τον από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Η λόγο αναιρέσεως.
Β) Ως προς τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από 20-9-2000, έως 4-4-2001, δέχθηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα στοιχεία (αντικειμενικά και υποκειμενικά) του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να κηρυχθεί αυτός αθώος (όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις του χρονικού διαστήματος από 20-9-2000 έως την 4-4-2001). Όμως, ως προς αυτό, περιέχει ασαφή, ατελή και αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τα επίδικα τιμολόγια εκδόθησαν όχι από ατομική του κατηγορουμένου επιχείρηση στην οδό ... αλλά για λογαριασμό της εταιρίας με έδρα την ..., δεν αναφέρει τα στοιχεία των τιμολογίων ώστε να κριθούν τ' ανωτέρω, προς τι η αναφορά στην άνω οδό κ.λ.π., ενώ δεν ερευνά τυχόν ατομική του ευθύνη για άμεση συνεργεία στην κατηγορουμένη πράξη. Επίσης, ενώ δέχεται ότι ενήργησε για λογαριασμό της εταιρίας - συνεπώς και ότι αυτός τα εξέδωσε - στη συνέχεια δέχεται συγχρόνως αντιφατικά ότι τα τιμολόγια τα εξέδωσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, τα στοιχεία μάλιστα του οποίου δεν αναφέρει, όπως και τα στοιχεία των τιμολογίων. Τέλος, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για διεθνή συναλλαγή, δεν αναφέρει τα στοιχεία αυτά και ποια η σχέση τους με την οδό ... και γιατί δεν απαιτείται η τήρηση των φορολογικών νόμων της Ελλάδος. Έτσι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκαν οι αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις και πρέπει, και ως προς το κεφάλαιό της αυτό, η παραπάνω απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση πλέον στο σύνολό της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ), εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΒΤ 5379/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών τιμολογίων. Έννοια πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Παράβαση άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Παραγραφή από το χρόνο που διαπιστώθηκε το παραπάνω έγκλημα (πλημμέλημα) ήτοι, από την ημερομηνία θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Διευθυντή της Δ.ΟΥ.. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αλλά και υπέρβαση εξουσίας από το δικαστήριο ουσίας που εφάρμοσε ως προς έναρξη χρόνου παραγραφής τις διατάξεις των άρθρων 111, 112, 113 ΠΚ και για μερικότερες πράξεις έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για πράξεις χρονικού διαστήματος που δεν είχαν παραγραφεί και κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. Αναιρεί και ως προς το άνω κεφάλαιό της και παραπέμπει στο ίδιο ακροατήριο για νέα συζήτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 1756/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, για αναίρεση της με αριθμό 63.519/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 145/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικό δύναται να ορίσει, ότι ένα ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη αφορώσα εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν.2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του Α.Κ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το οποίο το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω Ν.2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της, τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ. Σ μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή, το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της, από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ, προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής.Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920 να υποβάλλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή, των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.2 εδ. γ' και 46 Κ.Ποιν.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βάσιμου του αναιρετικού λόγου, της υπερβάσεως εξουσίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ- (ΜΕΤΚΑ), υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, και εναντίον του... την από 5-3-2002 έγκληση, για την από μέρους του τελευταίου, ως Προέδρου του Δ.Σ, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΛΙΚΟΝ ΑΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΕΤΑΛΛΟΥ", έκδοση της υπ' αριθμό ... τραπεζικής επιταγής ποσού 20.000.000 δραχμών, η οποία δεν πληρώθηκε κατά το χρόνο της πληρωμής, ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Η σχετική έγκληση υποβλήθηκε από τη δικηγόρο..., χωρίς όμως, να βεβαιώνεται στο υπ' αριθμό ... πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, για το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν είχε προσαρτηθεί στην ως άνω έγκληση, όχι μόνο η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του Δ.Σ, της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, αλλά ούτε από το ως άνω πρακτικό προκύπτει ότι αυτή ενήργησε ως καταστατικό όργανο. Αντίθετα, προκύπτει ότι αυτή ενήργησε στα πλαίσια της, από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ, προβλεπόμενης εντολής ή πληρεξουσιότητας. Ενόψει τούτου, καθίσταται σαφές, ότι η επίμαχη έγκληση δεν υποβλήθηκε νομοτύπως και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ' Η' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι είναι απαράδεκτη η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος, λόγω μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει κατά παραδοχή του λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον η συγκρότησή του είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 63.519/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του νόμου περί επιταγών, με την επίκληση των λόγων α) της υπερβάσεως εξουσίας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το γεγονός ότι η μήνυση υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ανώνυμης εταιρείας, ως τρίτος και όχι ως υποκατάστατος, χωρίς να προκύπτει από το πρακτικό που δεν προσαρτήθηκε στη μήνυση, η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου (της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1755/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πατεράκη - Ζυμβραγουδάκη, περί αναιρέσεως της 576/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Γυθείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1474/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ, Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα, Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση, στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του Κ.Π,Δ. προκύπτει ότι την ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντας την με λόγο έφεσης και στη δευτεροβάθμια δίκη. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται πλέον έγκυρη. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 4 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ., το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πταίσματα είναι ενιαύσια και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από ένα χρόνο για τα πταίσματα. Προϋπόθεση της κατά τα ανωτέρω έναρξης αναστολής της παραγραφής αποτελεί - μεταξύ άλλων - και η έγκυρη επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, αν η τοιαύτη επίδοση είναι άκυρη και κηρυχθεί τέτοια, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Τέλος, κατά την εφαρμοζόμενη και στην αναίρεση κατ' άρθρο 509 ΚΠΔ, διάταξη του άρθρ. 474 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι νέοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στην έκθεση, αλλά προτείνονται για πρώτη φορά στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 24-10-06 κλητήριο θέσπισμα του Δημοσίου Κατηγόρου Αρεόπολης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος... παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Πταισματοδικείου Γυθείου, προκειμένου να δικαστεί για παράβαση του άρθρ. 3 της 3/1996 Αστυνομικής Διάταξης (άδεια λειτουργίας μουσικών οργάνων).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την υπ' αριθ. 402/2007 πρωτόδικη απόφαση του Πταισματοδικείου Γυθείου που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στην Αρεόπολη Λακωνίας στις 5-12-2007, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προέβαλε, την παρακάτω ακυρότητα της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμπονταν να δικαστεί για την (πταισματική) παράβαση του άρθρου 3 της αριθ. 3/1996 Αστυνομικής Διάταξης (άδεια λειτουργίας μουσικών οργάνων), ισχυριζόμενος ότι αυτό του επιδόθηκε με θυροκόλληση στην κατοικία του στον ..., ενώ θα έπρεπε να του επιδοθεί διαμέσου του διοικητού του, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 157 Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι αυτός κατά το χρόνο της επίδοσης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο πολεμικό ναυτικό. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι, αφού ακύρως του επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα, δεν ανεστάλη η ενιαύσια παραγραφή της ανωτέρω πράξης και ως εκ τούτου αυτή έχει παραγραφεί. Η ένσταση του αυτή απορρίφθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο, το οποίο με την προαναφερόμενη απόφαση του τον καταδίκασε σε ποινή προστίμου 450 ευρώ. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε την υπ' αριθ. 10/5-12-2007 έφεση του, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης μόνο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς επιπλέον να προσβάλει με ειδικό λόγο εφέσεως την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεώς του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, εφόσον αφενός μεν η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος είναι σχετική και δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αφετέρου δε η υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο, όπως προκύπτει από την οικεία έκθεση εφέσεως, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως (η ακυρότητα προβλήθηκε μόνον εκ των υστέρων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικάσαντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον εκκαλούντα καλύφθηκε και ως εκ τούτου η κατά τα ανωτέρω ένσταση καλώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Κατά συνέπεια, ζήτημα παραγραφής της προαναφερθείσας πταισματικής παράβασης, λόγω μη έγκυρης επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος εντός έτους από την τέλεση της πράξης, δεν γεννάται.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Αυγούστου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2282/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 576/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλητήριο θέσπισμα. Ακυρότητα σχετική. Προβολή σχετικής ενστάσεως στην πρωτόδικη δίκη και απόρριψη ενστάσεως. Δεν επαναφέρεται με λόγο εφέσεως. Καλύφθηκε η ακυρότητα. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Κλητήριο θέσπισμα
|
Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1754/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πατεράκη - Ζυμβραγουδάκη, περί αναιρέσεως της 577/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Γυθείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1458/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ, Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα, Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση, στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του Κ.Π,Δ. προκύπτει ότι την ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντας την με λόγο έφεσης και στη δευτεροβάθμια δίκη. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται πλέον έγκυρη. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 4 και 113 παρ. 2 και 3 του Π.Κ., το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πταίσματα είναι ενιαύσια και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από ένα χρόνο για τα πταίσματα. Προϋπόθεση της κατά τα ανωτέρω έναρξης αναστολής της παραγραφής αποτελεί - μεταξύ άλλων - και η έγκυρη επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, αν η τοιαύτη επίδοση είναι άκυρη και κηρυχθεί τέτοια, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Τέλος, κατά την εφαρμοζόμενη και στην αναίρεση κατ' άρθρο 509 ΚΠΔ, διάταξη του άρθρ. 474 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι νέοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στην έκθεση, αλλά προτείνονται για πρώτη φορά στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 24-10-06 κλητήριο θέσπισμα του Δημοσίου Κατηγόρου Αρεόπολης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ...., παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Πταισματοδικείου Γυθείου, προκειμένου να δικαστεί για παράβαση του άρθρ. 3 της 3/1996 Αστυνομικής Διάταξης (άδεια λειτουργίας μουσικών οργάνων).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την υπ' αριθ. 403/2007 πρωτόδικη απόφαση του Πταισματοδικείου Γυθείου που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στην Αρεόπολη Λακωνίας στις 5-12-2007, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προέβαλε, την παρακάτω ακυρότητα της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμπονταν να δικαστεί για την (πταισματική) παράβαση του άρθρου 3 της αριθ. 3/1996 Αστυνομικής Διάταξης (άδεια λειτουργίας μουσικών οργάνων), ισχυριζόμενος ότι αυτό του επιδόθηκε με θυροκόλληση στην κατοικία του στον ..., ενώ θα έπρεπε να του επιδοθεί διαμέσου του διοικητού του, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 157 Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι αυτός κατά το χρόνο της επίδοσης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο πολεμικό ναυτικό. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι, αφού ακύρως του επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα, δεν ανεστάλη η ενιαύσια παραγραφή της ανωτέρω πράξης και ως εκ τούτου αυτή έχει παραγραφεί. Η ένσταση του αυτή απορρίφθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο, το οποίο με την προαναφερόμενη απόφαση του τον καταδίκασε σε ποινή προστίμου 450 ευρώ. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε την υπ' αριθ. 9/5-12-2007 έφεση του, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης μόνο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς επιπλέον να προσβάλει με ειδικό λόγο εφέσεως την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεώς του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, εφόσον αφενός μεν η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος είναι σχετική και δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αφετέρου δε η υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο, όπως προκύπτει από την οικεία έκθεση εφέσεως, δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως (η ακυρότητα προβλήθηκε μόνον εκ των υστέρων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικάσταντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον εκκαλούντα καλύφθηκε και ως εκ τούτου η κατά τα ανωτέρω ένσταση καλώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Κατά συνέπεια, ζήτημα παραγραφής της προαναφερθείσας πταισματικής παράβασης, λόγω μη έγκυρης επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος εντός έτους από την τέλεση της πράξης, δεν γεννάται.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Αυγούστου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2281/2008 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμό 577/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλητήριο θέσπισμα. Ακυρότητα σχετική. Προβολή σχετικής ενστάσεως στην πρωτόδικη δίκη και απόρριψη ενστάσεως. Δεν επαναφέρεται με την έφεση. Καλύφθηκε η ακυρότητα. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Κλητήριο θέσπισμα
|
Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
| 1
|
Αριθμός 1.752/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου Περιστερίου Αττικής, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως α)του με αριθμό 1.302/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) του με αριθμό 1.562/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αδάμ Αδαμόπουλο, κάτοικο Περιστερίου Αττικής.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών καιι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα ως άνω βουλεύματά τους, αντίστοιχα, διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων τούτων, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.548/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τη με αριθμό 27/20.1.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1302/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, υπ'αριθμ. 1562/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 481, 482 παρ. 3 και 317 ΚΠΔ προκύπτει ότι, εφ'όσον επελήφθη το Συμβούλιο Εφετών μετά από άσκηση εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εις αίτηση αναιρέσεως υπόκειται μόνο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, όχι δε και το πρωτόδικο βούλευμα (βλ. ΑΠ 908/1996, εις ΠΧ/ΜΖ/408). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη και κατά του υπ'αριθμ. 1562/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του οποίου ησκήθη έφεση, επί της οποίας εξεδόθη το υπ'αριθμ. 1302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη, συμφώνως προς τα άρθρα 476 παρ. 1, 485 παρ. 1 και 513 παρ. 1α' ΚΠΔ, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος. Όμως, αυτή ησκήθη νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του προαναφερομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'άμεση συνέργεια εις απάτη επί δικαστηρίου, εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία ή το περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, ως και διά ψευδορκία. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας.
Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ', 191, 192 και 204 παρ. 1 ΚΠΔ σαφώς προκύπτει, ότι δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης η παράλειψη του ανακριτού να γνωστοποιήση στον κατηγορούμενο το ονοματεπώνυμο του πραγματογνώμονος που διώρισε κατά την διενέργεια ανακρίσεως διά κακούργημα, διότι τον αποστερεί από την δυνατότητα να ασκήση τα υπερασπιστικά δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και συγκεκριμένως να ζητήση την εξαίρεση του πραγματογνώμονος και να προβή στον διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η ακυρότης αυτή ιδρύει τον εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος που εξεδόθη μετά από την ανάκριση, εφ'όσον το εκδόν αυτό δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ'όψη την εν λόγω άκυρη πραγματογνωμοσύνη και στηρίχθηκε σ'αυτή (βλ. ΑΠ 1443/1999, εις ΠΧ/Ν'/697). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ της επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ενεργήσασα την κυρία ανάκριση επί της προκειμένης υποθέσεως ανακρίτρια εξέδωσε την υπ'αριθμ. 830/2007 διάταξη διενεργείας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονος, διά της οποίας διωρίσθη πραγματογνώμων ο ΑΑ. Κάτω δε από τον συνημμένο σ'αυτή κατάλογο των προσώπων, προς τα οποία η κοινοποίηση αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρος, υπάρχει η σημείωση της υπογραφούσης γραμματέως, ότι "ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο συνήγορος κατ/νου Χ1". Εκ τούτου προκύπτει ότι, με τον ως άνω τρόπο, εγνωστοποιήθη στον αναιρεσείοντα, από την ανακρίτρια, και το ονοματεπώνυμο του διορισθέντος από αυτή πραγματογνώμονος, ώστε να μη γεννάται ακυρότης της διενεργηθείσης πραγματο-γνωμοσύνης, την οποία έλαβε υπ'όψη του το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικό συμβούλιο. Επομένως, ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 § § 1,3 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκόμιση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κυρίας πράξεως, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή την συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διεπράχθη, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ιδίας πράξεως (βλ. ΑΠ 1235/2005, εις ΠΧ ΝΣΤ'.216). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ. Π. Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004), κατ'είδος προσδιοριζομένων, ότι από την στάθμιση και αξιολόγηση αυτών προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Την 21-9-2002 απεβίωσε ο ΩΩ, η δε χήρα του εκκαλούσα Χ2, με αίτηση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η από 20-9-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα συζύγου της με την οποία την εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 1164/6-6-2003 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία. Όμως, η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφή και υπογραφή από τον φερόμενο ως διαθέτη ΩΩ, αλλά από την εκκαλούσα Χ2, η οποία την πλαστογράφησε, η δε ένορκη κατάθεση του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) Χ1, στο ανωτέρω δικαστήριο, με την οποία αυτός εβεβαίωσε την γνησιότητα της διαθήκης, είναι ψευδής. Οι πράξεις της εκκαλούσας (Χ2) να προσκομίση στο δικαστήριο την πλαστή διαθήκη και να ισχυριστεί ότι αυτή είναι γνήσια, και να διαβεβαιώσει το δικαστή που δίκασε την υπόθεση, με την ψευδή κατάθεση του μάρτυρα, ότι αυτή είναι πράγματι γνήσια, γεγονότα από τα οποία αυτός πείσθηκε και στη συνέχεια εξέδωσε απόφαση με την οποία δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να καρπωθεί την περιουσία του θανόντα συζύγου της με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντα ο οποίος ήταν ο πραγματικός κληρονόμος της περιουσίας αυτής , στοιχειοθετούν πλήρως το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο, επειδή δε η ζημία που σκόπευε ήταν πάνω από 73.000 ευρώ, αφού το κληρονομούμενο ακίνητο άξιζε 158.890 ευρώ, στοιχειοθετείται απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Την απάτη τέλεσε η πρώτη εκκαλούσα με την άμεση συνεργεία του δεύτερου. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη, ότι συμφώνως προς τα ανωτέρω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ως προς τον αναιρεσείοντα, δι'άμεση συνέργεια εις απάτη επί δικαστηρίου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ως και διά ψευδορκία μάρτυρος, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό. Αλλά, με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αν ο αναιρεσείων εγνώριζε ότι το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, εκ της προαναφερομένης πράξεως της αυτουργού της απάτης, στην οποία αυτός παρέσχε την ως άνω συνδρομή του, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (ή 25.000.000 δραχμών).
Συνεπώς, δεν διευκρινίζεται αν ο αναιρεσείων εγνώριζε ότι παρείχε άμεση συνδρομή σε κακουργηματική ή σε πλημμεληματική απάτη, με αποτέλεσμα να υπάρχη ασάφεια, ως προς την βαρύτητα της εν λόγω πράξεως του αναιρεσείοντος. 'Ετσι, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της υπό του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτουμένης, ως άνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το μέρος του περί αμέσου συνεργείας του αναιρεσείοντος εις απάτη, και καθίσταται αναιρετέο, ως προς το μέρος τούτο, κατά τον εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως η προβαλλομένη αιτίαση, περί μη συνεκτιμήσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, είτε υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, είτε υπό την επίκληση της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ', στ' ΚΠΔ), αφού μεταξύ των ληφθέντων υπ'όψη και συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και η έκθεση του δικαστικού γραφολόγου ΒΒ, από δε το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ..., ..., ...και ... . Καθ'ό δε μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρ. 111, 112 και 113 ΠΚ προκύπτει, ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της πράξεως, αναστέλλεται δε κατά την διάρκεια της κυρίας διαδικασίας και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής αποφάσεως, όχι όμως πέρα των τριών ετών. Από τις ίδιες διατάξεις, εν συνδυασμώ προς εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β και 484 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, εφ'όσον διαπιστώσει την συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέση το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύση οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 370 εδ. β' ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρ. 484 ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθή και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 Ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρ. 511 ΚΠΔ (ΑΠ 195/2007, ΑΠ 132/2007, ΑΠ 2071/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, η απόφαση του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου κατέθεσε ως μάρτυς ο αναιρεσείων, εδημοσιεύθη την 6-6-2003 και κατά την ιδία ημερομηνία φέρεται αυτός, από το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο επεκυρώθη από το προσβαλλόμενο, ότι ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας. Όμως, αν και το προσβαλλόμενο βούλευμα εξεδόθη την 16-7-2008, δηλαδή ενώ η εν λόγω αξιόποινη πράξη είχε ήδη υποκύψει, ως πλημμέλημα, στην ως άνω πενταετή παραγραφή, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών, καθ'υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ), που υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος, προς την οποία εξομοιώνεται και η περίπτωση κατά την οποία αυτό δεν άσκησε δικαιοδοσία που του επιβάλλει ο νόμος (βλ. ΑΠ 1620/2002), δεν έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη διά την πράξη αυτή, αλλ'επεκύρωσε εν τω συνόλω του το εκκαλούμενο βούλευμα. Επομένως, εφ'όσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη, κατά τα προεκτιθέμενα, παραδεκτώς, περιέχουσα σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθή και ως προς το περί ψευδορκίας μέρος του, κατά παραδοχή του ανωτέρω, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως εξεταζομένου αναιρετικού λόγου και να παύση οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη διά την ανωτέρω ψευδορκία. Και αφού η ως άνω παραγραφή, συνιστώσα λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρμόζει αποκλειστικώς στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (βλ. ΑΠ 672/2002), ωφελείται κατ'άρθρ. 469 ΚΠΔ και η συγκατηγορουμένη αυτού, παραπεμπομένη ως ηθικός αυτουργός της εν λόγω ψευδορκίας και, συνεπώς, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθή και ως προς το περί ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκία μέρος του και να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη κατά της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντος, Χ2, δι' ηθική αυτουργία στην ως άνω ψευδορκία.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή, εν μέρει, το υπ'αριθμ. 1302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ειδικότερα ως προς το περί αμέσου συνεργείας εις απάτη επί δικαστηρίου, ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκία μέρος του.
Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη, κατά των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, λόγω παραγραφής, διά ψευδορκία και ηθική αυτουργία εις ψευδορκία, αντιστοίχως, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην ..., την 6-6-2003.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, ως προς το περί αμέσου συνεργείας εις απάτη επί δικαστηρίου αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.
Να απορριφθή, κατά τα λοιπά, η από 10-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... .
Αθήναι 24 Νοεμβρίου 2008.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 481, 482 παρ. 3 και 347 ΚΠΔ προκύπτει ότι εφόσον το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από άσκηση εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, σε αναίρεση υπόκειται μόνο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, τυχόν δε αίτηση αναίρεσης και κατά του πρωτόδικου βουλεύματος είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς η κρινόμενη από 10.9.2008 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 1.562/2008 πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του οποίου ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το συμπροσβαλλόμενο μ' αυτή με αριθμό 1.302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, δημιουργείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν τηρούνται οι διατάξεις, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ως και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 204 του ΚΠΔ, κατά την οποία, όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα εκείνος που ενεργεί την ανάκριση και διορίζει πραγματογνώμονες γνωστοποιεί συγχρόνως το διορισμό, εκτός των άλλων, και στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 192 του ΚΠΔ, ο οποίος μπορεί να διορίσει με δικές του δαπάνες τεχνικό σύμβουλο. Η παράλειψη δε του ανακριτού να γνωστοποιήσει τον διορισμό των πραγματογνωμόνων στον κατηγορούμενο συνιστά παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 204 του ΚΠΔ, που καθορίζει την υπεράσπιση αυτού και την άσκηση του παρεχομένου σ αυτόν δικαιώματος να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ενεργήσασα την κυρία ανάκριση επί της προκειμένης υποθέσεως ανακρίτρια εξέδωσε την υπ'αριθμ. 830/2007 Διάταξη διενεργείας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονος, με την οποία διορίσθηκε πραγματογνώμων ο ΑΑ. Κάτω δε από τον συνημμένο σ' αυτή κατάλογο των προσώπων, προς τα οποία η κοινοποίηση αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρος, υπάρχει η σημείωση της υπογραφούσης γραμματέως, ότι "ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο συνήγορος κατ/νου Χ1". Συνακόλουθα, εφόσον με τον ως άνω τρόπο, γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα, από την ανακρίτρια, και το ονοματεπώνυμο του διορισθέντος από αυτή πραγματογνώμονος, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως της παραπάνω διάταξης και συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών το οποίο έλαβε υπόψη του για την παραπεμπτική του κρίση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο ως άνω διορισθείς από την ανακρίτρια πραγματογνώμων, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της απάτης, απαιτείται 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§4 του Ν.2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δραχμών), ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δραχμών). Απάτη μπορεί vα τελεστεί και ενώπιον του δικαστηρίου αφού δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ταυτότητα του προσώπου του απατηθέντος και αυτού που βλάπτεται. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα. Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004), κατ' είδος προσδιοριζόμενων, ότι από την στάθμιση και αξιολόγηση αυτών προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: "Την 21-9-2002 απεβίωσε ο ΩΩ, η δε χήρα του εκκαλούσα Χ2, με αίτηση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η από 20-9-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα συζύγου της με την οποία την εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 1164/6-6-2003 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία. Κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης, με Διάταξη της Ανακρίτριας του 17ου Τμήματος Αθηνών, διορίστηκε πραγματογνώμονας με σκοπό να αποφανθεί περί της γνησιότητας η μη της διαθήκης. Ο πραγματογνώμων ΑΑ που διορίστηκε, με την από 10-12-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για τους λόγους που αναφέρει αναλυτικά εκεί κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και δεν έχει υπογραφεί από τον θανόντα ΩΩ αλλά από τρίτο πρόσωπο και η μεν γραφή του κειμένου έγινε από την εκκαλούσα Χ2 η δε υπογραφή είναι πολύπιθανό να τέθηκε από αυτήν. Ο εγκαλών κατέθεσε και αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Χ2 με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη η ως άνω διαθήκη και το δικαστήριο αυτό, με την υπ'αριθμ. 3908/31-1-2005 απόφαση του, διέταξε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη με σκοπό να διακριβωθεί η γνησιότητα ή μη αυτής. Η πραγματογνωμοσύνη έγινε και ο ορισθείς πραγματογνώμων ΒΒ, με την από 18-1-2006 έκθεση του, για τους λόγους που εκεί αναφέρει αναλυτικά, αποφάνθηκε ότι η διαθήκη αυτή δεν εγράφη, δεν εχρονολογήθη και δεν υπεγράφη από τον ΩΩ αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, όμως όχι από την εκκαλούσα Χ2. Τον ισχυρισμό του εγκαλούντα περί της πλαστότητας της διαθήκης εκτός από τους ως άνω πραγματογνώμονας που διορίστηκαν από τις δικαστικές αρχές, στηρίζουν και η ειδική δικαστική γραφολόγος ΓΓ την οποία διόρισε ο ίδιος αλλά και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση ..., .. και ... . Η εκκαλούσα Χ2 ισχυρίζεται ότι τη διαθήκη τη βρήκε τυχαία στο σπίτι της σε κάποιο συρτάρι μετά από πολλούς μήνες από το θάνατο του συζύγου της και ότι πριν δεν γνώριζε την ύπαρξη. Δεν έχει σχέση με τη σύνταξη αυτής, αλλά επειδή γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του συζύγου της είναι βέβαιη ότι τη σύνταξε και την υπόγραψε ο ίδιος. Ο έτερος των εκκαλούντων Χ1 ισχυρίζεται ότι γνωρίζει καλά το γραφικό χαρακτήρα του θανόντα ΩΩ, διότι ήταν εκμισθωτής του καταστήματος που αυτός διατηρεί και ο θανών τον επισκεπτόταν συχνά στο κατάστημα τον. Κατά την είσπραξη του ενοικίου έγραφε και υπέγραφε τις αποδείξεις που αυτός του κατέβαλε, και ως εκ τούτου είναι σίγουρος ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο το ΩΩ. Τους ισχυρισμούς αυτούς των εκκαλούντων ενισχύει και ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος ΔΔ, ο οποίος μετά από παραγγελία της πρώτης εκκαλούσας συνέταξε την από 20-3-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αναφέρει ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο το διαθέτη ΩΩ. Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πραγματογνωμοσύνες των τριών πρώτων συναδέλφων του. Την αντίθεση αυτή, ο γραφολόγος αυτός την αποδίδει ότι τα δείγματα γραφής του διαθέτου, που έλαβαν υπόψη τους οι συνάδελφοί του, ήταν πολύ παλαιά και ως εκ τούτου ήταν φυσικό να υπάρχει διαφορά στους χαρακτήρες των γραμμάτων αυτών και της διαθήκης. Όμως αυτό δεν είναι αληθές αφού οι γραφολόγοι αυτοί έλαβαν υπόψη τους και γραφές του διαθέτου πλησιόχρονες της διαθήκης. Ο πραγματογνώμων αυτός εντοπίζει διαφορές στη γραφή της διαθήκης και των δειγμάτων γραφής του διαθέτου αλλά θεωρεί ότι αυτές οφείλονται στην ασθένεια του διαθέτου. Όμως η σωματική κατάσταση του διαθέτου δεν μπορεί να αλλοιώσει τον τρόπο γραφής κάποιου αλλά τη σταθερότητα και τη δυνατότητα γραφής. Σύμφωνα με την γραφολόγο ΓΓ, η γραφή της διαθήκης δεν μπορεί να προέρχεται από άτομο με σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά έχει γραφεί από άτομο που είχε δυνατότητα να γράφει. Επίσης οι μάρτυρες ... και ... βεβαιώνουν ότι γνώριζαν την υπογραφή του θανόντα και ότι τα γράμματα του και είναι ίδια με αυτά της διαθήκης. Όμως όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και οι τέσσερις πραγματογνώμονες παρατηρούν διαφορές στη γραφή του θανόντα και τη γραφή της διαθήκης, άσχετα αν την αποδίδουν σε διαφορετικές αιτίες, κατά συνέπεια οι ως άνω μάρτυρες σφάλουν. Πέρα από αυτά η πρώτη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της ισχυρίζεται ότι οι γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες που βεβαιώνουν για την πλαστότητα της διαθήκης έχουν στηριχθεί σε λάθος δεδομένα και γι' αυτό κατέληξαν σε λάθος συμπεράσματα. Επίσης στο υπόμνημά της με σειρά λογικών συλλογισμών προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είχε κίνητρο για να κατασκευάσει πλαστή διαθήκη αφού και χωρίς αυτή είχε δικαίωμα στην περιουσία του συζύγου της (νόμιμη μοίρα), και ότι ο σύζυγος της είχε στο νού του να την καταστήσει κληρονόμο του, διότι αισθανόταν υποχρεωμένος σε αυτήν, γεγονός το οποίο βεβαιώνουν και οι μάρτυρες που αυτοί πρότεινε να εξεταστούν. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δε στηρίζουν τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων και δεν είναι ικανά να αλλοιώσουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων που στηρίζουν την κατηγορία, τα οποία βεβαιώνουν επαρκώς ότι αυτοί τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται. Από αυτά προκύπτει ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη ΩΩ αλλά από την εκκαλούσα Χ2, η οποία την πλαστογράφησε, συνεπώς και η κατάθεση του ετέρου των εκκαλούντων στο δικαστήριο με την οποία βεβαίωσε τη γνησιότητα της διαθήκης, είναι ψευδής, πράξη η οποία στοιχειοθετεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο έγινε από τον δεύτερο εκκαλούντα μετά από προτροπή της πρώτης, η οποία είχε το οικονομικό συμφέρον. Οι πράξεις της εκκαλούσας να προσκομίσει στο δικαστήριο την πλαστή διαθήκη και να ισχυριστεί ότι αυτή είναι γνήσια, και να διαβεβαιώσει το δικαστή που δίκασε την υπόθεση, με την ψευδή κατάθεση του μάρτυρα, ότι αυτή είναι πράγματι γνήσια, γεγονότα από τα οποία αυτός πείσθηκε και στη συνέχεια εξέδωσε απόφαση με την οποία δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να καρπωθεί την περιουσία του θανόντα συζύγου της με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντα ο οποίος ήταν ο πραγματικός κληρονόμος της περιουσίας αυτής, στοιχειοθετούν πλήρως το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο, επειδή δε η ζημία που σκόπευε ήταν πάνω από 73.000 ευρώ, αφού το κληρονομούμενο ακίνητο άξιζε 158.890 ευρώ, στοιχειοθετείται απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Την απάτη τέλεσε η πρώτη εκκαλούσα με την άμεση συνεργεία του δεύτερου". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε μεν στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας του αναιρεσείοντος στην αξιόποινη πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, αφού η συμπεριφορά του να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, που προσκόμισε στο ως άνω Δικαστήριο η Χ2, ενώ είχε πλαστογραφηθεί από αυτήν, συνιστά κατ' αντικειμενική κρίση του άμεση συνέργεια στην αξιόποινη πράξη της απάτης, η δε γνώση του ότι αυτή είναι πλαστή και η θέλησή του για άμεση υποστήριξη της τελευταίας πληροί το στοιχείο του δόλου αυτού, δεν διέλαβε όμως πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος γνώριζε ότι το όφελος, το οποίο επιδίωκε η ανωτέρω με την κατά τον παραπάνω τρόπο εξαπάτηση του Δικαστή που διέταξε την δημοσίευση της πλαστής διαθήκης, υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο προσέδιδε στην αξιόποινη αυτή πράξη της απάτης του ως άνω δικαστή την κακουργηματική της μορφή.
Συνεπώς, επί του καθοριστικού για την συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης ως άνω στοιχείου, από το οποίο εξαρτάται αν δικαιολογείται ή όχι η παραπομπή του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της αξιούμενης από το Σύνταγμα και τη διάταξη του άρθρου 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπ' όψη, σύμφωνα με το άρθρο 484 παραγραφ. 3 του ιδίου Κώδικα, και αναιρέθη το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη και παρεπέμφθη η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ.,314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε την 6.6.2003, αυτή είχε ήδη κατά την 16.7.2008, ήτοι κατά τον χρόνο που εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, υποκύψει, ως πλημμέλημα, στην ως άνω πενταετή παραγραφή και συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο δεν έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, αλλά επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα στο σύνολό του, υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν άσκησε δικαιοδοσία την οποία του επιβάλλει ο νόμος. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζομένου αναιρετικού λόγου να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντα ποινική δίωξη για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Δεδομένου δε ότι η παραγραφή, συνιστώσα λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλ' ωφελείται κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ και η συγκατηγορουμένη αυτού Χ2, η οποία παραπέμπεται ως ηθικός αυτουργός της εν λόγω ψευδορκίας, πρέπει ν' αναιρεθεί το βούλευμα και ως προς το περί ηθικής αυτουργίας αυτής μέρος του και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της ως άνω συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 1.302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς το περί αμέσου συνεργείας σε απάτη επί δικαστηρίου, ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος μέρος του.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, αντιστοίχως, πράξεις που φέρεται ότι τελέσθηκαν στην ... στις 6.6.2003.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενος μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 10.9.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του παραπάνω βουλεύματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ι. Σε αναίρεση υπόκειται μόνο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από άσκηση έφεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. ΙΙ. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' λόγο αναίρεσης του βουλεύματος σε περίπτωση που στο συνημμένο στη διάταξη της ανακρίτριας περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονος, κατάλογο προσώπων προς τα οποία η κοινοποίηση αυτής, μεταξύ των οποίων και ο πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρος, υπάρχει σημείωση της υπογράφουσας γραμματέως ότι ειδοποιήθηκε αυτός τηλεφωνικά. ΙΙΙ. Δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπόψη. Αναιρείται παραπεμπτικό βούλευμα για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ψευδή κατάθεση ότι ήταν γνήσια η προσκομισθείσα ιδιόγραφη διαθήκη από την φερόμενη ως εγκατασταθείσα μ' αυτή σε ολόκληρη την περιουσία της, η οποία υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ, για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει από τον αναιρεσείοντα γνώση του ύψους της περιουσίας της φερομένης ως εγκαταστηθείσας. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής τα πλημμελήματα της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 6-6-2003 (απάτη - ψευδορκία - βούλευμα παραπεμπτικό - ακυρότητα απόλυτη - αιτιολογίας ανεπάρκεια - παραγραφή - παύση οριστική ποινικής διώξεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1751/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1911/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 79/03.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 197/28-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Αθηνών, Γεώργιο-Σπυρίδωνα Κατηνιώτη, κατόπιν της από 27/11/2008 νομίμως θεωρημένης εξουσιοδότησης, και στρέφεται κατά του με αριθμό 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμό 1089/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφία κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατ'εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 2050/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον, με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του, στις 21/11/2008 και 25/11/2008 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28/11/2008, δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας, ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμόν 197/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 § 1β και δ Κ.Π.Δ.).
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1δ Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα του αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματουμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ -697). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στη περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 9/2001 -ΠΧ ΝΑ 788, ΑΠ 259/2006 ΠΧ ΝΣΤ.811). Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 Π.Κ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος, παράνομο περιουσιακό όφελος όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατ'συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 € ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 €. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1,2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου-εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση. Η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφ'όσον ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, α) υπερβαίνει τα 15.000 € αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) ή υπερβαίνει τα 73.000 €. Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του (βλ. ΑΠ 195/07 ΠΧ ΝΖ-1006, ΑΠ 156/07 ΠΧ ΝΖ-1002, ΑΠ 625/2005 ΠΧ ΝΣΤ-21, ΑΠ 1505/04 ΠΧ ΝΕ-622).
ΙΙΙ. Στη κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές τους σκέψεις αλλά και αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και από την απολογία του εξετασθέντος κατηγορούμενου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
O εκκαλών κατηγορούμενος Χ είναι φαρμακοποιός και διατηρεί τουλάχιστον από δεκαετίας φαρμακείο στο ... (...). Την 20-7-2005 οι ελεγκτές - φαρμακοποιοί της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (στο εξής ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.) ΑΑ και ΒΒ διενήργησαν τυχαίο δειγματοληπτικό έλεγχο στο φαρμακείο του κατηγορουμένου κατόπιν της από ... απόφασης του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Σύμφωνα με το από 7-10-2005 Πόρισμα τους, ο κατηγορούμενος είχε υποπέσει σε παραβάσεις της ισχύουσας νομοθεσίας ορισμένες από τις οποίες συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα ενώ για άλλες ασκήθηκε σε βάρος του η προδιαληφθείσα ποινική δίωξη. Σύμφωνα με το Πόρισμα, το οποίο επαληθεύεται από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό, ο κατηγορούμενος κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε να διατηρεί σε χώρο του φαρμακείου του α) 116 εμβαλάγια (κουτιά φαρμάκων) χωρίς ταινίες γνησιότητος, β) 356 ταινίες γνησιότητας, γ) βιβλιάριο ασθενείας και συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ταμείου ΤΑΠ-ΟΤΕ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... τα οποία έφεραν συνταγές ιατρών τις οποίες οι ίδιοι όταν αργότερα τους επιδείχθηκαν δεν αναγνώρισαν ως δικές του, δ) συνταγολόγιο ασφαλισμένης στο ταμείο ΤΣΕΥΠ με αριθμό ... και A.M. ... το οποίο έφερε 43 συνταγογραφημένες συνταγές οι οποίες όταν επιδείχθηκαν στους συνταγογράφους ιατρούς δεν αναγνωρίστηκαν ως γνήσιες, ε) συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ΟΠΑΔ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... η οποία έφερε γνήσια συνταγή, στ) μπλοκ με 8 ασυμπλήρωτα φύλλα ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΩΝ, ζ) 7 (επτά) σφραγίδες ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων τις οποίες οι ιατροί δεν αναγνώρισαν ως δικές τους. Από την με ημ. 21-5-2007 ενώπιον του Ανακριτή ένορκη κατάθεση του Ελεγκτή ΑΑ προκύπτει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Π.Δ. 67/2000), κάθε φάρμακο που έχει συνταγογραφηθεί στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου δίνεται στον ασφαλισμένο και στη συνταγή επικολλάται η αντίστοιχη ταινία γνησιότητας (κουπόνι) και έτσι αποστέλλεται η συνταγή στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς για να εισπράξει ο φαρμακοποιός την βαρύνουσα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς δαπάνη. Αν ένα εμβαλάγιο δεν φέρει ταινία γνησιότητας, όπως εν προκειμένω που βρέθηκαν 116 εμβαλάγια στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς ταινία γνησιότητας, σημαίνει ότι η αντίστοιχη ταινία έχει επικολληθεί σε συνταγή ασφαλισμένου και άρα έχει πληρωθεί ο φαρμακοποιός για το φάρμακο αυτό χωρίς όμως να έχει παραδώσει το φάρμακο στον ασφαλισμένο οπότε μπορεί να το παραδώσει σε άλλον ενδιαφερόμενο ο οποίος δεν είναι ασφαλισμένος. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο φαρμακοποιός έχει εισπράξει χρήματα δύο φορές για το ίδιο φάρμακο. Επίσης σύμφωνα με τη νομοθεσία απαγορεύεται να διατηρούνται στα φαρμακεία ταινίες γνησιότητας χωρίς εμβαλάγια όπως εν προκειμένω συνέβη με την ύπαρξη 356 ταινιών γνησιότητας στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς εμβαλάγια, διότι έτσι είτε με τη συνεργασία ιατρού είτε με την κατασκευή από τον ίδιο τον φαρμακοποιό πλαστών σφραγίδων ιατρών, όπως εν προκειμένω συνέβη από τον κατηγορούμενο, συνταγογραφούνται πλαστές συνταγές σε βιβλιάρια ασφαλισμένων που έχει ο φαρμακοποιός στην κατοχή του για κάποιο λόγο και στη συνέχεια υποβάλλονται στο Ταμείο του ασφαλισμένου και εισπράττονται, δι' εξαπατήσεως του, τα χρήματα χωρίς να έχουν παραδοθεί τα φάρμακα τα οποία μπορεί έπειτα να τα πωλήσει σε ανασφάλιστους και να εισπράξει την αξία τους για δεύτερη φορά. Τα ευρεθέντα στο φαρμακείο εμβαλάγια, οι ταινίες γνησιότητας, τα συνταγολόγια και οι σφραγίδες των ιατρών κατασχέθηκαν προκειμένου να εξετασθούν ενδελεχώς ώστε να αποκαλυφθεί η δράση του κατηγορουμένου. Στα πλαίσια της έρευνας από την ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. κλήθηκαν οι ιατροί ..., παιδίατρος, ..., ..., χειρούργος ουρολόγος, ..., ..., ..., χειρούργος οφθαλμίατρος, ..., ..., ..., ορθοπεδικός, ..., ..., ..., ειδικός καρδιολόγος, ..., ..., ..., νευρολόγος - ψυχίατρος, ..., ... και ..., μαιευτήρας -γυναικολόγος, ..., ..., οι οποίοι με τις από 22-7, 22-7, 22-7, 2-8, 3-8, 25-7 και 29-7-2007 αντίστοιχα, Υπεύθυνες Δηλώσεις τους προς την Υπηρεσία δήλωσαν ότι δεν είναι δικές τους οι σφραγίδες που βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αναγράφουν είναι μεν δικά τους αλλά δεν γνωρίζουν με τι τρόπο περιήλθαν σε γνώση του κατηγορουμένου. Μάλιστα ο ιατρός ... κατέθεσε μήνυση εναντίον του κατηγορούμενου για την παράνομη χρήση της σφραγίδας και της υπογραφής του. Συγχρόνως το Πόρισμα διαβιβάσθηκε στα ταμεία Ο.Π.Α.Δ., ΤΑ.Π.Ο.Τ.Ε., Τ.Σ.Ε.Υ.Π, Τ.Σ.Α.Υ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. προκειμένου να ελέγξει το καθένα τις συνταγές που είχε καταθέσει ο κατηγορούμενος κάνοντας χρήση των πλαστών σφραγίδων και τα ποσά που είχε εισπράξει από το έτος 2000 και μετά, δι' εξαπατήσεως τους. Σύμφωνα με το από 28-11-2005 πόρισμα της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ, το έτος 2001, στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 37/7-2-2001, 38/13-2-2001, 39/20-2-2001, 43/19-4-2001, 44/26-4-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστές σφραγίδες των ιατρών ..., ..., ..., ..., ... αντίστοιχα και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης τις 6/28-9-2001, 7/2-10-2001, 8/16-10-2001, 9/2-11-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστή σφραγίδα του ... και την 10/12-11-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 04/15-2-2001 πλαστή συνταγμή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... (AM ...) κατήρτισε τις 32/16-2-2001, 35/2-4-2001, 36/10-4-2001, 43/23-8-2001, 49/26-10-2001, 50/31-10-2001 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 44/28-8-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο του ίδιου ασφαλισμένου την 1/7-4-2001 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2002 στο συνταγολόγιο ... του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 9/5-3-2002, 10/19-3-2002, 15/13-5-2002, 16/26-5-2002 συνταγές που φέρουν πλαστή σφραγίδα του ιατρού ..., στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 22/8-3-2002, 23/8-3-2002, 25/29-3-2002, 26/30-3-02, 31/3-3-2002, 32/5-5-2002, 33/24-5-2002 πλαστές συνταγές που φέρουν πλαστές σφραγίδες του ιατρού ... και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης κατήρτισε την 8/6-12-2002 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 9/16-12-2002, 10/16-12-2002, και 11/27-12-2002 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 43/15-12-2002 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2003 στο ... συνταγολόγιο της ... κατήρτισε τις 34/25-4-2003, 37/1-8-2008 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 38/13-8-2003, 39/4-9-2003, 40/12-9-2003, 42/17-10-2003, 43/18-10-2003, 44/1-11-2003, 45/2-11-2003 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 49/8-7-2003, 50/16-7-2003 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου την 02/3.9.03 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 01/6.8.03, 03/19.9.03, 04/2.10.03, 05/16.10.03, 08/4.11.03 και 09/17.11.03 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., γ) στο 3223Β συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις 03/17-7-2003, 04/14-8-2003, 05/25-5-2003, 07/7-10-2003 συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 06/29.9.03, 08/29.10.03, 09/3.11.03, 10/28.11.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2004 στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 11/27.2.03, 12/25.1.04, 13/26.2.04, 15/24.3.04, 18/3.3.04, 20/3.6.04, 29/27.10.04, 30/9.11.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 14/12.3.04, 16/29.3.04, 17/14.4.04, 19/19.5.04, 21/24.6.04, 22/6.7.04, 23/28.7.04, 2414.8.04, 25/26.8.04, 26/27.9.04, 27130.9.04, 28/6.10.04, 31/23.11.04, 32/2.12.04, 33/23.12.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε την 50/6.1.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης τις 01/15.1.04, 02/11.1.04, 03/3.2.04, 04/9.2.04, 05/17.2.04, 06/17.2.04, 08/15.3.04, 09/14.3.04, 10/8.4.04, 11/15.4.04, 14/10.5.04, 15/20.5.04, 16/28.5.04, 17/4/6.04, 18/17.6.04, 19/30.6.04, 21/20.8.04, 24/3/9.04 και 26/24.9.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 22/29.7.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 06/9.9.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατάρτισε τις 14/2.3.04, 15/23.3.04, 17/14.04.04, 18/21.4.04, 21/5.7.04, 22/23.7.04, 23/15.9.04, 24/22.9.04, 27/6.12.04 και 28/22.12.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2005 κατάρτισε στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... τις 29/3/1/05, 31/17.1.05, 32/26.1.05, 33/1.2.05, 34/15.2.05, 36/16.3.05 και 40/10.5.05 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., και τις 30/10.1.05, 35/2.3.05 με πλαστές σφραγίδες του ... στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις υπ' αριθμ. 34/9.2.05, 35/28.2.05, 36/9.3.05, 37/23.3.05, 40/9.5.05, 41/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Η ζημία που προκλήθηκε στο Ταμείο κάθε έτος ήτοι το 2001 ανέρχεται στο ποσό των 849,99 ευρώ, το έτος 2002 στο ποσό των 852,21 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 1.206,33 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 2.483,23 ευρώ, το έτος 2005 στο ποσό των 774,17 ευρώ. Συνολικά το πληρωθέν στον εκκαλούντα, από το παραπάνω Ταμείο, ποσό και η αντίστοιχη ζημία του ανέρχεται σε 6.210,93 €. Περαιτέρω όπως προκύπτει από το πρακτικό της 2ης Συνεδρίασης της 18ης Ιανουαρίου 2006 Κλάδου Υγιεινής και Περίθαλψης του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΩΝ (ΤΣΕΥΠ) και τις συνταγές των ετών 2001 έως 2005 στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... με αριθμό μητρώου ..., κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές, θέτοντας πλαστές σφραγίδες των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 7.806,41 €. Ειδικότερα στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 1/24.10.03, 4/24.11.03, 5/24.11.03, 6/9.1.04, 7/9.1.04, 10/16.2.04, 11/27.2.04, 13/22.3.04, 14/22.3.04, 15/15.4.04, 16/14.5.04, 17/17.5.04, 18/27.5.04, 19/7.6.04, 20/24.6.04, 21/7.7.04, 24/17 8.04, 26/27.9.04, 28/27/10.04, 30/18.11.04, 31/8.12.04, 32/22.12.04, 36/2.2.05, 37/11.2.05, 38/24.2.05, 41/18.4.05, 43/19.5.05, 44/6.6.05, 45/23.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 8/11.1.04, 12/19.3.04, 22/27.7.04, 25/6.2.04, 27/6.10.04, 42/27.4.05 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 2/30.10.03, 23/2.8.04, 29/9.11.04 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 3/31.10.03 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 9/4.2.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 30/4.1.01, 31/5.1.01, 33/10.4.01, 34/26.4.01, 40/6.6.01, 42/28.6.01, 43/10.7.01, 46/24.8.01, 47/14.9.01, 49/23.10.01 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 35/2.5.01, 36/2.5.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 37/11.5.01, 44/27.7.01, 45/8.8.01, 50/29.10.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 38/25.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., την 39/29.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ... την 41/15.6.02 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 48/28.9.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 5/1.2.02, 8/8.3.02, 11/23.2.02, 15/18.6.02, 17/4.7.02, 21/6.9.02, 24/28.10.02, 28/25.11.02, 31/6.1.03, 33/24.1.03, 34/10.02.03, 36/4.2.03, 37/20.3.03, 39/22.4.03, 45/26.7.03, 47/21.8.03, 49/16.9.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 6/15.2.02, 10/13.2.02, 14/12.6.02, 22/2.10.02, 29/26.11.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 7/24.2.02, 18/16.7.02, 23/14.10.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 9/8.3.02, 20/5.9.02, 25/1.4.02, 35/21.2.03, 38/10.4.03, 41/23.5.03, 43/24.6.03, 44/3.7.03, 48/5.9.03, 50/21.10.03 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 16/28.6.02, 19/26.8.02, 32/81.03, 46/5.8.03, με πλαστές σφραγίδες του ... και την 30 με πλαστές σφραγίδες του ... . Την πλαστότητα των συνταγογραφήσεων και των σφραγίδων που χρησιμοποίησε προς τούτο ο κατηγορούμενος αναγνώρισαν οι ιατροί ..., ..., ..., ..., ..., στις από 20-12-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 10-11-2005 αντίστοιχα υπεύθυνες δηλώσεις τους προς το ΤΣΕΥΠ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Γεν. Διευθυντή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (ΤΣΑΥ), ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. ... έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας και τις συνταγές που φέρουν τις κατασκευασμένες από τον κατηγορούμενο σφραγίδες κατά το χρονικό διάστημα 2003 έως και Ιούλιο 2005 κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 3.573,57 €. Συγκεκριμένα στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... (AM ...) κατήρτισε τις υπ' αριθμ. 34/16.1.03, 3/27.2.03, 36/3.4.03, 37/14.5.03, 39/9.10.03, 41/12.1.04, 44/19.2.04, 45/26.2.04, 46/26.4.04, 47/18.5.04, 48/15.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 38/23.9.03, 40/2.12.03 με πλαστές σφραγίδες του ... και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου κατήρτισε τις 1/7.9.04, 2/6.10.04, 4/19.1.05, 5/27.1.05, 6/3.2.05, 7/24.2.05, 8/8.3.04, 9/22.3.05, 10/18.4.05, 11/19.5.05, 12/28.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 27/20.2.03, 28.7.4.03, 29/26.5.03, 30/5.9.03, 31/19.10.03, 32/22.12.03, 35/20.2.04, 36/6.4.04, 37/12.5.04, 38/28.5.04, 39/5.7.04, 40/13.9.04, 41/20.9.2004, 44/2.12.2004, 45/23.12.2004, 46/26.1.2005, 47/10.2.2005, 48/24.2.2005, 49/16.3.2005 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., την 33/26.1.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 42/27.10.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 1/14.4.05, 2/27.4.04, 3/5.5.05, 4/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ... (AM ...) κατήρτισε τις 3/24.1.02, 4/24.1.03, 5/22.5.03, 6/13.6.03, 7/10.8.03 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ... (AM ...) κατήρτισε την 2/31.3.03 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ... (AM ...) κατήρτισε τις 1/11.2.03, 3/23.2.03, 4/7.6.03, 5/25.6.03, 9/12.2.04, 10/3.3.04, 11/23.3.04, 12/2.4.04, 13/14.4.04, 15/26.4.04, 17/26.5.04, 18/3.6.04, 19/24.6.04, 20/29.6.04, 21/2.7.04, 22/27.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και την 16/10.5.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισε από την ανωτέρω πράξη δια βλάβης των ανωτέρω ασφαλιστικών οργανισμών υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο συνολικά σε 17.590,91 €. Τα συνταγολόγια των ασφαλισμένων όπως προκύπτει από τις υπεύθυνες δηλώσεις ... και ... αλλά και όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται τα άφηναν οι ασφαλισμένοι στο φαρμακείο του για συνταγογράφηση και κατόπιν τα παραλάμβαναν μαζί με τα φάρμακα τους. Από το γεγονός δε ότι βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου μπλοκ με ασυμπλήρωτα φύλλα ιατρικών γνωματεύσεων και το γεγονός ότι κατασκεύασε σφραγίδες ιατρών τις οποίες χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών, θέτοντας το αποτύπωμα των εν λόγω πλαστών σφραγίδων, επί των ως άνω ιατρικών συνταγών, με συνέπεια να καταρτίζει αυτός, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τις ως άνω πλαστές ιατρικές συνταγές, τις οποίες ακολούθως υπέβαλε στα ως άνω ασφαλιστικά Ταμεία, ως δικαιολογητικά είσπραξης των δήθεν οφειλομένων από αυτά σ' αυτόν χρημάτων, λόγω της δήθεν χορήγησης από αυτόν, στους ασφαλισμένους τους, των σ' αυτές τις πλαστές συνταγές αναγραφομένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να πείθει και έτσι να εξαπατά αυτά (τα Ταμεία), ότι δήθεν πράγματι χορήγησε αυτός τα εν λόγω φάρμακα ότι ως εκ τούτου (δήθεν) όφειλαν αυτά να του χορηγήσουν την προρρηθείσα αξία τους, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 17.590,91 ευρώ, πράγμα το οποίο και έγινε, καταδεικνύεται ότι αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή για την κατ' επανάληψη τέλεση από αυτόν των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης για πορισμό εισοδήματος, επιπλέον δε τέλεσε τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα, αφού τέλεσε αυτές κατ' επανάληψη με σκοπό να αποκομίσει από αυτές το παραπάνω παράνομο εισόδημα, όπερ και εγένετο, αλλά και κατά συνήθεια, αφού η επανειλημμένη τέλεση τους από αυτόν καταδεικνύει τη σταθερή ροπή του (του εκκαλούντα) προς διάπραξη των ως άνω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Εν όψει δε και του γεγονότος ότι το συνολικό παράνομο όφελος του ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού ανέρχεται αυτό συνολικά σε 17.590 ευρώ, προσδίδεται στις πράξεις του αυτές η, ως άνω, κακουργηματική μορφή τους, που τους αποδόθηκε με την ποινική δίωξη.
ΙV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου κατά του πρωτοδίκου 1089/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας που αποδίδονται σ'αυτόν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 § 1 και 386 § 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου τ'αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας. Και τούτο διότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αφ'ενός μεν, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 393 και 379 ΠΚ και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί εμπράκτου μετανοίας και αφ'ετέρου διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα το γεγονός, ότι ο αναιρεσείων, πριν ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις παρακατάθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα χρηματικά ποσά τα οποία ζημιώθηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία από την αξιόποινη συμπεριφορά του, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως έμπρακτη μετάνοια, όπως αυτός υποστηρίζει, δεδομένου ότι για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως λόγω εμπράκτου μετανοίας, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση του ζημιωθέντος πριν εξετασθεί ο υπαίτιος από την αρχή, αλλά προσαπαιτείται και η εν λόγω ικανοποίηση να έγινε με την ελεύθερη βούληση του ιδίου του δράστη και να μην προκλήθηκε από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βούλησής του αίτια, όπως είναι η αποκάλυψη της τέλεσης της πράξεως (ΑΠ 98/2007, ΑΠ 720/2003 Ποιν. Δ. 2003-1043). Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος παρακατάθεσε το ποσό της ζημίας, μετά τον έλεγχο της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΥΠΕΔΥΦΚΑ) δηλαδή μετά την αποκάλυψη της αξιόποινης συμπεριφοράς, κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών απορρίπτοντας με το προσβαλλόμενο βούλευμα τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί εμπράκτου μετανοίας, ορθά τις προμνησθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε. Περαιτέρω, η οφειλόμενη σε αθροιστικό λάθος, εσφαλμένη αναγραφή του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης προκληθείσης ζημίας των ασφαλιστικών ταμείων από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (17.590,91 € αντί του ορθού 16.124,24 €), δεν καθιστά το βούλευμα αναιτιολόγητο και δεν ασκεί επιρροή στις σε βάρος του κατηγορίας, αφού ο χαρακτήρας των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κρίνεται παραπεμπτέος, ως κακουργημάτων, δεν μεταβάλλεται. Τέλος ορθά το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι μεταξύ των εγκληματικών της απάτης και της πλαστογραφίας υφίσταται αληθινή συρροή (ΑΠ 1855/2002 ΠΧ ΝΒ- 697, ΑΠ 164/2001 ΠΧ ΝΑ 905).
V. Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Πρέπει ακόμη να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων λόγων, οι οποίοι δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η με αριθμό 197/28-11-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμό 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον Σας.
ΙΙΙ). Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη της δι! αυτήν μεταξύ των αξιολογήσεως, καθόσον, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσετε και n κρίση του Συμβουλίου. Στη κρινομένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές τους σκέψεις αλλά και αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε με επιτρεπτή επαναδιατύπωση της κατηγορίας ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και από την απολογία του εξετασθέντος κατηγορούμενου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ είναι φαρμακοποιός και διατηρεί τουλάχιστον από δεκαετίας φαρμακείο στο ... (...). Την 20-7-2005 οι ελεγκτές - φαρμακοποιοί της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (στο εξής ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.) ΑΑ και ΒΒ διενήργησαν τυχαίο δειγματοληπτικό έλεγχο στο φαρμακείο του κατηγορουμένου κατόπιν της από ... απόφασης του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Σύμφωνα με το από 7-10-2005 Πόρισμα τους, ο κατηγορούμενος είχε υποπέσει σε παραβάσεις της ισχύουσας νομοθεσίας ορισμένες από τις οποίες συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα ενώ για άλλες ασκήθηκε σε βάρος του η προδιαληφθείσα ποινική δίωξη. Σύμφωνα με το Πόρισμα, το οποίο επαληθεύεται από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό, ο κατηγορούμενος κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε να διατηρεί σε χώρο του φαρμακείου του α) 116 εμβαλάγια (κουτιά φαρμάκων) χωρίς ταινίες γνησιότητος, β) 356 ταινίες γνησιότητας, γ) βιβλιάριο ασθενείας και συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ταμείου ΤΑΠ-ΟΤΕ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... τα οποία έφεραν συνταγές ιατρών τις οποίες οι ίδιοι όταν αργότερα τους επιδείχθηκαν δεν αναγνώρισαν ως δικές του, δ) συνταγολόγιο ασφαλισμένης στο ταμείο ΤΣΕΥΠ με αριθμό ... και A.M. ... το οποίο έφερε 43 συνταγογραφημένες συνταγές οι οποίες όταν επιδείχθηκαν στους συνταγογράφους ιατρούς δεν αναγνωρίστηκαν ως γνήσιες, ε) συνταγολόγιο ασφαλισμένης του ΟΠΑΔ με A.M. ... και αρ. συνταγολογίου ... η οποία έφερε γνήσια συνταγή, στ) μπλοκ με 8 ασυμπλήρωτα φύλλα ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΩΝ, ζ) 7 (επτά) σφραγίδες ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων τις οποίες οι ιατροί δεν αναγνώρισαν ως δικές τους. Από την με ημ. 21-5-2007 ενώπιον του Ανακριτή ένορκη κατάθεση του Ελεγκτή ΑΑ προκύπτει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Π.Δ. 67/2000), κάθε φάρμακο που έχει συνταγογραφηθεί στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου δίνεται στον ασφαλισμένο και στη συνταγή επικολλάται η αντίστοιχη ταινία γνησιότητας (κουπόνι) και έτσι αποστέλλεται η συνταγή στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς για να εισπράξει ο φαρμακοποιός την βαρύνουσα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς δαπάνη. Αν ένα εμβαλάγιο δεν φέρει ταινία γνησιότητας, όπως εν προκειμένω που βρέθηκαν 116 εμβαλάγια στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς ταινία γνησιότητας, σημαίνει ότι η αντίστοιχη ταινία έχει επικολληθεί σε συνταγή ασφαλισμένου και άρα έχει πληρωθεί ο φαρμακοποιός για το φάρμακο αυτό χωρίς όμως να έχει παραδώσει το φάρμακο στον ασφαλισμένο οπότε μπορεί να το παραδώσει σε άλλον ενδιαφερόμενο ο οποίος δεν είναι ασφαλισμένος. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο φαρμακοποιός έχει εισπράξει χρήματα δύο φορές για το ίδιο φάρμακο. Επίσης σύμφωνα με τη νομοθεσία απαγορεύεται να διατηρούνται στα φαρμακεία ταινίες γνησιότητας χωρίς εμβαλάγια όπως εν προκειμένω συνέβη με την ύπαρξη 356 ταινιών γνησιότητας στο φαρμακείο του κατηγορουμένου χωρίς εμβαλάγια, διότι έτσι είτε με τη συνεργασία ιατρού είτε με την κατασκευή από τον ίδιο τον φαρμακοποιό πλαστών σφραγίδων ιατρών, όπως εν προκειμένω συνέβη από τον κατηγορούμενο, συνταγογραφούνται πλαστές συνταγές σε βιβλιάρια ασφαλισμένων που έχει ο φαρμακοποιός στην κατοχή του για κάποιο λόγο και στη συνέχεια υποβάλλονται στο Ταμείο του ασφαλισμένου και εισπράττονται, δι' εξαπατήσεως του, τα χρήματα χωρίς να έχουν παραδοθεί τα φάρμακα τα οποία μπορεί έπειτα να τα πωλήσει σε ανασφάλιστους και να εισπράξει την αξία τους για δεύτερη φορά. Τα ευρεθέντα στο φαρμακείο εμβαλάγια, οι ταινίες γνησιότητας, τα συνταγολόγια και οι σφραγίδες των ιατρών κατασχέθηκαν προκειμένου να εξετασθούν ενδελεχώς ώστε να αποκαλυφθεί η δράση του κατηγορουμένου. Στα πλαίσια της έρευνας από την ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. κλήθηκαν οι ιατροί ..., παιδίατρος, ..., ..., χειρούργος ουρολόγος, ..., ..., ..., χειρούργος οφθαλμίατρος, ..., ..., ..., ορθοπεδικός, ..., ..., ..., ειδικός καρδιολόγος, ..., ..., ..., νευρολόγος - ψυχίατρος, ..., ... και ..., μαιευτήρας -γυναικολόγος, ..., ..., οι οποίοι με τις από 22-7, 22-7, 22-7, 2-8, 3-8, 25-7 και 29-7-2007 αντίστοιχα, Υπεύθυνες Δηλώσεις τους προς την Υπηρεσία δήλωσαν ότι δεν είναι δικές τους οι σφραγίδες που βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αναγράφουν είναι μεν δικά τους αλλά δεν γνωρίζουν με τι τρόπο περιήλθαν σε γνώση του κατηγορουμένου. Μάλιστα ο ιατρός ... κατέθεσε μήνυση εναντίον του κατηγορούμενου για την παράνομη χρήση της σφραγίδας και της υπογραφής του. Συγχρόνως το Πόρισμα διαβιβάσθηκε στα ταμεία Ο.Π.Α.Δ., ΤΑ.Π.Ο.Τ.Ε., Τ.Σ.Ε.Υ.Π, Τ.Σ.Α.Υ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. προκειμένου να ελέγξει το καθένα τις συνταγές που είχε καταθέσει ο κατηγορούμενος κάνοντας χρήση των πλαστών σφραγίδων και τα ποσά που είχε εισπράξει από το έτος 2000 και μετά, δι' εξαπατήσεως τους. Σύμφωνα με το από 28-11-2005 πόρισμα της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ, το έτος 2001, στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 37/7-2-2001, 38/13-2-2001, 39/20-2-2001, 43/19-4-2001, 44/26-4-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστές σφραγίδες των ιατρών ..., ..., ..., ..., ... αντίστοιχα και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης τις 6/28-9-2001, 7/2-10-2001, 8/16-10-2001, 9/2-11-2001 πλαστές συνταγές θέτοντας πλαστή σφραγίδα του ... και την 10/12-11-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 04/15-2-2001 πλαστή συνταγμή με πλαστή σφραγίδα του ... . Στο συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ...(AM ...) κατήρτισε τις 32/16-2-2001, 35/2-4-2001, 36/10-4-2001, 43/23-8-2001, 49/26-10-2001, 50/31-10-2001 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 44/28-8-2001 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο του ίδιου ασφαλισμένου την 1/7-4-2001 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2002 στο συνταγολόγιο ... του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 9/5-3-2002, 10/19-3-2002, 15/13-5-2002, 16/26-5-2002 συνταγές που φέρουν πλαστή σφραγίδα του ιατρού ..., στο συνταγολόγιο ... της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 22/8-3-2002, 23/8-3-2002, 25/29-3-2002, 26/30-3-02, 31/3-3-2002, 32/5-5-2002, 33/24-5-2002 πλαστές συνταγές που φέρουν πλαστές σφραγίδες του ιατρού ... και στο ... συνταγολόγιο της ίδιας ασφαλισμένης κατήρτισε την 8/6-12-2002 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 9/16-12-2002, 10/16-12-2002, και 11/27-12-2002 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε την 43/15-12-2002 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το έτος 2003 στο ... συνταγολόγιο της ... κατήρτισε τις 34/25-4-2003, 37/1-8-2008 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 38/13-8-2003, 39/4-9-2003, 40/12-9-2003, 42/17-10-2003, 43/18-10-2003, 44/1-11-2003, 45/2-11-2003 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατήρτισε τις 49/8-7-2003, 50/16-7-2003 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου την 02/3.9.03 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 01/6.8.03, 03/19.9.03, 04/2.10.03, 05/16.10.03, 08/4.11.03 και 09/17.11.03 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., γ) στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις 03/17-7-2003, 04/14-8-2003, 05/25-5-2003, 07/7-10-2003 συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ... και τις 06/29.9.03, 08/29.10.03, 09/3.11.03, 10/28.11.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2004 στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε τις 11/27.2.03, 12/25.1.04, 13/26.2.04, 15/24.3.04, 18/3.3.04, 20/3.6.04, 29/27.10.04, 30/9.11.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 14/12.3.04, 16/29.3.04, 17/14.4.04, 19/19.5.04, 21/24.6.04, 22/6.7.04, 23/28.7.04, 2414.8.04, 25/26.8.04, 26/27.9.04, 27130.9.04, 28/6.10.04, 31/23.11.04, 32/2.12.04, 33/23.12.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατήρτισε την 50/6.1.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης τις 01/15.1.04, 02/11.1.04, 03/3.2.04, 04/9.2.04, 05/17.2.04, 06/17.2.04, 08/15.3.04, 09/14.3.04, 10/8.4.04, 11/15.4.04, 14/10.5.04, 15/20.5Ό4, 16/28.5.04, 17/4/6.04, 18/17.6.04, 19/30.6.04, 21/20.8.04, 24/3/9.04 και 26/24.9.04 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., την 22/29.7.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 06/9.9.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... κατάρτισε τις 14/2.3.04, 15/23.3.04, 17/14.04.04, 18/21.4.04, 21/5.7.04, 22/23.7.04, 23/15.9.04, 24/22.9.04, 27/6.12.04 και 28/22.12.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Το έτος 2005 κατάρτισε στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... τις 29/3/1/05, 31/17.1.05, 32/26.1.05, 33/1.2.05, 34/15.2.05, 36/16.3.05 και 40/10.5.05 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., και τις 30/10.1.05, 35/2.3.05 με πλαστές σφραγίδες του ... στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... κατάρτισε τις υπ' αριθμ. 34/9.2.05, 35/28.2.05, 36/9.3.05, 37/23.3.05, 40/9.5.05, 41/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... . Η ζημία που προκλήθηκε στο Ταμείο κάθε έτος ήτοι το 2001 ανέρχεται στο ποσό των 849,99 ευρώ, το έτος 2002 στο ποσό των 852,21 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 1.206,33 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 2.483,23 ευρώ, το έτος 2005 στο ποσό των 774,17 ευρώ. Συνολικά το πληρωθέν στον εκκαλούντα, από το παραπάνω Ταμείο, ποσό και η αντίστοιχη ζημία του ανέρχεται σε 6.210,93 €. Περαιτέρω όπως προκύπτει από το πρακτικό της 2ης Συνεδρίασης της 18ης Ιανουαρίου 2006 Κλάδου Υγιεινής και Περίθαλψης του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΩΝ (ΤΣΕΥΠ) και τις συνταγές των ετών 2001 έως 2005 στο συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... με αριθμό μητρώου ..., κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές, θέτοντας πλαστές σφραγίδες των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 7.806,41 €. Ειδικότερα στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 1/24.10.03, 4/24.11.03, 5/24.11.03, 6/9.1.04, 7/9.1.04, 10/16.2.04, 11/27.2.04, 13/22.3.04, 14/22.3.04, 15/15.4.04, 16/14.5.04, 17/17.5.04, 18/27.5.04, 19/7.6.04, 20/24.6.04, 21/7.7.04, 24/17 8.04, 26/27.9.04, 28/27/10.04, 30/18.11.04, 31/8.12.04, 32/22.12.04, 36/2.2.05, 37/11.2.05, 38/24.2.05, 41/18.4.05, 43/19.5.05, 44/6.6.05, 45/23.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 8/11.1.04, 12/19.3.04, 22/27.7.04, 25/6.2.04, 27/6.10.04, 42/27.4.05 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 2/30.10.03, 23/2.8.04, 29/9.11.04 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 3/31.10.03 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 9/4.2.04 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο κατήρτισε τις 30/4.1.01, 31/5.1.01, 33/10.4.01, 34/26.4.01, 40/6.6.01, 42/28.6.01, 43/10.7.01, 46/24.8.01, 47/14.9.01, 49/23.10.01 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 35/2.5.01, 36/2.5.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 37/11.5.01, 44/27.7.01, 45/8.8.01, 50/29.10.01 με πλαστές σφραγίδες του ..., την 38/25.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., την 39/29.5.01 με πλαστή σφραγίδα του ... την 41/15.6.02 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 48/28.9.01 με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 5/1.2.02, 8/8.3.02, 11/23.2.02, 15/18.6.02, 17/4.7.02, 21/6.9.02, 24/28.10.02, 28/25.11.02, 31/6.1.03, 33/24.1.03, 34/10.02.03, 36/4.2.03, 37/20.3.03, 39/22.4.03, 45/26.7.03, 47/21.8.03, 49/16.9.03 συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 6/15.2.02, 10/13.2.02, 14/12.6.02, 22/2.10.02, 29/26.11.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 7/24.2.02, 18/16.7.02, 23/14.10.02 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 9/8.3.02, 20/5.9.02, 25/1.4.02, 35/21.2.03, 38/10.4.03, 41/23.5.03, 43/24.6.03, 44/3.7.03, 48/5.9.03, 50/21.10.03 με πλαστές σφραγίδες του ..., τις 16/28.6.02, 19/26.8.02, 32/81.03, 46/5.8.03, με πλαστές σφραγίδες του ... και την 30 με πλαστές σφραγίδες του ... . Την πλαστότητα των συνταγογραφήσεων και των σφραγίδων που χρησιμοποίησε προς τούτο ο κατηγορούμενος αναγνώρισαν οι ιατροί ..., ..., ..., ..., ..., στις από 20-12-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 11-11-2005, 10-11-2005 αντίστοιχα υπεύθυνες δηλώσεις τους προς το ΤΣΕΥΠ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Γεν. Διευθυντή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (ΤΣΑΥ), ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. ... έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας και τις συνταγές που φέρουν τις κατασκευασμένες από τον κατηγορούμενο σφραγίδες κατά το χρονικό διάστημα 2003 έως και Ιούλιο 2005 κατήρτισε τις κατωτέρω πλαστές συνταγές των παρακάτω ιατρών και οι οποίες αντιστοιχούν σε φάρμακα με πληρωθέντα ποσά από το παραπάνω Ταμείο συνολικής αξίας 3.573,57 €. Συγκεκριμένα στο ... συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ... (AM ...) κατήρτισε τις υπ' αριθμ. 34/16.1.03, 3/27.2.03, 36/3.4.03, 37/14.5.03, 39/9.10.03, 41/12.1.04, 44/19.2.04, 45/26.2.04, 46/26.4.04, 47/18.5.04, 48/15.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και τις 38/23.9.03, 40/2.12.03 με πλαστές σφραγίδες του ... και στο ... συνταγολόγιο του ιδίου ασφαλισμένου κατήρτισε τις 1/7.9.04, 2/6.10.04, 4/19.1.05, 5/27.1.05, 6/3.2.05, 7/24.2.05, 8/8.3.04, 9/22.3.05, 10/18.4.05, 11/19.5.05, 12/28.6.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο της ασφαλισμένης ... (AM ...) κατήρτισε τις 27/20.2.03, 28.7.4.03, 29/26.5.03, 30/5.9.03, 31/19.10.03, 32/22.12.03, 35/20.2.04, 36/6.4.04, 37/12.5.04, 38/28.5.04, 39/5.7.04, 40/13.9.04, 41/20.9.2004, 44/2.12.2004, 45/23.12.2004, 46/26.1.2005, 47/10.2.2005, 48/24.2.2005, 49/16.3.2005 πλαστές συνταγές με πλαστή σφραγίδα του ..., την 33/26.1.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και την 42/27.10.04 με πλαστή σφραγίδα του ... και στο ... συνταγολόγιο της ιδίας ασφαλισμένης κατήρτισε τις 1/14.4.05, 2/27.4.04, 3/5.5.05, 4/27.5.05 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ... (AM ...) κατήρτισε τις 3/24.1.02, 4/24.1.03, 5/22.5.03, 6/13.6.03, 7/10.8.03 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ..., στο ... συνταγολόγιο του ...(AM ...) κατήρτισε την 2/31.3.03 πλαστή συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ..., στο ... συνταγολόγιο της ... (AM ...) κατήρτισε τις 1/11.2.03, 3/23.2.03, 4/7.6.03, 5/25.6.03, 9/12.2.04, 10/3.3.04, 11/23.3.04, 12/2.4.04, 13/14.4.04, 15/26.4.04, 17/26.5.04, 18/3.6.04, 19/24.6.04, 20/29.6.04, 21/2.7.04, 22/27.7.04 πλαστές συνταγές με πλαστές σφραγίδες του ... και την 16/10.5.04 συνταγή με πλαστή σφραγίδα του ... . Το συνολικό δε όφελος που αποκόμισε από την ανωτέρω πράξη δια βλάβης των ανωτέρω ασφαλιστικών οργανισμών υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο συνολικά σε 17.590,91 €. Τα συνταγολόγια των ασφαλισμένων όπως προκύπτει από τις υπεύθυνες δηλώσεις ... και ... αλλά και όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται τα άφηναν οι ασφαλισμένοι στο φαρμακείο του για συνταγογράφηση και κατόπιν τα παραλάμβαναν μαζί με τα φάρμακα τους. Από το γεγονός δε ότι βρέθηκαν στο φαρμακείο του κατηγορουμένου μπλοκ με ασυμπλήρωτα φύλλα ιατρικών γνωματεύσεων και το γεγονός ότι κατασκεύασε σφραγίδες ιατρών τις οποίες χρησιμοποιούσε επί σειρά ετών, θέτοντας το αποτύπωμα των εν λόγω πλαστών σφραγίδων, επί των ως άνω ιατρικών συνταγών, με συνέπεια να καταρτίζει αυτός, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τις ως άνω πλαστές ιατρικές συνταγές, τις οποίες ακολούθως υπέβαλε στα ως άνω ασφαλιστικά Ταμεία, ως δικαιολογητικά είσπραξης των δήθεν οφειλομένων από αυτά σ' αυτόν χρημάτων, λόγω της δήθεν χορήγησης από αυτόν, στους ασφαλισμένους τους, των σ' αυτές τις πλαστές συνταγές αναγραφομένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να πείθει και έτσι να εξαπατά αυτά (τα Ταμεία), ότι δήθεν πράγματι χορήγησε αυτός τα εν λόγω φάρμακα ότι ως εκ τούτου (δήθεν) όφειλαν αυτά να του χορηγήσουν την προρρηθείσα αξία τους, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 17.590,91 ευρώ, πράγμα το οποίο και έγινε, καταδεικνύεται ότι αυτός είχε διαμορφώσει υποδομή για την κατ' επανάληψη τέλεση από αυτόν των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης για πορισμό εισοδήματος, επιπλέον δε τέλεσε τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα, αφού τέλεσε αυτές κατ' επανάληψη με σκοπό να αποκομίσει από αυτές το παραπάνω παράνομο εισόδημα, όπερ και εγένετο, αλλά και κατά συνήθεια, αφού η επανειλημμένη τέλεση τους από αυτόν καταδεικνύει τη σταθερή ροπή του (του εκκαλούντα) προς διάπραξη των ως άνω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Εν όψει δε και του γεγονότος ότι το συνολικό παράνομο όφελος του ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού ανέρχεται αυτό συνολικά σε 17.590 ευρώ, προσδίδεται στις πράξεις του αυτές η, ως άνω, κακουργηματική μορφή τους, που τους αποδόθηκε με την ποινική δίωξη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αποδιδομένων σ'αυτήν αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπόρισης περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και β) απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ και για το λόγο αυτό απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν έφεση κατά του 1089/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατ' ουσίαν αβάσιμος και επικύρωσε το βούλευμα, επαναδιατυπώνοντας επί το ακριβέστερο την κατηγορία της απάτης ως εξής: Ο κατηγορούμενος υπό την ίδια ως άνω ιδιότητα του φαρμακοποιού υπέβαλε τις προαναφερόμενες, υπό στοιχείο Α', συνταγές, στα οικεία ως άνω, υπό στοιχείο Α, ασφαλιστικά Ταμεία, παριστάντοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους τους ότι έχουν (δήθεν) συνταγογραφηθεί από τους γιατρούς που εμφανίζονταν να έχουν θέση επί των αντιστοίχων συνταγών αυτών των Ταμείων (δήθεν) τη σφραγίδα τους, ότι οι ανωτέρω, υπό στοιχείο Α', ασφαλισμένοι είχαν ανάγκη και όντως παρέλαβαν τα αναγραφόμενα φάρμακα, ενώ τούτα ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδή καθόσον οι παραπάνω γιατροί δεν είχαν συνταγογραφήσει τις προαναφερόμενες συνταγές, ούτε οι παραπάνω ασφαλισμένοι είχαν παραλάβει τα αναφερόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα. Σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, των αναφερόμενων, υπό στοιχείο Α, ώστε να του καταβάλουν τα προαναφερόμενα πληρωτέα για τις εν λόγω συνταγές ποσά, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των ασφαλιστικών οργανισμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €, ανερχόμενο από τον μέχρι τώρα έλεγχο σε 17.590,91 € (6.210,93 + 7.806,41 + 3.573,57), πράγμα το οποίο και πέτυχε αυτός αφού έτσι έπεισε τους εν λόγω ασφαλιστικούς οργανισμούς περί της δήθεν αλήθειας των προεκτεθέντων σ' αυτούς από αυτόν ως άνω ψευδών περιστατικών, με συνέπεια να του καταβάλουν αυτοί το ως άνω ποσό των 17.590,91 ευρώ (το οποίο όμως πράγματι δεν του όφειλαν αυτοί). Κατά το άνω δε ποσό των 17.590,91 ευρώ ζημιώθηκε συνολικά η περιουσία των εν λόγω οργανισμών με αντίστοιχη παράνομη ωφέλειά του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 26 παρ. 1α, 27, 94, 98, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Δεδομένου δε ότι η οφειλόμενη σε αθροιστικό λάθος εσφαλμένη αναγραφή του συνολικού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας των ασφαλιστικών ταμείων από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο ποσό των 15.590,91 αντί του ορθού 16.124,24 ευρώ δεν μεταβάλλει τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων για τις οποίες κρίνεται παραπεμπτέος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ο συναφής από το άρθρο 484 § 4 στοιχ. ε' του Π.Κ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, ενώ προεχόντως για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τμήμα του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι η συνολική ζημία την οποία υπέστησαν τα εν λόγω ασφαλιστικά ταμεία ανέρχεται σε 15.720,82 ευρώ, ενώ τέλος απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας είναι η αιτίαση ότι "στο κατηγορητήριο και στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει πληθώρα συνταγών με λανθασμένα στοιχεία ταυτότητας, τα οποία λανθασμένα στοιχεία ανερχόμενα στο ποσό του 1.746,47 ευρώ, καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο, με περαιτέρω συνέπεια το σύνολο του ποσού που δήθεν ωφελήθηκε ο αναιρεσείων ν' ανέρχεται στο ποσό των 13.980,42 ευρώ, υπολοιπόμενο του ορίου των 15.000 ευρώ που αποτελεί προϋπόθεση για την παραπομπή του σε βαθμό κακουργήματος". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 393 § 1 και 379 του ΠΚ προκύπτει ότι το αξιόποινο της απάτης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιούμενο. Κατά την σαφή έννοια της διάταξης του ως άνω άρθρου 379 του ΠΚ δεν αρκεί για την εξάλειψη του αξιοποίνου η ευτελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος αλλ'απαιτείται η συνδρομή της ενέργειας της απόδοσης ή ικανοποίησης να γίνει από τον κατηγορούμενο α) με δική του θέληση ήτοι αυθορμήτως και εκουσίως ήτοι εκ λόγων εσωτερικών και όχι εξωτερικών και β) πριν ακόμη εξετασθεί αυτός με οιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές. Στην έννοια των αρχών, δεν εμπίπτουν μόνο οι ποινικές αρχές, αλλά και οι διοικητικές, στα πλαίσια πειθαρχικής δίωξης, η εξέταση από τις οποίες του μετά ταύτα ενεργήσαντος απόδοση ή ικανοποίηση του ζημιωθέντος, μπορεί να γίνει και χωρίς να του έχει αποδοθεί κατηγορία αφού ο νόμος ορίζει "καθ'οιονδήποτε τρόπο", αρκεί ότι έχει γίνει γνωστή στην διοικητική αυτή αρχή, να έχει δηλαδή αποκαλυφθεί η αξιόποινη πράξη διότι μετά την αποκάλυψή της η μεταβολή της στάσεώς του θα οφείλεται σε εξωτερικά αίτια. Συνακόλουθα το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου που είχε υποβάλει με την έφεσή του και με το απολογητικό του υπόμνημα περί εμπράκτου μετανοίας, δεχόμενο με ίδιες σκέψεις στο σκεπτικό του ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι αξιούμενες από το άρθρο 379 ΠΚ προϋποθέσεις, αφού η κατάθεση από αυτόν στο Ταμείο Παρακαταθηκών του χρηματικού ποσού, που αντιστοιχούσε στη ζημία καθ'ενός από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ΟΠΑΔ, ΤΣΑΥ, ΤΑΠ-ΟΤΕ, ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΕΥΠ, έλαβε χώρα μετά από τον διενεργηθέντα διαχειριστικό έλεγχο από την αρμόδια προς τούτο αρχή της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.) και μάλιστα και μετά το πόρισμά του, το οποίο απεστάλει στους ως άνω ασφαλιστικούς οργανισμούς ώστε να διερευνηθούν οι συνταγές που τους είχε καταθέσει ο αναιρεσείων τα τελευταία πέντε έτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β, λόγος αναιρέσεως.
III. Κατά τη διάταξη του αρ. 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου απ' αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρ. 386παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από αυτά συνάγεται ότι οι παραπάνω πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης συρρέουν πραγματικά και καμία απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, γιατί καθεμία απ' αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αποτελεί δε η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Συνακόλουθα το Συμβούλιο Εφετών το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι με τα παραπάνω, εκτιθέμενες παραδοχές του μεταξύ της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων υφίσταται πραγματική και όχι φαινομένη συρροή, ορθά τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις εφάρμοσε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. Β' τρίτος λόγος αναιρέσεως. Το αίτημα του αναιρεσείοντα που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντα ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, είναι απορριπτέο, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων λόγων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
Απορρίπτει την από 28-11-2008 αίτησή του για αναίρεση του 2050/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για πλαστογραφία με χρήση και απάτη από κοινού με σκοπό περιουσιακού οφέλους σε τρίτους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος να υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή: α) του άρθρου 216 ΠΚ (πλαστογραφία με χρήση) λόγω φαινομένης συρροής με τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, β) των άρθρων 393 §1 και 379 ΠΚ λόγω του ότι για την εφαρμογή του από τις διατάξεις αυτές περί εμπράκτου μετάνοιας αυτοτελούς ισχυρισμού δεν τίθεται ως αρνητική προϋπόθεση εφαρμογής του η μη προηγούμενη εξέταση του κατηγορουμένου από διοικητικές αρχές, γ) του άρθρου 386 ΠΚ λόγω του ότι το σύνολο του ποσού του οφέλους υπολείπεται του ορίου των 15.000 ευρώ.
|
Συναυτουργία
|
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 1.749/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (ο οποίος ορίσθηκε με την 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2.022/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1976/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 111/31.3.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1512/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα τους κατηγορουμένους: α) Χ και β) Ζ για να δικαστούν ως υπαίτιοι ο μεν πρώτος για απάτη κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για άμεση συνέργεια στη πράξη αυτή του πρώτου (βλ. βούλευμα).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν νομοτύπως από τους κατηγορουμένους εφέσεις και το Συμβούλιο Εφετών με το 2022/2008 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις (βλ. βούλευμα). Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομίμως στους κατηγορουμένους και συγκεκριμένα στον μεν Χ στις 27-11-2008, στον δε Ζ την 1-12-2008 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 4-12-2008 εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 2022/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για τη δήλωση αυτή συντάχθηκε η με αριθμό 198/4-12-2008 έκθεση αναιρέσεως (βλ. έκθεση). Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διάδικο που είχε σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται για κακουργηματικό χαρακτήρα πράξεις, στην δε σχετική έκθεση εμπεριέχονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιούται και τότε το αδίκημα της απάτης. Περαιτέρω, μετά την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης ,ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ( 73.000 ευρώ). Γίνεται εξάλλου δεκτό ότι για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης απάτης πρέπει το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε το όφελος αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότης, από την οποία υλική αντιστοιχία προκύπτει ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (βλ. ΑΠ 502/2008).
ΙV. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ1 επιλογή μερικά εξ αυτών. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση της διάταξης γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση ή προανάκριση που διενεργήθηκε, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. V. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ είναι δήμαρχος του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ τυγχάνει αντιδήμαρχος στον ίδιο παραπάνω δήμο. Οι μηνυτές υποστηρίζουν ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος υπό την παραπάνω ιδιότητα του διέπραξε το έγκλημα της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ύστερα από άμεση συνεργεία του δευτέρου κατηγορουμένου. Πλέον συγκεκριμένα οι μηνυτές υποστηρίζουν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ: Στα ..., την 15/10/2001, την 24/10/2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό ν' αποκομίσει άλλος και δη ο Δήμος Άνω Λιοσίων Αττικής, παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα έχοντας την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής εμφανίστηκε στους μηνυτές Ψ2, Ψ3 το γένος ... και στον Ψ1, από τους οποίους οι δύο πρώτοι (Ψ2 και Ψ3) ήταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία ενός οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 213.98 τ.μ.. κειμένου στον Δήμο Άνω Λιοσίων, επί της οδού ...(πρώην ...), επί του οποίου είχαν ανεγείρει κατοικία που περιελάμβανε ισόγειο διαμέρισμα (πλήρως αποπερατωμένο), επιφανείας 104τ.μ., στο οποίο και διέμεναν, καθώς και ημιτελές διαμέρισμα στον πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, επιφάνειας 65,55τ.μ. και η οποία (κατοικία) πλήγηκε από τον σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, με αποτέλεσμα να είναι κατεδαφιστέα, ο δε τρίτος (Ψ1) ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος του Τμήματος 2 ενός ενιαίου οικοπέδου, εμβαδού του όλου 211,20τ.μ. κειμένου στη θέση ΒΙΟ.ΠΑ. του Δήμου Ανω Λιοσίων, στο Ο.Τ. 3072 και επί της οδού ..., επί του οποίου ο ίδιος είχε ανεγείρει οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 69,75τ.μ. και ημιτελή κατασκευή πρώτου ορόφου, εμβαδού 50,95τ.μ. και τους διαβεβαίωσε την 15/10/2001 τους Ψ2, Ψ3 και την 24/10/2001 τον Ψ1, ότι:α) ήταν αρωγός και συμπαραστάτης στο πρόβλημα που ανέκυψε λόγω του σεισμού της 7/9/1999 με τις ως άνω οικίες, β)εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς σ' αυτούς κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες ότι, επειδή το όλο ακίνητο τους βρίσκεται σε χώρο που έχει χαρακτηριστεί από τον Δήμο Άνω Λιοσίων ως Βιοτεχνικό Πάρκο, που επρόκειτο να ανήκει ιδιοκτησιακά στον Δήμο, υπήρχε η δυνατότητα να παραδώσουν στον τελευταίο (Δήμο Άνω Λιοσίων), την παραπάνω ιδιοκτησία τους, έτσι ώστε να την διαχειρίζονται τα αρμόδια όργανα του (Δήμου) κατά το δοκούν, γ)τους έπεισε να παραιτηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης της ιδιοκτησίας τους από την Πράξη Εφαρμογής του Βιοτεχνικού Πάρκου και να λάβουν ως αντάλλαγμα από δύο διαμερίσματα (οι Ψ2 Ψ3 όπως και ο Ψ1) επιφανείας 77τ.μ. το καθένα, που βρίσκονται στη θέση ... του ιδίου Δήμου και τα οποία ανήκουν μεν στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), αλλά δυνάμει υφιστάμενης από τότε ακόμη σύμβασης, δ)τους έπεισε ότι, τα ακίνητα που θα τους έδινε ο επρόκειτο να παραχωρηθούν μέσω του Δήμου Άνω Λιοσίων με οριστικά παραχωρητήρια σε άστεγους σεισμοπαθείς του. Με τις ανωτέρω παραστάσεις έπεισε τους μηνυτές να συνάψουν την 15/10/2001 οι Ψ3, Ψ2 και την 24/10/2001 ο Ψ1, έγγραφη συμφωνία με τον Δήμο Άνω Λιοσίων, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον τότε Αντιδήμαρχο Ζ, δυνάμει της οποίας ο μεν Δήμος Άνω Λιοσίων ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργήσει για την έκδοση από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας των προσωρινών και στη συνέχεια των οριστικών παραχωρητηρίων και την παράδοση τους εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού στους μηνυτές, οι δε τελευταίοι (μηνυτές), σε καθεμία περίπτωση παρέδωσαν στον εν λόγω Δήμο την κατοχή των ακινήτων τους, δηλώνοντας ρητώς ότι ο Δήμος Άνω Λιοσίων θα δύναται να διαχειρίζεται αυτά όπως το επιθυμεί. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν ο Ψ2, στο υπ' αριθ. 266 διαμέρισμα του ισογείου, 77τ.μ. στίχος 64, η Ψ3 στο υπ' αριθ. 267 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77τ.μ. στίχος 64 και ο Ψ1 στο υπ' αριθ. 270 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77τ.μ. στίχος 65 και στο υπ' αριθ. 271 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77τ.μ. στίχος 65. Επιπλέον με την ίδια ως άνω συμφωνία και έχοντες πειστεί από τις προεκτεθείσες παραστάσεις, οι μηνυτές παραιτήθηκαν, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα τους να λάβουν αποζημίωση την οποία εδικαιούντο από την Πράξη Εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ., που κυρώθηκε με την ΠΕΧΩ 2495/Φ. τροπ./21-8-2001 απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, καθώς και από κάθε αξίωση ή απαίτηση έναντι του Δήμου Άνω Λιοσίων, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας ότι λαμβάνοντας τα πιο πάνω διαμερίσματα στην κατοχή τους, έχουν αποζημιωθεί και ικανοποιηθεί πλήρως. Επίσης υποστηρίζουν οι μηνυτές ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ στα Άνω Λιόσια Αττικής την 15/10/2001, την 24/10/2001, έχοντας την ιδιότητα του Αντιδημάρχου του Δήμου Άνω Λιοσίων, με πρόθεση και γνωρίζοντας την διάπραξη απ' αυτόν του παραπάνω εγκλήματος της απάτης υπέγραψε υπό την ως άνω ιδιότητα του και εκπροσωπώντας νομίμως τον εν λόγω Δήμο τις από 15/10/2001 και 24/10/2001 έγγραφες συμφωνίες, που συνήφθησαν ανάμεσα στον Δήμο αυτόν και τους μηνυτές Ψ2 και Ψ3 το γένος Ψ1, η πρώτη από τις συμφωνίες αυτές, και τον μηνυτή Ψ1 η δεύτερη, καθιστώντας έτσι δυνατό οι μηνυτές να παραδώσουν στον Δήμο Άνω Λιοσίων τα περιγραφόμενα παραπάνω ακίνητα τους, να εγκατασταθούν σε διαμερίσματα που δεν επρόκειτο να μεταβιβαστούν σ'αυτούς από τον Ο.Ε.Κ. και να παραιτηθούν, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα τους να λάβουν αποζημίωση την οποία εδικαιούντο από την πράξη εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ., καθώς και από κάθε αξίωση, απαίτηση έναντι του Δήμου Άνω Λιοσίων, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λαμβάνοντας τα πιο πάνω διαμερίσματα στην κατοχή τους, έχουν αποζημιωθεί και ικανοποιηθεί πλήρως. Όπως αποδείχθηκε όμως εκ των υστέρων οι παραπάνω διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων είναι ψευδείς καθότι: α) ο Δήμος Άνω Λιοσίων, σε αντίθεση με όσα ο πρώτος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους μηνυτές δεν είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει για την έκδοση από τον Ο.Ε.Κ. των προσωρινών και οριστικών παραχωρητηρίων και την παράδοση στους μηνυτές των ιδίων ως άνω διαμερισμάτων και δη εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού, β)δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) και του Δήμου Άνω Λιοσίων για παραχώρηση στον Δήμο Άνω Λιοσίων των διαμερισμάτων, στα οποία εγκαταστάθηκαν οι μηνυτές, γ) τα εν λόγω διαμερίσματα, στα οποία οι μηνυτές, κατά τα ανωτέρω εγκαταστάθηκαν, άνηκαν κατά κυριότητα στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και προορίζονταν αποκλειστικά για τους πλημμυροπαθείς δικαιούχους του εν λόγω Οργανισμού, καθώς με την υπ' αριθ. 290/1999 ΠΥΣ (ΦΕΚ 165 Α/1995) και τις υπ' αριθ. 50251/1998 (ΦΕΚ 395 Δ/1998) και 50502/1997 (ΦΕΚ 529 Δ/1997) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, είχε ρυθμισθεί η παραχώρηση εργατικών κατοικιών από τον οικισμό που είχε ανεγερθεί από τον Ο.Ε.Κ. στην περιοχή ... στους πλημμυροπαθείς δικαιούχους του Οργανισμού, στους οποίους δεν συγκαταλέγονταν οι μηνυτές. Εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κυρία ανάκριση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1512/2007 Βούλευμα του (για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτό) ότι, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι της πράξεως που έχει αποδοθεί στον καθένα. Με την κρινομένη έφεση των οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, οι εκκαλούντες κατέθεσαν "τυπικές" εφέσεις. Πέρα δηλαδή της αιτιάσεως ότι (κατά λέξη) "... εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις το Συμβούλιο και εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στο νόμο και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ...", ουδέν συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό ή νομικό ισχυρισμό επικαλούνται οι εγκαλούντες, ώστε να αιτιολογήσουν επαρκώς την άποψη των περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Ο παραπάνω, έστω και γενικά διατυπωμένος, λόγος εφέσεως είναι σαφής, ορισμένος και πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 474 παρ. 2 Π.Κ. Πρακτικώς βέβαια η γενική διατύπωση "περί μη ορθής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων" σημαίνει ότι, το Συμβούλιο Εφετών θα πρέπει να κρίνει τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία (όπως και το εκκαλούμενο Βούλευμα), χωρίς όμως να "εστιάσει" σε κάποιο συγκεκριμένο "παράπονο" των εκκαλούντων. Από την εκ νέου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας (σε συνδυασμό και με τους λόγους εφέσεως) που αναφέρθηκαν παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται ότι: 1) Κατά την υπογραφή των από 15-10-2001 και 24-10-2001 ιδιωτικών συμφωνητικών ο πρώτος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους μηνυτές, (και ο δεύτερος υπέγραψε την σχετική συμφωνία) ότι: ο Δήμος Άνω Λιοσίων αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενεργήσει για την έκδοση παραχωρητηρίων (προσωρινών και στη συνέχεια οριστικών) από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, και την παράδοση τους στους συμβαλλόμενους ιδιοκτήτες σεισμοπαθείς, που θα εγκατασταθούν όμως άμεσα τόσο αυτοί όσο και οι οικογένειες τους στα εξής διαμερίσματα του οικισμού κατοικιών στη θέση ..., δηλαδή: α) Ο Ψ2 στο υπ' αριθμόν 266 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77 τ.μ., στίχος 64, β) η Ψ3 στο υπ' αριθμό 267 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77 τ.μ., στίχος 64, όπως αυτό προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Άνω Λιοσίων και γ) ο Ψ1 στα με αριθμό 270και 271 διαμερίσματα ισογείου εμβαδού 77 τ.μ. και 77 τ.μ. αντίστοιχα, Β) ο πρώτος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους μηνυτές ότι η παράδοση των παραχωρητηρίου θα υλοποιηθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από της υπογραφής των ιδιωτικών συμφωνητικών. Βέβαιον πάντως είναι ότι, μέχρι και σήμερα οι μηνυτές δεν έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων, όπως εγγράφως τους είχε διαβεβαιώσει ο πρώτος κατηγορούμενος και την διαβεβαίωση αυτή υπέγραψε ο δεύτερος κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως αντιδήμαρχος του Δήμου Άνω Λιοσίων. Επίσης βέβαιον είναι ότι, τα εν λόγω διαμερίσματα, τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος υποσχέθηκε στους μηνυτές, ανήκαν κατά κυριότητα στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και προορίζονταν αποκλειστικά για τους πλημμυροπαθείς δικαιούχους του εν λόγω Οργανισμού. Σημειωτέον ότι, με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του απέβλεπε (ο πρώτος κατηγορούμενος, εν γνώσει και του δευτέρου) στο να αποκομίσει ο Δήμος Άνω Λιοσίων Αττικής, παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ποσό της αξίας του δικαιώματος κυριότητας καθενός απ' αυτούς (τους μηνυτές) επί των ακινήτων, τα οποία παρέδωσαν στον εν λόγω Δήμο, παραιτούμενοι από κάθε δικαίωμα, αξίωση σχετικά με αποζημίωση από την Πράξη Εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ. Το παράνομο περιουσιακό αυτό όφελος συνίσταται: α) όσον αφορά καθέναν από τους μηνυτές Ψ2 και Ψ3, στην αξία του ημίσεως της συγκυριότητας επί του ακινήτου της οδού .... (πρώην ...) δηλ., του εξ αδιαιρέτου επί του επιπέδου έκτασης 213,98τ.μ. και της επ' αυτού οικίας, αποτελούμενης από ένα ισόγειο διαμέρισμα και ένα ημιτελές διαμέρισμα στον Α' όροφο και δη στο ποσό των 100.000€, που αποτελεί το ήμισυ της αξίας του όλου εν λόγω ακινήτου, β) όσον αφορά τον Ψ1 συνίσταται στην αξία της κυριότητας του επί του ακινήτου της οδού ... και δη στο ποσό των 140.000€, αντίστοιχη δε είναι σε καθεμία περίπτωση και η περιουσιακή ζημία που καθένας από τους μηνυτές υπέστη. Η συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι, έχοντας την ιδιότητα του αντιδημάρχου του Δήμου Άνω Λιοσίων και γνωρίζοντας την διάπραξη απ' αυτόν του παραπάνω αδικήματος από τον πρώτο κατηγορούμενο, υπέγραψε υπό την ως άνω ιδιότητα του και εκπροσωπώντας νομίμως τον εν λόγω Δήμο τις από 15/10/2001 και 24/10/2001 έγγραφες συμφωνίες, που συνήφθησαν ανάμεσα στον Δήμο και τους μηνυτές Ψ2 και Ψ3 (η πρώτη από τις συμφωνίες αυτές) και τον μηνυτή Ψ1 (η δεύτερη συμφωνία), καθιστώντας έτσι δυνατό οι μηνυτές να παραδώσουν στον Δήμο Άνω Λιοσίων τα περιγραφόμενα παραπάνω ακίνητα τους, να εγκατασταθούν σε διαμερίσματα που δεν επρόκειτο να μεταβιβαστούν σ' αυτούς από τον Ο.Ε.Κ. και να παραιτηθούν, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα τους να λάβουν αποζημίωση την οποία εδικαιούντο από την πράξη εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ., καθώς και από κάθε αξίωση, απαίτηση έναντι του Δήμου Άνω Λιοσίων, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λαμβάνοντας τα πιο πάνω διαμερίσματα στην κατοχή τους, έχουν αποζημιωθεί και ικανοποιηθεί πλήρως. Είναι δε πλέον ή βέβαιον ότι, χωρίς την υπογραφή του δευτέρου κατηγορουμένου στα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, οι μηνυτές δεν θα είχαν αποδεχθεί τις διαβεβαιώσεις του πρώτου κατηγορουμένου και δεν θα είχαν ενεργήσει κατά τον τρόπο που ενήργησαν. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται κατά τρόπο που, ουδεμία αμφιβόλου επιδέχεται, από τις ανακριτικές καταθέσεις των μηνυτών. Ειδικότερα ο μηνυτής - πολιτικώς ενάγων Ψ2 στην από 31-5-2006 ανακριτική του κατάθεση επιβεβαιώνει χαρακτηριστικά ότι "... πριν τους σεισμούς από το Δήμο μας είχαν ρωτήσει αν θέλουμε χρήματα ή να μεταβούμε σε άλλο ακίνητο με τα ίδια τετραγωνικά και συγκεκριμένα σε μονοκατοικία .Και αυτό γιατί εκεί επρόκειτο να γίνει πάρκο. Εμείς είχαμε ζητήσει να πάμε σε μονοκατοικία . Μετά το σεισμό του 1999 ο Δήμαρχος μας είπε προφορικά, σε εμένα, τη σύζυγο μου και τον πεθερό μου Ψ1, ότι μπορούσε να μας παραχωρήσει δύο διαμερίσματα σε εμένα και τη σύζυγο μου και δύο διαμερίσματα στον πεθερό μου, από ότι μας είπε ο Δήμαρχος η έκταση στην οποία είχαν κατασκευαστεί οι κατοικίες του ΟΕΚ ήταν ιδιοκτησίας του Δήμου. Σε αντάλλαγμα ο ΟΕΚ, από ότι μας διαβεβαίωσε ο Δήμαρχος, έδωσε πενήντα από τα διαμερίσματα που κατασκευάστηκαν στον Δήμο Άνω Λιοσίων. Επομένως σύμφωνα με όσα μας είπε ο Δήμαρχος τα διαμερίσματα αυτά που θα παίρναμε αποτελούσαν ιδιοκτησία του Δήμου. Αυτό όμως δεν ήταν αληθές διότι ο Δήμος δεν έχει αποκτήσει ούτε μέχρι σήμερα την κυριότητα των διαμερισμάτων αυτών .Επίσης ο δήμαρχος μας είπε ότι υπήρχε σύμβαση μεταξύ του ΟΕΚ και του Δήμου Άνω Λιοσίων, για παραχώρηση των συγκεκριμένων κατοικιών από τον πρώτο, στον δεύτερο. Όπως όμως μας διαβεβαίωσε προφορικώς και εγγράφως ο ΟΕΚ τέτοια σύμβαση μεταξύ του ΟΕΚ και του Δήμου άνω Λιοσίων δεν υφίσταται, οι δε εργατικές κατοικίες ορίστηκε να παραχωρηθούν σε πλημμυροπαθείς δικαιούχους του ΟΕΚ. Εμείς με τις διαβεβαιώσεις αυτές του Δημάρχου πειστήκαμε και φύγαμε από το προηγούμενο σπίτι μας. Σήμερα μένουμε στα διαμερίσματα αυτά που όλως περιέργως μας έχουν παραχωρηθεί από τον ΟΕΚ και υπάρχει και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. Ωστόσο μέχρι σήμερα έχουμε τη χρήση μόνο των διαμερισμάτων και δεν έχουμε καταστεί κύριοι αυτών των ιδιοκτησιών. Δεν μπορώ να προσδιορίσω την αξία του προηγούμενου ακινήτου μας από το οποίο φύγαμε, ούτε την αξία των διαμερισμάτων που μένουμε τώρα . Θεωρώ ότι η αξία αυτή σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ . Αν γνωρίζαμε την κατάσταση αυτή, δηλαδή ότι θα είμαστε μέχρι σήμερα μετέωροι , δεν θα δεχόμασταν να φύγουμε από την παλιά μας κατοικία. Η παλιά μας "κατοικία , και η δικιά μου και του πεθερού μου, έχει κατεδαφιστεί, προκειμένου να γίνει το πάρκο. Υπάρχουν άνθρωποι στην περιοχή που πρόκειται να υλοποιηθεί το πάρκο, που παρέμειναν στις παλιές τους κατοικίες και δεν δέχθηκαν- να φύγουν ,Αυτές οι κατοικίες δεν κατεδαφίστηκαν... " (Βλέπ. την από 31-5-2006 ανακριτική κατάθεση Ψ2). Επίσης ο μηνυτής - πολιτικώς ενάγων Ψ1 στην από 31-5-2006 ανακριτική του κατάθεση επιβεβαιώνει χαρακτηριστικά ότι "... ο Δήμαρχος μας είπε ψέματα ως προς την ύπαρξη συμφωνίας του Δήμου με τον ΟΕΚ .Ενώ ειδικότερα μας είπε ότι ο Δήμος είχε πάρει από τον ΟΕΚ κάποιες εργατικές κατοικίες και συγκεκριμένα 35 σπίτια αυτό δεν ήταν αληθές. Δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία μεταξύ ΟΕΚ και Δήμου Άνω Λιοσίων .Εμείς αν γνωρίζαμε αυτό δεν θα υπογράφαμε το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν θα δεχόμασταν να εγκαταλείψουμε τις παλιές μας ιδιοκτησίες. Στα καινούρια διαμερίσματα μας παραχωρήθηκε μόνο η χρήση και δεν έχουμε αποκτήσει κυριότητα. Την πραγματικότητα την γνώριζε και ο αντιδήμαρχος που υπέγραψε το ιδιωτικό συμφωνητικό. Είμαι 81 ετών και ουσιαστικά έχω μόνο τη χρήση ενός ακινήτου .Το ίδιο έπαθε και η κόρη μου με τον γαμπρό μου. Το παλιό μου ακίνητο άξιζε 125.000 ευρώ Το παλιό μου σπίτι γκρεμίστηκε και από εκείνο το σημείο υπάρχει διασταύρωση δρόμου που εντάσσεται στο βιομηχανικό πάρκο. Και το δικό μου και το ακίνητο του γαμπρού μου κατεδαφίστηκε .Κάποιοι άλλοι ιδιοκτήτες της περιοχής δεν δέχθηκαν να φύγουν και σήμερα παραμένουν στις κατοικίες τους . Ενώ πρώτα ο Δήμος τους πίεζε να φύγουν, τώρα δεν τους πιέζει πια. Το παλιό ακίνητο της κόρης μου και του γαμπρού μου άξιζε γύρω στις 230.000 ευρώ ...." (Βλέπ. την από 31-5-2006 ανακριτική κατάθεση Ψ1). VI. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές ανακύπτει ζήτημα έλλειψης της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών κατά την έκθεση των γεγονότων, για τους ίδιους δε λόγους ανακύπτει ζήτημα εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συγκεκριμένα του άρθρου 386 § § 1 και 3β' Π.Κ., αφού είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί του αν ορθά εφαρμόσθηκε η παραπάνω διάταξη και έτσι το βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα υπάρχει βασική αντίφαση το ποιά υπήρξε η βλάβη της περιουσίας των φερομένων ως παθόντων, σε σχέση με το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο κατηγορούμενος. 'Ετσι ενώ γίνεται δεκτό ότι τα δύο ακίνητα των παθόντων δεν μεταβιβάσθηκαν, συνεπεία των απατηλών ενεργειών του αναιρεσείοντα, κατά κυριότητα στον Δήμο, αλλά μόνον ως προς τη κατοχή και ότι οι παθόντες διατηρούν την κυριότητα αυτών, εντελώς αντιφατικά γίνεται δεκτό ότι η περιουσιακή βλάβη ανέρχεται στη συνολική αξία των ακινήτων και με τον τρόπο αυτό η κατηγορία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα. Περαιτέρω ενώ γίνεται δεκτό ότι στα πλαίσια της συμφωνίας οι παθόντες παρέδωσαν την κατοχή δύο οικοδομών που είχαν υποστεί σοβαρές ζημίες από τον σεισμό και είχαν χαρακτηριστεί ως κατεδαφιστέες και έλαβαν ως αντάλλαγμα, με την φροντίδα του κατηγορουμένου Δημάρχου, τέσσερα (4) καινουργή διαμερίσματα τα οποία εδώ και μία οκταετία περίπου χρησιμοποιούν ανενόχλητοι από οιονδήποτε, δεν γίνεται στο βούλευμα οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με το ποιό συνολικά ποσό ωφελήθηκαν οι παθόντες από την μέχρι τώρα χρήση των διαμερισμάτων αυτών, ώστε κατά το ποσό αυτό να μειωθεί η περιουσιακή βλάβη που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν εκ της μεταβιβάσεως της κατοχής των ακινήτων τους στον Δήμο. Περαιτέρω ως στοιχείο της απατηλής συμπεριφοράς, με την οποία σύμφωνα με το βούλευμα, επιδιώχθηκε η επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους στον Δήμο 'Ανω Λιοσίων, φέρεται να αποτελεί ότι οι παθόντες πείσθηκαν να παραιτηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης της ιδιοκτησίας τους από τη πράξη εφαρμογής του Βιοτεχνικού Πάρκου, δεν γίνεται όμως οποιαδήποτε αναφορά στο βούλευμα σε τί ποσό ανέρχεται αυτή η αποζημίωση και ποιός φορέας ήταν υπόχρεος για την καταβολή του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι κατ'αυτόν τον τρόπο ωφελήθηκε ή ήταν δυνατόν να ωφεληθεί παρανόμως ο Δήμος 'Ανω Λιοσίων. VII. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί, κατά τους βάσιμους λόγους της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, κατά τους βάσιμους λόγους αναίρεσης και η υπόθεση να τεθεί για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων Δικαστών τόσο για τον αναιρεσείοντα, όσο και για τον συγκατηγορούμενό του Ζ, που δεν άσκησε αναίρεση και κατηγορείται ως άμεσος συνεργός του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να αναιρεθεί το 2022/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
ΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο σύνολό της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων Δικαστών. Αθήνα 23 Φεβρουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Παγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 3.6.1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακό οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται ή βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως να υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ ή, ανεξάρτητα από το εάν διαπράττει ο υπαίτιος απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, να υπερβαίνει το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3.6.1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 403/2008 και ΑΠ 17/2004 ΠΧ ΝΔ/594). Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δ' εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2.022/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών απέρριψε ως αβάσιμη την υπ' αριθμ. 350/21.6.2007 έφεση του αναιρεσείοντος Χ κατά του υπ' αριθμ. 1.512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ενώ με το ίδιο βούλευμα έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ιδίου ως άνω δικαστηρίου ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Ζ για να δικασθεί ως άμεσος συνεργός στην ως άνω πράξη αυτού (του Χ), που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων στα ... στις 15 και 24 Οκτωβρίου 2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ενός και του αυτού εγκλήματος (απάτης). Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και μετά από εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενες Χ είναι δήμαρχος του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ τυγχάνει αντιδήμαρχος στον ίδιο παραπάνω δήμο. Οι μηνυτές υποστηρίζουν ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος υπό την παραπάνω ιδιότητα του διέπραξε το έγκλημα της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ύστερα από άμεση συνεργεία του δευτέρου κατηγορουμένου. Πλέον συγκεκριμένα οι μηνυτές υποστηρίζουν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ: Στα ..., την 15/10/2001, την 24/10/2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό ν' αποκομίσει άλλος και δη ο Δήμος Άνω Λιοσίων Αττικής, παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα έχοντας την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής εμφανίστηκε στους μηνυτές Ψ2, Ψ3 το γένος ... και στον Ψ1, από τους οποίους οι δύο πρώτοι (Ψ2 και Ψ3) ήταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία ενός οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 213.98 τ.μ., κειμένου στον Δήμο Άνω Λιοσίων, επί της οδού ... (πρώην ...), επί του οποίου είχαν ανεγείρει κατοικία που περιελάμβανε ισόγειο διαμέρισμα (πλήρως αποπερατωμένο), επιφανείας 104τ.μ., στο οποίο και διέμεναν, καθώς και ημιτελές διαμέρισμα στον πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, επιφάνειας 65,55τ.μ. και η οποία (κατοικία) πλήγηκε από τον σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, με αποτέλεσμα να είναι κατεδαφιστέα, ο δε τρίτος (Ψ1) ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος του Τμήματος 2 ενός ενιαίου οικοπέδου, εμβαδού του όλου 211,20τ.μ. κειμένου στη θέση ΒΙΟ.ΠΑ. του Δήμου Ανω Λιοσίων, στο Ο.Τ. 3072 και επί της οδού ..., επί του οποίου ο ίδιος είχε ανεγείρει οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 69,75τ.μ. και ημιτελή κατασκευή πρώτου ορόφου, εμβαδού 50,95 τ.μ. και τους διαβεβαίωσε την 15/10/2001 τους, Ψ2, Ψ3 και την 24/10/2001 τον Ψ1, ότι: α) ήταν αρωγός και συμπαραστάτης στο πρόβλημα που ανέκυψε λόγω του σεισμού της 7/9/1999 με τις ως άνω οικίες, β)εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς σ' αυτούς κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες ότι, επειδή το όλο ακίνητο τους βρίσκεται σε χώρο που έχει χαρακτηριστεί από τον Δήμο Άνω Λιοσίων ως Βιοτεχνικό Πάρκο, που επρόκειτο να ανήκει ιδιοκτησιακά στον Δήμο, υπήρχε η δυνατότητα να παραδώσουν στον τελευταίο (Δήμο Άνω Λιοσίων), την παραπάνω ιδιοκτησία τους, έτσι ώστε να την διαχειρίζονται τα αρμόδια όργανα του (Δήμου) κατά το δοκούν, γ)τους έπεισε να παραιτηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης της ιδιοκτησίας τους από την Πράξη Εφαρμογής του Βιοτεχνικού Πάρκου και να λάβουν ως αντάλλαγμα από δύο διαμερίσματα (οι Ψ2 Ψ3 όπως και ο Ψ1) επιφανείας 77τ.μ. το καθένα, που βρίσκονται στη θέση ... του ιδίου Δήμου και τα οποία ανήκουν μεν στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), αλλά δυνάμει υφιστάμενης από τότε ακόμη σύμβασης, δ) τους έπεισε ότι, τα ακίνητα που θα τους έδινε ο επρόκειτο να παραχωρηθούν μέσω του Δήμου Άνω Λιοσίων με οριστικά παραχωρητήρια σε άστεγους σεισμοπαθείς του. Με τις ανωτέρω παραστάσεις έπεισε τους μηνυτές να συνάψουν την 15/10/2001 οι Ψ3, Ψ2 και την 24/10/2001 ο Ψ1, έγγραφη συμφωνία με τον Δήμο Άνω Λιοσίων, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον τότε Αντιδήμαρχο Ζ, δυνάμει της οποίας ο μεν Δήμος Άνω Λιοσίων ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργήσει για την έκδοση από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας των προσωρινών και στη συνέχεια των οριστικών παραχωρητηρίων και την παράδοση τους εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού στους μηνυτές, οι δε τελευταίοι (μηνυτές), σε καθεμία περίπτωση παρέδωσαν στον εν λόγω Δήμο την κατοχή των ακινήτων τους, δηλώνοντας ρητώς ότι ο Δήμος Άνω Λιοσίων θα δύναται να διαχειρίζεται αυτά όπως το επιθυμεί. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν ο Ψ2, στο υπ' αριθ. 266 διαμέρισμα του ισογείου, 77τ.μ. στίχος 64, η Ψ3 στο υπ' αριθ. 267 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77τ.μ. στίχος 64 και ο Ψ1 στο υπ' αριθ. 270 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77τ.μ. στίχος 65 και στο υπ' αριθ. 271 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77τ.μ. στίχος 65. Επιπλέον με την ίδια ως άνω συμφωνία και έχοντες πειστεί από τις προεκτεθείσες παραστάσεις, οι μηνυτές παραιτήθηκαν, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα τους να λάβουν αποζημίωση την οποία εδικαιούντο από την Πράξη Εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ., που κυρώθηκε με την ΠΕΧΩ 2495/Φ. τροπ./21-8-2001 απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, καθώς και από κάθε αξίωση ή απαίτηση έναντι του Δήμου Άνω Λιοσίων, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας ότι λαμβάνοντας τα πιο πάνω διαμερίσματα στην κατοχή τους, έχουν αποζημιωθεί και ικανοποιηθεί πλήρως. Επίσης υποστηρίζουν οι μηνυτές ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ στα ... την 15/10/2001, την 24/10/2001, έχοντας την ιδιότητα του Αντιδημάρχου του Δήμου Άνω Λιοσίων, με πρόθεση και γνωρίζοντας την διάπραξη απ' αυτόν του παραπάνω εγκλήματος της απάτης υπέγραψε υπό την ως άνω ιδιότητα του και εκπροσωπώντας νομίμως τον εν λόγω Δήμο τις από 15/10/2001 και 24/10/2001 έγγραφες συμφωνίες, που συνήφθησαν ανάμεσα στον Δήμο αυτόν και τους μηνυτές Ψ2 και Ψ3 το γένος ..., η πρώτη από τις συμφωνίες αυτές, και τον μηνυτή Ψ1 η δεύτερη, καθιστώντας έτσι δυνατό οι μηνυτές να παραδώσουν στον Δήμο Άνω Λιοσίων τα περιγραφόμενα παραπάνω ακίνητα τους, να εγκατασταθούν σε διαμερίσματα που δεν επρόκειτο να μεταβιβαστούν σ'αυτούς από τον Ο.Ε.Κ. και να παραιτηθούν, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα τους να λάβουν αποζημίωση την οποία εδικαιούντο από την πράξη εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ., καθώς και από κάθε αξίωση, απαίτηση έναντι του Δήμου Άνω Λιοσίων, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λαμβάνοντας τα πιο πάνω διαμερίσματα στην κατοχή τους, έχουν αποζημιωθεί και ικανοποιηθεί πλήρως. Όπως αποδείχθηκε όμως εκ των υστέρων οι παραπάνω διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων είναι ψευδείς καθότι: α) ο Δήμος Άνω Λιοσίων, σε αντίθεση με όσα ο πρώτος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους μηνυτές δεν είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει για την έκδοση από τον Ο.Ε.Κ. των προσωρινών και οριστικών παραχωρητηρίων και την παράδοση στους μηνυτές των ιδίων ως άνω διαμερισμάτων και δη εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού, β) δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) και του Δήμου Άνω Λιοσίων για παραχώρηση στον Δήμο Άνω Λιοσίων των διαμερισμάτων, στα οποία εγκαταστάθηκαν οι μηνυτές, γ) τα εν λόγω διαμερίσματα, στα οποία οι μηνυτές, κατά τα ανωτέρω εγκαταστάθηκαν, άνηκαν κατά κυριότητα στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και προορίζονταν αποκλειστικά για τους πλημμυροπαθείς δικαιούχους του εν λόγω Οργανισμού, καθώς με την υπ' αριθ. 290/1999 ΠΥΣ (ΦΕΚ 165 Α/1995) και τις υπ' αριθ. 50251/1998 (ΦΕΚ 395 Δ/1998) και 50502/1997 (ΦΕΚ 529 Δ/1997) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, είχε ρυθμισθεί η παραχώρηση εργατικών κατοικιών από τον οικισμό που είχε ανεγερθεί από τον Ο.Ε.Κ. στην περιοχή ... στους πλημμυροπαθείς δικαιούχους του Οργανισμού, στους οποίους δεν συγκαταλέγονταν οι μηνυτές.
Εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κυρία ανάκριση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δέχθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1512/2007 βούλευμα του (για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτό) ότι, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι της πράξεως που έχει αποδοθεί στον καθένα. Με την κρινομένη έφεση των οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι, δεν εκτιμήθηκαν ορθώς από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για πράξη που δεν τέλεσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, οι εκκαλούντες κατέθεσαν "τυπικές" εφέσεις. Πέρα δηλαδή της αιτιάσεως ότι (κατά λέξη) "... εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις το Συμβούλιο και εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στο νόμο και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ...", ουδέν συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό ή νομικό ισχυρισμό επικαλούνται οι εγκαλούντες, ώστε να αιτιολογήσουν επαρκώς την άποψη των περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Ο παραπάνω, έστω και γενικά διατυπωμένος, λόγος εφέσεως είναι σαφής, ορισμένος και πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 474 παρ. 2 Π.Κ. Πρακτικώς βέβαια η γενική διατύπωση "περί μη ορθής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων" σημαίνει ότι, το Συμβούλιο Εφετών θα πρέπει να κρίνει τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία (όπως και το εκκαλούμενο Βούλευμα), χωρίς όμως να "εστιάσει" σε κάποιο συγκεκριμένο "παράπονο" των εκκαλούντων. Από την εκ νέου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας (σε συνδυασμό και με τους λόγους εφέσεως) που αναφέρθηκαν παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται ότι: 1) Κατά την υπογραφή των από 15-10-2001 και 24-10-2001 ιδιωτικών συμφωνητικών ο πρώτος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους μηνυτές, (και ο δεύτερος υπέγραψε την σχετική συμφωνία) ότι: ο Δήμος Άνω Λιοσίων αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενεργήσει για την έκδοση παραχωρητηρίων (προσωρινών και στη συνέχεια οριστικών) από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, και την παράδοση τους στους συμβαλλόμενους ιδιοκτήτες σεισμοπαθείς, που θα εγκατασταθούν όμως άμεσα τόσο αυτοί όσο και οι οικογένειες τους στα εξής διαμερίσματα του οικισμού κατοικιών στη θέση ..., δηλαδή: α) Ο Ψ2 στο υπ' αριθμόν 266 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77 τ.μ., στίχος 64, β) η Ψ3 στο υπ' αριθμό 267 διαμέρισμα του ισογείου εμβαδού 77 τ.μ., στίχος 64, όπως αυτό προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Άνω Λιοσίων και γ) ο Ψ1 στα με αριθμό 270 και 271 διαμερίσματα ισογείου εμβαδού 77 τ.μ. και 77 τ.μ. αντίστοιχα, Β) ο πρώτος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τους μηνυτές ότι η παράδοση των παραχωρητηρίου θα υλοποιηθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από της υπογραφής των ιδιωτικών συμφωνητικών.
Βέβαιον πάντως είναι ότι, μέχρι και σήμερα οι μηνυτές δεν έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων, όπως εγγράφως τους είχε διαβεβαιώσει ο πρώτος κατηγορούμενος και την διαβεβαίωση αυτή υπέγραψε ο δεύτερος κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως αντιδήμαρχος του Δήμου Άνω Λιοσίων. Επίσης βέβαιον είναι ότι, τα εν λόγω διαμερίσματα, τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος υποσχέθηκε στους μηνυτές, ανήκαν κατά κυριότητα στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και προορίζονταν αποκλειστικά για τους πλημμυροπαθείς δικαιούχους του εν λόγω Οργανισμού. Σημειωτέον ότι, με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του απέβλεπε (ο πρώτος κατηγορούμενος, εν γνώσει και του δευτέρου) στο να αποκομίσει ο Δήμος Άνω Λιοσίων Αττικής, παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ποσό της αξίας του δικαιώματος κυριότητας καθενός απ' αυτούς (τους μηνυτές) επί των ακινήτων, τα οποία παρέδωσαν στον εν λόγω Δήμο, παραιτούμενοι από κάθε δικαίωμα, αξίωση σχετικά με αποζημίωση από την Πράξη Εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ. Το παράνομο περιουσιακό αυτό όφελος συνίσταται: α) όσον αφορά καθέναν από τους μηνυτές Ψ2 και Ψ3, στην αξία του ημίσεως της συγκυριότητας επί του ακινήτου της οδού ... (πρώην ...) δηλ., του εξ αδιαιρέτου επί του επιπέδου έκτασης 213,98τ.μ. και της επ' αυτού οικίας, αποτελούμενης από ένα ισόγειο διαμέρισμα και ένα ημιτελές διαμέρισμα στον Α' όροφο και δη στο ποσό των 100.000€, που αποτελεί το ήμισυ της αξίας του όλου εν λόγω ακινήτου, β) όσον αφορά τον Ψ1 συνίσταται στην αξία της κυριότητας του επί του ακινήτου της οδού ... και δη στο ποσό των 140.000€, αντίστοιχη δε είναι σε καθεμία περίπτωση και η περιουσιακή ζημία που καθένας από τους μηνυτές υπέστη.
Η συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι, έχοντας την ιδιότητα του αντιδημάρχου του Δήμου Άνω Λιοσίων και γνωρίζοντας την διάπραξη απ' αυτόν του παραπάνω αδικήματος από τον πρώτο κατηγορούμενο, υπέγραψε υπό την ως άνω ιδιότητα του και εκπροσωπώντας νομίμως τον εν λόγω Δήμο τις από 15/10/2001 και 24/10/2001 έγγραφες συμφωνίες, που συνήφθησαν ανάμεσα στον Δήμο και τους μηνυτές Ψ2 και Ψ3 (η πρώτη από τις συμφωνίες αυτές) και τον μηνυτή Ψ1 (η δεύτερη συμφωνία), καθιστώντας έτσι δυνατό οι μηνυτές να παραδώσουν στον Δήμο Άνω Λιοσίων τα περιγραφόμενα παραπάνω ακίνητα τους, να εγκατασταθούν σε διαμερίσματα που δεν επρόκειτο να μεταβιβαστούν σ' αυτούς από τον Ο.Ε.Κ. και να παραιτηθούν, μεταξύ άλλων, από το δικαίωμα τους να λάβουν αποζημίωση την οποία εδικαιούντο από την πράξη εφαρμογής του ΒΙΟ.ΠΑ., καθώς και από κάθε αξίωση, απαίτηση έναντι του Δήμου Άνω Λιοσίων, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι λαμβάνοντας τα πιο πάνω διαμερίσματα στην κατοχή τους, έχουν αποζημιωθεί και ικανοποιηθεί πλήρως. Είναι δε πλέον ή βέβαιον ότι, χωρίς την υπογραφή του δευτέρου κατηγορουμένου στα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, οι μηνυτές δεν θα είχαν αποδεχθεί τις διαβεβαιώσεις του πρώτου κατηγορουμένου και δεν θα είχαν ενεργήσει κατά τον τρόπο που ενήργησαν. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται κατά τρόπο που, ουδεμία αμφιβόλου επιδέχεται, από τις ανακριτικές καταθέσεις των μηνυτών. Ειδικότερα ο μηνυτής - πολιτικώς ενάγων Ψ2 στην από 31-5-2006 ανακριτική του κατάθεση επιβεβαιώνει χαρακτηριστικά ότι "... πριν τους σεισμούς από το Δήμο μας είχαν ρωτήσει αν θέλουμε χρήματα ή να μεταβούμε σε άλλο ακίνητο με τα ίδια τετραγωνικά και συγκεκριμένα σε μονοκατοικία .Και αυτό γιατί εκεί επρόκειτο να γίνει πάρκο. Εμείς είχαμε ζητήσει να πάμε σε μονοκατοικία. Μετά το σεισμό του 1999 ο Δήμαρχος μας είπε προφορικά, σε εμένα, τη σύζυγο μου και τον πεθερό μου Ψ1, ότι μπορούσε να μας παραχωρήσει δύο διαμερίσματα σε εμένα και τη σύζυγο μου και δύο διαμερίσματα στον πεθερό μου, από ότι μας είπε ο Δήμαρχος η έκταση στην οποία είχαν κατασκευαστεί οι κατοικίες του ΟΕΚ ήταν ιδιοκτησίας του Δήμου. Σε αντάλλαγμα ο ΟΕΚ, από ότι μας διαβεβαίωσε ο Δήμαρχος, έδωσε πενήντα από τα διαμερίσματα που κατασκευάστηκαν στον Δήμο Άνω Λιοσίων. Επομένως σύμφωνα με όσα μας είπε ο Δήμαρχος τα διαμερίσματα αυτά που θα παίρναμε αποτελούσαν ιδιοκτησία του Δήμου. Αυτό όμως δεν ήταν αληθές διότι ο Δήμος δεν έχει αποκτήσει ούτε μέχρι σήμερα την κυριότητα των διαμερισμάτων αυτών .Επίσης ο δήμαρχος μας είπε ότι υπήρχε σύμβαση μεταξύ του ΟΕΚ και του Δήμου Άνω Λιοσίων, για παραχώρηση των συγκεκριμένων κατοικιών από τον πρώτο, στον δεύτερο. Όπως όμως μας διαβεβαίωσε προφορικώς και εγγράφως ο ΟΕΚ τέτοια σύμβαση μεταξύ του ΟΕΚ και του Δήμου άνω Λιοσίων δεν υφίσταται, οι δε εργατικές κατοικίες ορίστηκε να παραχωρηθούν σε πλημμυροπαθείς δικαιούχους του ΟΕΚ. Εμείς με τις διαβεβαιώσεις αυτές του Δημάρχου πειστήκαμε και φύγαμε από το προηγούμενο σπίτι μας. Σήμερα μένουμε στα διαμερίσματα αυτά που όλως περιέργως μας έχουν παραχωρηθεί από τον ΟΕΚ και υπάρχει και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. Ωστόσο μέχρι σήμερα έχουμε τη χρήση μόνο των διαμερισμάτων και δεν έχουμε καταστεί κύριοι αυτών των ιδιοκτησιών. Δεν μπορώ να προσδιορίσω την αξία του προηγούμενου ακινήτου μας από το οποίο φύγαμε, ούτε την αξία των διαμερισμάτων που μένουμε τώρα. Θεωρώ ότι η αξία αυτή σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ . Αν γνωρίζαμε την κατάσταση αυτή, δηλαδή ότι θα είμαστε μέχρι σήμερα μετέωροι, δεν θα δεχόμασταν να φύγουμε από την παλιά μας κατοικία. Η παλιά μας "κατοικία, και η δικιά μου και του πεθερού μου, έχει κατεδαφιστεί, προκειμένου να γίνει το πάρκο. Υπάρχουν άνθρωποι στην περιοχή που πρόκειται να υλοποιηθεί το πάρκο, που παρέμειναν στις παλιές τους κατοικίες και δεν δέχθηκαν να φύγουν. Αυτές οι κατοικίες δεν κατεδαφίστηκαν... " (Βλέπ. την από 31-5-2006 ανακριτική κατάθεση Ψ2). Επίσης ο μηνυτής - πολιτικώς ενάγων Ψ1 στην από 31-5-2006 ανακριτική του κατάθεση επιβεβαιώνει χαρακτηριστικά ότι "... ο Δήμαρχος μας είπε ψέματα ως προς την ύπαρξη συμφωνίας του Δήμου με τον ΟΕΚ. Ενώ ειδικότερα μας είπε ότι ο Δήμος είχε πάρει από τον ΟΕΚ κάποιες εργατικές κατοικίες και συγκεκριμένα 35 σπίτια αυτό δεν ήταν αληθές. Δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία μεταξύ ΟΕΚ και Δήμου Άνω Λιοσίων. Εμείς αν γνωρίζαμε αυτό δεν θα υπογράφαμε το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν θα δεχόμασταν να εγκαταλείψουμε τις παλιές μας ιδιοκτησίες. Στα καινούρια διαμερίσματα μας παραχωρήθηκε μόνο η χρήση και δεν έχουμε αποκτήσει κυριότητα. Την πραγματικότητα την γνώριζε και ο αντιδήμαρχος που υπέγραψε το ιδιωτικό συμφωνητικό. Είμαι 81 ετών και ουσιαστικά έχω μόνο τη χρήση ενός ακινήτου. Το ίδιο έπαθε και η κόρη μου με τον γαμπρό μου. Το παλιό μου ακίνητο άξιζε 125.000 ευρώ Το παλιό μου σπίτι γκρεμίστηκε και από εκείνο το σημείο υπάρχει διασταύρωση δρόμου που εντάσσεται στο βιομηχανικό πάρκο. Και το δικό μου και το ακίνητο του γαμπρού μου κατεδαφίστηκε. Κάποιοι άλλοι ιδιοκτήτες της περιοχής δεν δέχθηκαν να φύγουν και σήμερα παραμένουν στις κατοικίες τους. Ενώ πρώτα ο Δήμος τους πίεζε να φύγουν, τώρα δεν τους πιέζει πια. Το παλιό ακίνητο της κόρης μου και του γαμπρού μου άξιζε γύρω στις 230.000 ευρώ ...." (Βλέπ. την από 31-5-2006 ανακριτική κατάθεση Ψ1)".
Με βάση όμως τις παραπάνω παραδοχές ανακύπτει ζήτημα έλλειψης της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών κατά την έκθεση των γεγονότων, για τους ίδιους δε λόγους ανακύπτει ζήτημα εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συγκεκριμένα του άρθρου 386 § § 1 και 3β' Π.Κ., αφού είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί του αν ορθά εφαρμόσθηκε η παραπάνω διάταξη και έτσι το βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα υπάρχει αντίφαση αναφορικά με την βλάβη της περιουσίας των φερομένων ως παθόντων, σε σχέση με το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Έτσι ενώ γίνεται δεκτό ότι τα δύο ακίνητα των παθόντων δεν μεταβιβάσθηκαν, συνεπεία των απατηλών ενεργειών του αναιρεσείοντα, κατά κυριότητα στον Δήμο, αλλά μόνον ως προς τη κατοχή και ότι οι παθόντες διατηρούν την κυριότητα αυτών, εντελώς αντιφατικά γίνεται δεκτό ότι η περιουσιακή βλάβη ανέρχεται στη συνολική αξία των ακινήτων και με τον τρόπο αυτό η κατηγορία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα.
Περαιτέρω ενώ γίνεται δεκτό ότι στα πλαίσια της συμφωνίας οι παθόντες παρέδωσαν την κατοχή δύο οικοδομών που είχαν υποστεί σοβαρές ζημίες από τον σεισμό και είχαν χαρακτηριστεί ως κατεδαφιστέες και έλαβαν ως αντάλλαγμα, με την φροντίδα του κατηγορουμένου Δημάρχου, τέσσερα (4) καινουργή διαμερίσματα τα οποία εδώ και μία οκταετία περίπου χρησιμοποιούν ανενόχλητοι από οιονδήποτε, δεν γίνεται στο βούλευμα οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με το ποιο συνολικά ποσό ωφελήθηκαν οι παθόντες από την μέχρι τώρα χρήση των διαμερισμάτων αυτών, ώστε κατά το ποσό αυτό να μειωθεί η περιουσιακή βλάβη που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν εκ της μεταβιβάσεως μόνο της κατοχής των ακινήτων τους στον Δήμο. Περαιτέρω ως στοιχείο της απατηλής συμπεριφοράς, με την οποία σύμφωνα με το βούλευμα, επιδιώχθηκε η επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους στον Δήμο Άνω Λιοσίων, φέρεται να αποτελεί ότι οι παθόντες πείσθηκαν να παραιτηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης της ιδιοκτησίας τους από τη πράξη εφαρμογής του Βιοτεχνικού Πάρκου, δεν γίνεται όμως οποιαδήποτε αναφορά στο βούλευμα σε τί ποσό ανέρχεται αυτή η αποζημίωση και ποιος φορέας ήταν υπόχρεος για την καταβολή του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι κατ' αυτόν τον τρόπο ωφελήθηκε ή ήταν δυνατόν να ωφεληθεί παρανόμως ο Δήμος Άνω Λιοσίων.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (περί απάτης) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ. Το αποτέλεσμα δε τούτο πρέπει, ενόψει του ότι οι ως άνω δύο λόγοι αναίρεσης δεν προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, να επισημανθεί και στον φερόμενο ως άμεσο συνεργό του αναιρεσείοντα στην ίδια πράξη Ζ, που δεν άσκησε αναίρεση κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος (άρθρο 469 ΚΠΔ). Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 2.022/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα Χ, ως προς την παραπομπή του ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δηλονότι για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, που φέρεται ότι τέλεσε στα ... στις 15.10.2001 και στις 24.10.2001.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, για νέα κρίση, στο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Και Επεκτείνει το αποτέλεσμα τούτο και ως προς τον κατηγορούμενο, άμεσο συνεργό του αναιρεσείοντος, Ζ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική απάτη. Άμεση συνέργεια σε αυτήν. Αναίρεση βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή του νόμου. Παραπομπή στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών για νέα κρίση. Επέκταση αποτελέσματος και για τον μη ασκήσαντα αναίρεση άμεσο συνεργό κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1750/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 223/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με συγκατηγορούμενους τους: Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1889/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 38/27.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατά τo άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 8/31-10-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ... και επί της οδού ... αρ. ..., κατά του υπ'αριθμόν 223/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο γίνεται δεκτή εν μέρει κατ'ουσίαν η με αριθμό 30/2005 έφεσή του κατά του υπ'αριθμόν 212/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρικάλων, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας να δικαστεί για τα εγκλήματα της τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, και της επιδίωξης τοκογλυφικών ωφελημάτων κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου για την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατ'εξακοκούθηση από κοινού και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένο λόγο και δη την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.). Eίναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι, οι οποίοι, όπως αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως συνίσταται στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το Συμβούλιο για να καταλήξει στη παραπεμπτική του κρίση, προσέτι δε δεν αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι από τα πραγματικά περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του στο ακροατήριο και ειδικότερα δεν προσδιορίζει ποία είναι τα χρηματικά ποσά που δάνεισε στον πολιτικώς ενάγοντα, ποιες επιταγές έλαβε, ποίο το ποσό εκάστης επιταγής και πόσα παρακρατούσε ως τόκο. Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη κυρία ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικής ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για τη πραγμάτωση του εγκλήματος και τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ'έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική εκάστου βαρύτητα. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ιδίου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές (Α.Π. 157/2007 Π.Χ. ΝΖ/2007 σελ. 1003). Για την ύπαρξη της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (Α.Π. 195/2007 ΠΧ ΝΖ/2007 σελ. 1006). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Όποιος σε δικαιοπραξία για παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσης της ή παράταση προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή τη ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει τη πίστωση, συνομολογόντας ή παίρνοντας για τον εαυτόν του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς τη παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή"κατά δε τη παράγραφο 2 εδ. β' "Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος ... επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτήν την απαίτηση" κατά δε τη παραγρ. 3 του ιδίου άρθρου "Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή". Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται και η παραλαβή αξιογράφων, στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη του αναφερομένου σ'αυτά ποσού. Τέλος το άνω αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν τελείται κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Θεωρείται το αδίκημα τετελεσμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής σύμβασης και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως ως οριστικοποιημένο κεφάλαιο. Λαμβανομένου υπόψη ότι είναι έγκλημα διακινδύνευσης της περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο, ως παθόντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων (Α.Π. 622/1999 Π.Χ. Ν/2000 σελ. 228). Στην υπό κρίση υπόθεση, το συμβούλιο Εφετών Λάρισας "από τη συνολική εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας που σχηματίσθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα προσκομισθέντα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων" δέχτηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2001 έως 2.9.2001 ο Χ1 και ήδη αναιρεσείων δάνεισε τον Ψ, ιδιοκτήτη πρατηρίου βενζίνης, προς αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων του, διάφορα χρηματικά ποσά, λαμβάνοντας από αυτό προσωπικές του μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα και στη Τράπεζα Πειραιώς. Από κάθε αναγραφόμενο ποσό από όλο το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση και υπάρχει στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, από κάθε αναγραφόμενο ποσό της επιταγής έδιδε σ' αυτόν τοις μετρητοίς μικρότερο χρηματικό ποσό από το αναγραφόμενο, το υπόλοιπο δε ποσό αντιπροσώπευε τόκους υπερβαίνοντες κατά μεγάλο ποσοστό από το θεμιτό ποσοστό τόκου, που ίσχυε κατά την παραπάνω περίοδο και ήταν από 11-5-2001 έως 30-8-2001, ποσοστό 10,5%, από 31-8-2001 έως 17-9-2001 ποσοστό 10, 25%, από 18-9-2001 έως 8-11-2002 ποσοστό 9, 75%, από 9-11-2002 έως 5-12-2002 ποσοστό 9,25%, από 6-12-2002 έως. 6-3-2003 ποσοστό 8, 75%, από 7-3-2003 έως5-6-2003 ποσοστό 8, 50% και από 6-6-2003 και εντεύθεν ποσοστό 8%. Με τον τρόπο αυτό εξανάγκασε τον εγκαλούντα, να εκδώσει τις- αναφερόμενες στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος υπό στοιχεία 1-144 επιταγές, εισπράττοντας προς όφελος του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου". Στο δε διατακτικό του υπ'αριθμόν 212/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας αναφέρονται με κάθε λεπτομέρεια οι 144 επιταγές που έλαβε προς εξασφάλιση των τοκογλυφικών ωφελημάτων του, ήτοι αναφέρεται ο χρόνος εκδόσεως, το ποσόν για το οποίο εκδόθηκε κάθε μια επιταγή, το ποσό το οποίον έλαβε ο δανειζόμενος και το χρόνο για τον οποίον δανειζόταν τα χρήματα, ενώ ακολούθως αναφέρει και το ποσοστό του τόκου το οποίον συνομολόγησε και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έλαβε το ποσοστό αυτό δηλαδή στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος. Όμως τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αναφέρονται και προσδιορίζονται επαρκώς κατ'είδος ως προς το αδίκημα της τοκογλυφίας για το οποίο ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν "από την συνολική εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας που σχηματίσθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τα προσκομισθέντα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων" από την αναφορά δε αυτή του σκεπτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει και μάλιστα αναμφίβολα ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία. Σημειώνουμε ακόμη ότι το άνω βούλευμα παραπέμπει εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση, όπου εκεί αναφέρονται και προσδιορίζονται επαρκώς τα αποδεικτικά στοιχεία, που ελήφθησαν υπόψη. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία, ως προς το άνω κεφάλαιο, είναι αβάσιμη και πρέπει ν'απορριφθεί. Αβασίμως επίσης παραπονείται ως προς τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της τοκογλυφίας, κατά τ'ανωτέρω.
Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρ. 13 στ, 98, 404 § § 1,2β, 3 ΠΚ με τις οποίες κατηγορήθηκε και παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και καμία αντίφαση ή ασάφεια δεν παρατηρείται στο σκεπτικό ή το διατακτικό. Κατ'ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω:
(Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 8/31-10-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...,κατά του υπ'αρ. 223/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρ. 404 § 2α Π.Κ. (ως αντικ. δι' αρ. 14 § 8α Ν. 2721/99 "Με τις ίδιες ποινές (δηλ. με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή) τιμωρείται και όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση σ' αυτόν συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτους περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά τον νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου", κατά δε την παράγραφο 3: αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα (ή κατά συνήθεια) τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή. Το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων - όπως είναι και η λήψη από τον δράστη, αξιόγραφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους. Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ! επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη της δι' αυτήν μεταξύ των αξιολογήσεως, καθόσον, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσετε και n κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με τον προσβαλλόμενο 223/2008 βούλευμά του που εξέδωσε με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρονται κατά το είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, και δι'αυτής στις σκέψεις του 212/2005 πρωτόδικου βουλεύματος και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O εγκαλών Ψ ήταν ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων στην περιοχή ... του Δήμου ... και κατά το χρονικό διάστημα από 3-6-2001 μέχρι 2-9-2003 αναγκάσθηκε να δανείζεται διάφορα χρηματικά ποσά από τον εκκαλούντα Ψ1, για την κάλυψη δε των ποσών αυτών εξέδιδε ο ίδιος (εγκαλών) προσωπικές του επιταγές μεταχρονολογημένες, πληρωτέες στις τράπεζες Εθνική και Πειραιώς. Με βάση την μεταξύ των δύο προσώπων ειδικότερη συμφωνία ο εγκαλών δέχθηκε να λαμβάνει αμέσως με την παράδοση της επιταγής ένα μικρό ποσοστό χρημάτων από το αναγραφόμενο σε κάθε επιταγή, το οποίο αντιστοιχούσε στο 40% περίπου του αναγραφομένου ποσού, ενώ το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχούσε σε τόκους που υπερέβαιναν κατά μεγάλο ποσοστό από το θεμιτό ποσοστό τόκου, που ίσχυε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και κυμαινόταν ανάλογα από 11-5-01 μέχρι 30-8-01 σε 10,5%, από 31-8-01 μέχρι 17-9-01 σε 10,25%, από 18-9-01 μέχρι 8-11-02 σε 9,75%, από 9-11-02 μέχρι 5-12-02 σε 9,25%, από 6-12-02 μέχρι 6-3-03 σε 8,75%, από 7-3-03 μέχρι 5-6-03 σε 8,50% και από 6-6-03 μέχρι 2-9-03 σε ποσοστό 8%. Με βάση τη συμφωνία αυτή ο εκκαλών εξανάγκασε τον εγκαλούντα να εκδώσει τις αναγραφόμενες στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, αντίστοιχες (147) επιταγές υπό στοιχεία 1-144, όπου αναφέρονται αναλυτικά ο χρόνος έκδοσης και το ποσό για το οποίο εκδόθηκε κάθε μία επιταγή, το ποσό που έλαβε ο δανειζόμενος και ο χρόνος για τον οποίο δανειζόταν τα χρήματα, το ποσοστό του τόκου και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έλαβε το ποσοστό αυτό, με τον τρόπο δε αυτό ο εκκαλών πέτυχε τη δημιουργία δικαιώματος είσπραξης περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Στη συνέχεια κατά το μήνα Νοέμβριο του 2003 και εξ αιτίας του ότι ο εγκαλών αδυνατούσε πλέον να εξοφλήσει τα ποσά των επιταγών που είχε παραδώσει στον εκκαλούντα, ο τελευταίος υπέβαλε σχετική αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμό 15/2004 Διαταγής Πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε ο εγκαλών να του καταβάλει το ποσό των 165.764,20 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο δεν αντιπροσώπευε πραγματική οφειλή, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος σε τοκογλυφικά ωφελήματα, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, βασίσθηκε δε η έκδοση της διαταγής αυτής δε οκτώ συνολικά επιταγές με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... επιταγές, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στο εκκαλούμενο βούλευμα. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος - εκκαλών, αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδίδονται και ισχυρίσθηκε ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν δεν αντιπροσώπευαν μέρος τοκογλυφικών ωφελημάτων αλλά πραγματική οφειλή για χρήματα που πραγματικά έλαβε ο εγκαλών. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι το έτος 2001 δάνεισε στον εγκαλούντα 45.000.000 δραχμές, δηλαδή 135.000 ευρώ περίπου και το φθινόπωρο του 2002 του δάνεισε επίσης 45.000 ευρώ, ποσά για τα οποία έλαβε αντίστοιχες επιταγές, πλην όμως όταν το έτος 2003 προέβη σε εκκαθάριση του μεταξύ των λογαριασμού, συμφώνησαν και έλαβε μία επιταγή 144.000 ευρώ από τον εκκαλούντα, αφού επέστρεψε σ'αυτόν όλες τις επιταγές που είχε στα χέρια του, με βάση δε την επιταγή αυτή, καθώς και άλλες επτά επιταγές πολύ μικροτέρων ποσών, εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι δυνατό να ευσταθήσουν και αναιρούνται, αφ'ενός μεν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις του εγκαλούντος και της συζύγου του, οι οποίοι αναφέρουν για τα επί μέρους ποσοστά τόκου και τις συνθήκες διακίνησης των προαναφερθέντων επιταγών, αφ'ετέρου δε από το γεγονός ότι το ανωτέρω ποσό της διαταγής πληρωμής δεν καλύπτει ούτε το κεφάλαιο που ισχυρίζεται ο εκκαλών ότι δάνεισε στον εγκαλούντα. Επίσης από τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι ανωτέρω πράξεις και λαμβανομένου υπ' όψη του μεγάλου αριθμού επιταγών που διακινήθηκαν με εξαιρετικά υπέρμετρα ποσοστά τόκου και για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθίσταται εμφανές ότι ο εκκαλών ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτού προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του ως άνω πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του αρ. 404 §§ 2α και 3 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επιπλέον στοιχεία αφού για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος της τοκογλυφίας αρκούσαν οι στο σκεπτικό της ενσωματωμένης στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο και αναφέρεται η ενσωματωμένη στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αναφερόμενες αναλυτικά παραδοχές ως προς τον χρόνο έκδοσης και το ποσό για το οποίο εκδόθηκε κάθε μία από τις 147 επιταγές, το ποσό που έλαβε ο δανειζόμενος εγκαλών σε κάθε μία από αυτές και ο χρόνος για τον οποίο δανειζόταν τα χρήματα επίσης σε κάθε μία από αυτές (με την αναφορά της ημερομηνίας λήξεως κάθε επιταγής), στοιχεία από τα οποία προκύπτει το ποσό στο οποίο ενσωματώνονταν οι συνομολογηθέντες παράνομοι τόκοι. Επί πλέον αιτιολογείται πλήρως και η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης που προσδίδει σ'αυτή τον κακουργηματική της χαρακτήρα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, με το σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσης, αρκούσε η αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα. Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. ε' πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/10/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 223/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση. Ποια τα απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Ηθική αυτουργία σε' αυτήν. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Τοκογλυφία.
| 0
|
Αριθμός 1.747/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της με αριθμό 551/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Απριλίου 2008 και 21 Απριλίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 784/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 514 εδάφ. γ' του ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν είχε προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την υπ' αριθ. 551/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο του Εφετείου Αθηνών την 2.4.2008, ο αναιρεσείων άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του την 9.4.2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθ. 31/9.4.2008 αίτηση αναιρέσεως και ακολούθως δια του ίδιου πληρεξούσιου δικηγόρου του άσκησε την 22.4.2008, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθ. 473 παρ. 2 του ΚΠΔ), δεύτερη αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά της ίδιας ως άνω καταδικαστικής σε βάρος της αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησή της (αρνητική υπέρβαση). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περισταστικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο ήδη αναιρεσείων Χ1 καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο ανωτέρω άσκησε τις από 23.1.2007 και από 21.3.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2104/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία σχετικά με τον και αναιρεσείοντα διέλαβε στο σκεπτικό της τα εξής: "Το Πενταμελές Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του σχετικά με τις επί μέρους κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας που αναφέρονται πιο πάνω, τις οποίες καταδικάστηκε ότι τέλεσε ο αναιρεσείων Χ1 από κοινού με τον αναιρεσείοντα Χ3 και τον συγκατηγορούμενό τους κατά την πρωτοβάθμια δίκη Χ2, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εμπεριέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση στην κακουργηματική αυτής μορφή για την τέλεση της οποίας αυτοί καταδικάστηκαν. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει ποιών υπολογισμών το σύνολο της σκοπούμενης βλάβης υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, δεδομένου μάλιστα ότι στο μεν σκεπτικό δεν γίνεται ουδεμία αναφορά περί του τρόπου υπολογισμού του ποσού της σκοπούμενης βλάβης, στο δε διατακτικό της προσβαλλομένης αναφέρονται οι πιο πάνω μνημονευόμενες πλαστές επιταγές με τα αντίστοιχα ποσά για τα οποία αυτές εκδόθηκαν, τα οποία όμως άλλα είναι σε λίρες Αγγλίας και άλλα ποσά σε δολλάρια, χωρίς να προσδιορίζεται η ισοτιμία των νομισμάτων αυτών σε ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ τα σε ευρώ αναγραφόμενα ποσά ανέρχονται συνολικά μόνο σε 7.000. Κατ' αυτόν τον τρόπο δεν δύναται να διακριβωθεί αν τα αναγραφόμενα ποσά στις πλαστές επιταγές, τα οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης αποτελούσαν το όφελος των κατηγορουμένων και την αντίστοιχη ζημία τρίτων, υπερέβαιναν το όριο των 15.000 ευρώ, έτσι ώστε με τη συνδρομή και της γενόμενης δεκτής προϋποθέσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, να κριθεί αν οι κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Χ1 χαρακτηρίζονται ως κακούργημα ή πλημμέλημα. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης του Χ1, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος". Κατόπιν τούτου η προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση αναιρέθηκε κατά το ανωτέρω μέρος ως προς τον Χ1 και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Μετά ταύτα εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία στο πραγματικό μέρος του σκεπτικού της διέλαβε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1981/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, κρίθηκαν ένοχοι οι Χ2 και Χ3 για κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία, μεταξύ άλλων, και τραπεζικών επιταγών και μιας αστυνομικής ταυτότητας (κατ" επάγγελμα και κατά συνήθεια με αντικείμενο άνω των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 €) μετά χρήσεως, ο Χ1 μόνο για την κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία των επιταγών και της αστυνομικής ταυτότητας, ενώ ο Χ4 για άμεση συνεργεία στην εν λόγω πλαστογραφία. Τους επιβλήθηκαν δε ποινές καθείρξεως 9, 9, 7 ετών και φυλακίσεως 3 ετών αντιστοίχως. Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν έφεση οι Χ3, Χ4 και Χ1 (και ο ΑΑ, ο οποίος επίσης είχε καταδικασθεί, αλλά δεν είναι πλέον διάδικος και δεν τον αφορά η παρούσα δίκη). Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2847/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία οι εκκαλούντες κρίθηκαν και πάλι ένοχοι για τις ίδιες πράξεις και καταδικάσθηκαν ο Χ3 σε κάθειρξη 7 ετών, ο Χ4 σε φυλάκιση 2 1/5 ετών και ο Χ1 σε κάθειρξη 5 ετών, ενώ ο Χ2 δεν άσκησε έφεση και, ως προς αυτόν, η πρωτόδικη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν με αναίρεση οι Χ3 και Χ1. Επί της αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ" αριθ. 2104/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία: α) Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ3, απορρίφθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του και ως προς την καταδικαστική της κρίση ως προς τις αποδιδόμενες σ' αυτόν επί μέρους κατ' εξακολούθηση κακουργηματικές πράξεις πλαστο-γραφίας που τέλεσε αυτός από κοινού με τον Χ2, καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, β) Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1, ο οποίος καταδικάστηκε και για κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε από κοινού με τον αναιρεσείοντα Χ3 και τον κατά την πρωτοβάθμια δίκη συγκατηγορούμενό τους Χ2, η οποία αφορά τραπεζικές επιταγές και ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, έγινε δεκτή η αναίρεση, όχι για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις πράξεις, αλλά για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκε και δη γιατί δεν προσδιοριζόταν με βάση ποιους υπολογισμούς το σύνολο της σκοπούμενης βλάβης υπερέβαινε το ποσό των 15.000 €, δεδομένου ότι αναφέρονταν μεν οι πλαστές επιταγές με τα αντίστοιχα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν, τα οποία όμως άλλα ήταν σε λίρες Αγγλίας και άλλα σε δολάρια, χωρίς να προσδιορίζεται η ισοτιμία των νομισμάτων σε ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ τα σε ευρώ αναγραφόμενα ποσά ανέρχονταν συνολικά μόνο σε 7.000 και, έτσι, δεν μπορούσε να διακριβωθεί αν τα αναγραφόμενα ποσά στις πλαστές επιταγές υπερέβαιναν το όριο των 15.000 €, ώστε, με τη συνδρομή της γενομένης δεκτής προϋποθέσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως (ως προς την κρίση επί της οποίας δεν αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση), να κριθεί αν οι κατ' εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ1, χαρακτηρίζονται ως κακούργημα ή πλημμέλημα, γ) Ως προς τον αναιρεσείοντα Χ3, αναιρέθηκε η απόφαση μόνο ως προς την περί ποινής διάταξη, γιατί ο προσδιορισμός του ύψους του οφέλους και της ζημίας που προκύπτει από τις ως άνω πλαστογραφίες επιταγών επιδρά στο ύψος της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί, ασχέτως αν η προαναφερόμενη ελλιπής αιτιολογία δεν ασκεί επιρροή στον κακουργηματικό χαρακτήρα των πλαστογραφιών κατ' εξακολούθηση για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού το περιουσιακό όφελος αυτού, με βλάβη τρίτων, συναθροιζόμενο με τις υπόλοιπες επί μέρους πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των 15.000 €. Και δ) για τον ίδιο λόγο, αναιρέθηκε η απόφαση μόνο ως προς την περί ποινής διάταξη όσον αφορά τους συναυτουργό των ανωτέρω Χ2 και άμεσο συνεργό αυτών Χ4, που δεν άσκησαν αναίρεση, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ.
Συγκεκριμένα, οι πράξεις της πλαστογραφίας για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Χ1 συνίστανται στο ότι αυτός, 1) από κοινού με τον Χ3, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2002 μέχρι 24.1.2003, κατάρτισε εξαρχής α) πέντε τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίας εκδόσεως 10.12.2002, 17.12.2002, 20.12.2002, 26.12.2002 και 26.12.2002 (από φανερή παραδρομή, ως προς τις δυο τελευταίες, αναγράφεται ως ημερομηνία εκδόσεως η 26.12.2003) και ποσά 1.000, 400, 250, 300 και 250 λίρες Αγγλίας αντιστοίχως, β) δύο τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες εκδόσεως 7.1.2002 και 18.12.2002 και ποσά 2.000 δολάρια στην καθεμιά, γ) δύο τραπεζικές επιταγές με χρόνο εκδόσεως στη μια την 10.2.2003 και ποσό 1.850 δολάρια, ενώ στην άλλη δεν συμπλήρωσε τα στοιχεία αυτά και δ) δεκαπέντε συνολικά τραπεζικές επιταγές, στις τρεις από τις οποίες συμπλήρωσε το ποσό των 3.000, 2.000 και 2.000 ευρώ αντιστοίχους, όπως όλες οι επιταγές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό και 2) από κοινού με τον Χ3 και τον Χ2 νόθευσε την αστυνομική ταυτότητα που, επίσης, περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τις εν λόγω πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, προέβη δε σ' αυτές για να αποκομίσει όφελος το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 €) με βλάβη των τρίτων, στους οποίους θα μεταβίβαζε τις επιταγές, χρησιμοποιώντας και τη νοθευμένη ταυτότητα.
Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, με βάση τα όρια που έχουν τεθεί με την αναιρετική απόφαση, έχει εξουσία να ερευνήσει μόνο την ισοτιμία της λίρας Αγγλίας και του δολαρίου προς το ευρώ κατά τις ως άνω ημερομηνίες που φέρουν οι πλαστές επιταγές ως χρόνο εκδόσεως τους, κατά τους χρόνους, δηλαδή, που φέρονται ότι τελέστηκαν οι μερικότερες πράξεις της ένδικης πλαστογραφίας και, με βάση την ισοτιμία αυτή, να κρίνει αν το συνολικό ποσό των επιταγών υπερβαίνει ή όχι το ποσό των 15.000 € και αν, επομένως, η πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Χ1, φέρει κακουργηματικό ή πλημμεληματικό χαρακτήρα και, στη δεύτερη περίπτωση, να προβεί σε σχετική μείωση των ποινών που επιβλήθηκαν σ' αυτόν και στους λοιπούς ως άνω συγκατηγορουμένους του Χ3, Χ4 και Χ2. Δεν έχει, όμως, εξουσία να ερευνήσει από την αρχή την υπόθεση, αφού η σχετική κρίση της υπ' αριθ. 2847/2006 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αμετάκλητη, και ο σχετικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 και το συνυφασμένο με αυτόν αίτημα του πρώτου να κληθεί ο ΒΒ για να καταθέσει ως μάρτυρας επί της ουσίας της υποθέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Δεν έχει, ακόμη, εξουσία να χορηγήσει στους παρόντες κατηγορουμένους ελαφρυντικά που δεν τους είχαν χορηγηθεί με την ως άνω απόφαση, αφού και ως προς το ζήτημα αυτό η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, και το αίτημα τους να τους χορηγηθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ είναι αβάσιμο και απορριπτέο. Σημειώνεται ότι, ως εκ περισσού, εξετάστηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας που είχαν κλητευθεί και προσήλθαν και αναγνώστηκαν τα έγγραφα της δικογραφίας, χωρίς από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία να συνάγεται κάτι ως προς το κρίσιμο σημείο της υποθέσεως που ερευνάται.
Περαιτέρω, από τα Δελτία Τιμών Συναλλάγματος και Ξένων Τραπεζογραμματίων έναντι ΕΥΡΩ της Τράπεζας της Ελλάδος του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2002 μέχρι Ιανουάριο 2003, που προσκομίστηκαν με μέριμνα της Εισαγγελικής Αρχής και αναγνώστηκαν, αποδεικνύεται ότι: 1) Κατά μήνα Δεκέμβριο 2002 ένα ευρώ ήταν ισότιμο με 0,64800 της λίρας Αγγλίας και 2) ένα ευρώ ήταν ισότιμο κατά μήνα Ιανουάριο 2002 με 0,8642 του δολλαρίου, κατά μήνα Δεκέμβριο 2002 με 1,0376 δολάρια και κατά μήνα Φεβρουάριο 2003 με 1,0748 δολάρια, ως τιμής ισοτιμίας λαμβανομένης της μέσης τιμής. Επομένως, τα αναγραφόμενα στις ένδικες πλαστές επιταγές ποσά σε ξένο νόμισμα αντιστοιχούν: Οι 2.200 λίρες Αγγλίας των πέντε επιταγών που εκδόθηκαν κατά μήνα Δεκέμβριο 2002 (1.000 στις 10.12, 400 στις 17.12, 250 στις 20.12, 300 στις 26.12 και 250 στις 26.12) σε [(1.000:0,64.800 =) 1543,21 Ευρώ + (400:0,64.800 =) 617,28 Ευρώ + (250:0,64.800 =) 385.80 Ευρώ + (300:0,64.800 =) 462,96 Ευρώ + (250:0,64.800 =) 385.80 Ευρώ =] 3.395,05 Ευρώ, τα 2.000 δολάρια της επιταγής που εκδόθηκε στις 7.1.2002 σε (2.000:0,8642 =) 2314,28 Ευρώ, τα 2.000 δολάρια της επιταγής που εκδόθηκε στις 18.12.2002 σε (2.000:1,0376 =) 1.927,53 Ευρώ και τα 1.850 δολάρια της επιταγής που εκδόθηκε στις 10.2.2003 σε (1.850:1,0748 =) 1721,25 Ευρώ. Το συνολικό, λοιπόν, όφελος του κατηγορουμένου Χ1 και η συνολική ζημία που προκύπτει από τις ανωτέρω επιταγές ανέρχεται σε 9.358,11 (3.395,05+2.314,28+1.927,53+1.721,25) Ευρώ, που στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί ποσό 7.000 Ευρώ που αντιστοιχεί στις τρεις επιταγές που, κατά τα ανωτέρω, έχουν εκδοθεί στο νόμισμα αυτό, και, έτσι το συνολικό ποσό όλων των πλαστών επιταγών φθάνει τα 16.358,11 (9.358,11+7.000) Ευρώ. Κατά συνέπειαν, η αποδιδομένη στον ανωτέρω κατηγορούμενο εξακολουθητική πλαστογραφία φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα (όφελος αυτού με βλάβη τρίτων άνω των 15.000 €, συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων της τέλεσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ως προς την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει αμετάκλητη κρίση), για την οποία και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, όπως κρίθηκε και με την ως άνω 2.847/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση μετά την αναιρετική υπ' αριθ. 2104/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ορθά δεν ερεύνησε εξ υπαρχής την υπόθεση ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα, αλλά περιορίστηκε μόνο στον προσδιορισμό του ύψους του οφέλους και της αντίστοιχης βλάβης, προκειμένου να κριθεί αν η πράξη για την οποία αυτός είχε καταδικαστεί με την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 2847/2006 απόφαση του ίδιου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είχε χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος, δεδομένου ότι μόνο κατά το μέρος αυτό αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να μην ερευνήσει εξ υπαρχής την υπόθεση αλλά μόνο κατά το ως άνω μέρος, δεν υπερέβη την εξουσία του και γιαυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους του οφέλους και της ζημίας και την εξεύρεση των ισοτιμιών των ξένων νομισμάτων, τα οποία ήταν λίρες Αγγλίες και δολλάρια ΗΠΑ. Συγκεκριμένα για τις πλαστές επιταγές σε λίρες Αγγλίας που εκδόθηκαν εντός του Δεκεμβρίου του έτους 2002, λήφθηκε υπόψη η μέση τιμή ισοτιμίας του μηνός αυτού, ενώ για τις πλαστές επιταγές που εκδόθηκαν σε δολλάρια ΗΠΑ κατά τους μήνες Ιανουάριο 2002, Δεκέμβριο 2002 και Φεβρουάριο 2003, λήφθηκε υπόψη η μέση τιμή ισοτιμίας των μηνών αυτών, όπως οι ανωτέρω ισοτιμίες με το ευρώ προέκυπταν από τα αναγνωσθέντα δελτία τιμών συναλλάγματος και ξένων τραπεζογραμματίων έναντι ευρώ της Τράπεζας της Ελλάδος για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 9.4.2008 και από 22.4.2008 αιτήσεις του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 551/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως επιτρέπεται αν δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, για το λόγο ότι αναφέρεται στην απόφαση το ύψος του οφέλους και της ζημίας σε αλλοδαπό νόμισμα, χωρίς να προσδιορίζεται η ισοτιμία αυτού με το ευρώ, προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται για κακούργημα ή πλημμέλημα. Ορθά το δικαστήριο της παραπομπής δεν εξέτασε εξαρχής την υπόθεση αλλά ερεύνησε μόνο την ισοτιμία των νομισμάτων και προσδιόρισε αιτιολογημένα το ύψος του οφέλους και της ζημίας σε ποσό ανώτερο των 15.000 ευρώ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Παραπομπής Δικαστήριο.
| 0
|
Αριθμός 1745/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.
Το Συμβούλιο Εφετών Καλαμάτας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.2.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 271/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 81/6.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ..., από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησιν αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 3/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αριθμ. 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαμάτας και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον διά να δικασθή διά α) αποπλάνησιν κατ'εξακολούθησιν παιδίσκης, συμπληρωσάσης τα δέκα όχι όμως και τα δεκατρία έτη (άρθρον 339 παρ. 1 στοιχ. β Π.Κ.) και β) κατάχρησιν ανηλίκου εις ασέλγειαν (άρθρ. 342 παρ. 1 Π.Κ. ως ίσχυε προ της αντικαταταστάσεώς του δι'άρθρου 24 ν. 3500/2006). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.
ΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών (άρθρα 309 παρ. 2 και 485 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Π.Δ.) είναι προεχόντως απαράδεκτον καθότι αόριστον, αφού δεν αναφέρονται εις αυτό έστω και συνοπτικώς τα ζητήματα διά τα οποία προτίθεται να παράσχη διευκρινίσεις (Α.Π. 1762/2006 Π Λογ 2006 σελ. 1882 κ.ά.). Κατά πάσαν δε περίπτωσιν είναι αβάσιμον, αφού ο αναιρεσείων διά του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει και αναλύει διεξοδικώς τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκη η αυτοπρόσωπος εμφάνισίς του εις το Συμβούλιον διά περαιτέρω διευκρίνισιν αυτών (Α.Π. 1574/2007, Π Λογ 2007 σελ. 1119, 1762/2006 ενθ'ανωτ.).
ΙΙΙ. Θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και εις τους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου ως είναι η παραγραφή.
Συνεπώς εφ'όσον ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος εμπίπτει εντός χρονικού διαστήματος, που δεν εξειδικεύεται, αι αμφιβολίαι ως προς τον ακριβή χρόνον τελέσεως του εγκλήματος, που επιδρά εις τον χαρακτηρισμόν αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και επομένως εις την παραγραφήν, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου, συμφώνως προς την αρχήν in dubio pro reo και θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον τούτο αποτελεί πλημμέλημα και το αξιόποινον έχει υποκύψει εις την παραγραφήν (Α.Π. 1264/2005 Πραξ Λογ ΠΔ 2005 σελ. 407, Χωραφά Ποιν.Δικ. έκδ. 9η, τόμ. α' σελ. 435).
ΙV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το αναιρεσιβληθέν βούλευμα απέρριψε την έφεσιν του κατηγορουμένου και επεκύρωσε το πρωτόδικον βούλευμα, που παρέπεμψεν αυτόν εις το ακροατήριον, διά να δικασθή διά το κακούργημα της αποπλανήσεως κατ'εξακολούθησιν παιδίσκης συμπληρωσάσης το 10ον όχι όμως και το 13ον έτος της ηλικίας της. Κατά το διατακτικόν του πρωτοδίκου βουλεύματος ο κατηγορούμενος παρεπέμφθη διά να δικασθή, ότι εις την ... το θέρος του έτους 2003, διά πλειόνων πράξεων συνιστωσών εξακολούθησιν ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησεν ασελγείς πράξεις με πρόσωπον που είχε συμπληρώσει τα δέκα, όχι όμως και τα δεκατρία έτη. Συγκεκριμένως δε εις μη εξακριβωθείσας ημερομηνίας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ήλθε δέκα φοράς περίπου εις συνουσίαν μετά της ΑΑ, γεννηθείσης την 15/8/1990, η οποία κατά τον ως άνω χρόνον είχε συμπληρώσει τα δέκα όχι όμως και τα δεκατρία έτη της ηλικίας της.
Κατά το εν χρήσει ημερολόγιον η θερινή περίοδος διαρκεί από 22 Ιουνίου έως 21 Σεπτεμβρίου. Εξ άλλου η παθούσα, γεννηθείσα την 15ην Αυγούστου 1990, την 15/8/2003 συνεπλήρωσε το 13ον έτος της ηλικίας της και επομένως από 15 Αυγούστου 2003 και εντεύθεν η αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενον πράξις της αποπλανήσεως παιδίσκης έφερε πλημμεληματικόν χαρακτήρα κατά την διάταξιν του άρθρου 339 παρ. 1 στοιχ. γ' Π.Κ.
Συνεπώς, εφ'όσον η ανωτέρω πράξις φέρεται τελεσθείσα κατ'εξακολούθησιν κατά το θέρος του 2003 και εις μη διακριβωθείσας ημερομηνίας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το Συμβούλιον Εφετών έπρεπε, συμφώνως προς την αρχήν in dubio pro reo, να θεωρήση ότι άπασαι αι μερικώτεραι πράξεις είχον τελεσθή από 15/8/2003 έως 21/9/2003, οπότε λόγω της συμπληρώσεως υπό της παθούσης του 13ου έτους της ηλικίας της, η πράξις της αποπλανήσεως παιδίσκης έφερε πλημμεληματικόν χαρακτήρα και συνακολούθως το αξιόποινον αυτής είχε εξαλειφθή διά της παραγραφής, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεώς της, μη συντρεχούσης περιπτώσεως αναστολής αυτής. Κατ'ακολουθίαν το Συμβούλιον, εφ'όσον διά του προσβαλλομένου βουλεύματός του δεν έπαυσεν οριστικώς την ποινικήν δίωξιν λόγω παραγραφής, αλλά παρέπεμψε τον κατηγορούμενον εις το ακροατήριον διά την πράξιν αυτήν υπερέβη θετικώς την εξουσίαν του (Α.Π. 48/2006 ΠοινΔικ 2006 σελ. 797 κ.ά.). Επίσης το Συμβούλιον υπερέβη θετικώς την εξουσίαν του, διότι παρέπεμψεν επιπροσθέτως τον κατηγορούμενον διά κατάχρησιν ανηλίκου εις ασέλγειαν κατ'εξακολούθησιν, πράξιν φερομένην ως τελεσθείσαν κατά το θέρος του 2003 εις βάρος της αυτής παθούσης. Τούτο δε διότι η πράξις αυτή, προ της αντικαταστάσεως του άρθρου 342 Π.Κ. διά της διατάξεως του άρθρου 24 του ν. 3500/2006, έφερε πλημμεληματικόν χαρακτήρα και ως εκ τούτου το αξιόποινον αυτής, κατά τον χρόνον εκδόσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος, είχεν υποκύψει εις την παραγραφήν λόγω παρόδου πενταετίας από της τελέσεως αυτής, μη συντρεχούσης περιπτώσεως αναστολής της.
Επομένως το προσβαλλόμενον βούλευμα πρέπει να αναιρεθή δι'ύπέρβασιν εξουσίας κατ'άρθρον 484 παρ. 1 στοιχ. στ' Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως που λαμβάνεται υπ'όψιν αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρον 485 παρ. 3 Κ.Π.Δ. και ακολούθως να παύση οριστικώς η ποινική δίωξις λόγω παραγραφής.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να γίνη τυπικώς δεκτή η από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ... .
ΙΙ. Να απορριφθή η από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησις του ανωτέρω αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του υμετέρου Δικαστηρίου.
ΙΙΙ. Να αναιρεθή το προσβαλλόμενον υπ'αριθμ. 3/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.
IV. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξις κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος Χ διά α) αποπλάνησιν κατ'εξακολούθησιν παιδίσκης, συμπληρωσάσης το 13ον έτος της ηλικίας της και β) κατάχρησιν ανηλίκου εις ασέλγειαν, πράξεις που φέρονται ως υπ'αυτού τελεσθείσαι εις ... κατά το από 15 Αυγούστου 2003 έως 21 Σεπτεμβρίου 2003 χρονικόν διάστημα εις βάρος της ΑΑ.
Αθήνα 2 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12.2.2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, η οποία στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 3/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και περιέχει ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα έτη, όχι όμως και τα δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη με φυλάκιση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 342 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 του Ν. 3500/2006, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρούνται, μεταξύ άλλων, και οι δάσκαλοι ή παιδαγωγοί που ενεργούν ασελγή πράξη με τους ανηλίκους μαθητές τους ή με εκείνους που παιδαγωγούν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος της οποίας στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ κατά το άρθρο 113 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Η ανωτέρω παραγραφή, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ και εκείνων των άρθρων 484 παρ. 2, 318 και 310 του ΚΠΔ, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της οφείλει και αυτεπαγγέλτως να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη. Τέλος, θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στον χαρακτηρισμό της ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και επομένως και στην παραγραφή, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και συνεπώς θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η πράξη αποτελεί πλημμέλημα και το αξιόποινο έχει υποκύψει σε παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Καλαμάτας, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 3/2009 βούλευμά του απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, το οποίο παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο για να δικαστεί για κατ' εξακολούθηση αποπλάνηση παιδιού που συμπλήρωσε τα δέκα έτη όχι όμως και τα δεκατρία έτη και για κατ' εξακολούθηση κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια, πράξεις οι οποίες φέρονται ότι τελέστηκαν το θέρος του 200ο3 σε βάρος της ΑΑ, που γεννήθηκε την 15.8.1990. Σύμφωνα με το σε χρήση ημερολόγιο, η θερινή περίοδος (θέρος) αρχίζει την 22 Ιουνίου και λήγει την 21 Σεπτεμβρίου και εφόσον η παθούσα την 15.8.2003 συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, από την χρονολογία αυτή και μετά, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της αποπλανήσεως παιδιού φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 339 παρ. 1 περ. γ' του ΠΚ.
Συνεπώς, αφού η ανωτέρω πράξη φέρεται ότι τελέστηκε το θέρος του 2003 και σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού αυτού διαστήματος, έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή in dubio pro reo, να θεωρήσει ότι όλες οι μερικότερες πράξεις του ως άνω εγκλήματος τελέστηκαν από 15.8.2003 μέχρι 21.9.2003, οπότε λόγω του πλημμεληματικού του χαρακτήρα, το αξιόποινο αυτού είχε εξαλειφθεί με παραγραφή, επειδή παρήλθε πενταετία από της τελέσεώς του, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της παραγραφής. Επομένως, το Συμβούλιο, με το να μην παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη, αλλά να προχωρήσει στην εξέταση της εφέσεως και να την απορρίψει, υπερέβη την εξουσία του. Στην ίδια πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας υπέπεσε το Συμβούλιο και σχετικά με την πράξη της καταχρήσεως σε ασέλγεια, η οποία, όπως αναφέρθηκε, φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα. Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού η αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, όπως προαναφέρθηκε (άρθρο 484 παρ. 2 του ΚΠΔ), πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και ακολούθως να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις λόγω παραγραφής. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου πρέπει να απορριφθεί, γιατί αυτός εκθέτει λεπτομερώς τις απόψεις του τόσο στην αίτηση αναιρέσεως όσο και στο από 9.3.2009 υπόμνημά του, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του για παροχή διευκρινίσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
Αναιρεί το υπ' αριθ. 3/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Καλαμάτας.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Χ, για τις πράξεις α) της αποπλάνησης κατ' εξακολούθηση παιδιού που συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη της ηλικίας του και β) της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια κατ' εξακολούθηση, οι οποίες πράξεις φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 15.8.2003 μέχρι 21.9.2003 σε βάρος της ΑΑ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν ο χρόνος τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως που επιδρά στο χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και επομένως και στην παραγραφή, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και έτσι θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η πράξη αποτελεί πλημμέλημα. Παραπομπή κατηγορουμένου για τις πράξεις της αποπλάνησης προσώπου που δεν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη κατ' εξακολούθηση και της καταχρήσεως σε ασέλγεια κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσες το θέρος του 2003 και σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες. Επειδή η παθούσα κατά το διάστημα του θέρους του 2003 συμπλήρωσε τα 13 έτη, έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών να δεχτεί ότι όλες οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά τη συμπλήρωση του 13ου έτους της ηλικίας της παθούσης και λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Αναιρείται το βούλευμα για υπέρβαση εξουσίας και παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Απορρίπτεται το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος.
|
Χρόνος τέλεσης πράξης
|
Χρόνος τέλεσης πράξης, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εξακολουθούν έγκλημα, Αποπλάνηση ανηλίκου, Κατάχρηση σε ασέλγεια.
| 0
|
Αριθμός 1744/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζή, για αναίρεση της 921/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 29 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 213/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις, κατά δε το άρθρο 2 περίπτ. Β' του ίδιου νόμου, ως ευαίσθητα δεδομένα νοούνται μεταξύ άλλων και τα δεδομένα που αφορούν στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. Α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α)όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχήν εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αν δεν αιτιολογείται η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ' αυτόν συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 570 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως ο ισχυρισμός όπως διατυπώνεται, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού και δεν ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Τέλος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 921/2008 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Ο κατηγορούμενος κατά τις αναφερόμενες στη συνέχεια ημεροχρονολογίες, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να επέμβει χωρίς δικαίωμα στο αρχείο του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και να λάβει γνώση της υπάρξεως δύο καταδικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε βάρος του εγκαλούντος δικηγόρου Ψ1, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου και την άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικού Χαρακτήρα. Ειδικότερα, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν Κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή ... 1)την 9-8-2001 με προτροπή, φορτικότητα και πειθώ προκάλεσε σε άγνωστο πρόσωπο την απόφαση να επέμβη παράνομα στο αρχείο του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και να λάβει γνώση της υπ' αριθμ. 58997/91 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθώς και της υπ' αριθ. 6103/92 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έχουν εκδοθεί σε βάρος του ανωτέρω δικηγόρου και οι οποίες αφορούσαν παράβαση του νόμου περί επιταγών και 2)Στις 24-8-2001 με τον ίδιο ως άνω τρόπο προκάλεσε σε άγνωστο πρόσωπο την απόφαση να επέμβη παρανόμως στα ανωτέρω αρχεία και να λάβει γνώση και του κειμένου των ανωτέρω αποφάσεων, ενώ εγνώριζε ότι δεν είχε έννομο συμφέρον προς τούτο. Ο άγνωστος δράστης προέβη πράγματι στις ανωτέρω πράξεις εφοδιασμένος αφενός μεν με την από 9-8-2001 εξουσιοδότηση, του κατηγορουμένου προς τους δικηγόρους Ελένη Φρουδάκη και Δημ. Κόντο και προς τη Σταυρούλα-Μαρία Λιακοπούλου και αφετέρου με την υπό την ίδια ημερομηνία αίτησή του (κατηγορουμένου) προς τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, εκτός των ως άνω αποφάσεων, αφορούσε και στην χορήγηση και άλλων αποφάσεων που είχαν εκδοθεί σε βάρος του Κ1 με τον οποίο ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε σφοδρή αντιδικία και η οποία (αίτηση) βρέθηκε στο αρχείο των ανωτέρω υπηρεσιών χωρίς να έχει γίνει δεκτή από τους Προϊσταμένους των υπηρεσιών αυτών. Τα πιο πάνω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του Ψ1-μηνυτή, δηλαδή τόσον οι αριθμοί των σε βάρος του καταδικαστικών αποφάσεων όσον και στα κείμενά τους έγιναν γνωστά στον μη δικαιούμενο προς τούτο κατηγορούμενο, αφού πέραν του ότι οι αριθμοί των αποφάσεων αυτών μνημονεύονται στην από 9-8-2001 εξουσιοδότηση και αίτηση μεταξύ εκείνων που αφορούσαν τον Κ1 και αναγράφονταν στην ίδια αίτηση, στη συνέχεια αφού περιήλθαν στη κατοχή του κατηγορουμένου επιδόθηκαν με την επιμέλειά του όχι μόνον στον Κ1 αλλά και στο Α.Τ .... Έτσι ο κατηγορούμενος, ενώ ήδη ήταν προφυλακισμένος και δεν μπορούσε ο ίδιος να επέμβη στο Αρχείο των ανωτέρω υπηρεσιών, προκάλεσε σε άλλο άγνωστο πρόσωπο την απόφαση, όπως εφοδιασμένο με τα ως άνω έγγραφα από 9-8-2001 εξουσιοδότηση προς τους ανωτέρω δικηγόρους και από 9-8-2001 αίτησή του προς την Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών που φέρουν την αμφισβήτηση υπογραφής του, την απόφαση να εκτελέσει την παράβαση του Ν. 2472/97, όπως και πράγματι συνέβη, με αποτέλεσμα να περιέλθουν στη γνώση και κατοχή του κατηγορουμένου αντίγραφα αποφάσεων που αφορούσαν τον μηνυτή και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος να τα κοινοποιήσει σε τρίτους (Α.Τ Αίγινας), γνωστοποιώντας έτσι σε τρίτους ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του μηνυτή, των οποίων η κτήση έγινε χωρίς τη συναίνεση του μηνυτή. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί εκκρεμοδικίας καθόσον οι επικαλούμενες από τον κατηγορούμενο αποφάσεις αφορούν διάφορο του μηνυτή πρόσωπο και δι' αυτών κρίνονται διαφορετικά αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αδίκων πράξεων". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών και σε χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, ανέστειλε δε την εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 περί προστασίας ευαίσθητων δεδομένων, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 περ. β' και 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997 και 46 παρ. 1α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά και τα μέσα προκλήσεως στον φυσικό αυτουργό της απόφασης να τελέσει την άδικη ως άνω πράξη που διέπραξε, την ανακοίνωση στη συνέχεια στον κατηγορούμενο των ευαίσθητων δεδομένων που αφορούσαν δύο ποινικές καταδίκες του εγκαλούντος, την περιέλευση των σχετικών καταδικαστικών αποφάσεων στα χέρια του κατηγορουμένου και την περαιτέρω από μέρους του τελευταίου ανακοίνωση των δεδομένων αυτών σε τρίτους. Επίσης αναφέρει την ανυπαρξία δικαιώματος για επέμβαση στα αρχεία των δικαστικών και για γνώση, λήψη, παράδοση και ανακοίνωση των εν λόγω δεδομένων, ενώ δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου του κατηγορουμένου, αφού αυτός (δόλος) ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακίνησε ο κατηγορούμενος τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, είναι αβάσιμος. Επίσης είναι αβάσιμος και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 5109 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αφού όπως προαναφέρθηκε, ευαίσθητα δεδομένα αποτελούν και τα σχετικά με ποινικές διώξεις και καταδίκες και όχι μόνο τα μη δημοσιοποιημένα (κρυφά) δεδομένα της ιδιωτικής ζωής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Τέλος, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως, συνιστάμενη στο ότι: α)δεν απάντησε το Δικαστήριο στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς του επειδή είχε δικαίωμα να λάβει γνώση των σε βάρος του εγκαλούντος καταδικαστικών αποφάσεων προκειμένου να υποστηρίξει τον εαυτό του επειδή ήταν και προσωρινά κρατούμενος και έτσι δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται και β)δεν απάντησε το Δικαστήριο στην καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωσή του ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του πολιτικώς ενάγοντος για το αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου και ότι πρέπει να συνταχθεί σχετική έκθεση και να διαβιβαστεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Ο πρώτος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς όπως διατυπώθηκε, δεν συνιστά στην πραγματικότητα αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, πέρα από το ότι ήταν και αόριστος, αφενός γιατί δεν αναφέρεται ότι υπήρχε άδεια της Αρχής που είναι απαραίτητη για τη συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 και αφετέρου γιατί δεν αναφέρονται περιστατικά για τη σχέση των ανωτέρω δεδομένων με την κατηγορία για την οποία ήταν προσωρινά κρατούμενος ώστε να κριθεί η αναγκαιότητα της συλλογής και επεξεργασίας των εν λόγω δεδομένων. Ο δεύτερος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς, δεν συνιστά ισχυρισμό, αλλά απλή υπόδειξη προς το Δικαστήριο για ενέργειες που θα έπρεπε κατά τη γνώμη του κατηγορουμένου να γίνουν. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω ισχυρισμού και της υποδείξεις του ήδη αναιρεσείοντος και έτσι ο ανωτέρω σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της (αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως) και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση και τους από 29-4-2009 πρόσθετους λόγους του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 921/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση σε παράβαση του άρθρου 22 § 4 του Ν. 2472/1997 (δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα). Στοιχεία ηθικής αυτουργίας. Για το δόλο του ηθικού αυτουργού δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας ούτε και στην υπόδειξη του κατηγορουμένου ότι έχει τελεστεί αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα και πρέπει να συνταχθεί σχετική έκθεση και να διαβιβαστεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου, ο οποίος προκάλεσε την απόφαση σε άγνωστο δράστη να επέμβει χωρίς δικαίωμα στο αρχείο του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και να λάβει αρχικώς γνώση της υπάρξεως δύο καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και στη συνέχεια να λάβει γνώση και του κειμένου αυτών, να λάβει αντίγραφα και να τα παραδώσει στον κατηγορούμενο. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1742/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 3957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Μιχαηλίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1788/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της εγκαλούσας και της οικογένειάς της αφενός και του κατηγορουμένου, του ... αλλά και τρίτων αφετέρου υπάρχει από παλιά αντιδικία για την κυριότητα ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση "..." στην ..., μέσα στο οποίο ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τροχόσπιτο το έτος 1999. Η εγκαλούσα και οι συγγενείς της άσκησαν αγωγή νομής κατά του κατηγορουμένου, η οποία, τελικά, απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 716/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι η αξίωσή τους έχει υποκύψει στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ. Στα πλαίσια αυτής της αντιδικίας οι σχέσεις των αντιδίκων είχαν διαταραχθεί και οξυνθεί. Στις 28-12-2001 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εξέφρασε παράπονα κατά της εγκαλούσας και αδελφών της ΑΑ και ΒΒ, πλην όμως με σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα παραπέμφθηκε η εξέταση της βασιμότητας των παραπόνων του στο Αστυνομικό Τμήμα ... . Εκεί εμφανίστηκε την επομένη ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατήγγειλε ότι η εγκαλούσα και οι αδελφές της τον εξύβρισαν και απείλησαν τη ζωή τους. Οι αστυνομικοί κάλεσαν στις 23-2-2002 την εγκαλούσα και τις αδελφές της και τους γνωστοποίησαν τις καταγγελίες του κατηγορουμένου. Όμως όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι παντελώς ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους, αλλά τα ισχυρίστηκε, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Έλαβαν δε γνώση αυτών των αναληθών γεγονότων αστυνομικοί του Τμήματος ..., προς τους οποίους τα ισχυρίστηκε και οι τελευταίοι, που τα μετέφεραν στην εγκαλούσα και την αδελφή της Ψ. Αυτά δε τα γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την εμφανίζουν ως άτομο, που διαπράττει αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να επιτύχει την επίλυση αστικής διαφοράς. Το αληθές είναι ότι ουδέποτε η εγκαλούσα με τις αδελφές, από τις οποίες η ΒΒ κατοικεί μόνιμα στη ..., εξύβρισαν και απείλησαν τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω γεγονότων, αφού δεν προσδιόρισε τις ύβρεις και τις απειλές, κανένα μάρτυρα δεν πρότεινε προς απόδειξή τους, ούτε ζήτησε την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για τις αξιόποινες πράξεις, που της απέδιδε. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο συκοφαντικής δυσφήμισης και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ.
Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφέρεται α) το πραγματικό γεγονός το οποίο ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στο Αστυνομικό Τμήμα ..., το οποίο προσδιορίζεται με την παραδοχή ότι η εγκαλούσα και οι αδελφές της τον εξύβρισαν και απείλησαν την ζωή του, το οποίο είναι κατ' αντικειμενική κρίση δυσφημιστικό της τιμής και υπολήψεως της εγκαλούσας, αφού την εμφανίζουν ως άτομο που διαπράττει αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να επιτύχει την επίλυση αστικής διαφοράς, β) ότι έλαβαν γνώση τούτου τόσο τα αστυνομικά όργανα στα οποία κατήγγειλε ο αναιρεσείων το παραπάνω γεγονός όσο και εκείνα τα οποία στις 23-2-2002 κάλεσαν την εγκαλούσα και της γνωστοποίησαν τα ως άνω καταγγελθέντα από τον αναιρεσείοντα, γ) ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές με την παραδοχή ότι ουδέποτε η εγκαλούσα εξύβρισε και απείλησε τον αναιρεσείοντα και δ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αιτιολογείσας δε επαρκώς τη γνώση του με σειρά επιχειρημάτων τα οποία το Εφετείο παρέθεσε στο σκεπτικό και τα οποία προκύπτουν από την ίδια την συμπεριφορά του. Το αναγραφόμενο στο διατακτικό επί πλέον εκείνου που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων πλέον των ψευδώς καταγγελθέντων σε βάρος της εγκαλούσης αξιοποίνων πράξεων και απειλής κατά της ζωής του και της εξυβρίσεώς του, ζήτησε να απευθυνθούν από τα αστυνομικό όργανα προς αυτήν συστάσεις εξ ονόματος του Εισαγγελέως προς αποφυγή των συνεπειών του νόμου, και επιδίωξη ειρηνικής λύσης της διαφοράς τους (άρθρο 25 παρ. 40 Ν. 1756/1988), δεν αίρει τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντα για την θεμελίωση του οποίου αρκούσε η στο σκεπτικό παραδοχή ότι με τις ως άνω καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις, επιζητούσε αναιρεσείων να επιλυθεί η μεταξύ τους αστική διαφορά. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ και στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση 3957/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση τελεσθείσα με τον ψευδή ισχυρισμό σε αστυνομικά όργανα ότι οι παθούσες τον εξύβρισαν και τον απείλησαν. Επαρκής η αιτιολογία της γνώσης του ψεύδους από τον κατηγορούμενο, από επιχειρήματα της προσβαλλόμενης απόφασης που προκύπτουν από την συμπεριφορά του. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και αντίφασης και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ λόγω αντίθεσης μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η επιπλέον αναφορά στο τελευταίο ο κατηγορούμενος ζήτησε να απευθυνθεί προς τις παθούσες συστάσεις προς αποφυγή των συνεπειών του νόμου, δεν αίρει τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντα αφού αρκούσε η παραδοχή στο σκεπτικό ότι με τις καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις επιζητούσε να επιλυθεί η μεταξύ τους αστική διαφορά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1743/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΒΤ3455/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, κάτοικο ..., 2. Χ2, κάτοικο ..., 3. Χ3, κάτοικο ..., 4. Χ4, κάτοικο ..., 5. Χ5, κάτοικο ... και 6. Χ6, κάτοικο ... που δεν παραστάθηκαν. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΤΡΟΠΙΚΑ ΦΡΟΥΤΑ ΚΑΙ ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιατράκο.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 58/20.11.08 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1833/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου, καταδικαστικής ή αθωωτικής, έστω και αν αυτή δεν απαγγέλθηκε ανέκκλητα, για όλους τους όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. ΒΤ3455/2008 αθωωτικής για τους κατηγορουμένους απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου την 20-11-2008, ενώ η απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 21-10-2008 και με την οποία προβάλλεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι παραδεκτή, κλητεύθηκαν δε νομίμως και εμπροθέσμως οι κατηγορούμενοι για να παρασταθούν στη συζήτηση (βλ. τις από 9-1-2009, 9-1-2009, 12-1-2009, 12-1-2009, 29-1-2009, 6-2-2009 και 6-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., τις από 28-1-2009, 5-2-2009, 10-2-2009 και 10-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., τις από 12-2-2009 και 12-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων του Ειρηνοδικείου Κρωπίας ... και τις από 23-4-2009 και 23-4-2009 εκθέσεις επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά ...). Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επειδή η αναφορά αυτής στα αποδεικτικά μέσα που φέρονται να λήφθηκαν υπόψη είναι ασαφής και συγκεκριμένα αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης ότι εξετάστηκε ανωμοτί η μηνύτρια πολιτικώς ενάγουσα, ενώ από τα πρακτικά της απόφασης που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν παρέστη αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ιωάννη Γιατράκου και Ηλία Δραγκουλόγκωνα και συνεπώς δεν εξετάστηκε. Όμως από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει ότι δεν εξετάστηκε η μηνύτρια πολιτικώς ενάγουσα, αλλά ο μηνυτής πολιτικώς ενάγων, από δε την από 29-1-2004 μήνυση η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι την υπέβαλε ο Ψ, ο οποίος δήλωσε σ' αυτήν και παράσταση πολιτικής αγωγής. Επομένως η απόφαση αναφέρει ως μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, ο οποίος και εξετάστηκε στο ακροατήριο και έτσι δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η επικαλούμενη ασάφεια που φέρεται να συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και γι' αυτό η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ3455/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα για έλλειψη αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως συνιστάμενη σε ασαφή αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο. Απορρίπτεται η αίτηση γιατί δεν υπάρχει η επικαλούμενη ασάφεια.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1746/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βούρβαχη, περί αναιρέσεως της 319/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1427/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Την 3η Απριλίου 2002, ο 1ος κατηγορούμενος Χ1, ως υπεύθυνος υπάλληλος του ΟΤΕ για την επίβλεψη του έργου εκσκαφής προς κάλυψη των τεχνικών αναγκών του ΟΤΕ καθώς και του έργου αποκατάστασης βλάβης υπόγειων καλωδίων επί των οδών ... και ... στα ..., κατά την εκτέλεση του οποίου (έργου) αποξυλώνονταν οι πλάκες των πεζοδρομίων, γίνονταν εκσκαφές σε βάθος μέχρι 0,50 μέτρων και ανοίγονταν ορύγματα, δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας (αν και ήταν υποχρεωμένος προς τούτο ως εκ του επαγγέλματος του και ηδύνατο να πράξει τούτο, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού επαγγελματία της ίδιας ειδικότητας και εμπειρίας). Ειδικότερα δεν τοποθέτησε πινακίδες σημάνσεως κινδύνου πέριξ των ορυγμάτων και των σωρών των χωμάτων των εκσκαφών ούτε περιέφραξε τα ορύγματα με προστατευτικά κιγκλιδώματα. Αλλά ενεργώντας από απερισκεψία, προέβαινε στην πρόοδο των παραπάνω εργασιών, αφήνοντας ανοικτά τα ορύγματα και μη απομακρύνοντας τα χώματα των εκσκαφών, δίχως μάλιστα να τοποθετήσει φωτεινά σήματα γύρω από τα σημεία των έργων. Ένεκα των παραλείψεων αυτών κατά την πρόοδο των έργων, τα οποία κατά ένα μέρος εκτελούνταν πλησίον του περιπτέρου της παθούσης Ψ, η τελευταία, κατά την προσπάθεια της να προσεγγίσει το ψυγείο του περιπτέρου, το οποίο βρισκόταν έξωθεν του περιπτέρου, περί ώρα 22.30 της ανωτέρω ημερομηνίας, δεν αντελήφθη προσηκόντως το περίγραμμα του ορύγματος και λόγω της δυσχεράνσεως της βαδίσεως, λόγω των παρακειμένων έργων, παραπάτησε με την είσοδο του ενός ποδιού εντός του υπάρχοντος μικροορύγματος και έπεσε προς την πλευρά της οδού, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα κάτω επιφύσεως δεξιάς ωλένης. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως της σωματικής βλάβης εξ αμελείας παρ' υπόχρεου". Με τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τελέσθηκε από πρόσωπο υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1 β', 28, 314 παρ. 1 α' και 315 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η ιδιαίτερη υποχρέωση του για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος είναι αβάσιμη, αφού με σαφήνεια εκτίθεται η υποχρέωση του αναιρεσείοντος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, λόγω της ιδιότητας του ως υπεύθυνου υπαλλήλου του ΟΤΕ, που επέβλεπε την εκτέλεση των εργασιών της αποκαταστάσεως της βλάβης σε υπόγειο καλώδιο του ΟΤΕ, οι οποίες διενεργούνταν, από την οποία, ιδιότητα του ως επιβλέποντος, πήγαζε και η υποχρέωση του για την τοποθέτηση πινακίδων σημάνσεως κινδύνου και προστατευτικών κιγκλιδωμάτων γύρω από τα ορύγματα και τους σωρούς των χωμάτων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, αφήνοντας ανοικτά τα ορύγματα, τα οποία από το συνεργείο το οποίο εκείνος επέβλεπε είχαν δημιουργηθεί. Έτσι, σαφώς προκύπτει ότι ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος δημιουργήθηκε από προηγούμενη πράξη του αναιρεσείοντος, γεγονός το οποίο με σαφήνεια εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού στο πρώτο αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα τού επιβλέποντος το έργο εκσκαφής, ενώ στο δεύτερο κηρύσσεται ένοχος ως επιβλέπων την εκτέλεση εργασιών αποκαταστάσεως βλάβης σε υπόγειο καλώδιο τηλεφωνικού δικτύου του ΟΤΕ είναι αβάσιμη, διότι, όπως με σαφήνεια διαλαμβάνεται, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, στις εργασίες αποκαταστάσεως τής βλάβης του καλωδίου αποξυλώνονταν οι πλάκες των πεζοδρομίων και ανοίγονταν ορύγματα. Τέλος, η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος και τού έργου εκσκαφής είναι απαράδεκτος, αφού έτσι πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου τής ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ δύο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.5.2007 (αριθ. πρωτ. 5120/4.6.2007) αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 319/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη που τελέστηκε από πρόσωπο υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1748/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μμαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελλαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Δήμητρα Μιχαλοπούλου, για αναίρεση της 438/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1749/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 2910/2001 όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 37 του Ν. 3153/2003. πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιοδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου έως πέντε εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. Συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων έως οχτώ εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή με σκοπό το παράνομο κέρδος ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας ή είναι υπότροπος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 54 παρ. 5 του ίδιου ως άνω νόμου, όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος αλλοδαπού χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 4 (δηλαδή σε αστυνομικό έλεγχο), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ανωτέρω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Η κατά τρόπο αόριστο προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επ' αυτών, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 438/2008 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκε ότι "οι κατηγορούμενοι στην αγροτική περιοχή "..." ... στις 18 Νοεμβρίου 2001 διευκόλυναν και προώθησαν τη μεταφορά αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα. Συγκεκριμένα ενεργώντας από κοινού μετά από προσυνεννόηση με Τούρκο υπήκοο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας παρέλαβαν από την άνω αγροτική περιοχή οκτώ (8) αλλοδαπούς, υπηκόους Πακιστάν, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα ως στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων. Οι αλλοδαποί λαθρομετανάστες εισήλθαν στη χώρα δια μέσου του ποταμού ... με λέμβο με τη βοήθεια του Τούρκου υπηκόου ο οποίος τους οδήγησε πεζή μέχρι το ως άνω προκαθορισμένο σημείο συνάντησης, από το σημείο δε αυτό τους παρέλαβαν οι κατηγορούμενοι και τους οδήγησαν πεζή πλησίον του οικισμού ... με σκοπό να τους επιβιβάσουν σε οχήματα για την περαιτέρω προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας και τελικό προορισμό την ... . Υπό τα άνω περιστατικά κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό τελέσθηκε η πράξη που προβλέπεται από το άρθρο 54 παρ. 5 του Ν. 2910/2001 για την οποία πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, απορριπτομένων των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών τους ως αβάσιμων κατ' ουσίαν". Περαιτέρω η απόφαση όρισε στο διατακτικό της τα εξής: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ενόχους του ότι: Στην αγροτική περιοχή "..." ... την 18 Νοεμβρίου 2001, ενώ απαγορεύεται εκ μέρους οποιουδήποτε να μεταφέρει, προωθεί και διευκολύνει την μεταφορά και προώθηση αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα από το εξωτερικό, αυτοί από κοινού και με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέλαβαν, προώθησαν και διευκόλυναν την μεταφορά και προώθηση των παρακάτω αναφερομένων αλλοδαπών Πακιστανικής υπηκοότητας που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω από κοινού μετά από προσυνεννόηση με Τούρκο υπήκοο α.λ.σ. παρέλαβαν από το ανωτέρω σημείο τους παρακάτω αναφερόμενους αλλοδαπούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα τους οποίους διεκπεραίωσε μέσω του ποταμού ... με βάρκα ο συνεργάτης τους παραπάνω Τούρκος σε παρέμβρια περιοχή ... και τους κατηύθυνε πεζή στο προσυμφωνηθέν σημείο συνάντησης όπου τους ανέμεναν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι τους οδήγησαν πεζή πλησίον του οικισμού ... με σκοπό να τους επιβιβάσουν σε οχήματα και να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας με προορισμό την ... . Για την πράξη τους δε αυτή οι κατηγορούμενοι θα εισέπρατταν το ποσό δολαρίων Η.Π.Α από κάθε λαθρομετανάστη μετά την άφιξή τους στην ...". Στη συνέχεια το Δικαστήριο αφού κατά τα άνω απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 β' του ΠΚ, καταδίκασε τον καθένα τους σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ για κάθε μία από τις οχτώ διευκολύνσεις και συνολικώς σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών και χρηματική ποινή 5.000 Ευρώ. Η ως άνω επιβληθείσα ποινή είναι η κατώτατη προβλεπόμενη από το άρθρο 54 παρ. 5 του Ν. 2910/2001 και όχι η προβλεπόμενη από το άρθρο 55 παρ. 1 του ίδιου νόμου. Επομένως το Δικαστήριο εφάρμοσε πράγματι το άρθρο 54 παρ. 1 όπως δέχτηκε και στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του και έτσι δεν υπάρχει ασάφεια ως προς την εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη ούτε αντίφαση μεταξύ της εφαρμοσθείσης διατάξεως και της επιβληθείσης ποινής. Το ότι στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρονται στοιχεία που προσιδιάζουν στη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ως άνω νόμου, οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη του διατακτικού γιατί από παραδρομή έγινε αντιγραφή του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε εφαρμόσει το άρθρο 55 παρ. 1 και έτσι ούτε εξ αυτού του λόγου υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση ως προς την εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνιστάμενη στην ανωτέρω ασάφεια και αντίφαση, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο κάθε κατηγορούμενος προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. Β' του ΠΚ εκθέτοντας σχετικώς τα εξής: "Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι στην πράξη αυτή δεν προχώρησα με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού δεν προέκυψε ότι έλαβε η ότι θα ελάμβανα χρήματα, αλλά ότι στην πράξη μου αυτή ωθήθηκα από μη ταπεινά αίτια και κυρίως από λόγους αλληλεγγύης στον άνθρωπο (αφού το μόνο που έκαμα ήταν να τους δείξω πως θα φτάσουν στο χωριό) συμπεριφορά που παρουσιάζουν όλοι οι άνθρωποι που καλούνται καθημερινά να παράσχουν πληροφορίες σε συνανθρώπους τους. Για τον λόγο αυτό φρονώ ότι το Δικαστήριό Σας δύναται να αναγνωρίσει στο πρόσωπό μου την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχείο β' του ΠΚ, ήτοι εκείνη των μη ταπεινών αιτίων". Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αόριστος γιατί δεν συνοδεύεται από τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, αλλά από περιστατικά που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία όμως το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ως άνω ισχυρισμού των κατηγορουμένων ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Επομένως ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 40/24-10-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 438/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διευκόλυνση και προώθηση μεταφοράς λαθρομεταναστών. Στοιχεία του εγκλήματος. Οι προβαλλόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμού πρέπει να συνοδεύονται από όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, αλλιώς είναι αόριστοι και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτών ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Αόριστη προβολή ισχυρισμού συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης μη ταπεινών αιτίων. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που προβλέπεται από το άρθρο 54 § 5 του Ν. 2910/2001 και επέβαλε την κατώτατη ποινή που προβλέπεται για την πράξη αυτή, ενώ στο διατακτικό από προφανή παραδρομή αντέγραψε το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, η οποία τους είχε καταδικάσει για την βαρύτερη πράξη που προβλέπεται στο άρθρο 55 § 1 του ιδίου νόμου. Δεν υπάρχει ασάφεια ως προς την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ούτε αντίφαση μεταξύ της εφαρμοσθείσης ποινικής διάταξης και της επιβληθείσης ποινής. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
Αριθμός 1753/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 1425, 1426/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3 και 2) Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαρτίου 2009 και 10 Μαρτίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 555/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του πρώτου κατηγορουμένου και να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του δευτέρου κατηγορουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 9-3-2009 και 10-3-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα για αναίρεση της 1425-1426/ 2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
II. Επί της αιτήσεως του Χ1.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων πράξεως (Μάρτιος - Απρίλιος του 2005) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δρχ. τιμωρείται όποιος διαθέτει σε τρίτους ή κατέχει ναρκωτικά (ήδη αρθρ. 20 παρ.1 περ. β' και ζ', 2, 23 ν. 3459/ 2006). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, όπως είχε αντικατασταθεί με τα άρθρα 13 του ν. 2161/ 1993 και 4 παρ. 2α του ν. 2408/1996 και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000)δρχ. μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δρχ. τιμωρείται ο παραβάτης και του άρθρου 5 του παρόντος νόμου αν... ενεργεί κατ' επάγγελμα... ή κατά συνήθεια... (ήδη αρθρ. 23 ν. 3459/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι: Στα αστυνομικά όργανα της Υπ/νσης Δίωξης ναρκωτικών ουσιών Θεσσαλονίκης περιήλθε η πληροφορία ότι σε κάποιο εργοστάσιο της περιοχής ... διακινούντο ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Αφού εντόπισαν το εργοστάσιο, που είναι η επιχείρηση χημικών του τρίτου κατηγορουμένου και του αδελφού του, έθεσαν αυτό υπό παρακολούθηση επί 20ήμερο περίπου. Πράγματι από τις παρακολουθήσεις διαπίστωσαν ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος (Χ1) μαζί με τον αδελφό του (ΑΑ), οι οποίοι διέμεναν στο άνω εργοστάσιο, αφού έβγαιναν από το εργοστάσιο, άφηναν, είτε κάτω από την επιγραφή του εργοστασίου, είτε κοντά σε μια παρακείμενη κολώνα της ΔΕΗ μια σακούλα, μετά δε λίγη ώρα τρίτοι έρχονταν με αυτοκίνητα και την παραλάμβαναν. Ειδικότερα τις βράδυνες ώρες της 15/16-4-2005 βγήκε από το εργοστάσιο ο τέταρτος κατηγορούμενος με τον αδελφό του και άφησαν μια σακούλα κάτω από την κολώνα της ΔΕΗ. Μετά από λίγη ώρα σταμάτησε στο σημείο εκείνο ένα αυτοκίνητο, οι δε δύο επιβαίνοντες σ' αυτό, αφού αποβιβάσθηκαν, πλησίασαν την κολώνα και αφού βρήκαν τη σακούλα παρέλαβαν αυτή. Τα αστυνομικά όργανα παρακολούθησαν το αυτοκίνητο και σ' ένα σημείο της διαδρομής κοντά στο χωρίο ... σταμάτησαν αυτό, ενώ ο οδηγός ενός άλλου αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής B.M.W. που συνόδευε το πρώτο, μόλις αντελήφθη ότι παρακολουθείτο, εξέφυγε της συλλήψεως αναπτύσσοντας ταχύτητα, χωρίς τα αστυνομικά όργανα να δυνηθούν να συγκρατήσουν τα λοιπά στοιχεία της BMW. Μέσα στο πρώτο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ο πρώτος (ως οδηγός) και ο δεύτερος κατηγορούμενος, βρέθηκαν 1006 gr ινδικής κάνναβης που ήταν διανεμημένη σε 1003 gr, 1,8 gr και 1,4 gr καθώς και 2,4 gr ηρωίνης. Τις ποσότητες αυτές μετέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος κατ' εντολή του ομοεθνή του "ΒΒ" αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος θα του έδιδε για την μεταφορά αυτή 100 Ευρώ. Την ποσότητα αυτή δεν είχε υπό την κατοχή του ο πρώτος κατηγορούμενος, δηλαδή δεν είχε τη φυσική εξουσίαση ούτε είχε τη δυνατότητα διάθεσης κατά βούληση, αλλ' απλώς μετέφερε αυτήν. Τούτο κατά τη σύλληψη του ομολόγησε όπως και τα αστυνομικά όργανα κατέθεσαν, δεν αποδείχθηκε δε να έχει άλλη ανάμιξη. Στην μεταφορά των άνω ποσοτήτων από τον πρώτο κατηγορούμενο παρέσχε απλή συνδρομή και ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος, φίλος του πρώτου, όταν συναντήθηκαν, του ζήτησε, ο πρώτος, να μεταβούν μαζί στον τόπο που θα παραλάμβαναν τις ναρκωτικές ουσίες. Ο δε δεύτερος, αν και γνώριζε το σκοπό της μετακινήσεώς τους δεν αρνήθηκε ούτε αντέδρασε, αλλά μετέβη με τον πρώτο στον τόπο της παραλαβής παρέχοντας σ' αυτόν ψυχική συνδρομή στη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών. Μετά τη σύλληψη των δύο πρώτων κατηγορουμένων τα αστυνομικά όργανα μετέβησαν στο εργοστάσιο και εκεί προέβησαν σε έρευνα του χώρου. Από την οσμή που ανέδιδε η ινδική κάνναβη οδηγήθηκαν σε μια παλαιά δεξαμενή νερού, η οποία ήταν σε αχρηστία από πολλών ετών. Μέσα στη δεξαμενή, η οποία βρισκόταν κάτω από ένα στέγαστρο βρέθηκαν 29 σάκκοι συνολικού βάρους 416,400 gr ινδικής κάνναβης συσκευασμένη σε μικρότερα δέματα. Η δεξαμενή ύψους 3 μέτρων περίπου από το έδαφος, δεν απείχε από τα γραφεία του εργοστασίου. Όταν κλήθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος, (αναιρεσείων Χ2) ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι ιδιοκτήτης μαζί με τον αδελφό του της επιχείρησης, έδωσε τα στοιχεία ταυτότητας του τετάρτου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος Χ1) και του αδελφού του τελευταίου, οι οποίοι διέμεναν σε δωμάτιο μέσα στο χώρο του εργοστασίου από πολλών ετών, εργαζόμενοι περιοδικώς σ' αυτό. Ο τέταρτος κατηγορούμενος (Χ1) και ο αδελφός του, όταν αντελήφθηκαν την παρουσία των αστυνομικών, διέφυγαν της συλλήψεως από αυθαίρετο άνοιγμα που υπήρχε στο πίσω μέρος της περίφραξης του εργοστασίου. Τα έγγραφά τους όμως, διαβατήρια, άδειες εργασίας κλπ., όπως και προσωπικά τους αντικείμενα βρέθηκαν στο δωμάτιο που διέμεναν. Ο χώρος του εργοστασίου είναι περιφραγμένος με τοιχοποιία και συρματόπλεγμα ώστε να μην είναι δυνατή η είσοδος σ' αυτό οποιουδήποτε, η δε κύρια είσοδος από την οποία εισέρχονται και εξέρχονται αυτοκίνητα κλείνει με συρόμενη πόρτα τα κλειδιά της οποίας έχει ο τρίτος κατηγορούμενος και αδελφός του. Επίσης υπάρχει παραπλεύρως της κυρίας εισόδου μικρή πόρτα από την οποία εισέρχονται και εξέρχονται οι επισκέπτες του εργοστασίου, απ' αυτήν δε εξέρχονταν και εισέρχονταν ο 4° κατηγορούμενος (Χ1) και ο αδελφός του όταν εναπέθεταν τις ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών έξω από το εργοστάσιο (είτε κάτω από την επιγραφή είτε κοντά στην κολώνα της ΔΕΗ). Το εργοστάσιο, όπως και ο τρίτος (Χ2) κατηγορούμενος στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απολογία του ανέφερε, υπολειτουργούσε, απασχολούντο δε στην επιχείρηση ο ίδιος, ο αδελφός του και μία υπάλληλος. Την ποσότητα των 416,400 gr ινδικής κάνναβης όπως και αυτή που βρέθηκε στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου (1006,2 gr και 2,4 gr ηρωΐνης) κατείχαν από κοινού ο τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων δηλαδή είχαν τη φυσική εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά βούληση σε τρίτους, όπως και διέθεσαν στις 16-4-2005 προς πώληση τα 1006,2 gr ινδικής κάνναβης και 2,4 gr ηρωΐνης (ποσότητες που μετέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος). Επίσης κατά το 20ήμερο προ της 16-4-2005 διέθεσαν διάφορες ποσότητες προς τρίτους χωρίς όμως να συλληφθούν οι αγοραστές ή μεταφορείς όπως σαφώς κατέθεσαν οι μάρτυρες αστυνομικοί. Οι άνω κατηγορούμενοι (3ος και 4ος) αρνούνται τις αποδιδόμενες σ' αυτούς κατηγορίες (κατοχής και διάθεσης) ισχυριζόμενοι ο μεν τρίτος ότι δε γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών ουσιών στο εργοστάσιό του, ο δε τέταρτος ότι δεν είχε καμία ανάμειξη, διότι δε διέμενε στο εργοστάσιο. Όμως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις άνω πράξεις. Η άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής: κλειδιά της κυρίας εισόδου είχε κατά τα παραπάνω ο τρίτος κατηγορούμενος και ο αδελφός του. Οι ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες ήταν μεγαλυτέρου βάρους από αυτές που κατασχέθηκαν, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά το 20ήμερο της παρακολούθησης, διακινήθηκαν και άλλες ποσότητες, πλην όμως δε συνελήφθησαν οι διακινητές (ο ένας εκ των αστυνομικών πρωτοδίκως κατέθεσε ότι η ποσότητα ήταν πάνω από 500 kgr μπορεί και τόνος), μόνο με αυτοκίνητο ήταν δυνατό να εισαχθούν στο εργοστάσιο, η δε τοποθέτηση αυτών στη δεξαμενή απαιτεί πολύ χρόνο. Ο τρίτος κατηγορούμενος απολογούμενος, όλως αντιφατικά, άλλα ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και άλλα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ενώ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυριζόταν ότι απασχολείτο στο εργοστάσιο αυτός, μια υπάλληλος και περιστασιακά ο αδελφός του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίσθηκε, μεταβάλλοντας υπερασπιστική τακτική, προς δημιουργία αμφιβολιών, ότι επισκέπτονταν το εργοστάσιο δύο φορές το μήνα και ότι απασχολείτο σε χρηματοπιστωτική εταιρία χωρίς όμως τούτο να προκύπτει (βλ. και επικαλούμενες αποφάσεις). Ο τρίτος κατηγορούμενος δεν προέκυψε να είχε άμεσες συναλλαγές με τρίτους στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, διότι είχε ως προκάλυμμα τον τέταρτο κατηγορούμενο και αδελφό του τελευταίου οι οποίοι διέμεναν στο εργοστάσιο και οι οποίοι συνηλλάσοντο με τον "ΒΒ", Αλβανό - υπήκοο αγνώστων λοιπών στοιχείων ο οποίος όπως φαίνεται έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στη διακίνηση της ινδικής κάνναβης ήταν Αλβανικής προέλευσης. Όσον αφορά τον τέταρτο κατηγορούμενο ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν σαφής ότι αυτός άφηνε τις σακούλες με την ινδική κάνναβη έξω από το εργοστάσιο, το δε Δικαστήριο άγεται στην άνω κρίση όχι μόνο από την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου όπως αβάσιμα αυτός (τρίτος κατηγορούμενος) ισχυρίζεται, προβάλλοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ. αλλά από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι τρίτος και τέταρτος (Χ2 και Χ1, αναιρεσείοντες) των κατηγορουμένων των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων της κατ' εξακολούθησιν κατοχής και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως αυτών αφού από την επανειλημμένη τέλεση της και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους, υποδομή που καταδεικνύεται από· την μεγάλη ποσότητα της ινδικής κάνναβης που κατείχαν στις 16-4-2005 (συνολικού βάρους 417,406,2 gr (416,400+1006,2), την μεγάλη αξία αυτής, την κατανομή της σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, ώστε να είναι ευχερέστερη η περαιτέρω διάθεση, την απόκρυψη των ναρκωτικών ουσιών στην ως άνω παλαιά δεξαμενή, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι τα έσοδα από τη λειτουργία του εργοστάσιου ήταν περιορισμένα (10.000-12.000 Ευρώ το χρόνο τα καθαρά έσοδα, βλ. απολογία κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και της οικονομικής δυσπραγίας του τετάρτου κατηγορουμένου, προσέτι, δε ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ1 των πράξεων της κατοχής και διάθεσης των άνω ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ενεργώντας από κοινού με τον αδερφό του ΑΑ και τον Χ2, ήτοι με κοινό δόλο και κοινή απόφαση μέσα στο χώρο του εργοστασίου του τελευταίου, που βρίσκεται στο 11° χλμ. της παλαιάς οδού ...-..., κατείχε απροσδιόριστες ποσότητες ινδικής κάνναβης, στις οποίες περιλαμβάνεται α) ποσότητα ινδικής κάνναβης 416,4 χιλιόγραμμων, την οποία είχαν αποκρύψει σε παλαιά δεξαμενή νερού του εργοστασίου, τοποθετημένη σε 23 σάκους εκ των οποίων, οι 22 σάκοι περιείχαν 18 δέματα ο καθένας και ο τελευταίος 21 δέματα του κιλού περίπου έκαστο, όπου και ανευρέθησαν από τις διωκτικές αρχές και β) ποσότητα ινδικής κάνναβης 1006,2 γραμμαρίων διαμοιρασμένη σε 3 συσκευασίες, τις οποίες είχαν διαθέσει στους Χ3 και Χ4 τη νύχτα της 16-4-2005, που έγινε η επέμβαση των αρχών και οι τελευταίοι δύο συνελήφθησαν. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι ο άνω αναιρεσείων στον ίδιο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου 20ημέρου πριν τις 16-4-2005, ενεργώντας από κοινού με τους ανωτέρω, διέθεσε σε τρίτα πρόσωπα απροσδιόριστες ποσότητες ινδικής κάνναβης, στους δε ανωτέρω Χ3 και Χ4 και στον ΒΒ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τη νύχτα της 16-4-2005 διέθεσε την ανωτέρω ποσότητα των 1006,2 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Πλέον συγκεκριμένα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων Χ1και ο αδελφός του ΑΑ, που διέμεναν από πολλών ετών σε παρακείμενο δωμάτιο της παλιάς δεξαμενής νερού του εργοστασίου του Χ2, ο οποίος τους το είχε παραχωρήσει και στο οποίο (εργοστάσιο) είχαν εργαστεί στο παρελθόν περιστασιακά, κατά το τελευταίο 20ήμερο προ της 16-4-2005, έβγαιναν τη νύχτα από τη μικρή πόρτα του εργοστασίου, που βρίσκεται δίπλα στη μεγάλη πόρτα αυτού και άφηναν κάθε φορά μία σακούλα, που περιείχε ινδική κάνναβη από την πολύ μεγάλη ποσότητα που απέκρυπταν στη δεξαμενή αυτή, σε παρακείμενη κολώνα της ΔΕΗ, που βρίσκεται έξω από το εργοστάσιο ή κάτω από την επιγραφή του εργοστασίου και στη συνέχεια μετά από λίγο προσήρχοντο με αυτοκίνητα άγνωστοι, με τους οποίους είχε προηγηθεί συνεννόηση και παρελάμβαναν τη σακούλα με την ινδική κάνναβη για περαιτέρω διάθεση, ως συνέβη και τη νύχτα της 16-4-2005, όταν επενέβησαν οι αστυνομικοί που τους παρακολουθούσαν και οι οποίοι ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο των Χ3 και Χ4 και κατά την έρευνα ανευρέθη εντός αυτού η άνω ποσότητα των 1006,2 γραμμαρίων σε 3 δέματα, ενώ το άλλο αυτοκίνητο (BMW) τράπηκε σε φυγή. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι κατά την επακολουθήσασα έρευνα των αστυνομικών στο εργοστάσιο ανευρέθη η άνω ποσότητα των 416,4 κιλών ινδικής κάνναβης εντός της δεξαμενής αυτής λόγω της χαρακτηριστικής οσμής που ανέδιδαν, ενώ οι άνω αδελφοί Χ1-ΑΑ είχαν διαφύγει από κρυφή δίοδο, που είχαν ανοίξει στο πίσω μέρος της τοιχοποιίας της περίφραξης του εργοστασίου, η δε ταυτότητα τους διαπιστώθηκε ύστερα από την παρακολούθηση αυτών (αδελφών Χ1-ΑΑ) από τους αστυνομικούς και από τα έγγραφά τους που εγκατέλειψαν στο δωμάτιό τους κατά την αναχώρησή τους. Υπό τα άνω περιστατικά, ο αναιρεσείων Χ1 κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι τέλεσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με την αιτιολογία ότι "από την επανειλημμένη τέλεσή της και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσή τους, υποδομή που καταδεικνύεται από την μεγάλη ποσότητα της ινδικής κάνναβης που κατείχαν στις 16-4-2005 (συνολικού βάρους 417.406,2 γραμμαρίων ήτοι 416,400+1006,2), την μεγάλη αξία αυτής, την κατανομή της σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, ώστε να είναι ευχερέστερη η περαιτέρω διάθεση, την απόκρυψη των ναρκωτικών ουσιών στην ως άνω παλαιά δεξαμενή, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος, και της οικονομικής δυσπραγίας του τέταρτου κατηγορούμενου (αναιρεσείοντος), προσέτι δε ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους". Η αιτιολογία αυτή ως προς τις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις. Ειδικότερα, το Πενταμελές Εφετείο δέχεται με σαφήνεια ότι συντρέχουν οι ανωτέρω περιστάσεις διότι οι πράξεις του κατηγορουμένου είχαν τελεστεί κατ' επανάληψη ενώ είχε διαμορφώσει ανάλογη υποδομή, ήτοι οργανωμένη ετοιμότητα, ως συναυτουργός με τους Χ2 και ΑΑ, εν όψει του ότι, η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών είχε διαμοιραστεί σε μικρότερες συσκευασίες έτοιμες για διάθεση και είχε αποκρύβει σε ασφαλές μέρος, γεγονότα από τα οποία προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών με σκοπό κτήσεως παρανόμου εισοδήματος και σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος προς τέλεση τέτοιων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, αρκεί το ότι στην αιτιολογία ο αναιρεσείων αναφέρεται ως συναυτουργός των άνω πράξεων και δεν απαιτείται αναφορά των συγκεκριμένων υλικών πράξεων τούτου (Ολ. ΑΠ 50/1990, ΑΠ 1673/2005).
Συνεπώς, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παρεβίασε ούτε τις διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' και 45 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Επί της αιτήσεως του Χ2.
Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως όλα τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο και αφορούν τον αναιρεσείοντα αυτόν (Χ2). Ακολούθως, το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της κατοχής και διάθεσης των άνω ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με τις παραδοχές αυτές, και εκείνες του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο ως άνω αναιρεσείων, ενεργώντας από κοινού με τους Χ1 και τον αδελφό του ΑΑ, ήτοι με κοινό δόλο και κοινή απόφαση μέσα στο χώρο του εργοστασίου του που βρίσκεται στο 11° χλμ της παλαιάς οδού ...-..., κατείχε απροσδιόριστες ποσότητες ινδικής κάνναβης, στις οποίες περιλαμβάνεται α) ποσότητα ινδικής κάνναβης 416,4 χιλιόγραμμων, την οποία είχαν αποκρύψει σε παλαιά δεξαμενή νερού του εργοστασίου, τοποθετημένη σε 23 σάκους εκ των οποίων, οι 22 σάκοι περιείχαν 18 δέματα ο καθένας και ο τελευταίος 21 δέματα του κιλού περίπου έκαστο, όπου και ανευρέθησαν από τις διωκτικές αρχές και β) ποσότητα ινδικής κάνναβης 1006,2 γραμμαρίων διαμοιρασμένη σε 3 συσκευασίες, τις οποίες είχαν διαθέσει στους Χ3 και Χ4 τη νύχτα της 16-4-2005, που έγινε η επέμβαση των αρχών και οι τελευταίοι δύο συνελήφθησαν. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων Χ2 στον ίδιο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου 20ημέρου πριν την 16-4-2005, ενεργώντας από κοινού με τους Χ1 και τον άνω αδελφό του ΑΑ διέθεσε σε τρίτα πρόσωπα απροσδιόριστες ποσότητες ινδικής κάνναβης, στους δε ανωτέρω Χ3 και Χ4 και στον ΒΒ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τη νύχτα της 16-4-2005 διέθεσε την ανωτέρω ποσότητα των 1006,2 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Πλέον συγκεκριμένα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων Χ2, ιδιοκτήτης του άνω εργοστάσιου με τον αδελφό του, είχε παραχωρήσει στους άνω αδελφούς Χ1-ΑΑ παρακείμενο της παλιάς δεξαμενής δωμάτιο, στο οποίο οι αδελφοί αυτοί έμεναν πολλά χρόνια και στο εργοστάσιο είχαν εργαστεί περιστασιακά. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι άνω αδελφοί Χ1-ΑΑ κατά το τελευταίο 20ήμερο πριν τις 16-4-2005, έβγαιναν τη νύχτα από τη μικρή πόρτα του εργοστασίου, που βρίσκεται δίπλα στη μεγάλη πόρτα αυτού και άφηναν κάθε φορά μία σακούλα, που περιείχε ινδική κάνναβη από την πολύ μεγάλη ποσότητα που απέκρυπταν στη δεξαμενή αυτή, σε παρακείμενη κολώνα της ΔΕΗ, που βρίσκεται έξω από το εργοστάσιο ή κάτω από την επιγραφή του εργοστασίου και στη συνέχεια μετά από λίγο προσήρχοντο με αυτοκίνητα άγνωστοι, με τους οποίους είχε προηγηθεί συνεννόηση και παρελάμβαναν τη σακούλα με την ινδική κάνναβη για περαιτέρω διάθεση, ως συνέβη και τη νύχτα της 16-4-2005, όταν επενέβησαν οι αστυνομικοί, οι οποίοι σε απόσταση ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο των Χ3 και Χ4 και κατά την έρευνα ανευρέθη εντός αυτού η άνω ποσότητα των 1006,2 γραμμαρίων σε 3 δέματα, ενώ το άλλο αυτοκίνητο (BMW) τράπηκε σε φυγή. Αναφέρεται επίσης ότι κατά την επακολουθήσασα έρευνα των αστυνομικών στο εργοστάσιο ανευρέθη η άνω ποσότητα των 416,4 κιλών ινδικής κάνναβης εντός της δεξαμενής αυτής λόγω της χαρακτηριστικής οσμής που ανέδιδαν, ενώ οι άνω αδελφοί Χ1-ΑΑ είχαν διαφύγει από κρυφή δίοδο, που είχαν ανοίξει στο πίσω μέρος της τοιχοποιίας της περίφραξης του εργοστασίου και η ταυτότητά τους διαπιστώθηκε στη συνέχεια από την παρακολούθηση τους από τους αστυνομικούς και από τα έγγραφα τους που εγκατέλειψαν στο δωμάτιο τους κατά την αναχώρηση τους. Πλέον τούτων, προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην ενοχή του αναιρεσείοντος Χ2 ως συναυτουργού των άνω πράξεων, εκθέτει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η δεξαμενή μέσα στην οποία ήταν κρυμμένη η άνω ποσότητα της ινδικής κάνναβης δεν απείχε από το γραφείο του εργοστασίου, όπου μετέβαινε και εργαζόταν ο ίδιος καθώς και ότι ανέδιδε χαρακτηριστική οσμή, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η ύπαρξη της δεν θα μπορούσε να ήταν άγνωστη σε αυτόν. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι αδελφοί FIDA είχαν εργαστεί περιστασιακά στο εργοστάσιο, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι αυτοί κατέβαλλαν οποιοδήποτε μίσθωμα για τη διαμονή τους στο δωμάτιο που τους είχε παραχωρήσει ο αναιρεσείων. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα κλειδιά της μεγάλης πόρτας του εργοστασίου κατείχε ο ανωτέρω αναιρεσείων, τούτο δε συνδέεται με τον τρόπο εισόδου των ναρκωτικών εντός του χώρου του εργοστασίου. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι αδελφοί Χ1-ΑΑ διέφυγαν από δίοδο που υπήρχε στο πίσω μέρος της τοιχοποιίας της περίφραξης του εργοστασίου, και την οποία προδήλως γνώριζε ο αναιρεσείων αυτός, ως ιδιοκτήτης του εργοστασίου, γεγονός που επίσης ήταν ενισχυτικό της κρίσεως του Δικαστηρίου για την ενοχή του. Δέχθηκε επίσης το Δικαστήριο της ουσίας ότι ο αναιρεσείων, όλως αντιφατικά, διαφορετικούς ισχυρισμούς προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και διαφορετικούς ενώπιον του δευτεροβαθμίου, ήτοι, "ενώ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυριζόταν ότι απασχολείτο στο εργοστάσιο αυτός, μία υπάλληλος και περιστασιακά ο αδελφός του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (δευτεροβαθμίου) ισχυρίστηκε, μεταβάλλοντας υπερασπιστική τακτική προς δημιουργία αμφιβολιών, ότι επισκεπτόταν το εργοστάσιο δύο φορές το μήνα και ότι απησχολείτο σε χρηματοπιστωτική εταιρεία, χωρίς όμως τούτο να προκύπτει". Υπό τα άνω περιστατικά, ο αναιρεσείων Χ2 κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι τέλεσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με την αιτιολογία ότι "από την επανειλημμένη τέλεσή της και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσή τους, υποδομή που καταδεικνύεται από την μεγάλη ποσότητα της ινδικής κάνναβης που κατείχαν στις 16-4-2005 (συνολικού βάρους 417,406,2 γραμμαρίων ήτοι 416,400+1006,2), την μεγάλη αξία αυτής, την κατανομή της σε μικρότερες αυτοτελείς συσκευασίες, ώστε να είναι ευχερέστερη η περαιτέρω διάθεση, την απόκρυψη των ναρκωτικών ουσιών στην ως άνω παλαιά δεξαμενή, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι τα έσοδα από τη λειτουργία του εργοστασίου ήταν περιορισμένα (10.000-12.000 ευρώ το χρόνο τα καθαρά έσοδα) προσέτι δε ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Η αιτιολογία αυτή ως προς τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και περιγράφονται ως άνω, συγκροτούν δε υποκειμενικώς και αντικειμενικώς τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις. Ειδικότερα, η συνδρομή αυτών συνίσταται στην επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και στην υποδομή, ήτοι στην οργανωμένη ετοιμότητα, που είχε διαμορφώσει ως συναυτουργός με τους Χ1 και ΑΑ, αφού κατά την αιτιολογία, η ποσότητα αυτή ήταν μεγαλύτερη των 417.406,2 γραμ. είχε διαμοιραστεί σε μικρότερες συσκευασίες έτοιμες για διάθεση, είχε αποκρύβει σε ασφαλές μέρος, γεγονότα από τα οποία προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών με σκοπό κτήσεως παρανόμου εισοδήματος, εκ των ανωτέρω δε προκύπτει κατά την αιτιολογία σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος προς τέλεση τέτοιων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Συνεπώς, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, οι δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/ 1996, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη αυτή η παραβίαση της οποίας οδηγεί σε ελλιπή αιτιολογία και έτσι ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγους αμφοτέρων των αναιρέσεων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την ενοχή του αναιρεσείοντος Χ1 αποκλειστικά στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Χ2, την δε ενοχή του αναιρεσείοντος Χ2 στην απολογία του συγκατηγορουμένου του Χ3 , με αποτέλεσμα η αιτιολογία και για τους δύο αναιρεσείοντες να είναι ελλιπής. Οι λόγοι αυτοί των αναιρέσεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για τη θεμελίωση της κρίσης του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων για τις άνω αξιόποινες πράξεις έλαβε υπόψη του και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων αυτών. Σημειώνεται ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης από προφανή παραδρομή γίνεται αναφορά σε "απολογία του κατηγορουμένου" αντί του ορθού "απολογίες των κατηγορουμένων", στις οποίες περιλαμβάνεται και η απολογία του αναιρεσείοντος Χ1. Όμως, όσον αφορά την κρίση του Δικαστηρίου για την κατοχή και διάθεση απροσδιόριστης ποσότητας ηρωίνης και ποσότητας 2,4 γραμμαρίων ηρωίνης, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Τούτο διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ανωτέρω πράξεων, ενώ όπως ρητώς διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν είχαν στην κατοχή τους τη μεταφερόμενη με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ3 ποσότητα ηρωίνης βάρους 2,4 γραμμαρίων. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγοι αναίρεσης που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 511) είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την καταδικαστική διάταξη της για κατοχή και διάθεση απροσδιόριστης ποσότητας ηρωίνης καθώς και ηρωίνης βάρους 2,4 γραμμαρίων, συνακόλουθα δε και ως προς της διάταξη της περί των επιβληθεισών για όλες τις πράξεις των αναιρεσειόντων ποινών, αφού κατά την επιμέτρηση τους λήφθηκε υπόψη η συνολική εγκληματική δράση τους.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 1425-1426/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα μόνο ως προς την καταδικαστική διάταξη της για κατοχή και διάθεση απροσδιόριστης ποσότητας ηρωίνης και 2,4 γραμμαρίων ηρωίνης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και ως προς τη διάταξη της επιβληθείσης για τις παραβάσεις του ν. 1729/1987 ενιαίας ποινής εις έκαστον και παραπέμπει η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα πιο πάνω μέρη της σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Διάθεση και κατοχή. Επιβαρυντικές περιστάσεις. Έννοια αυτών. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Έννοια αυτών. Συναυτουργία. Δεν απαιτείται αναφορά των συγκεκριμένων υλικών πράξεων του συναυτουργού. Κριτήρια συνδρομής επιβαρυντικών περιστάσεων. Η παραβίαση του άρθρου 211 Α ΚΠΔ οδηγεί σε ελλιπή αιτιολογία (510 παρ. 1Δ΄ ΚΠΔ) καθόσον αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη την κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση αυτών μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Συναυτουργία, Κατηγορούμενος.
| 2
|
Αριθμός 1740/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για ανάκληση-επανεξέταση της υπ'αριθμ. 1897/2008 απόφασης του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με συγκατηγορούμενη-αναιρεσείουσα την .... και ήδη κρατούμενη στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)..., 2) .... και 3) ..., κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την ανάκληση-επανεξέταση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση ανάκλησης-επανεξέτασής της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 30/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, αλλά στην περίπτωση κατά την οποία ο 'Αρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο 'Αρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρο 511 ΚΠΔ ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα απ'αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της επανεξετάσεως λόγου αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 233-237/2007 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού και του επιβλήθηκε ποινή ισόβια κάθειρξης, ασκήθηκε η από 7-11-2007 αίτηση αναίρεσης και οι από 16-4-2008 πρόσθετοι λόγοι.Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων αποδίδετο στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα με τις ειδικότερες αιτιάσεις στην μεν αίτηση αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ'αριθμ. ...'Εκθεση Εξερεύνησης των Α/Β ... και Α/Α.... που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας από το Α.Τ. ..., στα πλαίσια ενεργηθείσας προανάκρισης, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, στον δε δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ότι δεν εξετάσθηκαν τα 23 έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο εκ του λόγου ότι δεν γίνεται ρητή μνεία στο σκεπτικό του χαρακτηρισμού των ως άνω εγγράφων ως προσκομισθέντων από τον κατηγορούμενο.Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, από την παράθεση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου να στηρίξει την ενοχή του πρώτου αναιρεσείοντος ..., αναμφισβήτητα προκύπτει, ότι ναι μεν δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη με αριθμό ... έκθεση εξετάσεως αίματος, για τον προσδιορισμό αλκοόλης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στην υπ' αριθμό ...., έκθεση εξέτασης της υπεύθυνης αναλύσεων του αυτού Εργαστηρίου, ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται αντίστοιχη αναφορά, στην υπ' αριθμό ....έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, του ιατροδικαστού ..., η οποία διενεργήθηκε, συνεπεία της ... παραγγελίας του Α.Τ. ..., και την από... έκθεση αυτοψίας, όμως, τόσο η έκθεση εξετάσεως αίματος για τον προσδιορισμό αλκοόλης, όσο και η έκθεση αναλύσεων αίματος, δεν θεωρούνται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου, 178 του Κ.Π.Δ, ανεξάρτητα της παραγγελίας που δόθηκε από το Α.Τ. ..., για τη διενέργειά τους, αλλά ως έγγραφα, τα οποία, όπως, και ο αναιρεσείων ομολογεί αναγνώσθηκαν, και, ορθώς, επίσης, δεν εκτιμήθηκαν, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, τα πειστήρια ή οι φωτογραφίες, που επισκοπήθηκαν. Πέραν αυτών, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε και συνεκτίμησε, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής, και τις παραπάνω εκθέσεις, οι οποίες δεν φέρουν τα στοιχεία ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων. Από την παραπάνω αιτιολογία της απόφασης του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αφ'ενός μεν διατυπώνεται η νομική άποψη ότι κατά την έννοια του άρθρου 178 του ΚΠΔ αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στο σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασής του, μόνο η πραγματογνωμοσύνη και η αυτοψία, και όχι άλλα έγγραφα έστω και αν εκδόθηκαν κατόπιν παραγγελίας από τα διενεργούντα προανάκριση αστυνομικά όργανα, αφ'ετέρου δε η κρίση ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας του δικαστηρίου της ουσίας δεν είναι αναγκαίο τα έγγραφα αυτά να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση αλλά αρκεί η αναφορά σ'αυτήν ότι έλαβε υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο και την κατηγορία των εγγράφων, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο 'Αρειος Πάγος με την προαναφερθείσα απόφασή του δεν παρέλειψε να ερευνήσει την αιτίαση που αφορούσε τη μη λήψη υπόψη από το ΜΟΕ της με αριθμ. ...έκθεσης διερεύνησης, παρόλου που δεν διέλαβε ως προς την έκθεση αυτή ειδική σκέψη, όπως έπραξε για τις εκθέσεις εξέτασης αίματος, αφού τούτο συνάγεται από το όλο επί του θέματος αυτού σκεπτικό της εν όψει μάλιστα του ότι δεν θα δικαιολογείτο διαφορετική αντιμετώπιση ως προς αυτήν. Σε κάθε πάντως περίπτωση δεδομένου ότι από την επισκόπηση της ως άνω έκθεσης εξερεύνησης και της έκθεσης αυτοψίας δεν εντοπίζεται κάποια διαφορά διαπιστώσεων, ούτε η πρώτη περιέχει αξιόλογα επί πλέον στοιχεία για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ώστε να δικαιολογείται η υποχρέωση τούτου να διαλάβει ειδική σκέψη, εμπίπτοντας διαφορετικά στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ λόγο αναίρεσης, στερείται ο αιτών την επανεξέταση της αίτησης αναίρεσης του απαιτουμένου για το παραδεκτό της εννόμου συμφέροντος.
Με την παραπάνω δε αναφορά ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η μνεία γενικώς της κατηγορίας "έγγραφα" προκύπτει ότι δεν παρέλειψε να ερευνήσει και ν'απορρίψει την ειδικότερη αιτίαση που προβαλλόταν με το δικόγραφο των προσθέτων ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείτο ειδική μνεία στο σκεπτικό της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο, αλλ'ότι δεν δέχθηκε ως ορθή την άποψη αυτή. Συνακόλουθα, εφόσον οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν από τον 'Αρειο Πάγο, και δεδομένου ότι οι λοιπές με στοιχεία γ) και γ) αιτιάσεις του αιτούντος με τις οποίες πλήττεται η ορθότητα της κρίσεως του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτες, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του ... για ανάκληση της 1897/2008 απόφασης του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που αποκλείει την επανεξέτασή τους δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για τον καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της αποφάσεως. Είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Απορριπτέος ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1.739/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 1.402/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με κατηγορούμενο τον Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χαρμάνη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φίλιππο Ανδρέου και Ιωάννη Παπαδογιαννάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 63 και ημερομηνία 8-12-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.964/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση και κατά αθωωτικής απόφασης, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Ποιν .Δ. επομένως και για έλλειψη της απαιτούμενης,κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για την αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και απάο το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι στην π οινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται η έκθεση περιστατικών, από τα οποία πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την 8.12.2008 εμπρόθεσμα αναίρεση κατά της 1.402/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από έφεση κατά της 2.143/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο, ο οποίος πρωτόδικα είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου κατά συρροή. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα απιοδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στη χθ 23+000 της Ε.Ο. ... - ... την 14-10-2003 και ώρα 15.30. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το άνευ αριθμού κυκλοφορίας μηχάνημα έργων [γεωτρύπανο] στην Ε.Ο ... -... με κατεύθυνση προς ... . Ο παθών και πολιτικώς ενάγων Ψ οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του (με συνεπιβάτη τον επίσης παθόντα ΑΑ) και κινούνταν στην ίδια Ε.Ο. και με κατεύθυνση αντίθετη, δηλαδή προς ... . Δεξιά στην πορεία του κατηγορουμένου υπήρχε το εργοτάξιο μηχανημάτων "..." που τη στιγμή εκείνη ήταν κλειστό. Μπροστά από την είσοδο του διαμορφώνεται ένας ιδιωτικός χώρος στάθμευσης και ο κατηγορούμενος σκόπευε, παρεκκλίνοντας με ελιγμό δεξιά στην πορεία του, να σταματήσει εκτός οδοστρώματος στο χώρο αυτό. Δεν είναι ακριβές ότι σκόπευε να στρίψει δεξιά ως προς την πορεία του προκειμένου να εισέλθει μέσα στη μάνδρα του εργοταξίου, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η πόρτα ήταν κλειστή. Ενόψει του ελιγμού του αυτού, άναψε κανονικά το δείκτη αλλαγής πορείας, αλλά -πριν προλάβει να αρχίσει τον ελιγμό- ο πολιτικώς ενάγων από αιτία που δεν εξακριβώθηκε (πιθανότατα λόγω απροσεξίας από κούραση) άρχισε ξαφνικά να έχει ασταθή πορεία και τελικά, αφού εισήλθε κατά 50-60 εκατοστά στο (αντίθετο γι' αυτό) ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο πλάγιο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου. Η σύγκρουση έλαβε χώρα μέσα το ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, όπου αυτός κινούνταν κανονικά. Εξ αιτίας της συγκρούσεως το μεν γερανοφόρο, αφού έσπασε ο άξονας του, δίπλωσε ο τροχός του προς τα αριστερά, το δε όχημα του πολιτικώς ενάγοντος παρέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά και κατέληξε σε παρακείμενο χωράφι με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του οδηγού και του συνεπιβάτη που υπέστησαν: α) ο Ψ, οδηγός του β' οχήματος "κρανιοεγκεφαλική κάκωση" και β) ΑΑ, συνεπιβάτης στο β' όχημα, "αυχεναλγία, θλάση αυχένος, μικρή αιμορραγική θλάση [αρ]". Δεν είναι βάσιμο το υποστηριζόμενο από τον πολιτικώς ενάγοντα και το μάρτυρα κατηγορίας ... ότι το γερανοφόρο στην προσπάθεια του να εκτελέσει τον προαναφερόμενο ελιγμό εισήλθε εν μέρει στο αντίθετο γι' αυτό ρεύμα πορείας και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα, εκεί όπου ακριβώς το τοποθετεί το σχεδιάγραμμα και η έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας. Περί του ότι η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας είναι ως προς το σημείο αυτό ανακριβή, από προφανή παραδρομή του συντάξαντος αυτά αστυνομικού προανακριτικού υπαλλήλου, συνάγεται με ασφάλεια όχι μόνο από τη σαφή κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα κατηγορίας ... που κινούνταν με το αυτοκίνητο του ακριβώς πίσω από τον κατηγορούμενο, αλλά κυρίως από το εξής αψευδές και αντικειμενικό τεκμήριο: Από τις φωτογραφίες που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και απεικονίζουν την οδό και το σημείο συγκρούσεως, προκύπτει χωρίς ενδοιασμό ότι η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου και σε απόσταση περίπου 50-60 εκατοστών από τη διαχωριστική γραμμή. Εκεί ακριβώς χύθηκαν και τα λάδια από τη μηχανή του γερανοφόρου που έσπασε. Από τις εν λόγω φωτογραφίες (που σημειωτέον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις φωτογραφίες που έλαβε ο αστυνομικός της Τροχαίας προανακριτικά διότι οι τελευταίες δεν εμφανίζουν καθαρά τη θέση των λαδιών) προκύπτει σαφώς η θέση που χύθηκαν τα λάδια και πρόκειται για την ίδια θέση όπου έγινε η σύγκροκίση: Η θέση αυτή είναι 50-60 εκατοστά μέσα στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και ο εξ αυτού τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος και του συνεπιβάτη του οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού που για δικούς του αποκλειστικά λόγους, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και συγκρούσθηκε με τον κανονικά κινούμενο κατηγορούμενο. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξεως που του αποδίδεται. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από την αξιούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λόγω των ελλείψεων και ασαφειών που υπάρχουν σ' αυτήν, όσον αφορά τους συλλογισμούς του με βάση τους οποίους κατέληξε σε αθωωτική για τον αναιρεσείοντα κρίση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι για να καταλήξει στην κρίση του αυτή ότι οι σωματικές βλάβες των παθόντων από το επισυμβάν τροχαίο ατύχημα οφειλόταν στο γεγονός ότι παθών και οδηγός του Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου εισήλθε στο ρεύμα πορείας του μηχανήματος έργων που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην απεικόνιση λαδιών στις φωτογραφίες που προσκόμισε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριό του, α) δεν διευκρινίζει κατά ποίο χρόνο έχουν ληφθεί αυτές, αν δηλαδή ελήφθησαν πριν ή κατά την διενεργηθείσα από τα όργανα της Τροχαίας αυτοψία του χώρου και λήψη από αυτά κατά την διενέργεια αυτής των άλλων φωτογραφιών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν είναι ευκρινείς, ως προς την απεικόνιση των λαδιών, ούτε γίνεται περί τούτου αναφορά σε άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κ.λ.π.), διευκρίνιση απαραίτητη για την στήριξη του ως άνω αποδεικτικού συλλογισμού του, αφού η μεταγενέστερη λήψη φωτογραφιών του σημείου που έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων ουδεμία αποδεικτική αξία έχει, καθόσον είναι δυνατή η ρήψη λαδιών στην ίδια περιοχή και φωτογράφιση μετά το ατύχημα, όταν μάλιστα δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ότι για την εξακρίβωση ότι αυτές που προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο αφορούν την ένδικη σύγκρουση έγινε από το δικαστήριο σύγκριση των φωτογραφιών που έλαβαν τα διενεργήσαντα την αυτοψία όργανα, και εκείνων που προσκομίσθησαν από τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν διευκρινίζεται αν στις δεύτερες φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζονται εμφανώς τα λάδια υπάρχουν πλην της αναφοράς ότι πρόκειται για το ίδιο σημείο της σύγκρουσης και άλλα αναμφισβήτητα στοιχεία, ως ή ύπαρξη του επιβατηγού αυτοκινήτου, η παρουσία αστυνομικών οργάνων και η θέση του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, β) ενώ δέχεται ότι από παραδρομή του προανακριτικού υπαλλήλου που συνέταξε την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας το σημείο σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων το τοποθετεί, αντίθετα από τις παραδοχές του Δικαστηρίου, στο ρεύμα πορείας των επιβατικού αυτοκινήτου, δεν διευκρινίζει περαιτέρω πότε συντάχθηκε η πρώτη και πότε έγινε το σχεδιάγραμμα και αν η παραδρομή οφείλεται στο ότι στηρίχθηκε στις φωτογραφίες που κατά τις παραδοχές της απόφασης δεν είναι ευκρινείς ή σε άλλον λόγο και ποίο.
Συνεπώς, εν όψει των παραπάνω κενών σημείων και ασαφειών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέως και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1.402/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια (από τροχαίο ατύχημα). Δεκτή αίτηση Εισαγγελέα. Αναιρείται αθωωτική απόφαση λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ λόγω ασαφειών, λογικών κενών σημείων του σκεπτικού της προσβαλλόμενης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 1738/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισητητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 κατοίκων .... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1185/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Π.Ε. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Οκτωβρίου 2008 και 17 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1793/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 33/26.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθ. 170 και 171/2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 κατά του υπ'αριθ. 1185/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 2132/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών τους αναιρεσείοντες, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 386 παρ. 1 και 3β και 45 Π.Κ.).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις υπ'αριθ. 475 και 474/11-9-2007 αντίστοιχες εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο έγιναν αυτές τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή τους πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α' Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003.
Διαλαμβάνονται δε στις αιτήσεις αυτές αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα αυτοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε (άρθρο 484 παρ. 1β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της (ΑΠ 961/06). Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη παράλειψη (ΑΠ 978/06). Σε περίπτωση πωλήσεως ακινήτου, που δεν ανήκει στην κυριότητα του πωλητή, ο οποίος με ψευδείς παραστάσεις παραπλανά το συμβολαιογράφο και τον πείθει, να καταρτίσει αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου, η ζημία του αγοραστή του ακινήτου, αλλά και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του δράστη, συνίσταται στο ποσό του καταβληθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας (ΑΠ 961/06, ΑΠ 1815/97), ενώ επί πλέον ο αγοραστής ζημιώνεται και με τα ποσά που δαπάνησε για τα υπόλοιπα έξοδα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας. Στην περίπτωση αυτή, περιουσιακή βλάβη υφίσταται και ο αληθής κύριος του ακινήτου, καίτοι αυτός δεν αποξενούται της ιδιοκτησίας του, συνίσταται δε αυτή είτε στη μείωση ή την απειλή μειώσεως της συνολικής αξίας της περιουσίας του, συνεπεία της επερχόμενης αμφισβητήσεως του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου είτε στον κίνδυνο της περιουσίας του στο μέλλον, λόγω της εμπλοκής του σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα προς άρση της αμφισβήτησης της κυριότητάς του (ΑΠ 1924/07 ΠΧ 1998.648, ΑΠ 1660/85, ΑΠ 1612/86 ΠΧ 1987.207, ΑΠ 281/97). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, όπως οριζόταν και στην περ. α' της διάταξης αυτής προ της αντικαταστάσεως της με το άρθρο 1 του ν. 2408/96. Η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3-6-1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, η ως άνω περίπτωση β' δεν έχει, ως αυστηρότερη, αναδρομική ισχύ και δεν εφαρμόζεται επομένως και στις πράξεις που τελέστηκαν προ της 3-6-1999 (ΑΠ 231/06, ΑΠ 430/02, ΑΠ 1917/2001), ενώ η περίπτωση α' έχει αναδρομική ισχύ, διότι είναι ηπιότερη, αφού για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί ότι ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται προσθέτως όπως και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 231/06).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των άρθρων 27, 43, 309, 317 και 318 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ή στ' του Κ.Π.Δ., η παραδοχή, το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών, επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως, ακόμη και όταν εισάγεται σ'αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί κατά το άρθρο 318 Κ.Π.Δ. το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου, κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, μπορεί να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, που έχει εφαρμογή επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο μόνο κατά καταδικαστικών γι'αυτόν αποφάσεων και όχι και κατά παραπεμπτικών αυτού βουλευμάτων (ΑΠ 1297/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ'/499).
Κατά δε το άρθρο 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 50/1990 (σε ολομ.) και ΑΠ 810/2006 Π.Χρ. NZ/222).
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ.ΝΓ/638, ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39).
Εξάλλου κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1185/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση του παρ'αυτώ εισαγγελέως Εφετών δέχθηκε ότι από την διενεργηθείσα και νομότυπα περατωθείσα κύρια ανάκριση (άρθ. 270 & 1 και 308 & 4 Κ.Π.Δ.) και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Το έτος 1964 ιδρύθηκε σωματείο με την επωνυμία "Στεγαστικός Οργανισμός Δημοσίων Υπαλλήλων - Σ.Ο.Δ.Υ.", που αναγνωρίσθηκε με την με αριθ. 6549/26-11-1964 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην συνέχεια το ανωτέρω σωματείο μετατράπηκε σε Οικοδομικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "Στεγαστικός Οργανισμός Δημοσίων Υπαλλήλων - Οικοδομικός Συνεταιρισμός Π.Ε. (ΣΟΔΥ ΟΣΠΕ), με έδρα επί της οδού Ζήνωνος 3, στην Αθήνα. Σκοπός τόσο του Σωματείου όσο και του Συνεταιρισμού ήταν η εξασφάλιση για τα μέλη του παραθεριστικής κατοικίας, στα δημοτικά όρια των δήμων ..., ... και της Κοινότητας ....
Για την πραγματοποίηση του ανωτέρω σκοπού με το με αριθ. ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Μιχαήλ, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ο συνεταιρισμός αγόρασε έναν αγρό, εκτάσεως 15 (δεκαπέντε) στρεμμάτων, που ευρίσκεται στην θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ..., από τους ιδιοκτήτες του Ι1 και Ι2 οι οποίοι κατά την κατάρτιση του συμβολαίου εκπροσωπήθηκαν από τον Ε1. Οι ανωτέρω πωλητές είχαν αποκτήσει το ακίνητο αυτό, με αγορά, με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θηβών Κατσιμπάρδη Κωνσταντίνου. Έκτοτε ο Συνεταιρισμός νεμόταν το ακίνητο, περιφράσσοντας αυτό, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο από ελαιόδενδρα που υπήρχαν σ' αυτό και κατά διαστήματα φυλάττοντας αυτό με διάφορους φύλακες προκειμένου να το προστατεύσει από καταπατήσεις.
Στις 25-9-1995 με το με αριθ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασημακοπούλου Διαμάντως ο πρώτος εκκαλών ενεργώντας ως πληρεξούσιος του δευτέρου εκκαλούντος, υιού του, πώλησε και μεταβίβασε στον Μ1 ένα αγροτεμάχιο, που ευρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., έκτασης 800 τ.μ., το οποίο είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει βόρεια, νότια και ανατολικά με ιδιοκτησία του εγκαλούντος συνεταιρισμού και δυτικά με κοινοτικό παραλιακό δρόμο. Σχετικά με τους τίτλους κτήσεως του ακινήτου αυτού στην συμβολαιογράφο δηλώθηκε ψευδώς και αναγράφεται και στο προαναφερθέν συμβόλαιο ότι ο πωλητής απέκτησε αυτό με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του από το έτος 1972 και ότι έκτοτε ο πωλητής νέμονταν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και έγινε κύριος αυτού και με έκτακτη χρησικτησία και ότι στον δικαιοπάροχο πατέρα του περιήλθε με άτυπη αγορά κατά το έτος 1962 από τον Κ1. Πλην όμως τα ανωτέρω αναφερόμενα τυγχάνουν ψευδή, καθόσον το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί τμήμα του όλου ακινήτου το οποίο είχε αγοράσει ο εγκαλών συνεταιρισμός με το με αριθ. ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Μιχαήλ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο με αριθ. ... συμβόλαιο, προσαρτήθηκε αντίγραφο της με αριθ. .../22-9-1995 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον συμβολαιογράφου του Ε1 στο οποίο βεβαιώνεται ο προαναφερεθείς τρόπος κτήσης του ακινήτου από τους εκκαλούντες. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις των εκκαλούντων τόσο στον αγοραστή όσο στη συνέχεια και στην συμβολαιογράφο είχαν ως αποτέλεσμα να πεισθεί ο μεν αγοραστής να προβεί στην αγορά του ακινήτου αυτού, θεωρώντας ότι αυτό ανήκε στον πωλητή, η δε συμβολαιογράφος να συντάξει το ως άνω συμβόλαιο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη συνέχεια το αγροτεμάχιο αυτό, κατ' απαίτηση του αγοραστή Μ1 ο οποίος αφενός μεν αντιμετώπισε προβλήματα κατά την περίφραξη του ακινήτου, αφετέρου δε δεν ενδιαφέρονταν πλέον για το συγκεκριμένο ακίνητο μεταβιβάσθηκε με το με αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κλώνη Ανδρομάχης, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην εταιρεία με την επωνυμία "Αλκυονίδες Ιχθυοπαραγωγική - Τουριστική - Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο πρώτος εκκαλών, ο οποίος στη συνέχεια με το με αριθ. ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βέννη Κωνσταντίνου, που νόμιμα μεταγράφηκε, έσπευσε, με την προαναφερθείσα ιδιότητα του (του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας), να το μεταβιβάσει περαιτέρω, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, στους Ν1 και Ν2. Εξάλλου με την με αριθ. 373/2002 απόφαση του Μον.Πρωτ. Θηβών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-2-2002 αγωγής του εγκαλούντος συνεταιρισμού κατά του πρώτου εκκαλούντος, ο εγκαλών συνεταιρισμός αναγνωρίσθηκε κύριος της ανωτέρω έκτασης και υποχρεώθηκε ο πρώτος εκκαλών να αποδώσει την έκταση αυτή στον συνεταιρισμό. Η απόφαση αυτή, η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, εκτελέσθηκε, όπως προκύπτει από την με αριθ. 1413/30-7-2003 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ...., πλην όμως οι εκκαλούντες συνέχισαν τις επεμβάσεις στο ακίνητο, άλλοτε οι ίδιοι και άλλοτε τα άτομα στα οποία είχαν μεταβιβάσει αυτό.
Οι εκκαλούντες στην απολογία των ισχυρίζονται ότι η εδαφική αυτή έκταση ανήκει στον δεύτερο από αυτούς και ότι ο συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον δεύτερο εκκαλούντα εδαφικό τμήμα ιδιοκτησίας του (συνεταιρισμού) σε άλλη περιοχή, προκειμένου αυτός (δεύτερος εκκαλών) να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του στο επίδικο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ουδόλως αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδία την από 13-7-2006 ένορκη κατάθεση του νυν προέδρου του Δ.Σ. του ΣΟΔΥ ΟΣΠΕ Δ1, καθώς και την από 8-11-2005 ομοία του αμέσως προηγούμενου προέδρου Π1. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ε1 (κατ' αυτού η ασκηθείσα ποινική δίωξη με το εκκαλούμενο βούλευμα θεωρήθηκε ως μη γενομένη, λόγω θανάτου του πριν την άσκηση αυτής) με την προαναφερθείσα με αριθ..../22-9-1995 ένορκη βεβαίωση, αντίγραφο της οποίας προσαρτήθηκε στο με αριθ. ... συμβόλαιο, βεβαίωσε τον προαναφερθέντα τρόπο κτήσης του αγροτεμαχίου, ενώ ο ίδιος πριν από χρόνια και συγκεκριμένα στις 22-7-1968, κατά την σύνταξη του με αριθ. ... συμβολαίου, ενήργησε ως πληρεξούσιος των τότε πωλητών για την μεταβίβαση της μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο, στον εκκαλούντα συνεταιρισμό. Είναι προφανές ότι οι εκκαλούντες, εκ των οποίων ο δεύτερος στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή δήλωσε κάτοικος ..., γνώριζαν από τον Ε1 την κυριότητα του συνεταιρισμού στην εδαφική αυτή έκταση, με την πράξη των δε αυτή έβλαψαν την περιουσία του συνεταιρισμού, προέβησαν δε σ' αυτή με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος.
Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων προέβη σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η από την πράξη των εκκαλούντων επελθούσα βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος δεν συνίσταται στην εμπορική αξία του ακινήτου (75.000 Euro), ως αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός δεν έχασε την κυριότητα του ακινήτου, αλλά, κατά τα προαναφερθέντα στην αρχή της παρούσης, στην εμπλοκή του συνεταιρισμού σε δικαστικούς αγώνες και στην μείωση της αξίας του ακινήτου λόγω της αμφισβήτησης, η οποία υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) Euro.
Την ανωτέρω πράξη τέλεσαν οι κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (κατάρτιση συμβολαίων μεταβίβασης, χρήση ένορκης βεβαίωσης σχετικά με τον τρόπο κτήσεως του ακινήτου κλπ) προκύπτει σκοπός αυτών προς πορισμό εισοδήματος. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα και με τις ορθές και νόμιμες σκέψεις, που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το παρόν Συμβούλιο κατά τα λοιπά αναφέρεται, πρέπει να διορθωθεί Α) το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου (βουλεύματος ως ακολούθως: 1) με την αντικατάσταση της φράσης "Κατά τον περιγραφόμενο τρόπο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 75.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του παθόντος συνεταιρισμού", φύλλο 6, 2η σελίδα, τρεις τελευταίοι στίχοι, και φύλλο 7, πρώτη σελίδα, στίχοι 1ος και 2°ς, με τη φράση "Οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα, ενώ το συνολικό όφελος από την ως άνω πράξη τους, συνιστάμενο στο τίμημα της αγοραπωλησίας, που είναι αντίστοιχο της εμπορικής αξίας του ακινήτου, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, η δε συνολική ζημία του εγκαλούντος συνεταιρισμού από την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες και από τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας του σ' αυτό, υπερβαίνει ομοίως το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ", 2) με την αντικατάσταση της φράσης "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των δυο πρώτων κατηγορουμένων για τη διωχθείσα πράξη της απάτης, που τελέστηκε κατά συναυτουργία, και από την οποία προκλήθηκε ζημία ανώτερη των 73.000 ευρώ" (φύλλο 7, δεύτερη σελίδα, στίχοι 11, 12, 13, με τη φράση "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των δυο πρώτων κατηγορουμένων για τη αξιόποινη πράξη της απάτης, που τελέστηκε κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ" και 3) με την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 386 & 3β Π.Κ. με αυτές των άρθρων 13 στ εδ. α' και 386 & 3α Π.Κ., και Β) το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με την αντικατάσταση α) της φράσης "σε βάρος της οποίας προκλήθηκε ζημία ανώτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000)" στο 8° φύλλο, πρώτη σελίδα, στιχ. 4° και 5°, με τη φράση "οι κατηγορούμενοι δε διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος αυτών, καθώς και η συνολική ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ", και β) της φράσης "Κατά τον περιγραφόμενο τρόπο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000), στο οποίο ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του παθόντος συνεταιρισμού" στο 8° φύλλο, δεύτερη σελίδα, στιχ. 2°,3°, 4°, 5°, 6° και 7°, με τη φράση "Οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα, ενώ το συνολικό όφελος από την ως άνω πράξη τους, συνιστάμενο στο τίμημα της Αγοραπωλησίας, που είναι αντίστοιχο της εμπορικής αξίας του ακινήτου, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, η δε συνολική ζημία του εγκαλούντος συνεταιρισμού από την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες και από τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας του σ' αυτό, υπερβαίνει ομοίως το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ".
Να γίνουν δε τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ'ουσία οι 475 και 474/11-9-2007 εφέσεις των εκκαλούντων κατά του υπ'αριθμ. 2132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να επικυρωθεί το ως άνω εκκαλούμενο βούλευμα".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, κατ'επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 παρ. 1 και 3α' Π.Κ., και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο να δικασθούν για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη.
Συνεπώς οι αντίθετοι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 45 και 386 παρ. 1 και 3α' Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ως ουσία αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ'ουσία οι υπ'αριθ. 170 και 171/2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 κατά του υπ'αριθ. 1185/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 17-10-2008 και 20-10-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 1185/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και των οποίων το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο, είναι προδήλως συναφείς και ως εκ τούτου πρέπει να συνεξεταστούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Σε περίπτωση πωλήσεως ακινήτου, που δεν ανήκει στην κυριότητα του πωλητή, ο οποίος με ψευδείς παραστάσεις παραπλανά το συμβολαιογράφο και τον πείθει, να καταρτίσει αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου, η ζημία του αγοραστή του ακινήτου, αλλά και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του δράστη, συνίσταται στο ποσό του καταβληθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας, ενώ επί πλέον ο αγοραστής ζημιώνεται και με τα ποσά που δαπάνησε για τα υπόλοιπα έξοδα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας. Στην περίπτωση αυτή, περιουσιακή βλάβη υφίσταται και ο αληθής κύριος του ακινήτου, καίτοι αυτός δεν αποξενούται της ιδιοκτησίας του, συνίσταται δε αυτή είτε στη μείωση ή την απειλή μειώσεως της συνολικής αξίας της περιουσίας του, συνεπεία της επερχόμενης αμφισβητήσεως του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου είτε στον κίνδυνο της περιουσίας του στο μέλλον, λόγω της εμπλοκής του σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα προς άρση της αμφισβήτησης της κυριότητάς του. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, όπως οριζόταν και στην περ. α' της διάταξης αυτής προ της αντικαταστάσεως της με το άρθρο 1 του ν. 2408/96. Η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3-6-1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, η ως άνω περίπτωση β' δεν έχει, ως αυστηρότερη, αναδρομική ισχύ και δεν εφαρμόζεται επομένως και στις πράξεις που τελέστηκαν προ της 3-6-1999, ενώ η περίπτωση α' έχει αναδρομική ισχύ, διότι είναι ηπιότερη, αφού για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί ότι ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται προσθέτως όπως και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικό, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους. χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ" επιλογή μερικά από αυτά. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1185/2008 βούλευμά του με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχτηκε ότι από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1964 ιδρύθηκε σωματείο με την επωνυμία "Στεγαστικός Οργανισμός Δημοσίων Υπαλλήλων - Σ.Ο.Δ.Υ.", που αναγνωρίσθηκε με την με αριθ. 6549/26-11-1964 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην συνέχεια το ανωτέρω σωματείο μετατράπηκε σε Οικοδομικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "Στεγαστικός Οργανισμός Δημοσίων Υπαλλήλων - Οικοδομικός Συνεταιρισμός Π.Ε. (ΣΟΔΥ ΟΣΠΕ), με έδρα επί της οδούΖήνωνος 3, στην Αθήνα . Σκοπός τόσο του Σωματείου όσο και του Συνεταιρισμού ήταν η εξασφάλιση για τα μέλη του παραθεριστικής κατοικίας, στα δημοτικά όρια των δήμων ..., ... και της Κοινότητας ... . Για την πραγματοποίηση του ανωτέρω σκοπού με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Μιχαήλ, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ο συνεταιρισμός αγόρασε έναν αγρό, εκτάσεως 15 (δεκαπέντε) στρεμμάτων, που ευρίσκεται στην θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας..., από τους ιδιοκτήτες του Ι1 και Ι2 οι οποίοι κατά την κατάρτιση του συμβολαίου εκπροσωπήθηκαν από τον Ε1. Οι ανωτέρω πωλητές είχαν αποκτήσει το ακίνητο αυτό, με αγορά, με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θηβών Κατσιμπάρδη Κωνσταντίνου. Έκτοτε ο Συνεταιρισμός νεμόταν το ακίνητο, περιφράσσοντας αυτό, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο από ελαιόδενδρα που υπήρχαν σ' αυτό και κατά διαστήματα φυλάττοντας αυτό με διάφορους φύλακες προκειμένου να το προστατεύσει από καταπατήσεις. Στις 25-9-1995 με το με αριθ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασημακοπούλου Διαμάντως ο πρώτος εκκαλών ενεργώντας ως πληρεξούσιος του δευτέρου εκκαλούντος, υιού του, πώλησε και μεταβίβασε στον Μ1 ένα αγροτεμάχιο, που ευρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., έκτασης 800 τ.μ., το οποίο είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει βόρεια, νότια και ανατολικά με ιδιοκτησία του εγκαλούντος συνεταιρισμού και δυτικά με κοινοτικό παραλιακό δρόμο. Σχετικά με τους τίτλους κτήσεως του ακινήτου αυτού στην συμβολαιογράφο δηλώθηκε ψευδώς και αναγράφεται και στο προαναφερθέν συμβόλαιο ότι ο πωλητής απέκτησε αυτό με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του από το έτος 1972 και ότι έκτοτε ο πωλητής νέμονταν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και έγινε κύριος αυτού και με έκτακτη χρησικτησία και ότι στον δικαιοπάροχο πατέρα του περιήλθε με άτυπη αγορά κατά το έτος 1962 από τον Κ1. Πλην όμως τα ανωτέρω αναφερόμενα τυγχάνουν ψευδή, καθόσον το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί τμήμα του όλου ακινήτου το οποίο είχε αγοράσει ο εγκαλών συνεταιρισμός με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Μιχαήλ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο με αριθ. ...συμβόλαιο, προσαρτήθηκε αντίγραφο της με αριθ. ..../22-9-1995 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον συμβολαιογράφου του Ε1 στο οποίο βεβαιώνεται ο προαναφερεθείς τρόπος κτήσης του ακινήτου από τους εκκαλούντες. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις των εκκαλούντων τόσο στον αγοραστή όσο στη συνέχεια και στην συμβολαιογράφο είχαν ως αποτέλεσμα να πεισθεί ο μεν αγοραστής να προβεί στην αγορά του ακινήτου αυτού, θεωρώντας ότι αυτό ανήκε στον πωλητή, η δε συμβολαιογράφος να συντάξει το ως άνω συμβόλαιο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη συνέχεια το αγροτεμάχιο αυτό, κατ' απαίτηση του αγοραστή Μ1 ο οποίος αφενός μεν αντιμετώπισε προβλήματα κατά την περίφραξη του ακινήτου, αφετέρου δε δεν ενδιαφέρονταν πλέον για το συγκεκριμένο ακίνητο μεταβιβάσθηκε με το με αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κλώνη Ανδρομάχης, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην εταιρεία με την επωνυμία "Αλκυονίδες Ιχθυοπαραγωγική - Τουριστική - Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο πρώτος εκκαλών, ο οποίος στη συνέχεια με το με αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βέννη Κωνσταντίνου, που νόμιμα μεταγράφηκε, έσπευσε, με την προαναφερθείσα ιδιότητα του (του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας), να το μεταβιβάσει περαιτέρω, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, στους Ν1 και Ν2. Εξάλλου με την με αριθ. 373/2002 απόφαση του Μον.Πρωτ. Θηβών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-2-2002 αγωγής του εγκαλούντος συνεταιρισμού κατά του πρώτου εκκαλούντος, ο εγκαλών συνεταιρισμός αναγνωρίσθηκε κύριος της ανωτέρω έκτασης και υποχρεώθηκε ο πρώτος εκκαλών να αποδώσει την έκταση αυτή στον συνεταιρισμό. Η απόφαση αυτή, η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, εκτελέσθηκε, όπως προκύπτει από την με αριθ. .... έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ...., πλην όμως οι εκκαλούντες συνέχισαν τις επεμβάσεις στο ακίνητο, άλλοτε οι ίδιοι και άλλοτε τα άτομα στα οποία είχαν μεταβιβάσει αυτό. Οι εκκαλούντες στην απολογία των ισχυρίζονται ότι η εδαφική αυτή έκταση ανήκει στον δεύτερο από αυτούς και ότι ο συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον δεύτερο εκκαλούντα εδαφικό τμήμα ιδιοκτησίας του (συνεταιρισμού) σε άλλη περιοχή, προκειμένου αυτός (δεύτερος εκκαλών) να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του στο επίδικο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ουδόλως αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδία την από 13-7-2006 ένορκη κατάθεση του νυν προέδρου του Δ.Σ. του ΣΟΔΥ ΟΣΠΕ Δ1 καθώς και την από 8-11-2005 ομοία του αμέσως προηγούμενου προέδρου Π1. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ε1 (κατ' αυτού η ασκηθείσα ποινική δίωξη με το εκκαλούμενο βούλευμα θεωρήθηκε ως μη γενομένη, λόγω θανάτου του πριν την άσκηση αυτής) με την προαναφερθείσα με αριθ. .../22-9-1995 ένορκη βεβαίωση, αντίγραφο της οποίας προσαρτήθηκε στο με αριθ. ... συμβόλαιο, βεβαίωσε τον προαναφερθέντα τρόπο κτήσης του αγροτεμαχίου, ενώ ο ίδιος πριν από χρόνια και συγκεκριμένα στις 22-7-1968, κατά την σύνταξη του με αριθ. ... συμβολαίου, ενήργησε ως πληρεξούσιος των τότε πωλητών για την μεταβίβαση της μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο, στον εκκαλούντα συνεταιρισμό. Είναι προφανές ότι οι εκκαλούντες, εκ των οποίων ο δεύτερος στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή δήλωσε κάτοικος ...., γνώριζαν από τον Ε1 την κυριότητα του συνεταιρισμού στην εδαφική αυτή έκταση, με την πράξη των δε αυτή έβλαψαν την περιουσία του συνεταιρισμού, προέβησαν δε σ' αυτή με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων προέβη σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η από την πράξη των εκκαλούντων επελθούσα βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος δεν συνίσταται στην εμπορική αξία του ακινήτου (75.000 Euro), ως αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός δεν έχασε την κυριότητα του ακινήτου, αλλά, κατά τα προαναφερθέντα στην αρχή της παρούσης, στην εμπλοκή του συνεταιρισμού σε δικαστικούς αγώνες και στην μείωση της αξίας του ακινήτου λόγω της αμφισβήτησης, η οποία υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) Euro. Την ανωτέρω πράξη τέλεσαν οι κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (κατάρτιση συμβολαίων μεταβίβασης, χρήση ένορκης βεβαίωσης σχετικά με τον τρόπο κτήσεως του ακινήτου κλπ) προκύπτει σκοπός αυτών προς πορισμό εισοδήματος. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα και με τις ορθές και νόμιμες σκέψεις, που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το παρόν Συμβούλιο κατά τα λοιπά αναφέρεται, πρέπει να διορθωθεί Α) το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου (βουλεύματος ως ακολούθως: 1) με την αντικατάσταση της φράσης "Κατά τον περιγραφόμενο τρόπο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 75.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του παθόντος συνεταιρισμού", φύλλο 6, 2η σελίδα, τρεις τελευταίοι στίχοι, και φύλλο 7, πρώτη σελίδα, στίχοι 1ος και 2°ς, με τη φράση "Οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα, ενώ το συνολικό όφελος από την ως άνω πράξη τους, συνιστάμενο στο τίμημα της αγοραπωλησίας, που είναι αντίστοιχο της εμπορικής αξίας του ακινήτου, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, η δε συνολική ζημία του εγκαλούντος συνεταιρισμού από την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες και από τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας του σ' αυτό, υπερβαίνει ομοίως το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ", 2) με την αντικατάσταση της φράσης "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των δυο πρώτων κατηγορουμένων για τη διωχθείσα πράξη της απάτης, που τελέστηκε κατά συναυτουργία, και από την οποία προκλήθηκε ζημία ανώτερη των 73.000 ευρώ" (φύλλο 7, δεύτερη σελίδα, στίχοι 11, 12, 13, με τη φράση "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των δυο πρώτων κατηγορουμένων για τη αξιόποινη πράξη της απάτης, που τελέστηκε κατά συναυτουργία, κατ* επάγγελμα και από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ" και 3) με την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 386 & 3β Π. Κ. με αυτές των άρθρων 13 στ εδ.α' και 386 & 3α Π.Κ., και Β) το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με την αντικατάσταση α) της φράσης "σε βάρος της οποίας προκλήθηκε ζημία ανώτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000)" στο 8° φύλλο, πρώτη σελίδα, στιχ. 4° και 5°, με τη φράση "οι κατηγορούμενοι δε διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος αυτών, καθώς και η συνολική ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ", και β) της φράσης "Κατά τον περιγραφόμενο τρόπο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000), στο οποίο ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του παθόντος συνεταιρισμού" στο 8° φύλλο, δεύτερη σελίδα, στιχ. 2°,3°, 4°, 5°, 6° και 7°, με τη φράση "Οι κατηγορούμενοι διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα, ενώ το συνολικό όφελος από την ως άνω πράξη τους, συνιστάμενο στο τίμημα της αγοραπωλησίας, που είναι αντίστοιχο της εμπορικής αξίας του ακινήτου, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, η δε συνολική ζημία του εγκαλούντος συνεταιρισμού από την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες και από τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου του, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας του σ' αυτό, υπερβαίνει ομοίως το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ". Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθ. 2132/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού προέβη στη μερική κατά τα άνω αντικατάσταση του αιτιολογικού και του διατακτικού του εκκαλούμενου βουλεύματος, ώστε να παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη από κοινού και κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος των κατηγορουμένων, καθώς και η συνολική ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για το έγκλημα που τους αποδίδεται, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμφθηκαν και ειδικώς τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο τρόπος προκλήσεως και το ύψος του οφέλους αυτών και της αντίστοιχης ζημίας του παθόντος καθώς και η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος και τέλος αναφέρει τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που δέχτηκε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3α' του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Τέλος οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι παραπέμπονται στο ακροατήριο, ενώ υπάρχει στη δικογραφία η από 29-6-2006 επιστολή τους προς τον εγκαλούντα Συνεταιρισμό με την οποία αναγνωρίζουν την κυριότητά του στο ακίνητο, παραιτούνται από κάθε δικαίωμα σ'αυτό και αφαίρεσαν και την περίφραξη που είχαν τοποθετήσει. Τα ανωτέρω επικαλούμενα μεταγενέστερα της πράξεως περιστατικά δεν συνδυάζονται με σφάλμα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και έτσι δεν έχουν εν προκειμένω επιρροή. Μετά από αυτά πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 17-10-2008 και από 20-10-2008 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ'αριθ. 1185/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κατ' επάγγελμα με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Σε περίπτωση πωλήσεως ακινήτου που δεν ανήκει στην κυριότητα του πωλητή με παραπλάνηση του συμβολαιογράφου, ζημία υφίσταται και ο αληθής κύριος του ακινήτου, συνιστάμενη είτε στη μείωση ή την απειλή μείωσης της συνολικής αξίας της περιουσίας του λόγω της αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητάς του. Αιτιολογημένη παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα των κατηγορουμένων, οι οποίοι παρέστησαν ψευδώς στο συμβολαιογράφο ότι είναι κύριοι ενός ακινήτου του εγκαλούντος συνεταιρισμού και πώλησαν σε τρίτο το εν λόγω ακίνητο, αποκομίζοντας περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στο τίμημα της αγοραπωλησίας που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία του ακινήτου και υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στον συνεταιρισμό από την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες και από τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 2
|
Αριθμός 1737/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, περί αναιρέσεως της 909/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1459/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 8 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παράγραφο 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός. Για την ύπαρξη της κατά τα άνω αιτιολογίας της αποφάσεως, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία που έχει από τον νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 909/2008 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε "ότι ο κατηγορούμενος στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνους, ιδιοκτήτης ακινήτου τυγχάνοντας, προέβη στις αυθαίρετες εργασίες, που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση της παράβασης του άρθρου 17 παράγραφος 8 ν. 1337/1983". Στη συνέχεια, στο διατακτικό της αποφάσεως όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι, με περισσότερες από μια πράξεις, τέλεσε περισσότερα του ενός αδικήματα, ήτοι:
Α) στην..., στις ..., ιδιοκτήτης ακινήτου (ξενοδοχείου με την επωνυμία ...) τυγχάνοντας, κατασκεύασε αυθαίρετα κτίσμα και συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά του προέβη στα εξής: 1. στην αυθαίρετη κατασκευή έβδομου ορόφου προσθήκης καθ' ύψος, με κερομοσκεπή, συνολικού εμβαδού 272,74 μ2 (ποσοστό αποπεράτωσης 40%), 2. στην αυθαίρετη κατασκευή κεραμοσκεπής άνωθεν υφιστάμενης απόληξης κλιμακοστασίου του 7ου ορόφου, συνολικού εμβαδού 35,00 μ2 (ποσοστό αποπεράτωσης 100%), χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Β) στην..., στις 21 Οκτωβρίου 2003, κατασκεύασε αυθαίρετα κτίσμα και συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά του προέβη στη ρίψη μπετόν αρμέ στο πάτωμα της ταράτσας του ξενοδοχείου ... στην οδό ...., για κατασκευή κεραμοσκεπής, στην οποία είχαν τοποθετήσει σε προγενέστερο χρόνο (51) σιδηροκολώνες ύψους τριών (3) μέτρων και με συνολικό ύψος της κατασκευής τεσσάρων (4) μέτρων σε επιφάνεια 280 τμ περίπου και στην τοποθέτηση υδραυλικών εγκαταστάσεων, χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Γ) στην ...., στις ..., κατασκεύασε αυθαίρετα κτίσμα και συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά του προέβη α) στην κατασκευή κεραμοσκεπής με την τοποθέτηση 51 σιδεροκολωνών ύψους τριών (3) μέτρων, με συνολικό ύψος κατασκευής 4μ. στην ταράτσα, σε επιφάνεια 280 τμ και β) στην τοποθέτηση υδραυλικών εγκαταστάσεων, στην οδό ..., χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, δηλαδή του Πολεοδομικού Γραφείου ....
Δ) στην ...., στις ..., κατασκεύασε αυθαίρετα κτίσμα και συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά του προέβη στην κατασκευή σιδηροκατασκευής με σιδεροκολώνες στην ταράτσα του ξενοδοχείου "...", διαστάσεων 280 τμ, με πρόθεση την τοποθέτηση ξύλων και κεραμιδιών πάνω σε αυτή, χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, δηλαδή του Πολεοδομικού Γραφείου ....
Ε) στην ...., στις ..., ιδιοκτήτης ακινήτου τυγχάνοντας, κατασκεύασε αυθαίρετα κτίσμα και συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά του προέβη στην κατασκευή σιδηροκατασκευής με σιδεροκολώνες ύψους 2,50 μ. στην ταράτσα του ξενοδοχείου "...", ιδιοκτησίας του, και στην τοποθέτηση ξύλινης σκεπής πάνω σε αυτές σε επιφάνεια 280 τμ και στην τοποθέτηση υδραυλικών εγκαταστάσεων, χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, δηλαδή του Πολεοδομικού Γραφείου ...". Μετά από αυτά, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 17 παράγραφος 8 του Ν. 1337/1983 την οποία εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρει την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, τις αυθαίρετες εργασίες (πέντε τον αριθμό), στις οποίες αυτός προέβη με την ιδιότητά του αυτή, τον χρόνο κατά τον οποίο προέβη στην κάθε εργασία και την έλλειψη αδείας της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Επίσης, από την απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της ανωτέρω παραβάσεως του άρθρου 17 παράγραφος 8 του Ν. 1337/1983 από δόλο, όπως αυτό προκύπτει κυρίως από το ότι, αφενός στις διατάξεις που προβλέπουν την πράξη αναφέρει το άρθρο 27 παράγραφος 1 του ΠΚ και αφετέρου στο σκεπτικό επιμετρήσεως της ποινής αναφέρει την ένταση του δόλου μεταξύ των κριτηρίων επιμετρήσεως. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης και η συναφής αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι υπάρχει ασάφεια στην απόφαση ως προς τον προσδιορισμό της πράξεως, επειδή στο σκεπτικό αναφέρεται ότι προέβη σε αυθαίρετες εργασίες χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό αυτών, ενώ στο διατακτικό αναφέρονται πέντε αυθαίρετες κατασκευές, είναι αβάσιμη, διότι στο διατακτικό, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, προσδιορίζονται με σαφήνεια οι εργασίες αυτές. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ήταν αυτός ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο έγιναν οι κατασκευές, αλλ' ότι ήταν Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ιδιοκτήτριας του ακινήτου ανώνυμης εταιρείας, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ότι αυτός είχε την παραπάνω ιδιότητα.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 128 παράγραφοι 1 και 2 και 129 περ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι τα συναφή εγκλήματα, ως τέτοια δε θεωρούνται όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο, είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνον απόφαση. Επομένως, αν κατά του αυτού προσώπου ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για συναφή εγκλήματα, μπορεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να διατάξει την συνεκδίκαση αυτών και να εκδώσει για όλα μία απόφαση, οπότε μία απόφαση θα εκδώσει και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν ασκηθεί έφεση, χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να καθίστανται απαράδεκτες οι επόμενες χρονικά ποινικές διώξεις κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 του ΚΠΔ, αφού δεν πρόκειται για την ίδια πράξη, αλλά για διαφορετικές πράξεις, έστω και αν αυτές συνιστούν το ίδιο έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκαν πέντε ποινικές διώξεις για παραβάσεις του άρθρου 17 παράγραφος 8 του Ν. 1337/1983, οι οποίες διαπράχθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους, δηλαδή για συναφή εγκλήματα, και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης με την υπ' αριθ. 1022/2005 απόφασή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση των πέντε συναφών ως άνω εγκλημάτων και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για τέλεση αυτών κατ' εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, μετά δε την άσκηση εφέσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε για όλες τις επί μέρους συναφείς πράξεις και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για τέλεση κατ' εξακολούθηση του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι, εφόσον δεν είχε εκδοθεί απόφαση για την πρώτη χρονικά ποινική δίωξη, όφειλε να κηρύξει απαράδεκτες τις επόμενες τέσσερις ποινικές διώξεις και, αφού δεν το έπραξε, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παράγραφος 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.9.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 909/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατασκευή αυθαίρετου έργου. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος προέβη σε πέντε αυθαίρετες κατασκευές. Το ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για έγκλημα από δόλο προκύπτει κυρίως από το ότι, αφενός στις διατάξεις που προ-βλέπουν την πράξη που αναφέρεται το άρθρο 27 § 1 ΠΚ και αφετέρου στο σκεπτικό επιμετρήσεως της ποινής αναφέρεται η ένταση του δόλου μεταξύ των κριτηρίων επιμετρήσεως. Συνεκδίκαση συναφών εγκλημάτων τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Εκδίδεται μία απόφαση και δεν καθίστανται απαράδεκτες οι επόμενες διώξεις έστω και αν συνιστούν το ίδιο έγκλημα, αφού πρόκειται για διαφορετικές πράξεις. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 1
|
Αριθμός 1736/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 212/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 14.3.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά το άρθρο 322 § 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Εφετών όταν ασκηθεί προσφυγή από τον κατηγορούμενο κατά του κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημ/κών, που τον παρέπεμψε απ' ευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου, έχει τη δυνατότητα ή να απορρίψει την προσφυγή, όταν η παραπομπή είναι απολύτως εδραιωμένη, ή να παραγγείλει τη συμπλήρωση της προανακρίσεως ή να διατάξει την διενέργεια κυρίας ανακρίσεως ή να παραγγείλει την απ' ευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συμβούλιο, όταν η διενέργεια προανάκρισης ή η συμπλήρωσή της δεν είναι αναγκαία επειδή η υπόθεση είναι ώριμη και δεν έχει ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισης (βλ. Ολ. ΑΠ 234/1962). Στην περίπτωση αυτή, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών είναι υποχρεωμένος να εισαγάγει με πρότασή του την υπόθεση στο Συμβούλιο, δεσμευόμενος ιεραρχικά μόνον προς τούτο, την εισαγωγή δηλαδή της υπόθεσης στο Συμβούλιο, ως τυπική διαδικαστική πράξη, και όχι ως προς τη διατύπωση κρίσεως επί της υποθέσεως κατά την ανάπτυξη της προτάσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου, το οποίο και επιλαμβάνεται υποχρεωτικά και αποφασίζει με ελεύθερη κρίση επί της υποθέσεως. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 307 ΚΠΔ (για την αρμοδιότητα του συμβουλίου) και 320 ΚΠΔ για την έναρξη της κύριας διαδικασίας της ποινικής δίκης, συνάγεται ότι το συμβούλιο, στις περιπτώσεις αυτές, κρίνει για την υπόθεση (δηλαδή την κατηγορία), η οποία επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας και όχι της προσφυγής, δεν επικυρώνει δε με το τυχόν παραπεμπτικό βούλευμά του την αρχική παραπομπή δι' απευθείας κλήσης, που έχει ήδη ανατραπεί με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 173 παράγραφος 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παράγραφος 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 321 παράγραφοι 1 και 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και, άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παράγραφος 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται, εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα, δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας ή όχι λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν υποβληθείσης μηνύσεως ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Τρικάλων σε βάρος του Χ1, κατοίκου ..., για απάτη κατ' εξακολούθηση (άρθρα 386 παράγραφος 1, 98 παράγραφος 1 ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στα ..., από το έτος 1998 έως τον Αύγουστο του 2003, και διατάχθηκε η διενέργεια προανακρίσεως, μετά το πέρας της οποίας ο ως άνω κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ. 235/2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως, κατά τη δικάσιμο της 1-6-2004. Κατά του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12-5-2004, ασκήθηκε από αυτόν νομότυπα η υπ' αριθμ. 15/13-5-2004 εμπρόθεσμη προσφυγή, που έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 61/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, ο οποίος παρήγγειλε την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων. Η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου με την υπ' αριθ. 133/2004 πρόταση του Αντιεισαγγελέως Πλημ/κών, ο οποίος πρότεινε την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων, για να δικασθεί για απάτη, η πρότασή του δε αυτή έγινε δεκτή από το εν λόγω Συμβούλιο και με το 152/2004 βούλευμά του, το οποίο κατέστη αμετάκλητο, χωρίς ο κατηγορούμενος ν' ασκήσει κατ' αυτού ένδικο μέσο. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 του ΚΠΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και τρίτος των προσθέτων, με τον οποίο αποδίδεται στο κατ' έφεση δικάσαν Εφετείο Λαρίσης ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και καθ' υπέρβαση εξουσίας, δεν κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, αν και δεν είχε δικαιοδοσία ν' αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού παρά τον νόμο το Συμβούλιο Πλημ/κών Τρικάλων παρέπεμψε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον αναιρεσείοντα για να δικασθεί για απάτη, αν και ο Εισαγγελέας Εφετών είχε κάνει δεκτή την προσφυγή του κατά του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος. Και τούτο, καθόσον ανεξάρτητα από την αβασιμότητά της, κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, αφού τόσο ο Εισαγγελέας Πλημ/κών που εισήγαγε την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημ/κών, όσο και το τελευταίο δεν δεσμεύονταν να έχουν διαφορετική επί της ουσίας κρίση από εκείνη του Εισαγγελέα Εφετών που διατυπώθηκε στη διάταξή του, με την οποία έκανε δεκτή την προσφυγή του δι' απευθείας κλήσεως παραπεμφθέντος στο ακροατήριο, η αποδιδόμενη με τους λόγους αυτούς πλημμέλεια της προδικασίας έπρεπε να είχε προβληθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, πράγμα το οποίο από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι συνέβη.
II.Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είναι ασφαλιστικός πράκτορας και ασχολείται με την πρακτόρευση ασφαλιστικών εταιριών υποδεικνύοντας σε τρίτους την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τις άνω εταιρίες, για την κάλυψη της ευθύνης του από τροχαία ατυχήματα. Ο εγκαλών, κάτοικος ..., ήταν επί σειρά ετών πελάτης του κατηγορουμένου και είχε σ' αυτόν ασφαλίσει το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ επιβατηγό αυτοκίνητο, έχοντας την πεποίθηση ότι ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία GENERAL UNION, καταβάλλοντας τα σχετικά ποσά ασφάλισης. Το ως άνω αυτοκίνητο καταστράφηκε, λόγω ατυχήματος. Έτσι ο εγκαλών αγόρασε το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο και την 8-8-2002 απευθύνθηκε και πάλι στον κατηγορούμενο. Πράγματι ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι ασφάλισε το ως άνω αυτοκίνητο στην ίδια ασφαλιστική εταιρία, αφού κατεβλήθησαν και τα σχετικά ασφάλιστρα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 ευρώ περίπου. Στην πραγματικότητα όμως, ο κατηγορούμενος δεν προέβη ποτέ στην ασφάλιση του ως άνω αυτοκινήτου, αν και διαβεβαίωνε τον εγκαλούντα για αυτό το γεγονός. Ότι το ως άνω αυτοκίνητο δεν ασφαλίστηκε ποτέ στην ως άνω εταιρία προκύπτει σαφώς από την βεβαίωση της άνω εταιρίας ότι ουδέποτε προέβη στην ασφάλισή του. Βεβαίως, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως ο εγκαλών, αν και καταστράφηκε το πρώτο όχημά του, δεν τον ειδοποίησε γι' αυτό το γεγονός και κατέβαλε τα ασφάλιστρα και συνεπώς ο ίδιος πίστευε πως εισέπραττε ασφάλιστρα γι' αυτό και όχι για το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο ουδέποτε ασφάλισε, παρά μόνο προσωρινά για ένα μήνα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και δεν εξηγείται πειστικά για ποιο λόγο ο εγκαλών, χρόνια πελάτης του κατηγορουμένου, επέστρεψε αυθημερόν το προσωρινό σήμα και ακύρωσε τη σύμβαση ασφάλισής του, αφού δεν είχε κανένα λόγο προ τούτο. Άλλωστε, ο εγκαλών αμφισβητεί ότι υπέγραψε ποτέ την υπεύθυνη δήλωση ακύρωσης της 8-8-2002. Εξάλλου οι προσκομιζόμενες από τον κατηγορούμενο φωτοτυπίες συμβάσεις ασφάλισης, σήματα κλπ άλλων ασφαλιστικών εταιριών δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση το Δικαστήριο, ότι δηλαδή το επίδικο αυτοκίνητο ήταν πράγματι ασφαλισμένο σε κάποια απ' αυτές και προφανώς χρησιμοποιούντο από τον κατηγορούμενο διάφορες χρονικές περιόδους για να προβαίνει σε αλλαγές ασφαλιστικών εταιριών, χωρίς να το γνωρίζουν οι ασφαλισμένοι του. Η κρίση δε του Δικαστηρίου, ότι πράγματι ο κατηγορούμενος δεν προέβη ποτέ στην ασφάλιση του επίδικου αυτοκινήτου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατηγορήθηκε και από άλλους ασφαλισμένους, όπως κάποιον ... από την ...., όπως κατέθεσε ο εγκαλών. Ο τελευταίος βέβαια ισχυρίσθηκε ότι στην πραγματικότητα ούτε το πρώτο αυτοκίνητο ήταν ποτέ ασφαλισμένο, αλλά αυτό το γεγονός δεν επιβεβαιώνεται από την αναφερομένη βεβαίωση της GENERAL UNION, ελλείψει σχετικών αρχείων. Επομένως, ενόψει των παραπάνω, αφού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του παρέστησε στον εγκαλούντα ότι είχε προβεί στην ασφάλιση του επίδικου ... αυτοκινήτου, ενώ αυτό ήταν ψευδές και συνακόλουθα ο τελευταίος υπέστη περιουσιακή βλάβη, δηλαδή την καταβολή ασφαλίστρων, ανερχόμενη στο ποσό των 220 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος του κατηγορουμένου, στο οποίο σκοπούσε ο τελευταίος, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της αποδιδόμενης πράξης. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παράγραφος 1 του Π.Κ., που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα: α) Από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο για την καταδικαστική του κρίση, και των εγγράφων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και το με ημερομηνία 8.8.2002 έγγραφο ασφάλειας Χ1 ως και την με την ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση Ψ1. Για το τελευταίο μάλιστα έγγραφο, γίνεται ρητή μνεία στο κείμενο του σκεπτικού και με ειδικότερη σκέψη αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο δεν πείθεται το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια το περιεχόμενό του. β) Επίσης, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της μνείας και της ανωμοτί κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει με βεβαιότητα ότι η το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του και την αξιολόγησε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος της κυρίας αναίρεσης και ο πρώτος του δικογράφου των προσθέτων, αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος δεδομένου ότι δεν προκύπτει από κανένα σημείο των πρακτικών, ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, που εκπροσώπησε αυτόν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέβαλε ορισμένως τα αιτήματα α) να κληθούν και να καταθέσουν ως μάρτυρες η .... και η ... και β) να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει, απόρριψη μη υποβληθέντων αιτημάτων, και ο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ οι, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι από 11.3.2008 πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.2.2007 αίτηση του Χ1 και τους από 14.3.2008 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμενης αιτιολογίας, β) μη απάντηση σε αίτημα του κατηγορούμενου να εξετασθούν μάρτυρες και διαταχθεί διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, γ) εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και υπέρβαση εξουσίας λόγω του ότι το δικαστήριο δεν κήρυξε εαυτό αναρμόδιο αν και ο Εισαγγελέας Εφετών με διάταξή του είχε κάνει δεκτή προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1735/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 255/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Χ5 και με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 66/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 47/28.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) 11/11-12-08 του Χ3, 2) 9/11-12-08 του Χ1, 3) 10/11-12-08 του Χ2 και 4) 12/11-12-08 του Χ4, κατοίκων ..., κατά του 255/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Ιωαννίνων, το οποίο τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων για διακεκριμένη πλαστογραφία, κατ' εξακολούθηση, και διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία και συρροή, με σκοπούμενο από το καθένα όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.00 € [άρθρα 13 περ.γ,στ,60,94 παρ.1,98, ως αντικατ. με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν.2721/99, 216 παρ.1,3β, ως η παρ.1β αντικατ. με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν.2721/99, και 386 παρ.1,3α,ως η παρ. 3α αντικατ. με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/99 του ΠΚ], και εκθέτω σχετικά με τον τυπικό και ουσιαστικό έλεγχο τα ακόλουθα.
2- Τυπικός έλεγχος.
Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν δικαιωματικά από τους κατηγορουμένους, αφού ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, όταν το προσβαλλόμενο βούλευμα τους παραπέμπει για κακούργημα, με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον της γραμματέως του Συμβουλίου Πλημμ/κών Ιωαννίνων, που το εξέδωσε, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την τελεσιδικία του, δηλ. από την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση κατ' αυτού εφέσεως, η οποία αφετηριάσθηκε από την επίδοσή του στους κατηγορούμενους, που έγινε με παράδοση στα χέρια των ενήλικων συνοίκων τους στις 21-11-08, ως προκύπτει από τα ισάριθμα επιδοτήρια του αστυφ. ..., ήτοι από τις 2-12-08 [Α.Π. 1140/04 ΠΧΡ. ΝΕ/517, Α.Π. 235/03 ΠΡ. ΛΟΓ. 03/25]. Οι οικείες εκθέσεις συντάχθηκαν από την αρμόδια γραμματέα Τσιακτσίρα με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και με τη συμπερίληψη σ' αυτές των λόγων για τους οποίους ασκούνται, οι οποίοι έγκεινται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε,[άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. β και δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες, οπότε πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους.
3-Ουσιαστικό έλεγχος Α-Νομική βάση.
α- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά [Α.Π. 19/01 ΟΛΟΜ-Π ΔΙΚ. 01/1225, Π. ΧΡ. 02/402, Π.ΛΟΓ. 01/1693].
β- Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
γ- Συναυτουργία. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος (Α.Π. 818/89 ΠΧΡ.Μ/180). Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου (Α.Π. 1085/89 ΠΧΡ. Μ/399, 1334/89 ΠΧΡ Μ/586). Προς ύπαρξη δηλ της συναυτουργίας απαιτούνται δύο βασικοί όροι, αντικειμενικώς μεν σύμπραξη στη συγκεκριμένη κύρια πράξη, υποκειμενικώς δε κοινός δόλος εκείνων που συμπράττουν (Χωραφάς Π. Δικ. Α/106, Σακελλαρίου ΠΧΡ. Ι/585).
δ- Κατά το άρθρο 98 του ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
ε- Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση απ' αυτόν του εγγράφου θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ.1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € [25.000.000 δρχ.]. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € [5.000.000 ΔΡΧ]. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την ποινική υπόσταση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρο 13 γ του ΠΚ από την αρχή στο όνομα άλλου, σαν να είχε γίνει από άλλο, εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο, πρόσωπο, είτε νόθευση, δηλ. αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Χωραφάς Α/157, Μπουρόπουλος Β/229, Α.Π. 37/98 Π. ΧΡ. ΜΗ/730, Α.Π. 329/98 ΠΧΡ. ΜΗ/905). Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο αν η εξαπάτηση επιτεύχθηκε, η δε παραπέρα χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής, (Α.Π. 540/89 ΠΧΡ Μ/29). Προστατευόμενο έννομο αγαθό των διατάξεων του δέκατου κεφαλαίου του ΠΚ. κατά την κρατούσα άποψη θεωρείται η ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών και αποδείξεων [Κ. Ανδρουλάκης. Περί συρροής εγκλημάτων 1968 Β/74, Γάφος Ειδικό Μέρος 1959 Β/46,Δέδες Εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977 σελ.17, Α.Π.742α].
στ- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 3.Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € [5.000.000 ΔΡΧ]. β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 € [25.000.000 δρχ]. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη.
ζ- Συρροή πλαστογραφίας και απάτης. Από τις διατάξεις των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 94, 42 και 43 του ΠΚ, συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και η απάτη (ή απάτη στο δικαστήριο), συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως, ή επιβαρυντική περίπτωση, ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, με τον σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους (216 παρ. 3), όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες διαφορετικές των προηγουμένων ψευδείς παραστάσεις. [Α.Π. 238/00 Π.ΧΡ. 00/694]. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμ/κών Ιωαννίνων με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων και απολογιών) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο συνοικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ΑΑ, διατηρεί στον παραπάνω οικισμό κτηνοτροφική μονάδα εκτροφής αρνιών, τα οποία τα εισάγει από το εξωτερικό και τα μεταπωλεί σε τρίτους. Το Φεβρουάριο του 1999 συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους κατηγορουμένους Χ3, [ΓΓ, για τον οποίο η δίωξη κρίθηκε ως μη γενομένη λόγω της προαποβιώσεώς του], Χ1, Χ2, Χ4 και Χ5, και διατηρεί κρεοπωλείο στον οικισμό της ..., συμφωνία για εμπορική συνεργασία, που αφορούσε στην πώληση στην τελευταία ζώντων αρνιών και κρεάτων με πίστωση του τιμήματος. Για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω συμβάσεως συμφωνήθηκε να τηρείται ένας ενιαίος αλληλόχρεος λογαριασμός υπό τύπο πιστοχρεωστικών κονδυλίων, στον οποίο συμφωνήθηκε να υπαγάγουν τις προκύπτουσες από τις συναλλαγές τους εκατέρωθεν απαιτήσεις. Ο λογαριασμός αυτός κινήθηκε από τις 13-02-1999 μέχρι και τις 28-07-1999, οπότε και έκλεισε επειδή η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" διέκοψε την ως άνω συνεργασία τους. Στη συνέχεια, επειδή υπήρξαν αμφισβητήσεις ως προς το πραγματικό πιστωτικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και ως προς τον αληθή δικαιούχο αυτού, η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την 388/2003 αγωγή της κατά της εταιρείας "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ", της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι εξακολουθούσαν να είναι οι κατηγορούμενοι, με την οποία αγωγή ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σ' αυτήν ως δικαιούχο το χρηματικό ποσόν των 15.360 ευρώ, ως πιστωτικό υπέρ αυτής υπόλοιπο του αλληλοχρέου λογαριασμού. Αλλά και η εταιρεία "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ" ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την 353/03 αγωγή της κατά της εταιρείας "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σ' αυτήν ως δικαιούχο το χρηματικό ποσόν των 64.848 ευρώ, ως πιστωτικό υπέρ αυτής υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού. Στα πλαίσια της υποστήριξης των αγωγικών τους ισχυρισμών οι κατηγορούμενοι (πλην του δευτέρου που, πως προαναφέρθηκε, είχε αποβιώσει στο μεταξύ), με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, αλλά και προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της εταιρείας "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους το από 02-08-1999 χειρόγραφο έγγραφο (δύο φύλλα ημερολογίου), που είχε αποστείλει στις 03-08-1999 με FAX η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στην εταιρεία τους, από το οποίο προέκυπτε ότι υπήρχε υπόλοιπο οφειλής προς την εταιρεία τους ύψους 18.483.353 δραχμών. Επίσης, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τις ..., ... και ... αποδείξεις πληρωμής μετρητών, στις οποίες αναγραφόταν ότι η εταιρεία τους κατέβαλε στην εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και συγκεκριμένα στο ΒΒ, πατέρα του ΑΑ, έναντι οφειλών 7.500.000 δρχ., 3.000.000 δρχ. και 1.280.934 δρχ. αντίστοιχα. Το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη -μεταξύ άλλων- τις παραπάνω αποδείξεις και το έγγραφο εξέδωσε την 195/04 απόφασή του, η οποία ήταν ευνοϊκή για την εταιρεία των κατηγορουμένων, αφού έκανε δεκτή την αγωγή της εταιρείας τους και απέρριπτε την αγωγή της εταιρείας "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Πλην όμως, η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" διά της υπό κρίση εγκλήσεώς της, αμφισβητεί τη γνησιότητα των προαναφερθέντων εγγράφων και ισχυρίζεται ότι το χειρόγραφο έγγραφο (δύο φύλλα ημερολογίου) που είχε αποστείλει με FAX στην εταιρεία των κατηγορουμένων απεικόνιζε στην πραγματικότητα υπόλοιπο οφειλής της εταιρείας αυτών προς την εγκαλούσα ύψους 5.516.647 δρχ. καθώς και συμπεριλάμβανε ένα τιμολόγιο ύψους 24.000.000 δρχ., που αφορούσε κρέατα που είχαν αποσταλεί στην "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ" με τιμολόγιο εκδόσεως του τότε συνεργάτη της εγκαλούσας ΔΔ, κατοίκου ... . Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω αποδείξεις πληρωμής είναι εξ ολοκληρου '"πλαστές" καθόσον ουδέποτε ο ΒΒ έλαβε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, που απεικονίζονται σ' αυτές, ούτε βέβαια τις υπέγραψε, γεγονός που ο τελευταίος επιβεβαιώνει στην ένορκη κατάθεσή του. Από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο ειδικός γραφολόγος ... προέκυψε ότι πράγματι τα δύο φύλλα του ημερολογίου έφεραν τις αλλοιώσεις που αναφέρει η εγκαλούσα στην έγκλησή της, ότι, δηλαδή, είχαν πλαστογραφηθεί. Εξάλλου, από απλή και μόνο επισκόπηση των υπό κρίση αποδείξεων προκύπτει ότι η υπογραφή κάθε φορά είναι πολύ διαφορετική, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ΒΒ δε θα μπορούσε να τις είχε υπογράψει αυτός αφού, αν πράγματι είχε συμβεί αυτό, όλες οι υπογραφές θα ήταν όμοιες.
Συνεπώς, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες αφενός μεν νόθευσαν τα ως άνω τα φύλλα του ημερολογίου της εταιρίας ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ και κατάρτισαν εξ υπαρχής τις τρεις αποδείξεις πληρωμής της, θέτοντας χωρίς κανένα δικαίωμα σ' αυτές την υπογραφή του ΒΒ, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας ότι κατέβαλαν στην εταιρία ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ τα αναγραφόμενα στα έγγραφα αυτά χρηματικά ποσά, αφετέρου δε παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς στο ανωτέρω δικαστήριο, προσκομίζοντας προς επίρρωση τα πλαστά τούτα έγγραφα, ότι κατέβαλαν στην εταιρία ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ τα αναγραφόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά, παραπλανώντας έτσι το δικαστήριο να απορρίψει της αγωγή της ανωτέρω εταιρίας για το ποσό των 15.360 € και να δεχθεί ως αληθινή την αγωγή της δικής τους εταιρίας για το ποσό των 64.848 € καταδικάζοντας την εναγομένη εταιρία να καταβάλει στη δική τους το χρηματικό τούτο ποσό ζημιώνοντας την περιουσία της. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, καθώς και ο ισχυρισμός τους ότι την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας την ασκούσαν μόνον ο πρώτος εξ αυτών (Χ3) και ο αποβιώσας ΓΓ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τα παραπάνω το Συμβούλιο Πλημμ/κών Ιωαννίνων αποφάνθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσαν με περισσότερες πράξεις στα ... κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 21-9-04,και της απάτης, που τέλεσαν στην ... στις 21-9-04,με σκοπούμενο συνολικό όφελος ή συνολική ζημία από το καθένα απ' αυτά το συνολικό ποσό των 80.848 €, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € [άρθρα 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3 και 386 παρ.1, 3 ΠΚ], ήτοι σε βαθμό κακουργήματος, και τους παρέπεμψε στο αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, κατά τα άρθρα 309 παρ.1 και 313 ΚΠΔ.
Γ)-Κριτική αξιολόγηση
Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Πλημμ/κών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση, και της απάτης, με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης ότι το σκοπούμενο από το καθένα συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 80.208 € [64.848 +15.360], το οποίο υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 €, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 94, 98, 216 παρ.1, 3α και 386 παρ.1,3β ΠΚΜ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα όπως αναφέρει το βούλευμα και προκύπτει από τις παραδοχές του το Συμβούλιο Πλημμ/κών Ιωαννίνων έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε στη διάθεσή του, τα οποία κατ' είδος τα κατονομάζει, χωρίς να προβεί σε επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνο απ' αυτά ή να παραλείψει την εκτίμηση ορισμένων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και δη ότι παρέλειψε δήθεν να εκτιμήσει τις αγωγές της μηνύτριας εταιρίας ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Καβάλας, τις αποφάσεις 162/02 και 195/04 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και την 716/07 του Εφετείου Θράκης, τα γραμμάτια εισπράξεως της Εμπορικής Τραπέζης που προσκόμισαν στα ανωτέρω πολιτικά δικαστήρια και τη μήνυση της εταιρίας ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ που υπέβαλε εναντίον τους. Η αιτίασή τους ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Πλημμ/κών ή Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του [ΑΠ. 205/05].
Η αιτίαση ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης δεν συρρέουν μεταξύ τους με αληθινή πραγματική συρροή είναι αβάσιμη, αφού τα εγκλήματα αυτά είναι αυτοτελή, στοιχειοθετούνται από ιδιαίτερα περιστατικά και κανένα δεν αποτελεί στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου, ούτε αναγκαίο μέσο για την επιτέλεσή του [ΑΠ.1855/02 ΠΧΡ.02/697, ΑΠ.164/01 ΠΧΡ.01/905]. Ούτε η απάτη απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, αφού συντρέχουν και άλλες ψευδείς περιστάσεις πλην του ότι τα έγγραφα αυτά ήσαν πλαστά [Α.Π. 238/00 ΠΧΡ. 00/695, Α.Π. 405/96 ΠΧΡ.ΜΖ/250].
Ο μη ακριβής καθορισμός του χρόνου τέλεσης της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας,[στο αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από τις 21-9-04] δεν καθιστά την αιτιολογία ασαφή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού δεν ανακύπτει περίπτωση παραγραφής των μερικότερων πράξεων των συρρεουσών πλαστογραφιών. [Α.Π. 1264/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/381].
Οι λοιπές αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και πείσθηκε ότι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, υπό την κακουργηματική τους μάλιστα μορφή, για τις οποίες παραπέμπονται στο αρμόδιο δικαστήριο, είναι απαράδεκτες διότι βάλλουν κατά της ανέλεγκτα αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.
4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο επιβάλλεται το μεν να απορρίψει ως αβάσιμες τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, το δε να καταδικάσει αυτούς στα δικαστικά έξοδα των 220 € [άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) 11/11-12-08 του Χ3, 2) 9/11-12-08 του Χ1, 3) 10/11-12-08 του Χ2 και 4) 12/11-12-08 του Χ4, κατοίκων ..., κατά του 255/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Ιωαννίνων, Και
Β-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 €.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθ. 9/2008, 10/2008, 11/2008 και 12/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ'αριθ. 255/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων και ασκήθηκαν παραδεκτώς μετά τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως (άρ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), έχουν δε όμοιο περιεχόμενο και γι' αυτό, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, πρέπει να συνεξεταστούν.
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση απ' αυτόν του εγγράφου θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ.1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. (5.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την ποινική υπόσταση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρο 13 γ του ΠΚ από την αρχή στο όνομα άλλου, σαν να είχε γίνει από άλλο, εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο, πρόσωπο, είτε νόθευση, δηλ. αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € (5.000.000 δρχ.). β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 € (25.000.000 δρχ.). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Επειδή κατά τα άνω δεν ταυτίζεται αναγκαίως το πρόσωπο του απατηθέντος και του υποστάντος τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, ο οποίος δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ'αυτόν ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος δια της εν γνώσει προσαγωγής και επικλήσεως πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή και γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές κατ' ουσίαν περιεχόμενο. Θεωρείται ότι η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν ο δικαστής παραπλανώμενος από τον διάδικο με τον ανωτέρω τρόπο εκδίδει απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, ενώ υπάρχει απόπειρα απάτης όταν ο δικαστής δεν πείστηκε και απέρριψε τον ψευδή ισχυρισμό. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 94, 216 και 386 του ΠΚ, συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος και η απάτη (ή η απάτη στο δικαστήριο) συρρέουν αληθινά και καμμία δεν απορροφά την άλλη, γιατί κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 454 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ Α στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 255/2008 βούλευμά του δέχτηκε τα εξής: "Από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όπως αυτές εκτιμώνται καθεαυτές αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από 9/7/2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου ... που ορίστηκε με την υπ' αριθ. 8/2007 διάταξη του Ανακριτή Ιωαννίνων, η με αριθμό 195/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου καθώς και η υπ' αριθ. 162/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, τα αντίγραφα των με αριθμούς κατάθεσης 353/2003 και 388/2003 αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και των από 21/9/2004 και 24/1/2003 προτάσεων της εταιρίας "ΑΦΟΙ ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας), προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά (αναφερόμενο περαιτέρω εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση): Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο συνοικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ΑΑ, διατηρεί στον παραπάνω οικισμό κτηνοτροφική μονάδα εκτροφής αρνιών, τα οποία εισάγει από το εξωτερικό και μεταπωλεί σε τρίτους. Το Φεβρουάριο του 1999 συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρία "ΑΦΟΙ ... και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους κατηγορουμένους Χ3, (ΓΓ, για τον οποίο η δίωξη κρίθηκε ως μη γενομένη λόγω της προαποβιώσεώς του), Χ1, Χ2, Χ4 και Χ5, και διατηρεί κρεοπωλείο στον οικισμό της ..., συμφωνία για εμπορική συνεργασία, που αφορούσε στην πώληση στην τελευταία ζώντων αρνιών και κρεάτων με πίστωση του τιμήματος. Για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω συμβάσεως συμφωνήθηκε να τηρείται ένας ενιαίος αλληλόχρεος λογαριασμός υπό τύπο πιστοχρεωστικών κονδυλίων, στον οποίο συμφωνήθηκε να υπαγάγουν τις προκύπτουσες από τις συναλλαγές τους εκατέρωθεν απαιτήσεις. Ο λογαριασμός αυτός κινήθηκε από τις 13-02-1999 μέχρι και τις 28-07-1999, οπότε και έκλεισε επειδή η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" διέκοψε την ως άνω συνεργασία τους. Στη συνέχεια, επειδή υπήρξαν αμφισβητήσεις ως προς το πραγματικό πιστωτικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και ως προς τον αληθή δικαιούχο αυτού, η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την 388/2003 αγωγή της κατά της εταιρείας "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ", της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι εξακολουθούσαν να είναι οι κατηγορούμενοι, με την οποία αγωγή ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σ' αυτήν ως δικαιούχο το χρηματικό ποσόν των 15.360 Ευρώ, ως πιστωτικό υπέρ αυτής υπόλοιπο του αλληλοχρέου λογαριασμού. Αλλά και η εταιρεία "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ" ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την 353/03 αγωγή της κατά της εταιρείας "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σ' αυτήν ως δικαιούχο το χρηματικό ποσόν των 64.848 Ευρώ, ως πιστωτικό υπέρ αυτής υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού. Στα πλαίσια της υποστήριξης των αγωγικών τους ισχυρισμών οι κατηγορούμενοι (πλην του δευτέρου που, πως προαναφέρθηκε, είχε αποβιώσει στο μεταξύ), με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, αλλά και προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της εταιρείας "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους το από 02-08-1999 χειρόγραφο έγγραφο (δύο φύλλα ημερολογίου), που είχε αποστείλει στις 03-08-1999 με FAX η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στην εταιρεία τους, από το οποίο προέκυπτε ότι υπήρχε υπόλοιπο οφειλής προς την εταιρεία τους ύψους 18.483.353 δραχμών. Επίσης, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τις 8/13-07-1999, 11/28-07-1999 και 5/29-07-1999 αποδείξεις πληρωμής μετρητών, στις οποίες αναγραφόταν ότι η εταιρεία τους κατέβαλε στην εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και συγκεκριμένα στο ΒΒ, πατέρα του ΑΑ, έναντι οφειλών 7.500.000 δρχ., 3.000.000 δρχ. και 1.280.934 δρχ. αντίστοιχα. Το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη -μεταξύ άλλων- τις παραπάνω αποδείξεις και το έγγραφο εξέδωσε την 195/04 απόφασή του, η οποία ήταν ευνοϊκή για την εταιρεία των κατηγορουμένων, αφού έκανε δεκτή την αγωγή της εταιρείας τους και απέρριπτε την αγωγή της εταιρείας "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Πλην όμως, η εταιρεία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" διά της υπό κρίση εγκλήσεώς της, αμφισβητεί τη γνησιότητα των προαναφερθέντων εγγράφων και ισχυρίζεται ότι το χειρόγραφο έγγραφο (δύο φύλλα ημερολογίου) που είχε αποστείλει με FAX στην εταιρεία των κατηγορουμένων απεικόνιζε στην πραγματικότητα υπόλοιπο οφειλής της εταιρείας αυτών προς την εγκαλούσα ύψους 5.516.647 δρχ. καθώς και συμπεριλάμβανε ένα τιμολόγιο ύψους 24.000.000 δρχ., που αφορούσε κρέατα που είχαν αποσταλεί στην "Αφοί ... και ΣΙΑ ΟΕ" με τιμολόγιο εκδόσεως του τότε συνεργάτη της εγκαλούσας ΔΔ, κατοίκου ... . Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω αποδείξεις πληρωμής είναι εξ ολοκλήρου "πλαστές" καθόσον ουδέποτε ο ΒΒ έλαβε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, που απεικονίζονται σ' αυτές, ούτε βέβαια τις υπέγραψε, γεγονός που ο τελευταίος επιβεβαιώνει στην ένορκη κατάθεσή του. Από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο ειδικός γραφολόγος ... προέκυψε ότι πράγματι τα δύο φύλλα του ημερολογίου έφεραν τις αλλοιώσεις που αναφέρει η εγκαλούσα στην έγκλησή της, ότι, δηλαδή, είχαν πλαστογραφηθεί. Εξάλλου, από απλή και μόνο επισκόπηση των υπό κρίση αποδείξεων προκύπτει ότι η υπογραφή κάθε φορά είναι πολύ διαφορετική, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ΒΒ δε θα μπορούσε να τις είχε υπογράψει αυτός αφού, αν πράγματι είχε συμβεί αυτό, όλες οι υπογραφές θα ήταν όμοιες.
Συνεπώς, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες αφενός μεν νόθευσαν τα ως άνω τα φύλλα του ημερολογίου της εταιρίας ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ και κατάρτισαν εξ υπαρχής τις τρεις αποδείξεις πληρωμής της, θέτοντας χωρίς κανένα δικαίωμα σ' αυτές την υπογραφή του ΒΒ, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας ότι κατέβαλαν στην εταιρία "ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ" τα αναγραφόμενα στα έγγραφα αυτά χρηματικά ποσά, αφετέρου δε παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς στο ανωτέρω δικαστήριο, προσκομίζοντας προς επίρρωση τα πλαστά τούτα έγγραφα, ότι κατέβαλαν στην εταιρία ΑΑ ΚΑΙ ΣΙΑ τα αναγραφόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά, παραπλανώντας έτσι το δικαστήριο να απορρίψει της αγωγή της ανωτέρω εταιρίας για το ποσό των 15.360 €. και να δεχθεί ως αληθινή την αγωγή της δικής τους εταιρίας για το ποσό των 64.848 €. καταδικάζοντας την εναγομένη εταιρία να καταβάλει στη δική τους το χρηματικό τούτο ποσό ζημιώνοντας την περιουσία της. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, καθώς και ο ισχυρισμός τους ότι την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας την ασκούσαν μόνον ο πρώτος εξ αυτών (Χ3) και ο αποβιώσας ΓΓ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Μετά από τα παραπάνω το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων αποφάνθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσαν με περισσότερες πράξεις στα ... κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 21-9-04, και της απάτης (στο δικαστήριο), που τέλεσαν στην ... στις 21-9-04, με σκοπούμενο συνολικό όφελος ή συνολική ζημία από το καθένα απ' αυτά το συνολικό ποσό των 80.848 €, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. (άρθρα 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3 και 386 παρ.1, 3 ΠΚ), ήτοι σε βαθμό κακουργήματος, και τους παρέπεμψε στο αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για τα αποδιδόμενα σ'αυτούς εγκλήματα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και το γεγονός ότι μνημονεύει ειδικώς μερικά από αυτά δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα άλλα. Επίσης αιτιολογεί την προέλευση και το ύψος του επιτευχθέντος οφέλους των κατηγορουμένων και της αντίστοιχης ζημίας της μηνύτριας ανερχόμενα σε 80.208 Ευρώ, δηλαδή σε 15.360 Ευρώ που αφορούσαν στην απαίτηση της μηνύτριας η οποία με τις πράξεις των κατηγορουμένων δεν έγινε δεκτή και απορρίφθηκε η σχετική αγωγή και σε 64.848 Ευρώ που αφορούσαν στην επικαλούμενη απαίτηση της εταιρίας των κατηγορουμένων, η οποία με τις πράξεις τους έγινε δεκτή από το πολιτικό δικαστήριο. Τέλος προσδιορίζει επαρκώς τον χρόνο τελέσεως της πλαστογραφίας, αναφέροντας ότι αυτή έλαβε χώρα σε χρόνο μη δυνάμενο να προσδιοριστεί επακριβώς, πάντως εντός του αμέσως προηγούμενου χρονικού διαστήματος από την 21-9-2004 (που διαπράχθηκε η απάτη στο δικαστήριο). Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης είναι αντιστοίχως αβάσιμες και οι συναφείς αιτιάσεις των κατηγορουμένων περί του ότι: α) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Συμβούλιο εκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικώς την υπ' αριθ. 716/2007 απόφαση του (Πολιτικού) Εφετείου Θράκης και γραμμάτια εισπράξεως της Εμπορικής Τράπεζας, β) δεν αιτιολογήθηκε η παραδοχή ότι οι πράξεις φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, ενώ αυτές φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος και γ) δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος τελέσεως της πλαστογραφίας και υπάρχει ασάφεια ως προς αυτόν. Τέλος επειδή όπως προαναφέρθηκε, η απάτη στο δικαστήριο και η πλαστογραφία με χρήση συρρέουν αληθώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1β του ΚΠΔ, που υποστηρίζει ότι η απάτη απορροφάται από την πλαστογραφία και ότι υπάρχει εν προκειμένω εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Μετά από αυτά οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 9/11-12-2008, 10/11-12-2008, 11/11-12-2008 και 12/11-12-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 255/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση και κακουργηματική απάτη στο δικαστήριο με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων, τα οποία συρρέουν αληθινά. Αιτιολογημένη παραπομπή των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατάρτησαν πλαστές αποδείξεις πληρωμής και νόθευσαν δύο φύλλα ημερολογίου συναλλαγών της παθούσης εταιρίας και στη συνέχεια προσκόμισαν με επίκληση τα έγγραφα αυτά στο πολιτικό δικαστήριο και πέτυχαν με τον τρόπο αυτό να απορριφθεί η αγωγή της παθούσης εταιρίας εναντίον τους για ποσό 15.360 ευρώ και να γίνει αντιστοίχως δεκτή αγωγή της δικής τους εταιρίας για ποσό 64.848 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της παθούσης. Αποτελεί επαρκή προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως της πλαστογραφίας η παραδοχή ότι η πράξη αυτή έλαβε χώρα σε χρόνο μη δυνάμενο να προσδιοριστεί επακριβώς, πάντως εντός του αμέσως προηγούμενου χρονικού διαστήματος από την 21-9-2004 (που είναι ο χρόνος τελέσεως της απάτης στο δικαστήριο). Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πλαστογραφία, Συρροή εγκλημάτων.
| 1
|
Αριθμός 1734/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1791/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ και 2) Κατασκευαστική Εταιρεία "Ν.Δ. ΜΕΤΑΞΑΣ ARTEK Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1849/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 66/10.02.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 181/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (δυνάμει της από 30-10-2008 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Λαζανά του Αθανασίου, Δικηγόρο Αθηνών) κατά του υπ'αριθμ. 1791/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα.
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 207/24-4-2008 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 965/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακ/των) για τις αξιόποινες πράξεις: α) τοκογλυφία κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, β) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, που η συνολική ζημία και το συνολικό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ και γ) απάτη κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα ενώπιον του δικαστηρίου, που το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 13γ', στ', 14, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 εδ. β', 386 παρ. 1, 3α, 404 παρ. 1, 2α', β', 3 Π.Κ.).
Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αντίκλητο του κατηγορουμένου την 21-10-2008. Είναι κατά συνέπεια τυπικά δεκτή. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ. 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
ΣΤ) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ'είδος, τ' αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο μηνυτής Ψ, αρχιτέκτων - μηχανικός, από το 1997 δραστηριοποιήθηκε στην κατασκευή κατοικιών - εξοχικών συγκροτημάτων και συνέστησε τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία "ΝΔ Μεταξάς Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική - Βιομηχανική Τουριστική Εταιρεία". Ο μηνυτής το έτος 2000 επειδή είχε ανάγκη χρηματοδότησης, απευθύνθηκε με τη μεσολάβηση του ΑΑ στον κατηγορούμενο-εκκαλούντα για σύναψη δανείων. Το πρώτο δάνειο ποσού 10.000.000 δρχ. συνήφθη τον Ιανουάριο του 2000 για ένα έτος, με επιτόκιο 1.000.000 δρχ. μηνιαίως. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ο κατηγορούμενος - εκκαλών έλαβε τρεις επιταγές, μία για το ποσό του κεφαλαίου (την ... της Εθνικής) και δύο 6.000.000 δρχ. η κάθε μία για το ποσό των τόκων (τις ... και ... της Ιονικής).
Στις 20-1-2001, επειδή ο μηνυτής δεν μπορούσε να εξοφλήσει το ανωτέρω πρώτο δάνειο το οποίο, μαζί με τους τόκους, ανερχόταν στο ποσό των 22.000.000 δρχ. συμφώνησε με τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα την παράταση εξόφλησής του μέχρι 20-4-2001, αφού του ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των 2.000,000 δρχ., τον μήνα για τόκους. Στις 21-4-2001 έγινε νέα "παράταση της ανωτέρω οφειλής, μέχρι την 31-1-2002. Ο Ψ, τότε, παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεως, ποσού 27.500.000 δρχ., ως εγγύηση του κεφαλαίου και των μέχρι τότε τόκων του ανωτέρω δανείου, ως εγγύηση δε καταβολής των τόκων από 1-5-2001 έως 31-1-2002, του παρέδωσε μία επιταγή της Γενικής Τράπεζας, εκδόσεως της "ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΡΤΕΚ Α.Ε." με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεως, ποσού 14.370.000 δρχ.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος - εκκαλών του χορήγησε στις 20-7-2000, νέο δάνειο, ποσού 30.000.000 δρχ., για ένα χρόνο, με τόκο 1.500.000 δρχ. τον μήνα. Από το ποσό αυτό του κατέβαλε το ποσό ων 21.000.000 δρχ., ενώ το ποσό των 9.000.000 δρχ. το παρακράτησε για τους τόκους από 20-7-2000 έως 20-1-2001. Για εγγύηση του ανωτέρω δανείου, έλαβε τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές εκδόσεως του, ποσού 15.000.000 δρχ. η κάθε μία, με ημερομηνία εκδόσεως 20-7-2001, ενώ για τους τόκους, για το χρονικό διάστημα από 20-1-2001 έως 20-7-2001 ο μηνυτής και η σύζυγος του ΒΒ αποδέχτηκαν έξι συναλλαγματικές ποσού 1.500.000 δρχ. η κάθε μία.
Για το δεύτερο δάνειο μεταξύ του Ψ, της συζύγου του και του κατηγορούμενου - εκκαλούντα Χ καταρτίστηκε το από 20-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος - εκκαλών φέρεται να χορηγεί στον μηνυτή Ψ και στη σύζυγο του, το ποσό των 19.500.000 δρχ. στον καθένα άτοκα, ενώ αναφέρεται ότι δόθηκαν οι ανωτέρω επιταγές και συναλλαγματικές. Επίσης, για το ανωτέρω δάνειο ο κατηγορούμενος ενέγραψε συναινετική προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου συγκυριότητας του Ψ και της συζύγου του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. ... στο ... . Στις 20-7-2001 έγινε νέα παράταση της ανωτέρω οφειλής και για τα δύο δάνεια για έξι μήνες, έναντι καταβολής τόκων 1.500.000 δρχ. τον μήνα. Στις 20-12-2001 ο κατηγορούμενος - εκκαλών ζήτησε να λάβει από τον Ψ τρεις επιταγές εκδόσεως του, με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεως: 1) επιταγή ποσού 88.041 €, σε αντικατάσταση των προαναφερθεισών υπ' αριθμ. ... και ... επιταγών ποσών 15.000.000 δρχ. η καθεμιά, 2) επιταγή ποσού 80.704 €, σε αντικατάσταση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 27.500.000 δρχ., και επιταγή ποσού 34.630 €, που αφορούσε το υπόλοιπο τόκων μέχρι την 18-12-2001. Ο μηνυτής Ψ, επειδή δεν διέθετε τότε προσωπικό μπλοκ επιταγών σε ευρώ, ενόψει της επικείμενης αλλαγής του νομίσματος, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, από τον λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας του, ασυμπλήρωτη ως προς τον τόπο, ημερομηνία εκδόσεως, ποσό και όνομα λήπτη, της Γενικής Τράπεζας, και την παρέδωσε στον κατηγορούμενο με τη συμφωνία να του την επιστρέψει, όταν θα του παρέδιδε τις προαναφερθείσες τρεις επιταγές.
Στις 5-2-2002 έγινε νέα ανανέωση της οφειλής και το ποσό του κεφαλαίου μαζί με τους τόκους, μέχρι 15-1-2002, ορίστηκε από τον κατηγορούμενο- εκκαλούντα, στο, ποσό των 203.375 €. Ο μηνυτής Ψ, παρέδωσε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας (αφού είχε λάβει από την Τράπεζα μπλοκ επιταγών), ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία εκδόσεως με την συμφωνία ότι, αν δεν κατέβαλε κάποιο ποσό έναντι της ανωτέρω οφειλής του μέχρι 30-6-2002, ο κατηγορούμενος έπρεπε να τον ειδοποιήσει προηγουμένως, προκειμένου να του δώσει εντολή προς συμπλήρωση. Στη συνέχεια ζήτησε από τον Ψ να του δώσει επιταγές ποσού 50.000 € για εγγύηση καταβολής τόκων της ανωτέρω οφειλής για το χρονικό διάστημα από 15-2-2002 έως 15- -2002 δηλαδή 6.250 το μήνα. Τότε ο μηνυτής Ψ παρέδωσε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ στις 10-4-2002 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 30.000 € καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 20.000 €, ασυμπλήρωτη ως προς τα λοιπά στοιχεία της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος - εκκαλών προκειμένου να αιτιολογήσει την έκδοση της ανωτέρω επιταγής, κατήρτισε την χωρίς ημερομηνία απόδειξη, σύμφωνα με την οποία ο Ψ φέρεται να επιστρέφει στον κατηγορούμενο εκκαλούντα Χ το ποσό των 50.000 €, που είχε δώσει δήθεν ο τελευταίος ως προκαταβολή αγοράς κατοικίας, από την εταιρεία του μηνυτή στο Λαύριο και για το σκοπό αυτό ο μηνυτής Ψ φέρεται να του παραδίδει τις προαναφερθείσες δύο επιταγές. Για το χρονικό διάστημα δε από 15-10-2002 μέχρι 15-12-2002 ο κατηγορούμενος έλαβε τον Δεκέμβριο του 2002 από τον μηνυτή την ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 7.200 € για εξόφληση τόκων, με λευκή την ημερομηνία έκδοσης. Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε την ημερομηνία και η επιταγή εμφανίστηκε και πληρώθηκε την 27-1-2005.
Ο κατηγορούμενος - εκκαλών χωρίς να έχει δικαίωμα, συναίνεση ή εντολή συμπλήρωσε τις παραπάνω επιταγές : α) την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας που ήταν ασυμπλήρωτη ως προς όλα της τα στοιχεία, β) την ... της Γενικής Τράπεζας ποσού 203.375 € που ήταν ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία έκδοσης, γ) την ... της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 20.000 € που ήταν ασυμπλήρωτη ως προς όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της και στην συνέχεια κατόπιν αίτησης του εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 3708 - 3709 και 3710 διαταγές πληρωμής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Στις παραπάνω διαταγές πληρωμής ο μηνυτής άσκησε ανακοπές οι οποίες και έγιναν δεκτές με τις 910/06, 911/06, 912/06 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το παραπάνω Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούν παράνομους τόκους και η ... επιταγή είναι πλαστή. Μάλιστα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την μ' αριθμό 910/06 απόφαση του σχετικά με την ανακοπή του μηνυτή κατά της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε για την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, δέχτηκε ειδικότερα ότι η οφειλή του ανακόπτοντα μέχρι 20-1-2002 ανερχόταν για κεφάλαιο και δικαιοπρακτικούς τόκους στο συνολικό ποσό των 108.115 €. Το υπόλοιπο ποσό (203.375 -108.115) = 95.260 € αφορά παράνομους τόκους και κατά ποσό αυτό η ανωτέρω επιταγή είναι άκυρη. Επίσης ότι ο μηνυτής έχει προβεί προς τον εκκαλούντα από 20-12-2000 μέχρι 27-1-2005 στις ακόλουθες καταβολές. Ειδικότερα, του κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς: 1) Στις 20-12-2000 το ποσό των 2.100.000 δρχ., 2) στις 03-1-2001 το ποσό των 1.500.000 δρχ., 3) στις 11-1-2001 το ποσό των 500.000 δρχ., 4) στις 16-3-2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., 5) στις 28-3-2001 το ποσό του 1.000.000 δρχ., 6) στις 15-6-20001 το ποσό των 2.500.000 δρχ., 7) στις 31-7-2001 το ποσό των 400.000 δρχ., 8) στις 13-8-2001 το ποσό των 300.000 δρχ., 9) στις 11-9-2001 το ποσό των 1.250.000 δρχ., 10) στις 3-10-2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ., 11) στις 18-12-2001 το ποσό του 1.500.000 δρχ., 12) στις 4-6-2002 το ποσό των 4.000 €, 13) στις 11-6-2002 το ποσό των 1.000 €., 14) στις 12-6-2002 το ποσό των 900 €, 15) στις 28-6-2002 το ποσό των 4.000 € 16) στις 9-7-2002 το ποσό των 3.500 €, 17) στις 31-7-2002 το ποσό των 1.500 €, 18) στις 15-10-2002 το ποσό των 4.000 €, 19) στις 13-11-2002 το ποσό των 2000 €, 20) στις 24-4-2003 το ποσό των 2.000 €, 21) στις 13-6-2003 το ποσό των 3.000 €, 22) στις 2-10-2003 το ποσό των 2.000 €, 23) στις 26-11-2003 το ποσό των 2.000 €, 24) στις 6-5-2004 το ποσό των 3.000 €, 25) στις 01-7-2000 €, 26) στις 21-10-2004 το ποσό των 1.500 €, ήτοι συνολικά κατέβαλε στον καθού η ανακοπή το ποσό των 83.501 €. Επίσης, όπως συνομολογεί ο κατηγορούμενος, του παρέδωσε τις ακόλουθες επιταγές: 1) Στις 30-1-2001, την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.100.000 δρχ., 2) Στις 26-11-2001 την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 2.100.000 δρχ., 3) Στις 22-4-2002 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΤΕ ποσού 6.897 €, και 4) Στις 27-1-2005, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 7.200 €, ήτοι του παρέδωσε συνολικά επιταγές ποσού 29.357 €. Έτσι, οι καταβολές του μηνυτή προς τον εκκαλούντα σε μετρητά και επιταγές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 112.858 €.
Όταν ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του επιστρέψει την ... επιταγή, αυτός όμως δεν το έπραξε αλλά αντίθετα την συμπλήρωσε ως προς όλα τα στοιχεία της (τόπο έκδοσης ..., ημερομηνία έκδοσης 18-2-2005, ποσό 71.500 €). Επίσης, εκτός από την Εθνική Τράπεζα που δεν απάντησε για λόγους τραπεζικού απορρήτου, από τις λοιπές βεβαιώσεις Γενικής, Marfin (πρώην Λαϊκής), Πειραιώς προκύπτει ότι είχε ο μηνυτής παραλάβει τα μπλοκ επιταγών πριν από τους αναφερόμενους χρόνους παράδοσης των επιταγών στον κατηγορούμενο.
Εξάλλου τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις του Ψ, ΒΒ, από 28-11-2005 οι οποίοι αναφέρουν ότι το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, συντάχθηκε κατόπιν απαίτησης του εκκαλούντα, προκειμένου να καλυφθεί ή είσπραξη παρανόμων τόκων και ότι ο μηνυτής για ποσό δανείου συνολικά 91.000 € το οποίο έλαβε, κατέβαλε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα, περίπου 213.000 € ενώ διεκδικεί άλλα 300.000 € περίπου.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η μήνυση σε βάρος του υποβλήθηκε προκειμένου να εμποδιστεί να διεκδικήσει δικαστικά νόμιμες αξιώσεις του και ότι για το δάνειο των 10.000 € για ασφάλεια έλαβε την ... επιταγή, ότι ο μηνυτής στην συνέχεια στις 6-12-2000 και 30-12-2000 του ζήτησε αντίστοιχα από 6.000.000 δρχ. κάθε φορά και προς ασφάλειά του του παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Ιονικής. Επειδή κανένα ποσό δεν του είχε πληρωθεί και επειδή τον Απρίλιο του 2001 του ζήτησε ο μηνυτής και άλλα 5.500.000 δρχ. (δηλ. του όφειλε πλέον συνολικά και άτοκα 27.500.000 δρχ.), ο Ψ του παρέδωσε την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας 27.500.000 δρχ. Επειδή δε ο μηνυτής του είχε ζητήσει τον Ιούλιο του 2000 και άλλα 39.000.000 δρχ. για τον λόγο αυτό του είχε δώσει τις ... και ... επιταγές της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 15.000.000 δρχ. και 6 συναλλαγματικές των 1.500.000 δρχ. δηλαδή (2 Χ 15.000.000) + (6 Χ 1.500.000) = 39.000.000 δρχ., επίσης ότι ο μηνυτής είχε λάβει από αυτόν την 15-6-2001 και άλλα 7.200.000 δρχ. σε μετρητά και ότι : α) η μεν ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας του δόθηκε συμπληρωμένη από τον μηνυτή, αφού προέβησαν σε λογαριασμό των οφειλών τους επειδή είχε επέλθει η αλλαγή του νομίσματος και το ποσό των 203.375 € αφορά τα κάτωθι: την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας 27.500.000 δρχ., την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας 15.000.000 δρχ., την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας 15.000.000 δρχ., ήτοι 57.500.000 δρχ. από επιταγές + 7.200.000 δρχ. από μετρητά, δηλαδή σύνολο 69.300.000 δρχ. + 4.600.000 δρχ. δικαιοπρακτικούς τόκους (από το 2000 έως τον Ιούλιο του 2002), β) η ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 20.000 € του δόθηκε συμπληρωμένη και αυτή. Ο μηνυτής του πρότεινε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα να αγοράσει ένα διαμέρισμα στο συγκρότημα που έκτιζε στην ... αξίας 110.000.000 δρχ. για κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού της αγοράς και των ήδη οφειλομένων. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι του προκατέβαλε το ποσό των 50.000 € σε μετρητά. Όταν ο μηνυτής δεν μπορούσε όμως να τελειώσει την οικοδομή τότε του παρέδωσε για το ποσό των 50.000 € δύο επιταγές, μία των 30.000 € της Εθνικής και μία της Λαϊκής των 20.000 €, που αναφέρεται και στην καταρτισθείσα απόδειξη των 50.000 € για επιστροφή προκαταβολής λόγω ματαίωσης της αγοράς. Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν και ανατρέπονται από τα παραπάνω στοιχεία.
Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμες.
Ε Ι Δ Ι Κ Ω Τ Ε Ρ Α Ι. Η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. (Ολ. Α.Π. 1227/79 Ποιν.Χρ. Λ 53, Α.Π. 1151/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ' 33).
ΙΙ. Είναι αβάσιμη, καθ'ότι στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση η αιτίαση ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, αφού στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση γίνεται κατ'είδος αναφορά των εγγράφων και λεπτομερής αναφορά των καταθέσεων των μαρτύρων ΓΓ, ΒΒ και ΔΔ, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου (βλ. σελ. 6β και 7α του βουλεύματος).
ΙΙΙ. Είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν αιτιολογεί ότι κάθε μία παραπλάνηση του Δικαστή, ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης που είχε προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ώστε να αιτιολογείται ο χαρακτηρισμός της Απάτης ως κατ'εξακολούθηση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 98 ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι ο χαρακτησιμός των περισσότερων ομοειδών πράξεων που τελέσθηκαν από το ίδιο πρόσωπο, ως κατ'εξακολούθηση έγκλημα, γίνεται προς το σκοπό της ηπιώτερης μεταχειρίσης του δράστη, ενώ η κρίση περί του αν οι πλείονες αυτές πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως ένα κατ'εξακολούθηση έγκλημα κατελείπεται, ανεξέλεγκτα από τον 'Αρειο Πάγο, στο οικείο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο της ουσίας.
IV. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ'αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικώτερες συνθήκες τελέσεώς του διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό (Α.Π. 1884/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' 519).
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Συμβούλιο Εφετών παραπέμπει καθ'ολοκληρία στην πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών. Η πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών, με τη σειρά της, έχει ενσωματώσει στο σκεπτικό της το σύνολο, σχεδόν, του σκεπτικού και του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος, έτσι ώστε τελικώς οι παραδοχές του πρωτοβάθμιου συμβουλίου να αποβούν παραδοχές και του δευτεροβάθμιου συμβουλίου, μετά την επικύρωση του πρωτοδίκου βουλεύματος. Υπ'αυτή την έννοια οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος αναφορικά με το δόλο (σκοπό προσπορισμού παρανόμου οφέλους) είναι όχι μόνο ρητές, αλλά και επανειλημμένες. Συγκεκριμένα στο φύλλο 4 σελ. β' του βουλεύματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος "με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους ... σκόπευε δε με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 €" και στη συνέχεια στην ίδια σελίδα, "Ακολούθως με βάση την ίδια επιταγή πέτυχε την έκδοση της υπ'αριθμ. 3708/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του πρώτου μηνυτή, με την οποία αυτός επιτάσσονταν να του καταβάλλει το ποσό των 212.899 €".
Οι ίδιες παραδοχές επαναλαμβάνονται και αιτιολογούνται τόσο ο δόλος όσο και η κατ'επάγγελμα τέλεση των πράξεων στις επόμενες σελίδες και μέχρι το 6ο φύλλο β' σελίδα του βουλεύματος.
Κατά συνέπεια είναι αβάσιμη η αιτίαση που προβάλλεται με το αναιρετήριο.
V. Από τη διάταξη του άρθρ. 404 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικά με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων την οποία αποτελεί και η λήψη από το δράστη αξιογράφων (συν/τικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους. Περαιτέρω το παραπάνω έγκλημα μπορεί να πραγματωθεί και με την επιδίωξη της εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων (στοιχ. β' της παρ. 2). Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφ'όσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική συρροή. Η τοκογλυφία προσλαμβάνει κακουργηματική μορφή αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις των παραγράφων 1 και 2, όπως προκύπτει από την παρ. 3 του άνω άρθρου, που τροποποιήθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 13 στοιχ. στ' ΠΚ κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. (Α.Π. 829/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 229, ΑΠ 1660/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 739, ΑΠ 865/2003 Ποιν. Λογ. 2003 σελ. 972).
VI. Κατά το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Η κατ'επανάληψη τέλεση είναι ένα αντικειμενικό στοιχείο, όπως επίσης η οργανωμένη ετοιμότητα, δηλαδή η ύπαρξη υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, οπότε αρκεί η εφ'άπαξ πράξη.
Το ότι στη δεύτερη περίπτωση αρκεί η εφ'άπαξ πράξη, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συντρέξουν και να συμπέσουν ύπαρξη υποδομής και επανειλημμένη τέλεση, όπως εσφαλμένα, κατά τη γνώμη μου, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
VII. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα είναι αβάσιμες όλες οι αιτιάσεις που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά συνέπεια θα πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Θα πρέπει εξ άλλου να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας, ως αόριστο, αφού δεν προσδιορίζει τα σημεία του προσβαλλομένου βουλεύματος που έχουν ανάγκη διασαφήσεων και διευκρινίσεων εκ μέρους του και σε κάθε περίπτωση, έχει διεξοδικά αναπτύξει τους προβαλλόμενους λόγους και αιτιάσεις του με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 278/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 181/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1791/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να απορριφθεί το ταυτάριθμο αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας.
Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικά με τη συνομολόγηση καθώς και με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, την οποία αποτελεί και η λήψη από το δράστη αξιόγραφων (συναλλαγματικών, επιταγών κλπ) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους. Το άνω έγκλημα μπορεί να πραγματωθεί και με την επιδίωξη της εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων (στοιχ. β' της παρ. 2 του άνω άρθρου). Οι άνω τρόποι τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας (στοιχ. α' και β') είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν σε αληθή πραγματική συρροή. Η τοκογλυφία, λαμβάνει κακουργηματική μορφή αν ο υπαίτιος επιχειρεί τις τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, όπως προκύπτει από την παρ.3 του άνω άρθρου που τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.8 εδ. β' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η πράξη αυτή λαμβάνει κακουργηματική μορφή και όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με τη εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται ... . Η πράξη αυτή λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 965/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για αν δικαστεί για τα κακουργήματα 1) της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια 2) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που η συνολική ζημία και το συνολικό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και 3) της απάτης κατ' εξακολούθηση ενώπιον του δικαστηρίου κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1791/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το ποίο απέρριψε την έφεση του κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Ο μηνυτής Ψ, αρχιτέκτων - μηχανικός, από το 1997 δραστηριοποιήθηκε στην κατασκευή κατοικιών - εξοχικών συγκροτημάτων και συνέστησε τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία "ΝΔ Μεταξάς Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική - Βιομηχανική Τουριστική Εταιρεία". Ο μηνυτής το έτος 2000 επειδή είχε ανάγκη χρηματοδότησης, απευθύνθηκε με τη μεσολάβηση του ΑΑ στον κατηγορούμενο-εκκαλούντα για σύναψη δανείων. Το πρώτο δάνειο ποσού 10.000.000 δρχ. συνήφθη τον Ιανουάριο του 2000 για ένα έτος, με επιτόκιο 1.000.000 δρχ. μηνιαίως. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ο κατηγορούμενος - εκκαλών έλαβε τρεις επιταγές, μία για το ποσό του κεφαλαίου (την ... της Εθνικής) και δύο 6.000.000 δρχ. η κάθε μία για το ποσό των τόκων (τις ... και ... της Ιονικής).
Στις 20-1-2001, επειδή ο μηνυτής δεν μπορούσε να εξοφλήσει το ανωτέρω πρώτο δάνειο το οποίο, μαζί με τους τόκους, ανερχόταν στο ποσό των 22.000.000 δρχ. συμφώνησε με τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα την παράταση εξόφλησής του μέχρι 20-4-2001, αφού του ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των 2.000,000 δρχ., τον μήνα για τόκους. Στις 21-4-2001 έγινε νέα "παράταση της ανωτέρω οφειλής, μέχρι την 31-1-2002. Ο Ψ, τότε, παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεως, ποσού 27.500.000 δρχ., ως εγγύηση του κεφαλαίου και των μέχρι τότε τόκων του ανωτέρω δανείου, ως εγγύηση δε καταβολής των τόκων από 1-5-2001 έως 31-1-2002, του παρέδωσε μία επιταγή της Γενικής Τράπεζας, εκδόσεως της "ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΡΤΕΚ Α.Ε." με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεως, ποσού 14.370.000 δρχ. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος - εκκαλών του χορήγησε στις 20-7-2000, νέο δάνειο, ποσού 30.000.000 δρχ., για ένα χρόνο, με τόκο 1.500.000 δρχ. τον μήνα. Από το ποσό αυτό του κατέβαλε το ποσό ων 21.000.000 δρχ., ενώ το ποσό των 9.000.000 δρχ. το παρακράτησε για τους τόκους από 20-7-2000 έως 20-1-2001. Για εγγύηση του ανωτέρω δανείου, έλαβε τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές εκδόσεως του, ποσού 15.000.000 δρχ. η κάθε μία, με ημερομηνία εκδόσεως 20-7-2001, ενώ για τους τόκους, για το χρονικό διάστημα από 20-1-2001 έως 20-7-2001 ο μηνυτής και η σύζυγος του ΒΒ αποδέχτηκαν έξι συναλλαγματικές ποσού 1.500.000 δρχ. η κάθε μία. Για το δεύτερο δάνειο μεταξύ του Ψ, της συζύγου του και του κατηγορούμενου - εκκαλούντα Χ καταρτίστηκε το από 20-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος - εκκαλών φέρεται να χορηγεί στον μηνυτή Ψ και στη σύζυγο του, το ποσό των 19.500.000 δρχ. στον καθένα άτοκα, ενώ αναφέρεται ότι δόθηκαν οι ανωτέρω επιταγές και συναλλαγματικές. Επίσης, για το ανωτέρω δάνειο ο κατηγορούμενος ενέγραψε συναινετική προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου συγκυριότητας του Ψ και της συζύγου του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. ... στο ... . Στις 20-7-2001 έγινε νέα παράταση της ανωτέρω οφειλής και για τα δύο δάνεια για έξι μήνες, έναντι καταβολής τόκων 1.500.000 δρχ. τον μήνα. Στις 20-12-2001 ο κατηγορούμενος - εκκαλών ζήτησε να λάβει από τον Ψ τρεις επιταγές εκδόσεως του, με ασυμπλήρωτη την ημερομηνία εκδόσεως: 1) επιταγή ποσού 88.041 €, σε αντικατάσταση των προαναφερθεισών υπ' αριθμ. ... και ... επιταγών ποσών 15.000.000 δρχ. η καθεμιά, 2) επιταγή ποσού 80.704 €, σε αντικατάσταση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 27.500.000 δρχ., και επιταγή ποσού 34.630 €, που αφορούσε το υπόλοιπο τόκων μέχρι την 18-12-2001. Ο μηνυτής Ψ, επειδή δεν διέθετε τότε προσωπικό μπλοκ επιταγών σε ευρώ, ενόψει της επικείμενης αλλαγής του νομίσματος, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, από τον λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας του, ασυμπλήρωτη ως προς τον τόπο, ημερομηνία εκδόσεως, ποσό και όνομα λήπτη, της Γενικής Τράπεζας, και την παρέδωσε στον κατηγορούμενο με τη συμφωνία να του την επιστρέψει, όταν θα του παρέδιδε τις προαναφερθείσες τρεις επιταγές. Στις 5-2-2002 έγινε νέα ανανέωση της οφειλής και το ποσό του κεφαλαίου μαζί με τους τόκους, μέχρι 15-1-2002, ορίστηκε από τον κατηγορούμενο- εκκαλούντα, στο, ποσό των 203.375 €. Ο μηνυτής Ψ, παρέδωσε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας (αφού είχε λάβει από την Τράπεζα μπλοκ επιταγών), ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία εκδόσεως με την συμφωνία ότι, αν δεν κατέβαλε κάποιο ποσό έναντι της ανωτέρω οφειλής του μέχρι 30-6-2002, ο κατηγορούμενος έπρεπε να τον ειδοποιήσει προηγουμένως, προκειμένου να του δώσει εντολή προς συμπλήρωση. Στη συνέχεια ζήτησε από τον Ψ να του δώσει επιταγές ποσού 50.000 € για εγγύηση καταβολής τόκων της ανωτέρω οφειλής για το χρονικό διάστημα από 15-2-2002 έως 15- -2002 δηλαδή 6.250 το μήνα. Τότε ο μηνυτής Ψ παρέδωσε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ στις 10-4-2002 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 30.000 € καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 20.000 €, ασυμπλήρωτη ως προς τα λοιπά στοιχεία της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος - εκκαλών προκειμένου να αιτιολογήσει την έκδοση της ανωτέρω επιταγής, κατήρτισε την χωρίς ημερομηνία απόδειξη, σύμφωνα με την οποία ο Ψ φέρεται να επιστρέφει στον κατηγορούμενο εκκαλούντα Χ το ποσό των 50.000 €, που είχε δώσει δήθεν ο τελευταίος ως προκαταβολή αγοράς κατοικίας, από την εταιρεία του μηνυτή στο ... και για το σκοπό αυτό ο μηνυτής Ψ φέρεται να του παραδίδει τις προαναφερθείσες δύο επιταγές. Για το χρονικό διάστημα δε από 15-10-2002 μέχρι 15-12-2002 ο κατηγορούμενος έλαβε τον Δεκέμβριο του 2002 από τον μηνυτή την ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 7.200 € για εξόφληση τόκων, με λευκή την ημερομηνία έκδοσης. Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε την ημερομηνία και η επιταγή εμφανίστηκε και πληρώθηκε την 27-1-2005. Ο κατηγορούμενος - εκκαλών χωρίς να έχει δικαίωμα, συναίνεση ή εντολή συμπλήρωσε τις παραπάνω επιταγές : α) την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας που ήταν ασυμπλήρωτη ως προς όλα της τα στοιχεία, β) την ... της Γενικής Τράπεζας ποσού 203.375 € που ήταν ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία έκδοσης, γ) την ... της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 20.000 € που ήταν ασυμπλήρωτη ως προς όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της και στην συνέχεια κατόπιν αίτησης του εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 3708 - 3709 και 3710 διαταγές πληρωμής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στις παραπάνω διαταγές πληρωμής ο μηνυτής άσκησε ανακοπές οι οποίες και έγιναν δεκτές με τις 910/06, 911/06, 912/06 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το παραπάνω Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούν παράνομους τόκους και η ... επιταγή είναι πλαστή. Μάλιστα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την μ' αριθμό 910/06 απόφαση του σχετικά με την ανακοπή του μηνυτή κατά της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε για την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, δέχτηκε ειδικότερα ότι η οφειλή του ανακόπτοντα μέχρι 20-1-2002 ανερχόταν για κεφάλαιο και δικαιοπρακτικούς τόκους στο συνολικό ποσό των 108.115 €. Το υπόλοιπο ποσό (203.375 -108.115) = 95.260 € αφορά παράνομους τόκους και κατά ποσό αυτό η ανωτέρω επιταγή είναι άκυρη. Επίσης ότι ο μηνυτής έχει προβεί προς τον εκκαλούντα από 20-12-2000 μέχρι 27-1-2005 στις ακόλουθες καταβολές. Ειδικότερα, του κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς: 1) Στις 20-12-2000 το ποσό των 2.100.000 δρχ., 2) στις 03-1-2001 το ποσό των 1.500.000 δρχ., 3) στις 11-1-2001 το ποσό των 500.000 δρχ., 4) στις 16-3-2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., 5) στις 28-3-2001 το ποσό του 1.000.000 δρχ., 6) στις 15-6-20001 το ποσό των 2.500.000 δρχ., 7) στις 31-7-2001 το ποσό των 400.000 δρχ., 8) στις 13-8-2001 το ποσό των 300.000 δρχ., 9) στις 11-9-2001 το ποσό των 1.250.000 δρχ., 10) στις 3-10-2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ., 11) στις 18-12-2001 το ποσό του 1.500.000 δρχ., 12) στις 4-6-2002 το ποσό των 4.000 €, 13) στις 11-6-2002 το ποσό των 1.000 €., 14) στις 12-6-2002 το ποσό των 900 €, 15) στις 28-6-2002 το ποσό των 4.000 €, 16) στις 9-7-2002 το ποσό των 3.500 €, 17) στις 31-7-2002 το ποσό των 1.500 €, 18) στις 15-10-2002 το ποσό των 4.000 €, 19) στις 13-11-2002 το ποσό των 2000 €, 20) στις 24-4-2003 το ποσό των 2.000 €, 21) στις 13-6-2003 το ποσό των 3.000 €, 22) στις 2-10-2003 το ποσό των 2.000 €, 23) στις 26-11-2003 το ποσό των 2.000 €, 24) στις 6-5-2004 το ποσό των 3.000 €, 25) στις 01-7-2000 €, 26) στις 21-10-2004 το ποσό των 1.500 €, ήτοι συνολικά κατέβαλε στον καθού η ανακοπή το ποσό των 83.501 €. Επίσης, όπως συνομολογεί ο κατηγορούμενος, του παρέδωσε τις ακόλουθες επιταγές: 1) Στις 30-1-2001, την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.100.000 δρχ., 2) Στις 26-11-2001 την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 2.100.0G0 δρχ., 3) Στις 22-4-2002 την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΤΕ ποσού 6.897 €, και 4) Στις 27-1-2005, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 7.200 €, ήτοι του παρέδωσε συνολικά επιταγές ποσού 29.357 €. Έτσι, οι καταβολές του μηνυτή προς τον εκκαλούντα σε μετρητά και επιταγές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 112.858 €. Όταν ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του επιστρέψει την ... επιταγή, αυτός όμως δεν το έπραξε αλλά αντίθετα την συμπλήρωσε ως προς όλα τα στοιχεία της (τόπο έκδοσης ..., ημερομηνία έκδοσης 18-2-2005, ποσό 71.500 €). Επίσης, εκτός από την Εθνική Τράπεζα που δεν απάντησε για λόγους τραπεζικού απορρήτου, από τις λοιπές βεβαιώσεις Γενικής, Marfin (πρώην Λαϊκής), Πειραιώς προκύπτει ότι είχε ο μηνυτής παραλάβει τα μπλοκ επιταγών πριν από τους αναφερόμενους χρόνους παράδοσης των επιταγών στον κατηγορούμενο. Εξάλλου τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις του ΔΔ, ΒΒ, από 28-11-2005 οι οποίοι αναφέρουν ότι το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, συντάχθηκε κατόπιν απαίτησης του εκκαλούντα, προκειμένου να καλυφθεί ή είσπραξη παρανόμων τόκων και ότι ο μηνυτής για ποσό δανείου συνολικά 91.000 € το οποίο έλαβε, κατέβαλε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα, περίπου 213.000 € ενώ διεκδικεί άλλα 300.000 € περίπου. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η μήνυση σε βάρος του υποβλήθηκε προκειμένου να εμποδιστεί να διεκδικήσει δικαστικά νόμιμες αξιώσεις του και ότι για το δάνειο των 10.000 € για ασφάλεια έλαβε την 3616678 επιταγή, ότι ο μηνυτής στην συνέχεια στις 6-12-2000 και 30-12-2000 του ζήτησε αντίστοιχα από 6.000.000 δρχ. κάθε φορά και προς ασφάλειά του του παρέδωσε τις ... και ... επιταγές της Ιονικής. Επειδή κανένα ποσό δεν του είχε πληρωθεί και επειδή τον Απρίλιο του 2001 του ζήτησε ο μηνυτής και άλλα 5.500.000 δρχ. (δηλ. του όφειλε πλέον συνολικά και άτοκα 27.500.000 δρχ.), ο Ψ του παρέδωσε την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας 27.500.000 δρχ. Επειδή δε ο μηνυτής του είχε ζητήσει τον Ιούλιο του 2000 και άλλα 39.000.000 δρχ. για τον λόγο αυτό του είχε δώσει τις ... και ... επιταγές της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 15.000.000 δρχ. και 6 συναλλαγματικές των 1.500.000 δρχ. δηλαδή (2 Χ 15.000.000) + (6 Χ 1.500.000) = 39.000.000 δρχ., επίσης ότι ο μηνυτής είχε λάβει από αυτόν την 15-6-2001 και άλλα 7.200.000 δρχ. σε μετρητά και ότι : α) η μεν ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας του δόθηκε συμπληρωμένη από τον μηνυτή, αφού προέβησαν σε λογαριασμό των οφειλών τους επειδή είχε επέλθει η αλλαγή του νομίσματος και το ποσό των 203.375 € αφορά τα κάτωθι: την ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας 27.500.000 δρχ., την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας 15.000.000 δρχ., την ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας 15.000.000 δρχ., ήτοι 57.500.000 δρχ. από επιταγές + 7.200.000 δρχ. από μετρητά, δηλαδή σύνολο 69.300.000 δρχ. + 4.600.000 δρχ. δικαιοπρακτικούς τόκους (από το 2000 έως τον Ιούλιο του 2002), β) η ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας ποσού 20.000 € του δόθηκε συμπληρωμένη και αυτή. Ο μηνυτής του πρότεινε στον κατηγορούμενο - εκκαλούντα να αγοράσει ένα διαμέρισμα στο συγκρότημα που έκτιζε στην ... αξίας 110.000.000 δρχ. για κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού της αγοράς και των ήδη οφειλομένων. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι του προκατέβαλε το ποσό των 50.000 € σε μετρητά. Όταν ο μηνυτής δεν μπορούσε όμως να τελειώσει την οικοδομή τότε του παρέδωσε για το ποσό των 50.000 € δύο επιταγές, μία των 30.000 € της Εθνικής και μία της Λαϊκής των 20.000 €, που αναφέρεται και στην καταρτισθείσα απόδειξη των 50.000 € για επιστροφή προκαταβολής λόγω ματαίωσης της αγοράς. Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν και ανατρέπονται από τα παραπάνω στοιχεία. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία τούτο έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την κρίση του, ως τέτοια δε αναφέρει τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας ως και την απολογία του αναιρεσείοντος, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εκ τούτων ή μη λήψη υπόψη και των εγγράφων που προσκόμισε ο αναιρεσείων, και συνεπώς οι περί του αντίθετου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς οι επιμέρους πράξεις του αναιρεσείοντος, που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων κατ' εξακολούθηση δι' αναφοράς των ομοειδών για κάθε έγκλημα πράξεων κατά τόπο, χρόνο και λοιπές κατά το νόμο περιστάσεις υπό τη μορφή που προεκτίθενται. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας δια της συνομολογήσεως και λήψεως τοκογλυφικών ωφελημάτων (τραπεζικών επιταγών) ως και δια της επιδιώξεως από τον αναιρεσείοντα της εκπλήρωσης των τοκογλυφικών αυτών ωφελημάτων. Περαιτέρω, αναφέρεται η από τον αναιρεσείοντα κατάρτιση των αναφερομένων πλαστών τραπεζικών επιταγών με σκοπό τον πορισμό παράνομου κέρδους και αντίστοιχης ζημίας στο μηνυτή και την ΑΕ με την επωνυμία "Ν.Δ. ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΡΤΕΚ", κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο βούλευμα τις οποίες αυτός στη συνέχεια χρησιμοποίησε, εμφανίζοντας αυτές ως γνήσιες στις πληρώτριες τράπεζες προς είσπραξη και ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παραπλανώντας αυτόν ότι ήταν γνήσιες και ενσωματώνουν αληθείς απαιτήσεις τούτου κατά του μηνυτή και της αναφερόμενης ΑΕ, με αποτέλεσμα ο δικαστής να εκδώσει τις αναφερόμενες διαταγές πληρωμής υπέρ του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι με τις πράξεις του αυτές ο αναιρεσείων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, βλάπτοντας ως άνω το μηνυτή και την άνω ΑΕ. Περαιτέρω, όσον αφορά το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται οι επιμέρους απατηλές πράξεις του αναιρεσείοντος δια της προσκομιδής και επικλήσεως των πλαστών τραπεζικών επιταγών ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες εμφάνισε ως γνήσιες και έτσι τον παρεπλάνησε σε ισάριθμες, με τις εμφανισθείσες ενώπιόν του πλαστές επιταγές, περιπτώσεις, με αποτέλεσμα ο δικαστής να εκδώσει τις αντίστοιχες διαταγές πληρωμής, που υπήρξαν προϊόν αντιστοίχων παραπλανήσεών του από τον κατηγορούμενο και έτσι η σχετική αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνει αιτιολογία για κάθε απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και εντεύθεν αντίστοιχη πλάνη του δικαστή, είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε επαρκή αιτιολογία για τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως όλων των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται ο αναιρεσείων, αφού σχετικώς αναφέρει ότι τις πράξεις αυτές τις τέλεσε κατ' εξακολούθηση, δοθέντος ότι επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 829/2006, 1174/2005). Περαιτέρω, αναφέρεται ότι υπό τις περιστάσεις που τέλεσε τις πράξεις αυτές προέκυπτε ότι είχε σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Όσον αφορά δε την κατ' επάγγελμα τέλεση με τη μορφή της υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε ομοίως επαρκή αιτιολογία, αφού θεμελιώνει αυτήν στην όλη περιγραφόμενη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και το σκοπό του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τέλεσης της τοκογλυφίας και πλαστογραφίας, η αιτιολογία είναι ομοίως επαρκής, αφού αναφέρεται ότι προέκυψε σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος προς διάπραξη όμοιων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητα του, καταλήγοντας στην κρίση του αυτή από την εξακολουθητική παράνομη και ομοειδή συμπεριφορά του. Εξάλλου, η απαιτούμενη αιτιολογία για τον υπερχειλή δόλο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι επαρκής αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων σκόπευε να παραπλανήσει με τη χρήση των επιταγών άλλους, ο δε σκοπός τούτου, που αναφέρεται κατ' επανάληψη ήταν ο πορισμός παρανόμου εισοδήματος. Τέλος, η κατ' εξακολούθηση τέλεση ενός εγκλήματος δεν αποκλείει την τέλεση αυτού κατ' επάγγελμα, αφού η επιβαρυντική αυτή περίσταση απαιτεί τη συνδρομή επιπλέον στοιχείου και δη του σκοπού για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, το Συμβούλιο, παραπέμποντας τον αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις, και κρίνοντας ότι τις τέλεσε κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Μετά ταύτα, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι, ενώ το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του στο παρόν Συμβούλιο, το ποίον είναι νόμιμο (αρθρ. 309 παρ. 2 και 485 παρ. 3 ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν διότι με το δικόγραφο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του, ώστε δεν συντρέχει λόγος επαναλήψεως τους ενώπιον του Συμβουλίου (ΑΠ 278/2002). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 181/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 1791/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Απορρίπτει το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τοκογλυφία. Πραγματώνεται με τη συνομολόγηση ως και με τη λήψη τοκογλυφικών ωφεληματικών ως συναλλαγματικών, επιταγών κλπ, που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους. Πραγματώνεται επίσης και με την επιδίωξη εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων. Οι τρόποι τέλεσης είναι αυτοτελείς και τελούν σε αληθή πραγματική συρροή. Επιβαρυντικές περιστάσεις. Επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Απορρίπτει αίτηση. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Τοκογλυφία.
| 1
|
Αριθμός 1733/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 1677/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγεώργο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 43/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει, έγγραφο με σκοπό να παραπλάνησε, με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του έγγραφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει, τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού η νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε η όχι η παραπλάνηση. Η πλαστογραφία δεν είναι ιδιόχειρο έγκλημα αλλά μπορεί να τελεσθεί και κατά έμμεση αυτουργία. Έτσι αν ο δράστης, που σκοπεύει να κάνει χρήση πλαστού εγγράφου, παραπλανήσει άλλον, πλανώμενο περί τη σημασία της πράξης του, να καταρτίσει πλαστό έγγραφο ή να νοθεύσει ένα γνήσιο είναι έμμεσος και όχι ηθικός αυτουργός. Στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται ηθική αυτουργία, διότι η πράξη του πλανώμενου οργάνου δεν είναι κατ' αρχήν άδικη αφού ο πλανώμενος δεν έχει σκοπό παραπλάνησης (ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου) και επομένως δεν υπάρχει άδικη κυρία πράξη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 1677/2008
απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πολιτικώς ενάγων διατηρεί στην πόλη του ...επιχείρηση τυποποίησης, επεξεργασίας και εξαγωγής βρωσίμων ελαιών. Το έτος 1998 συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο, στον οποίο παρέδωσε εμπορεύματα για μεταφορά στην Ιταλία.
Εκδόθηκε δε σχετικά από τον κατηγορούμενο και η υπ'αριθ. .... φορτωτική, στην οποία αναγράφηκε και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του πολιτικώς ενάγοντος .... Γνωρίζοντας ο κατηγορούμενος από τη συναλλαγή αυτή τα στοιχεία ταυτότητας και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του πολιτικώς ενάγοντος, εν αγνοία του τελευταίου, επικοινώνησε τηλεφωνικά από την ..., όπου και ο τόπος της κατοικίας του, με την επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στο ... της Γερμανίας και ανήκει στον Κ1 και συγκεκριμένα με τον υπάλληλο αυτής με το επώνυμο Ν1 και εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε να αγοράσει το με αριθμό πλαισίου ...φορτηγό αυτοκίνητο.
Εκδόθηκε δε σχετικά και το από ... τιμολόγιο με πωλητή τον Κ1 και φερόμενο αγοραστή τον πολιτικώς ενάγοντα, στο οποίο αναγράφηκαν τα στοιχεία ταυτότητας του πολιτικώς ενάγοντος και ο αριθμός φορολογικού μητρώου αυτού. Στη σχετική δε ένδειξη του ανωτέρω τιμολογίου ο προαναφερθείς υπάλληλος, θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος έχει πληρεξουσιότητα, έθεσε κατ'εντολή του κατηγορουμένου την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος. Στην πράξη αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού - τιμολογίου - τους τρίτους για το γεγονός ότι το ανωτέρω όχημα ανήκει κατά κυριότητα στον πολιτικώς ενάγοντα, στη συνέχεια δε χρησιμοποίησε αυτό κατέχοντας το και διενεργώντας με το παραπάνω όχημα μεταφορές από την Ελλάδα στο εξωτερικό και αντίστροφα. Το γεγονός δε αυτό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες δεδομένου ότι εμφάνιζε τον εγκαλούντα κύριο του οχήματος και συνακόλουθα αστικό υπεύθυνο για τυχόν ζημίες έναντι τρίτων καθώς και υπεύθυνο έναντι των φορολογικών και λοιπών αρχών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω τόπος τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, που τέλεσε ο κατηγορούμενος, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 ΠΚ η πόλη των ..., από όπου έδωσε την εντολή κατά τα προαναφερθέντα να τεθεί στο τιμολόγιο η υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος. Έτσι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 6 Π Κ και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του, κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία κατέληξε στην κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στη διάταξη 216 § 1 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογείται η από τον αναιρεσείοντα ως (έμμεσο) αυτουργό τέλεση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, με την παραδοχή ότι κατ' εντολή του έθεσε στο τιμολόγιο αγοράς του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος ο υπάλληλος της εταιρείας που εδρεύει στo ...της Γερμανίας Ν1 χωρίς να το γνωρίζει και να συναινεί σ'αυτά ο τελευταίος ως και η από αυτόν (αναιρεσείοντα) χρήση του ως άνω πλαστού τιμολογίου, με την παραδοχή ότι χρησιμοποιείτο από αυτόν κατέχοντάς το και χρησιμοποιώντας το κατά τις διαδρομές του φορτηγού από την Ελλάδα στο εξωτερικό και αντίστροφα. Δεν ήταν δε αναγκαία η αναφορά στην απόφαση αν ο πιο πάνω υπάλληλος της πωλήτριας εταιρείας που παραπλανήθηκε από τον αναιρεσείοντα και έθεσε την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντα, ήταν ικανό προς καταλογισμό, αφού το στοιχείο αυτό δεν μεταβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμμετοχικής δράσης του αναιρεσείοντος ως έμμεσου αυτουργού σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, ενόψει του ότι κατά τα στην μείζονα σκέψη εκτεθέντα η πλαστογραφία δεν είναι σωματοπαγές έγκλημα ώστε να είναι μόνη δυνατή μορφή αυτουργίας η δια των ιδίων σωματικών δυνάμεων του πράττοντος πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι βάσει του πλαστού τιμολογίου είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας του στο όνομα του πολιτικώς ενάγοντος αγορασθέντος φορτηγού αυτοκινήτου.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ συναφής λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που κατ' επίφαση, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά το άρθρο 6 § 1 του Π.Κ., οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε ασύντακτη χώρα. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου στα πλημμελήματα για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των παρ. 1 και 2, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας, όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα.
Συνεπώς, εφόσον κατά προαναφερθέντα με τις παραπάνω παραδοχές προσδιορίζεται ότι τόπος τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης ήταν η ..., το Εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμους τους προβληθέντες στο ακροατήριό του ισχυρισμούς, α) περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω έλλειψης στις απαιτούμενες από το άρθρο 6 § 3 του Π.Κ. έγκλησης εκ του λόγου ότι δεν διευκρινίζεται αν ο υποβαλών την κατά του αναιρεσείοντα μήνυση είχε την ελληνική ιθαγένεια και β) περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος εκ του λόγου ότι δεν διευκρινίζετο ρητά σ'αυτό ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη ήταν αξιόποινη και κατά τους νόμους της Γερμανίας. Επομένως οι κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/12/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1677/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος η οποία ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ και στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας λόγω μη κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης. Έμμεση αυτουργία. Η πλαστογραφία δεν είναι ιδιόχειρο έγκλημα αλλά μπορεί να τελεσθεί και κατά έμμεση αυτουργία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1731/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σωτήριο Κατσαρό και Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 1311/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ξηρό.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 688/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 ΚΠΔ καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο ... δεν έχουν κύρος αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 333 και 369 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δίνεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του περί της ενοχής και μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως δίνεται στον ίδιο ή το συνήγορό του ο λόγος σε σχέση με την ποινή. Η παράβαση της διάταξης αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία παράβαση ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι πριν από κάθε απόφαση, παρεμπίπτουσα και επί της ουσίας της κατηγορίας, δεν ακούστηκε η Εισαγγελέας της έδρας και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Τέτοια ακυρότητα επήλθε ακόμη διότι επί των προταθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στις σελίδες 10 έως 14 και στη 15η της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα και περαιτέρω κατά τα διαλαμβανόμενα στις σελίδες 34 και 35, ενώ ο αναιρεσείων προέβαλε τις ενστάσεις του εκ του άρθρου 367 στοιχ. β' και γ' του ΠΚ, δεν δόθηκε επίσης ο λόγος στην Εισαγγελέα ούτε αυτή προέτεινε επί των ισχυρισμών αυτών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης όμως, προκύπτει ότι στην πρώτη περίπτωση, η Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και προέτεινε επί των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ενώ στην τελευταία περίπτωση, οι ήδη προβληθέντες εκ του άρθρου 367 αυτοτελείς ισχυρισμοί απλώς μνημονεύτηκαν υπερασπιστικώς από τον συνήγορο των κατηγορουμένων. Άλλωστε οι υπερασπιστικοί αυτοί ισχυρισμοί μνημονεύτηκαν μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 ν.δ. 796/1971, προκύπτει ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να αναφέρεται στις αρχές εγγράφως και μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής προς την οποία απευθύνεται η αναφορά και κατόπιν αδείας αυτής επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σε αυτήν. Ως αναφορά θεωρείται έγγραφο που περιέχει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως αρχής ή οργάνου αυτής και αίτηση περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης. Η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή την προϊσταμένη αυτής ή την εποπτεύουσα αυτήν, μπορεί δε να υποβάλλεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι για να υπάρχει αναφορά, κατά την έννοια αυτών, πρέπει το έγγραφο να διαλαμβάνει αιτιάσεις ή παραλείψεις αρχής ή οργάνου αυτής και συγχρόνως να περιέχει αίτημα περί επανορθώσεως ή αποτροπής είτε ηθικής είτε υλικής βλάβης, δυναμένης να γίνει υπό της ως άνω αρχής, ως ασκούσα διοικητική εξουσία, αρμοδίας κατά νόμο για ανόρθωση ή αποτροπή των επιζήμιων συνεπειών, που προέκυψαν από τη γενόμενη ενέργεια ή παράλειψή τους (Ολ. ΑΠ 1241/ 1984). Αν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δεν υπάρχει αναφορά και επομένως δεν απαιτείται άδεια της αρχής για τη δίωξη εκείνου που υπέβαλε την αναφορά (ΑΠ 1709/2003). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ότι δια της προσβαλλόμενης απόφασης εχώρησε άκυρη μεταβολή της κατηγορίας καθόσον, ενώ ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος βάσει αναφοράς του αστυνομικού ΑΑ και ως εκ τούτου βάσει του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του Συντάγματος εφόσον δεν υπήρξε άδεια της αρχής προς την οποίαν υποβλήθηκε η "αναφορά" αυτή (Υποδιεύθυνση Τροχαίας ...), έπρεπε να κηρυχθεί η κατ' αυτού ποινική δίωξη απαράδεκτη, αντιθέτως το Δικαστήριο της ουσίας την έκρινε ως έγγραφο, ενώ αν την είχε κρίνει ως δημόσιο έγγραφο θα ευδοκιμούσε ο εκ του άρθρου 367 στοιχ. β' αυτοτελής ισχυρισμός. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναφοράς αυτής, όπως χαρακτηρίζεται από τον συντάκτη της ΑΑ και απευθύνεται στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ..., η χαρακτηριζόμενη ως αναφορά δεν περιέχει τα στοιχεία της αναφοράς κατά την έννοια του νόμου καθόσον 1) δεν διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της και 2) δεν περιέχει συγχρόνως αμέσως ή εμμέσως αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης από την αρχή προς την οποίαν απευθύνθηκε.
Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων του άρθρου 10 του Συντάγματος, ήτοι λόγω έλλειψης απαντήσεως και αδείας προς δίωξη της αρχής αυτής. Εξάλλου και υπό την εκδοχή ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε αναφορά κατά την έννοια του νόμου, ο αναιρεσείων δεν είναι ο συντάκτης και ευθύνεται και χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 του Συντάγματος, αφού το άρθρο αυτό τάσσει προϋποθέσεις για την ευθύνη του συντάκτη της αναφοράς. Περαιτέρω, "η αναφορά" αυτή, η οποία δεν φέρει ημερομηνία ούτε αριθμό πρωτοκόλλου, κατατέθηκε από τον συντάκτη της αστυνομικό ΑΑ στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ... αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκε από τον ίδιο, ορθώς κρίθηκε ότι δεν συνιστά δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του νόμου με αποδεικτική ισχύ έναντι πάντων αλλά αποτέλεσε ενδοϋπηρεσιακό έγγραφο και μόνο κατά το χρόνο μέχρι της αποσύρσεώς του, δοθέντος ότι δεν ήταν προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων αλλά αφορούσε μόνο την εσωτερική υπηρεσία της άνω δημόσιας αρχής και με αυτό παρέχονται πληροφορίες και δεν είναι προορισμένο να λειτουργήσει αποδεικτικά πλήρως και έναντι όλων για τις προς τα έξω συναλλαγές (ΑΠ 1181/2005, ΑΠ 932/2000, ΑΠ 350/1995). Συνακόλουθα, εφόσον ορθώς κρίθηκε ότι το έγγραφο αυτό δεν είναι δημόσιο με την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο να απαντήσει επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται στο έγγραφο αυτό ως έγγραφο δημοσίας αρχής για αντικείμενο που ανάγεται στον κύκλο της υπηρεσίας της (αρθρ. 367 εδ. β' ΠΚ). Εξάλλου δε, εν όψει του ότι κατά το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ οι δικαστές δεν υποχρεούνται να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, η αρχή αυτή της ηθικής απόδειξης δεν κάμπτεται ούτε και προ του περιεχομένου δημοσίου εγγράφου και αν ακόμη δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, αφού κατά την αρχή αυτή ισχύει η ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και το απεριόριστο αυτών. Επομένως, το ανωτέρω έγγραφο, χαρακτηριζόμενο από το συντάκτη του ως αναφορά, ορθώς, κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, εκτιμήθηκε ελευθέρως, χωρούσης και ανταποδείξεως και όχι ως μέσου πλήρους αποδεικτικής δυνάμεως έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων και έτσι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, έλλειψης ακροάσεως και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών ή με χρηματική ποινή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία εκάστου των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Πρέπει, ωστόσο, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών για να μορφώσει την κρίση περί της ενοχής ή αθωώσεως του κατηγορουμένου, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1311/2009 απόφασης το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Το Σάββατο 11.2.2006, οι εργαζόμενοι της Βιομηχανίας Φωσφορικών Λιπασμάτων πραγματοποιούσαν πορεία στο κέντρο της ..., λόγος για τον οποίο η Τροχαία ... έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας. Στη συμβολή των οδών ... και ... υπεύθυνος για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας είχε οριστεί ο αστυφύλακας ΑΑ. Περί ώρα 13.27 και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η πορεία επί της οδού ..., ο πολιτικώς ενάγων, Ψ, οδηγώντας το όχημά του με συνεπιβάτη τη σύζυγό του ΒΒ και βρισκόμενος στο άνω σημείο. χωρίς να τον ακολουθεί κανένα άλλο όχημα, ζήτησε από τον ΑΑ να του επιτρέψει τη διέλευση προς τη ..., όπως ακριβώς του είχαν επιτρέψει τη διέλευση από προηγούμενο σημείο της ..., άλλοι δύο συνάδελφοι του και δη. τόσο αυτός που ρύθμιζε την κυκλοφορία στην αρχή της ..., στο ύψος της ..., όσο και ο υπεύθυνος για την κυκλοφορία στη διασταύρωση των οδών ... και ... . Ο ΑΑ, κάνοντας νεύμα στον πολιτικώς ενάγοντα, του αρνήθηκε τη διέλευσης γεγονός που ανάγκασε τον πολιτικώς ενάγοντα να κατεβεί από το όχημά του, να του δώσει τα στοιχεία του, να του δηλώσει πως ζητούσε την άδεια, για να παρευρεθεί στην άνω πορεία ως βουλευτής και ότι επρόκειτο να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του σε γκαράζ επί της οδού ..., στο ύψος της ..., δηλαδή πριν από το σημείο όπου βρισκόταν εκείνη τη στιγμή η πορεία, πλην όμως ο ΑΑ, αρνήθηκε και πάλι. Τότε ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε από τον ΑΑ να επικοινωνήσει με τον προϊστάμενό του, μήπως αυτός του επέτρεπε τη διέλευση. Στη συνέχεια ο ΑΑ, μπήκε στο περιπολικό και ζήτησε την άδεια από τον επόπτη κυκλοφορίας, επικοινωνώντας μαζί του μέσω ασυρμάτου (μοτορόλα). Ο επόπτης κυκλοφορίας πράγματι έδωσε τη σχετική άδεια, πλην όμως ο αστυνομικός δεν βγήκε από το περιπολικό για να τον ενημερώσει και γι' αυτό το λόγο ο πολιτικώς ενάγων επειδή είχε ακούσει τη σχετική εντολή του επόπτη και επειδή καθυστερούσε αδικαιολόγητα ο αστυνομικός για να του επιτρέψει τη διέλευσή του, επιβιβάστηκε στο όχημά του και συνέχισε την πορεία του στην οδό ... . Μετά το παραπάνω συμβάν ο πολιτικώς ενάγων επειδή θεώρησε πως η συμπεριφορά του ΑΑ δεν ήταν η πρέπουσα και ότι παραβίαζε και τον ίδιο τον Κώδικα Δεοντολογίας της Αστυνομίας και δη τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. στ του π.δ. 254/2004, κατά την οποία οι αστυνομικοί οφείλουν να συνεργάζονται αρμονικά τόσο με κάθε δημόσιο υπάλληλο, ή υπάλληλο άλλης Κρατικής υπηρεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ενημέρωσε προφορικά τον τότε Διοικητή της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας ΓΓ, ώστε να προβεί σε ανάλογες συστάσεις προς αυτόν. Κι ενώ ο πολιτικώς ενάγων δεν έδωσε καμία συνέχεια στο παραπάνω περιστατικό, στις 20.4.2006 δημοσιεύθηκε στη διμηνιαία εφημερίδα της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού ... "..." της οποίας διευθυντής και υπεύθυνος έκδοσης είναι ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1 (τότε ανθυπαστυνόμος) και αρχισυντάκτης, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 (τότε αστυφύλακας), στο φύλλο 40 του μηνός Μαΐου 2006, αναφορά του αστυφύλακα ΑΑ, προς την Υποδιεύθυνση Τροχαίας, το περιεχόμενο της οποίας είχε ως εξής "στις 11-2-2006 και ώρα 13:30 ετελούσα γενική εκτροπή από την ... στην ... μετά από εντολή του Κέντρου Άμεσης Δράσης διότι στην οδό ... και ... υπήρχε πορεία. Στο σημείο προσήλθε ένα μαύρο όχημα μάρκας ΣΑΑΒ στο οποίο ο οδηγός του επέμεινε να περάσει ευθεία την οδό ... με κατεύθυνση προς την πορεία. Του εξήγησα ότι δεν μπορεί να περάσει και παράλληλα σήκωσα το δεξί μου και του έκανα σήμα για την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει για να προσέξουν και οι λοιποί οδηγοί που ακολουθούσαν. Ο οδηγός με επιθετική συμπεριφορά μου είπε πρώτον μη μου σηκώνεις εμένα το χέρι ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Του απάντησα ότι με το χέρι μου του κάνω τροχονομικό σήμα. Τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και μου ζήτησε τα στοιχεία μου με έντονο ύφος. Του απάντησα με την ερώτηση τι να σας δώσω και μου ζήτησε πάλι με το ίδιο έντονο ύφος τα στοιχεία της ταυτότητάς μου συνεχίζοντας είμαι ο βουλευτής Ψ δεν με ξέρεις; Πάρε τηλέφωνο τον Διοικητή σου για να δεις ποιος είμαι εγώ. Τον ρώτησα με απειλείτε Κύριε και μου απάντησε όχι δεν σε απειλώ ... . Όταν μου ανέφερε το όνομα και την ιδιότητά του, ανέφερα τα στοιχεία μου προθύμως και του είπα παρακαλώ περιμένετε ένα λεπτό μέχρι να ενημερώσω το Κέντρο και να λάβω εντολές και προχώρησα στο περιπολικό. Τη στιγμή που διαβίβαζα στον ασύρματο ο Κύριος βουλευτής μπήκε στο όχημά του, πάτησε γκάζι πέρασε πάνω από τους κώνους και συνέχισε την πορεία του ... . Ο βουλευτής κύριος Ψ δεν επέδειξε τον απαιτούμενο σεβασμό σε ένστολο αστυνομικό που εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία και συγκεκριμένες εντολές, παραβίασε σήμα τροχονόμου και την απαγόρευση κυκλοφορίας στην οδό ...". Διαβάζοντας το άνω δημοσιευμένο κείμενο ο πολιτικώς ενάγων, το οποίο δεν είχε ημερομηνία, ούτε αριθμό πρωτοκόλλου, παρότι απευθυνόταν σε Δημόσια Υπηρεσία, αμφισβήτησε την ύπαρξη της αναφοράς. καθώς και την υποβολή αυτής στην Υποδιεύθυνση της Τροχαίας ... . Και έτσι στις 5.5.2006 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έγκληση κατά των κατηγορουμένων που δημοσίευσαν αυτό, επικαλούμενος ότι εν γνώσει τους ψευδώς διέδωσαν γι' αυτόν όσα στην αναφορά του άνω αστυφύλακα περιέχονται, ενώ δεν κατέθεσε έγκληση σε βάρος του ΑΑ, κατόπιν νομικής συμβουλής της συζύγου του, αφού κατά τον άνω χρόνο υποβολής της έγκλησης δεν γνώριζαν αν υπήρχε καν αυτή η αναφορά. Στη συνέχεια ο πολιτικώς ενάγων θέλησε να πληροφορηθεί τόσο για την αναφορά του ΑΑ, όσο και για την τύχη αυτής. Στις 29.7.2006 η υποδιεύθυνση Τροχαίας ... με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό της, το οποίο υπογράφει ο ΔΔ, Αστυνομικός Υποδιευθυντής, γνωστοποιεί στον πολιτικώς ενάγοντα, σε απάντηση επιστολής του τελευταίου, πως "η χωρίς ημερομηνία αναφορά του Αστ/κα ΑΑ προς την Υπηρεσία μας, κατατέθηκε την 14.2.2006 και ότι αυτή στη συνέχεια αποσύρθηκε αυτοβούλως από τον ίδιο τον Αστ/κα και ως εκ τούτου η αναφορά αυτή δεν έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου". Με βάση το έγγραφο τούτο, ο συντάκτης της αναφοράς είναι ο ΑΑ, όπως άλλωστε και ο ίδιος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο παραδέχθηκε. Η εν λόγω αναφορά όπως προαναφέρθηκε δεν φέρει ημερομηνία και αριθμό πρωτοκόλλου, το γεγονός δε τούτο θεωρείται από τους εξετασθέντες μάρτυρες αστυνομικούς ως σύνηθες φαινόμενο στην υπηρεσία τους, γιατί εφόσον κατατέθηκε το απόγευμα δεν μπορεί ν α πρωτοκολληθεί αφού δεν λειτουργεί τις απογευματινές ώρες το πρωτόκολλο. Οι εν λόγω αιτιολογίες όμως δεν μπορούν να πείσουν το δικαστήριο για το λόγο που ο αναφερών κατέθεσε την αναφορά του τις απογευματινές ώρες και όχι τις πρωινές, όπως είχε την δυνατότητα και γιατί δεν ενδιαφέρθηκε για την πρωτοκόλληση αυτής την επόμενη ημέρα. Περαιτέρω όσον αφορά το πότε η εν λόγω αναφορά αποσύρθηκε, σύμφωνα με το προαναφερόμενο έγγραφο αυτή "στη συνέχεια αποσύρθηκε αυτοβούλως", ο δε ΑΑ αναπόδεικτα ισχυρίζεται πως αποσύρθηκε μετά πάροδο 15 ημερών, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να λάβει αριθμό πρωτοκόλλου και μάλιστα όχι αυτοβούλως, αλλά κατόπιν πιέσεων ανωτέρων του. Για τις πιέσεις αυτές κάνουν λόγο, στις καταθέσεις τους και όλοι σχεδόν οι μάρτυρες αστυνομικοί πλην όμως το Δικαστήριο δεν σχημάτισε ασφαλή δικανική περί τούτου πεποίθηση, αφενός μεν γιατί οι καταθέσεις των μαρτύρων περί τούτου δεν υπήρξαν σαφείς, αφετέρου γιατί ο ίδιος ο ΑΑ που φέρεται να δέχθηκε αυτές, κατέθεσε ότι δεν μπορεί να αναφέρει ακόμη και τώρα τα ονόματα αυτών που τον πίεσαν γιατί θα αυτοί θα τον εκδικηθούν χωρίς να αναφέρει κάτι όμως συγκεκριμένο περί αυτού του γεγονότος και ότι δεν ενημέρωσε ποτέ το συνδικαλιστικό του όργανο για γενόμενες πιέσεις γιατί δεν θεώρησε σημαντικό να ενημερωθεί η Ένωση Αστυνομικών, στην οποία όμως προσέτρεξε στις 14.2.2006 για να παραδώσει αντίγραφο της αναφοράς του. Ειδικότερα, το απόγευμα της 14.2.2006, ο ΑΑ παρέδωσε αντίγραφο της αναφοράς του στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος προηγουμένως είχε πεί σ' αυτόν να του την προσκομίσει αφού την καταθέσει. Ο ίδιος ο ΑΑ κατέθεσε πως την αναφορά του δεν την έδωσε για να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Ένωσης Αστυνομικών. Οι κατηγορούμενοι αφού παρέλαβαν αυτή, προέβησαν στη δημοσίευσή της, χωρίς να τους προβληματίσει το γεγονός πως δεν έφερε ούτε ημερομηνία, ούτε αριθμό πρωτοκόλλου, παρότι είναι έμπειροι αστυνομικοί συνδικαλιστές και δημοσιογράφοι και παρότι όλα τα άλλα δημοσιευμένα στην ίδια εφημερίδα κείμενα φέρουν τα άνω ελλείποντα στοιχεία. Η αυτούσια αυτή δημοσίευση του περιεχομένου της αναφοράς, εμφανίζει τους κατηγορουμένους να δέχονται ανεπιφύλακτα ως αληθή τα αναγραφόμενα γεγονότα. Όμως η αναφορά και κατ'επέκταση το δημοσίευμα περιλαμβάνει ψευδή γεγονότα, σύμφωνα με όσα παραπάνω προεκτέθηκαν, σχετικά με το περιστατικό της 11.2.2006, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος ΒΒ, που επιβεβαιώνεται εν μέρει από την από 28.5.2006 αναφορά του αρχιφύλακα ΕΕ προς τη Διεύθυνση Άμεσης Δράσης ..., ο οποίος εκτελούσε την 11.2.2006 και κατά τις ώρες 06.00-14.00 υπηρεσία εκφωνητή τροχαίας και αναφέρει πως ο επόπτης τροχαίας συνέστησε στον πεζό τροχονόμο (ΑΑ) να ενημερώσει τον Βουλευτή για την πορεία και ότι εξαιτίας αυτής θα καθυστερούσε η κίνησή του και αν επιμένει να τον αφήσει να περάσει, συνομιλία που άκουσε όπως προαναφέρθηκε ο πολιτικώς ενάγων και συνέχισε την πορεία του, χωρίς να περιμένει την έγκριση του επόπτη της τροχαίας να του την ανακοινώσει ο ίδιος ο ΑΑ. Συγκεκριμένα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα: α) η αλαζονική συμπεριφορά και οι φράσεις που φέρεται να ειπώθηκαν από τον πολιτικώς ενάγοντα στον ΑΑ, β) ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν συμμορφώθηκε σε σήμα τροχονόμου και διήλθε από το συγκεκριμένο σημείο παρότι υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων και χωρίς να λάβει σχετική άδεια από τον επόπτη τροχαίας. Άλλωστε αν όντως ο πολιτικώς ενάγων ήθελε να διαπράξει τις εν λόγω παραβάσεις δεν θα σταματούσε να ζητήσει άδεια από τον ΑΑ, γ) ότι παραβίασε κώνους της τροχαίας. Με την δημοσίευση της άνω αναφοράς οι κατηγορούμενοι διέδωσαν για τον πολιτικώς ενάγοντα γεγονότα πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του, ως ατόμου, ως δικηγόρου και ως πολιτικού, γιατί παρείχαν σε ευρύ κύκλο προσώπων στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας της Ένωσης Αστυνομικών Νομού ..., που αριθμεί 4.000 μέλη, ερείσματα για να σχηματίσουν μια αρνητική και περιφρονητική για τον πολιτικώς ενάγοντα κρίση, καθώς και μια εικόνα ψευδή που δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή του εικόνα, όπως ο ίδιος την προσδιόρισε, αφού τον εμφανίζουν να παραβιάζει νόμους, να διακατέχεται με έπαρση, να χρησιμοποιεί τη βουλευτική του ιδιότητα για να αντιμετωπιστεί προνομιακά σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Οι κατηγορούμενοι δεν προσπάθησαν πριν προβούν στην επίδικη δημοσίευση να εξακριβώσουν αν το περιεχόμενο της αναφοράς του ... ήταν αληθινό γιατί όπως κατέθεσαν, αφενός δεν είχαν λόγο να αμφισβητήσουν το συνάδελφό τους, και αφετέρου γιατί η εν λόγω αναφορά είναι δημόσιο έγγραφο. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι η αναφορά του ... δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του νόμου, με αποδεικτική δύναμη έναντι πάντων, αλλά αποτέλεσε. σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εσωϋπηρεσιακό έγγραφο και μάλιστα μόνο κατά το χρόνο που κατατέθηκε στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ... . Αποδυναμώνει δε την άνω πεποίθηση των κατηγορουμένων το γεγονός ότι ενώ αυτοί επικαλούνται πως δεν μπορούν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο της αναφοράς του ..., εν τούτοις αμφισβητούν με μεγάλη ευκολία το από 29.7.2006 με αριθμ. πρωτ. ... προαναφερόμενο έγγραφο της Υποδ/νσης Τροχαίας ... και δη το σημείο που ο υπογράφων αυτό, ΔΔ Αστυνομικός Υποδιευθυντής αναφέρει πως ο ... αυτοβούλως (δηλαδή χωρίς πιέσεις) απέσυρε την αναφορά του. Επομένως απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η αναφορά του ΑΑ αποτελεί δημόσιο έγγραφο με αποδεικτική δύναμη έναντι πάντων. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η συγκρότηση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ, αφού τα γεγονότα που σι κατηγορούμενοι από κοινού διέδωσαν είναι κατά την κοινή πείρα ικανά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, πράγμα που αυτοί γνώριζαν και αποδέχονταν. Η επικαλούμενη από τους κατηγορουμένους πεποίθηση πως ήταν αληθινά τα όσα διέδωσαν σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, δεν αναιρεί το δόλο τους, όπως ήδη στις νομικές σκέψεις της παρούσας προεκτέθηκε, ενώ χαρακτηριστικό της θέλησής τους να διαδώσουν το βλαπτικό γεγονός σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, είναι αυτό που στην απολογία τους ρητά εξέφρασαν, ότι αυτοί ήθελαν να δημοσιοποιήσουν τα γεγονότα και τους ήταν αδιάφορο το γεγονός πως με το δημοσίευμα θα θιγόταν η τιμή και υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, παρότι με το άρθρο 2 του πδ 254/2004 του Κώδικα Δεοντολογίας Αστυνομικού "ο αστυνομικός υποχρεούται να σέβεται την αξία του ανθρώπου", την οποία αξία πρέπει να σέβονται και οι δημοσιογράφοι, αλλά και όλα τα άτομα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι πρέπει να αποκλεισθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους, γιατί η επίδικη δημοσίευση έγινε στα πλαίσια ενάσκησης του δικαιώματός τους ως δημοσιογράφων και μελών του συνδικαλιστικού τους σωματείου και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση της κοινής γνώμης για τις πράξεις και παραλείψεις του πολιτικώς ενάγοντος, το Δικαστήριο - λαμβάνοντας υπόψη α) ότι το διαδιδόμενο γεγονός είναι αναληθές κι ως εκ τούτου δεν εξυπηρετούσε την εύλογη ανάγκη του αναγνωστικού κοινού για επακριβή πληροφόρηση και δεν υπήρχε δημόσιο συμφέρον, β) ότι οι κατηγορούμενοι δεν τήρησαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου όπως όφειλαν, αφού πριν τη δημοσίευση δεν προσπάθησαν να εξακριβώσουν αν τα αναφερόμενα στο επίδικο δημοσίευμα ήταν αληθινά. απευθυνόμενοι αν όχι στον ίδιο τον ΑΑ, στην Υποδιεύθυνση της Τροχαίας ..., όπως ακριβώς απευθύνθηκαν, αφού πληροφορήθηκαν τη σε βάρος τους μήνυση και με τις από 22.5.2006 επιστολές της Ένωσης Αστυνομικών ... (αριθμ. πρωτ. ... και ...), ζήτησαν να τους χορηγηθούν αντίγραφα των διατασσομένων μέτρων της τροχαίας και του συμβάντος, αλλά ποτέ δεν ζήτησαν να τους βεβαιωθεί η κατάθεση της αναφοράς του ΑΑ στην εν λόγω Υπηρεσία, προφανώς γιατί γνώριζαν πως ποτέ δεν πήρε αριθμό πρωτοκόλλου γιατί αποσύρθηκε, γ) ότι οι κατηγορούμενοι δεν απευθύνθηκαν πριν τη δημοσίευση στον πολιτικώς ενάγοντα για να πληροφορηθούν για τις θέσεις του και να δημοσιεύσουν αυτές στην εφημερίδα τους, ενέργεια στην οποία μπορούσαν να πράξουν εντός του χρονικού διαστήματος από 14.2.2006 που παρέλαβαν την αναφορά του ΑΑ μέχρι τη δημοσίευσή της, δεδομένου μάλιστα ότι τυχόν απάντηση του πολιτικώς ενάγοντος μετά την 20-4-2006 θα δημοσιευόταν μετά δύο μήνες, οπότε θα εκδιδόταν το επόμενο Τεύχος. δηλαδή όταν ήδη η κοινή γνώμη είχε διαμορφωθεί και η μεταστροφή της δεν θα ήταν ευχερής, δ) ότι ο σκοπός του δημοσιεύματος, όπως οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι προσδιόρισαν στις απολογίες τους, ήταν για να παραδειγματιστούν τα μέλη της Ένωσης Αστυνομικών να εκτελούν όπως οφείλουν τα καθήκοντά τους, μιμούμενοι τη συμπεριφορά του ΑΑ, χωρίς όμως να διευκρινίζουν τι θα έπρεπε οι συνάδελφοι τους να μιμηθούν, το θάρρος του ΑΑ να μην επιτρέψει τη διέλευση που ζητούσε ο πολιτικώς ενάγων, για να ασκήσει τα βουλευτικά του καθήκοντα, την οποία διέλευση στη συνέχεια επέτρεψε ο επόπτης κυκλοφορίας και τι παράδειγμα προς μίμηση θαρρετής συμπεριφοράς μπορεί να είναι η σύνταξη μιας αναφοράς, χωρίς ημερομηνία, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου και η μετέπειτα απόσυρσή της, ε) ότι, έστω και με την υιοθέτηση της άνω πεποίθησης των κατηγορουμένων, η προστασία του επικαλούμενου από τους κατηγορουμένους σκοπού ήταν δυνατόν να γίνει χωρίς την προσβολή του πολιτικώς ενάγοντος, αφού η ταυτόχρονη με την άνω αναφορά δημοσίευση της απάντησης του πολιτικώς ενάγοντος δεν θα ήταν βλαπτική για το συμφέρον των συναδέλφων τους αστυνομικών, ενώ αντίθετα θα μπορούσε να αποτρέψει τον δυσφημιστικό διασυρμό του πολιτικώς ενάγοντος. Επίσης ηπιότερη θα ήταν η δυσφήμηση αν οι κατηγορούμενοι δημοσίευαν το γεγονός της απόσυρσης της αναφοράς, το οποίο γνώριζαν, γιατί άλλη είναι η βαρύτητα μιας αναφοράς κατατεθειμένης σε δημόσια υπηρεσία κι άλλη μιας αναφοράς που κατατέθηκε και στη συνέχεια αποσύρθηκε χωρίς να λάβει αριθμό πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι εύλογα θα μπορούσε να λεχθεί πως αποσύρθηκε από το συντάκτη της γιατί ήταν αναληθής και φοβήθηκε για τις συνέπειες, στ) ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν ήταν αντικειμενικά κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για την πραγμάτωση του παραπάνω σκοπού και τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν κινδύνευε, αφού αυτονόητη και πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τους νόμους, είναι η υποχρέωση των αστυνομικών όπως και όλων δημοσίων υπαλλήλων να εκτελούν σωστά ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους και τέλος ζ) ότι η ελευθερία του τύπου δεν είναι αυτοσκοπός και δεν πρέπει να συνάγεται χωρίς άλλο τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, όπως είναι η τιμή του ατόμου, - οδηγείται στην κρίση πως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί ελλείπουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της απλής δυσφήμισης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου. Ειδικότερα ως προς τις αποδείξεις, εκ του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη που καταδικάστηκε, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και αναγνώστηκαν και την απολογία του αναιρεσείοντος και εκείνη του συγκατηγορουμένου του χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική εκτίμηση κάποιων από αυτά ή ότι αγνοήθηκαν κάποια άλλα. Περαιτέρω και όσον αφορά την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στο ... φύλλο του Μαΐου του 2006 της διμηνιαίας εφημερίδας της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων του Ν. ... "...", της οποίας ο αναιρεσείων ήταν διευθυντής και υπεύθυνος έκδοσης, δημοσιεύτηκε η αναφερόμενη στο ως άνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς ημερομηνία και αριθμό πρωτοκόλλου, "αναφορά", την οποία είχε συντάξει ο αστυφύλακας - τροχονόμος ΑΑ και απηύθυνε στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ..., στην οποία ο συντάκτης αυτής περιγράφει περιστατικό που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και του οδηγού αυτοκινήτου Ψ, όταν ο τελευταίος επιθυμούσε να διέλθει την οδό ... και μετάσχει σε πορεία, ο δε αστυφύλακας ΑΑ σε εκτέλεση εντολών της υπηρεσίας του, ως τροχονόμος, του υπέδειξε να ακολουθήσει την οδό ... . Περαιτέρω διαλαμβάνεται στην αιτιολογία ότι η "αναφορά" αυτή κατατέθηκε στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας ... στις 14-02-2006 και παραδόθηκε από τον ΑΑ αντίγραφο αυτής στον αναιρεσείοντα, στην συνέχεια δε αποσύρθηκε από τον συντάκτη της. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων με τις άνω ιδιότητες, με τον συγκατηγορούμενό του δημοσίευσαν την "αναφορά" αυτή στο άνω φύλλο της πιο πάνω εφημερίδας, αυτή δε διαλαμβάνει γεγονότα, αντικειμενικώς κρινόμενα, δυσφημηστικά για τον εγκαλούντα Ψ και κυρίως ότι "πάτησε γκάζι, πέρασε πάνω από τους κώνους και συνέχισε την πορεία του", ενώ δηλαδή του είχε απαγορευτεί, ως και ότι "ο βουλευτής κ. Ψ δεν επέδειξε σεβασμό σε ένστολο αστυνομικό ... παρεβίασε σήμα τροχονόμου και απαγόρευσης κυκλοφορίας ...", ενώ περαιτέρω ανελέγκτως δέχτηκε ότι τα γεγονότα αυτά που περιλαμβάνονται στην "αναφορά" και κατ' επέκταση στο δημοσίευμα είναι ψευδή. Πλέον τούτων, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων (και ο συγκατηγορούμενός του) ανεπιφύλακτα δέχτηκαν τα γεγονότα αυτά ως αληθή χωρίς να προβούν, ως όφειλαν δεοντολογικά, στην εξακρίβωση της αλήθειας τους. Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχτηκε ότι με τη δημοσίευση της "αναφοράς" διέδωσαν στον ευρύ κύκλο των αστυνομικών ..., που αριθμεί 4.000 μέλη, γεγονότα που ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του Ψ, ως δικηγόρου και πολιτικού, ως εμφανιζομένου να παραβιάζει νόμους, να διακατέχεται με έπαρση και να χρησιμοποιεί τη βουλευτική ιδιότητά του για προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Ακόμη, ορθώς δέχτηκε, ως εξετέθη, ότι η "αναφορά" αυτή δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο με πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι πάντων αλλά ενδοϋπηρεσιακό έγγραφο. Τέλος, δέχτηκε ότι συνέτρεχε δόλος του αναιρεσείοντος ενώ αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι έπρεπε να αποκλειστεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως διότι η δημοσίευση έγινε εις ενάσκηση δικαιώματός τους ως δημοσιογράφων και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση της κοινής γνώμης, με την επαρκή αιτιολογία ότι "το διαδιδόμενο γεγονός είναι αναληθές και ως εκ τούτου 1) δεν εξυπηρετούσε την εύλογη ανάγκη του αναγνωστικού κοινού για επακριβή πληροφόρηση και δεν υπήρχε δημόσιο συμφέρον, 2) ότι οι κατηγορούμενοι δεν τήρησαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου όπως όφειλαν, αφού πριν τη δημοσίευση δεν προσπάθησαν να εξακριβώσουν αν τα αναφερόμενα στο επίδικο δημοσίευμα ήταν αληθινά. απευθυνόμενοι αν όχι στον ίδιο τον ΑΑ, στην Υποδιεύθυνση της Τροχαίας ..., όπως ακριβώς απευθύνθηκαν, αφού πληροφορήθηκαν τη σε βάρος τους μήνυση και με τις από 22.5.2006 επιστολές της Ένωσης Αστυνομικών ... (αριθμ. πρωτ. ... και ...), ζήτησαν να τους χορηγηθούν αντίγραφα των διατασσομένων μέτρων της τροχαίας και του συμβάντος, αλλά ποτέ δεν ζήτησαν να τους βεβαιωθεί η κατάθεση της αναφοράς του ΑΑ στην εν λόγω Υπηρεσία, προφανώς γιατί γνώριζαν πως ποτέ δεν πήρε αριθμό πρωτοκόλλου γιατί αποσύρθηκε, γ) ότι οι κατηγορούμενοι δεν απευθύνθηκαν πριν τη δημοσίευση στον πολιτικώς ενάγοντα για να πληροφορηθούν για τις θέσεις του και να δημοσιεύσουν αυτές στην εφημερίδα τους, ενέργεια στην οποία μπορούσαν να πράξουν εντός του χρονικού διαστήματος από 14.2.2006 που παρέλαβαν την αναφορά του ΑΑ μέχρι τη δημοσίευσή της, δεδομένου μάλιστα ότι τυχόν απάντηση του πολιτικώς ενάγοντος μετά την 20-4-2006 θα δημοσιευόταν μετά δύο μήνες, οπότε θα εκδιδόταν το επόμενο τεύχος δηλαδή όταν ήδη η κοινή γνώμη είχε διαμορφωθεί και η μεταστροφή της δεν θα ήταν ευχερής, δ) ότι ο σκοπός του δημοσιεύματος, όπως οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι προσδιόρισαν στις απολογίες τους, ήταν για να παραδειγματιστούν τα μέλη της Ένωσης Αστυνομικών να εκτελούν όπως οφείλουν τα καθήκοντά τους, μιμούμενοι τη συμπεριφορά του ΑΑ, χωρίς όμως να διευκρινίζουν, τι θα έπρεπε οι συνάδελφοι τους να μιμηθούν, το θάρρος του ΑΑ να μην επιτρέψει τη διέλευση που ζητούσε ο πολιτικώς ενάγων, για να ασκήσει τα βουλευτικά του καθήκοντα, την οποία διέλευση στη συνέχεια επέτρεψε ο επόπτης κυκλοφορίας και τι παράδειγμα προς μίμηση θαρρετής συμπεριφοράς μπορεί να είναι η σύνταξη μιας αναφοράς, χωρίς ημερομηνία, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου και η μετέπειτα απόσυρσή της, ε) ότι, έστω και με την υιοθέτηση της άνω πεποίθησης των κατηγορουμένων, η προστασία του επικαλούμενου από τους κατηγορουμένους σκοπού ήταν δυνατόν να γίνει χωρίς την προσβολή του πολιτικώς ενάγοντος, αφού η ταυτόχρονη με την άνω αναφορά δημοσίευση της απάντησης του πολιτικώς ενάγοντος δεν θα ήταν βλαπτική για το συμφέρον των συναδέλφων τους - αστυνομικών, ενώ αντίθετα θα μπορούσε να αποτρέψει τον δυσφημιστικό διασυρμό του πολιτικώς ενάγοντος, Επίσης ηπιότερη θα ήταν η δυσφήμηση αν οι κατηγορούμενοι δημοσίευαν το γεγονός της απόσυρσης της αναφοράς, το οποίο γνώριζαν, γιατί άλλη είναι η βαρύτητα μιας αναφοράς κατατεθειμένης σε δημόσια υπηρεσία κι άλλη μιας αναφοράς που κατατέθηκε και στη συνέχεια αποσύρθηκε χωρίς να λάβει αριθμό πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι εύλογα θα μπορούσε να λεχθεί πως αποσύρθηκε από το συντάκτη της γιατί ήταν αναληθής και φοβήθηκε για τις συνέπειες. στ) ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν ήταν αντικειμενικά κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για την πραγμάτωση του παραπάνω σκοπού και τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν κινδύνευε, αφού αυτονόητη και πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τους νόμους είναι η υποχρέωση των αστυνομικών όπως και όλων των δημοσίων υπαλλήλων να εκτελούν σωστά και ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους και τέλος ζ) ότι η ελευθερία του τύπου δεν είναι αυτοσκοπός και δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, όπως είναι η τιμή του ατόμου, - οδηγείται στην κρίση πως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί ελλείπουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ". Υπό τα άνω δεδομένα, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 362 και 367 στοιχ. γ' του ΠΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-04-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1311/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 10 του Συντάγματος. Αναφορά στις αρχές. Ως αναφορά θεωρείται έγγραφο που περιέχει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως αρχής ή οργάνου αυτής και αίτηση περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης. Η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή την προϊσταμένη αυτής ή την εποπτεύουσα αυτήν, υποβάλλεται δε με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής προς την οποία απευθύνεται η αναφορά και κατόπιν αδείας αυτής επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σε αυτήν. Αν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν υπάρχει αναφορά και επομένως δεν απαιτείται άδεια της αρχής προς δίωξη εκείνου που υπέβαλε την αναφορά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση απλη, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1728/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Χατζηχαραλάμπους, για αναίρεση της με αριθμό 422/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 933/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 1568/ 1985, ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων που έχουν σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάσταση τους. Κατά δε το άρθρο 32 παρ.1 και 3 του ίδιου νόμου, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι... από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας της εργασίας. Εξάλλου δε κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν.2224/ 1994 κάθε εργοδότης...που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας...τιμωρείται...Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων από αμέλεια, οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται... Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 422/2009 απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "και οι δύο κατηγορούμενοι από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους, με αποτέλεσμα να επιφέρουν το θάνατο άλλου. Ειδικότερα.....ενώ εκτελούντο από την εταιρεία "ΚΛΙΜΑΤΕΚ Α.Ε." εργασίες τοποθέτησης κλιματιστικών μηχανημάτων στην οροφή του δευτέρου ορόφου του κτιρίου του ως άνω μουσείου, όπου στεγάζεται η λαογραφική συλλογή......αν και προηγουμένως το μέλος του συνεργείου της παραπάνω εταιρείας Θ1, στην προσπάθειά του να ανέλθει στο δώμα του κτιρίου είχε υποστεί ελαφρά ηλεκτροπληξία (τίναγμα) από διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά παρά ταύτα ειδοποίησε το συνεργείο της εταιρείας ότι μπορούν να συνεχιστούν οι εργασίες, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, μηχανολόγος μηχανικός, ως υπεύθυνος εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών της ως άνω εταιρείας "ΚΛΙΜΑΤΕΚ Α.Ε." αν και έλαβε γνώση του περιστατικού της ηλεκτροπληξίας του Θ1 και της ειδοποίησης του πρώτου κατηγορουμένου για συνέχιση των εργασιών, από αμέλειά του δεν έλαβε κανένα μέτρο ώστε να εξασφαλισθούν οι εργαζόμενοι στο συνεργείο του από τον ορατό κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, που μπορούσε να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, ούτε επέβλεψε την ορθή εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας τους, ειδικότερα δε, δεν πρόστρεξε στο χώρο εκτέλεσης των εργασιών προκειμένου να επελήφθη ο ίδιος του προβλήματος δίδοντας εντολή για έλεγχο σε ειδικό προς τούτο πρόσωπο έχον τα απαραίτητα προσόντα, συγκεκριμένα δε σε αδειούχο ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη, ούτε απέστειλε αδειούχο ψυκτικό εγκαταστάτη, που δεν υπήρχε στο συνεργείο, για να επιληφθεί με το ανωτέρω ειδικό πρόσωπο του παραπάνω προβλήματος, ενόψει του ως άνω ορατού κινδύνου ηλεκτροπληξίας του προσωπικού του συνεργείου, αλλά αρκέσθηκε στην ειδοποίηση του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 για συνέχιση των εργασιών χωρίς να ελέγξει αν αυτός ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος ηλεκτροπληξίας και έδωσε εντολή στο συνεργείο του για συνέχιση των εργασιών. Αποτέλεσμα της εκτεθείσας ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ήταν να υποστεί ηλεκτροπληξία και να καταλήξει εξ' αιτίας της μόνης γενεσιουργού αυτής αιτίας το μέλος του ως άνω συνεργείου Σ1, ετών 20, όταν αυτός ανέβηκε στο δώμα του κτιρίου του μουσείου για να τοποθετήσει μόνωση σε σωλήνες κλιματισμού, το οποίο δώμα, καλυμμένο από φύλλο μονωτικού αλουμινίου, ήταν υπό τάση ηλεκτρικού ρεύματος 215 VOLT, λόγω διαρροής σ' αυτό ηλεκτρικού ρεύματος εξ' αιτίας τραυματισμένου από το συνεργείο (με βίδα ή σίδερο) καλωδίου (ΝΥΜ 3X1,5 Τ.Χ.) και συγκεκριμένα του αγωγού φάσεως στο χώρο της λαογραφικής συλλογής, στο δεύτερο όροφο του κτιρίου. Το αξιόποινο δε αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους δεν πρόβλεψαν οι κατηγορούμενοι. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 υπό την ως άνω εκτεθείσα ιδιότητα του, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με την ανωτέρω υπό στοιχείο Α' εκτεθείσα συμπεριφορά του: α) δεν μερίμνησε για την αποκατάσταση των ελλείψεων που έχουν σχέση με την υγιεινή και την ασφαλή συνέχιση των εργασιών του συνεργείου και β) δεν έλαβε τα μέτρα που απαιτούντο ώστε να εξασφαλισθούν οι εργαζόμενοι στο συνεργείο από κάθε κίνδυνο που μπορούσε να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, επιπλέον δεν επέβλεψε την ορθή εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας στο ως άνω συνεργείο. Για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ως προς τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να έχουν ληφθεί και δεν ελήφθησαν είναι σαφής η από 31-8-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., που διορίσθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως. Στην έκθεση αυτή γίνεται λόγος και καθόσον αφορά τα αίτια που προκάλεσαν τη θανατηφόρο ηλεκτροπληξία, ότι θα έπρεπε το κύκλωμα φωτισμού, εφόσον εκτελούντο εργασίες του είδους που εγένεντο, να είναι αποσυνδεδεμένο από την ασφάλεια του πίνακα και έτσι να μην υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα να ρευματοδοτηθεί το κύκλωμα, ότι δεν υπήρχε διακόπτες διαφορικός (Δ.Δ.Ε) ο οποίος χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις αυτές για λόγους πρόσθετης προστασίας και τέλος διότι υπήρχε αλλοιωμένη γείωση του κτιρίου. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο στοιχειοθετούν ευθέως την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων........και ο δεύτερος που ήταν υπεύθυνος εκτέλεσης των πιο πάνω εργασιών από την εταιρεία "ΚΛΙΜΑΤΕΚ Α.Ε" , ο οποίος αν και έλαβε γνώση του περιστατικού της ηλεκτροπληξίας του Θ1, δεν έλαβε κανένα μέτρο ώστε να προστατευθούν οι εργαζόμενοι από τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, δεν προσέτρεξε αμέσως εκεί να επιληφθεί του προβλήματος, να δώσει εντολή για έλεγχο σε ειδικό προς τούτο πρόσωπο (διπλωματούχο ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη) και να διακοπεί η παροχή ρεύματος, αλλά αντίθετα έδωσε εντολή να συνεχισθούν οι εργασίες". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παράβασης των άρθρων 19 παρ. 1,2, 3, 32 παρ. 1, 3 του ν. 1568/1985 και 25 παρ. 1β του ν.2224/1994 και του επέβαλε για την ανθρωποκτονία φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών και για την παράβαση των άνω άρθρων φυλάκιση δύο (2) μηνών και συνολικά φυλάκιση δέκα έξι (16) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος (μη συνειδητής), η οποία έλαβε χώρα δια διαδοχικών παραλείψεων του. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως των άνω εγκλημάτων και συγκεκριμένα τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται με πληρότητα και σαφήνεια ότι ο αναιρεσείων, με την ιδιότητα του, ως υπεύθυνος εκτέλεσης των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό εργασιών, στις οποίες μετείχε ο Σ1 αν και έλαβε γνώση προηγουμένου περιστατικού ηλεκτροπληξίας άλλου (Θ1) δεν έλαβε κανένα μέτρο ώστε να εξασφαλιστεί η υγεία των εργαζομένων από ορατό πλέον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, που μπορούσε να απειλήσει τη ζωή των εργαζομένων, ούτε επέβλεψε την ορθή εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας αλλά και ούτε προσέτρεξε στο χώρο των εργασιών προκειμένου να επιληφθεί ο ίδιος του προβλήματος με το να δώσει εντολή για έλεγχο σε πρόσωπο που διάθετε τα σχετικά προσόντα και συγκεκριμένα σε ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη, ούτε σε αδειούχο ψυκτικό εγκαταστάτη, που δεν διέθετε άλλωστε το συνεργείο αλλά αρκέστηκε στην ενημέρωση του από τον Χ2 ότι μπορούσαν να συνεχιστούν οι εργασίες χωρίς να ελέγξει αν ο τελευταίος ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος ηλεκτροπληξίας και παρ' όλα αυτά ο αναιρεσείων έδωσε εντολή στο συνεργείο να συνεχίσει τις εργασίες τοποθέτησης των κλιματιστικών στο αναφερόμενο μουσείο. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ήταν να υποστεί ηλεκτροπληξία από την οποία, ως μόνη ενεργό αιτία, απεβίωσε ο εργαζόμενος στο συνεργείο αυτό Σ1, ετών 20, όταν αυτός ανέβηκε στο δώμα του κτηρίου του μουσείου για να τοποθετήσει μόνωση σε σωλήνες κλιματισμού, στους οποίους υπήρχε διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος εξαιτίας τραυματισμένου από το συνεργείο καλωδίου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από αμέλεια του ο αναιρεσείων δεν μερίμνησε για την αποκατάσταση των άνω ελλείψεων που έχουν σχέση με την ασφαλή συνέχιση των εργασιών του συνεργείου, ούτε έλαβε μέτρα που απαιτούντο για την εξασφάλιση των εργαζομένων στο συνεργείο από κάθε κίνδυνο που μπορούσε να απειλήσει τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία των εργαζομένων ουδέ επέβλεψε την ορθή εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας στο συνεργείο τούτο. Υπό τα δεδομένα αυτά, υπήρχε πράγματι ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποτροπή του αποτελέσματος του θανάτου του Σ1, η οποία θεμελιώνεται στις άνω διατάξεις, ήτοι των άρθρων 19 παρ.1 2, 3, 32 παρ. 1, 3 του ν. 1568/1985 και 25 παρ. 1β του ν.2224/1994, οι οποίες επέβαλαν στο αναιρεσείοντα τον επιτακτικό κανόνα προς αποτροπή του αποτελέσματος τούτου, τον οποίο δια των άνω διαδοχικών παραλείψεων του ο αναιρεσείων παρεβίασε. Πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι αναγκαία η ειδική μνεία της διατάξεως του άρθρου 15 του ΠΚ (ΑΠ 1220/ 2008), αφού υπό τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτει από την αιτιολογία η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά την αιτιολογία, το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του Σ1 οφείλεται και σε συγκλίνουσα πράξη του αναιρεσείοντος, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι, αν και έλαβε γνώση προηγούμενης ηλεκτροπληξίας άλλου ατόμου (Θ1) στον ίδιο χρόνο και τόπο, έδωσε (ο αναιρεσείων) εντολή για συνέχιση των εργασιών κατά τις οποίες στη συνέχεια έπαθε ηλεκτροπληξία και από αυτή απεβίωσε ο Σ1, αποτέλεσμα το οποίο είναι αξιόποινο και άνευ της συνδρομής ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως προς αποτροπή τούτου (ΑΠ 871/2006).
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αίτησης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 333 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δίνεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του περί της ενοχής και μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως δίνεται στον ίδιο ή το συνήγορο του ο λόγος σε σχέση με την ποινή. Η παράβαση της διάταξης αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία παράβαση ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος για την ποινή μετά την απαγγελία της απόφασης και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α'του ΚΠΔ λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 3346/2005 επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου (17-06-2005) διαρκείας μέχρι έξι (6) μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ (18) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη.... Στην προκειμένη περίπτωση με την πρωτόδικη με αριθ. 2285/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για την παράβαση των άνω άρθρων 19, 32 ν. 1568/1985 και 25 του ν.2224/1994. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ' έφεση δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη κατά την οποία η ποινή των δύο (2) μηνών παραγράφηκε υφ' όρον, αλλά εχώρησε και πάλι σε καταδίκη του αναιρεσείοντος και σε επιβολή ποινής για την πράξη αυτή φυλάκισης δύο (2) μηνών. Έτσι όμως υπερέβη την εξουσία του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα της ποινής των δύο μηνών και συνακολούθως η διάταξη αυτή της προσβαλλόμενης πρέπει να απαλειφθεί και να παραμείνει πλέον μόνο η επιβληθείσα για την ανθρωποκτονία εξ αμελείας ποινή των δέκα πέντε (15) μηνών. Επομένως, πρέπει κατά τα λοιπά η αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη 422/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Απαλείφει τη διάταξη αυτής περί επιβολής στον αναιρεσείοντα της ποινής των δύο (2) μηνών.
Απορρίπτει την αναίρεση κατά τα λοιπά. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Έννοια αμέλειας. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος τότε, για τη θεμελίωση του εγκλήματος από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Αναγκαία προϋπόθεση η ύπαρξη ιδιαίτερης ειδικής και όχι γενικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην αιτιολογία πρέπει να αναφέρεται η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Αναιρεί εν μέρει. Απαλείφει ως προς τη διάταξη επιβολής ποινής. Απορρίπτει αίτηση κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια, Αναίρεση μερική, Παραγραφή υφ' όρο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1727/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη, περί αναιρέσεως της 15841/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: Ψ1 και 2. Σωματείο με την επωνυμία "Αδελφότητα Παχτουριωτών - Μορφωτικός και Πολιτιστικός Σύλλογος", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 28/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του Α.Κ, προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού, που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, αφού η υπεξαγωγή είναι έγκλημα διακινδύνευσης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή, είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή και απλώς ηθική. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία, ήτοι τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, και από τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, δέχθηκε, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ως προς τα μπλοκ εισπράξεως και πληρωμής αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα κατείχε με την ιδιότητα του ταμία του Συλλόγου Παχτουριωτών Μορφωτικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος, ο οποίος αν και κλήθηκε με την προαναφερόμενη με αριθμό 8316/4-10-2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να τα παραδώσει στην νεοεκλεγείσα διοίκηση, εν τούτοις αρνήθηκε να τα παραδώσει και τα απέκρυψε, αν και ανήκαν στην κυριότητα του ως άνω συλλόγου, με σκοπό να βλάψει τα έννομα συμφέροντα του τελευταίου. Να σημειωθεί ότι στις 6-4-2003, ενώπιον της επιτροπής που είχε οριστεί από τη Γ.Σ. για την παραλαβή άλλων εγγράφων του συλλόγου από τον 3ο κατηγορούμενο, αυτός παραδέχτηκε ότι κατέχει τα άνω μπλόκ και ότι τα χρήματα που αντιστοιχούν σ' αυτά αφορούν δαπάνες, τις οποίες έχει πραγματοποιήσει για τα δικαστήρια. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) υπεξαγωγής εγγράφων ως προς τα άνω μπλοκ".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 222 ΠΚ (υπεξαγωγή εγγράφων) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της υπεξαγωγής εγγράφων, του άρθρου 222 του Π.Κ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 222 του Π.Κ που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, με την ιδιότητα του ταμία του Συλλόγου με την επωνυμία "Αδελφότητα Παχτουριωτών - Μορφωτικός και Πολιτιστικός Σύλλογος", που είχε την ευθύνη της φύλαξης των μπλοκ εισπράξεως και πληρωμών των τελευταίων ετών, τα οποία αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο του ως άνω Συλλόγου, και αποδεικτικά στοιχεία της οικονομικής καταστάσεως του Συλλόγου, όχι μόνο απέκρυψε την ύπαρξή τους, αλλά και αρνήθηκε την παράδοσή τους στον νεοεκλεγέντα κατά τις αρχαιρεσίες της 17-2-2000, Πρόεδρο Ψ1. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται και η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση, με την απόκρυψη και μη παράδοση των ως άνω εγγράφων, να βλάψει τον ως άνω Σύλλογο και ειδικότερα να προκαλέσει προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του, αφού, με τη δεδομένη αδυναμία αντικαταστάσεώς τους, λόγω της πρωτότυπης μορφής τους, αναμφισβήτητα θα δημιουργούνταν αρκετά προβλήματα οικονομικής φύσεως, ως προς την ακρίβεια των οικονομικών μεγεθών, όχι μόνο μεταξύ των προσώπων - μελών του Συλλόγου, αφού θα καθίστατο δυσχερής η εξακρίβωση των οικονομικά τακτοποιημένων μελών, αλλά και των αντίστοιχων δαπανών που τυχόν είχαν πραγματοποιηθεί κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Ενισχυτικό δε της προθέσεώς του γεγονός, αποτελεί και η άρνησή του να παραδώσει τα πιο πάνω έγγραφα, παρά το γεγονός ότι με την υπ' αριθμό 8316/4-10-2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκε μεταξύ άλλων προσώπων και ο κατηγορούμενος να παραδώσει τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται, η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 Κ.Π.Δ, η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ. Η σχετική δήλωση, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Π.Δ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, από τους οποίους πρέπει να προκύπτει και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης, εκτός αν η βλάβη αυτή προκύπτει αυτονόητα από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη ή αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων στην κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο γεγονότων. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 15841/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αλλά και από την υπ' αριθμό 119390/21-9-2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, ο εγκαλών Ψ1, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Συλλόγου "Αδελφότητα Παχτουριωτών", είχε δηλώσει στις δίκες εκείνες παράσταση πολιτικής αγωγής και είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση (44) ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία είχε γίνει δεκτή. Κατά της παραστάσεως αυτής, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όμοιας με εκείνης που είχε δηλωθεί και είχε γίνει δεκτή και πρωτοδίκως με την υπ' αριθμό 119390/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε αντίρρηση. Η δήλωση αυτή παραστάσεως της πολιτικής αγωγής του ως άνω Ψ1, ο οποίος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος του ως άνω Συλλόγου και διάδικος στην ποινική δίκη, και νομιμοποιείτο ενεργητικά ήταν σύννομη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και της επικαλούμενης ηθικής βλάβης αυτού είναι πρόδηλος, χωρίς να υπάρχει ανάγκη παραθέσεως επί πλέον στοιχείων προσδιορισμού του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, σε αμφότερες δε τις δίκες του επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη, ο συγκεκριμένος Σύλλογος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, με τον οποίον προβάλλει ο αναιρεσείων απόλυτη ακυρότητα από την κατά τα άνω παράσταση του παθόντος, ως πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. ΣΤ' του Κ.Π.Δ, αποτελεί και η παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 57 Π.Κ). Σύμφωνα δε με την τελευταία διάταξη, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Στην προκείμενη περίπτωση, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα, σχετικός τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, περί υπάρξεως δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει κατ' αυτόν από τη με αριθμό 151671/2004 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός και έτεροι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατηγορούμενοι, κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την απόφαση με αριθμό 151671/2004 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αυτός επικαλείται και παραδεκτά επισκοπείται, δεν προκύπτει ότι η πράξη για την οποία αυτός απαλλάχθηκε, (άρθρο 222 του ΠΚ) ταυτίζεται απόλυτα, κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία, με αυτή για την οποία και καταδικάσθηκε, αφού για την πράξη που αυτός απαλλάχθηκε, φέρεται να έχει τελεσθεί στις 21-1-2001, ήτοι σε διαφορετικό χρόνο από την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, που τελέστηκε την 12 -11-2001, πέραν από το γεγονός ότι η πράξη για την οποία αυτός καταδικάσθηκε με την τελευταία απόφαση, αφορά διαφορετικά έγγραφα, από εκείνα για τα οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος, με την πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Μετά από αυτά, και, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 15841/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφων. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για υπεξαγωγή εγγράφων με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της απόλυτης ακυρότητας. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν υπάρχει ακυρότητα από την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται το είδος της βλάβης (ηθικής ή περιουσιακής). Δεν υφίσταται απαράδεκτο της ποινικής δίωξης λόγω διαφοράς αντικείμενου και χρόνου τελέσεως της πράξεως. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπεξαγωγή εγγράφων, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1.724/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Παγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2.124/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Φ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 56/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 108/30.3.2009 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την αριθμ. 208/22-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 2124/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 2129/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του Ζ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αντίστοιχα ο μεν Χ για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, ο δε συγκατηγορούμενός του Ζ για ψευδορκία μάρτυρα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το αριθμ. 2124/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη και κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του συγκατηγορουμένου του. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως - Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 12-12-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 22-12-2008 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ..., συνετάγη δε από εκείνη η αριθμ. 208/22-12-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα και για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος, αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η κατάθεση ψευδομάρτυρα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του δράστη. Αν δεν επέλθει η βλάβη, συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Π.Κ., όπως όταν ο υπαίτιος προέβη στην απατηλή συμπεριφορά, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει απόπειρα απάτης. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 εδ. β' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά μεν πρόκληση σε κάποιον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη και διάπραξη από αυτόν της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή τελέσεως της, υποκειμενικά δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Ειδικά δε επί ηθικής αυτουργίας, πρέπει να διαλαμβάνεται στην αιτιολογία και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως που εκείνος τέλεσε (ΑΠ 949/2007 ΠΧ, ΝΗ, 249).
Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, συντρέχει, όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών, δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση όλων των μνημονευομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν, τα ακόλουθα:Η εγκαλούσα Φ και ο Α' εκκαλών-κατηγορούμενος Χ, την 12/12/1971, τέλεσαν νόμιμο γάμο στη ..., από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα που σήμερα είναι ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκεσε, μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, οπότε, με την εκδοθείσα, υπ'αριθμ. 37478/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), εκτός των άλλων, διατάχθηκε η μετοίκηση της εγκαλούσας Φ, από την επί της οδού ..., συζυγική οικία, ιδιοκτησίας της. Στη συνέχεια, ο γάμος τους λύθηκε με την υπ'αριθμ. 950/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Την 22/4/2004 ο Α' εκκαλών Χ άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, από 26/3/2004, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3270/22-4-2004, αγωγή του, κατά της εγκαλούσας, τότε συζύγου του- σε διάσταση, Φ, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, κατά την διάρκεια του γάμου του με την εγκαλούσα, η περιουσία της αυξήθηκε και ότι ο ίδιος συνέβαλε στην αύξηση αυτή, απαίτησε την απόδοση σε αυτόν της ανωτέρω αύξησης, που προερχόταν από τη δική του συμβολή, αιτούμενος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., τη δικαστική καταδίκη της εγκαλούσας- τότε εναγόμενης, α) στην καταβολή σ'αυτόν του χρηματικού ποσού των 110.920,46 €, προερχόμενου, κατά το ποσό των 56.113,40 €, από δαπάνες ανακαίνισης της ευρισκόμενης στη ..., επί της οδού ..., οικίας, ιδιοκτησίας αυτής (εγκαλούσας), που χρησιμοποιούσαν ως συζυγική οικία, με τις οποίες είχε επιβαρυνθεί, αποκλειστικά ο ίδιος, και αφετέρου, κατά το ποσό των 44.535,60 ευρώ, από το προϊόν τραπεζικού λογαριασμού, κοινού μετά του ιδίου, το οποίο η ανωτέρω εναγόμενη, ανέλαβε εξ ολοκλήρου και εν συνεχεία κατέθεσε, σε προσωπικό τραπεζικό της λογαριασμό (κατά το υπόλοιπο ποσό των 10.271,46 € προερχόμενο από δωρεές κοσμημάτων προς αυτήν η αγωγή του ήταν νομικά αστήρικτη, ως αντικείμενη ευθέως προς τους ορισμούς του άρθρου 1400 παρ. 3 του Π.Κ. και δεν αποτέλεσε αντικείμενο απόδειξης), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και β) στην καταδίκη αυτής, σε δήλωση βουλήσεως, περί αυτούσιας μεταβίβασης σ'αυτόν, ποσοστού 50%, εξ αδιαιρέτου, επί ενός επικοίνου οικοπέδου, εμβαδού 281,85 τ.μ., ευρισκόμενου στην ... (οδός '...), άλλως, στην καταβολή, προς αυτόν, σε χρήμα, της ανερχόμενης σε 102.714,60 €, αξίας του ανωτέρω ποσοστού του εν λόγω επικοίνου οικοπέδου, νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της ανωτέρω αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Η ανωτέρω αγωγή, προσδιορίστηκε για να δικαστεί, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) κατά την δικάσιμο της 27/9/2004, κατά την οποία ο ανωτέρω εκκαλών-κατηγορούμενος πρότεινε και εξέτασε ως μάρτυρα, για την απόδειξη των προαναφερόμενων αγωγικών ισχυρισμών του, τον Β' κατηγορούμενο και αδελφό του, Ζ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε, ενόρκως, στο δικαστήριο τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη για τη διάγνωση της ανωτέρω αστικής διαφοράς, γεγονότα: "..... Αγόρασε ο αδελφός μου, από το νονό της γυναίκας του, ένα...... οικόπεδο. 'Εδωσε 400.000 δρχ. Ένα οικόπεδο 283 μέτρα....... Το έγραψε μαζί-μαζί με την γυναίκα του...... εξ αδιαιρέτου ο καθένας..... Την ψιλή κυριότητα νομίζω κράτησε...... Του έδωσα, τμηματικά, 7.500.000 δρχ....... άτοκο δάνειο...... Το '86, το 1989 και το 1991...... όχι δεν μου τα επέστρεψε τα χρήματα...... Το ακίνητο το αγόρασε ο αδελφός μου......... με προσωπικά του λεφτά. 'Εκανε την πρόταση, λόγω οικονομικών δυσχερειών ο παππούς εκεί, ο νονός της, ο οποίος είχε το οικόπεδο και είπε ότι θ'αναγκασθώ να το πουλήσω. Και προθυμοποιήθηκε ο αδελφός μου, θα το αγοράσω εγώ. 'Εγινε μια διανομή στο χωριό, δική μας περιουσία, αποχωρίστηκε μερικά οικόπεδα, του δώσαμε 400.000 δρχ. και πήγε και τ'αγόρασε....... Τα χρήματα αυτά προέρχονταν, απ'το χωριό. Απ' την περιουσία μας στο χωριό. Δική μας....... Το περιουσιακό στοιχείο που άφησε ο αδελφός μου και κάνει 400.000 δρχ., που εγώ του έδωσα, είναι ένα περιβόλι, το οποίο το έχω εγώ......... Είναι τέσσερα (4) στρέμματα πορτοκαλιές........ Στο νομό ... ...... Το χωριό ..., στην ... .......". (βλ. τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της, από 27/9/2004, συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Όπως προέκυψε, κατά την προδικασία, κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου της ανωτέρω εγκαλούσας με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο (την 12/12/1971), το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, που διέθετε η πρώτη ήταν μια παλαιά οικία τριών δωματίων, επιφανείας 115 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο 154 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη ... και επί της οδού .... Το ακίνητο αυτό μεταβιβάσθηκε, από την αρχική του ιδιοκτήτρια ..., δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου ΚΟΤΣΙΡΑ, λόγω πωλήσεως, στη μεν εγκαλούσα-εναγομένη, πριν από τον ανωτέρω γάμο της, κατά ψιλή κυριότητα, στο δε νονό της Ξ, κατ' επικαρπία, ο οποίος, ταυτόχρονα και με το ίδιο συμβόλαιο, δώρισε την επικαρπία αυτού, αιτία θανάτου, στην ανωτέρω εγκαλούσα-εναγομένη και έτσι, μετά τον θάνατο αυτό (το έτος 1983), η πλήρης κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου περιήλθε, λόγω δωρεάς, στην ανωτέρω εγκαλούσα (τότε εναγομένη), χωρίς την οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά του τότε συζύγου της Α' κατηγορουμένου (εκκαλούντα) Χ. Μετά τον γάμο τους ούτοι εγκαταστάθηκαν στην ανωτέρω παλαιά οικία. Μετά παρέλευση δέκα ετών, περίπου, από την εγκατάστασή τους, στην οικία αυτή, η εγκαλούσα και ο Α' κατηγορούμενος (εκκαλών) αποφάσισαν αφενός μεν να την ανακαινίσουν ριζικά και αφετέρου, να προβούν στην προσθήκη κτίσματος στο ισόγειο, επιφάνειας 30 τ.μ., για την οποία εκδόθηκε, επ'ονόματι της ανωτέρω εγκαλούσας (τότε εναγομένης), η με αριθμό 4517/1979 άδεια του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου. Για την κατασκευή της προσθήκης στο ως άνω ακίνητο της εγκαλούσας-εναγομένης και για την γενική επισκευή του, δαπανήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1980-1998, συνολικά, το ποσό των 17.072.000 δρχ. ή 50.101.24 €. Οι οικοδομικές εργασίες και η κατασκευή της προσθήκης στην προαναφερόμενη οικία έγιναν σταδιακά, από το έτος 1980, οπότε άρχισαν, έως το έτος 1998 που ολοκληρώθηκαν. Με την ολοκλήρωση των εργασιών επισκευής και την κατασκευή της προσθήκης στην επίδικη οικία της εγκαλούσας-εναγομένης, αυξήθηκε η περιουσία της, κατά το πιο πάνω ποσό, στο οποίο ανερχόταν η αύξηση, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Οι δαπάνες για την ανακαίνιση της οικίας και την κατασκευή της προσθήκης αυτής, καταβλήθηκαν από χρήματα αμφοτέρων των ως άνω συζύγων, οι οποίοι τα απέκτησαν εργαζόμενοι καθ'όλη τη διάρκεια του γάμου τους και είχαν, περίπου, τα ίδια εισοδήματα, συμβάλλοντας, κατά ποσοστό 50% έκαστος, στην κάλυψή τους. Συγκεκριμένα, ο μεν Α' κατηγορούμενος εργαζόταν, αρχικά, ως οδηγός ΤΑΧΙ και στη συνέχεια, ως συντηρητής κήπων, σε συγκροτήματα πολυκατοικιών, μονοκατοικιών και ξενοδοχείων, εντός και εκτός Αττικής, διαθέτοντας κατάλληλο προσωπικό, η δε εγκαλούσα-εναγομένη εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος. Τα εισοδήματα του Α' κατηγορουμένου (εκκαλούντα) υπερέβαιναν αυτά της εγκαλούσας (τότε εναγόμενης), πλην όμως, η τελευταία, από το έτος 1971 και καθ'όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της, με τον εκκαλούντα Α' κατηγορούμενο, κάλυπτε τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας, παραχωρώντας για το σκοπό αυτό την παραπάνω οικία της, που προερχόταν από την προαναφερόμενη δωρεά του νονού της, Ξ, ο οποίος και συγκατοικούσε μαζί τους, στην οικία αυτή από το έτος 1976, μέχρι και το θάνατό του, τον Νοέμβριο του 1983. Τον Ξ, συνταξιούχο Διευθυντή της Ε.Υ.Δ.Α.Π., που ήταν άγαμος και είχε προβλήματα υγείας, τον περιέθαλψαν ο εκκαλών Α' κατηγορούμενος και η εγκαλούσα, προσφέροντάς του μέχρι τον θάνατό του, τις υπηρεσίες τους, σε αντάλλαγμα της οικονομικής βοήθειας που τους παρείχε. 'Ετσι ο εκκαλών Α' κατηγορούμενος Χ και η τότε σύζυγός του (εγκαλούσα) Φ, με τα εισοδήματα από την εργασία τους αλλά και την οικονομική βοήθεια του νονού της τελευταίας, ανταποκρίθηκαν στο κόστος των επισκευαστικών οικοδομικών εργασιών και της κατασκευής προσθήκης, στην κατοικία τους στη ... και επί της οδού ... αλλά και στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς τους. Επιπροσθέτως, ο εκκαλών Α' κατηγορούμενος και η εγκαλούσα, τότε σύζυγός του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νέας Ερυθρίας Αττικής Γεωργίου Θεοδωρέλου αγόρασαν από το νονό της εγκαλούσας Ξ, αντί τιμήματος 400.000 δραχμών από κοινού και κατά ποσοστό 50%, εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου στην ..., επί της οδού ..., εκτάσεως 276,80 τ.μ., του οποίου την επικαρπία παρακρατούσε η Θ, συγγενής του ανωτέρω πωλητή, καταβάλοντας, εξ ημισείας, το τίμημα των 400.000 δρχ. στον πωλητή Ξ, γενόμενοι πλήρως συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, μετά από το θάνατο της επικαρπώτριας, Θ. Το ανωτέρω τίμημα (των 400.000 δρχ.) εισέπραξε ο προαναφερόμενος πωλητής "τοις μετρητοίς", ενώπιον του Συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Γεωργίου Θεοδωρέλου, όπως βεβαιώνεται στο κείμενο του προμνησθέντος συμβολαίου (27420/1978) που συνιστά πλήρη απόδειξη του χαρακτήρα της συναφθείσας σύμβασης, ως πραγματικής σύμβασης αγοραπωλησίας, ενόψει, μάλιστα, του ότι το παραπάνω συμβόλαιο ουδέποτε προσβλήθηκε ως πλαστό, από τους ανωτέρω συμβληθέντες, όσο και από την - εκ μέρους του Α' κατηγορουμένου Χ - μη προσκόμιση οιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, ανατρέποντος το ανωτέρω συμπέρασμα και αποδεικνύοντος τη βασιμότητα του ανωτέρω, περί δήθεν δανειοδοτήσεώς του, από τον αδελφό του Ζ (Β' κατηγορούμενο) ισχυρισμού. Περαιτέρω προέκυψε ότι το χρηματικό ποσό των 15.175.509 δρχ. ή 44.535,60 €, που υπήρχε κατατεθειμένο μέχρι την 13/7/1999, στον υπ'αριθμ. ... ατομικό λογαριασμό της εγκαλούσας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, προερχόταν, από δικά της εισοδήματα, από εισοδήματα της μητέρας της, ... και από δωρεές του νονού της, Ξ, ο οποίος, μετά το θάνατό του, της άφησε όλες τις αποταμιεύσεις του. 'Ετσι εξηγείται, γιατί το ποσό αυτό είχε κατατεθεί, σε ατομικό λογαριασμό της εγκαλούσας και όχι σε κοινό με τον εκκαλούντα Α' κατηγορούμενο-τότε σύζυγό της- ο οποίος διατηρούσε δικό του, ατομικό λογαριασμό, στην Ε.Τ.Ε. Το ανωτέρω ποσό ανέλαβε η εγκαλούσα, όταν διατάχθηκε η μετοίκησή της, από την συζυγική κατοικία και το ανάλωσε, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, για την εκμίσθωση και επίπλωση νέας οικίας, στην οποία, έκτοτε διέμεινε και με το υπόλοιπο ποσό, κάλυψε τις ανάγκες της, από το χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και μετά. Τα προδιαγραφόμενα επιβαρυντικά για τον εκκαλούντα στοιχεία δεν εκπορεύονται αποκλειστικά και μόνο από τις εγκλητήριες αιτιάσεις της εγκαλούσας, αλλά αναδεικνύονται από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα επισυναπτόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Επισημαίνεται ότι όλα τα προδιαληφθέντα πραγματικά περιστατικά, διαγνώσθηκαν, τόσο, με την υπ'αριθμ. 2834/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία - Τμήμα Οικογενειακό), που εκδόθηκε, επί της από 26/3/2004, με γενικό αριθμό κατάθεσης 551015/22-4-2004 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3270/22-4-2004, αγωγής του εκκαλούντα Χ, κατά της εγκαλούσας και τότε συζύγου του - σε διάσταση, Φ, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου όσο και με την εκδοθείσα, επί εφέσεων αμφοτέρων των ανωτέρω διαδίκων, κατ'αυτής, υπ'αριθμ. 4072/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 9ο), η οποία (μη αποδεχθείσα τα υπόλοιπα αιτήματά του) έκρινε ότι η συμβολή του τότε ενάγοντος Χ, στην αύξηση της σωζόμενης μέχρι σήμερα περιουσίας της εγκαλούσας - τότε εναγομένης, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, συνίσταται μόνο, στο ήμισυ του κόστους των οικοδομικών εργασιών (γενικές επισκευές και κατασκευή προσθήκης), που πραγματοποιήθηκαν, στην επί της οδού ...-..., συζυγική κατοικία, η οποία (συμβολή), κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 8.536.000 δραχμών ή 25.050,60 €, ήτοι 17.072.000 δραχ. ή 50.101,24 € : 2. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, οι συμπεριληφθέντες στην προδιαληφθείσα αγωγή, ισχυρισμοί του εκκαλούντα Χ, περί του ότι, α) αυτός κατέβαλε, εξ ολοκλήρου και με δικά του χρήματα, στον πωλητή Ξ, χωρίς οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά της εγκαλούσας, το ανερχόμενο στο ποσό των 400.000 δραχμών, τίμημα αγοράς της ψιλής κυριότητας του ευρισκόμενου στην ... και επί της οδού ..., κοινού, μετά της τότε συζύγου του - σε διάσταση- Φ, οικοπέδου, του οποίου την επικαρπία αρχικά είχε η Θ, συγγενής του ανωτέρω πωλητή και το οποίο, στη συνέχεια, μετά το θάνατο της επικαρπώτριας, περιήλθε, εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 50% στην αποκλειστική κυριότητα ενός εκάστου, εξ αυτών, και β) ότι αυτός κάλυψε, εξ ολοκλήρου, με δικά του χρήματα, τις δαπάνες, ύψους 17.072.000 δρχ. ή 50.101, 24 €, που απαιτήθηκαν, για την ανακαίνιση της ευρισκόμενης στην επί της οδού ..., ..., συζυγικής οικίας τους και την κατασκευή προσθήκης σ'αυτήν, δανειζόμενος για τον σκοπό αυτόν, ποσό 7.500.000 δραχμών ή 22.010,27 ευρώ από τον συγκατηγορούμενο αδελφό του Ζ, αλλά και οι σχετικές, με αυτούς τους ισχυρισμούς (τους οποίους επιβεβαίωναν) περικοπές της, από 27/9/2004, ένορκης κατάθεσης του 2ου κατηγορουμένου Ζ, ενώπιον του ακροατηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της, από 26/3/2004, προδιαληφθείσας αγωγής του αδελφού του (Α' κατηγορουμένου και εκκαλούντα) Χ, κατά της εγκαλούσας, τότε συζύγου του - σε διάσταση - του τελευταίου, Φ, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι παρακινήθηκε να καταθέσει ενόρκως και να επιβεβαιώσει τους επίμαχους αγωγικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντα Χ, που προαναφέρθηκαν, με επίγνωση της αναληθείας τους από τον τελευταίο (Χ), ο οποίος είχε προς τούτο συμφέρον καθόσον επεδίωκε να ευδοκιμήσει η ως άνω αγωγή του, αξιοποιώντας την ένορκη κατάθεση του αδελφού του, κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεών του κατά την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεών του. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2129/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αιτιολογία όμως αυτή του προσβαλλομένου βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, διότι, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ελλείψεις και ασάφειες. Ειδικότερα, καθόσον αφορά το έγκλημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, δεν αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία έχει εξολοκλήρου αναφερθεί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά τρόπο σαφή αν το καταβληθέν, από την εγκαλούσα Φ, πρώην σύζυγο του αναιρεσείοντος Χ, ήμισυ του τιμήματος των 400.000 δρχ. για την αγορά του οικοπέδου στην ... και στην οδό ..., το οποίο αγόρασε από κοινού με τον αναιρεσείοντα πρώην σύζυγό της, με το αριθμ. 27420/14-12-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Ερυθραίας Γεωργίου Θεοδωρέλου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, προήρχετο από δικά της χρήματα, καθόσον αφορά δε το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα δεν αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στο συγκατηγορούμενο αδελφό του Ζ την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε.
Συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γι'αυτό και πρέπει να αναιρεθεί, κατά το βάσιμο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.). Οι υπόλοιπες αιτιάσεις της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να γίνει δεκτή η αριθμ. 208/22-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά του αριθμ. 2124/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ. 3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 24 Μαρτίου 2009.Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Υπό την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της δραστηριότητός της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ'αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως, παρά ταύτα το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του ή δεν εκδίδει οριστική αλλά προδικαστική απόφαση πραγματώνεται το έγκλημα της απόπειρας απάτης. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του ΠΚ, συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά μεν πρόκληση σε κάποιον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη και διάπραξη από αυτόν της πράξης αυτής ή επιχείρηση πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή τέλεσής της, υποκειμενικά δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Ειδικά δε επί ηθικής αυτουργίας πρέπει να διαλαμβάνεται στην αιτιολογία και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που εκείνος τέλεσε. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά γεγονότα ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2.124/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 376/27.8.2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 2129/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα (του συγκατηγορουμένου του Ζ), πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν την 22α Απριλίου 2004 και την 27η Σεπτεμβρίου 2004, αντίστοιχα. Ειδικώτερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, μετά από εκτίμηση όλων των μνημονευομένων κατ' είδιος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα Φ και ο Α' εκκαλών - κατηγορούμενος Χ, την 12.12.1961, τέλεσαν νόμιμο γάμο στη ...., από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα, που σήμερα είναι ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκεσε μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, οπότε με την εκδοθείσα, υπ' αριθ. 37478/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), εκτός των άλλων, διατάχθηκε η μετοίκηση της εγκαλούσας Φ, από την επί της οδού ...., ...., συζυγική οικία, ιδιοκτησίας της. Στη συνέχεια, ο γάμος τους λύθηκε με την υπ'αριθμ. 950/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την 22/4/2004 ο Α' εκκαλών Χ άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, από 26/3/2004, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3270/22-4-2004, αγωγή του, κατά της εγκαλούσας, τότε συζύγου του - σε διάσταση, Φ, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, κατά την διάρκεια του γάμου του με την εγκαλούσα, η περιουσία της αυξήθηκε και ότι ο ίδιος συνέβαλε στην αύξηση αυτή, απαίτησε την απόδοση σε αυτόν της ανωτέρω αύξησης, που προερχόταν από τη δική του συμβολή, αιτούμενος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., τη δικαστική καταδίκη της εγκαλούσας- τότε εναγόμενης, α) στην καταβολή σ'αυτόν του χρηματικού ποσού των 110.920,46 €, προερχόμενου, κατά το ποσό των 56.113,40 €, από δαπάνες ανακαίνισης της ευρισκόμενης στη ..., επί της οδού ...., οικίας, ιδιοκτησίας αυτής (εγκαλούσας), που χρησιμοποιούσαν ως συζυγική οικία, με τις οποίες είχε επιβαρυνθεί, αποκλειστικά ο ίδιος, και αφετέρου, κατά το ποσό των 44.535,60 ευρώ, από το προϊόν τραπεζικού λογαριασμού, κοινού μετά του ιδίου, το οποίο η ανωτέρω εναγόμενη, ανέλαβε εξ ολοκλήρου και εν συνεχεία κατέθεσε, σε προσωπικό τραπεζικό της λογαριασμό (κατά το υπόλοιπο ποσό των 10.271,46 € προερχόμενο από δωρεές κοσμημάτων προς αυτήν η αγωγή του ήταν νομικά αστήρικτη, ως αντικείμενη ευθέως προς τους ορισμούς του άρθρου 1400 παρ. 3 του Π.Κ. και δεν αποτέλεσε αντικείμενο απόδειξης), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και β) στην καταδίκη αυτής, σε δήλωση βουλήσεως, περί αυτούσιας μεταβίβασης σ'αυτόν, ποσοστού 50%, εξ αδιαιρέτου, επί ενός επικοίνου οικοπέδου, εμβαδού 281,85 τ.μ., ευρισκόμενου στην ... (οδός ...), άλλως, στην καταβολή, προς αυτόν, σε χρήμα, της ανερχόμενης σε 102.714,60 €, αξίας του ανωτέρω ποσοστού του εν λόγω επικοίνου οικοπέδου, νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της ανωτέρω αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Η ανωτέρω αγωγή, προσδιορίστηκε για να δικαστεί, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία) κατά την δικάσιμο της 27/9/2004, κατά την οποία ο ανωτέρω εκκαλών-κατηγορούμενος πρότεινε και εξέτασε ως μάρτυρα, για την απόδειξη των προαναφερόμενων αγωγικών ισχυρισμών του, τον Β' κατηγορούμενο και αδελφό του, Ζ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε, ενόρκως, στο δικαστήριο τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη για τη διάγνωση της ανωτέρω αστικής διαφοράς, γεγονότα: "..... Αγόρασε ο αδελφός μου, από το νονό της γυναίκας του, ένα...... οικόπεδο. 'Εδωσε 400.000 δρχ. Ένα οικόπεδο 283 μέτρα....... Το έγραψε μαζί-μαζί με την γυναίκα του...... εξ αδιαιρέτου ο καθένας..... Την ψιλή κυριότητα νομίζω κράτησε...... Του έδωσα, τμηματικά, 7.500.000 δρχ....... άτοκο δάνειο...... Το '86, το 1989 και το 1991...... όχι δεν μου τα επέστρεψε τα χρήματα...... Το ακίνητο το αγόρασε ο αδελφός μου......... με προσωπικά του λεφτά. 'Εκανε την πρόταση, λόγω οικονομικών δυσχερειών ο παππούς εκεί, ο νονός της, ο οποίος είχε το οικόπεδο και είπε ότι θ'αναγκασθώ να το πουλήσω. Και προθυμοποιήθηκε ο αδελφός μου, θα το αγοράσω εγώ. 'Εγινε μια διανομή στο χωριό, δική μας περιουσία, αποχωρίστηκε μερικά οικόπεδα, του δώσαμε 400.000 δρχ. και πήγε και τ'αγόρασε....... Τα χρήματα αυτά προέρχονταν, απ'το χωριό. Απ' την περιουσία μας στο χωριό. Δική μας....... Το περιουσιακό στοιχείο που άφησε ο αδελφός μου και κάνει 400.000 δρχ., που εγώ του έδωσα, είναι ένα περιβόλι, το οποίο το έχω εγώ......... Είναι τέσσερα (4) στρέμματα πορτοκαλιές........ Στο νομό ... ...... Το χωριό ..., στην ... .......". (βλ. τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της, από 27/9/2004, συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).
Όπως προέκυψε, κατά την προδικασία, κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου της ανωτέρω εγκαλούσας με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο (την 12/12/1971), το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, που διέθετε η πρώτη ήταν μια παλαιά οικία τριών δωματίων, επιφανείας 115 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο 154 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη ... και επί της οδού .... Το ακίνητο αυτό μεταβιβάσθηκε, από την αρχική του ιδιοκτήτρια ...., δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου ΚΟΤΣΙΡΑ, λόγω πωλήσεως, στη μεν εγκαλούσα-εναγομένη, πριν από τον ανωτέρω γάμο της, κατά ψιλή κυριότητα, στο δε νονό της Ξ, κατ'επικαρπία, ο οποίος, ταυτόχρονα και με το ίδιο συμβόλαιο, δώρισε την επικαρπία αυτού, αιτία θανάτου, στην ανωτέρω εγκαλούσα-εναγομένη και έτσι, μετά τον θάνατο αυτό (το έτος 1983), η πλήρης κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου περιήλθε, λόγω δωρεάς, στην ανωτέρω εγκαλούσα (τότε εναγομένη), χωρίς την οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά του τότε συζύγου της Α' κατηγορουμένου (εκκαλούντα) Χ. Μετά τον γάμο τους ούτοι εγκαταστάθηκαν στην ανωτέρω παλαιά οικία. Μετά παρέλευση δέκα ετών, περίπου, από την εγκατάστασή τους, στην οικία αυτή, η εγκαλούσα και ο Α' κατηγορούμενος (εκκαλών) αποφάσισαν αφενός μεν να την ανακαινίσουν ριζικά και αφετέρου, να προβούν στην προσθήκη κτίσματος στο ισόγειο, επιφάνειας 30 τ.μ., για την οποία εκδόθηκε, επ'ονόματι της ανωτέρω εγκαλούσας (τότε εναγομένης), η με αριθμό 4517/1979 άδεια του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου. Για την κατασκευή της προσθήκης στο ως άνω ακίνητο της εγκαλούσας-εναγομένης και για την γενική επισκευή του, δαπανήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1980-1998, συνολικά, το ποσό των 17.072.000 δρχ. ή 50.101.24 €. Οι οικοδομικές εργασίες και η κατασκευή της προσθήκης στην προαναφερόμενη οικία έγιναν σταδιακά, από το έτος 1980, οπότε άρχισαν, έως το έτος 1998 που ολοκληρώθηκαν. Με την ολοκλήρωση των εργασιών επισκευής και την κατασκευή της προσθήκης στην επίδικη οικία της εγκαλούσας-εναγομένης, αυξήθηκε η περιουσία της, κατά το πιο πάνω ποσό, στο οποίο ανερχόταν η αύξηση, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Οι δαπάνες για την ανακαίνιση της οικίας και την κατασκευή της προσθήκης αυτής, καταβλήθηκαν από χρήματα αμφοτέρων των ως άνω συζύγων, οι οποίοι τα απέκτησαν εργαζόμενοι καθ'όλη τη διάρκεια του γάμου τους και είχαν, περίπου, τα ίδια εισοδήματα, συμβάλλοντας, κατά ποσοστό 50% έκαστος, στην κάλυψή τους. Συγκεκριμένα, ο μεν Α' κατηγορούμενος εργαζόταν, αρχικά, ως οδηγός ΤΑΧΙ και στη συνέχεια, ως συντηρητής κήπων, σε συγκροτήματα πολυκατοικιών, μονοκατοικιών και ξενοδοχείων, εντός και εκτός Αττικής, διαθέτοντας κατάλληλο προσωπικό, η δε εγκαλούσα-εναγομένη εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος. Τα εισοδήματα του Α' κατηγορουμένου (εκκαλούντα) υπερέβαιναν αυτά της εγκαλούσας (τότε εναγόμενης), πλην όμως, η τελευταία, από το έτος 1971 και καθ'όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της, με τον εκκαλούντα Α' κατηγορούμενο, κάλυπτε τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας, παραχωρώντας για το σκοπό αυτό την παραπάνω οικία της, που προερχόταν από την προαναφερόμενη δωρεά του νονού της, Ξ, ο οποίος και συγκατοικούσε μαζί τους, στην οικία αυτή από το έτος 1976, μέχρι και το θάνατό του, τον Νοέμβριο του 1983. Τον Ξ, συνταξιούχο Διευθυντή της Ε.Υ.Δ.Α.Π., που ήταν άγαμος και είχε προβλήματα υγείας, τον περιέθαλψαν ο εκκαλών Α' κατηγορούμενος και η εγκαλούσα, προσφέροντάς του μέχρι τον θάνατό του, τις υπηρεσίες τους, σε αντάλλαγμα της οικονομικής βοήθειας που τους παρείχε. 'Ετσι ο εκκαλών Α' κατηγορούμενος Χ και η τότε σύζυγός του (εγκαλούσα) Φ, με τα εισοδήματα από την εργασία τους αλλά και την οικονομική βοήθεια του νονού της τελευταίας, ανταποκρίθηκαν στο κόστος των επισκευαστικών οικοδομικών εργασιών και της κατασκευής προσθήκης, στην κατοικία τους στη ... και επί της οδού .... αλλά και στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς τους. Επιπροσθέτως, ο εκκαλών Α' κατηγορούμενος και η εγκαλούσα, τότε σύζυγός του, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νέας Ερυθρίας Αττικής Γεωργίου Θεοδωρέλου αγόρασαν από το νονό της εγκαλούσας Ξ, αντί τιμήματος 400.000 δραχμών από κοινού και κατά ποσοστό 50%, εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου στην ..., επί της οδού ..., εκτάσεως 276,80 τ.μ., του οποίου την επικαρπία παρακρατούσε η Θ, συγγενής του ανωτέρω πωλητή, καταβάλοντας, εξ ημισείας, το τίμημα των 400.000 δρχ. στον πωλητή Ξ, γενόμενοι πλήρως συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, μετά από το θάνατο της επικαρπώτριας, Θ. Το ανωτέρω τίμημα (των 400.000 δρχ.) εισέπραξε ο προαναφερόμενος πωλητής "τοις μετρητοίς", ενώπιον του Συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Γεωργίου Θεοδωρέλου, όπως βεβαιώνεται στο κείμενο του προμνησθέντος συμβολαίου (...) που συνιστά πλήρη απόδειξη του χαρακτήρα της συναφθείσας σύμβασης, ως πραγματικής σύμβασης αγοραπωλησίας, ενόψει, μάλιστα, του ότι το παραπάνω συμβόλαιο ουδέποτε προσβλήθηκε ως πλαστό, από τους ανωτέρω συμβληθέντες, όσο και από την - εκ μέρους του Α' κατηγορουμένου Χ - μη προσκόμιση οιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, ανατρέποντος το ανωτέρω συμπέρασμα και αποδεικνύοντος τη βασιμότητα του ανωτέρω, περί δήθεν δανειοδοτήσεώς του, από τον αδελφό του Ζ (Β' κατηγορούμενο) ισχυρισμού.
Περαιτέρω προέκυψε ότι το χρηματικό ποσό των 15.175.509 δρχ. ή 44.535,60 €, που υπήρχε κατατεθειμένο μέχρι την 13/7/1999, στον υπ'αριθμ. .... ατομικό λογαριασμό της εγκαλούσας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, προερχόταν, από δικά της εισοδήματα, από εισοδήματα της μητέρας της, ... και από δωρεές του νονού της, Ξ, ο οποίος, μετά το θάνατό του, της άφησε όλες τις αποταμιεύσεις του. 'Ετσι εξηγείται, γιατί το ποσό αυτό είχε κατατεθεί, σε ατομικό λογαριασμό της εγκαλούσας και όχι σε κοινό με τον εκκαλούντα Α' κατηγορούμενο-τότε σύζυγό της- ο οποίος διατηρούσε δικό του, ατομικό λογαριασμό, στην Ε.Τ.Ε. Το ανωτέρω ποσό ανέλαβε η εγκαλούσα, όταν διατάχθηκε η μετοίκησή της, από την συζυγική κατοικία και το ανάλωσε, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, για την εκμίσθωση και επίπλωση νέας οικίας, στην οποία, έκτοτε διέμεινε και με το υπόλοιπο ποσό, κάλυψε τις ανάγκες της, από το χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και μετά.
Τα προδιαγραφόμενα επιβαρυντικά για τον εκκαλούντα στοιχεία δεν εκπορεύονται αποκλειστικά και μόνο από τις εγκλητήριες αιτιάσεις της εγκαλούσας, αλλά αναδεικνύονται από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα επισυναπτόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Επισημαίνεται ότι όλα τα προδιαληφθέντα πραγματικά περιστατικά, διαγνώσθηκαν, τόσο, με την υπ'αριθμ. 2834/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία - Τμήμα Οικογενειακό), που εκδόθηκε, επί της από 26/3/2004, με γενικό αριθμό κατάθεσης 551015/22-4-2004 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3270/22-4-2004, αγωγής του εκκαλούντα Χ, κατά της εγκαλούσας και τότε συζύγου του - σε διάσταση, Φ, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου όσο και με την εκδοθείσα, επί εφέσεων αμφοτέρων των ανωτέρω διαδίκων, κατ'αυτής, υπ'αριθμ. 4072/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 9ο), η οποία (μη αποδεχθείσα τα υπόλοιπα αιτήματά του) έκρινε ότι η συμβολή του τότε ενάγοντος Χ, στην αύξηση της σωζόμενης μέχρι σήμερα περιουσίας της εγκαλούσας - τότε εναγομένης, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, συνίσταται μόνο, στο ήμισυ του κόστους των οικοδομικών εργασιών (γενικές επισκευές και κατασκευή προσθήκης), που πραγματοποιήθηκαν, στην επί της οδού ...-...., συζυγική κατοικία, η οποία (συμβολή), κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 8.536.000 δραχμών ή 25.050,60 €, ήτοι 17.072.000 δραχ. ή 50.101,24 € : 2.
Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, οι συμπεριληφθέντες στην προδιαληφθείσα αγωγή, ισχυρισμοί του εκκαλούντα Χ, περί του ότι, α) αυτός κατέβαλε, εξ ολοκλήρου και με δικά του χρήματα, στον πωλητή Ξ, χωρίς οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά της εγκαλούσας, το ανερχόμενο στο ποσό των 400.000 δραχμών, τίμημα αγοράς της ψιλής κυριότητας του ευρισκόμενου στην ... και επί της οδού '...., κοινού, μετά της τότε συζύγου του - σε διάσταση- Φ, οικοπέδου, του οποίου την επικαρπία αρχικά είχε η Θ, συγγενής του ανωτέρω πωλητή και το οποίο, στη συνέχεια, μετά το θάνατο της επικαρπώτριας, περιήλθε, εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 50% στην αποκλειστική κυριότητα ενός εκάστου, εξ αυτών, και β) ότι αυτός κάλυψε, εξ ολοκλήρου, με δικά του χρήματα, τις δαπάνες, ύψους 17.072.000 δρχ. ή 50.101, 24 €, που απαιτήθηκαν, για την ανακαίνιση της ευρισκόμενης στην επί της οδού ..., ..., συζυγικής οικίας τους και την κατασκευή προσθήκης σ'αυτήν, δανειζόμενος για τον σκοπό αυτόν, ποσό 7.500.000 δραχμών ή 22.010,27 ευρώ από τον συγκατηγορούμενο αδελφό του Ζ, αλλά και οι σχετικές, με αυτούς τους ισχυρισμούς (τους οποίους επιβεβαίωναν) περικοπές της, από 27/9/2004, ένορκης κατάθεσης του 2ου κατηγορουμένου Ζ, ενώπιον του ακροατηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της, από 26/3/2004, προδιαληφθείσας αγωγής του αδελφού του (Α' κατηγορουμένου και εκκαλούντα) Χ, κατά της εγκαλούσας, τότε συζύγου του - σε διάσταση - του τελευταίου, Φ, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι παρακινήθηκε να καταθέσει ενόρκως και να επιβεβαιώσει τους επίμαχους αγωγικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντα Χ, που προαναφέρθηκαν, με επίγνωση της αναληθείας τους από τον τελευταίο (Χ), ο οποίος είχε προς τούτο συμφέρον καθόσον επεδίωκε να ευδοκιμήσει η ως άνω αγωγή του, αξιοποιώντας την ένορκη κατάθεση του αδελφού του, κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεών του κατά την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεών του.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και για το λόγο αυτό απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2129/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Η αιτιολογία όμως αυτή του προσβαλλομένου βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, διότι, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ελλείψεις και ασάφειες. Ειδικότερα, καθόσον αφορά το έγκλημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, δεν αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία έχει εξολοκλήρου αναφερθεί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά τρόπο σαφή αν το καταβληθέν, από την εγκαλούσα Φ, πρώην σύζυγο του αναιρεσείοντος Χ, ήμισυ του τιμήματος των 400.000 δρχ. για την αγορά του οικοπέδου στην .... και στην οδό ..., το οποίο αγόρασε από κοινού με τον αναιρεσείοντα πρώην σύζυγό της, με το αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Ερυθραίας Γεωργίου Θεοδωρέλου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, προήρχετο από δικά της χρήματα, καθόσον αφορά δε το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα δεν αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στο συγκατηγορούμενο αδελφό του Ζ την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε".
Επομένως, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς αμφότερες τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις, εξαιτίας των ως άνω ελλείψεων και ασαφειών της. Γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του ετέρου λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται το βούλευμα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί το υπ'αριθμ. 2.124/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα Χ, ως προς την παραπομπή του ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για τις αξιόποινες πράξεις α) της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των εβδομηντατριών χιλιάδων (73.000) ευρώ και β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 22α Απριλίου 2004 και την 27η Σεπτεμβρίου 2004, αντίστοιχα.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, για νέα κρίση, στο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη επί Δικαστηρίου και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Βούλευμα παραπεμπτικό. Αναίρεση αυτού για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για αμφότερες τις πράξεις.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1723/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Ψ1, 2. Ψ3 και 3. Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπελογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2022/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως α) του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και β) του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 497/8-10-2008 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των εξετασθέντων πολιτικώς εναγόντων (Ψ1, Ψ2 και Ψ3), τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ... και ..., τεχνικών υπαλλήλων της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Ν Α Μεσσηνίας και από όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και περί ώρα 18.25, ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ1 οδηγούσε την υπ' αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση προς .... Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια ανά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας και στο οδόστρωμά της υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή. Στο 5,7 χιλιόμετρο της ως άνω οδού, συνολικού πλάτους 7,70 μέτρων (3,85 + 3,85), σημειώθηκε σύγκρουση της ως άνω μοτοσικλέτας με το υπ' αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1). Η σύγκρουση έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατ/νος, μήκους 3,85 μέτρων, εξήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία, που βρίσκεται δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού προς .... και έστριψε αριστερά προκειμένου να καταλάβει το ρεύμα πορείας της οδού προς ... και να κατευθυνθεί προς ... Με την άνω, όμως, κίνηση του απέκλεισε την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία ευρίσκετο σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν. Ειδικότερα, η σύγκρουση έγινε περί το μέσον του οδοστρώματος και προς το ρεύμα πορείας προς..., όπως τούτο συνάγεται κυρίως από τα θραύσματα ύαλων, οι δε συγκρουσθείσες επιφάνειες ήταν, του μεν αυτοκινήτου, η αριστερή πλευρά (μέσον), της δε μοτοσικλέτας, το εμπρόσθιο μέρος, ήτοι τιμόνι, ποδιά, τροχός. Κατά το χρόνο της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εισέλθει εν μέρει, ήτοι κατά το εμπρόσθιο μέρος του, στο ρεύμα πορείας προς ..., παραβιάζοντας έτσι τη διπλή διαχωριστική γραμμή και ευρίσκετο σε πλάγια θέση, με κατεύθυνση προς ... Από τη σύγκρουση, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέστη κάταγμα πλευρών (αρ), μηριαίου (δε), πηχεοκαρπικής (Δ) σκαφοειδούς, χειρ/κου αυχένα (ΑΡ) βραχιονίου και θλάση σπληνός, η δε επιβαίνουσα στη δίκυκλη μοτοσικλέτα Θ1, υπέστη κάταγμα εξάρθρημα 1ου και 2ου αυχενικού σπονδύλου μετά διατομής του νωτιαίου μυελού, από τα οποία τραύματα επήλθε ο θάνατος της. Ο δεύτερος κατ/νος, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε με το όχημα του, κατά την οδήγησή του, το θάνατο και τη σωματική βλάβη των ανωτέρω, κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα η αμέλεια του συνίσταται στο ότι δεν παρεχώρησε προτεραιότητα στην κινούμενη επί της επαρχιακής οδού μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο πρώτος κατ/νος, αλλά εισήλθε ξαφνικά και ανεξέλεγκτα στην εν λόγω οδό, παραβιάζοντας και τη διπλή διαχωριστική γραμμή αυτής και αποκλείοντας την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία τη στιγμή εκείνη εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας προς ...και ευρίσκετο σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων, κατά τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (αρθρ. 84§2α Π.Κ.), όπως στο διατακτικό, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2ε Π.Κ., καθόσον δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά θετικής συμπεριφοράς προς υποστήριξη του και δη ότι εργάζεται καθημερινά μαζί με τον πατέρα του στα πλαίσια επιχείρησης με αντικείμενο οικοδομικές εργασίες, όπως επικαλείται. Περαιτέρω, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά συγκλίνουσας αμέλειας του πρώτου κατηγορουμένου στο ένδικο ατύχημα. Η παρεμβολή του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο δεύτερος κατ/νος, στην ως άνω επαρχιακή οδό, έγινε ξαφνικά, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και στην ελάχιστη απόσταση των 10 περίπου μέτρων, κατά τα προεκτεθέντα, εις τρόπον ώστε αυτός να μην μπορέσει να το αποφύγει, παρότι επεχείρησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, ενέργεια του ήταν η μόνη δυνατή και προσήκουσα, για να αποφύγει το ατύχημα και η οποία αποδεικνύει ότι είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, καταβάλλοντος την επιβεβλημένη από το νόμο και τις κρατούσες περιστάσεις προσοχή. Επομένως ο εν λόγω κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, κατά πλειοψηφίαν, της πράξεως για την οποία κατηγορείται (ανθρωποκτονία από αμέλεια), όπως στο διατακτικό.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, των πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών και τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 314 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Συγκεκριμένα αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες το επελθόν αποτέλεσμα, αφενός με τη θανάτωση της Θ1, η οποία επέβαινε της δικύκλου μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Ψ1, αφετέρου με τον τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Τούτο, γιατί κατά την υπό τούτου οδήγηση του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, δεν επέδειξε την επιμέλεια του συνετού οδηγού, αλλά κινούμενος σε δευτερεύουσας προτεραιότητας οδό, σε σχέση με την οδό που κινείτο ο οδηγός της μοτοσικλέτας, εξήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία, που βρίσκεται δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας και χωρίς να πραγματοποιήσει τον αναγκαίο έλεγχο της οδού, εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού προς ...και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να λάβει το όχημά του πορεία με κατεύθυνση προς .... Με τον τρόπο αυτό της αιφνίδιας εισόδου του στο ρεύμα που κινείτο ο οδηγός της μοτοσικλέτας, απέκλεισε την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δυο αυτά οχήματα. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση των δυο οχημάτων, έγινε εξαιτίας της ανεπίτρεπτης εισόδου του οχήματος που οδηγούσε ο αναιρεσείων, αφού το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου κατέλαβε μέρος της οδού, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη προσπέλαση της μοτοσικλέτας. Περαιτέρω, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πρώτον, γιατί το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ..., από την οποία προκύπτει η έλλειψη υπαιτιότητάς του, δεύτερον γιατί ενώ, η αμέλειά του συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς, εν τούτοις δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Π.Κ, και τρίτον γιατί δεν γίνεται αναφορά, αν το όχημα του αναιρεσείοντος, χρησιμοποιείτο για βιοπορισμό του. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, ο οποίος είχε εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα με τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν. Δεύτερο, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται στην προκείμενη περίπτωση η συνδρομή και η αναφορά των στοιχείων του άρθρου 15 του Π.Κ, δεδομένου ότι η αμελής συμπεριφορά που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, συνίστανται σε συγκεκριμένες ενέργειες και παραλείψεις του, οι οποίες επισυνέβησαν μάλιστα κατά παράβαση απαγορευτικών διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η ποινική δίωξη για τις παραβάσεις του ως άνω νόμου 2696/1999, έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 του ν. 3346/2005. Τέλος, όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, για την αυτεπάγγελτη δίωξη του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αρκεί το γεγονός ότι το όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων, εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, δηλαδή όταν το όχημα οποιασδήποτε κατηγορίας αποτελεί κατά την κύρια και συνήθη χρήση του αμέσως ή εμμέσως αναγκαίο μέσο για βιοπορισμό και τέτοιο είναι το φορτηγό αυτοκίνητο. Επομένως, οι παραπάνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2008 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμό 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έλλειψη νόμιμης βάσης) και εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1.725/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της με αριθμό 43/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 251/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. στ' και ζ' του ν.1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 (βλ. ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. στ' και ζ' του ν.3459/2006), τιμωρείται με τις σ' αυτό αναφερόμενες ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, καλλιεργεί ή συγκομίζει οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης και κατέχει οιαδήποτε ποσότητα από την προαναφερόμενη ναρκωτική ουσία προς περαιτέρω διάθεση - εμπορία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 και 4 του ν.3459/2006) αν ο δράστης κάποιας από τις πράξεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ. στ' και ζ' του άρθρου 5 του νόμου αυτού είναι τοξικομανής τιμωρείται ηπιότερα (με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 200.000 έως 5.000.000 δραχμών). Την έννοια του τοξικομανούς ατόμου τη δίνει ο ίδιος ο νόμος και θεωρείται όποιος απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορεί να την αποβάλλει με δικές του δυνάμεις, υποβάλλεται δε σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου 1729/1987. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Ειδικότερα αυτοτελής ισχυρισμός είναι η επίκληση της συνδρομής του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε και ίσχυσε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.3459/2006), δηλαδή ότι ο δράστης της καλλιέργειας ή συγκομιδής κάνναβης ή κατοχής οιασδήποτε ναρκωτικής ουσίας είναι τοξικομανής και ότι επομένως έχει ηπιότερη ποινική μεταχείριση, κατά τα προαναφερόμενα. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 43/2008 αποφάσεώς του, το οποίο ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην αγροτική περιοχή "..." του Δήμου ... κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2005 έως 14.6.2005, καλλιεργούσε εντός αγροκτήματος, ιδιοκτησίας του, 136 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, κυμαινομένου ύψους από 0,70 έως 1,50 μέτρ. Τα φυτά αυτά πότιζε, λίπαινε, σκάλιζε και γενικά επέβλεπε και περιποιείτο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, την 14.6.2005, στην αγροτική περιοχή "..." του Δήμου ... κατείχε ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε από τους άντρες του τμήματος δίωξης ναρκωτικών Καλαμάτας στην οικία του και στο χώρο της σταφιδαμπέλου που περιβάλλει την οικία κατελήφθη να κατέχει: α) εντός της οικίας του τρείς ποσότητες αποξηραμένης κάνναβης, περιτυλιγμένες σε χαρτί, βάρους (12,8), (8,3) και (4,1) γραμμαρίων, ήτοι συνολικού βάρους 25,2 γραμμαρίων και β) εντός της σταφιδαμπέλου τρείς επίσης ποσότητες αποξηραμένης κάνναβης, συσκευασμένης σε νάϋλον σακούλες εμπορίου, μεικτού βάρους 1.018, 1.017 και 288 γραμμαρίων, ήτοι συνολικού βάρους 2.323 γραμμαρίων, τις οποίες είχε τοποθετήσει ενός σακιού από λινάτσα, το οποίο έφερε το λογότυπο ZPC. Τις παραπάνω πράξεις του τέλεσε όντας υπότροπος, καθόσον εντός της προηγουμένης δεκαετίας είχε καταδικασθεί αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 270/4.12.1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου σε φυλάκιση 5 ετών, για παράβαση του νόμου "περί ναρκωτικών" σε βαθμό κακουργήματος και δη για καλλιέργεια ινδικής κάνναβης από κοινού κατ' εξακολούθηση. Ο ισχυρισμός του ότι τυγχάνει τοξικομανής δεν αποδείχθηκε. Δεν διαπιστώνεται ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπό του, κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως των πράξεων του, οι προϋποθέσεις του νόμου για τον χαρακτηρισμό του ως τοξικομανούς. Αντιθέτως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., η οποία συντάχθηκε ύστερα από αίτημα του κατηγορουμένου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 8/2005 διάταξης της Ανακρίτριας Κυπαρισσίας, προκύπτει ότι αυτός δεν είναι τοξικομανής. Απορριπτέοι επίσης τυγχάνουν και οι επικουρικοί ισχυρισμοί του περί: α) αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμελείας, καθόσον δεν αποδείχθηκαν περιστατικών που να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων τους μη αρκούσης μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 1258/2002 ΠΧ ΓΝ-423) και β) της επιδείξεως καλής διαγωγής για μακρύ χρόνο μετά την πράξη του, καθόσον η καλή διαγωγή που επικαλείται επεδείχθη ενώ ήτο κρατούμενος στη φυλακή και του επεβλήθη από τους κανόνες που διέπουν την διαβίωση του κρατουμένου σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα και σε καμία περίπτωση δεν ήτο προϊόν εσωτερικής κατανόησης του αδίκου της πράξεώς του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης από υπότροπο προς εμπορία και της κατοχής ναρκωτικών από υπότροπο με σκοπό την εμπορία, για τις οποίες κατηγορείται όπως αυτές αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο των ως άνω δύο πράξεων παραβάσεων παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών και με την παραδοχή του ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της μειωμένης ικανότητας του προς καταλογισμό (άρθρο 36 ΠΚ) τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) και χρηματική ποινή (3.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του 36 και 94 παρ.1 ΠΚ, 4 παρ. 1 και 3 πιν. Α παρ. 6, 5 παρ. 1 περ. στ' και ζ', 8 του ν.1729/1987, όπως τα άρθρα του ν.1729/1987 αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 9 και 10 του ν.3189/1993, το άρθρο 2 παρ. 1Β' του ν.2479/1997 και με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.3189/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα ως προς την αιτίαση του κατηγορουμένου ότι με ελλιπή αιτιολογία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του περί του ότι ήταν τοξικομανής κατά το χρόνο που τέλεσε τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη προεχόντως την πραγματογνωμοσύνη του ορισθέντος ως πραγματογνώμονα ψυχιάτρου ..., που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 178 παρ. γ' του ΚΠΔ), σε συνδυασμό με τη μαρτυρική κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου, αλλά και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, απέρριψε αιτιολογημένα τον παραπάνω ισχυρισμό. Σημειώνεται ότι η κρίση αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ενισχύθηκε από την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ήταν υπότροπος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος και από την κατοχή αποξηραμένης κάνναβης βάρους 2.323 γραμμαρίων, κατάλληλα συσκευασμένης για διάθεσή της στο εμπόριο. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί τοξικομανίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Ιδιότητα δράστη ως τοξικομανούς. Έννοια αυτής. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης απορριψάσης ισχυρισμό περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου λόγω έλλειψης σχετικής αιτιολογίας. Απόρριψη της αναίρεσης λόγω του ότι η απόφαση περιείχε πλήρη αιτιολογία για τον ανωτέρω ισχυρισμό του κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1726/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Ζωγράφου, περί αναιρέσεως της 7208/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος ΨΨ, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 381/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως περί του οποίου το άρθρο 363 ΠΚ, απαιτείται η ύπαρξη των εις το άρθρο 363 ΠΚ στοιχείων, τα οποία απαρτίζουν το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως και ειδικότερα να ισχυρίσθη κάποιος ή να διέδωσε καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιο άλλο πρόσωπο γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, 2) το γεγονός αυτό να ήταν ψευδές και 3) ο ισχυρισθείς ή διαδόσας το ψευδές γεγονός να ετέλει εν γνώσει της αναληθείας αυτού. Περαιτέρω γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Βάσει αυτών, για να είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ θα πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτοί διατυπώθηκαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς δε πρέπει να αιτιολογείται ότι, το με την παραπάνω έννοια γεγονός, το οποίο, ισχυρίσθη ή διέδωσε ο κατηγορούμενος είναι ψευδές και ότι είχε γνώση του ψευδούς αυτού.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 περ.δ', 329, 331 παρ.1, 333, 364, 369 και 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο προς σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και τοιαύτα, που δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και εντεύθεν δεν προκύπτει αναμφιβόλως η ταυτότητα καθενός από αυτά, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7208/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και τα πρακτικά της, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και έλαβε υπόψη του δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, χωρίς ιδιαίτερη επισήμανσή τους, αναφέρονται και τα : 1) υπ'αρ.3 αναφερόμενο έγγραφο με τίτλο "Η με αριθμ. 11 σελίδα της έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα" και 2) το υπ'αριθμ. 7 έγγραφο με τίτλο "Έκθεση ενόρκου εξέτασης μάρτυρα, χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό τους. Σημειώνεται ότι τα δύο αυτά έγγραφα αναγνώσθηκαν και στο ακροατήριο της πρωτοβάθμιας δίκης, με την παρουσία του συνηγόρου της αναιρεσείουσας Δημοσθένη Τσαγκράσουλη που την εκπροσώπησε λόγω της απουσίας της (βλ. την υπ'αριθμ. 32258/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου στις σελίδες 21 και 22 των ταυτάριθμων πρακτικών αναφέρονται τα ίδια ως άνω δύο έγγραφα με αριθμ. 2 και 6). Εξάλλου, η αναιρεσείουσα τόσο στον πρώτο βαθμό δια του συνηγόρου της που την εκπροσώπησε όσο και στο δεύτερο βαθμό που παρέστη με δύο συνηγόρους, όταν ρωτήθηκαν από τον Πρόεδρο ή Προεδρεύοντα του αντίστοιχου Δικαστηρίου λίγο πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αν έχουν ανάγκη να διασαφηνισθεί κάποιο στοιχείο, απάντησαν αρνητικώς (βλ. σελίδα 25 της πρωτοβάθμιας απόφασης και 9 της δευτεροβάθμιας προσβαλλόμενης). Κατόπιν αυτών και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον ως άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά του Δικαστηρίου των ως άνω δύο εγγράφων καθορίζει επαρκώς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τα ανωτέρω στοιχεία δεν αναγνώσθηκαν, με την, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση, ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στην κατηγορουμένη, η οποία είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει επ'αυτών τις παρατηρήσεις και απόψεις της, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται στα πρακτικά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ προβαλλόμενος κατ'εκτίμηση, λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω δύο έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 7208/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Ο εγκαλών ΨΨ ήταν συντονιστής Μέσης Εκπαίδευσης των Ελλήνων εκπαιδευτικών στη ... της ... . Κατά το εκπαιδευτικό έτος 2000-2001 προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δάσκαλος στην πιο πάνω πόλη και ο σύζυγος της κατηγορουμένης ΑΑ. Ο εγκαλών με την προαναφερόμενη ιδιότητά του σε συγκέντρωση που είχε γίνει πρότεινε στους εκπαιδευτικούς την εκ περιτροπής προσφορά υπηρεσίας όλων των εκπαιδευτικών της ... 5ετούς απόσπασής τους, γεγονός που το δέχθηκαν αυτοί, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της κατηγορουμένης. 'Ετσι για το καλοκαίρι του 2001 όρισε για την πρώτη περίοδο τον σύζυγο της κατηγορουμένης και τη δεύτερη περίοδο την ΒΒ. Στη συνέχεια καταρτίσθηκε πράξη απασχόλησης και κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερόμενους. 'Όμως το ΥΠΕΠΘ/Δ' ΠΟΔΕ τους κοινοποίησε έγγραφο, μετά από αυτά, με την οποία καθόριζε τον τρόπο λήψης της κανονικής άδειας των εκπαιδευτικών. Μετά από αυτά ο σύζυγος της κατηγορουμένης δεν εκτέλεσε τα καθήκοντά του κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα το γραφείο του συντονιστή εκπαίδευσης στη ... να είναι κλειστό. Για το λόγο αυτό το Α' δεκαήμερο του Αυγούστου 2001 να κληθεί ο εκπαιδευτικός ΓΓ, που βρισκόταν σε διακοπές στην Ελλάδα, να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο γραφείο, παραλαμβάνοντας τα κλειδιά του γραφείου από την Ελληνική Πρεσβεία της ... (βλ. ένορκη εξέτασή του στο από 17-12-2001 πόρισμα της Ε.Δ.Ε.). μετά από αυτά ο εγκαλών καθόρισε συνάντηση των εκπαιδευτικών Μέσης εκπαίδευσης στη ... της ..., στις 21-8-2001, προκειμένου να συζητήσουν διάφορα θέματα και να τους δοθούν σχετικές οδηγίες. Στη συνάντηση αυτή παραβρέθηκαν 10 τουλάχιστον εκπαιδευτικών μεταξύ των οποίων ο σύζυγος της κατηγορουμένης, αυτή (κατηγορουμένη) και η ΔΔ, που ήταν εκπαιδευτικός σε άλλη πόλη. Είναι γεγονός ότι σε άλλες συναντήσεις παρευρίσκονταν και οι γυναίκες των εκπαιδευτικών. Κατά την συγκεκριμένη συνάντηση ο εγκαλών (συντονιστής εκπαίδευσης) ζήτησε από την κατηγορουμένη να αποχωρήσει από την συγκέντρωση. 'Όμως αυτή αρνήθηκε να αποχωρήσει και δήλωσε ότι θα παραμείνει στην συγκέντρωση τότε ο εγκαλών απευθύνθηκε στο σύζυγό της, να την πείσει να αποχωρήσει από την αίθουσα. Αυτός άρχισε να λέγει "γιατί φοβάστε κ. Ψ, ποιόν φοβάστε, δεν θα φύγει". Ο εγκαλών ανακοίνωσε, ότι θα ματαιώσει την συγκέντρωση". Τότε η ΔΔ αποχώρησε από την συγκέντρωση πλην όμως η κατηγορουμένη αρνούνταν να αποχωρήσει. Ο εγκαλών ζήτησε από την τελευταία και πάλι να αποχωρήσει, διότι θα καλέσει την αστυνομία. Η κατηγορουμένη σε έξαλλη κατάσταση είπε στον εγκαλούντα "γιατί με διώχνεις, δεν έχεις το δικαίωμα". Στη συνέχεια αυτή πήγε προς το τηλέφωνο της Γραμματείας, για να τηλεφωνήσει στο ΥΠΕΠΘ. Ο εγκαλών της είπε φωναχτά ότι δεν μπορείς να τηλεφωνήσεις από το τηλέφωνο της υπηρεσίας και την έπιασε δυνατό από το μπράτσο της, με αποτέλεσμα να την γρατζουνήσει σ'αυτό και τελικά την έβγαλε έξω. Κατά την στιγμή εκείνη η κατηγορουμένη τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Το χαστούκι ακούσθηκε στην αίθουσα. Τότε ο σύζυγος της κατηγορουμένης, νομίζοντας ότι ο εγκαλών χαστούκισε την σύζυγό του, βγήκε έξω και του είπε "τόλμησες να χαστουκίσεις την γυναίκα μου". 'Όμως το αντίθετο είχε συμβεί, αφού το μάγουλο του εγκαλούντος είχε κοκκινίσει από το χτύπημα. Για τα περιστατικά αυτά κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εγκαλών του παρόντος δικαστηρίου. Αντίθετα κατά την εξέταση της κατηγορουμένης, από τον ιατρό ... διαπιστώθηκε ότι ήταν ανήσυχη και αγχωμένη είχε γρατζουνιές στο δεξί μπράτσο, πλην όμως στο πρόσωπο δεν υπήρχε ορατό τραύμα και η κατάσταση ήταν κανονική, επί πλέον δε αυτή αρνήθηκε να υποβληθεί σε ιατροδικαστική εξέταση, διότι δεν θα αποδεικνύονταν το χαστούκι στο πρόσωπο (βλ. από 15-12-2003 πιστοποιητικό του εν λόγω ιατρού). Εξάλλου η κατηγορουμένη με την με αρ. πρωτ. ... έγγραφη καταγγελία της προς τον προϊστάμενος της Δνσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (τμήμα ΔΙ.ΠΟ.ΔΕ.), που κοινοποίησε α) στον υφυπουργό ΥΠ.Ε.Π.Θ. κ. ..., β) την ειδική γραμματέα ΥΠ.Ε.Π.Θ. ... και γ) τον Πρέσβη της Ελλάδας στη Σουηδία κ. ..., ανέφερε εκτός των άλλων τα ακόλουθα: "ο ΨΨ με ακολούθησε, με έπιασε από τα χέρια και με έσπρωξε 2-3 φορές στον τοίχο. Με γρατσούνισε στο δεξί χέρι και με χαστούκισε, πάντα ουρλιάζοντας "πέρασε έξω" καταγγέλλω την απαράδεκτη πρωτόγονη και αγενέστατη αυτή συμπεριφορά του ΨΨ. Θεωρώ ότι είναι ντροπή, εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και μάλιστα στον ευαίσθητο μάλιστα στον ευαίσθητο χώρο της ομογένειας, να είναι ανίκανος να φερθεί πολιτισμένος, με στοιχειώδη αυτοέλεγχο και αξιοπρέπεια. Είναι βίαιος και επικίνδυνος και μάλλον θα ήταν φρόνιμο να του αφαιρεθεί κάθε εξουσία που έχει". 'Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή, διότι ο εγκαλών δεν της φέρθηκε βίαια, δεν την έσπρωξε στον τοίχο, απλά την έπιασε δυνατά και την έβγαλε έξω από την αίθουσα, με αποτέλεσμα να την γρατζουνήσει στο δεξί μπράτσο, δεν την χαστούκισε, αφού τον χαστούκισε η ίδια και γενικά δεν της φέρθηκε με πρωτόγονη και αγενέστατη συμπεριφορά, γεγονός που το γνώριζε η κατηγορουμένη. Αυτά περιήλθαν σε γνώση στα προαναφερόμενα πρόσωπα και αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως, συντρέχει οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατηγορουμένη μέχρι την τέλεση της πράξης, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 περ.α' του ΠΚ).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.ια, 27 παρ.1, 363 σε συνδ. με το362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης ... και ... . Επομένως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιανουαρίου 2009 (υπ'αριθμ. πρωτ. 1398/2009) αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 7208/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Ανάγνωση εγγράφων. Προσδιορισμός ταυτότητας αυτών. Όχι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης από κατηγορουμένη με λόγο την έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 1732/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Χ, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Παπαζαφειροπούλου, περί αναιρέσεως της 79-83/2008 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρεται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1566/08.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 8/9/2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές ..., κατά της 79-83/ 2008 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα πέντε (15) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο), και ως δράστης μειωμένου καταλογισμού, ασκήθηκε νομότυπα με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρθρ. 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) την 10/9/ 2008 κατά τη σχετική σημείωση επί του δικογράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και εμπρόθεσμα καθόσον η καταχώριση της απόφασης αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο της Γραμματείας του άνω ποινικού Δικαστηρίου έγινε στις 4/8/2008, ήτοι εντός είκοσι ημερών αφού η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων αναστέλλεται για το διάστημα του Αυγούστου (άρθρο 473 παρ. 2 και 4 ΚΠΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.Α.Π. 1716/1990). Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί μέθης του δράστη κατά το χρόνο της πράξεως γιατί η μέθη αν είναι ανυπαίτια ασκεί επιρροή επί του καταλογισμού ενώ αν είναι υπαίτια ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση (αρθρ. 34, 36, 71, 193 ΠΚ- ΑΠ 1599/1986). Η μέθη δεν είναι υπαίτια όταν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη, ενώ ανυπαίτια όταν οφείλεται σε τυχερό γεγονός ή σε ανώτερη βία (Ολ.ΑΠ 1198/1990, Ολ.ΑΠ 1716/1990). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στο ..., από το 1997 διέμενε στην Ελλάδα μαζί με στη σύζυγό του (θύμα), Ρωσικής καταγωγής. Αυτοί διέμεναν σε ένα παράπηγμα στο ..., αρχικά με τα παιδιά τους, ... και ..., 16 και 9 ετών αντίστοιχα, τα οποία όμως (παιδιά τους), λόγω της στενότητας του χώρου του παραπήγματος και των άθλιων οικονομικών συνθηκών, στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην οικία της μάμμης από τον πατέρα του κατηγορούμενου και απλώς έκτοτε επισκέπτοντο τους γονείς τους. Ότι ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του τα τελευταία πριν από το συμβάν χρόνια κατανάλωναν καθημερινά ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών, αιτία που δημιουργούνταν συχνά μεταξύ τους φραστικά επεισόδια με συνέπεια να επεμβαίνει η αστυνομία της περιοχής κατά την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ... μετά από τηλεφωνικές κλήσεις τρίτων. Στις 24/03/2005 και περί ώρα 18.00, ενώ ο κατηγορούμενος με τη σύζυγό του βρίσκονταν στην από λαμαρίνες περιφραγμένη σε τρεις πλευρές αυλή του παραπήγματος δημιουργήθηκε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους και αντηλλάγησαν υβριστικές λέξεις και φράσεις. Στη δημιουργία του επεισοδίου και κυρίως στην έκταση και την ένταση συνετέλεσε η κατανάλωση ποσότητας οινοπνευματώδους ποτού (ούζου). Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ο κατηγορούμενος έσπρωξε το κάθισμα που καθόταν η σύζυγός του με αποτέλεσμα η τελευταία να επιπέσει στο τσιμέντο της αυλής. Ακολούθως, αυτός, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κινήθηκε προς την πεσμένη στο έδαφος σύζυγό του και άρχισε να την χτυπάει βίαια με τα πόδια του στο δεξιό μέρος της κεφαλής της αλλά και σε άλλα μέρη του σώματός της. Η τελευταία, λόγω της θέσεως που ήταν (πεσμένη ακόμα στο έδαφος), της μέθης που τελούσε και των μικρότερων σωματικών δυνάμεων από τον κατηγορούμενο, δεν μπορούσε να αντιδράσει και να αμυνθεί στα συνεχιζόμενα με βιαιότητα και ένταση αλλεπάλληλα χτυπήματα με τα πόδια του κατηγορουμένου συζύγου της και το μόνο που κατόρθωσε ήταν να φωνάζει μερικές φορές "βοήθεια". Ο κατηγορούμενος αδιαφορώντας στις εκκλήσεις της για βοήθεια συνέχισε να την χτυπά με τα πόδια του επί δεκαπέντε τουλάχιστον λεπτά της ώρας χωρίς κανένα οίκτο στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της. Από τα χτυπήματα, κυρίως στη δεξιά κροταφική και ζυγωματική χώρα προκλήθηκε σε αυτή βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με συνέπεια να υποστεί οξύ πνευμονικό οίδημα, από το οποίο, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε αργότερα ο θάνατος της και δη το ίδιο βράδυ (βλ. την από 25/03/2005 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ...). Τις νυχτερινές ώρες ο κατηγορούμενος προσπάθησε να μεταφέρει τη σύζυγό του μέσα στο παράπηγμα αλλά δεν το κατόρθωσε και την άφησε όπως ήταν στο έδαφος σκεπάζοντας την απλώς με μία κουβέρτα χωρίς να αντιληφθεί λόγω της μέθης του, ότι η σύζυγος του ενδεχομένως να ήταν ακόμη στη ζωή, ότι είχε άμεση ανάγκη για νοσηλεία. Ο ίδιος εισήλθε στο παράπηγμα και κοιμήθηκε. Το πρωί της επομένης ημέρας βρήκε τη σύζυγό του στο ίδιο σημείο που την άφησε μελανιασμένη και με αίματα στο κεφάλι και τότε προφανώς συνειδητοποίησε ότι ήταν πλέον νεκρή. Τη μετέφερε στο κρεβάτι και τη σκέπασε με κουβέρτες. Ακολούθως έπλυνε τις παντούφλες του από τα αίματα όπως και τα ρούχα του θύματος τα οποία προηγουμένως είχε αφαιρέσει. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (25/03/2005) επισκέφθηκε το παράπηγμά του ο ..., με τον οποίο κατανάλωσαν μέχρι την 15.00 ώρα περίπου μεγάλες ποσότητες τσίπουρου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του ..., η θυγατέρα τους επισκέφθηκε τον πατέρα της που καθόταν έξω στην αυλή και τον ρώτησε για τη μητέρα της και της είπε ότι κοιμάται. Επειδή όμως η θυγατέρα τους ... αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη μητέρα της ενώ απομακρύνθηκε προς στιγμή από το παράπηγμα επανήλθε στη συνέχεια και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρή. Ακόμη και ο επισκέπτης ... που είχε προηγουμένως αποχωρήσει από το παράπηγμα, επειδή είχε υπόνοιες για την κατάσταση της θανούσας επανήλθε στο παράπηγμα μαζί με τον ... και διαπίστωσαν τον κατηγορούμενο να κοιμάται πάνω από το σώμα της νεκρής συζύγου του και ακολούθως ειδοποίησαν την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος στη αυτεπάγγελτη προανάκριση (αστυνομική) παραδέχτηκε την πράξη του και συγκεκριμένα ότι έσπρωξε την καρέκλα και έπεσε επί του εδάφους και ότι στη συνέχεια την χτύπησε στο κεφάλι και στην κοιλιακή χώρα. Αλλά και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου παραδέχτηκε ότι χτύπησε τη γυναίκα του αλλά απλά ισχυρίζεται ότι δεν ενθυμείται πόσο τη χτύπησε. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, από το είδος των τραυμάτων που προξένησε στο θύμα και ιδιαίτερα στο κεφάλι προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, χωρίς να επιδιώκει άμεσα το θάνατο της συζύγου του, γνώριζε ότι με τα παραπάνω χτυπήματα που της προξένησε ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος της και αποδέχτηκε αυτό. Επομένως υπό τις παραπάνω συνθήκες η απορρέουσα από κατά τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οδηγεί στην πλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο όμως δόλο κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, επιβαλλόμενο από το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης. Περαιτέρω όμως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά της τέλεση της πράξης αυτής βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό λόγω αναίτιας μέθης κατ' άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ. Στην ένδικη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από χρόνιο αλκοολισμό τουλάχιστον κατά τα τελευταία δύο έτη και κατά τον πιο πάνω χρόνο που διέπραξε την προπεριγραφείσα πράξη, τελούσε σε κατάσταση μέθης η οποία τον είχε οδηγήσει σε μερική διατάραξη της συνείδησης και των πνευματικών του λειτουργιών, εξαιτίας της οποίας κατάστασης, ναι μεν δεν είχε εκλείψει εντελώς η ικανότητά του προς καταλογισμό της παραπάνω πράξης, ήτοι η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο αυτής για να τύχει εφαρμογής έτσι η διάταξη του άρθρου 34 ΠΚ και εν συνεχεία η διάταξη του άρθρου 193 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, μειώθηκε όμως αυτή σημαντικά και για το λόγο αυτό πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ελαττωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Και ναι μεν σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ... έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του τμήματος χημικών εξετάσεων της Δ/νσης Εγκλημ/κών Ερευνών Β. Ελλάδος, ανιχνεύθηκε περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα να είναι 4,46%ο που οδηγεί σε πλήρη μέθη, πλην όμως κατά τα σαφώς ως άνω αποδεικνυόμενα ο κατηγορούμενος μετά την πράξη του και από ώρα 11.00 έως και 14.30 της επόμενης ημέρας της πράξης (25/03/2005) κατανάλωσε μαζί με τον ... αρκετή ποσότητα τσίπουρου και ούζου. Μάλιστα δε σύμφωνα με την από 25/03/2005 έκθεση αυτοψίας του αστυνόμου Β' ... βρέθηκε στον αύλειο χώρο του παραπήγματος ένα γυάλινο μπουκάλι ούζου. Επομένως το ανιχνευθέν πολύ μεγάλο ως άνω ποσοστό οφείλεται στην πολύ μεγάλη χρήση τσίπουρου και ούζου που έλαβε ο κατηγορούμενος την επόμενη ημέρα (μετά την πράξη του) κατά την οποίαν έγινε και η εξέταση. Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός για πλήρη μέθη κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τέλος, ναι μεν σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 36 ΠΚ η υπαίτια μη πλήρης μέθη δεν ασκεί ουδεμία επίδραση στον καταλογισμό του δράστη, πλην όμως στην περίπτωση αυτή πρόκειται περί της συνήθους της κανονικής μέθης ενός υγιούς ανθρώπου, ήτοι της μέθης η οποία δεν είναι απότοκος ψυχικού νοσήματος ή δεν έχει οδηγήσει σε ψυχικό νόσημα, διότι τότε πρόκειται για ψυχικά ανώμαλο άτομο, δηλαδή άτομο που πάσχει από χρόνιο αλκοολισμό, όπως εν προκειμένω ήταν ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, η μέθη του οποίου ως απότοκος του χρόνιου νοσήματος από το οποίο έπασχε και ακριβώς λόγω τούτου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπαίτια, πράγμα που θα οδηγούσε στον αποκλεισμό της εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 36 ΠΚ αλλά ως ανυπαίτια οφειλομένη σε ανώτερη βία που συνίσταται στο εν λόγω χρόνιο νόσημα του. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Μ.Ο.Ε. διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση από δράστη μειωμένου καταλογισμού λόγω ανυπαίτιας μέθης με αλκοόλ, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίου έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ.1 και 36 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην αιτιολογία διαλαμβάνονται τα γεγονότα εκείνα, με βάση τα οποία το άνω Δικαστήριο έκρινε τον αναιρεσείοντα ως δράστη μειωμένου καταλογισμού, αφού δέχθηκε, ότι συνεπεία της μέθης του είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του προς καταλογισμό αλλά δεν είχε εκλείψει εντελώς, η δε μέθη του οφείλεται σε ανωτέρα βία ως απότοκος του χρόνιου αλκοολισμού του και συνεπώς ορθώς την έκρινε ως ανυπαίτια και τον οδήγησε σε μερική διατάραξη της συνειδήσεως και των πνευματικών λειτουργιών του κατά τον άνω χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, ενώ περαιτέρω διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι τέλεσε το έγκλημα αυτό σε πλήρη μέθη η οποία, τον είχε καταστήσει κατά το χρόνο της πράξεως ανίκανο να αντιληφθεί το άδικο αυτής ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Ειδικότερα, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του αυτό περί πλήρους μέθης, που είχε ως συνέπεια την ανικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του κατά το χρόνο τέλεσης της, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε πλήρη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του αφού δέχτηκε ότι, ναι μεν την επόμενη του εγκλήματος ημέρα (25/03/2005) ανιχνεύτηκε περιεκτικότητα στο αίμα του σε ποσοστό 4,46%ο, γεγονός που καταδεικνύει πλήρη μέθη, πλην τούτου οφείλεται στο ότι μετά την πράξη του και δη από τις 11.00 έως και της 14.30 ώρας της επομένης ημέρας (25/03/2005) ο αναιρεσείων κατανάλωσε με άλλον (...) αρκετή ποσότητα τσίπουρου και ούζου στην αυλή του παραπήγματος, που τέλεσε το άνω έγκλημα, όπου μάλιστα κατά την αυτοψία του αστυνόμου ..., που έγινε την 25/03/2005 μετά την κατανάλωση του ούζου από τους δύο (αναιρεσείοντα-...) βρέθηκε στο χώρο της αυλής αυτής γυάλινο μπουκάλι ούζου, που αυτοί είχαν καταναλώσει, μετά δηλαδή από το χρόνο του εγκλήματος (24/03/2005). Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις, ότι ο κατηγορούμενος κατά την ημέρα του εγκλήματος είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ούζου και δεν τελούσε κατά το χρόνο του εγκλήματος σε κατάσταση μερικής αλλά πλήρους μέθης γι' αυτό και δε μπόρεσε να μεταφέρει τη σύζυγό του από την αυλή εντός του παραπήγματος, ενώ αν είχε αντιληφθεί την πραγματική κατάσταση θα την είχε μεταφέρει αμέσως προς νοσηλεία, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-09-2008 αίτηση του Χ για την αναίρεση της 79-83/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Έννοια αυτών. Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί μέθης γιατί η μέθη αν είναι ανυπαίτια ασκεί επιρροή επί του καταλογισμού ενώ αν είναι υπαίτια ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση (αρθρ. 34, 36, 71, 123 ΠΚ). Η μέθη είναι υπαίτια όταν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλεια του δράστη, ενώ ανυπαίτια όταν οφείλεται σε τυχηρό γεγονός ή σε ανώτερη βία. Η υπαίτια μη πλήρης μέθη δεν ασκεί επιρροή στον καταλογισμό. Η μέθη ως απότοκος χρονίου νοσήματος δεν είναι υπαίτια. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Δόλος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1722/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 2425/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1870/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 41 ΣΤ του Ν.2725/1999, όπως τροπ. με 8 ν. 3207/2003 και 6 Ν. 3262/2006, ορίζονται τα ακόλουθα: " 1. Με φυλάκιση μέχρι δύο έτη και χρηματική ποινή, εκτός εάν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη, τιμωρείται όποιος εκ προθέσεως μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο τους ή στις βοηθητικές εγκαταστάσεις ή στους χώρους προσέλευσης και στάθμευσης, κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης: α) ρίχνει προς τον αγωνιστικό χώρο ή εναντίον άλλου οποιοδήποτε αντικείμενο, που μπορεί να προκαλέσει έστω και ελαφρά σωματική βλάβη, β) βιαιοπραγεί κατά άλλου, ανεξάρτητα εάν από τη βιαιοπραγία επήλθε σωματική βλάβη, ή εκτοξεύει απειλές κατά προσώπου, το οποίο σύμφωνα με τους κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας αναγράφεται στο φύλλο αγώνα. 2. Με φυλάκιση μέχρι ενός έτους και χρηματική ποινή, εκτός εάν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη, τιμωρείται όποιος: α) χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τους κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας ή υπερβαίνοντας το δικαίωμά του αυτό, εισέρχεται με σκοπό τη διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής του αγώνα ή την πρόκληση επεισοδίων, λόγω του αποτελέσματός του, κατά τη διάρκεια αθλητικής συνάντησης ή αμέσως πριν από την έναρξη ή αμέσως μετά τη λήξη της, στον αγωνιστικό χώρο ή στο χώρο των αποδυτηρίων των αθλητών και των διαιτητών ή στους διαδρόμους που συνδέουν τους ανωτέρω χώρους, β) τελεί κάποια από τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου με αφορμή μία αθλητική εκδήλωση πριν από την έναρξη ή μετά τη λήξη της ή μακριά από το χώρο που προορίζεται για την εκδήλωση αυτήν. "γ) απευθύνει ατομικά ή ως μέλος ομάδας σε τρίτους εκφράσεις που προσβάλλουν την εθνική ταυτότητα των προσώπων αυτών ή είναι ρατσιστικού περιεχομένου ή προσβάλλει τον εθνικό ύμνο, τα ολυμπιακά σύμβολα ή τους ολυμπιακούς αγώνες." 3. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 τελέστηκαν υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο δράστης είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ομαλή τέλεση των αθλητικών εκδηλώσεων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών, εκτός εάν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη. Για την εφαρμογή του παρόντος, ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ιδίως ο δράστης που αποδεικνύεται ότι έχει τελέσει στο παρελθόν αδικήματα βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις ή ότι συμμετείχε στην τέλεση των πράξεων έχοντας αρχηγικό ρόλο ή ενήργησε βάσει οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου ή προξένησε σημαντικής έκτασης φθορές ή βλάβες σε έννομα αγαθά τρίτων. 5. Όποιος παροτρύνει, υποκινεί, ενθαρρύνει ή διευκολύνει με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως δημόσια ή δια του έντυπου ή ηλεκτρονικού τύπου ή του διαδικτύου μεμονωμένα άτομα ή οργανωμένες ομάδες προσώπων για να διαπράξουν αδικήματα του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. 8 (6). "α. Τα αδικήματα του παρόντος άρθρου διώκονται αυτεπαγγέλτως. Καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου τέλεσης τους. Για την εκδίκαση των αδικημάτων του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται υποχρεωτικά η διαδικασία των άρθρων 418 επ. Κ.Π.Δ.".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα σε αυτή κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τα ακόλουθα:
"Ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε και τις δύο πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, αφού όπως αποδείχθηκε αυτός α) δημόσια παρότρυνε, υποκίνησε και ενθάρρυνε άλλους με οποιονδήποτε τρόπο μεμονωμένα άτομα, αλλά και οργανωμένες ομάδες στο να τελέσουν το αδίκημα της παράνομης εισόδου και ειδικότερα εισήλθε επανειλημμένα στον αθλητικό χώρο του γηπέδου, επέτρεψε στη θύρα 3 όπου και με τα χέρια του προέτρεπε, παρακινούσε και ενθάρρυνε και άλλους φιλάθλους να εισέλθουν εντός του αγωνιστικού χώρου και β) ευρισκόμενοι στο γήπεδο "Κλ. Βικελίδης" για να παρακολουθήσει τον πιο πάνω ποδοσφαιρικό αγώνα, κατ' επανάληψη πριν την έναρξη του αγώνα την 18.45 και κατά τη διάρκεια, από την κερκίδα 3 εισήλθε μαζί με άλλους φιλάθλους στον αγωνιστικό χώρο και κινήθηκε απειλητικά προς την αποστολή του ΗΡΑΚΛΗ η οποία βρισκόταν για προθέρμανση εντός του αγωνιστικού χώρου. Στη συνέχεια κινήθηκε προς την αποστολή του ΗΡΑΚΛΗ, έριξε κάτω το προστατευτικό κάλυμμα του πάγκου και κλώτσησε τις καρέκλες. Κατά τις επανειλημμένες δε εισόδους του στον αγωνιστικό χώρο άλλαζε εμφανίσεις (φορούσε διαφορετική μπλούζα, κασκόλ, κ.λ.π.), για να μη γίνει αντιληπτός από τους αστυνομικούς. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τις ανωτέρω πράξεις". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, με την υπ' αριθμ. 2425/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παραβάσεις της αθλητικής νομοθεσίας και δη του άρθρου 41 ΣΤ παρ. 1 α,β, 2 α,β, 3, 5 του ν. 2725/1999, όπως τροπ. και ισχύει και αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.α ΠΚ, επέβαλε σε αυτόν για τρεις πράξεις, συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα δε το Δικαστήριο στο διατακτικό του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του ότι στις 15-5-2005 στη Θεσσαλονίκη: "Μαζί με ένα μεγάλο αριθμό αγνώστων κατά την προανάκριση ατόμων, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τους Κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο με σκοπό τη διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής του αγώνα και την πρόκληση επεισοδίων λόγω του αποτελέσματός του. Συγκεκριμένα: Α) Ο Χ1, ευρισκόμενος στο γήπεδο "Κλ. Βικελίδης" για να παρακολουθήσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΡΗΣ - ΗΡΑΚΛΗΣ, κατ' επανάληψη πριν την έναρξη του αγώνα την 18.45' και κατά την διάρκειά του, από την κερκίδα 3 εισήλθε μαζί με άλλους φιλάθλους στον αγνωστικό χώρο και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 8, 9, 10 φωτογραφίες όπου εικονίζεται πριν την έναρξη του αγώνα μαζί με άλλους φιλάθλους εισήλθε στον αγωνιστικό χώρο και κινείται απειλητικά προς την αποστολή του ΗΡΑΚΛΗ, η οποία ήδη βρισκόταν για προθέρμανση εντός του γηπέδου. Στην συνέχεια κινήθηκε προς την αποστολή του ΗΡΑΚΛΗ, έριξε κάτω το προστατευτικό κάλυμμα του πάγκου και κλώτσησε τις καρέκλες. Απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις, επέστρεψε στη θύρα 3 όπου προέτρεπε με τα χέρια του και άλλους φιλάθλους να εισέλθουν εντός του αγωνιστικούς χώρου. Με την επίτευξη τερμάτων, από την ομάδα του ΗΡΑΚΛΗ και τον ΑΡΗ, εισήλθε κατ' επανάληψη εντός του αγωνιστικού χώρου, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 6 και 7 φωτογραφίες αλλάζοντας εμφανίσεις ήτοι φορώντας διαφορετική μπλούζα, κασκόλ, γυαλιά, προκειμένου να μην γίνεται αντιληπτός από τις αστυνομικές δυνάμεις. Οι πράξεις του δε αυτές τελέστηκαν υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ομαλή τέλεση των αθλητικών εκδηλώσεων δεδομένου ότι με την μαζική είσοδο χους στον αγωνιστικό χώρο καθώς και τη σωρεία άλλων αδικημάτων όπως π.χ. βιαιοπραγιών, καταστροφών κλπ., που ακολούθησαν την παράνομη είσοδο του ιδίου αλλά και εκατοντάδων αγνώστων ατόμων, ματαιώθηκε τελικά οριστικά η διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού αγώνα και μηδενίστηκε βαθμολογικά η ποδοσφαιρική ομάδα της "ΠΑΕ ΑΡΗΣ".
Β) 1) Δημόσια - παρότρυνε, υποκίνησε και ενθάρρυνε άλλους με οποιονδήποτε τρόπο μεμονωμένα άτομα αλλά και οργανωμένες ομάδες στο να τελέσουν το αδίκημα της παράνομης εισόδου και ειδικότερα ενώ εισήλθε επανειλημμένα στον αθλητικό χώρο του γηπέδου, επέστρεψε στη θύρα 3 όπου και με τα χέρια του προέτρεπε, παρακινούσε και ενθάρρυνε και άλλους φιλάθλους να εισέλθουν εντός του αγωνιστικού χώρου.
2) Δημόσια παρότρυνε με οποιονδήποτε άλλους να τελέσουν το αδίκημα της βιαιοπραγίας και ειδικότερα, όταν μετά τη διακοπή του αγώνα προσπάθησαν να τον συλλάβουν οι αστυνομικοί Μ1, ... και ...εκτός του αγωνιστικού χώρου, αυτός εισήλθε για απόκρυψη σε παρακείμενη του σταδίου καφετέρια από όπου και παρακίνησε άλλους συγκεντρωμένους εκεί φιλάθλους της "ΠΑΕ ΑΡΗΣ" να επιτεθούν και να βιαιοπραγήσουν εναντίον των αστυνομικών κάτι που αυτοί έκαναν και τραυμάτισαν τον αρχ/κα Μ1 χτυπώντας τον με τα πόδια και τα χέρια τους στην περιοχή των άνω και κάτω άκρων, στο σώμα και το πρόσωπο του προκαλώντας του ελαφρές σωματικές βλάβες.
Όλες δε οι ανωτέρω πράξεις τελέστηκαν υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ομαλή τέλεση των αθλητικών εκδηλώσεων δεδομένου ότι εξαιτίας όλων των παραπάνω αδικημάτων που διέπραξε με τη συμμετοχή και εκατοντάδων αγνώστων κατά την προανάκριση ατόμων, ματαιώθηκε τελικά οριστικά η διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού αγώνα και μηδενίστηκε βαθμολογικά η ποδοσφαιρική ομάδα της "ΠΑΕ ΑΡΗΣ". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 94 του ΠΚ, 41 ΣΤ παρ. 1 α, β, 2 α, β, 3, 4, 5, 6, 7 του Ν.2725/1999, όπως προστ. και τροποπ. με άρθρο 9 παρ.15 ιγ του Ν. 3207/2003 και άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 3262/2004, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω διωκομένων παραβάσεων της αθλητικής νομοθεσίας.
Επίσης, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην απόφαση, συμπληρουμένου του αιτιολογικού με το διατακτικό στο οποίο παραπέμπει και αποτελούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 41 ΣΤ παρ. 3 του άνω νόμου και δη η τέλεση των πράξεων υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ομαλή τέλεση των άνω ποδοσφαιρικών αθλητικών εκδηλώσεων, αφού, από το σύνολο των ανωτέρω παραδοχών, συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος συμμετέσχε στην τέλεση των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων, έχοντας αρχηγικό ρόλο και με το να προξενήσει σημαντικής εκτάσεως φθορές και βλάβες σε έννομα αγαθά του γηπέδου (καρέκλες, πάγκους), ορθά δέχθηκε το Δικαστήριο ότι οι ανωτέρω πράξεις του κατηγορουμένου τελέστηκαν υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ομαλή τέλεση των αθλητικών εκδηλώσεων, δεδομένου μάλιστα ότι εξ αιτίας των άνω αδικημάτων του κατηγορουμένου και άλλων φιλάθλων, ματαιώθηκε οριστικά ο ποδοσφαιρικός αγώνας Α' Εθνικής κατηγορίας και μηδενίστηκε βαθμολογικά η ποδοσφαιρική ομάδα της ΠΑΕ ΑΡΗΣ Θεσσαλονίκης στον αγώνα της με την ομάδα του ΗΡΑΚΛΗ Θεσσαλονίκης.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, "Εκείνος που διευθύνει (τη συζήτηση) δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέμα. Δίνει επίσης σ' αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις, για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, εξετάζει τους μάρτυρες, τους κατηγορούμενους και τους αστικώς υπεύθυνους και δημοσιεύει την απόφαση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 333 παρ. 3, 366 και 368 του ΚΠοινΔ, προκύπτει με σαφήνεια, ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως εφόσον τον ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν αυτοί το λόγο και δεν τους δοθεί από τον διευθύνοντα, πρέπει να απευθυνθούν με προσφυγή τους στο Δικαστήριο και αν και το Δικαστήριο αρνηθεί το άνω δικαίωμά τους και απορρίψει την προσφυγή τους, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας , προβλεπόμενη από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί το λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται αν δεν τους δοθεί ο λόγος, έστω και αν δόθηκε ο λόγος και υπέβαλαν ερωτήσεις στο μάρτυρα, άλλοι παράγοντες της δίκης. Επομένως ο δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα, δε δινόταν ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, για να υποβάλουν ερωτήσεις και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους επί της καταθέσεώς του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 15) προκύπτει ρητά, "ότι μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο πρόεδρος έδινε το λόγο και στους συνηγόρους των κατηγορούμενων για να απευθύνουν ερωτήσεις και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους, αυτοί δε ρωτούσαν και οι μάρτυρες απαντούσαν σχετικά, όπως αναφέρεται στην κατάθεση του κάθε μάρτυρα". Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2008 αίτηση - δήλωση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμ. 2425/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 41 στ΄ του ν. 2725/99 (αθλητικός νόμος) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3207/2003 και 6 του ν. 3262/06, για την αντιμετώπιση της βίας σε αγωνιστικούς χώρους και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή, απόλυτη ακυρότητα και ελλιπή αιτιολογία.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Βιασμός, Βίας αντιμετώπιση σε αγωνιστικούς χώρους.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1721/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σκονδριάνο, περί αναιρέσεως της 5483/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 27 Απριλίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1637/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 5483/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από όλη τη σχετική με την κύρια διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την ανάγνωση της κατάθεσης του απολιπόμενου μάρτυρα κατηγορίας, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος τέλεσε, (με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη συγκατηγορούμενό του Χ2), τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: α) " Στο ... στην οδό ..., στις 14-9-2008 και ώρα 20.30 μ.μ, για δική του αποκλειστικά χρήση κατείχε ναρκωτικές ουσίες σε ποσότητες που εξυπηρετούσαν αποδεδειγμένα τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες και συγκεκριμένα κατελήφθη από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ..., να κατέχει με το συγκατηγορούμενό του, μια (1) χάρτινη συσκευασία περιέχουσα ακατέργαστη κάνναβη μικτού βάρους 3,6 γραμμάρια, β) στην ..., στις 14-9-2008 ύστερα από νομότυπη κατ' οίκον έρευνα από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ..., είχε στη φυσική εξουσία του, με τρόπο που κάθε φορά επιβεβαίωναν την ύπαρξή των, ήτοι εντός της οικίας του στην ..., ένα (1) κυτίο φωτογραφικού φίλμ, το οποίο περιείχε ακατέργαστη κάνναβη καθαρού βάρους 1,6 γρ. για δική του αποκλειστική χρήση". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών, για αποκλειστικά δική του χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 60 ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, ήτοι της κατοχής και της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών, για αποκλειστικά δική του χρήση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94, 98 παρ.1, του ΠΚ, και άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Πίν. Α στοιχ. 6 και πίν. ΓΣ περ. 110 και 29 Ν. 3459/2006, που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα, αιτιολογούνται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, α) κατείχε, για δική του αποκλειστική χρήση, ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 3,6 γραμμάρια, καθώς, και ποσότητα της ίδιας ναρκωτικής ουσίας, βάρους 1,6 γραμμάρια. Αιτιολογείται ακόμη, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, κατείχε τις παραπάνω ναρκωτικές ουσίες, προκειμένου να κάνει αποκλειστικά χρήση αυτών. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα: α) ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί ενοχής σε δυο εκθέσεις κατ' οίκον έρευνας, ενώ αναγνώσθηκε μία, β) ότι απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι ήταν περιστασιακός και συμπτωματικός χρήστης, και γ) ότι παραβιάσθηκε η διαδικασία της δημοσιότητας στο ακροατήριο, από το γεγονός ότι η διαδικασία της εναντίον του κατηγορίας, στο ακροατήριο, έγινε με κλειστές τις θύρες και χωρίς να διαλαμβάνει η παρεμπίπτουσα απόφαση, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για το κλείσιμο των θυρών, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, για τους παρακάτω λόγους. Πρώτον, γιατί, όσον αφορά την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών, ότι αναγνώσθηκε η μοναδική συνταχθείσα για την ένδικη υπόθεση, με χρονολογία 14-9-2008, έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου και ότι την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου Χ1, δεν την στήριξε σε άλλη, έκθεση κατ' οίκον έρευνας. Σύμφωνα δε, με τις παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει ότι σε γενόμενη, στην οικία του ως άνω κατηγορουμένου, έρευνα κατασχέθηκε ποσότητα από τη ναρκωτική ουσία της κάνναβης βάρους 1,6 γραμμαρίων, την ύπαρξη της οποίας ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων αμφισβήτησε. Πράγματι, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι, σύμφωνα με την από 14-9-2008 έκθεση γνωστοποιήσεως, που φέρει και την υπογραφή του ίδιου, πέραν της ποσότητας εκείνης των 3,6 γραμμαρίων κάνναβης, που κατείχε κατά τη στιγμή της συλλήψεώς του, βρέθηκε στην οικία του, επίσης και ποσότητα 1,6 γραμμάρια της ίδιας ναρκωτικής ουσίας, και ότι συνεκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε από το δικαστήριο και η εν λόγω έκθεση γνωστοποιήσεως όπως και όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και η απολογία του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, κατά την οποία ρητώς ομολόγησε την κατοχή των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών. Κατά συνέπεια δεν επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα. Όσον αφορά δε, την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, το δικαστήριο της ουσίας, δεν όφειλε να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογία, σχετική με τον προβαλλόμενο απαραδέκτως, αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι τυγχάνει περιστασιακός χρήστης, δεδομένου ότι για τη πληρότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, θα έπρεπε ο αναιρεσείων, να διαλάβει τα αναγκαία για τη βασιμότητα του ισχυρισμού του στοιχεία, όπως ότι τις εν λόγω ναρκωτικές ουσίες, κατείχε για πρώτη φορά και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός προέβη στη χρήση τους. Όσον δε αφορά την υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι, όχι μόνο η συνεδρίαση του δικαστηρίου έγινε δημόσια, αλλά και η σχετική απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια, χωρίς να έχει μεσολαβήσει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της επ' ακροατηρίου διαδικασίας το κλείσιμο των θυρών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ', Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., και τους επ' αυτής από 27-4-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 5483/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστική χρήση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αόριστος ο ισχυρισμός περί περιστασιακής χρήσης. Απορρίπτει αναίρεση και πρόσθετους λόγους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1720/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 277/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1751/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 531/18.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησιν του καταδικασθέντος Χ1, κρατουμένου εις το Κατάστημα Κρατήσεως ..., περί α) επαναλήψεως της διαδικασίας, σχετικώς με την υπ'αριθμ. 277/2005 αμετάκλητον απόφασιν του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και β) αναστολής εκτελέσεως της εκτιομένης υπ'αυτού ποινής και εκθέτομεν τα εξής:
Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι'αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος διά πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον εις τας τέσσαρας περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς εις την διάταξιν αυτήν. Κατά την δευτέραν από τας περιπτώσεις αυτάς, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστικήν καταδίκην τινος, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικασάντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, αι οποίαι μόναι ή εν συνδυασμώ προς τας πρότερον προσκομισθείσας, καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου, το οποίον πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά την διάταξιν αυτήν είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησις ή τροποποίησις ή συμπλήρωσις μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οιαιδήποτε άλλαι αποδείξεις, αι οποίοι δεν υπεβλήθησαν εις το δικαστήριον που εδίκασε και ήσαν άγνωστοι εις τους δικαστάς, εφ'όσον αυταί εκτιμώμεναι μόναι των ή εν συνδυασμώ με αυτάς που είχον προσκομισθή, καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου που ετέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστικήν απόφασιν, αλλ'αντιθέτως ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα διά των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβον υπ'όψιν των οι δικασταί που εξέδωσαν την απόφασιν, διότι η αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικον μέσον, αλλ'έκτακτον διαδικασίαν (Α.Π 1490/2006 Ποιν Χρ ΝΖ' σελ. 701 κ.ά.). Περαιτέρω κατά την τρίτην εκ των περιπτώσεων αυτών, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης, εάν ήθελε βεβαιωθή, ότι έσχον ουσιώδη επιρροήν εις την καταδίκην του κατηγορουμένου, εκτός άλλων, ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Κατά την παρ. 2, θα πρέπη εις την ανωτέρω περίπτωσιν η αξιόποινος πράξις της ψευδορκίας να είναι αποδεδειγμένη δι'αμετακλήτου αποφάσεως, εκτός αν δεν απηγγέλθη τοιαύτη ένεκα νομίμων λόγων κωλυόντων την κατ'ουσίαν εκδίκασιν της υποθέσεως ή αναστειλάντων την ποινικήν δίωξιν (Α.Π. 2073/2002 Ποιν Δικ 2003 σελ. 470 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο αιτών διά της από 29 οκτωβρίου 2008 αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψιν της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η καταδικαστική εις βάρος του διά το κακούργημα της καλλιεργείας ινδικής καννάβεως κατά συναυτουργίαν υπ'αριθμ. 277/2005 απόφασις του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, διά της οποίας επεβλήθη εις αυτόν ποινή καθείρξεως 14 ετών, την οποίαν εκτίει εντός της φυλακής, ως και χρηματική ποινή 70.000 ευρώ. Η απόφασις αυτή κατέστη αμετάκλητος, αφού η κατ'αυτής αναίρεσίς του απερρίφθη διά της υπ'αριθμ. 1166/2006 αποφάσεως του υμετέρου Δικαστηρίου. Το ανωτέρω δικαστήριον επεστήριξε την κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος την επανάληψιν της διαδικασίας, εκτός άλλων αποδεικτικών στοιχείων και εις τας μαρτυρικάς καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιόν του αστυνομικών υπαλλήλων Υ1, Υ2, Υ3, Υ4, Υ5 και Υ6. Οι ανωτέρω αστυνομικοί υπάλληλοι, πλην του Υ4, κατέθεσαν, όπως και πρωτοδίκως, ότι ο Σ1 συναυτουργός εις την ανωτέρω αξιόποινον πράξιν, τόσον κατά την σύλληψίν του, όσον και κατά την μεταφοράν του εις τον τόπον της φυτείας, ανέφερεν αυθορμήτως εις αυτούς, ότι εκαλλιέργει την φυτείαν της ινδικής καννάβεως δια λογαριασμόν του αιτούντος Χ1, εργοδότου του. Εξ άλλου ο αστυνομικός Υ4 κατέθεσεν, όπως και πρωτοδίκως, ότι είχον περιέλθει εις αυτόν τηλεφωνικώς πληροφορίαι, ότι η επίμαχος φυτεία δενδρυλλίων ινδικής καννάβεως εκαλλιεργείτο υπό δύο Αλβανών διά λογαριασμόν του Χ1 και περαιτέρω, ότι επληροφορήθη παρά των ως άνω συναδέλφων του όσα ο Σ1 ανέφερεν εις αυτούς, περί της αναμίξεως του αιτούντος εις την προαναφερθείσαν αξιόποινον πράξιν. Ο ανωτέρω Σ1 κατά την απολογίαν του ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, όπως άλλωστε και πρωτοδίκως, ηρνήθη κατηγορηματικώς, διαψεύσας τους αστυνομικούς υπαλλήλους, ότι είχε κάνει οιανδήποτε αναφοράν εις αυτούς, τόσον περί της ιδικής του αναμίξεως εις την επίμαχον φυτείαν, όσον και περί της αναμίξεως εις αυτήν του αιτούντος.
Ήδη υπό του αιτούντος προσκομίζεται ως νέον αποδεικτικόν στοιχείον η από 26 Μαΐου 2008 υπεύθυνος δήλωσις του Σ1, εις την οποίαν αυτός αναφέρει "δηλώνω για άλλη μία φορά ότι: Τα όσα ισχυρίζονται οι Αστυνομικοί κατά την σύλληψη μου, όπως αναφέρονται προφορικώς, ότι εγώ αποκάλυψα την συμμετοχή του Χ1 για την χασισοφυτεία, ψεύδονται ασύστολα, διότι τόσο στην απολογία μου ενώπιον της Ανακρίτριας στις 22 Οκτωβρίου 2003, όσο και στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου στις 13 Ιανουαρίου 2005, όσο και στο Εφετείο στις 30 Ιουνίου 2005, σε κανένα σημείο μου δεν αναφέρομαι για την συμμετοχή του Χ1....". Το ανωτέρω όμως αποδεικτικόν στοιχείον δεν ήτο άγνωστον εις τους δικάσαντας δικαστάς αφού, ως προελέχθη, είχε τεθή υπ'όψιν των κατά την απολογίαν του Σ1 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και εξετιμήθη υπό τούτων μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω προσκομίζονται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία αι από 30/7/2008 εγκλήσεις του αιτούντος κατά των ανωτέρω αστυνομικών υπαλλήλων επί ψευδορκία μάρτυρος, σχετικώς με τας προαναφερθείσας καταθέσεις των ενώπιον του ειρημένου δικαστηρίου και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως και η υπό την αυτήν ημερομηνίαν έγκλησίς του κατά του Φ1 διά την αυτήν αξιόποινον πράξιν, αναφορικώς με την κατάθεσιν τούτου ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου. Δεν προσκομίζεται όμως και αμετάκλητος καταδικαστική απόφασις διά ψευδορκίαν μάρτυρος, σχετικώς με τας προαναφερθείσας μαρτυρικάς καταθέσεις των ανωτέρω προσώπων. Εν όψει τούτων καθίσταται σαφές, ότι η ανωτέρω αίτησις είναι αβάσιμος. Πέραν αυτού πρέπει να λεχθή, ότι ομοία αίτησις του αιτούντος, επιστηριζομένη εις άλλον λόγον, απερρίφθη διά της υπ'αριθμ. 1477/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου υμών. Επομένως η προαναφερθείσα αίτησις πρέπει να απορριφθή ως αβάσιμος και συνακολούθως να απορριφθή και η αίτησις αναστολής εκτελέσως της εκτιομένης ποινής, κατά το άρθρον 529 Κ.Π.Δ., αφού η ικανοποίησίς της προϋποθέτει την βασιμότητα της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας (Α.Π. 1938/2007, Π Λογ 2007 σελ. 1407 κ.ά.).
Επειδή κατ' ακολουθίαν των εκτεθέντων, πρέπει κατά τα άρθρα 525 παρ. 1 και 2, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1, 529 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι αι υπό κρίσιν αιτήσεις και να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθούν α) η από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησις του Χ1, κρατουμένου εις το Κατάστημα Κρατήσεως ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, διά της υπ'αριθμ. 277/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και β) η υπό την αυτήν ημερομηνίαν αίτησίς του περί αναστολής εκτελέσεως της εκτιομένης υπ'αυτού ποινής.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αθήνα 10 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του καταδικασθέντος Χ1 κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... περί: α) επαναλήψεως της διαδικασίας σχετικής με την υπ' αριθμ. 277/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και β) αναστολής εκτελέσεως της εκτιομένης επ' αυτού ποινής. Η αίτηση αυτή φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστικού τούτου συμβουλίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετ' αναβολή, με αίτημα της πληρεξουσίας δικηγόρου του αιτούντος Βασιλικής Πανοπούλου από τη δικάσιμο της 4-2-2009 (βλ. την υπ' αριθμ. 323/2009 απόφαση του Δικαστικού τούτου Συμβουλίου) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην του αιτούντος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου παρότι νόμιμα κλητεύθηκε εκ νέου προς τούτο, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικού επίδοσης του υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης....
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη αυτή. Κατά τη δεύτερη από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, δύνανται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκληση ή τροποποίηση ή συμπλήρωση μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οποιεσδήποτε άλλες αποδείξεις, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που δίκασε και ήταν άγνωστες στους δικαστές, εφόσον αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανόν, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν γνωστά στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Εξάλλου δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ' αμετάκλητης απόφασης και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την τρίτη από τις περιπτώσεις αυτές η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης, εάν ήθελε βεβαιωθεί ότι είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, εκτός άλλων, ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου θα πρέπει την ανωτέρω περίπτωση η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας να είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη απόφαση, εκτός αν δεν απαγγέλθηκε τοιαύτη ένεκα νομίμων λόγων που κωλύουν την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών με την από 29-10-2008 αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική σε βάρος του για το κακούργημα της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης κατά συναυτουργία, υπ' αριθμ. 277/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης 14 ετών, την οποία εκτίει εντός της φυλακής, ως και χρηματική ποινή 70.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1166/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το παραπάνω Δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας, εκτός άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και στις μαρτυρικές καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του αστυνομικού υπαλλήλου Υ1, Υ2, Υ3, Υ4, Υ5 και Υ6. Οι ανωτέρω αστυνομικοί υπάλληλοι, πλην του Υ4, κατέθεσαν, όπως και πρωτοδίκως, ότι ο Σ1, συναυτουργός στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο αιτών, τόσο κατά τη σύλληψή του, όσο και κατά τη μεταφορά του στον τόπο της φυτείας, ανέφερε αυθορμήτως σε αυτούς, ότι καλλιεργούσε τη φυτεία της ινδικής κάνναβης για λογαριασμό του αιτούντος Χ1, εργοδότη του. Εξάλλου, ο αστυνομικός Υ4 κατέθεσε, όπως και πρωτοδίκως, ότι είχαν περιέλθει σ' αυτόν τηλεφωνικώς πληροφορίες, ότι επίμαχη φυτεία δενδρυλλίου ινδικής κάνναβης, καλλιεργείτο από δύο Αλβανούς για λογαριασμό του Χ1 και περαιτέρω ότι πληροφορήθηκε από τους ως άνω συναδέλφους του όσα ο Σ1 ανέφερε σ' αυτούς, δηλαδή για την ανάμιξη του αιτούντος στην προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη. Ο ανωτέρω Σ1 κατά την απολογία του ενώπιον του δευτεροβάθμιου ως άνω δικαστηρίου, όπως άλλωστε και πρωτοδίκως, για δικούς του λόγους, αρνήθηκε κατηγορηματικώς, διαψεύσας τους αστυνομικούς υπαλλήλους, ότι είχε κάνει οιανδήποτε αναφορά σ' αυτούς, τόσο για τη δική του ανάμιξη στην επίμαχη φυτεία όσο και για την ανάμιξη σ' αυτήν του αιτούντος. Ηδη ο αιτών προσκομίζει ως νέο αποδεικτικό στοιχείο την από 26-5-2008 υπεύθυνη δήλωση του Σ1, στην οποία αυτός αναφέρει "δηλώνω για άλλη μια φορά στις τα όσα ισχυρίζονται οι Αστυνομικοί κατά την σύλληψή μου, όπως αναφέρονται προφορικώς, ότι εγώ αποκάλυψα τη συμμετοχή του Χ1 για την χασισοφυτεία, ψεύδονται ασύστολα, διότι τόσο την απολογία μου ενώπιον της Ανακρίτριας στις 22 Οκτωβρίου 2003, όσο και στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου στις 13 Ιανουαρίου 2005, όσο και στο Εφετείο στις 30 Ιουνίου 2005, σε κανένα σημείο μου δεν αναφέρομαι για την συμμετοχή του Χ1... ". Το ανωτέρω όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν ήταν άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν, αφού, ως προελέχθηκε, είχε τεθεί υπόψη τους κατά την απολογία του Σ1 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και εκτιμήθηκε από αυτούς μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου προσκομίζονται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία οι επί 30-7-2008 εγκλήσεις του αιτούντος κατά των ανωτέρω αστυνομικών υπαλλήλων για ψευδορκία μάρτυρα, σχετικώς με τις προαναφερθείσες καταθέσεις τους ενώπιον των προμνημονευομένων ποινικών δικαστηρίων (πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου), όπως και η υπό την αυτή ημερομηνία έγκληση του κατά του Φ1 για την αυτή αξιόποινη πράξη, αναφορικώς με την κατάθεση τούτου ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου. Δεν προσκομίζεται όμως και αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα, σχετικώς με τις προαναφερθείσες μαρτυρικές καταθέσεις των ανωτέρω προσώπων. Κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμη. Πρέπει να επισημανθεί ότι όμοια αίτηση του αιτούντος, στηριζόμενη σε άλλο λόγο απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1477/2007 απόφαση του Συμβουλίου τούτου. Συνακόλουθα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως προς το κύριο αίτημα της επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη, να απορριφθεί δε μετά ταύτα και η παραδεκτά και νόμιμα υποβαλλόμενη αίτηση ανατολής εκτελέσεως της εκτιομένης από τον αιτούντα ποινής, κατ' άρθρο 529 ΚΠΔ, αφού η ουσιαστική παραδοχή της προϋποθέτει τη βασιμότητα της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. Τέλος, λόγω της απόρριψης της κρινόμενης αίτησης, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ...., για επανάληψη προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτου περατωθείσης ποινικής διαδικασίας με την υπ' αριθμ. 277/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και β) την υπό την αυτήν ως άνω ημερομηνία αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης της εκτιομένης από αυτόν ποινής. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Παραδεκτό αίτησης. Απόρριψης σχετικής αίτησης λόγω μη προσκόμισης νέων αποδεικτικών στοιχείων.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1719/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Παπαδοπούλου, περί αναιρέσεως της 38791/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 193/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα των από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αντιστοίχως, πρέπει: 1) στην πρώτη περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001) και 2) στη δεύτερη περίπτωση, να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση της, σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους να περιέχει λόγους ασαφείς και αόριστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-12-2008 και υπ' αριθ. έκθεσης 132/2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 38791/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ερήμην της, την από 22-11-2007 εμπρόθεσμη έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 24804/2006 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το μεν έπαυσε οριστική την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για την μη έγκυρη πληρωμή εργοδοτικού και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από το χρόνο καταβολής του Ε/Α 1999 έως και τον Μάρτιο του έτους 2000 το δε απέρριψε ως ανυποστήρικτη την ίδια έφεση για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής από την κατηγορουμένη των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που όφειλε στο ΙΚΑ και αφορούσαν μήνα το χρονικό διάστημα του μηνός Απριλίου του έτους 2000. Στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά: "Ασκεί αναίρεση... για τους παρακάτω λόγους, για νομική πλημμελή εκτίμηση λόγω απουσίας και μη υποστήριξης της εφέσεως της για λόγους ανωτέρας βίας, ήτοι απεργία δικαστικών υπαλλήλων και δικηγόρων".
Με το περιεχόμενο αυτό, η ως άνω αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο, αφού δεν αναφέρει σε τι συνίστανται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης κ.λ.π.), ούτε διαλαμβάνει περιστατικά σας ή και ορισμένα που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για υπέρβαση εξουσίας, κατά το μέρος που το Δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση του ως ανυποστήρικτη. Εξάλλου ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως στο μέρος που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, κατά τα προεκτιθέμενα. Τέλος, η αναιρεσείουσα, λόγω της απόρριψης της αιτήσεως της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38791/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως μη περιέχουσας κάποιο ορισμένο λόγο.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1718/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικολάου Ζαΐρη, Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Ιωάννου, για αναίρεση της 1976/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1539/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο όφελος, είναι σε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, επιπλέον, κατά την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/18996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση τη παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Η διάταξη δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικότερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς πράξεις απάτης που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν το αντικείμενο των μερικότερων πράξεων υπολείπεται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως τους (Ολ. ΑΠ 5/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1976/2008 αποφάσεώς του, το οποίο ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είχε ιδρύσει εταιρεία με τον τίτλο GOLDEN FLASH SUGGESTIONS και την επωνυμία "Χ - ΑΑ ΟΕ" με έδρα την ... και σκοπό την αγορά και πώληση ειδών χρυσοχοΐας και αργυροποιΐας. Κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιουλίου 1989 έως 2-10-1989 κατέστρωσε λεπτομερώς και καλά μελετημένο σχέδιο το οποίο στη συνέχεια εκτέλεσε, προκειμένου να εξαπατήσει τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν στον τομέα της εξαγωγικής του δραστηριότητας. Σκοπός του ήταν η παράνομη είσπραξη από τις τράπεζες εξαγωγικών πριμ για δήθεν κοσμημάτων. Για το σκοπό αυτό κατάρτισε πλαστά τελωνειακά έγγραφα, που αποδείκνυαν την πραγματοποίηση μεγάλων εξαγωγών κοσμημάτων και παράλληλα πλαστές δηλώσεις εισαγομένων μετρητών και αξιών με τις οποίες θα αποδείκνυε την εισαγωγή ποσών συναλλάγματος αντίστοιχων προς το ύψος των εικονικών συναλλαγών εξαγωγών. Στην συνέχεια, χρησιμοποιώντας τα πλαστά δηλωτικά εισαγωγής συναλλάγματος εφοδιάζονταν με βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος, τις οποίες ακολούθως δραχμοποιούσε αυξάνοντας κατά πολύ τα αναγραφόμενα σ' αυτά ποσά. Ακολούθως προσκόμιζε όλα αυτά τα πλαστά και νοθευμένα δικαιολογητικά στις Τράπεζες και παραπλανώντας τους υπαλλήλους σχετικά με τις εξαγωγές που είχαν πραγματοποιηθεί και το συνάλλαγμα που είχε εισαχθεί, κατόρθωσε να εισπράξει παράνομα μεγάλα ποσά με την μορφή εξαγωγικών πριμ. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε τα παρακάτω πλαστά έγραφα: α)..., ..., ..., ..., ..., ... πλαστές δηλώσεις εισαγομένων μετρητών και αξιών του Γραφείου συναλλάγματος του τμήματος Ασφάλειας του Αερολιμένος Αθηνών, β)... και ... "δηλώσεις - τιμολόγια εξαγωγής" (ΔΤΕ) της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας και της Τράπεζας Αττικής αντιστοίχως και τα συναφή με αρ. Δ1 και Δ4/89 τιμολόγια της ΟΕ "Χ-ΑΑ" που ήταν συνημμένα στην αριθμ. ... διασάφηση του Ι' Τελωνείου Αερολιμένα Αθηνών, γ)τα με αριθμ. ..., ..., ... και ... δηλώσεις τιμολογίων εξαγωγής της Τράπεζας Αττικής και δ)όλα τα άλλα έγγραφα που λεπτομερώς προσδιορίζονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής. Τα πλαστά αυτά έγγραφα προσκόμισε στους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών Εθνικής Εργασίας και Αττικής στους οποίους παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι είχε πραγματοποιήσει Εξαγωγές κοσμημάτων στις Η.Π.Α και τον Καναδά και ότι είχε εισαχθεί στην Ελλάδα το αντίστοιχο συνάλλαγμα, όπως ειδικότερα αναγραφόταν στα παραπάνω έγγραφα, αν και εγνώριζε ότι ουδέποτε είχαν πραγματοποιηθεί οι εξαγωγές αυτές και οι αντίστοιχες εισαγωγές συναλλάγματος και έτσι έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών και του κατέβαλαν κατά το διάστημα που προαναφέρθηκε οι Τράπεζες τους ως εξαγωγικό πριμ τα παρακάτω ποσά και ειδικότερα: 1 ) η Εθνική τράπεζα το ποσό των 5.902.077 δρχ. 2) η Τράπεζα Εργασίας το ποσό των 2.030.424 δρχ. και 3) η Τράπεζα Αττικής το ποσό των 5.456.828 δρχ. συνολικά, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι παραπάνω Τράπεζες κατά τα ποσά αυτά που κατέβαλαν αχρεωστήτως και να ωφεληθεί αντιστοίχως παράνομα ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν είχε νόμιμη απαίτηση για την είσπραξή τους. Τα ποσά αυτά δεν θα του κατέβαλαν εάν γνώριζαν οι υπάλληλοί τους ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προβεί στις παραπάνω εισαγωγές συναλλάγματος και εξαγωγές κοσμημάτων. Η ζημία που υπέστησαν οι παραπάνω τράπεζες είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. συνολικά. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος μετέρχεται την απάτη κατ' επάγγελμα γιατί από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αλλά και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε είχε καταστρώσει και εκτέλεσε οργανωμένο σχέδιο (κατάρτιση πλήθους πλαστών εγγράφων και επανειλημμένη χρήση αυτών) για την παραπλάνηση υπαλλήλων διαφορετικών τραπεζών και την επίτευξη κέρδους την πράξη αυτή ετέλεσε και από συνήθεια γιατί από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Να σημειωθεί ότι κατά την κατάστρωση και εκτέλεση του σχεδίου που προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος απέβλεψε στην κτήση συνολικού κέρδους μεγαλύτερου των 5.000.000 δρχ. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του που τον εκπροσώπησε στο Δικαστήριο συνομολόγησε τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν και αμφισβήτησε μόνο τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως. Σαφώς συνομολόγησε την κατάρτιση, τη νόθευση και τη χρήση των παραπάνω εγγράφων. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο κατηγορούμενος φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος αφού ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το παραπάνω όφελος δε που αποκόμισε στο οποίο και απέβλεψε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.999 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκαν αντίστοιχα οι Τράπεζες, Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και πρωτόδικα, να απορριφθεί δε η ένστασή του που αναφέρεται στην παραγραφή της πράξεως. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και το αίτημά του που αναφέρεται στην ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 § 2 ε' ΠΚ και τούτο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι μετά την τέλεση της πράξεως και για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε καλά, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το δελτίο ποινικού του Μητρώου, από το έτος 1989 δηλαδή μετά την τέλεση της παραπάνω πράξεως επανειλημμένα (τουλάχιστον τριάντα φορές) έχει καταδικαστεί για διάφορες πράξεις (έκδοση ακάλυπτων επιταγών, παραβάσεις ΚΟΚ, μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών, ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία, υπεξαίρεση, κλοπή, απάτη, πλαστογραφία, υπεξαγωγή εγγράφων κλπ). Πρέπει να σημειωθεί ότι το δελτίο ποιν. μητρώου αναγνώστηκε μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάσει τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτ5ε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά το νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι οι πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων είχαν κακουργηματική μορφή ως από το χρόνο της τέλεσης τους πριν την τροποποίηση του άρθρου 386 παρ. 3 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 (από Ιούλιο του 1989 έως 2-10-1989) και της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής τους, από τον αναιρεσείοντα και συνακόλουθα ορθά απέρριψε την ένσταση παραγραφής που αυτός πρότεινε ισχυριζόμενος ότι η ως άνω πράξη είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το ίδιο ως άνω Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ (βλ. 204 σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Η λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της θετικής υπέρβασης της εξουσίας με το να προχωρήσει στην καταδικαστική κρίση για τον αναιρεσείοντα και όχι να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' αυτού λόγω παραγραφής της αξιόποινης πράξης που τέλεσε αυτός πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1976/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική. Επάρκεια αιτιολογίας απόφασης, Ορθή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Όχι υπέρβαση εξουσίας (εξέταση παραγραφής). Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για τους ως άνω τρεις λόγους καταδικαστικής απόφασης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 1.717/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ.6320/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τo άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του αν. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ,Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του αν. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτόν εργαζόμενους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που τελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ ίου άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερομένων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών και αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται νια προσωπική ατομική ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση του κατηγορουμένου στην τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού ως εργοδότη. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ.6320/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά τηνανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, διότι στον ..., την 20-8-2002 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε, και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... υποκ/μα ΙΚΑ ... , είδος επιχείρησης ΝΑΥΠΗΓΕΙΟ και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 9/2000 έως 12/01 + ΔΧ στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 113.124,04 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επομένου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για. τον Ειδικό Λογ/σμο Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 75.416 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 37.708 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής. Το Δικαστήριο δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή κινούμενος από μη ταπεινά αίτια, επομένως αναγνωρίζει υπέρ αυτού την ελαφρυντική περίσταση β' του αρθρ. 84 παρ. 2 Π.Κ.". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στον ..., την 20-8-2002 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε. και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... υποκ/μα ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης ΝΑΥΠΗΓΕΙΟ και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 9/2000 έως 12/01 + ΔΧ στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 113.124,04 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον Ειδικό Λογ/σμο Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 75.416 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 37.708 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Το Δικαστήριο δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή κινούμενος από μη ταπεινά αίτια, επομένως αναγνωρίζει υπέρ αυτού την ελαφρυντική περίσταση β' του αρθρ. 84 παρ. 2 Π.Κ. Αναγνωρίζει υπέρ του κατηγορουμένου την ελαφρυντική περίσταση β' του αρθρ. 84 παρ. 2 Π.Κ.".
Μετά από αυτά, επέβαλε στον κατηγορούμενο, συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Δεν αναφέρει όμως στην αιτιολογία, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, αλλά αναφέρεται μόνο ότι αυτός ήταν εργοδότης. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε τo δικαστήριο της ουσίας, εκ της οποίας δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωση του, για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητα του ως εργοδότη, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα και για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ λόγο και ειδικότερα, για εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων ως προς τις παραδοχές για το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Και τούτο, διότι ενώ στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι χρόνος απασχολήσεως των εργαζομένων ήταν το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο 2000 έως το μήνα Δεκέμβριο 2001 και, ως εκ τούτου, χρόνος τελέσεως θα πρέπει να ήταν το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο 2000 έως το μήνα Μάρτιο 2001, το Δικαστήριο εντελώς αντιφατικά και χωρίς οποιαδήποτε σκέψη και ειδικότερη αιτιολογία, δέχεται στο διατακτικό αλλά και το σκεπτικό ότι η πράξη τελέστηκε στις 20.8.2002.
Επομένως, είναι βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή και αυτού, χωρίς έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που παρέλκει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη ΒΤ.6320/2008 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, νια νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής από τον εργοδότη εργατικών και εργοδοτικών εισφορών απασχοληθέντων. Εργοδότης ανώνυμη εταιρία. Δεν καθορίζεται η σχέση η οποία υπάρχει ανάμεσα στον κατηγορούμενο, εργοδότη φερόμενο στην απόφαση, και στην εταιρία. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Εξέταση αυτεπαγγέλτως των περί παραγραφής της οφειλής διατάξεων για εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής διατάξεων. Αναιρεί και για αυτό το λόγο. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
Αριθμός 1716/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα, περί αναιρέσεως της 129/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 778/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8.5.2009 δήλωση - αίτηση του ...για αναίρεση της υπ' αριθ. 129/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτησή της με την παρουσία μόνο του αναιρεσείοντος, αν και ο πολιτικώς ενάγων είχε κλητευθεί νόμιμα προς τούτο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ). Από την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικά δε, όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που αποτελεί αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας, απαιτείται πράξη την οποία επιχειρεί ο δράστης με τον δόλο τελέσεως ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συναφείας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Ειδικότερα για το έγκλημα της απάτης, απόπειρα υπάρχει από τη στιγμή που αρχίζει η επενέργεια στις παραστάσεις ενός άλλου. Περιλαμβάνει όμως και πράξεις που σχετίζονται με την επενέργεια αυτή, δηλαδή εκείνες που αν συνεχισθούν χωρίς απρόοπτα εμπόδια, θα καταλήξουν σε πραγματοποίηση της αντικειμενικής υπόστασης. Εξάλλου, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που διώξει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους. Η απάτη επί Δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή των πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν όμως, παρά ταύτα, το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση υπέρ του αντιδίκου του ή δεν εκδίδει οριστική αλλά προδικαστική απόφαση, ή δεν εκδίδει οποιαδήποτε απόφαση λόγω κάποιας μεταγενέστερης ενέργειας, ως είναι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ή δήλωσής του να μη εκδοθεί απόφαση επί αιτήσεώς του, πραγματώνεται το έγκλημα της απόπειρας απάτης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του ΠΚ, η απόπειρα μένει ατιμώρητη, αν ο δράστης άρχισε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά δεν την ολοκλήρωσε από δική του βούληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, όταν η απόπειρα είναι μη πεπερασμένη, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις η προς το εγκληματικό αποτέλεσμα κατευθυνόμενη ενέργεια του δράστη άρχισε μεν, αλλά δεν ολοκληρώθηκε, και ως εκ τούτου δεν επήλθε το αποτέλεσμα, αν ο δράστης με δική του θέληση και όχι από εμπόδια εξωτερικά απόσχει από την προς εκτέλεση του εγκλήματος απαιτούμενη περαιτέρω ενέργειά του, η απόπειρα είναι ατιμώρητη.
Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για σύννομη υπέρβαση των ορίων της άμυνας, περί καταστάσεως ανάγκης και περί υπαναχώρησης (άρθρα 23, 25 και 44 του ΠΚ), η για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 129/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος είχε μία αφανή εταιρεία με τον μηνυτή ..., με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία Βιταμινών Ζωοτροφών. Στις 9.9.2001, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση με την οποία, εν γνώσει του ψεύδους, ισχυρίσθηκε ότι την 15.5.2001 άγνωστοι δράστες έκλεψαν τον χαρτοφύλακά του μέσα από το σταθμευμένο αυτοκίνητό του, που περιείχε τις ακόλουθες επιταγές των οποίων ήταν κομιστής: α) τις με αριθμούς ... και ... επιταγές, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα, με ημερομηνία αμφότερες 30.8.2001 και με ποσό 560.000 και 1.863.000 δρχ., αντίστοιχα, και β) την με αριθμό ... επιταγή, πληρωτέα στην Eurobank, 1.000.000 δρχ. και με ημερομηνία 29.8.2001, και ζήτησε την έκδοση προσωρινής διάταξης, με την οποία να απαγορεύεται οποιαδήποτε νομική και πραγματική μεταβολή των πραγμάτων μέχρι να συζητηθούν οι αιτήσεις του (κατηγορουμένου) για την κήρυξη των ως άνω επιταγών ως ανισχύρων. Η αλήθεια όμως ήταν ότι, περί τα τέλη Ιουνίου 2001, τις προαναφερθείσες επιταγές είχε παραδώσει (μεταβιβάσει) με οπισθογράφηση στον μηνυτή και με την παραπάνω αίτησή του για προσωρινή διαταγή ήθελε να βλάψει τον μηνυτή, διότι σκόπευε να εμποδίσει τον τελευταίο να επιδιώξει την είσπραξη των επιταγών και, σε περίπτωση αδυναμίας είσπραξής τους, την έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος του. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του, ο κατηγορούμενος έπεισε τον Δικαστή και ο τελευταίος εξέδωσε την με ημερομηνία 3.9.2001 προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά κάθε νομική και πραγματική μεταβολή των πραγμάτων μέχρι τη συζήτηση της αίτησής του (κατηγορουμένου) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για κήρυξη των εν λόγω επιταγών ως δήθεν ανισχύρων. Κατά το διάστημα αυτό, ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε, με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή, τα ποσά των επιταγών, τα οποία απέφυγε να πληρώσει και ο μηνυτής να εισπράξει. Στις 3.9.2001, ο κατηγορούμενος κατέθεσε την από 28.8.2001 αίτησή του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, προκειμένου να κηρυχθούν οι επίμαχες επιταγές ανίσχυρες. Στο κείμενο της αίτησης αυτός επανέλαβε τους ψευδείς ως άνω ισχυρισμούς περί δήθεν κλοπής των επιταγών, ενώ η μόνη αλήθεια ήταν ότι τις είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον μηνυτή. Την 1.2.2002, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο Δικαστήριο, που δίκασε την ως άνω 28.8.2001 αίτησή του κατά τη δικάσιμο της 31.1.2002, την από 1.2.2002 δήλωσή του, με την οποία δήλωνε ότι δεν επιθυμεί την έκδοση απόφασης. Στη δήλωσή του αυτή προέβη, όχι από δική του θέληση, αλλά γιατί την τελευταία στιγμή διείδε τον κίνδυνο από τον μηνυτή να καταμηνυθεί για απάτη στο δικαστήριο. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτείται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αποδιδομένων στον κατηγορούμενο εγκλημάτων τόσο της τετελεσμένης απάτης στο δικαστήριο - εξάλλου και ο ίδιος ομολογεί ότι δεν έγινε διάρρηξη του αυτοκινήτου του, ούτε η κλοπή των επιταγών, τις οποίες κατείχε νομίμως ο μηνυτής - όσο και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί υπαναχώρησης από την απόπειρα και εφαρμογής της ποινικής μεταχείρισης του άρθρου 44 παρ. 1 και 2 του ΠΚ. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η υπαναχώρηση ήταν αποτέλεσμα δικής του θέλησης, αλλά αντίθετα οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες και δη στον κίνδυνο να καταμηνυθεί από τον μηνυτή. Η παραπάνω δε δήλωση προς το δικαστήριο περί ματαιώσεως της δίκης, ουδόλως αποτελεί έμπρακτη μετάνοια του κατηγορουμένου, αλλά συνιστά αυτή και μόνο μία δικονομική ενέργεια. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένων συγχρόνως των αυτοτελών ισχυρισμών του, μεταξύ των οποίων και της αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' και δ' του ΠΚ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις δύο (2) καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και αυτήν του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα, ως προς τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί εφαρμογής του άρθρου 44 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό και επομένως η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη' β) ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του περί εφαρμογής των άρθρων 23 και 25 του ΠΚ. Οι ισχυρισμοί του αυτοί, όπως προβλήθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας (βλ. σελ. 5 και 6 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης) δεν ήταν ορισμένοι και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει επ' αυτών και ειδικότερα να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψη αυτών, με την παραδοχή δε της υποκειμενικής υπόστασης (του δόλου) στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για την τέλεση της τετελεσμένης απάτης και της απόπειρας αυτής προκύπτει ότι δεν δέχθηκε οιονδήποτε ισχυρισμό περί άρσης του αδίκου των πράξεων του αυτών. Γι' αυτό, η σχετική αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος' και γ) Τέλος, το Δικαστήριο της ουσίας ως εκ περισσού απήντησε περί της μη συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β και δ του ΠΚ, απορρίπτοντας τους επικουρικώς φερομένους ως αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, αφού αυτοί, με μόνη την αναφορά της διάταξης του νόμου (βλ. σελ. 7 της προσβαλλόμενης απόφασης), ήταν αόριστοι και εντεύθεν ήταν όχι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, ως έχει προαναφερθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ερμηνείας και εφαρμογής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 129/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη και απόπειρα απάτης επί Δικαστηρίου. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη ισχυρισμών περί υπαναχώρησης, περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων και περί εφαρμογής των άρθρων 23 και 25 ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα.
| 0
|
Αριθμός 1712/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποιν. Τμήμα Διακοπών - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 και 23 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1, υπηκόου Κολομβίας, κρατουμένου στη Δικαστικές Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λιτζέρη, κατά της υπ' αριθμ. 51/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 51/2009 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Κολομβίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 492 και ημερομηνία 16.6.09 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, ...
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο ο οποίος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, την πληρεξούσια δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Κολομβίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 16-6-2009 έφεση κατά της με αριθμό 51/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αρχές της Κολομβίας του εκζητούμενου - εκκαλούντος υπηκόου της Κολομβίας, που διώκεται με το 2276/29-4-2009 ένταλμα σύλληψης του Ογδόου Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινής και Μέτρων Ασφάλειας της Μπογκοτά Κολομβίας, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης είκοσι επτά (27)ετών και τριών (3) μηνών, σύμφωνα με την από 2-9-2008 απόφαση του 39ου Ποινικού Δικαστηρίου του Κύκλου της Μπογκοτά Κολομβίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 13-2-2009 απόφαση του Ανωτάτου Εφετείου της Μπογκοτά Κολομβίας, για τα εγκλήματα της απλής ανθρωποκτονίας και της σεξουαλικής κακοποίησης, με επιβαρυντικά στοιχεία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία (άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ).Το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, λόγω κωλύματος δικηγόρου του, απορρίφθηκε, κατά την αρχική, δημόσια, συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου, αφού αυτός παραστάθηκε με την αναφερόμενη στα πρακτικά δικηγόρο και δεν κρίθηκε αναγκαία η παράσταση και άλλου συνηγόρου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 437,438,443 παρ. 1,448 και 450 του ΚΠΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 436 του ίδιου κώδικα, ρυθμίζουν τους όρους και τη διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, προκύπτουν τα παρακάτω: Η έκδοση αλλοδαπού επιτρέπεται και όταν αυτός κατηγορείται για αξιόποινη πράξη εναντίον της οποίας απειλείται τόσο από τον ελληνικό ποινικό νόμο, όσο και από το νόμο του κράτους που ζητεί την έκδοση στερητική της ελευθερίας ποινή, της οποίας το ανώτατο όριο είναι τα δύο έτη και πάνω, δηλαδή όταν ισχύει στο ύψος αυτό προβλεπόμενης ποινής η αρχή του διπλού αξιοποίνου. Η έκδοση, παρά την ύπαρξη του διπλού αξιοποίνου, απαγορεύεται, αν ο εκζητούμενος ήταν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ημεδαπός, αν η δίωξη και τιμωρία του εγκλήματος που τέλεσε στο εξωτερικό ανήκει σύμφωνα με τους Ελληνικούς νόμους στα Ελληνικά Δικαστήρια, αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου ή διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, αν, κατά τους νόμους είτε του ελληνικού κράτους είτε του κράτους που ζητεί την έκδοση, έχει προκύψει ήδη, πριν από την απόφαση για την έκδοση, νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση. Το αρμόδιο συμβούλιο εφετών, το οποίο συνεδριάζει δημόσια, γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση έκδοσης και αποφαίνεται για την ταυτότητα του συλληφθέντος με τον εκζητούμενο, για την ύπαρξη των απαιτούμενων δικαιολογητικών εγγράφων, για το ζήτημα αν το έγκλημα για το οποίο διώκεται ο εκζητούμενος αλλοδαπός είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και για το αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 438 στοιχ. δ' του ΚΠΔ. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση αίτησης που απευθύνεται προς την Ελλάδα από τη Δημοκρατία της Κολομβίας, ενόψει του ότι τα ζητήματα έκδοσης εγκληματιών μεταξύ Ελλάδας και Κολομβίας δεν ρυθμίζονται από διμερή ή διεθνή σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος και η συνήγορός του προφορικώς και με το, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, έγγραφο υπόμνημά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ... από 26-5-2009 Ρηματική Διακοίνωση της Πρεσβείας της Κολομβίας στη Ρώμη, το ... από 8-5-2009 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Κολομβίας και την 2279 από 7-5-2009 αίτηση του Ογδόου Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινής και Μέτρων Ασφαλείας της Μπογκοτά Κολομβίας, συνοδευόμενη από τα σχετικά έγγραφα, επίσημα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, ζητείται από τις αρχές της Κολομβίας η έκδοση του Κολομβιανού υπηκόου Χ1 ,που γεννήθηκε την ... στη ... της Κολομβίας και κρατείται σε εκτέλεση του με αριθμό 49/2009 εντάλματος συλλήψεως, που εξέδωσε ο Πρόεδρος Εφετών Αθηνών. Ο ανωτέρω εκζητούμενος διώκεται με το 2276 από 29-4-2009 ένταλμα σύλληψης του Ογδόου Δικαστηρίου Εκτέλεσης Ποινής και Μέτρων Ασφαλείας της Μπογκοτά Κολομβίας, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης είκοσι επτά (27) ετών και τριών (3) μηνών, σύμφωνα με την από 2-9-2008 απόφαση του 39ου Ποινικού Δικαστηρίου του Κύκλου της Μπογκοτά Κολομβίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 13-2-2009 απόφαση του Ανωτάτου Εφετείου της Μπογκοτά Κολομβίας, για τα εγκλήματα της απλής ανθρωποκτονίας και της σεξουαλικής κακοποίησης με επιβαρυντικά στοιχεία. Οι ως άνω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 103 και 205 του Ποινικού Κώδικα της Κολομβίας και είναι επίσης αξιόποινες και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρ. 299 παρ.1 και 336 παρ.1 του ΠΚ). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις παραπάνω αποφάσεις οι ως άνω αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν την 5-2-2004 στον βαλτότοπο ...) της συνοικίας ... της τοποθεσίας ...της ...Κολομβίας, σε βάρος της ανήλικης ... το πτώμα της οποίας εμφάνιζε πολλαπλά αιματώματα, εκδορές, και αιμορραγικές κηλίδες που διαπιστώθηκαν από τον ιατροδικαστή, αφού συμπέρανε ότι ο θάνατος είχε προκληθεί από μηχανική ασφυξία, δια στραγγαλισμού και ακόμη παρουσίαζε βίαιη σεξουαλική επίθεση με υπολείμματα σπέρματος στο σώμα της. Μετά από πολλές ανακρίσεις κλήθηκε να καταθέσει ο ήδη εκζητούμενος, ένας εκ των ιδιοκτητών του εμπορικού καταστήματος, ο οποίος έδωσε τη συγκατάθεση του για τη λήψη δειγμάτων προς γενετική ιατροδικαστική εξέταση, κατά την οποία διαπιστώθηκε, εκ μέρους του ειδικού, ότι το δείγμα που του πάρθηκε είναι κατά 319 δισεκατομμύρια φορές πιο πιθανό να προέρχεται απ' αυτόν (Χ1). Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, δεν προέκυψε ότι η έκδοση του παραπάνω ζητείται για πολιτικό, στρατιωτικό ή φορολογικό έγκλημα ή για λόγους πολιτικούς, ούτε ότι πρόκειται αυτός να διωχθεί για πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοση του. Ειδικότερα δεν προέκυψε ότι ο εκζητούμενος διώκεται στη χώρα του για λόγους πολιτικούς, ενόψει και του ότι ουδέποτε υποβλήθηκε εκ μέρους του σχετικός ισχυρισμός κατά τα διάφορα δικαστικά στάδια της δίκης, κατά την οποία του επιβλήθηκε η παραπάνω ποινή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος, παρά το ότι είχε εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα προ πολλού χρόνου, για πρώτη φορά υπέβαλε αίτηση για χορήγηση πολιτικού ασύλου μετά τη σύλληψη του την 29-4-2009 και συγκεκριμένα την 11-5-2009, δια μέσου του Διευθυντή της δικαστικής φυλακής ... γεγονός που αποδυναμώνει εντελώς τον ισχυρισμό του αυτό. Επομένως το αίτημά του για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομίσει στοιχεία για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι διώκεται για την πολιτική του δραστηριότητα, είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου δεν υφίσταται νόμιμος λόγος, που παρεμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και εκείνη του άρθρου 438 στοιχ. δ' του ΚΠΔ. Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και γι αυτό οι αντίθετοι ισχυρισμοί του και η έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν ως κατ ουσία αβάσιμοι, επιβληθούν δε σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την από 16-6-2009 έφεση, κατά της 51/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αρχές της Κολομβίας του εκζητουμένου - εκκαλούντος Χ1 του ... και της ..., Κολομβιανού υπηκόου.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση αλλοδαπού στις Αρχές της Κολομβίας. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1709/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Δημήτριο Τίγγα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 19204/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 736/2009.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μετά την 4/8.7.2009 έκθεση παραίτησής του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ με την αρ. 4/8-7-2009 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου ή Εφετείου Αθηνών από τον ίδιο παραιτήθηκε από την από 5-5-2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών για αναίρεση της 19204/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 5-5-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 19204/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης. Κηρύσσεται απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 1710/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Δημήτριο Τίγγα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Παραστατίδη, περί αναιρέσεως της 915/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 473/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 ΚΠΔ (ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής, ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 παράγραφος 1 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παράγραφος 1 ν. 2145/1993, "Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ' υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Με τις ίδιες ποινές τιμωρούνται οι συμπράττοντες στην ανοικοδόμηση ή κατασκευή υπάλληλοι και εργάτες των προσώπων του προηγουμένου εδαφίου, οι συνεργάτες αυτών και κάθε τρίτος που παρέχει άμεση ή έμμεση συνδρομή πριν ή κατά την ανέγερση του κτίσματος ή της κατασκευής ....". Με το άρθρο δε 1 παρ. 1, 2, 4Α και 5Α του ν. 2801/2000 προβλέπονται τα εξής: "(παράγραφος 1). Ορισμοί. Α. Σταθμός: ένας ή περισσότεροι πομποί ή δέκτες ή συνδυασμός πομπών και δεκτών μετά των πρόσθετων συσκευών, που είναι αναγκαίοι σε ορισμένη θέση για τη διεξαγωγή (διενέργεια) συγκεκριμένης υπηρεσίας ραδιοεπικοινωνίας ή για την υπηρεσία ραδιοαστρονομίας. Κάθε σταθμός χαρακτηρίζεται από το είδος της υπηρεσίας στην οποία συμμετέχει και από το αν είναι μόνιμος ή προσωρινός. Β) Πάρκο κεραιών: Καθορισμένος ειδικός χώρος, όπου επιτρέπεται η δημιουργία και εγκατάσταση κατασκευών κεραιών. Γ) Διαχειριστής πάρκου κεραιών: Ο δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που αναλαμβάνει την οργάνωση και συντήρηση, καθώς και τη γενική εποπτεία του πάρκου κεραιών. Δ) Κατασκευή κεραίας. Το σύστημα των κεραιών εκπομπής και λήψης ραδιοσημάτων μετά των κατασκευών στήριξής τους, εξαρτημάτων και παρελκομένων. Τα παθητικά κάτοπτρα ανάκλασης ραδιοσημάτων θεωρούνται επίσης ως κατασκευές κεραίας. Στο ύψος της κατασκευής κεραίας περιλαμβάνεται και ο φωτισμός ασφαλείας ή και το αλεξικέραυνο. (Παράγραφος 2). Δημιουργία κατασκευών κεραιών στην ξηρά Α) Για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή/και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Από την υποχρέωση αυτήν εξαιρούνται: α) Οι κατασκευές κεραιών των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος. β) Οι κατασκευές κεραιών Υπουργείων, πρεσβειών, διπλωματικών αποστολών και ραδιοερασιτεχνών, οι οποίες περιβάλλονται από κτίρια ή το φυσικό έδαφος ίσου ή μεγαλύτερου ύψους, βρίσκονται στο εσωτερικό πόλης, χωριού ή στρατοπέδου, δεν προκύπτει ότι επηρεάζουν δυσμενώς την ασφάλεια της αεροπλοΐας και εφόσον έχει χορηγηθεί εκχώρηση ή έγκριση ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής ή και λήψης. γ) Οι κατασκευές κεραιών που χρησιμοποιούνται από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας είτε για την αεροναυτική ραδιοπλοήγηση είτε για επικοινωνίες και εφόσον έχει χορηγηθεί εκχώρηση ή έγκριση ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής ή και λήψης. δ) Οι κατασκευές κεραιών σταθμών βάσης ειδικών ραδιοδικτύων, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις παρακάτω προϋποθέσεις: αα) 'Εχουν σε ισχύ άδεια λειτουργίας συμφωνά με τις κείμενες διατάξεις, στην οποία περιλαμβάνεται περιγραφή της κατασκευής κεραίας και εγκαθίσταται στο κτίριο που αναγράφεται στην άδεια. ββ) Το υψηλότερο σημείο της κατασκευής κεραίας δεν εκτείνεται πέραν των έξι (6) μέτρων από τη βάση της. γγ) Η κεραία απέχει σε οριζόντια προβολή τουλάχιστον τέσσερα (4) μέτρα από το περίγραμμα του οικοπέδου. ε) Οι κατασκευές κεραιών σταθμών βάσης CΒ για τις περιπτώσεις που επιτρέπεται, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις παρακάτω προϋποθέσεις: αα) Για τους σταθμούς έχουν εκδοθεί άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. ββ) Το υψηλότερο σημείο της κατασκευής κεραίας δεν εκτείνεται πέραν των έξι (6) μέτρων από τη βάση της. στ) Οι κατασκευές μικρών κεραιών που προορίζονται για χρήση εντός των κτιρίων. ζ) Οι κατασκευές μικρών κεραιών που προορίζονται για χρήση μεταφοράς δεδομένων τοπικής εμβέλειας (π.χ. εντός βιομηχανικών εγκαταστάσεων, γηπέδων, συγκροτημάτων κτιρίων κλπ). η) Οι κατασκευές κεραιών μόνο λήψης εκπομπών που προορίζονται για το ευρύ κοινό. Β) Πριν από νέα κατασκευή κεραίας ή τροποποίηση υφισταμένης κατασκευής, ο κάτοχος του σταθμού πρέπει να μεριμνήσει για την έκδοση της άδειας ή την τροποποίησή της. Σε περίπτωση που την κατασκευή κεραίας χρησιμοποιούν από κοινού δύο ή περισσότεροι φορείς, η αίτηση υποβάλλεται από τον κάτοχο της κατασκευής κεραίας. Γ) Για την έκδοση της άδειας απαιτούνται η εκχώρηση ή έγκριση των ραδιοσυχνοτήτων εκπομπής και λήψης, η συμμόρφωση προς τις διατάξεις σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα και η σύμφωνη γνώμη της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας σχετικά με την ασφάλεια της αεροπλοΐας. Δ) Με αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζεται η μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης που υποβάλλεται για κάθε περίπτωση νέας ή υφιστάμενης κατασκευής, τα στοιχεία και οι όροι που περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στην άδεια, η ακολουθούμενη διαδικασία για την έκδοσή της, τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Μέχρι την έκδοση των αποφάσεων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24Α του ν. 2075/1992 (ΦΕΚ 1 24 Α'). ε) Για την εγκατάσταση σταθμών των εταιρειών που παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στο κοινό, επιτρέπεται, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, η κατασκευή οικίσκου στέγασης μηχανημάτων των σταθμών ραδιοεπικοινωνίας πάνω από το μέγιστο ύψος της περιοχής και μέσα στο ιδεατό στερεό της παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 1577/1985 (ΦΕΚ 210 Α') και δομικών κατασκευών (μεταλλικών πυλώνων, ιστών, δικτυωμάτων κ.λπ.) για την τοποθέτηση κεραιών εκπομπής ή και λήψης ραδιοηλεκτρικών σημάτων πάνω από το μέγιστο ύψος και το ιδεατό στερεό, ..... Για την τοποθέτηση, σύμφωνα με την παράγραφο αυτήν, των σχετικών εγκαταστάσεων, δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής αδείας, αλλά έγκριση που χορηγείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Με την ίδια απόφαση μπορούν να καθορίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας έκδοσης των πολεοδομικών εγκρίσεων και να προσδιορίζονται οι περιπτώσεις για τις οποίες η έγκριση από τον οικείο Νομάρχη των περιβαλλοντικών όρων εγκατάστασης κατασκευών κεραιών αποτελεί προϋπόθεση της πολεοδομικής έγκρισης. Μέχρι την έκδοση των αποφάσεων αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24Α του ν. 2075/1992 .... ΙΒ) Όλες οι κατασκευές κεραιών που έχουν εγκατασταθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος, υποχρεούνται σε αδειοδότηση. σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Για το σκοπό αυτόν, εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευσή του, οι κάτοχοι των κατασκευών κεραιών υποβάλλουν αίτηση με τα σχετικά δικαιολογητικά στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Από την υποχρέωση αυτήν εξαιρούνται: α) Οι κατασκευές κεραιών που έχουν άδεια εγκατάστασης του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 24Α του ν. 2075/1992, όπως αυτό ισχύει σήμερα. β) Οι κατασκευές κεραιών που εξαιρούνται από την παράγραφο 2Α του παρόντος άρθρου. γ) Οι κατασκευές κεραιών, των οποίων κάτοχοι είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Για αυτές τις κατασκευές κεραιών θα πρέπει να γίνει καταγραφή εντός έτους, με την υποβολή σχετικών δηλώσεων από τις αρμόδιες υπηρεσίες προς το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. 4) Εγκατάσταση κεραιών σε δάση - Πάρκα κεραιών. Α) Επιτρέπεται η εγκατάσταση δομικών ή μηχανικών κατασκευών πάνω στις οποίες τοποθετούνται κεραίες, πομποί αναμεταδότες και άλλες συναφείς εγκαταστάσεις σε δάση, δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις ή σε πυρήνες εθνικών δρυμών, εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος πυρκαγιάς ή ζημιάς στο δάσος, ύστερα από άδεια του οικείου Νομάρχη και με την προϋπόθεση προσκόμισης της άδειας εγκατάστασης κατασκευής κεραίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή, εφόσον αυτή δεν απαιτείται, της εκχώρησης ή της έγκρισης των ραδιοσυχνοτήτων λειτουργίας. Β) Η εν λόγω άδεια χορηγείται σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς που έχουν άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας και τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο την ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία δικτύων ραδιοεπικοινωνιών και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εγκαθιστούν ανεξάρτητα δίκτυα με άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Γ) Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Γεωργίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης καθορίζονται οι θέσεις, ο τρόπος οργάνωσης και οι ειδικοί όροι δημιουργίας πάρκων κεραιών, καθώς και οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία νια την υποχρεωτική τοποθέτηση των πομπών των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών στα πάρκα αυτά ..... 5) Η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εφόσον αυτή απαιτείται η χρήση σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος χωρίς άδεια ή η παραχώρηση ηλεκτρικού ρεύματος σε εγκαταστάσεις άλλου, ο οποίος κατέχει ή λειτουργεί σταθμό εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος με ή χωρίς άδεια, η παραχώρηση της κατασκευής σε άλλον για την εγκατάσταση κεραίας χωρίς άδεια, εφόσον απαιτείται, καθώς και η παρεμπόδιση ή παρενόχληση των αρμοδίων οργάνων να πραγματοποιήσουν έλεγχο των σταθμών εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος και των εγκαταστάσεων αυτών, ή η παροχή με δόλο, εσφαλμένων πληροφοριών για την άσκηση του ελέγχου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών. Σε περίπτωση καταδίκης διατάσσεται η αφαίρεση της άδειας και η δήμευση του εξοπλισμού του σταθμού και των συναφών εγκαταστάσεών του". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την πρώτη μεν από αυτές (άρθρο 71 παράγραφος 1 ν. 998/1979) τιμωρείται με τις σ' αυτή προβλεπόμενες ποινές όποιος χωρίς δικαίωμα προβαίνει σε ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή και προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση μέσα σε δάσος ή δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, με την τελευταία δε (άρθρο 1 παράγραφος 5 εδ. Α, σε συνδ. με παρ. 4 εδ. Α του ν. 2801/2000) ότι τιμωρείται με του αυτού είδους ποινές (ηπιότερη ή στερητική της ελευθερίας και αυστηρότερη η χρηματική ποινή) - μεταξύ άλλων - και όποιος εγκαθιστά δομικές ή μηχανικές κατασκευές, επάνω στις οποίες τοποθετεί κεραίες, πομπούς, αναμεταδότες, δηλαδή προβαίνει σε εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή λήψης ραδιοσήματος και κατασκευή κεραίας, "χωρίς άδεια ή έγκριση, εφόσον αυτή απαιτείται" και τέτοια άδεια του οικείου Νομάρχη "μετά από προσκόμιση της άδειας εγκατάστασης κατασκευής κεραίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών" επιβάλλεται όταν η εγκατάσταση του σταθμού γίνεται όχι μόνον μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις (που θέτει ως προϋπόθεση το άρθρο 71 παράγραφος 1 ν. 998/1978), αλλά και σε "αναδασωτέες εκτάσεις ή σε πυρήνες εθνικών δρυμών", είναι φανερό τόσο από την γραμματική διατύπωση, όσο και από τη λογική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 71 παράγραφος 1 του ν. 998/1979 και 1 παράγραφος 5 εδ. Α' του ν. 2801/2000, ότι τα διαπλασσόμενα από αυτές ποινικά αδικήματα είναι αυτοτελή και, εφόσον συνυπάρχουν τα στοιχεία αμφοτέρων, υφίσταται αληθής κατ' ιδέαν συρροή αυτών, διότι για τη στοιχειοθέτηση του δευτέρου απαιτούνται επί πλέον στοιχεία εκείνων του άρθρου 71 παράγραφος 1 ν. 998/1979, δηλαδή η χωρίς νομαρχιακή άδεια εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας, που δεν αποτελούν στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 71 παράγραφος 1 του ν. 998/1979 και η πρόσθετη αυτή νομική απαξία της πράξης είναι, κατά τη νομοθετική βούληση, αυτοτελώς τιμωρητέα με το άρθρο 1 παράγραφος 5 εδ. Α του ν. 2801/2000. Η ύπαρξη όμως αδείας ενασκήσεως δικαιώματος εγκαταστάσεως σταθμού εκπομπής ή λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας αποτελεί και λόγο άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του άρθρου 71 παράγραφος 1 ν. 998/1979 κατ' εφαρμογήν του άρθρου 20 του ΠΚ. Επίσης, κατά τις εφαρμοστέες, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. Η του ν. 2801/2000 - εφόσον η εκεί προβλεπόμενη υπουργική απόφαση δεν είχε εκδοθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο - διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 2145/1993, για την εγκατάσταση κεραίας σταθμού ραδιοεπικοινωνίας στην ξηρά απαιτείται αφενός μεν η λήψη αδείας από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, αφετέρου δε η έγκριση των δομικών κατασκευών, απαραιτήτων για την τοποθέτηση των κεραιών, η οποία χορηγείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και ισοδυναμεί με οικοδομική άδεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Άμφισσας, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην δασική θέση ...., κατά το χρονικό διάστημα από 8 έως 12.11.2001, ως υπεύθυνος εγκαταστάσεως κεραιών της ετιαρείας με την επωνυμία "COSMOTE - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ" και ως εντολέας, πραγματοποίησε εγκατάσταση και συγκεκριμένα εντός δημοσίου δάσους (ελάτης), που βρίσκεται στην προαναφερθείσα θέση και υπό την ανωτέρω ιδιότητα, εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας και κοντέινερ, χωρίς την απαιτούμενη άδεια του Νομάρχη ....
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης. Ας σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν χρειαζόταν η ως άνω εταιρεία COSMOTE να προβεί στην έκδοση αδείας από τον Νομάρχη .... διότι ο ΟΤΕ είχε λάβει την με αριθμό πρωτ. ... άδεια του Νομάρχη ... και ως εκ τούτου κάλυπτε και την εταιρεία αυτή (COSMOTE), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε την ως άνω άδεια προς επίρρωση και ευδοκίμηση του ισχυρισμού του αυτού και συνεπώς το Δικαστήριο άγεται στην ως άνω κρίση, διότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου δεν επιβεβαιώθηκαν οι ως άνω ισχυρισμοί του (κατηγορουμένου) ...". Έτσι όπως έκρινε το Τριμελές Πλημ/κείο διέλαβε στο σκεπτικό (όπως συμπληρώνεται και με το διατακτικό) του την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 71 παράγραφος 1 του ν. 998/1979 και 1 παράγραφος 5 στοιχ. Α του ν. 2801/2000 που εφήρμοσε, διότι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τρόπο σαφή και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις: α) Η εντός δημοσίου δάσους ελάτης, παραπλεύρως νόμιμης εγκαταστάσεως του ΟΤΕ, κατάληψη και περίφραξη έκτασης 25 τ.μ. και η εγκατάσταση εντός αυτής κεραίας κινητής τηλεφωνίας και κοντέινερ από τον αναιρεσείοντα, ως υπεύθυνο και εντολέα, αντιπροσωπεύοντα την θυγατρική του ΟΤΕ ανώνυμη εταιρεία COSMOTE. β) Η ενέργεια των ανωτέρω πράξεων από τον αναιρεσείοντα χωρίς άδεια του (οικείου) Νομάρχη ... και συναφούς αδείας εγκατάστασης του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, τις οποίες (ελλείπουσες άδειες) δεν αναπλήρωναν εκείνες που προϋπήρχαν για τις νομίμως λειτουργούσες συναφείς εγκαταστάσεις του ΟΤΕ, αλλά και χωρίς προηγούμενη έγκριση των δομικών εργασιών από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 41 ν. 2145/1993, το οποίο ίσχυε επειδή δεν είχε εκδοθεί στον κρίσιμο χρόνο (8-12/11/2001) η με το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. Η' του ν. 2801/2000 προβλεπόμενη υπουργική απόφαση. γ) Ο ενυπάρχων στις ως άνω πράξεις του αναιρεσείοντος δόλος του, ο οποίος γι' αυτό δεν έχρηζε ειδικής αιτιολόγησης. δ) Η με τις αυτές ως άνω πράξεις τέλεση από τον αναιρεσείοντα αμφοτέρων των εγκλημάτων των άρθρων 71 παράγραφος 1 του ν. 998/1979 και 1 παράγραφος 5 εδ. Α του ν. 2801/2000, τα οποία συρρέουν αληθώς. Επομένως, όσα, με τους εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως, αντιθέτως προβάλλει ο αναιρεσείων: 1) ότι υφίσταται φαινομένη (και όχι αληθής) κατ' ιδέαν συρροή των εγκλημάτων των άρθρων 71 παράγραφος 1 του ν. 998/1979 και 1 παράγραφος 5Α του ν. 2801/2001 και έγινε εσφαλμένη γι' αυτό εφαρμογή αμφοτέρων των ουσιαστικών αυτών ποινικών διατάξεων με την προσβαλλόμενη απόφαση και 2) ότι δεν έχει η απόφαση αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η εκτίμηση από το Τριμελές Πλημ/κείο πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτα.
Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνου που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παράγραφος 2 και 333 παράγραφος 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ως ελαφρυντικές δε περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παράγραφος 2 εδ. α και β' του ΠΚ, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και καθόλου κοινωνική ζωή και το ότι στην πράξη του ωθήθηκε, μεταξύ άλλων, από όχι ταπεινά αίτια. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παράγραφος 2 περ. α' και β' του ΠΚ, ισχυριζόμενος, όσον αφορά το δεύτερο ελαφρυντικό, ότι κανένα προσωπικό όφελος δεν εξάρτησε από την πράξη του ούτε πέτυχε βελτίωση της οικονομικής ή επαγγελματικής του καταστάσεως, εξακολουθώντας να είναι προϊστάμενος του Τμήματος Κατασκευών της COSMOTE. Το Τριμελές Πλημ/κείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2α ΠΚ και σιωπηρά αντιπαρήλθε το αίτημα αναγνωρίσεως και δευτέρου ελαφρυντικού. Έτσι όπως έκρινε το Τριμελές Πλημ/κείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ πλημμέλεια, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, διότι αφενός μεν δεν ήταν ορισμένο το αίτημα αναγνωρίσεως ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παράγραφος 2β ΠΚ, αφετέρου δε, θα απέβαινε η τυχόν ευδοκίμησή του αλυσιτελής, αφού έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση το αίτημα αναγνωρίσεως στον αναιρεσείοντα της ελαφρυντικής περιστάσεως του προηγουμένου εντίμου βίου και η αναγνώριση του επί πλέον αιτουμένου ελαφρυντικού δεν ήταν επιτρεπτό να οδηγήσει σε νέα (ή περαιτέρω) μείωση της ποινής του αναιρεσείοντος (άρθρο 85 ΠΚ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παράγραφος 1 και 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.3.2009 Δήλωση (Αίτηση) του ..., για αναίρεση της 915/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας και κοντέινερ σε δασική έκταση κατά παράβαση των άρθρ. 71 § 1 Ν. 998/1979 και 1 § 5 στοιχ. Α Ν. 2801/2000. Αληθής κατ' ιδέαν συρροή των δύο αδικημάτων. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως. Εφόσον χορηγήθηκαν ελαφρυντικά κατ' άρθρ. 84 § 2α ΠΚ αλυσιτελής η επίκληση ύπαρξης και άλλων ελαφρυντικών περιστάσεων, τις οποίες σιγή αντιπαρήλθε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μολονότι προτάθηκαν. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Δασικά αδικήματα, Κινητή τηλεφωνία, Ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί.
| 0
|
Αριθμός 1707/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της 173/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ2 συζ. Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη και 2)Ψ1, που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 902/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς μεν ή διάδοση από τον δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν την γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στο οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει να εκτείνεται και σ' αυτό. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία γιο την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά, όπως συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 173/2009 απόφασή του, δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος Αθηνών και έχει χειρισθεί διάφορες υποθέσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών, μεταξύ των οποίων και την αντιδικία μεταξύ των Σ1 κατά του Ψ1. Στις 29/9/2001 όταν μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., για να πληροφορηθεί το λόγο κλήσης ου πελάτη του Π1 από το τμήμα και ανέγνωσε την από 18/9/2001 ένορκη κατάθεση της δεύτερης των εγκαλούντων Ψ2, καταμήνυσε την ανωτέρω και το σύζυγο της Ψ1. Το σχετικό απόσπασμα της από 19/9/2001 ένορκης κατάθεσης της Ψ2(η κατάθεση αυτή είναι συμπληρωματική της από 13/9/2001 όμοιας) που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, έχει ως ακολούθως, "... είναι αξιοπερίεργο και ουδόλως κατ' εμένα τυχαίο ότι σε μία εξώδικη προειδοποίηση που έστειλε προς το σύζυγο μου Ψ1 υπογράφεται από κάποιο δικηγόρο ονόματι (αναφέρεται μόνο το επώνυμο που είναι ίδιο με του Χ1), ο οποίος είναι ταυτοχρόνως και συνήγορος του κ. Σ1 με τον οποίο είμαστε αντίδικοι. Για το λόγο αυτό ακριβώς πιστεύω ότι ο Π1 έχει προκαλέσει εν αγνοία μας με διάφορες ενέργειες του γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ της εταιρίας "..." και διαφόρων αντιδίκων μας". Ο κατηγορούμενος με την από 20/9/2001 έκθεση ένορκης εξέτασης, ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' του Α.Τ. ... Υ1, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς την ανωτέρω και το σύζυγο της Ψ1 για συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή αντίστοιχα και συγκεκριμένα ανέφερε ότι η πρώτη εγκαλούσα τον "παρουσιάζει ως άνθρωπο-δικηγόρο που παρακινεί τους πελάτες του σε τέλεση αδικημάτων" και ότι "ωθήθηκε στην πράξη της από το σύζυγο της Ψ1". Ο κατηγορούμενος έπραξε τα ανωτέρω για να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων για τις πράξεις αυτές(της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή) και πράγματι κατ' αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές, μετά δε τη διενέργεια προανάκρισης εκδόθηκε το 754/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των τώρα εγκαλούντων για τις ως άνω πράξεις. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα ανέφερε στην ως άνω μήνυση του ήταν ψευδή, και μ' αυτή απέβλεπε στο να κινηθεί εναντίον των τώρα εγκαλούντων η ως άνω ποινική δίωξη. Τούτο δε γιατί από το ως άνω απόσπασμα της κατάθεσης της Ψ2 δεν μπορεί να εξαχθεί ότι η τελευταία τον "παρουσίαζε ως άνθρωπο-δικηγόρο που παρακινεί τους πελάτες του σε τέλεση αδικημάτων". Το μόνο που αναφέρεται στην ως άνω κατάθεση της πρώτης εγκαλούσας σχετικά με το πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου, χωρίς οποιοδήποτε χαρακτηρισμό ή αξιολογική ή άλλη κρίση είναι ότι ο Π1 και ο Σ1 έχουν αυτόν (κατηγορούμενο) ως συνήγορο και από το γεγονός αυτό οδηγείται στην εκτίμηση ότι ο Π1 έχει δημιουργήσει "γέφυρα επικοινωνίας" μεταξύ της ως άνω εταιρείας και διαφόρων αντιδίκων τους(ενν. τον Σ1) Άλλα πραγματικά περιστατικά πλην των όσων αναφέρονται στην από 18/9/2001 ένορκη κατάθεση της Ψ2 (όσα αναφέρονται στο ως άνω απόσπασμα) δεν ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι περιήλθαν εν γνώσει του εξ αιτίας των οποίων να οδηγήθηκε στην υποβολή της ως άνω μήνυσής του με το προεκτεθέν περιεχόμενο.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα ανέφερε στην ως άνω μήνυση του για τους εγκαλούντες είναι ψευδή και στην ενέργεια του αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη τους και συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης που τελέστηκε στο... στις 20/9/2001. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους εν γνώσει του ότι είναι ψευδή και συγκεκριμένα :1)Στο ... στις 20/9/2001 με την από ιδία ημερομηνία ένορκη κατάθεση του ενώπιον του υπαστυνόμου του Α.Τ. ... Υ1, γνώση της οποίας έλαβαν και άλλοι ανακριτικοί υπάλληλοι, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, οι γραμματείς και οι Δικαστές του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες Α. και Ψ1 τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Α' ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, 2)Στην ... στις 28/2/2002, με την υπό την υπό ιδία ημερομηνία ένορκη κατάθεση του ενώπιον της πταισματοδίκη Αθηνών, γνώση της οποίας έλαβαν οι γραμματείς, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι Δικαστές του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ισχυρίσθηκε και διέδωσε για τους ίδιους ως άνω εγκαλούντες ότι στις 27/2/2002 σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών κάποιος τρίτος του είπε, "να μην ανακατεύεσαι με τον Ψ1, έχει υψηλές γνωριμίες, όχι μόνο με πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες αλλά και με τη "νύχτα" και ότι αυτά τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη των εγκαλούντων πιέστηκε πολύ από το σύζυγο της για όσα διέπραξε, προς τον οποίο δηλώνει ότι οι "απειλές του και οι μαφιόζικες ενέργειες του" δεν θα πτοήσουν τους δεκάδες επενδυτές και αντιδίκους του εγκαλούντος ούτε ασφαλώς και τον ίδιο. Τα ανωτέρω τα οποία ισχυρίστηκε και διέδωσε ο κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων, με τις δύο ως άνω ένορκες καταθέσεις του ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και τα ισχυρίστηκε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή. Στοιχείο που ενισχύει την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στην από 27/2/2002 ένορκη κατάθεση του είναι ψευδή αποτελεί το ότι επιχείρησε να αποδώσει όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε και διέδωσε ως άνω σε κάποιον τρίτο τον οποίο δεν κατονόμασε. Το ότι στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου, δηλαδή μετά πάροδο επτά (7) περίπου ετών, ανέφερε το πρώτον ότι ο "κάποιος τρίτος" είναι ο ήδη αποβιώσας Θ1 δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση και αποτελεί προσπάθεια μετάθεσης των ευθυνών για όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε και διέδωσε σε αποβιώσαντα κατά το χρόνο του ισχυρισμού του αυτού. Τούτο ενόψει και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται άλλη πηγή πληροφοριών πλην του τότε "τρίτου" και τώρα "Θ1".
Συνεπώς πλήρως αποδείχθηκαν τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 Π.Κ.) πραγματικά περιστατικά, στο οποίο, κατά το άρθρο 367 παρ.2 περ. α' του Π.Κ. δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι όσα ισχυρίστηκε ως άνω τα έπραξε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για τη διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος του είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί (άρθρα 367 παρ.2 εδ α'). Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Χ1, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, χωρίς αυτό να αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του τελευταίου, παρατίθενται τα αναγκαία κατά το νόμο πραγματικά περιστατικά για την στοιχειοθέτηση των προαναφερομένων εγκλημάτων, αιτιολογείται δε με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, τόσο ως προς τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης όσο και της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά, ειδικότερα, την ύπαρξη αμέσου δόλου του κατηγορουμένου. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 178,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 173/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει αυτόν στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1706/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ3, 2. Χ4, 3. Χ5, 4. Χ6, 5. Χ7, 6. Χ8, 7. Χ9, 8. Χ10, 9. Χ11, 10. Χ12 και 11. Χ13.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Φεβρουαρίου 2009 και 16 Φεβρουαρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και την από 24 Ιουνίου 2009 αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της Χ2, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 261/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμούς 190/21.5.09 και 231/26.6.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, τις υπ'αριθμ. 21/11-2-2009 και 23/16-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το από 25-2-2009 αίτημα του πρώτου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, και εκθέτω τα εξής:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εκδόθηκε κατά το αρ. 29 § 4 Κ.Π.Δ. (όπως προστ. με αρ. 15 § 1 ν.3472/2006), παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες (μαζί με άλλους κατηγορουμένους) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για ψευδή βεβαίωση κατά μόνας (ο πρώτος) και από κοινού και κατ'εξακολούθηση με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον, αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον ο πρώτος για παράβαση καθήκοντος (αρ. 13α', 26 § 1, 27 § 1, 45, 259, 263Α, 98 § § 1,2 και 242 § § 1,3 Π.Κ., όπως τα τελ. συμπλ. με αρ. 14 ν.2721/99). Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν, αντιστοίχως, από τους δικηγόρους Αθηνών Θεόδωρο Ζευκιλή και Διονύσιο Φιλιππόπουλο για λογαριασμό των κατηγορουμένων, δυνάμει των επισυναπτόμενων από 5-9-2008 και 13-2-2009 εξουσιοδοτήσεων των τελευταίων, στις 11-2-2009 και 16-2-2009, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε σ'αυτούς, αντιστοίχως, στις 10-2-2009 και 17-2-2009. Περιέχουν δε ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επί πλέον η μεν πρώτη την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η δε δεύτερη την έλλειψη νόμιμης βάσης (αρ. 484 § 1 στοιχ. β'και δ'Κ.Π.Δ.). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι για κακούργημα, ενώ δικαιωματικά ο πρώτος ζητάει την αναίρεση και για το συναφές αδίκημα της παράβασης καθήκοντος (αρ. 462, 463, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει, διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484§1 ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανακριτική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή η εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 § 1 του Π.Κ. υπάλληλος, που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263α' του ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠοινΔ προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία που χρησιμεύει προς απόδειξη έναντι πάντων. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται και τα πρακτικά για τις κληρώσεις κατ' αρθρ. 17 του Ν. 1756/1988 των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, τα οποία μετά την κλήρωση αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων του Δικαστηρίου και ισχύουν έναντι πάντων, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ήτοι να αποδεικνύουν την παραγωγή, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή (αλλοίωση) ή αναίρεση (απόσβεση) ενός δικαιώματος ή μίας έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως. Ψευδές είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές, που έπρεπε όμως να αναφερθεί και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Για την κακουργηματική μορφή της ανωτέρω πράξης, που τιμωρείται με κάθειρξη, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, απαιτείται σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία η επίτευξη του, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά τη αληθινή έννοια της τελευταίας αυτής, διατάξεως σκοπός αθέμιτου οφέλους υπάρχει όταν επιζητείται η άμεση ή έμμεση, πρόσκαιρη ή διαρκής απόλαυση περιουσιακών ωφελημάτων με όχι νόμιμα μέσα. Ακόμη, περιουσιακής φύσεως συνέπειες μπορούν να νοηθούν και σ' ένα ευρύτερο φάσμα αλλαγών των εννόμων σχέσεων που επιφέρει ένα ψευδές ή νοθευμένο έγγραφο. Η επιδίωξη απλώς και μόνον ηθικών ωφελημάτων δεν αρκεί για να αναχθεί το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαιώσεως σε κακουργηματική πράξη. Επιπλέον, το όφελος θα πρέπει να είναι αθέμιτο και η βλάβη παράνομη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει νόμιμη αξίωση για την απόκτηση του, η δε περιουσιακή βλάβη δεν θα πρέπει να δικαιολογείται (ΑΠ 146/2006, ΑΠ 185/2005, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 173/2001, ΑΠ 349/1996, Ν. Μπιτζιλέκης, Υπηρεσιακά Εγκλήματα, β' έκδοση, 2001, σελ. 448 επ., 451). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού (ΑΠ Ολ. 50/90 Π.Χρ. Μ 949).
Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § § 1,2 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 1506/2005, ΑΠ 2088/2001. Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 § 2 του Π.Κ. (όπως αντικ. με αρ. 1 § 6 ν.2408/96) το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη, της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδάφ. β', 484 παρ. 2 511 και 512 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμα και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος υποχρεούται ν'αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως ν' ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα (Ολ. ΑΠ 382/1992 και 583-585/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει κα προσδιορίζει κατ'είδος, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση απ'όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, (πλην του Χ8, κατά του οποίου εκδόθηκε το υπ' αριθ. 11/2007 ένταλμα συλλήψεως από τον Επίκουρο Ανακριτή- Εφέτη), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, προς επιβάρυνση της θέσης των κατηγορουμένων, οι δοθείσες απ' αυτούς, πριν από την απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου (αρθρ. 72 ΚΠοινΔ), μαρτυρικές καταθέσεις κατά την προκαταρκτική εξέταση (στο μέτρο που δεν παραπέμπουν οι ίδιοι σ' αυτές με την απολογία τους), ενόψει του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου, ως ειδικότερης έκφρασης του δικαιώματος υπεράσπισης και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κατ' αρθρ. 6 της ΕΣΔΑ (βλ. ΟλομΑΠ 1/2004 ΝοΒ 2004-1791, Ολομ ΑΠ 2/1999 ΝοΒ 2000-510). Ειδικότερα δε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Την 11-12-2002 συνεδρίασε το Α' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με θέμα "Κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων αυτού κατά το μήνα Ιανουάριο 2003". Ο τρόπος και η διαδικασία της κλήρωσης αυτής προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 "Περί Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων κλπ", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο. Τη σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση απετέλεσαν οι Χ1, Προεδρεύων Εφέτης (δεύτερος κατηγορούμενος), ΑΑ, Εφέτης, Χ2 (τρίτη κατηγορουμένη), Εφέτης, ΒΒ, Αντεισαγγελέας Εφετών και ο γραμματέας της έδρας. Στους παραπάνω κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, οι οποίοι έχουν ήδη παραιτηθεί από το Δικαστικό Σώμα, αποδίδεται ότι στη Θεσσαλονίκη στις 11-12-2002 ως Πρόεδρος και μέλος αντίστοιχα της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 διενήργησε τις κληρώσεις για τις συνθέσεις των δικαστηρίων του μηνός Ιανουαρίου 2003, βεβαίωσαν ψευδώς ότι η κλήρωση έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο και ότι: 1) για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός, με σκοπό να ευνοηθούν οι κατηγορούμενοι για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού πλαστού εγγράφου και της λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική υπόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους δε αυτή είχαν δε σκοπό οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, σύμφωνα με την αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω κατηγορία, να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποστερείτο των εισπρακτέων απ' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων και 2) για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της 9-1-2003 κληρώθηκαν ως μέλη της συνθέσεως οι ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν έγινε κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνίας αλλά ορισμός, προκειμένου οι ως άνω εφέτες, μετά από σύμφωνη πρόταση του ανωτέρω εισαγγελέα : α) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13 για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις, πράγμα που επιτεύχθηκε, αφού οι ανωτέρω κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 για το έγκλημα της κατοχής λαθρεμπορεύματος, κάτι που τελικά έγινε, αφού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 41/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά πλειοψηφία, μειοψηφίσαντος του Προέδρου ΣΤ. Με τις πράξεις τους δε αυτές είχαν σκοπό να προσπορίσουν στη μεν υπό στοιχείο α' περίπτωση παράνομο όφελος στους Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους από τις πιο πάνω κατηγορίες της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση για τον πρώτο απ' αυτούς και της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις για τους λοιπούς εξ αυτών, αφ' ετέρου δε χρηματικό όφελος 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητας τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος, αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ισόποση ζημία του ΖΖ. Επίσης, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 στην υπό στοιχείο β' περίπτωση είχαν σκοπό να προσπορίσουν παράνομο όφελος στους Χ8 και Χ7 και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν έγινε κλήρωση αλλά ορισμός των δικαστών που θα αποτελούσαν τα μέλη της συνθέσεως των προαναφερομένων Δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της 9-1-2003. Στο σημείο αυτό χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα ΖΖ, ο οποίος παρακολούθησε προσωπικά την πιο πάνω συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού της 11-12-2002 και με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος διαπίστωσε ότι γινόταν ορισμός κατά βούληση και με τη συνεργασία, των πιο πάνω δύο κατηγορουμένων και όχι κλήρωση των συνθέσεων των εν λόγω Δικαστηρίων. Ειδικότερα δε αυτός στην από 28-9-2006 κατάθεση του ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκτός των άλλων, καταθέτει και ότι "... Τοποθετούσε ανάμεσα στα δάχτυλα του τρεις κλήρους, έβαλε και κάποιους άλλους κλήρους σε ένα μικρό πλαστικό δοχείο, έβαλε το χέρι του δήθεν μέσα και έβγαλε τους κλήρους που είχε στα δάχτυλα και τους ανακοίνωσε σαν να είχαν κληρωθεί. Αυτός ο τρόπος τηρήθηκε στην κλήρωση των κακουργημάτων. Όταν έφθασε στην κλήρωση των Δικαστηρίων που θα δίκαζαν πλημμελήματα δεν έκανε ούτε αυτό. Συνενοείτο με την κα Χ2 και όριζε κατά βούληση τους Δικαστές και τους Εισαγγελείς που θα μετείχαν στη σύνθεση των Τριμελών Εφετείων Πλημμελημάτων. Εγώ παρακολουθούσα να δω τι θα γίνει με την κλήρωση της 9ης Ιανουαρίου 2003, που ήταν το δικαστήριο μου. Χωρίς να κάνει καμία κλήρωση ανακοίνωσε απλώς ότι Πρόεδρος του Δικαστηρίου θα ήταν ο Εφέτης κος ΣΤ. Όταν τέλειωσε ο ορισμός των Προέδρων άρχισε να ορίζει τα άλλα δύο μέλη της συνθέσεως και ανακοίνωσε τα ονόματα της κας ΔΔ και της κας ΕΕ, επίσης χωρίς να κάνει κλήρωση ...". Τα παραπάνω επιβεβαίωσαν στις καταθέσεις τους και οι μάρτυρες ΗΗ και ΘΘ, συνάδελφος και δικηγόρος του ανωτέρω μάρτυρα αντίστοιχα, οι οποίοι επίσης παρακολούθησαν τη συνεδρίαση του παραπάνω Δικαστηρίου της 11-12-2002, μετά από προτροπή του πρώτου. Μάλιστα ο παραπάνω μάρτυρας (ΖΖ) κατά τη συνεδρίαση της 9-1-2003, κατά την οποία είχε αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης με εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα τον ίδιο και κατηγορουμένους τους Χ12, Χ11 και Χ13, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, έθεσε θέμα νομιμότητας της διαδικασίας για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του εν λόγω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια δε αυτός υπέβαλε αίτημα περί αναβολής της υποθέσεως προκειμένου αυτή να εκδικαστεί από τους φυσικούς του δικαστές και, μετά την απόρριψη του αιτήματος του αυτού, υπέβαλε ένσταση εξαιρέσεως της συνθέσεως του Δικαστηρίου για τον ίδιο λόγο. Πρέπει δε να τονιστεί ότι από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού της 9-1-2003 προκύπτει ότι ο πιο πάνω μάρτυρας ΖΖ είχε αναφέρει και τότε-σε ανύποπτο χρόνο- ότι στις 11-12-2002 παρακολούθησε τη συνεδρίαση για την "κλήρωση και εκλογή για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του παρόντος Δικαστηρίου". Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας ΑΑ, Εφέτης που συμμετείχε τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 11-12-2002, καταθέτει ότι "δεν μπορεί να βεβαιώσει εάν τηρούσε ο Προεδρεύων κατά τη διάρκεια της κληρώσεως τις υποχρεώσεις του, που προκύπτουν από το Νόμο, σε σχέση με τον τρόπο της κληρώσεως". Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 έχοντας προς τούτο γνώση και θέληση βεβαίωσαν ψευδώς στα συντασσόμενα κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 πρακτικά, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, ότι η κλήρωση για τις συνθέσεις των πιο πάνω Δικαστηρίων της 16-1-2003 και 9-1-2003 είχε γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη των συνθέσεων αυτών είχε γίνει ορισμός. Ειδικότερα δε αυτοί βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους για της πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου και λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική απόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους αυτή είχαν σκοπό να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποστερείτο των εισπρακτέων απ' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων. Επίσης, οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της 9-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη οι ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνία αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους: α) Χ12, Χ11 και Χ13, των οποίων ποινική υπόθεση για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος ύψους 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητας τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος, αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ισόποση ζημία του ΖΖ και β) τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7, των οποίων ποινική υπόθεση για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 41/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους κατά πλειοψηφία, μειοψηφίσαντος του Προέδρου ΣΤ. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Κατά συνέπεια τούτων στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι υφίστατο στους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σκοπός να περιποιήσουν σε άλλους αθέμιτο περιουσιακό όφελος με την απαλλαγή των πιο πάνω κατηγορουμένων στις προαναφερόμενες δίκες, στο οποίο όφελος και οι πρώτοι απέβλεπαν και ως εκ τούτου το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως καθίσταται κακούργημα, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ο ως άνω επιδιωκόμενος σκοπός. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν σε επιλογή κατά τη βούληση τους των μελών της συνθέσεως των ως άνω Δικαστηρίων με προφανή σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8, Χ7, Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος. Έτσι, με βάση τα παραπάνω ως προς τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 ΠΚ, ο κακουργηματικός χαρακτήρας του οποίου διατηρείται, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του παραπάνω σκοπού εκ μέρους τους και χωρίς να συνδέεται άμεσα με την τέλεση ή μη του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στις κατηγορούμενες ΓΓ, Χ2, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίες τελικά μετείχαν στη σύνθεση των ως άνω Δικαστηρίων, μετά τον ορισμό τους με τον πιο πάνω τρόπο. Επομένως, ως προς την περίπτωση της κληρώσεως της 11-12-2002 από τα όσα προαναφέρθηκαν, εκτιμώμενα υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 177 ΚΠοινΔ ηθικής και κατά συνείδηση αξιολόγησης των αποδείξεων, προκύπτουν για τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σοβαρές ενδείξεις ενοχής, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να παραπεμφθούν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1β, 313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας με σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, αφού είναι φανερό ότι από γραφική παραδρομή αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη "της κατάχρησης εξουσίας" αντί του ορθού της ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος. Περαιτέρω, συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών, προέκυψε ότι την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004 εκδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης υπόθεση με κατηγορουμένους τους Χ5, Χ6 και ΚΚ, κατοίκους ... Νομού ..., από τους οποίους οι πρώτος και τρίτος ήσαν κρατούμενοι στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, παράνομη κατοχή όπλου και παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά στις δύο πρώτες από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις αυτοί κατηγορούνταν για το ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας άλλοτε από κοινού όλοι και άλλοτε από κοινού οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, τέλεσαν από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και δη: Α) Όλοι οι κατηγορούμενοι (Χ5, Χ6 και ΚΚ), στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, κατείχαν, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσίαση, ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, στη μονοκατοικία του πρώτου απ' αυτούς (Χ5), που βρίσκεται στην ... Νομού ..., στις 14-12-2002, κατείχαν από κοινού, δηλαδή η μεν δεύτερη από αυτούς (Χ6), η οποία συμβίωνε και συγκατοικούσε με τον πρώτο (Χ5), ο δε τρίτος από αυτούς φιλοξενείτο από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στην προαναφερόμενη κατοικία του πρώτου από αυτούς και όλοι μαζί είχαν στη φυσική τους εξουσίαση ναρκωτικά και δη ποσότητα (69,20) γραμμαρίων ηρωίνης, επιμερισμένη σε επτά ( 7 ) μερικότερες συσκευασμένες ποσότητες, έτοιμες προς μεταπώληση, βάρους (10,10 + 9 + 10 + 10,30 + 10,10 + 9,90 + 9,80) γραμμαρίων, επιμελώς κρυμμένες σ' ένα βάζο, στην ισόγεια - αποθήκη της προαναφερόμενης κατοικίας του Χ5. Β) Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ5 και Χ6) ενεργώντας από κοινού στον παρακάτω τόπο και σε διαφορετικούς χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και ατομικά καθένας και με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, δηλαδή αγορά-κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την περαιτέρω πώληση σε τρίτους, αγόρασαν ενεργώντας ατομικά και από κοινού καθένας, διάφορα περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) και έγιναν με κάθε τρόπο δικαιούχοι αυτών των περιουσιακών στοιχείων με έσοδα που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: 1) Στην ... του Νομού ..., στις 29-6-2001, ενεργώντας από κοινού και ατομικά καθένας, αγόρασαν και απέκτησαν κατά κυριότητα με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου MERCEDES 190, 1997 κυβικών εκατοστών, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα. 2) Στην ... του Νομού ... , το Νοέμβριο του 2002, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν συγκύριοι και συνδικαιούχοι κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου καθένας του χρηματικού ποσού των 26.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσαν στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Και 3) Στην ... του Νομού ..., στις 4-3-1997, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν κύριοι από κοινού ενός οικοπέδου, που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... στην ..., στο οποίο ανήγειραν με την υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ..., διώροφη οικοδομή-μονοκατοικία με υπόγειο, υπερπολυτελούς κατασκευής, με διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Στη σύνθεση του παραπάνω Δικαστηρίου στις 26 και 27-1-2004, μετείχε ως Προεδρεύων Εφέτης ο κατηγορούμενος Χ1, ενώ ο κατηγορούμενος Χ4, δικηγόρος, κάτοικος ..., παραστάθηκε ως συνήγορος υπερασπίσεως των πιο άνω κατηγορουμένων Χ5 και Χ6. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 127/26 και 27-1-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ5, Χ6 και ΚΚ για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ενώ κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος αυτών Χ5 για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής όπλου και παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος ως Προεδρεύων του πιο πάνω Δικαστηρίου, κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, αφ' ενός μεν δεν επεδίωξε κατά τη διαδικασία να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αφ' ετέρου δε έδωσε απαλλακτική ψήφο, με συνέπεια λόγω και της απαλλακτικής ψήφου των άλλων δύο μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου, να κηρυχθούν αθώοι οι ως άνω κατηγορούμενοι για τις προαναφερόμενες πράξεις. Πλην όμως από το όλο αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως ουδόλως δικαιολογείτο η απαλλακτική αυτή κρίση, καθόσον υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που οδηγούσαν σε αντίθετο συμπέρασμα. Έτσι, ο κατηγορούμενος αυτός κατά το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ενήργησε όχι με βάση την αρχή της νομιμότητας, αλλά αυθαίρετα και υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της λογικής, οι ενέργειες του δε αυτές επικαλύπτονται από δόλο παράβασης των καθηκόντων του και προσπορισμού οφέλους στους πιο πάνω κατηγορουμένους. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας ανέγραψε στο αιτιολογικό της ως άνω απαλλακτικής αποφάσεως: α) ότι τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία αποτελούν προϊόν σκληρού κόπου και μόχθου, ενώ αυτά δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα των κατηγορουμένων, β) ότι ουδέποτε είχε ακουστεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν σχέση με ναρκωτικά, ενώ από το αποδεικτικό υλικό προέκυπτε γνώση των αστυνομικών αρχών ότι αυτοί σχετίζονται με ναρκωτικά, δεδομένου ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου Χ5 γίνεται διακίνηση ναρκωτικών από τον ίδιο, τη γυναίκα του και έναν Αλβανό που έμενε μαζί τους, γ) ότι η αποθήκη βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού και ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτήν οποιοσδήποτε διερχόταν από εκεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού η αποθήκη ήταν δίπλα στο σπίτι και η ποσότητα των ναρκωτικών (69 γραμμάρια ηρωίνης) είναι μεγάλη και ένας χρήστης δεν θα διακινδύνευε να τα κρατήσει εκεί, δ) ότι η τοποθέτηση των ναρκωτικών στο σημείο που δέχθηκε η απόφαση ήταν έργο άλλων ατόμων και πιθανότατα των ΛΛ και ΜΜ, που εξετάστηκαν ως μάρτυρες, ενώ αυτοί δεν είχαν καταθέσει κάτι τέτοιο και ακόμη, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 ως Προεδρεύων δέχθηκε τα παραπάνω, παρέλειψε να ενεργήσει, όπως ήταν υποχρεωμένος κατά τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης είχε ανακύψει γεγονός που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως. Ο πιο πάνω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, ενόψει της δηλώσεως του Εισαγγελέα της έδρας προς το μάρτυρα ΛΛ κατά την οποία "επέστησε την προσοχή του ότι αυτά που αναφέρει κατά την κατάθεση του είναι ποινικά αδικήματα που μπορούν να επισύρουν την ποινική δίωξη για τον ίδιο και για άλλους που πιθανόν αυτός αναφέρει στην κατάθεση του", του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο Εισαγγελέας της έδρας είχε αναλάβει την υποχρέωση και θα έπραττε τα δέοντα. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του πιο πάνω κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ ρητά και με σαφήνεια καθιερώνεται υποχρέωση του προεδρεύοντος δικαστή να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με σχετικά έγγραφα. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΝΝ, αρχικός δικηγόρος των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6, στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Χ5 ζητούσε απ' αυτόν επιμόνως να του παράσχει τη διαβεβαίωση ότι η κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν γι' αυτόν απαλλακτική. Πλην όμως τέτοια διαβεβαίωση δεν μπορούσε να παράσχει ο παραπάνω μάρτυρας, δεδομένου ότι θεωρούσε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν του επέτρεπαν κάτι τέτοιο, οπότε ο Χ5 την 23-4-2003 του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να είναι υπερασπιστής του και παραστάθηκε στη δίκη με δικηγόρο τον ένατο κατηγορούμενο Χ4. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος Χ1 παρέβη το καθήκον αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, διαστρέφοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τους πιο πάνω κατηγορουμένους με την αθώωση τους και ως εκ τούτου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του. Επομένως, πρέπει αυτός να παραπεμφθεί, σύμφωνα με. τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1β', 313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως παρέπεμψε τους αναιρεσείοντος-κατηγορουμένους στο ακρατοήριο για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατά μόνας και από κοινού σε βαθμό κακουργήματος, αφενός διέλαβε την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 242 § § 1,3 του Π.Κ., τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι αναιρεσείοντες. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιανδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, το δε Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά.
Συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου που με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθία, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι και οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Το αίτημα δε του πρώτου αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί, αφού με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις τους και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση.
Τέλος, η πλημμεληματική πράξη της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 και φέρεται ότι έλαβε χώρα την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004, υπέπεσε ήδη (μετά την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος 10-9-2008) σε παραγραφή, αφού από της τελέσεώς της μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα του χρόνου παραγραφής, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος λόγω παραγραφής.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας.
Β) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 21/2009 και 23/2009 αιτήσεις αναίρεσεις των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
Γ) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ'αριθμ. 1473/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθόσον αφορά την αποδιδομένη στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, που φέρεται ότι τέλεσε στη ... στις 26 και 27-1-2004 και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατ'αυτού για την πράξη αυτή ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
Αθήνα 6 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Εισάγω συμπληρωματικά με την υπ' αριθμ. 190/21-5-2009 πρότασή μου, το από 24-6-2009 αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου σας και προτείνω να απορριφθεί, διότι με πληρότητα στην αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις της και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι με αριθμό 21/11-2-2009 και 23/16-2-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του 1473/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο οι αναιρεσείοντες και άλλοι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για ψευδή βεβαίωση κατά μόνας(ο πρώτος) και από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον αθέμιτου οικονομικού οφέλους, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και επί πλέον ο πρώτος και για παράβαση καθήκοντος, ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συνάφειας τους. Όμως, το αίτημα των αναιρεσειόντων, που παραδεκτά υποβλήθηκε, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προς παροχή εξηγήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) με τα δικόγραφα της αναίρεσης έχουν εκθέσει εκτενώς προς υπεράσπισή τους τις απόψεις τους, για την υπόθεση. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1, 3 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν όμως ο υπαίτιος της πράξεως αυτής είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που αποτελεί έγκλημα σχετικό με την υπηρεσία, απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α' του ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ, που πρέπει να είναι δημόσιο, όπως είναι και τα πρακτικά για τις κληρώσεις κατ' άρθρο 17 του Ν. 1756/1988 των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, τα οποία μετά την κλήρωση αναρτώνται στον πίνακα των ανακοινώσεων του δικαστηρίου και ισχύουν έναντι πάντων, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που είναι δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που να αναφέρεται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή αναίρεση (απόσβεση) δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε η επέλευση αυτών και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται επιπλέον και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1,2 του ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Τέλος, κατά τα άρθρα 111,112 και 113 παρ.2 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ.,314,320,321,339,340και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως(αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητήριου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωση. Η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, υποχρεούται ν' αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 310 παρ.1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να ασκηθεί παραδεκτά και να περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ίδιου κώδικα. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η κατ' είδος αναφορά τούτων, χωρίς αναλυτική παράθεσή των και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατά δε το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστούν λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Απ' όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων (πλην του Χ8, κατά του οποίου εκδόθηκε το υπ' αριθ. 11/2007 ένταλμα συλλήψεως από τον Επίκουρο Ανακριτή-Εφέτη), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, προς επιβάρυνση της θέσης των κατηγορουμένων, οι δοθείσες απ' αυτούς, πριν από την απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου (άρθρ. 72 ΚΠοινΔ), μαρτυρικές καταθέσεις κατά την προκαταρκτική εξέταση (στο μέτρο που δεν παραπέμπουν οι ίδιοι σ' αυτές με την απολογία τους), ενόψει του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου, ως ειδικότερης έκφρασης του δικαιώματος υπεράσπισης και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κατ' άρθρ.6 της ΕΣΔΑ (βλ. Ολομ.ΑΠ 1/2004 ΝΟΒ 2004-1791,Ολομ. ΑΠ 2/1999 ΝΟΒ 2000-510). Ειδικότερα δε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Την 11-12-2002 συνεδρίασε το Α' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με θέμα "Κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων αυτού κατά το μήνα Ιανουάριο 2003". Ο τρόπος και η διαδικασία της κλήρωσης αυτής προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 "Περί Οργανισμού των Δικαστηρίων κλπ", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο. Τη σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση απετέλεσαν οι Χ1, Προεδρεύων Εφέτης (δεύτερος κατηγορούμενος), ΑΑ, Εφέτης, Χ2 (τρίτη κατηγορουμένη), Εφέτης, ΒΒ, Αντεισαγγελέας Εφετών και ο γραμματέας της έδρας. Στους παραπάνω κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, οι οποίοι έχουν ήδη παραιτηθεί από το Δικαστικό Σώμα, αποδίδεται ότι στη ... στις 11-12-2002, ως Πρόεδρος και μέλος, αντίστοιχα, της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 διενήργησε τις κληρώσεις για τις συνθέσεις των δικαστηρίων του μηνός Ιανουαρίου 2003, βεβαίωσαν ψευδώς ότι η κλήρωση έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο και ότι: 1) για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός, με σκοπό να ευνοηθούν οι κατηγορούμενοι για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου και της λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική υπόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους δε αυτή είχαν ως σκοπό οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, σύμφωνα με την αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω κατηγορία να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απεστερείτο των εισπρακτέων α' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων και 2) για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της 9-1-2003 κληρώθηκαν ως μέλη της συνθέσεως οι ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν έγινε κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνίας αλλά ορισμός προκειμένου οι ως άνω εφέτες, μετά από σύμφωνη πρόταση του ανωτέρω Εισαγγελέα: α) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13, για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις, πράγμα που επιτεύχθηκε, αφού οι ανωτέρω κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) να εκδώσουν ευνοϊκή απόφαση για τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 για το έγκλημα της κατοχής λαθρεμπορεύματος, κάτι που τελικά έγινε, αφού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ.41/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά πλειοψηφία, μειοψηφήσαντος του Προέδρου ΣΤ. Με τις πράξεις τους δε αυτές είχαν σκοπό να προσπορίσουν στη μεν υπό στοιχείο α' περίπτωση παράνομο όφελος στους Χ12, Χ11 κα Χ13 με την απαλλαγή τους από τις ως άνω κατηγορίες της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση για τον πρώτο απ' αυτούς και της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις για τους λοιπούς εξ αυτών, αφ' ετέρου δε χρηματικό όφελος 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητας τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος, αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ζημία του ΖΖ. Επίσης, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 στην υπό στοιχείο β' περίπτωση είχαν σκοπό να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στους Χ8 και Χ7 και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2002 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν έγινε κλήρωση αλλά ορισμός των δικαστών που θα αποτελούσαν τα μέλη της συνθέσεως των προαναφερόμενων Δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της 9-1-2003. Στο σημείο αυτό χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα ΖΖ, ο οποίος παρακολούθησε προσωπικά την πιο πάνω συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού στις 11-12-2002 και με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος διαπίστωσε ότι γινόταν ορισμός κατά βούληση και με τη συνεργασία των πιο πάνω κατηγορουμένων και όχι κλήρωση των συνθέσεων των εν λόγω Δικαστηρίων. Ειδικότερα δε αυτός στην από 28-9-2006 κατάθεση του ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκτός των άλλων, καταθέτει και ότι "... Τοποθετούσε ανάμεσα στα δάκτυλα του τρείς κλήρους, έβαλε και κάποιους άλλους κλήρους σε ένα μικρό πλαστικό δοχείο, έβαλε το χέρι του δήθεν μέσα και έβγαλε τους κλήρους που είχε στα δάκτυλα και τους ανακοίνωσε σαν να είχαν κληρωθεί. Αυτός ο τρόπος τηρήθηκε στην κλήρωση των κακουργημάτων. Όταν έφθασε στην κλήρωση των Δικαστηρίων που θα δίκαζαν πλημμελήματα δεν έκανε ούτε αυτό. Συνεννοείτο με την κα Χ2 και όριζε κατά βούληση τους Δικαστές και τους Εισαγγελείς που θα μετείχαν στη σύνθεση των Τριμελών Εφετείων Πλημμελημάτων. Εγώ παρακολουθούσα να δω τι θα γίνει με την κλήρωση της 9ης Ιανουαρίου 2003, που ήταν το δικαστήριο μου. Χωρίς να κάνει καμία κλήρωση ανακοίνωσε απλώς ότι Πρόεδρος του Δικαστηρίου θα ήταν ο Εφέτης κος ΣΤ. Όταν τελείωσε ο ορισμός των Προέδρων άρχισε να ορίζει τα άλλα δυο μέλη της συνθέσεως και ανακοίνωσε τα ονόματα της κας ΔΔ και της κας ΕΕ, επίσης χωρίς να κάνει κλήρωση ...". Τα παραπάνω επιβεβαίωσαν στις καταθέσεις τους και οι μάρτυρες ΗΗ και ΘΘ, συνάδελφος και δικηγόρος του ανωτέρω μάρτυρα, αντίστοιχα, οι οποίοι επίσης παρακολούθησαν τη συνεδρίαση του παραπάνω Δικαστηρίου της 11-12-2002, μετά από προτροπή του πρώτου. Μάλιστα ο παραπάνω μάρτυρας (ΖΖ) κατά τη συνεδρίαση της 9-1-2003, κατά την οποία είχε αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης με εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα τον ίδιο και κατηγορουμένους τους Χ12, Χ11 και Χ13, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, έθεσε θέμα νομιμότητας της διαδικασίας για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του εν λόγω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια δε αυτός υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως προκειμένου αυτή να εκδικαστεί από τους φυσικούς του δικαστές και, μετά την απόρριψη του αιτήματος του αυτού, υπέβαλε ένσταση εξαιρέσεως της συνθέσεως του Δικαστηρίου για τον ίδιο λόγο. Πρέπει δε να τονιστεί ότι από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού της 9-1-2003 προκύπτει ότι ο πιο πάνω μάρτυρας ΖΖ είχε αναφέρει και τότε -σε ανύποπτο χρόνο-ότι στις 11-12-2002 παρακολούθησε τη συνεδρίαση για την "κλήρωση και εκλογή για την κατάρτιση των μελών της συνθέσεως του παρόντος δικαστηρίου".
Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας ΑΑ, Εφέτης που συμμετείχε στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 11-12-2002, καταθέτει ότι "δεν μπορεί να βεβαιώσει εάν τηρούσε ο Προεδρεύων κατά τη διάρκεια της κληρώσεως τις υποχρεώσεις του, που προκύπτουν από το Νόμο, σε σχέση με τον τρόπο της κληρώσεως". Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 έχοντας προς τούτο γνώση και θέληση βεβαίωσαν ψευδώς στα συντασσόμενα κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 πρακτικά, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, ότι η κλήρωση για τις συνθέσεις των πιο πάνω δικαστηρίων της 16-1-2003 και 9-1-2003 είχε γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη των συνθέσεων αυτών είχε γίνει ορισμός. Ειδικότερα δε αυτοί βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της 16-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη της συνθέσεως, μεταξύ των άλλων, οι Εφέτες ΓΓ, Χ2 και ΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως προς τα μέλη αυτά, δεν είχε γίνει κλήρωση αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου και λαθρεμπορίας Χ7 και Χ8, των οποίων ποινική υπόθεση είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι οποίοι με την υπ' αριθ. 89-90/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, ο μεν Χ7 ομοφώνως, ο δε Χ8 κατά πλειοψηφία τριών (των προαναφερομένων ΓΓ, Χ2 και ΔΔ) προς δύο. Με την πράξη τους αυτή είχαν σκοπό να προσπορίσουν τουλάχιστον στο Χ8 παράνομο όφελος ύψους 917.466,32 ευρώ με ισόποση αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποστερείτο των εισπρακτέων απ' αυτό δασμών και λοιπών δικαιωμάτων. Επίσης οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 βεβαίωσαν με πρόθεση ψευδώς για τη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της 9-1-2003 ότι είχαν κληρωθεί ως μέλη η ΕΕ και ΔΔ και ως Εισαγγελέας της έδρας ο ΒΒ, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει κλήρωση για τα μέλη της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης της ανωτέρω ημερομηνίας αλλά ορισμός. Τούτο δε έπραξαν με σκοπό να ευνοήσουν τους κατηγορουμένους α) Χ12, Χ11 και Χ13, των οποίων ποινική υπόθεση για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 54-55-60/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος ύψους 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, που ήταν το συνολικό ποσό το οποίο ζητούσαν με ξεχωριστές αγωγές τους οι δύο τελευταίοι από το ΖΖ, λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς προσβολής της προσωπικότητα τους, που εφέρετο να τους έχει προκαλέσει ο τελευταίος αντίδικος τους σε πολιτική δίκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του παραλαβόντος στις εκθέσεις επιδόσεως των αγωγών αυτών και αντίστοιχη ισόποση ζημία του ΖΖ και β) τους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7, των οποίων ποινική υπόθεση για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος είχε οριστεί προς εκδίκαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 41/2003 απόφαση του κήρυξε αυτούς αθώους κατά πλειοψηφία, μειοψηφήσαντος του Προέδρου ΣΤ. Συγκεκριμένα δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8 και Χ7 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος και ισόποση αντίστοιχη ζημία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 6.591.869 ευρώ από την παράλειψη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων αναλογούντων σε κατεχόμενα απ' αυτούς λαθρεμπορεύματα δασμών και λοιπών φόρων, που εκείνο αποστερήθηκε. Κατά συνέπεια τούτων στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι υφίστατο στους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σκοπός να περιποιήσουν σε άλλους αθέμιτο περιουσιακό όφελος με την απαλλαγή των πιο πάνω κατηγορουμένων στις προαναφερόμενες δίκες, στο οποίο όφελος και οι πρώτοι απέβλεπαν και ως εκ τούτου το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως καθίσταται κακούργημα, αδιαφόρως αν επιτεύχθηκε ο ως άνω επιδιωκόμενος σκοπός. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν σε επιλογή κατά τη βούλησή τους των μελών της συνθέσεως των ως άνω Δικαστηρίων με προφανή σκοπό να προσπορίσουν στους κατηγορουμένους Χ8, Χ7, Χ12, Χ11 και Χ13 με την απαλλαγή τους παράνομο όφελος. Έτσι με βάση τα παραπάνω ως προς τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 ΠΚ, ο κακουργηματικός χαρακτήρας του οποίου διατηρείται, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του παραπάνω σκοπού εκ μέρους τους και χωρίς να συνδέεται άμεσα με την τέλεση ή μη του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος που αποδίδεται στις κατηγορούμενες ΓΓ, Χ2, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίες τελικά μετείχαν στη σύνθεση των ως άνω Δικαστηρίων, μετά τον ορισμό τους με τον πιο πάνω τρόπο. Επομένως, ως προς την περίπτωση της κληρώσεως της 11-12-2002, από τα όσα προαναφέρθηκαν, εκτιμώμενα υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 177 ΚΠοινΔ ηθικής και κατά συνείδηση αξιολόγησης των αποδείξεων, προκύπτουν για τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 σοβαρές ενδείξεις ενοχής, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να παραπεμφθούν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1β,313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστούν για τις αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας με σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Περαιτέρω προέκυψε ότι την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004 εκδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης υπόθεση με κατηγορουμένους τους Χ5, Χ6 και ΚΚ, κατοίκους ... Νομού ... , από τους οποίους οι πρώτος και τρίτος ήσαν κρατούμενοι στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, παράνομη κατοχή όπλου και παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου. Ειδικότερα δε καθόσον αφορά στις δύο πρώτες από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις αυτοί κατηγορούνταν για το ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας άλλοτε από κοινού όλοι και άλλοτε από κοινού οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, τέλεσαν από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και δη: Α)Όλοι οι κατηγορούμενοι (Χ5, Χ6 και ΚΚ),στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, κατείχαν, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσίαση, ναρκωτικά. Συγκεκριμένα στη μονοκατοικία του πρώτου απ' αυτούς (Χ5), που βρίσκεται στην ... Νομού ..., στις 14-12-2002, κατείχαν από κοινού, δηλαδή η μεν δεύτερη από αυτούς (Χ6), η οποία συμβίωνε και συγκατοικούσε με τον πρώτο (Χ5), ο δε τρίτος απ' αυτούς φιλοξενείτο από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στην προαναφερόμενη κατοικία του πρώτου από αυτούς και όλοι μαζί είχαν στη φυσική τους εξουσίαση ναρκωτικά και δη ποσότητα(69,20) γραμμαρίων ηρωϊνης, επιμερισμένη σε επτά (7) μικρότερες συσκευασμένες ποσότητες, έτοιμες προς μεταπώληση, βάρους (10,10 + 9 + 10 + 10,30 + 10,10 + 9,90 + 9,80) γραμμαρίων, επιμελώς κρυμμένες σ' ένα βάζο, στην ισόγεια-αποθήκη της προαναφερόμενης κατοικίας του Χ5. Β) Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ5 και Χ6) ενεργώντας από κοινού στον παρακάτω τόπο και σε διαφορετικούς χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και ατομικά καθένας και με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, δηλαδή αγορά- κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την περαιτέρω πώληση σε τρίτους, αγόρασαν ενεργώντας ατομικά και από κοινού καθένας, διάφορα περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) και έγιναν με κάθε τρόπο δικαιούχοι αυτών των περιουσιακών στοιχείων με έσοδα που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: 1) Στην ... του Νομού ..., στις 29-6-2001, ενεργώντας ατομικά και από κοινού καθένας, αγόρασαν και απέκτησαν κατά κυριότητα με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου MERCEDES 190,1997 κυβικών εκατοστών, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την παραπάνω εγκληματική δραστηριότητα. 2) Στην ... του Νομού ..., το Νοέμβριο του 2002, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν συγκύριοι και συνδικαιούχοι κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου καθένας του χρηματικού ποσού των 26.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσαν στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Και 3) Στην ... του Νομού ..., στις 4-3-1997, ενεργώντας από κοινού και ατομικά ο καθένας, έγιναν κύριοι από κοινού ενός οικοπέδου, που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... στην ..., στο οποίο ανήγειραν με την υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ..., διώροφη οικοδομή-μονοκατοικία με υπόγειο, υπερπολυτελούς κατασκευής, με διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση εσόδων τους, που προέρχονται από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα. Στη σύνθεση του παραπάνω Δικαστηρίου στις 26 και 27-1-2004, μετείχε ως Προεδρεύων Εφέτης ο κατηγορούμενος Χ1, ενώ ο κατηγορούμενος Χ4, δικηγόρος, κάτοικος ..., παραστάθηκε ως συνήγορος υπερασπίσεως των πιο άνω κατηγορουμένων Χ5 και Χ6. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 127/26 και 27-1-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Χ5, Χ6 και ΚΚ για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ενώ κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος αυτών Χ5 για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής όπλου και παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως Προεδρεύων του πιο πάνω Δικαστηρίου, κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, αφ' ενός μεν δεν επεδίωξε κατά τη διαδικασία να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αφ' ετέρου δε έδωσε απαλλακτική ψήφο, με συνέπεια λόγω και της απαλλακτικής ψήφου των άλλων δύο μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου, να κηρυχθούν αθώοι οι ως άνω κατηγορούμενοι για τις προαναφερόμενες πράξεις. Πλην όμως από το όλο αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως ουδόλως δικαιολογείτο η απαλλακτική αυτή κρίση, καθόσον υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που οδηγούσαν σε αντίθετο συμπέρασμα. Έτσι, ο κατηγορούμενος αυτός, κατά το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ενήργησε όχι με βάση την αρχή της νομιμότητας, αλλά αυθαίρετα και υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της λογικής, οι ενέργειες του δε αυτές επικαλύπτονται από δόλο παράβασης των καθηκόντων του και προσπορισμού οφέλους στους πιο πάνω κατηγορουμένους. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 κατά παράβαση του καθήκοντος αμεροληψίας και αντικειμενικότητας ανέγραψε στο αιτιολογικό της ως άνω απαλλακτικής αποφάσεως: α) ότι τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία αποτελούν προϊόν σκληρού κόπου και μόχθου, ενώ αυτά δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα των κατηγορουμένων, β) ότι ουδέποτε είχε ακουστεί ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν σχέση με ναρκωτικά, ενώ από το αποδεικτικό υλικό προέκυπτε γνώση των αστυνομικών αρχών ότι αυτοί σχετίζονται με ναρκωτικά, δεδομένου ότι υπήρχαν πληροφορίες ότι στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου Χ5 γίνεται διακίνηση ναρκωτικών από τον ίδιο, τη γυναίκα του και έναν Αλβανό που έμενε μαζί τους, γ) ότι η αποθήκη βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού και ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτήν, οποιοσδήποτε διερχόταν από εκεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού η αποθήκη ήταν δίπλα στο σπίτι και η ποσότητα των ναρκωτικών (69 γραμμάρια ηρωϊνης) είναι μεγάλη και ένας χρήστης δεν θα διακινδύνευε να τα κρατήσει εκεί, δ) ότι η τοποθέτηση των ναρκωτικών στο σημείο που δέχθηκε η απόφαση ήταν έργο άλλων ατόμων και πιθανότατα των ΛΛ και ΜΜ, που εξετάστηκαν ως μάρτυρες, ενώ αυτοί δεν είχαν καταθέσει κάτι τέτοιο και ακόμη, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 ως Προεδρεύων δέχθηκε τα παραπάνω, παρέλειψε να ενεργήσει, όπως ήταν υποχρεωμένος κατά τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης είχε ανακύψει γεγονός που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως. Ο πιο πάνω κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, ενόψει της δηλώσεως του Εισαγγελέα της έδρας προς το μάρτυρα ΛΛ κατά την οποία "επέστησε την προσοχή του ότι αυτά που αναφέρει κατά την κατάθεση του είναι ποινικά αδικήματα που μπορούν να επισύρουν την ποινική δίωξη για τον ίδιο και για άλλους που πιθανόν αυτός αναφέρει στην κατάθεση του", του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο Εισαγγελέας της έδρας είχε αναλάβει την υποχρέωση και θα έπραττε τα δέοντα. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του πιο πάνω κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ ρητά και με σαφήνεια καθιερώνεται υποχρέωση του Προεδρεύοντος δικαστή να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με σχετικά έγγραφα. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΜΜ, αρχικός δικηγόρος των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6, στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο Χ5 ζητούσε απ' αυτόν επιμόνως να του παράσχει τη διαβεβαίωση ότι η κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν γι' αυτόν απαλλακτική. Πλην όμως τέτοια διαβεβαίωση δεν μπορούσε να παράσχει ο παραπάνω μάρτυρας, δεδομένου ότι θεωρούσε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν του επέτρεπαν κάτι τέτοιο, οπότε ο Χ5 την 23-4-2003 του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να είναι υπερασπιστής του και παραστάθηκε στη δίκη με δικηγόρο τον ένατο κατηγορούμενο Χ4. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος Χ1 παρέβη το καθήκον αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, διαστρέφοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τους πιο πάνω κατηγορουμένους με την αθώωση τους και ως εκ τούτου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του. Επομένως, πρέπει αυτός να παραπεμφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1β', 313 του ΚΠοινΔ, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέπεμψε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως, κατά μόνας και από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες ορθώς, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, έγινε η υπαγωγή τούτων στην ποινική διάταξη του άρθρου 242 §§ 1, 3 του Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Συμβούλιο χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς προσδιορίζονται και επαρκώς αιτιολογούνται, μεταξύ των άλλων, ο σκοπός των αναιρεσειόντων να προσπορίσουν σε άλλους περιουσιακό όφελος και να προκαλέσουν αντίστοιχη ζημία σε βάρος άλλων, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως, για την οποία παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες, του παράνομου οφέλους και της ζημίας, συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ και τέλος ο τρόπος δράσης κάθε αναιρεσείοντος. Ακόμη από το περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για την πράξη που προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα,( καταθέσεις όλων των μαρτύρων, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, στις οποίες περιλαμβάνεται και το απολογητικό τους υπόμνημα),ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος να γίνει χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Εξάλλου δεν εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια η λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτής και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων.
Συνεπώς οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ β' και δ' του ΚΠΔ, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι: 1) τα πρακτικά κληρώσεων αποτελούν έγγραφα εσωτερικής υπηρεσίας, 2) δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία παραπέμπονται, του οφέλους και της ζημίας, 3) δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του γραμματέα της έδρας ΞΞ και το απολογητικό τους υπόμνημα, είναι αβάσιμες. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού υπάρχει αντίφαση, διότι η αναγραφή στο πρώτο οι κατηγορούμενοι πρέπει να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη "της κατάχρησης εξουσίας" αντί του ορθού της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος, οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε κατά το οποίο, με την, κατ' επίφαση, επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, για έρευνα, άλλοι παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και οι αιτήσεις αναιρέσεως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
Η πράξη της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 και φέρεται ότι τελέστηκε την 26 και 27 Ιανουαρίου 2004, υπέπεσε ήδη (μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος) σε παραγραφή, αφού από της τελέσεως της μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής.
Συνεπώς, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει ένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του χρόνου της παραγραφής, να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, το 1473/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς την πράξη της παράβασης καθήκοντος, που αποδίδεται στον πρώτο αναιρεσείοντα, Χ1, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη στις 26 και 27 Ιανουαρίου 2004 και
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για την παραπάνω πράξη.
Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
Απορρίπτει τις από 11-2-2009 και 16-2-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του παραπάνω βουλεύματος. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος. Παράβαση καθήκοντος. Έγγραφο και τα πρακτικά κλήρωσης συνθέσεως Δικαστηρίου. ΠΟΠΔ για παράβαση καθήκοντος λόγω παραγραφής. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αναιρεί κατά ένα μέρος ως προς τη διάταξη παράβασης καθήκοντος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.
| 2
|
Αριθμός 1708/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Δημήτριο Τίγγα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 8472/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μοσχοβάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ,Δ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, xωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ, 1 και 17Β ΚΠΔ. Η υποχρέωση αιτιολογίας εκτείνεται σε όλες αναιξαιρέτως τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, όπως και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σκέψεις οι οποίες, προβαλλόμενες κατά τρόπο σαφή και. ορισμένο, τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας καταλογισμού ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής και δεν αποτελούν απλώς άρνηση της κατηγορίας ή υπερασπιστικό επιχείρημα. Αν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη) συνιστά έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ.2 Κ.Π.Δ.) και ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β περ. β λόγο αναιρέσεως. Δεν υπάρχει όμως ανάγκη αιτιολογίας του δόλου, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των συγκροτούντων το έγκλημα περιστατικών και προκύπτει από αυτή, εκτός εάν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο ειδικός δόλος. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, το Εφετείο, μετά την εκφώνηση του ονόματος της αναιρεσείουσας και τη μη εμφάνισή της, δέχθηκε την εκπροσώπησή της από τον εξουσιοδοτημένο από αυτή δικηγόρο Κων. Παπαδάκη, ο οποίος στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, προβάλλοντας ασθένεια της αναιρεσείουσας και προσκομίζοντας ιατρική βεβαίωση του χειρουργού ορθοπεδικού-τραυματιολόγου Ε.Μελετέα, αίτημα το οποίο απέρριψε το Εφετείο με την εξής αιτιολογία: ¨Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αφού η δεύτερη κατηγορουμένη εκπροσωπείται πλήρως από το συνήγορό της και θεωρείται παρούσα και αφού υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού (κατά τις παραδοχές του) η αναιρεσείουσα προ της υποβολής του αιτήματος αναβολής της δίκης είχε αναθέσει σε νομίμως εξουσιοδοτημένο από αυτή δικηγόρο να την εκπροσωπήσει, συναινώντας να διεξαχθεί η δίκη χωρίς την παρουσία της. Ειδικότερα το αίτημα αναβολής για να παραστεί η ίδια η αναιρεσείουσα στη δίκη είναι ανακόλουθο (και αντιφατικό) υποβαλλόμενο αμέσως μετά τη δήλωση ότι η ίδια η αναιρεσείουσα έχει εξουσιοδοτήσει δικηγόρο να την εκπροσωπήσει σε όλη τη διάρκεια της δίκης, ενώ επί πλέον είναι και αόριστο, καθ'όσον δεν προσδιορίζεται το είδος, η βαρύτητα και η πιθανή διάρκεια του προβαλλόμενου κωλύματος (ασθένειας) της αναιρεσείουσας ως λόγου αναβολής ή διακοπής της δίκης. Επομένως όσα αντιθέτως προβάλλονται με τον πρώτο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα σε φυλάκιση τριών (3) μηνών (με αναστολή επί τριετία) για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, το Εφετείο, με μνεία κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος είναι οικογενειακός φίλος με την δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 (αναιρεσείουσα) που είναι σύζυγος του εγκαλούντος μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντος, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση από το έτος 2000, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ψευδορκίας μάρτυρα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια αθέμιτα. Συγκεκριμένα, στις 6-11-2001 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου κατά την διενέργεια προανάκρισης επί εγκλήσεως της δεύτερης κατηγορουμένης κατά του ως άνω εγκαλούντος συζύγου της, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο μηνυόμενος έχει υποχρεωθεί σε καταβολή διατροφής 100.000 δραχμών μηνιαίως, την οποία επί τέσσερις μήνες αρνείται να της καταβάλει. Έχω ακούσει ότι λέει ότι προτιμά να πάει φυλακή παρά να της τα δώσει ... Πέραν της διατροφής της έχει επιδικασθεί και το ήμισυ του μισθώματος για ακίνητο στην ... εκ δρχ. 50.000, το οποίο δεν της το έχει δώσει καθόλου...Η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας έγινε από τον ίδιο, είναι όμως σίγουρα μεγαλύτερη ... Στο πρώτο Δικαστήριο ο μάρτυράς του είπε ότι τα καταβάλλει αυτά τα χρήματα ενώ στο δεύτερο που έγινε μέσα Οκτωβρίου παραδέχθηκε ότι δεν τα δίνει ..." και στις 1-10-2001, κατά την συζήτηση της αγωγής διατροφής της δεύτερης κατηγορουμένης κατά του ως άνω εγκαλούντος συζύγου της, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέθεσε μεταξύ άλλων για τον εγκαλούντα ότι "... ο εναγόμενος βγάζει 25.000.000 δραχμές το μήνα ...", ενώ όλα τα ως άνω γεγονότα που κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στις 6-11-2001 και στις 1-10-2001 ήταν και είναι ψευδή και αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους, αφού συνδέεται με την δεύτερη κατηγορουμένη με μακροχρόνια οικογενειακή φιλία και γνώριζε ότι η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών, που όπως προαναφέρθηκε βρίσκεται σε διάσταση με την δεύτερη κατηγορουμένη και σύζυγο του, κατέβαλλε κανονικά στην τελευταία την διατροφή που της είχε επιδικασθεί από το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 6305/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μάλιστα αυτός της κατέβαλλε διατροφή και πριν από την έκδοση της ως άνω απόφασης, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την με αριθμό 6187/2005 απόφαση του που αθώωσε τον εγκαλούντα για παράβαση της υποχρέωσής του προς διατροφή της δεύτερης κατηγορουμένης και ότι επομένως ουδέποτε αρνήθηκε να της καταβάλλει την διατροφή της, όπως γνώριζε και ότι ουδέποτε ο εγκαλών ανέφερε ότι προτιμά να πάει φυλακή παρά να καταβάλει στην δεύτερη κατηγορουμένη την επιδικασθείσα σε αυτήν διατροφή αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο εγκαλών κατέβαλε πάντοτε την διατροφή στην δεύτερη κατηγορουμένη. Επίσης γνώριζε ότι δεν έχει επιδικασθεί με κάποια δικαστική απόφαση στην δεύτερη κατηγορουμένη το ήμισυ του μισθώματος ακίνητο (ιατρείο) στην ... από 50.000 δραχμές, όπως ψευδώς κατέθεσε αυτός, αλλά ότι το ως άνω ποσό των 50.000 δραχμών μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο μισό της μισθωτικής αξίας του που ανέρχεται σε 100.000 δραχμές μηνιαίως, ενόψει του ότι το ακίνητο αυτό ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου στην κυριότητα της δεύτερης κατηγορουμένης και κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον εγκαλούντα σύζυγο της και το χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο τελευταίος ως ιατρείο, το κατέβαλλε πάντοτε αυτός από μόνος του στην δεύτερη κατηγορουμένη και μάλιστα από το χρόνο της αγοράς του ως άνω ιατρείου, την δε μισθωτική αξία του ακινήτου αυτού δεν την είχε καθορίσει μόνος του ο εγκαλών, όπως ψευδώς κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, αλλά την είχαν καθορίσει από κοινού ο εγκαλών με την δεύτερη κατηγορουμένη και σύζυγό του με συγκριτικό στοιχείο άλλο ακίνητο της ίδιας πολυκατοικίας, όπως άλλωστε δέχθηκε και η με αριθμό 6305/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αθωώθηκε ο εγκαλών με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 6187/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την πράξη της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, για την οποία και τον είχε μηνύσει η δεύτερη κατηγορουμένη. Επίσης γνώριζε ότι ο μάρτυρας του εγκαλούντος δεν είχε δώσει αντιφατικές καταθέσεις και ότι τα εισοδήματα του εγκαλούντος, ο οποίος είναι ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, ανέρχονταν για τον χρόνο που κατέθεσε αυτός ως μάρτυρας στο ποσό των 18.000.000 δραχμών ετησίως και όχι, όπως ψευδώς κατέθεσε, στο ποσό των 25.000.000 δραχμών μηνιαίως. Κατά συνέπεια, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος όταν κατέθεσε ενόρκως τόσο στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και τα κατέθεσε μετά από πρόκληση σ'αυτόν της απόφασης να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας τα ως άνω ψέματα και να αποκρύψει την αλήθεια από την δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία ενεργώντας με πρόθεση και αξιοποιώντας το γεγονός της μεταξύ τους μακροχρόνιας οικογενειακής φιλίας, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις τον έπεισε να προβεί στην ως άνω πράξη της κατ' εξακολούθηση ψευδορκίας προκειμένου να ωφεληθεί η ίδια, τόσο με την επιδίκαση υπέρ αυτής, ανάλογα με το μηνιαίο εισόδημα του εγκαλούντος, του κατά το δυνατόν μεγαλύτερου ποσού διατροφής, όσο και επιτυγχάνοντας την καταδίκη του συζύγου της και ήδη εγκαλούντος για την μη καταβολή επιδικασθείσας διατροφής. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της κατ' εξακολούθηση ψευδορκίας μάρτυρα που κατηγορείται και η δεύτερη κατηγορούμενη έχει τελέσει την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κατ' εξακολούθηση ψευδορκία μάρτυρα από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου και γιαυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι μέχρι τότε που τέλεσαν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γιαυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι αυτοί μέχρι τότε που τέλεσαν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού κήρυξε ένοχο ψευδορκίας κατ'εξακολούθηση τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, κήρυξε επίσης ένοχη και την αναιρεσείουσα ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία, ήτοι για το ότι αυτή "κατά τους ανωτέρω τόπους και χρόνους (στο ... στις 6-11-2001 και στην ... την 1-10-2001), με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο (κατηγορούμενο) την απόφαση να εκτελέσει την ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενη πράξη, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις γι'αυτό το σκοπό, προκειμένου να επιδικαστεί υπέρ αυτής το κατά το δυνατόν μεγαλύτερο ποσό διατροφής, καθώς επίσης να επιτύχει την καταδίκη του συζύγου της και ήδη εγκαλούντος για την μη καταβολή αυτής". 'Ετσι, όπως έκρινε το Εφετεί, διέλαβε στο σκεπτικό του, όπως συμπληρώνεται με το διατακτικό του, την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατ'εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 α, 98, 224 παρ.1, 2 και 227 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ'όσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τρόπο σαφή και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις: α) Τα ψευδή και εν γνώσει της αναληθείας τους γεγονότα, τα οποία κατέθεσε, εξεταζόμενος ενόρκως δύο φορές ως μάρτυρας, ο φυσικός αυτουργός της ψευδορκίας Χ2, σε σχέση με υπόθεση διατροφής της αναιρεσείουσας από τον εν διαστάσει σύζυγό της, β) η γνώση της αναιρεσείουσας ότι τα κατατεθέντα ενόρκως από το φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας ήταν ψευδή, επειδή αναφέρονται σε περιουσιακά ζητήματα της ίδιας και του συζύγου της και στη μη πλημμελή εκπλήρωση από το σύζυγό της της υποχρεώσεώς του προς διατροφή αυτής, γ) η από την αναιρεσείουσα πρόκληση της απόφασης στο φυσικό αυτουργό να τελέσει ψευδορκία κατ'εξακολούθση με το ως άνω περιεχόμενο. δ) τα μέσα που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα για να πείσει τον "οικογενειακό της φίλο" και πρόθυμο να τη συνδράμει για την επιδίκαση από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο μεγαλύτερου όσο το δυνατόν ποσού διατροφής υπέρ αυτής και σε βάρος του συζύγου της ως άνω φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας, δηλαδή την πειστική επιχειρηματολογία της και την επιμονή της, στις οποίες συνήθως μειώνονται οι ηθικές και άλλες αντιστάσεις εκείνων που επιθυμούν να βοηθήσουν φιλικά τους πρόσωπα. Επομένως όσα, με τους εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, αντιθέτως προβάλλει η αναιρεσείουσα: α) ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση και β) δεν προσδιορίζει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία αυτή (αναιρεσείουσα) έπεισε το φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας να διαπράξει το αδίκημα αυτό, είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 510 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτα.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ, 1 κοί 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντας αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παρ, 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς (Ολ. Α,Π, 1/2008) Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ,1 ΚΠΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην αναιρεσείουσα επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα, στο οποίο καθορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια τόσο η στο φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας αποδιδόμενες τότε πράξεις όσο και η στην αναιρεσείουσα αποδιδόμενη πράξη της ηθικής αυτουργίας στις ίδιες πράξεις ψευδορκίας, όπως ανωτέρω, αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτές αναδιατυπώνονται, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία ως προς το εύρος του αντικειμένου της ηθικής αυτουργίας της αναιρεσείουσας εκ του ότι για τις δύο κατ'εξακολούθηση πράξεις ψευδορκίας χρησιμοποιείται στο αφορόν την αναιρεσείουσα μόνον σκέλος του κλητηρίου θεσπίσματος, η περίφραση "ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενη πράξη", αφού είναι ολοφάνερο ότι με τον τρόπο αυτό γίνεται αναφορά σε ό,τι περιλαμβάνει η υπό στοιχείο 1 κατηγορία για το φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας, δηλαδή ότι καλύπτει η ηθική αυτουργία της αναιρεσείουσας αμφότερες τις επί μέρους πράξεις του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος ψευδορκίας του φυσικού αυτουργού. Τον ισχυρισμό περί ακυρότητας (λόγω αοριστίας) του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού προέβαλε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, τον επανέφερε με λόγο έφεσης η αναιρεσείουσας και το Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεν παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα για παράβαση διατάξεως που αφορούσε την υπεράσπιση της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσα. Επομένως όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, ότι είναι αόριστο το κλητήριο θέσπισμα λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένης πράξης του φυσικού αυτουργού της ψευδορκίας και του τρόπου και των μέσων που χρησιμοποίησε αυτή ως ηθικός αυτουργός για να πείσει εκείνον να τελέσει τις πράξεις του, πέραν της χρησιμοποιούμενης στο κλητήριο θέσπισμα "στερεότυπης διατύπωσης "χρησιμοποιώντας πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις" που δεν αρκούν", κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμα.
Το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας; ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το δίκασαν Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ενοχή ή αθωότητα της έγγραφα, τα οποία φέρονται μεν ως αναγνωσθέντα στη σελίδα 10 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι α) Η από 6-11-2001 ένορκη εξέταση β) πρακτικά συνεδρίασης 1-10-2001 Μον. Πρωτ. Αθηνών, γ) Η από 20-11-2000 κατάσχεση εις χείρας τρίτου δ) 9 και 10 γραμμάτια εισπράξεως Τραπέζης Εργασίας ε) Η από 3-4-2000 αίτηση στ) Η υπ'αρ. 1971 από 6-12-2000 δήλωση τρίτου ζ) Το από 26-5-2000 σημείωμα Ψ, των οποίων όμως εγγράφων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην απόφαση η ταυτότητα και έτσι η απόφαση στερείται της απαιτούμενης σαφούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι το έγγραφο αυτό (και όχι κάποιο άλλο) αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος προσδιορισμός της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, παρά την ελλιπή αναφορά του τίτλου του καθενός εξ αυτών, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους. Άλλωστε, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων, αφού δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους ως άνω προσδιορισμούς. Επομένως και ο υπό στοιχείο 3 τελευταίος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚποινΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αρ/158/2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 8472/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών σε ΙΚΑ. Γραφικές παραδρομές ως προς τα οφειλόμενα στο ΙΚΑ ποσά, μετά αφαίρεση μέρους της οφειλής που υπέκυψε σε παραγραφή, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία, εφόσον οι επί μερους πράξεις προσδιορίζονται σαφώς και το αιτιολογικό συμπληρώνεται με το διατακτικό. Ανεπαρκής αιτιολογία της αποφάσεως για τον καθορισμό του ύψους της ποινής δεν υφίσταται από την παράλειψη διαγραφής στο έντυπο των λέξεων "ή το βαθμό της αμέλειας" μετά την πρόταση ότι το δικαστήριο "έλαβε υπόψη του την ένταση του δόλου του κατηγορουμένου", εφόσον πρόκειται για αδικήματα από δόλο τελεσθέντα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 1711/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καλουτσάκη και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 6143/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Πολιτικώς Ενάγoντος Ψ, κάτοικου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράπτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21.5.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 817/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή ...", προκύπτει ότι η αναβολή της δίκης απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου, η απόφασή του όμως πρέπει να είναι αιτιολογημένη ειδικά και εμπεριστατωμένα. Όμως, το δικαστήριο, αντί αναβολής, και στην περίπτωση προβολής σημαντικού αιτίου αναβολής της δίκης, έχει τη δυνητική κατά την κρίση του ευχέρεια, να διατάξει τη διακοπή της δίκης, για το λόγο αυτό έως 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Η ως άνω διακοπή της δίκης, προ της ενάρξεως της δίκης, διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 375 του ΚΠοινΔ διακοπή συνεδριάσεως, για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάζεται κατά τη διαδικασία, και πρέπει να προτιμάται από την αναβολή, κατ'επιταγή και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη που πρέπει να περατώνεται μέσα σε σύντομο χρόνο, όταν μάλιστα το προβαλλόμενο σημαντικό αίτιο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη διακοπή της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, επί του υποβληθέντος σε αυτό, στην αρχή της διαδικασίας, στις 19-9-2008 αιτήματος των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης "λόγω σημαντικού αιτίου απουσίας του συνηγόρου τους Φωτίου Μήτση, απασχολημένου ενώπιον άλλου δικαστηρίου, στο οποίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ο πρώτος κατηγορούμενος", απέρριψε το αίτημα αυτό και διέκοψε τη δίκη για την 24-9-2008, με το παρακάτω αιτιολογικό: "1.- Επειδή, κατ' αρθ. 349 εδ. α', γ' και ζ' ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, τα οποία προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον, εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση, ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Η αναβολή δε, γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σ' αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες.- 2.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι δήλωσαν στο Δικαστήριο, ότι έχουν διορίσει ως συνήγορο υπερασπίσεώς τους τον Δικηγόρο Αθηνών Φώτιο Μήτση, ο οποίος έχει μελετήσει τη δικογραφία και έχει στην κατοχή του τα σχετικά έγγραφα. 'Οτι αυτός δεν μπορεί να παρασταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο, δεδομένου, ότι παρίσταται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, στο οποίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ο πρώτος από αυτούς, Χ1. Για το λόγο δε αυτό, ζητούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι την αναβολή της δίκης. Ο λόγος αυτός κρίνεται ως αβάσιμος από το Δικαστήριο, το οποίο έχει τη γνώμη, ότι το σημαντικό αυτό αίτιο μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη διακοπή της υποθέσεως για τη ρητή δικάσιμο της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, κατά την οποία οι κατηγορούμενοι πρέπει να προσέλθουν, όπως και οι παριστάμενοι μάρτυρες και οι παράγοντες της δίκης και ώρα 09.00'.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας με παρόντες τους κατηγορουμένους Χ1, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο ... .
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής και
Διακόπτει την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης για τη ρητή δικάσιμο της 24.9.2008 και ώρα 09.00'".
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και τις άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής και δέχθηκε ότι το προβαλλόμενο ως σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, που ήταν το κώλυμα απασχολήσεως του συνηγόρου των κατηγορουμένων σε άλλη δίκη του πρώτου τούτων, μπορούσε να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης επί 5 ημέρες και διέκοψε τη δίκη από 19-9-2008 για την 24-9-2008, ότε και επαναλήφθηκε η διαδικασία και παρέστη κανονικά ο άνω μη κωλυόμενος πλέον συνήγορος των κατηγορουμένων, χωρίς κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο εν λόγω συνήγορος να επανέλθει στο αίτημα αναβολής ή να δηλώσει ότι δεν έχει προετοιμάσει την υπεράσπιση των πελατών του κατηγορουμένων, ζητώντας εκ νέου αναβολή ή δεύτερη διακοπή της δίκης και η δίκη συνεχίστηκε κανονικά. Άρα, ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα των κατηγορουμένων παραβιάστηκε, ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.3 του ΔΣΑΠΔ, ούτε το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, ούτε συντρέχει έλλειψη ακροάσεως, αφού το δικαστήριο απάντησε και απέρριψε επαρκώς αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής της δίκης και τη διακοπή της δίκης μπορούσε να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως, αδιάφορα του ότι δεν είχε υποβληθεί σχετικό επικουρικό αίτημα διακοπής. Επομένως οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ, Η του ΚΠοινΔ 7ος λόγοι αναιρέσεως του πρώτου των αιτούντων και 10ος της δεύτερης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
2.- Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 343 παρ.1 του ΚΠοινΔ, ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι μετά την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση " ζητεί από τον κατηγορούμενο γενικές πληροφορίες για την πράξη για την οποία κατηγορείται, υπενθυμίζοντάς του ταυτόχρονα ότι θα απολογηθεί αφού τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία ...". Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει(σελ. 3), ότι προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ απορρίφθηκε αίτημα αμφοτέρων των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης και διεκόπη η δίκη από 19-9-2008 για την 24-9-2008 για να προσέλθει ο έχων κώλυμα εμφανίσεως συνήγορός τους, ο προεδρεύων στις 24-9-2008 που επαναλήφθηκε η διακοπείσα διαδικασία, είπε στους κατηγορουμένους, που παρίσταντο πλέον μετά διορισθέντος υπό των ιδίων κοινού συνηγόρου, "να προσέξουν τις εναντίον τους κατηγορίες, για να απολογηθούν, όταν έλθει η ώρα των απολογιών τους. Συγχρόνως δε, τους πληροφόρησε, ότι έχουν το δικαίωμα να αντιτάξουν στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών τους, καθώς επίσης και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου", οι κατηγορούμενοι δε τελικά απολογήθηκαν στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, από το ότι ο προεδρεύων του Δικαστηρίου, μετά την απαγγελία της κατηγορίας, δεν τους ανακοίνωσε, κατά τις απόψεις τους, τα κατά το άρθρο 343 και 423 ΚΠοινΔ δικαιώματα αυτών, να ζητήσουν αναβολή της δίκης και να διορίσουν συνήγορο υπερασπίσεως και ότι θα απολογηθούν στο τέλος, αφού αυτοί παρέστησαν με συνήγορο, ζήτησαν αναβολή της δίκης, κατέθεσαν δε και χωριστά έγγραφους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, από σελίδες συνολικά 195, περιέχοντας πλην άλλων, και νέο αίτημα αναβολής της δίκης και εναντίωση στην πρόοδο της δίκης, από δε την προαναφερθείσα περικοπή των ανακοινώσεων του προεδρεύοντος σε αυτούς " ότι θα απολογηθούν όταν θα έλθει η ώρα των απολογιών", σαφώς σημαίνει και νοείται ότι τους ανακοινώθηκε ότι η απολογία τους θα γίνει στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως και έγινε και έτσι ο σχετικός 5ος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και 7ος της δεύτερης αναιρεσείουσας, από τα άρθρα 171 παρ.1 δ, 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, 6 ΕΣΔΑ και 14 ΔΣΑΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντας αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παρ. 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 539/1989). Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠοινΔ προσφυγής ή προβληθείσες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην ανάκριση ή προανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (Ολ. ΑΠ 1/2008). Επίσης, ακυρότητα της προδικασίας προβάλλεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Εξάλλου, εφόσον προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακυρότητα της προδικασίας μη καλυφθείσα και αυτή απορριφθεί από το δικαστήριο, η ιδία ακυρότητα, θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, ώστε να κριθεί από το Εφετείο στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 502 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, άλλως καλύπτεται και δε μπορεί να επαναφερθεί στο ακροατήριο του Εφετείου.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 462 επόμ., 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.2, 484, 502 παρ.2, 509 παρ.1 α και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει: 1) ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλομένων λόγων στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως που προτείνει ο εκκαλών και 2) ότι στην έκθεση εφέσεως με την οποία διώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οιασδήποτε συμπληρώσεως ή προσθέτων λόγων εφέσεως στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, για "δίκαιη δίκη", καθιερώνεται πλην άλλων και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Όμως το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις πρoϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Παρέπεται ότι το κράτος, θεσπίζοντας το ένδικο μέσο της εφέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, οι οποίες αφορούν τους τύπους, ήτοι τους όρους του παραδεκτού και τις προθεσμίες της εφέσεως, οι οποίοι και δεν αναιρούν το δικαίωμα προσφυγής και πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι εκθέτουν με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, τα παρακάτω: Κατόπιν μηνύσεως του Ψ, διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση, την οποία διενήργησε και περάτωσε η 21η Πταισματοδίκης Αθηνών. Στη συνέχεια, κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη και χωρίς ουδεμία ενημέρωσή τους, παρέπεμψε και τους δύο κατηγορουμένους σε δίκη με επιδοθέν σε αυτούς από 20-3-2006 κλητήριο θέσπισμα. Οι κατηγορούμενοι, άσκησαν την από 6-4-2006 αυτοτελή αίτησή τους ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου, ισχυριζόμενοι ότι δεν περατώθηκε νόμιμα η άνω προκαταρκτική εξέταση, αλλά τους επιδόθηκε ταυτάριθμο με το πρώτο το από 12-5-2006 δεύτερο κλητήριο θέσπισμα. Οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν και δεύτερη αίτηση ακυρότητας της προδικασίας ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου και προσφυγή, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατ'άρθρον 322 ΚΠοινΔ, κατά της απ'ευθείας παραπομπής και κλήσεώς τους σε δίκη, παρά τις άνω ακυρότητες της προδικασίας, πλην η προσφυγή τους αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη και παραπέμφθηκαν σε δίκη αμετάκλητα. Οι κατηγορούμενοι κατά την εμφάνισή τους ενώπιον του πιο πάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλαν την ένσταση απαραδέκτου εισαγωγής της υποθέσεως σε δίκη, για το λόγο ότι δεν είχε εκδοθεί ακόμα απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, επί των ως παραπάνω εκκρεμών αιτήσεών τους για ακυρότητα της προδικασίας, λόγω μη γνωστοποιήσεως των εναντίον τους κατηγοριών, που εκκρεμούν και δεν έχει εκδοθεί ακόμα απόφαση επ'αυτών από το δικαστικό συμβούλιο. Πλην το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθμ. 72836/2006 απόφασή του, απέρριψε τη σχετική ένσταση των κατηγορουμένων και προχώρησε σε καταδίκη αυτών. Ότι αυτοί (οι κατηγορούμενοι) άσκησαν εφέσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επανέφεραν τις ως άνω ενστάσεις τους για ακυρότητα της προδικασίας και για ακυρότητες των δύο κλητηρίων θεσπισμάτων, πλην το δικαστήριο, απέρριψε τις ενστάσεις αυτές, με ελλιπή και εσφαλμένη αιτιολογία και κατ'εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, ότι δήθεν ο σχετικός λόγος εφέσεως ήταν απαράδεκτος ως αόριστος. Από τις με αριθ. 8500/2006 και 8499/2006 εκθέσεις εφέσεων των δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, προκύπτει, ότι εκτός από τον πρώτο λόγο εφέσεως, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, που παραπονούνται για το ότι απορρίφθηκε ο άνω δεύτερος λόγος εφέσεώς τους ως αόριστος και στη συνέχεια κηρύχθηκαν ένοχοι, διαλαμβάνουν στις εκθέσεις αυτές κατά λέξη και τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσείων, "... Επίσης διότι παρανόμως μου απερρίφθησαν οι από 21-12-2006 ενστάσεις μου και αιτήματά μου, τις οποίες υπέβαλα νομοτύπως και εμπροθέσμως προς εκδίκαση ως ειδικούς λόγους εφέσεως τους οποίους επανυποβάλλω προς εκ νέου εξ υπαρχής και κατ'ουσίαν. Επίσης ενώπιόν σας ως Εφετείο Αθηνών, με σκοπό να γίνουν οι έγγραφες αυτές παρανόμως απορριφθείσες ενστάσεις μου δεκτές κατ'ουσίαν". Η δεύτερη αναιρεσείουσα, "... Επίσης διότι παρανόμως μου απερρίφθησαν οι από 21-12-2006 έγγραφες ενστάσεις μου, αιτήματά μου, τις οποίες είχα καταθέσει νομοτύπως και εμπροθέσμως προς ουσιαστική δικαστική έρευνα και κρίση, αφού παρανόμως μου απερρίφθησαν και κατά κατάλυση νόμων".Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι οι παραπάνω λόγοι των εφέσεων απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, με το παρακάτω αιτιολογικό: "1.- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 473 §2, αρθ. 474 §2, 476 §2, 484 και 509 §1 εδ. α', 510 ΚΠοινΔ, οι λόγοι, οι οποίοι περιέχονται στην έκθεση περί ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να διατυπώνονται με ποινή απαραδέκτου κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα οποιασδήποτε συμπληρώσεως [βλ. ΟλομΑΠ 644/1985 ΠοινΧρ ΛΕ', 899 - ΑΠ 1197/1998 ΠοινΧρ ΜΘ', 673 - ΑΠ 1665/1994 ΠοινΧρ ΜΔ', 141 - ΑΠ 1478/ 1989 ΠοινΧρ Μ', 712 - ΑΠ 29/1989 ΠοινΧρ ΛΘ', 653 - ΑΠ 1397/1987 ΠοινΧρ ΛΗ', 121]. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι καθιερώνεται ο γενικός και επιτακτικός, για όλα τα ένδικα μέσα, κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, πρέπει να εκτίθενται στην ίδια την έκθεση ασκήσεως αυτού και οι κατ' ιδίαν λόγοι, για τους οποίους ασκείται το συγκεκριμένο ένδικο μέσο. Θα πρέπει, δηλαδή, στην έκθεση να εκτίθεται ένας τουλάχιστον λόγος, ο οποίος πρέπει να είναι και ορισμένος, δηλαδή να εξειδικεύει το ουσιαστικό ή νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ή την απόφαση. Επομένως, λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, έστω και αν αυτό μνημονεύεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, ή συμπληρώσεις επ' ακροατηρίου, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο με την αιτιολογία, ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της εκθέσεως του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, κατά το αρθ. 6 § 1 εδ. α' ΕΣΔΑ, η οποία, σημειωτέον, κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, ως εκ τούτου, έχει, σύμφωνα με το αρθ. 28 § 1 Συντ, υπερνομοθετική ισχύ "πάν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Σημειώνεται, ότι οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου συνιστούν μία απόπειρα προσδιορισμού της υπερκείμενης "δίκαιης δίκης", καθ' όσον αφορά στη διεξαγωγή των ποινικών υποθέσεων. Δεν πρόκειται για εξαντλητική αναφορά, αλλά για μία ενδεικτική περιγραφή ενός minimum εγγυήσεων υπέρ του κατηγορουμένου. 'Ομως, πέραν από αυτές, έχουν διαμορφωθεί και γίνει αποδεκτές από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και μία σειρά άλλων προϋποθέσεων της δίκαιης δίκης, οι οποίες, λόγω έλλειψης συγκεκριμένης αναφοράς τους στο σχετικό άρθρο, θεωρείται, ότι υπονοούνται στην § 1, δηλαδή στον όρο "όπως δικασθεί δικαίως" και ανάλογα με την περίπτωση, συνδυάζονται με κάποια άλλη διάταξη του ίδιου άρθρου. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι η ισότητα των όπλων, το δικαίωμα αυτοπρόσωπης παρουσίας του κατηγορουμένου, η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, καθώς επίσης και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Έτσι, η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί, όπως σημειώθηκε, και το δικαίωμα προσβάσεως στο αρμόδιο, καθ' ύλην και κατά τόπον, δικαστήριο [βλ. σχετ. Ι. Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης, εκδ. 2000, σελ. 7 - Χρ. Αργυρόπουλος, Η δικαιότητα της ποινικής δίκης, ΤιμΤομ Γ. Α. Μαγκάκη, εκδ. 1999" σελ. 431 επ. - Κων. Βουγιούκας, "Ισότης των όπλων" μεταξύ υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, πολιτικής αγωγής και κατηγορούσας αρχής, στο Δίκαιο και Πολιτική, τομ. 7 εκδ. 1984, σελ. 15 επ.]. Το δικαίωμα δε αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Εντεύθεν, παρέπεται, ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της εφέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, οι οποίες αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου μέσου και μάλιστα κατά τρόπο, ώστε να είναι σύμφωνος προς τις απορρέουσες από το αρθ. 6 § 1 εδ. α' ΕΣΔΑ εγγυήσεις. Σημειώνεται, ότι στην περίπτωση αυτή η ισχύουσα αρχή in doubio pro reo τίθεται υπέρ του προσφεύγοντος, με την έννοια, ότι οποιαδήποτε αμφιβολία, θα πρέπει να ερμηνεύεται, υπέρ τούτου, αφού στα πλαίσια εφαρμογής της ανωτέρω διεθνούς διατάξεως θα πρέπει να έχει μία δίκαιη πρόσβαση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει, αν ο λόγος του ενδίκου μέσου είναι παραδεκτός.
2.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον των κατηγορουμένων ασκήθηκε ποινική δίωξη 1) για τον πρώτο για α) ψευδή καταμήνυση, β) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και γ) για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο και 2) για τη δεύτερη για ψευδορκία μάρτυρα, κατεδικάσθηκαν δε αυτοί με την υπ' αριθ. 72836/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο μεν πρώτος σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, η δε δεύτερη σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι άσκησαν κατά της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως τις υπ' αριθ. 8500/2006 και 8499/2006 εφέσεις, αντίστοιχα, στις οποίες, πέραν του βασικού λόγου, με τον οποίο παραπονούνται για το ότι κηρύχθηκαν ένοχοι από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνουν τα εξής: Ο μεν πρώτος τούτων, ότι "... Επίσης και διότι παρανόμως μου απερρίφθησαν οι από 21.12.2006 έγγραφες ενστάσεις μου, αιτήματά μου, τις οποίες υπέβαλα νομοτύπως και εμπροθέσμως προς εκδίκαση ως ειδικούς λόγους εφέσεως, τους οποίους επανυποβάλλω προς εκ νέου εξ υπαρχής και κατ' ουσίαν επίσης ενώπιόν σας ως Εφετείο Αθηνών, με σκοπό να γίνουν οι έγγραφες παρανόμως απορριφθείσες ενστάσεις μου δεκτές κατ' ουσίαν. Ο δε δεύτερος, ότι "... Επίσης και διότι παρανόμως μου απερρίφθησαν οι από 21.12.2006 έγγραφες ενστάσεις μου, αιτήματά μου, τις οποίες είχα καταθέσει νομοτύπως και εμπροθέσμως προς ουσιαστική δικαστική έρευνα και κρίση, επανυποβάλλοντας όλους τους ισχυρισμούς μου, ενστάσεις μου ως ειδικούς λόγους εφέσεως προς εκ νέου εξ υπαρχής και κατ' ουσίαν δικαστική κρίση, αφού παρανόμως μου απερρίφθησαν και κατά κατάλυση νόμων". Ο λόγος, όμως, αυτός των εφέσεων πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν είναι σαφής και ορισμένος, αλλά παραπέμπει αορίστως σε υποβληθείσες από αυτούς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ενστάσεις τους χωρίς κανέναν άλλον ειδικότερο προσδιορισμό. Επιπλέον, δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί υπέρ των εκκαλούντων κατηγορουμένων, οι οποίοι από δική τους παράλειψη στερήθηκαν του, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νομίμου δικαιώματος της προσβάσεως προς το Δικαστήριο, το οποίο δεν μπορεί να επιληφθεί και να διερευνήσει το λόγο αυτό, ο οποίος είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, χωρίς να συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως της παραπάνω διατάξεως του αρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, δεδομένου, ότι δεν μπορεί να γίνει συμπλήρωση πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί. Κατά την επ' ακροατηρίου δε συζήτηση της ποινικής υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος των κατηγορουμένων προέβη σε συμπλήρωση του λόγου τούτου της εφέσεως, εκθέτοντας, ότι "με το εφετήριό μου προσέβαλα την εκκαλουμένη ως νομικά πλημμελή. Υπάρχουν δικονομικά προβλήματα, που έγιναν εσκεμμένως. Από το περιεχόμενο της εφέσεώς μου συνάγεται, ότι υπάρχουν προβλήματα". Ανεξαρτήτως της αοριστίας της δηλώσεως αυτής, πρόκειται περί απαραδέκτου συμπληρώσεως επ' ακροατηρίου [βλ. ad hoc ΑΠ 1943/2008 Α' Τμήμα].
3.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος των υπ' αριθ. 8499/21.12.2006 και 8500/21.12.2006 εκθέσεων των εφέσεων, τις οποίες έχουν ασκήσει οι κατηγορούμενοι κατά της υπ' αριθ. 72836/21.12.2006 καταδικαστικής αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω προκύπτει, ότι αυτές ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, κατά τα λοιπά, είναι αυτές τυπικά δεκτές και πρέπει, ακολούθως, να εξετασθεί η ουσιαστική βασιμότητά τους". Μετά την απόρριψη ως απαραδέκτου του ως παραπάνω δευτέρου λόγου εφέσεως των δύο εφέσεων, οι κατηγορούμενοι επανέφεραν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους περί ακυρότητας της προδικασίας και περί ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων και ζήτησαν να μην προχωρήσει η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε αυτούς με το παρακάτω αιτιολογικό: 1.- Επειδή, κατ' αρθ. 173 § 2 ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες, οι οποίες μνημονεύονται στο αρθ. 171 ίδιου Κώδικα, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται, ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το αρθ. 176 § 1 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο, το οποίο αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, άλλως καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Ακολούθως, αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, δεδομένου, ότι τούτο δεν έχει πλέον αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του αρθ. 321 §§1,4 ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου, στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη (αρθ. 27 § 2) που εξέδωσε το θέσπισμα. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να περιέχει και το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον αστικώς υπεύθυνο (αρθ. 89). Κατά δε τις §§ 4 και 5, η τήρηση των προαναφερόμενων διατάξεων επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης. Τέλος η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπό του και σε έλλειψή του από το αποδεικτικό επιδόσεως. Κατά δε τις διατάξεις των αρθ. 245 § 1, 344, 308 § 3, 322, 323, 326 § 1 εδ. β' ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα εκδίδεται άπαξ και, αν δεν ασκηθεί κατ' αυτού προσφυγή ή ασκηθεί και απορριφθεί, καθίσταται πλέον αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου. Έτσι, δημιουργείται ένα "οιονεί παραπεμπτικό δεδικασμένο" από τη σχετική πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και mutates mutandis για τον Εισαγγελέα Εφετών στις περιπτώσεις του αρθ. 111 ΚΠοινΔ, με αποτέλεσμα να κωλύει την έκδοση δεύτερου κλητηρίου θεσπίσματος. Στην αντίθετη περίπτωση, το πρώτο είναι πλέον το έγκυρο, βάσει του οποίου πρέπει να προχωρήσει η ποινική διαδικασία, ενώ το δεύτερο καθίσταται πλέον ανενεργό. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός, ότι η προσφυγή ασκείται μία φορά, κατ' αρθ. 322 § 1 ΚΠοινΔ [βλ. παρατ. Ν. Κορφιάτης, ΠοινΧρ Ζ', 44 επ.]. Εξάλλου, η οποιαδήποτε ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων των αρθ. 320 και 321 ΚΠοινΔ και 6 § 3 εδ. α', β' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 είναι σχετική, αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας και πρέπει, κατ' αρθ. 173 ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την οριστική και σε τελευταίο βαθμό απόφαση για την κατηγορία, διαφορετικά, καλύπτεται [βλ. ΑΠ 798/1990 ΝοΒ 38, 1485 - ΑΠ 5/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ', 41], ενώ ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού τούτο δεν ορίζεται από το νόμο. Δύναται, όμως, ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την, κατ' αρθ. 322 ΚΠοινΔ, προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση δε αυτή, ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται, εφόσον κρίνει, ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα υπόλοιπα στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν, όμως, οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προεβλήθησαν με την, κατ' αρθ. 322 ΚΠοινΔ, ασκηθείσα προσφυγή, ή προεβλήθησαν μεν, αλλ' απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, τότε δεν επιδρούν επί του κύρους της δια του κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και, συνεπώς, δεν μπορούν να προβληθούν στη συνέχεια ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητας αυτής, το οποίο στερείται της κατά νόμον εξουσίας να αποφασίσει, διότι τούτο αποτελεί θετική υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 510 § 1 στριχ. Η' ΚΠοινΔ [βλ. ad hoc ΟλομΑΠ 1/2008 Πράξη κ' Λόγος ΠοινΔ, 9, σελ. 20 επ.]. Εξάλλου, εφόσον προβληθεί η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και απορριφθεί, θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, ώστε να κριθεί από το Εφετείο στα πλαίσια εφαρμογής της διατάξεως του αρθ. 502 § 2 ΚΠοινΔ, άλλως, καλύπτεται [βλ. ΑΠ 1489/2002 ΛογΠοινΔ, Β', 1519 - ΑΠ 591/1994 ΠοινΧρ ΜΔ', 652 - ΑΠ 783/1987 ΠοινΧρ Λ27, 640 - ΑΠ 572/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ, 41]. Περαιτέρω, και αναφορικά με τους λόγους της εφέσεως, το Δικαστήριο αναφέρεται στα διαλαμβανόμενα στο προηγούμενο σκεπτικό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 473 § 2, αρθ. 474 § 2, 476 § 2, 484 και 509 § 1 εδ. α', 510 ΚΠοινΔ.
2.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι προβάλλουν θέματα, τα οποία ανάγονται σε ακυρότητες της προδικασίας. Υπήρξε άσκηση προσφυγής ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία απερρίφθη και, επομένως, δημιουργήθηκε ένα "οιονεί παραπεμπτικό δεδικασμένο" από τη σχετική πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την έκδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς εκείνους, οι οποίοι προβλήθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία από αμφότερους τους κατηγορούμενους, οι οποίοι επ' αυτών δεν επανήλθαν και δεν διέλαβαν κανένα ορισμένο και συγκεκριμένο λόγο εφέσεως, σύμφωνα, άλλωστε, με όσα προεκτέθηκαν στο παραπάνω σκεπτικό της παρούσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθούν οι ενστάσεις αυτών. Σημειώνεται, ότι λαμβάνονται υπόψη μόνο όσα αναπτύχθηκαν προφορικώς επ' ακροατηρίου και διαλαμβάνονται στα πρακτικά της παρούσας, άλλα δε θέματα, τα οποία δεν αναπτύχθηκαν και δεν ακούσθηκαν, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, διότι η έγγραφη διατύπωση δεν αναπληρώνει την προφορική, δεδομένου, ότι αρχή της ποινικής διαδικασίας είναι ή προφορικότητα και η αμεσότητα και όχι η έγγραφη διατύπωση, η οποία απαντάται στην πολιτική δίκη [βλ. ad hoc ΑΠ 1438/1999 ΝοΒ 2000.313]". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και με τις παραπάνω εκθέσεις εφέσεων των δύο κατηγορουμένων και με τις άνω παραδοχές του εφετείου, η προσβαλλόμενη με αριθμ. 6143/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με επαρκή και ειδική αιτιολογία και κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, έκρινε ότι οι παραπάνω λόγοι των ασκηθεισών εφέσεων των κατηγορουμένων, ήταν απαράδεκτοι ως αόριστοι, αφού δεν περιείχαν σαφή και ορισμένο λόγο εφέσεως, χωρίς παράθεση του περιεχομένου των υποβληθεισών στο πρωτοβάθμιο και απορριφθεισών από 21-12-2006 συγκεκριμένων ενστάσεων, ούτε κατά τίτλο και ζήτημα ακυρότητας που πρόβαλαν και αφορούσαν και ποίο αίτημα είχαν και επομένως, οποιαδήποτε τυχόν υπάρχουσα ακυρότητα της προδικασίας και ακυρότητα των δύο κλητηρίων θεσπισμάτων καλύφθηκε, δε μπορούσε να επανυποβληθεί στο ακροατήριο του εφετείου (ΑΠ 1332/2009) και με την παραπάνω ορθή απόρριψη των λόγων των εφέσεων των κατηγορουμένων, όντος αδιαφόρου του ότι όταν ασκήθηκαν οι εφέσεις δεν είχε καθαρογραφεί η εκκληθείσα απόφαση, αφού οι απορριφθέντες ισχυρισμοί ήταν γνωστοί στους εκκαλούντες που τους υπέβαλαν και έτσι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα των εκκαλούντων κατηγορουμένων και τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, το δε εφετείο που προχώρησε στην κατ'ουσίαν έρευνα του ετέρου ορισμένου πρώτου λόγου εφέσεως, της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, απορρίψαν τους επανυποβληθέντες σε αυτό ιδίους αυτοτελείς ισχυρισμούς. θεωρήσαν ότι δε συντρέχει εκκρεμοδικία, ότι καλύφθηκαν οποιεσδήποτε τυχόν ακυρότητες της προδικασίας και των κλητηρίων θεσπισμάτων, ότι ήταν νόμιμη η εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο και ότι ανεστάλη η ποινική διαδικασία και δεν παραγράφησαν τα αδικήματα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν υπερέβη την εξουσία του. Συνακόλουθα, με την επίδοση στις 3-4-2006 και στις 12-5-2006, των από 20-3-2006 και από 12-5-2006 (δευτέρου ταυτάριθμου) με αριθ. 110707, κλητηρίων θεσπισμάτων στους κατηγορουμένους και με τη, σύμφωνα με τις παραδοχές, αλλά και τη συνομολογούμενη από τους αναιρεσείοντες, απόρριψη σχετικών προσφυγών τους κατά της παραπομπής τους σε δίκη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και τη μεσολαβήσασα αναστολή της διαδικασίας, (επί τριετία) μέχρι 19,24-9-2008, που εκδικάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, δεν παρήλθε ο απαιτούμενος χρόνος των πέντε και των οκτώ ετών (5+3), από του χρόνου τελέσεως των αξιοποίνων πλημμεληματικών πράξεων (8-5-2001, 5-10-2001, 9-11-2001, 8-9-2002) και έτσι δεν εξαλείφθηκε το αξιόποινο αυτών, συνεπεία παραγραφής.(άρθρα 111,112, 113 ΠΚ, 370 εδ. β ΚΠοινΔ).
Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ, Ε, Η του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως των αιτούντων (2ος και των δύο, 6ος, 9ος και 12ος του πρώτου και 9ος και 13ος της δεύτερης αναιρεσείουσας).
4.- Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται όταν ο δράστης με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος πείθει κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποίαν βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης. Με την έννοια αυτή η απάτη συντελείται και επί δικαστηρίου όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη προβαίνει σε ψευδείς εν γνώσει του ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου, τους οποίους υποστηρίζει όχι μόνον με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, αλλά και με την επίκληση και προσαγωγή γνησίων εγγράφων με αναληθές περιεχόμενο ή και με ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων και παραπλανά έτσι το δικαστή και το δικαστήριο προβαίνει στην έκδοση αποφάσεως υπέρ των απόψεων του και σε βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του. Όταν όμως παρά ταύτα απορριφθεί η αγωγή του ιδίου ή η αγωγή του αντιδίκου του, χωρίς παραδοχή των ψευδών αυτών ισχυρισμών, πραγματώνεται το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο.
Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικός δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση και αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι νόμιμος, ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο μη νόμιμο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 6143/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, ο πρώτος για ψευδή καταμήνυση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατ' εξακολούθηση, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος της συγκατηγορουμένης του Χ2 και για απόπειρα απάτης δικαστή, και για ψευδορκία μάρτυρος η δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2 και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως, επτά μηνών για καθεμία πράξη και συνολική δεκατριών μηνών στον πρώτο, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη και για τους δύο επί τριετία. Στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: "1.- Επειδή, από την επ' ακροατηρίου ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής, Ψ, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27.10.1993 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου των κατηγορουμένων Χ1, με την οποία ζήτησε την καταψήφιση του στο ποσό των 1.500.000 δρχ. Η αγωγή δε αυτή έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη με την υπ' αριθ. 951/1995 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, νομίμως εντόκως από την επίδοσή της, με την οποία, σημειωτέον, διατάχθηκε και η προσωπική του κράτηση διάρκειας τριών μηνών. Ακολούθως, ο δικηγόρος του μηνυτή ΒΒ, ο οποίος χειριζόταν την ως άνω αστική υπόθεση, έλαβε ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της ανωτέρω, υπ' αριθ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο παρέδωσε προς εκτέλεση. Ο δανειστής και ήδη μηνυτής Ψ ανέθεσε στους αρμόδιους δικαστικούς επιμελητές ΓΓ και ΔΔ να προβούν στην επίδοση στη διεύθυνση ... αριθ. ... των ..., όπως και πράγματι έγινε. Έτσι, επακολούθησε η σύλληψη και προσωπική κράτηση του οφειλέτη και ήδη κατηγορουμένου Χ1, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. ... έκθεση προσωπικής κράτησης από τον πρώτο δικαστικό επιμελητή, ότι προέβη, δηλαδή, στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Χ1, βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση και στις υπ' αριθ. ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως και ο δεύτερος δικαστικός επιμελητής ΔΔ, ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στο Χ1 στη διεύθυνση ...-... . Ο οφειλέτης και ήδη κατηγορούμενος ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε διέμενε στην ως άνω διεύθυνση και προσκομίζει προς ενίσχυση του ισχυρισμού του τούτου σχετική βεβαίωση της ΔΕΗ, σύμφωνα με την οποία ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην οδό ... αριθ. ... με παροχή ... κατά τη χρονική διάρκεια από 10.1.1997 έως 9.1.1998 δεν ηλεκτροδοτείτο. Τούτο δεν έχει καμία σημασία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και αξίζει να σημειωθεί, ότι ο ίδιος προβαίνοντας σε γονική παροχή περιουσιακού του στοιχείου στο ανήλικο τέκνο του ..., δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης θυγ. Αντων. Βαχαβιόλου δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την ανωτέρω οδό ... αριθ. ... . Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο οφειλέτης και ήδη πρώτος κατηγορούμενος θέλοντας να επιτύχει την ακύρωση της διαδικασίας συλλήψεως και προσωπικής κράτησής του άσκησε την από 21.8.1997 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διέλαβε ψευδώς, ότι ο εγκαλών προέβη σ' επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της ως άνω αποφάσεως μετ' επιταγής προς εκτέλεση σε διεύθυνση που δεν είχε ούτε κατοικία ούτε γραφείο, με σκοπό να μην την πληροφορηθεί αυτός. Κατά τη διεξαγωγή δε των σχετικών αποδείξεων, οι οποίες διατάχθηκαν με την υπ' αριθ. 1923/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσήγαγε και εξέτασε στις 5.10.2001 και 9.11.2001 ενόρκως ως μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή τη συγκατηγορουμένη του Χ2, η οποία κατέθεσε τα ακόλουθα: α) στις 5.10.2001 "Έχω προσωπική αντίληψη για την όλη υπόθεση, γιατί είμαι υπάλληλος του κ. Χ1 από το 1993 ... Ο κ. Ψ κοινοποίησε το δεύτερο απόγραφο, αντίγραφο του πρώτου, δηλαδή στην οδό ... αριθ. ... στην ..., που γνώριζε, ότι ο κ. Χ1 έχει ιδιόκτητο διαμέρισμα, στο οποίο δεν διέμενε... Νομίζω, ότι οι κοινοποιήσεις αυτές των απογράφων έγιναν εσκεμμένα σε άλλες διευθύνσεις, για να μην λάβει γνώση ο Χ1 και να μην προβεί στις νόμιμες ενέργειες ... ο Χ1 αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, διότι είχε προηγηθεί πλειστηριασμός ακινήτου του στην οδό ... αριθ. ... και από το εκπλειστηρίασμα είχε ικανοποιηθεί επισπεύδων..." και β) στις 9.11.23001 "Ο κ. Χ1 υπέστη ηθική βλάβη από όλη αυτή τη διαδικασία, επειδή πλήρωσε δύο φορές το επιτασσόμενο ποσό και επειδή συνελήφθη ... Στις συναλλαγές του ο κ. Χ1 με Τράπεζες και ό,τιδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο χρησιμοποιεί την ... αριθ. ... . Στην οδό ... αριθ. ... στην ... έχει διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, το οποίο είναι κενό, κλειστό. Εδώ και χρόνια είναι κενό. Ο κ. Χ1 δεν το χρησιμοποιεί ποτέ έστω και για λίγο... και το διαμέρισμα μέσα είναι κενό". Η αλήθεια, όμως, την οποία η κατηγορούμενη γνώριζε, αλλά απέκρυψε, ήταν ότι η κατοικία του Χ1 ήταν πράγματι στην οδό ... αριθ. ... στην ... και ότι ο μηνυτής ουδέν είχε εισπράξει από τον πλειστηριασμό ακινήτου του κατηγορουμένου. Οι μάρτυρες κατηγορίας αποδίδουν πρόθεση στην εν λόγω κατηγορουμένη, την οποία, όπως καταθέτουν, τη χρησιμοποιεί ο συγκατηγορούμενός της σε όλες τις δίκες, στις οποίες αυτός εμπλέκεται. Αποδεικνύεται δε στη συνέχεια, ότι, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 21.8.1997 ανακοπή του κατά του μηνυτή Ψ ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ1, με πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε την ως άνω συγκατηγορουμένη του Χ2 κατά την ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, παρότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Εξάλλου, με την άσκηση της ανακοπής του αυτής προσπάθησε να εξαπατήσει το Δικαστήριο επιχειρώντας προς τούτο πράξη, η οποία περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως πλημμεληματικής πράξεως, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού με τον τρόπο αυτό και κάνοντας δεκτή την ανακοπή του θα ακύρωνε την προσωπική του κράτηση βλάπτοντας ξένη περιουσία και συγκεκριμένα τα συμφέροντα του δανειστή του αρκούσης ακόμη και της δικονομικής βλάβης, την οποία ο τελευταίος θα υφίστατο. Δεν επήλθε, όμως, το επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείσθηκε και με την εκδοθείσα υπ' αριθ. 1299/2004 απόφαση απέρριψε την ανακοπή του ως αβάσιμη. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος 1) στις 8.5.2001 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 7-5-2001 έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ψ, ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε τους δικαστικούς επιμελητές ΓΓ και ΔΔ να βεβαιώσουν ψευδώς στην υπ' αριθ. ... έκθεση προσωπικής κράτησης ο πρώτος, ότι προέβη στη σύλληψη και προσωπική κράτηση του Χ1 βάσει εκτελεστών τίτλων που είχε νομίμως στην κατοχή του προς εκτέλεση και στις υπ' αριθ. ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως ο δεύτερος, ότι προέβη στην επίδοση δικαστικών αποφάσεων στο Χ1 στη διεύθυνση ...-..., καθώς επίσης με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε και τον Δικηγόρο Αθηνών ΒΒ να βεβαιώσει ψευδώς, ότι παρέδωσε προς επίδοση στον δικαστικό επιμελητή ακριβές αντίγραφο του πρώτου απογράφου της υπ' αριθ. 951/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως, τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες δικαστικοί επιμελητές ΓΓ και ΔΔ και ο Δικηγόρος Αθηνών ΒΒ κατά την εκτέλεση της υπ' αριθ. 951/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενήργησαν συμφωνά με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτέλεσαν νομίμως τα καθήκοντά τους και ουδέν ψευδές περιστατικό βεβαίωσαν στις εκθέσεις που συνέταξαν, ο κατηγορούμενος, όμως, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξη του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως. 2) Την 20.9.2002 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ίδια ημερομηνία έγκληση, στην οποία ανέφερε για τον εγκαλούντα Ψ, ότι με πειθώ και φορτικότητα παρότρυνε το γιο του ΑΑ και το δικαστικό επιμελητή ΓΓ, κατά την ένορκη εξέτασή τους ως μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητού Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 15-3-2002 και 31-5-2002 αντίστοιχα, να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους και συγκεκριμένα να καταθέσουν ψευδώς, ότι η κατοικία του Χ1 ήταν στην οδό ... στην ..., ενώ γνώριζαν, ότι η κατοικία αυτού ήταν στην οδό ... στην ... . Τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος Χ1 τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των, καθόσον οι προαναφερθέντες ΑΑ και ΓΓ ουδέν ψευδές κατέθεσαν περί της διευθύνσεως κατοικίας του Χ1 (ήδη κατηγορουμένου) και μάλιστα κατόπιν προτροπής του εγκαλούντος Ψ. Ο κατηγορούμενος, όμως, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα, προκειμένου να επιτύχει την καταδίωξή του για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. 2.- Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο. 3.- Επειδή, περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται καμία πλαστότητα των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως αβάσιμα ο πρώτος των κατηγορουμένων ισχυρίζεται. Από την επισκόπηση μάλιστα των σχετικών πρακτικών προκύπτει, ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέθεσαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι δια του συνηγόρου τους γραπτούς ισχυρισμούς για θέματα ακυρότητας της προδικασίας. Οι ισχυρισμοί δε αυτοί δεν αναπτύχθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου, κατ' αρθ. 141 ΚΠοινΔ, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, αλλ' αρκέσθηκαν σε έγγραφη κατάθεση αυτών (βλ. σελ. 2). Παρά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απήντησε (βλ. σελ. 37) απορρίπτοντας με πλήρη αιτιολογία τους ισχυρισμούς. Ο πρώτος των κατηγορουμένων δεν υπέβαλε μήνυση για πλαστογραφία, αλλ' αρκέσθηκε σε αναφορά κατά των δικαστών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για την οποία επελήφθη ο Πρόεδρος Εφετών Αθηνών Δημήτριος Μαζαράκης, χωρίς έκτοτε κανένα επιβαρυντικό αποτέλεσμα σε βάρος των δικαστών, αφού από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Με τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 46 παρ. 1, 94 παρ.1,97,98, 224 παρ.1,2, 227 παρ. 1, 229 παρ.1 και 386 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις, αναφέρονται στην αιτιολογία με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους(μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρει ορισμένα από αυτά δε σημαίνει ότι αγνόησε τα υπόλοιπα. Συγκεκριμένα : 1) αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ1, όντας ανακόπτων διάδικος σε πολιτική δίκη, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με καθού η ανακοπή τον πολιτικώς ενάγοντα, για να πείσει τη συγκατηγορουμένη του Χ2, να καταθέσει και να διαπράξει τo αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος ενώπιον εντεταλμένου με προδικαστική απόφαση εισηγητή δικαστή και εκτίθεται στο αιτιολογικό, ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας με πρόθεση, με πειθώ και φορτικότητα, με προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε την απόφαση σε αυτήν να καταθέσει ως μάρτυρας αποδείξεως σχετικά με την κατοικία του πρώτου και με εσκεμμένες κοινοποιήσεις σε αυτόν σε άλλες διευθύνσεις για να μη λάβει γνώση και προβεί στις δέουσες νόμιμες ενέργειες, εν γνώσει αυτών, και των δύο, ότι τα κατατεθέντα ήταν ψευδή γεγονότα, αναλύοντας δηλαδή και το σκοπό που επεδίωκε και ο ίδιος ο άνω πρώτος αναιρεσείων, ψευδομηνυτής και ηθικός αυτουργός με τη διάπραξη, από την άνω αναιρεσείουσα φυσικό αυτουργό, της εν λόγω ψευδορκίας μάρτυρος, αναφέρεται δε ακόμη ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των άνω πράξεων και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι τελικά δεν παραπλανήθηκε το Δικαστήριο από την παραπάνω ψευδή κατάθεση, διαπραχθείσας απόπειρας απάτης των δικαστών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τελικά εξέδωσε τη με αριθμό 1299/2004 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τους ισχυρισμούς και την ανακοπή του πρώτου αναιρεσείοντος. 2) Από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού προκύπτει βεβαιότητα, ότι συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, όπως και τα έγγραφα, με α/α 28 της ΕΥΔΑΠ, το με αριθ. 1206/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι αποφάσεις με αριθ. 1923/2001 και 1299/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τα έγγραφα, ... Πρόσκληση δανειστών, ... πίνακας κατάταξης, ... έγγραφο της ΔΕΗ και το ... έγγραφο της ΕΥΔΑΠ, και δεν ήταν απαραίτητη η ειδική αναφορά και η αξιολόγηση ενός εκάστου εγγράφου χωριστά. 3) όταν στη σελίδα 215 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σημειώνεται ότι αναγνώσθηκε "η υπ' αριθ. 72836/06 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών", σαφώς νοείται ότι αναγνώσθηκαν και τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά του πρωτοβαθμίου ως άνω δικαστηρίου, καθόσον αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και απορρίφθηκε ως αβάσιμη υποβληθείσα σχετική ένσταση πλαστότητας αυτών. 4) αιτιολογείται ειδικά και επαρκώς ο δόλος και των δύο κατηγορουμένων για όλα τα άνω αδικήματα, και δη η εν γνώσει αυτών ψευδής καταμήνυση και κατάθεση ψευδών περιστατικών και ο σκοπός του πρώτου, αφενός να διωχθεί ο πολιτικώς ενάγων για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος και για να παραπλανήσει το άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών να κάνει δεκτή την από 21-8-1997 ανακοπή αυτού (πρώτου αναιρεσείοντος) και πετύχει την ακύρωση της δυνάμει της με αριθ. 951/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκτελούμενης διαδικασίας συλλήψεως και προσωπικής του κρατήσεως, για ικανοποίηση επιδικασθείσας απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος. 5) ο ισχυρισμός περί νομικής αβασιμότητας της κατηγορίας, δε συνιστά αυτοτελή νομικό ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας και απαντήθηκε από το δικαστήριο με την ως άνω παραδοχή της τελέσεως των άνω εγκλημάτων και με την κήρυξη της ενοχής των κατηγορουμένων. 6) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, περί πλαστότητας των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων δύο αιτήσεων των αναιρεσειόντων, (4ος, 5ος, 6ος, 8ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος) ,με τους οποίους προβάλλονται, η έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου με εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικότερες αιτιάσεις για ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ, 20 και 28 του Συντάγματος, και για μη παραδοχή του περί πλαστότητας των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
5.- Η καταδικαστική απόφαση, πρέπει να έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, σχετικά και με την παραδοχή ή απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό ή σε ένα αίτημα αναβολής (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται ότι ενώ υποβλήθηκε από τον πρώτο τούτων η από 24-9-2008 έγγραφη αυτοτελής δεύτερη αίτηση περί αναβολής εκδίκασης της υποθέσεως, με ταυτόχρονη προσβολή πλαστότητας των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και αίτημα αναστολής της εκδόσεως αποφάσεως επί της ουσίας, (σελ. 9-13 πρακτικών Εφετείου), το εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, επέτρεψε την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προχώρησε καθ' υπέρβαση εξουσίας στην εκδίκαση της υποθέσεως και επήλθε εκ τούτου ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως.
Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί των παραπάνω ισχυρισμών και αιτημάτων αποφάνθηκε, όπως παρακάτω: "1.- Επειδή, κατ' αρθ. 364 § εδ. α' ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, οι οποίες συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα, τα οποία υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Εξάλλου, κατ' αρθ. 338 § 1 ΚΠοινΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιασθούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει, όσα ορίζονται στο αρθ. 38, χωρίς την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας. Κατά δε την § 2, αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και όταν κρίνει, ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για την πλαστότητά του, αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη, ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία. 'Αλλως, απορρίπτει το σχετικό αίτημα για την κήρυξη του εγγράφου ως πλαστού και προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας [βλ. ad hoc ΑΠ 1943/2008 Α' Τμήμα αδημ. - ΑΠ 845/2002 Πράξη κ' Λόγος ΠοινΔ 2002, σελ. 30]. Περαιτέρω, τα πρακτικά αποδεικνύουν το, κατά τα αρθ. 140 και 141 ΚΠοινΔ, περιεχόμενο αυτών μέχρι την προσβολή τους για πλαστότητα, οπότε στην περίπτωση αυτή, όπως έχει γίνει δεκτό, εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του αρθ. 338 ΚΠοινΔ [βλ. για το θέμα αναπτ. Αγγ. Μπουρόπουλος, Ερμηνεία Κωδικός Ποινικής Δικονομίας, τομ. Α', εκδ. 2η, 1957, στο αρθ. 141, αριθ. 3, σελ. 207].
2.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος των κατηγορουμένων προβάλλει την ένσταση πλαστότητας των πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδίδοντας διανοητική πλαστογραφία σε συγκεκριμένα πρόσωπα και, ειδικότερα, στην Προεδρεύουσα τούτου Κωνσταντίνα Νάκου και στο γραμματέα ... . Συνίσταται δε, η πλαστογραφία στο ότι δεν κατεχώρησαν στα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως αυτοτελείς ισχυρισμούς του, οι οποίοι διαλαμβάνονται στο από 21.12.2006 έγγραφό του και δεν αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επ' αυτών. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να επισημανθεί, ότι το προσβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο έγγραφο (πρακτικά) πρόκειται για ένα σοβαρό δημόσιο έγγραφο, το οποίο αφορά στην κρινομένη υπόθεση και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι αναγκαίο για την απόφαση, η οποία θα εκδοθεί επί της ουσίας αυτής. Ενόψει δε όλων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να επιτραπεί η ανάγνωσή του και, ανεξάρτητα, από την αοριστία του ισχυρισμού, αφού τόσο από την επ' ακροατηρίου ανάπτυξή του, όσο και από το περιεχόμενο του εγγράφου, στο οποίο αυτός αναφέρεται, δεν προκύπτει συγκεκριμένος λόγος διαπράξεως της διανοητικής πλαστογραφίας, πρέπει να ερευνηθεί η γνησιότητά του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Επιτρέπει την ανάγνωση των πρακτικών, καθώς και την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και με ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των άρθρων 38, 338 και 364 του ΚΠοινΔ, αποφάνθηκε όπως είχε δικαίωμα, ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για την προσβαλλόμενη πλαστότητα των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και προχώρησε στην ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλουμένης με αριθμό 72836/2006 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίπτοντας εμμέσως πλην σαφώς το λόγω πλαστότητας των πρακτικών υποβληθέν αίτημα αναβολής ή αναστολής της δίκης και επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Η ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως (8ος, 10ος, 11ος, του πρώτου και 11ος και 12ος της δεύτερης), που προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες για ακυρότητα που επήλθε κατά τα παραπάνω κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, για υπέρβαση εξουσίας και για αναιτιολόγητη απόρριψη των άνω ισχυρισμών του και για έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
6.- Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκείμενη περίπτωση με τον από 24-4-2009 πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται μεν η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), αλλά ενώ προήδρευσε ο εφέτης Γεώργιος Ευσταθίου, δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών του Εφετείου και οι αρχαιότεροι του άνω δικαστή εφέτες, ούτε και η πράξη του Αρεοπαγίτη Δικαστή που διευθύνει το Τριμελές Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός (προεδρεύων εφέτης) ορίστηκε ως αναπληρωτής των κωλυομένων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων του εφετών, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργήσουν κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ. Όμως, εκτός από το ότι στο Εφετείο Αθηνών, δεδομένου ότι προβλέπεται σε αυτό οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) δικαστών, σύμφωνα με το νόμο, η σύνθεση των δικαστών των ποινικών Δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στην απόφαση και δεν εκδίδεται πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως. Η παράβαση δε των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1988) συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται, αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως (παρ. 10). Τέτοια όμως πρόταση ακυρότητας ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι προβλήθηκε. Επομένως ο σχετικός ως άνω πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των δύο αιτούντων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος (ΑΠ 327/2006, 867/07).
7.- Επειδή από τη διάταξη του προεκτεθέντος άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ προκύπτει ότι τετελεσμένο είναι το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, όταν περατωθεί η κατάθεσή του.
Συνεπώς αν για την ολοκλήρωση της εξετάσεως του μάρτυρος εξεταστεί αυτός περισσότερες από μία φορές σε πολλές συνεδριάσεις, διαπράττεται μόνο μία αξιόποινη πράξη ψευδορκίας και όχι περισσότερες κατ'εξακολούθηση. Και αυτό γιατί κατάθεση δεν αποτελούν οι περισσότερες εξετάσεις του μάρτυρα, αλλά το σύνολο των δηλώσεών του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση των δύο αναιρεσειόντων, ηθικού αυτουργού και φυσικού αυτουργού ψευδορκίας μάρτυρος, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην απόφασή του αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι η δεύτερη κατηγορουμένη αναιρεσείουσα Χ2 στις 5-10-2001, ως μάρτυρας εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον αρχής, αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα, ήτοι: εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του εισηγητή δικαστή επί των θεμάτων της με αριθμό 1923/2001 προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί ανακοπής του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ηθικού αυτουργού Χ1, κατά του πολιτικώς ενάγοντος, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα, ότι η ιδία ως άνω κατηγορουμένη στις 9-11-2001 ενώπιον του ίδιου εισηγητή εξεταζόμενη ενόρκως στο γραφείο των διεξαγωγών κατέθεσε εν γνώσει της επίσης ψέματα και δη τα στις άνω παραδοχές εκτιθέμενα και ότι οι δύο κατηγορούμενοι, όπως προκύπτει από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό, γνώριζαν την αναλήθεια των πιο πάνω ψευδών περιστατικών που κατέθεσε η δεύτερη με ηθική αυτουργία του πρώτου. Με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κήρυξε ένοχο τη δεύτερη κατηγορουμένη αναιρεσείουσα για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, κατ' εξακολούθηση και τον πρώτο κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ως ηθικό αυτουργό στην άνω ψευδορκία μάρτυρος κατ' εξακολούθηση (άρθρα 46, 98, 224 απρ.2 ΠΚ), επιβάλλοντας σε καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία προσμέτρησε, ως προς τον πρώτο, με άλλες ποινές που του επιβλήθηκαν γιατί αυτός καταδικάστηκε και για ψευδή καταμήνυση και για απόπειρα απάτης δικαστή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος είναι τετελεσμένο, όταν αποπερατωθεί η κατάθεση του μάρτυρος, τελείται δε μόνο μία αξιόποινη πράξη ψευδορκίας και αν ο μάρτυρας εξετάστηκε περισσότερες φορές, έπεται ότι οι παραπάνω δύο γενόμενες εξετάσεις της μάρτυρος κατηγορουμένης, δεν συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος, αλλά μία πράξη ψευδορκίας που περατώθηκε στις 9-11-2001. Άρα το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 224 παρ.2 ΠΚ και ο προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μόνον : α) ως προς τη διάταξή της που κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους του αναφερομένου σ' αυτήν εγκλήματος, ηθικής αυτουργίας και φυσικής αυτουργίας αντίστοιχα ψευδορκίας μάρτυρος ως κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος, αυτού θεωρουμένου ως ενός εγκλήματος τελεσθέντος άπαξ στις 9-11-2001, που ολοκληρώθηκε η μία και μοναδική κατάθεση της μάρτυρος κατηγορουμένης και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση για την επιβολή της αρμόζουσας ποινής στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 520 ΚΠοινΔ και τέλος να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 6143/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ήτοι μόνον α) ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ2 του σε αυτή εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ως ηθικός αυτουργός του αναφερόμενου σ' αυτήν ως άνω εγκλήματος της ψευδορκίας ως κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος, β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και στους δύο αναιρεσείοντες και γ) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον πρώτο κατηγορούμενο συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, αν είναι εφικτό, από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως, για την επιβολή της προσήκουσας ποινής στους αναιρεσείοντες για μία πράξη ψευδορκίας μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος, τελεσθείσα στις 9-11-2001. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 21/5/2009 αιτήσεις αναιρέσεως των δύο αιτούντων Χ1 και Χ2.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και απόπειρα απάτης Δικαστή. Άρθρα 224 παρ. 1-2, 227 παρ.1, 229 ΠΚ. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Α΄, Β΄, Δ΄, Ε΄, Η΄ του ΚΠΔ και 6 ΕΣΔΑ και 14 ΔΣΑΠΔ λόγοι αναιρέσεως και των δύο αιτήσεων. Βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, διότι καταδικάστηκε, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 98 και 224 παρ.2 ΠΚ, για ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, αφού δεν πρόκειται για δύο πράξεις ψευδορκίας μάρτυρα, που τελέστηκαν από τη δεύτερη αναιρεσείουσα στις 5-10-2001 και στις 9-11-2001, κατά την κατάθεση της ενώπιον του εισηγητή δικαστή, επί θεμάτων της αυτής με αριθ. 1923/2001 προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί μίας και μόνης ανακοπής του πρώτου κατηγορουμένου για ηθική αυτουργία στην άνω ψευδορκία της μάρτυρος του, αλλά πρόκειται για μία κατάθεση που συνεχίστηκε κατά τις άνω δύο συνεδριάσεις και ολοκληρώθηκε στις 9-11-2001, ότε και διαπράχθηκε, με την περάτωση και ολοκλήρωση της κατάθεσης, μία μόνον ψευδορκία μάρτυρα, οπότε αναιρείται η απόφαση ως προς την περί ποινής μόνο διάταξη της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1714/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Νικόλαο Μπιχάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Παπαευθυμίου, περί αναιρέσεως της 11820/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 858/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, τότε κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.- Εξάλλου, Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεώς της, όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 11.820/2009 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δηλ. τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη εξέδωσε στην Αθήνα στις 30-11-01 την ... επιταγή, θέτοντας την υπογραφή της στη θέση του εκδότη της επιταγής, η οποία έπρεπε να πληρωθεί στην ΑLΡΗΑ Τράπεζα, ποσού 2.643.200 δρχ σε διαταγή της ιδίας. Η εν λόγω επιταγή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση νόμιμα στην εγκαλούντα, η οποία την εμφάνισε ως νόμιμη κομίστρια εμπρόθεσμα στις 6-12-01 στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν εν γνώσει της κατηγορουμένης διαθέσιμα κεφάλαια Η κατηγορουμένη προέβη στην τέλεση της πράξης λόγω οικονομικής αδυναμίας και προβλημάτων υγείας. Περαιτέρω η κατηγορουμένη ισχυρίζεται. ότι η εν λόγω πράξη υπέπεσε σε παραγραφή, λόγω παρόδου πενταετίας από την τέλεση της, καθόσον το παρόν δικαστήριο κατά την δικάσιμο της 22-9-08 δεχόμενο ότι αυτή δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα την από 26-10-07 έφεση της θεώρησε άκυρο το κλητήριο θέσπισμα και έτσι έκρινε την έφεση της κατά της εκκαλουμένης ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το δικαστήριο κατά την εξέταση του εκπροθέσμου της έφεσης έκρινε, κατ' άρθρο 473 ΚΠΔ, ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα, λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος στο πρόσωπο της, απορρίπτοντας μάλιστα σχετική ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να προκύπτει από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας παραδοχή του πιο πάνω λόγου ακύρωσης της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης. Ενόψει αυτών, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη με τα ελαφρυντικά ότι προέβη στην τέλεση της πράξης από μη ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ). Ακολούθως κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 σε συνδ. με άρθρο 1 ΝΔ 337/69, ως αντικ. με άρθρο 1 ΝΔ 1325/1972 και άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 2408/96 και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το κρίσιμο θέμα της παραγραφής δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τούτο διότι η αναιρεσείουσα που δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό με την έφεσή της προέβαλε ως άκυρη την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής, αφού στη διεύθυνση της οδού ..., όπου αναζητήθηκε, ουδέποτε κατοίκησε ή διέμενε. Επικαλουμένη η αναιρεσείουσα την ακυρότητα της ως άνω επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, πρόβαλε κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση την ένσταση παραγραφής, αφού από τότε που τελέστηκε η πράξη (30-11-2001) παρήλθε πλήρης πενταετία, χωρίς να έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία, ώστε να ανασταλεί η παραγραφή της, αφού δεν είχε επιδοθεί σ' αυτήν εγκύρως το κλητήριο θέσπισμα και έτσι το αξιόποινο της πράξης για την οποία διώχθηκε που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή, πλην όμως το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο ουδέν διέλαβε για την εγκυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 11820/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραγραφή. Αναστολή παραγραφής. Έναρξη κυρίας διαδικασίας με την επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης για εμφάνιση στο ακροατήριο ή με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν δικάστηκε κατηγορούμενος ερήμην στον πρώτο βαθμό η ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος ή της κλήσης πρέπει να προταθούν στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την προταθείσα παραδεκτά ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Επίδοση, Κλητήριο θέσπισμα.
| 1
|
Αριθμός 1715/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ, 2) Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Ζερβό, και 3) Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 460/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις δύο από 28.4.2009 και από 29.4.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 745/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις των 1ου και 2ου αναιρεσειόντων και να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του 3ου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 28.4.2009 δύο αιτήσεις αναίρεσης των Χ και Ζ και η από 29.4.2009 αίτηση αναίρεσης του Ψ κατά της υπ' αριθ. 460/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 54 του ν. 2910/2001 "όποιος διευκολύνει την είσοδο στο Ελληνικό έδαφος αλλοδαπού, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 4, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών". Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου και νόμου "όποιος διευκολύνει την παράνομη παραμονή αλλοδαπού ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για τον εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών". Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του επομένου άρθρου (55) του αυτού ως άνω νόμου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α 154/19.6.2003), ορίζονται τα ακόλουθα: "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που του προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Πριν την προαναφερόμενη αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 55 του ως άνω νόμου ορίζονται, για την επιβαρυντική περίπτωση (εδ. Δ' της παρ. αυτής), τα εξής: "Συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων έως οκτώ εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή με σκοπό το παράνομο κέρδος ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας ή είναι υπότροπος. Δηλονότι, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των δύο κειμένων της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 2910/2001, πριν και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003, που άρχισε να ισχύει από τις 19.6.2003, στην επιβαρυντική περίπτωση του αναφερομένου στο άρθρο 55 του ν. 2910/2001 εγκλήματος δεν περιλαμβάνεται πλέον η μορφή της που ο δράστης τελεί το έγκλημα αυτό "με σκοπό το παράνομο κέρδος". Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 περ. α και 8 περ. α του ν. 2168/1993, όποιος κατέχει περίστροφο χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων δραχμών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς κακούργημα ή πλημμέλημα (άρθρο 18 του ίδιου Κώδικα) και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ανέντακτη χώρα, εάν δε πρόκειται για πλημμέλημα, όπως είναι και το προαναφερόμενο της κατοχής περιστρόφου χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβερνήσεως της χώρας στην οποία αυτό τελέσθηκε. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, η έκθεση αυτοψίας, η οποία συντάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια της προδικασίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, αλλά απλό έγγραφο που αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο, όπως επιτάσσει το άρθρο 364 ΚΠΔ για τις εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που βεβαιώνουν ενεργηθείσες από αυτούς κατά την προδικασία ανακριτικές πράξεις. Έτσι, δεν είναι αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και εντεύθεν να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, να μνημονεύεται ειδικώς στο προοίμιο ή στο περιεχόμενο του σκεπτικού της απόφασης, αρκούσης της αναφοράς σ' αυτό, ως αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ακόμη, περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 460/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για τις ακόλουθες πράξεις, που τέλεσαν με πρόθεση ο καθένας τους: 1) ο Χ για διευκόλυνση εισόδου και παράνομη παραμονής στο Ελληνικό έδαφος αλλοδαπών, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε διαβατηριακό έλεγχο, 2) ο Ζ για διευκόλυνση της παράνομης παραμονής αλλοδαπού στο Ελληνικό έδαφος και 3) ο Ψ για μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, την πράξη του δε αυτή την τέλεσε κατ' επάγγελμα και με σκοπό το παράνομο όφελος, για διευκόλυνση της παράνομης παραμονής αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και για κατοχή ενός περιστρόφου στο λιμάνι της ... του ..., χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, και τους επιβλήθηκε, μετ' απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, που υπέβαλαν με τον συνήγορό τους, ο οποίος, όντας απόντες, τους εκπροσώπησε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, περί συνδρομής στα πρόσωπά τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και ε του ΠΚ, στον πρώτο αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 3.900 ευρώ, στον δεύτερο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή 2.900 ευρώ, τις οποίες ως άνω δύο (2) ποινές φυλάκισης μετέτρεψε σε χρηματικές προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, και στον τρίτο αναιρεσείοντα (Ψ) συνολική ποινή φυλάκισης εκατόν πενήντα (150) ετών και οκτώ (8) μηνών, ορίζοντας ως εκτιτέα απ' αυτήν ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών και συνολική χρηματική ποινή 765.200 ευρώ, προσέτι δε διατάχθηκε η δήμευση του πλοίου Φ/Γ "..." σημαίας ..., με όλον τον ναυτιλιακό και τηλεπικοινωνιακό του εξοπλισμό ως και των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση κινητών τηλεφώνων και ναυτικών χαρτών. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα στο αιτιολογικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτά ή προσκομίσθησαν σ' αυτό από τους συνηγόρους των τριών αναιρεσειόντων και του συγκατηγορουμένου τους και αθωωθέντος με την ίδια απόφαση ..., αποδείχθηκαν τα εξής, διακρίνοντας τα αφορώντα καθένα των αναιρεσειόντων: 1) Για τον Ψ: α) "με πρόθεση μετέφερε από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, την πράξη του δε αυτή την τέλεσε κατ' επάγγελμα και με σκοπό το παράνομο περιουσιακό κέρδος. Ειδικότερα, υπό την ιδιότητά του ως Ιδιοκτήτη του Φ/Γ πλοίου με την ονομασία "...." και σημαία ...., από κοινού με τον πλοίαρχο και τα μέλη του πληρώματος του πλοίου, τις νυκτερινές ώρες της 8-10-2001 μετέφερε εντός της Ελληνικής Επικράτειας από το λιμάνι της ... του .... εκατόν σαράντα οκτώ (148) συνολικά λαθρομετανάστες υπηκόους Μαρόκου, Ιράκ και Αλγερίας, τους οποίους αποβίβασε με τη βοήθεια αγνώστου ταχύπλοου σκάφους κυβερνώμενου από άγνωστο δράστη, με συνεπιβαίνοντα έναν επίσης άγνωστο δράστη, στην παραθαλάσσια περιοχή "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...., εν γνώσει του ότι αυτοί δεν ήταν εφοδιασμένοι με τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, ότι δηλαδή τα άτομα αυτά δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, είχε δε αυτός τη γενική εποπτεία της επιχείρησης, καθόσον αυτός καθόρισε το δρομολόγιο του πλοίου, τον τόπο και τον τρόπο αποβίβασης των λαθρομεταναστών, και αφού αποβιβάσθηκε νωρίτερα από το πλοίο ανέμενε τους λαθρομετανάστες στο ανωτέρω καθορισμένο σημείο της ακτής του νομού .... Την πράξη του δε αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, καθ' όσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, συγκεκριμένα δε από την άρτια οργάνωση του πληρώματος αποτελουμένου από εννέα (9) άτομα, από τον μεγάλο αριθμό των μεταφερόμενων αλλοδαπών, από το γεγονός της δυνατότητας απόκρυψης των τελευταίων στο ως άνω φορτηγό πλοίο και εντεύθεν της δυνατότητας να διαφεύγει αυτό ακινδύνως ενδεχομένους ελέγχους των λιμενικών αρχών, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από τη λήψη χρημάτων από τους ως άνω αλλοδαπούς, επίσης δε την πράξη αυτή την τέλεσε και με σκοπό το παράνομο κέρδος, καθ' όσον, πριν την επιβίβαση των αλλοδαπών στο πλοίο που έγινε στο λιμάνι της .... στις 28/29-9-2001, έλαβε από κάθε αλλοδαπό το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο γνώριζε ότι ήταν παράνομο, αφού τελούσε εν γνώσει του ότι η μεταφορά λαθρομεταναστών είναι απαγορευμένη από το νόμο". Β) "στην τοποθεσία "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., στις 8.10.2001, μαζί με τους Χ και Ζ, με πρόθεση διευκόλυναν την παράνομη παραμονή αλλοδαπών. Ειδικότερα δε, γνωρίζοντες ότι οι ως άνω αλλοδαποί (που αναφέρονται στο μέρος της απόφασης που αφορά την ενοχή του Χ για την πράξη της διευκόλυνσης της εισόδου στο Ελληνικό έδαφος αλλοδαπών) δεν είχαν δικαίωμα νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα, καθόσον είχαν εισέλθει παράνομα κατά τα ανωτέρω, αυτός μεν (Ψ, ο οποίος είχε αποβιβασθεί νωρίτερα του πλοίου, τους ανέμενε στο υπόστεγο μαζί με τους Ζ και Ξ, όλοι δε αυτοί, ήτοι οι Ψ, Ζ και Χ τους προσέφεραν φαγητό από αμνοερίφια που έσφαξαν εκεί, την δε 22.00 ώρα της 8.10.2001 όλοι οι παραπάνω επιβίβασαν τους αλλοδαπούς σε άγνωστο φορτηγό - νταλίκα με ρυμουλκούμενο που οδηγούσε άγνωστος δράστης και με τη συνοδεία του υπ' αριθ. κυκλ. .... ενοικιαζομένου αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής HUNDAI, τύπου ATOS, που οδηγούσε ο μισθωτής του Ζ και προπορευόταν του φορτηγού, τους μετέφεραν και τους αποβίβασαν μέσα σε ελαιώνα στην περιοχή της ... ...., όπου περί ώρα 02.40 της 9.10.2001 εντοπίστηκαν από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Ρεθύμνου των ΤΑΕ Ρεθύμνου και του Λιμεναρχείου Ρεθύμνου και συνελήφθησαν" και γ) "στις 8.10.2001 στο λιμάνι της ... του ... κατείχε όπλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1α του ν. 2168/1993, χωρίς άδεια της αρμοδίας αρχής. Ειδικότερα δε, κατείχε επί του πλοίου περίστροφο αγνώστων στοιχείων χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής". 2) Για τον Χ: α) "Στην τοποθεσία "...." του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., στις 8.10.2001, με πρόθεση διευκόλυνε την είσοδο στο Ελληνικό έδαφος αλλοδαπών, χωρίς να έχουν υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται από το άρθρο 4 του ν. 2910/2001. Ειδικότερα δε, γνωρίζοντας ότι οι παραπάνω 148 αλλοδαποί δεν είχαν υποβληθεί σε αστυνομικό - διαβατηριακό έλεγχο, ανέμενε αυτούς μαζί με έναν άγνωστο δράστη στην παραπάνω βραχώδη παραθαλάσσια τοποθεσία "...." και αφού τους παρέλαβαν την ίδια ημέρα (8.10.2001), τους μετέφεραν αρχικά σε ένα σημείο σε απόσταση 300 μέτρων από την παραλία, όπου τους συγκέντρωσαν και στην συνέχεια τους μετέφεραν με τα πόδια σε υπόστεγο συνιδιοκτησίας αυτού και των αδελφών του Ξ και Ζ, κείμενο σε απόσταση 1500 μέτρων από την παραλία, διευκολύνοντας έτσι την είσοδο των παραπάνω αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος" και β) "στον ανωτέρω υπό στοιχ. Α τόπο και χρόνο, με πρόθεση διευκόλυναν την παράνομη παραμονή αλλοδαπών. Ειδικότερα δε, γνωρίζοντας ......και του Λιμεναρχείου Ρεθύμνου και συνελήφθησαν" (το ίδιο που προαναφέρεται καθ' ολοκληρία για τον αναιρεσείοντα ψ) και 3) για τον Ζ "στον ανωτέρω υπό στοιχ. Α' τόπο και χρόνο, με πρόθεση .......και του Λιμεναρχείου Ρεθύμνου και συνελήφθησαν" (ό,τι προαναφέρεται καθ' ολοκληρίαν για την πράξη αυτή για τον Ψ). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (παραδεκτά συμπληρούμενη από το διατακτικό της), αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες (Χ και Ζ), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 45, 94 παρ. 1 και 2, 54 παρ. 5 και 6 και 55 παρ. 1 περ. α του ν. 2910/2001, όπως η παρ. 1 του τελευταίου άρθρου ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση, ως προς το μέρος της αυτό (καταδικαστική για τους ως άνω αναιρεσείοντες), από νόμιμη βάση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνον του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. Δ του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δε τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη της ακροάσεως του εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως.
Μετά την έκθεση των ανωτέρω νομικών και πραγματικών ζητημάτων και εξετάζοντας καθένα λόγο των κρινομένων αιτήσεων και σχετικών αιτιάσεων καθενός αναιρεσείοντος, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Α) Για την αίτηση αναιρέσεως του Χ.
α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αυτής προβάλλεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ λόγος περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών του για τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά (σελ. 9), ο Πρόεδρος του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την κήρυξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος, κατά πιστή μεταφορά, "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ο 1ος κατηγορούμενος (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη ....) αθώος και οι 2ος, 3ος και 4ος κατηγορούμενοι ένοχοι ως πρωτοδίκως", δηλονότι, χωρίς την παραδοχή κάποιας ελαφρυντικής περίστασης. Ο ως άνω Εισαγγελέας δεν ζήτησε πάλι τον λόγο ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Χ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το να μη δοθεί λόγος στον Εισαγγελέα δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως υπέρ του κατηγορουμένου, επιπλέον δε στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας με τη συνοπτική πρότασή του περί ενοχής ή μη των τότε εκκαλούντων - κατηγορουμένων σιωπηρώς πρότεινε την απόρριψη όλων των αυτοτελών ισχυρισμών περί της συνδρομής στα πρόσωπα των εκκαλούντων ελαφρυντικών περιστάσεων που είχαν προτείνει.
β) με τον δεύτερο λόγο της παραπάνω αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και θεμελιώνουν τόσο την υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή την πρόθεση του αναιρεσείοντος, όσο και την αντικειμενική υπόσταση των δύο εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος (διευκόλυνση εισόδου στο Ελληνικό έδαφος και παράνομης παραμονής αλλοδαπών, χωρίς να έχουν υποβληθεί στο κατά το νόμο αστυνομικό - διαβατηριακό έλεγχο). Ειδικότερα, ως προς την αιτίαση αυτού ότι είχε πραγματοποιηθεί η είσοδος αυτών στο Ελληνικό έδαφος όταν τους παρέλαβε μετά την αποβίβασή τους από το πλοίο με την ονομασία "...", ιδιοκτησίας του τρίτου αναιρεσείοντος (Ψ) επισημαίνεται ότι η ολοκλήρωση της εισόδου των αλλοδαπών σε Ελληνικό έδαφος έγινε με την, αμέσως κατά την αναμενόμενη απ' αυτόν νυκτερινή αποβίβασή τους, υποδοχή τους απ' αυτόν μαζί με έναν άλλον άγνωστο δράστη και την άμεση περισυλλογή τους, γνωρίζοντας ότι οι αφιχθέντες 148 αλλοδαποί δεν είχαν δικαίωμα νόμιμης εισόδου και παραμονής στην Ελλάδα.
γ) με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της ανάγνωσης των προανακριτικών καταθέσεων των μεταφερομένων προσώπων (λαθρομεταναστών) παρά την εναντίωση του συνηγόρου του (άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ). Για τον λόγο αυτό της κρινόμενης αίτησης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Π.Δ., "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και επίσης όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δεν εναντιωθούν σχετικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι ένορκες καταθέσεις κατά την προδικασία των απόντων μαρτύρων που αναφέρονται (στα πρακτικά) υπό τους αριθμούς 3 μέχρι 19, χωρίς όμως σχετική εναντίωση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, εναντίωση δηλαδή για την ανάγνωσή τους. Εκ τούτου όμως, ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την αδυναμία εμφανίσεως των μαρτύρων, αφού δεν προβλήθηκε σχετική εναντίωση και τα υποστηριζόμενα με τον τρίτο του άρθρου 510 παρ.1 περ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, του δικογράφου της πρώτης αιτήσεως, για το αντίθετο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
δ) με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης του Χ ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη μη αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε σ' αυτόν, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, ήτοι για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ). Όπως προκύπτει όμως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (αρχή σελίδας 17ης), το Δικαστήριο προχώρησε στη μετατροπή της ποινής αυτού (ως και του Ζ) λόγω του ότι, όπως προκύπτει από τα ποινικά τους μητρώα, που αναγνώσθηκαν, είχαν καταδικασθεί αμετακλήτως σε ποινές που υπερέβαιναν συνολικά τους έξι μήνες και έτσι δεν μπορούσε το Τριμελές Εφετείο Κρήτης να ανασταλεί η ποινή που τους επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να δεσμεύεται από την αντίθετη αναιτιολόγητη ως προς τούτο εισαγγελική πρόταση, τα εν λόγω δε πρακτικά, αφού δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με τα άρθρα 140 και 141 ΚΠΔ, όπως ρητά ορίζεται από την παρ. 3 του δευτέρου των άρθρων τούτων. Επομένως, ο λόγος αυτός της ως άνω αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ε) και ο πέμπτος λόγος της αυτής ως άνω αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας της και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω μη ανάγνωσης του δελτίου ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της μη ύπαρξής του στη δικογραφία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, τούτο υπήρχε στη δικογραφία και αναγνώσθηκε μετά την ενοχή και την επιμέτρηση της ποινής, με αναφορά σ' αυτό αμετακλήτων ποινών που δεν επέτρεψαν την αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ως και τον έτερο αναιρεσείοντα Ζ με την προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του συνηγόρου, που τον εκπροσώπησε, περί αναστολής ως αβάσιμο.
στ) Με τον έκτο λόγο της αυτής αίτησης αναίρεσης (του Χ) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ειδικότερα του άρθρου 54 παρ. 5 του ν. 2910/2001. Με όσα όμως έχουν προεκτεθεί για τα περιστατικά, που θεμελίωσαν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος (της διευκόλυνσης της εισόδου στο Ελληνικό έδαφος αλλοδαπών χωρίς να έχουν υποβληθεί στο νόμιμο έλεγχο) με την υποδοχή και περισυλλογή των αλλοδαπών λαθρομεταναστών αμέσως μετά την αποβίβασή τους από το πλοίο που τους μετέφερε από την ... του ..., ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και ζ) ο έβδομος και τελευταίος λόγος αναίρεσης της αυτής αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 369, 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ) και ειδικότερα λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος Χ για την επιμέτρηση της συνολικής ποινής του και για τη μετατροπή αυτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος τούτου έλαβε τον λόγο για τη συνολική ποινή και για την αναστολή και όχι μετατροπή αυτής (βλ. σελίδες 14 και 16 των πρακτικών), η οποία μετατροπή επισημαίνεται ότι έγινε με το κατώτατο οριζόμενο όριο (άρθρο 82 παρ. 3 του ΠΚ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Β) Για την αίτηση αναίρεσης του Ζ.
α) Ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής είναι όμοιος με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης του Χ (περί του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα να προτείνει για την παραδοχή ή όχι των ελαφρυντικών περιστάσεων). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως απορρίφθηκε ο αντίστοιχος λόγος της αίτησης του Χ.
β) Οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης της αίτησης αναίρεσης του Ζ συμπίπτουν απόλυτα με τους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης της αίτησης αναίρεσης του Χ. Επομένως, πρέπει όλοι να απορριφθούν ως αβάσιμοι, με την προαναφερόμενη αιτιολογία για καθένα των λόγων αυτών της αίτησης αναίρεσης του Χ και συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα της δεύτερης αυτής αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ζ στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Γ) Για την αίτηση του Ψ.
α) Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης του Ψ ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης λόγω έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης σχετικά με την ενοχή αυτού.
Ως προς τον λόγο αυτό της αιτήσεως αναιρέσεως, που ερείδεται στο άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: 1) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, το ένα δε αυτών δεν αποτελεί απλή επανάληψη του άλλου (βλ. σελ. 9 έως 12 της προσβαλλόμενης απόφασης), καθίσταται δε φανερό ότι ο ως άνω αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και για τα τρία πλημμελήματα που το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι της με πρόθεσή του μεταφοράς στην Ελλάδα αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, της με πρόθεσή του διευκόλυνσης της παραμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα και της παράνομης κατοχής περιστρόφου, αγνώστων στοιχείων, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής (για το τελευταίο έγκλημα βλ. και παρακάτω), ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού και εντεύθεν η σχετική αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επίσης αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια της αιτιολογίας λόγω του μη προσδιορισμού (κατά τον ισχυρισμό του) της συμμετοχής του στα εγκλήματα της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα λαθρομεταναστών και της διευκόλυνσης της παράνομης παραμονής λαθρομεταναστών στην Ελλάδα, καθόσον, όπως προκύπτει εναργέστατα από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η συμμετοχή αυτού στα εν λόγω εγκλήματα είναι αυτή του (συν) αυτουργού, σε αυτό δε προβάλλεται ο πρωταγωνιστικός ρόλος του και η αποδοχή των ενεργειών των λοιπών συμμετόχων στα δύο αυτά εγκλήματα (παραβάσεις του ν. 2910/2001).
Ακόμη, ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος του ότι δεν λήφθηκε υπόψη ιδιαίτερα η από 12.10.2001 έκθεση απλής αυτοψίας του Ανθ/στή του Λ.Σ. .... και γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει, κατά τον ως άνω αναιρεσείοντα, την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφερθεί ότι η εν λόγω έκθεση είναι ένα απλό έγγραφο που συντάχθηκε κατά τη διενέργεια της προανάκρισης, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο (υπ' αριθ. 22 έγγραφο) και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα κατά τον σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να χρειάζεται να τονισθεί ιδιαίτερα μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η ως άνω αιτίαση ως αβάσιμη, όπως απορρίφθηκε η ίδια αιτίαση των δύο άλλων αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική αιτιολογία απέρριψε τον υπερασπιστικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ψ "περί άλλοθι" κατά τους χρόνους που κρίθηκε ότι τέλεσε τα τρία ως άνω εγκλήματα (8 και 9 Οκτωβρίου 2001), συνεκτιμώντας και τα υπ' αριθ. 35, 36 και 37 έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος αυτού που τον εκπροσώπησε λόγω της απουσίας του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τόσο στο υπ' αριθ. πρωτ. 862/24.10.2008 πιστοποιητικό του Κέντρου Υγείας Ξυλοκάστρου Κορινθίας όσο και στην υπ' αριθ. πρωτ. 1020/465/5-α/15.9.2006 βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Νικαίας, αναφερόμενα σε προσελεύσεις του αναιρεσείοντος σ' αυτά στις 8.10.2001 και 9.10.2001 δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος (ώρα) προσέλευσής του σ' αυτά, ενώ ο αναφερόμενος στο πρώτο των εγγράφων αυτών τραυματισμός του σε τροχαίο ατύχημα δεν επιβεβαιώθηκε από τη μάρτυρα υπεράσπισής του - σύζυγό του ... (βλ. κατάθεση αυτής στη σελ. 8 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επίσης, με ιδιαίτερη αιτιολογία αντιμετωπίσθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας η προσκόμιση του διαβατηρίου του αναιρεσείοντος, στο οποίο δεν υπήρχε ένδειξη περί μετάβασής του στο ... (...), που δεν απέκλειε την καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο την εκείσε μετάβασή του και δραστηριότητά του, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι προέκυψε κυρίως από τις δέκα επτά (17) καταθέσεις των μαρτύρων αλλοδαπών που δόθηκαν στην προανάκριση, η οποία διεξήχθη για την υπό κρίση υπόθεση, και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο (υπ' αριθ. 3 έως 19 έγγραφα), χωρίς αντίρρηση από οποιονδήποτε, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο συνήγορος του αναιρεσείοντος (βλ. μέσο 7ης σελίδας προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 500 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης αναίρεσης του Ψ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικό στοιχείο, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επενέχθησαν από τον διευθύνοντα την συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και αποσιωπήθησαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα επραγματοποιήθη η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση των φωτογραφιών (βλ. ΑΠ 1726/2008 Ποιν. Δικ. 12.536) παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας εστήριξε την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος Ψ κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες υπό στοιχ. 25 έως 28 φωτογραφίες (βλ. αρχή 7ης σελίδας προσβαλλόμενης απόφασης). Με την αναφορά αυτή των εν λόγω φωτογραφιών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήτο αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την επίδειξή τους εις τους παράγοντες της δίκης και την επισκόπησή τους από αυτούς κατέστησαν γνωστές όλες κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού της ταυτότητός της στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητάς τους. Συνακόλουθα ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας όλες τις ως άνω (49) φωτογραφίες, ο δε σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (υπό στοιχ.
ΙΙ περ. Β) λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο εκείνο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεώς του έλαβε υπόψη του έγγραφα που αναγνώσθησαν χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δη ότι επιδείχθηκαν επιλεκτικά ορισμένες φωτογραφίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
γ) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδάφ. γ' και δ' του ΚΠΔ, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή τον δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: α. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο μετά την απολογία του ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, β. Ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος, είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να υποβληθεί από αυτούς σχετικό αίτημα. Και γ. Αν παρά την υποβολή του αιτήματος αυτού δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογουμένου ή στον συνήγορό του να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα διότι παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά, δεν υποβλήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσωπούσε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο αίτημα για υποβολή ερωτήσεων στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος μετά την απολογία του και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για τον λόγο ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για να υποβάλλει ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι βάσιμος.
δ) Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της ερευνώμενης αίτησης αναίρεσης του Ψ προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της τέλεσης από αυτόν της πράξης της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα λαθρομεταναστών κατ' επάγγελμα (άρθρο 55 παρ. 1 περ. Β του ν. 2910/2001). Η αιτίασή του αυτή όμως είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον υπάρχει σχετική πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφερόμενη στο συμπληρώνουσα παραδεκτό την κυρίως αιτιολογία διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 12η σελίδα αυτής). Με τον ίδιο όμως λόγο της αίτησης αυτής (με αριθμό 9.2. σελ. 8) προβάλλεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του και εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), καταδικάζοντας αυτόν και για την επιβαρυντική περίπτωση της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα "με σκοπό το παράνομο κέρδος", περίπτωση που είχε εκλείψει από το νόμο από τις 19.6.2003 μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 2910/2001 με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003, όπως έχει ήδη αναφερθεί (ας επισημανθεί ότι η τελευταία αυτή επιβαρυντική περίπτωση είχε εκλείψει και κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό ως προς τον αναιρεσείοντα, για την οποία είχε εκδοθεί, μετ' ακύρωση της διαδικασίας, η υπ' αριθ. 2205/18.9.2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, όπως τούτο προκύπτει από τα έγγραφα και αποφάσεις που υπάρχουν στη δικογραφία). Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμων των από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε και Η του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η νεότερη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2910/2001 με την οποία απαλείφθηκε η μία από τις δύο των επιβαρυντικών περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αφού τούτο ασκεί επιρροή στην επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 79 ΠΚ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός του μέρους που αναφέρεται παρακάτω για την παράνομη οπλοκατοχή, και ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001, την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη αυτή και τη συγχώνευση αυτής με τις άλλες ποινές που επιβλήθηκαν με την ίδια απόφαση και να παραπεμφθεί ως προς το μέρος της αυτό στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ε) Ακόμη, και αναφορικά με το έγκλημα της παράνομης κατοχής περιστρόφου από τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας που δίκασε και εφάρμοσε τον σχετικό Ελληνικό νόμο, ο οποίος προβλέπει το εν λόγω πλημμέλημα (ν. 2168/1993), έπρεπε, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη νομική σκέψη για τα εγκλήματα των ημεδαπών στην αλλοδαπή, να ερευνήσει και να δεχθεί, αν η παραπάνω πράξη τελέσθηκε μόνο στην πόλη ... του ..., είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας αυτής (....), ως και ότι υπήρξε αίτηση της Κυβέρνησης της χώρας για την δίωξη του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη, που διώκεται αυτεπαγγέλτως στην Ελλάδα, ή να κρίνει αν τελέσθηκε και επί Ελληνικού εδάφους (οπότε δεν απαιτούνταν οι ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 6 του ΠΚ). Γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό πρέπει να αναιρεθεί, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠΔ), παραπεμφθεί δε η υπόθεση και κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 28.4.2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις των Χ και Ζ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 460/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης.
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα της από 29.4.2009 αίτησης αναίρεσης Ψ, μόνο: 1) ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης από αυτόν στις 8.10.2001 του εγκλήματος της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα εκατόν σαράντα οκτώ (148) αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατ' επάγγελμα και με "σκοπό το παράνομο όφελος, απαλείφοντας τον δεύτερο τρόπο τέλεσής του, 2) ως προς την περί ποινής διάταξή της για την πράξη αυτή, 3) ως προς την πράξη της κατοχής από τον ίδιο ως άνω κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα στις 8.10.2001 ενός περιστρόφου αγνώστων στοιχείων, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και 4) ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα παραπάνω, με αριθμούς 2 έως 4 αναφερόμενα μέρη της, που αφορούν τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Ψ για νέα συζήτηση και κρίση στον ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 29.4.2009 αίτηση αναίρεσης του ως άνω κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 460/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διευκόλυνση εισόδου και παραμονής λαθρομεταναστών. Στοιχειοθέτηση σχετικών εγκλημάτων. Επιβαρυντική περίπτωση μετά την τροποποίηση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 2910/2001. Έγγραφη έκθεση αυτοψίας και φωτογραφίες. Πως αναγιγνώσκονται και πως μνημονεύονται στο αιτιολογικό. Όχι ακυρότητα από τη μη δόση του λόγου στον Εισαγγελέα για συνολική ποινή και μετατροπή ποινής, αν από τα πρακτικά προκύπτει το αντίθετο. Κατοχή όπλου από ημεδαπό στην αλλοδαπή. Πληρότητα αιτιολογίας για καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτει για τους δύο αναιρεσείοντες. Αναιρεί εν μέρει για τον τρίτο και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Οπλοκατοχή, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
Αριθμός 1705/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλιβιάδη Ξενικάκη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά περί αναιρέσεως της 236/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Ιουλίου 2008 και 9 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και 22 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος καθώς και στο από 10 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1395/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει, ειδικά, κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Η απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 ΚΠΔ, ως διορθωτική-συμπληρωματική, συμπροσβάλλεται με εκείνη την οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε. Επομένως οι, από 11-7-2008 και 9-9-2008, 22-7-2008 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 10-2-2009 πρόσθετοι λόγοι, κατά της 236/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου και της 239/2008 απόφασης (διάταξης) του Προεδρεύοντος, εφέτη, του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διορθώθηκαν τα πρακτικά της παραπάνω απόφασης, ασκήθηκαν παραδεκτά από τους Χ1 και Χ2 και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της συνάφειας τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 1, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως. Όμως η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνον από τη ρητή μνεία του σχετικού μέρους των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να διαπιστώνεται από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης κατά την οποίαν εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, μεταξύ των άλλων, έλαβε υπόψη του και τα παρακάτω έγγραφα:1)τρία (και όχι δέκα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού για τις υπόλοιπες επτά επί μέρους πράξεις έπαυσε η ποινική δίωξη) δελτία αστυνομικής ταυτότητας, με αριθμό, ...., ...., ..., 2) τις από 3-7-2000(τρεις) βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών 3)το με αριθμό 5/2004 πρακτικό αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου 4) την από 21-7-2000 έκθεση παράδοσης-παραλαβής και κατασχέσεως του ..., την από 27-7-2000 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης του ..., την από 27-7-2000 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης του Ε1, την από 7-9-2000 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης του ..., την από 4-8-2000 έκθεση παράδοσης του ... και την από 28-7-2000 έκθεση παράδοσης του Ε1. Στο οικείο μέρος των πρακτικών δεν γίνεται ρητή μνεία ότι αυτά αναγνώσθηκαν. Όμως στα ίδια πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, όπως εξ αυτών προκύπτει, ότι αναγνώστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα ταυτάριθμα με την 88/2007 απόφαση του, πρακτικά και από το γεγονός αυτό συνάγεται η ανάγνωση του περιεχομένου και των εις αυτά αναφερομένων εγγράφων, στα οποία μνημονεύονται, κατά τρόπο μάλιστα σαφή, ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους, και τα παραπάνω έγγραφα. Ενόψει αυτών οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και είχαν τη δυνατότητα, μετά την επισκόπηση τους από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, να προβούν στις κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δηλώσεις και εξηγήσεις.
Συνεπώς, η λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών από το Δικαστήριο δεν επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας και οι αντίθετοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Α' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, πρώτος στο δικόγραφο της από 11-7-2008 αιτήσεως του Χ1 και μοναδικός στο δικόγραφο των προσθέτων του Χ2, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί και ο μοναδικός λόγος της, από 9-9-2008, αιτήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της συμπροσβαλλόμενης 239/2008 απόφασης(διάταξης), συνισταμένη στο ότι ο προεδρεύων του Δικαστηρίου, την εξέδωσε δίχως την προηγούμενη κλήτευση των κατηγορουμένων, και ότι με αυτήν, συμπληρώθηκαν τα πρακτικά της 236/2008 απόφασης, που συμπεριλήφθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα. Τούτο δε ενόψει του ότι η συμπλήρωση αυτή δεν είχε έννομη επιρροή στην κρίση περί ενοχής της προσβαλλομένης απόφασης (236/2008) ούτε προκάλεσε την ακυρότητα της, διότι, όπως προεκτέθηκε, το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων προέκυπτε από το περιεχόμενο των πρακτικών, που προαναφέρθηκαν. Κατά το άρθρο 242 παρ.1 του ΠΚ υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινώς, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του προβλεπόμενου και τιμωρούμενου από την πρώτη από αυτές εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος υπό την ανωτέρω έννοια και ακόμη να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση και να ενεργεί μέσα στο πλαίσιο της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, το οποίο πρέπει να είναι δημόσιο. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται στο άρθρο 13γ' ή σε διάταξη του Π.Κ. Για το λόγο αυτό εφαρμόζεται και στο πεδίο του ποινικού δικαίου το άρθρο 438 του ΚΠολΔ κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας, απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: 1) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και 2) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικό μέσα, γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 236/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών καθένας, για ψευδή βεβαίωση και ηθική σ' αυτήν αυτουργία, αντίστοιχα, κατ' εξακολούθηση, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1999 έως το 2000 οι κατηγορούμενοι υπηρετούσαν στον Αστυνομικό Σταθμό ... και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος, Χ1 ως Αρχιφύλακας και Διοικητής του εν λόγω Σταθμού, ο δε δεύτερος, Χ2, ως Αστυφύλακας. Ήσαν δηλαδή, υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 ΠοινΚ. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι κατά μήνα Οκτώβριο του 1999 ο ανωτέρω δεύτερος κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε από τον πρώτο δύο καρτέλες-αιτήσεις έκδοσης δελτίων αστυνομικής ταυτότητας ασυμπλήρωτες και στη συνέχεια παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο συμπληρωμένες με δακτυλικά αποτυπώματα των αλλοδαπών ... και ..., με πλαστές υπογραφές μάρτυρα στην οπίσθια όψη των καρτελών, με χειρόγραφο απλό χαρτί, στο οποίο σημειωτέον, αναγράφονταν τα στοιχεία ταυτότητας των μαρτύρων, το ύψος και το χρώμα των οφθαλμών των αιτούντων, καθώς επίσης και πλαστά πιστοποιητικά γέννησης με τα στοιχεία τους, στα ονόματα των οποίων θα εκδίδονταν μετά ταύτα οι αστυνομικές ταυτότητες. Στη συνέχεια, ο πρώτος των κατηγορουμένων παρέδωσε δύο βεβαιώσεις "καταθέσεως δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας" στο δεύτερο κατηγορούμενο και διέταξε το ... Αστυφύλακα του ίδιου Σταθμού, να παραλάβει τα παραπάνω δικαιολογητικά, να βεβαιώσει την ακρίβεια των στοιχείων και να συμπληρώσει τα στοιχεία στις καρτέλες. Οι ανωτέρω δύο βεβαιώσεις περιέχουν στο επάνω αριστερό τμήμα τους το εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας κάτω του οποίου αναγράφονται τα στοιχεία "Ελληνική Δημοκρατία" και "Αστυνομικός Σταθμός ...". Ακολουθούν όλα τα στοιχεία του ενδιαφερομένου προσώπου, καθώς και η σημείωση, ότι "ο ανωτέρω κατέθεσε σήμερα δικαιολογητικά για την έκδοση", δηλαδή προσήλθαν και προσκόμισαν α) πιστοποιητικό γέννησης β)δύο φωτογραφίες, γ)ληξιαρχική πράξη γάμου αν επρόκειτο για έγγαμο, δ)έναν μάρτυρα για να πιστοποιήσει το πρόσωπο του και ε)λήψη δακτυλικού αποτυπώματος του δεξιού δείκτη στο δελτίο ταυτότητας και ακολουθούν οι υπ' αριθ. ....και ... αριθμοί δελτίου ταυτότητας με την παρατήρηση, ότι "η παρούσα επέχει θέση δελτίου ταυτότητας και παραδίδεται με την παραλαβή του δελτίου ταυτότητας.".Οι βεβαιώσεις δε αυτές τελειώνουν με τον τόπο εκδόσεως τους που είναι η ..., ημεροχρονολογία 20-9-1999 και για τις δύο και κάτω από τη λέξη "Ο Διοικητής" η υπογραφή του πρώτου των κατηγορουμένων καθώς και σφραγίδες στρογγυλές του ως άνω Αστυνομικού Σταθμού σε δύο σημεία: αφ' ενός μεν επί της φωτογραφίας του προσώπου και αφ' ετέρου παραπλεύρως της υπογραφής του πρώτου κατηγορουμένου ως διοικητή στο τέλος του εγγράφου. Οι ανωτέρω βεβαιώσεις αποτελούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δημόσια έγγραφα κατά την έννοια του νόμου, δεδομένου, ότι προέρχονται από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον δημόσιο όργανο,(αστυνομικός υπάλληλος),ο οποίος ήταν αρμόδιος για την έκδοση τους. Βεβαιώθηκαν δε σ' αυτές ψευδή περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Έτσι, με βάση αυτές και τις ενέργειες του πρώτου των κατηγορουμένων ήταν να εκδοθούν αντίστοιχα δελτία ταυτότητας επ' ονόματι των παραπάνω προσώπων, οι οποίοι, όμως, ουδέποτε είχαν εμφανισθεί ενώπιον του πρώτου των κατηγορουμένων και δεν είχαν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση τους και, συνεπώς, τα όσα αυτός από πρόθεση βεβαίωσε στα δύο παραπάνω δημόσια έγγραφα είναι ψευδή. Ακολούθως, κατά μήνα Απρίλιο 2000 οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν κατά τον ίδιο τρόπο για τους αλλοδαπούς ..., ... και .... Ο πρώτος των κατηγορουμένων για τον ίδιο λόγο εξέδωσε από πρόθεση του στις 4.4.2000, 7.4.2000 και 3.4.2000 τις αντίστοιχες ψευδείς βεβαιώσεις τις οποίες υπέγραψε έχοντας και αυτές τα στοιχεία, τα οποία αναφέρονται στις δύο προηγούμενες, στις οποίες διαλαμβάνονται οι αριθμοί ταυτοτήτων ...., .... και .... και αποτελούν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια του νόμου, δεδομένου ότι είχαν όλα τα παραπάνω στοιχεία και τη στρογγυλή σφραγίδα και είχαν εκδοθεί από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο υπάλληλο(πρώτο κατηγορούμενο). Έτσι, με βάση τις ψευδείς αυτές βεβαιώσεις, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, σύμφωνα, άλλωστε, με όσα προαναφέρθηκαν, εκδόθηκαν αντίστοιχα δελτία ταυτότητας. Τα δελτία αυτά δεν παραλήφθηκαν από τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα, δεδομένου, ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία παράδοσης τους, όταν έγιναν αντιληπτές οι παραπάνω παράνομες ενέργειες. Ακολούθως, αποδεικνύεται, ότι κατά το μήνα Ιούνιο 2000 και ενώ ο δεύτερος των κατηγορουμένων είχε ήδη αποσπαστεί στη νήσο ... ζήτησε τηλεφωνικά και παρέλαβε από τον πρώτο από αυτούς καρτέλες-αιτήσεις για πέντε άτομα, την πλάκα λήψης αποτυπωμάτων, καθώς και τον κύλινδρο επίστρωσης μελάνης. Μετά ταύτα, οι σχετικές καρτέλες επιστράφηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο με πλαστά πιστοποιητικά γέννησης και πλαστές υπογραφές μαρτύρων στην πίσω όψη των καρτελών και, ακολούθως, ο ίδιος(πρώτος) κατηγορούμενος παρέδωσε στο δεύτερο πέντε προσωρινά δελτία ταυτότητας για τους αλλοδαπούς ..., ...., Λ1, Λ2 και Λ3. Για το λόγο δε αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε και πάλι με πρόθεση τις από 26.6.2000,22.6.2000,3.7.2000, 3.7.2000 και 3.7.2000 ψευδείς βεβαιώσεις διαλαμβάνοντας τους αριθμούς ταυτοτήτων ..., ...., ..., .... και ..., οι οποίες, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αποτελούν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια που νόμου, δεδομένου, ότι είχαν όλα τα παραπάνω στοιχεία και τη στρογγυλή σφραγίδα και είχαν εκδοθεί από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπον υπάλληλο(πρώτο κατηγορούμενο). Αποδεικνύεται δε, ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, με πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να προβεί στις παραπάνω παράνομες ενέργειες. Ειδικότερα δε, έλεγε σ' αυτόν, ότι δεν παρανομούσε, αλλά αυτά γίνονταν σε διευκόλυνση των παραπάνω φυσικών προσώπων και ότι περί τούτου ήσαν ενήμεροι αορίστως και αστυνομικοί υπάλληλοι, οι οποίοι υπηρετούν στο Υπασπιστήριο του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. Χορηγούσε, επίσης, στον πρώτο κατηγορούμενο χρηματικό ποσό, ύψους 100.000 δρχ. περίπου, για κάθε εκδιδόμενη αστυνομική ταυτότητα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε βάρος αμφοτέρων των κατηγορουμένων ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη, διενεργήθηκε στη συνέχεια ένορκη διοικητική εξέταση και με την υπ' αριθ. 5/2004 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου απετάχθησαν από το σώμα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι παραπάνω ψευδείς βεβαιώσεις δεν αποτελούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, απλώς εσωτερικά έγγραφα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αλλά έχουν ιδιαίτερη αξία με έννομες συνέπειες, δεδομένου, ότι βάσει αυτών εκδόθηκαν δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων, που αφορούν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και πιστοποιούν στοιχεία τούτων και έχουν σχέση με την ατομικότητα τους φερόμενοι ψευδώς ως κάτοικοι της .... Επιπλέον, στη συνέχεια ο δεύτερος των κατηγορουμένων θα προχωρούσε στην κατάθεση δικαιολογητικών για την έκδοση διαβατηρίων όλων των ανωτέρω προσώπων. Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αξιοποίνων πράξεων ο μεν πρώτος της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, ο δε δεύτερος της ηθικής αυτουργίας, κατ' εξακολούθηση, στην τέλεση από τον πρώτο της ψευδούς βεβαιώσεως, μόνο για τις περιπτώσεις των Λ1, Λ2 και Λ3 οι οποίες έλαβαν χώρα στις 3.7.2000. Σημειώνεται, ότι η ημεροχρονολογία αυτή, αντιστοιχεί πλήρως στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, δηλαδή εντάσσεται στο έτος 2000 γενικώς. Ωστόσο, το Δικαστήριο αναγνωρίζει στα πρόσωπα των κατηγορουμένων την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ.2α ΠΚ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των ποινικών τους μητρώων τα οποία επισυνάπτονται στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, αυτοί μέχρι την τέλεση των πράξεων τους είχαν ζήσει έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.".Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α,13α 98 και 242 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι η απόφαση αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ και ειδικότερα: Ι) ο πρώτος, ότι 1)δεν αναφέρονται τα δημόσια έγγραφα, στα οποία βεβαίωσε ψευδή περιστατικά 2) ο ίδιος φέρεται ότι καταδικάστηκε για ψευδή βεβαίωση που τελέστηκε με την έκδοση των από 3-7-2000 εγγράφων και ο συγκατηγορούμενος του ως ηθικός αυτουργός για την συμπλήρωση των καρτελών 3) δεν αιτιολογείται η γνώση του για την αναλήθεια των ψευδώς βεβαιωθέντων και
ΙΙ) ο δεύτερος ότι 1) δεν αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του 2) σύμφωνα με το σκεπτικό οι ψευδείς βεβαιώσεις τελέστηκαν με την έκδοση των από 3-7-2000 εγγράφων και κατά το διατακτικό με την συμπλήρωση των καρτελών 3) δεν διευκρινίζεται με την απόφαση αν αυτός καταδικάστηκε ως αυτουργός ή ηθικός αυτουργός 4) η αιτιολογία για την ιδιότητα του ως ηθικού αυτουργού είναι ελλιπής και αντιφατική, και 5) δεν αναφέρονται οι έννομες συνέπειες των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν και δεν αιτιολογείται, ειδικά, η απόρριψη του ισχυρισμού τους, ότι τα έγγραφα με τη σύνταξη των οποίων φέρεται ότι τελέσθηκαν οι ψευδείς βεβαιώσεις αφορούν την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες διότι α)στην απόφαση με σαφήνεια προσδιορίζεται ότι οι πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης τελέστηκαν από τον πρώτο με την σύνταξη και έκδοση των από 3-7-2000 τριών βεβαιώσεων κατάθεσης δικαιολογητικών, για την έκδοση δελτίου ταυτότητας β) ο ίδιος καταδικάστηκε για την έκδοση των βεβαιώσεων αυτών και ο συγκατηγορούμενος του για ηθική αυτουργία στην έκδοση των ίδιων βεβαιώσεων και συνεπώς δεν υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς τις παραδοχές αυτές της απόφασης γ) επαρκώς αιτιολογείται η γνώση του πρώτου των αναιρεσειόντων, ως προς την αναλήθεια των βεβαιωθέντων, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι ο συγκατηγορούμενος του "...έλεγε σ' αυτόν ότι δεν παρανομούσε αλλ' αυτά γινόταν σε διευκόλυνση των παραπάνω φυσικών προσώπων και ότι περί τούτου ήσαν ενήμεροι αορίστως και αστυνομικοί υπάλληλοι... χορηγούσε, επίσης, στον πρώτο κατηγορούμενο χρηματικό ποσό, ύψους 100.000 δρχ., περίπου για κάθε εκδιδόμενη ταυτότητα..." δ)όπως προαναφέρθηκε παρατίθενται στην απόφαση, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα (κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία του παραστάντος πρώτου κατηγορουμένου), από τη συνεκτίμηση των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ε)δεν υπάρχει αντίφαση στην πληττόμενη απόφαση, αφού, σύμφωνα με το αιτιολογικό της, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, με την έκδοση των παραπάνω βεβαιώσεων, σύμφωνα δε με το διατακτικό της καταδικάστηκε για την ίδια πράξη, την οποία τέλεσε με τον ίδιο τρόπο στ)κατά τρόπο σαφή προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός ζ)επαρκώς αιτιολογείται η ιδιότητα του ως ηθικού αυτουργού, με την παραδοχή ότι "ο δεύτερος των κατηγορουμένων, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να προβεί στις παραπάνω παράνομες ενέργειες. Ειδικότερα δε, έλεγε σ' αυτόν, ότι δεν παρανομούσε, αλλ' αυτά γίνονταν σε διευκόλυνση των παραπάνω φυσικών προσώπων και ότι περί τούτου ήσαν ενήμεροι αορίστως και αστυνομικοί υπάλληλοι,... χορηγούσε, επίσης, στον πρώτο κατηγορούμενο χρηματικό ποσό, ύψους 100.000 δρχ. περίπου για κάθε εκδιδόμενη αστυνομική ταυτότητα..." και η)με την παραδοχή ότι "οι παραπάνω ψευδείς βεβαιώσεις δεν αποτελούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, απλώς εσωτερικά έγγραφα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αλλ' έχουν ιδιαίτερη αξία με έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι βάσει αυτών εκδόθηκαν δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων, που αφορούν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και πιστοποιούν στοιχεία τούτων και έχουν σχέση με την ατομικότητα τους, φερόμενοι ψευδώς ως κάτοικοι της ...", προσδιορίζονται και επαρκώς αιτιολογούνται οι έννομες συνέπειες των ψευδώς βεβαιωθέντων ως προς τρίτους και συγχρόνως απορρίπτεται ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι τα σχετικά έγγραφα αφορούσαν την εσωτερική υπηρεσία, ο οποίος συνιστά αρνητικό της κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό και δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο να διαλάβει, για την απόρριψη του, ειδική αιτιολογία. Επομένως οι, δεύτερος και τρίτος στην, από 11-7-2008, αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και από 22-7-2008 αίτηση του δεύτερου, περί του αντιθέτου, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πρώτος στην ίδια αίτηση του δεύτερου, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, καταδικάζοντας τους αναιρεσείοντες, για διαφορετική πράξη από εκείνη με την οποία καταδικάστηκαν πρωτοδίκως, διότι, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση και την προσβαλλόμενη, οι κατηγορούμενοι με την πρώτη κηρύχθηκαν ένοχοι, ο πρώτος ως αυτουργός και ο δεύτερος ως ηθικός αυτουργός, της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε με την βεβαίωση ότι κατατέθηκαν τα δικαιολογητικά για την έκδοση ταυτοτήτων, για την ίδια δε πράξη καταδικάστηκαν και με την προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολο τους, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 11-7-2008 και 9-9-2008 αιτήσεις του Χ1, την από 22-7-2008 αίτηση και τους από 10-2-2009 πρόσθετους λόγους του Χ2, για αναίρεση των 236/2008 και 239/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση, ηθική σ' αυτήν αυτουργία. Αναίρεση και κατά απόφασης διορθωτικής των πρακτικών, η οποία συμπροσβάλλεται με την διορθούμενη. Απορρίπτει λόγους για μη ειδική αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, ακυρότητα από τη μη ανάγνωση εγγράφων και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αποφάσεως διόρθωση, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1704/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 3958/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Μιχαηλίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1799/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν, στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές, και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3958/2008 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Μεταξύ της εγκαλούσας και της οικογένειάς της αφενός και του κατηγορουμένου, του Δήμου Παιανίας αλλά και τρίτων αφετέρου υπάρχει από παλιά αντιδικία για την κυριότητα ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση "..." στην ..., μέσα στο οποίο ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τροχόσπιτο το έτος 1999. Η εγκαλούσα και οι συγγενείς της άσκησαν αγωγή νομής κατά του κατηγορουμένου, η οποία, τελικά, απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 716/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι η αξίωση τους έχει υποκύψει στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ. Στα πλαίσια αυτής της αντιδικίας οι σχέσεις των αντιδίκων είχαν διαταραχθεί και οξυνθεί. Στις 28-12-2001 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εξέφρασε παράπονα κατά της εγκαλούσας και των αδελφών της ΑΑ και ΒΒ, πλην όμως με σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα παραπέμφθηκε η εξέταση της βασιμότητας των παραπόνων του στο Αστυνομικό Τμήμα ... . Εκεί εμφανίστηκε την επομένη ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατήγγειλε ότι η εγκαλούσα και οι αδελφές της τον εξύβρισαν με βαριές βρισιές και απείλησαν τη σωματική του ακεραιότητα. Οι αστυνομικοί κάλεσαν στις 23-2-2002 την εγκαλούσα και τις αδελφές της για να τους γνωστοποιήσουν τις καταγγελίες του κατηγορουμένου. Η εγκαλούσα δεν πήγε, αφού κατοικεί μόνιμα στα ..., πήγαν όμως οι ως άνω αδελφές της. Όμως όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι παντελώς ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους, αλλά τα ισχυρίστηκε, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Έλαβαν δε γνώση αυτών των αναληθών γεγονότων αστυνομικοί του Τμήματος ..., προς τους οποίους τα ισχυρίστηκε και οι τελευταίοι, που τα μετέφεραν στις αδελφές της. Αυτά δε τα γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την εμφανίζουν ως άτομο, που διαπράττει αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να επιτύχει την επίλυση αστικής διαφοράς. Το αληθές είναι ότι ουδέποτε η εγκαλούσα εξύβρισε και απείλησε τον κατηγορούμενο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατοικεί μόνιμα στη ... και δεν έχει συναντηθεί ποτέ με αυτόν [κατηγορούμενο]. Ο τελευταίος γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω γεγονότων, αφού δεν προσδιόρισε τις ύβρεις και τις απειλές, κανένα μάρτυρα δεν πρότεινε προς απόδειξη τους, ούτε ζήτησε την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για τις αξιόποινες πράξεις, που της απέδιδε. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. ... για την εγκαλούσα, ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή, ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης και ότι τα ισχυρίστηκε με αυτόν το σκοπό, επιπλέον δε αναφέρει και τα αληθινά γεγονότα τα οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος. Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3958/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς εναγούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος κατάγγειλε ψευδώς στις αστυνομικές αρχές ότι η εγκαλούσα τον εξύβρισε με βαριές βρισιές και απείλησε τη σωματική του ακεραιτότητα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1703/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραβαγγέλη, περί αναιρέσεως της 575/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Δράμας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1114/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 358 ΠΚ "όποιος παραβιάζει κακόβουλα την υποχρέωση διατροφής που του επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερομένου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή σε ενδιάθετη βούληση μη συμμόρφωσής του προς την υποχρέωση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 575/2008 απόφασή του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Με την υπ. αριθμ. 245/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας η οποία δημοσιεύθηκε την 14-3-2006 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 22-3-2006, αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην εν διαστάσει σύζυγό του ΑΑ, ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους: α) ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους ... του ποσό των 300 € μηνιαίως και β) ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους ... το ποσό των 150 € μηνιαίως, ήτοι 450 ευρώ μηνιαίως μέσα στις πρώτες πέντε ημέρες κάθε μήνα, ενώ για την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος διατροφής των ανηλίκων ήδη έχει ασκηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας η από 10-4-2006 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης 804 Δτρ15/10-4-2006 τακτική αγωγή. Πλην όμως ο κατηγορούμενος αν και είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τα ποσά διατροφής που επιδικάσθηκαν για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του, καθόσον αποκόμιζε από την εργασία του εισοδήματα υπερκαλύπτοντα τις σε χρήμα διατροφικές αξιώσεις των ανηλίκων, από κακοβουλία δεν κατέβαλε την διατροφή κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2006 έως 10-2-2007, συνολικού ποσού 1350 € (450 X 3 μήνες) με αποτέλεσμα τα ανήλικα τέκνα να περιέλθουν σε στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων και συγκεκριμένα των γονέων της μητέρας τους. Τα δε προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκαν σε μεταγενέστερο από το επίδικο χρονικό διάστημα, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας αυτών περιήλθε σε οικονομική δυσπραγία μη επιτρέπουσα την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών διατροφής. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παραβίασης της προς διατροφή υποχρεώσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, με το ελαφρυντικό όμως του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, που αναγνωρίσθηκε σε αυτόν πρωτοδίκως, ώστε να μη καταστεί χειρότερη η θέση του εκκαλούντος". Στη συνέχεια στο διατακτικό της αποφάσεώς του όρισε τα εξής: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο κατ' εξακολούθηση του ότι: Στον ..., κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2006 έως 20-2-2007 με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, κακόβουλα παρεβίασε την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να αναγκαστεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων ή να υποστεί στερήσεις.
Ειδικότερα, ενώ με την υπ' αριθμ. 245/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας η οποία δημοσιεύθηκε την 14-3-2006 και του επιδόθηκε την 22-3-2006, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εν διαστάσει σύζυγο του ΑΑ, ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους: α) ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους ... του ποσό των 300 € μηνιαίως και β) ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους ... το ποσό των 150 € μηνιαίως, ήτοι 450 ευρώ μηνιαίως μέσα στις πρώτες πέντε ημέρες κάθε μήνα, της υποχρεώσεως του αρχομένης από 10-11-2006, από κακοβουλία δεν κατέβαλε την διατροφή, κατά το χρονικό διάστημα από 10-11-2006 έως 10-2-2007, συνολικού ποσού 1350 € (450X3 μήνες) με αποτέλεσμα οι ανωτέρω ανήλικοι δικαιούχοι να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων.
Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης από αίτια μη ταπεινά". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 358 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά τα οποία συνιστούν την απορία και την περιαγωγή σε στερήσεις των δικαιούχων τέκνων του κατηγορουμένου, την οικονομική δυνατότητα του τελευταίου να καταβάλει την επιδικασθείσα διατροφή και την παραβίαση της υποχρέωσης αυτής του κατηγορουμένου από κακοβουλία. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Επίσης και η συναφής αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού υπάρχει αντίφαση ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, επειδή στο σκεπτικό αναφέρεται το διάστημα από 10-11-2006 μέχρι 10-2-2007 και στο διατακτικό αναφέρεται το διάστημα από 10-11-2006 μέχρι 20-2-2007, είναι αβάσιμη, γιατί το τελευταίο αυτό διάστημα αναφέρεται στην αρχή του διατακτικού ενώ στη συνέχεια στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών αναφέρεται το διάστημα από 10-11-2006 μέχρι 10-2-2007 και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού η αναγραφή της ημερομηνίας 20-2-2007 αντί για 10-2-2007 οφείλεται προφανώς σε γραφική παραδρομή. Τέλος ο αναιρεσείων αποδίδει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, γιατί στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 575/2008 απόφαση συγχώνευσε ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν με την υπ' αριθ. 576/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δηλαδή με απόφαση που δεν είχε ακόμη εκδοθεί, αφού έχει μεταγενέστερο αριθμό. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ζήτησε τη συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν αφ' ενός με την απόφαση αυτή και αφετέρου με την υπ' αρ. 576/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ίδια δικάσιμο. Το Δικαστήριο προέβη πράγματι στον καθορισμό συνολικής ποινής, αλλά, προδήλως εκ παραδρομής, η σχετική απόφασή του καταχωρίστηκε στο τέλος της προσβαλλομένης υπ' αρ. 575/2008 αποφάσεως, παρότι αυτή, όπως προκύπτει από την αρίθμησή της, είχε εκδοθεί πριν από την υπ' αριθ. 576/2008 απόφαση, χωρίς όμως με την ως άνω, περί καθορισμού συνολικής ποινής, απόφασή του, να ασκήσει δικαιοδοσία που δεν είχε από το νόμο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Η του ΚΠΔ, τελευταίος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξάρτητα από το ότι προβάλλεται απαραδέκτως ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή του, αφού η συγχώνευση έγινε μετά από δικό του αίτημα. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 575/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση της υποχρέωσης για διατροφή. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση επειδή καθόρισε συνολική ποινή, αν ο καθορισμός αυτός έγινε μετά από δικό του αίτημα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
Αριθμός 1701/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1998/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...
.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καλουδη με αριθμό 96/19.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 212/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1998/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 149/28-3-2008 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 635/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κ.λ.π. και β) της απάτης κατ'εξακολούθηση κ.λ.π. (άρθρ. 13 εδ. γ', 45, 94 § 1, 98, 216 § 3 εδ. α' σε συνδ. με παρ. 1, 386 § 3 εδ. β' σε συνδ. με παρ. 1 Π.Κ,).
Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 § § 1 και 3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα την 19-12-2008. Είναι κατά συνέπεια τυπικά δεκτή.
Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας.
Γ) 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται κατ'άρθρ. 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει για το παραπεμπτικό βούλευμα, όταν σ'αυτό δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Δ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών μνημονεύει κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ'όψη και δέχεται ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
"Στη προκειμένη περίπτωση από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες όλων των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ εργάζεται επί σειρά ετών ως δημοσιογράφος στο χώρο του αθλητικού ρεπορτάζ αλλά και ως παρουσιαστής αθλητικών ειδήσεων και γεγονότων σε πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό. Η κατηγορουμένη ΑΑ, που δεν έχει ασκήσει έφεση, τυγχάνει μέτοχος κατά ποσοστό 89% της εταιρίας με την επωνυμία "POΙΝT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ..., η οποία έχει ως αντικείμενο μεταξύ άλλων την έκδοση, εκτύπωση και διακίνηση εφημερίδων και περιοδικών. Η ανωτέρω κατηγορουμένη ήταν Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας μέχρι την 3.1.2005, οπότε με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ορίσθηκε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1, που είχε δικαίωμα δέσμευσης και εκπροσώπησης της εταιρίας για όλες τις αρμοδιότητες με μόνη τη θέση της υπογραφής του κάτω από τη σφραγίδα της εταιρίας (βλ. το υπ1 αριθ. 811/9.2.2005 ΦΕΚ). Ο τρίτος κατηγορούμενος- εκκαλών Χ2, γιος της δεύτερης, τυγχάνει μέτοχος κατά ποσοστό 1% της ως άνω εταιρίας, ασχολείται με τη λειτουργία αυτής αλλά ουδέποτε μετείχε με οποιαδήποτε ιδιότητα στο Διοικητικό της Συμβούλιο. Η παραπάνω εταιρία εκδίδει τις εφημερίδες με τους τίτλους "..." και "...". Κατά τις αρχές του θέρους του έτους 2003 ο εγκαλών ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ2 για τη σύναψη συμφωνίας παροχής δημοσιογραφικών υπηρεσιών στην παραπάνω εταιρία με τις ιδιότητες του συμβούλου έκδοσης και του δημοσιογράφου-αρθρογράφου. Στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών ο εγκαλών παρέδωσε το από 10-7-2003 κείμενο-πρόταση πλαισίου συνεργασίας με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που απαιτούσε ως ελάχιστη εγγύηση προκειμένου να δεσμευτεί με σύμβαση συνεργασίας. Μεταξύ των άλλων ο εγκαλών απαιτούσε την καταβολή σ'αυτόν ειδικής αμοιβής (πριμ μεταγραφής), ποσού 160.000 ευρώ, προκειμένου να αποχωρήσει από την εφημερίδα με τον τίτλο "...", στην οποία εργαζόταν μέχρι τότε, και να συνεργαστεί με τις παραπάνω εφημερίδες. Τελικά οι δύο πλευρές συμφώνησαν και την 18.7.2003, με την προοπτική υπογραφής μεταξύ τους ενός ιδιωτικού συμφωνητικού και την αναγραφή του ονόματος του εγκαλούντα στο δυναμικό των εφημερίδων, παραδόθηκε σ' αυτόν η υπ' αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως της παραπάνω εταιρίας, ποσού 85.000 ευρώ, ως προκαταβολή του πριμ μεταγραφής, που εξοφλήθηκε κατά την 21.7.2003, και για το λόγο αυτό ο εγκαλών υπέγραψε την υπ' αριθ. ... απόδειξη πληρωμής του ανωτέρω ποσού. Την 3.8.2003 ο εγκαλών άρχισε τη συνεργασία του με τις παραπάνω εφημερίδες. Επειδή ο εγκαλών δεν είχε λάβει το υπόλοιπο ποσό του πριμ μεταγραφής πίεζε τη δεύτερη κατηγορουμένη ΑΑ, η οποία τότε ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας αλλά και τους πρώτο και τρίτο των κατηγορούμενων- εκκαλούντων που απασχολούνταν στην ανωτέρω εταιρία και ειδικότερα ο πρώτος ως οικονομικός υπεύθυνος αυτής, να υπογραφεί το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό. Τελικά την 17.3.2004 υπογράφηκε το από 11-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εγκαλούντα και της δεύτερης κατηγορουμένης. Με το ανωτέρω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι η εταιρία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." είχε προσλάβει και απασχολούσε ως δημοσιογράφο τον εγκαλούντα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και με τον περιορισμό να μην μπορεί να αποχωρήσει πριν την 11.7.2005, ότι για την απασχόληση του και εκτός της αμοιβής του ο εγκαλών είχε λάβει ως πριμ μεταγραφής στην εφημερίδα "..." το ποσό των 125.000 ευρώ, το οποίο ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στην ανωτέρω εταιρία άμεσα και σε πρώτη ζήτηση, αν αποχωρούσε από την εργασία του πριν την 11.7.2005, και ότι η τελευταία ημερομηνία είχε την έννοια ότι ο εγκαλών δεσμευόταν να μην αποχωρήσει από την εργασία του πριν από την 11-7-2005. Στο παραπάνω συμφωνητικό δε γινόταν αναφορά στην υπογραφή κάποιου αξιόγραφου και ειδικότερα συναλλαγματικής, την οποία ο εγκαλών αποδέχτηκε, προκειμένου να δεσμευτεί με αυτήν για την άμεση επιστροφή του ποσού του πριμ μεταγραφής εφόσον αποχωρούσε πριν την 11.7.2005. Στο μεταξύ κατά την 4.2.2004 η δεύτερη κατηγορουμένη (που δεν έχει ασκήσει έφεση) κατέβαλε στον εγκαλούντα το ποσό των 15.000 ευρώ σε μετρητά και του παρέδωσε προς εξόφληση του ποσού των 60.000 ευρώ, που αφορούσε το πριμ μεταγραφής, την υπ'αριθ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της παραπάνω εταιρίας, ποσού 15.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 25-3-2004, και την υπ αριθ. ... επιταγή της ίδιας Τράπεζας, εκδόσεως ίδιας εταιρίας, ποσού 30.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 25.4.2004, οι οποίες πληρώθηκαν και για το λόγο αυτό επιστράφηκαν από τον εγκαλούντα. Η δεύτερη κατηγορουμένη (που δεν έχει ασκήσει έφεση) υποσχέθηκε ότι θα κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των 35.000 ευρώ, που υπολειπόταν για την πλήρη εξόφληση του πριμ μεταγραφής, σε εύλογο χρονικό διάστημα. Κατά την 13.12.2004 έγινε νέα συνάντηση μεταξύ του εγκαλούντα και των κατηγορουμένων, κατά την οποία οι τελευταίοι παρέδωσαν στον πρώτο την υπ'αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως της ως άνω εταιρίας, ποσού 14.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2005, η οποία αφορούσε προκαταβολή προς τον εγκαλούντα των μισθών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2005, και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 35.000 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 25.5.2005, που αφορούσε την εξόφληση του πριμ μεταγραφής. Σε αντίγραφο των ως άνω επιταγών σημειώθηκε ότι οι επιταγές αυτές θα πληρώνονταν μόνο εάν ο εγκαλών δεν αποχωρούσε από την εταιρία πριν την 11.7.2005. Η σημείωση αυτή υπογράφηκε τόσο από τον εγκαλούντα όσο και από την ως άνω δεύτερη κατηγορουμένη. Ο εγκαλών εμφάνισε προς πληρωμή τη δεύτερη ως άνω επιταγή, αυτή όμως δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης και για το λόγο αυτό σφραγίσθηκε. Στις αρχές του έτους 2005 προέκυψαν διαφωνίες στη συνεργασία των δύο πλευρών και κατά την 7.1.2005 ο εγκαλών κοινοποίησε προς την ως άνω εταιρία τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να του χορηγήσει αντίγραφο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε υπογραφεί μεταξύ τους, το έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων της σύμβασης αυτής, κατά τα οριζόμενα στο Π.Δ. 156/1994, καθώς και τα κυρωμένα αντίγραφα των αποδεικτικών κατάθεσης τους στις αρμόδιες υπηρεσίες και το επαγγελματικό του σωματείο. Ο πρώτος κατηγορούμενος -εκκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, δεν απάντησε. Κατά την 8.1.2005 ο εγκαλών απέστειλε με fax προς την εταιρία τη με ίδια ημερομηνία επιστολή του, με την οποία την καλούσε να αποσύρει την αναφορά του ονόματος του από το δυναμικό της εφημερίδας "...". Κατά την 10.1.2005 ο εγκαλών κοινοποίησε προς την ως άνω εταιρία τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων, με την οποία ζητούσε ό,τι και στην παραπάνω επιστολή. Ο πρώτος κατηγορούμενος συμφώνησε με το αίτημα του εγκαλούντα και για το λόγο αυτό στο υπ'αριθ. ... φύλλο της εφημερίδας δεν αναγραφόταν το όνομα αυτού. Οι κατηγορούμενοι λόγω της αρνητικής εξέλιξης της συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα και προκειμένου να αποκομίσει η ως άνω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσού 125.000 ευρώ, το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2005 κατήρτισαν από κοινού μία συναλλαγματική, ποσού 125.000 ευρώ, στην οποία έθεσαν στη θέση του εκδότη τα στοιχεία της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ως τόπο έκδοσης και αποδοχής αυτής την ..., ως ημερομηνία έκδοσης και αποδοχής αυτής την 11-7-2003 και στη θέση του αποδέκτη κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και την υπογραφή του εγκαλούντος Ψ, στη συνέχεια δε ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών έκανε χρήση της ως άνω πλαστής συναλλαγματικής προσκομίζοντας την, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με την από 27.1.2005 και με αριθμό κατάθεσης 85212005 αίτηση της παραπάνω εταιρίας για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντος. Η αίτηση της εταιρίας έγινε δεκτή και ο Δικαστής του ως άνω Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι η ανωτέρω συναλλαγματική ήταν γνήσια, εξέδωσε την υπ'αριθ. 789/2005 Διαταγή Πληρωμής, με την οποία ο εγκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην παραπάνω εταιρία το ποσό των 125.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της αιτήσεως μέχρι την εξόφληση και το ποσό των 3.380 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Μαζί με την ανωτέρω αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ο πρώτος κατηγορούμενος, εκπροσωπώντας την ανωτέρω εταιρία, υπέβαλε προς το Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου και την από 27.1.2005 αίτηση προτίμησης, με την οποία ζητούσε την άμεση συζήτηση της αίτηση της εταιρίας επειδή δήθεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος δυσμενή στοιχεία και υπήρχε άμεσος κίνδυνος να εκποιήσει τα μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία, που μπορούσαν να είναι αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Προς ενίσχυση της αίτησης προτίμησης προσκόμισε κατάσταση με δυσμενή προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα και ειδικότερα δεδομένα που αφορούσαν σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων για τα έτη 2002, 2003 και 2004. Κατά την 2.2.2005 ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1.2.2005 ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, καθώς και την από 1.2.2005 και με αριθμό κατάθεσης 1306/2005 αίτηση αναστολής εκτέλεσης Διαταγής Πληρωμής, με την οποία ζητούσε να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής και να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης αυτής. Με την από 3.2.2005 απόφαση ο Δικαστής του ίδιου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος προσκόμισε την από 13.7.2003 πλαστή συναλλαγματική, θεωρώντας ότι η συναλλαγματική αυτή ήταν γνήσια απέρριψε την αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής. Κατά την 19.4.2005 συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω Διαταγής Πληρωμής, η οποία με την υπ'αριθ. 3917/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου έγινε δεκτή και ανεστάλη η εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 1.2.2005 ανακοπής του εγκαλούντος. Στο μεταξύ με την υπ'αριθ. ... κατασχετήρια έκθεση ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... κατασχέθηκαν δύο ακίνητα, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος. Περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης επιδόθηκε στον εγκαλούντα κατά την 7.2.2005. Ως ημερομηνία πλειστηριασμού ορίσθηκε η 30.3.2005. Ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση, με την οποία ζητούσε να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ. Η τελευταία αίτηση συζητήθηκε κατά την 24.3.2005 και ο Δικαστής του ως άνω Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος προσκόμισε την ανωτέρω πλαστή συναλλαγματική, θεωρώντας ότι η συναλλαγματική αυτή ήταν γνήσια, με την υπ'αριθ. 2403/2005 απόφαση απέρριψε την αίτηση του εγκαλούντος και επέβαλε σε βάρος του το ποσό των 225 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ότι οι εκκαλούντες και η μη ασκήσασα έφεση τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία με χρήση κατ' εξακολούθηση (για τον πρώτο κατηγορούμενο), από την οποία ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, καθώς, με σκοπό να προσπορίσει η εταιρία με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος από την 3-1-2005 τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος και αποκλειστικοί μέτοχοι αυτής είναι η δεύτερη κατηγορουμένη, κατά ποσοστό 99%, και ο τρίτος, κατά ποσοστό 1%, περιουσιακό όφελος, ποσού 125.000 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος Ψ κατά το ίδιο ποσό, το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2005 κατήρτισαν από κοινού μία συναλλαγματική, ποσού 125.000 ευρώ, στην οποία έθεσαν στη θέση του εκδότη τα στοιχεία της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ως τόπο έκδοσης και αποδοχής αυτής την Αθήνα, ως ημερομηνία έκδοσης και αποδοχής αυτής την 11.7.2003 και στη θέση του αποδέκτη κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και την υπογραφή του εγκαλούντα Ψ, στη συνέχεια δε ο πρώτος κατηγορούμενος έκανε χρήση της ως άνω πλαστής συναλλαγματικής προσκομίζοντας την, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, 1) ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με την από 27-1-2005 και με αριθμό κατάθεσης 852/2005 αίτηση της παραπάνω εταιρίας για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντα, 2) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 3- 2-2005 προκειμένου να απορριφθεί η από 1-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης 1306/2005 αίτηση του εγκαλούντος για χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και 3) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 24-3-2005 προκειμένου να απορριφθεί αίτηση του εγκαλούντα για αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ'άρθρο 938 ΚΠολΔ, που επισπευδόταν σε βάρος του από την ως άνω εταιρία δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η ως άνω συναλλαγματική είναι γνήσια και ότι ο εγκαλών την υπέγραψε κατά την 11.7.2003 όρθιος με τεντωμένο το χέρι του και σκυμμένο το κορμί του στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, ενώ η συναλλαγματική ήταν τοποθετημένη επάνω στο μάυρο δερμάτινο sous mains, που ήταν γεμάτο χαρτιά, δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 24.9.2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ..., που διορίστηκε με την υπ1 αριθ. 777/2007 Διάταξη του Ανακριτή του 14ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, " 1) Η υπογραφή Ψ, η οποία χαράσσεται εις την από 11.7.2003 συναλλαγματική και εις τη θέση του αποδεκτού, ποσού 125.000 ευρώ, εκδοθείσης υπό της POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε., δεν εχαράχθη δια της χειρός του Ψ αλλά υπό άλλου αγνώστου φυσικού προσώπου, δι 'ανεπιτυχούς απομιμήσεως ταύτης από γνήσιον υπόδειγμα υπογραφής του Ψ και 2) Δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά δυνάμενα να στοιχειοθετήσουν τη θέσιν ότι η υπό κρίσιν και έλεγχον υπογραφή ετέθη υπό τινός των κατηγορουμένων". Ο ως άνω πραγματογνώμονας κατηγορηματικά αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι η υπογραφή στην από 11.7.2003 συναλλαγματική δεν τέθηκε από το Ψ και συνεπώς είναι πλαστή. Αναφέρει βέβαια ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να στοιχειοθετήσουν τη θέση ότι η υπογραφή τέθηκε από κάποιον από τους κατηγορούμενους αλλά από τα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα εκτιμώμενα στο σύνολο τους προκύπτει ότι οι μόνοι που είχαν συμφέρον να καταρτίσουν κάποιο πλαστό έγγραφο θέτοντας σ'αυτό κατ'απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή του εγκαλούντος ήταν οι κατηγορούμενοι με τις ανωτέρω ιδιότητες τους. Εξάλλου, η από 20-3-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ..., που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση υπογραφή είναι γνήσια και τέθηκε από τον Ψ, ο οποίος κατά τη στιγμή της υπογραφής βρισκόταν πιθανότατα σε όρθια θέση σε σχέση με την επιφάνεια πάνω στη οποία ευρίσκετο το προς υπογραφή έντυπο και η οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν απολύτως επίπεδη ή λεία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι καταλήγει σε ένα συμπέρασμα, το οποίο βασίζεται σε πιθανότητες και πραγματικά γεγονότα, που δεν αποδεικνύονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο εγκαλών βρισκόταν σε όρθια θέση σε σχέση με τη συναλλαγματική και αυτή ήταν τοποθετημένη σε επιφάνεια, που δεν ήταν λεία ή επίπεδη, αναφέρθηκε από τους κατηγορούμενους για πρώτη φορά στα απολογητικά τους υπομνήματα ενώπιον του Ανακριτή ενώ δεν έκαναν καμία αναφορά σ'αυτό στις από 16-6-2005 και 15-6-2005 εξηγήσεις τους, που κατέθεσαν κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Πρέπει να αναφερθεί ότι η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης συντάχθηκε μετά από παραγγελία των κατηγορουμένων και για το λόγο αυτό δεν κρίνεται αξιόπιστη. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η υπογραφή στην ανωτέρω συναλλαγματική δεν τέθηκε από το Ψ, αλλά από τους κατηγορούμενους ενισχύεται από τις καταθέσεις των ..., κατοίκου ..., ..., κατοίκου ..., ..., κατοίκου ..., και ..., κατοίκου ..., που εξετάσθηκαν κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η υπογραφή στην επίδικη συναλλαγματική είναι πλαστή, από τη βεβαίωση του ταξιδιωτικού γραφείου με την επωνυμία "GS TRAVEL", η οποία αναφέρει ότι ο εγκαλών "ταξίδεψε με το γραφείο αυτό στο ... κατά την 11.7. 2003 ημέρα Παρασκευή και επέστρεψε στην ... κατά την 14.7.2003 ημέρα Δευτέρα" και από το από 9.5.2005 έγγραφο του Προϊσταμένου των Υπηρεσιών Τύπου της ΟΥΕΦΑ, το οποίο αναφέρει ότι "με την παρούσα επιστολή θα θέλαμε να βεβαιώσουμε ότι ο κ. Ψ, Επικεφαλής του τμήματος Champions League του ... παρακολούθησε το ειδικό σεμινάριο της ΟΥΕΦΑ "οι υποχρεώσεις του εκπροσώπου τύπου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από ένα αγώνα Champion League" στο ... το διάστημα μεταξύ Παρασκευής 11 Ιουλίου και Κυριακής 13 Ιουλίου 2003". Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1 τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." από την 3-1-2005, με σκοπό να αποκομίσει η ανωτέρω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντα Ψκατά το ποσό των 125.000 ευρώ, αφού 1) την 27-1-2005 κατά την κατάθεση ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της με ίδια ημερομηνία αίτησης της ως άνω εταιρίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντα Ψ επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα την ως άνω αναφερόμενη πλαστή συναλλαγματική, που είχε καταρτίσει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος την εξέλαβε ως γνήσια ως προς όλα τα στοιχεία της, με αποτέλεσμα να προβεί στην έκδοση της υπ' αριθ. 789/2005 Διαταγής Πληρωμής, με την οποία υποχρεωνόταν ο εγκαλών να καταβάλει στην ως άνω εταιρία το ποσό των 125.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αίτησης και 3.380 ευρώ ως δικαστικά έξοδα για την έκδοση αυτής, 2) κατά την 3.2.2005 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) της από 1-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης 1306/2005 αίτησης του εγκαλούντος για χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω Διαταγής Πληρωμής επικαλέστηκε και προσκόμισε την προαναφερθείσα πλαστή συναλλαγματική, που είχε καταρτίσει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, ο οποίος την εξέλαβε ως γνήσια ως προς όλα τα στοιχεία της, και απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής και 3) την 24.3.2005 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αίτησης του εγκαλούντος για αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ, που επισπευδόταν σε βάρος του από την ως άνω εταιρία δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, επικαλέστηκε και προσκόμισε την παραπάνω πλαστή συναλλαγματική, την οποία είχε καταρτίσει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος την εξέλαβε ως γνήσια και απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, το παράνομο δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισε η εταιρία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε" από τις ως άνω πράξεις του πρώτου κατηγορουμένου ανέρχεται στο ποσό των 125.000 ευρώ πλέον των ποσών των 3.380 ευρώ και 225 ευρώ, που επιδικάσθηκαν ως δικαστικά έξοδα σε βάρος του εγκαλούντος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του τελευταίου. Τέλος, σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου - εκκαλούντος προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 και 6 του Ν. 2472/1997 γιατί την 27-1-2005 με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", της οποίας ανέλαβε την εκπροσώπηση την 3-1-2005, υπέβαλε για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση για την κατά προτίμηση έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντος βάσει της προαναφερόμενης πλαστής συναλλαγματικής, στην οποία αίτηση επισύναψε κατάσταση με δυσμενή προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα και ειδικότερα δεδομένα που αφορούσαν κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων του, με την πράξη του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στην ανωτέρω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 125.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντα.
Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών στην κρίση ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε.
Ε) Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίνεται παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες.
Ειδικώτερα είναι αβάσιμη, καθ'ότι στηριζόμενη σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν μνημονεύει την από 24-9-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ... και ως εκ τούτου δεν την έλαβε υπ'όψη του, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών κάνει ειδική μνεία της παραπάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης στις σελίδες 15β και 16α και προκύπτει σαφώς ότι την έλαβε σοβαρώς υπ'όψη του. Αναφορικά με τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων ... και ..., σημειώνεται ότι αυτές δεν αποτελούν έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αναφορά τους αλλά συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των "εγγράφων", που αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ'όψη. Σε κάθε περίπτωση για την έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ..., η οποία συνετάγη μετά από παραγγελία του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του, γίνεται μνεία και ειδική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της στη σελ. 16α του βουλεύματος.
Αβάσιμες, κατά συνέπεια, είναι όλες οι αιτιάσεις που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και θα πρέπει αυτή να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 212/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ... κατά του υπ'αριθμ. 1998/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου 1998/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο τούτο μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο εγκαλών Ψ εργάζεται επί σειρά ετών ως δημοσιογράφος στο χώρο του αθλητικού ρεπορτάζ αλλά και ως παρουσιαστής αθλητικών ειδήσεων και γεγονότων σε πανελλαδικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό. Η κατηγορουμένη ΑΑ, που δεν έχει ασκήσει έφεση, τυγχάνει μέτοχος κατά ποσοστό 89% της εταιρίας με την επωνυμία "POΙΝT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ..., η οποία έχει ως αντικείμενο μεταξύ άλλων την έκδοση, εκτύπωση και διακίνηση εφημερίδων και περιοδικών. Η ανωτέρω κατηγορουμένη ήταν Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας μέχρι την 3.1.2005, οπότε με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ορίσθηκε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1, που είχε δικαίωμα δέσμευσης και εκπροσώπησης της εταιρίας για όλες τις αρμοδιότητες με μόνη τη θέση της υπογραφής του κάτω από τη σφραγίδα της εταιρίας (βλ. το υπ1 αριθ. 811/9.2.2005 ΦΕΚ). Ο τρίτος κατηγορούμενος- εκκαλών Χ2, γιος της δεύτερης, τυγχάνει μέτοχος κατά ποσοστό 1% της ως άνω εταιρίας, ασχολείται με τη λειτουργία αυτής αλλά ουδέποτε μετείχε με οποιαδήποτε ιδιότητα στο Διοικητικό της Συμβούλιο. Η παραπάνω εταιρία εκδίδει τις εφημερίδες με τους τίτλους "..." και "...". Κατά τις αρχές του θέρους του έτους 2003 ο εγκαλών ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα Χ2 για τη σύναψη συμφωνίας παροχής δημοσιογραφικών υπηρεσιών στην παραπάνω εταιρία με τις ιδιότητες του συμβούλου έκδοσης και του δημοσιογράφου-αρθρογράφου. Στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών ο εγκαλών παρέδωσε το από 10-7-2003 κείμενο-πρόταση πλαισίου συνεργασίας με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που απαιτούσε ως ελάχιστη εγγύηση προκειμένου να δεσμευτεί με σύμβαση συνεργασίας. Μεταξύ των άλλων ο εγκαλών απαιτούσε την καταβολή σ'αυτόν ειδικής αμοιβής (πριμ μεταγραφής), ποσού 160.000 ευρώ, προκειμένου να αποχωρήσει από την εφημερίδα με τον τίτλο "...", στην οποία εργαζόταν μέχρι τότε, και να συνεργαστεί με τις παραπάνω εφημερίδες. Τελικά οι δύο πλευρές συμφώνησαν και την 18.7.2003, με την προοπτική υπογραφής μεταξύ τους ενός ιδιωτικού συμφωνητικού και την αναγραφή του ονόματος του εγκαλούντα στο δυναμικό των εφημερίδων, παραδόθηκε σ' αυτόν η υττ1 αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως της παραπάνω εταιρίας, ποσού 85.000 ευρώ, ως προκαταβολή του πριμ μεταγραφής, που εξοφλήθηκε κατά την 21.7.2003, και για το λόγο αυτό ο εγκαλών υπέγραψε την υπ' αριθ. ... απόδειξη πληρωμής του ανωτέρω ποσού. Την 3.8.2003 ο εγκαλών άρχισε τη συνεργασία του με τις παραπάνω εφημερίδες. Επειδή ο εγκαλών δεν είχε λάβει το υπόλοιπο ποσό του πριμ μεταγραφής πίεζε τη δεύτερη κατηγορουμένη ΑΑ, η οποία τότε ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας αλλά και τους πρώτο και τρίτο των κατηγορούμενων- εκκαλούντων που απασχολούνταν στην ανωτέρω εταιρία και ειδικότερα ο πρώτος ως οικονομικός υπεύθυνος αυτής, να υπογραφεί το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό. Τελικά την 17.3.2004 υπογράφηκε το από 11-7-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εγκαλούντα και της δεύτερης κατηγορουμένης. Με το ανωτέρω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι η εταιρία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." είχε προσλάβει και απασχολούσε ως δημοσιογράφο τον εγκαλούντα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και με τον περιορισμό να μην μπορεί να αποχωρήσει πριν την 11.7.2005, ότι για την απασχόληση του και εκτός της αμοιβής του ο εγκαλών είχε λάβει ως πριμ μεταγραφής στην εφημερίδα "..." το ποσό των 125.000 ευρώ, το οποίο ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στην ανωτέρω εταιρία άμεσα και σε πρώτη ζήτηση, αν αποχωρούσε από την εργασία του πριν την 11.7.2005, και ότι η τελευταία ημερομηνία είχε την έννοια ότι ο εγκαλών δεσμευόταν να μην αποχωρήσει από την εργασία του πριν από την 11-7-2005. Στο παραπάνω συμφωνητικό δε γινόταν αναφορά στην υπογραφή κάποιου αξιόγραφου και ειδικότερα συναλλαγματικής, την οποία ο εγκαλών αποδέχτηκε, προκειμένου να δεσμευτεί με αυτήν για την άμεση επιστροφή του ποσού του πριμ μεταγραφής εφόσον αποχωρούσε πριν την 11.7.2005. Στο μεταξύ κατά την 4.2.2004 η δεύτερη κατηγορουμένη (που δεν έχει ασκήσει έφεση) κατέβαλε στον εγκαλούντα το ποσό των 15.000 ευρώ σε μετρητά και του παρέδωσε προς εξόφληση του ποσού των 60.000 ευρώ, που αφορούσε το πριμ μεταγραφής, την υπ'αριθ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της παραπάνω εταιρίας, ποσού 15.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 25-3-2004, και την υπ αριθ. ... επιταγή της ίδιας Τράπεζας, εκδόσεως ίδιας εταιρίας, ποσού 30.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 25.4.2004, οι οποίες πληρώθηκαν και για το λόγο αυτό επιστράφηκαν από τον εγκαλούντα. Η δεύτερη κατηγορουμένη (που δεν έχει ασκήσει έφεση) υποσχέθηκε ότι θα κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των 35.000 ευρώ, που υπολειπόταν για την πλήρη εξόφληση του πριμ μεταγραφής, σε εύλογο χρονικό διάστημα. Κατά την 13.12.2004 έγινε νέα συνάντηση μεταξύ του εγκαλούντα και των κατηγορουμένων, κατά την οποία οι τελευταίοι παρέδωσαν στον πρώτο την υπ'αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως της ως άνω εταιρίας, ποσού 14.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2005, η οποία αφορούσε προκαταβολή προς τον εγκαλούντα των μισθών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2005, και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 35.000 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 25.5.2005, που αφορούσε την εξόφληση του πριμ μεταγραφής. Σε αντίγραφο των ως άνω επιταγών σημειώθηκε ότι οι επιταγές αυτές θα πληρώνονταν μόνο εάν ο εγκαλών δεν αποχωρούσε από την εταιρία πριν την 11.7.2005. Η σημείωση αυτή υπογράφηκε τόσο από τον εγκαλούντα όσο και από την ως άνω δεύτερη κατηγορουμένη. Ο εγκαλών εμφάνισε προς πληρωμή τη δεύτερη ως άνω επιταγή, αυτή όμως δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης και για το λόγο αυτό σφραγίσθηκε. Στις αρχές του έτους 2005 προέκυψαν διαφωνίες στη συνεργασία των δύο πλευρών και κατά την 7.1.2005 ο εγκαλών κοινοποίησε προς την ως άνω εταιρία τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να του χορηγήσει αντίγραφο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε υπογραφεί μεταξύ τους, το έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων της σύμβασης αυτής, κατά τα οριζόμενα στο Π.Δ. 156/1994, καθώς και τα κυρωμένα αντίγραφα των αποδεικτικών κατάθεσης τους στις αρμόδιες υπηρεσίες και το επαγγελματικό του σωματείο. Ο πρώτος κατηγορούμενος -εκκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, δεν απάντησε. Κατά την 8.1.2005 ο εγκαλών απέστειλε με fax προς την εταιρία τη με ίδια ημερομηνία επιστολή του, με την οποία την καλούσε να αποσύρει την αναφορά του ονόματος του από το δυναμικό της εφημερίδας "...". Κατά την 10.1.2005 ο εγκαλών κοινοποίησε προς την ως άνω εταιρία τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων, με την οποία ζητούσε ό,τι και στην παραπάνω επιστολή. Ο πρώτος κατηγορούμενος συμφώνησε με το αίτημα του εγκαλούντα και για το λόγο αυτό στο υπ'αριθ. ... φύλλο της εφημερίδας δεν αναγραφόταν το όνομα αυτού. Οι κατηγορούμενοι λόγω της αρνητικής εξέλιξης της συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα και προκειμένου να αποκομίσει η ως άνω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσού 125.000 ευρώ, το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2005 κατήρτισαν από κοινού μία συναλλαγματική, ποσού 125.000 ευρώ, στην οποία έθεσαν στη θέση του εκδότη τα στοιχεία της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ως τόπο έκδοσης και αποδοχής αυτής την ..., ως ημερομηνία έκδοσης και αποδοχής αυτής την 11-7-2003 και στη θέση του αποδέκτη κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και την υπογραφή του εγκαλούντος Ψ, στη συνέχεια δε ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών έκανε χρήση της ως άνω πλαστής συναλλαγματικής προσκομίζοντας την, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με την από 27.1.2005 και με αριθμό κατάθεσης 85212005 αίτηση της παραπάνω εταιρίας για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντος. Η αίτηση της εταιρίας έγινε δεκτή και ο Δικαστής του ως άνω Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι η ανωτέρω συναλλαγματική ήταν γνήσια, εξέδωσε την υπ'αριθ. 789/2005 Διαταγή Πληρωμής, με την οποία ο εγκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην παραπάνω εταιρία το ποσό των 125.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της αιτήσεως μέχρι την εξόφληση και το ποσό των 3.380 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Μαζί με την ανωτέρω αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής ο πρώτος κατηγορούμενος, εκπροσωπώντας την ανωτέρω εταιρία, υπέβαλε προς το Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου και την από 27.1.2005 αίτηση προτίμησης, με την οποία ζητούσε την άμεση συζήτηση της αίτηση της εταιρίας επειδή δήθεν υπήρχαν σε βάρος του εγκαλούντος δυσμενή στοιχεία και υπήρχε άμεσος κίνδυνος να εκποιήσει τα μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία, που μπορούσαν να είναι αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Προς ενίσχυση της αίτησης προτίμησης προσκόμισε κατάσταση με δυσμενή προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα και ειδικότερα δεδομένα που αφορούσαν σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων για τα έτη 2002, 2003 και 2004. Κατά την 2.2.2005 ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1.2.2005 ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, καθώς και την από 1.2.2005 και με αριθμό κατάθεσης 1306/2005 αίτηση αναστολής εκτέλεσης Διαταγής Πληρωμής, με την οποία ζητούσε να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής και να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης αυτής. Με την από 3.2.2005 απόφαση ο Δικαστής του ίδιου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος προσκόμισε την από 13.7.2003 πλαστή συναλλαγματική, θεωρώντας ότι η συναλλαγματική αυτή ήταν γνήσια απέρριψε την αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής. Κατά την 19.4.2005 συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω Διαταγής Πληρωμής, η οποία με την υπ'αριθ. 3917/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου έγινε δεκτή και ανεστάλη η εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 1.2.2005 ανακοπής του εγκαλούντος. Στο μεταξύ με την υπ'αριθ. ... κατασχετήρια έκθεση ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... κατασχέθηκαν δύο ακίνητα, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος. Περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης επιδόθηκε στον εγκαλούντα κατά την 7.2.2005. Ως ημερομηνία πλειστηριασμού ορίσθηκε η 30.3.2005. Ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση, με την οποία ζητούσε να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ. Η τελευταία αίτηση συζητήθηκε κατά την 24.3.2005 και ο Δικαστής του ως άνω Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος προσκόμισε την ανωτέρω πλαστή συναλλαγματική, θεωρώντας ότι η συναλλαγματική αυτή ήταν γνήσια, με την υπ'αριθ. 2403/2005 απόφαση απέρριψε την αίτηση του εγκαλούντος και επέβαλε σε βάρος του το ποσό των 225 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ότι οι εκκαλούντες και η μη ασκήσασα έφεση τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία με χρήση κατ' εξακολούθηση (για τον πρώτο κατηγορούμενο), από την οποία ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, καθώς, με σκοπό να προσπορίσει η εταιρία με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος από την 3-1-2005 τυγχάνει ο πρώτος κατηγορούμενος και αποκλειστικοί μέτοχοι αυτής είναι η δεύτερη κατηγορουμένη, κατά ποσοστό 99%, και ο τρίτος, κατά ποσοστό 1%, περιουσιακό όφελος, ποσού 125.000 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος Ψ κατά το ίδιο ποσό, το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2005 κατήρτισαν από κοινού μία συναλλαγματική, ποσού 125.000 ευρώ, στην οποία έθεσαν στη θέση του εκδότη τα στοιχεία της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ως τόπο έκδοσης και αποδοχής αυτής την ..., ως ημερομηνία έκδοσης και αποδοχής αυτής την 11.7.2003 και στη θέση του αποδέκτη κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και την υπογραφή του εγκαλούντα Ψ, στη συνέχεια δε ο πρώτος κατηγορούμενος έκανε χρήση της ως άνω πλαστής συναλλαγματικής προσκομίζοντας την, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, 1) ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με την από 27-1-2005 και με αριθμό κατάθεσης 852/2005 αίτηση της παραπάνω εταιρίας για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντα, 2) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 3- 2-2005 προκειμένου να απορριφθεί η από 1-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης 1306/2005 αίτηση του εγκαλούντος για χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και 3) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 24-3-2005 προκειμένου να απορριφθεί αίτηση του εγκαλούντα για αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ'άρθρο 938 ΚΠολΔ, που επισπευδόταν σε βάρος του από την ως άνω εταιρία δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η ως άνω συναλλαγματική είναι γνήσια και ότι ο εγκαλών την υπέγραψε κατά την 11.7.2003 όρθιος με τεντωμένο το χέρι του και σκυμμένο το κορμί του στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, ενώ η συναλλαγματική ήταν τοποθετημένη επάνω στο μάυρο δερμάτινο sous mains, που ήταν γεμάτο χαρτιά, δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 24.9.2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ..., που διορίστηκε με την υπ1 αριθ. 777/2007 Διάταξη του Ανακριτή του 14ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, " 1) Η υπογραφή Ψ, η οποία χαράσσεται εις την από 11.7.2003 συναλλαγματική και εις τη θέση του αποδεκτού, ποσού 125.000 ευρώ, εκδοθείσης υπό της POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε., δεν εχαράχθη δια της χειρός του Ψ αλλά υπό άλλου αγνώστου φυσικού προσώπου, δι 'ανεπιτυχούς απομιμήσεως ταύτης από γνήσιον υπόδειγμα υπογραφής του Ψ και 2) Δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά δυνάμενα να στοιχειοθετήσουν τη θέσιν ότι η υπό κρίσιν και έλεγχον υπογραφή ετέθη υπό τινός των κατηγορουμένων". Ο ως άνω πραγματογνώμονας κατηγορηματικά αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι η υπογραφή στην από 11.7.2003 συναλλαγματική δεν τέθηκε από το Ψ και συνεπώς είναι πλαστή. Αναφέρει βέβαια ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να στοιχειοθετήσουν τη θέση ότι η υπογραφή τέθηκε από κάποιον από τους κατηγορούμενους αλλά από τα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα εκτιμώμενα στο σύνολο τους προκύπτει ότι οι μόνοι που είχαν συμφέρον να καταρτίσουν κάποιο πλαστό έγγραφο θέτοντας σ'αυτό κατ'απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή του εγκαλούντος ήταν οι κατηγορούμενοι με τις ανωτέρω ιδιότητες τους. Εξάλλου, η από 20-3-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ..., που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση υπογραφή είναι γνήσια και τέθηκε από τον Ψ, ο οποίος κατά τη στιγμή της υπογραφής βρισκόταν πιθανότατα σε όρθια θέση σε σχέση με την επιφάνεια πάνω στη οποία ευρίσκετο το προς υπογραφή έντυπο και η οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν απολύτως επίπεδη ή λεία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι καταλήγει σε ένα συμπέρασμα, το οποίο βασίζεται σε πιθανότητες και πραγματικά γεγονότα, που δεν αποδεικνύονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο εγκαλών βρισκόταν σε όρθια θέση σε σχέση με τη συναλλαγματική και αυτή ήταν τοποθετημένη σε επιφάνεια, που δεν ήταν λεία ή επίπεδη, αναφέρθηκε από τους κατηγορούμενους για πρώτη φορά στα απολογητικά τους υπομνήματα ενώπιον του Ανακριτή ενώ δεν έκαναν καμία αναφορά σ'αυτό στις από 16-6-2005 και 15-6-2005 εξηγήσεις τους, που κατέθεσαν κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Πρέπει να αναφερθεί ότι η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης συντάχθηκε μετά από παραγγελία των κατηγορουμένων και για το λόγο αυτό δεν κρίνεται αξιόπιστη. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η υπογραφή στην ανωτέρω συναλλαγματική δεν τέθηκε από το Ψ, αλλά από τους κατηγορούμενους ενισχύεται από τις καταθέσεις των ..., κατοίκου ..., ..., κατοίκου ..., ..., κατοίκου ..., και ..., κατοίκου ..., που εξετάσθηκαν κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η υπογραφή στην επίδικη συναλλαγματική είναι πλαστή, από τη βεβαίωση του ταξιδιωτικού γραφείου με την επωνυμία "GS TRAVEL", η οποία αναφέρει ότι ο εγκαλών "ταξίδεψε με το γραφείο αυτό στο ... κατά την 11.7. 2003 ημέρα Παρασκευή και επέστρεψε στην ... κατά την 14.7.2003 ημέρα Δευτέρα" και από το από 9.5.2005 έγγραφο του Προϊσταμένου των Υπηρεσιών Τύπου της ΟΥΕΦΑ, το οποίο αναφέρει ότι "με την παρούσα επιστολή θα θέλαμε να βεβαιώσουμε ότι ο κ. Ψ, Επικεφαλής του τμήματος Champions League του ... παρακολούθησε το ειδικό σεμινάριο της ΟΥΕΦΑ "οι υποχρεώσεις του εκπροσώπου τύπου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από ένα αγώνα Champion League" στο ... το διάστημα μεταξύ Παρασκευής 11 Ιουλίου και Κυριακής 13 Ιουλίου 2003". Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1 τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." από την 3-1-2005, με σκοπό να αποκομίσει η ανωτέρω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντα Ψ κατά το ποσό των 125.000 ευρώ, αφού 1) την 27-1-2005 κατά την κατάθεση ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της με ίδια ημερομηνία αίτησης της ως άνω εταιρίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντα Ψ επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα την ως άνω αναφερόμενη πλαστή συναλλαγματική, που είχε καταρτίσει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος την εξέλαβε ως γνήσια ως προς όλα τα στοιχεία της, με αποτέλεσμα να προβεί στην έκδοση της υπ' αριθ. 789/2005 Διαταγής Πληρωμής, με την οποία υποχρεωνόταν ο εγκαλών να καταβάλει στην ως άνω εταιρία το ποσό των 125.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αίτησης και 3.380 ευρώ ως δικαστικά έξοδα για την έκδοση αυτής, 2) κατά την 3.2.2005 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) της από 1-2-2005 και με αριθμό κατάθεσης 1306/2005 αίτησης του εγκαλούντος για χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω Διαταγής Πληρωμής επικαλέστηκε και προσκόμισε την προαναφερθείσα πλαστή συναλλαγματική, που είχε καταρτίσει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, ο οποίος την εξέλαβε ως γνήσια ως προς όλα τα στοιχεία της, και απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής και 3) την 24.3.2005 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αίτησης του εγκαλούντος για αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ, που επισπευδόταν σε βάρος του από την ως άνω εταιρία δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, επικαλέστηκε και προσκόμισε την παραπάνω πλαστή συναλλαγματική, την οποία είχε καταρτίσει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ο οποίος την εξέλαβε ως γνήσια και απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, το παράνομο δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισε η εταιρία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε." από τις ως άνω πράξεις του πρώτου κατηγορουμένου ανέρχεται στο ποσό των 125.000 ευρώ πλέον των ποσών των 3.380 ευρώ και 225 ευρώ, που επιδικάσθηκαν ως δικαστικά έξοδα σε βάρος του εγκαλούντος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του τελευταίου. Τέλος, σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου - εκκαλούντος προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 και 6 του Ν. 2472/1997 γιατί την 27-1-2005 με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "POINT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", της οποίας ανέλαβε την εκπροσώπηση την 3-1-2005, υπέβαλε για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση για την κατά προτίμηση έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του εγκαλούντος βάσει της προαναφερόμενης πλαστής συναλλαγματικής, στην οποία αίτηση επισύναψε κατάσταση με δυσμενή προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντα και ειδικότερα δεδομένα που αφορούσαν κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων του, με την πράξη του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στην ανωτέρω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 125.000 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος". Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών επικύρωσε το 635/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, της απάτης επί δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση ως και της παράβασης των άρθρων 22 παρ.4 και 6 του ν.2473/1997. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 3, 386 παρ. 1, 3 ΠΚ και 22 παρ. 4 και 6 του ν. 2472/1997 που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα η αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν μνημονεύεται η από 24-09-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ... και ως εκ τούτου δεν την έλαβε υπόψη του είναι αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση του βουλεύματος τούτου, το Συμβούλιο Εφετών κάνει ειδική μνεία της έκθεσης αυτής και έτσι σαφώς προκύπτει ότι την πραγματογνωμοσύνη αυτή την έλαβε υπόψη του. Περαιτέρω, όσον αφορά τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων ..., ... και ..., δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, διότι δεν αποτελούν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης κατά την έννοια του άρθρου 183 ΚΠΔ αλλά επέχουν θέση εγγράφων, τα οποία λήφθηκαν υπόψη, μάλιστα δε όσον αφορά την έκθεση της ..., γίνεται για αυτή μνεία στο βούλευμα τούτο. Επομένως και η τελευταία αιτίαση που προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης είναι αβάσιμη.
Συνεπώς, ο δια των αιτιάσεων αυτών προβαλλόμενος εκ του άρθρου 484 παρ.1 δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 212/2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του 1998/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία, Απάτη. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο παραπεμπτικό βούλευμα. Οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς διότι δεν αποτελούν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης κα-τά την έννοια του άρθρου 183 ΚΠΔ αλλά επέχουν θέση εγγράφου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη.
| 2
|
Αριθμός 1699/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πάνο Ρούσια και Χρήστο Μυλωνόπουλο, περί αναιρέσεως της 383/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσούτσουβα.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 411/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και του μάρτυρα της υπεράσπισης που γνωστοποιήθηκε κατ' άρθρο 326 παρ.3 του ΚΠΔ, και εξετάσθηκαν, ενόρκως, ενώπιον του, την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η πολιτικώς ενάγουσα, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία κατά τα έτη 1992 και 1993 υπηρετούσε στο τμήμα Ταμείου Τίτλων αυτής, συνέταξε για λογαριασμό της(της ίδιας δηλαδή), τη μελέτη με τον τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση Αποθετηρίου Τίτλων", με αφορμή την ανάθεση σ' αυτήν, το Φθινόπωρο του έτους 1992, από τον Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Ταμείων της Τράπεζας της Ελλάδος Βασ. ΑΑ, (που εξετάσθηκε ως μάρτυρας) της μελέτης του φακέλου αποθετηρίου τίτλων καθώς και των επαφών και παρακολούθησης της αλληλογραφίας με το διεθνή οργανισμό Euroclear, ενόψει της ενδεχόμενης συνεργασίας της Τράπεζας της Ελλάδος με τον Οργανισμό αυτό, στα πλαίσια ανάπτυξης από την Τράπεζα, υπηρεσίας θεματοφύλαξης και αποθετηρίου τίτλου. Προκειμένου να συντάξει την άνω μελέτη η πολιτικώς ενάγουσα μελέτησε τη σχετική βιβλιογραφία, που αναφέρει και στην εν λόγω μελέτη της, καθώς και περιοδικά, ενώ ήλθε σε επαφή και με τράπεζες και οργανισμούς του εξωτερικού για θέματα αποθετηρίου τίτλων. Στα πλαίσια δε του ενδιαφέροντος της για περισσότερη εξειδίκευση με τα θέματα αποθετηρίου τίτλων, η ίδια, μετά από πρόταση της υπηρεσίας της, στις 18-19 Φεβρουαρίου 1993 παρακολούθησε στο Λονδίνο διήμερο συνέδριο της IBC Financial Focus Ltd με θέμα "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης" που περιλάμβανε τα κυριότερα σημεία από τις ομιλίες των 19 ομιλητών στο συνέδριο. Από την έκθεση αυτή η πολιτικώς ενάγουσα συμπεριέλαβε αυτούσιο το περιεχόμενο τμήματος της σελίδας 3 και του μεγαλύτερου μέρους του περιεχομένου των σελίδων 5-18 της άνω μελέτης της, στις σελίδες 70 έως 96 της άνω μελέτης της, με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση αποθετηρίου τίτλων". Την μελέτη αυτή με την οποία η τελευταία άρχισε να ασχολείται από τον Οκτώβριο του έτους 1992, την ολοκλήρωσε τον Αύγουστο του έτους 1993, οπότε, με σκοπό την καλύτερη υπηρεσιακή εξέλιξη, την κατέθεσε στη Διεύθυνση Ταμείων της Τράπεζας, όπου ανήκε υπηρεσιακά. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1993, ένα τμήμα της εν λόγω μελέτης με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης στις αναπτυσσόμενες αγορές", δημοσιεύθηκε στο τεύχος 41 της Α' Τριμηνίας 1994 στις σελίδες 82-85 του Δελτίου Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Η σύνταξη εξάλλου της ίδιας μελέτης, που έχει κατατεθεί και στην Εθνική Βιβλιοθήκη με στοιχεία ..., έγινε με πρωτοβουλία και για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, ενώ εμφανίζει πρωτοτυπία ως προς την επιλογή των θεμάτων της, τη διευθέτηση των μερών της, την εναρμόνιση των κειμένων μεταξύ τους, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο και είναι αποτέλεσμα της πνευματικής δραστηριότητας της τελευταίας η οποία είναι δικαιούχος των πνευματικών, ηθικών και περιουσιακών δικαιωμάτων, που απορρέουν από την πνευματική ιδιοκτησία στο άνω έργο της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι με την από 16-2-1993 "σύμβαση ανάθεσης και εκπόνησης μελέτης" που καταρτίστηκε μεταξύ:
α) της "Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως" (ΕΤΒΑ ΑΕ), β) της "Τράπεζας της Ελλάδος" και γ) της ανώνυμης εταιρείας "Nuntius ΑΕ" (που έχει ήδη μετονομασθεί σε "Alexanter sterling ΑΕ"), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκπονήσει, για λογαριασμό της "Τράπεζας της Ελλάδος", μελέτη με τον τίτλο "Οργάνωση, Αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμός των Υπηρεσιών Θεματοφύλαξης (για την Τράπεζα Ελλάδος), Ανάπτυξη Επιχειρησιακού Σχεδίου (business Plan)". Το συνολικό κόστος για την εκπόνηση της μελέτης προσδιορίστηκε στο ποσό των 30.000.000 δραχμών από το οποίο τα 21.000.000 δραχμές αποτελούσε την αμοιβή της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, την αμοιβή δε αυτή ανέλαβε να χρηματοδοτήσει η ΕΤΒΑ ΑΕ, που διαχειριζόταν τα κονδύλια του κοινοτικού προγράμματος ΜΕΝΤΩΡ. Η "Τράπεζα της Ελλάδος" εξάλλου, ούσα υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης να θέσει στη διάθεση της άνω με στοιχείο γ εταιρίας, κάθε απαραίτητο για την ολοκλήρωση της άνω μελέτης στοιχείο, ανέθεσε στην υπάλληλο της, πολιτικώς ενάγουσα, την εργασία να παρέχει στην άνω εταιρία, κάθε σχετική πληροφορία και στοιχείο που αυτή θα συνέλεγε από διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας. Για το σκοπό αυτό, η τελευταία συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο και τον συνεργάτη της "Nuntius ΑΕ", ΒΒ, Αναπληρωτή Καθηγητή, υπεύθυνο της έδρας μάρκετινγκ και του τομέα μάρκετινγκ στο τμήμα Οργάνωσης της Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η μελέτη της πιο πάνω εταιρίας, με τον τίτλο "Η μελέτη ανάπτυξης υπηρεσίας θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος" είναι 416 σελίδες και αποτελείται από δύο σκέλη, το πρώτο αναφέρεται στο μάρκετινγκ και το δεύτερο στη μηχανοργάνωση. Τη σύνταξη δε του δεύτερου αυτού σκέλους είχε αναλάβει να εκπονήσει η σύμβουλος επιχειρήσεων, ΓΓ. Κατά τη σύνταξη όμως του πρώτου σκέλους της "Μελέτης ανάπτυξης υπηρεσίας θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος", οι συνεργάτες της "Nuntius AE", συμπεριέλαβαν και τμήματα από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μελέτη της πολιτικώς ενάγουσας. Συγκεκριμένα από το κεφάλαιο 2 της μελέτης της "Νuntius AE" με τίτλο "Διερευνητική Δομή της Λειτουργίας της Συγκεκριμένης Υπηρεσίας, MARKETINGK AUDIT, ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ", οι σελίδες 20, 21, 22, 23, 24, 25, 32 και 33 του τμήματος υπό στοιχείο 1 με τον τίτλο "Marketingk Audit: Σημερινές Συνθήκες Στην Ελληνική Κεφαλαιαγορά", αποτελούν πιστή αντιγραφή των σελίδων 2, 3, 4, 5 και 6 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, από το ίδιο κεφάλαιο οι σελίδες 34, 35 και 38 του τμήματος υπό στοιχείο 2 με τον τίτλο "Αναπτυσσόμενες Αγορές-Κυριότερο Ανταγωνιστές (Emerging Markets)" αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 183 και 184 της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας, ολόκληρο το κεφάλαιο 3 με τίτλο "Ανάλυση του τρόπου που οι κυριότερες κεντρικές, Εμπορικές Τράπεζες και οι Χρηματοοικονομικοί Οργανισμοί παρουσιάζουν υπηρεσίες θεματοφύλαξης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας" κι συγκεκριμένα οι σελίδες 55 έως 109 αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 7 έως 45 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, ολόκληρο το κεφάλαιο 4 με τίτλο "Ανάλυση των Τάσεων στους κλάδους Παροχής Υπηρεσιών θεματοφύλαξης Διεθνώς" και συγκεκριμένα οι σελίδες 110 έως 130 αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 54 έως 69 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, ολόκληρο το κεφάλαιο 6 με τίτλο " Εκτίμηση των Αποτελεσμάτων Λειτουργίας - Η ήδη υπάρχουσα Υπηρεσία" και συγκεκριμένα οι σελίδες 149 έως 160 αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 103 έως 112 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, από το κεφάλαιο 7 με τίτλο "Παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές του πελάτη", οι σελίδες 161 έως 186, ολόκληρο δηλαδή το κεφάλαιο, εκτός από τρεις σελίδες, αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 70 έως 89 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας και ολόκληρο το παράρτημα Ζ με τον τίτλο "Οργανισμοί Θεματοφύλαξης" και συγκεκριμένα, οι σελίδες 404 έως 416, αποτελούν πιστή αντιγραφή των σελίδων 46 έως 53 της εργασίας της τελευταίας. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι 138 από τις 416 σελίδες της μελέτης της "Nuntius AE" δηλαδή το 1/3 αυτής αποτελεί πιστή αντιγραφή της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωσης αποθετηρίου τίτλων". Η αντιγραφή αυτή, εξάλλου, που έγινε βεβαίως, εν αγνοία της τελευταίας, αποδείχθηκε πλήρως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι πραγματοποιήθηκε από αντίγραφα των κειμένων της πολιτικώς ενάγουσας που περιέχονται στην άνω μελέτη της τα οποία είχε συντάξει και παραδώσει η ίδια, κατά καιρούς και πριν την 21-6-1993, σε συνεργάτες της "Nuntius AE", για να λάβουν στοιχεία για τη μελέτη της τελευταίας, ενόψει της συνεργασίας που είχαν και μέσα στο κλίμα εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι τα αντιγραφέντα τμήματα της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας είχαν συνταχθεί από την ίδια, πριν την άνω ημερομηνία (21-6-1993) και υπήρχαν και στο δίσκο του υπολογιστή Apple στο γραφείο της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως χώρο εργασίας τους, καθημερινά, στα πλαίσια της προαναφερόμενης συνεργασίας τους για την εκπόνηση της μελέτης της άνω εταιρίας (Nuntius AE), οι συνεργάτες αυτής που είχαν πρόσβαση να παίρνουν από τον άνω υπολογιστή αντίγραφα της εν λόγω μελέτης και η πολιτικώς ενάγουσα βεβαίως. Η τελευταία, μάλιστα, την εργασία της για τη σύνταξη της μελέτης της την μετέφερε σε δισκέτα από τον ιδίου τύπου υπολογιστή που διέθετε στην κατοικία της και χρησιμοποιούσε κατά τις απογευματινές ώρες. Όταν η ίδια (πολιτικώς ενάγουσα) έλαβε γνώση της άνω παράνομης αντιγραφής της εργασίας της από τη Nuntius AE, μετά την παράδοση απ' αυτή στις 21-6-1993 στην ΕΤΒΑ και στην Τράπεζα της Ελλάδος του τμήματος της μελέτης της στο οποίο έχουν συμπεριληφθεί και τα εκτενώς προπεριγραφόμενα τμήματα της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας, αμέσως διαμαρτυρήθηκε προφορικά τόσο στους προϊσταμένους της, ΑΑ, Διευθυντή Διεύθυνσης Ταμείων και Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και ΔΔ, Διευθυντή Οργάνωσης και προγραμματισμού της ίδιας Τράπεζας (που εξετάσθηκαν και ως μάρτυρες), όσο και στο ΒΒ (που επίσης εξετάσθηκε και ως μάρτυρας) αλλά και στον κατηγορούμενο. Οι δύο τελευταίοι την διαβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για προσχέδιο και ότι στο τελικό κείμενο θα γινόταν αναφορά και του ονόματος της για τα τμήματα που προέρχονταν από τη δική της μελέτη. Έτσι η πολιτικώς ενάγουσα εφησύχασε και συνέχισε τη συνεργασία της με την εταιρία "Nuntius AE" στους συνεργάτες της οποίας παρέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1993 έως 15 Σεπτεμβρίου 1993 τη δισκέτα με όλη πλέον την εργασία της, που ολοκληρώθηκε με την έννοια ότι εκτυπώθηκε ως ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, τον Αύγουστο του έτους αυτού, προκειμένου οι συνεργάτες της "NuntiuS ΑΕ" να αντλήσουν στοιχεία από την αναφερόμενη σ' αυτή βιβλιογραφία και με τη ρητή διαβεβαίωση βεβαίως του κατηγορουμένου ότι θα γινόταν αναφορά του ονόματος της για τα συγκεκριμένα τμήματα της μελέτης της που θα χρησιμοποιούσε η εν λόγω εταιρία, κατά την υποβολή της δικής της (της "Nuntius AE" δηλαδή μελέτης στο σύνολο της στην Τράπεζα της Ελλάδος. Όταν η εταιρία αυτή όμως υπέβαλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1993 τη μελέτη της ως σύνολο στην Τράπεζα της Ελλάδος, ουδεμία αναφορά υπήρχε του ονόματος της πολιτικώς ενάγουσας, για τα τμήματα της δικής της μελέτης που αντιγράφηκαν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, στη μελέτη της "Nuntius AE". Κατόπιν αυτού, η πολιτικώς ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην εν λόγω εταιρία και με την από 10-11-1993 εξώδικη δήλωση της την κάλεσε να γνωρίσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τη συμβολή της στην ως άνω μελέτη. Επίσης στις 16-11-1993 κατέθεσε στην Τράπεζα αυτή την ως άνω εξώδικη δήλωση της, στις 12-11-1993 απηύθυνε επιστολή προς τη Διεύθυνση Οργάνωσης και Προγραμματισμού για την ενημέρωση αυτής σχετικά με την εργασία της και τη μη αναφορά του ονόματος της στα τμήματα της μελέτης της "Nuntius AE", που ήταν αντιγραφή της δικής της μελέτης και στις 8-12-1993, κοινοποίησε στην Τράπεζα της Ελλάδος την 5-12-1993 εξώδικη γνωστοποίηση της, με την οποία της γνωστοποιούσε την, χωρίς την συναίνεση της, αντιγραφή τμήματος της προαναφερόμενης εργασίας της. Ακολούθως η Τράπεζα της Ελλάδος, με το από 31-5-1994 έγγραφο της, γνωστοποίησε στην πολιτικώς ενάγουσα ότι "η Τράπεζα δεν νομιμοποιείται να προβεί σε οποιαδήποτε μορφής ενέργειες", δεδομένου ότι η εκπόνηση εκ μέρους της υπό κρίσιν εργασίας ήταν πέρα από την ανατεθείσα σε σας από την Τράπεζα εργασία συνδρομής προς την "Nuntius AE", βεβαίως δεν αποστερείσθε του δικαιώματος να διεκδικήσετε ατομικά την ικανοποίηση τυχόν προσβληθέντων δικαιωμάτων των σας". Κατόπιν των ανωτέρω(σημειωτέον ότι η "Nuntius AE" ούτε καν της απάντησε στην άνω εξώδικο δήλωση της), η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε κατά της τελευταίας την από 12-9-1994 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι είναι πνευματικός δημιουργός των προαναφερομένων κεφαλαίων της μελέτης με τίτλο " Η μελέτη ανάπτυξης υπηρεσίες θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος" τα οποία έχει σφετερισθεί η άνω εναγομένη εταιρία, β)να αναγνωρισθεί ότι είναι πνευματικός δημιουργός και ιδιοκτήτρια της μελέτης με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση αποθετηρίου τίτλων", γ) να απαγορευθεί στην "Nuntius AE" η περαιτέρω χρήση οποιουδήποτε τμήματος της άνω μελέτης της, με απειλή χρηματικής ποινής δ)να υποχρεωθεί η τελευταία να γνωρίσει στην Τράπεζα Ελλάδος, στην ΕΤΒΑ και σε κάθε τρίτο στον οποίο είχε απευθύνει την μελέτη της ότι η ως άνω εργασία αυτής αποτελεί κατά μεγάλο ποσοστό πνευματική δημιουργία της πολιτικώς ενάγουσας, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση και ε)να αναγνωρισθεί ότι η "Nuntius AE" είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει τα σ' αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν, αφενός μεν στο κέρδος από την εκμετάλλευση της εργασίας της, αφετέρου δε στη χρηματική ικανοποίηση της, λόγω της ηθικής βλάβης που της προξένησε η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης. Η άνω αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας έγινε καθ' ολοκληρία δεκτή, με την 1320/2001 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, ως προς τα τέσσερα πρώτα αιτήματα της και κατά ένα μέρος δεκτή ως προς το πέμπτο αίτημα της. Η εταιρία "Nuntius AE" άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά την οποία ερημοδίκησε και εκδόθηκε επ' αυτής η 9294/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε, ενώ το ίδιο δικαστήριο απέρριψε και την ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε η άνω εταιρία, με την 4555/2003 απόφαση του. Τέλος, η "Nuntius AE" άσκησε αναίρεση κατά των πιο πάνω αποφάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία με την 963/2006 απόφαση του δικαστηρίου αυτού απορρίφθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δημοσιογράφος της πανελληνίου κυκλοφορίας, εφημερίδας, με το διακριτικό τίτλο "...", ΕΕ, στο φύλλο 244 αυτής, της 13-1-2007, δημοσίευσε άρθρο με το περιεχόμενο της άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, υπό τον τίτλο, "απόφαση καταπέλτης του Αρείου Πάγου εις βάρος του Προέδρου χρηματιστηριακών Εταιριών (ΣΜΕΧΑ) και Προέδρου της Nuntius ΑΕ, Χ". Ο κατηγορούμενος, σε απάντηση του άνω δημοσιεύματος, με επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 245, του Σαββάτου της 20-1-2001 της ίδιας εφημερίδας ισχυρίστηκε και διέδωσε μέσω της εφημερίδας αυτής, σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, ήτοι στο αναγνωστικό της κοινό, τα ακόλουθα: "... πολύ πριν από τη φερόμενη ολοκλήρωση της φερόμενης μελέτης της Ψ (πολιτικώς ενάγουσας δηλ), Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1993 και την δήθεν παράδοση κάποιας δισκέτας που την περιείχε από την παραπάνω κυρία σε κάποιον μη κατονομαζόμενο συνεργάτη της εταιρίας, από την οποία δισκέτα κατά την Ψ έγινε αντιγραφή η εταιρία είχε ήδη από τον Ιούνιο 1993 παραδώσει με έγγραφη απόδειξη στην ΕΤΒΑ ΑΕ το τμήμα εκείνο της όλης μελέτης της που κατά την παραπάνω κυρία φέρεται να αντιγράφτηκε από τη δισκέτα που αυτή παρέδωσε στην παραπάνω εταιρία δύο ή τρείς μήνες αργότερα. Ποιος λοιπόν αντέγραψε την μελέτη ποιανού η Ψ την μελέτη της εταιρίας ή η εταιρία τη φερόμενη μελέτη της Ψ, όταν η μελέτη της εταιρίας είχε συνταχθεί και δημοσιοποιηθεί τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την φερόμενη από την πιο πάνω κυρία δημοσιοποίηση της μελέτης της. Η εταιρία ή εγώ ο ίδιος ουδέποτε εξαπάτησαν όχι μόνον κανένα τραπεζικό ίδρυμα αλλά και οποιονδήποτε τρίτο της Ψ, συμπεριλαμβανομένης. Αντίθετα η τελευταία και ο πιο πάνω συνεργάτης σας προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη τόσο την δική μου, όσο και των άλλων συνεργατών της εταιρίας, εκμεταλλευόμενοι προφανώς σφαλερές και άστοχες δικαστικές κρίσεις ..." Με την άνω δημοσιευθείσα στην προαναφερόμενη εφημερίδα επιστολή του, ο κατηγορούμενος, εξέθετε γεγονότα εκ των οποίων συνάγεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήταν αυτή που αντέγραψε την μελέτη της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, με τίτλο "Η μελέτη ανάπτυξης υπηρεσίας θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος" και ότι η ίδια μαζί με το δημοσιογράφο ΕΕ, προσπάθησαν με το δημοσίευμα του τελευταίου της 13-1-2007 στην εφημερίδα "..." να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις και να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του κατηγορούμενου. Τα ανωτέρω διαδοθέντα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο γεγονότα, είναι απολύτως ψευδή. Και αυτό γιατί τα αληθή είναι τα εντελώς αντίθετα περιστατικά που κατά τα προαναφερόμενα αποδείχθηκαν. Συγκεκριμένα, πλήρως αποδείχθηκε ότι: α)αντιγραφέας ουδέποτε υπήρξε η πολιτικώς ενάγουσα, αλλά οι συνεργάτες της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας "Nuntius AE", κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα, β)η πολιτικώς ενάγουσα δικαιώθηκε από όλες τις πολιτικές αποφάσεις των δικαστηρίων της Αθήνας οι οποίες ουδόλως αποδείχθηκε ότι είναι "προφανώς σφαλερές και άστοχες", ως προς την αντιδικία της για το επίδικο ζήτημα με την άνω εταιρία και γ)η πολιτικώς ενάγουσα ουδόλως βεβαίως προσπάθησε να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις στο αναγνωστικό κοινό και μάλιστα από κοινού με το δημοσιογράφο ΕΕ, αφού αποδείχθηκε ότι αυτή ουδεμία ανάμιξη είχε με το δημοσίευμα του τελευταίου της 13-1-2007. Άλλωστε ο εν λόγω δημοσιογράφος με το δημοσίευμα αυτό γνωστοποιούσε στο αναγνωστικό κοινό της άνω εφημερίδας το περιεχόμενο των άνω δυσμενών για τον κατηγορούμενο δικαστικών αποφάσεων, που μετά τη δημοσίευση τους ευχερώς μπορούσε να ανεύρει. Ο κατηγορούμενος και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι, μεταξύ άλλων, "αντιγραφέας είναι η κ. Ψ, αντέγραφε από τη δική μας δουλειά, με έθιξε βάναυσα το δημοσίευμα και έπρεπε να δώσουμε μία απάντηση, είναι λανθασμένη η απόφαση του Αρείου Πάγου, εάν ρωτήσουμε την κοινωνία κανείς δεν θα πιστέψει ότι η απόφαση του δικαστηρίου είναι σωστή λόγω της προσωπικότητας μου ...", ενώ υποστηρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, είχε "πραγματική πλάνη" με την έννοια, ότι, ό,τι διέδωσε με την επίδικη επιστολή του προς την πιο πάνω εφημερίδα είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι δεν ήσαν ψευδή και προσβλητικά της τιμής και της υπόληψης της πολιτικώς ενάγουσας. Όμως, αυτό που πέραν πάσης αμφιβολίας αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μαρτυρικών καταθέσεων, ανώμοτης της πολιτικώς ενάγουσας, ενόρκων όλων των λοιπών μαρτύρων, εγγράφων που εκτενώς αναφέρονται και τα οποία αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν όλα υπόψη, απολογία του κατηγορουμένου) και την όλη διαδικασία, με βάση και την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ), είναι, ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο την άνω επικαλούμενη πραγματική πλάνη είχε αλλά αντιθέτως γνώριζε την αντιγραφή της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας σ' αυτή της εταιρίας "Nuntius AE". Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, υπεύθυνος της εργασίας της, την εκπόνηση της οποίας ανελλιπώς παρακολουθούσε, το 1/3 της οποίας αποτελούσε αντιγραφή της πνευματικής εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία (αντιγραφή) έγινε με τον ήδη προαναφερόμενο τρόπο και την οποία ο κατηγορούμενος άλλωστε παραδέχθηκε στην τελευταία, όταν αυτή έλαβε γνώση της πραγματοποίησης της (μετά την 21-6-1993 κατά τα άνω) και την καθησύχασε ότι πρόκειται περί προσχεδίου και όλα θα διευθετηθούν, γνώριζε βεβαίως την αντιγραφή. Το επιχείρημα που έθεσε και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κρίθηκε ήδη αμετάκλητα αβάσιμο απ' αυτό και ήδη επαναλαμβάνει και ενώπιον του δικαστηρίου, για να δικαιολογήσει την κατ' αυτόν "πραγματική του πλάνη" ότι δεν ήταν δυνατή η αντιγραφή από την κασέτα της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, αφού αυτή παραδόθηκε από την τελευταία τον Αύγουστο του 1993 ενώ η "Nuntius AE" είχε ήδη παραδώσει το επίδικο τμήμα της εργασίας της από 21-6-1993, δεν ευσταθεί. Και αυτό γιατί η αντιγραφή αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ενώ η εκτύπωση ως ολοκληρωμένου αποτελέσματος της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας στη δισκέτα που παρέδωσε στην υπηρεσία της, τον Αύγουστο του 1993, δεν αποκλείει την ως άνω αντιγραφή αφού τα αντιγραφέντα τμήματα της είχαν ήδη πολύ προγενέστερα ολοκληρωθεί από την πολιτικώς ενάγουσα, που κατά καιρούς είχε παραδώσει στους συνεργάτες της "Nuntius AE", υπήρχαν άλλωστε και στο δίσκο του υπολογιστή Αpple, όπως προεκτέθηκε. Αντίθετο σχετικό συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τα διαλαμβανόμενα στα δικόγραφα της πολιτικώς ενάγουσας[από 10-11-1993 εξώδικη δήλωση, από 10-4-1995 προτάσεις της, της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 22-11-2000 προτάσεις της στην μετ' απόδειξη συζήτηση], ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με τη δική της επιμέλεια στη δίκη ενώπιον του άνω δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στην αναγνωσθείσα εισηγητική έκθεση αυτού, αλλ' ούτε και από την από 21-6-1993 επιστολή της "Nuntius AE" προς την ΕΤΒΑ. Ουδόλως αποδείχθηκε από τα άνω έγγραφα δηλαδή ότι η ίδια η πολιτικώς ενάγουσα [και οι μάρτυρες της] ανέφεραν ότι η αντιγραφή έγινε μετά την ολοκληρωμένη παράδοση της μελέτης της που εκτυπώθηκε ως σύνολο και παραδόθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος τον Αύγουστο ντου 1993, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια. Ο τελευταίος δε, πρέπει να σημειωθεί ότι αποφεύγει να αναφερθεί στην προσθήκη- αντίκρουση των από 22-11-2000 προτάσεων της πολιτικώς ενάγουσας, όπου αντικρούει τον άνω ισχυρισμό του και ουδένα περιθώριο πλάνης του αφήνει. Εξάλλου είναι γεγονός ότι η πολιτικώς ενάγουσα, πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών, με πολύ καλή γνώση της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας και ειδίκευση στο θέμα της εργασίας της, υπελείπετο στις σχετικές εξειδικευμένες γνώσεις του κατηγορουμένου. Αυτό όμως δεν αποκλείει την εκπόνηση από την ίδια της άνω μελέτης, ούτε βεβαίως την αντιγραφή της από τους συνεργάτες της "Nuntius AE", ούτε ο κατηγορούμενος, που γνώριζε την εν λόγω αντιγραφή νομιμοποιείται να επικαλείται τα μειωμένα προσόντα της για να στηρίξει τον ισχυρισμό του περί "πραγματικής πλάνης", ούτε βεβαίως την "ενημέρωση του" από τον ΒΒ, που και αυτός γνώριζε την αντιγραφή σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, όπως άλλωστε και ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ο δημοσιογράφος ΣΤ, ευθέως κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι μεταξύ άλλων "... ο κ. ΕΕ είναι του δικαστικού ρεπορτάζ ... αποφάσεις των δικαστηρίων θα μπορούσε να βρει ...". Επομένως ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης όσον αφορά την ανάμιξη της πολιτικώς ενάγουσας στο προηγηθέν του επίδικου δημοσίευμα του άνω δημοσιογράφου, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλείται την κατάθεση του ΣΤ. Εξάλλου, η από 31-5-1994 έγγραφη απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος αναφέρεται ευθέως στις 2320/2001 και 963/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, το περιεχόμενο των οποίων μετέφερε και γνωστοποίησε στο κοινό ο ΕΕ, με το άρθρο του της 13-1-2007. Συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη σχετικώς πραγματική πλάνη του κατηγορουμένου, ούτε από την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρος δημοσιογράφου, ούτε από κάποιο άλλο από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, ούτε από τη λογική μπορεί να εξαχθεί, όπως ο ίδιος υποστηρίζει. Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι ο κατηγορούμενος, καίτοι υποστηρίζει ότι το δημοσίευμα του δημοσιογράφου ΕΕ της 13-01-2007, τον προσβάλλει βάναυσα και βλάπτει την τιμή και την υπόληψη του δεν στράφηκε κατά του τελευταίου, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε στην απολογία του. Τέλος, με την επισήμανση ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας αποδεικτικά στοιχεία, αναφέρονται ενδεικτικώς τα ακόλουθα: α) οι 2320/2001 και 963/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει και το γεγονός ότι η "Nuntius AE" αμυνόμενη στην αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας είχε προβάλει και τον ισχυρισμό ότι η τελευταία συνήνεσε σιωπηρώς και ενέκρινε εκ των υστέρων την αντιγραφή της εργασίας της από την "Nuntius AE" και β) η εναργής και κατηγορηματική ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, που μεταξύ άλλων αναφέρει "... Στο γραφείο αυτό υπήρχε ένας υπολογιστής Αpple. Είχα τον ίδιο υπολογιστή στο σπίτι μου και εγώ. Δούλευα την μελέτη μου και στον υπολογιστή. Ήταν εύκολο να πάρουν την μελέτη μου. Ο κ. ΒΒ, ο οποίος ερχόταν είχε δει τα κομμάτια μου και μου είπε ότι ήθελαν να πάρουν κομμάτια από την δική μου μελέτη ... Έδωσα τη δισκέτα. Τον Ιούνιο του 1993 είδα την μελέτη τη δική μου. Διαμαρτυρήθηκα σε όλους μέσα στην Τράπεζα. Μίλησα με τον Χ (σημ. κατηγορούμενο) και μου είπε: "προς Θεού μην κάνεις θέμα για να προλάβω τις προθεσμίες και θα φανεί το όνομα σου στη μελέτη προς την Τράπεζα ...". Συνακόλουθα, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με το επίδικο δημοσίευμα ισχυρίστηκε και διέδωσε, κατά τα άνω, τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, για την πολιτικώς ενάγουσα εν γνώσει τελών του ψεύδους τους και ότι τα άνω διαδοθέντα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας. Η αναφορά βεβαίως στο εν λόγω δημοσίευμα ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήταν αντιγραφέας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της "Νuntius AE" και ότι σε συνεργασία με το δημοσιογράφο ΕΕ προσπαθεί να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις, σε βάρος του κατηγορουμένου και όλο το αναφερόμενο στο διατακτικό δημοσίευμα είναι ικανό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, κάτι που γνώριζε βεβαίως ο κατηγορούμενος, που επί σειρά ετών αντιδικούσε με την τελευταία για τα πνευματικά αυτά δικαιώματα και των οποίων κρίθηκε αμετάκλητα δικαιούχος η ίδια. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος είναι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου Πάνος Ρουσιάς, αυτό δεν δικαιολογεί την πεποίθηση του ότι δεν βλάπτεται με τη δημοσίευση του η τιμή και η υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, όπως ισχυρίζεται, επικαλούμενος σχετική "πραγματική πλάνη", ο κατηγορούμενος. Κι αυτό γιατί ο τελευταίος και το ανέγνωσε και γνώσεις έχει και κρίση διαθέτει ώστε να αντιληφθεί ότι με αυτό συνάγεται πως η πολιτικώς ενάγουσα είναι η αντιγραφέας, η οποία μάλιστα γνώριζε (ο ίδιος) ότι είχε αμετάκλητα δικαιωθεί έναντι της "Nuntius AE" από τα πολιτικά Δικαστήρια, κάτι που μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη της. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του περί δικαιολογημένου κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ενδιαφέροντος(άρθρο 367 παρ.2 εδ. α ΠΚ, σχ. ΑΠ. 503/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, ο κατηγορούμενος πρέπει, αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ. τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή, ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε να παρατίθενται επί πλέον στοιχεία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του τελευταίου ότι: 1) υπάρχει αντίφαση και ασάφεια στην απόφαση καθόσον στο αιτιολογικό της αναφέρεται η φράση "πραγματική πλάνη είχε" και ως χρόνος τέλεσης της πράξεως η 20η-1-2001 ενώ στο διατακτικό η 20-1-2007, η ασάφεια δε και η αντίφαση αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή της πράξεως 2) δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αληθή γεγονότα 3) δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι τα απ' αυτόν διαδοθέντα ήταν ψευδή 4) δεν αιτιολογείται επαρκώς και κατά τρόπο σαφή η γνώση του ως προς την αναλήθεια των γεγονότων που διέδωσε 5) δεν αιτιολογείται επαρκώς, στην απόφαση η απόρριψη του ισχυρισμού του, που αναφέρεται στην πραγματική πλάνη, ως προς την αναλήθεια των διαδοθέντων και την προσβολή της τιμής και υπόληψης της εγκαλούσας και έτσι παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και το δικαίωμα του για ακρόαση, και 6) από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργείται αμφιβολία για το πρόσωπο του δράστη της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, αφού η αιτιολογία της είναι ενδοιαστική, είναι αβάσιμες διότι: α) Η αναγραφή στο σκεπτικό της απόφασης ως χρόνου τελέσεως της πράξεως της 20ης-1-2001 αντί του ορθού 20ης-1-2007 και της φράσης "πραγματική πλάνη είχε" αντί της ορθής "πραγματική πλάνη δεν είχε" οφείλεται σε προφανή παραδρομή του συντάξαντος το σκεπτικό και όχι σε συνειδητές παραδοχές του Δικαστηρίου, όπως σαφώς προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται σ' αυτό και τις υπόλοιπες παραδοχές της απόφασης β) στην απόφαση εκτίθενται λεπτομερώς τα αληθή γεγονότα (η αντιγραφή των τμημάτων της μελέτης της εγκαλούσας έγινε από συνεργάτες της από τον κατηγορούμενο εκπροσωπουμένης εταιρίας, στους οποίους είχε παραδώσει αντίγραφα κειμένων της ... η εγκαλούσα δικαιώθηκε στην αντιδικία της με αποφάσεις που δεν είναι σφαλερές και άστοχες ... και η εγκαλούσα δεν προέτρεψε τον δημοσιογράφο ...) γ) στην απόφαση παρατίθενται τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία διέδωσε ο κατηγορούμενος(πολύ πριν από την φερόμενη ολοκλήρωση της φερόμενης μελέτης της Ψ, Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1993 και τη δήθεν παράδοση μίας δισκέτας που την περιείχε από την παραπάνω κυρία σε κάποιον μη κατονομαζόμενο συνεργάτη της εταιρίας, από την οποία δισκέτα κατά την Ψ έγινε αντιγραφή, η εταιρία είχε ήδη από τον Ιούνιο 1993 παραδώσει με έγγραφη απόδειξη στην ΕΤΒΑ ΑΕ το τμήμα εκείνο της όλης μελέτης της, που κατά την παραπάνω κυρία φέρεται να αντιγράφηκε από τη δισκέτα που αυτή παρέδωσε στην παραπάνω εταιρία δύο η τρεις μήνες αργότερα... η τελευταία και ο πιο πάνω συνεργάτης σας(δημοσιογράφος) προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη τόσο την δική μου όσο και των άλλων συνεργατών της εταιρίας, εκμεταλλευόμενοι προφανώς σφαλερές και άστοχες δικαστικές κρίσεις) σαφώς δε και πλήρως αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτά είναι ψευδή δ)ειδικότερα αιτιολογείται η γνώση του αναιρεσείοντος για την αναλήθεια των παραπάνω γεγονότων, με την παράθεση στο σκεπτικό της, συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια τους και για τη δυνατότητα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας ε)με σαφή και πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί πραγματικής πλάνης και συνεπώς δεν παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και δεν στερήθηκε του δικαιώματος ακροάσεως, η παράβαση δε των διατάξεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και στ) η παραδοχή της απόφασης "ακόμη και αν υποτεθεί ότι συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος είναι ο δικηγόρος του κατηγορουμένου Πάνος Ρουσιάς, αυτό δεν δικαιολογεί την πεποίθηση του, ότι δεν βλάπτεται με τη δημοσίευση του η τιμή και υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας" αναφέρεται σε επικουρική αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν είναι αναγκαία για την στήριξη της απόφασης, και δεν καθιστά την κύρια αιτιολογία ενδοιαστική.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος της αιτήσεως, όγδοος και ένατος των πρόσθετων, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από την πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Από τη διάταξη αυτή και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης, χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγούμενη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα στο ακροατήριο.
Συνεπώς, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιας απόφασης δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 1) την μελέτη της εταιρίας Nuntius A.E με τον τίτλο "Μελέτη Ανάπτυξης Υπηρεσίας Θεματοφυλακής της Τράπεζας της Ελλάδος", 2) τη μελέτη της πολιτικώς ενάγουσας με τον τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση Αποθετηρίου Τίτλων", 3) το ...έγγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης και 4) την από 16-2-1993 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ΕΤΒΑ, της Τράπεζας της Ελλάδος και της Nuntius AE, δίχως να προκύπτει από τα πρακτικά ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν. Περαιτέρω έλαβε υπόψη του και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν: α)την από 16-2-1993 σύμβαση ανάθεσης και εκπόνησης μελέτης, β) το από 10-11-1993 εξώδικο, γ) το από 5-12-1993 εξώδικο, δ) την από 8-12-1993 έκθεση επίδοσης προς την Τράπεζα της Ελλάδος, ε) την από 12-11-1993 επιστολή, στ) το από 16-11-93 εξώδικο, ζ) την από 2-2-2004 αίτηση αναίρεσης και η)την από 26-11-1993 βεβαίωση κατοχύρωσης πνευματικής ιδιοκτησίας. Από τα έγγραφα αυτά (Ι) τα με στοιχ. 1 και 2 αναφέρονται στο κατηγορητήριο και ακόμη το περιεχόμενο τους(το οποίο να σημειωθεί δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων αλλά, κατά το μέρος που αναφέρεται στην απόφαση, ισχυρίζεται ότι είναι έργο δικό του), προκύπτει από την 2320/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε και (ΙΙ) τα με στοιχείο 3 και 4 έγγραφα αναφέρονται διηγηματικά και συνεπώς δεν επηρέασαν την κρίση του Δικαστηρίου, για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, διά των πρακτικών βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν τα παραπάνω, (υπόλοιπα), έγγραφα, δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν όμως τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε.
Συνεπώς η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από α)τη μη ανάγνωση των παραπάνω με αριθμό 1-4 εγγράφων και τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των λοιπών, είναι αβάσιμη. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με αριθμό 6 και 7 στο δικόγραφο των πρόσθετων, λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, κατ εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη η 2320/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να βεβαιωθεί, προηγουμένως, ότι η απόφαση αυτή ήταν αμετάκλητη και ότι ήταν χρήσιμη, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση πριν την ανάγνωση της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι προέκυπτε ότι ήταν και αμετάκλητη, εφόσον είχε εκδοθεί απόφαση και από τον Άρειο πάγο. Τέλος απορριπτέος είναι και ο, με αριθμό 10 στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αιτίαση ότι το δικαστήριο, παρέλειψε να αποφανθεί "πρωτογενώς επί της πρωτοτυπίας και της πατρότητας του έργου" (της μελέτης), με βάση τους κανόνες της ηθικής απόδειξης, στηρίχθηκε δε αποκλειστικά στην κρίση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικά στην παραπάνω απόφαση, διότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, περί του πρωτοτύπου της μελέτης, έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων συνεκτίμησε δε και το περιεχόμενο της απόφασης εκείνης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας(176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 383/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και τους από 15-4-2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Απορρίπτει λόγους για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης, απόλυτης ακυρότητας από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν, προσδιορίζονται ελλειπώς και αφορών πολιτική δίκη, υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 1
|
Αριθμός 1698/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποιν. Τμήμα Διακοπών - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας - εκζητουμένης .... υπηκόου Πολωνίας και ήδη κρατουμένης στην Δικαστική Φυλακή ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 48/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 48/2009 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από ΙΙΙKop 74/07/31-5-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Legnica της Πολωνίας, σε βάρος της ανωτέρω εκζητουμένης.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η εκζητούμενη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό και ημερομηνία 109/28-5-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Γεωργίας Αράπου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 921/2009.
Αφού άκουσε
την εκζητουμένη, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση της εκζητουμένης και να εκδοθεί αυτή στις αρχές του κράτους της Πολωνίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, η οποία κατά το άρθρο 22 του ν. 3.251/2004 έχει εφαρμογή και στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επί αιτήσεως έκδοσης αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης, για την έφεση δε αυτή συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών και επ' αυτής, όπως ορίζει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αποφαίνεται ο Αρειος Πάγος μέσα σε οκτώ ημέρες. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρ. 475 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η οποία έχει εφαρμογή και στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση αυτής δηλώνεται από τον εκζητούμενο κατά τον τύπο του άρθρ. 451 παρ. 1 ΚΠΔ, μπορεί δε να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 παρ. 18 του ν. 2.408/1996, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, κηρύσσεται τούτο απαράδεκτο, και μάλιστα χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις (Ολομέλεια ΑΠ 6/2005), διατάσσεται η εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί με αυτό και καταδικάζεται στα έξοδα αυτός που άσκησε το ένδικο μέσο.
2.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση έφεση της εκζητούμενης ... , Πολωνής υπηκόου, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 48/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα των Πολωνικών Αρχών για εκτέλεση του από 31.5.2007 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Δικαστή του Περιφερειακού Δικαστηρίου Lengica της Πολωνίας. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητούμενη άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 28.5.2009 έφεσή της. Στη συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ανωτέρω εκζητούμενη αυτοπροσώπως δήλωσε, διά παρισταμένου διερμηνέα, ότι παραιτείται από την ασκηθείσα από 28.5.2009 έφεση. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαΐου 2009 έφεση της ... κατά της υπ' αριθ. 48/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση υπηκόου Πολωνίας σε δικαστικές αρχές Πολωνίας με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Απορρίπτει έφεση λόγω παραίτησης.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
Αριθμός 1696/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1913/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1948/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 45/27.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 199/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 230/14-5-08 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 1095/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακ/των) για τις αξιόποινες πράξεις: α) Απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) χρήση πλαστού εγγράφου κατ'εξακολούθηση.
Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 §§ 1,3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 199/4-12-2008 έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο στις 24-11-2008. Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτή.
Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 482 § ια, 484 § 1 στοιχ. δ'και στ' Κ.Π.Δ. σε συνδ. με άρθρ. 32 § 4 και 139 Κ.Π.Δ.), (βλ. αίτηση).
Γ) 'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη.
Δ) Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν αποφανθεί για κάποια πράξη για την οποία έχει ασκηθεί δίωξη.
(ΑΠ 1680/87 Ποιν.Χρ. ΛΗ'273)
Ε) Εξ άλλου, εφ'όσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου.
(ΑΠ 1457/2000, ΑΠ 591/2001)
ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, κατ'είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών Ψ είναι αδελφός του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ και από το έτος 1975 είχε εγκατασταθεί μονίμως στην ... . Την 8-11-1987 απεβίωσε ο πατέρας τους ΑΑ ο οποίος άφησε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Μετά το θάνατο του οι λοιποί, πλην του εγκαλούντος, κληρονόμοι του εμφάνισαν την από 22-9-1972 ιδιόγραφη διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 648/3-6-1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το έτος 2001 ο εγκαλών επέστρεψε στην Ελλάδα, πληροφορήθηκε την ύπαρξη της διαθήκης και αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του πατέρα τους σ' αυτή. Για το λόγο αυτόν απευθύνθηκε στον γραφολόγο ΒΒ ο οποίος, με την από 17-10-2001 έκθεση του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επί της διαθήκης υπογραφή του ΑΑ είναι πλαστή και όχι γνήσια. Παράλληλα, ο εγκαλών διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε εγείρει αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή για ακίνητα που ανήκαν στην κληρονομιά, κατά της ήδη αποβιωσάσης αδελφής τους και της επίσης αποβιωσάσης μητέρα τους, με προσυμφωνημένη την ερημοδικία των εναγομένων, ώστε να καταστεί κύριος των ακινήτων αυτών δήθεν λόγω εκτάκτου χρησικτησίας. Άρχισε έτσι μεταξύ τους σφοδρή αντιδικία και ο εγκαλών υπέβαλε εγκλήσεις κατά του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και για την κατάρτιση της πλαστής διαθήκης η οποία όμως απερρίφθη, με την υπ' αριθμ. Γ26/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, επειδή είχε επαλειφθεί το αξιόποινο με παραγραφή, ενώ επί άλλης έγκλησης του για άλλες συναφείς πράξεις εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 474/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και, κατόπιν εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι, το υπ' αριθμ. 1754/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπό κρίση υπόθεση, διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για να διακριβωθεί η γνησιότητα ή μη της ως άνω διαθήκης και ο διενεργήσας αυτή γραφολόγος ΖΖ, με την από 25-1-2007 έκθεση του αποφάνθηκε ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στο έγγραφο αυτό δεν είναι γνήσια αλλά ετέθη από τρίτον κατ' απομίμηση της υπογραφής του ΑΑ. Ας σημειωθεί ότι το ίδιο συμπέρασμα διατύπωσε στην από 6-2-2007 έκθεση της και η γραφολόγος ΓΓ η οποία ορίσθηκε από τον εγκαλούντα. Επίσης κατά την κυρία ανάκριση διατάχθηκε και διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη για τον καθορισμό της αξίας των επιδίκων ακινήτων. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε μεγάλο όφελος από το περιεχόμενο της ανωτέρω πλαστής διαθήκης, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος αδελφού του και εν γνώσει τελώντας του γεγονότος ότι αυτή δεν ήταν γνήσια, την χρησιμοποίησε και προέβη σε σειρά πωλήσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και στις ακόλουθες οι οποίες διαλαμβάνονται στην παρούσα κατηγορία: Την 19-12-2003 την προσκόμισε στη συμβολαιογράφο Κρωπίας Ελένη Στεργίου ενώπιον της οποίας δήλωσε ότι αποδέχεται την κληρονομία του πατέρα του και έτσι συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς για δύο αγρούς, έκτασης 518,67 τ.μ. και 215,92 τ.μ. αντιστοίχως, που ευρίσκονται στη θέση "..." της περιφέρειας ... . Ακολούθως, την 22-12-2003 με τη χρήση και πάλι της πλαστής διαθήκης ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου μεταβίβασε, με πώληση, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, τους ανωτέρω δύο αγρούς στον τρίτο ΔΔ, αποκομίζοντας έτσι παράνομο όφελος τουλάχιστον 20.063 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος στον οποίο ανήκαν τα πωληθέντα ακίνητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Την 31-3-2005 ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ΕΕ και στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ευαγγελία Τάμπα ότι ο ίδιος είχε στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο έκτασης 950,06 τ.μ. που ευρίσκεται στη θέση "...", το οποίο δήθεν είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό αδιαλείπτως από το έτος 1960 και έτσι έπεισε τον πρώτο να το αγοράσει και τη δεύτερη να καταρτίσει το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο μεταβίβασης, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβανόταν στην κληρονομιά της μητέρας του ΣΤ, η οποία μέχρι το θάνατο της, την 26-11-2004 ήταν αποκλειστικά κυρία αυτού και ασκούσε τη νομή αδιαλείπτως, μετά δε το θάνατο της περιήλθε κατ' ισομοιρία στους κληρονόμους της και, επομένως, κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου στον εγκαλούντα, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί παρανόμως κατά το ποσό των 81.004 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Τέλος, την 25-7-2005, ο κατηγορούμενος με την επίκληση της ανωτέρω πλαστής διαθήκης και με την ψευδή παράσταση ότι δήθεν ήταν αποκλειστικά κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, έκτασης 2.000 τ.μ. , το οποίο ευρίσκεται στα ..., στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ακίνητο αυτό περιλαμβανόταν στην κληρονομιά του πατέρα του ΑΑ και, επομένως, είχε περιέλθει σ' αυτόν μόνον κατά το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου, επεχείρησε να το πωλήσει και προέβη σε διαπραγματεύσεις με διαφόρους ενδιαφερομένους, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του, καθ' όσον δεν επήλθε σχετική συμφωνία. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ', στ', 14, 18, 26 § ια, 27, 42 § 1, 51, 52, 60, 94 § 1, 98, 216 § § 2-1, 386 § § 1, 3α Π.Κ., ενώ δεν παρέλειψε να αποφανθεί για κάποια πράξη, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.
Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα.
ΕΙΔΙΚΩΤΕΡΑ Ι) Η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. (Ολ. Α.Π. 1227/79 Ποιν.Χρ. Λ'53, Α.Π. 1151/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 33).
ΙΙ) Είναι απαράδεκτη η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν εκτίμησε δεόντως ουσιαστικά, κατά την άποψη τοy αναιρεσείοντα, έγγραφα και συγκεκριμένα χειρόγραφα γράμματα του θανόντα και δεν αξιοποίησε τα υπ'αριθμ. 474/2005 και 1754/2005 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντιστοίχως, τα οποία οδηγούν ευθέως, κατά την κρίσην του αναιρεσείοντα και πάλι, σε αθωωτική πρόταση (βλ. αναιρετήριο), kαθ'ότι άπτεται της ουσιαστικής και ανέλεγκτης κρίσης του συμβουλίου.
ΙΙΙ) Με βάση τα παραπάνω είναι ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 199/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1913/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2008
Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επανεισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου η από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1913/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μετά την έκδοση του υπ' αριθμ. 981/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου τούτου (του Αρείου Πάγου), με το οποίο το τελευταίο απείχε να αποφανθεί επί της ως άνω αιτήσεως, λόγω της μη κλητεύσεως του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου δικηγόρου του να προσέλθει ενώπιόν του και να εκθέσει τις απόψεις του, ενόψει του ότι, κατά την κρίση του Συμβουλίου αυτού, η ένδικη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά Βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ΚΠΔ προκειμένου περί Βουλευμάτων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα (άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Μεταξύ δε των λόγων αναιρέσεως δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την νομική ορθότητα του Βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχική το οικείο συμβούλιο. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια των περιστατικών θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ (ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, προκειμένου για αναίρεση κατά απόφασης) του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου Βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του Βουλεύματος (Ολ. Α.Π. 19/2001, 2/2002). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. Β του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο Βούλευμα, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια διάταξη παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβίασής της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, η έννοια που δόθηκε σ'αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ'αυτή. Τέλος για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. στ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας από το δικαστικό συμβούλιο, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με την επίκληση πραγματικών περιστατικών, αν το δικαστικό συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή παρέλειψε να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση), διευκρινίζοντας ποία από τις δύο υπερβάσεις έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετώπισε το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και με ποίο τρόπο, ενόψει του ότι οι εν λόγω υπερβάσεις μπορεί να γίνουν με διάφορους τρόπους είτε από τους ρητά αναφερόμενους στην ως άνω διάταξη, είτε όχι. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη έκθεση - αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το υπ'αριθμ. 1913/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η από 14-5-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1095/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για τις πράξεις: α) της κακουργηματικής απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της χρήσεως πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 199/4-12-2008 αιτήσεως του, επικαλείται κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "1. διότι αυτό, στερείται ιδίας και αυτό-τέλους ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που νόμω επιβάλλεται, πολλαπλής αιτιάσεως, 2) δι' αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας, ήτοι δια παράβασιν των άρθρων 482 παρ.1α, 484 παρ. 1δ, και στ. του Κ.Π.Δ, εν συνδυασμό με 32 παρ.2 και 139 Κ.Π.Δ. Ειδικώτερα: Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει ουδόλως, ουδεμίαν αιτιολογίαν. Αναφέρεται εξ' ολοκλήρου εις την Εισαγγελικήν πρότασιν, ήτις και αυτή, εξ' επόψεως αιτιολογίας είναι ελλειπεστάτη. Κυριότατα όμως παρορά ανεπιτρέπτως και μη συννόμως τα σοβαρά και σπουδαία, γνήσια έγγραφα, τα, κατά την κυρία ανάκρισιν, προσκομισθέντα, τα οποία θεμελιώνουν αρκούντως και ευπρεπώς και οδηγούν ευθέως εις αθωωτικήν πρότασιν. Ταύτα τα έγγραφα (ιδίως χειρόγραφα γράμματα του θανόντος πατρός προ του εγκαλούντα-μηνυτή) ουδόλως αξιοποιήθηκαν και κυρίως και ουδόλως αξιολογικώς εκτιμήθηκαν από τον προτείνοντα Εισαγγελέα προς συναγωγήν συμπερασμάτων περί υπάρξεως ή μη επαρκών ενδείξεων δια την κακουργηματικήν (και όχι μόνον) παραπομπήν μου. Ουδέ αξιοποίησε τα υπ' αριθμό 474/2005 και 1754/2005 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετών αντιστοίχως. Εξ' ετέρου το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπερέβη αρνητικώς την εξουσίαν του, καθόσον (δια της εισαγγελικής προτάσεως, ελλειπούσης της ιδίας και αυτοτελούς αιτιολογίας) ανεζήτησε ανεπιτρέπτως πλήρεις αποδείξεις, θεωρώντας μάλιστα την πλαστογραφία της διαθήκης δεδομένη, και εντεύθεν την γνώσινδια την χρήσιν πλαστού. Τούτου ένεκεν και υπέπεσεν εις τηνπλημμέλειαν της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας κατ'άρθρον 484 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ. Επειδή κατά ταύτα τοπροσβαλλόμενον βούλευμα είναι πολλαπλώς αναιρετέο, δεκτής γενομένης της αναιρέσεως μου". Από την επισκόπηση του δικογράφου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα με σαφήνεια και πληρότητα της πλημμέλειες του προσβαλλομένου Βουλεύματος (του οποίου το σκεπτικό επιτρεπτώς αναφέρεται καθολικά στην ειδική και εμπεριστατωμένη Εισαγγελική πρόταση), και ειδικότερα: 1) σε τι συνίστανται οι ελλείψεις ως προς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των παραδοχών του, ενώ απαραδέκτως προβάλλονται, 2) ποιες οι πλημμέλειες ως προς την μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε το Συμβούλιο Εφετών στην κρινόμενη υπόθεση και 3) πως υπερέβη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα αρνητικώς την εξουσία του. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 1 εδ. τελευτ. ΚΠΔ) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ'αυτήν (άρθρο 482 ΚΠΔ), εφόσον δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 ΚΠΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, μετά και την κλήτευση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος να προσέλθει ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις του για το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αιτήσεως, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στο φάκελο της δικογραφίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1913/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος. Απόρριψη σχετικής αίτησης λόγω του ότι δεν περιέχει κάποιο ορισμένο λόγο αναίρεσης (άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ) -.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1695/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 7559/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 506/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 4/1995 και 6,7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή κατοικία ή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση η ακυρότητα της επιδόσεως ή ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του.(ΑΠ 1237/2009, 1553/2000). Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (ΑΠ 626/2008).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 3α του ΚΠοινΔ, αν ο ενδιαφερόμενος κρατείται στη φυλακή ή σε άλλον καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση προς τον κρατούμενο γίνεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση, στις φυλακές όπου κρατείται. Επομένως δε δύναται το πρόσωπο αυτό να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής, ώστε η προς αυτόν επίδοση να γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άνω άρθρου 156 του ιδίου Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 7559/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθ. εκθ. 76/22-9-2008 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 148187/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της παράβασης του ν. 86/1967. Από τη σχετική με αριθμ. εκθ. 76/22-9-2008 έφεση του κατηγορουμένου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, αναφέρει στην έφεσή του, ότι ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία, διότι δεν εκτιμήθηκαν αρκετά κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, ενώ για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ουδέν επικαλείται και δη ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή ή ότι ήταν άκυρη γιατί όταν έγινε η επίδοση σε αυτόν στις 26-3-2007 ως άγνωστης διαμονή ήταν κρατούμενος στις φυλακές. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο ακροατήριο του οποίου το πρώτον ο εκκαλών κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, πρότεινε ακυρότητα της επιδόσεως σε αυτόν ως άγνωστης διαμονής της εκκαλούμενης αποφάσεως, λόγω κρατήσεώς του τότε που έγινε η επίδοση, στις φυλακές Τρικάλων, γεγονός που ήταν γνωστό στις αρχές, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
"Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 §§ 1 και 3 και 474 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά απόφασης με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη από τη νόμιμη επίδοση της στον κατηγορούμενο, που έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και ήταν απών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 476 § 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην έκθεση έφεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα, προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση έφεσης, όταν στην κατά το αρθρ. 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης της γίνεται επίκληση περιστατικών, που συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 229/2008 α' δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1512/2006 ΠοινΔικ 2007.359, ΑΠ 836/2005 ΠΧ/ΝΣΓ.36, ΑΠ 1734/2000 ΠοινΔικ 2001.223).
Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 26/3/2007 ως αγνώστου διαμονής, με επίδοση στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..., η κρινόμενη έφεση δε ασκήθηκε στις 22/9/2008, ήτοι μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας άσκησης της από την έγκυρη επίδοση της παραπάνω ερήμην του εκδοθείσας πληττομένης απόφασης και συντάχθηκε η με ίδια ημερομηνία έκθεση του Διευθυντή του καταστήματος κράτησης (Κλειστή Φυλακή ...), όπου κρατείται ο εκκαλών. Δεδομένου δε ότι εκκαλών δεν επικαλείται με την έκθεση έφεσης ακυρότητα της επίδοσης, ούτε άλλο νόμιμο λόγο, που να συνιστά ανώτερη βία για την εμπρόθεσμη άσκηση της, ούτε άλλο λόγο δικαιολόγησης του εκπροθέσμου ούτε έτι περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού του, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεσή του, με ειδικό λόγο εφέσεως, ακυρότητα της επιδόσεως για το ότι ήταν γνωστής διαμονής όταν έγινε η προς αυτόν επίδοση και δη ότι ήταν κρατούμενος στις φυλακές ..., νομίμως δεν ερευνήθηκε από το Εφετείο, ο το πρώτον στο ακροατήριο προβληθείς ισχυρισμός αυτός και κρίθηκε ως άνω ότι νομίμως έγινε προς αυτόν η επίδοση ως άγνωστης διαμονής και απορρίφθηκε περαιτέρω η έφεση ως εκπρόθεσμη. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. έκθ. 18/19-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 7559/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου ως αγνώστου διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση των ερήμην αποφάσεων του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως αγνώστου διαμονής με τοιχοκόλληση στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου, αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτός ή κάποιο άλλο πρόσωπο από εκείνα του άρθρου 156 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, ώστε να δηλώσει ο κατηγορούμενος κάποια διεύθυνση κατοικίας (ΑΠ 243/2008, 1363/2008). Την ακυρότητα επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής κατ' άρθρο 155 ΚΠΔ λόγω κρατήσεώς του συνέχεια στις φυλακές, δεν πρόβαλε στην έκθεση εφέσεώς του για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκηθείσας εφέσεώς του και για να την διερευνήσει το Εφετείο και την προβάλλει το πρώτον στον Άρειο Πάγο απαραδέκτως (ΑΠ 1553/2000) -.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1693/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της 173/2009 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενη την Χ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση - συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 και με αριθμ. πρωτ. αίτησή του, κατόπιν της υπ' αριθμ. 43/2009 πράξεως του Προεδρεύοντος του Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 145 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όταν στην απόφασή ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη και παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικαστής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο (παρ. 1). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός άλλων, και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη ύστερα από κλήτευση των διαδίκων που εμφανίστηκαν (παρ. 2). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η 43/23-3-2009 πράξη του Προέδρου του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το, από 14 Απριλίου 2009, αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ..., επιδόθηκε νόμιμα (με παράδοση στα χέρια της) στην κατηγορουμένη, Χ, η από 10-4-2009 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία καλεί αυτήν να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την παρούσα δικάσιμο, περί διορθώσεως - συμπληρώσεως της αποφάσεως 173/2009 του Αρείου Πάγου. Στην πιο πάνω πράξη εκτίθεται ότι στην υπ' αριθμ. 173/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, από προφανή παραδρομή γράφτηκε ότι την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Εμμανουήλ Παπαδάκης, αντί του ορθού, Εμμανουήλ Γιαννακάκης. Η αίτηση είναι νόμιμη (ΚΔΠ 145 παρ. 1, 2), καθόσον πρόκειται για λάθος που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο. Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή και να διαταχθούν τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει την 173/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού στο εισαγωγικό της, έτσι ώστε να αναγραφεί στην πρώτη σελίδα αυτής ότι την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Χ εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της "Εμμανουήλ Γιαννακάκη" αντί του εσφαλμένου "Εμμανουήλ Παπαδάκη".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από παραδρομή ανεγράφη στο εισαγωγικό της αποφάσεως το όνομα του παραστάντος πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, διαφορετικό από αυτό εκείνου που παρέστη. Διορθώνει απόφαση.
|
Αποφάσεως διόρθωση
|
Αποφάσεως διόρθωση.
| 1
|
Αριθμός 1691/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Με κατηγορούμενο τον .... κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, και πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΠΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΝ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στον Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, όπου στο ακροατήριο παρέστη ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ηλίας Ηλιομαρκάκης και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 65/12.12.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1965/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 12.12.2008 και υπ' αριθ. εκθέσεως 65/2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 957/2008 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα από ...και ... αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κω ... (άρθρα 505 παρ. 2 και 515 παρ. 2 ΚΠΔ).
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, υπάρχει ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όταν αυτά προσδιορίζονται κατ' είδος (κατηγορίες). Έστω και χωρίς αναλυτική παράθεσή της και μνεία των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από το καθένα από αυτά. Η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στα αποδεικτικά στοιχεία συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και παρέχει τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 958/2008 απόφασή του, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο ...για παράβαση του άρθρου 66 παρ. 1 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων", με την αναφερομένη σ' αυτήν αιτιολογία που παρατίθεται στις σελίδες 9 και 10 της απόφασης. Ειδικότερα, το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ιδιοκτήτης και υπεύθυνος λειτουργίας του ξενοδοχείου "..." από το 1952, διατηρούσε μέχρι το έτος 1993 στερεοφωνική εγκατάσταση στον χώρο του μπαρ στο ισόγειο του ξενοδοχείου και κατέβαλε το ανάλογο ποσό στην εγκαλούσα εταιρεία ΑΕΠΙ. Εν συνεχεία, λόγω των εργασιών κατασκευής της μαρίνας της ... έμπροσθεν του ξενοδοχείου και της, συνεπεία αυτών, μείωσης της κίνησης των πελατών του ξενοδοχείου, αναγκάστηκε να ξηλώσει την εγκατάσταση και να μετατρέψει μέρος του ισογείου σε καταστήματα, που εκμισθώνει, το δε μπαρ του ισογείου σε χώρο που προσφέρεται το πρωινό στους ενοίκους του ξενοδοχείου. Το καλοκαίρι του 2003, όταν εκπρόσωποι της εγκαλούσας εταιρείας επισκέφθηκαν το ξενοδοχείο, το μοναδικό όργανο αναπαραγωγής μουσικής που υπήρχε ήταν ένα φορητό ραδιόφωνο του γιού του κατηγορουμένου, που χρησιμοποιούσε για προσωπική του αποκλειστικά χρήση και όχι προκειμένου να εκτελέσει δημόσια μουσικές συνθέσεις που προστατεύονται από την εγκαλούσα εταιρεία. Πρέπει, επομένως, εφόσον το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες για το εάν ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδομένη σε αυτόν αξιόποινη πράξη, να κηρυχθεί αθώος αυτής". Η αιτιολογία όμως αυτή της προσβαλλομένης απόφασης, μη συμπληρουμένη ουδαμώς από το διατακτικό της, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν μνημονεύει ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αν και υπήρχαν τέτοια αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες με αντίθετες καταθέσεις και έγγραφα), όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 957/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση ν. 2121/1993 (περί πνευματικής ιδιοκτησίας). Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση και αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Αναίρεση και παραπομπή υπόθεσης στο δικάσαν Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Πνευματική ιδιοκτησία, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1690/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 6495/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1797/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτοι, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. β στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων της ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίες πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας άσκησης της έφεσης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή αν ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μείωση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 6495/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την παρουσία της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας - κατηγορουμένης και της συνηγόρου της Ιωάννας Τήνου, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 19819/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 349 παρ. 3 του ΠΚ (μαστροπεία) σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, και επιπλέον σε χρηματική ποινή 9.000 ευρώ. Από τη σχετική υπ' αριθμ. 3321/2008 έκθεση, έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ... (οδός ... αριθμ. ...), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της, είχε προβάλει με αυτά, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι ενώ ήμουν γνωστής διαμονής καταδικάστηκα ερήμην". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή της ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία άσκησης της έφεσης, στους οποίους, δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, περιοριζόμενη στην αόριστη αναφορά ότι ήταν γνωστής διαμονής. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση, η κατηγορούμενη καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 19819/2003. Η απόφαση αυτή που κοινοποιήθηκε στις 3-8-2004, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας ... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 17-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης ως λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, το γεγονός ότι η κατηγορουμένη ήταν γνωστής διαμονής. Η εκκαλουμένη όμως απόφαση ορθά επιδόθηκε στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής, αφού η κατηγορουμένη σε προανακριτική απολογία της (από 21-5-1999) ενώπιον της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και δη του Υπαστυνόμου ... επί άλλης ποινικής υποθέσεως είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ... στην ..., όπου αναζητήθηκε χωρίς να ανευρεθεί, με αποτέλεσμα να επιδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση σ' αυτήν ως αγνώστου διαμονής. Επομένως, πρέπει η έφεση αυτή να αποφανθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο άσκησης της έφεσης. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας της (... - ...) και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας της στην οδό ... στην ... (με βάση την αναφορά της γι' αυτήν στη σχετική προανακριτική της απολογία ενώπιον της αρμόδιας αστυνομικής αρχής) και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτή διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας (ο ήδη σύζυγός της ...) στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός και μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6495/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης απορριψάσης έφεσης ως εκπρόθεσμη, χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Επαρκής αιτιολογία απόφασης και απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1688/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 6496/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1798/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτοι, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας άσκησης της έφεσης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του
Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6496/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας - κατηγορουμένης παραστάσας στη δίκη εκείνη μετά της συνηγόρου της Ιωάννας Τήνου, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεσή της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμό 26853/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 348 παρ. 1 του ΠΚ σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Από τη σχετική υπ' αριθμό 3320/2008 έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγω της αναίρεσης, προκύπτει ότι η εκκαλούσα φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ... (οδός ... αριθμ. ...), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι ήμουν γνωστής διαμονής".
Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή της ακυρότητα της επίδικης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της έφεσης, τους οποίους, δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδικης, ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, περιοριζόμενη στην αόριστη αναφορά ότι ήταν γνωστής διαμονής. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση η κατηγορουμένη καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 26853/2003, η απόφαση αυτή της κοινοποιήθηκε στις 8-3-2005, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 17-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης ως λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, το γεγονός ότι η κατηγορουμένη ήταν γνωστής διαμονής. Η εκκαλούμενη όμως απόφαση επιδόθηκε στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής, αφού αυτή αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία της επί της Λεωφόρου ... αριθμ. ... στην ..., χωρίς να ανευρεθεί, με αποτέλεσμα ορθά να επιδοθεί σ' αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση ως αγνώστου διαμονής. Ας σημειωθεί άλλωστε ότι η κατηγορουμένη συνεχώς άλλαζε τον τόπο της κατοικίας της για να αποφύγει την εκτέλεση καταδικαστικών εις βάρος της αποφάσεων και ήταν έτσι άγνωστης διαμονής. Επομένως, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εμπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδικης της εκκαλουμένης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο άσκησης της έφεσης. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας της (..., ...) και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας της στη Λεωφόρο ... αρ. ... στην ... (με βάση την αναφορά της γι' αυτήν στη σχετική προανακριτική της αιτιολογία ενώπιον της αρμόδιας αστυνομικής αρχής) και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτή διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας (ο ήδη σύζυγός της ...) στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 6496/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά απόφασης απορριψάσης έφεσης ως εκπρόθεσμης, χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Επαρκής αιτιολογία απόφασης και απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1687/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο, περί αναιρέσεως της 28/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1540/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη θέληση παράβασης καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτήν είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετική ή αποθετική) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος, κατά το άρθρο 13α του ΠΚ, νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση της υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή την βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή την βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλον σκοπό ή με κανένα σκοπό, ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης , τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Αιβ/8577/8.9.1983 υγειονομικής διατάξεως, για την ίδρυση και λειτουργία καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείται άδεια της οικείας Αστυνομικής Αρχής, κατά δεν την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ίδρυση νέου καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος και συνεπώς απαιτείται νέα άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας τούτου, η μεταφορά ή επέκταση ή αλλαγή ή μεταβίβασή του, καθώς και η ουσιώδης τροποποίηση των υγειονομικών όρων της λειτουργίας του. Εξάλλου, με το άρθρο 11 του ν. 2307/1995 ορίσθηκαν τα επόμενα: Για την χορήγηση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων, οι όροι λειτουργίας των οποίων ορίζονται με υγειονομικές διατάξεις, εφαρμόζονται οι ισχύουσες κάθε φορά υγειονομικές και άλλες διατάξεις (παρ. 1). Οι διατάξεις του π.δ. 180/1979 "Περί όρων λειτουργίας καταστημάτων πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, εξακολουθούν να ισχύουν. Όπου στο ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, για θέματα χορήγησης ή ανάκλησης ή αφαίρεσης αδειών ή σφράγισης των καταστημάτων, αναφέρεται "Αστυνομική Αρχή" ή "Αστυνομικός Διευθυντής" ή "Αρχηγός της Ελληνική Αστυνομίας" ή "Υπουργός Δημοσίας Τάξεως" νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο...... Κατ' εξαίρεση, οι αποφάσεις για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των ανωτέρω καταστημάτων εκδίδονται από τον Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας εντός δέκα πέντε (15) ημερών από τότε που πληρούνται οι αντίστοιχες νόμιμες προϋποθέσεις. Ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της Κοινότητας υποχρεούται στην άμεση εκτέλεση της απόφασης. Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής αποτελεί σοβαρή παράβαση καθήκοντος, τιμωρουμένη κατά τις οικείες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 2). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 2307/1995 η λειτουργική αρμοδιότητα των, κατά το π.δ. 181/1979 και της Αιβ/8577/8.9.1983 υγειονομικής διατάξεως Αστυνομικών Αρχών μεταφέρθηκε και στο μεν Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο ανατέθηκαν αποκλειστικά εφεξής τα θέματα της: α) χορήγησης, β) ανάκλησης, γ) αφαίρεσης αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας και δ) σφράγισης των καταστημάτων, στον δε Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας ανατέθηκε μόνον η έκδοση αποφάσεως για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των ως άνω καταστημάτων, στην οποία εάν αυτός δεν προβεί, μολονότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, θεωρείται ότι παραβαίνει το καθήκον της υπηρεσίας.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (η οποία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - Ολ. ΑΠ 3/1998) υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχε. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 28/2008 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Σάμου), που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ως δήμαρχος ... καίτοι του είχαν αποσταλεί από το Α.Τ. ...τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν σε παραβάσεις των παρακάτω καταστημάτων, ήτοι: α) του καφέ μπαρ "περίπου", β) του αναψυκτηρίου "...", γ) του εστιατορίου "...", δ) του οβελιστηρίου ιδιοκτησίας ... και ε) του μπαρ "...", ήτοι παραβάσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και με τα οποία εκαλείτο, λόγω αρμοδιότητας, να προβεί βάσει του νόμου στην σφράγιση των καταστημάτων αυτών, εκείνος δεν το έπραξε αυτό, προκειμένου να μη δημιουργήσει οικονομικό πρόβλημα στους καταστηματάρχες, οι οποίοι βέβαια συνεχίζουν να έχουν παράνομα οφέλη από τη μη σύννομη λειτουργία των ως άνω καταστημάτων. Σημειώνεται ότι το παραπάνω Α.Τ. είχε υπομνήσει επανειλημμένως στον κατηγορούμενο δήμαρχο την παραπάνω υποχρέωσή του, πλην όμως ο τελευταίος εκ προθέσεως παρέλειπε να εκτελέσει τη σφράγιση των εν λόγω καταστημάτων. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για κατ' εξακολούθηση παράβαση του καθήκοντος και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με αυτά όμως που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτουμένη από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ασαφή και ελλιπή τοιαύτη. Ειδικότερα, δεν διέλαβε αν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του δημάρχου, δεν προέβη στην σφράγιση των προμνημονευομένων καταστημάτων, μη εκτελώντας σχετική απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, που είχε αρμοδιότητα να εκδώσει κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις την απόφαση για σφράγισή τους, με την προϋπόθεση ότι το οικείο συμβούλιο είχε εκδώσει τέτοια απόφαση (για σφράγιση των καταστημάτων αυτών) ή ότι αυτός δεν προέβη σε προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας τους. Επιπλέον, με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο Αιγαίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 2α του ν. 2307/1995 και 259 του ΠΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, οι παραπάνω ασάφειες και λογικά κενά, εν σχέσει με τη λειτουργική αρμοδιότητα του κατηγορουμένου δημάρχου ως προς τη σφράγιση των πέντε ως άνω καταστημάτων που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 28/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου). Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Δεν συνιστά παράβαση καθήκοντος η μη σφράγιση από το Δήμαρχο καταστημάτων για παραβίαση υγειονομικών διατάξεων. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για Δήμαρχο λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας της. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος, Δήμαρχος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1689/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό ΑΤ 6263/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 304/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 118/3.4.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία 9-12-2008 δήλωση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., ..., κατά της με αριθμ. 6263/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Από τις διατάξεις των άρθρων 473§1 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''§1 όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. ... § 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ... και § 3 Η προθεσμία τα για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου ...'' και ότι κατά το άρθρο 168 ΚΠΔ ο υπολογισμός των προθεσμιών γίνεται σύμφωνα με το καθιερωμένο ημερολόγιο κατά δε την δεύτερη ''Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλουμένη κατάσταση ανωτέρας βίας ,άλλως η ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη , και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απορρίπτει την αναίρεση σαν απαράδεκτη ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα αφού ακούσει τούς διαδίκους που θα εμφανιστούν και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος . και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ( ΑΠ 1026/2004 ΠΧ ΝΕ 2005 -436, ΑΠ 1876 Π.Χ ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976/2004 ΠΧ ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 2005-930 ΑΠ 477/2005 ΠΧ ΝΕ 2005 -988). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε με δήλωση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναίρεση κατά της με αριθμό .6263/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά η οποία καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 19-11-2008 όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση του Προϊσταμένου του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιά την 19-11-2008 και η οποία εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντα καθ' όσον αυτός εκπροσωπήθηκε κατά την εκδίκαση της κατ' αυτού κατηγορίας από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τις διατάξεις του άρθρου 340 ΚΠΔ, η δε δήλωση αναίρεσης επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως φαίνεται από την επί της δήλωσης επισημείωση του δικαστικού Επιμελητή Παναγιώτη Νικολόπουλου την 10-12-2008 ήτοι μετά την πάροδο της 20 ήμερης προθεσμίας χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγους ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη άσκηση της και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη αφού στην αίτηση του δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση - αναίρεση του Χ, κατοίκου ..., ..., κατά της με αριθμ. 6263/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο 2006 πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης.
Δια ταύτα Προτείνω όπως:
Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή με ημερομηνία 9-12-2008 η αίτηση - αναίρεση του Χ, κατοίκου ..., ..., κατά της με αριθμ. 6263/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω.
Αθήνα την 25-3-2009.
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός."
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 παρ. 2, 462 και 473 παρ. 1 έως 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν είναι παρών ο δικαιούμενος στην άσκησή του ή ο συνήγορος που τον εκπροσώπησε (στην περίπτωση της απουσίας του), αλλιώς από τη νόμιμη επίδοσή της στο δικαιούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή στην ημεδαπή. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωσή του που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάκριση. Σε κάθε περίπτωση όμως οι παραπάνω προθεσμίες δεν αρχίζουν πριν την καταχώριση της απόφασης στο Βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων που τηρείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 473. Εξάλλου, τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανιστούν, μετά προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου του από το γραμματέα της αρμόδιας Εισαγγελίας είκοσι τέσσερες (24) τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο συμβούλιο να προσέλθει σ' αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του, το απορρίπτει ως απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάσει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΑΤ 6263/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, για το έγκλημα της μη έγκαιρης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2β και 98 ΠΚ και 25 παρ. 1 του ν.1882/1990, όπως το τελευταίο ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό). Η ως άνω απόφαση δημοσιεύθηκε με την παρουσία του εκπροσωπούντος τότε του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα συνηγόρου - δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Αρκουμάνη στις 6.10.2008 και έχει καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 9 του ν.969/1979 στις 19.11.2008, όπως προκύπτει από το σχετικό από 5.1.2009 βεβαίωση του Προϊσταμένου του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10.12.2008, όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική σημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή ..., ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης εικοσαήμερης προθεσμίας που ορίζεται, κατά τα ανωτέρω, για την εμπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου στην ως άνω αίτηση - δήλωσή του ο αναιρεσείων ουδέν επικαλείται για την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά και τη νόμιμη πρόσκληση του συνηγόρου του να προσέλθει ενώπιον του συμβουλίου αυτού, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του φακέλλου της δικογραφίας επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και τη μη εμφάνιση αυτού. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 6263/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως εκπρόθεσμης. Πρόσκληση συνηγόρου στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1694/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 6494/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1796/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτοι, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. β στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων της ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίες πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας άσκησης της έφεσης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή αν ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μείωση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 6494/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την παρουσία της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας - κατηγορουμένης και της συνηγόρου της Ιωάννας Τήνου, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 53834/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για την παράβαση των άρθρων 45 και 349 παρ. 3 του ΠΚ (μαστροπεία κατ' επάγγελμα και για κερδοσκοπία από κοινού) σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, και επιπλέον σε χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Από τη σχετική υπ' αριθμ. 3322/2008 έκθεση, έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ... (οδός ... αριθμ. ...), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της, είχε προβάλει με αυτά, κατά πιστή μεταφορά, ότι "την ασκεί εκπροθέσμως, διότι ήμουν γνωστής διαμονής ενώ καταδικάστηκα ερήμην". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή της ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία άσκησης της έφεσης, στους οποίους, δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, περιοριζόμενη στην αόριστη αναφορά ότι ήταν γνωστής διαμονής. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη περίπτωση η κατηγορούμενη καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 53834/2003. Η απόφαση αυτή που κοινοποιήθηκε στις 31-3-2005, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... με ημερομηνία 31-3-2005 που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 17-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης ως λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, το γεγονός ότι η κατηγορουμένη ήταν γνωστής διαμονής. Η εκκαλουμένη όμως απόφαση ορθά επιδόθηκε στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής, αφού η κατηγορουμένη σε προανακριτική απολογία της (από 21-5-1999) ενώπιον της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και δη του Υπαστυνόμου ... επί άλλης ποινικής υποθέσεως είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ... στην ..., όπου αναζητήθηκε χωρίς να ανευρεθεί, με αποτέλεσμα να επιδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση σ' αυτήν ως αγνώστου διαμονής. Επομένως, πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο άσκησης της έφεσης. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας της (...-...) και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας της στην οδό ... στην ... (με βάση την αναφορά της γι' αυτήν στη σχετική προανακριτική της απολογία ενώπιον της αρμόδιας αστυνομικής αρχής) και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτή διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας (ο ήδη σύζυγός της ΑΑ) στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός και μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6494/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης απορριψάσης έφεσης ως εκπρόθεσμη, χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Επαρκής αιτιολογία απόφασης και απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1697/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποιν. Τμήμα Διακοπών - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου .. Ρουμάνου υπηκόου, ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 145/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την υπ' αριθμ. 145/2009 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 8227/311/2007/4.10.07 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή του Δικαστηρίου της Σλάτινα Ρουμανίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Λάρισας την με αριθμό και ημερομηνία 6/28.5.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Μαριάνθης Φυτσιώρη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 839/2009.
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο ο οποίος με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Ρουμανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, η οποία κατά το άρθρο 22 του ν. 3.251/2004 έχει εφαρμογή και στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επί αιτήσεως έκδοσης αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης, για την έφεση δε αυτή συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών και επ' αυτής, όπως ορίζει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αποφαίνεται ο Αρειος Πάγος μέσα σε οκτώ ημέρες. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρ. 475 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η οποία έχει εφαρμογή και στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση αυτής δηλώνεται από τον εκζητούμενο κατά τον τύπο του άρθρ. 451 παρ. 1 ΚΠΔ, μπορεί δε να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 παρ. 18 του ν. 2.408/1996, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, κηρύσσεται τούτο απαράδεκτο, και μάλιστα χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις (Ολομέλεια ΑΠ 6/2005), διατάσσεται η εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί με αυτό και καταδικάζεται στα έξοδα αυτός που άσκησε το ένδικο μέσο.
2.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση έφεση του εκζητούμενου ...Ρουμάνου υπηκόου, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 145/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα των Ρουμανικών Αρχών για εκτέλεση του από 4.10.2007 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Δικαστηρίου της Σλάτινα Ρουμανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 28.5.2009 έφεσή του. Στη συνέχεια ο νομίμως εξουσιοδοτημένος από τον ανωτέρω εκζητούμενο δικηγόρος του Γεώργιος Μ. Αγγελακόπουλος, δήλωσε, σύμφωνα με την παρασχεθείσα σε αυτόν από 22.6.2009 έγγραφη εξουσιοδότηση, ότι παραιτείται από την ασκηθείσα από 28.5.2009 έφεση. Το ίδιο επανέλαβε και ο ίδιος ο εκκαλών κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-5-2009 έφεση του ... κατά της υπ' αριθ. 145/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Παραίτηση από έφεση κατά πρωτοβάθμιας απόφασης. Απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης.
|
Παραίτηση
|
Παραίτηση, Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 1702/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 2896/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ με την επωνυμία "ΔΕΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική-Λιάνα Μουμουτζή.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2008 αίτηση καθώς και στους από 4 Σεπτεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 253/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι ξένο ως προς το δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης, να έχει περιέλθει, με οποιονδήποτε τρόπο, στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν, αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις περιοριστικά αναφερόμενες στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή και ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τέλεσης της υπεξαίρεσης, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δολία προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 258 εδ. γ' του Π.Κ. (όπως το εδ. γ' αντικ. με το άρθρο 14 παρ.5 εδ. β' του Ν. 2721/1999), "Υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει, λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι'αυτό, τιμωρείται: α)... β)... γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού (υπεξαίρεσης στην υπηρεσία), που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 υπεξαίρεσης, απαιτείται προσθέτως ο δράστης αυτής να είναι υπάλληλος (και ως τέτοιος κατά το άρθρο263Α του ΠΚ θεωρείται, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 13 εδ. α' του ΠΚ, και όποιος υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό φωτισμού, θερμότητας κ.λ.π.), παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, και κάθε πράξη ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει τα χρήματα ή τα πράγματα, που δεν του ανήκουν κατά κυριότητα εν όλω ή εν μέρει, αλλά τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, σαν να ήταν κύριος, ενσωματώνοντας αυτά χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει τούτο υπό την υπαλληλική ιδιότητά του, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Για τη θεμελίωση δε του κακουργηματικού χαρακτήρα του ως άνω εγκλήματος που προβλέπεται από το άρθρο 258 εδ. γ' του ΠΚ απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο δράστης ιδιαίτερα τεχνάσματα και ως τέτοια θεωρούνται ιδία ψευδείς εγγραφές σε βιβλία ή λογαριασμούς, καθώς και άλλες ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, που αποβλέπουν στην εξαπάτηση της αρχής και είναι επιτήδειες για τη συγκάλυψη του εγκλήματος. Κατά το άρθρο 258 εδ. γ' του ΠΚ για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η υπεξαίρεση στην υπηρεσία απητείτο ως μόνο πρόσθετο στοιχείο να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ήδη μετά τη με το άρθρο 14 παρ. 5 εδ. β' του Ν. 2721/1999 αντικατάσταση του άνω εδ. γ' του άρθρου 258 του ΠΚ για το χαρακτηρισμό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ως κακουργήματος απαιτείται επί πλέον (των ιδιαιτέρων τεχνασμάτων) και το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευνοϊκότερη, σε σχέση με την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 258 εδ. γ' του ΠΚ, πριν από την αντικατάστασή της, καθώς και σε σχέση με τη γενική για την υπεξαίρεση διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 του ΠΚ (μεταξύ των οποίων είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας), διότι για το χαρακτηρισμό της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία ως κακουργήματος απαιτείται ήδη και το πρόσθετο στοιχείο ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου όταν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Έτσι εάν η εξακολουθητική υπεξαίρεση στην υπηρεσία, δεν διαπράχθηκε υπό την ισχύ του άρθρ. 258 εδ. γ' ΠΚ, πριν από την αντικατάστασή του, θεμελιώνεται στο ότι ο υπαίτιος αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών, τότε αυτή φέρει χαρακτήρα κακουργήματος, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, τόσο κατά τη διάταξη αυτή, κατά την οποία αρκεί, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου, μόνη η μεταχείριση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, όσο και κατά την ίδια διάταξη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ.5 εδ. β' του Ν. 2721/1999. Εφαρμοστέα στην περίπτωση αυτή είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, αδιαφόρως της αξίας του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης. Περίπτωση εφαρμογής στην περίπτωση αυτή του άρθρου 98 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την προσθήκη της παρ.2 με το άρθρο 14 παρ.1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999,ώστε να υπολογισθεί η αξία του αντικειμένου της πράξης με βάση το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξης, δεν είναι επιτρεπτή, διότι τότε πρέπει να μην εφαρμοσθεί αυτούσιος ο νέος νόμος (άρθ. 14 παρ.5 β' του Ν.2721/1999) που επέφερε την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 258 εδάφ. του ΠΚ και αξιώνει "συνολική" αξία, αλλά να διασπασθεί και να εφαρμοσθεί μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον κατηγορούμενο με την ύπαρξη ορισμένης αξίας. Τέτοια όμως διάσπαση είναι ανεπίτρεπτη αφού ο νόμος εφαρμόζεται όπως ισχύει στο σύνολό του. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορούμένου ότι η φερόμενη ως διαπραχθείσα από αυτόν υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 5.000.000 δραχμών με ιδιαίτερα τεχνάσματα φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, γιατί κάθε επιμέρους πράξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και όλες οι πράξεις τελέστηκαν πριν από την ισχύ του Ν.2721/1999, είναι αβάσιμος και επίσης είναι αβάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2896/2007 απόφασή του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) από το έτος 1969, οπότε προσλήφθηκε ως μαθητευόμενος χειριστής ανελκυστήρων. Κατά το διάστημα από 1.1.1978 μέχρι και το Δεκέμβριο 1995 πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον Ταμειακό Τομέα της Διευθύνσεως Οικονομικών Λειτουργιών στην ... ο οποίος ονομάζεται σήμερα "Τομέας Διαχείρισης Ταμειακών Διαθεσίμων". Το αντικείμενό του ήταν η αγορά συναλλάγματος από Τράπεζες για υπαλλήλους της Δ.Ε.Η. που ταξίδευαν στο εξωτερικό για υπηρεσιακούς λόγους, καθώς και οι πληρωμές για την αγορά βιβλίων από εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού και για συνδρομές σε περιοδικά και διεθνείς οργανισμούς, με βάση συμβάσεις που είχε υπογράψει η Δ.Ε.Η. Όλα τα εκδιδόμενα για τις προαναφερόμενες αιτίες τιμολόγια, ανεξαρτήτως του ποια υπηρεσία της Δ.Ε.Η. αφορούσαν, κατέληγαν δια της Διευθύνσεως Εκπαιδεύσεως στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την εξόφλησή τους, που γινόταν ως εξής: Τα προερχόμενα από τη Διεύθυνση Εκπαιδεύσεως τιμολόγια συνοδεύονταν από υπηρεσιακό σημείωμα, με βάση το οποίο γινόταν μια λογιστικοποίηση για το δραχμικό ισόποσο του συνόλου της αξίας των τιμολογίων που αναφέρονταν σ' αυτό. Προϊόν της λογιστικοποίησης αυτής ήταν η έκδοση από τη Δ.Ε.Η. αντίστοιχων τραπεζικών επιταγών σε διαταγή αυτής της ιδίας. Τις επιταγές αυτές εμφάνιζε στις πληρώτριες τράπεζες ο κατηγορούμενος, προκειμένου να πληρωθούν από τους τηρούμενους σ 'αυτές λογαριασμούς της Δ.Ε.Η. Αμέσως μετά την πληρωμή η τράπεζα παρέδιδε στον κατηγορούμενο το σχετικό παραστατικό έγγραφο από το οποίο προέκυπτε η εξόφληση των συγκεκριμένων τιμολογίων που περιλαμβάνονταν στη λογιστικοποίηση. Οι τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν η Δ.Ε.Η. για την αγορά συναλλάγματος ήταν η Τράπεζα Αττικής, η Εθνική Τράπεζα και η Εμπορική Τράπεζα. Όμως ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την αρμοδιότητα του εντεταλμένου και για την αγορά συναλλάγματος υπαλλήλου της Δ.Ε.Η., χρησιμοποιούσε κατ' εξακολούθηση τις προαναφερόμενες τραπεζικές επιταγές όχι μόνο για την εκπλήρωση του αποκλειστικού σκοπού της έκδοσής τους, δηλαδή για να εξοφλεί τιμολόγια του εξωτερικού, αλλά και για την αγορά συναλλάγματος, το οποίο κατακρατούσε ο ίδιος χωρίς να έχει δικαίωμα, με συνέπεια να παραμένουν ανεξόφλητα τιμολόγια διαφόρων εκδοτικών οίκων του εξωτερικού, οι οποίοι άρχισαν να διατυπώνουν παράπονα προς τις Υπηρεσίες της Δ.Ε.Η. και ακολούθως να μην αποστέλλουν τα έντυπα και να διακόπτουν τις συνδρομές. Ειδικότερα, από σχετική έρευνα που διενεργήθηκε από επιτροπή της Δ.Ε.Η., η οποία συγκροτήθηκε με το Υπηρεσιακό Σημείωμα .... και είχε ως μέλη τους Μ1, τομεάρχη γενικού λογιστηρίου, Μ3, υποτομεάρχη προϋπολογισμού επενδύσεων, Μ2 υποτομεάρχη πληρωμών παραγγελιών εσωτερικού - εξωτερικού και ..., εκπρόσωπο ΓΕΝΟΠ, τα συμπεράσματα της οποίας διαλαμβάνονται στο περιεχόμενο στη δικογραφία πόρισμα της και το απευθυνόμενο προς τον διευθυντή οικονομικών λειτουργιών ενημερωτικό σημείωμα, από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Μ1, Μ2 και Μ3, καθώς και από τους πίνακες με τις τραπεζικές επιταγές, τις πληρωμές και τα παραστατικά έγγραφα που συνοδεύουν το πόρισμα και το ενημερωτικό σημείωμα, προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα 1994-1995 ο κατηγορούμενος εμφάνισε προς πληρωμή στην Τράπεζα Αττικής τραπεζικές επιταγές της Δ.Ε.Η., που είχαν εκδοθεί για την εξόφληση τιμολογίων συνολικού ύψους 119.184.976 δραχμών. Για το σκοπό αυτό καταβλήθηκε ποσό δρχ. 98.134.557, ενώ με το από δρχ. 21.050.419 υπόλοιπο ο κατηγορούμενος αγόρασε συνάλλαγμα, το οποίο κατακράτησε χωρίς να έχει δικαίωμα. Επίσης, ο κατηγορούμενος κατακράτησε και ποσό δρχ. 2.262.135, που επέστρεψαν στην Τράπεζα Αττικής εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού, λόγω του ότι αφορούσε τιμολόγια που είχαν ήδη εξοφληθεί, και το οποίο η Τράπεζα δραχμοποίησε και το κατέβαλε σ' αυτόν για να το αποδώσει, όπως όφειλε, στη Δ.Ε.Η. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα [1994-1995] ο κατηγορούμενος κατακράτησε από τραπεζικές επιταγές, τις οποίες εμφάνισε προς πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα και στην Εμπορική Τράπεζα, χρηματικά ποσά δρχ. 1.731.978 και 6.033.801, αντιστοίχως, με τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο, δηλαδή με τη χρησιμοποίηση των ποσών αυτών για την αγορά συναλλάγματος, που δεν απέδιδε στη Δ.Ε.Η. Προκειμένου δε να εξαπατήσει την Υπηρεσία του ως προς το γεγονός ότι δήθεν χρησιμοποιούσε το σύνολο των τραπεζικών επιταγών για την εξόφληση των τιμολογίων και όχι μέρος αυτών και να συγκαλύψει την εγκληματική του δράστη, προέβαινε σε αποκρύψεις των παραστατικών των ως άνω τραπεζών, τα οποία αντί να παραδίδει στην Υπηρεσία του παρακρατούσε στο σπίτι του, καθώς και σε νοθεύσεις αυτών, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό σε σχέση με την πράξη που έχει υποκύψει σε παραγραφή. Ο τρόπος δε που χρησιμοποίησε για να επιτύχει την υπεξαίρεση των άνω ποσών, ήτοι η μη τακτοποίηση και κατάθεση των σχετικών παραστατικών καθώς και η νόθευση αυτών, προκειμένου να αναγράφουν μεγαλύτερα των οφειλομένων ποσά, αποτελεί ιδιαίτερο τέχνασμα, αφού με αυτόν τον τρόπο δεν θα γινόταν αντιληπτό από το αρμόδιο τμήμα του λογιστηρίου και τη διοίκηση της ΔΕΗ, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Και πράγματι δεν είχαν γίνει αντιληπτά, μέχρις ότου άρχισαν να διαμαρτύρονται α) οι εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού, ότι δεν τους είχαν καταβληθεί οφειλόμενες συνδρομές, β) οι υπηρεσίες της ΔΕΗ ότι είχαν σταματήσει να λαμβάνουν βιβλία και περιοδικά που τους ήταν απαραίτητα (διότι όπως μετά αποδείχθηκε δεν είχαν καταβληθεί οι συνδρομές, την αξία των οποίων υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος). Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η φερομένη ως τελεσθείσα από αυτόν αξιόποινη πράξη φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και, ως τοιαύτη, έχει παραγραφεί (γιατί από την τέλεσή της παρήλθε οκταετία), γιατί ο ανωτέρω τρόπος που χρησιμοποίησε για να επιτύχει την υπεξαίρεση των προαναφερομένων ποσών δεν αποτελεί ιδιαίτερο τέχνασμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', β' και ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, γιατί α) δεν αποδείχθηκε ο προηγούμενος έντιμος βίος του, εφόσον, όπως αποδεικνύεται από το ποινικό του μητρώο, έχει καταδικαστεί και στο παρελθόν σε ποινές στερητικές της ελευθερίας για άλλες πράξεις, ορισμένες από τις οποίες έχουν τελεσθεί σε χρόνο προγενέστερο από τις ένδικες (αφού καταδικάστηκε με αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου του έτους 1994), β) πρόκειται για οικονομικό έγκλημα, οπότε σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγήθηκε σ' αυτό από μη ταπεινά ελατήρια (πέραν της αοριστίας ως προς το σκέλος αυτό, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίστανται τα μη ταπεινά ελατήρια) και γ) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, καθόσον αφενός έχει και μεταγενέστερες αμετάκλητες καταδίκες, μεταξύ άλλων, και για οικονομικά εγκλήματα (υπεξαίρεση κ.λπ. - βλ. ποινικό του μητρώο) και αφετέρου το γεγονός ότι έστω και για λίγα έτη μετά την πράξη του δεν έδειξε ενδεχομένως παραβατική συμπεριφορά δεν φανερώνει αναγκαίως καλή συμπεριφορά έναντι της κοινωνίας, αν ληφθεί υπόψη ότι υπήρχε γι'αυτόν η εκκρεμότητα της δίκης του αυτής, και αυτός επεδίωκε και προσδοκούσε να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό, χωρίς η εμφανιζόμενη καλή συμπεριφορά του να είναι αυθόρμητη". Μετά από αυτά το Δικαστήριο, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναλύει τον τρόπο δράσης του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα τεχνάσματα τα οποία αυτός χρησιμοποίησε. Επίσης αιτιολογεί ειδικώς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', β' και ε' του ΠΚ> Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΚΠΔ, είναι αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του κατηγορουμένου περί εσφαλμένης αξιολόγησης των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος και η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι παρά το νόμο έγινε δεκτό το αίτημα του για συγχώνευση της ποινής που του επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την ποινή καθείρξεως έξι ετών που του επιβλήθηκε με την υπ'αριθ. 2892/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, για το λόγο ότι οι ανωτέρω ποινές δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες, είναι αβάσιμη, αφού για τη συγχώνευση ποινών δεν απαιτείται οι ποινές αυτές να έχουν καταστεί αμετάκλητες (Ολομ. ΑΠ 4/2005). Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της (αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι) και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ), καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας ΔΕΗ, τα οποία πρέπει να μειωθούν στο μισό κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, το οποίο εφαρμόζεται και στην ΔΕΗ κατά τα άρθρα 4 παρ.1 του ν. 1468/1950 και 36 παρ.1 του από 28/28-1-1951 Β Δ/τος (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-1-2008 αίτηση και από 18-9-2008 πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθ. 2896/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας ΔΕΗ, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια ιδιαιτέρων τεχνασμάτων. Η διάταξη του άρθρου 14 § 5 εδ. β΄ του Ν. 2721/1999 που αντικατέστησε το άρθρο 258 εδ. γ΄ ΠΚ είναι ευνοϊκό-τερη γιατί απαιτεί και το πρόσθετο στοιχείο να είναι αντικείμενο της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών, εφαρμόζεται όμως ο ανωτέρω νόμος στο σύνολο των ρυθμίσεών του, δηλαδή και ως προς το κατ' εξακολούθηση έγκλημα και όχι μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον δράστη. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της ΔΕΗ υπεξαίρεσε εξακολουθητικά το συνολικό ποσό των 31.078.333 δραχμών. Αιτιολογημένη απόρριψη των ισχυρισμών για συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων. Για τη συγχώνευση ποινών δεν απαιτείται να έχουν αυτές καταστεί αμετάκλητες. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 1686/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του με αριθμό 197/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, κάτοικο ..., 2) Χ2, κάτοικο ..., 3) Χ3, κάτοικο ..., 4) Χ4, κάτοικο ... και 5) Χ5, κάτοικο ... . Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "2" και ημερομηνία 5 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις με αριθμούς 1) 40/27.1.2009 και 2) 40Α/2.2.2.2009 έγγραφες προτάσεις του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α) Η με αριθμό 40/27.01.2009 εισαγγελική πρόταση, η οποία έχει ως εξής: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 5-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του υπ'αριθμ. 197/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ανωτέρω βούλευμά του, εδέχθη κατ'ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 κατά του υπ'αριθμ. 42/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, μετερρύθμισε αυτό ως προς την παραπεμπτική διάταξή του για τους ανωτέρω κατηγορουμένους και απεφάνθη να μη γίνη κατηγορία κατ'αυτών για την αξιόποινη πράξη της εκθέσεως από την οποία προεκλήθη ο θάνατος του ανηλίκου ΩΩ, φερομένη ως τελεσθείσα, από μεν τον Χ1 στην ..., κατά το από Νοεμβρίου του έτους 2000 έως 4-3-2001 χρονικό διάστημα, από δε τους λοιπούς στην ..., από 5-5-2000 μέχρι 4-3-2001. Το ανωτέρω βούλευμα προσέβαλε ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, διά της υπό κρίση αιτήσεώς του και προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.). Επειδή, διά την βασιμότητα του λόγου διά τον οποίο ησκήθη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της περί αυτής υπ'αριθμ. 2/5-1-2009 εκθέσεως αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, ως προς το μέρος κατά το οποίο εδέχθη κατ'ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 κατά του υπ'αριθμ. 42/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, μετερρύθμισε αυτό ως προς την παραπεμπτική διάταξή του για τους εν λόγω κατηγορουμένους και απεφάνθη να μη γίνη κατηγορία κατ'αυτών.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήναι 22 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".
Β) Η με αριθμό 40Α/2.2.2009 εισαγγελική πρόταση, η οποίας έχει ως εξής: "Εν συνεχεία της από 22-1-2009 προτάσεώς μου, εκθέτω τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ1 ζητεί, διά της από 26-1-2009 αιτήσεως -υπομνήματός του, να εμφανισθή αυτοπροσώπως ενώπιόν σας, προς μείζονας εξηγήσεις ή τυχόν διευκρινίσεις. Επειδή ο αιτών, διά της ανωτέρω αιτήσεως - υπομνήματος, επαρκώς εκθέτει τις απόψεις του, εν σχέσει προς τον προβαλλόμενο, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, λόγο αναιρέσεως και δεν είναι αναγκαία η παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων. Επομένως πρέπει να απορριφθή η ανωτέρω αίτησή του.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή η από 26-1-2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (εν Συμβουλίω), προς μείζονας εξηγήσεις ή τυχόν διευκρινίσεις,
Αθήναι 29 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στις προαναφερόμενες έγγραφες εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοση του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα, οριζόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ. 1 εδ. α', 313 και 318 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (Πλημμελειοδικών ή Εφετών), αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και αν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές, όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίστηκε προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως, οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθ' εαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας, τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την υποβολή, από μέρους των εγκαλούντων α) Ψ1 και β) Ψ2, της από 28-3-2005 εγκλήσεως, ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων α) Χ1, ιατρού, διευθυντή του τμήματος Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων "...", β) Χ2, Περιφερειακού διευθυντή της ΕΤΕ, γ) Χ3, διευθυντή του υποκαταστήματος ΕΤΕ ..., δ) Χ4, Γενικού διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών τη ΕΤΕ, ε) Χ5, υποδιευθυντή του υποκαταστήματος ΕΤΕ ..., στ) ΑΑ, διοικητή του Νοσοκομείου Παίδων "...", ζ) ΒΒ, διευθυντή της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του Νοσοκομείου Παίδων "...", και η) ΓΓ, Περιφερειακού διευθυντή της ΕΤΕ, ποινική δίωξη για την πράξη της έκθεσης, από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του ανηλίκου γιού των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων ΩΩ, (άρθρο 306 παρ.1 και 2β του Π.Κ). Μετά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, που περατώθηκε νόμιμα, εκδόθηκε το υπ' αριθμό 42/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, το οποίο παρέπεμψε τους κατηγορούμενους, 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, και 5) Χ5, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα οριζόταν από τον Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, προκειμένου να δικασθούν για την πιο πάνω πράξη, ενώ για τους λοιπούς κατηγορούμενους ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία, για την ως άνω πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν εφέσεις, τόσο από μέρους των κατηγορουμένων, για τους οποίους το πρωτόδικο βούλευμα, έκρινε ότι προέκυψαν σε βάρος τους επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν δημόσια σε βάρος τους την κατηγορία, όσο και από μέρους των εγκαλούντων - πολιτικώς εναγόντων, κατά το μέρος που το εκκαλούμενο βούλευμα, δέχθηκε ότι δεν προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις, για την ως άνω πράξη σε βάρος των κατηγορουμένων ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο αφενός μεν απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, κατά το μέρος που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, αφετέρου δε δέχθηκε κατ' ουσία τις εφέσεις των λοιπών κατηγορουμένων και, μεταρρυθμίζοντας το εκκαλούμενο βούλευμα, ως προς αυτούς, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία, για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του ανηλίκου τέκνου των εγκαλούντων. Προκειμένου δε να στηρίξει την παραπάνω κρίση του, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις και τα υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων, τις μαρτυρικές καταθέσεις, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τους ισχυρισμούς των διαδίκων, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, της 5-2-2008, από όσα οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους, που διατάχθηκε με το υπ' αριθμό 112/2007 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 22.9.1999 διαγνώστηκε από το Τμήμα Παιδιατρικής Αιματολογίας -Ογκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων "..." ότι το ανήλικο τέκνο, ηλικίας τότε περίπου 1 1/2 έτους, των εγκαλούντων ΩΩ έπασχε από νευροβλάστωμα, μάζας μεγίστης διαμέτρου 8,5 εκατοστών, δεξιού επινεφριδίου IV σταδίου και την 5.10.1999 άρχισε θεραπεία σύμφωνα με το πρωτόκολλο Ν-7 του "Memorial SKCC" υπό την επίβλεψη του εκ των κατηγορουμένων - εκκαλούντων Χ1, Διευθυντή τότε του ανωτέρω Τμήματος. Την 14.1.2000 ο ανωτέρω ανήλικος χειρουργήθηκε και αφαιρέθηκε η υπολειπόμενη μάζα, η γενόμενη δε βιοψία έδειξε νευροβλάστωμα αδιαφοροποίητου χαρακτήρα που κατελάμβανε το 10%-20% αυτής. Ακολούθως αποφασίσθηκε υπό των θεραπόντων ιατρών η χορήγηση μεγαθεραπείας σε συνδυασμό με αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, ενώ την 25.4.2000 υποβλήθηκε σε συλλογή αυτόλογου μυελικού μοσχεύματος στο χειρουργείο, η γενόμενη δε οστεομυελική βιοψία έδειξε πιθανη μικροσκοπική εντόπιση νευροβλαστώματος στο μυελό των οστών. Την 7.5.2000 ο ως άνω ανήλικος εισήλθε στη μονάδα μεταμόσχευσης μυελού των οστών του πιο πάνω νοσοκομείου, όπου Διευθυντής ήταν τότε ο εκ των κατηγορουμένων ΒΒ, υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση την 18.5 2000 και έλαβε εξιτήριο την 7.7.2000 μεταφερθείς ακολούθως στο πιο πάνω Τμήμα Παιδιατρικής Αιματολογίας - Ογκολογίας του ανωτέρω Νοσοκομείου Παίδων σε αρκετά καλή γενική κατάσταση προς περαιτέρω ιατρική παρακολούθηση της υγείας του, για την εξέλιξη της οποίας θα γίνει παρακάτω ειδικότερη μνεία. Κατά το διάστημα της αναμονής του ανηλίκου για τη μεταμόσχευση του μυελού των οστών και ειδικότερα στις αρχές Μαΐου 2000 ο Δήμος ..., δημότες του οποίου ήταν οι εγκαλούντες, γονείς του ως άνω ανηλίκου, αποφάσισε την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας Ψ1-Ψ2 με το ποσό των 200.000 δρχ., ενώ ανέλαβε την πρωτοβουλία διοργάνωσης εράνου για τη συγκέντρωση χρημάτων προς τούτο. Επιπρόσθετα, ο ..., δάσκαλος στο χωριό των εγκαλούντων, ενημέρωσε σχετικά τον ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού σταθμού "TV ...", ..., αρχικά δε μέσω ανακοινώσεων του πιο πάνω τοπικού τηλεοπτικού σταθμού κατά το διάστημα από 4 έως 9 Μαΐου 2000 και ακολούθως μέσω των πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικών σταθμών "ANTENNA, ALFA & MEGA" κατά το διάστημα από 8 έως 13.5.2000 επιδιώχθηκε να καταστεί ευρέως γνωστή η ανάγκη για οικονομική ενίσχυση της παραπάνω οικογένειας. Στο μεταξύ, κατόπιν πρωτοβουλίας του προαναφερθέντος ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού σταθμού "TV ...", η υπάλληλος του τελευταίου ... μετέβη στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ..., όπου Διευθυντής και Υποδιευθυντής αντίστοιχα ήταν τότε οι εκ των κατηγορουμένων - εκκαλούντων Χ3 και Χ5 και άνοιξε τον υπ' αρ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στο όνομα των εγκαλούντων καταθέτοντας σ' αυτόν ταυτόχρονα το ποσό των 100.000 δρχ, τα ακριβή στοιχεία δε της ταυτότητας τους έγιναν γνωστά απ' αυτούς στον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε ... τηλεφωνικά, ενώ τη σχετική σύμβαση κατάθεσης την υπέγραψαν εκ των υστέρων οι ίδιοι και μέχρι την 13.6.2000 είχε συγκεντρωθεί συνολικά σ'αυτόν ποσό 100.961.213 δρχ. Την ανωτέρω ημεροχρονολογία (13.6.200) οι αρμόδιοι υπάλληλο της Ε.Τ.Ε διαπιστώσαντες ότι στον πιο πάνω λογαριασμό γίνονταν καταθέσεις υπό τον τύπο των ερανικών εισφορών κατά παράβαση των διατάξεων του προαναφερθέντος στην υπό στοιχ.2 μείζονα σκέψη Ν.5101/1931, επικαλούμενοι δε και τη σχετική υπ' αρ. πρωτ. ... επιστολή του τότε Υφυπουργού Υγείας & Πρόνοιας Θ. Κοτσώνη, καθώς και την από 8.2.2000 υπηρεσιακή εγκύκλιο της Ε.Τ.Ε, που προέβλεπε ότι τα καταστήματα θα συνέχιζαν να δέχονται αιτήματα για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού για τη συλλογή χρημάτων με την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα προσκομίζουν την απαιτούμενη κατά τον ανωτέρω νόμο άδεια, που δίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, δέσμευσαν τον πιο πάνω λογαριασμό, ενώ ο εκ των εγκαλούντων Ψ1, κατόπιν υποδείξεως από τον προαναφερθέντα Χ3, Διευθυντή του υποκαταστήματος της Ε.Τ.Ε ..., υπέβαλε αίτηση στον Υπουργό Υγείας, για να λάβει την ανωτέρω άδεια και να επιλυθεί το ανάκυψαν πρόβλημα, χωρίς όμως να εκδοθεί κατά το αμέσως επόμενο διάστημα σχετική άδεια, ώστε να καταστεί δυνατή η ανάληψη του κατατεθειμένου ποσού, αφού οι εγκαλούντες επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν το πιο πάνω ποσό για τη νοσηλεία του ανηλίκου γιού τους στο εξωτερικό. Η αποδέσμευση του παραπάνω ερανικού λογαριασμού έγινε τελικά δυνατή μόνον την 2.3.2001 με τη δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ του προαναφερθέντος Ν.2889/2001 και την έκδοση κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.1 αυτού, που προπαρατέθηκε στην υπό στοιχ.2 μείζονα σκέψη, της υπ' αρ. Π2/οικ.644/2.3.2001 υπουργικής απόφασης του Υπουργού Υγείας & Πρόνοιας, ενώ δύο ημέρες αργότερα, την 4. 3.2001, ο ανήλικος γιός των εγκαλούντων ΩΩ απεβίωσε. Περαιτέρω, ενόψει του ότι από την 10.11.2000 είχε διαπιστωθεί ιατρικά η υποτροπή του νευρο-βλαστώματος του ανωτέρω ανηλίκου γιού των εγκαλούντων, η οποία αντιμετωπιζόταν από το προαναφερθέν Τμήμα Αιματολογίας-Ογκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων "...", εξετάσθηκε από τους εγκαλούντες η δυνατότητα μετάβασης του ανήλικου γιού τους προς νοσηλεία σε νοσηλευτικό ίδρυμα του εξωτερικού. Έτσι οι εγκαλούντες απευθύνθηκαν α) αρχικά στο Νοσοκομείο Μεγάλης Βρετανίας "THE ROYAL MARSDEN", το οποίο στην από 4.12.2000 απαντητική επιστολή του, που υπογράφεται από τον καθηγητή Παιδιατρικής Ογκολογίας ..., όπως αυτή νόμιμα μεταφράσθηκε στην Ελληνική, ανέφερε, μεταξύ άλλων, "... είναι πολύ πιθανόν ότι εντός ολίγου θα παρουσιασθούν μεταστατικές νόσοι σε άλλες περιοχές, όπως οστά ή μυελό των οστών και η πιθανότητα θεραπείας είναι σχεδόν μηδέν. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να σκεφτούμε την τοπική εξωτερική ραδιοθεραπεία με ακτίνες πιθανώς συνοδευόμενη με τοπική εγχείρηση, αν αυτό είναι δυνατόν. Έχει μικρή αξία να μπούμε σε περαιτέρω χημειοθεραπεία μια και έχει παρουσιασθεί μετάσταση μόνον λίγους μήνες μετά την αρχική θεραπεία. Εάν η οικογένεια θέλει να έλθει στη Μεγάλη Βρετανία για μια δεύτερη γνώμη, θα μπορούσα ευχαρίστως να τους δω, αλλά προς τούτο δεν είμαι σίγουρος ότι είναι αναγκαίο μια και είναι πολύ λίγα αυτά που θα κάνουμε στη Μεγάλη Βρετανία που δεν θα μπορούσανε να γίνουν και στην Ελλάδα. Παρ' όλα αυτά, εάν οι γονείς βρίσκουν επιβεβαιωτικό το vα ξέρουν ότι χρησιμοποίησαν όλες τις δυνατότητες μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, παρακαλώ κάντε τις ενέργειες ..." και β) ακολούθως στο Νοσοκομείο των Η.Π.Α. "Memorial Sloan - Kettering Cancer Center", το οποίο στο από 22.12.2000 ενημερωτικού περιεχομένου έγγραφό του, που υπογράφεται από τον καθηγητή ..., που μεταφράσθηκε νόμιμα στην Ελληνική περιέγραψε το ακολουθούμενο από το πιο πάνω ίδρυμα πρόγραμμα θεραπείας (πρωτόκολλο αριθμός 8) για ασθενείς που πάσχουν από νευροβλάστωμα τετάρτου σταδίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, "... Το πρόγραμμα αυτό είναι κοινό για τη θεραπεία νευροβλαστώματος υψηλού κινδύνου στο ίδρυμα μας. Νευροβλάστωμα σε προχωρημένο επίπεδο είναι μια δύσκολη ασθένεια στη θεραπεία της ... το νευροβλάστωμα προχωρημένου σταδίου είναι θανάσιμα σοβαρό. Το πρωτόκολλο υψηλού κινδύνου είναι ένα πρόγραμμα θεραπείας βασιζόμενο σε πολλά χρόνια εμπειρίας ... . Ο στόχος είναι να επιτευχθεί μια θεραπεία κατ' αυτής της τρομερής ασθένειας που χτυπάει τα μικρά παιδιά". Το ανωτέρω νοσοκομείο των Η.Π.Α. όρισε ως χρόνο εισαγωγής του ανηλίκου γιου των εγκαλούντων την 5.2.2001 προκειμένου να παρακολουθηθεί για αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας του και για θεραπεία από τον Dr. ..., ενώ στις από 2.11.2001 και 3.1.2001 επιστολές του που υπογράφονται από την ... Μ.A -Τμήμα Κοινωνικής Προνοίας (του νοσοκομείου) αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στην μεν πρώτη "... To Memorial Sloan - Kettering Cancer Center απαιτεί προκαταβολική πληρωμή της θεραπείας. Μία αρχική δόση των 90.000 δολαρίων απαιτείται για όλους τους ασθενείς του Παιδιατρικού Τμήματος πριν μπορέσουν να εισαχθούν και παρακολουθηθούν από κάποιο γιατρό ... . Αυτό αποτελεί μόνο μία αρχική προκαταβολή και το τελικό ποσό μπορεί να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο ανάλογα με την προτεινόμενη θεραπευτική αγωγή και την αντίδραση του ασθενούς προς αυτή ... . Τα χρήματα αυτά θα πρέπει κανονικά να δοθούν ... με μορφή επιταγής (δίγραμμης) ... μπορούν επίσης να κατατεθούν και ως εντολή πληρωμής στον ακόλουθο λογαριασμό ...", στη δε δεύτερη "... Πέρα από το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την πληρωμή του νοσοκομείου και των ιατρών ... υπάρχουν επίσης έξοδα διαβίωσης κατά τη διάρκεια διαμονής της οικογένειας στη Νέα Υόρκη ...". Μετά τις παραπάνω απαντήσεις των ανωτέρω αλλοδαπών νοσηλευτικών ιδρυμάτων οι εγκαλούντες προσπάθησαν να αναλάβουν το προαναφερθέν κατατεθειμένο ποσό στον ανωτέρω δεσμευμένο ερανικό λογαριασμό επιθυμώντας, προδήλως, να μεταβούν για τη συνέχιση της θεραπεία του ανήλικου γιού τους στο νοσοκομείο των Η.Π.Α "Memorial Sloan - Kettering Cancer Center", η οποία ήταν πολυδάπανη, με την ελπίδα επιτυχούς θεραπείας του εκεί, πλην όμως προσέκρουσαν στην άρνηση των εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων Χ2 (Περιφερειακού Διοικητή & Διοικητικού Προϊστάμενου Πειραιά Νήσων Αιγαίου & Κρήτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), Χ3 (Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ...), Χ4 (Γενικού Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος) και Χ5 (Υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ...) , που επικαλούνταν ότι αυτό αντέβαινε στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν.5101/1931, μέχρι την 2.3.2001, οπότε δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ ο προαναφερθείς Ν.2889/2001 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 αυτού η ως άνω υπ' αρ. Π2/οικ.644/2.3.2001 υπουργική απόφαση του Υπουργού Υγείας & Πρόνοιας. Ακόμη, κατά το μεσολαβήσαν έως τότε χρονικό διάστημα ο εκ των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ1 (ιατρός-Διευθυντής του τμήματος Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων "...") αρνήθηκε να χορηγήσει ως αρμόδιος ιατρός στους εγκαλούντες την προβλεπόμενη από την ισχύουσα τότε Υπουργική Απόφαση (Κοιν.Ασφ.) υπ' αρ. Φ7/οικ./7.1.1997, που προπαρατέθηκε στην υπό στοιχ.3 μείζονα σκέψη γνωμάτευση, με την οποία να πιστοποιείται με λεπτομέρεια η σοβαρότητα της κατάστασης του ανηλίκου γιού τους, που ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α και να επισημαίνεται ηαδυναμία αντιμετώπισης του στην Ελλάδα, ώστε ακολούθως vα γνωματεύσει θετικά η Ειδική Υγειονομική Επιτροπή και να καλυφθούν οι δαπάνες νοσηλείας του στο εξωτερικό από το Ι.Κ.Α, αφού είχε την επιστημονικήάποψη ως θεράπων ιατρός ότι η περίπτωση του ως άνω ανηλίκου μπορούσε να αντιμετωπισθεί ιατρικά στην Ελλάδα και ότι στο εξωτερικό δεν θα μπορούσε να παρασχεθεί σ' αυτόν καλύτερη ιατρική θεραπεία. Η ως άνω επιστημονική άποψη του Χ1 ενισχύεται από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 14.12.2000 απαντητικής επιστολής του Νοσοκομείου της Μεγάλης Βρετανίας "THE ROYAL MARSDEN", ενώ δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο από το πιο πάνω από 22.12.2000 ενημερωτικού περιεχομένου έγγραφο του Νοσοκομείου των Η.Π.Α. "Memorial Sloan - Kettering Cancer Center", το οποίο τονίζει τον υψηλό κίνδυνο του παρεχόμενου προγράμματος θεραπείας, χωρίς να δίνει σαφείς διαβεβαιώσεις για επιτυχή ιατρική αντιμετώπιση του νευροβλαστώματος, σημειουμένου ότι κατά το παρελθόν με το παρεχόμενο πρόγραμμα θεραπείας από το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα υπήρξε άλλοτε επιτυχής ιατρική αντιμετώπιση άλλων παρεμφερών περιπτώσεων ανηλίκων και άλλοτε ανεπιτυχής θεραπεία άλλων ανηλίκων με τελική κατάληξη το θάνατο τους.
Με βάση τα παραπάνω κατά την κρίση του Συμβουλίου δεν προέκυψε: Α) ότι υπάρχουν έστω και κάποιες ενδείξεις, πολύ δε περισσότερο οι απαιτούμενες για παραπομπή στο ακροατήριο σοβαρές ενδείξεις σε βάρος των ΑΑ (Διοικητή του Νοσοκομείου Παίδων "..."), ΒΒ (Διευθυντή της Μονάδας Μεταμοσχεύσεων του Νοσοκομείου Παίδων "...") και ΓΓ (Περιφερειακού Διευθυντή Πειραιά - Νήσων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), αφού αυτοί δεν ενεπλάκησαν ουσιαστικά στην παρούσα υπόθεση και έτσι το πρωτοβάθμιο βούλευμα δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων αποφαινόμενο να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω (άρθρα 309 περ.α', 310 παρ.1 ΚΠΔ), επομένως δε οι κρινόμενες υπ' αρ. 17/2008 και 18/2008 εφέσεις των εκκαλούντων - πολιτικώς εναγόντων που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν ως αβάσιμες, επικυρουμένου του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς την απαλλακτική γι' αυτούς διάταξη του. Β) α) Ότι συνέτρεξε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ1 (ιατρού- Διευθυντή του τμήματος Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων "..."), Χ2 (Περιφερειακού Διοικητή & Διοικητικού Προϊστάμενου Πειραιά Νήσων Αιγαίου & Κρήτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), Χ3 (Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ...), Χ4 (Γενικού Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος) και Χ5 (Υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ...) και του αποτελέσματος (θάνατος ως άνω ανηλίκου), όπως απαιτείται σύμφωνα με τα σχετικά προεκτεθέντα στην υπό στοιχ.1 μείζονα σκέψη, αφού δεν προέκυψε ότι, αν δεν παραλειπόταν τυχόν επιβεβλημένη ενέργειά τους, τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή η υπάρχουσα ήδη κατάσταση κινδύνου, θα ήρετο , αφού η παραληφθείσα ενέργεια τους, δηλαδή 1) η μη αποδέσμευση του ερανικού (λογαριασμού από τους Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 έγινε σε συμμόρφωση προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν.5101/1931 και η 2) η άρνηση χορήγησης γνωμάτευσης προς την έχουσα αποφασιστική αρμοδιότητα Ειδική Υγειονομική Επιτροπή σύμφωνα με την ισχύουσα τότε προαναφερθείσα Υπουργικής Απόφασης (Κοιν.Ασφ.) υπ' αρ. Φ7/οικ./7.1.1997 του Χ1, με την οποία να πιστοποιείται με λεπτομέρεια η σοβαρότητα της κατάστασης του ανηλίκου γιού των εγκαλούντων που ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α και να επισημαίνεται η αδυναμία αντιμετώπισης του στην Ελλάδα, ώστε να καλυφθούν απ' αυτό οι δαπάνες νοσηλείας του στο εξωτερικό έγινε στα πλαίσια της προδήλως μη αποφασιστικού μεν χαρακτήρα επιστημονικής άποψης του, αφού η τελική απόφαση ήρτητο από τη θετική απόφαση της πιο πάνω Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής, πλην όμως βαρύνουσας επιστημονικής γνώμης του τόσον ως θεράποντος ιατρού του ως άνω ανηλίκου όσον και ως Διευθυντή του πιο πάνω Τμήματος ότι η αντιμετώπιση της νοσηλείας του στην Ελλάδα ήταν η ενδεδειγμένη και ότι τυχόν συνέχιση της νοσηλείας του στο εξωτερικό δεν θα παρείχε καλυτέρευση στην υγεία του και β) ότι οι παραπάνω εκκαλούντες- κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να αφήσουν αβοήθητο τον ανωτέρω ανήλικο γιό των εγκαλούντων να αποβιώσει, όπως είναι απαραίτητο κατά τα σχετικά εκτιθέμενα στην προπαρατεθείσα υπό στοιχ.1 μείζονα σκέψη, εφόσον οι εξ αυτών Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 δεν είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν τούτο, δεδομένου, αντιθέτως, ότι η τυχόν αποδέσμευση του ανωτέρου ερανικού λογαριασμού θα επέσυρε κατ' αυτών ως υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε ποινικές (άρθρο 263 Α σε συνδ. με 13 και 259 Π.Κ - ΑΠ 1155/2000 ΠΧ ΝΑ 399) και πειθαρχικές ευθύνες, αφού θα αντέβαινε στις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν.5101/1931, ενώ όσον αφορά τον εξ αυτών Χ1, εφόσον κατά την επιστημονική γνώμη του τόσον ως θεράποντος ιατρού, όσον και ως Διευθυντή του ανωτέρω Τμήματος, όπου ο ως άνω ανήλικος νοσηλευόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν ήταν αναγκαία η συνέχιση της νοσηλείας του στο εξωτερικό, αφού δεν διαφαινόταν με σοβαρές πιθανότητες με βάση τα ισχύοντα έως τότε επιστημονικά ιατρικά δεδομένα ότι κάτι τέτοιο θα τον ωφελούσε αποτρέποντας τον κίνδυνο της υγείας και της ζωής του, άρα δε αυτός δεν ήταν δυνατόν να πιστοποιήσει ψευδώς κάτι αντίθετο με την πιο πάνω επιστημονική πεποίθησή του.
Συνεπώς ως προς τους εκκαλούντες - κατηγορούμενους Χ1 (ιατρό- Διευθυντή του τμήματος Παιδιατρικής Αιματολογίας - Όγκολογίας του Νοσοκομείου Παίδων "..."), Χ2 (Περιφερειακό Διοικητή & Διοικητικό Προϊστάμενο Πειραιά Νήσων Αιγαίου & Κρήτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), Χ3 (Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ...), Χ4 (Γενικό Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος) και Χ5 (Υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ...) δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδοθείσα σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του ανήλικου γιού των πιο πάνω εγκαλούντων ΩΩ (άρθρο 306 παρ.1, 2β ΠΚ) και επομένως, εφόσον το πρωτοβάθμιο βούλευμα έσφαλε καλά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων παραπέμποντας τους ανωτέρω κατηγορούμενους στο ακροατήριο του ορισθησόμενου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου Μικτού Ορκωτού Δικαατηρίου, πρέπει , δεκτών γενομένων κατ' ουσίαν ως βάσιμων των υπ' αρ. 19/2008, 83/2008, 15/2008, 11/2008 & 16/2008 εφέσεών τους, να μεταρρυθμισθεί τούτο από το Συμβούλιο αυτό κατά το σκέλος που αφορά την παραπεμπτική διάταξη του γι' αυτούς και να αποφανθεί αυτό να μη γίνει σε βάρος τους κατηγορία (άρθρο 318 σε συνδ. με 309 περ. α' και 310 παρ.Ι ΚΠΔ) για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη που φέρεται τελεσθείσα στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2000 έως την 4.3.2001 (ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1) και στη ... από 5.5.2000 - 4.3.2001 (οι λοιποί εκκαλούντες - κατηγορούμενοι. Σύμφωνα, όμως, με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το ως άνω Συμβούλιο αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει νασημειωθούν τα ακόλουθα: Πρώτον, όσον αφορά την αιτίαση, ότι δεν εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αν με το άνοιγμα του λογαριασμού στο υποκατάστημα της ΕΤΕ στην ..., στο όνομα των ήδη εγκαλούντων, προς κατάθεση χρημάτων τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς τέκνου τους, αναλήφθηκε από τους αποδεχθέντες το άνοιγμα του λογαριασμού τούτου κατηγορούμενους-υπαλλήλους της ΕΤΕ, η προστασία του ασθενούς ανηλίκου τέκνου των εγκαλούντων, κατά κύριο λόγο είναι χωρίς έννομη επιρροή. Τούτο, γιατί αυτή καθ' εαυτή η φύση των καθηκόντων των αρμοδίων, για το άνοιγμα του λογαριασμού τραπεζικών στελεχών και υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, και συγκεκριμένα των: 1) Χ2, Περιφερειακού Διοικητή και Διοικητικού Προϊσταμένου της Περιφέρειας Πειραιώς, Νήσων Αιγαίου και Κρήτης, 2) Χ3, Διευθυντή του υποκαταστήματος της ΕΤΕ ..., 3) Χ4, Γενικού Διευθυντή των Νομικών υπηρεσιών της ΕΤΕ, και 4) Χ5, υποδιευθυντή του ως άνωυποκαταστήματος, σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται αιτιωδώς με την, από μέρους των ως άνω προσώπων, παροχή προστασίας προς το πάσχον ανήλικο τέκνο των εγκαλούντων. Άλλωστε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο καθ' ύλην αρμόδιος για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού, διευθυντής του υποκαταστήματος κατηγορούμενος Χ3, υπήρξε το πρόσωπο εκείνο, το οποίο συναισθανόμενο την εξαιρετική κατάσταση της επισφαλούς υγείας του ανηλίκου τέκνου, υπέδειξε προς τον εγκαλούντα τον μοναδικό τρόπο της αποδέσμευσης του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού, και συγκεκριμένα αυτόν με την έκδοση της απαιτούμενης κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας. Η αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διευκρινίζεται, αν όλοι οι κατηγορούμενοι ή κάποιοι απ' αυτούς, που υπήρξαν υπάλληλοι της ΕΤΕ, συμμετείχαν με συγκεκριμένο τρόπο στο άνοιγμα του λογαριασμού, είναι επίσης απορριπτέα. Τούτο δε διότι ο τρόπος συμμετοχής ή μη ενός εκάστου των κατηγορουμένων, στο άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού, που αποτελεί μια συνήθη τραπεζική εργασία, σε καμία περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή, στην πορεία της υγείας του ανηλίκου τέκνου. Όσον αφορά την αιτίαση με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτό αν πριν την αποδέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού, που έγινε την 2-3-2001, οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της εν λόγω Τράπεζας, είχαν την αρμοδιότητα να αποδεσμεύσουν έγκαιρα τον τραπεζικό λογαριασμό, προκειμένου στη συνέχεια να επακολουθήσει η διαδικασία ανάληψης του οποιοδήποτε χρηματικού ποσού, που είχε κατατεθεί σ' αυτόν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού αιτιολογείται με σαφήνεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η αποδέσμευση του ερανικού λογαριασμού ήταν αδύνατη πριν από την ως άνω ημερομηνία. Επιπλέον, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αναμφισβήτητα προκύπτει ότι ανάλογη αρμοδιότητα των αρμοδίων τραπεζικών υπαλλήλων, να προβούν σε αποδέ-σμευση του τραπεζικού λογαριασμού, δεν υφίστατο, ενόψει της ισχύουσας κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο, νομοθετικής ρυθμίσεως (άρθρο 1 του Ν. 5101 της 7/28 Ιουλίου 1931 "περί ενεργείας εράνων και λαχειοφόρων ή φιλανθρωπικών αγορών", σύμφωνα με την οποία από της ισχύος του απαγορεύονται οι πάσης φύσεως έρανοι και λαχειοφόροι ή φιλάνθρωποι αγοραί και η δια παντός άλλου τρόπου συλλογή χρημάτων ή αντικειμένων και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, (άρθρο 2), δύναται με αιτιολογημένες αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας να εγκρίνεται η συγκέντρωση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 5101/1931. Πέραν τούτων, ανάλογη δυνατότητα από μέρους των κατηγορουμένων -τραπεζικών υπαλλήλων, να αποδεσμεύσουν τον συγκεκριμένο λογαριασμό και να επιτραπεί η ανάληψη των συγκεντρωθέντων κατά την 13-6-2000 χρημάτων, ύψους 100.961.213 δραχμών, δεν υφίστατο αφενός μεν, ενόψει της υπ' αριθμό πρωτ. ... επιστολής του, κατ' εκείνη την εποχή, αρμοδίου υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας Θ. Κοτσώνη, αφετέρου δε της από 8-2-2000 εγκυκλίου της ΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία, τα υποκαταστήματα της θα συνέχιζαν μεν να δέχονται αιτήματα για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, για τη συλλογή χρημάτων και με το περιεχόμενο της οποίας, όφειλαν να συμμορφώνονται τα όργανα της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι ενδιαφερόμενοι θα προσκομίζουν την απαιτούμενη άδεια που δίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Πρόνοιας. Περαιτέρω, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος Χ3, που την κρίσιμη εκείνη χρονική περίοδο, ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της ΕΤΕ στην ..., στο οποίο ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός, υπέδειξε προς τον εγκαλούντα Ψ1, τον τρόπο υποβολής της σχετικής αιτήσεως, για την έκδοση της απαιτούμενης κοινής Υπουργικής αποφάσεως, η οποία και τελικά δόθηκε την 2-3-2001, ήτοι δύο ημέρες προτού το ανήλικο τέκνο καταλήξει. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα γιατί ο κατηγορούμενος ιατρός Χ1, αρνήθηκε να χορηγήσει την οικεία ιατρική γνωμάτευση, στην οποία στηριζόμενη η Ειδική Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ, θα χορηγούσε ενδεχομένως στη συνέχεια την άδεια νοσηλείας του ασθενούς τέκνου των εγκαλούντων, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του σε θεραπευτικό κέντρο της αλλοδαπής, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Στο προσβαλλόμενο βούλευμα, γίνεται ειδική και ρητή αναφορά και διευκρινίζεται με σαφήνεια και πληρότητα, η επιστημονική άποψη του έχοντος την ιατρική ευθύνη, θεράποντος ιατρού, Χ1, σύμφωνα με την οποία λόγω της ιδιότητας του, ως Διευθυντή του Τμήματος Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας, του Νοσοκομείου Παίδων "...", ήταν όχι μόνο η ιατρικώς ενδεδειγμένη, αλλά και ήταν ιατρικώς αντιμετωπίσιμη η ασθένεια του ανηλίκου τέκνου των εγκαλούντων στο συγκεκριμένο θεραπευτήριο, και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η συνέχιση της νοσηλείας του σε θεραπευτήριο της αλλοδαπής.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο πλήττεται το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος να διαταχθεί από το παρόν Συμβούλιο, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορούμενου Χ1, για παροχή διευκρινίσεων, όπως ζήτησε με το από 26-1-2009 υπόμνημα του, ενόψει του ότι τόσο με την απολογία του, όσο και με τα υπομνήματα του, πλήρως έχει αναπτύξει τους ισχυρισμούς του. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-1-2009 αίτηση του Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του.
Απορρίπτει την από 5-1-2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ' αριθμό 197/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για το αδίκημα της έκθεσης από την οποία προκλήθηκε θάνατος, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Έκθεση.
| 1
|
Αριθμός 1685/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαου Ζαΐρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση τoυ αναιρεσείoντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1605/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1977/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 52/03.02.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 4-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 1605/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρ. 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι διά το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι διά τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (βλ. ΑΠ 417/2006, ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/909, 906). Εξ άλλου, η κρίση του δικαστηρίου και του δικαστικού συμβουλίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, οι δε αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται αυτή δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως και είναι απαράδεκτες (βλ. ΑΠ 1615/2005 εις ΠΧ/ΝΣΤ'/971, ΑΠ 23/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από την έκθεση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ουδένα ορισμένο λόγο αναιρέσεως, εκ των υπό του άρθρ. 484 ΚΠΔ προβλεπομένων, προβάλλει, αλλ' αρκείται στην διατύπωση αιτιάσεων, διά ων οποίων πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του συμβουλίου περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων, υποστηρίζων ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις κατ'αυτού και ότι η παραπομπή του είναι άδικη.
Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μη περιέχουσα αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθή στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω -
Να απορριφθή η από 4-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1605/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 22 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ). Εξάλλου, απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί (Ολ. ΑΠ 19/2001), πολύ δε περισσότερο όταν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως λόγος που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, όπως είναι οι αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου αντίστοιχα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το υπ' αριθμ. 1605/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 2 Μαΐου 2007 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 487/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος για τα εγκλήματα της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 98, 309-308 παρ. 1 και 385 παρ. 1α ΠΚ). Όπως, όμως προκύπτει από την έκθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο κατά την έρευνα του παραδεκτού των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ουδένα ορισμένο λόγο αναιρέσεως εκ των από το άρθρο 484 ΚΠΔ προβλεπομένων προβάλλει, αλλά αρκείται στη διατύπωση αιτιάσεων, με τις οποίες πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του συμβουλίου περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων, υποστηρίζων ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις κατ' αυτού για συμμετοχή του με οποιαδήποτε μορφή στα γεγονότα της 23-1-2004 και 4-2-2004 (τότε που φέρεται ότι συνέβησαν οι σε βάρος του αναιρεσείοντος αξιόποινες πράξεις κατά την κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα) και ότι η παραπομπή του είναι άδικη. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη περιέχουσα κάποιο αναιρετικό λόγο, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του δικηγόρου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα), να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1605/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος. Απόρριψη σχετικής αίτησης λόγω του ότι δεν περιέχει κάποιο ορισμένο λόγο αναίρεσης.
|
Βούλευμα παραπεμπτικό
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 2
|
Αριθμός 1.684/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2.053/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Δεκεμβρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 78/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 53/3.2.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τας παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ιδίου Κώδικος ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ..., από 11 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 2053/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Διά του πληττομένου βουλεύματος, που εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ'αριθμ. 718/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου έπαυσεν οριστικώς η ποινική δίωξις κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων, παρεπέμφθησαν αυτοί εις το ακροατήριον διά να δικασθούν δι'άμεσον συνέργειαν εις απάτην, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρα 46 παρ. 1 εδ. β' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονούνται ήδη οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντες αμφότεροι ως λόγον αναιρέσεως, την έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας και επιπροσθέτως ο Χ1, την εσφαλμένην ερμηνείαν και εφαρμογήν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
ΙΙ. 'Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 1348/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 289 κ.ά.). Τοιαύτη έλλειψις ειδικής αιτιολογίας υφίσταται και εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν το Συμβούλιον δεν έλαβεν υπ'όψιν του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλ'ωρισμένα εξ αυτών εκ των οποίων συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, εις τα οποία επεστήριξε την παραπεμπτικήν του κρίσιν (Α.Π. 230/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 8 κ.ά.). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη (Α.Π. 1187/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 317 κ.ά.).
ΙΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δεν και πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παραστάσις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (ολ. Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αίτησιν αναιρέσεώς μας, Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 364). Τελείται μία μόνον πράξις απάτης, όταν γίνονται συνεχείς ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθή εις το εξαπατηθέν πρόσωπον η επιδιωκομένη πλάνη, ο δε χρόνος τελέσεως της απάτης συμπίπτει με την τελικήν ολοκλήρωσιν της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος με την οποίαν ολοκληρώνεται η απάτη. Μία επίσης πράξις απάτης υπάρχει και όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει εις πλείονας και εις διαφόρους χρόνους επιζημίους πράξεις (Α.Π. 1057/2008, 2049/2007 Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 788, Ποιν Δικ 2008 σελ. 675 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. β' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικατεστάθη δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ. Υπό της διατάξεως αυτής θεσπίζεται νέα μορφή επιβαρυντική περιστάσεως του εγκλήματος της απάτης, η οποία δεν δύναται να τύχη εφαρμογής δια πράξεις τελεσθείσας προ της ισχύος του ν.2721/1999, ήτοι προ της 3/6/1999 (Α.Π. 111/2008, 1541/2007, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 991 και Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 674 αντιστ. κ.ά.). Εξ άλλου αι μετά την ισχύν της διατάξεως αυτής πράξεις της απάτης εμπίπτουν εις αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν ότι το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ. Τέλος εκ της διατάξεως του άρθορυ 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ. προκύπτει, ότι διά την ύπαρξιν αμέσου συνεργείας εις την τελουμένην παρ'άλλου αξιόποινον πράξιν, απαιτείται παροχή αμέσου συνδρομής υπό του συνεργού κατά την διάρκειαν της κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεσιν αυτής υπό του αυτουργού, ούτως ώστε χωρίς την συνδρομήν εκείνου να μη ήτο δυνατή μετά βεβαιότητος ή διάπραξις του εγκλήματος υπό τας περιστάσεις που ετελέσθη (Α.Π. 547/2008 ΝοΒ 56 σελ. 1910 κ.ά.).
IV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα εδέχθη, ότι εκ της συνεκτιμήσεως τόσον του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και των λόγων εφέσεως, εν συνδυασμώ με όλα τα έγγραφα που προανεφέρθησαν και αποτελούν περιεχόμενον της εξαταζομένης δικογραφίας, όπως και εκ των διευκρινίσεων εις τας οποίας προέβησαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισιν των, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν προκηρυχθέντος διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΔΕΤ. Α.Ε. ALMO - OLYMPIC GMP - ICM - IBCM άδεια λειτουργίας επιχείρησης καζίνο, εκμετάλλευσης της ανώνυμης εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ" Α.Ε. η οποία συνεστήθη νομοτύπως στις 14.12.1995. Σ' αυτή την εταιρεία με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης παραχωρήθηκε άδεια λειτουργίας της επιχείρησης ΚΑΖΙΝΟ στη ... και καταρτίστηκε ανάμεσα σ' αυτήν την εταιρία και το Ελληνικό Δημόσιο η από 12.9.1996 σύμβαση. Σύμφωνα με όρο αυτής της σύμβασης, ο ενάγων, μέτοχος κατά ποσοστό, 50% της κοινοπρακτούσας εταιρείας "OLYMPIC AMUSEMENTS SA" κάλυψε με εισαχθέν από την ... συνάλλαγμα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου της εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε. και εξ αυτού του λόγου επεδίωξε την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν.δ. 2687/1953 προκειμένου να επιτύχει μείωση της τιμής εισόδου των πελατών της στο καζίνο από 5000 δρχ. που ήταν το καθορισθέν ποσό κατ' άτομο από τον Υπουργό Οικονομικών σε 2.000 δρχ. όπως είχε επιτύχει η εταιρία HΑYATT REGENCY ανάδοχος του Καζίνο ... . Στα πλαίσια των προσπαθειών αυτών, ο β' μηνυόμενος Χ1 με την ιδιότητα του διευθυντή marketing της ως άνω εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ έφερε σε επαφή τον μηνυτή με τον κατηγορούμενο AA εμφανίζοντας αυτόν ως άτομο φερέγγυο και δυνάμενο να επιλύσει θετικά το ζήτημα της τροποποίησης κατά τα ως άνω της υπουργικής απόφασης που καθόριζε την τιμή του εισιτηρίου στο Καζίνο ... . Στις επαφές μηνυτή και α' κατηγορουμένου (AA) που ξεκίνησαν το μήνα Μάϊο του έτους 1999 και πιο συγκεκριμένα 27.5.1999 που ήταν άλλοτε αυτοπρόσωπες, άλλοτε τηλεφωνικές (από ... της ... που είναι μόνιμος κάτοικος ο μηνυτής) ο AA διαβεβαίωνε τον μηνυτή ότι είχε την δυνατότητα με νόμιμες διαδικασίες να επιμεληθεί της τροποποίησης της υπ' αριθμ. 1128269/1296/0015/ 16.11.1995 (ΦΕΚ Β 982/29.11.1995) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία είχε επιβληθεί εισιτήριο εισόδου στο καζίνο ... ύψους 5000 δρχ., ώστε το ποσό αυτό να περιοριστεί στις 2.000 δρχ. (όπως και έγινε για το καζίνο ...) ή να απαλλαγεί καθ' ολοκληρία ο φορέας της επιχείρησης του Καζίνο ... (βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο μηνυτής) παντελώς αυτής της υποχρέωσης. Έκτοτε και μέχρι 21.10.1999 με την επιπλέον διαβεβαίωση του AA στις 10.6.1999 ότι το πρόβλημα λύθηκε και βρίσκεται στον Αρμόδιο Υπουργό για υπογραφή η σχετική απόφαση με την οποία το εισιτήριο του Καζίνο ... μειώνεται σε 2.000 δρχ. ολοκληρώνεται πλέον η απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον μηνυτή, ο μηνυτής δίνοντας την εντολή προς τον AA να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επίτευξη του ως άνω στόχου (μείωση εισιτηρίου Καζίνο ...) προκαταβάλλει μέσω του κατηγορουμένου Χ1 προς τον α' κατηγορούμενο 100.000.000 δρχ. ως μέρος της αμοιβής για την εκτέλεση της προαναφερόμενης εντολής, ποσό που καταβλήθηκε τοις μετρητοίς από τον ΒΒ στον Χ1 στις 27.5.1999 γι' αυτό το σκοπό ύστερα από σχετική ανάληψη του ΒΒ από τον λογαριασμό που διατηρούσε ο μηνυτής στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, Υποκατάστημα ... (βλ. σχετική από 8.5.2006 ένορκη βεβαίωση του ΒΒ ενώπιον του Ειρηνοδίκου Χαλανδρίου δοθείσα και σχετικά στην δικογραφία έγγραφα της εν λόγω τράπεζας από την κίνηση του σχετικού λογαριασμού του μηνυτή φαίνεται πραγματοποιηθείσα 27.5.1999 η εν λόγω ανάληψη χρημάτων). Περαιτέρω και για τον ίδιο λόγο λειτουργώντας πάντα σύμφωνα με συγκεκριμένες οδηγίες του AA (για τον τρόπο καταβολής των χρηματικών ποσών), στις 10.6.1999 καταθέτει στον ... λογαριασμό του AA στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 50.000.000 δρχ. και άλλα 50.000.000 δρχ. (την ίδια ημεροχρονολογία) σε λογαριασμό του συνεργάτη του AA (όπως δηλώθηκε από τον τελευταίο γ' κατηγορούμενο) Χ2 για λογαριασμό πάντα του α' των κατηγορουμένων AA. Για την ίδια αιτία και ύστερα από σχετική αξίωση του α' κατηγορουμένου καταβάλλονται από τον μηνυτή ακόμη 10.000.000 δρχ. στον Χ1 στις 21.10.1999 με διαρκώς επαναλαμβανόμενες τις ψευδείς παραστάσεις που προαναφέρθηκαν περί οριστικής επιλύσεως του προβλήματος, μειώσεως του εισιτηρίου του Καζίνο ..., από τον α' κατηγορούμενο στις αλλεπάλληλες επικοινωνίες του με τον μηνυτή, στις οποίες πεισθείς ο τελευταίος προέβη στις ως άνω με τελικό αποδέκτη τον AA χρηματικές καταβολές. Ακολούθως όμως προέκυψε σαφώς ότι ο α' κατηγορούμενος δεν είχε την δυνατότητα αλλά και την πρόθεση να εκτελέσει την εντολή που κατά τα ως άνω ανέλαβε να διεκπεραιώσει για λογαριασμό του μηνυτή. Μοναδικός του σκοπός ήταν με απατηλές διαβεβαιώσεις που προαναπτύχθηκαν να εξαπατήσει τον μηνυτή πείθοντας τον να προβεί σε χρηματικές καταβολές συνολικού ύψους 210.000.000 δρχ. με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης αυτού του ποσού επ' αντιστοιχώ περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που διαλαμβάνονται στα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία έγγραφα δεν είναι ικανοί να κλονίσουν την πεποίθηση που σχημάτισε το παρόν Συμβούλιο περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτών για τις πράξεις που κατηγορούνται. Και ειδικότερα οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, ότι γνώριζαν την απάτη που διέπραττε σε βάρος του μηνυτή ο συγκατηγορούμενος τους AA και συνέδραμαν αυτόν στην εκτέλεση αυτής αποδεχόμενοι της μέσω αυτών και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε καταβολής μέρους του συνολικού ποσού των 210.000.000 δρχ. στο οποίο συμποσούται η επελθούσα περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Ο μεν AA κατ' ανάγκη συνομολογεί τις καταβολές που έγιναν μέσω Τραπέζης (στον ίδιο και μέσω του γ' κατηγορουμένου) αποδίδοντας αυτές αορίστως σε σύναψη "δήθεν" δανείου ανάμεσα σ' αυτόν και τον μηνυτή, δεν δίδει όμως καμία εύλογη εξήγηση στον περίεργο τρόπο καταβολής του ποσού των 100.000.000 δρχ., κατά το ήμισυ σε δικό του λογαριασμό Τραπέζης και κατά το υπόλοιπο (50.000.000 δρχ.) μέσω λογαριασμού Χ2 με την ίδια ημεροχρονολογία (10.6.99) συναλλαγών. Εκ παραλλήλου ο Χ2 αντιφάσκει με τους ισχυρισμούς του ως άνω συγκατηγορουμένου του, ο οποίος ισχυρίζεται στα υπομνήματα του ότι όλα τα χρήματα του απεδόθησαν "αμέσως" από τον Χ2, ενώ ο Χ2 ισχυρίζεται ότι δια των χρημάτων που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του τακτοποίησε υποχρεώσεις του "φίλου" και "πελάτη" του AA, δεν εξηγεί όμως γιατί στην ένδικη περίπτωση ακολουθήθηκε η μεθοδολογία της μέσω του δικού του λογαριασμού διακίνησης των 50.000.000 δρχ., που προορίζονταν για τον AA, ενώ στα ίδια υπομνήματα του ισχυρίζεται ότι σχεδόν παγίως και εφοδιασμένος προς τούτο με σχετικό πληρεξούσιο αναλάμβανε χρήματα από τους λογαριασμούς του AA για να ρυθμίσει διάφορες οφειλές του τελευταίου προς τρίτους. Τέλος και όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκ των κατηγορουμένων Χ1 που περιορίζεται σε πλήρη άρνηση της οποιασδήποτε ανάμιξης του στην ένδικη υπόθεση, υφίσταται η λεπτομερής κατάθεση του ΒΒ, που προαναφέρθηκε, ο οποίος κατηγορηματικά δηλώνει την καταβολή των 100.000.000 δρχ. στις 27.5.99 προς τον Χ1 και η οποία συνδυαζόμενη με τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα ο μηνυτής στα οποία απεικονίζεται η με την ως άνω ημεροχρονολογία απόσυρση του ως άνω χρηματικού ποσού από τον σχετικό λογαριασμό του μηνυτή, καταλύει τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ως άνω κατηγορουμένου. Υπέρ αυτών συνηγορεί και η από 24.5.2005 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ ενώπιον της 30ης Πταισματοδίκου δοθείσα, ο οποίος βεβαιώνει ότι ενώπιον του ο AA αποδέχθηκε οφειλή 200.000.000 δρχ. προς τον μηνυτή.
V. Κατά τας παραδοχάς αυτάς του βουλεύματος σχετικώς με α) τον αναιρεσείοντα Χ1: Η πρώτη αποδιδομένη εις αυτόν πράξις της αμέσου συνεργείας εις απάτην φέρεται τελεσθείσα την 27 Μαΐου 1999, ήτοι προ της ισχύος του άνω νόμου 2721/1999 και συνεπώς της θεσπίσεως υπ'αυτού της προαναφερθείσης επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β' Π.Κ., μη εμπίπτουσα όθεν εις αυτήν. Η ετέρα τοιαύτη πράξις φέρεται μεν τελεσθείσα μετά την ισχύν του νόμου αυτού ήτοι την 21/10/1999, πλην το φερόμενον ως περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα εξ αυτής ζημία ανέρχονται εις το ποσόν των 10.000.000 δρχ. και συνεπώς τούτο δεν υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δρχ., ώστε να στοιχειοθετηθή η ανωτέρω επιβαρυντική περίστασις του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β' Π.Κ., έχουσα κακουργηματικόν χαρακτήρα. Επομένως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν εσφαλμένως εις την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β'Π.Κ., ενώ έδει, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωσις υπαγωγής των εις την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ., να υπαχθούν εις την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ., που καθιερώνει πλημμεληματικήν μορφήν τελέσεως του εγκλήματος της απάτης. Κατά συνέπειαν πρέπει να αναιρεθή το πληττόμενον βούλευμα, σχετικώς με τον αναιρεσείοντα Χ1 δι'εσφαλμένην εφαρμογήν της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. β' Π.Κ., κατά τον βάσιμον αυτόν αναιρετικόν λόγον, παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου λόγου αναιρέσεως. Συνακολούθως δε πρέπει να παύση οριστικώς η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξις διά τα ανωτέρω εις βαθμόν πλημμελήματος πράξεις της αμέσου συνεργείας εις απάτην λόγω παραγραφής του αξιοποίνου αυτών, παρελθούσης οκταετίας από της τελέσεώς των (Α.Π. 1172/2005 Π Λογ 2005 σελ. 1016 κ.ά.). Περαιτέρω σχετικώς με β) τον αναιρεσείοντα Χ2: Εν αρχή του σκεπτικού του βουλεύματος αναφέρονται, κατ'αντιγραφήν της Εισαγγελικής προτάσεως, τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ'όψιν, ήτοι μήνυσις και κατάθεσις πολιτικώς ενάγοντος, υπομνήματα πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων ΔΔ, ΕΕ, ΓΓ, τα έγγραφα που προσεκομίσθησαν και αι απολογίαι των κατηγορουμένων. Ακολούθως, κατ'αντιγραφήν πάντοτε της Εισαγγελικής προτάσεως, αναφέρεται ότι εκ των ως άνω αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ως τοιαύτα δε μνημονεύονται 1) το περιεχόμενον της μηνύσεως του πολιτικώς ενάγοντος, 2) το περιεχόμενον της απαγγελθείσης υπό του Ανακριτού κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων, 3) το περιεχόμενον του εκκαλουμένου βουλεύματος και 4) το περιεχόμενον της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, μηδεμιάς γενομένης αναφοράς επί των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ουσίαν της υπό κρίσιν υποθέσεως. Μετά την μνείαν των ανωτέρω εγγράφων και την καταχώρισιν του περιεχομένου των εις το σκεπτικόν αναφέρεται, ότι εκ της συνεκτιμήσεως του εκκαλουμένου βουλεύματος, των λόγων εφέσεως, των εγγράφων που προανεφέρθησαν και των διευκρινίσεων των διαδίκων κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Εις το σημείον αυτό ακολουθεί η ανάπτυξις των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ουσίαν της υπό κρίσιν υποθέσεως. Δηλαδή τα πραγματικά αυτά περιστατικά που δέχεται το Συμβούλιον, φέρεται ότι προέκυψαν όχι εκ των διαλβανομένων εις το άρθρον 178 Κ.Π.Δ. αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι μάρτυρες, τα έγγραφα κ.λ.π., αλλ'εκ της συνεκτιμήσεως του εκκαλουμένου βουλεύματος, των λόγων εφέσεως, των διευκρινίσεων εις τας οποίας προέβησαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των και των εγγράφων που προανεφέρθησαν, ήτοι του περιεχομένου της μηνύσεως του πολιτικώς ενάγοντος και του περιεχομένου της απαγγελθείσης υπό του Ανακριτού κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων. Εν συνεχεία κατά την ανάπτυξιν του σκεπτικού γίνεται αποσπασματική αναφορά εις τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, την μαρτυρικήν κατάθεσιν του ΓΓ και εις την ένορκον βεβαίωσιν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Χαλανδρίου του ΒΒ. Η μερική όμως επίκλησις ωρισμένων αποδεικτικών μέσων, με την αναφοράν μεμονωμένης καταθέσεως μάρτυρος, συγκεκριμένου εγγράφου και ισχυρισμών κατηγορουμένων δεν συνιστά ειδικήν αιτιολογίαν, διότι δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ'όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (Α.Π. 1876/2008, 450/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 446, 445 αντιστ. κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπ'όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και όλαι αι μαρτυρικαί καταθέσεις και συγκεκριμένως αι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ΔΔ και ΕΕ. Η πλημμέλεια αυτή της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, καίτοι μη περιεχομένη εις τον σχετικόν αναιρετικόν λόγον, εν τούτοις λαμβάνεται υπ'όψιν αυτεπαγγέλτως κατ'άρθρον 484 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω δεν μνημονεύεται εκ ποίου αποδεικτικού μέσου προκύπτει, ότι η παραπλανητική συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον παθόντα ωλοκληρώθη την 10 Ιουνίου 1999, διά της υπό του AA διαβεβαιώσεως προς αυτόν, ότι το πρόβλημα επελύθη και ευρίσκεται εις τον αρμόδιον Υπουργόν δι'υπογραφήν η σχετική απόφασις, διά της οποίας το εισιτήριον του Καζίνο ... μειώνεται εις 2.000 δρχ. Εξ άλλου δεν αιτιολογείται, διατί εγένετο η υπό του παθόντος Ψ καταβολή εις τους κατηγορουμένους AA και Χ1 του ποσού των 100.000.000 δρχ. την 27 Μαΐου 1999, ήτοι εις χρόνον που δεν είχεν ολοκληρωθή η παραπλανητική συμπεριφορά τούτων προς αυτόν. Και η πλημμέλεια αυτή της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, καίτοι μη περιεχομένη εις τον σχετικόν λόγον αναιρέσεως, λαμβάνεται υπ'όψιν αυτεπαγγέλτως κατά το προαναφερθέν άρθρον. Τέλος ουδεμία αξιολόγησις γίνεται υπό του Συμβουλίου της υπ'αριθμ. 6293/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διά της οποίας απερρίφθη ως αβάσιμος κατ'ουσίαν η από 10/3/2004 αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος, με την ιδίαν ακριβώς ιστορικήν βάσιν της άνω εγκλήσεώς του κατ'αυτών, διά της οποίας εζήτει να υποχρεωθή ο AA να καταβάλη εις αυτόν το ανωτέρω ποσόν των 210.000.000 δρχ. ή 616.278,60 ευρώ και επί πλέον το ποσόν των 300.000 ευρώ ως χρηματικήν ικανοποίησιν διά την ηθικήν βλάβην που υπέστη, αγωγήν την οποίαν σημειωτέον δεν απηύθυνε και κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων. Εν όψει αυτών πρέπει να αναιρεθή το πληττόμενον βούλευμα δι'έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και να παραπεμφθή η υπόθεσις εν σχέσει με αυτόν εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών εκτός των πρότερον δικασάντων.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν:
Ι. Να γίνουν δεκταί αι από 11 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αριθμ. ... .
ΙΙ. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 2053/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙΙ. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξις κατά του Χ1 δι'άμεσον συνέργειαν εις απάτην, πράξιν φερομένην ως υπ'αυτού τελεσθείσαν εις Αθήνας την 27ην Μαΐου 1999 και 21ην Οκτωβρίου 1999 εις βάρος του Νικολάου Μπαλογιάννη.
ΙV. Nα παραπεμφθή η υπόθεσις, καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών εκτός των πρότερον δικασάντων.
Αθήνα 26 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως α) του Χ1, και β) Χ2, με αριθμό 203/11-12-2008 και 206/11-12-2008, κατά του υπ' αριθμό 2053/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε κατ' ουσία δεκτή η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά του υπ' αριθμό 718/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, και με το οποίο (βούλευμα) με αριθμό 2053/2008, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα τους, και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η οποία αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, επομένως, πρέπει αυτή να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται νέα μορφή επιβαρυντικής περιστάσεως του εγκλήματος της απάτης, η οποία δεν δύναται να τύχει εφαρμογής για πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του ν.2721/1999, ήτοι προ της 3-6-1999 (ΑΠ 111/2008, 1541/2007 Π.Χ ΝΗ σελ. 991 και Πράξ. Λόγ 2008 σελ. 674). Εξάλλου, οι πράξεις της απάτης, μετά την ισχύ της διατάξεως αυτής, εμπίπτουν σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ήδη 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλο αξιόποινη πράξη, απαιτείται η παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως και κατά την εκτέλεση της από τον αυτουργό, ούτως ώστε χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην είναι δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π..Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και γ) είναι επιτρεπτή η εξ' ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 2053/2008 βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του σκέψεις δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "IV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα εδέχθη, ότι εκ της συνεκτιμήσεως τόσον του εκκαλουμένου
βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσον και των λόγων εφέσεως, εν συνδυασμώ με όλα τα έγγραφα που προανεφέρθησαν και αποτελούν περιεχόμενον της εξεταζόμενης δικογραφίας, όπως και εκ των διευκρινίσεων εις τας οποίας προέβησαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπρόσωπον εμφάνισιν των, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν προκηρυχθέντος διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΔΕΤ. Α.Ε. ALMO - OLYMPIC GMP - ICM - IBCM άδεια λειτουργίας επιχείρησης καζίνο, εκμετάλλευσης της ανώνυμης εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ" Α.Ε. η οποία συνεστήθη νομοτύπως στις 14.12.1995. Σ' αυτή την εταιρεία με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης παραχωρήθηκε άδεια λειτουργίας της επιχείρησης ΚΑΖΙΝΟ στη ... και καταρτίστηκε ανάμεσα σ' αυτήν την εταιρία και το Ελληνικό Δημόσιο η από 12.9.1996 σύμβαση. Σύμφωνα με όρο αυτής της σύμβασης, ο ενάγων, μέτοχος κατά ποσοστό 50% της κοινοπρακτούσας εταιρείας "OLYMPIC AMUSEMENTS SA" κάλυψε με εισαχθέν από την Αυστραλία συνάλλαγμα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου της εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε. και εξ αυτού του λόγου επεδίωξε την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν.δ. 2687/1953 προκειμένου να επιτύχει μείωση της τιμής εισόδου των πελατών της στο καζίνο από 5000 δρχ. που ήταν το καθορισθέν ποσό κατ' άτομο από τον Υπουργό Οικονομικών σε 2.000 δρχ. όπως είχε επιτύχει η εταιρία HΑYATT REGENCY ανάδοχος του Καζίνο ... . Στα πλαίσια των προσπαθειών αυτών, ο β' μηνυόμενος Χ1 με την ιδιότητα του διευθυντή marketing της ως άνω εταιρείας ΚΑΖΙΝΟ ΑΙΓΑΙΟΥ έφερε σε επαφή τον μηνυτή με τον κατηγορούμενο AA εμφανίζοντας αυτόν ως άτομο φερέγγυο και δυνάμενο να επιλύσει θετικά το ζήτημα της τροποποίησης κατά τα ως άνω της υπουργικής απόφασης που καθόριζε την τιμή του εισιτηρίου στο Καζίνο ... . Στις επαφές μηνυτή και α' κατηγορουμένου (AA) που ξεκίνησαν το μήνα Μάιο του έτους 1999 και πιο συγκεκριμένα 27.5.1999 που ήταν άλλοτε αυτοπρόσωπες, άλλοτε τηλεφωνικές (από ... της ... που είναι μόνιμος κάτοικος ο μηνυτής) ο AA διαβεβαίωνε τον μηνυτή ότι είχε την δυνατότητα με νόμιμες διαδικασίες να επιμεληθεί της τροποποίησης της υπ' αριθμ. 1128269/1296/0015/ 16.11.1995 (ΦΕΚ Β 982/29.11.1995) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία είχε επιβληθεί εισιτήριο εισόδου στο καζίνο ... ύψους 5.000 δρχ., ώστε το ποσό αυτό να περιοριστεί στις 2.000 δρχ. (όπως και έγινε για το καζίνο Θεσσαλονίκης) ή να απαλλαγεί καθ' ολοκληρία ο φορέας της επιχείρησης του Καζίνο ... (βασικός μέτοχος της οποίας ήταν ο μηνυτής) παντελώς αυτής της υποχρέωσης. Έκτοτε και μέχρι 21.10.1999 με την επιπλέον διαβεβαίωση του AA στις 10.6.1999 ότι το πρόβλημα λύθηκε και βρίσκεται στον Αρμόδιο Υπουργό για υπογραφή η σχετική απόφαση με την οποία το εισιτήριο του Καζίνο ... μειώνεται σε 2.000 δρχ. ολοκληρώνεται πλέον η απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων προς τον μηνυτή, ο μηνυτής δίνοντας την εντολή προς τον AA να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την επίτευξη του ως άνω στόχου (μείωση εισιτηρίου Καζίνο ...) προκαταβάλλει μέσω του κατηγορουμένου Χ1 προς τον α1 κατηγορούμενο 100.000.000 δρχ. ως μέρος της αμοιβής για την εκτέλεση της προαναφερόμενης εντολής, ποσό που καταβλήθηκε τοις μετρητοίς από τον ΒΒ στον Χ1 στις 27.5.1999 γι' αυτό το σκοπό ύστερα από σχετική ανάληψη του ΒΒ από τον λογαριασμό που διατηρούσε ο μηνυτής στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, Υποκατάστημα ... (βλ. σχετική από 8.5.2006 ένορκη βεβαίωση του ΒΒ ενώπιον του Ειρηνοδίκου Χαλανδρίου δοθείσα και σχετικά στην δικογραφία έγγραφα της εν λόγω τράπεζας από την κίνηση του σχετικού λογαριασμού του μηνυτή φαίνεται πραγματοποιηθείσα 27.5.1999 η εν λόγω ανάληψη χρημάτων). Περαιτέρω και για τον ίδιο λόγο λειτουργώντας πάντα σύμφωνα με συγκεκριμένες οδηγίες του AA (για τον τρόπο καταβολής των χρηματικών ποσών), στις 10.6.1999 καταθέτει στον ... λογαριασμό του AA στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 50.000.000 δρχ. και άλλα 50.000.000 δρχ. (την ίδια ημεροχρονολογία) σε λογαριασμό του συνεργάτη του AA (όπως δηλώθηκε από τον τελευταίο γ' κατηγορούμενο) Χ2 για λογαριασμό πάντα του α' των κατηγορουμένων AA. Για την ίδια αιτία και ύστερα από σχετική αξίωση του α' κατηγορουμένου καταβάλλονται από τον μηνυτή ακόμη 10.000.000 δρχ. στον Χ1 στις 21.10.1999 με διαρκώς επαναλαμβανόμενες τις ψευδείς παραστάσεις που προαναφέρθηκαν περί οριστικής επιλύσεως του προβλήματος, μειώσεως του εισιτηρίου του Καζίνο ..., από τον α' κατηγορούμενο στις αλλεπάλληλες επικοινωνίες του με τον μηνυτή, στις οποίες πεισθείς ο τελευταίος προέβη στις ως άνω με τελικό αποδέκτη τον AA χρηματικές καταβολές. Ακολούθως όμως προέκυψε σαφώς ότι ο α' κατηγορούμενος δεν είχε την δυνατότητα αλλά και την πρόθεση να εκτελέσει την εντολή που κατά τα ως άνω ανέλαβε να διεκπεραιώσει για λογαριασμό του μηνυτή. Μοναδικός του σκοπός ήταν με απατηλές διαβεβαιώσεις που προαναπτύχθηκαν να εξαπατήσει τον μηνυτή πείθοντας τον να προβεί σε χρηματικές καταβολές συνολικού ύψους 210.000.000 δρχ. με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης αυτού του ποσού επ' αντιστοιχώ περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που διαλαμβάνονται στα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία έγγραφα δεν είναι ικανοί να κλονίσουν την πεποίθηση που σχημάτισε το παρόν Συμβούλιο περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτών για τις πράξεις που κατηγορούνται. Και ειδικότερα οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, ότι γνώριζαν την απάτη που διέπραττε σε βάρος του μηνυτή ο συγκατηγορούμενος τους AA και συνέδραμαν αυτόν στην εκτέλεση αυτής αποδεχόμενοι της μέσω αυτών και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε καταβολής μέρους του συνολικού ποσού των 210.000.000 δρχ. στο οποίο συμποσούται η επελθούσα περιουσιακή ζημία του μηνυτή. Ο μεν AA κατ' ανάγκη συνομολογεί τις καταβολές που έγιναν μέσω Τραπέζης (στον ίδιο και μέσω του γ' κατηγορουμένου) αποδίδοντας αυτές αορίστως σε σύναψη "δήθεν" δανείου ανάμεσα σ' αυτόν και τον μηνυτή, δεν δίδει όμως καμία εύλογη εξήγηση στον περίεργο τρόπο καταβολής του ποσού των 100.000.000 δρχ., κατά το ήμισυ σε δικό του λογαριασμό Τραπέζης και κατά το υπόλοιπο (50.000.000 δρχ.) μέσω λογαριασμού Χ2 με την ίδια ημεροχρονολογία (10.6.99) συναλλαγών. Εκ παραλλήλου ο Χ2 αντιφάσκει με τους ισχυρισμούς του ως άνω συγκατηγορουμένου του, ο οποίος ισχυρίζεται στα υπομνήματα του ότι όλα τα χρήματα του απεδόθησαν "αμέσως" από τον Χ2, ενώ ο Χ2 ισχυρίζεται ότι δια των χρημάτων που κατατέθηκαν στον λογαριασμό του τακτοποίησε υποχρεώσεις του "φίλου" και "πελάτη" του AA, δεν εξηγεί όμως γιατί στην ένδικη περίπτωση ακολουθήθηκε η μεθοδολογία της μέσω του δικού του λογαριασμού διακίνησης των 50.000.000 δρχ., που προορίζονταν για τον AA, ενώ στα ίδια υπομνήματα του ισχυρίζεται ότι σχεδόν παγίως και εφοδιασμένος προς τούτο με σχετικό πληρεξούσιο αναλάμβανε χρήματα από τους λογαριασμούς του AA για να ρυθμίσει διάφορες οφειλές του τελευταίου προς τρίτους. Τέλος και όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκ των κατηγορουμένων Χ1 που περιορίζεται σε πλήρη άρνηση της οποιασδήποτε ανάμιξης του στην ένδικη υπόθεση, υφίσταται η λεπτομερής κατάθεση του ΒΒ, που προαναφέρθηκε, ο οποίος κατηγορηματικά δηλώνει την καταβολή των 100.000.000 δρχ. στις 27.5.99 προς τον Χ1 και η οποία συνδυαζόμενη με τα έγγραφα κίνησης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα ο μηνυτής στα οποία απεικονίζεται η με την ως άνω ημεροχρονολογία απόσυρση του ως άνω χρηματικού ποσού από τον σχετικό λογαριασμό του μηνυτή, καταλύει τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ως άνω κατηγορουμένου. Υπέρ αυτών συνηγορεί και η από 24.5.2005 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ ενώπιον της 30ης Πταισματοδίκου δοθείσα, ο οποίος βεβαιώνει ότι ενώπιον του ο AA αποδέχθηκε οφειλή 200.000.000 δρχ. προς τον μηνυτή".
Σύμφωνα, όμως, με τις παραπάνω παραδοχές του βουλεύματος, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ1, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η πρώτη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη που του αποδίδεται, φέρεται να έχει τελεσθεί την 27-5-1999, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του ν. 2721/1999, και ως εκ τούτου η μεταγενέστερη θέσπιση της επιβαρυντικής περιστάσεως της παρ.3 εδ. β' του Π.Κ, δεν εμπίπτει σ' αυτή. Η άλλη πράξη της απάτης φέρεται να έχει τελεσθεί την 21-10-1999, ήτοι μετά την ισχύ του ως άνω νόμου 2721/1999, πλην όμως, το φερόμενο ως περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα αντίστοιχα ζημία, ανέρχονται στο ποσό των 10.000.000 δραχμών και συνεπώς δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 ήδη 73.000 ευρώ, ώστε να συντρέξει η ανωτέρω επιβαρυντική περίσταση που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα.
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ 3 εδ. β' του Π.Κ, ενώ έπρεπε, αφού, δεν συνέτρεχε περίπτωση υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 εδ. α' του Π.Κ, να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 εδ. β του ίδιου Κώδικα, που καθιερώνει την πλημμεληματική μορφή του αδικήματος της απάτης. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού, από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β του Κ.Π.Δ, λόγου αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να παύσει οριστικά, κατά το άρθρο 370 περ. β του Κ.Π.Δ, η ασκηθείσα σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος, ποινική δίωξη, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, αφού από της τελέσεως της, κατά την 27-5-1999 στην πρώτη περίπτωση και κατά την 21-10-1999 στη δεύτερη περίπτωση, μέχρι και την εκδίκαση της υποθέσεως, κατά την 1-4-2009, αλλά και μέχρι τη διάσκεψη (29-4-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Β) επί της αναιρέσεως του Χ2.
Επειδή, έλλειψη της, κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η αόριστη, όμως, αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά του υπ' αριθμό 718/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο είχε παύσει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, AA, εξαφάνισε τούτο και στη συνέχεια παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα Χ2, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-1999 έως 21-10-1999, (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1β, 386 παρ. 1, 3β, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999).
Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, προκειμένου να κρίνει για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος, Χ2, ικανών να στηρίξουν δημόσια σε βάρος του κατηγορία, για την ως άνω κακουργηματική πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, σε σχέση με την παράθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία σχημάτισε την ουσιαστική κρίση του, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα στοιχεία-αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: 1) τη μήνυση και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, 2) τα υπομνήματα του πολιτικώς ενάγοντος, 3) τις καταθέσεις των μαρτύρων ΔΔ, ΕΕ, και ΓΓ, 4) τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και 5) τις απολογίες των κατηγορουμένων. Επιπρόσθετα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να στηρίξει την παραπάνω κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "από την συνεκτίμηση τόσο του εκκαλουμένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και των λόγων εφέσεως σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν και αποτελούν περιεχόμενο της εξεταζόμενης δικογραφίας και από όσα κατά την διαταχθείσα αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, ενόψει των διευκρινήσεων που δόθηκαν στο συμβούλιο, προέκυψαν κατά την κρίση του τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν. Με τον τρόποόμως, αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στις παραδοχές του, φέρεται ότι προέκυψαν, όχι από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι μάρτυρες, τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αλλά από τη συνεκτίμηση του εκκαλούμενου βουλεύματος, από τους λόγους που διαλαμβάνονται στην έφεση, από τις διευκρινήσεις των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους και σε αποσπασματική αναφορά από την κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του ΒΒ, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου. Η έλλειψη αυτή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλυφθεί από την επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων ή και ορισμένων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αφού δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ευρισκόμενα στη δικογραφία έγγραφα και όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις, όπως εκείνες των εξετασθέντων μαρτύρων ΔΔ και ΕΕ. Πέραν αυτών, δεν μνημονεύεται από ποιό αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι η παραπλανητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι του παθόντος, ολοκληρώθηκε την 10-6-1999, με την από μέρους του AA διαβεβαίωση, ότι το πρόβλημα επιλύθηκε και ότι ευρίσκεται προς υπογραφή στον αρμόδιο υπουργό. Ούτε, επίσης αιτιολογείται γιατί έγινε από μέρους του παθόντος Ψ, η καταβολή προς στους κατηγορούμενους AA και Χ1, του ποσού των 100.000.000 δραχμών, την 27-5-1999, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε ολοκληρωθεί η παραπλανητική συμπεριφορά αυτών, προς τον ως άνω παθόντα. Ακόμη, δεν γίνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση από το Συμβούλιο Εφετών της υπ' αριθμό 6293/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 10-3-2004 αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος με την ίδια ακριβώς ιστορική βάση που έχει και η έγκλησή του εναντίον τους. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του πρόβαλλόμενου από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί, το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμό 2.053//2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, κατά του Χ1, κατοίκου ..., για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 1999 και 21 Οκτωβρίου 1999, σε βάρος του Ψ. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, κάτοικο ..., για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη. Αναίρεση βουλεύματος που παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και επιλεκτικής αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, γιατί έγινε επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, με αποκλεισμό άλλων. Απάτη τελεσθείσα πριν και μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της απάτης, που τελέσθηκε πριν την ισχύ του νόμου, λόγω της πλημμεληματικής της μορφής, αλλά και για την πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999, λόγω ανυπαρξίας επιβαρυντικής περιστάσεως. Αναιρεί και παραπέμπει για τον δεύτερο κατηγορούμενο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 1683/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριος Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Δημήτριο Τίγγα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο-Σταύρο Κουκνή, για αναίρεση της 414/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 813/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδαφ. α του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμό με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία πρέπει να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της, μπορεί να πηγάζει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος ή από ρητή διάταξη νόμου. Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες των άρθρων 17, 20 και 22 του Π.Δ. 778/1980, 40 παρ. 1 και 2 και 117 του Π.Δ. 1037/1981 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Β.Δ. 258/5.9.1920 από τις οποίες προκύπτει ότι κάθε εργοδότης καθώς και κάθε διευθυντής, διαχειριστής, ιδιοκτήτης, τεχνίτης, επιτετραμμένος κ.λ.π. οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και ειδικότερα να εξασφαλίζει τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών μεταξύ άλλων με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια στηριζόμενα με ορθοστάτες δι'ηλώσεως ή δια κοχλιώσεως αυτών, καθώς επίσης να λαμβάνει μέτρα για την προστασία των ανοιγμάτων της οικοδομής όπως φωταγωγών, φρεάτων ανελκυστήρων κ.λ.π. είτε περιμετρικών με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκ., είτε δια της πλήρους καλύψεώς τους με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα, είτε με προστατευτικό στηθαίο με χειρολισθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος του, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη (414/2009) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με τριετή αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Το Εφετείο δέχθηκε με την απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), τυγχάνοντας εργοστασιάρχης, πολιτικός μηχανικός και υπεύθυνος ασφάλειας οικοδομικού έργου και συγκεκριμένα οικοδομής που ανεγειρόταν επί των οδών ... και λεωφόρου ... στην ... από την κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΞ Κ.Ι. ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ CYBARCO (HELLAS) Α.Ε." κατά τις ..., από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις, μπορούσε και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω του επαγγέλματός του ως πολιτικού μηχανικού εργοταξιάρχη και υπευθύνου ασφαλείας του έργου να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψή του να λάβει τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφάλειας για τους εργαζόμενους στην υπό ανέγερση οικοδομή και παρέλειψε από αμέλειά του να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και ειδικότερα να λάβει μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από τα ανοίγματα της οικοδομής και συγκεκριμένα από το άνοιγμα του φωταγωγού του δευτέρου ορόφου, είτε περιμετρικώς τούτου με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκατοστών, είτε με την πλήρη κάλυψή του με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα, είτε με προστατευτικό στηθαίο με χειρολισθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο, με αποτέλεσμα να επιφέρει το θάνατο άλλου. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος, τυγχάνοντας υπόχρεος ως πολιτικός μηχανικός εργοταξιάρχης και υπεύθυνος τήρησης των μέτρων ασφαλείας για τους εργαζομένους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση της ανέγερσης οικοδομικού έργου που είχε αναλάβει υπό την ως άνω ιδιότητά του από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την αμελή συμπεριφορά του. Ειδικότερα η ως άνω κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΞ Κ.Ι. ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ CYBARCO (HELLAS) Α.Ε." προέβαινε σε ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί των οδών ... και λεωφόρου...στην .... Στο έργο αυτό, στο οποίο ο κατηγορούμενος πολιτικός μηχανικός Χ1 είχε την ιδιότητα του εργοταξιάρχη και του υπεύθυνου τηρήσεως των μέτρων ασφαλείας για τους εργαζομένους, προσελήφθη και εργαζόταν ως εργάτης ο Λ1.. Στις ... ο εργαζόμενος αυτός βρισκόταν στο δεύτερο όροφο της οικοδομής και εκτελούσε εργασίες καθαρισμού στο χώρο, μετά το ξεκαλούπωμα, συγκεντρώνοντας και απομακρύνοντας σε κεντρικά σημεία, είτε υλικά που είχαν αποξηλωθεί, είτε τμήματα αποσυνδεμένης σκαλωσιάς, τα οποία στη συνέχεια θα μεταφέρονταν από άλλους εργάτες για να επαναχρησιμοποιηθούν ή για να πεταχτούν. Ενώ εργαζόταν μόνος του στο χώρο αυτό, προφανώς έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο άνοιγμα του φωταγωγού, το οποίο ήταν εντελώς ακάλυπτο και δεν έφερε περιμετρικά ούτε προστατευτικό κιγκλίδωμα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκατοστών, ούτε προστατευτικό στηθαίο με χειρολισθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο, ούτε οποιαδήποτε άλλα προστατευτικά μέτρα, καταλήγοντας έξι επίπεδα πιο κάτω, σε βάθος 24 μέτρων, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά και να επέλθει συνεπεία της πτώσης και του τραυματισμού του ως μόνης ενεργού αιτίας ο θάνατός του στις ... στο νοσοκομείο "...", όπου νοσηλευόταν. Το θανατηφόρο αυτό ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν είχε τοποθετηθεί περιμετρικά στο άνοιγμα του φωταγωγού του δευτέρου ορόφου της ανεγειρόμενης οικοδομής, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων 17 και 20 του Π.Δ. 778/80 και 40 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 1037/81, προστατευτικό στηθαίο ή προσωρινό ανθεκτικό κιγκλίδωμα, ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου με ορθοστάτες στερεωμένους κατά τον ενδεικνυόμενο γι' αυτές τις περιπτώσεις τρόπο ή αν είχε καλυφθεί πλήρως με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα το άνοιγμα του φωταγωγού, όπως είχε υποχρέωση από την ως άνω ιδιότητά του του εργοταξιάρχη πολιτικού μηχανικού και υπεύθυνου ασφαλείας του έργου να πράξει ο κατηγορούμενος Χ1 Όμως, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε καμία τέτοια προστασία κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα και τα όσα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και καταθέτουν οι μάρτυρες ότι υπήρχαν προστατευτικά μέτρα περιμετρικά του ανοίγματος του φωταγωγού από μεταλλικά πλαίσια και μπετόβεργες κρίνονται αβάσιμα, αφού αν υπήρχαν προστατευτικά μέτρα περιμετρικά του ανοίγματος του φωταγωγού δεν θα μπορούσε να πέσει εντός του φωταγωγού ο θανών εργαζόμενος, όπως και έπεσε, τα δε προστατευτικά μέτρα ασφαλείας περιμετρικά του ανοίγματος του φωταγωγού στο δεύτερο όροφο που βρέθηκαν μετά από τρεις ημέρες και συγκεκριμένα στις ... κατά την επίσκεψη των τεχνικών επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας, τα οποία δεν βρέθηκαν παραβιασμένα ή πειραγμένα, τοποθετήθηκαν εκ των υστέρων μετά το ατύχημα και γι' αυτό δεν ήταν και παραβιασμένα έστω και κατά ένα μέρος, αλλά προστάτευαν πλήρως και επαρκώς και δεν επέτρεπαν πτώση ανθρώπου εντός του φωταγωγού από το δεύτερο όροφο. Ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος ο θανών κατηγορούμενος παραβίασε και αφαίρεσε μέρος του προστατευτικού κιγκλιδώματος για να πετάξει από το φωταγωγό μπάζα, ανεξάρτητα από το ότι η εργασία του θανόντος ήταν να συγκεντρώσει τα μπάζα και τα άλλα υλικά σε σημεία του ορόφου για να τα μεταφέρουν από εκεί άλλοι εργάτες και όχι να τα πετάξει από το φωταγωγό, κρίνεται αβάσιμος και από το γεγονός ότι τέτοια παραβίαση υπάρχουσας προστασίας (προστατευτικού κιγκλιδώματος) δεν διαπιστώθηκε ούτε από τους επιθεωρητές στις ... και αν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα κατά το χρόνο του ατυχήματος και είχαν παραβιασθεί αυτά από τον θανόντα εργαζόμενο, ο κατηγορούμενος εργοταξιάρχης και υπεύθυνος τηρήσεως των μέτρων ασφαλείας θα φρόντιζε να παραμείνουν παραβιασμένα, λαμβάνοντας άλλα μέτρα προστασίας περιμετρικά τους, μέχρι να διαπιστωθεί η παραβίασή τους από τους επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας, αφού έτσι θα αποδεικνυόταν ότι αυτός είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και είχε τοποθετήσει προστατευτικό κιγκλίδωμα για την αποφυγή πτώσεως εργαζομένου στο φωταγωγό και ότι αυτό παραβιάστηκε και αφαιρέθηκε έστω και εν μέρει από τον ίδιο τον θανόντα εργαζόμενο". Στη συνέχεια ο Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως ακολούθως: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην ...και στις ..., τυγχάνοντας εργοταξιάρχης πολιτικώς μηχανικός και υπεύθυνος ασφάλειας οικοδομικού έργου και συγκεκριμένα οικοδομής που ανεγειρόταν επί των οδών ... και λεωφόρου ... στην ...από την κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΞ Κ.Ι. ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ CYBARCO (HELLAS) Α.Ε.", από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις, μπορούσε και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω του επαγγέλματός του ως πολιτικού μηχανικού εργοταξιάρχη και υπεύθυνου ασφαλείας του έργου να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου άλλου που προκάλεσε η παράλειψή του και παρέλειψε από αμέλειά του να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, με αποτέλεσμα να επιφέρει το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τυγχάνοντας εργοταξιάρχης πολιτικώς μηχανικός και υπεύθυνος ασφάλειας οικοδομής που ανεγειρόταν επί των οδών ... και λεωφόρου ... από την κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΞ Κ.Ι. ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ CYBARCO (HELLAS) Α.Ε." και έχοντα νόμιμη υποχρέωση από την ως άνω ιδιότητά του και από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 20 του Π.Δ. 778/80 και 40 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 1037/81 να λάβει μέτρα προστασίας του προσωπικού που εργαζόταν στην οικοδομή από πτώση σε ανοίγματα φωταγωγών και ειδικότερα είτε να τοποθετήσει περιμετρικώς των ανοιγμάτων των φωταγωγών ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκατοστών, είτε να προβεί στην πλήρη κάλυψή τους με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα, είτε να τοποθετήσει σ' αυτά προστατευτικό στηθαίο με χειρολησθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το δυνάμενο να παραχθεί από τη συμπεριφορά του αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου άλλου και ενεργώντας αμελώς παράλειψε να λάβει τα επιβαλλόμενα από το νόμο μέτρα προστασίας του προσωπικού από πτώση στο άνοιγμα του φωταγωγού του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, δηλαδή παρέλειψε είτε να τοποθετήσει περιμετρικώς του ανοίγματος του φωταγωγού του δευτέρου ορόφου της οικοδομής ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκατοστών, είτε να προβεί στην πλήρη κάλυψή του με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα, είτε να τοποθετήσει προστατευτικό στηθαίο με χειρολισθήρα, σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο, είτε να λάβει οποιαδήποτε άλλα προστατευτικά μέτρα για να μην μπορεί να πέσει σ' αυτό κάποιος εργαζόμενος, με αποτέλεσμα ο εργάτης Λ1, ο οποίος εργαζόταν μόνος του στο δεύτερο όροφο της οικοδομής και εκτελούσε εργασίες καθαρισμού στο χώρο μετά το ξεκαλούπωμα, συγκεντρώνοντας και απομακρύνοντας σε κεντρικά σημεία του δευτέρου ορόφου είτε υλικά που είχαν αποξηλωθεί, είτε τμήματα αποσυνδεμένης σκαλωσιάς, τα οποία στη συνέχεια θα μεταφέρονταν από άλλους εργάτες για να επαναχρησιμοποιηθούν ή για να πεταχτούν, εργαζόμενος δίπλα από το άνοιγμα του φωταγωγού, να απολέσει την ισορροπία του και να πέσει στο άνοιγμα του φωταγωγού του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, να καταλήξει έξι (6) επίπεδα πιο κάτω σε βάθος είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων, να τραυματισθεί σοβαρά και να επέλθει στις... εξαιτίας της πτώσεως και του τραυματισμού του ως μόνης ενεργού αιτίας ο θάνατός του στο νοσοκομείο "...", όπου νοσηλευόταν". Έτσι όπως έκρινε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στο σκεπτικό του, όπως συμπληρώθηκε με το διατακτικό του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1α και 15 του ΠΚ που εφήρμοσε, καθ'όσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τρόπο σαφή και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις: α) Τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε το Εφετείο την κρίση του και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά τα περιστατικά προέκυψαν. β) Το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος (ασυνείδητη αμέλεια). γ) Τα στοιχεία που συγκροτούσαν την δια παραλείψεως τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος προς λήψη μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων στο οικοδομικό έργο που αυτός εκτελούσε, με την ιδιότητα του εργοταξιάρχη- υπευθύνου του έργου (πολιτικού μηχανικού στο επάγγελμα), τις συγκεκριμένες νομικές διατάξεις (στις οποίες εκ παραδρομής περιέλαβε το π.δ. 1073/1981, αντί του π.δ. 1037/1971) από τις οποίες προέκυπτε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του προς λήψη των μέτρων ασφαλείας και την παράλειψή του να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα αυτά, για να αποτραπεί η πτώση του εργαζόμενου στο έργο από το άνοιγμα του φωταγωγού της οικοδομής. δ) τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ:
αα) της παραλείψεως του αναιρεσείοντος για τη λήψη μέτρων ασφαλείας προς προστασία του εργαζομένου το έργο Λ1 και της πτώσης του από τον χωρίς κανένα προφυλακτικό μέτρο ανοικτό φωταγωγό της οικοδομής σε βάθος 24 μέτρων και αβ) του εξαιτίας αυτής της πτώσης του θύματος προξενηθέντος θανάτου του, για την αιτιολόγηση του οποίου δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται τα επί μέρους σωματικά τραύματα του θύματος, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η από ύψος 24 μέτρων (αθέλητη) πτώση ατόμου σε φωταγωγό υπό κατασκευή οικοδομής προξενεί αναπόφευκτα πολλαπλά και σοβαρά τραύματα στο ανθρώπινο σώμα από την πρόσκρουσή του, με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα στα περιμετρικά τοιχώματα του φωταγωγού και ιδίως στο καταληκτικό σημείο ακινητοποίησής του. Επομένως όσα, με τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔικ. Λόγους αναιρέσεως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων: α) ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση το είδος των τραυμάτων του θύματος για την αιτιολόγηση του μετά 17 ημέρες επελθόντος θανάτου του και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου ως προς το θάνατο αυτό, ούτε οι διατάξεις για τη λήψη μέτρων ασφαλείας που παραβιάσθηκαν και 2) ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς τα ληπτέα από τον αναιρεσείοντα μέτρα ασφαλείας, είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε που πλήττεται η αξιολόγηση από το Εφετείο των αποδείξεων είναι απαράδεκτα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τους λόγους αυτής. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, προκειμένου να είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ορισμένος, πρέπει να αναφέρεται σε ποια από τις προβλεπόμενες με τη διάταξη του άρθρου 171 Κ.Ποιν.Δικ. περιπτώσεις εμπίπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια και τα περιστατικά που τη συγκροτούν. Στην εξεταζόμενη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, ότι: α) "αναγνώσθηκαν υπό τον αριθμό καταχώρησης ...η από ... φωτοτυπία δελτίου ελέγχου και το υπό τον αριθμό ... δελτίο ελέγχου, όπως και η υπό τον αριθμό καταχώρησης... τεχνική έκθεση, και υπό τον αριθμό καταχώρησης ... τεχνική έκθεση φωτό, χωρίς να προκύπτει αν για κάθε μία από τις δύο αυτές περιπτώσεις πρόκειται για όμοια έγγραφα και ποιο από τα δύο λήφθηκε υπόψη", β) "για το παραδεκτό της εφέσεως απεφάνθη χωρίς να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα" και γ) "δεν ανεγνώσθη η 1058/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αφαιρέθηκε η (προεκδοθείσα για την ίδια υπόθεση) 1219/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε ποια από τις προβλεπόμενες με τη διάταξη του άρθρου 171 Κ.Ποιν.Δικ. περιπτώσεις εμπίπτουν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, είναι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, όσον αφορά δεν την υπό στοιχείο Β' προβαλλόμενη πλημμέλεια ανεξαρτήτως του ότι δεν δικαιούται να την προτείνει ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, είναι προδήλως αβάσιμος, διότι ο Εισαγγελέας πρότεινε εξαρχής (σελίδα 2 των πρακτικών) να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση. Εκτιμώμενος εξάλλου ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως αιτίαση εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ. Ποιν.Δικ. είναι αβάσιμος, διότι: 1) τα καταχωρηθέντα δύο φορές, με αναφορά του πρωτοτύπου και απλής φωτοτυπίας τους δύο ως άνω έγγραφα, δεν δημιουργούν σύγχυση ως προς την ταυτότητά τους ή ως προς την ανυπαρξία διαφορετικής εκδοχής του αυτού εγγράφου στη φωτοτυπία του που καταχωρήθηκε εκ παραδρομής ως αυτοτελές έγγραφο και 2) η υπ' αρ. 1058/2008 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει την οποίας αναπέμφθηκε για νέα συζήτηση η υπόθεση, δεν αποτελεί αναγνωστέο, κατά το άρθρο 364 του Κ.Ποιν.Δικ. έγγραφο για την απόδειξη ή μη της κατηγορίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο αντλεί την εξουσία του για νέα συζήτηση της υποθέσεως από την αναιρετική αυτή απόφαση του Αρείου Πάγου και γι' αυτό η παράλειψη μνείας της με την απόφαση του Εφετείου δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1 πολιτικού μηχανικού, κατοίκου ... κατά της 414/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως, πολιτικού μηχανικού, ο οποίος κατά την εκτέλεση εργασιών σε κατασκευαζόμενη υπό την επίβλεψή του πολυώροφη οικοδομή παρέλειψε να λάβει μέτρα ασφαλείας σε άνοιγμα φωταγωγού, με αποτέλεσμα να καταπέσει από αυτή εργαζόμενος και να τραυματισθεί θανάσιμα. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον αναφέρονται οι νομικές διατάξεις (άρθρα 17, 20, 22 π.δ. 778/1990, 40 παρ. 1 και 2 και 117 του Π.Δ. 1037/1981 και 3 Β.Δ. 258/5.9.1980) που προέβλεπαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου για τη λήψη μέτρων ασφαλείας. Απόλυτη ακυρότητα. Αόριστος ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρ. 510 ΚΠΔ, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε ποια από τις προβλεπόμενες με τη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ περιπτώσεις εμπίπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια και τα περιστατικά που τη συγκροτούν. Απόρριψη αίτησης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1681/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1617/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1937/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Μαύρο με αριθμό 10/14.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περ. 2, 527 § § 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ., την από 3-12-2008 αίτηση του ..., κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1617/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών με τριετή αναστολή για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας (άρθρο 235 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 1617/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθ. 364/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντα. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι στην Πάτρα την 11-4-1994, ενώ ήταν τελωνειακός υπάλληλος που υπηρετούσε στην Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών, στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν, εκτός των άλλων και η δίωξη της λαθρομεταναστεύσεως, δέχθηκε από τον ΑΑ το χρηματικό ποσό των 200.000 δραχμών, προκειμένου να επιτρέψει να εισέλθει αυτός σε πλοίο της γραμμής Πάτρα-Ιταλία με το υπ'αριθ. ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε και με το οποίο θα μετέφερε 37 λαθρομετανάστες, χωρίς να υποβάλει στον απαραίτητο τελωνειακό έλεγχο το αυτοκίνητο και το φορτίο, παραλείποντας νόμιμη πράξη που αναγόταν στα καθήκοντα του.
Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ΒΒ, αστυνομικού, ΓΓ, αστυνομικού, ΔΔ, τελωνειακού υπαλλήλου, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και στην απολογία του αιτούντα κατηγορουμένου.
Με την από 10-7-2006 αίτησή του ο και τώρα αιτών Χ, ζήτησε την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την μνημονευόμενη υπ'αριθμ. 1617/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την υπ'αριθ. 998/2007 απόφασή του απέρριψε την αίτηση αυτή.
Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών: 1) Την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΚΚ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ερινεού Αναστασίας Στρουμπούτα, 2) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΛΛ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννας συζ. Αυγουστίνου Μπονέλη, 3) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΑΑ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Αλεξ. Μορφονιού, 4) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΕΕ, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Δημ. Σακελλάρη, 5) την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΘΘ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ιορδάνας Αλεξ. Μορφονιού, 6) την από 19-12-1995 ένορκη κατάθεση του ΕΕ ενώπιον του ΛΛ, Επιθεωρητή Τελωνείων και 7) την από 19-12-1995 κατάθεση του ΑΑ ενώπιον του Επιθεωρητή Τελωνείου ΛΛ.
'Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθ. 1617/2001 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, για την οποία καταδικάσθηκε. Ειδικότερα με την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση και την περιεχόμενη σ'αυτή κατάθεσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ερινεού Αναστασίας Στρουμπούτα, ο ΚΚ δεν αναφέρει κάποιο γεγονός ή απόδειξη, νέο, άγνωστο στους δικαστές που εξέδωσαν την πιο πάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που να ανατρέπει την κατηγορία που αποδόθηκε στον συνάδελφό του Χ και τις καταθέσεις των αστυνομικών ΒΒ και ΓΓ στις οποίες ιδία στήριξε το παραπάνω δικαστήριο την καταδικαστική του κρίση. Αναφέρει δε αυτός εκτός των άλλων που είναι κρίσεις και συμπεράσματα ότι "ο αιτών είναι αθώος και θύμα πλεκτάνης αλλά δεν γνωρίζει τους λόγους". Η ΜΜ, σύζυγος του ΑΑ με την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή της και την σ'αυτήν κατάθεσή της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Αλεξ. Μορφονιού, δεν αναφέρεται σε νέα γεγονότα ή αποδείξεις, αλλά στις αφηγήσεις του συζύγου της ΑΑ σ'αυτή, των οποίων αφηγήσεων τα γεγονότα εξετέθησαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας από τον σύζυγό της και ελήφθησαν υπόψει και εξετιμήθηκαν. Από την υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΛΛ, Επιθεωρητή Τελωνείων και την σ'αυτή κατάθεσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννας συζ. Αυγουστίνου Μπονέλη, ουδέν νεώτερον γεγονός ή απόδειξη προκύπτει εκτός εκείνων που αυτός αναφέρει στην από 12-1-1996 πορισματική του έκθεση την οποία ανέγνωσε και εξετίμησε το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Περαιτέρω τα όσα στην υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση και στην σ'αυτή κατάθεσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Αλεξ. Μορφονιού, αναφέρει ο ΑΑ, τα κατέθεσε στον Επιθεωρητή Τελωνείων ΛΛ και η κατάθεσή του αυτή αναγνώσθηκε και εκτιμήθηκε από το ανωτέρω Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του και συνεπώς δεν αποτελούν οι αναφορές της κατάθεσης αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Ομοίως δεν αποτελούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα όσα ο ΕΕ αναφέρει στην υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή του και στην σ'αυτή κατάθεσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Δημ. Σακελλάρη, διότι τα ίδια κατέθεσε κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα στις 5-7-2001 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών το οποίο εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Δεν αναφέρει ακόμη κανένα νέο γεγονός ή απόδειξη ο ΘΘ στην υπ'αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή του και στην σ'αυτήν κατάθεσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Αλεξ. Μορφονιού, διότι αυτός μεταφέρει γεγονότα που άκουσε κατά τη συνομιλία του ΑΑ με τον πατέρα του ΗΗ, τα οποία όπως εκτίθενται είναι τα ίδια που τόσο ο ΑΑ, όσο και ο πατέρας του κατέθεσαν κατά την εξέτασή τους ενώπιον του Επιθεωρητή Τελωνείων ΛΛ ο πρώτος και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ο δεύτερος και ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο αυτό και δεν είναι ως εκ τούτου νέα άγνωστα στο δικαστήριο αυτό γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, για την οποία καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως αυτής. Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του, αφορούν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως, με την οποία καταδικάσθηκε και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.
Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Α. Να απορριφθεί η από 2-12-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1617/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ.
Αθήνα 7 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος "
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο εις τας πέντε περιπτώσεις, οι οποίες αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Κατά την υπ' αριθμ. 2) από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιον, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που του καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη είναι ταυτόσημοι, δύνανται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανακλητικές τροποποιητικές, συμπληρωματικές ή διευκρινιστι-κές μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα - ή - και οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, τα οποία δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών ασχέτως εάν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, με την προϋπόθεση όμως ότι τα στοιχεία αυτά εκτιμώμενα μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα αυτού που πράγματι ετέλεσε.
Δεν είναι νέες αποδείξεις και άγνωστες αυτές οι οποίες ηρευνήθησαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικαστάς που δίκασαν και απορρίφθησαν έστω και δι' εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Επίσης δεν δύνανται να θεμελιώσουν τον ανωτέρω λόγον επαναλήψεως της δίκης παραλείψεις ή πλημμέλειες εις δικαστήριο όπως ή μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών ή απόρριψη αιτημάτων για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων ούτε τα απλά επιχειρήματα και οι κρίσεις ως προς την ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ ο οποίος με την υπ' αριθμ. 1617/2001 αμετάκλητο απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατεδικάσθη διά παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 Π.Κ.) εις ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, ζητεί με την κρινομένη αίτησή του την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την ανωτέρω απόφαση, επικαλούμενος νέα γεγονότα στους δικαστάς που του εδίκασαν, και από τα οποία προκύπτει ότι αυτός ήτο αθώος για το άνω αδίκημα. Η αίτηση είναι νόμιμη και παραδεκτώς εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εν Συμβουλίω (άρθρο 517 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Δια της υπ' αριθμ. 1617/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητος, διά της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως δια της υπ' αριθμ. 364/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου ο αιτών κατεδικάσθη ως ανωτέρω, για παθητική δωροδοκία, η οποία συνίστατο εις το ότι "στην ... στις 11/4/1994 ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13Α του Π.Κ. που του είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή τελωνειακός υπάλληλος που υπηρετούσε στην Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών, στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν εκτός των άλλων και η δίωξη της λαθρομετανάστευσης, δέχτηκε από άλλον δώρα για να παραλείψει νόμιμη πράξη αναγόμενη στα καθήκοντά του. Ειδικότερα, δέχτηκε από τον ΑΑ το χρηματικό ποσό των 200.000 δραχμών προκειμένου να επιτρέψει να εισέλθει αυτός σε πλοίο της γραμμής Πάτρα - Ιταλία με το ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε και με το οποίο θα μετέφερε 37 λαθρομετανάστες, χωρίς να υποβάλει στον απαραίτητο τελωνειακό έλεγχο το αυτοκίνητο και το φορτίο, παρελείποντας έτσι νόμιμη πράξη που αναγόταν στα καθήκοντά του".
Στην καταδικαστική του κρίση κατέληξε το δικαστήριο για τον αιτούντα, αφού έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ, αστυνομικών, ΔΔ, τελωνειακού υπαλλήλου, ΕΕ, σερβιτόρου, ΣΤ και ΖΖ, δημοσίων υπαλλήλων και ΗΗ, επιχειρηματίου, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου. Διά της, από, 10/7/2006 αιτήσεώς του ο και νυν αιτών εζήτησε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την άνω υπ' αριθμ. 16/7/2001 απόφαση, αίτηση η οποία απερρίφθη διά της υπ' αριθμ. 998/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Τότε είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει 1) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΑΑ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, 2) την από 19/12/1995 ένορκη εξέταση του αυτού ως ανωτέρω ΑΑ ενώπιον του επιθεωρητού Τελωνείων ΛΛ, 3) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΕΕ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, 4) Την από 19/12/1995 ένορκη εξέταση του αυτού ΕΕ ενώπιον του αυτού ως άνω Επιθεωρητού Τελωνείων ΛΛ, 5) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του τελευταίου αυτού ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννας Μπονέλλη και 6) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΘΘ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού. Νυν μαζί με τα και αύθις προσκομιζόμενα αυτά ως άνω στοιχεία, ως νέα γεγονότα και αποδείξεις ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει, προς ευδοκίμηση της κρινομένης αιτήσεώς του και 1α) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΚΚ, τελωνειακού ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ερινέου Αναστασίας Στρουμπούτα και 2α)την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση της ΜΜ, πρώην συζύγου του ΑΑ, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού. Όμως άπαντα τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα - αποδείξεις από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας, που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτουμένην αυτήν, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο αιτών δεν ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, για την οποίαν και κατεδικάσθη. Ειδικότερα με την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση ήταν ο ΑΑ ανακαλεί τα όσα κατέθεσε προανακριτικά σε βάρος του αιτούντος και υποστηρίζει ότι τον ενέπλεξε αδίκως για να ελαφρύνει τη θέση του, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι τα όσα κατέθεσε τότε σε βάρος του αιτούντος αποτελούν προϊόν ψυχολογικής βίας, που ασκήθηκε από τους αστυνομικούς οι οποίοι τον ανέκριναν. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο αιτών δεν γνώριζε ότι παραλαμβάνει από εκείνον το ποσό των 200.000 δραχμών. Τα αυτά περίπου διαλαμβάνει και στην από 19-12-1995 ένορκη κατάθεσή του. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της ένδικης υπ' αριθ. 1617/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (βλ. την πίσω σελίδα του δευτέρου φύλλου) η ανωτέρω από 19-12-1995 κατάθεση του εν λόγω ΑΑ αναγνώσθη από το δικαστήριο και αξιολογήθη, γεγονός από το οποίο καταδεικνύεται ότι τα όσα διαλαμβάνονται στις άνω δύο ένορκες καταθέσεις του ΑΑ δεν ήταν άγνωστα στους δικαστάς που καταδίκασαν τον αιτούντα. Βέβαια ο τελευταίος με την κρινόμενη αίτησή του υποστηρίζει ότι ναι μεν ανεγνώσθη η ως άνω από 19-12-1995 ένορκη κατάθεση του ΑΑ, δεν ελήφθη όμως υπόψη από τους δικαστάς που τον κατεδίκασαν, αφού δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της οικείας καταδικαστικής αποφάσεως ότι αξιολογήθη. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην παρούσα διαδικασία. Αποτελεί λόγον αναιρέσεως, ο οποίος μάλιστα προεβλήθη και απερρίφθη με την υπ' αριθ. 364/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω με την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωσή του ο ΕΕ περιγράφει τη σκηνή της συναντήσεως του αιτούντος και του ΑΑ στην καφετέρια "...", όπου εργαζόταν ως σερβιτόρος και τους σέρβιρε δύο καφέδες. Εξιστορεί περαιτέρω πώς ο ΑΑ έβαλε κάποιο αντικείμενο στην αριστερή τσέπη του σακκακιού του αιτούντος και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για την αξία των καφέδων που προηγουμένως πλήρωσε ο αιτών και όχι για το ποσό των 200.000 δραχμών, γεγονός που κατά την κρίση του σημαίνει ότι όλο το περιστατικό ήταν σκηνοθετημένο. Τα αυτά περίπου διαλαμβάνει και στην από 19-12-1995 ένορκη κατάθεσή του. Όμως ο εν λόγω ΕΕ κατέθεσε ως μάρτυρας στη σχετική δίκη, επί της οποίας εξεδόθη η ένδικη υπ' αριθμ. 1617/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (βλ. την πίσω σελίδα του δευτέρου φύλλου των οικείων πρακτικών) και το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής είναι σχεδόν ταυτόσημο με εκείνο των ανωτέρω δύο ενόρκων καταθέσεών του. Επομένως οι εν λόγω δύο ένορκες καταθέσεις του μάρτυρος αυτού (ΕΕ) δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέες αποδείξεις κατά την έννοια τις διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 Κ.Π.Δ. Εξάλλου με την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή του ο ΛΛ εκθέτει ότι διενήργησε διοικητική ανάκριση και συνέταξε την από 12-1-1996 πορισματική έκθεση, με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτών δεν τέλεσε το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας για το οποίο κατεδικάσθη. Η εν λόγω όμως ένορκη βεβαίωση του ΘΘ δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην κρίση ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη, ενόψει μάλιστα των άλλων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο που τον κατεδίκασε και ιδίως των καταθέσεων των αστυνομικών ΒΒ και ΓΓ, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, εξιστορούν την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ο αιτών και ο ΑΑ, κατά την οποία ο τελευταίος, απευθυνόμενος προς τον αιτούντα, του είπε: "έλα Δημήτρη, θα έρθω στην ... την Δευτέρα, έχω πράμα στο φορτηγό, θέλω να με βοηθήσεις να το περάσω". Τέλος με την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση ο ΘΘ εκθέτει ότι άκουσε τον ΑΑ να δηλώνει μεταμελημένος για την εμπλοκή του αιτούντος και να εξιστορεί ότι τοποθέτησε στην τσέπη εκείνου τα χαρτονομίσματα χωρίς να τον αντιληφθεί. Όμως και η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέα απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 4 Κ.Π.Δ., αφού αναφέρεται σε περιστατικά που άκουσε από τον ίδιο τον ΑΑ και πάντως δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών δεν τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε.
Επίσης με την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ΚΚ, ουδέν νέο γεγονός ή απόδειξη υπέρ του αιτούντος εισφέρεται, άγνωστο στους δικαστάς, οι οποίοι εξέδωσαν την απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, που να ανατρέπει την καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού αυτός δηλώνει ότι "ο ανωτέρω (δηλαδή ο αιτών) είναι αθώος και θύμα πλεκτάνης, αλλά δεν γνωρίζω τους λόγους. Ξέρω ότι τον οδηγό του φορητού που τον παγίδευσε ο Χ τον είχε δώσει σαν ύποπτο στην υπηρεσία και τον είχε και πληροφοριοδότη ... Ηταν αδύνατο να δημιουργήσουμε κυκλώματα και να προσφέρουμε εξυπηρέτηση στον οποιοδήποτε ... Αυτό που έπαθε ο συνάδελφος μπορούσε να το πάθει οποιοσδήποτε από μας και ελπίζω να δικαιωθεί γιατί καταστράφηκε άδικα". Ητοι ουδέν το συγκεκριμένο γνωρίζει για την προκειμένη υπόθεση, αλλά γενικώς και αορίστως υπερασπίζεται τον αιτούντα. Τέλος με την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση της ΜΜ, η τελευταία αυτή ουδέν νέο γεγονός - απόδειξη εκθέτει, αλλ' αναφέρεται σε διηγήσεις του πρώην συζύγου της ΑΑ ως και στις συζητήσεις αυτού με τον Υπαστυνόμο ΒΒ πλην ό,τι βεβαιώνει αυτή ουδεμία έχει έννομη επιρροή στην καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1617/2001 απόφαση, διότι οι καταθέσεις αμφοτέρων ελήφθησαν υπόψη και εξετιμήθησαν υπ' αυτής.
Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών με την κρινόμενη αίτησή του ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας και για τον λόγο ότι, όπως ισχυρίζεται, κατά την εκδίκαση της σχετικής υποθέσεως έλαβε χώρα παραβίαση του δικαιώματός του που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Όμως ο λόγος αυτός, τον οποίο επικαλείται ο αιτών, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 5 Κ.Π.Δ., για την ευδοκίμηση του ανωτέρω λόγου επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να προηγηθεί η έκδοση αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Από όλα τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό εδέχθη ότι εκείνος (αιτών) ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, για την οποία και κατεδικάσθη, δεν καθιστούν φανερό σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα ότι είναι αθώος της πράξεως αυτής. Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει ο αιτών με την κρινομένη αίτησή του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως με την οποία κατεδικάσθη και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ. Μετά πάντα ταύτα η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που επερατώθη αμετακλήτως διά της υπ' αριθμ. 1617/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525§1 ΚΠΔ). Προϋποθέσεις. Τι αποτελούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Δεν αποτελούν τοιαύτα όσα ελήφθησαν υπόψη υπό του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διότι όλα τα προσκομιζόμενα ως νέα είχαν ληφθεί υπόψη.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1680/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 719/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και για αναστολή εκτελέσεως της ποινής.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.7.2007 αίτησή του και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.9.2007 αίτησή του, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1508/2007.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 572/16.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"I) Eισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 525 § 1 περ. 2,3 Κ.Π.Δ. την από 16-7-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 719/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη σε ποινή καθείρξεως 5 ετών για διακεκριμένη κλοπή κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα. Επίσης ζητεί συγχρόνως την αναστολή εκτελέσεως της άνω ποινής και εκθέτω τ'ακόλουθα:
ΙΙ) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5). Εξ'άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384).
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμό με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347).
ΙΙΙ). Στην υπό κρίση περίπτωση ο αιτών Χ κατεδικάσθη κατ'έφεση με την υπ'αρ. 719/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη περίπτωση κλοπής (κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αρ. 13στ', 98, 372-374 ε' Π.Κ.) σε ποινή καθείρξεως 5 ετών: Συγκεκριμένα: από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του (ΩΩ) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα: 1) Στον Πειραιά, τις νυκτερινές ώρες της 23ης προς 24ης-8-1988, αφαίρεσε το ... (ελβετικός αριθμός ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου ΒΜW 323J ALPINA, με αριθμό πλαισίου ..., καθώς και το σκάφος (κρίς-κράφτ), τύπου ΚΑΜΜΙΝ, μετά την εξωλέμβια μηχανή τύπου MERCURES-140/PS, που βρίσκονταν πάνω στο τρέϊλερ που έφερε το αυτοκίνητο αυτό, από την κατοχή του αλλοδαπού, ... . 2) Στην ... κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1988 αφαίρεσε ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, τύπου VW -GOLF CTI, με αριθμό πλαισίου ... και κινητήρα ..., από την κατοχή αλλοδαπού του οποίου η ταυτότητα δεν αποκαλύφθηκε. Το αυτοκίνητο αυτό εκινείτο με τις πλαστές πινακίδες κυκλοφ. ... . Τέτοιες πράξεις (κλοπές) διαπράττει κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια.
IV) Ο αιτών υποστηρίζει εις την υπό κρίση αίτηση ότι είχε έλθει στην Ελλάδα από την Σουηδία (όπου ζούσε) για την κηδεία της αδελφής του και η σύζυγός του με τον φίλο της ΑΑ γνωρίζοντας ότι εκκρεμούσαν σε βάρος του εντάλματα τον κατέδωσαν στην αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα του ζήτησαν συνάντηση για να τους δώσει χαρτιά για το διαζύγιο, τους όρισε συνάντηση στο ... όπου θα πήγαινε σε κτηνίατρο τον σκύλο της μητέρας του χρησιμοποιώντας το επαγγελματικό φορτηγάκι του αδελφού του. 'Εξω από το συνεργείο ήταν ο ΑΑ, αυτός μπήκε στο συνεργείο για να τηλεφωνήσει τότε εμφανίστηκε ο ΑΑ καθώς και πέντε αστυνομικοί οι οποίοι τον συνέλαβαν. Υποστηρίζει ότι το αυτοκίνητό του ήταν νόμιμο και δεν γνωρίζει πως οι αστυνομικοί των χρέωσαν το αυτοκίνητο. Επικαλείται ως νέα στοιχεία α) ότι το Γκόλφ δεν ήταν κλεμμένο και δεν προκύπτει από πουθενά η κλοπή. Η σύζυγός του στην ένορκη κατάθεση που έδωσε αναφέρει πως το Γκόλφ ήταν του ΑΑ, το είχε φέρει από την Γερμανία λαθραία αλλά ήταν νόμιμα αγορασμένο και δεν ανεζητείτο ως κλοπιμαίο, συνεπώς υπήρχε μόνο λαθρεμπορία για την οποία εδικάσθη ερήμην από άλλο δικαστήριο, β) το BMW και η βάρκα ΚΑΜΙΝ δεν υπήρξε ποτέ, δεν υπήρχε κατάσχεση της BMW, η βάρκα είχε μεταφερθεί εις την οικία όπου έμενε η σύζυγός του στην ... από τους ΑΑ και ΩΩ, τον ενοχοποίησαν όλοι με υπόδειξη των αστυνομικών για να απαλλαγούν οι ΑΑ και ΩΩ, ότι ο αστυνομικός ΒΒ είναι κουμπάρος του ΩΩ και όλα αυτά είναι στημένα από τον δικηγόρο ΓΓ όλων αυτών των κακοποιών με τους οποίους έχει προβλήματα και ειδικά με τον ίδιο επί 40 έτη.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας καταθέσεις, έγγραφα, μη λαμβανόμενων υπόψη των κατά την προδικασία καταθέσεων του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι:
V) Την 15-12-1988 ο αιτών (κατηγορούμενος) Χ συνελήφθη από αστυνομικούς στο επί της οδού ... (...) συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του ΔΔ, διωκόμενος βάσει δύο καταδικαστικών αποφάσεων για απάτες και κλοπές ενός εντάλματος συλλήψεως για λαθρεμπορία και ενός βουλεύματος (80/87) του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών για διακεκριμένες κλοπές. Εις τους αστυνομικούς εδήλωσε ψευδή στοιχεία ταυτότητας για να αποφύγει την σύλληψη κατείχε δε ένα αυτοκίνητο μάρκας VW GOLF που έφερε πλαστές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας. Από την από 27-3-1989 κατάθεση του αστυνομικού ΒΒ, που υπηρετούσε στο 2ο Τμήμα εγκλημάτων ιδιοκτησίας και ησχολείτο με αναζητήσεις κλεμμένων-παραποιημένων αυτοκινήτων, προέκυψε ότι ο αιτών συνεργάσθηκε με τους αστυνομικούς και παρέσχε πληροφορίες σχετικά με την δράση ατόμων (που κατονόμασε) σε κλοπές αυτοκινήτων. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι ο αιτών μαζί με την υπό κρίση αίτηση υπέβαλε αντίγραφο μόνο του πρώτου φύλλου της καταθέσεως του αστυφύλακα ΒΒ, ενώ κατά την έρευνα που διενεργήσαμε επεσυνάφθη πλήρες αντίγραφο της καταθέσεως του άνω αστυνομικού από το δεύτερο φύλλο της οποίας προκύπτουν στοιχεία βάσει των οποίων απηγγέλθη η κατηγορία αλλά και στηρίχθηκε το δικαστήριο σε συνδυασμό, βεβαίως με τον μεγάλο αριθμό εγγράφων που ανεγνώσθησαν. Επίσης το δικαστήριο με την ιδία (719/2004) απόφαση εκήρυξε απαράδεκτη την δίωξη κατά του αιτούντος λόγω εκκρεμοδικίας για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ'εξακολούθηση. Ο αστυφύλακας ΒΒ στο 2ο φύλλο της καταθέσεώς του, αναφέρει μεταξύ άλλων, πως ο κατηγορούμενος τους πήγε σε διάφορα σημεία των ... και τους υπέδειξε ορισμένα κλεμμένα αυτοκίνητα τα οποία ισχυρίσθηκε ότι είχε τοποθετήσει ο ΩΩ, συγκεκριμένα στην οδό ... σε αδιέξοδο περιοχής ... τους υπέδειξε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW 318Ι χρώματος γκρί που έφερε τις υπ'αριθμ. ... πινακίδες το οποίο προέκυψε ότι ήταν προϊόν κλοπής και οι πινακίδες πλαστές, στην εξοχική κατοικία του Χ (αιτούντος) μεταξύ άλλων αυτοκινήτων βρέθηκε ένα τροχόσπιτο και ένα σκάφος πάνω σε τρέϊλερ μάρκας ΚΑΜΜΙΝ τα οποία κατασχέθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Α.Τ. ... για φύλαξη. Από την προανάκριση προέκυψε ότι το σκάφος μάρκας ΚΑΜΜΙΝ είχε κλαπεί μαζί με το αυτοκίνητο ... την 23/24-8-88 από τον Πειραιά, το αυτοκίνητο αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, την δε 9/10-2-89 άγνωστοι δράστες εκμεταλλευόμενοι γενική διακοπή ρεύματος που υπήρχε στην ... αφαίρεσαν έξω από το ΑΤ το αναφερθέν σκάφος χωρίς να βρεθεί. Το σκάφος αυτό φαίνεται ταυτιζόμενο με το αναφερόμενο στην απόφαση. Ο αιτών κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης από την αστυνομία, προανακρίσεως εδήλωσε ως διεύθυνση την οδό ... αρ. ..., στην διεύθυνση αυτή ανεζητήθη για να του επιδοθεί κλήση προκειμένου να απολογηθεί ενώπιον του 12ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών και όπως προκύπτει από το υπο χρονολογία 10-12-1991 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων ... όταν ο τελευταίος μετέβη προς επίδοση τον πληροφόρησαν ότι ο Χ "δεν υπάρχει ούτε υπήρχε στην διεύθυνση αυτή, και είναι άγνωστος". Ο αιτών υποστηρίζει με την υπό κρίση αίτηση πως η όλη υπόθεση συνιστά σκευωρία της αστυνομίας και του ΑΑ, φίλου της τέως συζύγου του και προς επίρρωση των ισχυρισμών του υπέβαλε μαζί με την αίτηση την από 6-7-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρ. Λαμίας ΗΗ, υπεύθυνη δήλωση του ΕΕ με χρονολογία 11-7-2006 υπεύθυνη δήλωση του ΣΤ και αντίγραφα καταθέσεων των ΔΔ και ΖΖ. Οι δύο αυτές τελευταίες καταθέσεις δεν έχουν σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, από την ανάγνωσή τους είναι απόλυτα σαφές ότι ο μεν ΖΖ αναφέρεται σε ένα αυτοκίνητο μάρκας πόρσε που είχε μεταφέρει στο συνεργείο του ο ΩΩ ενώ ο ΔΔ που διατηρεί το συνεργείο αυτοκινήτων στο οποίο συνελήφθη την 15-12-88 ο Χ, αναφέρεται στην γνωριμία του με τον με τον Χ χωρίς όμως να δίδει κάποια πληροφορία σχετικά με την δραστηριότητα αυτού. Και κατά συνέπεια οι εν λόγω καταθέσεις δεν είναι αξιολογήσιμες στην παρούσα υπόθεση. 'Οσον αφορά τις υπεύθυνες δηλώσεις των ΕΕ και ΣΤ: ο μεν πρώτος εξ αυτών αναφέρει πως ήταν παιδικός φίλος του ΑΑ ότι αυτός (ΑΑ) συνεργαζόταν με την ασφάλεια είχε φορτώσει δικογραφίες στον Χ που δεν είχε καμμία σχέση με αυτοκίνητα και κλοπές τότε, ότι ο ΑΑ είχε ένα σπίτι στην ... όπου του βρήκαν μία βάρκα και την φόρτωσαν στον Χ, ότι βρέθηκε στην ... το φόρτωσε στον Χ γιατί τότε έμενε με την πρώην γυναίκα του Χ ο ΑΑ εκεί ο Χ είχε χωρίσει και πήγαινε στην Σουηδία στην πρώτη γυναίκα του για να γλιτώσει και γνωρίζει από τον ΑΑ ότι δεν είχε καμμία σχέση ο Χ ο οποίος δεν είχε ασχοληθεί με κλοπές ή παρανομία. 'Όμως το παράδοξο με τον μάρτυρα αυτό είναι ότι δεν εμφανίστηκε για να εξετασθεί ως μάρτυς ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και δεν ανατρέπει όσα αναφέρει στην αρχική του κατάθεση ο αστυφύλακας ΒΒ και ειδικότερα για το σκάφος που βρέθηκε στην εξοχική κατοικία του Χ και μεταφέρθηκε στο Α.Τ. ... . Όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση του ΣΤ αφορά την κλοπή ενός αυτοκινήτου GOLF του δικηγόρου ΓΓ την οποία όμως δεν αφορά η υπό κρίση υπόθεση αλλά θα γίνει μνεία σε έτερο σημείο της παρούσας για λόγους κρίσεως περί αμφιβόλου αξιοπιστίας του ΣΤ, ο οποίος δεν ανευρέθη στην διεύθυνση (..., ...) που είχε δηλώσει όταν αποφυλακίστηκε (από 20-9-06 αποφυλακιστήριο ΑΣΚΑ ... και από 3-7-2008 βεβαίωση της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ...). 'Οσον αφορά την ένορκη βεβαίωση του ΗΗ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας που έδωσε στις 6-7-2006 αναφέρει ότι κατά το έτος 1987 ως και τον καιρό που αποφυλακίστηκε και έδωσε ένορκες καταθέσεις και υπεύθυνη δήλωση του Ν.105, το έτος 1991 είναι όλες ψευδείς γιατί απειλήθηκε από τον ΘΘ και ΚΚ να καταθέσει εναντίον ενός αγνώστου με το όνομα Χ, τούτο έγινε κατόπιν πιέσεων και εκβιασμών του στην φυλακή, ωστόσο στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση αναφέρεται στην κλοπή του αυτοκινήτου μάρκας GOLF που ανήκε στον δικηγόρο ΓΓ και δεν κάνει ειδικό λόγο για τις πράξεις που αφορά η προκειμένη δικογραφία. Βεβαίως υποστηρίζει πως ο Χ (αιτών) ενεπλάκη αδίκως και όσα του απεδόθησαν είναι, ψευδή και ενώ το 2006 ενεθυμείτο πλήθος περιστατικών όταν αργότερα (3-11-08) εκλητεύθη εις την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Λαμίας και ελήφθη κατάθεσή του από τον εκεί Εισαγγελέα Πρωτοδικών αναφέρει ότι για την υπόθεση αυτή δεν θυμάται πλέον τίποτα αφού έχουν περάσει είκοσι χρόνια, δηλαδή εντός δύο ετών απαλείφθηκαν από την μνήμη του όλα όσα είχε καταθέσει προ διετίας και, σύμφωνα με σημείωση του Ειρηνοδίκη ο οποίος έλαβε την ένορκη βεβαίωση την 6-7-2006, όσα εδήλωσε ο ΗΗ ήταν γραμμένα εκ των προτέρων. Επίσης ο ΗΗ στην από 3-11-08 κατάθεσή του αναφέρει ότι δεν υπέβαλε έγκληση κατά των ΘΘ και ΚΚ για απειλή (οι οποίοι κατά δήλωσή του τον είχαν απειλήσει και εκβιάσει για να καταθέσει ψευδή σε βάρος του Χ). Περαιτέρω, σχετικά με την υπόθεση του δικηγόρου ΓΓ ο Χ κατεδικάσθη με την υπ'αρ. 718/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για την κλοπή του αυτοκινήτου του, ενώ με την υπ'αρ. 5901/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή αγωγή του ανωτέρω δικηγόρου κατά του Χ για την κλοπή του αυτοκινήτου του μάρκας V.W. GOLF που δεν ταυτίζεται με την υπό κρίση υπόθεση (δείτε σχετικά αντίγραφα αποφάσεων).
VI) Κατά συνέπεια δεν υφίστανται νέα στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν λόγοι επαναλήψεως της διαδικασίας και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση απορριφθησομένης συγχρόνως και της αιτήσεως του Χ για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας με την υπ'αριθμ. 719/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ποινής και επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα.
VII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
Να απορριφθεί η από 16-7-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., για επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 719/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και απορριφθεί η συγχρόνως υποβληθείσα αίτησή του για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας με την άνω απόφαση ποινής.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Αθήνα 8 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ' αριθ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με τον θεσμό του δεδικασμένου κλπ και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού), εφόσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ' άς χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω, νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 παρ. 1 αριθ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ως και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφόσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών Χ κατεδικάσθη αμετακλήτως δια της υπ' αριθ. 719/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη κλοπή κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια, εις ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και δη (για το) ότι από κοινού με τον ΩΩ, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφαίρεσε ξένα υλικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα: 1) Στον Πειραιά, τις νυκτερινές ώρες της 23ης προς 24η Αυγούστου 1988, αφαίρεσε το ... (Ελβετικός αριθμός) ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου BMW 323J ALPINA με αριθμό πλαισίου ... , καθώς και το σκάφος (κρίς-κράφτ), τύπου ΚΑΜΜΙΝ, με την εξωλέμβια μηχανή τύπου MERCURES-140/PS, που βρισκόταν επάνω στο τρέιλερ που έφερε το αυτοκίνητο αυτό, από την κατοχή του αλλοδαπού KUSTER GUSTAN. 2) Στην Αθήνα, κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1988 αφαίρεσε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου VW-GOLF-CTI, με αριθμό πλαισίου ... και κινητήρα KR025311, από την κατοχή αλλοδαπού, του οποίου η ταυτότητα δεν αποκαλύφθηκε. Το αυτοκίνητο αυτό εκινείτο με τις πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας ... . Τέτοιες πράξεις (κλοπές) διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Νυν (ο αιτών) ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, επικαλούμενος νέα γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία ήσαν άγνωστα στους δικαστάς οι οποίοι τον εδίκασαν, και από τα οποία προκύπτει ότι ήτο αθώος για το άνω αδίκημα. Η αίτηση είναι νόμιμη και παραδεκτώς εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εν Συμβουλίω (άρθρα 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 719/2004 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών κατεδικάσθη, ως άνω ανεφέρθη, για διακεκριμένη κλοπή. Για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση το ανωτέρω δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των ΒΒ και ΛΛ, προς δε και τις αναγνωσθείσες προανακριτικές καταθέσεις των εις αυτήν αναφερομένων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και την από 16.12.1988 τοιαύτη του ΔΔ, όπως από τα πρακτικά της 719/2004 αποφάσεως προκύπτει. Ήδη ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως γεγονότα νέα και αποδείξεις τις καταθέσεις της πρώην συζύγου του ΜΜ, του ΕΕ, του ΗΗ, του ΣΤ, του ΝΝ και την από 16.12.1988 κατάθεση του ΔΔ. Όμως τα επικαλούμενα αυτά από τον αιτούντα στοιχεία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας που μπορεί να δικαιολογήσει αυτήν, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο αιτών δεν ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής κατ' επάγγελμα και συνήθεια, για την οποίαν και κατεδικάσθη. Ειδικότερα, α) η άνω από 16.12.1988 προανακριτική κατάθεση του ΔΔ ανεγνώσθη και ελήφθη υπόψη, όπως ανωτέρω ανεφέρθη και συνεπώς δεν ήτο άγνωστη στους δικαστάς που κατεδίκασαν τον αιτούντα. Β) η από 11.7.2006 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1509/1986 του ΕΕ, ουδέν το νέον υπέρ του αιτούντος εισφέρει, αφού αυτός δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι "όπως είχε μάθει, ο ΑΑ είχε φορτώσει δικογραφίες στον Χ που δεν είχε καμμία σχέση, με αυτοκίνητα και κλοπές ποτέ, ... και μετά "Ο Χ, ξέρω από τον ίδιο τον ΑΑ , ότι δεν είχε καμμία σχέση και είναι όλα φόρτωμα ... ο Χ δεν έχει ποτέ ασχοληθεί με κλοπές ή παρανομία", ήτοι χωρίς κάτι συγκεκριμένο να γνωρίζει για την εν λόγω υπόθεση, αλλά γενικώς και αορίστως υπερασπίζεται τον αιτούντα, για τον οποίον, ενόψει μάλιστα του ότι έχει καταδικασθεί αμετακλήτως και δι' έτερες κλοπές με τις 718, 720/2004 αποφάσεις επίσης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν καθίσταται σαφές εις ποίες πράξεις του ο άνω δηλών αναφέρεται. Γ) επίσης η από 8.6.2006 υπεύθυνη δήλωση του ΣΤ δεν είναι νέο στοιχείο, αφού αναφέρεται σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ΓΓ "μάρκας GOLF", ότι εκλάπη από τον ΑΑ, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών κατεδικάσθη με την υπ' αριθ. 719/2004 απόφαση (της οποίας ζητεί την ακύρωση) για αυτοκίνητο, επίσης τύπου VW-GOLF, το οποίον αφήρεσε όμως "από την κατοχή αλλοδαπού, του οποίου η ταυτότητα δεν αποκαλύφθηκε", όπως από την άνω απόφαση προκύπτει. Δ) η από 6.7.2006 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Λαμίας, του ΗΗ αφορά ανάκληση των όσων αυτός έχει καταθέσει από το 1987 έως το 1991 κατά του αιτούντος και υποστηρίζει ότι απειλήθηκε τότε από τους ΘΘ και ΚΚ να καταθέσει εναντίον του αγνώστου εις αυτόν ανθρώπου Χ, που του υπέδειξαν αυτοί και του οποίου το όνομα σκοπίμως ανεφέρετο για να ενοχοποιηθεί από τους ανωτέρω, όμως και αυτή, πέραν της γενικότητός της, αναφέρεται σε αυτοκίνητο μάρκας GOLF του δικηγόρου ΓΓ, που το είχε κλέψει ο ΘΘ με φίλους του. Ε) η από 15.12.1988 κατάθεση τού ΝΝ, Αστυφύλακος, αφορά το γεγονός της ψευδούς δηλώσεως στοιχείων ως ..., από τον αιτούντα όταν τον ήλεγξαν στο συνεργείο του ΔΔ και εν τέλει την αποκάλυψη των πραγματικών του στοιχείων και ουδέν έτερον και στ) η από 18.7.2007 υπεύθυνη δήλωση της ΜΜ, όπου αυτή δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι "ήτο σύζυγος του αιτούντος, με τον οποίον ήλθε σε διάσταση τα τέλη του 1987, διότι αυτός επέστρεψε στην Σουηδία, στην πρώην γυναίκα του. Από διάφορες συζητήσεις είχε καταλάβει ο αιτών βρίσκεται σε κόντρα με τους ΓΓ- Χωραΐτη - ΩΩ, οι οποίοι συνειργάζοντο με την αστυνομία. Αυτοί βρήκαν τον ΑΑ και τον ΘΘ και έμπλεξαν τον Χ. Όταν έφυγε ο Χ, για να τον εκδικηθεί, άρχισε να μένει με τον ΑΑ, όταν πήγε η Αστυνομία στο σπίτι που έμενε με τον ΑΑ η ΜΜ, την 28.3.1991, έψαξαν όλο το σπίτι για να βρουν τον Χ και όταν την ρώτησαν για τα αυτοκίνητα που ήταν έξω είπε ότι δεν ξέρει και ότι πολύ πιθανόν να είναι του Χ, επειδή μαζί του είχε προηγούμενα και γιατί ο ΑΑ ήταν φίλος της. Κάνει τη δήλωση γιατί έχει μετανοιώσει για ό,τι έκανε στον Χ", ουδέν νέον περιέχει, αφού αυτή (δηλούσα) ασχολείται με την οικογενειακή τους κατάσταση περισσότερο και τις σχέσεις του αιτούντος με ορισμένα πρόσωπα, και δηλώνει γενικώς ότι ο Χ δεν ήταν ποτέ κακοποιός ή εγκληματίας. Από όλα τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, τόσον από μόνα τους όσον και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δεν καθιστούν φανερό, όπως προανεφέρθη, ότι ο αιτών ήτο αθώος της πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη. Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλει ο αιτών εν εκτάσει αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχο της ορθότητος της αποφάσεως με την οποίαν κατεδικάσθη, εις το πλαίσιο της αρνήσεως της κατηγορίας υπό του αιτούντος, ο οποίος με τα ανωτέρω εκφράζει τις απόψεις του και τα συμπεράσματά του, διατί δεν υπήρχαν στοιχεία ενοχής, και είναι απαράδεκτοι.
Μετά πάντα ταύτα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ακόμη, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αιτούντος για αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, η οποία επεβλήθη δια της υπ' αριθ. 719/2004 ως άνω αποφάσεως, διότι κατά την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση της αναστολής εκτελέσεως της ποινής που εκτίεται δυνάμει αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.7.2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, που επερατώθη αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 719/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και το από 24.9.2007 αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία επεβλήθη με την άνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525§1 ΚΠΔ). Προϋποθέσεις. Τι αποτελούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Η δωροληψία και παράβαση καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση επανάληψης διαδικασίας και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1678/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., κατοίκου... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της 18, 19, 20, 21, 22 και 23/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1418/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κύρια, αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 344 του Π.Κ, στις περιπτώσεις του άρθρου 336 η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως, μπορεί κατ' εξαίρεση με αιτιολογημένη διάταξη του, ύστερα από έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών, να απέχει οριστικά από την άσκηση της ποινικής δίωξης ή αν έχει ασκήσει την ποινική δίωξη, να εισαγάγει την υπόθεση στο αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών, το οποίο μπορεί να παύσει την ποινική δίωξη, εκτιμώντας τη δήλωση του θύματος ή των κατά το άρθρο 118 προσώπων ότι η δημοσιότητα από την ποινική δίωξη θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό του θύματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 18, 19, 20, 21, 22 και 23/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και μετην οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων: α) του βιασμού κατ' εξακολούθηση και β) της αιμομιξίας κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της θυγατέρας του, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα, τα αιτήματα του κατηγορουμένου 1) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω της ρητής κατά το άρθρο 344 ίτου Π.Κ, δηλώσεως της παθούσας, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξή του, και 2) να αναβληθεί η δίκη, προκειμένου να κληθεί και καταθέσει στη δίκη, ως μάρτυρας ο ψυχίατρος.... Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τα ως άνω αιτήματα του κατηγορουμένου, με την ακόλουθη αιτιολογία "στην προκείμενη περίπτωση, η παθούσα του βιασμού και της αιμομιξίας Π1, υπέβαλε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με την έναρξη της διαδικασίας, ότι δεν επιθυμεί να γίνει η δίκη, διότι η δημοσιότητά της θα έχει ως συνέπεια το σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της. Η δήλωση αυτή υποβλήθηκε από τη μητέρα της παθούσας,..., στην οποία είχε δώσει τη σχετική έγγραφη εντολή, για την υποβολή του σχετικού αιτήματος (βλ. σχετ. το υπ' αριθμό... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Αικατερίνης Σαλούστρου, που αναγνώσθηκε) και υποστηρίχθηκε και από τον κατηγορούμενο. Όμως, από όλα τα παραπάνω έγγραφα που αναγνώστηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να παύσει την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένη και σε απόπειρα), γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 344 του Π.Κ, παρά την αντίθετη περί τούτου δήλωση της παθούσας, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της βαρύτητας της πράξης, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του κατηγορουμένου - πατέρα της παθούσας, αφού από αυτά διακρίνεται ιδιαίτερη σκληρή και ανάλγητη συμπεριφορά του και περιφρόνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στην κρίση αυτή οδηγείται το δικαστήριο αυτό και από το γεγονός ότι τα περιστατικά του συνεχούς βιασμού της παθούσας επί μια δεκαετία περίπου, έλαβε ήδη δημοσιότητα και περιήλθε σε γνώση τόσο των οικείων της παθούσας, όσο και των προσώπων του περιβάλλοντος της, καθώς επίσης, και πέραν των προσώπων αυτών, αφού ασχολήθηκαν και τα μέσα ενημέρωσης του κοινού. Επομένως, δεν προκύπτει βασίμως, ότι η δημοσιότητα της δίκης θα έχει ως συνέπεια τον σοβαρό ψυχικό τραυματισμό της παθούσας και συνεπώς το σχετικό αίτημα αυτής, πρέπει να απορριφθεί, όπως και εκείνο, με το ίδιο περιεχόμενο αίτημα του κατηγορουμένου. Ωσαύτως, το αίτημα του τελευταίου περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσέλθει ο ιατρός ... και η παθούσα, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμο. Και τούτο, διότι, ως προς μεν τον πρώτο, πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο η αναγκαιότητα της παρουσίας του και της κατάθεσης το στο δικαστήριο αυτό. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται κάποιο ορισμένο λόγο, που να δικαιολογείται η προσέλευση του στο δικαστήριο αυτό. Ωσαύτως, και ως προς τη δευτέρα Π1, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, γιατί αυτή αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, που της επιβάλλουν να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο (βλ. την από 14-1-2008 βεβαίωση του ιατρού ..., καθώς και το ανωτέρω πληρεξούσιο, που αναγνώστη καν). Άλλωστε, η κατάθεση της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης και συνεπώς θα αναγνωστεί κατ' άρθρο 502 Κ.Π.Δ". Το δικαστήριο ακολούθως, αφού απέρριψε τα ως άνω σχετικά αιτήματα του συνηγόρου του, στη συνεδρίαση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη στην κατ' ουσία εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για τις πράξεις του βιασμού κατ' εξακολούθηση και της αιμομιξίας κατ' εξακολούθηση.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφαση του, κατά το μέρος που αυτή πλήττεται, την από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι νομικοί συλλογισμοί και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη του άρθρου 352 του Κ.Π.Δ, επίσης, δε γιατί δεν πρέπει να παύσει, κατά το άρθρο 344 του Π.Κ., οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος, παρά την αντίθετη περί αυτού, παραπάνω δήλωση της παθούσας. Ειδικότερα, αιτιολογούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές εκείνες σύμφωνα με τις οποίες, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 344 του Π.Κ., που επέβαλαν την οριστική παύση της ποινικής δίωξης για την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση, ενόψει κυρίως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της βαρύτητας της πράξεως αυτής. Πράγματι, η μεταξύ του κατηγορουμένου και της θυγατέρας αυτού, συγγενική σχέση, ο εξαναγκασμός αυτής, επί σειρά ετών, σε εξώγαμη συνουσία και σε ανοχή άλλων παρά φύση ασελγών πράξεων, σε συνδυασμό με την, από μέρους του επίδειξη προς αυτήν, ιδιαίτερα σκληρής συμπεριφοράς, με την εκμετάλλευση και της ανηλικότητας και της ψυχικής αθωότητας της θυγατέρας του, αναμφισβήτητα καταδηλούν ηθική αναλγησία του δράστη. Πέραν τούτου, η έκταση την οποία έλαβε το γεγονός τούτο, από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, με την ευρεία δημοσιότητα, και όχι μόνο στο στενό οικογενειακό περιβάλλον, καθιστούν πλέον η βέβαιο ότι η δημοσιότητα της δίκης, δεν θα έχει ως συνέπεια τον ψυχικό τραυματισμό της παθούσας, η οποία ανεπανόρθωτα κλονίστηκε με την απαξιωτική συμπεριφορά του, ώστε πλέον το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, να κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμο. Αιτιολογείται, τέλος η παραδοχή σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα του ιδίου, για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί ο ψυχίατρος..., αφού, το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο αυτός εξέδωσε, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Επομένως, είναι αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-08-2008 αίτηση του ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές Φυλακές ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 18, 19, 20, 21, 22 και 23/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας που απέρριψε κατ' ουσία το αίτημα του κατηγορουμένου για οριστική παύση της ποινικής δίωξης κατ' άρθρο 344 ΠΚ, καθώς και το αίτημα αναβολής προκειμένου να κληθεί και καταθέσει μάρτυρας. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βιασμός, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1677/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 4.484/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.456/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 497/23.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία κατάθεσης 29-7- 2008 αίτηση του ..., κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 4484/19-6-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή 8 μηνών για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά απόφασης Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή και διώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενη τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ , οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος και στρέφεται κατά της με αριθμ. 4484/2008 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από το επισυναπτόμενο με αριθμ. 298/9-9-2008 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα παρακάτω Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 & 3.ΚΠΔ "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, ..... " προκύπτει ότι η αίτηση επανάληψης πρέπει να περιέχει τους λόγους τους οποίους επικαλείται ο αιτών όπως επίσης και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία των λόγων άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη . .(ΑΠ 727/2002,ΑΠ 866/2003,ΑΠ 1125/1985) Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών αναφέρει ότι ζητά την ακύρωση της με αριθμ. 4484/19-6-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και στην αίτηση του δεν αναφέρει νέα γεγονότα ή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι όπως υποστηρίζει είναι αθώος. Ειδικώτερα στην αίτηση του αναφέρει για μεθοδευμένη ποινική δίωξη για το ότι καταδικάστηκε με ψευδείς καταθέσεις χωρίς όμως να προσκομίζει κάτι νεώτερο, ότι το δικαστήριο στηρίχθηκε σε ψευδείς καταθέσεις και στην ποινική του κατάσταση και ότι η κατ'αυτού τότε κατηγορία ήταν παντελώς αβάσιμη. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση του κατηγορουμένου στερείται του περιεχομένου που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 527&2 ΚΠΔ , δεν περιέχει νέα γεγονότα ή άλλα περιστατικά , τα οποία κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν όπως έγγραφα , καταθέσεις μαρτύρων ,ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη ΑΠ 70/1999 ΑΠ 9/ 1999 ΑΠ 408/1998 ΑΠ 428/ 1998 Α Π 216 ΑΠ 18/1998 ΑΠ 476/2005) και για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτη και σαν τέτοια πρέπει ν'απορριφθεί.
Δια ταύτα
Προτείνω Ν'απορριφθεί η με ημερομηνία 29-7-2008 αίτηση του ...κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 4484/19-6-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη.
Αθήνα την 9-10-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Δικαστικού αυτού Συμβουλίου η από 29.7.2008 αίτηση του ..., κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ..., με την οποία ζητεί την ακύρωση της υπ' αρ. 4.484/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή οκτώ (8) μηνών για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης και την επανάληψη της διαδικασίας με σκοπό να κηρυχθεί αθώος της εν λόγω κατηγορίας. Η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου αυτού του Αρείου Πάγου (άρθρο 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην του αιτούντος ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο συμβούλιο τούτο, αν και νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύθηκε γι' αυτό (βλ. τα από ... σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου πάγου ...).
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωκαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δ' αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Συμβούλιο αυτό για την έρευνα του παραδεκτού και του ορισμένου - νόμιμου αυτής, ο αιτών δεν αναφέρει σ' αυτήν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε με την παρουσία του την υπ' αριθμ. 4.484/9.6.2008 καταδικαστική ήδη αμετάκλητη, απόφασή του, κάνουν φανερό ότι είναι αθώος. Ειδικότερα στην κρινόμενη αίτηση ο αιτών αναφέρει γενικά και αόριστα για μεθοδευμένη σε βάρος του ποινική δίωξη, για το ότι καταδικάσθηκε με ψευδείς καταθέσεις και ότι η κατ' αυτού κατηγορία ήταν παντελώς αβάσιμη, επιπλέον δε περιλαμβάνει και γενικές αναφορές για τη δικαιοσύνη παραπονούμενος για την καταδίκη του. Ενόψει όλων αυτών, η υπό κρίση αίτηση, είναι απαράδεκτη και πρέπει, ως τέτοια να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.7.2008 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 4.484/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Παραδεκτό αιτήσεως. Απόρριψη σχετικής αίτησης λόγω μη επίκλησης νέων γεγονότων ή αποδείξεων.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1675/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατσιάβο, περί αναιρέσεως της 3842/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 391/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως των εικονικών τιμολογίων. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για το απαράδεκτο τη ποινικής δίωξης, που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. Έτσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, και ειδικότερα από την κύρια αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, από τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι με την ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ασημίνας Καλορίτη, συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "Χ - ... - ... ΕΠΕ", και με τον διακριτικό τίτλο ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ-ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ ΠΟΤΩΝ -, της οποίας διαχειριστής και μέτοχος ήταν ο κατηγορούμενος μέχρι τις 28-9-2000, οπότε με την ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Μιχαλοπούλου, μεταβιβάζεται από αποχωρήσαντες εταίρους το 60% των εταιρικών μεριδίων στον ΑΑ, στον οποίο ανατέθηκε η διαχείριση της εταιρείας, την οποίας η επωνυμία τροποποιήθηκε σε "ΟΙΩΝΟΣ ΕΜΠΟΡΙΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ ΠΟΤΩΝ ΕΠΕ" και διατηρήθηκε ο ίδιος ως άνω διακριτικός τίτλος, ενώ ο κατ/νος έκτοτε συνέχισε να συμμετέχει σ' αυτήν με ποσοστό 40%. Εν συνεχεία με το ... πληρεξούσιο, της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Αναστασάκη, ο ως άνω διαχειριστής της εταιρείας ΑΑ, διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του τον κατ/νο, προς τον οποίο παρείχε την εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί όλες τις διαχειριστικές πράξεις εκπροσώπησης της εταιρίας στις οποίες μπορούσε να προβαίνει ο ίδιος (ΑΑ εντολές σύμφωνα με το άρθ. 19 της ... ως άνω συμ/κής πράξης. Στις 5-7-2001, μετά από πληροφορίες, ότι η ως άνω εταιρία, η οποία είναι κάτοχος αδείας λειτουργίας φορολογικής αποθήκης, εποπτευόμενη από το αρμόδιο Τελωνείο Αχαρνών, συμμετείχε σε κύκλωμα εταιριών, κατόχων φορολογικών αποθηκών που εμπλέκονται σε λαθρεμπορία αλκοολούχων ποτών συνεργαζομένη με τις εταιρίες "ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" και "ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ", για τις οποίες διαπιστώθηκε από το ΣΔΟΕ Δ. Μακεδονίας, ότι είχαν διαπράξει λαθρεμπορία αλκοολούχων ποτών, με διαφυγόντες δασμούς και φόρους 1.127,916 ευρώ δρχ., όργανα της ίδιας ως άνω υπηρεσίας διενήργησαν έλεγχο στην έδρα της "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ", στην οδό ... στην ... . Εκεί κατά τον έλεγχο ήταν παρών ο κατ/νος καθώς και υπάλληλοι της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και ο ΒΒ, τον οποίο αναζητούσε το ΣΔΟΕ, διότι είχε εμφανισθεί σαν πωλητής της ουσιαστικά ανύπαρκτης εταιρίας "BALDACCI EΠΕ", με φορολογικά στοιχεία της οποίας διακινήθηκαν μεγάλες ποσότητες λαθραίων αλκοολούχων ποτών, στο χαρτοφύλακα δε του υπαλλήλου αυτού βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μηχανική σφραγίδα, μπλοκ αποδείξεων είσπραξης και θεωρημένο μπλοκ δελτίων αποστολής - τιμολογίων πώληση της εταιρίας "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.", με στοιχεία της οποίας, εικονικά, διακινήθηκαν μεγάλες ποσότητες λαθραίων αλκοολούχων ποτών καθώς και μηχανική σφραγίδα και φορολογικά στοιχεία της "BALCACCI EΠΕ". Ο ΑΑ δεν ήταν παρών κατά τον έλεγχο, ούτε παρουσιάστηκε ποτέ στα όργανα του ΣΔΟΕ και φαίνεται να έχει εξαφανισθεί. Από την καταμέτρηση των αποθεμάτων αλκοολούχων ποτών στην έδρα της ως άνω εταιρίας και από την αντιπαραβολή των στοιχείων αγορών και πωλήσεων που είχε λάβει και εκδώσει αντίστοιχα αυτή, διαπιστώθηκε ύπαρξη ελλείματος και για τον λόγο αυτό έγινε έρευνα για την ύπαρξη και άλλων φορολογικών στοιχείων που είχε εκδώσει αυτή. Οι παρευρισκόμενοι υπάλληλοι και ο κατ/νος δυσχέραναν τον έλεγχο προς την κατεύθυνση αυτή, επιχειρώντας να αποκρύψουν στοιχεία, αφού τους ζητήθηκαν εκτυπώσεις μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή για τις κινήσεις από 1-6-2001 έως και την ημέρα του ελέγχου, αλλά κανείς δεν τους έδωσε, ενώ τα όργανα του ΣΔΟΕ βρήκαν σε διάφορους φακέλλους και παρέλαβαν φορολογικά στοιχεία πώλησης από 1-6-2002 έως 3-7-2002 που είχαν εκδοθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή από αριθμό θεώρηση ... έως ... . Όταν δε τα όργανα του ΣΔΟΕ ερώτησαν αν υπάρχουν χειρόγραφα φορολογικά στοιχεία πώλησης από 1-6-2002 έως 3-7-2002 που είχαν εκδοθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή από αριθμό θεώρηση ... έως ... . Όταν δε τα όργανα του ΣΔΟΕ ερώτησαν αν υπάρχουν χειρόγραφα φορολογικά στοιχεία τους επέδειξαν τελειωμένα μπλοκ, ΤΠ-ΔΑ, χωρίς κανένα απ'αυτά να έχει εκδοθεί μέσα στο ελεγχόμενο διάστημα, καθώς και αχρησιμοποίητο Δελτίο αποστολής με στοιχεία ημερομηνίας διάτρησης 1/2001, όπως και 2 μπλοκ από 1-50 και 51-100 τιμολόγια για την παροχή υπηρεσιών. Παρά τις προσπάθειες των ελεγκτών υπαλλήλων, οι οποίοι είχαν πεισθεί ότι είχαν αποκρυβεί χειρόγραφα στοιχεία, ο κατ/νος και πληρεξούσιος του διαχειριστή της εταιρίας, τους δήλωσε επανειλημμένα προφορικά αλλά και γραπτά στην αρχική δέσμη βιβλίων και στοιχείων που συντάχθηκε απ' αυτούς, ότι δεν υπάρχει άλλο φορολογικό στοιχείο σε χρήση. Οι υπάλληλοι όμως του ΣΔΟΕ σε επικοινωνία που είχαν μετά με το εποπτεύον την φορολογική αποθήκη της ως άνω εταιρία Τελωνείο Αχαρνών το τελευταίο με το ... έγγραφό του τους πληροφόρησε ότι ο κατ/νος επικοινώνησε μαζί τους και τους υποσχέθηκε ότι θα προσκόμιζε στο τελωνείο και άλλα τιμολόγια που αποδείκνυαν ότι δεν υπήρχε έλλειμα στην φορολογική αποθήκη. Στη 7-8-2001 εκπροθέσμως κατατέθησαν από την ελεγχομένη εταιρία στο Τελωνείο Αχαρνών η ΔΕΦΚΟ Ιουνίου στην οποία είχαν συμπεριλάβει εκτός των φορολογικών στοιχείων που είχαν δεσμευθεί από το ΣΔΟΕ (και τα οποία είχαν εκδοθεί μηχανογραφημένα) και τα χειρόγραφα Δελτία αποστολής με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ... μαζί με τα αντίστοιχα χειρόγραφα τιμολόγια πώλησης ..., ..., ..., ..., ..., καθώς και το υπ' αριθ. ... ΔΑ- ΤΟ μηχανογραφημένο μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή με αριθμό θεώρησης ... με παραλήπτη την "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." και προορισμό το κατάστημα .. . Επίσης επέδειξαν στο ίδιο Τελωνείο τα χειρόγραφα δελτία αποστολής με αριθμούς ..., με ημερομηνίες έκδοσης από 1-7-2002 έως 5-7-2001. Ας σημειωθεί ότι όλα τα άνω στοιχεία εκδόθηκαν μετά τον έλεγχο που διενήργησε το ΣΔΟΕ στη 7-8-2001, αλλά είναι προχρονολογημένα, ώστε να εμφανίζονται ότι εκδόθηκαν πριν από τον έλεγχο, χρησιμοποιήθηκε δε για την έκδοση τους μπλοκ, το οποίο δεν είχε επιδειχθεί στον έλεγχο, παρά το γεγονός ότι ο κατ/νος ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχαν άλλα φορολογικά στοιχεία σε χρήση. Επίσης το υπ' αριθ. ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώληση με αριθμό θεώρηση ..., το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε στη 8-6-2001 δηλαδή πριν από τον έλεγχο, είναι επόμενου του τελευταίου θεωρηθέντα από το ΣΔΟΕ με αριθμό θεώρησης ... και συνεπώς εκδόθηκε οπωσδήποτε μετά τον έλεγχο και προχρονολογήθηκε. Τα ως άνω στοιχεία εκδόθηκε για συναλλαγές που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, όπως τούτο αποδείχθηκε από τους διασταυρωτικούς ελέγχους που πραγματοποίησε το ΣΔΟΕ σε επιχειρήσεις που εμφανίζονταν ότι είχαν παραλάβει τα αλκοολούχα ποτά, σε μια προφανή προσπάθεια κάλυψης των διαπιστωθέντων ελλειμμάτων της φορολογικής αποθήκης της άνω εταιρίας και ως λαθρεμπορικό τέχνασμα νομιμοποίησης αφορολογήτων αλκοολούχων ποτών. Ο κατ/νος ενεργώντας με την προαναφερομένη ιδιότητά του, αναμιχθείς ως ουσιαστικά υπεύθυνος της ως άνω εταιρίας στις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις συνέδραμε τον διαχειριστή αυτής ΑΑ στην κατ' εξακολούθηση έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, τελώντας ο ίδιος σε γνώση της ανυπαρξίας τους και της εκδόσεως των άνω αναφερομένων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την "νομιμοποίηση" λαθρεμπορίας αλκοολούχων ποτών, η δε γνώση των αποδεικνύεται από την προσπάθειά του για δυσχέρανση του ελέγχου του ΣΔΟΕ με την μη παράδοση όλων των σε χρήση φορολογικών στοιχείων και την διαβεβαίωσή του προς αυτό (ΣΔΟΕ) ότι δεν υπάρχει εκτός από τα παραδοθέντα, άλλο φορολογικό στοιχείο σε χρήση, την εν συνεχεία διαβεβαίωση του ίδιου προς το Τελωνείο Αχαρνών ότι θα προσκόμιζε και άλλα φορολογικά στοιχεία για την κάλυψη του ελλείμματος της φορολογικής αποθήκης και εν τέλει την κατ' εντολήν του έκδοση και προσκομιδή των παρακάτω αναφερομένων εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως πληρεξουσίου του διαχειριστή της εταιρείας. Συγκεκριμένα ο κατ/νος παρέσχε την άμεση συνδρομή του στην έκδοση των παρακάτω φορολογικών στοιχείων: 1) των χειρογράφων ΔΑ ... και ... και των αντιστοίχων μηχανογραφημάτων Τ.Π. ... και ..., αξίας καθαρής (χωρίς ΦΠΑ) 17.329.728 δρχ. και 26.410.522 αντίστοιχα με τα οποία εμφανίζεται η ως άνω εταιρία ότι πώλησε στην επιχείρηση "ΓΓ" στην ..., συνολικά 19.552 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικής καθαρής αξίας 43.740.250 δρχ. Η συναλλαγή αυτή ήταν εξολοκλήρου ανύπαρκτη, αφού κατά την μετάβαση των οργάνων του ΣΔΟΕ στην έδρα της παραλήπτριας εταιρίας διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει κάποιος χώρος εκεί που να υποδηλώνει επαγγελματική δραστηριότητα στην ως άνω περιοχή, η εταιρία δε αυτή δεν λειτουργούσε από το τέλος Δεκεμβρίου 2000, ενώ η Π.Δ. ΣΔΟΕ Ηπείρου έχει καταλογίσει σ' αυτήν διάφορες παραβάσεις αφού ο ΓΓ έχει εκδώσει σωρεία εικονικών φορολογικών στοιχείων, 2) του χειρογράφου δελτίου αποστολής ... και αντίστοιχων μηχανογραφημένων υπ' αριθ. ... Τ.Π., με τα οποία εμφανίζεται η ως άνω εταιρία ότι πώλησε 468 φιάλες διαφόρων αλκοολούχων ποτών, καθαρής αξίας 1.554.259 δρχ. (+ ΦΠΑ) προς την επιχείρηση της ΔΔ. Η συναλλαγή αυτή ήταν ανύπαρκτη, αν και ήταν καταχωρημένη στα βιβλία της ως άνω επιχείρησης το ως άνω δελτίο αποστολής και το αντίστοιχο τιμολόγιο, αφού η ίδια η ιδιοκτήτρια δήλωσε ότι ουδέποτε παρέλαβε εμπορεύματα από την εταιρία "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ" και ότι προμηθεύεται αλκοολούχα ποτά από άλλη επιχείρηση, ισχυρίστηκε δε ότι ίσως κάποιος πωλητής του προμηθευτή της έβαλε το ως άνω τιμολόγιο μαζί με άλλα και από λάθος καταχωρήθηκε στο βιβλίο της επιχείρησης της, 3) του χειρογράφου δελτίου αποστολής ... και του αντίστοιχου μηχανογραφημένου τιμολογίου ..., αξίας 1.494.969 δρχ., με τα οποία εμφανίζεται η ως άνω εταιρία ότι πώλησε 702 φιάλες αλκοολούχων ποτών στην επιχείρηση εστιατορίου του ΕΕ. Η συναλλαγή αυτή δεν έγινε ποτέ, αν και τα ως άνω στοιχεία βρέθηκαν καταχωρημένα στα βιβλία της ως άνω επιχείρησης αφού η σύζυγος του ιδιοκτήτη της ΣΤ (ο ίδιος ο ΕΕ ήταν κλινήρης με πολλή σοβαρή ασθένεια) δήλωσε στην από 5-10-2001 υπεύθυνη δήλωσή της σε όργανο του ΣΔΟΕ ότι το δελτίο αποστολής και το τιμολόγιο πώλησης δόθηκαν από τον ίδιο τον κατ/νο σαν "δωράκι" στο σύζυγό της, όπως του είπε ο πρώτος, λόγω της φιλίας που είχαν, για να εκπέσει ΦΠΑ, ενώ δεν παρέλαβαν ποτέ εμπορεύματα. Άλλωστε η ως άνω επιχείρηση αγόραζε από τον κατ/νο μόνο μπύρες, οι δε ποσότητες "σκληρών αλκοολούχων ποτών" που αγόραζε ήσαν ελάχιστες, 4) οκτώ χειρογράφων δελτίων αποστολής και των αντίστοιχα αναφερομένων Τιμολογίων πώληση μέσα σε παρένθεση υπ' αριθ. ... (... για 7.932 φιάλες, καθαρής αξίας 23.185,800 δρχ., ... (...) για 6444 φιάλες, αξίας 15.095,040 δρχ., ... (...) για 1164 φιάλες, αξίας 3.398,213 δρχ., ... (...) για 2.244 φιάλες, αξίας 6.729.837 δρχ., ... (...) για 960 φιάλες, αξίας 5.067.840 δρχ., ... (...) για 1342 φιάλες, αξίας 4.006.717 δρχ., ... (...) για 786 φιάλες, αξίας 1.276.320 δρχ., ... (...) για 1596 φιάλες, αξίας 4.977.076 δρχ. με τα οποία εμφανίζεται η ως άνω εταιρία ότι πώλησε και παρέδωσε στην "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." αλκοολούχα ποτά συνολικής αξίας 63.736,843 δρχ. Οι ως άνω συναλλαγές ήσαν ανύπαρκτες. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε η Π.Δ. ΣΔΟΕ Θεσσαλίας στο υποκατάστημα και ως άνω φερομένη ως αγοράστριας εταιρίας στη ..., αποδείχθηκε ότι αυτό (υποκ/μα) δεν παρέλαβε τα αλκοολούχα ποτά που αναγράφονται στα δελτία αποστολής με αριθμούς ..., ..., ..., ... και ..., αφού κανένα απ' αυτά δεν βρέθηκε καταχωρημένο στο ημερήσιο φύλλο συναλλαγών που υποχρεούται να τηρεί και χρησιμοποιεί το υποκ/μα ..., για την παρακολούθηση των παραστατικών αγορών και πωλήσεων, ενώ δεν υπήρχαν αντίστοιχες πωλήσεις αλκοολούχων ποτών, αλλά ούτε και αποθέματα. Η άνω εταιρία "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε." η οποία είναι υπαρκτή με δραστηριότητα στον τομέα των λιανικών και χονδρικών πωλήσεων κυρίως γαλακτοκομικών προϊόντων, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και μεταξύ των προμηθευτών της, στους οποίους χρωστούσε, ήταν και η "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ". Στην 28-2-2000 μετέφερε την έδρα της από την ... στην ... (στην οδό ...) και τον Δεκέμβριο του 2000 την εγκατέλειψε, ενώ τον Απρίλιο 2001 ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ΖΖ την μεταβίβασε ατύπως στην "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ" προκειμένου να χρησιμοποιήσει η τελευταία τα φορολογικά στοιχεία της πρώτης για να καλύπτει το λαθρεμπόριο αλκοολούχων ποτών που διενεργούσε. Για τον λόγο αυτό κατά τον χρόνο του ελέγχου από το ΣΔΟΕ βρέθηκαν στον χαρτοφύλακα του υπαλλήλου της "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ", ΒΒ, μηχανική σφραγίδα, μπλοκ αποδείξεων είσπραξης και θεωρημένα μπλοκ δελτίων αποστολής - τιμολογίων πώληση της εταιρίας "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.". Απ' όλα τα άνω προκύπτει, χωρίς αμφιβολία τόσο η εικονικότητα των ως άνω εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας 110.526.321 δρχ. (χωρίς ΦΠΑ), για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, όσο και η άμεση συνδρομή του κατ/νου στην έκδοσή τους, για την συγκάλυψη της διενεργουμένης λαθρεμπορίας αλκοολούχων ποτών από τον ΑΑ, ως διαχειριστή της "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ". Επομένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη ο κατ/νος για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη για την οποία κατηγορείται, η τέλεση της οποίας δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την συνδρομή του, αφού αυτός υποκαθιστούσε τον διαχειριστή της ως άνω εταιρίας ως προς όλες τις αρμοδιότητές του, διενεργώντας ουσιαστικά ο ίδιος την διαχείριση, σημειωτέον δε ότι και ο ΑΑ έχει ήδη καταδικασθεί με την 24318/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθήνας σε φυλάκιση 2 ετών για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων μεταξύ των οποίων και των προαναφερομένων στην παρούσα, απορριπτομένων για τους άνω λόγους". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της άμεσης συνέργειας στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 46 παρ.1β του Π.Κ, 19 παρ.1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως η παρ.1 του άρθρου 19 και η παρ.2 του άρθρου 21 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 40 παρ.1 και 2 του Ν 3220/2004 και η παρ. 10 του άρθρου 21 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8, 9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, επέδειξε ενεργή και άμεση συμμετοχική δράση, αφού με την ιδιότητα του πληρεξουσίου του διαχειριστή της ως άνω εταιρείας, διαβεβαίωνε προφορικά αλλά και γραπτά τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, ότι δεν υπάρχουν άλλα φορολογικά στοιχεία, εκτός εκείνων που δεσμεύθηκαν, ενώ παράλληλα ο ίδιος επικοινωνούσε με την αρμόδια τελωνειακή αρχή Αχαρνών, και διαβεβαίωνε τα αρμόδια όργανα ότι θα προσκόμιζε σειρά τιμολογίων, από τα οποία θα προέκυπτε ότι δεν υπήρχε έλλειμμα στις αποθήκες της εταιρείας. Αιτιολογείται, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω ιδιότητα του, αναμειγνυόταν ενεργά στις εταιρικές υποθέσεις και μάλιστα στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, ύψους δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, όπως με την εταιρεία ΓΓ, στην οποία φέρεται να έχουν πουληθεί αλκοολούχα ποτά αξίας 17.329,728 δραχμών και 26.410.522 δραχμών αντίστοιχα, ή και στην εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", εμπορεύματα αξίας 63.736.843 δραχμών, τελώντας σε γνώση όχι μόνο για την ανυπαρξία των εικονικών συναλλαγών, αλλά και για την έκδοση σειράς εικονικών φορολογικών στοιχείων, (τιμολογίων) προκειμένου να νομιμοποιήσει λαθρεμπορικά προϊόντα (αλκοολούχα ποτά), επί πλέον δε πρόβαλε με τις ενέργειες του διάφορα προσκόμματα, προκειμένου να δυσχεράνει τον έλεγχο της εταιρείας, ενώ όπως διαπιστώθηκε, οι φερόμενες στα αντίστοιχα τιμολόγια και δελτία αποστολής, ως αγοράστριες των εμπορευμάτων εταιρείες, ουδέποτε πραγματοποίησαν συναλλαγές με την εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ. Περαιτέρω, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση που προβάλλει ο αναιρεσείων, ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του, και αφορά τη χρονική περίοδο από 10-4-2001 έως 4-7-2001, είναι απαράδεκτη, ενόψει του ότι στη μηνυτήρια κατ' αυτού αναφορά της ΔΟΥ Αχαρνών, καθώς και στην από 4-6-2003 έκθεση ειδικού ελέγχου της ίδιας Οικονομικής υπηρεσίας, όπως και στις σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου, δεν γίνεται αναφορά ότι αυτός τέλεσε αντίστοιχο αδίκημα για την χρονική περίοδο του έτους 2001. Η αιτίαση, αυτή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη, με την παρακάτω αιτιολογία:
"Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εις βάρη της τελευταίας άνω εταιρίας συντάχθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. ... έκθεση ελέγχου ΚΒΣ της Π.Δ. ΣΔΟΕ Δυτ. Μακεδονίας με διαπιστωθείσα παραβάσεις την έκδοση: α) στη χρήση έτους 1999, 61 εικονικών φορολογικών στοιχείων αξίας 94.152.243 δρχ. πλέον ΦΠΑ και β) στη χρήση του έτους 2000, 12 εικονικών φορολογικών στοιχείων (των προαναφερομένων), αξίας 110.526.321 δρχ. πλέον ΦΠΑ προς τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις. Η ως άνω έκθεση ελέγχου απεστάλη στη ΔΟΥ Αχαρνών, η οποία εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου ύψους 552.618 ευρώ και 648.764 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες κοινοποιήθηκαν νόμιμα και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί των ως άνω αποφάσεων επιβολής προστίμου, ακολούθως δε υποβλήθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. ... μηνυτήρια αναφορά εις βάρος της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ της Π.Δ. ΣΔΟΕ Δυτ. Μακεδονίας προς τον ενταύθα Εισαγγελέα. Στην συνέχεια, επειδή διαπιστώθηκε ότι η ως άνω μηνυτήρια αναφορά ήταν λανθασμένη ως προς την χρήση του έτους 2000, και δη είχε αναγραφεί έτος 2000 αντί του ορθού 2001, εντός του οποίου είχαν πράγματι διαπιστωθεί οι ως άνω παραβάσεις (κατά το έτος 2000 δεν είχε διαπιστωθεί παράβαση) η Π.Δ. ΣΔΟΕ Δυτ. Μακεδονίας με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφό της προς τον ενταύθα Εισαγγελέα ζήτησε να μην ληφθεί υπόψη η ως άνω μηνυτήρια αναφορά καθόσον θα επακολουθούσε νέα μηνυτήρια αναφορά διορθωμένη, μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών. Πράγματι συντάχθηκε η υπ' αριθ. ... έκθεση ελέγχου σε ορθή επανάληψη της προαναφερομένης, η οποία απεστάλη στη ΔΟΥ ..., η οποία κατόπιν αυτού, ακύρωσε την υπ' αριθ. ... απόφαση επιβολής προστίμου και εξέδωσε την υπ' αριθ. ... νέα απόφαση επιβολής προστίμου, ύψους 648.764 ευρώ (εις αντικατάσταση της ακυρωθείσας για την χρήση 2001). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, το δε επιβληθέν πρόστιμο έγινε οριστικό. Μετά ταύτα η ΠΔ ΣΔΟΕ Δυτ. Μακεδονίας υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα την υπ' αρ. πρωτ. ... μηνυτήρια αναφορά εις βάρος της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ σε ορθή επανάληψη της προαναφερομένης υπ' αριθ. πρωτ. ... . Κατόπιν τούτου απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατ/νου που περιλαμβάνεται στο υπό στοιχεία 1η σύσταση, καθόσον όπως προαναφέρθηκε και επακολούθησε νέα ορθή μηνυτήρια αναφορά, αφού είχε προηγηθεί νέα απόφαση επιβολής προστίμου στην εταιρία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ, η οποία κοινοποιηθείσα νομίμως στην εταιρία αυτή και παρελθούσης άπρακτης της προθεσμίας της έγινε οριστική κατά τα άνω. Συνεπώς μετά την οριστικοποίηση του επιβληθέντος προστίμου και την υποβολή της νέας μηνυτήριας αναφοράς ορθά ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά του κατ/νου και δεν είναι απαράδεκτη αυτή ως ισχυρίζεται αυτός". Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, η σχετική αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Πράγματι, αιτιολογείται η παραδοχή κατά την οποία η Περιφερειακή Διεύθυνση Δυτικής Μακεδονίας, αφού ακύρωσε την υπ' αριθμό ... απόφαση επιβολής προστίμου, εξέδωσε στη συνέχεια την υπ' αριθμό ... νέα απόφαση επιβολής προστίμου, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα, ενώ παρήλθε άπρακτη η προθεσμία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς. Στη συνέχεια η ως άνω περιφερειακή διεύθυνση υπέβαλε προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, την υπ' αριθμό ...νέα μηνυτήρια αναφορά σε βάρος της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ, σε ορθή επανάληψη της προαναφερόμενης με αριθμό ..., κατά της οποίας δεν ασκήθηκε από μέρους της εταιρείας οποιαδήποτε προσφυγή και εξ' αυτού του λόγου κατέστη πλέον οριστική και στη συνέχεια ασκήθηκε παραδεκτώς η δέουσα ποινική δίωξη.
Τέλος, η αιτίαση του κατηγορουμένου με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, προεχόντως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετήριου, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε με σχετικό λόγο εφέσεως, η τυχόν ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος. Ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 3842/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 1676/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου, περί αναιρέσεως της 71/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1823/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 του ίδιου Κώδικα αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανιστεί ο αναιρεσείων όχι όμως κάποιος από τους άλλους διαδίκους, όπως είναι και ο πολιτικώς ενάγων, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης αυτής σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 9-12-2008 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα του ΑΤ ..., ..., ο πολιτικώς ενάγων Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίσθηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Τα άρθρα 361 παρ.1 εδ.α' και 362 εδ. α' του ΠΚ ορίζουν αντιστοίχως, ότι "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημίσεως (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή" και "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή χρηματική ποινή". Η ποινική δίωξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ.1 ΠΚ, ασκείται γι'αμφότερες τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ ορίζεται, ότι "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξεως, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της". Περαιτέρω η έλλειψη της απαιτουμένης και προβλεπομένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν περιέχεται στην ίδια με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελίωσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εμφανίστηκε. Ειδικώς η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος που διώκεται κατ'έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να προσδιορίζει στην ως άνω αιτιολογία και το χρόνο κατά των οποίων ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξεως ή και ενός έστω από τα πρόσωπα που τη διέπραξαν, διαφορετικά η απόφαση είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αναιρετέα. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 71/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και διατηρεί στον ... και στη ... φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης. Ως μόνιμος κάτοικος ... ασχολείται και με την τοπική αυτοδιοίκηση, έχοντας εκλεγεί παλιότερα δήμαρχος της πόλης αλλά και δημοτικός σύμβουλος επί σειρά ετών. Ο κατηγορούμενος είναι επίσης κάτοικος ..., συνταξιούχος νομοκτηνίατρος, απασχολούμενος με τη διατήρηση πρότυπης κτηνοτροφικής μονάδας, η οποία σήμερα λειτουργεί στο όνομα της συζύγου του ΑΑ, του υιού του και της συζύγου αυτού, ΒΒ και ΓΓ. Συμμετέχει δε και αυτός στα κοινά, πολιτευόμενος με αντίθετη από αυτήν του ενάγοντος παράταξη. Σημειωτέον ότι εξαιτίας της ενασχόλησής τους αυτής, κατά καιρούς, και ιδιαίτερα σε περιόδους εκλογών, έχουν δημιουργηθεί προστριβές και εντάσεις στις σχέσεις των διαδίκων. Στις 24-12-2000 ο ενάγων έλαβε στο φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης που διατηρεί στον ..., την από 18-12-2000 "αναφορά", όπως επιγραφόταν, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λαμίας, η οποία ήταν γραμμένη με μηχανικό μέσο, έφερε την υπογραφή "ΠΕΡ. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ..." και είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κύριε Εισαγγελεύ, Απευθυνόμαστε σε εσάς διότι είστε ο μόνος που μπορείτε επιτέλους να θέσετε τέρμα σε μια πολύ βρωμερή κατάσταση που τυραννά ολόκληρον την κοινωνία του ... . Συγκεκριμένα εις την θέσιν (...) του Δήμου ... υπάρχει πολυτελής βίλα του καθηγητού Ψ, κατοίκου ... εντός της αυλής αυτής και εις το πέριξ χώρον υπάρχει ολόκληρος φυτεία χασίς, το προϊόν της φυτείας προωθείται εις την Νεολαίαν ... με τα γνωστά αποτελέσματά της. Το γεγονός αυτό το έχουμε κατ'επανάληψιν καταγγείλει εις την Αρμόδιαν Υπηρεσίαν άνευ αποτελέσματος. Ερωτώμεν κ. Εισαγγελεύ πού βρέθηκαν τα χρήματα δια την ανέγερσιν πολυτελούς βίλας που κτίστηκε άνευ αδείας οικοδομής, ποιος ηλεκτροδότησε το παράνομον τούτο συγκρότημα. Ωσαύτως σας αναφέρουμε ότι ο εν λόγω καθηγητής είναι κάτοχος (2) οικιών και μεγάλου οικοπέδου εις τον ... . Ενώ πρόκειται περί ανέργου, τεμπέλη και καφενόβειο, που βρέθηκαν όλα αυτά τα χρήματα δια την αγορά των ανωτέρω; Εκτός εάν το πρώην επάγγελμά του πουλώντας τον "ριζοσπάστη" στα υπόγεια της ... του επέφεραν τόσα κέρδη. Εκ των προτέρων θερμά σας ευχαριστούμε". Το εν λόγω έγγραφο κοινοποιήθηκε επίσης, όπως άλλωστε αναγράφεται σ'αυτό στους ακόλουθους: Νομάρχη ..., Νομάρχη ..., Δ/νση Χωροφυλακής ... και ..., Δήμαρχο ... με την παράκληση να διαβαστεί στο προσεχές δημοτικό συμβούλιο, Επιθεώρηση Μέσης Εκπαιδεύσεως ...-..., Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων Γυμνασίου και Λυκείου ..., ... Φροντιστήριο ..., ... Φροντιστήριο ..., Αστυνομικό Τμήμα ... και Αστυνομικό Τμήμα ... . Η αναφορά αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ήταν έντυπη και χωρίς την υπογραφή του συντάκτη, όμως οι διευθύνσεις των ληπτών πάνω στους φακέλους είχαν γραφεί με το χέρι. Ο γραφικός χαρακτήρας λόγω της ιδιαιτερότητας του φαινόταν οικείος στον ενάγοντα, ο οποίος όμως αρχικώς δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει με βεβαιότητα τον συντάκτη του εγγράφου. Στις 28 Ιουνίου 2001 υποψιάστηκε ότι ο αποστολέας της επιστολής είναι ο μηνυτής, με τον οποίο μάλιστα είχαν δημιουργηθεί προστριβές για πολιτικούς λόγους, συγκρίνοντας το γραφικό χαρακτήρα του κατηγορουμένου στην ... επιταγή πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 28-6-2001, ποσού 300.000 δρχ. συρομένης σε λογαριασμό που τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα η σύζυγος του κατηγορουμένου για τις ανάγκες της επιχείρησής τους, την οποία είχε συμπληρώσει ιδιοχείρως ο εναγόμενος, που περιήλθε σε γνώση της συζύγου του λόγω της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου της άνω τράπεζας. Ακολούθως το Φεβρουάριο 2002 επισκέφτηκε γραφολόγο, που τον βεβαίωσε προφορικά για την ομοιότητα του γραφικού χαρακτήρα του κατηγορουμένου με αυτή του αποστολέα της επίδικης επιστολής και έτσι είχε πλέον την βεβαιότητα ότι ο συντάκτης και αποστολέας της ως άνω επιστολής ήταν ο κατηγορούμενος και έτσι κατέθεσε στις 7-3-2002 την παρούσα μήνυση, η οποία ήταν εμπρόθεσμη, αφού κατά τα παραπάνω, κατατέθηκε μέσα στο τρίμηνο από τότε που ο μηνυτής έλαβε γνώση όχι μόνο της πράξης αλλά και του δράστη του τελεσθέντος σε βάρος του αδικήματος.
Συνεπώς η ένσταση του κατηγορουμένου περί εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συντάκτης της επιστολής αυτής είναι ο κατηγορούμενος. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται, πέραν της εμφανούς ομοιότητας του γραφικού χαρακτήρα του κατηγορουμένου στα άνω έγγραφα και από την από 18-10-2005 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ειδικής δικαστικής γραφολόγου γραφοψυχολόγου ..., η οποία αφού διερεύνησε και συνέκρινε τη γραφή επί δύο φακέλων που περιείχαν το προαναφερθέν κείμενο, με αυτήν στην από 28-6-2001 ως άνω επιταγή, στην υπ' αριθμ. ... επιταγή της ιδίας πιο πάνω πληρώτριας, καθώς και σε ένα δελτίο συνεργασίας με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, έγγραφα που είχαν όλα συμπληρωθεί ιδιοχείρως από τον κατηγορούμενο, κατέληξε ότι οι διευθύνσεις στους φακέλους είχαν γραφεί από το ίδιο πρόσωπο. Περαιτέρω τα διαλαμβανόμενα στο εν λόγω έγγραφο ήταν αυθαίρετα και ψευδή αφού ο ενάγων είναι εργαζόμενος, η κατοικία της οποίας είναι συγκύριος στην ... δεν είναι "πολυτελής βίλα", αλλά πρόκειται για εξοχικό 50 τμ που είναι συννόμως κατασκευασμένο, και βέβαια, όπως διαπιστώθηκε από σχετική έρευνα των αρχών δεν ασχολείται με την καλλιέργεια και διακίνηση ινδικής κάνναβης προς την νεολαία του ... . Τα παραπάνω ψευδή γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή, δεδομένου ότι με την αποστολή του εγγράφου αυτού σε όλους τους πιο πάνω παραλήπτες δημιουργήθηκαν συζητήσεις στην κοινωνία του ... και της .. σε βάρος του ενάγοντος, που είναι γνωστός στην περιοχή, λόγω και της ενασχόλησής του με τα κοινά, οι συκοφαντικοί δε ισχυρισμοί σχετικά με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε νέους ανθρώπους, συνέτειναν στη δημιουργία αμφιβολιών για την ηθική υπόσταση του εγκαλούντος. Ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές των περιεχομένων στην αναφορά ισχυρισμών, λαμβανομένου υπόψη ότι κατοικεί και ο ίδιος στον ... και είναι σε θέση να γνωρίζει τον εγκαλούντα και τις δραστηριότητές του, αφού μάλιστα ζουν και οι δύο σε μια μικρή πόλη, αλλά και λόγω της συμμετοχής τους στα κοινά και των προσωπικών τους επαφών. Σημειώνεται ότι σε βάρος του κατηγορουμένου εκδόθηκε η 66/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, επί αγωγής του εγκαλούντος κατά του κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας του και επικυρώθηκε η 67/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να καταβάλει στον εγκαλούντα το ποσόν των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την προπεριγραφόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του μηνυτή".
Ακολούθως, με βάση τις άνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Λαμίας (Μεταβατική 'Εδρας Λιβαδειάς), απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 117 παρ.1, 362 και 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το εμπρόθεσμο της εγκλήσεως του πολιτικώς ενάγοντος κατά του αναιρεσείοντος με πλήρη και σαφή αναφορά του χρόνου κατά τον οποίο έλαβε αυτός γνώση ότι ο αναιρεσείων είναι ο δράστης της σε βάρος του συκοφαντικής δυσφήμησης, ως συντάκτης και αποστολέας της από 18-12-2000 αναφοράς. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ειδικότερα ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και το εμπρόθεσμο της εγκλήσεως) και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Ψ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 71/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου λαμίας (Μεταβατικής έδρας Λιβαδειάς). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Έγκληση. Αιτιολογία απόφασης και ορθή εφαρμογή νόμου. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 1673/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, o οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 49936/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, κρατούμενο στις Δικαστικές Φυλακές ..., που δεν παρέστη και με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 61/03.12.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1940/2008
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-12-2008 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 49936/2008 καταδικαστικής για τον κατηγορούμενο Χ1, Αλβανό υπήκοο ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2 και 509 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ερήμην του κατηγορουμένου, ο οποίος νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύθηκε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής (βλ. σχετικά τα από 23-2-2009 τρία αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, αν κάποιος δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή και δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, διότι η ποινή αυτή, μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειάς τους, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικά και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 49936/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα (βλ. σχετική την υπ' αριθμ. ... υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών), το ως άνω δικαστήριο, αφού καταδίκασε, εκτός των λοιπών προσώπων, τον κατηγορούμενο Χ1, Αλβανό υπήκοο, για τα εγκλήματα της κλοπής και της μεταφοράς λαθρομεταναστών στη Χώρα (άρθρα 373 παρ. 1 ΠΚ και 88 παρ. 1 του ν. 3386/2005) του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την πρώτη πράξη και ενός έτους για τη μεταφορά καθενός από τους είκοσι λαθρομετανάστες και καθόρισε συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης εννέα ετών και ενός μηνός. Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 99 και 100 του Π.Κ., διέταξε την αναστολή της συνολικής ως άνω ποινής φυλάκισης που φορά τον προαναφερόμενο κατηγορούμενο για μία τριετία. Η τοιαύτη όμως εφαρμογή του νόμου από το δικάσαν ως άνω δικαστήριο είναι εσφαλμένη, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα έπρεπε να λάβει υπόψη του για τη χορήγηση ή μη της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής την εκτιτέα ποινή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει κατά πολύ το οριζόμενο ανώτατο όριο των δύο ετών. Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τον ως άνω κατηγορούμενο και μόνο ως προς τη διάταξη της περί αναστολής της επιβληθείσας σ'αυτόν ποινής φυλάκιση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει αυτό για τη μετατροπή ή μη της ανωτέρω συνολικής ποινής που καθόρισε σε βάρος του ως άνω καταδικασθέντος κατηγορουμένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 49936/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ1 και ειδικότερα ως προς τη διάταξη περί αναστολής της επιβληθείσας σ'αυτόν συνολικής εκτιτέας ποινής φυλάκισης των εννέα (9) ετών και ενός (1) μηνός.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να αποφανθεί περί της μετατροπής ή μη της ανωτέρω ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναστολή εκτέλεσης επί συνολικής ποινής. Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για εσφαλμένη ερμηνεία ποινικής διάταξης από Δικαστήριο της ουσίας. Εσφαλμένη ερμηνεία ποινικής διάταξης (άρθρων 99 και 100 ΠΚ). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Ποινή συνολική
|
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1671/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 809/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενους: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκους ... . Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 22/13-4-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 583/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 164/5.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιον σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 22/ 09 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με την οποία ζητά την αναίρεση του 809/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., για ψευδορκία μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 98 και 224 παρ. 1, 2 ΠΚ], η οποία είναι τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση αναιρέσεως, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 22/06 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Β- Να αναιρεθεί το 809/09 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Γ- Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε βούλευμα, οποιουδήποτε δικαστικού συμβουλίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται, από το άρθρα 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς το βούλευμα στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέο κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά των κατηγορουμένων Χ1, κατοίκου ... και Χ2, δικηγόρου και, κατοίκου ..., ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι αυτοί τέλεσαν και μάλιστα ο μεν πρώτος α) την 3-11-2006, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Κωστάκου, για όσα αυτός βεβαίωσε ενόρκως στην υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωσή της, β) την 30-6-2006, κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πταισματοδίκη του 19ου τμήματος Αθηνών και γ) την 15-6-2006, με την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του αξιωματικού του Α.Τ. ..., ο δε δεύτερος από αυτούς την 14-6-2006 σε κατάθεσή του ενώπιον του ως άνω αξιωματικού του Α.Τ. ..., με την οποία βεβαίωσε το περιεχόμενο της, από 14-6-2006, αναφοράς του και ακολούθως, επιβεβαίωσε το περιεχόμενό της, την 2-10-2006 ενώπιον του ως άνω πταισματοδίκη Αθηνών. Μετά τη διενέργεια της προανακρίσεως η σχετική δικογραφία, λόγω της ιδιότητας του δευτέρου των κατηγορουμένων, ως δικηγόρου, μέλους του Δ.Σ. Αθηνών, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος παράγγειλε την εισαγωγή της στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενόψει του ότι κατά την κρίση του, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της υποθέσεως στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των ως άνω κατηγορουμένων, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους η ποινική δίωξη. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την προανάκριση που διενεργήθηκε και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με όλα τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ και ο ΑΑ είναι αδελφοί, υιοί του ΒΒ και της ΓΓ, οι οποίοι απεβίωσαν, ο μεν πρώτος (ΒΒ) στις 16.1.1998, η δε δεύτερη (ΓΓ) στις 20.7.2001. Μεταξύ των ανωτέρω αδελφών υφίσταται έντονη αντιδικία που έχει λάβει την μορφή πολύχρονης δικαστικής διαμάχης με την εκατέρωθεν υποβολή μηνύσεων και άσκηση αγωγών. Ο ήδη μηνυτής, Ψ, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 11.1.2006 αγωγή του με εναγόμενο τον αδελφό του, ΑΑ, με την οποία ο ήδη μηνυτής ζητούσε να αναγνωρισθεί αϊτό το Δικαστήριο το κληρονομικό του δικαίωμα κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των εκτιθεμένων σε αυτή (την αγωγή) κινητών κληρονομιαίων πραγμάτων (χρυσαφικών και κοσμημάτων) τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στη μητέρα τους, ΓΓ. Τα κοσμήματα αυτά, σύμφωνα με την αγωγή, τα είχε χαρίσει στην ΓΓ ο σύζυγος της, ΒΒ, τα είχε παραλάβει ο εναγόμενος, ΑΑ, από τραπεζική θυρίδα και τα είχε παραδώσει στη μητέρα τους η οποία τα κατείχε στην οικία της-διαμέρισμα που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. ... στον ..., το κλειδί της οποίας (οικίας) (πάντα σύμφωνα με την αγωγή) ο εναγόμενος, ΑΑ, κατακρατούσε και αρνείτο να παραδώσει στον ήδη μηνυτή, Ψ, απαγορεύοντας, μετά το θάνατο της μητέρας τους, την 20.7.2001, την είσοδο του στο διαμέρισμα. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του εναγομένου της αγωγής αυτής, ΑΑ, ο ήδη πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, έδωσε ένορκη κατάθεση στις 3.11.2006, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Κωστάκου-Ψαθάκη, η οποία ένορκη κατάθεση έλαβε τη μορφή της υπ' αριθμ. ... ένορκης βεβαιώσεως και αποτέλεσε μέρος της δικογραφίας. Η αγωγή αυτή αρχικώς ανεβλήθη για τις 12 Νοεμβρίου 2007 και, μετά τη συζήτηση της κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 3710/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα, με βάση το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως, έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι τέτοια κοσμήματα υπήρξαν και μάλιστα ότι ανήκαν κατά κυριότητα στην μητέρα των Ψ και ΑΑ, βασίσθηκε, δε, το Δικαστήριο στο από 24.8.2001 πρωτόκολλο απογραφής που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων παρουσία μαρτύρων και αφορούσε στην απογραφή των κινητών πραγμάτων στο διαμέρισμα που κατοικούσε η μητέρα τους και στο οποίο δεν περιγράφεται κανένα από τα κοσμήματα που εκτίθεντο στην αγωγή του Ψ, στην από 12.9.2001 έγγραφη διανομή κρυστάλλων, ασημικών και άλλων κινητών πραγμάτων που έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων στην οποία δεν έγινε καμμία αναφορά στα εν λόγω κοσμήματα, στο γεγονός ότι στις προγενέστερες με ημερομηνίες 18.10.2001, 18.11.2002 και 11.10.2004 αγωγές διανομής που είχε ασκήσει ο Ψ, ουδεμία αναφορά γινόταν στα κοσμήματα αυτά, καθώς και στο γεγονός ότι ο μάρτυρας, ..., που κατέθεσε υπέρ του ενάγοντος, Ψ, υπέπεσε σε πλήθος αντιφάσεων όπως αυτές περιγράφονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω. Με την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) "... Την προηγούμενη της κηδείας της ΓΓ (μητέρας του μηνυτή), δηλαδή στις 22-7-2001 το απόγευμα είχα μεταβεί στο πατρικό σπίτι της οικογένειας ΒΒ-ΓΓ στο ... (οδός ... αριθμ. ...), για να συλλυπηθώ για το θάνατο της ανωτέρω. Εκεί βρήκα τον εναγόμενο (δηλαδή το ΑΑ, αδελφό του μηνυτή) και τη σύζυγο του, ενώ δε συζητούσαμε και παρίστατο και ο κοινός φίλος κ. Χ2, ήλθε και ο ενάγων Ψ, οπότε ο εναγόμενος (ΑΑ) του παρέδωσε το κλειδί του εν λόγω πατρικού σπιτιού ...", β) " ...Την 23-8-2001 ειδοποιήθηκα από το ΑΑ, ότι ο ΨΨ του είχε στείλει μέσα στο καλοκαίρι κάποιο χαρτί (αίτηση σφράγισης του πατρικού σπιτιού στο ...). Πήγα στο Δικαστήριο, το Ειρηνοδικείο Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα), στις 24-8-2001 και είδα ότι η Πρόεδρος ανέβαλλε την υπόθεση με την ηθική επισήμανση, "να γίνουν πρώτα τα σαράντα της ΓΓ σε δύο ημέρες και μετά να απασχοληθεί το Δικαστήριο με τοιαύτα θέματα". Ουδόλως "επίεσε" το Δικαστήριο κανένα, να παραδώσει κλειδιά, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων στην αγωγή του ...", γ) "... Στο μοίρασμα των κρυστάλλων, πορσελάνων κ.λ.π. παρέστην και προσωπικώς την 12-9-2001. Ο Ψ πήρε αυτά, που επέλεξε, και που εκτιμώ ότι ήταν καλύτερα εκείνων που πήρε ο ΑΑ ..." και δ) "Εξ' άλλου αν υπήρχαν τέτοια κοσμήματα θα τα είχαμε δει, ως στενοί φίλοι, να τα φοράει η ΓΓ, αντιθέτως δεν είχαμε ακούσει για τέτοια πράγματα. Σε κάθε περίπτωση γνωρίζοντας άμεσα τα της οικογένειας ΒΒ-ΓΓ, ως έμπιστος φίλος των αειμνήστων ΒΒ και ΓΓ, φρονώ ότι τέτοια κοσμήματα κλπ. είναι ανύπαρκτα, προϊόντα του πάθους, που προφανώς τρέφει ο ενάγων κατά του εναγομένου, και ιδίως για να αντισταθμίσει σοβαρές μηνύσεις που υπέβαλλε κατ' αυτού ο τελευταίος ... ". Όσον αφορά στο πρώτο εδάφιο της επίμαχης ένορκης βεβαιώσεως, το οποίο αφορά στην παράδοση των κλειδιών του διαμερίσματος στο οποίο διέμενε η αποθανούσα μητέρα των Ψ και ΑΑ, την 22.7.2001, δηλαδή, την προηγουμένη της κηδείας της ημέρα, προέκυψαν τα εξής: στις 24 Αυγούστου 2001, στο διαμέρισμα στο οποίο διέμενε η αποθανούσα μητέρα των Ψ καί ΑΑ, συνυπεγράφη (γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον μηνυτή) μεταξύ των τελευταίων το με την αυτή ημερομηνία έγγραφο στο οποίο ανεγράφησαν τα εξής: "ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ. Σήμερα 24/8/2001 συγκεντρωθήκαμε οι κάτωθι υπογεγραμμένοι προς φιλικήν διευθέτησιν της καταστάσεως μεταξύ ΑΑ και Ψ, στο σπίτι της ΓΓ, ..., ... και διεπιστώσαμεν ότι όλα τα κινητά πράγματα η βιτρίνα με τα ασημικά, κρύσταλλα, οι πίνακες τα βιβλία κ.λ,π. είναι όλα τα πράγματα στη θέση τους, εντάξει και θα διαμοιρασθούν στο μέλλον με καλή πίστη. Η φράση "περί κινδύνου απομακρύνσεως" στην αίτηση σφραγίσεως της 22/8/2001 ετέθη εξ αμφισβητήσεως και δεδομένου ότι δεν είχαν δοθή τα κλειδιά του συναγερμού τα οποία εδόθησαν σήμερον. Εκ της μη δόσεως των κλειδιών είχαν δημιουργηθεί αμφισβητήσεις, ουδόλως με πρόθεση να θιγή ο ΑΑ. Ελήφθησαν και φωτογραφίες που δείχνουν ποια πράγματα υπήρχαν. Οι παραστάντες". Από το μη αμφισβητούμενο από τον μηνυτή περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου σαφώς προκύπτει ότι, κατά την ημερομηνία συντάξεως του, παραδόθηκαν από τον ΑΑ στον ήδη μηνυτή, Ψ, τα κλειδιά του συναγερμού της υπό στοιχείο 3 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) στην οποία κατοικούσε εν ζωή η μητέρα τους, ΓΓ, καθώς σε αυτό το έγγραφο γίνεται λόγος αποκλειστικά για τα κλειδιά αυτά και μόνον και όχι για το κλειδί του διαμερίσματος, το οποίο, σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις των ΑΑ και ..., είχε παραδοθεί στον Ψ τις 22.7.2001, ήτοι, την προηγουμένη της κηδείας της μητέρας των ΑΑ και Ψ. Λόγω, της ήδη ανακυψάσης έριδας μεταξύ των τελευταίων θεωρείται απίθανο ο μηνυτής Ψ να δεχθεί να μην γίνει μνεία στο εν λόγω έγγραφο η ήδη επικαλούμενη από αυτόν άρνηση του αδελφού του να του παραδώσει τα κλειδιά του διαμερίσματος (και όχι μόνον του συναγερμού),ενώ αντίθετα δέχθηκε να επισημανθεί στο εν λόγω έγγραφο μόνον ότι "τα κλειδιά του συναγερμού δεν είχαν δοθεί μέχρι σήμερον". Επομένως, ανεξαρτήτως του εάν η παράδοση του κλειδιού του διαμερίσματος χωρίς την παράδοση του κλειδιού του συναγερμού νοείται ως πλήρης παράδοση των κλειδιών του διαμερίσματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ουδέν ψευδές κατέθεσε όταν αναφέρθηκε στην παράδοση "του κλειδιού" του διαμερίσματος στις 22.7.2001, χωρίς αυτός να κάνει διάκριση περί του εάν είχε δοθεί και το κλειδί του συναγερμού. Όσον αφορά στο δεύτερο εδάφιο της επίμαχης ένορκης βεβαιώσεως που αφορά στην επικαλούμενη από τον μάρτυρα επισήμανση της Προέδρου του Δικαστηρίου των ασφαλιστικών μέτρων να αναβληθεί η εκδίκαση της από 22.8.2001 αιτήσεως σφραγίσεως της οικίας της μητέρας των Ψ και ΑΑ, ΓΓ, που είχε υποβάλει ο ήδη μηνυτής, Ψ, για τη Δευτέρα, 27.8.2001, προκειμένου να γίνει πρώτα το 40νθήμερο μνημόσυνο της ΓΓ, που είχε προγραμματισθεί να γίνει την Κυριακή 26.8.2001, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνηγορεί ή αποδεικνύει την αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού. Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών της 24ης Αυγούστου 2001, προκύπτει ότι η αναβολή δόθηκε από το Δικαστήριο μετά από σχετικό αίτημα του ΑΑ για τη Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2001, ήτοι, μία ημέρα μετά την Κυριακή, 26 Αυγούστου 2001, οπότε θα γινόταν το 40νθήμερο μνημόσυνο της ΓΓ, οπότε, την ίδια ημέρα οι δύο αδελφοί συναντήθηκαν και συνέταξαν το από 24.8.2001 έγγραφο με το περιεχόμενο που εκτέθηκε παραπάνω. Από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν στην προανάκριση, παρών κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου ήταν ο ΑΑ, που κατέθεσε ενόρκως ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, βλέποντας ότι μεσολαβούσαν μόνον δύο ημέρες για το μνημόσυνο της μητέρας των δύο αδελφών, ανέβαλε για λίγο την υπόθεση. Αλλά και ο ίδιος ο μηνυτής, με τα από 7.7.2008 και 20.11.2008 υπομνήματα του κάνει λόγο για "προτροπή" της Προέδρου του Δικαστηρίου προς τον ΑΑ να παραδώσει τα κλειδιά και όχι για "πίεση", γεγονός που επιρρωνύει την κρίση ότι το πιθανότερο είναι ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου προέβη σε ηθική επισήμανση και όχι σε πίεση, γεγονός που καθιστά αληθή την σχετική κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1. Οσον αφορά στο τρίτο εδάφιο που αφορά στο εάν ο κατηγορούμενος, Χ1, ήταν όντως παρών κατά το μοίρασμα των κρυστάλλων, πορσελάνων κ.λ.π. μεταξύ των δύο αδελφών, την 12.9.2001, καθώς και εάν ο μηνυτής, Ψ, έλαβε αυτά που επέλεξε τα οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν καλύτερα από εκείνα που πήρε ο ΑΑ, πρέπει να λεχθούν τα εξής: με την ένδικη μήνυση, ο μηνυτής, Ψ, αιτιάται ότι το περιεχόμενο του αμέσως παραπάνω εδαφίου της ένορκης καταθέσεως του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1, είναι ψευδές, διότι ο τελευταίος δεν παρίστατο στο μοίρασμα των κρυστάλλων, πορσελάνων και άλλων κατά την 12.9.2001, ότι το μοίρασμα αυτό έγινε άλλη ημερομηνία και, ότι, ως εκ τούτου, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει ποιος από τους δύο (δηλαδή ο μηνυτής ή ο αδελφός του) επέλεξε τα καλύτερα. Όπως προελέχθη, η υπ' αριθμ. 3710/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η από 11.1.2006 αγωγή του μηνυτή, Ψ, με εναγόμενο τον αδελφό του, ΑΑ, με την οποία ο ήδη μηνυτής ζητούσε να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο το κληρονομικό του δικαίωμα κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των εκτιθεμένων σε αυτή κινητών κληρονομιαίων πραγμάτων (χρυσαφικών και κοσμημάτων) (στα πλαίσια της οποίας εδόθη η επίμαχη ένορκη κατάθεση του Χ1) τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στη μητέρα τους, ΓΓ, βασίσθηκε, μεταξύ άλλων και στην από 12.9.2001 έγγραφη διανομή κρυστάλλων, ασημικών και άλλων κινητών πραγμάτων που έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων κατά το μέρος κατά το οποίο στο σχετικό έγγραφο δεν έγινε καμμία αναφορά στα εν λόγω κοσμήματα. Ο μηνυτής, όμως, δεν αιτιάται με την μήνυση του ότι, κατά το μοίρασμα των κρυστάλλων και πορσελάνων κ.λ.π. έλαβε χώρα και μοίρασμα των χρυσαφικών και κοσμημάτων που αποτελούσαν το αντικείμενο της αγωγής του, αλλά μόνον ότι, κατά το μοίρασμα "των κρυστάλλων, πορσελάνων και άλλων" ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση, λόγω της απουσίας του, να εκτιμήσει "ποιος από τους δύο (εννοεί τον ίδιο τον μηνυτή ή τον αδελφό του) έλαβε τα καλλίτερα". Ως εκ τούτου, η ένορκη κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου ουδεμία έννομη επιρροή ήταν δυνατόν να ασκήσει στο αποδεικτέο θέμα της αγωγής υπό την έννοια που εκτίθεται στην ίδια τη μήνυση, παρά μόνον υπό την έννοια υπό την οποία αυτή (η ένορκη κατάθεση) εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, δηλαδή, ότι στο σχετικό έγγραφο διανομής δεν έγινε λόγος για χρυσαφικά και κοσμήματα, γεγονός, όμως, για το οποίο δεν παραπονείται ο μηνυτής με την ένδικη μήνυση του, πράγμα το οποίο πράττει για πρώτη φορά με το από 30.11.2008 υπόμνημα του, δηλαδή, μετά την έκδοση της απορριπτικής επί της αγωγής του υπ' αριθμ. 3710/13.6.2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αλλά και υπό το πρίσμα, όμως, του όψιμου αυτού ισχυρισμού του μηνυτή, το επίμαχο εδάφιο δεν κρίνεται ως ψευδές. Ο μάρτυρας, ΔΔ, που κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1, παρίστατο κατά το μοίρασμα των κρυστάλλων στις 12.9.2001, μαζί με τους δύο αδελφούς και τον ίδιο, στην μεν με ημερομηνία από 7.5.2007 ένορκη κατάθεση του κατά την προκαταρκτική εξέταση, καταθέτει περί δύο διαφορετικών συναντήσεων, μία συνάντηση την ημερομηνία της οποίας αποφεύγει να προσδιορίσει, κατά τη διάρκεια της οποίας υποστηρίζει ότι έγινε το μοίρασμα των κρυστάλλων μεταξύ των δύο αδελφών και μόνον (χωρίς να προσδιορίζει την πηγή γνώσης του) και μία συνάντηση τον Σεπτέμβριο του έτους 2001, κατά την οποία έλαβε χώρα έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ των δύο αδελφών και στην οποία δέχεται ότι παρίστατο και ο ήδη πρώτος κατηγορούμενος, Ψ1, άποψη που υποστηρίζει και ο ήδη μηνυτής. Ωστόσο, στην ληφθείσα σε ανύποπτο χρόνο (στις 16.9.2003) ένορκη κατάθεση του ιδίου μάρτυρα (ΔΔ) που ελήφθη στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως σε μήνυση του ΑΑ κατά του ήδη μηνυτή, Ψ, ο μάρτυρας αυτός κάνει λόγο για μία και μόνον συνάντηση μεταξύ των δύο αδελφών για τακτοποίηση των κληρονομικών τους, στην οποία παρίστατο ο ίδιος και "κάποιος άλλος κύριος, ίσως ο μηνυτής (εννοεί τον Ψ1). Όταν ο κατηγορούμενος (εννοεί τον Ψ) ζήτησε τα κλειδιά του διαμερίσματος και τα μισθωτήρια ο ΑΑ έγινε έξαλλος και τον έβρισε χυδαιότατα και του επιτέθηκε", η περιγραφή, δε, της συνάντησης αυτής ταυτίζεται με εκείνην που ο μάρτυρας εντοπίζει χρονικά τον Σεπτέμβριο του έτους 2001. Σε κάθε περίπτωση, το δεύτερο σκέλος του επίμαχου εδαφίου της ένορκης καταθέσεως αφορά σε κρίση και γνώμη του μάρτυρα (ΑΠ 612 και 1521/2006 και ΑΠ 1246/2005 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ", ΑΠ 1285/2005 ΠοινΛογ 2005.1213), για το ποιος έλαβε "τα καλύτερα" αντικείμενα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα ως προς το εδάφιο αυτό. Όσον αφορά στο τέταρτο εδάφιο της ιδίας ένορκης κατάθεσης του πρώτου κατηγορουμένου πρέπει να λεχθούν τα εξής: τα αποσπάσματα της καταθέσεως "εξάλλου αν υπήρχαν τέτοια κοσμήματα θα τα είχαμε δει ως στενοί φίλοι να τα φοράει η ΓΓ ... φρονώ ότι τέτοια κοσμήματα είναι ανύπαρκτα ...", από μόνη τη γραμματική διατύπωση των καταθέσεων αυτών "αν υπήρχαν ... θα τα είχαμε δει ..." (υποθετικός λόγος) και "φρονώ (ήτοι, έχω τη γνώμη, πεποίθηση, πιστεύω), ότι τέτοια κοσμήματα είναι ανύπαρκτα ..." προκύπτει ότι, πρόκειται καθαρά περί προσωπικών εικασιών, απόψεων και εκτιμήσεων του καταθέτοντος, μη αποτελούντα "γεγονότα" κατά την έννοια του άρθρου 224 του ΠΚ. Το ίδιο ισχύει και για το τελευταίο εδάφιο της ίδιας καταθέσεως με το οποίο ο μάρτυρας καταθέτει "... προϊόντα του πάθους που προφανώς τρέφει ο ενάγων κατά του εναγομένου και ιδίως για να αντισταθμίσει σοβαρές μηνύσεις που υπέβαλε κατ' αυτού ο τελευταίος", δηλαδή, και εδώ πρόκειται για προσωπική πεποίθηση του καταθέτοντος, όπως και ο ίδιος ο μηνυτής χαρακτηρίζει το σημείο αυτό της καταθέσεως με τη μήνυση του. Ως εκ τούτου και το σημείο του ίδιου εδαφίου καταθέσεως με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος καταθέτει τα παραπάνω "ως έμπιστος φίλος των αειμνήστων ΒΒ και ΓΓ" δεν συνδέεται με κάποιο "γεγονός" κατά την έννοια του άρθρου 224 του ΠΚ και ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο αποδεικτέο θέμα. Όσον αφορά την από 30.6.2006 ένορκη κατάθεση του ίδιου κατηγορουμένου ενώπιον του 19ου Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως επί της από 14.4.2006 μηνυτήριας αναφοράς του ΑΑ κατά του ήδη μηνυτή, Ψ, για συκοφαντική δυσφήμηση που φέρεται ότι τέλεσε ο τελευταίος με το περιεχόμενο της από 11.1.2006 αγωγής του με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο το κληρονομικό του δικαίωμα κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των εκτιθεμένων σε αυτή κινητών κληρονομιαίων πραγμάτων (χρυσαφικών και κοσμημάτων) τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στη μητέρα τους, ΓΓ, λεκτέα είναι τα εξής: Σχετικά με το πρώτο εδάφιο αυτής με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος: "... Μια ημέρα προ της κηδείας της μητέρας των διαδίκων (22.7.2001) είχα μεταβεί στο σπίτι της θανούσας, εκεί συνάντησα το μηνυτή ΑΑ (αδελφό του νυν μηνυτή Ψ), τη σύζυγο του ΓΓ, τον κοινό φίλο Χ2 και ήλθε και ο μηνυόμενος (Ψ), στον οποίο ο ΑΑ παρέδωσε παρουσία μας το κλειδί του πατρικού σπιτιού τους", ισχύουν όσα ακριβώς ελέχθησαν παραπάνω για το ίδιου περιεχομένου εδάφιο της υπ' αριθμ. ... ένορκης βεβαιώσεως. Οσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της εν λόγω καταθέσεως, το οποίο, σύμφωνα με τη μήνυση είναι ψευδές, κατά το οποίο ο καταθέτων, Χ1, βεβαιώνει ότι ήταν οικογενειακός φίλος της οικογένειας ... (ΒΒ και ΓΓΓ), στηρίζοντας στο γεγονός αυτό την ιδία αντίληψη του περί της ανυπαρξίας των επίμαχων κοσμημάτων, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ήταν και είναι κουμπάρος με τον ΑΑ, αδελφό του μηνυτή, γεγονός που δεν αμφισβητείται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Με δεδομένο λοιπόν ότι, μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1 και του ΑΑ υπήρχε και υπάρχει η κοινωνική και πνευματική σχέση της κουμπαριάς, είναι φυσικό και λογικό επακόλουθο, να τον γνώριζαν οι γονείς των ΑΑ και Ψ, ΒΒ και ΓΓ, οι οποίοι απεβίωσαν, ο μεν πρώτος στις 16.1.1998, η δε δεύτερη στις 20.7.2001. Επίσης, λογικό επακόλουθο ήταν ο Χ1, ως κουμπάρος του παιδιού τους, να είναι και φίλος των γονέων του, με την έννοια ότι είχαν συχνές επαφές και κατά διαστήματα επικοινωνία και συναντήσεις. Όπως, δε, καταθέτει ενόρκως και ο ΑΑ, ο Χ1, γνώριζε τους γονείς του από το έτος 1985 και βρισκόταν συχνότατα με τους γονείς του και τον ίδιο σε κοινωνικές εκδηλώσεις, εκδρομές αλλά και σε τυπικές επισκέψεις. Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι συμπαραστάθηκαν στους γονείς του σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές τους και μάλιστα προς το τέλος του βίου τους με επισκέψεις σε νοσηλευτήρια.
Συνεπώς, το σημείο της από 30.6.2006 ενώπιον του 19ου Πταισματοδίκη ένορκης καταθέσεως του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1, ότι ήταν "οικογενειακός φίλος της οικογένειας ... (ΒΒ και ΓΓ)" δεν αφίσταται της αληθείας, ούτε, εξάλλου, διαψεύδεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Αλλωστε, η στενή φιλία των ΒΒ και ΓΓ με άλλα πρόσωπα κοντινής τους ηλικίας, δεν αποκλείει ότι αυτοί είχαν κοινωνικές επαφές και οικογενειακές σχέσεις και με πρόσωπα μικρότερης ηλικίας, όπως εν προκειμένω ο κατηγορούμενος, Χ1. Συνακολούθως και η από 15.6.2006 ένορκη κατάθεση του ίδιου κατηγορουμένου, Χ1, ενώπιον του αστυνομικού ..., με την οποία ο κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως ότι την οικογένεια ΒΒ-ΓΓ γνωρίζει από το έτος 1985 και άτι γνώριζε καλώς τους ΒΒ και ΓΓ, ουδόλως αφίσταται της αληθείας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο μηνυτής. Οσον αφορά, 5ε, στα εδάφια της από 15.6.2006 έγγραφης αναφοράς του ίδιου κατηγορουμένου που κατατέθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα, για συκοφαντική δυσφήμηση που φέρεται ότι τέλεσε ο ήδη μηνυτής, Ψ, με το περιεχόμενο της από 11.1.2006 αγωγής του κατά του αδελφού του, ΑΑ, η οποία και επιβεβαιώθηκε ενόρκως από τον κατηγορούμενο, Χ1, τα οποία ο μηνυτής θεωρεί ψευδή, ήτοι: α) "... Εγνώριζα ως οικογενειακός φίλος τους αείμνηστους ΒΒ και ΓΓ από το έτος 1985 ...", β) "... Την προηγούμενη της κηδείας της ΓΓ, δηλ. στις 22-7-2001 το απόγευμα, είχα μεταβεί στο πατρικό σπίτι της οικογένειας ΒΒ-ΓΓ στο ... (οδός ... αρ. ...). Εκεί βρήκα το μηνυτή (εννοεί το ΑΑ) και τη σύζυγο του, παρίστατο και ο κοινός φίλος Χ2, ήλθε και ο μηνυόμενος (εννοεί το νυν μηνυτή Ψ), οπότε ο μηνυτής (ΑΑ) του παρέδωσε το κλειδί του εν λόγω πατρικού σπιτιού ...", γ) "... η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέβαλλε την υπόθεση με την ηθική επισήμανση "να γίνουν πρώτα τα σαράντα της ΓΓ σε δύο ημέρες και μετά να απασχοληθεί το Δικαστήριο με τέτοια θέματα. Ουδόλως επίεσε το Δικαστήριο κανένα να παραδώσει τα κλειδιά και τα τοιαύτα, όπως ισχυρίζεται ο μηνυόμενος (Ψ) στην από 15-2-2005 αγωγή του ...". δ) "... Στο μοίρασμα αυτό των κρυστάλλων, πορσελάνων κ.λ.π. παρέστην και προσωπικώς την 12.9.2001. Ο μηνυόμενος πήρε αυτά, που επέλεξε, και που φρονώ ότι ήταν καλύτερα εκείνων που πήρε ο μηνυτής ...", ε) "... ως έμπιστος φίλος των αειμνήστων ΒΒ και ΓΓ, φρονώ ότι τοιαύτα κοσμήματα είναι ανύπαρκτα ...", αυτά αποδείχθηκαν αληθή, ισχύουν, δε, σχετικώς όσα αναλυτικά ελέχθησαν παραπάνω. Σχετικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ2, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: την 14.6.2006, ο εν λόγω κατηγορούμενος, σε κατάθεση του στο Α.Τ. ... με την οποία επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της με ίδια ημερομηνία αναφοράς του, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι: "... Γνωρίζω ως στενός φίλος την οικογένεια ΒΒ-ΓΓ από το 1972. Την 22-7-2001 είχα μεταβεί στο σπίτι της αείμνηστης ΓΓ για να συλλυπηθώ την οικογένεια για το θάνατο της. Τότε προσήλθε στο σπίτι και ο μηνυόμενος (νυν μηνυτής Ψ), ο δε μηνυτής (ΑΑ) του παρέδωσε το κλειδί του εν λόγω διαμερίσματος ...". Όσον αφορά στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω ένορκης καταθέσεως που έχει σχέση με την παράδοση του κλειδιού της οικίας της ΓΓ, την 22α Ιουλίου 2001, αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν αληθές, σχετικά, δε, ισχύουν όσα αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω. Σχετικά με το πρώτο εδάφιο της εν λόγω ένορκης καταθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, ήταν και είναι κουμπάρος με τον ΑΑ, αδελφό του μηνυτή, όπως δεν αμφισβητείται και από τον ίδιο τον ανταποκρίνεται στην αλήθεια ..." όπως αναγράφεται στην μήνυση, αλλά είπε "... εκτιμώ, ως γνώστης των διαφορών των δύο αδελφών ... ότι η αγωγή αυτή περί κοσμημάτων ουδόλως ανταποκρίνεται στην αλήθεια ...". Αυτή η πλήρης και σωστή διατύπωση της επίμαχης καταθέσεως προκύπτει από την απλή ανάγνωση αυτούσιου του κειμένου της επίμαχης καταθέσεως που υπάρχει στη δικογραφία. Η συγκεκριμένη λέξη "εκτιμώ" συνιστά αξιολογική κρίση και άποψη του καταθέτοντος και δεν υπάγεται στην έννοια του "γεγονότος" που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρος του άρθρου 224 του ΠΚ, ώστε να χρήζουν αποδείξεως. Το ίδιο ισχύει και για το εδάφιο της από 2.10.2006 ένορκης καταθέσεως του ίδιου κατηγορουμένου ενώπιον του 19ου Πταισματοδίκη Αθηνών, με την οποία αυτός κατέθεσε μεταξύ άλλων "... έχω την πεποίθηση ότι η αγωγή περί δήθεν διανομής κοσμημάτων του Ψ κατά του αδελφού του ΑΑ είναι εντελώς αναληθής, προσχηματική και συκοφαντική ... . Αν οι ισχυρισμοί του αυτοί είχαν το παραμικρό ίχνος αληθείας, ασφαλώς θα το ανέφερε από την πρώτη στιγμή". Τούτο, διότι και η φράση "έχω την πεποίθηση" συνιστά αξιολογική κρίση και άποψη του καταθέτοντος και δεν υπάγεται στην έννοια του "γεγονότος" που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος. Κατόπιν τούτων, δεν υφίστανται οι αναγκαίες ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και, ως εκ τούτου, πρέπει να μη γίνει σε βάρος τους κατηγορία κατ' άρθρο 309 παρ. 1 και 310 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.".
Σύμφωνα, με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση που διενεργήθηκε, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το ως άνω Συμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία. Ειδικότερα, όσον αφορά το επίμαχο γεγονός που κατέθεσαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ότι δηλαδή την προηγούμενη ημέρα της κηδείας της μητέρας των αδελφών ΑΑ και Ψ, συναντήθηκαν στην πατρική τους οικία, την 22-7-2001, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πρώτος απ' αυτούς ΑΑ, παρέδωσε στον αδελφό του Ψ τα κλειδιά της πατρικής οικίας, ναι μεν δεν είναι ακριβές αφού του είχε παραδώσει τα κλειδιά του συναγερμού, όμως με το περιεχόμενο της σχετικής καταθέσεώς τους, οι κατηγορούμενοι υπελάμβαναν ότι ο ΑΑ, κατά τη συνάντησή του στην πατρική οικία με τον αδελφό του Ψ, είχε παραδώσει τα κλειδιά αυτής και όχι το κλειδί του συναγερμού της αυτής πατρικής οικίας. Σε κάθε όμως, περίπτωση δεν προέκυψε ότι γνώριζαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι την αναλήθεια του γεγονότος αυτού και παρόλα αυτά κατέθεσαν περί τούτου ψευδώς. Δεύτερον, όσον αφορά το επίμαχο γεγονός σύμφωνα με το οποίο φέρεται να κατέθεσαν ψευδώς οι κατηγορούμενοι ότι ασκήθηκε πίεση από μέρους της Ειρηνοδίκου, κατά τη συνεδρίαση της 24-8-2001, προκειμένου να αναβληθεί για την 27-8-2001, η συζήτηση σχετικής αιτήσεως, με διάδικα μέρη τους αδελφούς ΑΑ και Ψ, λόγω του μνημόσυνου της μητέρας τους, που είχε ορισθεί για την 26-8-2001, το προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πράγματι, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, η αναβολή κατά την ως άνω δικάσιμο, δόθηκε μετά από αίτημα του ΑΑ και προτροπή ή υπόδειξη της Ειρηνοδίκου, προκειμένου να προηγηθεί η τέλεση του μνημόσυνου της μητέρας των διαδίκων, την οποία (προτροπή), άλλωστε και ο εγκαλών αποδέχεται στα σχετικά υπομνήματα που υπέβαλε. Επίσης, όσον αφορά το τρίτο φερόμενο, ως ψευδές γεγονός, αυτό της συναντήσεως των ως άνω αδελφών ΑΑ και Ψ, κατά την 12-9-2001, κατά τη διάρκεια της οποίας επί παρουσία του πρώτου των κατηγορουμένων Χ1, αυτοί διένειμαν μεταξύ τους διάφορα κρύσταλλα και πορσελάνες, που ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους, με αντίστοιχη αναφορά από μέρους του κατηγορουμένου Χ1, ότι έλαβε χώρα διανομή και των χρυσαφικών και κοσμημάτων, το οποίο όμως γεγονός, δεν περιλαμβάνεται στην εναντίον του υποβληθείσα έγκληση, και ως εκ τούτου η σχετική περί του γεγονότος αυτού αναφορά στην ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, σε κάθε δε περίπτωση, αιτιολογείται η παραδοχή ότι το εν λόγω γεγονός δεν ήταν ψευδές. Τέλος, όσον αφορά την, από 30-6-2006, ένορκη κατάθεση του αυτού ως άνω κατηγορουμένου Χ1, ενώπιον του Πταισματοδίκη, στα πλαίσια της προκαταρτικής εξετάσεως, επί της από 14-4-2006 μηνυτήριας αναφοράς του ΑΑ, κατά του αδελφού του Ψ, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια το επίμαχο γεγονός, αυτό δηλαδή της συναντήσεως, στην πατρική οικία, των αδελφών Ψ-ΑΑ, κατά τη διάρκεια της οποίας παραδόθηκε το κλειδί της οικίας αυτής και για το οποίο γεγονός αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) αναφέρθηκε στην υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Κωστάκου. Περαιτέρω, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος σχετικά με την ύπαρξη οικογενειακής φιλίας μεταξύ αυτού και των γονέων των αδελφών Ψ-ΑΑ, είναι αληθινά, αφού μεταξύ αυτού και του ΑΑ, υπήρχε κοινωνική και πνευματική σχέση (κουμπαριά), είναι δε λογικώς επακόλουθο, να είχε αναπτυχθεί και με τους γονείς του τελευταίου κάποια ανάλογη φιλική σχέση, γεγονός το οποίο δεν τυγχάνει αναληθές. 'Ετσι, ουδεμία ασάφεια ή αμφιβολία δημιουργείται με όσα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε σχετικά με την ανυπαρξία ενδείξεων, ικανών να στηρίξουν δημόσια κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων. Αντίθετα, με σαφήνεια και πληρότητα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την ανάκριση που διενεργήθηκε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό 22 από 13 Απριλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του υπ' αριθμό 809/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδορκία μάρτυρα, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1670/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μυταλούλη, περί αναιρέσεως της 1082-1083/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 29/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων που παραστάθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται, από το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης, είναι εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοίχ. Δ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικούς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης.
Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και ότι όσα ενόρκως κατέθεσε είναι επίσης ψευδή. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ1 είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη των κατηγορουμένων (Χ2), μη διάδικος στην παρούσα δίκη, έμπορος ..., στα πλαίσια των εμπορικών της συναλλαγών, είχε από πολλών ετών σφοδρή αντιδικία με την Α.Ε με την επωνυμία "ΝΑΝΑ ΑΕΒΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ" της οποίας πληρεξούσιος δικηγόρος είναι ο εγκαλών. Στις 10-4-2002 η άνω κατηγορουμένη υπέβαλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. ... αναφορά σε βάρος του εγκαλούντος Δικηγόρου Θεσσαλονίκης ζητώντας την πειθαρχική του δίωξη, για τον οποίο ανέφερε ότι με την ιδιότητα του πληρεξουσίου Δικηγόρου της άνω Α.Ε, τηλεφωνούσε (εγκαλών) στους δικηγόρους της και τους απειλούσε προκειμένου να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του. Στην ίδια αναφορά καταλόγιζε στον εγκαλούντα δικηγόρο ότι αυτός απείλησε τον Δικηγόρο της ΑΑ (Δικηγόρο ...) με τη φράση "αν συναντηθούμε να δεις τι θα σου κάνω" όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να συναινέσει, κατόπιν εντολής της κατηγορουμένης, σε αναβολή εξετάσεως μαρτύρων στο Πρωτοδικείο Κατερίνης και ότι απείλησε (ο εγκαλών) υπάλληλο του Πρωτοδικείου Κατερίνης με τη φράση "μη κάνεις καμιά παρανομία, θα σε κλείσω φυλακή" και ότι τέλος συνεπεία των άνω απειλών αυτή (κατηγορουμένη) δυσκολευόταν να βρει συνήγορο για τις υποθέσεις της. Όμως τα παραπάνω περιστατικά, όπως και ο μάρτυρας Δικηγόρος της κατηγορουμένης μέχρι το έτος 2006, ότε και παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα, ΑΑ ήταν ψευδή διότι ουδέποτε είχαν λάβει χώρα, ούτε αυτόν απείλησε, αλλά ούτε και την υπάλληλο του Πρωτοδικείου, αν και η άνω φράση και αληθής υποτιθέμενη δεν είναι απειλή, αλλά ούτε και δικηγόρους δυσκολευόταν να βρει, αφού μέχρι της παραιτήσεως του ο ΑΑ ήταν Δικηγόρος της (κατηγορουμένης) και μετά ο γιος του. Η άνω κατηγορουμένη ετέλει εν γνώσει της αναλήθειας αυτής, αφού ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της ΑΑ, τον οποίο φέρει ως πηγή των άνω πληροφοριών (απειλών), ουδέποτε της μετέφερε αυτά, όπως ευθέως ο τελευταίος κατέθεσε στο παρόν αλλά και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Την άνω δε ψευδή αναφορά υπέβαλε η άνω κατηγορουμένη με σκοπό να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του εγκαλούντος Δικηγόρου, από τα αρμόδια κατά νόμο όργανα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν των παραπάνω η άνω κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εν ενεργεία Δικαστικός Λειτουργός κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύζυγος της δεύτερης κατηγορουμένης, στις 10-4-2002 με προτροπές και συμβουλές που έγιναν με φορτικότητα και πειθώ, λόγω της θέσεως του, έπεισε την δεύτερη κατηγορουμένη να υποβάλει την άνω ψευδή αναφορά, προς τούτο δε συνέταξε ο ίδιος το κείμενο αυτής (αναφοράς) αν και γνώριζε την αναλήθεια αυτών, αφού ούτε σ' αυτόν ο Δικηγόρος ΑΑ μετέφερε τα άνω ψεύδη και με προτροπή του η δεύτερη υπέβαλε αυτήν στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας της ψευδούς καταμηνύσεως που διέπραξε η δεύτερη κατηγορουμένη, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του που αποτελούν άρνηση της κατηγορίας".
Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ως ηθικό αυτουργό, στην πράξη της ψευδούς καταμήνυσης που τέλεσε η μη διάδικος στην παρούσα δίκη (συγκατηγορούμενη και σύζυγος του), και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 46, και 229 παρ.1 του ΠΚ), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Εξάλλου, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, αφού με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στη συγκατηγορούμενή σύζυγο του, την απόφαση να τελέσει την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 867/2006 και 965/2006). Επιπρόσθετα, το αιτιολογικό περιέχει με λεπτομερή ανάπτυξη τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, ενώ κατά το μέρος που, με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, ενώ στην προκείμενη περίπτωση το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση, ενώ, ακόμη αιτιολογείται η συμμετοχική δράση του, αυτή του ηθικού αυτουργού. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απορρίφθηκαν χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, α) ότι δεν είναι αξιόποινη η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, β) ότι η από μέρους του παροχή νομικών συμβουλών στη συγκατηγορούμενή σύζυγό του, δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν είναι αβάσιμοι. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ, αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή παραβαίνοντας αυτά που ορίζουν τα άρθρα 65 παρ.1 και 66 παρ.1 δ) ... Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, υπερέβη την εξουσία του, γιατί απέρριψε ως απαράδεκτη, την με αριθμό 14 από 10-5-2007 δεύτερη έφεση του, που άσκησε κατά της υπ' αριθμό 1662/4-9-2007 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε ασκήσει το μεν την με αριθμό 11 από 4-5-2007 έφεση του, το δε την με αριθμό 14 από 10-5-2007, δεύτερη κατά σειρά έφεση, την οποία το δικαστήριο απέρριψε, ως απαράδεκτη, με την παρακάτω αιτιολογία. "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 465, 466, 473, 475, 476 παρ.1 και 501 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι τα χορηγούμενα από το νόμο κατά των αποφάσεων (άρθρο 486 επ) και των βουλευμάτων (αρθρ. 477 επ) ένδικα μέσα, όπως είναι η έφεση, κατά βασική δικονομική αρχή ασκούνται μία μόνο φορά από τα πρόσωπα στα οποία ρητώς ο νόμος παρέχει το δικαίωμα τούτο, η δε υπ' αριθμό 11/4-5-2007 έφεση του εκκαλούντος κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, είναι παραδεκτή και νομότυπη και δεν κρίθηκε ανύπαρκτη". Έτσι, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη τη δεύτερη έφεση, που άσκησε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, κατά της αυτής ως αποφάσεως, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Επειδή, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, ιδρύεται και όταν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο του δικογράφου των προσθέτων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ζήτησε να αναγνωσθεί η από 11-4-2006 μήνυση του ήδη εγκαλούντος, το δικαστήριο που την εξέδωσε αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του. Όπως, όμως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο κατηγορούμενος, δεν είχε υποβάλλει αντίστοιχο αίτημα, σε κάθε δε περίπτωση που το δικαστήριο αρνήθηκε να δεχθεί το αίτημα του, δεν προσέφυγε ο αναιρεσείων κατά της αρνήσεως του διευθύνοντος τη διαδικασία.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο λόγος αυτός και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2008 αίτηση του Χ, συνταξιούχου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου των δικαστικών Φυλακών ..., και τους επ' αυτής από 24-2-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1082-1083/18-9-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών δια-τάξεων και γ) της υπερβάσεως εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως απαράδεκτη τη δεύτερη έφεση κατά της αυτής αποφάσεως, κατ' εφαρμογή βασικής δικονομικής αρχής, ότι τα ένδικα μέσα ασκούν-ται μία μόνο φορά. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
Αριθμός 1672/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ο οποίος ορίσθηκε με την με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δουφεξή, για αναίρεση της με αριθμό 284/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.176/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη, β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών, γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίοι απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη, δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργεια του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτο χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/197 (ΦΕΚ 21 Α')". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό, στοιχείο β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Στην απαγόρευση που ορίζεται στο άρθρο 2 δεν εμπίπτει η εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών σε καταστήματα που λειτουργούν ως επιχειρήσεις προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου. Η διενέργεια, όμως, παιγνίου με τους υπολογιστές αυτούς, ανεξάρτητα από τον τρόπο διενέργειας του, απαγορεύεται. Επίσης, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων.
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια, και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού, συνάγεται ότι η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δενπροβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ήσε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 5,6,2008 αίτηση της αναιρεσείουσας πλήττεται η με αριθμό 284/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετην οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών με τριετή αναστολή,για παράβαση των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2, 3, 4 του ν. 3037/2002. Στην προκειμένη περίπτωση, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφασή του αποδεικτικών μέσων, (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεως στο ακροατήριο μάρτυρα υπερασπίσεως, της αναιρεσείουσας εκπροσωπηθείσας δια συνη-γόρου), δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Στην ... στις 2-5-2006 η κατηγορούμενη ιδιοκτήτρια τυγχάνουσα κατ/τος "INTERNET" με την επωνυμία "..." είχε τοποθετήσει εντός αυτού σε αντίστοιχα ειδικά διασκευασμένα τραπέζια σαράντα επτά (47) ηλεκτρονικούς υπολογιστές με λογισμικό πρόγραμμα και επέτρεπε σε δυο (2) παίκτες τη διενέργεια του απαγορευμένου τυχερού παιγνίου "WORD OF WARCHATS" Στρατηγικής, το οποίο η κατηγορούμενη γνώριζε ότι είναι απαγορευμένο και τυχερό. Ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 3037/2002 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί διότι έχει κριθεί με την με αριθμό 106/26-10-2006 απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ότι προσκρούει στα άρθρα 28, 43 και 49 της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να απορριφθεί καθόσον εν προκειμένω δεν πρόκειται περί παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και άρθρο 8 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/1998/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιουλίου 1998, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε η διενέργεια στο κατάστημα της κατηγορούμενης τυχερού παιγνίου μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών από δύo παίκτες, (βλ. σχετ. με αριθμό 1/2007 εγκύκλιο Εισαγγελέα Αρείου Πάγου). Επομένως πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα αναγνωρίζοντας σε αυτή το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου και ειδικότερα του ότι: "Στην Καρδίτσα την 2-5-2006, περί ώρα 12.40' αν και απαγορεύεται η εγκατάσταση ηλεκτρονικά διεξαγόμενου παιγνίου, για την λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού προγράμματος, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών, η κατηγορούμενη Χ ως ιδιοκτήτρια κατ/τος "INTERNET" με την επωνυμία "ESKEIN" κατελήφθη να έχει εγκαταστήσει σαράντα επτά (47) ηλεκτρονικούς υπολογιστές με λογισμικό πρόγραμμα και να έχει επιτρέψει σε δύο (2) άτομα να διενεργούν σε αντίστοιχους Υπολογιστές το απαγορευμένο Παίγνιο "WORD OF WARCHATS" Στρατηγικής. ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη μέχρι το χρόνο τελέσεωςτης πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Η αιτιολογία όμως αυτή, όπως συμπληρώνεται με το διατακτικό, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ελλιπής και ασαφής, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, η απόφαση περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις ως προς ουσιώδη στοιχεία του προαναφερόμενου εγκλήματος και συγκεκριμένα ως προς το εάν η αναιρεσείουσα στους 47 ηλεκτρονικούς υπολογιστές της επιχειρήσεώς της, που κατά το αιτιολογικό "εγκατέστησε παίγνιο για την εκτέλεση του οποίου ήταν απαραίτητη η ύπαρξη λογισμικού προγράμματος", είχε εγκαταστήσει η ίδια και το λογισμικό για την διενέργεια των παιγνίων αυτών, ελέγχοντας συγχρόνως η ίδια και τη διενέργεια των διεξαγόμενων παιγνίων μέσω κεντρικής μονάδας Η/Υ, πράγμα που αμφισβήτησε, δια του συνηγόρου της. Επίσης, ούτε στo αιτιολογικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, ξαναφέρει το λόγο για τον οποίο τα διενεργούμενα, δια μέσου του διαδικτύου και των 47 Η/Υ του καταστήματος της κατηγορουμένης παίγνια, μέσω προγράμματος λογισμικού, ήταν τυχερά, και όχι ψυχαγωγικά τεχνικά παίγνια, των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό, η δε διεξαγωγή των παιγνίων αυτών, κατά το άρθρο 2 του Ν. 3037/2002, δεν απαγορεύεται, ώστε να κριθεί, αν η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά της κατηγορουμένης τιμωρείται και από τις μνημονευόμενες στην απόφαση και εφαρμοσθείσες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1α του ν.3037/2002. Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωκε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 284/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση των άρθρων 1δ΄, 2, 3, 4§1α Ν. 3037/2002. Διάκριση κατά το νόμο αυτό των παιγνίων. Ελλειπής και ασαφής αιτιολογία αν το διενεργούμενο με Η/Υ παιχνίδι είναι τυχερό και απαγορεύεται, ή ψυχαγωγικό και τεχνικό, οπότε η διενέργειά του επιτρέπεται. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει για νέα συζήτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παίγνια ηλεκτρονικά.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1674/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως της 7858/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του πρώτου αναιρεσείοντος και 22 Ιανουαρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 194/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: "α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα". Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα.
Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται: "Α)... Β) δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους α)... β)... γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων εστερήθη το δημόσιον ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 102 και 107 που περιέχονται στο υπό τον τίτλο "περί ποινών της λαθρεμπορίας" ΙΔ' κεφάλαιο του νέου Ν. 1165/1918, κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, εκτός από την ποινή φυλακίσεως που επιβάλλεται, δημεύονται τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής και, εάν, για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η δήμευσή τους, επιβάλλεται στον κηρυχθέντα ένοχο αυτής χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Με το νέο Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές με τις ίδιες διακρίσεις ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Έτσι, ο νέος νόμος ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο (πλημ/των) Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα ήτοι τους μάρτυρες, τα αναγνωσθέντα πρακτικά και τα έγγραφα - οι κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν απολογήθηκαν - αποδείχθηκαν τα εξής:
"Στις 8-4-2002 πραγματοποιήθηκε έλεγχος από το ΣΔΟΕ Αττικής στο επί της οδού ... αριθ. ... στις ... υποκατάστημα της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΘΕΡΜΟΙΛ" που ασχολείται με την εμπορία πετρελαίου σε οικίες και καταστήματα. Μετά από ποσοτική καταμέτρηση του πετρελαίου θέρμανσης για το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 έως 8-4-2002 προέκυψε διαφορά μεταξύ αγορών και πωλήσεων ύψους 126.327 λίτρων, δηλαδή προέκυψε ότι από την ανωτέρω επιχείρηση διατέθηκε στην κατανάλωση ποσότητα 126.327 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης για την οποία ποσότητα δεν αποδείχθηκε βάσει εγγράφων στοιχείων η νόμιμη προέλευση, κατοχή και κυρίως η προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων σε αυτή δασμών και φόρων. Την 10-4-2002 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος ασχολείτο αποκλειστικά με τις αγορές και πωλήσεις πετρελαίου της εταιρίας, ως εκπρόσωπος αυτής κατέθεσε στο ΣΔΟΕ φωτοαντίγραφα τιμολογίων αγοράς με τα οποία δικαιολογούσε τα 124.000 από τα 126.327 λίτρα που προέκυψαν ως διαφορά πωλήσεων και αγορών μετά από την ποσοτική καταμέτρηση πετρελαίου θέρμανσης στο υποκατάστημα της επιχείρησης της εταιρίας "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ.". Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος προσκόμισε και κατέθεσε στο ΣΔΟΕ υπόμνημα με φωτοτυπίες των υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και ... τιμολογίων αγορών με τα αντίστοιχα Δελτία Αποστολής του τρίτου κατηγορουμένου Χ2, που αναγραφόταν ως έμπορος υγρών καυσίμων, με υποκατάστημα στη θέση ... και έδρα την οδό ... στη ... (Α.Φ.Μ ... της Δ.Ο.Υ ...). Το ΣΔΟΕ προέβη σε διασταύρωση των προσκομισθέντων φορολογικών στοιχείων του εκδότη των τιμολογίων Χ2 και προς τούτο μετέβησαν την 14-5-2002 στην έδρα της επιχείρησης του στην οδό ... στη ... . Διαπίστωσαν όμως ότι στη διεύθυνση αυτή δεν λειτουργούσε επιχείρηση εμπορίας καυσίμων του ανωτέρω κατηγορουμένου και όπως τους διαβεβαίωσαν οι γείτονες, ουδέποτε είχε λειτουργήσει τέτοια επιχείρηση. Στη συνέχεια μετέβησαν στη θέση ... (όπου είχε δηλωθεί ότι λειτουργεί υποκατάστημα της επιχείρησης) και διαπίστωσαν ότι και εκεί δεν είχε εγκατασταθεί και λειτουργήσει επιχείρηση εμπορίας υγρών καυσίμων του τρίτου κατηγορουμένου. Στη θέση αυτή υπήρχε αποθήκη με ζωοτροφές και στάβλος ζώων των γονέων του. Ζητήθηκε από το ΣΔΟΕ και εγγράφως, με σχετικές προσκλήσεις, επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο και τον λογιστή του να προσκομίσει τα βιβλία της επιχείρησης του προς έλεγχο αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Επειδή όμως ως μεταφορικό μέσο (στα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... προσκομισθέντα από την εταιρία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." δελτία αποστολής) αναγραφόταν ότι είχε χρησιμοποιηθεί το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Φ.Δ.Χ. βυτιοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του δευτέρου κατηγορουμένου Χ3, αδελφού του Χ2 (με δηλούμενη έδρα ..., ...), ζητήθηκε από το ΣΔΟΕ, εγγράφως με σχετικές προσκλήσεις, και από τον κατηγορούμενο αυτόν να προσκομίσει τα βιβλία της επιχείρησης του προς έλεγχο αλλά και αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Στη συνέχεια υπάλληλοι του ΣΔΟΕ σε εκτέλεση της με αριθμ. ... ειδικής Εντολής Ελέγχου και Έρευνας της υπηρεσίας τους μετέβησαν ξανά στο υποκ/μα της εταιρίας "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." στην οδό ... στις ... και με τις αριθμ. ... και ... Εκθέσεις Κατάσχεσης Βιβλίων και Στοιχείων προέβησαν σε κατάσχεση των ανευρεθέντων πρωτότυπων εγγράφων φορολογικών στοιχείων με εκδότη το τρίτο κατηγορούμενο Χ2 (μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και αυτά που σε φωτοτυπίες είχε ήδη προσκομίσει η εταιρεία), συνολικής ποσότητας αγοράς 553.641 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, αξίας 132.174,50 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23.791,52 ευρώ, (όπως αναλυτικά φαίνεται στον παρακάτω πίνακα) και εκδόθηκαν τα με αριθμ. ... και ... Υ.Σ.Ε. Ειδικότερα κατασχέθηκαν:
Στη ΦΟΡ/ΚΠΟΙΧΒΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΣΟΤΗΤ ΑΞΙΑ ΦΠΑ
1 Λ Α .Τα ... ΠΕΤΡ.ΘΕΡΜΑΝΣΗ 20.000 1.566.000 981.880
2 ... 90 000 1.586.000 285.480
3 ... 20.000 1.586.000 285.480
4 ... 20.000 1 586 000 285.480
5 ... 20.000 1.586.000 285.480
6 Τ-ΔΑ ... ΠΕΤΡ. ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ 33.616 ΛΙΤΡΑ 8.034.220 144. 616
7 ... 78.436 673.933 121.308
8 ... 20.134 475.162 855.29
9 ... 33.807 780.942 1.405.69
10 ... 33.657 7.640.14 1.375.22
11 ... 33.627 7.835.09 141.031
12 ... 17.980 4.210.74 757.93
13 ... 18.130 4.258.56 766.54
14 ... 18.167 4.338.28 780.89
15 Τ- ΠΩΛΗΣΗΣ ... 33.620 8.028.46 144.512
16 ... 28.327 6.764.49 1.217.61
17 ... 30.140 7.197.43 1.295.54
18 ... 21.000 5.321.19 957.81
19 ... 21.000 526.869 948.36
20 ... 21.000 5.268.69 948.36
21 ... 21.000 5.268.69 948.36
22 ... 20.000 511.340 920. 41
23 ... 20.000 511.340 920.41
ΣΥΝΟΛΟ 553.641 132.174.50 23.791.52
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι πρόκειται περί εικονικών φορολογικών στοιχείων, προκειμένου να καλυφθεί η συνολική ποσότητα πετρελαίου που διακινήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." και για την οποία δεν αποδείχθηκε με γραπτά στοιχεία η νόμιμη προέλευση, κατοχή και κυρίως η προηγούμενη καταβολή των αναλογούντων σε αυτή δασμών και φόρων για τα 555.968 λίτρα. Η παραπάνω άποψη ενισχύεται και από το γεγονός ότι στα τιμολόγια με αριθ. ..., ..., ..., ... κλπ αναφέρεται ότι η μεταφορά πετρελαίου έγινε με το με αριθ. κυκλοφορίας ... βυτιοφόρο που ανήκει στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "ΘΕΡΜΟΙΛ", αυτό όμως είναι βυτιοφόρο μεταφοράς ακαθάρτων και όχι πετρελαίου. Με τα δεδομένα αυτά, όλα τα εικονικά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια-δελτία αποστολής) δόθηκαν προς τον κατηγορούμενο Χ1 από τους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων με πρόθεση και σκοπό και των τριών να καλύψουν φορολογικά σε περίπτωση ελέγχου την ποσότητα των 555.968 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης παράνομης προέλευσης που αγόρασαν από κοινού από άγνωστη πηγή, κατείχαν και στη συνέχεια διέθεσαν στην εσωτερική κατανάλωση, μέσω της αποθήκης της εταιρείας "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", χωρίς να κατέχουν νόμιμα τιμολόγια αγοράς και χωρίς προηγουμένως να έχουν καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους, τους οποίους και απώλεσε το Ελληνικό Δημόσιο και αντιστοιχούν στην ποσότητα των 555.968 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης που ανέρχονται στο ποσό των 40.356,59 ευρώ. Η αξία δε του αντικειμένου της λαθρεμπορίας, δηλαδή της ποσότητας των 555.968 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης το οποίο διέφυγε την κατάσχεση ανέρχεται στο ποσό των 122.068,33 ευρώ, (σχ. η από 19-5-2003 έκθεση προσδιορισμού δασμών και φόρων του ΣΔΟΕ).
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, αναγνωριζόμενου στον τρίτο Χ2 του ελαφρυντικού, ότι έζησε ως το χρόνο που τέλεσε την παραπάνω πράξη, έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, απορριπτόμενων των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, ενόχους, για την πράξη της λαθρεμπορίας και ειδικότερα του ότι:
Στις ... κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 8-4-2002 με πρόθεση αγόρασαν κατείχαν και διέθεσαν προς πώληση στην αγορά εμπόρευμα που τέθηκε στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, αγόρασαν από άγνωστη πηγή, κατείχαν και διέθεσαν στην εσωτερική κατανάλωση, μέσω της αποθήκης της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", ποσότητα των 555.968 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης χωρίς να κατέχουν νόμιμα τιμολόγια αγοράς και χωρίς να έχουν προηγουμένως καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους. Η ως άνω ενέργεια των κατηγορουμένων είχε ως συνέπεια την απώλεια για το Δημόσιο δασμών και λοιπών φόρων και τελών ποσού 40.356,59 ευρώ, η αξία δε του αντικειμένου της λαθρεμπορίας (της ανωτέρω ποσότητας των 555.968 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης) τα οποίο διέφυγε την κατάσχεση ανέρχεται στο ποσό των 122.068,33 ευρώ".
Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του τρίτου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ2 η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ, επέβαλε στους κατηγορούμενους ποινή φυλακίσεως 18 μηνών σε καθένα, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα για πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο και την εκτέλεση ανέστειλεν επί τριετία για τον τρίτο Χ2, ενώ επέβαλε στους πρώτο και δεύτερο, επί πλέον και χρηματική ποινή 122.068,33 ευρώ στον καθένα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 100 παρ.1, 2θ, 102 παρ.1α, 103, 105 του ν. 1165/1918, σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 παρ.5, 155 παρ. 1β, 2α, β, ζ, 157 παρ. 1α, 160 παρ. 1, 172 παρ.1 του ν. 2960/2001, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, των κατηγορουμένων εκπροσωπηθέντων δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Αναφορικά δε με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: 1) Το αιτιολογικό δεν είναι τυπικό, ούτε εξαντλείται σε απλή επανάληψη του διατακτικού, έχει και ίδιες σκέψεις και στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη της λαθρεμπορίας και όχι φοροδιαφυγής, 2) αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, 3) αναφέρεται ότι η ανευρεθείσα ως διατεθείσα στην αγορά ποσότητα καυσίμων, καλυπτόταν από εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι για την αγορά της, οι τρεις κατηγορούμενοι δεν κατείχαν νόμιμα φορολογικά στοιχεία και δεν είχαν προηγουμένως καταβάλει στο Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς και φόρους, τα δε εικονικά φορολογικά στοιχεία που κατείχαν, όπως διαπιστώθηκε από το ΣΔΟΕ, δόθηκαν στον πρώτο από τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, με πρόθεση και κοινό δόλο όλων να καλύψουν σε περίπτωση ελέγχου την παράνομη προέλευση του πετρελαίου θέρμανσης αυτού, που από κοινού αγόρασαν από άγνωστη πηγή, κατείχαν δε και διέθεσαν στην εσωτερική κατανάλωση, χωρίς να έχουν πληρωθεί οι αναλογούντες φόροι και δασμοί και επομένως στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άνω λαθρεμπορίας, για την οποίαν καταδικάσθηκαν, 4) οι περί λαθρεμπορίας ως άνω διατάξεις του άρθρου 155 παρ.1 β του ν. 2960/2001, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 α, και 25 παρ.1 δ του Συντάγματος ούτε παραβιάζεται με αυτές η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η προπεριγραφείσα αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας καυσίμων, ήτοι της αγοράς και διαθέσεως στην αγορά καυσίμων χωρίς πληρωμή των αναλογούντων και οριζομένων από νόμο φόρων και δασμών υπέρ του Δημοσίου, δεν περιορίζει ανεπίτρεπτα την ελευθερία δράσης του ατόμου, αλλά πρόκειται για ρύθμιση της εμπορικής δράσης και θέση νόμιμων περιορισμών. Η εφαρμογή δε των ως παραπάνω διατάξεων του ν. 2960/2001, από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ελέγχει αυτεπαγγέλτως την τυχόν αντισυνταγματικότητα των εφαρμοζομένων νόμων, κατ'άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος, έγινε ορθά με την ως άνω πλήρη και ειδική αιτιολογία και δεν ήταν απαραίτητη η ειδική αιτιολόγηση της συνταγματικότητας του εν λόγω νόμου. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠοινΔ κύριοι λόγοι αναιρέσεως και των τριών αναιρεσειόντων, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, καθό μέρος δια τούτων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Tέλος, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1β' Ν. 1165/1918, αλλά και από την ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 155 παρ. 1β' Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 89 επ. Ν. 1165/1918 και 155 επ. Ν. 2960/2001, η ενέργεια, που στοχεύει να στερήσει, εκτός άλλου, το Ελληνικό Δημόσιο των υπό τούτου εισπρακτέων δασμών και φόρων, αποτελεί αξιόποινη πράξη λαθρεμπορίας και όχι απλή τελωνειακή παράβαση, που αφορά την μη τήρηση των διατυπώσεων, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 89 επ. Ν. 1165/1918 και 53-61 Ν. 2960/2001, ήτοι, συνιστά λαθρεμπορία η αγορά , η κατοχή στην αποθήκη της επιχείρησης κάποιου και η από αυτόν, διάθεση στην αγορά καυσίμων, χωρίς προηγουμένως να καταβληθεί ο αναλογούν νόμιμος φόρος και δασμός, διό και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1Ε ΚΠοινΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.
Επειδή στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β' του ν. 1756/1988, όπως αντικ. με το άρθρο 11 του ν. 3090/2002, που περιλαμβάνει τον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και καταστάσεως δικαστικών λειτουργών, ορίζονται στην παρ. 1 τα εξής: "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση" και στην παρ. 3 "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα α) όλων των προέδρων Εφετών και των Εφετών, β) όλων των Εισαγγελέων και των Αντεισαγγελέων Εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι δικαστές και οι εισαγγελείς των τριμελών εφετείων", ενώ στην παρ. 4 "με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός ... ". Τέλος, στην παρ. 10 ορίζεται "Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι στην τριμελή σύνθεση του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μετείχαν τρεις εφέτες που αντικατέστησαν τους τρεις τακτικούς από τη νόμιμη κλήρωση προελθόντες δικαστές της συνθέσεως, λόγω επικληθέντος κωλύματος ενός τούτων, χωρίς αναφορά στο σώμα της αποφάσεως της πράξεως του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, περί αντικαταστάσεως των κωλυομένων δικαστών δια των αναπληρωματικών αυτών και ότι η με απλή πράξη του προέδρου αντικατάσταση και των τριών δικαστών συνιστά κατάλυση του θεσμού των κληρώσεων.
Όμως, ανεξάρτητα του ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του Δικαστηρίου και δη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (στο οποίο Εφετείο Αθηνών προβλέπεται από το νόμο οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε εφετών και κλήρωση των συνθέσεων), προήλθε από κλήρωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τα επισκοπούμενα πρακτικά αυτής προκύπτει, ρητά σημειώνεται ότι οι τρεις κληρωθέντες δικαστές ως τακτικά μέλη της συνθέσεως, αντικαταστάθηκαν λόγω κωλύματός τους, από τα αναπληρωματικά μέλη, που σαφώς συνάγεται ότι και αυτά ήταν αναπληρωματικά μέλη, προερχόμενα από τη γενόμενη κλήρωση και επομένως δεν ορίσθηκαν με πράξη του Προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Αθηνών. Επομένως, δεν ιδρύεται κατά τα προεκτεθέντα οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, σε κάθε δε περίπτωση, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια όμως πρόταση δεν επικαλείται ο άνω αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε. Επομένως, ο ως άνω σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό εδάφιο ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός και να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να διαλαμβάνει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο περιστατικά θετικής καλής συμπεριφοράς, ήτοι η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης, υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας εκτός της φυλακής, με τη συνδρομή και άλλων θετικών περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο κοινός συνήγορός τους εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε του ΠΚ, διότι " από τότε που έγινε η πράξη για την οποίαν κατηγορούνται, πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των έξι ετών) κατά τη διαδρομή του οποίου συμπεριφέρθηκαν άψογα, διαβιώνοντας με τις οικογένειές τους, χωρίς να δημιουργήσουν οιασδήποτε φύσεως πρόβλημα σε κανένα, εργαζόμενοι, ως οικοδόμος ο πρώτος και ως οδηγός ο δεύτερος". Το αίτημα αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υποβλήθηκε παραδεκτά από τους κατηγορουμένους, γιατί δεν ήταν ορισμένο, αφού για τη θεμελίωσή του οι δύο αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν παραθέτουν, πλην της εργασίας τους, άλλα συγκεκριμένα περιστατικά θετικής καλής συμπεριφοράς τους μετά την πράξη, περιοριζόμενοι απλώς σε παθητική μη κακή συμπεριφορά τους. Επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει τη γενόμενη απόρριψη του υποβληθέντος αορίστου αυτού αυτοτελούς ισχυρισμού, γιαυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως των άνω δύο αναιρεσειόντων. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-1-2009 αίτηση του Χ1 και τις από 22-1-2009 αιτήσεις του Χ2 και Χ3, για αναίρεση της με αριθμ. 7858/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία καυσίμων (άρθρ. 100 Ν. 1165/1918, 155 επ. Ν. 2960/2001). 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ κύριοι λόγοι αναιρέσεως και των τριών αναιρεσειόντων για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για εφαρμογή αντισυνταγματικού του Ν. 2960/2001 περί λαθρεμπορίας. 2) Το αίτημα περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ δεν ήταν ορισμένο και δεν υποβλήθηκε παραδεκτά από τους κατηγορούμενους, και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει, γι' αυτό και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως των άνω δύο αναιρεσειόντων, περί αναιτιολόγητης απορρίψεως του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 1682/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 309/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 113/02.04.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, την από 23-2-2009 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 3 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν βεβαιωθή ότι άσκησε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων, από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη. Στην περίπτωση αυτή, κατά την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, η αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος πρέπει να είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός εάν, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως κατ'ουσίαν ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση, οπότε ακολουθείται η διαδικασία του άρθρ. 528 παρ. 3 ΚΠΔ. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να περιέχη με σαφήνεια και πληρότητα, αφ'ενός τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και αφ'ετέρου τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Εις περίπτωση δε κατά την οποία παραλείπονται να παρατεθούν ή αναφέρονται ελλειπτικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα συγκροτούντα κάποια εκ των ως άνω προϋποθέσεων, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, πάσχουσα εξ αοριστίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ως και αν οι προβαλλόμενοι δι'αυτής λόγοι δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 964/2006, ΑΠ 185/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει εκ των εγγράφων της δικογραφίας, ο αιτών κατεδικάσθη αμετακλήτως, με την προαναφερομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διά δωροδοκία, εις ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, οποία ανεστάλη επί τριετία, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε κατά της ως άνω αποφάσεως, διά της υπ'αριθμ. 443/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Διά της υπό κρίση αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας "για παράβαση καθήκοντος δικαστή", ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση τον καταδικάζει χωρίς να προκύπτουν στοιχεία από την δικογραφία, αποβλέπουσα στην συγκάλυψη της ενοχής των μεγαλοστελεχών του Υπουργείου Οικονομικών και την τιμωρία αυτού που επεχείρησε να καταγγείλη αυτά τα στελέχη, μη νομίμως δε, έκανε δεκτό ότι αυτός είναι ένοχος "για παθητική δωροδοκία". Επίσης, ο αιτών, διά της υπό κρίση αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ότι "πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνιστούν παράβαση καθήκοντος της συνθέσεως του Εφετείου που εξέδοσε την αριθ. 10162/01 απόφαση είναι οι ακόλουθες:
1. Μου απέδοσε το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας χωρίς να διευκρινίζει πως θα απέτρεπα τα λοιπά μέλη του συνεργείου ελέγχου να συντάξουν έκθεση ελέγχου στην οποία θα περιείχετο η διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1.
2. 'Εκανε δεκτό ότι εγώ πήγα στο μαγαζί του Θ1 και ζήτησα 100.000 δρχ. για να "σβύσω" φορολογική παράβαση χωρίς αυτό να προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ή από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Επί πλέον ο μόνος αυτόπτης μάρτυς καταγγέλων και θύμα της δωροδοκίας Θ1 δεν με ανεγνώρισε ενώπιον του ακροατηρίου. Εξ άλλου οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος μου διότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν αυτοί ότι πήγαν στο μαγαζί του Θ1 και κάποιος εξ αυτών ζήτησε 100.000 δρχ. για να "σβύσει" φορολογική παράβαση.
3. Δέχτηκε ως αληθινή την κατασκευασμένη καταγγελία του Θ1 για δήθεν απόπειρα δωροδοκίας από κάποιον που του είπε ότι ονομάζεται Χ1 εφ'όσον αυτή δεν εγένετο στην αστυνομία αλλά στο τηλέφωνο του γραφείου του Π1.
Εν προκειμένω ο Π1 καθώς και ο Προϊστάμενος της ... ΔΟΥ Αθήνας Ρ1 ήσαν ύποπτοι για δωροδοκία.
4. 'Ελαβε υπ'όψη την αριθ. 74/96 απόφαση επιβολής προστίμου η οποία κατασκευάστηκε μετά το Α.Π. 6399/19.11.97 έγγραφο του Εισαγγελέα Παναγιώτη Αγγελόπουλου, υπογράφτηκε και προσάχθηκε από τον ύποπτο για δωροδοκία Ρ1.
5. Δέχτηκε τους μάρτυρες κατηγορίας ως αξιόπιστους όταν όλοι εξ αυτών εγνώριζαν για την διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1 και ως εκ τούτου ο καθ' ένας απ'αυτούς θα μπορούσε να είχε ζητήσει χρήματα για το "σβύσιμο" της φορολογικής παράβασης".
Όμως, με τις ως άνω αιτιάσεις, ο αιτών δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα περιστατικά παραβάσεως καθήκοντος, μαρτυρούντα ότι η ανωτέρω καταδικαστική εις βάρος του απόφαση δεν είναι αποτέλεσμα αμερόληπτης κρίσεως των εκδόντων αυτή δικαστών. Ειδικότερα δε, δεν αναφέρει με πληρότητα, ποιο συγκεκριμένο παράνομο όφελος εσκόπουν οι εν λόγω δικαστές, ούτε προβάλλει με σαφήνεια την έλλειψη στοιχείων διά την καταδίκη του, αφού δέχεται ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος του και, συνεπώς, ότι υπήρχαν επιβαρυντικές δι'αυτόν μαρτυρικές καταθέσεις κατά την σχετική δίκη.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που διατυπούνται, διά της υπό κρίση αιτήσεως, εν σχέσει προς το υπ'αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και τις ενέργειες ή παραλείψεις του Εισαγγελέως, ως και εκείνες διά των οποίων πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο, δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις επαναλήψεως της διαδικασίας.
Αλλά, με το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αίτηση είναι αόριστη και, κατ'ακολουθία, πρέπει, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 23-2-2009 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 20 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 515β § 1 ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο... Στην προκειμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος υπό του αιτούντος λόγος αναβολής όπως εις τα πρακτικά αναφέρεται δηλαδή ότι "δεν είναι αντικειμενική ή εισαγγελική πρόταση" δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση αναβολής και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνον εις τας πέντε περιπτώσεις, οι οποίες αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Κατά την υπ' αριθμ. 2) από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή υποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη είναι ταυτόσημοι, δύνανται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανακλητικές ή τροποποιητικές, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα ή και οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, τα οποία δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών, ασχέτως εάν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, με την προϋπόθεση όμως ότι τα στοιχεία αυτά εκτιμώμενα μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα αυτού που πράγματι ετέλεσε. Δεν είναι νέες αποδείξεις και άγνωστες αυτές οι οποίες ηρευνήθησαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικαστάς που δίκασαν και απερρίφθησαν έστω και δι' εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Επίσης δεν δύνανται να θεμελιώσουν τον ανωτέρω λόγον επαναλήψεως της δίκης παραλείψεις ή πλημμέλειες εις το δικαστήριο όπως η μη λήψη υπ'όψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η απόρριψη αιτημάτων για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων, ούτε τα απλά επιχειρήματα και οι κρίσεις η προς την ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω κατά την υπ'αριθμ. 3) περίπτωση που προβλέπει το άνω άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπ' όψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη". Στην περίπτωση όμως αυτή κατά την § 2 του ιδίου άρθρου 525, οι αξιόποινες πράξεις αυτές, της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας της δωροληψίας ή της παραβάσεως καθήκοντος "πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 3 ΚΠΔ η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους ζητείται, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι εξ εκείνων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς εις το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. (η αίτηση), είναι απαράδεκτη. Ούτως είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στη δευτέρα περίπτωση του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ εάν ο αιτών δεν εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη καθώς και το περιεχόμενό των, εάν δε στηρίζεται στη τρίτη περίπτωση αυτού, είναι απαράδεκτη, εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί των εκεί αδικημάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ1 με την κρινομένη από 23/2/2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η καταδικαστική εις βάρος του υπ'αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν επεβλήθη εις αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής αναίρεση απερρίφθη δια της υπ'αριθμ. 443/2003 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Η καταδίκη του αιτούντος με την ανωτέρω απόφαση για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας συνίστατο εις το ότι "ως δημόσιος υπάλληλος, κατά το χρονικό διάστημα από 16 Ιανουαρίου 1996 έως και 30 Ιανουαρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, υπηρετών εις την ... Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Αθηνών ενεφανίσθη ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρείας "...." Θ1 και απαίτησε από αυτόν όπως του καταβάλει το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών προκειμένου να μη καταχωρίσει φορολογικές παραβάσεις οι οποίες διαπιστώθηκαν από έλεγχο που διενήργησε ειδικό συνεργείο προληπτικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών προ ολίγων ημερών εις την επιχείρησή του εις το οποίο (συνεργείο) ήταν αυτός μέλος μαζί με τους συναδέλφους του Ε1 και Ε2 οι οποίοι μετά τον έλεγχο εις την επιχείρηση καθαριστηρίου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρείας συνέταξαν την από 31ης Ιανουαρίου 1996 έκθεση ελέγχου κατόπιν της οποίας με την υπ'αριθμ. 74/28-4-1996 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Φ.Σ. του Προϊσταμένου της ... ΔΟΥ Αθηνών επεβλήθη εις την λεχθείσα Ομόρρυθμη Εταιρεία "...." πρόστιμο ανερχόμεο εις το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) δραχμών. Δια της κρινομένης αιτήσεως ο αιτών α) μέμφεται, εις μεγάλην έκταση της αιτήσεως, για μεροληπτικές ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών Παναγιώτη Αγγελόπουλον, ο οποίος έλαβε υπ'όψη του τις καταθέσεις των Ε2 και Ε1 και υπέβαλλεν εις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών απαλλακτική πρόταση και εξεδόθη το υπ'αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, δια του οποίου απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του Π1 Επιθεωρητού Υπουργείου Οικονομικών τον οποίον είχε καταγγείλει ο αιτών για παρότρυνση υφισταμένου. Όμως κατ' ουδέν αναφέρει ότι το βούλευμα αυτό και οι εις αυτό ελλείψεις της εισαγγελικής προτάσεως, ήσκησαν ουσιώδη επιρροή εις την καταδίκη του κατηγορουμένου, ως και εάν οι άνω καταθέσεις ήσαν και διατί ψευδείς, ή, εάν το βούλευμα το προσκομίζει ως νέο στοιχείο, τι εισφέρει υπέρ του αιτούντος και εάν αυτό μόνο του ή σε συνδυασμό με τις προηγούμενες αποδείξεις καθιστούν φανερό και διατί ότι ο κατηγορούμενος - αιτών είναι αθώος. β) αιτιάται τους δικαστάς, οι οποίοι εξέδωσαν την προαναφερθείσα απόφαση η οποία, κατά λέξη, "τον καταδικάζει χωρίς να προκύπτουν στοιχεία από την δικογραφία και αποβλέπει στη συγκάλυψη της ενοχής των μεγαλοστελεχών του Υπουργείου Οικονομικών και την τιμωρία αυτού που επεχείρησε να καταγγείλει αυτά τα στελέχη" μετά ταύτα δε αναφέρει ότι πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνιστούν παράβαση καθήκοντος είναι οι ακόλουθες, κατά πιστή εδώ μεταφορά: "1. Μου απέδοσε το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας χωρίς να διευκρινίζει πως θα απέτρεπα τα λοιπά μέλη του συνεργείου ελέγχου να συντάξουν έκθεση ελέγχου στην οποία θα περιείχετο η διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1. 2. Έκανε δεκτό ότι εγώ πήγα στο μαγαζί του Θ1 και ζήτησα 10.0.000 δρχ. για να "σβύσω" φορολογική παράβαση χωρίς αυτό να προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ή από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Επί πλέον ο μόνος αυτόπτης μάρτυς καταγγέλων και θύμα της δωροδοκίας Θ1 δεν με ανεγνώρισε ενώπιον του ακροατηρίου. Εξ άλλου οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος μου διότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν αυτοί ότι πήγαν στο μαγαζί του Θ1 και κάποιος εξ αυτών ζήτησε 100.000 δρχ. για να "σβύσει" φορολογική παοάβαση. 3. Δέχτηκε ως αληθινή την κατασκευασμένη καταγγελία του Θ1 για δήθεν απόπειρα δωροδοκίας από κάποιον που του είπε ότι ονομάζεται Χ1 εφ'όσον αυτή δεν εγένετο στην αστυνομία αλλά στο τηλέφωνο του γραφείου του Π1.
Εν προκειμένω ο Π1 καθώς και ο Προϊστάμενος της ...' ΔΟΥ Αθήνας Ρ1 ήσαν ύποπτοι για δωροδοκία. 4. Έλαβε υπ'όψη την αριθ. 74/96 απόφαση επιβολής προστίμου η οποία κατασκευάστηκε μετά το Α.Π. 6399/19.11.97 έγγραφο του Εισαγγελέα Παναγιώτη Αγγελόπουλου, υπογράφτηκε και προσάχθηκε από τον ύποπτο για δωροδοκία Ρ1. 5. Δέχτηκε τους μάρτυρες κατηγορίας ως αξιόπιστους όταν όλοι εξ αυτών εγνώριζαν για την διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1 και ως εκ τούτου ο καθ' ένας απ'αυτούς θα μπορούσε να είχε ζητήσει χρήματα για το "σβύσιμο" της φορολογικής παράβασης". Όμως ουδέν προσδιοριστικόν της παραβάσεως καθήκοντος περιστατικόν αναφέρει, από το οποίο να προκύπτει η με πρόθεση επικαλουμένη παράβαση, ούτε εκθέτει ποίο το όφελος των δικαστών για τον εαυτόν τους ή για άλλον παρανόμως ή προς βλάβη του κράτους, ούτε γιατί η καταγγελία του Θ1 είναι κατασκευασμένη και κατά ποίον τρόπον ήσκησεν ουσιώδη επιρροή στην καταδικαστική κρίση των δικαστών, εν όψει του ότι και ο ίδιος δέχεται ότι υπήρχαν και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος του και κατέθεσαν, εις πάσαν περίπτωση δε και πέραν αυτών, εάν η ψευδής κατάθεση του ανωτέρω ή η παράβαση καθήκοντος είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή εάν τούτο δεν συνέβη λόγω κωλύματος. Εντεύθεν αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι αόριστοι. Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει ο αιτών με την κρινομένη αίτησή του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητος της αποφάσεως, με την οποία κατεδικάσθη και για τον λόγον αυτόν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 περίπτ. 2 Κ.Π.Δ. Κατ' ακολουθίαν αυτών η κρινομένη αίτηση επαναλήψεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αιτούντα εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525§1 ΚΠΔ). Περιοριστικώς αναφερόμενοι λόγοι - άρθρο 525§1 στοιχ. 3 ΚΠΔ. Οι αξιόποινες πράξεις ψευδορκίας πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 525§2 ΚΠΔ). Δεν ελέγχεται η ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση λόγω της αοριστίας της.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1669/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεονάρδο Μωραΐτη, περί αναιρέσεως της 9622/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2002/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής.
Επίσης, με τη νέα αυτή ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη ( 1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. (Ολ ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι την 1-10-2003, ενώ είχαν βεβαιωθεί εις βάρος της εταιρίας "ΘΕΑΜΑ ΑΪΝΤΑ ΕΠΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή τους για ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής υπερβαίνει τα 120.000 και συγκεκριμένα ανέρχεται σε 214.632,46 €. Ειδικότερα καθυστέρησε την καταβολή του ως άνω ποσού το οποίο ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, λήξεως της τελευταίας στις 30-5-2003. Ο ισχυρισμός του κατ/νου ότι δεν ήταν ο ίδιος διαχειριστής της ως άνω εταιρίας είναι βάσιμος, καθόσον με την υπ' αριθμ. ...τροποποίηση του καταστατικού της που συνέταξε η συμβ/φος Πειραιώς Ευανθία Μαρκουλάκου Λεμονή, η οποία καταχωρίσθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας ορίσθηκε ο κατ/νος (άρθρο 24 της τροποποίησης), χωρίς να υπάρξει έκτοτε ουδεμία μεταβολή στη διαχείριση της εταιρίας. Το γεγονός ότι δεν προκύπτει δημοσίευση της ως άνω τροποποιητικής πράξης στο ΦΕΚ δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, καθόσον οι διατυπώσεις δημοσιότητας της τροποποίησης που αφορά ορισμό διαχειριστή έχουν δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι : "Στην Αθήνα στις..., όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει 1) τα 10.000 ευρώ, 2) τα 50.000 ευρώ, 3) τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας ΘΕΑΜΑ ΑΪΝΤΑ ΕΠΕ, της οποίας τυγχάνει διαχειριστής διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 7-4-2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 214.632,46, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 25 παρ.1 εδ.γ,7 του Ν.1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ.1,2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, του κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α). Στο αιτιολογικό, που δε συνιστά πιστή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά και στο διατακτικό περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα κατά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, ποσού 214.632,46 ευρώ, υπερβαίνοντος το όριο των 120.000 ευρώ, αναλυτικά κατ'είδος προελεύσεως από παραβάσεις του ΚΒΣ προς το Δημόσιο, κεφάλαιο και νόμιμες προσαυξήσεις, της εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΑΜΑ ΑΙΝΤΑ ΕΠΕ". μη καταβληθέντα, η ΔΟΥ που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του σε δύο δόσεις, λήξεως της τελευταίας στις 30-5-2003, ο χρόνος βεβαιώσεως του χρέους και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, την 1-10-2003, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέχρι την 31-5-2003 ήτοι μέσα στην ισχύουσα τετράμηνη προθεσμία, από του οριζόμενου χρόνου βεβαιώσεως, β). Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και στον αναγνωσθέντα και συνημμένο στη μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας ΔΟΥ, υπ. αριθ....Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ, γ). Κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου το βεβαιωθέν χρέος προέρχεται από παραβάσεις του ΚΒΣ και εισόδημα της πιο πάνω ΕΠΕ, δ) αιτιολογείται επαρκώς στο άνω αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος είναι υπόχρεος σε καταβολή των παραπάνω χρεών της ΕΠΕ, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, ότι αυτός από το 1995, δυνάμει της με αριθμ. ... με συμβολαιογραφικό έγγραφο γενομένης τροποποιήσεως του καταστατικού της ΕΠΕ, καταχωρηθείσης στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν συνέχεια, χωρίς να γίνει άλλη μεταβολή στο πρόσωπο διαχειρίσεως, ουσιαστικός διαχειριστής αυτής και υπεύθυνος, ανεξάρτητα της μη δημοσιεύσεως στο οικείο ΦΕΚ/ΑΕ - ΕΠΕ της άνω τροποποιήσεως του καταστατικού, η δε παραδοχή αυτή ουσιαστικής ευθύνης φυσικού προσώπου ως ουσιαστικού διαχειριστή της ΕΠΕ, ανεξάρτητα αν ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες δημοσιότητας της τροποποιήσεως του καταστατικού της ΕΠΕ, δεν αντίκειται στο νόμο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ευθύνη και την ενοχή του αναιρεσείοντος, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσεως με εκ πλαγίου παράβαση των νόμων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμ. 9622/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 παρ.1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ανέλεγκτη αναιρετικά η παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ο κατηγορούμενος ήταν ουσιαστικός διαχειριστής της υπόχρεης ΕΠΕ, ανεξάρτητα της μη ολοκληρώσεως της δημοσιότητας, με δημοσίευση στο ΦΕΚ/ΑΕ-ΕΠΕ της σχετικής τροποποιήσεως του καταστατικού της ΕΠΕ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1668/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 2006/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος, αφού αναφέρθηκε στην με αριθμό και ημερομηνία 2/6-8-2008 έκθεση παραίτησης του ως άνω αναιρεσείοντος, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από την από 14/5/2008 αίτηση αναίρεσής του, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, Χ με την από 6-8-2008 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου του, Καραμπασιάδη Αριστείδη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η από 2-2008 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 14-5-08 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 2006/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 14 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2006/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση δια πληρεξουσίου δικηγόρου από την αίτηση αναιρέσεως που είχε ασκηθεί δια πληρεξουσίου ενώπιον γραμματέα εκδόσαντος Δικαστηρίου. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 1667/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Χ1 και 2. Χ2 κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Διαμαντή, περί αναιρέσεως της Α153/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή τους καθώς και στους από 7 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1272/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/1996, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από τα τρία έτη για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος. Εξάλλου ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος, που είναι, κατά το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος, πρέπει να καθορίζεται επακριβώς στην απόφαση, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των περί παραγραφής διατάξεων, διαφορετικά, αν δηλαδή ο χρόνος τέλεσης της πράξης δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και εφόσον αυτός ασκεί επιρροή στην παραγραφή της πράξης, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άνω από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Τέλος το έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 17 παρ.8 του Ν.1337/1983, όπως αντικ. με άρθρο 3 παρ.1 3 Ν.2242/1995 είναι πλημμέλημα και ως εκ τούτου υπόκειται στην κατ'ανώτατο όριο οκταετή παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη 153/2008 απόφασή του που εξέδωσε κήρυξε κατά πλειοψηφία τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983, όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ.13 Ν. 2252/1994. Και στο μεν σκεπτικό αυτής κατά την πλειοψηφία του Δικαστηρίου διαλαμβάνεται ότι οι αναιρεσείοντες ανήγειραν επί αγροτεμαχίου μικρότερου των 2000 τμ, των οποίων ήταν με άλλους συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου συγκύριους κτίσματα έχοντας όψη κατοικιών, καθ'υπέρβαση της ...χορηγηθείσας σ'αυτούς οικοδομικής άδειας, η οποία εκδόθηκε για την ανέγερση γραφείων επ'αυτού, η οποία δικαιολογούσε την ανέγερση συνολικής επιφάνειας 300 τμ και όχι 160 τμ, όπως όταν πρόκειται για κατοικίες, στο δε διατακτικό αυτής διαλαμβάνονται τα εξής: Οι κατηγορούμενοι στην ...του Δήμου ... και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 μέχρι και την 22-9-2003, με την ιδιότητα των ιδιοκτητών κτιριακού συγκροτήματος γραφείων που βρίσκεται στην άνω θέση και επιπλέον ο 4ος εξ αυτών (Χ2) και ως μελετητής και επιβλέπων μηχανικός, κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, με υπέρβαση της χορηγηθείσας άδειας, κατασκεύασαν αυθαίρετο κτίσμα ή κατασκευή. Συγκεκριμένα, κατά τη διενέργεια ελέγχου στο ανωτέρω κτιριακό συγκρότημα των κατηγορουμένων, που διενεργήθηκε από αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, με τις ως άνω ιδιότητές τους, προέβησαν σε υπερβάσεις της κατεχόμενης υπ' αριθμ.... οικοδομικής αδείας που αφορούσαν τις διαστάσεις των οικοδομών σε σχέση με την ανωτέρω οικοδομική άδεια και τις ελάχιστες αποστάσεις από όρια και κτίρια μεταξύ τους καθώς και την αλλαγή χρήσης από γραφεία σε κατοικία και ειδικότερα διαπιστώθηκε: α)υπέρβαση του ύψους κατά 0,62 μ. στο κτίριο Α1, ιδιοκτησίας Χ2 β)υπέρβαση επιφανειών υπογείων και βοηθητικών χώρων και στα τέσσερα κτίρια του συγκροτήματος, συνολικά κατά 35,95 τ.μ., και ειδικότερα στο κτίριο Α2, ιδιοκτησίας Χ2 υπέρβαση 12,31 τ.μ., στο κτίριο Β, ιδιοκτησίας Χ1 και ... υπέρβαση 7,59 τ.μ. και στα κτίρια Γ, Δ, ιδιοκτησίας Ι1 υπέρβαση συνολική 16,05 τ.μ. γ)κατασκευή αυθαιρέτου τοιχίου αντιστήριξης διαστάσεων 13,00μ Χ 3,50 μ. Χ 0,30 μ. δ)υπέρβαση συνολικής δόμησης κατά 84 τ.μ. ε)υπερβάσεις που αφορούν στις ελάχιστες αποστάσεις από τα όρια και τα κτίρια μεταξύ τους, ήτοι απόσταση κτιρίου Δ από όρια 4,60 αντί 5,00 μ -απόσταση κτιρίου Β από κτίριο Γ 3,40 μ. αντί 3,75 μ.- απόσταση προβολών κτιρίου Δ από όρια μικρότερη 3,75 μ, στ)μη συμβατότητα των κλιμάκων των κτιρίων με τα πρότυπα κλιμάκων (ήτοι τύπου Ι ή II) του Κτιριοδομικού Κανονισμού και ζ) αλλαγή χρήσης από γραφείο σε κατοικία στο Γ κτίριο ιδιοκτησίας Ι1. 'Ετσι όμως κρίνοντας το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλουν οι διατάξεις 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού δεν διευκρινίζεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό ο χρόνος κατά τον οποίο οι κατηγορούμενοι ανήγειραν τα τέσσαρα κτίσματα, τα οποία είχαν τα χαρακτηριστικά κατοικιών και όχι γραφείων για την ανέγερση των οποίων και μόνο εκδόθηκε η εν λόγω άδεια, καθ'υπέρβαση του επιτρεπομένου συντελεστή δόμησης και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται αν η ανέγερση των εν λόγω κτισμάτων ολοκληρώθηκε κατά μήνα Μάρτιο 2000, όπως ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τον αυτοτελή περί παραγραφής ισχυρισμό που προέβαλαν κατά την 9η Απριλίου 2008, ότε συζητήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση, ή μεταγενέστερα και συγκεκριμένα μετά την 9-4-2000 δεδομένου ότι στην μεν πρώτη περίπτωση το αξιόποινο της πράξεως έχει εξαλειφθεί με παραγραφή λόγω παρόδου 8ετίας από την τέλεσή της στην δεύτερη όμως όχι.
Με τα δεδομένα αυτά υπάρχει κατά τούτο ασάφεια στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία καθιστά βάσιμο τον από το άρθρο 510 περ.1 στ.Δ' του ΚΠΔ κατ'εκτίμηση σχετικό λόγο του από 9-1-2009 δικογράφου των προσθέτων. Πρέπει, λοιπόν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 153/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος που είναι κατ' άρθρο 17 ΠΚ ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος, πρέπει να καθορίζεται επακριβώς στην απόφαση για να είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου της ορθής εφαρμογής της διατάξεων περί παραγραφής της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου. Η μη αναφορά του χρόνου κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι παραβάσεις οικοδομικής αδείας, στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση καθότι δεν αρκεί για την πληρότητα αυτής μόνη η αναφορά του χρόνου διαπίστωσης από τα όργανα ελέγχου των παραβάσεων αυτής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
Αριθμός 1665/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 591/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1 κάτοικο .... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά και πολιτικώς ενάγον το Ν.Π.Δ.Δ. "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ (ΤΑΥΤΕΚΩ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου και Ανδρέα Ματθαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 591/2009 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 16/ 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 428/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του για να παραστούν κατά τη συζήτηση. Ως υπόλοιποι" διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου. Επομένως, ο πολιτικώς ενάγων πρέπει να καλείται για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε ο κατηγορούμενος ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εφόσον αυτός νομίμως απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθ. 16/ 2009 αίτησή του, ζητεί την αναίρεση της 591/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών για τους εις αυτήν αναφερομένους λόγους αναιρέσεως. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του άνω Δικαστηρίου ουσίας, αποβλήθηκε το Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας (ΤΑΥΤΕΚΩ), που είχε παραστεί πρωτοδίκως και ενώπιον του άνω Τριμελούς Εφετείου, ως πολιτικώς ενάγον κατά του κατηγορουμένου Χ1. Επομένως, λόγω της άνω αποβολής του, το Ταμείο τούτο απώλεσε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και συνεπώς δεν παρίσταται νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και πρέπει να αποβληθεί (ΑΠ 1960/2005).
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης, στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 591/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το Δικαστήριο τούτο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά πλειοψηφία ανελέγκτως ότι: Ειδικότερα ο κατηγορούμενος είναι Ιατρός-ακτινολόγος και ως συμβεβλημενος με το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ, εκτελούσε εντολές υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένων του Ταμείου. Τον Απρίλιο του 2003, με την αφορμή διαμαρτυρία αυτού προς το Ταμείο για την περικοπή λογαριασμών του και ιατρικές πράξεις ύψους 1250,16 €, προσκομίζοντας μάλιστα διαφορετικού περιεχομένου την υπ' αριθμ. ... εγκύκλιο της Δ/νσης Υγειονομικής, εκδοθείσα από τον Κ1, συγκατηγορούμενο στην πρωτοβάθμια δίκη, διενεργήθηκε ενδελεχής έλεγχος σε βάρος χρόνου, τουλάχιστον τριών ετών, των εντολών υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων και ειδικότερα εξετάσεις TRIPLEX που είχαν εκτελεσεί από αυτόν και από υπαλλήλους του Ταμείου υπό την εποπτεία της Διευθύντριας Διοικητικού .... Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι σε 36 περιπτώσεις ασφαλισμένων, το πρωτότυπο-παραπεμπτικό δελτίο από το βιβλιάριο του ασφαλισμένου, θεωρημένο από τους ελεγκτές Ιατρούς του Ταμείου (Κ1-...), που συνόδευε το λογαριασμό που υπέβαλε ο κατηγορούμενος για να πληρωθεί, δεν ανταποκρινόταν στο αντίγραφο-στέλεχος του βιβλιαρίου του ασφαλισμένου, στο οποίο είτε ανεγράφετο επίσκεψη στο ιατρείο, είτε ήταν σκισμένο. Οι ασφαλιμένοι με υπεύθυνες δηλώσεις τους δήλωναν ότι είχαν επισκεφθεί το διαγνωστικό κέντρου του κατηγορουμένου για εξετάσεις τους και στη γραμματεία είχαν αφήσει το βιβλιάριό τους προς διευκόλυνσή των, αλλά ουδέποτε είχαν επισκεφθεί τους ιατρούς που φέρονται ότι έδωσαν τις εντολές για TRIPLEX, και κυρίως είναι ιατροί του νοσοκομείου..., αλλά και οι ίδιοι οι ιατροί δεν είχαν συντάξει και υπογράψει τα σχετικά δελτία εντολών εξετάσεων, τα οποία έφεραν κατ'απομίμηση τις υπογραφές των και πλαστές σφραγίδες του νοσοκομείου. Επηκολούθησε έρευνα από επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι οποίοι διαπίστωσαν ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που προβλέπεται για τη συνταγογράφηση, θεώρηση και εκτέλεση των εντολών υγειονομικής περίθαλψης, από τους ίδιους τους ασφαλισμένους, από τους θεράποντες ιατρούς, από τους ελεγκτές ιατρούς του Ταμείου και από τον κατηγορούμενο, ο οποίος φρόντιζε τόσο την συνταγογράφηση των εντολών περίθαλψης όσο και τη θεώρηση και εκτέλεση αυτών. Οι εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο οι ασφαλισμένοι προς διευκόλυνσή τους ν'αφήνουν τα βιβλιάριά τους στο ιατρικό κέντρο του κατηγορουμένου, προκειμένου να επιμεληθεί αυτός της σύνταξης από άλλους ιατρούς των εντολών εξέτασης και της θεώρησης αυτών. Ο εκ των μαρτύρων ..., ένας εκ των επιθεωρητών συντακτών του πορίσματος, αμφιβάλλει για την αξιοπιστία των όσων ανέφεραν οι ασφαλισμένοι των επίμαχων εντολών υγειονομικής περίθαλψης, καθόσον πρωτίστως ωφελεί αυτούς το γεγονός της καταστροφής του στελέχους από το βιβλιάριό τους ή η υπογραφή σ'αυτό επίσκεψης στο ιατρείο, γιατί έτσι μπορούσαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να υποβληθούν στην ίδια εξέταση, κάτι που απαγορευόταν και έτσι δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είχε εκτελέσει τις εντολές, για τη σύνταξη των οποίων από τους ιατρούς του ... είχε φροντίσει οικειοθελώς η γνωστή του ....
Με βάση το παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας του κατηγορουμένου, τα εισοδήματα του οποίου και της συζύγου του ανήρχοντο κατά τα έτη 2001, 2002, 2003 αντίστοιχα σε 50.500.000 δρχ., 41.000.000 δρχ. και 71.600 ευρώ, ότι η αντίστοιχη ζημία του Ταμείου από τις 36 εντολές που εκτελέστηκαν σε 1.376 περίπου ευρώ, ενώ ο κατηγορούμενος το ίδιο χρονικό διάστημα είχε εκτελέσει χιλιάδες εντολές, αμφιβάλλει ότι αυτός γνώριζε την πλαστότητα των επίμαχων 36 εντολών και πρέπει να κηρυχθεί αθώος.
Ακολούθως, κατά πλειοψηφία κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο της πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ'εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπή αιτιολογία και εσφαλμένως εφάρμοσε το νόμο. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που προβλέπεται για τη συνταγογράφηση, θεώρηση και εκτέλεση των εντολών υγειονομικής περίθαλψης από τους ίδιους τους ασφαλισμένους, τους ελεγκτές ιατρούς του Ταμείου και τους θεράποντες ιατρούς ως και από τον κατηγορούμενο ιατρό, που φρόντιζε για τη συνταγογράφηση των εντολών περίθαλψης, θεώρηση και εκτέλεση αυτών στη συνέχεια καταλήγει στο αντιφατικό πόρισμα ελλείψεως της υποκειμενικής θεμελίωσης του εγκλήματος, αναφέροντας ότι έχει αμφιβολίες περί του εάν ο κατηγορούμενος γνώριζε την πλαστότητα των κρινόμενων εντολών και έτσι τον κήρυξε κατά πλειοψηφία αθώο. Εξάλλου, ενώ δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι οι ασφαλισμένοι είχαν επισκεφθεί το διαγνωστικό κέντρο του κατηγορουμένου για εξετάσεις και άφηναν στη γραμματεία του τα βιβλιάριά τους για διευκόλυνσή τους, ουδέποτε όμως είχαν επισκεφθεί τους γιατρούς, που φέρονται ότι έδωσαν τις εντολές για τα τρίπλεξ, για τα οποία οι γιατροί δεν είχαν συντάξει και υπογράψει σχετικά δελτία εντολών εξετάσεων και τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τις υπογραφές των γιατρών τούτων και πλαστές σφραγίδες του Νοσοκομείου (...), ο δε κατηγορούμενος υπέβαλλε το πρωτότυπο παραπεμπτικό δελτίο του βιβλιαρίου για να πληρωθεί, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στο αντίγραφο που υπήρχε στο στέλεχος του βιβλιαρίου, στο οποίο αναγραφόταν "επίσκεψη στο ιατρείο" ή ήταν σχισμένο, στη συνέχεια καταλήγει στη σκέψη ότι οι εντολές τρίπλεξ είχαν εκτελεστεί από τον κατηγορούμενο, χωρίς όμως να εκτίθενται στην αιτιολογία (της πλειοψηφίας) τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη σκέψη αυτή. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), πλην των αναφερομένων στο διατακτικό, μερικότερων πράξεων του κατ'εξακολούθηση τούτου εγκλήματος, για τις οποίες, ενόψει του ότι πρόκειται περί πλημμελήματος και από το χρόνο τέλεσή τους, (από 2-5-2001 έως 22-6-2001), μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών (άρθρο 111 παρ.3 και 113 παρ.3 ΠΚ) πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' ΚΠΔ να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη (αρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠΔ), λόγω παραγραφής (άρθρο 111 παρ.3 και 113 παρ.3 ΠΚ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την αποβολή από την παρούσα δίκη του πολιτικώς ενάγοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας (ΤΑΥΤΕΚΩ)
Αναιρεί την 591/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για το ότι στο ... κατά τους κατωτέρω χρόνους χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα, εν γνώσει της πλαστότητάς τους, ήτοι ως γιατρός ακτινολόγος, χρησιμοποίησε τις κάτωθι εντολές περίθαλψης 1) την υπ. αριθ. .... εντολή του ασφαλισμένου ..., ποσού 25.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX φλεβών κάτω άκρων" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι1, ενώ στο στέλεχος του βιβλιαρίου αναγραφόταν "επίσκεψη στο ιατρείο" 2) την υπ. αριθ. ... εντολή της ασφαλισμένης ..., ποσού 25.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX καρωτίδων και σπονδυλικών αρτηριών" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι1) την υπ. αριθ. ... εντολή της ασφαλισμένης ... ποσού 25.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX φλεβών κάτω άκρων" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι2 4) την υπ. αριθ. ... εντολή της ασφαλισμένης ....ποσού 25.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX φλεβών κάτω άκρων" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι2 5) την υπ. αριθ.... εντολή της ασφαλισμένης ... ποσού 25.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX φλεβών κάτω άκρων" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι3 6) την υπ. αριθ. ... εντολή της ασφαλισμένης ... ποσού 25.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX καρωτίδων και σπονδυλοβασικών αρτηριών" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι3 και 7) την υπ. αριθ. ... εντολή του ασφαλισμένου ... ποσού 43.000 δρχ., στην οποία αναγραφόταν "TRIPLEX καρωτίδων και σπονδυλοβασικών" και "TRIPLEX νεφρικών αρτηριών" και έφερε σφραγίδα και υπογραφή του ιατρού Ι3, ενώ στο στέλεχος του βιβλιαρίου αναγραφόταν "TRIPLEX καρωτίδων και σπονδυλοβασικών", με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τους αρμόδιους υπάλληλους του ανωτέρω νομικού προσώπου σχετικά με το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονός ότι οι παραπάνω εντολές περίθαλψης ήταν γνήσιες και οι αναφερόμενες σε αυτές εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί, χρησιμοποίησε δε αυτές και συγκεκριμένα τις παρέδωσε στους αρμόδιους υπαλλήλους του ανωτέρω νομικού προσώπου, την παραπλάνησε των οποίων επεδίωκε προκειμένου να εισπράξει τα ποσά που αναγράφονταν σε αυτές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διάδικοι. Ως υπόλοιποι διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται, θεωρούνται όλοι εκείνοι που απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου. Ο πολιτικώς ενάγων πρέπει να καλείται εφόσον νομίμως απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε ή παραιτήθηκε. Επί παραδοχής λόγου αναίρεσης ως βασίμου εξετάζεται η τυχόν παραγραφή. Διατάσσει την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος. Αναιρεί, ΠΟΠΔ και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εξακολουθούν έγκλημα, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 1666/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1866/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 115/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 95/19.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 195/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (δυνάμει της από 18-11-2008 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κοτύλια, Δικηγόρο Αθηνών), κατά του υπ'αριθμ. 1866/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 154/2008 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για τις αξιόποινες πράξεις: α) πλαστογραφία από κοινού, κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) Απάτη από κοινού, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και γ) Υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού κατ'εξακολούθηση(άρθρ. 1, 13 στ', 14, 18, 26 § 1α, 27, 45, 94 § 1, 98, 216 § § 1, 3β, 222, 386 § § 1,3β ΠΚ).
Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 § § 1,3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα έκθεση υπ'αριθμ. 195/24-11-08, ημέρα Δευτέρα, (πρώτη εργάσιμη μετά την τελευταία της 10ήμερης προθεσμίας που ήταν το Σάββατο 22-11-08), αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο την 12-11-08. Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτή.
Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλίο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ'είδος, τ' αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά :
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η εγκαλούσα Ψ, κάτοικος ..., συνταξιούχος, την 15-03-2005 δέχθηκε τηλεφώνημα από την συγκατηγορουμένη του εκκαλούντος ΩΩ, η οποία της συστήθηκε ως διαχειρίστρια της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΡΜΗΣ" και την διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση της έχει τη δυνατότητα να μεσολαβεί στις τράπεζες και να επιτυγχάνει αύξηση των πιστωτικών ορίων των πιστωτικών καρτών. Η εγκαλούσα, η οποία κατείχε τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες: α) "Eurobank Visa", αριθ. ..., με όριο 2.400 ευρώ, β) "Eurobank Mastercard", αριθ. ..., με όριο 2.100 ευρώ, γ) "Euroline", αριθ. ..., με όριο 5.400 ευρώ, δ) "Dama Visa", αριθ. ..., με όριο 1.200 ευρώ και ε) "WWF Eurobank Card", αριθ. ... με πιστωτικό όριο 1.800 ευρώ, δελεάστηκε από την πρόταση της ΩΩ και δέχθηκε να συναντήσει αυτήν στο επί της Λ. ..., στο ..., γραφείο της. Πράγματι η συνάντηση αυτή έγινε την 21-03-2005 στο ως άνω γραφείο, εμφανίστηκε δε, ως συνεργάτης της ΩΩ και ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ. Κατά τη συζήτηση η ΩΩ διαβεβαίωσε την εγκαλούσα ότι είχε τη δυνατότητα να τριπλασιάσει το πιστωτικό όριο των ως άνω καρτών τις οποίες, για το σκοπό αυτόν έπρεπε να της παραδώσει για δύο εργάσιμες ημέρες μαζί με ένα φωτοαντίγραφο της αστυνομικής της ταυτότητας. Η εγκαλούσα πίστεψε τις διαβεβαιώσεις της επειδή αυτή εμφανίστηκε με πολλές γνώσεις για τα θέματα πιστωτικών καρτών και παρέδωσε και τις πέντε πιστωτικές κάρτες της μαζί με αντίγραφο της ταυτότητας της. Όταν ωστόσο παρήλθαν οι δύο εργάσιμες ημέρες, η εγκαλούσα, επειδή δεν είχε καμία νεότερη είδηση, άρχισε να αμφιβάλει για την φερεγγυότητα του γραφείου και επεχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την 6-04-2005 μετέβη εκ νέου στο ως άνω γραφείο όπου η ΩΩ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι οι πιστωτικές κάρτες είχαν δεσμευθεί από την τράπεζα και όταν η εγκαλούσα απείλησε ότι θα καλέσει την αστυνομία κάλεσε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι είχε τις πιστωτικές κάρτες στο αυτοκίνητο του και προφασιζόμενοι ότι θα τις φέρουν για να τις παραδώσουν στην εγκαλούσα, απομακρύνθηκαν από το γραφείο και εξαφανίστηκαν. Όταν η εγκαλούσα έλαβε αντίγραφα των λογαριασμών των πιστωτικών καρτών της, στο τέλος Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου 2005, διαπίστωσε ότι με αυτές είχαν γίνει αγορές διαφόρων πραγμάτων από τους κατηγορουμένους ΩΩ και Χ, οι οποίοι εξαπατώντας τους υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων και θέτοντας στα αντίστοιχα παραστατικά αγοραπωλησιών την υπογραφή της εγκαλούσας, προέβησαν στις παρακάτω αγορές: Την 22-03-2005 αγορά αξίας 5.499,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 9.999,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 999,72 ευρώ" από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline, την 29-03-2005 αγορά αξίας 3.300 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top WheeΙs", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 29-03-2005 αγορά αξίας 199,92 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top Wheels", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 2-04-2005 αγορά αξίας 4.986,96 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.368,00 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.992,00 ευρώ με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.983,84 ευρώ, από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 1.500 ευρώ, από την επιχείρηση του ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank Card", την 6-04-2005 αγορά αξίας 3.198,12 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 6-4-2005 αγορά αξίας 3.270,76 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 06-04-2005 αγορά αξίας 7.962,84 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 6-04-2005 αγορά αξίας 2.298,96 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ... με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank" και την 6-04-2005, αγορά αξίας 2.391,60 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ΟΝΕ WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank". Δηλαδή είχαν γίνει αγορές, με χρέωση των λογαριασμών της εγκαλούσας, ύψους 50.972 ευρώ συνολικά. Στην απολογία του ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι γνώρισε την εγκαλούσα το έτος 2005 μέσω της κοινής γνωστής τους ΩΩ, ότι ουδέποτε έκτοτε είχαν οποιαδήποτε σχέση ή επικοινωνία, ότι ουδέποτε παρέλαβε τις πιστωτικές της κάρτες και ποτέ δεν προέβη σε αγορές με αυτές θέτοντας στα σχετικά παραστατικά την υπογραφή της. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις της εγκαλούσας η οποία, πέραν όσων εκτέθηκαν, αναφέρει ότι όταν διαμαρτυρήθηκε στον υπεύθυνο του καταστήματος "Top Wheels" για τις αγορές που έγιναν με τις πιστωτικές της κάρτες εκείνος τηλεφώνησε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και στην συγκατηγορουμένη του, ζητώντας την εξόφληση της αξίας των πωληθέντων πραγμάτων. Εξ άλλου και οι εξετασθείσες ως μάρτυρες ... και ... διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος και αναφέρουν ότι και οι ίδιες υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις.
Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε.
Ζ) Το παραπάνω βούλευμα είναι αναιρετέο για τους εξής λόγους.
1ον) Δεν περιέχει ούτε κατ'ελάχιστον απαντήσεις στις ειδικές, σαφείς και συγκεκριμένες αιτιάσεις παράπονα που διαλαμβάνονται στη έκθεση έφεσης του κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα "ότι υφίσταται πασίδηλη ομοιότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί στα αποκόμματα των συναλλαγών που έγιναν με την υπ'αριθμ. ... πιστωτική κάρτα VISA στην επιχείρηση ONE WAY ..., με την υπογραφή της εγκαλούσας", "την ανάληψη ποσού 360,00 ευρώ από αυτόματο μηχάνημα συναλλαγών την 22-3-2005, που έγινε με τη χρήση του μυστικού αριθμού πρόσβασης (ΡΙΝ), τον οποίο γνώριζε μόνο η εγκαλούσα", κ.λ.π. (βλ. την υπ'αριθμ. 154/31-3-2008 έκθεση έφεσης στη δικογραφία).
2ον) Δεν αιτιολογείται παντάπασι το στοιχείο της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης, κατ'εξακολούθηση, για τα οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε στην ανάλυση του νομικού μέρους δεν γίνεται αναφορά της έννοιας της κατά συνήθεια τέλεσης, ενώ στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν γίνεται ούτε καν η τυπική αναφορά ότι τις επίμαχες πράξεις οι κατηγορούμενοι τέλεσαν "κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια". Τέλος δεν γίνεται, με την ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, παραπομπή στην πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, ώστε να μπορούν να καλυφθούν με τον τρόπο αυτό οι ελλείπουσες αιτιολογίες.
Η) Είναι αβάσιμες οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικώτερα.
1) Η έξαρση μερικών από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα λοιπά, αν γίνεται μνεία στο βούλευμα ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας.
(Α.Π. 1558/2003 Ποιν. Χρ. Ν.Δ'441).
2) Είναι επαρκής η αιτιολογία με την οποία το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, δεχόμενο ότι "ο εκκαλών κατηγορούμενος με το απολογητικό του υπόμνημα και την εκτενή έκθεση της υπό κρίση έφεσής του ανέπτυξε αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του επί των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, ώστε να μην υπάρχουν πλέον κενά προς περαιτέρω διευκρίνιση".
(βλ. 6ο φύλλο β'σελίδα του βουλεύματος και ΑΠ 960/2006 Ποιν.Δικ. 2006, σελ. 1346, ΑΠ 292/2003).
3) Η κατ'άρθρ. 183 ΚΠΔ διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται την απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, η δε αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο. (ΑΠ 874/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' 414).
Σε κάθε περίπτωση αποτελεί επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος η άποψη του Συμβουλίου Εφετών ότι τα υπάρχοντα ήδη αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για την κατ'ουσία απόφαση και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήρο (βλ. φύλλο 6ο σελ. α' του βουλεύματος).
4) Η αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων δεν στοιχειοθετεί εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά άρνηση των κατηγοριών και, ως εκ τούτου, είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου.
Η) Με βάση τα προεκτεθέντα θα πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο, υπ'αριθμ. 1866/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 484 § 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ., λόγο, απορριπτομένων των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 1866/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, χωρίς συμμετοχή των ίδιων δικαστών.
Αθήνα 8 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Κατά την παρ.3 περ. α του άρθρου 386 Π.Κ., η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του Π.Κ. που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως" προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή τη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα Ψ, κάτοικος ..., συνταξιούχος, την 15-03-2005 δέχθηκε τηλεφώνημα από την συγκατηγορουμένη του εκκαλούντος ΩΩ, η οποία της συστήθηκε ως διαχειρίστρια της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΡΜΗΣ" και την διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση της έχει τη δυνατότητα να μεσολαβεί στις τράπεζες και να επιτυγχάνει αύξηση των πιστωτικών ορίων των πιστωτικών καρτών. Η εγκαλούσα, η οποία κατείχε τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες: α) "Eurobank Visa", αριθ. ..., με όριο 2.400 ευρώ, β) "Eurobank Mastercard", αριθ. ..., με όριο 2.100 ευρώ, γ) "Euroline", αριθ. ..., με όριο 5.400 ευρώ, δ) "Dama Visa", αριθ. ..., με όριο 1.200 ευρώ και ε) "WWF Eurobank Card", αριθ. ...με πιστωτικό όριο 1.800 ευρώ, δελεάστηκε από την πρόταση της ΩΩ και δέχθηκε να συναντήσει αυτήν στο επί της Λ. ..., στο ..., γραφείο της. Πράγματι η συνάντηση αυτή έγινε την 21-03-2005 στο ως άνω γραφείο, εμφανίστηκε δε, ως συνεργάτης της ΩΩ και ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ. Κατά τη συζήτηση η ΩΩ διαβεβαίωσε την εγκαλούσα ότι είχε τη δυνατότητα να τριπλασιάσει το πιστωτικό όριο των ως άνω καρτών τις οποίες, για το σκοπό αυτόν έπρεπε να της παραδώσει για δύο εργάσιμες ημέρες μαζί με ένα φωτοαντίγραφο της αστυνομικής της ταυτότητας. Η εγκαλούσα πίστεψε τις διαβεβαιώσεις της επειδή αυτή εμφανίστηκε με πολλές γνώσεις για τα θέματα πιστωτικών καρτών και παρέδωσε και τις πέντε πιστωτικές κάρτες της μαζί με αντίγραφο της ταυτότητάς της. Όταν ωστόσο παρήλθαν οι δύο εργάσιμες ημέρες, η εγκαλούσα, επειδή δεν είχε καμία νεότερη είδηση, άρχισε να αμφιβάλει για την φερεγγυότητα του γραφείου και επεχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την 6-04-2005 μετέβη εκ νέου στο ως άνω γραφείο όπου η ΩΩ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι οι πιστωτικές κάρτες είχαν δεσμευθεί από την τράπεζα και όταν η εγκαλούσα απείλησε ότι θα καλέσει την αστυνομία κάλεσε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι είχε τις πιστωτικές κάρτες στο αυτοκίνητο του και προφασιζόμενοι ότι θα τις φέρουν για να τις παραδώσουν στην εγκαλούσα, απομακρύνθηκαν από το γραφείο και εξαφανίστηκαν. 'Οταν η εγκαλούσα έλαβε αντίγραφα των λογαριασμών των πιστωτικών καρτών της, στο τέλος Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου 2005, διαπίστωσε ότι με αυτές είχαν γίνει αγορές διαφόρων πραγμάτων από τους κατηγορουμένους ΩΩ και Χ, οι οποίοι εξαπατώντας τους υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων και θέτοντας στα αντίστοιχα παραστατικά αγοραπωλησιών την υπογραφή της εγκαλούσας, προέβησαν στις παρακάτω αγορές: Την 22-03-2005 αγορά αξίας 5.499,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 9.999,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 999,72 ευρώ" από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline, την 29-03-2005 αγορά αξίας 3.300 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top Wheels", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 29-03-2005 αγορά αξίας 199,92 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top Wheels", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 2-04-2005 αγορά αξίας 4.986,96 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.368,00 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.992,00 ευρώ με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.983,84 ευρώ, από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 1.500 ευρώ, από την επιχείρηση του ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank Card", την 6-04-2005 αγορά αξίας 3.198,12 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 6-4-2005 αγορά αξίας 3.270,76 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 06-04-2005 αγορά αξίας 7.962,84 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 6-04-2005 αγορά αξίας 2.298,96 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ... με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank" και την 6-04-2005, αγορά αξίας 2.391,60 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ΟΝΕ WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank". Δηλαδή είχαν γίνει αγορές, με χρέωση των λογαριασμών της εγκαλούσας, ύψους 50.972 ευρώ συνολικά. Στην απολογία του ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι γνώρισε την εγκαλούσα το έτος 2005 μέσω της κοινής γνωστής τους ΩΩ, ότι ουδέποτε έκτοτε είχαν οποιαδήποτε σχέση ή επικοινωνία, ότι ουδέποτε παρέλαβε τις πιστωτικές της κάρτες και ποτέ δεν προέβη σε αγορές με αυτές θέτοντας στα σχετικά παραστατικά την υπογραφή της. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις της εγκαλούσας η οποία, πέραν όσων εκτέθηκαν, αναφέρει ότι όταν διαμαρτυρήθηκε στον υπεύθυνο του καταστήματος "Top Wheels" για τις αγορές που έγιναν με τις πιστωτικές της κάρτες εκείνος τηλεφώνησε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και στην συγκατηγορουμένη του, ζητώντας την εξόφληση της αξίας των πωληθέντων πραγμάτων. Εξ άλλου και οι εξετασθείσες ως μάρτυρες ... και ... διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος και αναφέρουν ότι και οι ίδιες υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο δέχθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή στο ακροατήριο του κατηγορουμένου για να δικασθεί για α) πλαστογραφία από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ, β) απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και γ) υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 94, 98, 216 §§1, 3β, 222 και 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα: Α) αιτιολογείται η "από κοινού" με την συγκατηγορουμένη του αναιρεσείοντα διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης και της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας, όπως η έννοια αυτή προσδιορίσθηκε στην μείζονα σκέψη, με την αναφορά στο σκεπτικό πραγματικών περιστατικών από τα οποία συνάγεται αβίαστα αντικειμενική σύμπραξή τους στην τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ο κοινός δόλος τους. Β) Δεν είχε υποχρέωση το Συμβούλιο Εφετών να απαντήσει στις ειδικότερες αιτιάσεις που προέβαλε με την έφεσή του, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με τις οποίες παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την διαφορετική εκτίμησή του από εκείνην του εκκαλούντα - αναιρεσείοντα αφού η μη απάντηση στις αιτιάσεις και κατ' επέκταση η μη αιτιολόγησή τους, δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς προβλεπομένους από το άρθρο 510 § 1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Τέλος επαρκώς αιτιολογείται η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας, η ύπαρξη της οποίας αρκεί για να προσδόσει κακουργηματικό χαρακτήρα στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και να δικαιολογήσει την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με την αναφορά στη μείζονα σκέψη της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την παραδοχή της ως άνω επιβαρυντικής περίστασης, σε συνδυασμό με την παραδοχή της τέλεσης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος που προέκυπτε από κάθε μια από τις αγωγές με τις πιστωτικές κάρτες της εγκαλούσας των στο σκεπτικό αναφερομένων καταναλωτικών αγαθών, αλλά και με την στο διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος αναφορά όλων των θεμελιούντων την ως άνω επιβαρυντική περίπτωση περιστατικών, ενώ ενισχυτικό της παραδοχής τούτου είναι και το στο σκεπτικό διαλαμβανόμενο προς απόκρουση των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντα ότι "οι εξετασθείσες στο ακροατήριο μάρτυρες ... και ..., αναφέρουν ότι και οι ίδιες υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις".
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Και Ε' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά τα αρθρ. 510 και 484 ΚΠΔ. Συνακόλουθα το Συμβούλιο Εφετών δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος που υπέβαλε ο αναιρεσείων με το απολογητικό του υπόμνημα και επανέφερε με την έφεσή του να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Παρά ταύτα το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα αυτό με την επαρκή αιτιολογία ότι τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία του Εισαγγελέα για να δώσουν διευκρινίσεις. Τότε μόνο το Συμβούλιο μπορεί ν'απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου στην αίτηση του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ή απορρίψει την αίτηση αναιτιολόγητα επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ που ιδρύει τον κατ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης του βουλεύματος.
Εν προκειμένω το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τη σχετική αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος με το σκεπτικό ότι ο εκκαλών τόσο στα υπομνήματα του όσο και στην έφεση του αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του ώστε να μη συντρέχει λόγος να τους επαναλάβει και προφορικά ενώπιον του. Επομένως αιτιολογημένα απέρριψε την αίτηση το Συμβούλιο και εφ'όσον δεν τίθεται κατόπιν τούτου θέμα ακυρότητας κατ'άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται πιο πάνω, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1866/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική απάτη από κοινού τελεσθείσες. Στοιχεία της αντικειμενικής τους υπόστασης. Συνιστά απάτη η διαβεβαίωση της παθούσας ότι έχουν οι κατηγορούμενοι τη δυνατότητα να τριπλασιάσουν το πιστωτικό όριο των πιστωτικών καρτών της τελευταίας. Χρήση δε πλαστού συνιστά η χρησιμοποίηση της πιστωτικής κάρτας της παθούσας για αγορά καταναλωτικών προϊόντων. Απορρίπτονται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και ως απαράδεκτος ο λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Απορρίπτεται ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α λόγος αναίρεσης. Δεν τίθεται θέμα ακυρότητας κατ' άρθρο 171 § 1 δ ΚΠΔ, όταν το Συμβούλιο Εφετών αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του προς παροχή διευκρινήσεων. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 1662/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 5435/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Ιουλίου 2008 (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1444/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι με αριθ. έκθ. 275, 276 και 277/31-7-2008 αιτήσεις των Χ3, Χ2 και Χ1 για αναίρεση της 5435/ 2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόφαση αυτή (Ολ.ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ.ΑΠ 8/1995, 4/1995, 6, 7/1995). Αν η επίδοση είναι άκυρη δεν αρχίζει η σχετική προθεσμία. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία, κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ένδικου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Έτσι όταν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης προβάλλει ακυρότητα της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η προαναφερθείσα αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των άνω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 4/1995). Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας σύνεσης και επιμέλειας ενώ ανυπέρβλητο κώλυμα είναι το γεγονός εκείνο, το οποίο δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα τους ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειουσών ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης άσκησης τους αφού δέχθηκε ότι "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, όσα κατέθεσε η παρούσα εκκαλούσα (Χ3) και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι με την 38411/2005 απόφαση του ο" Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι εκκαλούσες καταδικάστηκαν ερήμην σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών η κάθε μία ... . Όπως αποδεικνύεται 1) από το από 6-10-2006 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., η επίδοση της άνω αποφάσεως έγινε στις 6-10-2006 με θυροκόλληση στην επί της οδού ... στο ... κατοικία της Χ3, 2) από το από 6-10-2006 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... του AT ..., η επίδοση της άνω αποφάσεως έγινε στις 6-10-2006 με θυροκόλληση στην επί της οδού ... στην ... κατοικία της Χ2 και 3) από το από 6-10-2006 αποδεικτικό του αστυφύλακα ... του AT ... η επίδοση της ως άνω αποφάσεως έγινε στις 6-10-2006 με θυροκόλληση στην επί της οδού ... στην ... κατοικία της Χ1, τις οποίες αυτές είχαν δηλώσεις στις από 31-10-2002, 12-11-2002 και 8-11-2002 προανακριτικές απολογίες τους. Οι εκκαλούσες άσκησαν τις εφέσεις τους στις 11-6-2008, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την πάροδο της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας. Με τις εκθέσεις εφέσεων δήλωσε κάθε μία από αυτές ότι ασκούν εκπρόθεσμα τις εφέσεις διότι ουδέποτε έλαβαν γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, που τους επιδόθηκε με θυροκόλληση γιατί η πρώτη έχει μετοικήσει από τις αρχές του 2003, η δεύτερη από το τέλος του έτους 2004 και η Τρίτη από τον Απρίλιο του έτους 2003 στις διευθύνσεις που κάθε μία αναφέρει στην έφεσή της. Όλες δε δηλώνουν ότι τυχαία πληροφορήθηκε την εκκαλούμενη απόφαση ο συνήγορός τους "προ ημερών" και τις ενημέρωσε. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των εκκαλουσών ο οποίος στρέφεται κατά του κύρους της επιδόσεως είναι αόριστος, αφού δεν επικαλούνται με την έφεσή τους ότι η ως άνω, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατοικία τους ήταν γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Άλλωστε αυτές είχαν δηλώσει στις από 31-10-2002, 12-11-2002 και 8-11-2002 προανακριτικές απολογίες τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, ως διεύθυνση κατοικίας τους τον ως άνω τόπο που έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως χωρίς να έχουν γνωστοποιήσει αρμοδίως, όπως είχαν υποχρέωση (ΚΠΔ 273 παρ. 1γ) τη μεταβολή του τόπου κατοικίας τους... Επομένως εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στις κατηγορούμενες με θυροκόλληση στις διευθύνσεις που οι ίδιες είχαν δηλώσει στις απολογίες τους. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω εφέσεις ως απαράδεκτες εξαιτίας της εκπρόθεσμης ασκήσεως τους". Η αιτιολογία αυτή καλύπτει τις άνω προϋποθέσεις, αφού περιέχει όλα τα προμνημονευόμενα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι οι εφέσεις αυτές ασκήθηκαν εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο της, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, προθεσμίας των δέκα ημερών και ειδικότερα αναφέρεται σε αυτή ότι η επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης έγινε στις αναιρεσείουσες την 6-10-2006 με θυροκόλληση και συγκεκριμένα 1) στην επί της οδού ... στο ... κατοικία της Χ3, την οποία αυτή είχε δηλώσει στην από 31-10-2002 προανακριτική ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών απολογία της, 2) στην επί της οδού ... στην ... κατοικία της Χ2, την οποία αυτή είχε δηλώσει στην από 12- 11- 2002 προανακριτική ενώπιον του άνω Πταισματοδίκη απολογία της και 3) στην επί της οδού ... στην ... κατοικία της Χ1, την οποία αυτή είχε δηλώσει στην από 8-11-2002 προανακριτική ενώπιον του ιδίου Πταισματοδίκη απολογία της. Ότι οι κατά τα άνω επιδόσεις αποδεικνύονται από τα ευρισκόμενα στη δικογραφία και αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά επιδόσεως, ότι οι επιδόσεις έγιναν αφού οι αναιρεσείουσες δεν είχαν δηλώσει μεταβολή της κατοικίας τους στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, όπως όφειλαν κατά το άρθρο 273 παρ. 1γ ΚΠΔ και ότι τις εφέσεις τους οι αναιρεσείουσες άσκησαν στις 6-11-2008, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 473 του ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας. Οι αναιρεσείουσες, με τις εφέσεις τους, δήλωσαν ότι τις ασκούν εκπρόθεσμα διότι ουδέποτε έλαβαν γνώση της εκκαλούμενης ως άνω απόφασης γιατί η πρώτη είχε μετοικήσει από την άνω κατοικία της από τις αρχές του 2003, η δεύτερη είχε μετοικήσει από την πιο πάνω κατοικίας της από το τέλος του 2004 και η τρίτη είχε μετοικήσει από την προαναφερθείσα κατοικία της από το μήνα Μάρτιο του 2003 στις διευθύνσεις, που κάθε μία αναφέρει στην έφεση της. Τον ισχυρισμό τους αυτό το Τριμελές Εφετείο εκτίμησε ως ισχυρισμό που βάλλει κατά του κύρους της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι οι εκκαλούσες δεν επικαλέσθηκαν ότι κατά τον άνω κρίσιμο της επίδοσης χρόνο οι νέες κατοικίες τους ήταν γνωστές και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης σε αυτές και επομένως εγκύρως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στις αναιρεσείουσες με θυροκόλληση στις διευθύνσεις που οι ίδιες είχαν δηλώσει στις πιο πάνω απολογίες τους. Εξάλλου, το ότι οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι δεν έλαβαν γνώση της εκκαλούμενης απόφασης αφού είχαν μετοικήσει αλλού, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος κατά την προεκτεθείσα έννοια, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως των εφέσεων τούτων, εν όψει του ότι γνώριζαν την εκκρεμότητα των εις βάρος τους κατηγοριών και δεν φρόντισαν να δηλώσουν εγκαίρως στην Εισαγγελική Αρχή την μεταβολή της δηλωθείσας στις προανακριτικές τους απολογίες διεύθυνσής τους, οπότε η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης θα γινόταν στη νέα τους κατοικία. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο μόνο των εγγράφων που υποβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου και όχι των οποιωνδήποτε άλλων διαδικαστικών εγγράφων που αφορούν άλλα ζητήματα μεταξύ των οποίων και την επίδοση.
Συνεπώς, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα το ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς προηγουμένως να αναγνωστεί το αποδεικτικό επίδοσης. Επομένως, η αποδιδόμενη αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά επιδόσεως ελήφθησαν υπόψη ενώ δεν ανεγνώσθησαν δεν δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Τέλος οι μερικότερες αιτιάσεις ότι 1) η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είναι παράνομη διότι από τις σχετικές διατάξεις του Εμπ.Ν. και του Πτωχευτικού Κώδικα προκύπτει ότι στα νομικά πρόσωπα ευθύνεται μόνο ο διαχειριστής και 2) ότι είναι αθώες των άνω πράξεων διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ενοχή τους είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι, αναφορικά με την πρώτη, επί αιτήσεως αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, όπως εν προκειμένω, δεν μπορούν να προβληθούν λόγοι που αφορούν την ουσία της υπόθεσης ή πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα και η δεύτερη αιτίαση, με την οποία άλλωστε απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει οι αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και καταδικαστεί η κάθε μία αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. έκθ. 275, 276 και 277/31-07-2008 αιτήσεις των Χ3, Χ2 και Χ1 για αναίρεση της 5435/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε μία αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση εκπρόθεσμη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απορριπτική απόφαση. Η απορριπτική απόφαση αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των κατά το άρθρο 161 § 1 ΚΠΔ στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης. Όταν προβάλλεται ακυρότητα της επίδοσης ή ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα τότε η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στην απορριπτική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1661/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 4162/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1435/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) τη χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε)τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παρ. 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικά. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως, ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προβλήθηκαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγής ή αν και προβλήθηκαν απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου, ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής (Ολ.ΑΠ 1/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας ποινική δίωξη για άσκοπους πυροβολισμούς. Ο κατηγορούμενος, κατά την εμφάνιση του ενώπιον του πιο πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, επικαλέστηκε την ακυρότητα της ποινικής δίωξης, ακολούθως δε και του κλητηρίου θεσπίσματος, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίστηκε ότι η ποινική δίωξη είναι άκυρη, γιατί ασκήθηκε, ανεπίτρεπτα, με βάση και μόνο την απολογία του για άλλη πράξη (οπλοκατοχή) και ακόμη ότι το κλητήριο θέσπισμα, που του επιδόθηκε, μετά την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, περιλαμβάνει και άλλους μάρτυρες, εκτός εκείνων που αναφέρονται σ' αυτό, που αρχικά του επιδόθηκε. Το δικαστήριο εκείνο με την 4474/2006 απόφαση του απέρριψε τη σχετική ένσταση του, την οποία αυτός επανέφερε ως λόγο εφέσεως με το ένδικο αυτό μέσο, που άσκησε κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την παραπάνω ένσταση, με την αιτιολογία, ότι οι ακυρότητες αυτές, αναφερόμενες σε πράξεις της προδικασίας, καλύφθηκαν. Με αυτόν τον τρόπο το παραπάνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 173 παρ. 2, 176 παρ. 1, 320, 321 και 322 του ΚΠΔ, και συνεπώς είναι αβάσιμη η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αιτίαση με την οποία, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, το Εφετείο Αθηνών υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με την παράλειψη του να κηρύξει την ακυρότητα της άσκησης της ποινικής δίωξης, ακολούθως δε και του κλητηρίου θεσπίσματος. Περαιτέρω η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι προκλήθηκε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και εκ του ότι ο εισαγγελέας, μετά την αναβολή της υπόθεσης, προσέθεσε και άλλους μάρτυρες στο νέο κλητήριο που του επιδόθηκε, είναι απαράδεκτη, διότι η προσθήκη νέων μαρτύρων στο κλητήριο θέσπισμα δεν προκαλεί την ακυρότητα του, ανεξαρτήτως του ότι, από τη διάταξη του άρθρου 356 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι μετά την αναβολή της δίκης ο εισαγγελέας μπορεί να κλητεύει και νέους μάρτυρες. Επομένως οι σχετικοί, με στοιχ. ΙΙΙ 2 α και β, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι. Απορριπτέοι, εξάλλου, για έλλειψη νομίμου προϋποθέσεως, είναι οι παραπάνω λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος, περί απολύτου ακυρότητας, ισχυρισμού του.
Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περ. α' νόμου 2168/1993 απαγορεύονται οι άσκοποι πυροβολισμοί και οι παραβάτες τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά στοιχεία, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως των άσκοπων πυροβολισμών και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε(5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, διέλαβε στο πόρισμά του, το οποίο προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στις 16-3-2003, από πρόθεση προέβη στη ρίψη άσκοπων πυροβολισμών, αν και τούτο απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.& 1 περ. α' του ν. 2168/1993. Στην πράξη του αυτή προέβη με πιστόλι 9 mm μάρκας Colt με αριθμό ... .
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας των άσκοπων πυροβολισμών, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, περί απολύτου ακυρότητας των πράξεων της ποινικής προδικασίας, αφού αυτές και αληθούς υποτιθεμένου ότι υφίσταντο, μετά την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, έχουν ήδη καλυφθεί (ΑΠ 1/2008). Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση εξήχθησαν αντίγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και η απολογία του κατηγορουμένου, η οποία όμως κατ' ουδένα τρόπο δεν κατέστη αναγνωστέο έγγραφο της παρούσης δικογραφίας, ούτε έγινε χρήση αυτής.
Συνεπώς δεν επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα, σχετική με τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και συνεπώς η αίτηση του κατηγορουμένου περί κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης, πρέπει να απορριφθεί."Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος, ενόψει του ότι μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 12 παρ.1α και 2α του Ν 2168/1993, που εφάρμοσε. Κατά συνέπεια ο σχετικός, με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για να μη καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στον κατηγορούμενο, είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύει, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανωτέρω διάταξη του Π.Κ., είναι αναγκαία για την θεμελίωσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την ακροαματική διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι: "Από το γεγονός αυτό καθεαυτό της ως άνω από 18-3-2003 κατάθεσης μου, από το ίδιο το περιεχόμενο της κατάθεσης μου αυτής, από την ενώπιον σας απολογία μου, αλλά και από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, αποδείχθηκε ότι προέβηκα στην πράξη για την οποία κατηγορούμαι, δηλαδή στους "πυροβολισμούς στον αέρα" καψυλλίων για εκφοβισμό των επίδοξων διαρρηκτών δεδομένου ότι η εξοχική μου κατοικία βρίσκεται σε ερημικό σημείο και επανειλημμένα, τόσο εγώ, όσο και οι περίοικοι, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, είμαι θύμα τέτοιων διαρρήξεων, πίστευα δε, λόγω πλάνης, ότι είχα δικαίωμα να τελέσω την πράξη αυτή και η πλάνη μου αυτή, κάτω από τις ως άνω συνθήκες, είναι συγγνωστή. Γι' αυτό ζητώ να μην καταλογισθεί η πράξη μου αυτή λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης". Το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό αυτό, που προβλήθηκε ως λόγος άρσεως του αδίκου της πράξεως και ο αναιρεσείων με ειδικό λόγο εφέσεως τον επανέφερε στο Τριμελές Εφετείο. Έτσι, όμως, που προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός ήταν πράγματι αόριστος, διότι δεν έγινε επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών επί των οποίων να θεμελιώνεται. Ειδικότερα ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε ενέργειες στις οποίες προέβη, προκειμένου να πληροφορηθεί αν η παραπάνω συμπεριφορά του ήταν νόμιμη, ώστε να κριθεί η επιμέλεια του, τις πνευματικές και επαγγελματικές του ιδιότητες, οι οποίες συνθέτουν την προσωπικότητα του και προσδιορίζουν την δυνατότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην μπορεί να εκτιμήσει αν η επικαλούμενη πλάνη του είναι ή όχι συγγνωστή. Επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και να αιτιολογήσει την απόρριψη του και οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, με στοιχ. Βα και Ββ, λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται,(κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των),η έλλειψη ακρόασης και της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, για έρευνα, άλλοι, παραδεκτοί, λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4162/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άσκοποι πυροβολισμοί. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας, υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ακρόασης.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ακροάσεως έλλειψη, Πυροβολισμοί άσκοποι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1658/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καυκουλά, περί αναιρέσεως της 36/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύρου.
Το Μονομελές Πλημ/κείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1790/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Ν. 1577/1985) για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ως άνω άρθρου, κάθε κατασκευή που εκτελείται και χωρίς άδεια της παρ. 1 είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές με τα αυθαίρετα διατάξεις του Ν. 1377/1983, όπως ισχύουν, ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου, οι ιδιοκτήτες, οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτου και οι εργολάβοι κατασκευής τιμωρούνται με κοινή φυλάκιση τουλάχιστον εξ (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την υποβάθμιση του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Η παραπάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Για το παραδεκτό των αυτοτελών ισχυρισμών επιβάλλεται να προτείνονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, προκειμένου να κριθεί το ουσία βάσιμο αυτών διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 31 του ΠΚ περί συγγνωστής νομικής πλάνης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει ο προτείνων αυτήν κατηγορούμενος ν' αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατά πλάνη πίστευε ότι δικαιούτο να προβεί στην πράξη του αυτή εν όψει ιδιαίτερα του τόπου, του χρόνου, ηλικίας, πνευματικών ικανοτήτων και του επαγγέλματός του αλλά και της προσπάθειας που κατέβαλε για να ενημερωθεί για την έννοια νομικής διάταξης παρά δημοσίων αρχών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την προσβαλλόμενη 36/2006 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος υπέβαλε την από 13-8-2001 αίτησή του προς το Δήμο ..., που βρίσκεται στη περιοχή ..., η οποία έχει χαρακτηρισθεί χορτολιβαδική από την Δασική Υπηρεσία, για να κατασκευάσει κλίμακα καθόδου - πρόσβασης προς τη παραλία που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της περιοχής ... . Ωστόσο, ενώ η αίτηση αυτή είχε διαβιβασθεί προς τη Κτηματική Υπηρεσία Ν. ... και το Πολεοδομικό Γραφείο ... προκειμένου να χορηγηθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις για την έκδοση της σχετικής άδειας, ο κατηγορούμενος, από πρόθεση χωρίς να αναμένει την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, την 9-8-2001 προέβη στην αυθαίρετη κατασκευή κλίμακας σε απόκρυμνη πλαγιά από σιδερένιες ράγες και ξύλινες τάβλες, μήκους περίπου 20-25 μέτρων και σε απόσταση 30 μέτρων από την ίσαλο γραμμή καθώς και στην αυθαίρετη κατασκευή περίφραξης από σιδερόβεργες σε παρακείμενη περιοχή, η οποία (κατασκευή) έφθανε ως τη θάλασσα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Μονομελές Πλημ/κείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/83 και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 30 ημερών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις προαναφερθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα με σαφήνεια προσδιορίζονται οι εργασίες κατασκευής για τις οποίες απαιτείται άδεια της αρμόδιας πολεοδομίας, ως και το ότι έλαβαν αυτές χώραν χωρίς την προηγούμενη χορήγησή της, ως και η κατασκευή αυτών από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα. Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας να αξιολογούνται χωριστά και σε συσχετισμό μεταξύ τους τα στην αρχή του προοιμίου αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ 1 Ε συναφείς λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των προμνησθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απαράδεκτη είναι, η υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αιτίαση για εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων, διότι με αυτή πλήττεται η αναιρετέα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος ο υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης με την ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης φέρεται ότι κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για δύο παραβάσεις του ν. 1337/1983 επιβλήθηκε σ' αυτόν μια ποινή χωρίς να αιτιολογείται αν η ποινή αυτή αντιστοιχεί σε μία πράξη ή αν αποτελεί συνολικά ποινή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
II. Όπως από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας λόγον αναιρέσεως ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του πρόσβαλαν αυτοτελή περί συγγνωστής νομικής ή πραγματικής πλάνης ισχυρισμό. Το στην απολογία του κατηγορουμένου διαλαμβανόμενο ότι "προέβη στην πράξη του έξω από την ιδιοκτησία του σε ένα παλιό μονοπάτι για να κατεβαίνει ο κόσμος στην παραλία ... Ο Δήμος υιοθετεί το έργο αυτό, και ζήτησε την άρση της κατεδάφισής του ...", δεν παρέχει έρεισμα για να εκτιμηθεί ότι αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό είτε περί νομικής είτε περί πραγματικής πλάνης.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε σιγή τον περί νομικής άλλως περί πραγματικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 343 εδ. α' του Κ.Π.Δ. "Μόλις πάρει τα στοιχεία της ταυτότητας του κατηγορουμένου ... ή ο εισαγγελέας απαγγέλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία. Κατόπιν εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ζητεί από τον κατηγορούμενο γενικές πληροφορίες για την πράξη για την οποία κατηγορείται". Από τη διάταξη αυτή, τόσο κατά την γραμματική της διατύπωσή της όσο και από τον σκοπό της, ο οποίος μεταξύ άλλων είναι να λαμβάνει ο κατηγορούμενος και πάλι γνώση των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα ή στο παραπεμπτικό βούλευμα, σαφώς προκύπτει α) ότι ο εισαγγελέας συνοπτικά απαγγέλει την κατηγορία και όχι ολόκληρο το κείμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή του παραπεμπτικού βουλεύματος, β) ο διευθύνων τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να δώσει γενικές πληροφορίες επί της συνοπτικά από τον Εισαγγελέα απαγγελθείσας κατηγορίας.
Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ο εισαγγελέας απήγγειλε συνοπτικά την κατηγορία", ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και αυτό ανεξάρτητα του ότι η μη τήρηση της διάταξης αυτής του άρθρου 343 ΚΠΔ δεν ιδρύει κάποιον λόγο αναίρεσης και ειδικότερα τον προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της στερήσεως των υπερασπιστικών - δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/9/2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 36/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύρου (Μεταβατική Εδρα Ανδρου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 17 § 8 του Ν. 1337/1983. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) έλλειψη ακρόασης λόγω μη απαντήσεως σε ισχυρισμούς περί νομικής και πραγματικής πλάνης, γ) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω του ότι ο Εισαγγελέας δεν απήγγειλε κατά την έναρξη της διαδικασίας ολόκληρο το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά συνοπτικά.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλητήριο θέσπισμα, Ακροάσεως έλλειψη, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1657/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1 κατοίκου... και 2. Χ2 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 741/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αυγερινού - Φαλίδα.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2007 αίτηση και στους από 8 Απριλίου 2009 πρόσθετους λόγους, της Χ2 η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1176/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση ης υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ... και ... αποδεικτικά επίδοσης των ..., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και ..., αρχιφύλακα του Α.Τ ..., αντίστοιχα, η δεύτερη αναιρεσείουσα Χ1, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 7-10-2008.Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 2109/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τότε, μετά από αίτημα που υποβλήθηκε από το δικηγόρο της, για λογαριασμό της, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία όμως αυτή δεν εμφανίστηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης της πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η παραπάνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ'και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί και ην προβάλει, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 741/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, σε συνδυασμό με την από 27-7-2005 έφεση της αναιρεσείουσας Χ2 που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας 4696/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του εν λόγω λόγου αναιρέσεως, η τελευταία εμφανίστηκε και προέβαλε ακυρότητα του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος συνιστάμενη στο ότι "α) δεν αναγράφει το κατηγορητήριο την υψομετρική διαφορά σε όλο το μήκος της πρόσοψης ούτε εάν το ύψος είναι το ίδιο σε όλο το ύψος ενώ δεν είναι, διότι ο δρόμος έχει κλίση β)δεν αναγράφει ποιες είναι οι συνέπειες για την οικοδομησιμότητα του οικοπέδου εάν υποθέσουμε ότι το εμβαδόν είναι το αναγραφόμενο στη μήνυση και το κατηγορητήριο δηλ. 276 τ.μ.". Η αντίρρησή της αυτή προτάθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της και όχι με το εφετήριο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι ήσαν επαρκή τα στοιχεία του κατηγορητηρίου. Με το να απορρίψει το δικαστήριο την ως άνω αντίρρηση δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, εφόσον η ως άνω ακυρότητα, που δεν προτάθηκε με την έφεση, καλύφθηκε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου, πρώτος στο δικόγραφο της αιτήσεως της αναιρεσείουσας, λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 741/2007 απόφασή του, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία γενικώς, κατά το είδος τους, προσδιορίζει, αποδείχτηκαν τα εξής: Με το υπ' αριθμ ...συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Σπυρίδωνος Ζαβιτσιάνου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη της Συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Παρασκευουδάκη - Ημέλλου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Όρους Κερκύρας περιήλθε στον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ1 κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως από τον πατέρα του Ψ2, ο οποίος είχε γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ένα οικόπεδο εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως και το συνημμένο σ' αυτό από μηνός Απριλίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού ...., 1005,60 τ.μ., με την εντός αυτού παλαιά ισόγειο οικία εμβαδού 49,58 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού "..." της πρώην Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος ... που συνορεύει βορείως με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., βορειοανατολικά με την επαρχιακή οδό ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ... νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Ιερού Ναού ..., με ιδιοκτησία Ι1 με ιδιοκτησία Ιερού ναού ... (μετέπειτα Δημοτική οδό) και δυτικά με το ακίνητο Ι1 ήδη πρώτης κατηγορουμένης. Το ακίνητο αυτό αποτυπώθηκε στο από μηνός Αυγούστου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικής Μηχανικού Μ1 με εμβαδόν 941,00 τμ και στο από μηνός Ιανουαρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας Μηχανικού με εμβαδόν 960,60 τμ. Με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο του Συμ/φου Όρους Σπυρίδωνα Σπίγγου που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, περιήλθε στην πρώτη κατηγορούμενη κατά κυριότητα, λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα της ..., που είχε καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία, ένα οικόπεδο, εκτάσεως 269,79 τμ με την εντός αυτού υπάρχουσα παλαιά ακατοίκητη οικία, εμβαδού 83,594 τμ, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και συνορεύει ολόγυρα με κοινοτικό δρόμο πέραν του οποίου ιδιοκτησία Ιερού Ναού ... (νότια), με ιδιοκτησίες ...(δυτικά), ...(βόρεια) και Ψ2 (δικαιοπαρόχου του πολιτικώς ενάγοντος) (ανατολικά), όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΑΒΓ... ΚΛΑ στο από μηνός Αυγούστου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο, το οποίο είχε συντάξει η αρχιτέκτονας μηχανικός Χ1, δεύτερη κατηγορούμενη. Το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα είχε επισυναφθεί και στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς και πώλησης του Συμ/φου Κερκύρας Σπυρίδωνα Βοντετσιάνου, που δεν μεταγράφηκε, το οποίο συντάχθηκε μεταξύ της μητέρας της πρώτης κατηγορουμένης ... το γένος Ι1 και της νύφης της ... για την αγορά εκ μέρους της πρώτης του μεριδίου των 1/6 εξ αδιαιρέτου εκ του ακινήτου. Επί των ως άνω όμορων ακινήτων οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του πολιτικώς ενάγοντος και της πρώτης κατηγορουμένης έκτισαν προ εκατονταετίας, τις εφαπτόμενες σε μήκος 7,30 μ λιθόκτιστες ισόγειες οικίες τους, εμβαδού 49,58 τμ και 64,62 τμ η κάθε μια αντίστοιχα, που καταλάμβαναν το νότιο τμήμα των ακινήτων τους και συγκεκριμένα ανήγειραν αυτές επί του ορίου της νότιας πλευράς του κάθε ακινήτου (σε μέρος της νότιας πλευράς του πρώτου και σε ολόκληρο το μήκος της πλευράς του δευτέρου αντίστοιχα) με το ακίνητο της εκκλησίας του ... (ιδιωτικό δρόμο Εκκλησίας) με χαρακτηριστικό και των δυο οικιών ότι δεν είχαν είσοδο (θύρες εισόδου) από τον δρόμο αυτό της Εκκλησίας, ούτε ανοίγματα (παράθυρα) επί του τοίχου της βόρειας πλευράς τους. Προκειμένου οι δικαιοπάροχοι της πρώτης κατηγορουμένης να εισέρχονται στο ακίνητο της χρησιμοποιούσαν ως δίοδο μια λωρίδα εδάφους του ακινήτου των δικαιοπαρόχων του πολιτικώς ενάγοντος πλάτους 1,5 μ που εκτεινόταν περιμετρικά του ανατολικού και βόρειου τοίχου της οικίας και σε επαφή σχεδόν με τους τοίχους αυτούς, η οποία (δίοδος) άρχιζε από τη νοτιοανατολική γωνία της οικίας εισερχόταν στο ακίνητο με κατεύθυνση από νότο προς βορρά, έκαμπτε στη βορειοανατολική γωνία της οικίας προς τα αριστερά (δυτικά) και ακολουθώντας ευθεία γραμμή κατέληγε στο ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης δηλ στην αυλή της οικίας, όπου επί του βορείου τοίχου αυτής βρισκόταν η θύρα εισόδου της. Με τον τρόπο αυτό εξυπηρετήθηκαν οι ανάγκες του ακινήτου των δικαιοπαρόχων της πρώτης κατηγορουμένης, που συνίσταντο στην επικοινωνία του προς διέλευση των ενοίκων της οικίας στην οποία διέμενε η οικογένεια του Ι1 και ... (παππού και γιαγιάς της πρώτης κατηγορουμένης) από το έτος 1943 οπότε αγόρασαν άτυπα το ακίνητο και οι κληρονόμοι τους. Από το έτος 1985, παρότι η οικία αναφέρεται στα ως άνω υπ' αριθμ. ... και ... συμβολαιογραφικά έγγραφα ως ακατοίκητη, εχρησιμοποιείτο προς διαμονή συγγενών της πρώτης κατηγορουμένης και της μητέρας της μέχρι το έτος 1990 που το απέκτησε η πρώτη κατηγορουμένη, ενώ στην οικία του πολιτικώς ενάγοντος διέμενε από τη δεκαετία του 1940 η οικογένεια του, όπου γεννήθηκε και ο ίδιος, μέχρι το χρόνο που μετώκησαν στην Αθήνα περί τις δεκαετίες των 1950-1960. Το έτος 1985 η ιδιωτική οδός της Εκκλησίας χαρακτηρίστηκε κοινοτική και μετέπειτα δημοτική οδός και διανοίχθηκε στα σημεία που το επέτρεπε η μάνδρα της Εκκλησίας και σε πλάτος 3,5 έως 4 μέτρων έμπροσθεν των ακινήτων των διαδίκων οπότε τα ακίνητα των ως άνω διαδίκων απέκτησαν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η πραγματική κατάσταση των παλαιών οικιών παρέμεινε αμετάβλητη, εκτός από τη διάνοιξη δυο παραθύρων επί του νοτίου τοίχου της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης που έγινε από το θείο της περί το έτος 1985, δηλ. όταν το ακίνητο απέκτησε πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο και την ανέγερση δύο κτισμάτων συνεχόμενων της οικίας εμβαδού 15,20τμ και 4,094 τμ στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπως τα κτίσματα αυτά αποτυπώθηκαν στο ως άνω από μηνός Αυγούστου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η δεύτερη κατηγορούμενη. Η πρώτη κατηγορούμενη διαμένουσα στην Αθήνα αφότου απέκτησε το ακίνητο της προέβη περί τα έτη 1991-1994, χωρίς να λάβει τότε οικοδομική άδεια σε εκτεταμένες εργασίες ανοικοδόμησης του για την κατασκευή της εξοχικής της κατοικίας και συγκεκριμένα στην εν γένει διαμόρφωση του οικοπέδου με την κατασκευή τοιχίων περίφραξης, μαντρότοιχων και τοιχίων αντιστήριξής τους, την ανέγερση περί το έτος 1994 συνεχόμενα της παλαιάς οικίας των 64,62τμ και προς το βόρειο τμήμα του ακαλύπτου χώρου, τριών (3) κτισμάτων, εμβαδού 19,85τμ το πρώτο, 17,546τμ, το δεύτερο υπόγειας αποθήκης εμβαδού 20,10τμ, δύο καλυμμένων βεραντών εμβαδού 8,48 και 15,05 τμ με εξωτερική ψησταριά, κλιμάκων καθόδου προς το χαμηλότερο επίπεδο του ακινήτου της το οποίο είναι επικλινές προς τα ΝΔ-ΒΑ. Η παλαιά οικία ανακαινίσθηκε εσωτερικά, άλλαξε η στέγη της, σοφατίσθηκε και στα όρια του νοτίου τοίχου της με την οδό κατασκευάσθηκε τάφρος απορροής των ομβρίων. Κατά το διάστημα εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών ο πολιτικώς ενάγων δεν επισκεπτόταν την Κέρκυρα, όπου μετέβη κατά το έτος 1996 ενδιαφερόμενος και αυτός να ανεγείρει την εξοχική του κατοικία, επεκτείνοντας την παλαιά οικία καθ' ύψος με την προσθήκη ανωγείου ορόφου και με την προσθήκη κτίσματος για την επέκταση του ισογείου της. Προς τούτο άρχισε γενικές εργασίες ανακαίνισης της ισόγειας οικίας και στη συνέχεια το έτος 1996 ανήγειρε ανώγειο όροφο επί της παλαιάς οικίας, έχοντας υποβάλει την υπ' αριθμ. πρωτ. .... αίτηση προς τη Διεύθυνση Τεχν. Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κερκύρας προς έκδοση οικοδομικής άδειας επέκτασης ισογείου και προσθήκης ορόφου, και την από 29-8-1996 αίτηση για νομιμοποίηση του πρώτου ορόφου και γενικές επισκευές. Επί της τελευταίας αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια για νομιμοποίηση του πρώτου ορόφου και γενικές επισκευές ενώ για την πρώτη παρέμενε σε εκκρεμότητα το αίτημα της επέκτασης του ισογείου, λόγω του ζητήματος της δουλείας επί του ακινήτου του, καθόσον η μόνη δυνατότητα που υπήρχε για την επέκταση του ισογείου της οικίας του με την προσθήκη κτίσματος ήταν αυτή της ανοικοδόμησης επί του εδάφους του ακινήτου του, όπου ασκείτο η δουλεία για την οποία επικαλέσθηκε ενώπιον της Πολεοδομικής αρχής ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάργησης της κατά το άρθρο 25§2ΓΟΚ και την οποία είχε ο ίδιος αποτυπώσει στα τοπογραφικά διαγράμματα του ακινήτου του. Προηγουμένως ο πολιτικώς ενάγων ήλθε σε επαφή με την πρώτη κατηγορουμένη για το θέμα μετάθεσης δουλείας, πλην όμως οι σχετικές συζητήσεις τους για μετάθεση της δουλείας σε άλλη θέση του ακινήτου του απέβηκαν άκαρπες, διότι η προτεινόμενη από τον πολιτικώς ενάγοντα λύση της μετάθεσης της στο βόρειο τμήμα του ακινήτου του στα όρια του ακινήτου με ακίνητο ... δεν έγινε αποδεκτή από την πρώτη κατηγορουμένη διότι η δίοδος αυτή κατέληγε στον ακάλυπτο προαύλιο χώρο του οικοπέδου της μακριά από την οικία της και όχι στη θέση απόληξης της υφισταμένης διόδου όπου αυτή ήθελε να καταλήγει. Ταυτόχρονα ο πολιτικώς ενάγων άσκησε κατά της πρώτης κατηγορουμένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους την από 20-8-1996 αγωγή (αριθμ. εκθ. καταθ. 30/1996) περί μεταθέσεως της δουλείας διόδου επί λωρίδας του ακινήτου, αρχόμενης από την Ε.Ο ... σε μήκος 30 και πλάτος 3 μέτρων, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε την 16-12-1996 και μετ' αναβολή μετά από αίτημα του για τη δικάσιμο της 5-5-1997 και 24-11-97 παραιτήθηκε, όμως, από το δικόγραφο της αγωγής αυτής με την νεώτερη από 20-10-1997 (αριθμ. εκθ. κατ. 365/24-10-97) αγωγή που άσκησε κατά της πρώτης κατηγορουμένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας με αίτημα κατά την κύρια βάση της να αναγνωρισθεί ότι η δουλεία αποσβέσθηκε κατ' άρθρο 1136 ΑΚ για το λόγο ότι το δεσπόζον ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης εξυπηρετείται από τη δημοτική οδό στην οποία έχει πρόσοψη κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εξυπηρετείται από την υφιστάμενη δουλεία διόδου. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι η νομίμως υπάρχουσα στο ακίνητο του πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του όμορου ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης καθιστά δυσχερή την εκμετάλλευση του ακινήτου του εμποδίζοντας την επέκταση της υπάρχουσας σ' αυτό οικοδομής για την οποία έχει υποβάλλει τα σχετικά δικαιολογητικά προς έκδοση οικοδομικής άδειας, ενώ δεν αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο του ακινήτου (δεσπόζοντος) της ως άνω αντιδίκου του το οποίο μπορεί να εξυπηρετείται από τη διερχόμενη προ αυτού δημοτική οδό, χωρίς να απαιτείται διαφορετική διαρρύθμιση της υπάρχουσας σ' αυτό οικίας, με συνέπεια η δουλεία να έχει καταστεί περιττή και η άσκηση της πλέον να αποβαίνει καταχρηστική και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η δουλεία αυτή αποσβέστηκε. Επί της αγωγής αυτής που συζητήθηκε την 2-6-1998 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 60/5-2-1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων που τάχθηκαν μ' αυτήν η υπ' αριθμ. 1/2003 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή μετά δε την κατ' ουσία αποδοχή της έφεσης της πρώτης κατηγορουμένης η υπ' αριθμ. 47/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας που απέρριψε την αγωγή κατά την επιστηριζόμενη στο άρθρο 1136 ΑΚ βάση της κρίνοντας ότι η εδαφική λωρίδα πλάτους 1,5μ, επί της οποίας ασκείται η πραγματική δουλεία, αποτελούσε μοναδικό τρόπο επικοινωνίας του δεσπόζοντος ακινήτου με κοινόχρηστο χώρο, εφ' όσον είχε γίνει προσαρμογή της πέτρινης οικίας στα δεδομένα αυτά με την τοποθέτηση της κυρίας εισόδου επί της πρόσοψης αυτής βόρεια προς την πλευρά της διόδου ενώ το δάπεδο της οικίας του λόγω της μορφολογίας του εδάφους ως επικλινούς βρίσκεται κατά 1,07 μ κάτω από τη διαμορφωμένη ανέκαθεν στάθμη της οδού και μεταξύ αυτών παρεμβάλλεται λωρίδα πλάτους 0,30 μ που λειτουργεί ως τάφρος απορροής ομβρίων υδάτων, έτσι και μετά το έτος 1985 το δεσπόζον ακίνητο απέκτησε μεν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, όχι όμως και δίοδο από αυτόν, αφού δεν εξυπηρετείται από αυτόν κατά τον ίδιο τρόπο και το ίδιο μέτρο που εξυπηρετείται από τη δίοδο επί της οποίας ασκείται η επίδικη δουλεία και κατά συνέπεια η δουλεία αυτή δεν αποσβέσθηκε, αφού η άσκηση της δεν έγινε αδύνατη από λόγους πραγματικούς η νομικούς ούτε και μάταιη γιατί το δεσπόζον ακίνητο δεν απέκτησε αυτάρκεια με οποιονδήποτε τρόπο από την δημοτική οδό και η εδαφική λωρίδα στην οποία ασκείται η δουλεία αυτή εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό τρόπο επικοινωνίας του με αυτή. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 21-6-2004 αίτησης αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος με την υπ' αριθμ. 408/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τον Ιούνιο του 96 η δεύτερη κατηγορουμένη, στην οποία η πρώτη ανέθεσε την εντολή μελέτης του έργου προσθήκης ορόφου και νομιμοποίησης τμήματος ισογείου ορόφου, συνέταξε το από μηνός Ιουνίου 96 τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης του ακινήτου της, το οποίο αρχικά με ημερομηνία έγκρισης του 29-1-97 συνόδευσε την υπ' αριθμ. .... απόφαση επιβολής προστίμου για τα αυθαίρετα κτίσματα καθώς και την από ... αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης προς το Δήμο ... για την έκδοση βεβαίωσης ότι το ακίνητο προϋφίστατο του 1968 και τέλος την αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης για την έκδοση οικοδομικής άδειας με ημερομηνία ελέγχου του 14-6-99. Η πρώτη κατηγορουμένη υπέβαλε στο Τμήμα Έκδοσης Οικοδομικών αδειών της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... την με αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένων ... αίτηση της για έκδοση οικοδομικής άδειας προσθήκης ορόφου και νομιμοποίησης κτισμάτων, η οποία υπάρχει στο φάκελο της οικοδομικής άδειας, όπως διαπιστώθηκε από τον Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, ... κατά τον έλεγχο της 26-7-2005 ενώ στην εκδοθείσα επ' αυτής υπ' αριθμ. ...επίμαχη οικοδομική άδεια, αναφέρεται ως χρόνος υποβολής αίτησης της πρώτης κατηγορούμενης 9/96, χρόνος που συνδέεται με προγενέστερη αίτηση της και την έκδοση της ως άνω ... απόφασης επιβολής προστίμου αυθαίρετης κατασκευής. Οι αιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης και αυτή για την έκδοση οικοδομικής άδειας (9-96 και 24-7-1997) υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας της ως άνω πρώτης αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος (20-8-1996 έως 20-10-1997, οπότε έπαυσε η εκκρεμοδικία με την παραίτηση από το δικόγραφο), και η οικοδομική άδεια εκδόθηκε κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας της ως άνω δεύτερης αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας δηλ μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 60/1999 προδικαστικής απόφασης που έταξε αποδείξεις. Μέχρι την έκδοση της άδειας (14-6-1999) ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε ασκήσει σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης αγωγή για διεκδίκηση εδαφικών λωρίδων κατά μήκος του ορίου της κοινής εφαπτόμενης πλευράς τους επί των ακαλύπτων χώρων των οικοπέδων και συγκεκριμένα στη θέση όπου είχε κατασκευασθεί ο μανδρότοιχος περιτοίχησης της ανατολικής πλευράς του ακινήτου της για την αναγνώριση κυριότητας του επί εδαφικών τμημάτων ως καταληφθέντων κατά την περιτοίχηση του ακινήτου της και προς τούτο αρχικά άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους την από 24-8-99 (αριθμ. εκθ. Καταθ. 34/25-8-1999) αγωγή που γράφτηκε στα βιβλία διεκδικήσεων την 27-8-1999, η οποίααπορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 6/21-3-2000 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου και στη συνέχεια την από 22-12-2000 (αριθμ. εκθ., κατ. 37/22-12-2000) διεκδικητική αγωγή του για δυο επίδικα τμήματα εμβαδού 8,70τμ και3,80 τμ, (τριγωνικού σχήματος) το πρώτο από τα οποία εφάπτεται της απόληξης της διόδου. Η αγωγή αυτή μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, με τη διενέργεια πραγματογνω-μοσύνης και συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη με την υπ'αριθμ. 11/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Όρους, η οποία δεν έχει ακόμη καταστεί τελεσίδικη μετά την άσκηση της από 19-7-2005 έφεσης κατ' αυτής από τον πολιτικώς ενάγοντα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας. Επίσης εκκρεμεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύραςκαι η από 6-2-2002 (αριθμ. εκθ. Κατ. 47/7-2-2002) αναγνωριστική και αρνητική κυριότητας αγωγή που άσκησε η πρώτη κατηγορουμένη κατά του πολιτικώςενάγοντος, επικαλούμενη ότι με τις εργασίες ανέγερσης του ανωγείου ορόφου της οικίας του ο αντίδικος της προέβη σε κατάληψη του παλαιού διαχωριστικού τοίχου της οικίας της και όχι μεσότοιχου και άνοιξε παράθυραεπί της βόρειας πλευράς της οικίας του (ισογείου και ορόφου) χωρίς να υπάρχει η ελάχιστη απόσταση των 2,50 μ ζητώντας την αναγνώριση κυριότητας της επί τμήματος 1,825 τμ. και το κλείσιμο των παραθύρων. Επιπροσθέτως εκκρεμούν οι από 5-9-2006 και 30-3-2007 αγωγές του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους κατά της πρώτης κατηγορουμένης για την κατάργηση της δουλείας διόδου κατ' άρθρο 25§2 Ν.1577/1985 (ΓΟΚ). Η υπ' αριθμ. ....οικοδομική άδεια της πρώτης κατηγορουμένης εκδόθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κερκύρας τουΤμήματος Έκδοσης Οικοδομικών, ... (τοπογράφο Μηχανικό) με την οποία βεβαιώθηκε ότι το ακίνητο της δικαιούχου της άδειας πρώτης κατηγορουμένης (αναγραφόμενο στο τοπογραφικό της άδειας παραλλήλως και ως ακίνητο , συζύγου της Χ2) όπως εμφανιζόταν στο από μηνός Ιουνίου 1996 τοπογραφικά διαγράμματα εμβαδού 276,13τμ είχε τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας κατά τους ισχύοντες πολεοδομικούς κανόνες (Π.Δ από 2/13-3-81 και Ν1577/12/18-12-1985(ΓΟΚ)) ως άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση για την προσθήκη α' ορόφου και νομιμοποίηση τμήματος ισογείου, με ανεγερθέντα εντός των ορίων του των υπό νομιμοποίηση κτισμάτων και δυνατότητας ανέγερσης του ορόφου επί του ανατολικού τοίχου της οικίας καθώς επίσης και με δυνατότητα μοναδικής διόδου προσπέλασης και εισόδου για το ισόγειο και τον όροφο από το όμορο ακίνητο του πολιτικώς ενάγοντος δυνάμει δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου, η οποία ασκείτο επί εδαφικής λωρίδας του δουλεύοντος ακινήτου, περιμετρικά της όμορης οικίας του πολιτικώς ενάγοντος, και σε πλάτος 5,00μ κατά την αρχή της από τη διερχόμενη νοτίως των ακινήτων δημοτική οδό, συνεχίζοντας κατά το ίδιο περίπου πλάτος περί τον ανατολικό τοίχο της οικίας σε μήκος 7,40 μέτρων με κατεύθυνση από νότο προς βορρά, στενούμενη στο σημείο της βορειοανατολικής γωνίας της οικίας, όπου κάμπτει προς τα αριστερά (δυτικά), σε πλάτος 1,60μ (στη θέση της υπάρχουσας λιθιάς) και ακολουθώντας περί το βόρειο τοίχο της οικίας ευθεία γραμμή μήκους 6,90μ, διευρυνόμενη μέχρι τα 2,40 μέτρα καταλήγει στο ακίνητο της πρώτης κατηγορούμενης (προαύλιο χώρο) όπου το πορτόνι εισόδου της αυλής της, στην οποία έχουν ανεγερθεί με καλυμμένες βεράντες, προβλέπεται κλίμακα ανόδου προς τον υπό ανέγερση πρώτο όροφο, υπήρχε η θύρα της παλαιάς οικίας της και οι θύρες των νομιμοποιηθέντων κτισμάτων (εσωτερικό της αυλής). Με την οικοδομική άδεια νομιμοποιήθηκαν τα ανεγερθέντα επί οικοπέδου, εμβαδού 276,13τμ, κτίσματα, εμβαδού (20,10 + 17,545 + 19,85 = 57,495) τα οποία μαζί με την παλαιά ισόγειο οικία των 64,62 τμ ανέρχονται στο συνολικό εμβαδόν των 122,15τμ και εγκρίθηκε η προσθήκη ορόφου 84,17 τμ ήτοι συνολικό εμβαδόν δόμησης 206,283τμ (122,15 τμ + 84,17τμ = 206,283τμ). Στο ίδιο ακίνητο αποτυπώνονταν στο από μηνός Ιουνίου 96 τοπογραφικό διάγραμμα καλυμμένες βεράντες ισόγειον 10,56τμ + 15,05τμ = 25,62 (υπάρχον) + ορόφου 10,56 τμ (προτεινόμενο) και συνολικά 36,18 τμ. ήτοι μικρότερο του 40% της συνολικής δόμησης ενώ στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευσε την προηγούμενη απόφαση επιβολής προστίμου αναφέρονταν καλυμμένες βεράντες ισογείου 41,14 τμ και ορόφου 10,56 τμ (51,70τμ) και στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε την έκδοση της υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Δήμου ...η καλυμμένη βεράντα στη θέση εκείνης των 10,56 αναγράφεται "προς κατεδάφιση". Τα λοιπά στοιχεία των κτισμάτων αποτυπώθηκαν στα σχέδια των τομών τα ύψη 2,80μ του υπάρχοντος, 2,80μ του ορόφου, 1,90μ η στάθμη των περβαζιών των δυο παραθύρων επί της Δημοτικής οδού, 1,10μ το κτίσμα (υπάρχον) κάτω από τη γραμμή της οδού, και 8,50 το συνολικό ύψος μαζί με τη στέγη μέχρι το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των 10μ (λόγω του επικλινούς του εδάφους) από τη βάση του υπάρχοντος κτίσματος (8,50μ + 1,10μ). Για την έκδοση της οικοδομικής άδειας όσον αφορά την αρτιότητα του οικοπέδου και για τη στοιχειοθέτηση της κατά παρέκκλιση αρτιότητας προσκομίσθηκαν α) η υπ' αριθμ ... βεβαίωση του Δήμου ... ότι το οικόπεδο του τοπογραφικού διαγράμματος από μηνός Ιουνίου 1996 εμβαδού των 276,13τμ, που επίσης προσκομίσθηκε στο Δήμο, είναι προϋφιστάμενο του 1968 η οικία 64,62τμ προϋφιστάμενη του έτους 1995 και β) η υπ' αριθμ ... βεβαίωση του ιδίου Δήμου περί ισχύος της πρώτης. Με την υπ'αριθμ. ...αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης για χορήγηση της οικοδομικής άδειας ως συνημμένα αναφέρονται "Αρχιτεκτονικός, χρονικός προγραμματισμός τεχνικός προϋπολογισμός, φέρουσα κατασκευή, θερμομόνωση, παθητική πυροπροστασία, περιβάλλον χώρος, τοπογραφικά" και στο φάκελο της άδειας υπάρχουν μεταξύ άλλων το συμβολαιογραφικό έγγραφο, πιστοποιητικά ιδιοκτησίας της αιτούσας (134/21-8-98, 4-6-99) η από μηνός Ιουνίου 99 απόφαση επιβολής προστίμου (αυτοψία 15-1-1997) η από 30-11 -1996 τεχνική έκθεση που συνέταξε η δεύτερη κατηγορουμένη, η τοπογραφική αποτύπωση υφιστάμενης δημοτικής οδού, διάγραμμα οικισμού ..., όπως αυτά αναφέρονται στην από 26-7-2005 έκθεση Επιθεώρησης Ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης. Τα ως άνω έγγραφα λήφθηκαν υπ 'όψη του αρμοδίου υπαλλήλου κατά την έκδοση της άδειας, μεταξύ των οποίων και η ως άνω από 30-11-96 τεχνική έκθεση που είχε προσκομισθεί από την πρώτη κατηγορουμένη ως εναγόμενη και ως αποδεικτικό έγγραφο στη μεταξύ των διαδίκων δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, την οποία επικαλείται αυτή στις από 28-8-2002 προτάσεις, της μετ' απόδειξη συζήτησης, μετά από την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ 1/2003 απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας. Η έκθεση αυτή υπήρχε και στο φάκελλο της άδειας όπως σχετικά ενημέρωσε την πρώτη κατηγορουμένη με την υπ' αριθμ ...απάντηση στην από ... αίτηση της η Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος χωρίς να αναφέρει ότι τυχόν προσκομίσθηκε για πρώτη φορά μετά την έκδοση της άδειας από τον πολιτικώς ενάγοντα και με αίτημα του περιελήφθη στο φάκελλο. Ο τελευταίος την επικαλέσθηκε ως συνημμένο μεταξύ άλλων έγγραφο στην με την υπ' αριθμ. 2611/19-8-99 εξώδικη Διαμαρτυρία του που απηύθυνε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κερκύρας, αναφερόμενη στο υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας, με την οποία μετά την έκδοση της άδειας ζητούσε τον επανέλεγχο αυτής ενώ όμοιο αίτημα υπέβαλε και η πρώτη κατηγορουμένη με την υπ' αριθμ. ...αίτηση της και πράγματι έγινε αυτοψία τον Σεπτέμβριο του 1999 στην οικοδομή εφ' όσον είχε ήδη ασκηθεί και η πρώτη διεκδικητική αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος. Ο ίδιος διευκρινίζει καταθέτοντας κατά τη δικάσιμο της 6-7-2006 ότι "Δεν μπορούσαμε να τη βρούμε την τεχνική έκθεση την βρήκα από τα σχετικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου" δηλ μετά την έκδοση της 6/1999 προδικαστικής απόφασης κατά τη συζήτηση της οποίας είχε υποβληθεί σχετικός με το περιεχόμενο της έκθεσης ισχυρισμός της πρώτης κατηγορούμενης και η μάρτυρας του ... στην κατάθεση της ότι "την τεχνική έκθεση βρήκαμε στο φάκελο της άδειας". Αναφορικά με το από μηνός Ιουνίου 96 τοπογραφικό διάγραμμα που ελέγχθηκε κατά την έκδοση της άδειας την 14-6-1999, αποδείχθηκε ότι το εμβαδόν του ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης εμφαίνεται σε 276,13 τμ αντί του αναφερομένου στον τίτλο κυριότητας και στο συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα που είχε συντάξει η ίδια αρχιτέκτων μηχανικός με εμφαινόμενο εμβαδό 269,79 τμ με διαφοροποίηση των εξής πλευρών μεταξύ των δυο τοπογραφικών με κλίμακα 1:200 το παλαιότερο και 1:100 το νεότερο) α) η πλευρά του προσώπου της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης, επί της οδού, αναφέρεται στο παλαιότερο σε 8,60 μ και στο επίμαχο σε 8,90 μ β) η βόρεια πλευρά του ακάλυπτου χώρου σε 10,80 μ και 11,40 αντίστοιχα και γ) η πλευρά της καλυμμένης βεράντας επί της διόδου σε 2,95 μΧ5,10 διαφοροποιημένης της θέσης της σε σχέση με το παλαιό τοπογραφικό ενώ στην υπ' αριθμ .... έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε η Αγρονόμος τοπογράφος - Μηχανικός Μ3 η πλευρά του προσώπου της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης καταμετρήθηκε σε 8,80 μ. Από τα ως άνω στοιχεία του από ... τοπογραφικού διαγράμματος του ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης προέκυψαν εκατέρωθεν αμφισβητήσεις των διαδίκων και γεννήθηκε η αντιδικία τους με την άσκηση αρχικά της διεκδικητικής αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος και μετέπειτα της αναγνωριστικής κυριότητας και αρνητικής αγωγής της πρώτης κατηγορουμένης. Η ύπαρξη της διένεξης μετά την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος απετέλεσε λόγο ανάκλησης της οικοδομικής άδειας διότι μετά τη διένεξη ο Δήμος ... επαναδιατύπωσε την αρχική υπ'αριθμ .... βεβαίωση που βεβαίωνε προϋφιστάμενο του 1968 οικόπεδο, των 276,13τμ και την διαφοροποίησε κατά το περιεχόμενο της με το ...έγγραφο, διευκρινίζοντας ότι η προηγούμενη αφορά στην παλαιότητα του κτίσματος, συνέπεια του οποίου το τμήμα έκδοσης Οικοδομικών Αδειών της Δ/νσης ΧΩΠΟ και ΠΕ της ΝΑ Κερκύρας με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του ανακάλεσε την υπ' αριθμ .... οικοδομική άδεια, με αιτιολογία ότι δεν εξασφαλιζόταν πλέον η κατά παρέκκλιση αρτιότητα του οικοπέδου της πρώτης κατηγορουμένης το οποίο προκειμένου να είναι άρτιο κατά παρέκκλιση πρέπει να προϋφίσταται αυτοτελώς της 2-7-68. Ακολούθως το Δημοτικό Συμβούλιο ... με την 78/22-5-2002 απόφαση του βεβαίωσε ότι το οικόπεδο της πρώτης κατηγορουμένης προϋφίσταται με τις σημερινές του διαστάσεις και έκταση του έτους 1968, η οποία διευκρινίσθηκε με το υπ' αριθμ.... έγγραφο του ιδίου Δήμου δηλ ότι με την 78/2001 απόφαση βεβαιωνόταν η παλαιότητα του οικοπέδου αλλά δεν προσδιοριζόταν τα όρια. Με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Δ/νσης ΧΩΠΩ και ΠΕ της ΝΑ Κέρκυρας έγινε δεκτό ότι με την προσκόμιση της ... απόφασης του ως άνω Δημοτικού Συμβουλίου διευκρινίσθηκε πλέον ο χρόνος δημιουργίας του οικοπέδου της πρώτης κατηγορουμένης που αφορά την κατά παρέκκλιση αρτιότητα ενώ η προϋπάρχουσα διεκδικητική αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος που κοινοποιήθηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο και αφορά διεκδίκηση τμήματος του οικοπέδου επί του οποίου κατασκευάσθηκε ο προς νομιμοποίηση ημιυπαίθριος χώρος είναι αυτή η οποία απετέλεσε τον παράγοντα για τον οποίο συνέχιζε να βρίσκεται σε ανάκληση η υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια. Τελικά η ως άνω Διεύθυνση μετά από αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της ανακάλεσε την υπ' αριθμ. 1572/2001 απόφαση της για το λόγο ότι αφού διευκρινίσθηκε πλέον ο χρόνος δημιουργίας του οικοπέδου εξασφαλίζεται η κατά παρέκκλιση αρτιότητα του. Έτσι η άδεια παρέμεινε σε ανάκληση με αιτία τα ως άνω έγγραφα του Δήμου κατά το χρονικό διάστημα από την 1-2-2001 έως την 19-12-03 ενώ η υπάρχουσα διένεξη, λόγω της άσκησης της διεκδικητικής αγωγής δεν εξακολούθησε να αποτελεί λόγο ανάκλησης της άδειας. Με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Πολεοδομίας, μετά τη γενόμενη περί το Σεπτέμβριο 1999 αυτοψία από τον υπάλληλο της Πολεοδομίας ... διακόπησαν οι οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή της πρώτης κατηγορουμένης, με βάση την υπ' αριθμ.... οικοδομική άδεια, διότι συνέτρεχε λόγος αναθεώρησης της ως προς το κλιμακοστάσιο και τον ημιυπαίθριο χώρο, τα οποία προβλέπονταν στην άδεια και ιδιαίτερα απαιτείτο η κατασκευή τοίχου στο όριο του οικοπέδου, ώστε να είναι σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις και το ίδιο επανελήφθη και στο υπ' αριθμ. ...έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας ενώ με την πρώτη απόφαση τέθηκε προθεσμία δυο μηνών για την αναθεώρηση, με επίπτωση την ανάκληση της άδειας, υπεβλήθη δε αίτηση αναθεώρησης που όμως παρέμενε εκκρεμής μέχρι την 4-5-2000, διότι δεν προσκομίσθηκαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά ιδιοκτησίας αλλά η άδεια δεν ανακλήθηκε. Για τα ζητήματα διεκδίκησης και συνακόλουθα αμφισβήτησης των ορίων και του εμβαδού των οικοπέδων κατά την έκδοση οικοδομικών αδειών προβλέπουν τα άρθρα 52 και 53§1των από 17.7/18.8.23Ν/τος (όπως η τελευταία διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρ1§1Ν.Δ 194/69) και συγκεκριμένα ότι σε περίπτωση έγερσης σοβαρών αμφισβητήσεων για την έκταση οικοπέδου στο οποίο πρόκειται να ανεγερθεί οικοδομή η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία υποχρεούται να εξετάζει και να κρίνει παρεμπιπτόντως για το ζήτημα αυτό του οποίου η τελική επίλυση ανήκει στα πολιτικά Δικαστήρια και περαιτέρω να χορηγεί ή να αρνείται την άδεια ανάλογα με το πόρισμα της παρεμπίπτουσας έρευνας και για το λόγο αυτό η Γενική Δ/νση Διοίκησης Διεύθυνσης νομοθετικού έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ με το υπ' αριθμ. ...έγγραφο της συνέστησε στην Δ/νση ΠΕΧΩΠΕ Κερκύρας να ερευνήσει παρεμπιπτόντως το ζήτημα που ανέκυψε και ανάλογα να τη χορηγήσει ή να αρνηθεί τη χορήγηση της άδειας. Την ίδια υποχρέωση είχε η αρμόδια πολεοδομική αρχή και κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας (14-6-1999) πλην όμως, όπως προεκτέθηκε κατά το χρόνο αυτό δεν είχε εγερθεί αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος δηλ διεκδίκηση που να επηρεάζει την έκταση του ακινήτου της πρώτης κατηγορούμενης και κατ' επέκταση την έκδοση της οικοδομικής άδειας ως προς τη νομιμοποίηση των ήδη ανεγερθέντων στο ακίνητο κτισμάτων (μαντρότοιχων και τοιχίων) εφ' όσον οι σχετικές αγωγές ασκήθηκαν μετά την έκδοση της άδειας του δευτέρου. Το γεγονός ότι στο τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνεται εμβαδόν 276,13τμ είναι ψευδές αντί του αληθούς 269,74 (6,34τμ διαφορά) διότι τα δυο τοπογραφικά δηλ. αυτό που επισυνάφθηκε στον τίτλο κτήσης κυριότητας και το από 9/96 της άδειας οικοδομής συντάχθηκαν με υπόδειξη των ορίων τους. Όμως, η αμφισβήτηση των ορίων ενυπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας καθόσον η πρώτη κατηγορουμένη, από την ίδια Μηχανικό και οι διαφοροποιήσεις τους είναι επίμαχες ώστε δεν μπορεί επαρκώς να εξηγηθεί ως τεχνική απόκλιση, δικαιολογούμενη μόνο από τις συνθήκες μέτρησης εστιάζονται δε στα σημεία τα οποία θα μπορούσαν να γεννήσουν αμφισβήτηση, και από τις δυο πλευρές όπως πράγματι έγινε. Το τοπογραφικό της άδειας συντάχθηκε αποτυπώνοντας την πραγματική κατάσταση μετά την ανέγερση των οικοδομημάτων για να περιληφθούν σ' αυτό τα ανεγερθέντα οικοδομήματα ευρισκόμενα εντός των ορίων του οικοπέδου κυρίως μανδρότοιχοι και τοιχία αντιστήριξης στη θέση της καλυμμένης βεράντας εμβαδού 15,05 τμ των οποίων εζητείτο η νομιμοποίηση. Όμως ακόμη κι αν δεν υπήρξε κατάληψη των τμημάτων, στην έκταση που επικαλείται ο πολιτικώς ενάγων, ζήτημα που δεν έχει κριθεί τελεσιδίκως, αυτή καθ' εαυτή η κατασκευή περιτοίχησης σε επικλινή και επί παλαιών ορίων από ξερολιθιά εδάφη επέφερε τέτοιες κατασκευαστικές αποκλίσεις, κατά την υλοποίηση των ορίων που συνεπάγονται επέκταση του εμβαδού του ενός οικοπέδου σε βάρος της όμορης ιδιοκτησίας, η δε διαφοροποίηση των ορίων της πρόσοψης συνεπάγεται την αμφισβήτηση του μεταξύ των ακινήτων παλαιού τοίχου και αφορά το ζήτημα του χαρακτηριασμού του τοίχου ως μεσοτοίχου ή τοίχου ανήκοντος αποκλειστικά στο ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης. Επί του τοίχου αυτού ανήγειρε ο πολιτικώς ενάγων τον τοίχο του ορόφου του χωρίς να εμποδιστεί κατά το στάδιο της κατασκευής από την πρώτη κατηγορουμένη με διακοπή των εργασιών. Οι κατασκευαστικές αποκλίσεις προέκυψαν από την ανέγερση του μαντρότοιχου και την κατασκευή τοιχείων αντιστήριξης εξωτερικά του μανδρότοιχου. Από την ως άνω ψευδή αναφορά στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η δεύτερη κατηγορούμενη δεν επηρεάζεται η αρτιότητα του οικοπέδου της πρώτης κατηγορούμενης ούτε η αρτιότητα του όμορου οικοπέδου του πολιτικώς ενάγοντος, όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, αναφορικά με τους όρους και περιορισμούς δόμησης (συντελεστή δόμησης και κάλυψης), επηρεάζονται όμως, η έκδοση της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας και η διατήρηση της ισχύς της για τη νομιμοποίηση των συγκεκριμένων κτισμάτων (μαντρότοιχοι ανατολικής πλευράς με τοιχία αντιστήριξης και στη θέση της καλυμμένης βεράντας εμβαδού 15,05 τμ) η διατήρηση: απόστασης- μεγαλύτερης των 2,50 μ από το όμορο ακίνητο για τη διάνοιξη παράθυρων σ' αυτό καθώς και η ανοικοδόμηση επί του αμφισβητουμένου τμήματος του τοίχου μεταξύ των δυο ιδιοκτησιών. Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των ακινήτων της πρώτης κατηγορούμενης και του πολιτικώς ενάγοντος κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας της πρώτης καθορίζονταν από ισχύουσες διατάξεις του Π.Δ. της 2/13.3.81 "περί των ληπτέων υπ' όψιν στοιχείων και του τρόπου καθορισμού των ορίων των προ της 16.8.1923 υφισταμένων οικισμών των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, ως και καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης των οικοπέδων αυτών (Δ138) (Κωδ.Νομ.Β23, 523) όπως συμπλ. και τροπ. από το Π.Δ της 19/28.8.81 " περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 2.3.1981 Π.Δ/τος "περί των ληπτέων υπ' όψιν στοιχείων και του τρόπου καθορισμού των προ της 16.8.1923 υφισταμένων οικισμών κλπ" (Δ459) (Κωδ. Νομ. Βημ. 29, 1807), μη καταργηθέντος του ως άνω από 2.3.1981 π.δ/τος, όπως ίσχυε από το ΠΔ της 24 Απριλ./3 Μαΐου 1985 (ΦΕΚΔΊ81) "τρόπος καθορισμού ορίων οικισμών της χώρας μέχρις 2.000 κατοίκους, κατηγορίες αυτών και καθορισμούς όρων και περιορισμών δόμησης τους", ενόσω δεν είχε δημοσιευθεί απόφαση του Νομάρχη για τον καθορισμό των ορίων των οικισμών κατά τις διατάξεις Π.Δ αυτού (άρθρ. 9 όπως αντικ. από την παρ 6 του αρθρ. 1 του ΠΔ της 14-23 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚΔΊ33). Συγκεκριμένα για τους όρους δόμησης και περιορισμούς δόμησης στο ως άνω ΠΔ της 2/13.3.81 ορίζονται τα εξής : α) "Άρτια και οικοδομήσιμα θεωρούνται τα οικόπεδα τα οποία έχουν ελάχιστο εμβαδό δυο χιλιάδες (2000) μ2 και πρόσωπον επί υφισταμένου κοινοχρήστου χώρου" (παρ 1 του άρθρου 4 § 1 ΠΔ 2/13.8.81). Κατά παρέκκλιση "θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα οικόπεδα τα οποία έχουν α) κατά την ημέρα δημοσιεύσεως του παρόντος Δ/τος: Ελάχιστο εμβαδό: τριακόσια (300 τμ) και β) κατά την 25.7.1979, ημέρα δημοσιεύσεως του από 19.7.79 Δ/τος Ελάχιστον εμβαδόν: εκατόν πενήντα (150) μ2 (παρ 2 του άρθρου 4). "Ωσαύτως θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα οικόπεδα με οίας διαστάσεις και εμβαδόν είχαν κατά την 2.7.1968, ημέρα δημοσιεύσεως του από 15.6.1968 Δ/τος "περί καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών κλπ (ΦΕΚ 111τ.Δ) (άρθρ. 4 §3) β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 "Το μέγιστον ποσοστό καλύψεως των οικοπέδων ορίζεται εις εξήκοντα επί τοις εκατόν (60%) της επιφάνειας αυτών δια το σύστημα των πτερύγων η εβδομήκοντα επί τοις εκατόν (70%) της επιφάνειας αυτών για το συνεχές σύστημα" γ) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 "ο μέγιστος αριθμός ορόφων των κτιρίων ορίζεται εις δύο (2) ανεξαρτήτως πλάτους οδού, δυναμένης λόγω κλήσεως του εδάφους της κατασκευής και τρίτου ορόφου άνευ υπερβάσεως του συντελεστή δόμησης (παρ. 1) "Ως μέγιστον ύψος των κτιρίων ορίζεται τα επτά και ήμισυ (7,50) μέτρα .... Το κτίριον δεν δύναται εις ουδεμίαν περίπτωσιν λόγω κλήσεως του εδάφους να υπερβεί το μέγιστον ύψος των δέκα (10) μέτρων εις οιονδήποτε σημείον αυτού" (παρ2), "Εις περίπτωσιν προσθήκης καθ' ύψος ορόφου επί νομίμως υφισταμένου κατά τη δημοσίευσιν του παρόντος κτιρίου επιτρέπεται υπέρβασις του μεγίστου των 7,5 μέχρις ενός (1,00) μέτρου... εφαρμοζόμενου και εις την περίπτωσην ταύτην του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος" (παρ3) "Εις περίπτωσιν κατασκευής στέγης... τα μέγιστα ύψη προς αυξάνονται κατά εν και ήμισυ (1,5) μέτρον" (παρ4) γ) Κατά το άρθρο 7 "Ο συντελεστής δομήσεως των οικοπέδων ορίζεται εις 0,80 υπό τον όρο ότι... Δια κατοικίαν και λοιπάς χρήσεις δεν επιτρέπεται η συνολική επιφάνεια των ορόφων να υπερβαίνει τα 400 τμ. Εν πάση περιπτώσει η ως άνω συνολική επιφάνεια δύναται να μην είναι μικρότερα των 300τμ τηρούμενης της παρ 2 του άρθρου δ του παρόντος (άρθρ 7§1γ) "Κατά παρέκκλισιν των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ο συντελεστής δομήσεως των οικοπέδων επιφανείας μικροτέρας των 300 τμ ορίζεται ως ακολούθως: Δια τα οικόπεδα επιφανείας μικροτέρας η ίσης των 100 τμ συντελεστής δομήσεως 1,60. Δια τα οικόπεδα επιφανείας μικροτέρας ή ίσης των 300τμ συντελεστής δομήσεως 1,20 δυναμένης εν πάση περιπτώσει της συνολικής επιφανείας των ορόφων να μην είναι μικροτέρας των 160τμ. Δια τα οικόπεδα επιφανείας μικροτέρας ή ίσης των 300τμ συντελεστής δομήσεως ορίζεται εις 1,0 δυναμένης εν πάση περιπτώσει της συνολικής επιφανείας των ορόφων να μην είναι μικροτέρας των 240τμ" ( άρθρ 7§ 2 ΠΔ). Με το ΠΔ της 19/28.8.81 αντικ. η παρ 1 του αρθρ 4 του από 2/13-3-1981 Π.Δ/τος και θεωρήθηκαν επί πλέον άρτια και οικοδομήσιμα "ειδικώς οικόπεδα κείμενα εντός οικισμών απομεμακρυσμένων εκ των αστικών κέντρων (ορεινών δυσπρόσιτων κλπ) μη εμφανιζόντων έντονον ανάπτυξιν και εχόντων κατά την τελευταίαν απογραφήν πραγματικόν πληθυσμόν κάτω των 800 κατοίκων, εφ' όσον έχουν εμβαδόν 500 τμ και πρόσωπον επί υφισταμένου κοινοχρήστου χώρου" με την προϋπόθεση ορισμού του οικισμού κατά τη διαδικασία του ιδίου άρθρου (άρθρο 1 §β ΠΔ 19/28.8.81.). Επίσης αντικ το αρθρ 7§1 του αυτού από 2/13.3.1981 ΠΔ και ορίστηκε ότι "δια κατοικίαν και λοιπάς χρήσεις ισχύουν τα εξής Επί οικοπέδου επιφανείας μέχρι των 2000τμ η συνολική επιφάνεια των ανεγερθησομένων ορόφων δεν δύναται να υπερβαίνει τα 400τμ. Εν πάση περιπτώσει η ως άνω συνολική επιφάνεια δύναται να μην είναι μικρότερα των 300τμ". Κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και των διατάξεων του Ν. 1577 της 12/18 Δεκ. 1985 (ΓΟΚ) το ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση και με τα δύο εμβαδά είτε των 276,13 τμ ή είτε των 269,79 τμ (άρθρ 4§3 του ΠΔ της 2/13-3-81), εφόσον είχε είτε το ένα είτε το άλλο εμβαδό την 2-7-1968 και με τη διαφοροποίηση του εμβαδού του δεν μεταπίπτει σε κάποια από τις ως άνω κατηγορίες ως προς τον συντελεστή δόμησης και τη συνολική επιφάνεια των ορόφων. Έχει συντελεστή δόμησης 1,0 και μπορούσαν να ανεγερθούν κτίσματα μεγίστης επιτρεπόμενης συνολικής δόμησης έως 240τμ (άρθρ 7§2 εδ τελευταίο του ως άνω Προεδρικού διατάγματος) με μεγίστη επιτρεπόμενη κάλυψη του οικοπέδου (60%) της επιφανείας ήτοι 165,68 τμ στην πρώτη περίπτωση και 161,87 τμ στη δεύτερη ενώ οι καλυμμένες βεράντες σε πλάτος 2,50 μ και βάθος μικρότερο ή ίσο με το πλάτος δεν προσμετρώνται στο συντελεστή δόμησης με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για εξώστες και ημιυπαίθριους χώρους συνολικής επιφανείας έως 40% αυτής που επιτρέπεται να δομηθεί συνολικά και σε περίπτωση προσθήκης κτιρίου στη συνολική επιφάνεια που προκύπτει από το σ.δ δεν υπολογίζεται η επιφάνεια τους έως 40% της επιφανείας που αντιστοιχεί στην προσθήκη και δεν προσμετράται στην κάλυψη (αρθρ 7§1Βε, 1§2 και 8§3 ΓΟΚ). Στην συγκεκριμένη περίπτωση η δόμηση επί του ακινήτου της πρώτης κατηγορούμενης ανέρχεται σε 206,283 τμ και η κάλυψη σε 122,15 τμ με καλυμμένες βεράντες 36,18τμ μικρότερο του 40% της επιφανείας των προσθηκών (141,665 χ 40% = 56,66).
Συνεπώς η αιτούμενη κάλυψη του οικοπέδου υπολείπεται και στις δυο διαφορετικές εμβαδομετρήσεις κατά 43,53 τμ και 30,72 τμ αντίστοιχα της μεγίστης επιτρεπόμενης (276,13 τμ χ 60% = 165,68 τμ ή 269,79 τμ χ 60% = 161,87με πραγματοποιούμενη 122,15) η δε αιτομένη συνολική δόμηση κατά 33,717 τμ (240 τμ-206, 2β3) της μεγίστης επιτρεπόμενης, πράγμα που δηλώνει ότι η διαφοροποίηση του εμβαδού του οικοπέδου μεταξύ των δυο τοπογραφικών διαγραμμάτων δεν εξυπηρετούσε στην αύξηση της προς δόμηση επιφάνειας και επομένως δεν δημιουργείται σχετικό δικαίωμα υπέρ της πρώτης κατηγορούμενης ούτε επιβάρυνση σε βάρος του ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος. Ομοίως και για το όμορο οικόπεδο του πολιτικώς ενάγοντος δεν επηρεάζεται η αρτιότητα και η δόμηση με τυχόν διαφοροποίηση του εμβαδού του από κατάληψη του καθόσον τα διαφορετικού εμβαδού τοπογραφικά διαγράμματα (1005 τμ 1980, 941 τμ 1996 και 996 το 2002) γι' αυτό το οικόπεδο πληρούν τους όρους της αρτιότητας κατά παρέκκλιση (αρθρ. 4§2 εδ. α ΠΔ2/13-3-81) ή κατά κανόνα (αρθρ. 1§1εδ β ΠΔ της 19/28.8.81) με ελάχιστο εμβαδόν 300 τμ ή 500 τμ αντίστοιχα και με συντελεστή δόμησης 0,80 και μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 400 τμ (άρθρ. 7§1 εδ γ ΠΔ2 /13-3-81 ή αρθρ 2§1 εδ γ ΠΔ της 19/28-8-81) και με υπάρχουσα δόμηση 99,16 τμ (49,58 χ 2 ορόφους) ακόμη και μετά την αίτηση για προσθήκη και επέκταση 30,61 τμ η συνολική δόμηση θα έφθανε τα 129,77 τμ η δε υπολειπόμενη σε κάθε περίπτωση θα ήταν 270,23 τμ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα από μηνός Ιουνίου 1996 αποτυπώθηκε η εδαφική λωρίδα όπου ασκείται η δουλεία σε πλάτος που δεν ανταποκρίνεται στο πλάτος της εδαφικής έκτασης του 1,50 μ αλλά αυτή εμφανίζεται με αρχικό πλάτος 5 μ, μεταξύ του τοίχου της οικίας και των ελαιοδέντρων που φύονται σε απόσταση 5 μ απ' αυτήν 1,60 μ κατά την πορεία της όπου υπάρχει παλαιά λιθιά και 2,40 μ στην απόληξη της στην δε από 30-11-1996 τεχνική έκθεση της δεύτερης κατηγορουμένης αναφέρεται ότι η υψομετρική διαφορά μεταξύ της δημοτικής οδού και της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης είναι 1,80 μ και ως εκ τούτου η κατασκευή εισόδου από τη δημοτική οδό δεν είναι τεχνικά και λειτουργικά δυνατή ενώ η υψομετρική διαφορά είναι 1,07 μ. Τα παραπάνω γεγονότα είναι ψευδή διότι το πλάτος της διόδου ήταν πάντα 1,50 μ και σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο της οικίας του πολιτικώς ενάγοντος ουδέποτε δε ασκήθηκε η δουλεία δια μέσου μεγαλύτερης εδαφικής λωρίδας στην έκταση που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, όπως ισχυριζόταν η πρώτη κατηγορουμένη κατά τη σχετική με την απόσβεση της δουλείας δίκη, εξυπηρετήθηκαν δε μ' αυτή οι ανάγκες του ακινήτου δηλ. μιας μικρής οικίας για τη διέλευση των ενοίκων της σε συνθήκες διαφορετικές από τις σύγχρονες ανάγκες του ακινήτου επειδή όπως κτίσθηκαν προ του 1923 οι οικίες δεν υπήρχε άλλη διέξοδος για το δεσπόζον ακίνητο, αφού ο νότιος τοίχος της οικίας του γειτνίαζε με άλλο ακίνητο και όχι με κοινόχρηστο χώρο. Ήδη όμως το ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης απέκτησε πρόσωπο σε Κοινόχρηστο χώρο και με την οικοδομική άδεια που χορηγήθηκε εγκρίθηκε η ανοικοδόμηση του ακινήτου με κτίσματα συνολικού εμβαδού 206,283 τμ έναντι των 64,62 τμ της παλαιάς οικίας κυρίως δε προβλέφθηκε η ανοικοδόμηση ανωγείου ορόφου πάνω από τη παλαιά οικία με εκτεταμένες εργασίες που θα αλλάξουν τη μορφή της οικίας στην πλευρά αυτή με την ανύψωση της μέχρι το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των 10μ. Συγκεκριμένα οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν για την ανέγερση ορόφου όπως περιγράφονται στην από 20-12-2000 αγωγή αποζημίωσης που άσκησε η πρώτη κατηγορουμένη κατά του πολιτικώς ενάγοντος είναι μεταξύ άλλων η καθαίρεση του συνόλου της στέγης, κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα εξώστη στην αυλή, πλάκας οροφής ισογείου φέρουσας εξωτερικής τοιχοποιίας υπερύψωση νέων αετωμάτων ενίσχυση με περιμετρικά διαζώματα, κατασκευή εσωτερικής τοιχοποιίας, νέα στέγη κλπ δηλ. ότι απαιτείται για την ανέγερση μιας σύγχρονης κατοικίας με διαφορετική όψη από την παλαιά οικία ενώ και τα λοιπά οικοδομήματα που νομιμοποιήθηκαν είναι νέας κατασκευής και εν γένει τα κτίσματα σε σχέση με την παλαιά οικία είναι παντελώς διάφορα. Η κατηγορουμένη είχε πραγματικό ενδιαφέρον να ανοικοδομήσει την ανώγειο οικία όπως εκθέτει και στην ως άνω αγωγή αποζημίωσης ζητώντας να της επιδικαστεί αποζημίωση λόγω της καθυστέρησης που προκάλεσε η εναντίωση του πολιτικώς ενάγοντος στην οικοδομική άδεια. Ενόψει αυτών το ακίνητο προκειμένου να εκδοθεί η οικοδομική άδεια έπρεπε να εμφανίζεται αφενός μεν ότι έχει την αναγκαία από άποψη λειτουργικότητας δίοδο για την προσπέλαση προς αυτό αφετέρου δε ότι υπήρχε η αδυναμία κατασκευής εισόδου από τον κοινόχρηστο χώρο, λόγω της εμφαινόμενης υψομετρικής διαφοράς και κατά συνέπεια της δυσχέρειας προς κατασκευή εισόδου και για το λόγο αυτό εμφανίσθηκε η δίοδος σε μεγαλύτερο πλάτος και η υψομετρική διαφορά σε σχέση με τη στάθμη της οδού, μεγαλύτερη της υπάρχουσας, ώστε να ληφθούν υπόψη των αρμοδίων υπαλλήλων αυτά τα στοιχεία ως δεδομένα για να εκδώσουν την οικοδομική άδεια, διότι σε διαφορετική περίπτωση εάν αποτυπωνόταν το πλάτος της διόδου σε 1,50 μ και η υψομετρική διαφορά σε 1,07 μ θα κρινόταν διαφορετικά η έκδοση της άδειας της πρώτης κατηγορουμένης σε συνάρτηση με την υπό έκδοση άδεια του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, παρέμενε εκκρεμής, διότι η έκδοση της μιας άδειας απέκλεισε την έκδοση της άλλης. Σε παρόμοιες περιπτώσεις όταν τα ακίνητα εξυπηρετούνται από δουλεία διόδου και τίθεται ζήτημα έκδοσης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση κτισμάτων κατά τη συνήθη πρακτική που τηρείται από την Πολεοδομία, ερευνάται ως προϋπόθεση η άσκηση δουλείας επί εδαφικής λωρίδας 1,80 μ, όπως σχετικά καταθέτει ο μάρτυρας υπεράσπισης Μ2 εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Δηλ. η καταλληλότητα της διόδου για την προσπέλαση στα κτίρια δεν μπορεί να είναι αυτή των περασμένων δεκαετιών χωρίς βέβαια να είναι απαγορευτική η έκδοση άδειας και για δίοδο πλάτους 1,5 μ όταν όμως είναι αδύνατο να υπάρξει άλλος τρόπος επικοινωνίας ή τυχόν ιδιάζουσα περίπτωση αδυναμίας εξασφάλισης άλλης διόδου. Άλλωστε η άσκηση της δουλείας στο πλάτος του 1,50 μ σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο της όμορης οικίας καθιστά στις σύγχρονες συνθήκες αναποτελεσματική την εξυπηρέτηση του ακινήτου διότι πλείστες ανάγκες του ακινήτου ικανοποιούνται με δυσχέρεια (διέλευση από την αυλή της όμορης οικίας σε επαφή με την θύρα και τα παράθυρα της, διέλευση κατά τις νυκτερινές ώρες, προσέγγιση στην οικία ασθενοφόρων, άλλες έκτακτες ανάγκες πυρκαγιά μεταφορές πραγμάτων, εφοδιασμός της οικίας, διέλευση πολλών ανθρώπων σε περίπτωσης κοινωνικών εκδηλώσεων, μεταφορά υλικών για την ανοικοδόμηση κλπ). Στο τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώθηκε η δουλεία στο μεγαλύτερο πλάτος που καταλάμβανε τον προαύλιο χώρο της όμορης οικίας, εκτός βέβαια από το σημείο που η υπάρχουσα παλαιά λιθιά (όπου κάμπτει) δεν επέτρεπε αυτό, διότι έτσι θα ελεγχόταν η καταλληλότητα της σε σχέση με τις ως άνω ανάγκες των νέων οικιών, γεγονότα που, προφανώς .αντιλαμβανόταν η πρώτη κατηγορουμένη και γι 'αυτό υπέδειξε να αποτυπωθεί η δουλεία σε τέτοιο πλάτος, μετέπειτα δε στην δίκη για την απόσβεση ισχυρίσθηκε, όπως καταθέτει απολογούμενη στο δικαστήριο ότι η πραγματική δουλεία διόδου ασκείτο από το μέσον της απόστασης μεταξύ του τοίχου και των ελαιοδένδρων σε λωρίδα πλάτος 2,00 επί μήκους 10μ στη συνέχεια κυμαινόμενο πλάτος 1,60 έως 2,00μ, μήκους 7μ. Όμως η δουλεία που αποκτήθηκε με χρησικτησία ασκείτο επί λωρίδας 1,50 περιμετρικά της οικίας και σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο του δουλεύοντος ακινήτου. Η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε την ύπαρξη της δουλείας αυτής διότι η μητέρα της που διέμενε στο ακίνητο της είχε υποδείξει τα στοιχεία αυτά ενώ ο μάρτυρας της ανταπόδειξης στη δίκη της απόσβεσης της δουλείας ... κατέθεσε ότι η δουλεία διέτρεχε το δουλεύον σε απόσταση 1 με 1,5 μ περίπου (από τον τοίχο) κρίθηκε δε αμετάκλητα ότι η πραγματική δουλεία ασκείτο επί της εδαφικής λωρίδας των 1,5 μ σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο. Έτσι τόσο στο τοπογραφικό όσο και στην τεχνική έκθεση, η οποία άλλωστε ταυτίζεται ως προς την υψομετρική διαφορά και με το ύψος των τοπογραφικών διαγραμμάτων τομών, αποτυπώθηκαν τα ψευδή στοιχεία, προκειμένου να κριθεί η μοναδικότητα της διόδου για το ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης, υπό την έννοια ότι υφίσταται η μόνη κατάλληλη για την οικοδομησιμότητα του ακινήτου δίοδος επειδή είναι παντεντελώς αδύνατη η διάνοιξη εισόδου από τη δημοτική οδό, λόγω του απαγορευτικού ύψους. Τα ψευδή αυτά περιστατικά καθιστούσαν άφευκτη την ανάγκη του ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης, λόγω στέρησης άλλης διόδου καθώς και της δυνατότητας κατασκευής της ώστε να εξυπηρετείται η διέλευση από την υφιστάμενη δίοδο που εμφανιζόταν μεγαλύτερη κατά το πλάτος της και μοναδική για το υπό νομιμοποίηση και ανοικοδόμηση ακίνητο. Η κατασκευή εισόδου από το πρόσωπο της παλαιάς οικίας είναι βέβαια σε σημαντικό βαθμό δυσχερής διότι η στάθμη του οδοστρώματος, η οποία έχει ανυψωθεί κατά τα τελευταία έτη με υλικά οδοστρωσίας, για να καταστεί βατή και προσπελάσιμη από ανθρώπους και οχήματα, δεν μπορεί να καταβιβασθεί, αφού δεν υπάρχει συναίνεση των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων και επιπλέον απαιτείται τέτοιας έκτασης τεχνικό έργο που μόνο ο Δήμος θα μπορούσε να εκτελέσει και όχι ιδιώτες, ενώ υπάρχει και τάφρος απορροής των ομβρίων, αναγκαία για τη διοχέτευση τους και θα ήταν αδύνατη στη σημερινή κατάσταση της οικίας, λόγω του χαμηλού ύψους της σε σχέση με την όμορη οικοδομή ιδιοκτησία ... όπου έχει γίνει διάνοιξη θύρας με κατασκευή εσωτερικών σκαλοπατιών, καθόσον η διάνοιξη καθ' ύψος του παραθύρου του καθιστικού ως θύρας εισόδου δεν είναι κατασκευαστικά δυνατή με το σημερινό ύψος της οικίας. Όμως με την προβλεπόμενη ανοικοδόμηση του ανωγείου ορόφου της οικοδομής της πρώτης κατηγορουμένης που εγκρίθηκε με την ...οικοδομική άδεια και τις σχετικές εργασίες που θα επεκταθούν στο ισόγειο δεν αποκλείεται η δυνατότητα αυτή ούτε τεχνικά ούτε από δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη ενόψει των σημαντικών χρηματικών ποσών που έχουν δαπανηθεί άνω των 15.000.000 το έτος 1996 και θα δαπανηθούν από την πρώτη κατηγορούμενη για την κατασκευή των οικιών συνολικού εμβαδού 206,283 τμ και της μικρής θυσίας που θα υποστεί το ακίνητο, για την κατασκευή μιας σύγχρονης και λειτουργικά προσπελάσιμης εισόδου έναντι της θυσίας του όμορου ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος, το οποίο άλλως δεν μπορεί να ανοικοδομηθεί με την επέκταση του ισογείου του. Πιο συγκεκριμένα η πράγματι υπάρχουσα υψομετρική διαφορά του 1,07μ καταμετρήθηκε και αιτιολογείται στην από 8-9-99 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η Μ3 που διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας από το ΤΕΕ/ΤΚ μετά από σχετική αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος και μετά από μετρήσεις που έγιναν αναλυτικά και περιγράφονται στο συνημμένο στην έκθεση διάγραμμα κατέληξε ότι η ποδιά του παραθύρου του καθιστικού (αριστερού) από την υψομετρική αποτύπωση έχει υψόμετρο 100,62μ ενώ το οδόστρωμα μπροστά απ' αυτό είναι 100,59, δηλαδή υπάρχει υψομετρική διαφορά 0,03 μ και εσωτερικά στο σπίτι η ποδιά του παραθύρου βρίσκεται σε ύψος 1,10μ από το δάπεδο της οικίας δηλαδή το δάπεδο της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης βρίσκεται 1,07 κάτω από τη στάθμη της δημοτικής οδού με εξωτερικό τοίχο πάχους 0,85μ. Εξάλλου στο ίδιο ύψος μετρήθηκε η απόσταση (1,07) μετά από αυτοψία από τον εισηγητή της υπ'αριθμ 1/2003 απόφασης του Πειθαρχικού συμβουλίου του ΤΕΕ με την οποία τιμωρήθηκε η δεύτερη κατηγορουμένη Μηχανικός για πειθαρχικό παράπτωμα με την αιτιολογία ότι το Πειθαρχικό συμβούλιο διαπίστωσε ότι η αναφερόμενη στην από 30-11-96 έκθεση υψομετρική διαφορά του 1,80μ είναι σαφώς μικρότερη από την πραγματική που διαπιστώθηκε από πραγματογνωμοσύνη του Τεχνικού Επιμελητηρίου (1,07) μ αλλά και από τον Εισηγητή κατά την αυτοψία του και άρα η κατασκευή εισόδου από το δρόμο αυτό προς την οικία της Χ2 (πρώτη κατηγορούμενη) δεν είναι τεχνικά και λειτουργικά αδύνατη ούτε απαγορεύεται από την ισχύουσα Πολεοδομική Νομοθεσία. Από τη χρήση του εγγράφου αυτού το οποίο αφορά πειθαρχική και όχι ποινική καταδίκη της δεύτερης κατηγορουμένης, που αναγνώσθηκε ως αναφερόμενο στην υπ'αριθμ 1309/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν επέρχεται προσβολή των ευαίσθητων δεδομένων της δεύτερης κατηγορουμένης στις κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 περ β και 7 παρ2 περ γ του Ν 2472/1997 διότι δεν εμπίπτει στην προστασία του ως άνω νόμου και είναι αναγκαίο για την υπεράσπιση του δικαιώματος του πολιτικώς ενάγοντος (ΑΠ 1445/2005 Ποιν.Λογ2002, 584 , ΕφΑ94/2004 Πχρ.ΝΓ, 59 ΑΠΔΠΥ 75, 110, 116/2001). Περαιτέρω, η κατασκευή εισόδου μπορεί να απαιτήσει και την κατασκευή μικρής εσωτερικής μικρής κλίμακας για την κάλυψη του ύψους του 1,07μ κυρίως όμως, η ανύψωση της οικίας λόγω του επικλινούς του εδάφους μέχρι τα δέκα μέτρα επιτρέπει την διάνοιξη θύρας εισόδου. Στα σχέδια των διαγραμμάτων των τομών της οικοδομής (πρόσωπο) η στάθμη του περβαζιού του παραθύρου [δεξιού] αποτυπώνεται σε απόσταση 0,80 [1,90-1,10] από το επίπεδο του δρόμου δηλ. η απόσταση του παραθύρου αυτού αποτυπώθηκε από το δάπεδο σε ύψος 1,90 μ. [0,80 + 1,10] Το παράθυρο αυτό, βρίσκεται κάπως ψηλότερα μέχρι το 1,10μ όχι όμως 1,80μ διότι ο δρόμος ανηφορίζει όμως και το αριστερό παράθυρο αποτυπώνεται σε παρόμοια απόσταση από τη στάθμη της οδού η οποία κατά τη μέτρηση από την Μ3 βρέθηκε μόνο 0,03μ τα δε παράθυρα με την προβλεπόμενη κατασκευή φαίνονται να βρίσκονται ψηλότερα της οδού, δηλ σε ανάλογη με το συνολικό ύψος της οικοδομής θέση που επιτρέπει τη διάνοιξη της θύρας εισόδου σε ένα παράθυρο μετά την ανύψωση της οικίας με την προσθήκη ορόφου ενώ στα ίδια σχέδια αποτυπώνεται το συνολικό ύψος της οικοδομής κατά την ανέγερση της το οποίο φθάνει τα 10 μέτρα λόγω του επικλινούς του εδάφους. Η κατασκευή αυτή θα επιφέρει αλλαγή της εσωτερικής διαρρύθμισης της παλαιάς οικίας η οποία αν επρόκειτο να εξυπηρετήσει μόνο την ισόγειο οικία είναι μικρή σε περίπτωση που η οικία παρέμενε με τις παλαιές διαστάσεις της. Η μεγαλύτερη θυσία, που επικαλείται η πρώτη κατηγορουμένη ότι υπάρχει, επέρχεται ως συνέπεια της ανέγερσης αυτοτελούς από άποψη δόμησης ορόφου η διέλευση προς τον οποίο δεν συνάγεται ότι αποτελεί περιεχόμενο της δουλείας διότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης του ακινήτου που καθορίζουν την ύπαρξη και την έκταση της υφιστάμενης δουλειάς, κρινόμενης κατά το άρθρο 1124 ΑΚ ανάγονται στον χρόνο σύστασης και σε περίπτωση σύστασης με έκτακτη χρησικτησία στο χρόνο έναρξης της οιονεί νομής διάνοια δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου έτσι ώστε όταν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τις νέες ανάγκες του ακινήτου αυτές δεν περιλαμβάνονται στο εμπράγματο δικαίωμα του κυρίου του δεσπόζοντος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όταν άρχισε η οιονεί νομή των απώτερων δικαιοπάροχων της αιτούσας η διέλευση γινόταν επί της εδαφικής λωρίδας του 1,50μ και έτσι συνεχίσθηκε. Όμως η διαρρύθμιση του ακινήτου της για τη δημιουργία εισόδου (διαδρόμου κλπ) ταυτόχρονα και για τον όροφο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θυσία έναντι της κατάργησης της δουλείας για τη δημιουργία εισόδου για το ισόγειο κτίσμα και για όσα από τα οικοδομήματα της επέκτασης λειτουργούν ως συνεχόμενα της οικίας και όχι αυτοτελώς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων, είχε υποβάλει την ως άνω υπ'αριθμ.... αίτηση του για την έκδοση δικής του οικοδομικής αδείας, η οποία εκτός άλλων αφορούσε και την επέκταση του ισογείου της οικοδομής με συνεχόμενο κτίσμα, εμβαδού 30,61 τμ για να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι (τουαλέτα και αποθήκη) καθώς και ένα υπνοδωμάτιο στο ισόγειο και επί της οροφής βεράντα στον όροφο, το οποίο δεν μπορούσε να κατασκευασθεί εάν δεν καταργείτο η δουλεία κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 1577/85 [ΓΟΚ], για την εφαρμογή της οποίας προϋπόθεση συνιστά η έκδοση νόμιμης οικοδομικής αδείας στο δουλεύον για κατασκευές που καθιστούν αδύνατη εν όλω η εν μέρει την άσκηση της δουλείας, εφ' όσον η δουλεία δεν είναι μοναδική. Με το αίτημα αυτό επανήλθε πολλές φορές πλην όμως δεν του χορηγείτο η άδεια λόγω της υπάρχουσας δουλείας διόδου. Η αρμόδια για τον έλεγχο των προϋποθέσεων και τη χορήγηση της οικοδομικής αδείας, αρχή σε περίπτωση αμφισβήτησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων κάνει παρεμπίπτοντα έλεγχο και ενεργεί σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτού ενώ η τελική κρίση γίνεται από τα πολιτικά δικαστήρια κατά το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Δ/νσης Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η Γεν.Δ/νση Πολεοδομίας (Διεύθυνση Ο.Κ.Κ) με το υπ' αριθμ.... έγγραφο της εξέφρασε την άποψη ότι στην περίπτωση που υπάρχει η δυνατότητα εισόδου από την ίδια ιδιοκτησία υπέρ της οποίας έχει συσταθεί η δουλεία δεν νοείται η διατήρηση της δουλείας σε όμορο αυτοτελές και ανεξάρτητο ακίνητο και αυτό ανεξάρτητα από τα όποια λειτουργικά εμπόδια υπάρχουν από κτίσματα της ίδιας ιδιοκτησίας για τη δημιουργία διόδου κατά το άρθρ 25 παρ. 1.ΓΟΚ. Επίσης η Δ/νση Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της εξέφρασε την άποψη ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία μπορεί να πρέπει να κρίνει το πραγματικό θέμα του αν η δουλεία διόδου αποτελεί ή όχι τη μοναδική δίοδο του οικοπέδου σε κοινόχρηστο χώρο. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της διοίκησης που έγινε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος, λήφθηκαν υπόψη τα ψευδή στοιχεία για το πλάτος της δουλείας και την αδυναμία κατασκευής εισόδου λόγω της υψομετρικής διαφοράς και έτσι η Πολεοδομική αρχή κατέληξε στην έκδοση της αδείας της πρώτης κατηγορουμένης και ταυτόχρονα στη μη χορήγηση της αδείας του πολιτικώς ενάγοντος αφού με τα ως άνω στοιχεία η δίοδος εμφανιζόταν μοναδική. Έτσι με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της η Δ/νση ΠΟ και ΠΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας απαντώντας στα έγγραφα της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της εξέφρασε την άποψη ότι στην περίπτωση διαπίστωσης ότι η δίοδος δεν είναι η μοναδική πρέπει να χορηγηθεί η άδεια στον πολιτικώς ενάγοντα, εξέφρασε την άποψη της ότι η υπηρεσία μετά από εξέταση των φακέλων α]του Ψ1 [αρ. πρωτ.... και ...] καθώς επίσης και β] της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας με αρ.... στο όνομα της Χ2 υπέρ της οποίας υπάρχει η εν λόγω δουλεία διόδου και αφού έλαβε υπόψη την πραγματική υφιστάμενη κατάσταση κρίνει ότι η συγκεκριμένη δουλεία διόδου αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς "αυτοτελή όροφο ή κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου" διότι η πραγματική κατάσταση έγκειται στο γεγονός ότι το οικόπεδο Χ2 έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο αλλά όχι δίοδο από αυτόν και ως εκ τούτου η ύπαρξη της δουλείας παρεμποδίζει την έκδοση οικοδομικής άδειας. Η κρίση για τη μη μοναδικότητα της διόδου από την αρμόδια πολεοδομική αρχή δεν θα ερχόταν σε αντίθεση με την αμετάκλητη απόφαση επί της αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος περί μη απόσβεσης της πραγματικής δουλείας όπως είχε συσταθεί και ασκείτο, διότι στη σχετική δίκη κρίθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1136 ΑΚ ενώ η έννοια της μοναδικότητας συναρτάται με την ερμηνεία του άρθρου 25 Ν. 1577/1985 σε συνδυασμό με την ερμηνεία των άρθρων 1012-1017 ΑΚ από το σκοπό και το πνεύμα των οποίων συνάγεται ότι για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης οικοδομικής ανάπτυξης, που επιβάλλεται χάρη οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων μόνο σε εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις άφευκτης ανάγκης είναι ανεκτή η ύπαρξη σχέσεων που περιορίζουν την κυριότητα ακινήτων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι στέρηση διόδου, που αποτελεί προϋπόθεση διατήρησης της δουλείας, υπάρχει όταν η επικοινωνία με τον κοινόχρηστο χώρο είναι παντελώς αδύνατη από λόγους τεχνικούς ή όταν απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη, την οποία δεν είναι σε θέση να καταβάλει ο ιδιοκτήτης όχι δε και όταν μπορεί να πραγματοποιηθεί με κάποιες δυσχέρειες ή μικρές θυσίες, το κόστος των οποίων υπολογίζεται άλλωστε στην καταβλητέα αποζημίωση [ΑΠ 1028/1988 Δνη 31,328, Εφ. Αθ. 2833/1986 Δνη 27,1168, Εφ. Αθ. 9111/1982 Δνη 24,253, Πολ. Πρωτ. Θεσ. 20626/1995 Αρμ. 1996, 1219 Πρωτ. Ναυπλ. 34/1988 ΝοΒ 1989,762]. Ο πολιτικώς ενάγων μετά τη δημοσίευση της υπ' αρ. 1/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας έλαβε την υπ' αριθμ. ... άδεια για επέκταση του ισογείου επί του εδάφους της διόδου η οποία τελικά με το υπ'αριθμ. ...έγγραφο της Δ/νσης ΠΟ και ΠΕ ΝΑ Κέρκυρας μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 408/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου ανακλήθηκε για το λόγο ότι διατηρείται η δουλεία στο ακίνητο του πολιτικώς ενάγοντος. Η αρμόδια Δ/νση ΠΟ και ΠΕ με το υπ' αριθμ 14330/16-11-01 έγγραφο της απαντώντας σε αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης κατά το χρόνο που ίσχυε η ανάκληση της άδειας της και είχε τεθεί θέμα διεκδίκησης από τον πολιτικώς ενάγοντα, την οποία θεώρησε λόγο ανάκλησης της άδειας, είχε την άποψη ότι το πλάτος της υφιστάμενης δουλείας και η υψομετρική διαφορά που αναγράφεται στην από 30.11.96 τεχνική έκθεση της δεύτερης κατηγορουμένης δεν επηρέαζαν την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Το έγγραφο αυτό ακολούθησε την κρίση της ίδιας υπηρεσίας, όπως εκφράστηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. .... έγγραφο της κατά τον επανέλεγχο της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας που επιβεβαίωσε την έκδοση της, εκτός από την ανάκληση της για άλλο λόγο ότι η δίοδος ήταν μοναδική διότι το οικόπεδο της εν λόγω άδειας έχει πρόσωπο στον κοινόχρηστο χώρο αλλά όχι δίοδο από αυτόν και κατέληξε τότε ότι η έκδοση της οικοδομικής άδειας παρεμποδίζει την έκδοση της άδειας του πολιτικώς ενάγοντος. Επίσης και ο Αρχιτέκτων Μηχανικός Μ2 στην από 3-5-2007 σχετική αναφορά του, αναφέροντας ότι η από 30-11-1996 τεχνική έκθεση δεν αποτελούσε απαραίτητο δικαιολογητικό για την έκδοση της άδειας συμπεραίνει ότι η δίοδος είναι μοναδική για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή ήτοι α) απόσταση της εξωτερικής τοιχοποίας από το όριο του δρόμου που δεν επιτρέπει την κατασκευή εξωτερικής κλίμακας β) ανυπαρξία θύρας εισόδου κατά το παρελθόν, πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο που δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη τη διαμόρφωση εισόδου γ) αναγκαία αλλαγή διαρρύθμισης της κατοικίας προς όφελος της όμορης δ) αναγνώριση δουλείας ως από την τελεσίδικη απόφαση 47/2004 του Εφετείου Κερκύρας. Ωστόσο, στα παραπάνω έγγραφα της Δ/νσης ΠΟ και ΠΕ της Ν.Α Κέρκυρας λαμβάνονται υπόψη τα ψευδή στοιχεία και ως εκ τούτου δεν αιτιολογείται η καταλληλότητα και η μοναδικότητα, υπό την έννοια της παντελούς αδυναμίας επικοινωνίας με τον κοινόχρηστο χώρο από λόγους τεχνικούς και θυσίας ούτε γίνεται σύγκριση αυτών με τα αληθή στοιχεία ώστε να εξηγηθεί το εάν θα εθεωρείτο επαρκής η δίοδος για την ανέγερση κτισμάτων συνολικής δόμησης 206,283τμ πλέον των βεραντών εμφανιζόμενη αυτή στο πραγματικό της πλάτος και ταυτόχρονα χωρίς να υπάρχει αδυναμία άλλης εισόδου, αφού τα δυο αυτά τελευταία στοιχεία αλληλοεξαρτώνται ούτε και στην ως άνω από 3-5-2007 αιτιολογείται η επικαλούμενη αδυναμία κατασκευής θύρας εισόδου σε σχέση με την ανύψωση της οικίας που εγκρίθηκε με την άδεια. Εξάλλου το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών δημόσιας διοίκησης με τη σχετική από 26-7-2005 έκθεση του στην οποία αναφέρονται διεξοδικά όλα τα έγγραφα των φακέλων των υπ'αριθμ. ... και ... αδειών, η διαδικασία και ενέργειες μετά την έκδοση αδειών τα έγγραφα με τα οποία εκφράστηκαν οι απόψεις της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων [Δ/νση ΠΕ.ΧΩ]., ΥΠΕΧΩΔΕ ΓΕΝΙΚΗΣ Δ/ΝΣΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ Δ/ΝΣΗ Ο.ΚΚ, ΥΠΕ.ΧΩ.ΔΕ - Δ/ΝΣΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες της Ελεγχόμενης Δ/νσης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. Ν.Α. Κέρκυρας υπαγορεύονται και είναι σύμφωνες με τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και θεώρησε αναγκαία τη δικαστική επίλυση του προβλήματος. Πλην όμως, από το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται η εξαπάτηση του δημοσίου υπάλληλου κατά την έκδοση τις υπό κρίση άδειας με τα ψευδή στοιχεία διότι ακόμη και αν η δουλεία σε πλάτος 1,5 μ δεν θεωρήθηκε αποσβεσθείσα το πλάτος αυτό δεν λήφθηκε υπόψη από την Πολεοδομία κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας για την έγκριση και την έκδοση της οποίας άλλωστε δεν απαιτείται κατά το νόμο (αρθρ. 5ΠΔ/τος της 9-7-93 περί του τρόπου έκδοσης των οικοδομικών αδειών) αυτοψία, η οποία έγινε μετά την έκδοση της άδειας αλλά κατά το χρόνο αυτό τα επίμαχα ζητήματα ήταν εκκρεμή στα πολιτικά Δικαστήρια. Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη ως ιδιοκτήτρια ακινήτου έκτασης 269,79 τμ ενδιαφερόμενη να νομιμοποιήσει τα ισόγεια κτίσματα του που είχαν ανεγερθεί χωρίς οικοδομική άδεια (εμβαδού 20,10+17,545+19,85) ανερχόμενα με την παλαιά ισόγειο οικία των 64,62 τμ στο συνολικό εμβαδόν των 122,15 τμ καθώς και τους μαντρότοιχους του οικοπέδου και να εγκριθεί η προσθήκη ορόφου 84,17τμ ήτοι σε συνολικό εμβαδά δόμησης 206,283 με καλυμμένες βεράντες ισογείου και ορόφου 36,18τμ αφού ανέθεσε την εντολή έκδοσης άδειας προσθήκης ορόφου και νομιμοποίησης στη δεύτερη κατηγορουμένη Αρχιτέκτονα Μηχανικό συνυπέβαλε στη Δ/νση Πολεοδομίας ΝΑ Κέρκυρας με την υπ' αριθμ. ...αίτηση της το από Ιουνίου 96 ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα και ακολούθως από 30-11-96 ψευδή τεχνική έκθεση της ως άνω δεύτερης κατηγορουμένης, έχοντας υποδείξει η ίδια τα όρια του ακινήτου εμφαινόμενου με ψευδή έκταση 276,13τμ αντί της αληθούς 269,79 τμ (στο τοπογραφικό της άδειας φέρεται να τα υποδεικνύει ο σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης πλην όμως σε ταυτόσημο καθ' όλα τα στοιχεία του τοπογραφικό τα υποδεικνύει αυτή, όπως πράγματι και έγινε) και την έκταση της εδαφικής λωρίδας του όμορου ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος επί της οποίας ασκείται η πραγματική δουλεία διόδου με πλάτος 5 μ περί την αρχή της στα όρια της Δημοτικής οδού 1,60μ κατά το σημείο που κάμπτει και 2,40μ αντί του αληθούς πλάτους του 1,50μ και σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο της όμορης οικίας καθώς επίσης και υπέδειξε την υψομετρική διαφορά μεταξύ της στάθμης της δημοτικής οδού και της οικίας 1,80 μ περίπου και επομένως ότι η κατασκευή εισόδου από την οδό αυτή δεν ήταν τεχνικά και λειτουργικά δυνατή αντί της αληθούς υψομετρικής διαφοράς 1,07μ (περβαζιού αριστερού παραθύρου), η οποία έδινε τη δυνατότητα σε συνδυασμό με την ανύψωση της οικίας και της εξ' αυτού του λόγου και της ανύψωσης της οικίας δυνατότητας κατασκευής εισόδου από τη δημοτική οδό και πέτυχε έτσι με εξαπάτηση του αρμοδίου για την έκδοση της οικοδομικής άδειας δημοσίου υπαλλήλου της Δ/νσης Πολεοδομίας της ΝΑ Κέρκυρας να βεβαιωθεί στην υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδεια περί προσθήκης α' ορόφου και νομιμοποίησης τμήματος ισογείου που εγκρίθηκε και εκδόθηκε με το αναληθές περιεχόμενο ότι α) τα όρια του ακινήτου των 276,13 τμ ήταν αναμφισβήτητα και τα εγκριθέντα από την οικοδομική άδεια κτίσματα είχαν ανεγερθεί εντός του περιγράμματος του οικοπέδου και συγκεκριμένα οι μαντρότοιχοι της κοινής εφαπτομένης πλευράς των όμορων ακινήτων τα τοιχία αντιστήριξης αυτών στη θέση της καλυμμένης βεράντας εμβαδού 15,05 τμ επί των ορίων απόληξης της διόδου, ότι ο ανατολικός τοίχος του υπό ανέγερση πρώτου ορόφου επρόκειτο να ανεγερθεί επί ολόκληρου του παλαιού τοίχου μεταξύ των δυο ακινήτων η δε απόσταση μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών στο σημείο απόληξης της διόδου ήταν μικρότερη των 2,50μ και β) ότι η αποτυπούμενη δίοδος ήταν κατάλληλη για την οικοδομησιμότητα του ακινήτου και ταυτόχρονα μοναδική και κατ' επέκταση τα υπό νομιμοποίηση κτίσματα είχαν ανεγερθεί και ο υπο ανέγερση όροφος όπως θα ανοικοόομειτο θα είχαν πρόσβαση από τη δίοδο αυτή. Τα παραπάνω περιστατικά βεβαιώθηκαν αναληθώς στην υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια, που συνιστά δημόσιο έγγραφο ως ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών σε οικόπεδο εκδιδόμενη από αρμόδιο υπάλληλο της Πολεοδομίας και προοριζόμενη για εξωτερική χρήση και απόδειξη έναντι πάντων των αναφερομένων σ' αυτή προϋποθέσεων της ανεγειρόμενης μ' αυτή οικοδομής. Η άδεια εγκρίθηκε και εκδόθηκε, δίνοντας το δικαίωμα στην πρώτη κατηγορουμένη να προβεί σε προσθήκη α' ορόφου επί της παλαιάς οικίας και σε νομιμοποίηση τμημάτων του ισογείου ενώ α) εάν αποτυπωνόταν το πραγματικό εμβαδά του οικοπέδου δεν θα περιλαμβανόταν στην νομιμοποίηση τα ανεγερθέντα εντός των αμφισβητουμένων ορίων του ακινήτου τμήματα των μαντρότοιχων τοιχίων αντιστήριξης στη θέση της καλυμμένης βεράντας, οπότε η απόσταση από την όμορη οικοδομή του πολιτικώς ενάγοντος θα ήταν μεγαλύτερη των 2,50μ ενώ δεν θα είχε δικαίωμα να ανεγείρει τον ανώγειο όροφο επί ολοκλήρου του παλαιού τοίχου με συνακόλουθη αμφισβήτηση της νομιμότητας του ανεγερθέντος κτίσματος του πολιτικώς ενάγοντος επί του ίδιου τοίχου β) εάν αποτυπωνόταν η πραγματική έκταση της λωρίδας του όμορου ακινήτου όπου ασκείτο η πραγματική δουλεία διόδου καθώς και η αληθής υψομετρική διαφορά θα εξεταζόταν με αυτά τα στοιχεία οι προϋποθέσεις προσπέλασης προς τα συνολικώς δομούμενα ακίνητα από είσοδο δημιουργούμενη επί του κοινόχρηστου χώρου και δεν θα παρεμποδιζόταν η έκδοση της οικοδομικής άδειας του πολιτικώς ενάγοντος για την επέκταση της οικοδομής του για τη θεμελίωση του δικαιώματος του προς κατάργηση της δουλείας και κατά συνέπεια η έκδοση της υπ' αριθμ. ... άδειας της πρώτης κατηγορουμένης επηρεάζει την κάλυψη του ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος δεν έχει τη δυνατότητα επέκτασης της οικοδομής του. Η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε ότι τα βεβαιούμενα περιστατικά είναι αναληθή και μπορούσαν να έχουν τις παραπάνω έννομες συνέπειες για τον εαυτό της και για τον πολιτικώς ενάγοντα και ότι η βεβαίωση αυτή έγινε σε δημόσιο έγγραφο. Η ίδια άρχισε τη διαδικασία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας αφότου ο πολιτικώς ενάγων ήγειρε το θέμα κατάργησης της δουλείας ενημερώθηκε δε από τη μηχανικό της για τα ζητήματα που αφορούσαν τη νομιμοποίηση των κτισμάτων και την κατάργηση της δουλείας και τον τρόπο διευθέτησης των σχετικών ζητημάτων με την έκδοση της άδειας. Επίσης η πρώτη κατηγορούμενη γνώριζε από τη μητέρα της τα σχετικά με την τοπογράφηση του ακινήτου της θέματα κατά το παρελθόν και γι' αυτό κατά την απόκτηση του ακινήτου της χρησιμοποίησε το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα που είχε συνταχθεί το έτος 1985, θεωρώντας το ακριβές. Όταν, όμως, τέθηκε το ζήτημα έκδοσης της άδειας, επειδή η πραγματική κατάσταση ήταν διαφορετική λόγω της περιτοίχησης του ακινήτου αποτυπώθηκε το ίδιο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση με τα όρια που είχαν ήδη υλοποιηθεί με τις κατασκευές. Ο πολιτικώς ενάγων κατά τις αρχικές συζητήσεις του με την πρώτη κατηγορουμένη δεν έθεσε θέμα διεκδίκησης, προκρίνοντας ότι η διευθέτηση του ζητήματος της δουλείας ήταν αυτή που έβλαπτε ιδιαίτερα το ακίνητο του ενώ παράλληλα η πρώτη κατηγορουμένη δεν τον εμπόδισε να ανεγείρει τον ανώγειο όροφο σε τμήμα του παλαιού τοίχου. Όμως η πρώτη κατηγορουμένη θέλησε με την έκδοση της άδειας να περιληφθούν σ' αυτήν όλα τα παραπάνω ζητήματα (των διεκδικήσεων και της δουλείας) αφού γνώριζε ότι είχε γίνει η υλοποίηση των ορίων του ακινήτου της σε διαφορετικό εμβαδό και κυρίως να εγκριθεί η άδεια της ως προς το επίμαχο ζήτημα της δουλείας προκειμένου να ανοικοδομηθεί το ακίνητο της, όπως εγκρίθηκε με την άδεια για να εισέρχεται από την εδαφική λωρίδα αυτής τόσο στο ισόγειο της οικίας όσο και στον αυτοτελή από άποψη δόμησης όροφο με ταυτόχρονο αποκλεισμό του πολιτικώς ενάγοντος να εκδώσει αυτός άδεια επέκτασης του ισογείου του και να δημιουργηθεί έτσι μια πραγματική κατάσταση η οποία με την ανοικοδόμηση του ακινήτου της θα ίσχυε για το μέλλον αφού τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν πρόκειται να καθαιρεθούν για να γίνουν νέα οικοδομήματα, ώστε να τεθεί εξ' αρχής το θέμα της δουλείας, το δε ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης με την ανοικοδόμηση του στο δομούμενο εμβαδό των 206,283 τμ θα καταστεί πλέον μια σύγχρονη οικία ενώ η έκδοση της οικοδομικής άδειας της εμποδίζει εσαεί την επέκταση της οικοδομής του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος δεν μπορεί να επεκτείνει το ισόγειο της οικοδομής του διότι δεν υπάρχει σχετική τεχνική λύση, εφ 'όσον δεν καταργείται η δουλεία και κατά συνέπεια αποκλείεται η δυνατότητα κάλυψης του οικοπέδου του. Ακόμη η πρώτη κατηγορουμένη είχε την πρόθεση εξαπάτησης του υπαλλήλου της Πολεοδομικής αρχής για την έγκριση και έκδοση της οικοδομικής άδειας με το αναληθές περιεχόμενο που, είχε τις παραπάνω έννομες συνέπειες για την ίδια και για τον πολιτικώς ενάγοντα, οι οποίες μόνο με την έκδοση της άδειας θα επέρχονταν. Η παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων εντοπίζεται στη νομιμοποίηση των εκτός του εμβαδού των 269,79 τμ κτισμάτων που εμπεριέχονταν σε αμφισβητούμενα όρια και στη δυνατότητα διέλευσης από εδαφική λωρίδα μεγαλύτερη του 1,50μ λόγω της μοναδικότητας της διόδου αυτής εφόσον φαινόταν ταυτόχρονα λόγος αδυναμίας άλλης εισόδου από τον κοινόχρηστο χώρο. Η αρμόδια αρχή εάν λάμβανε υπόψη της τα αληθή περιστατικά δεν θα εξέδιδε την άδεια με το ως άνω εγκριθέν περιεχόμενο της για τη νομιμοποίηση των κτισμάτων της ανατολικής πλευράς του ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης, ήτοι τη νομιμοποίηση του μαντρότοιχου και των τοιχίων αντιστήριξης στη θέση της καλυμμένης βεράντας εμβαδού 15,05 τμ. και σε απόσταση μικρότερη των 2,5μ. από την όμορη οικία, καθώς και την ανέγερση του τοίχου του ανωγείου ορόφου της πλευράς αυτής ούτε θα ενέκρινε τις προϋποθέσεις της οικοδομησιμότητας του ακινήτου για το συνολικώς δομούμενο τμήμα των 205,283 τμ από την εμφανιζόμενη ως μοναδική κατάλληλη και λειτουργική από άποψη προσπέλασης δίοδο και ταυτόχρονα θα εξέδιδε την άδεια του πολιτικώς ενάγοντος αφού στην αρμόδια υπηρεσία οι δυο φάκελοι των αδειών εξετάζονταν παραλλήλως. Η δεύτερη κατηγορουμένη κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας (...), ως αρχιτέκτων μηχανικός , στην οποία η πρώτη κατηγορουμένη είχε αναθέσει την εντολή έκδοσης άδειας με πρόθεση παρείχε στην εντολέα της συνδρομή κατά την από εκείνη τέλεση της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, καταρτίζοντας το τοπογραφικό διάγραμμα και την τεχνική έκθεση στα οποία εν γνώσει της ανέγραψε τα ψευδή περιστατικά, που εγκρίθηκαν με την έκδοση της άδειας γνωρίζοντας την από την πρώτη κατηγορουμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και έχοντας τη θέληση να της παράσχει τη συνδρομή της με τη σύνταξη εν γνώσει της του ψευδούς τοπογραφικού διαγράμματος και της τεχνικής έκθεσης. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν η πρώτη κατηγορουμένη και η δεύτερη κατηγορουμένη ένοχες, η μεν πρώτη της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και η δεύτερη κατηγορουμένη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της άμεσης συνέργειας, της πράξης της απλής συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα, οι έννομες συνέπειες της πράξεως της πρώτης αναιρεσείουσας, προσδιορίζεται και αιτιολογείται ο τρόπος παραπλάνησης απ' αυτήν των υπαλλήλων του τμήματος εκδόσεως οικοδομικών αδειών, επαρκώς αιτιολογείται και το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο της και ακόμη βεβαιώνεται ότι προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα και συνεπώς συνεκτίμησε και τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και ειδική μνεία τι προκύπτει από καθένα απ' αυτά, ενώ η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων και του περιεχομένου ορισμένων εγγράφων δεν σημαίνει ότι τα λοιπά έγγραφα(μεταξύ των οποίων, δίχως αμφιβολία, συμπεριλαμβάνονται και οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων) και οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά απλώς, ότι εξαίρονται οι καταθέσεις αυτές και το αντίστοιχο περιεχόμενο των εγγράφων, λόγω της βαρύνουσας, προδήλως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σημασίας τους. Επομένως οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, αιτιάσεις της ίδιας αναιρεσείουσας ότι 1) στην απόφαση δεν προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες της πράξεως της και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή της, 2) δεν αιτιολογείται ειδικά ο τρόπος παραπλάνησης των υπαλλήλων του τμήματος εκδόσεως αδειών, δεν διευκρινίζεται αν η προσκόμιση της από 30-11-1996 τεχνικής έκθεσης αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων τις οποίες ανέγνωσε, είναι αβάσιμες. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι στο σκεπτικό της απόφασης υπάρχει η παραδοχή ότι το ακριβές εμβαδόν του ακινήτου της ουδεμία είχε έννομη συνέπεια για την ίδια και τον πολιτικώς ενάγοντα και στο διατακτικό η παραδοχή ότι τούτο έχει έννομες συνέπειες για την ίδια ως προς την νομιμοποίηση της οικοδομής της και για τον πολιτικώς ενάγοντα, ως προς την επέκταση του ισογείου της οικοδομής του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, ως προς τα πραγματικά δεκτά γενόμενα, διότι, από το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει η παραδοχή ότι τα βεβαιούμενα πραγματικά περιστατικά (εμβαδόν οικοπέδου και πλάτος διόδου) είχαν ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση των υπαλλήλων και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, εξ αιτίας της οποίας μπορούσαν να επέλθουν έννομες συνέπειες για την πρώτη αναιρεσείουσα ως προς τη νομιμοποίηση της οικοδομής και την οικοδομησιμότητα του ακινήτου της, αφού αυτό είχε τη δυνατότητα προσπέλασης από τη μοναδική δίοδο και για τον πολιτικώς ενάγοντα, ως προς το δικαίωμα του να λάβει οικοδομική άδεια για την επέκταση του ισογείου της οικίας του και την κατάργηση της υφισταμένης δουλείας διόδου. Τέλος, η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς της ότι "η έκδοση βεβαίωσης από αρμόδια αρχή ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφαρπάχθηκε ψευδής τέτοια, συνιστά διοικητική πράξη, η διοικητική αυτή πράξη που είναι η ... οικοδομική άδεια δεν προσβλήθηκε από το μηνυτή στα διοικητικά δικαστήρια άρα παραμένει ισχυρή... εάν το οικόπεδο είναι 276,13 τμ ...δεν υπάρχει σχέση αίτιου αιτιατού ...η έκδοση οικοδομικής άδειας από την πολεοδομία συνιστά διοικητική πράξη και όχι βεβαίωση αρχής)" είναι αβάσιμη, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη τους, αφού με την καταδικαστική απόφαση απορρίφθηκαν. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος στο δικόγραφο της αίτησης και τρίτος στους πρόσθετους, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που, με την κατ' επίφαση επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 82 παρ.1, 83 παρ. 1 εδάφ. πρώτο και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι όποιος έχει δικαίωμα να ασκήσει πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο, μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, με δήλωσή του είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο μέχρι την περάτωση της ανακρίσεως, χωρίς η παράλειψη της ανωτέρω δήλωσης να επηρεάζει το δικαίωμα να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα. Τέτοιο δικαίωμα, ειδικότερα, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, έχει όποιος υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε εμμέσως από αυτή. Έτσι, ειδικότερα, επί του προβλεπομένου από το άρθρο 242 παρ.1, 3 του ΠΚ εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' ακολουθία δε και της υφαρπαγής αυτής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και ιδιώτης, όταν αυτά στρέφονται και κατ' αυτού, με την έννοια, ότι το ψευδές γεγονός που στοιχειοθετεί το έγκλημα, μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ως προς εκείνον (ατομικώς) σε βάρος του οποίου θα χρησιμοποιηθεί ή ότι είναι εκείνος που υφίσταται τη σκοπούμενη βλάβη (ο παράνομα βλαβείς). Η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεώς του, η οποία, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, εκτός από άλλα στοιχεία και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμά του. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που εξέδωσε την 4696/2005 απόφαση, εμφανίστηκε ο Ψ1 και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα των κατηγορουμένων, για ποσό 40 ευρώ. Οι συνήγοροι των τελευταίων ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής γιατί δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικά, αφού, όπως ισχυρίστηκαν, δεν έχει θιγεί άμεσα ο πολιτικώς ενάγων. Το Μονομελές Πλημ/κείο Κέρκυρας, με την παραπάνω απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, απέρριψε την ένσταση και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 40 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη συνέχεια και κατά την εκδίκαση της έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης ο ίδιος πολιτικώς ενάγων παραστάθηκε και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας και το δικαστήριο εκείνο, με την 1309/2006 απόφαση του, αφού απέρριψε και πάλι την ένσταση των κατηγορουμένων, επιδίκασε το ίδιο ποσό. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την 562/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά την ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, μετά την παραπομπή της υπόθεσης, νέα συζήτηση, εμφανίστηκε ο αυτός, ως άνω, πολιτικώς ενάγων και δήλωσε ότι συνεχίζει την παράσταση της πολιτικής αγωγής κατά των κατηγορουμένων, για το ποσό των 40 ευρώ, με επιφύλαξη, για το οποίο παραστάθηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το οποίο ζήτησε να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των κατηγορουμένων. Οι κατηγορούμενες, δια του συνηγόρου τους, ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως στρέφεται κατά της δημόσιας τάξης και συνεπώς ο πολιτικώς ενάγων δεν είναι άμεσα παθών. Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και δέχθηκε ότι νομίμως παρέστη ο πολιτικώς ενάγων, αφού, σύμφωνα με τα συνιστώντα την κατηγορία πραγματικά περιστατικά ( ...λόγω της έκδοσης της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας εστερείτο του δικαιώματος να λάβει ο ίδιος οικοδομική άδεια για την επέκταση του ισογείου της οικίας του... ) ζημιώθηκε άμεσα, με ειδική δε αιτιολογία, η οποία αναφέρεται παραπάνω και διαλαμβάνεται στο σκεπτικό του, δέχθηκε ότι το δικαίωμα του είναι και κατ' ουσία βάσιμο και επιδίκασε το παραπάνω ποσό. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ο πολιτικώς ενάγων ενομιμοποιείτο ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων και είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την παράσταση της πολιτικής αγωγής, δεύτερος, στο δικόγραφο της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, λόγος αναιρέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επιπλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης αναφέρεται ότι, το Τριμελές Πλημ/κείο Κέρκυρας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες τέλεσαν την παραπάνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται σ' αυτό 1) την ... και από... διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Παρασκευουδάκη - Ημέλλου, η οποία, από τα πρακτικά, δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε και 2) "πέντε φωτογραφίες ιδιοκτησίας Ψ1 -Ψ2 και δύο ιδιοκτησίας ..." και "2 φωτογραφίες εσωτερικού οικίας και μία φωτογραφία προσώπου", οι οποίες όπως αναφέρεται στο πρακτικά, "αναγνώσθηκαν". Από το σύνολο, όμως, του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι την παραπάνω πράξη (...), διορθώσεως του με αριθμό ... συμβολαίου, δυνάμει του οποίου, όπως έγινε δεκτό, απέκτησε την κυριότητα του στο ακίνητο ο πολιτικώς ενάγων, δεν έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικό στοιχείο το Δικαστήριο, αλλά το έγγραφο αυτό αναφέρεται διηγηματικά. Εξάλλου το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλο έγγραφο (47/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας), το οποίο αναγνώστηκε. Περαιτέρω η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώρηση των φωτογραφιών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε. Προκειμένου, εξάλλου, για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα.
Συνεπώς οι αιτιάσεις ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τη μη ανάγνωση της συμβολαιογραφικής πράξεως που προαναφέρθηκε και τη μη αναφορά στα πρακτικά ότι οι φωτογραφίες που αναγνώστηκαν επισκοπήθηκαν από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμη. Επομένως και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος και έκτος στο δικόγραφο των πρόσθετων, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ 1 του ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγούμενη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιας απόφασης δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' εδ. α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Ενόψει τούτων και του ότι η αναιρεσείουσα πριν την ανάγνωση των δεν προέβαλε αντίρρηση, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας (και όχι ότι το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η πρώτη αναιρεσείουσα) διότι αναγνώσθηκαν η υπ' αριθμ. 47/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και η 305/06 ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι αυτές κατέστησαν αμετάκλητες και ότι ήταν χρήσιμες, είναι απαράδεκτος. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ ΚΠΔ ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τη χρησιμότητα των παραπάνω αποφάσεων, γιατί ελλείπει νόμιμη προϋπόθεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα του αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας ο ...., ο οποίος είχε κλητευθεί από αυτόν και βρισκόταν στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, στους οποίους δόθηκε ο λόγος από την πρόεδρο του δικαστηρίου, προέβαλλαν αντίρρηση για την εξέταση του και στη συνέχεια το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε τον ισχυρισμό τους και επέτρεψε την εξέταση του μάρτυρα. Επομένως δεν προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο και ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, τέταρτος στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγος είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η απόφαση και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης νόμιμης προϋπόθεσης. Με τους πρώτο και τέταρτο στο δικόγραφο της αίτησης λόγους η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, ότι: 1) με την πληττόμενη απόφαση επιβλήθηκε σ' αυτήν ποινή μικρότερη από το ελάχιστο προβλεπόμενο από το νόμο 2) δεν αναφέρεται στην απόφαση αν πριν από την εξέταση των μαρτύρων η μάρτυρας Μ1 ήταν παρούσα, οι οποίες όμως είναι απαράδεκτες διότι, α) η ίδια δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή της πρώτης και β) η επικαλούμενη πλημμέλεια με τη δεύτερη δεν θεμελιώνει κάποιο από τους αναφερόμενους στην διάταξη του άρθρου 510 λόγους. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικαστεί δε και η αναιρεσείουσα αυτή στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2007 κοινή αίτηση των 1) Χ2 και 2) Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 741/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας και τους από 8-4-2009 πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν από την πρώτη.
Καταδικάζει καθεμία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και απλή συνέργεια σ' αυτήν. Απορρίπτει αίτηση για απλή συνεργό λόγω της ερημοδικίας της. Απορρίπτει αίτηση για την αυτουργό και τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, για ακυρότητα στο ακροατήριο από την παράσταση πολιτικής αγωγής, λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν, σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε, υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη αιτιολογίας κακή εφαρμογή νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συνέργεια.
| 0
|
Αριθμός 1654/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 15077/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του κράτους Γεώργιο Καρακώστα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του και στους από 27 Οκτωβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 460/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 15077/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με τον Χ2 μέσω του ΑΑ και του πρότεινε να του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει αυτός και ο τελευταίος (ΑΑ) το όνομά του, προκειμένου να πραγματοποιήσουν φορολογική έναρξη σε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία Χ2-ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ και με αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητος διαφημίσεις. Ο Χ2 για την ενέργειά του αυτή θα ελάμβανε ως αμοιβή περί τις 500.000 δρχ. το μήνα. Ο τελευταίος που ήταν άνεργος, με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις- σε αντίθεση με τον εκκαλούντα Χ1, που είναι γεωλόγος υπομηχανικός και σύμβουλος επιχειρήσεων- και βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση, χωρίς εμπειρία σε τέτοιες εμπορικές δραστηριότητες, αποδέχθηκε την πρόταση αυτή. 'Ετσι τον Μάϊο 2000 με ενέργειες του κατηγορουμένου Χ1 μισθώθηκε στο όνομα Χ2, από τον ..., γραφείο επί της οδού ... αρ. ... στη ..., για να δηλωθεί στην αρμόδια ΔΟΥ ως έδρα της άνω υπό σύσταση επιχείρησης. Στη συνέχεια οι προαναφερθέντες, την 15-5-2000 μετέβησαν στην αρμόδια ... ΔΟΥ και προέβησαν σε όλες τις ενέργειες που απαιτούντο για την έναρξη εργασιών της παραπάνω επιχείρησης, έλαβαν δε και τα σχετικά βιβλία εσόδων-εξόδων και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (2 μπλοκ από 1-100) ως και δελτίο αποστολής (1 χειρόγραφο μπλοκ 1-50) ενώ ακόμη με παράνομο τρόπο απέκτησαν τρία ακόμη μπλοκ παροχής υπηρεσιών, αφού αυτά δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της Ζ ΔΟΥ, παρά το ότι φαινόταν ότι είχαν διατρηθεί από την εν λόγω υπηρεσία. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 με τους άνω συνεργάτες του εγκαταστάθηκαν για λόγους νομιμοφάνειας στο άνω γραφείο εμβαδού 60 τ.μ. περίπου, για μικρό χρονικό διάστημα, και άρχισαν να εκδίδουν μεταξύ άλλων και τα φορολογικά στοιχεία που με λεπτομέρεια αναφέρονται στο διατακτικό και αφορούσαν αμοιβές για παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών ήτοι για τη χρήση 2000 έτους 21, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, για τη χρήση 2001 έτους 54 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 4.17.136.839 και ήδη 1.224.172,62 ευρώ, τα οποία παρέδωσαν στους φερόμενους ως πελάτες τους, που αναφέρονται στο διατακτικό. Οι συναλλαγές όμως αυτές που απεικονίζονται στα επίδικα αυτά φορολογικά στοιχεία, είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους και ως εκ τούτου αυτά εικονικά υπό την έννοια που αναφέρεται στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη. Τούτο διότι η ως άνω επιχείρηση, δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο από το προαναφερθέν κύκλωμα για την έκδοση εικονικών τιμολογίων, αφού αυτή ουδέποτε ανέπτυξε οποιαδήποτε πραγματική δραστηριότητα σε σχέση με το προαναφερθέν αντικείμενό της, δεδομένου ότι ουδέποτε μίσθωσε χώρους για εγκατάσταση διαφημίσεων (από ιδιώτες Ο.Τ.Α. κλπ) ουδέποτε αγόρασε και παρέλαβε πρώτες ύλες για την δημιουργία αυτών, ουδόλως απασχόλησε το σχετικό προσωπικό, ενώ ακόμη δεν υπέβαλε δηλώσεις εισοδήματος παρά μόνο περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και μόνο για ένα εξάμηνο του έτους 2000. Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από τα προαναφερθέντα εικονικά φορολογικά στοιχεία που εξέδωσε ο άνω κατηγορούμενος, 26 εξ αυτών που αναφέρονται στο διατακτικό, είναι και πλαστά για τους λόγους που με λεπτομέρεια αναφέρονται στο διατακτικό. Επίσης κατ'ακολουθίαν αυτών πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Ν. Μπόϊκος είχε πλήρη γνώση της εικονικής δραστηριότητας της άνω ατομικής επιχείρησης -αφού ο ίδιος ουσιαστικά και κατά κυρίαρχο τρόπο ίδρυσε και λειτουργούσε αυτή κατά τον προαναφερθέντα εγκληματικό τρόπο, με σκοπό να αποκομίσει όφελος αυτός και οι άνω συνεργάτες του, από επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας που αναλογούσε στα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία.
Συνεπώς μετ'απόρριψη του ισχυρισμού του, ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη, αφού αυτός αγνοούσε τα περιστατικά που συνιστούν την ως άνω πράξη που τέλεσε, η οποία έτσι δεν πρέπει να του καταλογισθεί, τον οποίο κατά τα προαναφερθέντα προέβαλε, ως αβασίμου κατ' ουσία, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως συναυτουργός αυτής κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας όπως στο διατακτικό. Περαιτέρω στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται και προσδιορίζονται με τους αριθμούς τα επιμέρους εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με την καθαρή αξία καθ'ενός από αυτά. Επίσης προσδιορίζονται τα πλαστά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και η αξία καθ'ενός από αυτά και αιτιολογείται η πλαστότητα αυτών με την παραδοχή ότι η προαναφερόμενη επιχείρηση "Χ2-ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ, από την έναρξή της θεώρησε μόνο δύο μπλοκ τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που φέρουν αρίθμηση 1-50, με Π.Θ. ... και 51-100 με Π.Θ. ..., ωστόσο η επιχείρηση εξέδωσε τα Τ.Π.Υ, υπ' αριθμ. 108, 114, 116, 117, 129, από μπλοκ που φέρεται ότι έχει διατρηθεί στην ... Δ.Ο.Υ. και φέρει ίχνος θεώρησης ..., χωρίς όμως αυτό να φαίνεται να έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της, δηλαδή διατρήθηκε με παράνομο τρόπο, τα Τ.Π.Υ υπ' αριθρ. 55, 92, 89, 98, 85, 88, 93, 88, 95, 100, 93, 82, 94, 97, 86, 89, 85, 90, 95, 98, συγκρίνοντας τα με τα τιμολόγια που φέρουν αριθμό αρίθμησης 37, 38, 69, και ίδιο ίχνος θεώρησης, έχουν διαφορετικό μέγεθος χαρτιού, η αρίθμηση έχει αποτυπωθεί με διαφορετικό τρόπο, και ο χρωματισμός του χαρτιού είναι διαφορετικός, και εκδόθηκαν τιμολόγια με την ίδια αρίθμηση δύο και τρεις φορές, όπως τα υπ' αριθμ. 85/10-7-2001, 85/23-2-1001, 86/18-9-1001, 86/19-7-2001, 88/31-7-2001, 88/28-8-2001, 89/23-7-2001, 89/15-2-2001, 89/3-10-2001, 92/21-9-2001, 92/23-2-2001, 92/4-9-2001, 93/28-5-2001, 94/19-9-2001, 94/17-9-2001, 95/29-6-2001, 95/19-9-2001, 97/3-10-2001, 97/24-10-2001, 100/16-10-2001, 100/20-9-2001, που σημαίνει ότι έχουν εκδοθεί από τρία τουλάχιστο διαφορετικά μπλοκ με αρίθμηση από 51 έως 100. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων από κοινού με τον Χ2 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ήτοι εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι τα τιμολόγια αυτά ήσαν εικονικά, αφού δέχεται ότι η ατομική επιχείρηση Χ2-Διαφημίσεις, της οποίας υποκρυπτόμενο πρόσωπο ήταν ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη και αιτιολογεί πλήρως την περί τούτου κρίση του. Περαιτέρω αιτιολογεί πλήρως και ποία από αυτά ήταν πλαστά και από πού συνήγαγε τούτο, με τις στο διατακτικό αναφερόμενες παραδοχές.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, παράβαση τις διατάξεως του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικά η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι α) δεν προσδιορίζεται ποια τιμολόγια εξέδωσε και ποία αποδέχθηκε ο αναιρεσείων και β) δεν προσδιορίζεται ποιος εισέπραξε την επιστροφή φόρου, και αν υπήρξε επιστροφή φόρου ποια εντολή πληρωμής και από ποια Τράπεζα, καθώς και με ποιες αποφάσεις έγινε επιστροφή του ΦΠΑ, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος ο πρώτος, αφού κατά τις παραδοχές ο κατηγορούμενος εξέδωσε μόνο και δεν αποδέχθηκε εικονικά ή πλαστά τιμολόγια και ως αλυσιτελής ο δεύτερος, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας προς θεμελίωση της ως άνω αξιόποινης πράξης δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται τα ανωτέρω.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 15077/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του Ν. 2593/1997 κατ'εξακολούθηση (έκδοση εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2000 έως 7-12-2001, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Από τα ενσωματωμένα στην απόφαση αυτή πρακτικά προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο πληρεξούσιος δικηγόρος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής μερικώτερων πράξεων δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την 15-1-2007 που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, έχοντας διαλάβει στο σκεπτικό της την παρακάτω αιτιολογία. Όπως προκύπτει από τις με αριθμό ... και ... εκθέσεις ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών Περιφερειακή Δ/νση Κεντρικής Μακεδονίας που αναγνώσθηκαν όπως κατωτέρω αναφέρεται για την απάντηση του άνω ισχυρισμού του κατηγορουμένου-εκκαλούντος Χ1 και αφορούν τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις προκύπτει ότι η θεώρησή τους από τον προϊστάμενο της παραπάνω υπηρεσίας ... έλαβε χώρα την 27-9-2006 και 7-11-2006 αντίστοιχα. Ενόψει δε του ότι το ένδικο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο άνω κατηγορούμενος, προβλέπεται και τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 19 Ν.2523/1997, φέρεται δε ότι τελέσθηκε από 7-8-2000 και εντεύθεν και εισήχθη προς δικαστική κρίση μετά την 2-11-2001 (βλ. εκκαλούμενη με αριθμό 18675/3-5-2007 απόφαση του Μον.Πλημ.Θεσσαλονίκης), η παραγραφή του αξιοποίνου αυτού αρχίζει από τις ως άνω ημερομηνίες θεώρησης των ανωτέρω πορισμάτων φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της προαναφερθείσης αρχής που διενήργησε το έλεγχο ήτοι από 27-9-2006 και 7-11-2006 σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη. Από τότε δε μέχρι σήμερα δεν συμπληρώθηκε ούτε ο βασικός χρόνος παραγραφής του αξιοποίνου του πλημμεληματικού χαρακτήρα αδικήματος αυτού (πενταετία) και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο ως άνω κατηγορούμενο-εκκαλών με τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του απορρίπτονται ως αβάσιμα.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή ότι δεν εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξης λόγω παραγραφής, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να χωρήσει στην κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων και στην καταδίκη αυτών, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε και Η του ΚΠΔ 2ος και 3ος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους εν σχέσει με την απόρριψη της ενστάσεως της παραγραφής, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Επειδή η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2.408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης λόγω εκκρεμότητας ζητημάτων διοικητικής φύσεως σε διοικητικό δικαστήριο, που έχουν όμως άμεση σχέση με την ποινική δίκη, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο συνήγορος του κατηγορουμένου μετά την δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης καθόσον έχουν ασκηθεί προσφυγές του κατηγορουμένου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν έχουν προσδιορισθεί ακόμη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε το παραπάνω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Επειδή κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 59 ΚΠΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος αναβολής σύμφωνα με την άνω διάταξη, όπως αβάσιμα ο εκκαλών-κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του ισχυρίζεται, καθόσον κανένα έγγραφο δεν προσκομίζεται από αυτούς από το οποίο να προκύπτει ότι κατά του ΑΑ ασκήθηκε ποινική δίωξη για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος και υπό τα αυτά περιστατικά, και ότι η απόφαση στη δίκη αυτή εξαρτάται από την εν λόγω επικαλούμενη υπόθεση.
Συνεπώς το ως άνω αίτημα του πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δραστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει, στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να αναβάλει την απόφαση του αλλά εξαρτάται από την κρίση του να διατάξει την αναβολή. Στην προκειμένη περίπτωση από τις άνω βεβαιώσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης προκύπτει ότι από τον κατηγορούμενο ασκήθηκαν προσφυγές κατά των με αρ. ... και ... πράξεων επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. της ...' ΔΟΥ. Με τις προσφυγές αυτές ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμμετείχε και καθ' οιονδήποτε τρόπο σε κύκλωμα έκδοσης εικονικών τιμολογίων και ζητά για τον ουσιαστικό αυτό λόγο την ακύρωση των εν λόγω πράξεων. Όμως για το εν λόγω ζήτημα και συνακόλουθα επί του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος μπορεί να κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο αυτό.
Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 61 Κ. Π.Α και τ& σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί".
Με αυτά που διέλαβε το Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς την απορριπτική του κρίση επί του εν λόγω αιτήματος και είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων.
ΙV. Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αναφέρεται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος ή όταν τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία δεν φέρονται αναγνωσθέντα στα πρακτικά και συγκεκριμένα α) τα σχετικά βιβλία εσόδων-εξόδων β) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και δελτία αποστολής, γ) τρία μπλοκ παροχής υπηρεσιών, δ) τις εκθέσεις ελέγχου, ε) 21 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τη χρήση 2000 και 54 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για χρήση 2001. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο καθόσον ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν φέρονται αναγνωσθέντα τα παραπάνω έγγραφα, όμως α) τα σχετικά βιβλία εσόδων-εξόδων, τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και τα δελτία αποστολής αναφέρονται διηγηματικά, β) όσον αφορά τα τρία μπλοκ παροχής υπηρεσιών, γίνεται περί αυτών αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ..., υπαλλήλου της υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, γ) όσον αφορά την έκθεση ελέγχου δεν γίνεται αναφορά αυτής ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό και αυτό ανεξάρτητα του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης φέρεται ότι έχουν αναγνωσθεί οι υπ'αριμ. ... και ... εκθέσεις ελέγχου δ) τα 21 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τη χρήση 2000 και τα 54 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για χρήση 2001, τα οποία αποτελούν και το άθροισμα των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων που εκδόθηκαν για κάθε μία από τις παραπάνω χρήσεις, ήτοι 18+3=21 για τη χρήση του έτους 2000 και 21+33=54 για τη χρήση του έτους 2001, αναφέρονται λεπτομερώς στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και επομένως ήταν γνωστά σ'αυτόν και μπορούσε να προβάλει τις τυχόν παρατηρήσεις του.
V. Κατά τα άρθρα 4 παρ.1εδ.γ και 5 παρ.1 περ. Α εδ.δ και παρ.2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται "1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ... Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ... ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια ... 3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών ... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών ... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ... δ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη της συνθέσεως. 4. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Τέλος κατά την παράγραφο 10 του ως άνω άρθρου, η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου με την αιτίαση ότι στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσε, κατ'έφεση, την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αριστερό μέλος αυτού συμμετείχε έμμισθος πάρεδρος λόγω κωλύματος των τακτικών δικαστών χωρίς να μνημονεύεται στην οικεία θέση ότι η αναπλήρωση του κωλυομένου Πρωτοδίκη από τον Εμ. Πάρεδρο έγινε με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη στο πρωτοδικείο οι δικαστές της συνθέσεως ποινικών υποθέσεων ορίζονται με κλήρωση, όπως με κλήρωση ορίζονται και οι δικαστικοί πάρεδροι ως αριστερά μέλη της συνθέσεως και επομένως ως εκ της παραπάνω υποχρεωτικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν απαιτείται στην οικεία στήλη των πρακτικών ν'αναγράφεται ότι η σύνθεση του δικαστηρίου έγινε κατόπιν κληρώσεως και τούτο ανεξάρτητα του ότι για την αναπλήρωση πρωτοδίκη από δικαστικό πάρεδρο δεν απαιτείται πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων των παρέδρων και των πρωτοδικών με το άρθρο 77 παρ.8 του Ν.1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρο 12 παρ.3 Ν.1968/1991 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 α αριθμό 9γ του Ν. 2479/1997. Η στην οικεία δε στήλη των πρακτικών κάτω από το ονοματεπώνυμο του εμμίσθου παρέδρου Κων/νου Γκόφα αναγραφόμενο "'Εμμισθος Πάρεδρος, επειδή κωλύονται οι λοιποί αρχαιότεροι Δικαστές" οφείλεται στην χρησιμοποίηση παλαιοτέρου εντύπου, πριν από τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις. Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αφού όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα δεν πρόβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οποιαδήποτε ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου τυχόν δε υπάρχουσα έχει καλυφθεί σύμφωνα με την παραπάνω ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ.10 του Νόμου 1756/1988.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., και τους από 27-10-2008 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 15.077/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ορίζεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων, γ) έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως του Δικαστηρίου επί του αιτήματος αναβολής κατ' άρθρο 59 §1 ΚΠΔ, δ) απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψεως υπόψη μη αναγνωσθέντων εγγράφων και ε) απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 2
|
Αριθμός 1652/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 846/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, κάτοικο εν ζωή ..., που δεν παραστάθηκε και 2) Ψ2, κάτοικο ... και προσωρινά διαμένοντα στην ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1551/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρο του αναιρεσείοντα και του δευτέρου πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 201 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί αυθαίρετα νεκρό ή τα μέλη του ή την τέφρα του, από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν ή ενεργεί πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικά με αυτά ή με τάφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της, προστατεύει το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την προστασία του αισθήματος ευσέβειας και ευλάβειας των νεκρών, αλλά και και το ιδιωτικό συμφέρον εκείνων που έχουν την παραφυλακή των νεκρών, εκείνων δηλαδή που εθιμικά δικαιούνται ή στα χέρια των οποίων εν τοις πράγμασι βρίσκεται ο νεκρός (γηροκομείο, αστυνομική αρχή, διεύθυνση του νεκροταφείου κλπ). Οι συγγενείς του νεκρού είναι άμεσα ζημιωθέντες από την αξιόποινη αυτή πράξη, η οποία αποβλέπει στην προστασία του αισθήματος ευλάβειας στη μνήμη των νεκρών, το οποίο εύλογα υπάρχει με ζωηρότητα σ' αυτά τα πρόσωπα, τους στενούς δηλαδή συγγενείς του συγκεκριμένου νεκρού, στους οποίους εύλογο είναι ότι τους παρέχεται, από το νόμο, το δικαίωμα της παράστασης τους στην ποινική διαδικασία ως πολιτικώς εναγόντων, ώστε να μπορούν να ενεργούν πληρέστερα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους, αφού από την αξιόποινη αυτή πράξη θίγονται και αυτά ευθέως στη σφαίρα ακριβώς του ζωηρού αυτού αισθήματος τους ευλάβειας στη μνήμη του στενού συγγενούς τους νεκρού, που ανάγεται στον εσωτερικό τους κόσμο και συνεπώς βλάπτονται ηθικά, άμεσα, παρά το νόμο, με την έννοια των άρθρων 914 και932 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, πρώτο της αιτήσεως λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την παράσταση, ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε, ως πολιτικώς εναγόντων των Ψ2 και Ψ1, συγγενών των νεκρών (παππού και μητέρας, αντιστοίχως). Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι πολιτικώς ενάγοντες, ως στενοί συγγενείς των νεκρών, θεωρούνται ότι είναι άμεσα ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη του άρθρου 201 του ΠΚ και συνεπώς είχαν το δικαίωμα να παρασταθούν ενώπιον του δικαστηρίου και να ζητήσουν την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Επομένως είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 201 ΠΚ "Όποιος αφαιρεί αυθαίρετα νεκρό ή μέλη του ή την τέφρα του, από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν ή ενεργεί πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με αυτά ή με τάφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πράξη αυτή τελείται α)με την αφαίρεση ενός νεκρού ή των μελών ή της τέφρας του από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν και β)με την ενέργεια υβριστικώς ανάρμοστων πράξεων σχετικών με αυτά ή με τον τάφο. Για την θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, α) με την πρώτη μορφή απαιτείται να συντρέξουν αντικειμενικά μεν 1)η αφαίρεση του νεκρού η των μελών του ή της τέφρας του 2) η αφαίρεση να γίνεται από τα πρόσωπα εκείνα στη φύλαξη των οποίων βρίσκονται, όπως των οικείων του, του Διευθυντή του νοσοκομείου, του Κυβερνήτη του πλοίου ή του έχοντος τη διοίκηση του Νεκροταφείου ή του ιδιοκτήτη του τάφου κα 3) η αφαίρεση αυτή να είναι αυθαίρετη, να γίνεται δηλαδή χωρίς δικαίωμα από το δράστη, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, να γνωρίζει δηλαδή ότι αφαιρεί νεκρό, μέλη του κλπ και να αποδέχεται τούτο και β) με τη δεύτερη να ενεργήσει πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με αυτά ή με τάφο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για περιύβριση νεκρών, κατ' εξακολούθηση. Με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και κατ' είδος προσδιορίζει (καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και απολογία του κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στο νεκροταφείο της ... σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Ιουλίου 2002, όντας υπεύθυνος του οίκου τελετών "Χ", με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα ενήργησε πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με τάφους και με νεκρούς. Συγκεκριμένα, προέβη σε αυθαίρετη διάνοιξη οικογενειακού τάφου του οποίου δικαίωμα χρήσης έχουν οι εγκαλούντες Ψ2, κάτοικος ... και Ψ1, κάτοικος ..., προκειμένου να εναποθέσει άλλο νεκρό και στον οποίο τάφο α)ήταν ενταφιασμένη η ΑΑ, μητέρα και γιαγιά αντιστοίχως των ως άνω εγκαλούντων, και β)επί του οποίου οικογενειακού τάφου εντός μαρμάρινης θήκης (οστεοφυλακίου) ήταν φυλαγμένα τα οστά του ΒΒ, υιού της ανωτέρω εγκαλούσας Ψ1 με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο άνω οικογενειακός τάφος, να καταστραφεί ο μαρμάρινος σταυρός και η βάση του, να αφαιρεθούν και εξαφανισθούν τα εντός αυτού οστά της προαναφερομένης ΑΑ και επίσης να εξαφανισθεί και το επί του τάφου ευρισκόμενο μαρμάρινο οστεοφυλάκιο στο οποίο φυλάσσονταν τα οστά του προεκτεθέντος ΒΒ. Αντιθέτως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, με τον οποίο επιχειρείται η στοιχειοθέτηση συνδρομής πραγματικής πλάνης στο πρόσωπο του, ότι δηλαδή δεν γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε οικογενειακός τάφος, αφού ούτε σταυρός υπήρχε πάνω στο μάρμαρο, ούτε οστεοφυλάκιο ή άλλα οστά, είναι απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, όπως με σαφήνεια κατέθεσαν στο ακροατήριο οι μάρτυρες Ψ2, Ψ1 και ΑΑ, στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε και ο σταυρός του τάφου και το οστεοφυλάκιο του ανήλικου αγοριού, συχνά δε επισκέπτονταν τον συγκεκριμένο τάφο οι ίδιοι οι μάρτυρες, συγγενείς των ταφέντων εκεί, αλλά και άλλοι συγγενείς(οι αδελφές και η θεία του μάρτυρα ΑΑ), οι οποίες περιποιούντο τον τάφο. Επομένως, ενόψει και των εκτεθέντων στο προηγηθέν σκεπτικό σχετικά με τη νομιμότητα παράστασης πολιτικής, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της περιύβρισης νεκρών, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 201 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες κα παραδοχές, όπως, αβάσιμα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρονται οι ενέργειες στις οποίες προέβη και οι οποίες συνιστούν υβριστικά ανάρμοστες πράξεις, ως προς τα οστά των νεκρών και τον τάφο(αυθαίρετη διάνοιξη του τάφου, καταστροφή αυτού, μαρμάρινου σταυρού, και μαρμάρινου οστεοφυλάκιου, αφαίρεση και εξαφάνιση των εντός του τάφου και του οστεοφυλακίου οστών), με την παράθεση δε των πραγματικών περιστατικών, που περιέχονται στην αιτιολογία της, αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του, για την ύπαρξη του τάφου και των εντός αυτού οστών, η θέληση του να προβεί στις πράξεις αυτές και η γνώση του ότι, επιδιώκοντας την εξυπηρέτηση του γραφείου τελετών που διατηρούσε, με την εναπόθεση εντός του τάφου άλλου νεκρού και προβαίνοντας στις παραπάνω ενέργειες, προσέβαλε και περιφρόνησε το αίσθημα ευλάβειας προς τους νεκρούς, αποτέλεσμα το οποίο μάλιστα και αποδέχτηκε. Οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι: 1) από τις παραδοχές της απόφασης δεν προκύπτει η ιδιότητα με την οποία τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε και ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών, ως προς τη θεμελίωση της 2) δεν αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του πραγματικής πλάνης 3) για την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ και 4) δεν αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, που προέβαλλε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κατά τον οποίο δεν θεμελιώνεται η πράξη για την οποία καταδικάστηκε, καθόσον δεν υφίσταται η έννοια του νεκρού, είναι αβάσιμες, διότι: α)από την απόφαση προκύπτει η παραδοχή ότι, ο ίδιος προέβη στις ενέργειες που προαναφέρθηκαν, η αναφορά δε και της ιδιότητας του ως υπευθύνου του οίκου τελετών "Χ" δεν αναιρεί την παραδοχή αυτή και τέλος, όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχουν στην απόφαση ασάφειες και αντιφάσεις 2) με την ειδικότερη αιτιολογία που προεκτέθηκε και αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης,3) από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του μάρτυρα ΒΒ και 4) ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος καθόσον δεν υφίσταται η έννοια του νεκρού, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό της κατηγορίας και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, αφού αυτή εμπεριέχεται στην περί ενοχής. Τέλος η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων κάποιων μαρτύρων και η εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου αναγνωσθέντων εγγράφων, την οποία ο ίδιος επικαλείται, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, προβαλλόμενοι με την αίτηση, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Αυγούστου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 846/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Περιύβριση νεκρών. Απορρίπτει λόγους για απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση πολιτικής αγωγής, έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νεκρών περιύβριση.
| 0
|
Αριθμός 1659/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανίκα και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 6430α και 6431/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Νοεμβρίου 2008 και 19 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1852/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 6-11-2008 και 19-11-2008 αιτήσεις για αναίρεση της 6430α-6431/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους Χ1 και Χ2, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας των.
Kατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα και ο ίδιος να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όποτε ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ν' αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού έργου, επιβάλλει στους κατά το νόμο υπευθύνους του έργου η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", κατά την οποία "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως χρωματισμού οικοδομών ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, ηλεκτρολογικών εργασιών τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων: α) οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 15, που προβλέπουν στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών τη χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) και τον τρόπο κατασκευής και τοποθέτησής τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή, β) η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, που ορίζει ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα, να ελέγχονται περιοδικά ως προς την αντοχή τους και να αποξηλώνονται μετά το πέρας των εργασιών, γ) καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3, κατά την οποία άπαντα τα ικριώματα πρέπει να επιθεωρούνται από τον επιβλέποντα μηχανικό πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και μια φορά την εβδομάδα. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78, 79 και 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικών ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως. γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών. δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου. ... (αρ. 78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ. 79). Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ. 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τα οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. ... Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ. 111). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι, κύριος δε του έργου, κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου νόμου, θεωρείται "ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο" και 2)ο πολιτικώς μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού, ενώ ο ιδιοκτήτης ή ο εργολάβος (καθώς και ο υπάρχων υπεργολάβος) έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από τις προεκτεθείσες αιτίες. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ενόχους για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεους τους αναιρεσείοντες, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής (προσβαλλομένης) σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-12-2001 και περί ώρα 09.00 ο πολιτικώς ενάγων Ψ εργαζόταν ως μέλος συνεργείου επιχρισμάτων στην ανεγειρόμενη επί της οδού ... αρ. ... στη ... οικοδομή. Κύριος του έργου αυτού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους την περάτωση των διαφόρων τμημάτων του έργου. Μελετητής και επιβλέπων του έργου ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος πολιτικός μηχανικός. Κατά τον άνω τόπο και χρόνο ο πολιτικώς ενάγων, ενώ εργαζόταν στη βεράντα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής, με σκοπό τη διαμόρφωση των εξωτερικών σκοτιών κρατώντας στα χέρια του αλουμινένια βέργα μήκους τριών (3) περίπου μέτρων, όταν η τελευταία ακούμπησε στα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ που βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση, υπέστη ηλεκτροπληξία, με αποτέλεσμα να πέσει από ύψος 6-7 μέτρων στο οδόστρωμα και να υποστεί τις αναφερόμενες στο διατακτικό βαρύτατες σωματικές κακώσεις. Ανεξαρτήτως της συντρέχουσας υπαιτιότητας του ίδιου του παθόντος, για την προκληθείσα ως άνω σωματική βλάβη, υπαίτιοι από αμέλεια είναι τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος, κύριος του έργου που είχε αναθέσει την εκτέλεση των επιχρισμάτων της οικοδομής στον πατέρα του παθόντος, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, μελετητής και επιβλέπων πολιτικός μηχανικός του έργου, καθόσον δεν μερίμνησαν πριν από την έναρξη οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας να ειδοποιήσουν εγγράφως τη ΔΕΗ, για τα ληπτέα μέτρα ασφαλείας, που θα οδηγούσαν στην κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων, με συνέπεια την αποτροπή του ως άνω ατυχήματος. Επίσης οι κατηγορούμενοι από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν μερίμνησαν να τοποθετήσουν προστατευτική διάταξη, έναντι πτώσης στη βεράντα του δευτέρου ορόφου, η οποία θα απέτρεπε την πτώση του παθόντος. Τα παραπάνω προστατευτικά μέτρα είχε υποχρέωση να λαμβάνει ο πρώτος κατηγορούμενος και κύριος του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 4& 1 ν.1396/1983 και 79 π.δ. 1073/1981, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 7§§1,2 ν. 1396/1983.Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες και ότι δεν ενημερώθηκε για την εκ νέου έναρξη τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τέτοια διακοπή δεν αποδείχθηκε. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί, διότι τα παραπάνω από κοινού με τη ΔΕΗ μέτρα ασφαλείας, ήτοι τοποθέτηση προστατευτικών σανιδωμάτων, έπρεπε να ληφθούν πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας και όχι μόνο πριν από την εκτέλεση των εργασιών των επιχρισμάτων.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια.". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρά υποχρέων εις ιδιαίτερα επιμέλεια και προσοχή, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1β, 28 και 15 ΠΚ και 4&1,7&&1,2 ν.1396/1983 και 79 πδ.1073/1981,τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα από το σκεπτικό, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, σαφώς προκύπτει η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προείδαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την πράξη τους, δηλαδή το δικαστήριο που δίκασε δέχτηκε ότι η σωματική βλάβη του παθόντος προήλθε από άνευ συνειδήσεως αμέλεια των κατηγορουμένων. Επίσης το δικαστήριο, κατόπιν της ανελέγκτως περί τα πράγματα παραδοχής του, ότι την εκτέλεση τού συγκεκριμένο έργου ο πρώτος αναιρεσείων είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους, δέχτηκε ως ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του, ως κυρίου της οικοδομής και εκτελούντος το συγκεκριμένο έργο, την εκ του άρθρου 79 του π.δ. 1073/81 αυτοτελή υποχρέωση του να ειδοποιήσει εγγράφως, πριν από την έναρξη των εργασιών τη ΔΕΗ και την από κοινού υπό τούτου, της ΔΕΗ και του επιβλέποντος μηχανικού εξέταση των μέτρων ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης σαφώς ότι μεταξύ της παραλείψεως αυτής των κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος αφού με την λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας από κοινού μετά της ΔΕΗ (διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος κλπ), η σωματική βλάβη του παθόντος δεν θα επήρχετο. Οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος ότι 1)είχε προσλάβει εργολάβο για την εκτέλεση του έργου και 2) υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής στο σκεπτικό "κύριος του έργου αυτού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους την περάτωση των διαφόρων τμημάτων του έργου ... είχε αναθέσει την περάτωση των επιχρισμάτων της οικοδομής στον πατέρα του παθόντος" και εκείνης του διατακτικού "Ειδικότερα, τυγχάνοντες ο πρώτος κατηγορούμενος εργοδότης και ιδιοκτήτης της οικοδομής" είναι αβάσιμες διότι: α)όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανελέγκτως, έγινε δεκτό ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε προσλάβει εργολάβο για την εκτέλεση του συνόλου του έργου, αλλά είχε αναθέσει αυτήν, τμηματικά, σε διαφορετικούς εργολάβους.
Συνεπώς αυτός είχε την υποχρέωση να προβεί στις παραπάνω ενέργειες προς τη ΔΕΗ και μάλιστα πριν την έναρξη του έργου, αφού τα σχετικά προστατευτικά μέτρα αφορούσαν την ασφαλή εκτέλεση του συνόλου του έργου και όχι μόνο την κατασκευή των επιχρισμάτων, την οποία είχε αναθέσει στον πατέρα του παθόντος και β)δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραπάνω παραδοχών, αφού, από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, σαφώς προκύπτει η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε διότι παρέλειψε να προβεί στις οφειλόμενες ενέργειες ως εκτελών το έργο ιδιοκτήτης, με την τμηματική ανάθεση της εκτέλεσης του σε διάφορους εργολάβους. Περαιτέρω και οι από την ίδια διάταξη αιτιάσεις του δεύτερου αναιρεσείοντος ότι 1) στο σκεπτικό της απόφασης δεν περιέχονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις διατάξεις που το δικαστήριο εφάρμοσε, αλλά επαναλαμβάνονται τα στοιχεία του διατακτικού, 2)δεν αιτιολογείται ειδικότερα η γνώση του για την εκτέλεση των εργασιών 3) δεν προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ και 4) δεν προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμες, διότι, α) όπως προαναφέρθηκε, στο σκεπτικό της απόφασης διαλαμβάνονται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία τελέστηκε με την συγκεκριμένη παράλειψη των κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν, η κατά το πλείστον δε ταύτιση του περιεχομένου του διατακτικού με το σκεπτικό δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. β)με την παραδοχή ότι "ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες και ότι δεν ενημερώθηκε για την εκ νέου έναρξη τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε" αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του για την εκτέλεση των εργασιών γ)σαφώς βεβαιώνεται με την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συνεπώς δεν δημιουργείται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση και του παραπάνω εγγράφου και 4)σαφώς προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, εκ του λόγου δε ότι το δικαστήριο δεν αναφέρεται ειδικότερα σε καθένα από αυτά δεν προκύπτει το αντίθετο, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση.
Επομένως, οι, από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος και δεύτερος στην αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και με στοιχ. IV στην αίτηση του δεύτερου, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτοι.
Οι διατάξεις των αρθ.93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το άρθ.2 παρ.5 του Ν.2408/1996, επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε παραδεκτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ο συνήγορος του δεύτερου υπέβαλε, για λογαριασμό του, αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, "για να προσκομισθούν αποδείξεις ότι δούλευαν και άλλα συνεργεία στο διάστημα από Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο". Έτσι, όπως υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δεν προσδιορίστηκαν με αυτό "οι αποδείξεις" δηλαδή οι συγκεκριμένοι μάρτυρες, τα συγκεκριμένα έγγραφα ή άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, από τη συνεκτίμηση των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή κρίση, για την ενοχή ή όχι των κατηγορουμένων. Το δικαστήριο, αν και το αίτημα ήταν απαράδεκτο και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, όμως με αιτιολογία την οποία διέλαβε στην απόφαση του το απέρριψε. Επομένως οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', Δ', και Η' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του δεύτερου αναιρεσείοντος Χ2 ότι 1) δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη του παραπάνω αιτήματος 2) με την ειδικότερη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης "τέτοιες έγγραφες αποδείξεις μπορούσε να ανεύρει και να προσκομίσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος" παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας του 3) δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής 4) το δικαστήριο υπερέβη σχετικώς την εξουσία του, εκδικάζοντας στη συνέχεια την υπόθεση και 5)μετά την πρόταση του Εισαγγελέα δεν δόθηκε σ' αυτόν ο λόγος, ως προς το αίτημα αναβολής, είναι αβάσιμες. Επομένως αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και οι με στοιχ. Ι και
ΙΙ στο δικόγραφο της αίτησης του ίδιου αναιρεσείοντος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 1)"τρεις φωτογραφίες" 2) μία "γνωστοποίηση-γνωμάτευση Α' βαθμού Υγ. Επιτροπής" και 3) "τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του ΑΑ με ημερομηνίες 2002". Στα πρακτικά βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά, δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε. Προκειμένου, εξάλλου, για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα.
Συνεπώς η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, είναι αβάσιμη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με στοιχ. ΙΙΙ στο δικόγραφο της αίτησης του δεύτερου αναιρεσείοντος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στις αιτήσεις, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 6 Νοεμβρίου 2008 και 19 Νοεμβρίου 2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμό 6430α-6431/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων(500) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέω. Ευθύνη κυρίου του έργου και επιβλέποντος μηχανικού για λήψη προστατευτικών μέτρων κατά του κινδύνου από πλησίον οικοδομής διέλευση εναερίων καλωδίων της ΔΕΗ. Απορρίπτει λόγους για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1649/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της 1183/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκους ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1967/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1α του ΠΚ που ορίζει ότι "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", 310 παρ.1 του ίδιου Κώδικα που ορίζει ότι "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών" και 29 του ΠΚ που ορίζει ότι "Στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη", συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του τιμωρούμενου σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία σύμφωνα με την παραγρ. 2 του άρθρου 310 ΠΚ υπάρχει ιδίως, αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοια του, απαιτείται: α) πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου β) δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του άλλου και γ) η πράξη να είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, το αποτέλεσμα δε αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (αρθρ. 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (αρθρ. 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Προκειμένου για το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης πρέπει επί πλέον για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως να αιτιολογείται και ο δόλος του δράστη, ήτοι ο σκοπός αυτού που κατευθύνεται στην παραγωγή της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του άλλου, ο οποίος μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, που όμως πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση, καθώς επίσης να αναφέρεται σε αυτή ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου και να καθορίζεται ποιο είδος αμελείας (συνειδητής ή μη) συνέτρεξε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη 1183/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Τις βραδινές ώρες της 12/2/2001, έλαβε χώρα επεισόδιο στην αυλή της τριώροφης οικίας στον ..., στο ισόγειο της οποίας διέμεναν οι εγκαλούντες αδελφοί Ψ2, Ψ3 και η μητέρα τους Ψ1, στο δε πρώτο όροφο ο αναιρεσείων και ο αδελφός του Χ2. Κατά το επεισόδιο αυτό ο αναιρεσείων προκάλεσε από πρόθεση σωματικές βλάβες στον Ψ3 και στην Ψ1. Κατά το εν λόγω επεισόδιο, όταν ο εκ των εγκαλούντων και πολιτική ενάγων Ψ2 παρενέβη και προσπάθησε να αποσπάσει τον αδελφό του από τα χέρια του αναιρεσείοντος και του αδελφού του, ο πρώτος του επιτέθηκε από πίσω και πριν να προλάβει αυτός ν'αμυνθεί, του κατάφερε ισχυρότατο πλήγμα στην περιοχή του αριστερού οφθαλμού του, δαγκώνοντας τον οφθαλμό αυτού με αποτέλεσμα να υποστεί ο τελευταίος καθολική πτώση του άνω βλεφάρου με μικρή λειτουργικότητα του ανελκτήρα μυ εξαιτίας της οποίας ήθελε νοσήσει και απόσχει των ασχολιών επί 20 ημέρες από του τραυματισμού, χωρίς να μπορεί να εκτιμηθεί η εγκατασταθείσα βλάβη, δεδομένης της σοβαρής πιθανότητας για αναγκαιότητα χειρουργικής πλαστικής αποκατάστασης. Η πράξη αυτή του 2ου κατ/νου κατά του 1ου εγκαλούντος είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση του τελευταίου εμποδιζομένου μέχρι σήμερα να έχει πλήρη και απρόσκοπτη χρήση του αριστερού οφθαλμού του, αποτέλεσμα το οποίο δεν αποδείχθηκε μεν ότι επεδίωκε ο δράστης, αλλά πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια αυτού, συνεπεία της οποίας δεν το προέβλεψε, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη την ευαισθησία της περιοχής του οφθαλμού, όπου κατέφερε το δάγκωμα. Ακολούθως, ο μεν 2ος κατ/νος επιβιβάσθηκε στην μοτοσυκλέτα με την οποία είχε έλθει και διέφυγε, ο δε 1ος εγκαλών μετέβη στο Τζάνειο Νοσοκομείο όπου έγινε ανάταξη του άνω και κάτω βλεφαρικού χείλους του αριστερού οφθαλμού και συρραφή του τραύματος και του συστήθηκε περαιτέρω ιατρική εξέταση από πλαστικό χειρουργό ...". Με βάση παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα βαριάς σωματικής βλάβης μη σκοπούμενης.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 310 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε. Ειδικότερα: Α) Δεν υφίσταται καμμία αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού και του διατακτικού, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενα. Β) στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα ότι η προξενηθείσα από πρόθεση άνω σωματική βλάβη του εγκαλούντος ήταν βαριά με την έννοια ότι επί μακρό χρονικό διάστημα εμποδίστηκε σημαντικά να χρησιμοποιεί απρόσκοπτα τον ως άνω οφθαλμό του, συνεπεία της καθολικής πτώσης του άνω βλεφάρου με μικρή λειτουργικότητα του ανελτήρα μυ, με την παραδοχή ότι η ως άνω αδυναμία απρόσκοπτης λειτουργίας των οφθαλμών του εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τον χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης στο Εφετείο, ήτοι μετά πάροδο επταετίας από το δάγκωμα του οφθαλμού αυτού, και Γ) ότι το επελθόν ως άνω βαρύτερο αποτέλεσμα οφειλόταν σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ότι δεν το προέβλεψε, ενώ έπρεπε να το προβλέψει, λαμβάνοντας υπόψη την ευαισθησία της περιοχής του οφθαλμού, όπου κατάφερε το δάγκωμα. Συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προβλεπόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος και αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων Ψ2, Ψ3 και Ψ1 και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/11/2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1183/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγόντων η οποία ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σωματική βλάβη μη σκοπού-μενη από δάγκωμα του αριστερού οφθαλμού του παθόντος, συνεπεία του οποίου επήλθε καθολική πτώση του άνω βλεφάρου με μικρή λειτουργικότητα του ανελκτύρα μυ, η οποία εξακολούθησε να υπάρχει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, ήτοι μετά πάροδο επταετίας η οποία και αποτελεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υφίστανται αντιφατικές παραδοχές μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη βαριά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1648/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στη Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο και 2. Χ2, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1174/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Οκτωβρίου 2008 και 15 Οκτωβρίου 2008, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης της Χ1 και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 15-10-2008 και 14-10-2008 αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 αντίστοιχα για αναίρεση της 1174/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 174 του ν. 2960/2001 "οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (οικονομικός επιθεωρητής, υπάλληλος τελωνείου, δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης οικονομικού εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο". Κατά δε το άρθρο 30 παρ.1, 2, 23 και 24 του ν. 3296/2004, "στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο "Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων" (ΥΠΕΕ), υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) του άρθρου 4 του ν.2343/1995. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι ειδικότερα μεταξύ άλλων η πρόληψη, δίωξη και καταπολέμηση άλλων παραβάσεων, όπως παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ... Οι διατάξεις του άρθρου 174 του ν. 2960/2001 ... εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και για το σύνολο των υποθέσεων και του προσωπικού της. Όπου σε διατάξεις νόμων προεδρικών διαταγμάτων, αποφάσεων, συμβάσεων ή άλλων κειμένων αναφέρεται το ΣΔΟΕ στο εξής νοείται η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων. Από τις διατάξεις αυτές και κατ' απόκλιση από τη διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ, το οποίο επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας απαγορεύει την εξέταση ως μάρτυρα στο ακροατήριο εκείνου που άσκησε ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ (αρθρ. 4 του ν. 2343/2995) και ήδη της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, οι οποίος ενήργησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα σε υποθέσεις ναρκωτικών, εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο. Οι διατάξεις αυτές, ως εκ του περιεχομένου τους είναι δικονομικές και συνεπώς έχουν αναδρομική δύναμη και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο 1 μέρος αυτών (Ολ. ΑΠ 390/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι είχαν συντελέσει στην υπόθεση αυτή προανακριτικά καθήκοντα, εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Εν όψει όμως των ανωτέρω διατάξεων από την εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων, έστω και αν αυτή έγινε παρά την εναντίωση της αναιρεσείουσας, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 170 παρ. 1, 173 και 174 του ίδιου Κώδικα, πρώτος λόγος των αιτήσεων αναίρεσης περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας που δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1α ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/2993 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως (το έτος 2001) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δρχ. τιμωρείται όποιος εισάγει στην επικράτεια ... ναρκωτικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, όπως είχε αντικατασταθεί με τα άρθρα 13 του ν. 2161/1993 και 4 παρ. 2α του ν.2408/1996 και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ. μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δρχ. τιμωρείται ο παραβάτης του άρθρου 5 (μεταξύ άλλων) του παρόντος νόμου αν ... ενεργεί κατ' επάγγελμα ... ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β του ΠΚ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη παρ' άλλου αξιόποινη πράξη απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Εξάλλου, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τη ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: 1. Περί το β' εξάμηνο του έτους 2001, οι ελβετικές και ιταλικές αρχές δίωξης του παρανόμου εμπορίου ναρκωτικών ουσιών προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν πληροφορίες που είχαν και που αναφέρονταν στη δραστηριότητα μιας ομάδας κακοποιών, η οποία σχεδίαζε να εισαγάγει στην Ιταλία μια σημαντική ποσότητα κοκαΐνης, προερχόμενη από την Κολομβία, πράγμα που είχε επιτύχει και άλλη φορά στο παρελθόν. Ως ηγετικό στέλεχος της ομάδας αυτής αναφερόταν ο ΓΓ, ο οποίος ήταν προδικασμένος στην Ελβετία για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και εξέτιε εκεί πολυετή, στερητική της ελευθερίας ποινή υπό καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης. Αυτός φέρεται ως ελβετικής καταγωγής, που γεννήθηκε στην ..., έζησε κάποιο χρονικό διάστημα στην ..., μιλάει [μεταξύ άλλων γλωσσών και] καλά ελληνικά και είχε τελέσει γάμο με την κατηγορουμένη Χ1, με την οποία απέκτησαν δύο τέκνα. Μετά τη σύλληψη του στην Ελβετία, όπου η παράνομη δραστηριότητα του είχε λάβει τη μορφή σκανδάλου, διότι μαζί με το σύζυγο της τότε υπουργού Δικαιοσύνης διατηρούσαν ιδιωτική τράπεζα, μέσω της οποίας ασκούσαν την ως άνω, αθέμιτη νομιμοποίηση εσόδων, η Χ1 πήρε τα παιδιά τους και επέστρεψε στην ... . Έκτοτε, η οικογενειακή τους σχέση διατηρήθηκε από απόσταση, χωρίς ποτέ να παύσει να υφίσταται και να είναι ενεργής (βλ. την απολογία της κατηγορουμένης).
2. Οι εν λόγω αλλοδαπές αρχές, στην πορεία των ερευνών τους, διαπίστωσαν ότι, με πρωτοβουλία της "ομάδας ΓΓ", ποσότητα κοκαΐνης βάρους 219,3 κιλών είχε φορτωθεί σε συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο και μεταφερόταν με το πλοίο "Β..." από την Κολομβία, μέσω Βαλένθια Ισπανίας, προς το λιμάνι του Πειραιά, από όπου, οδικώς και μέσω του ελληνικού εδάφους, επρόκειτο να διαμετακομισθεί στην Ιταλία. Τότε οι αλλοδαπές αρχές ζήτησαν τη συνδρομή των ελληνικών αρχών, οι οποίες, αξιοποιώντας τις οδηγίες και πληροφορίες που δόθηκαν, εντόπισαν, πράγματι, το εμπορευματοκιβώτιο, αμέσως μετά την άφιξη και εισαγωγή του στην Ελλάδα (13-12-2001) και φρόντισαν να τοποθετηθεί σε ειδικώς επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ, αναμένοντας να εμφανισθούν τα πρόσωπα που θα έδειχναν ενδιαφέρον για την παραλαβή του, ώστε να συλληφθούν. Κατά τη διάρκεια της φύλαξης του εμπορευματοκιβωτίου, το οποίο, σύμφωνα με τα συνοδευτικά έγγραφα, φαινόταν ότι περιλαμβάνει φορτίο 25.000 κιλών ρυζιού με παραλήπτη κάποια εταιρία με την επωνυμία "DΟΝ ΑΒΕΕ", έγινε απόπειρα αυθαίρετης μετακίνησης του από τον φυλασσόμενο χώρο σε άλλο χώρο, εντός ΟΛΠ, αλλά μη επιτηρούμενο, από όπου το περιεχόμενο του θα ήταν δυνατό να αφαιρεθεί κρυφίως (βλ. κατάθεση ...). Η προσπάθεια αυτή, που δεν τελεσφόρησε, έδειξε στις ελληνικές αρχές αφ' ενός ότι το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου ήταν όντως επιλήψιμο και αφ' ετέρου ότι υπήρχαν ενδιαφερόμενοι γι' αυτό, οι οποίοι δεν δίστασαν να εμπλέξουν κάποιους υπαλλήλους του ΟΛΠ ατούς σκοπούς τους. Όταν, αργότερα (την 8-1-2002), ανοίχθηκε το εμπορευματοκιβώτιο από τις ελληνικές διωκτικές αρχές, διότι, μόλις διέρρευσε η κινητοποίηση τους, ουδείς εμφανίσθηκε για να το αναζητήσει νομίμως, διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στους 500 σάκους του ρυζιού υπήρχαν και 200 πακέτα που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 219,3 κιλών (βλ. την από 8-1-2002 έκθεση κατάσχεσης των ..., ... κλπ).
3. Παράλληλα προς τις πληροφορίες που αφορούσαν στο ως άνω εμπορευματοκιβώτιο, δόθηκαν στις ημεδαπές αρχές και πληροφορίες που αναφέρονταν επωνύμως σε κάποιους συνεργάτες της "ομάδας ΓΓ", οι οποίοι επρόκειτο να έρθουν στην Αθήνα για να επιδιώξουν την αφαίρεση της κοκαΐνης από το κοντέϊνερ και τη διαμετακόμιση της οδικώς στην Ιταλία. Η πρώτη πληροφορία που δόθηκε αναφερόταν σε κάποιον Ιταλό υπήκοο ΕΕ, που ήρθε στην Αθήνα την 4-12-2001 χρησιμοποιώντας το όνομα ΕΕ-1 και κατέλυσε στο ξενοδοχείο "...", στο κέντρο της Αθήνας. Το βράδυ της 6-12-2001, αυτός συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο Χ2, με τον οποίο μετακινήθηκαν για πολλή ώρα με νοικιασμένο IX αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΣΤ (κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην υπόθεση, αλλά αθωώθηκε πρωτοδίκως). Κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων, οι οποίες δεν φαινόταν να έχουν κάποιο άλλο νόημα, πέραν του να δώσουν στους ενδιαφερόμενους το χρόνο να κάνουν απομονωμένοι τις συνεννοήσεις που επιθυμούσαν, ο ΕΕ κατέβηκε επανειλημμένα από το αυτοκίνητο και έκανε τηλεφωνήματα από καρτοτηλέφωνο. Από την παρακολούθηση των κινήσεων αυτών, που έκαναν οι ημεδαπές αρχές, προέκυψε ότι ο Χ2 λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στον ΕΕ (που και αυτός ήταν σύνδεσμος του ΓΓ) και σε κάποιον ημεδαπό ΖΖ, ο οποίος φαινόταν ότι είναι το πρόσωπο που θα μπορούσε να επιτύχει την αποδέσμευση του εμπορευματοκιβωτίου, αλλά που ζητούσε για την παροχή των υπηρεσιών του το ποσό των 400.000 δολαρίων ΗΠΑ. Η λογική επεξεργασία των δεδομένων αυτών, έδειξε ότι, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συναίνεση των αφεντικών του ως προς το ύψος του ποσού αυτού, ο Ιταλός αναγκάσθηκε να κάνει τα τηλεφωνήματα που προαναφέρθηκαν. Ο ΕΕ έφυγε την επόμενη ημέρα, αφού και πάλι συναντήθηκε με τον Χ2. Ξαναήρθε στην Ελλάδα την 13-12-2001, αλλά ο Χ2 είχε αντιληφθεί, στο μεταξύ, ότι παρακολουθείται (βλ. κατάθεση ...) και απέφυγε να τον συναντήσει. Έτσι, τη δεύτερη φορά, ο ΕΕ επέστρεψε άπρακτος (βλ. σχετικώς τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ και ΒΒ).
4. Η δεύτερη πληροφορία αναφερόταν στην έλευση του Ιταλού υπηκόου ΗΗ. Αυτός εντοπίσθηκε κατά την άφιξη του στην Αθήνα, το βράδυ της 14-12-2001 και, παρακολουθούμενος από τις ημεδαπές αρχές, έφθασε μέχρι την Πλατεία Συντάγματος, όπου είχε εντοπισθεί, επίσης, να κινείται και ο Χ2. Ο τελευταίος, όμως, λόγω του ότι ήδη γνώριζε ότι παρακολουθείται, απέφυγε να συναντηθεί με τον ΗΗ και αντί συναντήσεως τον κατηύθυνε τηλεφωνικώς μέχρι την περιοχή του ΣΣ Πελοποννήσου. Εκεί ο Ιταλός επιβιβάσθηκε σε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ΔΔ, υιός του ΓΓ και της κατηγορουμένης Χ1 και στο οποίο επέβαινε η τελευταία. Τη νύκτα εκείνη, ο ΗΗ κατέλυσε στην κατοικία της Χ1 και την επομένη ημέρα αναχώρησε από την Ελλάδα. Η Χ1 παραδέχθηκε ότι ο εν λόγω Ιταλός ήταν απεσταλμένος του συζύγου της, ισχυρίσθηκε, όμως, ότι η αποστολή του δεν είχε καμιά σχέση με τις κατηγορίες που της αποδίδονται και ότι αυτός, κατ' εντολή του ΓΓ, της έφερε το χρηματικό ποσό των 10.000 δολαρίων ΗΠΑ, ως συμβολή του συζύγου της [δήθεν] στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Στην κατοχή της, όμως, βρέθηκαν 45.000 δολάρια (βλ. απολογία της, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ). Η προσπάθεια της Χ1 να δημιουργήσει σύγχυση ως προς το ακριβές ύψος του ποσού, που μετέφερε ο ΗΗ κατ' εντολή του ΓΓ, αποδεικνύει ότι το ποσό αυτό ήταν πολύ υψηλότερο και δεν είχε σχέση με τις οικογενειακές ανάγκες, αλλά προοριζόταν για την απελευθέρωση της κοκαΐνης από τον επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ.
5. Από έρευνα που έγινε στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος κατασχέθηκε στο σπίτι της Χ1, βρέθηκε ένα αρχείο ηλεκτρονικού κειμένου, το οποίο είχε τη μορφή κειμένου παραγγελίας ενός κοντέϊνερ 25 τόνων ρυζιού στην Κολομβία, με παραλήπτη την εταιρία με την επωνυμία "DΟΝ ΑΒΕΕ", στην Ελλάδα. Η τελευταία τροποποίηση του αρχείου αυτού είχε γίνει την 2-11-2001. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι το εν λόγω κείμενοσυντάχθηκε με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που υπήρχε στο σπίτι της Χ1 και μέσω του ιδίου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στάλθηκε στον προορισμό του. Η "DΟΝ ΑΒΕΕ", όπως διαπιστώθηκε από τις ημεδαπές αρχές υπήρξε μία εταιρία με σκοτεινές δραστηριότητες. Το περιστατικό, όμως, ότι η παραγγελία του εμπορευματοκιβωτίου δεν στάλθηκε από δικό της χώρο και με δικό της μέσο, αλλά με τον τρόπο που αναφέρθηκε, αποδεικνύει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η χρησιμοποίηση της "DΟΝ ΑΒΕΕ" ήταν επιβοηθητικής φύσεως και ότι η πρωτοβουλία ανήκε στην "ομάδα ΓΓ", για την οποία δούλευε και η κατηγορουμένη Χ1, πρόσωπο έμπιστο στην ομάδα λόγω τηςσυζυγικής της σχέσης με τον επικεφαλής αυτής. Η ίδια, βέβαια, αρνείται το περιστατικό αυτό και προσποιείται ότι είναι μια απλή, ταλαιπωρημένη σύζυγος και μητέρα, που εμπορεύεται χαλιά και μοκέτες για να ζήσει. Τόσο η ανεύρεση του κειμένου τής ως άνω παραγγελίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του σπιτιού της, όμως, όσο και η ευκολία με την οποία μόνη της διαπίστωσε, αμέσως μετά την επιβίβαση του ΗΗ στο αυτοκίνητο της, ότι αυτός παρακολουθείται (βλ. απολογία της και την προσποιητή απορία που εκφράζεται εκεί για την εν λόγω παρακολούθηση του Ιταλού), δείχνουν ότι πρόκειται για πρόσωπο με ιδιαίτερη σκληρότητα και εμπειρία στις παράνομες συναλλαγές και τις προφυλάξεις που αυτές απαιτούν.
6. Από έρευνα που έγινε ως προς τις κινήσεις του Χ2, διαπιστώθηκε ότι αυτός απομακρύνθηκε από τη συνήθη διαμονή του, στην Αθήνα, αμέσως μετά την ανεύρεση της κοκαΐνης στο εμπορευματοκιβώτιο και συνελήφθη μετά από αρκετές ημέρες στην περιοχή του Ναυπλίου, έχοντας χασίς στην κατοχή του και δίνοντας της εντύπωση ότι κάνει χρήση (βλ. κατάθεση ΒΒ). Η μεταβολή της διαμονής και οι μετακινήσεις είχαν την έννοια αποφυγής της συλλήψεως, προσπάθεια που επιβεβαιώνει την εμπλοκή του στην υπόθεση. Η εμπλοκή αυτή, όμως, εκτός από την προσωρινή διαφυγή και τις ως άνω συναντήσεις (βλ. σκέψη αρ. 3 και 4), επιβεβαιώνεται και από το περιστατικό ότι αυτός ταξίδευσε και διέμεινε στην ... της Κολομβίας από 24-6-2001 μέχρι 12-9-2001. Εκεί λίγο πριν φύγει, δήλωσε σε ξενοδοχείο ψευδώς ότι είναι υπήκοος Αζερμπαϊτζάν. Και φεύγοντας, δήλωσε ως προορισμό το ... της Βενεζουέλας, για να συσκοτίσει τις κινήσεις του. Ο ίδιος, που αποδέχεται την εν λόγω διαμονή στην Κολομβία, ισχυρίζεται ότι πήγε εκεί ως εξαρτημένος [δήθεν] χρήστης ναρκωτικών, συνοδεύοντας μια αλλοδαπή χορεύτρια, επίσης εξαρτημένη, της οποίας ο πατέρας ήταν Ισπανός και η μητέρα Κολομβιανή και την οποία αυτός είχε γνωρίσει σε κάποιο καμπαρέ στην Ελλάδα, συνδεθείς ερωτικά μαζί της. Ο ισχυρισμός αυτός, ως προς το λόγο της μετάβασης και παραμονής στην Κολομβία, είναι μη ειλικρινής, διότι ένας πένης και ταλαίπωρος τοξικομανής, όπως θέλει να εμφανίζεται ο Χ2, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τους πόρους για ένα τέτοιο ταξίδι και διαμονή στην αλλοδαπή, όσο φθηνή και αν είναι η διαβίωση στις χώρες της Λατινικής Αμερικής (βλ. απολογία του). Αντίθετα, η μετάβαση και παραμονή στην Κολομβία, κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της μεταφοράς και εισαγωγής του εμπορευματοκιβωτίου με την κοκαΐνη από εκεί στην Ελλάδα με σκοπό τη διαμετακόμιση της στην Ιταλία και, λογικώς, ταυτίζεται με τις αναγκαίες επαφές για την ανεύρεση του προμηθευτή της κοκαΐνης, τη συμφωνία μαζί του, το διακανονισμό της καταβολής του τιμήματος, τη διαδικασία της αποκρύψεως και φορτώσεως και τις λοιπές σχετικές ενέργειες, αποδεικνύει συμμετοχή του Χ2, όχι οπωσδήποτε μόνου αλλά σε σύμπραξη με άλλα πρόσωπα των, οποίων η ταυτότητα δεν έχει αποκαλυφθεί, σε όλες ή σε κάποιες από τις επαφές αυτές, ως προσώπου το οποίο δεν θα μπορούσε να κινήσει τις υποψίες των διωκτικών αρχών, διότι προερχόταν από διαφορετικό χώρο (δηλαδή την Ελλάδα) και δεν φαινόταν [ενώ, πράγματι, ήταν] συνδεδεμένος με την "ομάδα ΓΓ" (που δρούσε στην Ελβετία και Ιταλία). Και βέβαια, τα έξοδα του ταξιδιού και της διαμονής, ανεξάρτητα προς το αν θα μπορούσε ή όχι να τα αντιμετωπίσει εξ ιδίων, βάρυναν την "ομάδα ΓΓ". Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί και το ότι ο Χ2, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είχε ζητήσει από φίλο του τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού εκείνου, προκειμένου κάποιος να του βάλει χρήματα. Ο φίλος του αρνήθηκε να συνεργασθεί (βλ. κατάθεση ...). Η προσπάθεια, όμως, υποδηλώνει ότι ο Χ2, σ' εκείνη τη χρονική στιγμή, είχε κάποια πηγή χρηματοδότησης της οποίας η χρησιμοποίηση και η δι' αυτής διακίνηση χρημάτων έπρεπε να παραμείνει μυστική.
7. Τα περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, στοιχειοθετούν, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, την αξιόποινη πράξη της άμεσος συνέργειας αμφοτέρων των κατηγορουμένων σε εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, με σκοπό διαμετακόμισης στην Ιταλία, της ποσότητας των 219,3 κιλών κοκαΐνης, που είχε αγορασθεί από την "ομάδα ΓΓ" στην Κολομβία και είχε μεταφερθεί δια θαλάσσης από εκεί, μέσω Βαλένθια Ισπανίας, στον Πειραιά (άρθρο 5 παρ.1 περ.α' του νόμου 1729/1987). Η συμμετοχή της Χ1 συνίσταται αφ' ενός στο ότι συνέταξε και απέστειλε την ως άνω παραγγελία του ρυζιού υπέρ της "DΟΝ ΑΒΕΕ", προκειμένου να συγκαλυφθεί και διευκολυνθεί η εισαγωγή της κοκαΐνης ως ρυζιού και αφ' ετέρου στο ότι παρέλαβε τα χρήματα που απέστειλε ο ΓΓ από την Ελβετία, προκειμένου με αυτά να χρηματοδοτήσει την παράνομη απελευθέρωση της κοκαΐνης από τον επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ και την περαιτέρω διαμετακόμιση της στην Ιταλία. Η συμμετοχή του ΧΔ2 συνίσταται αφ' ενός στο ότι συνέπραξε στη διαδικασία εισαγωγής καθ' εαυτή, αφού υπήρξε ένα από τα πρόσωπα που συνεργάστηκαν για την αποστολή της από την Κολομβία στην Ελλάδα και αφ' ετέρου στο ότι με τις συναντήσεις που είχε με τον αλλοδαπό ΕΕ και τις παράλληλες συνεννοήσεις με τον ημεδαπό ΖΖ φρόντισε για την παράνομη απελευθέρωση της κοκαΐνης από τον επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ και την περαιτέρω διαμετακόμιση της στην Ιταλία. Η συμμετοχή αμφοτέρων ήταν αναγκαία και εκδηλώθηκε κατά την τέλεση της πράξεως που αναφέρθηκε. Η δε πράξη (εισαγωγή με σκοπό διαμετακόμισης) ολοκληρώθηκε με την εκφόρτωση του εμπορευματοκιβωτίου από το πλοίο, που το μετέφερε, στο ελληνικό έδαφος, αφού επρόκειτο ούτως ή άλλως για αθέμιτη εισαγωγή, η οποία δεν τελούσε υπό την αίρεση της χορηγήσεως κάποιας αδείας της αρμόδιας τελωνειακής αρχής. Έτσι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόπειρα, όπως ενδεχομένως θα συνέβαινε σε περίπτωση συνήθους λαθρεμπορίας, αν τελικώς η άδεια εισαγωγής δεν είχε χορηγηθεί. Για την πράξη αυτή οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Με τις παραδοχές αυτές και εκείνες του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπλη-ρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια της άνω ποσότητας κοκαΐνης, με σκοπό τη διαμετακόμιση της δια του ελληνικού εδάφους στην Ιταλία από τη συγκεκριμένη ομάδα δραστών, στην οποία, οι αναιρεσείοντες παρείχαν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και κατά την τέλεση της πράξης αυτής, για την οποία (άμεση συνδρομή) και καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις ποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1α, 8 του ν. 1729/1987, όπως ίσχυαν τότε και 46 παρ. 1β του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην αιτιολογία εκτίθεται ο συγκεκριμένος τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της εισαγωγής της άνω ποσότητας ναρκωτικών από την Κολομβία μέσω Βαλένθιας Ισπανίας στην Ελληνική επικράτεια (λιμάνι Πειραιά) με το αναφερόμενο πλοίο και με δράστες την ομάδα του ΓΓ. Συγκεκριμένα, η ομάδα αυτή κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε αγοράσει την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών από την Κολομβία και αφού συσκευάστηκε σε διακόσια δέματα, την απέκρυψε μέσα σε σάκους ρυζιού, που στοιβάχτηκαν σε κοντέινερ και την μετέφερε δια του πλοίου B... από την Κολομβία στο λιμάνι του Πειραιά, όπου εκφορτώθηκε το κοντέινερ την 13-12-2001 και τοποθετήθηκε σε χώρο του ΟΛΠ. Ο χρόνος τελέσεως της πράξεως αυτής κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ο χρόνος του δεύτερου εξαμήνου περίπου του 2001, εν όψει της μεγάλης απόστασης που διήνυσε το παράνομο πλοίο και όχι η 13-12-2001 που εκφορτώθηκε το κοντέινερ με τα ναρκωτικά, αφού το έγκλημα της εισαγωγής τελείται δια μεταφοράς των ναρκωτικών εκ της αλλοδαπής. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η συμμετοχή του κατηγορουμένου Χ2 συνίσταται σε επί μέρους υλικές πράξεις αναγκαίες για την τέλεση της εισαγωγής των ναρκωτικών. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο Χ2, μέλος της ομάδας του καταδίκου στην Ελβετία ΓΓ, κατ' εντολή και με έξοδα της ομάδας αυτής και προς το σκοπό να εξευρεθεί η ποσότητα των ναρκωτικών αυτών και εισαχθεί στην Ελλάδα και με σκοπό τη διαμετακόμιση της στην Ιταλία, μέσω της Ελλάδας οδικώς, μετέβη στην ... Κολομβίας την 24-6-2001, όπου εκεί παρέμεινε μέχρι την 12-9-2001, η παραμονή του δε στη ... κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "ταυτίζεται με τις αναγκαίες επαφές για την ανεύρεση του προμηθευτή της κοκαΐνης, τη συμφωνία μαζί του, το διακανονισμό της καταβολής του τιμήματος και τη διαδικασία της αποκρύψεως και φορτώσεως" (στο άνω πλοίο). Πλέον τούτων αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια του πλου του παράνομου πλοίου στον Πειραιά και συγκεκριμένα στις 6 και 7-12-2001, αυτός είχε συναντηθεί με μέλος της ομάδας ΓΓ, που είχε έλθει αεροπορικώς στην Αθήνα, τον Ιταλό ΕΕ, προκειμένου να κανονίσουν την παραλαβή του παράνομου φορτίου από τους χώρους του ΟΛΠ, όπου θα κατέφθανε το άνω πλοίο, το οποίο και κατέπλευσε ως άνω στον Πειραιά. Οι επαφές του Χ2 με τον Ιταλό ήταν η ρύθμιση της διαμεσολάβησης ατόμου με το όνομα ΖΖ, το οποίο αντί αμοιβής θα εξασφάλιζε την απομάκρυνση των ναρκωτικών από το χώρο του ΟΛΠ. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων Χ2 είχε επαφή και με άλλο άτομο της ομάδας ΓΓ, τον Ιταλό υπήκοο ΗΗ, που είχε έλθει στην Ελλάδα στις 13-12-2001 για τον ίδιο σκοπό και δια τηλεφωνικών επαφών κατηύθυνε τον Ιταλό αυτό μέχρι το σταθμό Πελοποννήσου για να συναντηθεί με την αναιρεσείουσα Χ1 και το γιο της, όπου και συναντήθηκαν ο Ιταλός, η Χ1 και ο γιος της και στη συνέχεια τη νύχτα εκείνη ο Ιταλός διανυκτέρευσε στο σπίτι της και της παρέδωσε, για το σκοπό της παραλαβής των ναρκωτικών από το χώρο του ΟΛΠ μεγάλο χρηματικό ποσό, τουλάχιστον 45.000 δολαρίων, ποσό που της είχε αποστείλει η ομάδα του ΓΓ, του οποίου αυτή ήταν σύζυγος και μέλος της εν λόγω ομάδας. Περαιτέρω, όσον αφορά την αναιρεσείουσα Χ1, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανευρέθη από τις ελληνικές αρχές στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που είχε στο σπίτι της, ένα αρχείο ηλεκτρονικού κειμένου, το οποίο είχε μορφή κειμένου παραγγελίας ενός κοντέινερ 25 τόνων ρυζιού στην Κολομβία, με παραλήπτη την εταιρεία με την επωνυμία ΝΤΟΝ ΑΒΕΕ στην Ελλάδα, η δε τελευταία τροποποίηση του αρχείου αυτού είχε γίνει την 2-11-2001. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι το κείμενο τούτο συντάχτηκε με τον υπολογιστή της και μέσω του ιδίου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στάλθηκε στον προορισμό του (Κολομβία). Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η χρησιμοποίηση της ΝΤΟΝ ΑΒΕΕ, που ασχολείται με σκοτεινές δραστηριότητες ήταν επιβοηθητικής φύσεως, η δε (παράνομη) πρωτοβουλία για την εισαγωγή των ναρκωτικών αυτών ανήκε στην παράνομη ομάδα του ΓΓ, που ήταν, ως ελέχθη, σύζυγος της. Αναφέρεται ακόμη ότι ο ΗΗ, που ήρθε στην Ελλάδα, έφερε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα το άνω χρηματικό ποσό, προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιήσει για την αποδέσμευση του κοντέινερ και του παράνομου φορτίου του από τους χώρους του ΟΛΠ. Οι άνω επί μέρους πράξεις έκαστου των αναιρεσειόντων συνιστούν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης άμεση συνδρομή αυτών στα μέλη της ομάδας ΓΓ, κατά την τέλεση από αυτούς ως συναυτουργών της πράξεως της εισαγωγής της άνω ποσότητας ναρκωτικών στην Ελλάδα με σκοπό τη διαμετακόμιση τους δια μέσου της Ελλάδας στην Ιταλία. Οι επί μέρους αυτές πράξεις των αναιρεσειόντων πράγματι φέρουν το χαρακτήρα της άμεσης συνδρομής κατά τη μακρά χρονική διάρκεια της μεταφοράς από την Κολομβία στην Ελλάδα και κατά την τέλεση αυτής, αφού οι άνω ενέργειες κρίνονται αναγκαίες με βεβαιότητα για την τέλεση της κυρίας πράξεως και κατά την τέλεση της υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις που τελέστηκε η κύρια πράξη και δεν αποτελούν προηγούμενες χρονικώς πράξεις του χρόνου τελέσεως της κυρίας πράξεως. Περαιτέρω, όσον αφορά τις επιβαρυντικές περιστάσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ότι "κατά την παροχή (της) συνδρομής αυτής οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν κατ' επάγγελμα αφού ήταν ενταγμένοι σε ένα διεθνές σύστημα με οργάνωση και υποδομή (κέντρο αποφάσεων στην αλλοδαπή, λεπτομερής σχεδιασμός, κατανομή δραστηριοτήτων, μετακινήσεις, προφυλάξεις, επιμελής απόκρυψη και μεθοδεύσεις, χρησιμοποίηση τεχνολογίας και λοιπών τεχνικών μέσων), από τη λειτουργία του οποίου απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος, πολύ σημαντικότερου από αυτό της συνήθους δραστηριότητας τους και αφ' ετέρου του ότι οι περιστάσεις, υπό τις οποίες ενεργούσαν, μαρτυρούν ιδιαίτερη επικινδυνότητα, αφού πέραν των ανωτέρω διακινούσαν μια πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με αντίστοιχη σοβαρή διακινδύνευση της υγείας ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις αναφερόμενες επιβαρυντικές περιστάσεις είναι επαρκής, αφού αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ με σαφήνεια και πληρότητα, τις περιστάσεις αυτές, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις πιο πάνω ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι, οι κατηγορούμενοι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με λεπτομερή σχεδιασμό της πράξεως και κατανομή δραστηριοτήτων ως και τη χρησιμοποίηση τεχνολογίας και την επιμελή απόκρυψη των ναρκωτικών, απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος από την παράνομη αυτή δραστηριότητα, αφού θα διακινούσαν μαζί με τους αυτουργούς μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, οι δε περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησαν και το γεγονός ότι θα δημιουργείτο κίνδυνος για την υγεία ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι και συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρεβίασε τις άνω διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ τελευταίοι λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 15-10-2008 και 14-10-2008 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 αντίστοιχα για αναίρεση της 1174/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε ένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Υπάλληλοι του ΣΔΟΕ και ήδη της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, που ενήργησαν ανακριτικές πράξεις και για υπόθεση ναρκωτικών μπορούν να εξετασθούν ως μάρτυρες στο ακροατήριο (άρθρο 174 ν. 2960/2001, 30 παρ. 1, 2, 23 και 24 ν. 3296/2004. Οι διατάξεις είναι δικονομικές, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο μέρος τους. Άμεση συνέργεια. Για την ύπαρξή της απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Συνέργεια, Μάρτυρες.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1647/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, περί αναιρέσεως της 1985/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 594/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επόμ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ.ΑΠ 3/1995). Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, για να έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αρκεί να διαλαμβάνει το χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης (Ολ. ΑΠ 8/1995, 4/1995, 6, 7I1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 τουιδίου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην Αστυνομική Αρχή.
Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ήο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1985/2009 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως την 10256/2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 34647/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για την έκδοση ακαλύπτων επιταγών. Από την άνω έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως προέβαλε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία του είχε επιδοθεί μετά από την άκαρπη αναζήτηση του στην οδό ... στον ... μολονότι αυτός είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... στην ... . Δεν αναφέρει όμως ότι την τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του είχε δηλώσει στην αρμόδια για την επίδοση της εκκαλουμένης Εισαγγελική Αρχή, αλλά απλώς περιορίζεται στην αναφορά ότι η διεύθυνση του αυτή "φαινόταν από διάφορα έγγραφα της δικογραφίας της άνω αποφάσεως (εκκαλουμένης - π.χ. αίτηση του αναίρεσης κατά της 8420 απόφ. του Εφ. Αθ.)". Το Τριμελές Εφετείο, για την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος αφού συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, διέλαβε στην αιτιολογία του ότι "η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμόν 34647/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε εκπρόθεσμα δεδομένου ότι η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επιδόθηκε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις 2-4-2008 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 24-12-2008, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από την επίδοση της. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, ο οποίος δικαιολογεί το εκπρόθεσμο αυτής, συνιστάμενος στο ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν αποδείχθη ότι είναι βάσιμος ουσιαστικά. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε για τη δικάσιμο της 29-5-2007 για να παρουσιαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως αγνώστου διαμονής στο Δήμαρχο ... . Κλήθηκε δε, ως αγνώστου διαμονής, διότι δεν κατοικούσε τότε στη διεύθυνση αυτή (υπονοώντας την ..., ...) και είχε μετοικίσει σε άγνωστη διεύθυνση (βλ. από 3-3-2007 βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας πρωτοδικών Πειραιά, ...). Την αλλαγή αυτής της διεύθυνσης δεν δήλωσε, ως όφειλε, στον αρμόδιο Εισαγγελέα και ούτε είχε ποτέ δηλώσει (δεν εξετάστηκε πουθενά προανακριτικά) κάποια διαφορετική διεύθυνση. Παρά ταύτα όμως, ο κατηγορούμενος αυτός έλαβε γνώση της δικασίμου και δια της μάρτυρος του ..., που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο εκείνο και εξετάστηκε ως μάρτυρας, προσκομίζοντας τη από 29-5-2007 βεβαίωση του Τζανείου Νοσοκομείου, ζήτησε αναβολή της υπόθεσης για σημαντικά αίτια στο πρόσωπο του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε το αίτημα του και άχθηκε στη πρόοδο της δίκης. Μετά ταύτα, ο ισχυρισμός που περιέχεται στο εφετήριο ότι κακώς η εκκαλουμένη του κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής και ότι εξ ανωτέρας βίας δεν άσκησε εμπρόθεσμα την έφεση του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού αυτός γνώριζε καλώς, την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη, την ημέρα της δικασίμου, κατά την οποία μάλιστα ζήτησε με την εξετασθείσα άνω μαρτυρά του αναβολή. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η έφεση του ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα". Η άνω αιτιολογία του Τριμελούς Εφετείου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη καθόσον διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην κρίση του για απόρριψη της έφεσης ήτοι τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το από 2-4-2008 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ..., από το οποίο προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την παραπάνω ημερομηνία η εκκαλουμένη ερήμην απόφαση και όχι άλλη. Η επίδοση αυτή έγινε νομίμως, ως αγνώστου διαμονής, στην άνω γνωστή στην Εισαγγελική αρχή διεύθυνση (...) μετά την άκαρπη αναζήτηση των κατά το άρθρο 156 ΚΠΔ προσώπων. Εξάλλου δε, η άνω διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε και απέβη άκαρπη η επίδοση της εκκαλουμένης ήταν, κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών. Πλέον τούτων, ο αναιρεσείων, κατά την πρωτόδικη διαδικασία, απέστειλε την ανωτέρω μάρτυρα, προκειμένου να ζητήσει αναβολή, γεγονός που υποδηλώνει σαφώς ότι έλαβε γνώση της δικασίμου εκείνης, διότι κλήθηκε στη διεύθυνση αυτή που αναζητήθηκε, η οποία αναφέρεται στην εναντίον του υποβληθείσα μήνυση.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν ο αναιρεσείων διέμενε ή όχι στη διεύθυνση που αναφέρει ο ίδιος στην έφεση του. Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1985/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση εκπρόθεσμη. Ο Άρειος Πάγος περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Τι πρέπει να περιλαμβάνει η απορριπτική της έφεσης απόφαση για να είναι η αιτιολογία της ειδική και εμπεριστατωμένη. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη στη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και στην αστυνομική αρχή. Αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση ή στην έγκληση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1645/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 8655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσία του, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1673/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέσθηκε η συγκεκριμένη πράξη φοροδιαφυγής, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή εν μέρει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 21 παρ.2 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με την οποία η αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων διώκεται αυτεπαγγέλτως και η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με τις διατάξεις των άρθρων 1 και επ. του ν. 3259/2004, οι οποίες ορίζουν τις προϋποθέσεις για την εκούσια περαίωση φορολογικών υποθέσεων και ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών, προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της εκδόσεως και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, δεν υπάγεται στις διατάξεις αυτές, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 2523/1997, όπως η παρ. αυτή αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν.2753/1999, οι οποίες ορίζουν, ότι σε περίπτωση επίτευξης διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού, συνολικού για κάθε φορολογία, δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του νόμου αυτού, δηλαδή του Ν. 2523/1997. Η μη υπαγωγή του παραπάνω εγκλήματος στις ρυθμίσεις του Ν. 3259/2004 προκύπτει από το ότι η ποινική δίωξη κινείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας, σε αντίθεση με τις διαδικασίες που ακολουθούνται στις άλλες περιπτώσεις των αξιοποίνων φορολογικών παραβάσεων, για τις οποίες ορίζεται ότι η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκηση προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να άρει σχετική αμφισβήτηση, με το άρθρο 28 παρ. 1ζ του Ν.3697/2008, όρισε ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγεται η αξιόποινη πράξη της εκδόσεως πλαστών η εικονικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών στον καθένα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο εκείνο οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον, και πρωτοδίκως προβληθέντα, ισχυρισμό, ότι η εταιρεία της οποίας είναι μέλη περαίωσε τις υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και των λοιπών φορολογικών αντικειμένων των διαχειριστικών περιόδων μέχρι και την 31-12-2002. Προς τούτο μάλιστα υπογράφηκε η σχετική πράξη που συντάχθηκε στο ειδικό Μηχανογραφημένο Εκκαθαριστικό Σημείωμα του Προϊσταμένου της ... Δ.Ο.Υ. και καταβλήθηκαν τα οριζόμενα ποσά της προκαταβολής και των δόσεων που καθορίσθηκαν. Ως εκ τούτου, ενόψει της ολικής διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν.2523/1997, κατά την οποία, στην προκείμενη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του Ν. 2523/1997 δηλαδή και εκείνες του άρθρου 19, για την παράβαση του οποίου ήταν κατηγορούμενοι, ζήτησαν να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το παραπάνω δικαστήριο ως μη νόμιμο και στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Με τον πρώτο λόγο (στοιχ. ΙΙΙα) των αιτήσεων τους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠΔ ότι το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον παραπάνω ισχυρισμό και εκδικάζοντας στην ουσία της την υπόθεση,1) υπερέβη την εξουσία του και 2) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 19, 24 παρ. 2 του Ν.2523/1997, 1,3,5,9 του Ν.3259/2004. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και συνεπώς αβάσιμος είναι και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και ύστερα από απλή μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο.
Συνεπώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση αυτής η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Έτσι η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο επί προσφυγής που ασκήθηκε από τον ελεγχόμενο, με την οποία (απόφαση) ακυρώθηκαν η έκθεση ελέγχου και οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου που εκδόθηκαν από την αρμόδια φορολογική αρχή σε βάρος του τελευταίου για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων καμία έννομη συνέπεια δεν έχει ως προς την ασκηθείσα για το εν λόγω αδίκημα ποινική δίωξη και δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ως προς το αν τελέσθηκε ή όχι η άνω άδικη πράξη. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι δεύτερος και τέταρτος (με στοιχ. ΙΙΙβ και ΙΙΙδ) λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο 1)υπερέβη την εξουσία του και 2) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, με το να απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό τους και να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε σε βάρος τους, για το λόγο ότι, ύστερα από προσφυγές των τελευταίων, ακυρώθηκαν, με αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η έκθεση ελέγχου και οι πράξεις επιβολής προστίμου.
Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του Ν.2523/1997 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι επί του προβλεπομένου από το άρθρο 19 του ίδιου νόμου αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν είναι απαραίτητη η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του ν. 2523/1997. Εξάλλου, η μηνυτήρια αναφορά του άρθρου 19 του ανωτέρω ν. 2523/1997, δεν ταυτίζεται με την αίτηση διώξεως του άρθρου 41 ΚΠΔ, ώστε να απαιτείται σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος (με στοιχ. ΙΙΙγ) λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, λόγω μη συντάξεως εκθέσεως καταθέσεως της μηνυτήριας αναφοράς. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στις αιτήσεις, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957 όπως ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10-9-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 8655/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία προσδιορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 24 §2 Ν. 2523/1997. Απορρίπτει λόγους για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 1.644/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο -
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημαρέση, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 75/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.811/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 21/19.1.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ την από 31-10-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ..., με την οποία επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 75/26-9-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών για ληστεία από κοινού κατ'εξακολούθηση (αρ. 45, 98, 380 παρ. 1 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507).
Στην προκειμένη υπόθεση, η παραπάνω 75/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 190/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως 12 ετών για ληστεία από κοινού και κατ'εξακολούθηση, που συνίστανται στο ότι στο ..., στις 9 Δεκεμβρίου 1991, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το ακόλουθο έγκλημα. Ειδικότερα, ενεργών από κοινού με τους ..., ..., ..., ... και με τους ανηλίκους ... και ... με απειλές εναντίον προσώπων ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, αφαίρεσε από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Συγκεκριμένα αφού όλοι οι παραπάνω εισήλθαν στο κατάστημα του ..., που βρίσκεται στο ..., στο οποίο βρισκόταν τη στιγμή εκείνη ο ιδιοκτήτης του, ο ανήλικος γιος του ... και ο εμπορικός αντιπρόσωπος ... και με την απειλή δίκαννου πυροβόλου όπλου, το οποίο ο ίδιος κρατούσε και με το οποίο τους απειλούσε ότι θα τους σκοτώσει, αφαίρεσε, με την συνδρομή των παραπάνω προσώπων από την κατοχή του ... α. το ποσό του 1.020.000 δραχμών περίπου και β. τα παρακάτω κιβώτια με τσιγάρα, ήτοι δέκα κιβώτια ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ σκληρό, δύο κιβώτια ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ μαλακό, ένα κιβώτιο ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ LIGHTS, 3,5 κιβώτια INTERNATIONAL, 1,5 κιβώτια ASSO EXPORT, ένα κιβώτιο ASSO SUPER, ένα κιβώτιο OLD NAVY, ένα κιβώτιο ASSO σκέτο, δύο κιβώτια Ασσο Φίλτρο, δέκα κιβώτια ΡΟΘΜΑΝΣ, έξι κιβώτια ΣΤΗΒΕΝΣΑΝΤ μαλακό, τρία κιβώτια ΡΟΥΑΛΣ, ένα κιβώτιο ΚΑΜΕΛ, τρία κιβώτια Καρέλια ΛΑΊΤΣ, ένα κιβώτιο REX μαλακό, ένα κιβώτιο Αγρινίου, ένα κιβώτιο R6, ένα κιβώτιο Άστορ, τέσσερα κιβώτια ΚΟΥΠΕΡ, ένα κιβώτιο διάφορα ΣΕΚΑΠ, τρία κιβώτια GR, ένα κιβώτιο RI, δύο κιβώτια ΓΟΥΕΣΤ, δύο κιβώτια ΓΟΥΙΣΤΟΝ, ένα κιβώτιο MILDE SORTE, ένα κιβώτιο MEMPHIS, δύο κιβώτια 22 φίλτρο, δύο κιβώτια RI SLIM και δύο κιβώτια ΚΑΜΕΛ άφιλτρα, σύνολο κιβωτίων 73, συνολικής αξίας 9.760.000 δραχμών περίπου, γ. κοσμήματα, ήτοι τρία ζεύγη σκουλαρίκια, δακτυλίδι, σετ σκουλαρίκια, μία αλυσίδα χρυσή μασίφ, ένα μαργαριταρένιο κολιέ, αξίας 600.000 δραχμών περίπου, από την κατοχή δε του ... και από την τσέπη του μπουφάν που φορούσε ένα ζευγάρι γάντια μάλλινα - δερμάτινα. Τα ανωτέρω ξένα κινητά πράγματα τα αφήρεσε από την κατοχή άλλων με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα με τους προαναφερθέντες.Με την κρινομένη αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας ισχυριζόμενος ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Προς απόδειξη όμως του ισχυρισμού του αυτού δεν επικαλείται κανένα νέο γεγονός, ούτε καμία απόδειξη, αλλά περιορίζεται απλώς να υποστηρίζει ότι έσφαλε το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Καλαμάτας, αφού τον έκρινε με μόνη την κατάθεση του παθόντος (...) που περιέχει αντιφάσεις, και με δεδομένο ότι είχε δέκα κακουργηματικές καταδίκες για ληστείες και σύσταση συμμορίας για τις οποίες τον κατηγόρησε η οικογένεια της συζύγου του, ενώ έχει απαλλαγεί για όλες τις κακουργηματικές πράξεις και ότι σκοπίμως τον κατηγόρησαν οι ... (οικογένεια της συζύγου του) ως συνεργό ή συνατουργό τους για να διαλύσουν την οικογένειά του.
Επομένως επιδιώκει ο αιτών την αναδίκαση της υποθέσεως με τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 75/2006 αποφάσεως, απολογούμενος, ενώπιον του κατ'έφεση δικαστηρίου, αρνήθηκε την κατηγορία, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι "μέχρι τώρα έχω καταδικασθεί ερήμην γιατί δεν ήξερα για τα δικαστήρια" και ότι "πρώτα με κατηγόρησε ο ... και μετά ο ...". Αλλά τούτο δεν συνιστά νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, ούτε μπορούν να αποτελέσουν νέες αποδείξεις οι λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της ως άνω αποφάσεως που καταδίκασε τον αιτούντα (ΑΠ 1743/90 Π.Χρ. ΜΑ 737). Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 31-10-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 75/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Αθήνα 8 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ'αριθμ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και η αποτροπή απαραδέκτων για το αίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, γιατί έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού) εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ' ας χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525 εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 παρ. 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που έξεδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ως και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφόσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ κατεδικάσθη με την υπ' αριθμ. 75/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, καταστάσαν αμετάκλητο δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως, δια της υπ' αριθμ. 190/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, εις κάθειρξη δώδεκα (12) ετών, για ληστεία από κοινού κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ούτος κατεδικάσθη για το ότι στο ..., στις 9 Δεκεμβρίου 1991 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το ακόλουθο έγκλημα. Ειδικότερα, ενεργών από κοινού με τους ..., ..., ..., ... και με τους ανηλίκους ... και ... με απειλές εναντίον προσώπων ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, αφαίρεσε από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Συγκεκριμένα αφού όλοι οι παραπάνω εισήλθαν στο κατάστημα του ..., που βρίσκεται στο ..., στο οποίο βρισκόταν τη στιγμή εκείνη ο ιδιοκτήτης του, ο ανήλικος γιος του ... και ο εμπορικός αντιπρόσωπος ... και με την απειλή δίκαννου πυροβόλου όπλου, το οποίο ο ίδιος κρατούσε και με το οποίο τους απειλούσε ότι θα τους σκοτώσει, αφαίρεσε, με την συνδρομή των παραπάνω προσώπων από την κατοχή του ... α. το ποσό του 1.020.000 δραχμών περίπου και β. τα παρακάτω κιβώτια με τσιγάρα, ήτοι δέκα κιβώτια ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ σκληρό, δύο κιβώτια ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ μαλακό, ένα κιβώτιο ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ LIGHTS, 3,5 κιβώτια INTERNATIONAL, 1,5 κιβώτια ASSO EXPORT, ένα κιβώτιο ASSO SUPER, ένα κιβώτιο OLD NAVY, ένα κιβώτιο ASSO σκέτο, δύο κιβώτια Ασσο Φίλτρο, δέκα κιβώτια ΡΟΘΜΑΝΣ, έξι κιβώτια ΣΤΗΒΕΝΣΑΝΤ μαλακό, τρία κιβώτια ΡΟΥΑΛΣ, ένα κιβώτιο ΚΑΜΕΛ, τρία κιβώτια Καρέλια ΛΑΊΤΣ, ένα κιβώτιο REX μαλακό, ένα κιβώτιο Αγρινίου, ένα κιβώτιο R6, ένα κιβώτιο Άστορ, τέσσερα κιβώτια ΚΟΥΠΕΡ, ένα κιβώτιο διάφορα ΣΕΚΑΠ, τρία κιβώτια GR, ένα κιβώτιο RI, δύο κιβώτια ΓΟΥΕΣΤ, δύο κιβώτια ΓΟΥΙΣΤΟΝ ένα κιβώτιο MILDE SORTE, ένα κιβώτιο MEMPHIS, δύο κιβώτια 22 φίλτρο, δυο κιβώτια RI SLIM και δύο κιβώτια ΚΑΜΕΛ άφιλτρα, σύνολο κιβωτίων 73, συνολικης αξίας 9.760.000 δραχμών περίπου, γ.κοσμήματα, ήτοι τρία ζεύγη σκουλαρίκια, δακτυλίδι, σετ σκουλαρίκια, μία αλυσίδα χρυσή μασίφ, ένα μαργαριταρένιο κολιέ, αξίας 600.000 δραχμών περίπου, από την κατοχή δε του ... και από την τσέπη του μπουφάν που φορούσε ένα ζευγάρι γάντια μάλλινα - δερμάτινα. Τα ανωτέρω ξένα κινητά πράγματα τα αφήρεσε από την κατοχή άλλων με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα με τους προαναφερθέντες". Νυν ο αιτών με την κρινομένη από 31.10.2008 αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη ως άνω με την εις βάρος του καταδικαστική απόφαση, διατεινόμενος ότι είναι αθώος της πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη, όπως τούτο προκύπτει από το ότι νέα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστάς γεγονότα καθιστούν φανερό ότι κατεδικάσθη άδικα. Όμως, α) ουδέν νέο γεγονός επικαλείται ούτε απόδειξη τινά προσκομίζει, αλλ' είς όλη σχεδόν την έκταση της αιτήσεώς του αναφέρεται στην ιστορία του γάμου του με την σύζυγό του, το γένος ..., την οποίαν απήγαγε και με την οποίαν έχει πέντε παιδιά, εξού και υπάρχει παλαιότερη και νεώτερη βεντέτα με τους ..., την τελευταία των οποίων δεν έκρινε το δικαστήριο, ούτε ησχολήθη με το ότι οι άνω συγγενείς του προσπαθούν να του διαλύσουν την οικογένεια με την εφαρμογή του σχεδίου τους, καίτοι έχει απαλλαγεί από άλλες εννέα (9) παρόμοιες κακουργηματικές πράξεις, για τις οποίες τον κατηγόρησαν οι άνω ..., β) αιτιάται (ο αιτών) ότι κατεδικάσθη για την άνω πράξη με μόνη την κατάθεση του ... (παθόντος) που εμπεριέχει πλείστες κραυγαλέες αντιφατικότητες και δεν ήτο δυνατόν να γίνει πιστευτή, ούτε να αποτελέσει βεβαία κρίση προς δικανική πεποίθηση. Ούτως, εφ' όσον το μεν δεν υπάρχουν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, ώστε να εξετασθούν για το παραδεκτό της αιτήσεως επαναλήψεως, το δε η επανάκριση της υποθέσεως, με την εκ νέου εκτίμηση της άνω μαρτυρικής καταθέσεως, δεν αποτελεί λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας κατά τ' άνω εκτεθέντα, η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.10.2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 75/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρα 525, 527, 528 ΚΠΔ). Ουδέν σαφές νέο γεγονός περιέχεται. Απαράδεκτη αίτηση και απορρίπτει.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1.643/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 843/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 326/17.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ..., κατά του 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Κατά το άρθρο 79 παρ.1, 3, 5 του Ν.5960/1933 "Περί επιταγής", όπως το άρθρο 79 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, η παρ. 3 με την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 4 ν.2408/1996 και όπως η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 1 του Ν.2408/1996, ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτού που δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Το αξιόποινο της πράξεως της παρ. 1 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και τη μη πληρωμή της επιταγής. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. γ' Ν.2408/1996, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 Ν.2721/1999, για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ιδίου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου.Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 446/2008 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη, αναφορικά με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάσθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, εάν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νέες αποδείξεις είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και για το λόγο αυτό ήσαν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Την κρίση του αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι-οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανόν ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει βαρύτερο έγκλημα, όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως με την επιβολή ελαττωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ. Εξάλλου, ο. μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 . και 2 Π.Κ. ο μετά την τέλεση της πράξεως επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις εφαρμόζεται μόνο επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικαστεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη επιφέρει την παύση εκτελέσεως της ποινής μετά των επακολούθων της. Για τις υποθέσεις που έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως,οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών με μεταβατικές διατάξεις και αν δεν το πράξει για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επαναλήψεως, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν περιλαμβάνεται και η επί το ευμενέστερο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας (ΑΠ 1109/1998 ΠΧ ΜΘ' 603, ΑΠ 1801/1997 και 661/1997 ΠΧ ΜΗ' 598 και 160, αντίστοιχα). Ωστόσο, η ύπαρξη νέου επιεικέστερου νόμου πριν την αμετάκλητη καταδίκη, τον οποίο αγνοούσαν οι δικαστές, συνιστά νέο γεγονός, γιατί αποτελεί εξωτερικώς άμεσα ή έμμεσα αντιληπτό και επιδεκτικό αποδείξεως συμβάν, η δε αποκάλυψη του εκ των υστέρων καθιστά αυτό "νέο και άγνωστο" στους δικάσαντες δικαστές, αφού προϋπήρχε της εκδικάσεως της υποθέσεως και δεν είχε τυχόν περιέλθει ακόμη σε γνώση τους (ΑΠ 1948/2002 ΝοΒ 2003, σελ, 311). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 3 ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, "1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών ... 3. Εις τον υπαίτιον της εν παραγράφω 1 πράξεως, όστις απεζημίωσε πλήρως τον κομιστήν μετά τη νόμιμον εμφάνισιν και μη πληρωμήν της επιταγής, επιβάλλεται ποινή ηλαττωμένη κατά το άρθρον 83 του Π.Κ., επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 85 αυτού". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής, ήταν δυνατό μέχρι την ισχύ του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 2408/1996 (4-6-1996) να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε και συνεπώς, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του για το παραπάνω έγκλημα, η επίκληση της ικανοποιήσεως του παθόντος κομιστή της επιταγής, δεν αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε με την καταδικαστική αυτή απόφαση (ΑΠ 661/1997 ό.π.). Ο ν. 2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, όρισε στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού ότι: α) Στο άρθρο 79 ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972, προστίθεται παρ. 5 που έχει ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". β) Η παρ. 3' του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: "Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής", γ) "Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ.". Την 3-6-1999 δημοσιεύθηκε ο ν. 2721/1999, ο οποίος στο άρθρο 22 αυτού ορίζει τα εξής: 1. Το εδάφιο γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ν. 5960/1933 που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α' ν. 2408/1996 αντικαθίσταται ως. εξής: "γ) Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου". 2. Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ' του άρθρου 4 ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της εγκλήσεως, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της εγκλήσεως γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ. 3. Τα εδάφια α', β' και γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2521/1997, (με τις διατάξεις αυτές καθορίζονταν οι προϋποθέσεις μετατροπής των ανεκτέλεστων ποινών φυλακίσεως που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 με δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν καταστεί αμετάκλητες μέχρι την ισχύ του ν. 2521/1997 και δεν είχαν μετατραπεί σε χρηματικές), εφαρμόζονται και για τις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή θα καταστούν αμετάκλητες μέσα σε ένα εξάμηνο από την έναρξη ισχύος του.Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο μεν ν. 2408/1996 δεν όρισε τίποτε για τις ποινές που είχαν επιβληθεί αμετάκλητα για τέτοιες πράξεις και εκτίονταν ή επρόκειτο να εκτιθούν, πράγμα που σημαίνει ότι καμιά μεταβολή στο σημείο αυτό δεν θέλησε ο νομοθέτης, και κατά συνέπεια οι ποινές που επιβλήθηκαν αμετακλήτως συνέχιζαν εκτιόμενες ή εκτίονταν εξαρχής ακώλυτα, ο δε ν. 2721/1999 όρισε ρητά ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις μέχρι την ισχύ του ν. 2721/1999 εκτίονται κανονικά και παρέχεται η δυνατότητα, αν δεν είχαν μετατραπεί, να μετατραπούν σε χρηματικές ποινές.Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 111691/4-10-1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, η αιτούσα καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και συγκεκριμένα ότι στην ... στις 16-4-1992 εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...επιταγή ποσού 650.000 δρχ., η οποία κατά την εμφάνιση της στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 61910/2-10-1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 15-12-1997, όπως προκύπτει τόσο από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και από το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και έτσι η 111691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη. Με την υπό κρίση αίτηση της η αιτούσα, αφού αναγνωρίζει ότι η πιο πάνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, εκθέτει ότι ήδη έχει εξοφλήσει τον κομιστή της προαναφερόμενης επιταγής και προσκομίζει μια υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου κομιστή ..., που βεβαιώνει ότι η αιτούσα εξόφλησε την επιταγή αυτή κατά μήνα Απρίλιο 1993. Επειδή δε, όπως ισχυρίζεται αυτή, το γεγονός αυτό της εξοφλήσεως της επιταγής ήταν παντελώς άγνωστο στους δικαστές, όταν εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, αφού δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο, -οπότε θα είχε κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας-, προσάγει ήδη τις αποδείξεις αυτές και ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 525 σε συνδυασμό με τα άρθρα 527 και 528 Κ.Π.Δ., να γίνει δεκτή η αίτηση της, να ακυρωθεί η 111691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της ή να κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας. Όμως το "νέο" αυτό γεγονός που επικαλείται η αιτούσα για την επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή η εξόφληση της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, είτε πριν είτε μετά την καταδίκη της, δεν αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την 11691/1993 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 και 3 ν. 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση και μέχρι την 4-6-1996 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του ν. 2408/1996), ήταν δυνατό να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι είχε τελέσει. Η εκ μέρους της αιτούσας επίκληση των νόμων 2408/1996 και 2721/1999, που δημοσιεύθηκαν στις 4-6-1996 και 3-6-1999, αντίστοιχα, και περιέχουν επιεικέστερες διατάξεις για τους υπαιτίους του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, δεν αποτελούν για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στην αιτούσα τα έξοδα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στον προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 β' και δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, η δε αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς.
Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 86/5-5-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά του 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-10-2007 αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 12 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρα Κ.Π.Δ. 525 παρ. 1 "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα" εις τις εις αυτό (άρθρο) αναφερόμενες περιοριστικώς περιπτώσεις, 527 παρ. 1 "Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή ... ή από τον συνήγορό του" ... Και §3 "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν ... και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση ...", 528 παρ. 1 εδ. α' "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα, και τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής "Κατά της απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485", ήτοι για λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη στο βούλευμα. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 και δεδομένου ότι ο λόγος δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος, ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις στην αιτιολογία αυτού ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη από το συμβούλιο (Ολ.Α.Π. 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 παρ. 1β' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά τη γενομένη υπαγωγή τους σ'αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη από 5 Μαΐου 2008 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το υπ'αριθμ. 446/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε την από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτηση της νυν αναιρεσειούσης περί επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 111.691/1993. Αυτή παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθείσα (η έκδοση του βουλεύματος έλαβε χώρα την 14 Απριλίου 2008 και τούτο επεδόθη εις μεν την αντίκλητο δικηγόρο την 23 Απριλίου 2008, εις δε την αναιρεσείουσα την 5 Μαΐου 2008) είναι νόμιμη, όσον αφορά τον λόγον περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς τον οποίο και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Όσον αφορά όμως τον λόγον περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας από το βούλευμα, κατά τον οποίον, κατά πιστή εδώ μεταφορά: "Διότι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα στερείται της επιβαλλομένης οπό το άρθρο 93 παρ3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθιδρυούσης τον προβλεπόμενο από το αρ.510 παρ.1 ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Έλλειψη της θεμελιωθείσης ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει αν δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις των περιστατικών", η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας του λόγου αυτού, και πρέπει, ως προς αυτόν, να απορριφθεί ως τοιαύτη. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ' αριθμ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το αίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού), εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ' άς χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525 εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 παρ. 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Και βαρύτερο έγκλημα κατά την έννοια της άνω διατάξεως υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότης επιεικεστέρας μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ιδίας πράξεως με την επιβολήν, ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ. Περαιτέρω ο μεταγενέστερος, της αμετακλήτου καταδίκης, ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν κατά την έννοια της άνω διατάξεως και ούτω δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού κατά το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2 του Π.Κ., ο μετά την τέλεση πράξεως επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφαρμόζεται, μόνον επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη, επιφέρει την παύση της εκτελέσεως της ποινής μετά των επακολούθων της. Για τις αμετακλήτως εκδικασθείσες υποθέσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενεστέρου νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών με μεταβατικές διατάξεις, και αν δεν το πράξει, για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επαναλήψεως, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η επί το ευμενέστερο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας. Τέλος, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ή ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ή και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφ' όσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφοι 1 και 3 Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αυτές αντικατεστάθησαν με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 1325/1972 "1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ώ δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών ... 3. Εις τον υπαίτιον της εν παραγράφω 1 πράξεως, όστις απεζημίωσε πλήρως τον κομιστήν μετά τη νόμιμον εμφάνισιν και μη πληρωμήν της επιταγής, επιβάλλεται ποινή ηλαττωμένη κατά το άρθρον 83 του Π.Κ., επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 85 αυτού". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η πλήρης αποζημίωση του κομιστού της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής, ήτο δυνατό μέχρι την ισχύ του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 2408/1996 (4-6-1996) να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότιαυτός είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε και συνεπώς, σε περίπτωση αμετακλήτου καταδίκης του για το έγκλημα, η επίκληση της ικανοποιήσεως του παθόντος κομιστού της επιταγής, δεν αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε με την καταδικαστική αυτή απόφαση. Ο Ν.2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, όρισε στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού ότι: " α) Στο άρθρο 79 ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 ν.δ/τος 1325/1972, προστίθεται παρ. 5 που έχει ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", β) Η παρ. 3 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: "Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής", γ) "Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχισή της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ.". Την 3-6-1999 εδημοσιεύθη ο Ν. 2721/1999, ο οποίος στο άρθρο 22 αυτού ορίζει τα εξής: "1. Το εδάφιο γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ν. 5960/1933 που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α' ν. 2408/1996 αντικαθίσταται ως εξής: "γ) Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου". 2. Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ' του άρθρου 4 ν.2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ. 3. Τα εδάφια α', β' και γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2521/1997, (με τις διατάξεις αυτές καθορίζονταν οι προϋποθέσεις μετατροπής των ανεκτέλεστων ποινών φυλακίσεως που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 με δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν καταστεί αμετάκλητες μέχρι την ισχύ του ν. 2521/1997 και δεν είχαν μετατραπεί σε χρηματικές), εφαρμόζονται και για τις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή θα καταστούν αμετάκλητες μέσα σε ένα εξάμηνο από την έναρξη ισχύος του". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο μεν Ν.2408/1996 δεν όρισε τίποτε για τις ποινές που είχαν επιβληθεί αμετάκλητα για τέτοιες πράξεις και εκτίονταν ή επρόκειτο να εκτιθούν, πράγμα που σημαίνει ότι καμιά μεταβολή στο σημείο αυτό δεν θέλησε ο νομοθέτης, και κατά συνέπεια οι ποινές που επεβλήθησαν αμετακλήτως συνέχιζαν εκτιόμενες ή εκτίονταν εξαρχής ακώλυτα, ο δε Ν.2721/1999 όρισε ρητά ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 Ν.5960/1933 με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις μέχρι την ισχύ του Ν. 2721/1999 εκτίονται κανονικά και παρέχεται η δυνατότητα, αν δεν είχαν μετατραπεί, να μετατραπούν σε χρηματικές ποινές.
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τούτο, μετά την παράθεση της μείζονος σκέψεως σχετικά με τους Ν.2408/1996, 2721/1999, όπως ούτοι και ανωτέρω εξετέθησαν, απέρριψε την αίτηση της καταδικασθείσης - αιτούσης για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθμ. 111.691/1993 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεχθέν τα εξής: "Από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα προκύπτουν τα ακόλουθα: "Με την 111.691/4-10-1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, η αιτούσα καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και συγκεκριμένα ότι στην ... στις 16-4-1992 εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 650.000 δρχ., η οποία κατά την εμφάνισή της στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 61910/2-10-1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 15-12-1997, όπως προκύπτει τόσο από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και από το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και έτσι η 111.691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη. Με την υπό κρίση αίτησή της η αιτούσα, αφού αναγνωρίζει ότι η πιο πάνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, εκθέτει ότι ήδη έχει εξοφλήσει τον κομιστή της προαναφερόμενης επιταγής και προσκομίζει μια υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου κομιστή ..., που βεβαιώνει ότι η αιτούσα εξόφλησε την επιταγή αυτή κατά μήνα Απρίλιο 1993. Επειδή δε, όπως ισχυρίζεται αυτή, το γεγονός αυτό της εξοφλήσεως της επιταγής ήταν παντελώς άγνωστο στους δικαστές, όταν εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, αφού δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο, -οπότε θα είχε κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας-, προσάγει ήδη τις αποδείξεις αυτές και ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 525 σε συνδυασμό με τα άρθρα 527 και 528 Κ.Π.Δ., να γίνει δεκτή η αίτηση της, να ακυρωθεί η 111.691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της ή να κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας. Όμως το "νέο" αυτό γεγονός που επικαλείται η αιτούσα για την επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή η εξόφληση της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, είτε πριν είτε μετά την καταδίκη της, δεν αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την 111.691/1993 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 και 3 ν. 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση και μέχρι την 4-6-1996 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του ν. 2408/1996), ήταν δυνατό να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι είχε τελέσει. Η εκ μέρους της αιτούσας επίκληση των νόμων 2408/1996 και 2721/1999, που δημοσιεύθηκαν στις 4-6-1996 και 3-6-1999, αντίστοιχα, και περιέχουν επιεικέστερες διατάξεις για τους υπαιτίους του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, δεν αποτελούν για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθώς τις άνω διατάξεις των Ν. (5960/1933, Ν.Δ. 1325/1972), Ν.2408/1996, Ν.2721/1999 ερμήνευσε και εφήρμοσε και ως προς την μη παύση της ποινικής διώξεως, λόγω της επικλήσεως της μη υποβολής εκ μέρους του κομιστή εγκλήσεως εφ' όσον ο τελευταίος των άνω νόμων ίσχυσε μετά την κατά την 2.10.1997 εκδίκαση της εφέσεως, τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αυτός, με τον οποίον υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ελλείψεως νομίμου βάσεως, επιχειρείται να επιτευχθεί η επανάκριση της υποθέσεως, υποστηρίζων εν εκτάσει ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έπρεπε να απορρίψει ως ανυποστήρικτη την έφεση, χωρίς να εξετάσει προηγουμένως εάν υπάρχει δήλωση του κομιστή της επιταγής" (περί συνεχίσεως της ποινικής διώξεως), είναι απαράδεκτος.
Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 86/5 Μαΐου 2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη η από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ'αριθμ. 111.691/1993 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση επί απορρίψεως αιτήσεως για επανάληψη διαδικασίας (άρθρα 525, 527, 528 ΚΠΔ). Τι αποτελεί νέο γεγονός. Ο μετά την τέλεση της πράξεως επιεικέστερος νόμος αν περιέχει ευμενέστερες διατάξεις εφαρμόζεται επί υποθέσεων, οι οποίες δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Ν. 5960/1993, ΝΔ 1325/1972, Ν. 2408/1996, Ν. 2721/1999. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 1641/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βραχιώτη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3133/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) ... σύζυγο Ψ1 το γένος ... κατοίκους... που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29.5.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3133/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 10.4.2009 με την παρουσία του κατηγορουμένου καταχωρίσθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο στις 21.5.2009, όπως προκύπτει από την από 29.5.2009 σχετική βεβαίωση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Ο Δικαστήριο αυτό προχωρεί στη συζήτηση της κρινόμενης ως άνω αίτησης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καίτοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιόν του κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης αμφότεροι οι πολιτικώς ενάγοντες, ήτοι: 1) ο Ψ1 και 2) η ... σύζυγος Ψ1 παρότι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 10.6.2009 αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου ...(άρθρο 515 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 397 του Π.Κ. "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντος, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο ανταλλαγής οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή, σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικός δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως ενοχής του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχεία, ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 Π.Κ.), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το μη καταλογισμό της πράξης του στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Ακόμη οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβάλλουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοση τους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια ή την ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως, η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης: α) για να προσκομιστούν έγγραφα, κρίσιμα για την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου και β) να κληθεί και εξετασθεί, ως μάρτυρας, ο προκύψας από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει κρίσιμα για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικά. Προϋπόθεση, όμως, για την υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα είναι η παραδεκτή προβολή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το Δικαστήριο δεν έχει τέτοιας υποχρέωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετ' αναίρεση με την υπ' αριθμ. 2672/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου της προηγουμένης υπ'αριθμ. 9036/2007 απόφασής του, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3.133/2009 απόφασή του, απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία το αίτημα που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου για διακοπή ή αναβολή της δίκης με σκοπό να προσέλθουν οι πολιτικώς ενάγοντες, χωρίς όμως να προσδιορίσει σαφώς και ορισμένως το λόγο της κλήτευσης και προσέλευσης των πολιτικώς εναγόντων (βλ. 3η σελίδα των εν λόγω πρακτικών), περαιτέρω δε όταν ζήτησε ο Προεδρεύων Εφέτης πριν την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας εάν χρειάζεται κάποιος καμμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση σε σχέση με την αποδεικτική διαδικασία, δεν επανέφερε στο Δικαστήριο το ως άνω αίτημά του (βλ. σελίδα 15η των ιδίων πρακτικών) με σαφές περιεχόμενο. Έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω ασαφούς και αορίστου αιτήματος του κατηγορουμένου και συνεπώς απορρίπτοντας χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία το αίτημα αυτό δεν υπέπεσε σε καμμία πλημμέλεια και ειδικώτερα στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, δηλ, της στέρησης της απόφασης ως προς το μέρος αυτό της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος των εγκαλούντων Ψ1 με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ακινήτου εκμίσθωσε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 (εκκαλούντα) ένα ισόγειο κατάστημα, με υπόγειο και τον αύλειο χώρο, που βρίσκεται στο... και στην οδό .... Ο τελευταίος χρησιμοποιούσε το ακίνητο αυτό μέχρι και την 19.7.2001, για την άσκηση επιχείρησης γενικού εμπορίου ευφλέκτων και αναφλέξιμων προϊόντων και υλικών, όπως μπαταρίες, βαρελάκια με ασετόν, φιάλες με αναφλέξιμο περιεχόμενο, με ένδειξη "νεκροκεφαλή" και σήμανση "απαγορεύεται άνω των 20 βαθμών C" κ.λ.π. Στις 19.7.2001 και περί ώρα 00.40' προκλήθηκε μεγάλης έκτασης πυρκαϊά με επαναλαμβόμενες εκρήξεις, από την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς ακίνητο των εγκαλούντων από το υπόλοιπο μέχρι το δώμα του Α' πάνω από το ισόγειο ορόφου. Η πυρκαγιά αυτή όπως προκύπτει από την συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, οφείλεται σε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα που εκδηλώθηκε σε πρόχειρη, παράνομη και επικίνδυνη σύνδεση ενός μικρού δωματίου στον ημιώροφο του παταριού από το δίκτυο του διαμερίσματος του Α' ορόφου μέσω του κλιμακοστασίου, την οποία έκανε ο πρώτος εγκαλών, σε γνώση του πρώτου κατηγορουμένου. Ακολούθως η φωτιά από πτώση των φλεγομένων καλωδίων και μέσω της μεταλλικής περιστροφικής σκάλας μεταφέρθηκε διαδοχικά στους χώρους του ισογείου και του υπογείου, όπου υπήρχαν τα προαναφερόμενα εύφλεκτα και αναφλέξιμα υλικά. Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι η πρόκληση της ζημιογόνου πυρκαϊάς οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα πυρασφαλείας και να εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού και πυρόσβεσης για την αποτροπή και την αντιμετώπιση πυρκαγιάς από οποιαδήποτε αιτία και τον περιορισμό των σχετικών ζημιών, παρά την ύπαρξη στο χώρο του μισθίου πολλών ευφλέκτων και αναφλεξίμων υλικών. Μετά από αυτό οι εγκαλούντες κατέθεσαν στις 2.8.2001, εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου, αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μον.Πρωτ.Πειραιώς, το οποίο με την με αριθμό 3782/2002 απόφασή του διέταξε την συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου κατηγορουμένου, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων αποζημίωσης των εγκαλούντων, ποσού 97.938 και 103.711 ευρώ, αντίστοιχα. Όμως, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος, αναμένοντας την προβολή απαιτήσεων αποζημιώσεως των εγκαλούντων εναντίον του και με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτών, μεταβίβασε πραγματικά και όχι κατά το φαινόμενο μόνον (εικονικά), με το με αριθμό ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ραΐση, λόγω γονικής παροχής στις κόρες του ... και ... τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, δηλαδή το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στην... (οδός ...) και την ψιλή κυριότητα ενός αγροκτήματος δέκα (10) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη ..., αξία 15.000.000 δραχμών ή 44.020,54 ευρώ περίπου το καθένα, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικότερα στο διατακτικό της απόφασης, με αποτέλεσμα να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης ων εγκαλούντων. Επίσης αποδείχθηκε ότι το προαναφερόμενο συμβόλαιο μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο ... για το 1/2 του διαμερίσματος, στις 2.8.2001 (βλ. το με αρ. ... πιστοποιητικό της Μεταγραφοφύλακα ...) και στο ..., για το αγροτεμάχιο, στις 9.8.2001 (βλ. το από ... πιστοποιητικό της Μεταγραφοφύλακα ...). Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση υποκειμενικά και αντικειμενικά του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, κατ' εξακολούθηση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου. Εξάλλου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός (ένσταση) του πρώτου κατηγορουμένου, για την κήρυξη ως απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της σχετικής έγκλησης. Ειδικότερα οι εγκαλούντες έλαβαν γνώση τη γενόμενη μεταβίβαση των ακινήτων από τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως και ο τελευταίος ισχυρίζεται "μετά την πάροδο δέκα ημερών από τον έλεγχο που διενήργησαν στα Υποθηκοφυλακεία. Με δεδομένο ότι οι μεταγραφές των ακινήτων έλαβαν χώρα στις 2.8.2001 και 9.8.2001, το ενωρίτερο που μπορούσαν οι εγκαλούντες να πληροφορηθούν την γενόμενη μεταβίβαση των ακινήτων ήταν η 12.8.2001. Έτσι και μέχρι 9.11.2001 που οι εγκαλούντες υπέβαλαν την έγκλησή τους στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 11 7 παρ. 1 του Π.Κ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του κατηγορουμένου - εκκαλούντος". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη, προσέτι δε τον υποχρέωσε να καταβάλει σε καθένα των πολιτικώς εναγόντων των οποίων έκρινε εμπρόθεσμη την έγκληση και έγκυρη την ενεργητική νομιμοποίησή τους, το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο τηςουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τηναπαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις τουΣυντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένηαιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 393 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το εμπρόθεσμο της υποβολής της απαιτούμενης εγκλήσεως για τη δίωξη του αναιρεσείοντος για το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών προσδιορίζοντας συγκεκριμένα το χρόνο που έλαβαν χώρα οι μεταβιβάσεις των ακινήτων από τον αναιρεσείοντα προς τις δύο θυγατέρες και το χρόνο μεταγραφής (2.8.2001 και 9.8.2001 αντίστοιχα) των οικείων συμβολαίων ως και το χρόνο που έλαβαν γνώση οι πολιτικώς ενάγοντες (12.8.2001) των εν λόγω μεταγραφών με τις οποίες ολοκληρώθηκε η σε βάρος τους απαλλοτρίωση των ακινήτων της αναιρεσείουσας, ενώ την έγκληση τους υπέβαλαν στις 9.11.2001, ήτοι εντός της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Εξάλλου, ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος για την έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί πραγματικής πλάνης του (άρθρο 30 παρ. 1 του Π.Κ.) και περί συγγνωστής νομικής πλάνης του (άρθρο 31 παρ. 2 Π.Κ.) πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: 1) Με την παραδοχή της υπάρξεως του υποκειμενικού στοιχείου, δηλονότι του δόλου, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, καθίσταται ουσιαστικά αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης του και εντεύθεν της άρσης της ικανότητας προς καταλογισμό της πράξης. Γι' αυτό, ενόψει της ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος για την τέλεση της πράξης της καταδολίευσης δανειστών δεν απαιτείται πρόσθετη τοιαύτη για την απόρριψη του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού του.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός έβδομος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και 2) ως προς τον ισχυρισμό της συγγνωστής νομικής πλάνης, εκ περισσού το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε απορριπτική (γι' αυτόν) διάταξη, αφού δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει γι' αυτόν, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά ο αναιρεσείων πρόβαλε για τη θεμελίωση αυτού κατά πιστή μεταφορά: "Του δόλου παντελώς αποδεδειγμένου ως ελλείποντος, ως προς τη μεταγραφή του Υποθηκοφυλακείου..., προκύπτει ότι επλανήθην πλάνη αν όχι πραγματική, τότε σίγουρα νομική, θεωρώντας ότι έχω δικαίωμα να τελέσω την πλάνη" ήτοι πρόβαλε όλως γενικά και αόριστα περιστατικά, με συνέπεια ο μεν ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί συγγνωστής νομικής πλάνης να είναι αόριστος, το δε Δικαστήριο να μην έχει υποχρέωση να απαντήσει επί ενός ισχυρισμού που ως από το ελλιπές περιεχόμενό του είναι τελικά αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής ισχυρισμός. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η τοιαύτη αιτίαση είναι απορριπτέα, καθόσον με αυτή πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, με την επισήμανση ότι δεν είναι αναγκαίο στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών να είναι εκκαθαρισμένη ή δικαστικά αναγνωρισμένη η απαίτηση των τελευταίων που καθίσταται αδύνατη η ικανοποίησή της λόγω των απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη (μεταβιβάσεως ακινήτων του σε στενούς συγγενείς του) και ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου οι δανειστές με ασφαλιστικά μέτρα ζήτησαν την προσωρινή προστασία τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πριν την επιδίκασή της από τα αρμόδια δικαστήρια.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, στους οποίους εμπίπτουν οι υπ' αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 7, και 8 λόγοι της, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος όσο και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αλλά και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και επί όλων των λοιπών ζητημάτων, εκτός εκείνων για τα οποία έγινε παραπάνω ειδικότερη αναφορά.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.5.2009 αίτηση του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3.133/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδολίευση δανειστών. Χρόνος έγκλησης. Αιτιολογία απόφασης και ορθή εφαρμογή νόμου από Δικαστήριο της ουσίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για μη έγκαιρη - έγκυρη υποβολή έγκλησης, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Έγκληση, Καταδολίευση δανειστών.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.